Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Το πρόβλημα της ιστορικότητας του χριστιανικού Ιησού

Η ιστορικότητα του χριστιανικού Ιησού αποτελεί ένα από τα πλέον εδραιωμένα αξιώματα της δυτικής ιστοριογραφικής παράδοσης. Συχνά προβάλλεται η θέση ότι, ανεξαρτήτως της θεολογικής ερμηνείας των ευαγγελίων, πρέπει να υπήρξε ένα ιστορικό πρόσωπο που αποτέλεσε τον πυρήνα του μεταγενέστερου χριστιανικού κινήματος. Η θέση αυτή παρουσιάζεται συχνά ως αποτέλεσμα επιστημονικής συναίνεσης.

Ωστόσο, όταν εξεταστεί με αυστηρά ιστορικοκριτικά και επιστημολογικά κριτήρια, αποκαλύπτονται σοβαρά προβλήματα που καθιστούν την αποδοχή της ιστορικότητας του χριστιανικού Ιησού λιγότερο αναγκαστική απ’ όσο συνήθως υποστηρίζεται. Η ιστορική έρευνα, προκειμένου να θεμελιώσει την ύπαρξη ενός προσώπου, απαιτεί κατ’ ελάχιστον τη διαθεσιμότητα σύγχρονων ή σχεδόν σύγχρονων πηγών, ανεξάρτητων μεταξύ τους, οι οποίες να επιτρέπουν τη διασταύρωση πληροφοριών και τον έλεγχο της αξιοπιστίας τους.

Στην περίπτωση του Ιησού, τέτοιες πηγές απουσιάζουν πλήρως. Δεν υπάρχει καμία μη χριστιανική μαρτυρία από το πρώτο μισό του 1ου αιώνα μ.κ.χ. που να αναφέρεται ρητά σε ένα πρόσωπο με το όνομα, τη δράση ή το προφίλ που περιγράφεται στα ευαγγέλια. Η απουσία αυτή είναι ιδιαίτερα προβληματική αν ληφθεί υπόψη ότι η Ιουδαία της περιόδου υπήρξε περιοχή έντονης μεσσιανικής κινητικότητας, αυξημένης κοινωνικής έντασης και στενής ρωμαϊκής εποπτείας.

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διέθετε ανεπτυγμένο διοικητικό και γραφειοκρατικό μηχανισμό και κατέγραφε συστηματικά εξεγέρσεις, συλλήψεις και εκτελέσεις, ιδίως όταν αυτές αφορούσαν πρόσωπα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν απειλή για τη δημόσια τάξη. Παρ’ όλα αυτά, δεν σώζεται καμία σύγχρονη διοικητική ή ιστορική καταγραφή που να αφορά τη σύλληψη, τη δίκη ή την εκτέλεση ενός Ιησού με τέτοια υποτιθέμενη απήχηση. Οι αναφορές από Ιουδαϊκές πηγές, όπως του Ιουδαίου Ιώσηπου ελέγχονται ως προς την αξιοπιστία και την μεροληψία του όσο και για τις αποδεδειγμένες μεταγενέστερες χριστιανικές παρεμβολές στα κείμενα του.

Οι μεταγενέστερες ρωμαϊκές αναφορές που συχνά επικαλούνται ως εξωτερική επιβεβαίωση δεν αίρουν το πρόβλημα αυτό. Τα χωρία του Τάκιτου, του Σουητώνιου και του Πλίνιου του Νεότερου γράφονται στα τέλη του 1ου και στις αρχές του 2ου αιώνα και δεν βασίζονται σε άμεση γνώση των γεγονότων, αλλά σε πληροφορίες που φαίνεται να προέρχονται από τη διάδοση του ίδιου του χριστιανικού κινήματος. Οι αναφορές αυτές είναι αόριστες, δεν περιέχουν βιογραφικά στοιχεία και δεν περιγράφουν τον Ιησού ως ιστορικό πρόσωπο με συγκεκριμένη δράση, αλλά μιλούν γενικά για χριστιανούς και για την πίστη τους σε κάποιον «Chrestus».

Η χρήση του όρου Chrestus, ελληνικής προέλευσης και κοινής χρήσης, υποδηλώνει σύγχυση ή γενίκευση και δεν μπορεί να θεωρηθεί σαφής αναφορά σε συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο. Το «Chrestus» (κοινό ελληνιστικό όνομα από το ελληνικό χρηστός = «χρήσιμος», «καλός», «ωφέλιμος») ήταν επίσης ένα πολύ συνηθισμένο όνομα δούλων και απελεύθερων στη αρχαία Ρώμη. Δεν πρόκειται για τίτλο ή μοναδικό όνομα, αλλά για γενικό ανθρωπωνύμιο. Δεν είναι θεολογικός όρος. Άρα δεν σημαίνει αυτομάτως “Χριστός”. Η χρήση του από Ρωμαίους συγγραφείς όπως ο Σουητώνιος δεν τεκμηριώνει την ύπαρξη του ευαγγελικού Ιησού, αλλά φανερώνει σύγχυση, γενίκευση ή παρεξήγηση πληροφοριών σχετικών με εσωτερικές διαμάχες ιουδαϊκών κοινοτήτων. Στην καλύτερη περίπτωση, οι πηγές αυτές τεκμηριώνουν την ύπαρξη κοινωνικής έντασης γύρω από ένα θρησκευτικό ζήτημα ή την ύπαρξη ενός κινήματος και όχι την ιστορικότητα του ιδρυτή του. Δεν αποδεικνύουν ότι ο Χριστός των χριστιανών ταυτίζεται πλήρως με ένα συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο με το βιογραφικό των Ευαγγελίων. Η επιστήμη δεν είναι βέβαιη ότι εδώ μιλάμε για τον χριστιανικό Ιησού.

Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η σχεδόν πλήρης σιωπή της ελληνικής γραμματείας. Έλληνες συγγραφείς των 1ου και 2ου αιώνων, όπως ο Πλούταρχος, ο Παυσανίας, ο Επίκτητος και άλλοι εκπρόσωποι της φιλοσοφικής και ιστοριογραφικής παράδοσης, επιδεικνύουν έντονο ενδιαφέρον για θρησκευτικά φαινόμενα, ξένες λατρείες, φιλοσόφους, θαυματοποιούς και πρόσωπα που διεκδικούσαν ιδιαίτερο κύρος. Παρά το γεγονός ότι ο Παύλος φέρεται να είχε ήδη δραστηριοποιηθεί στον ελληνικό χώρο και ότι μικρές χριστιανικές κοινότητες είχαν εμφανιστεί μεταξύ των εβραϊκών παροικιών σε σημαντικά αστικά κέντρα, δεν συναντούμε ουσιαστική αναφορά στον Ιησού ως ιστορικό πρόσωπο.

Οι Έλληνες αδιαφορούν και αγνοούν τόσο το χριστιανικό κίνημα όσο και τον φερόμενο «Μεσσία». Η σιωπή αυτή είναι δύσκολο να εξηγηθεί αν υποτεθεί ότι επρόκειτο για έναν διδάσκαλο (ή προφήτη) με εξαιρετική απήχηση και με γεγονότα όπως η δημόσια εκτέλεση και η υποτιθέμενη ανάσταση. Αντιθέτως, καθίσταται περισσότερο κατανοητή αν το πρόσωπο αυτό δεν είχε αποκτήσει ιστορική ορατότητα στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Αυτό αναιρεί ιδιαίτερα ως αβάσιμο και τον ισχυρισμό όσων προβάλλουν ότι ο χριστιανισμός είχε «ελληνικές ρίζες».

Ο χριστιανισμός ήταν αόρατος για τους Έλληνες εκείνης της εποχής. Στον ελληνικό λόγιο κόσμο του τέλους του 1ου – αρχών 2ου αιώνα, ενώ η χριστιανική παράδοση αναφέρει πληθώρα περιστατικών για το χριστιανικό κίνημα, οι Έλληνες δεν θεωρούσαν αυτά τα περιστατικά ως άξια μνείας. Και αυτό είναι αξιοπερίεργο για έναν λαό που έδειχνε ενδιαφέρον για τόσα άλλα φαινόμενα και γεγονότα. Αυτό το υποτιθέμενα σημαντικό και «κοσμοϊστορικό» φαινόμενο οι Έλληνες το αγνοούν ως ανύπαρκτο επειδή προφανώς δεν είχε την βασιμότητα που του απέδωσε η μεταγενέστερη χριστιανική αφήγηση ως εκείνη που επικράτησε. Κι όταν το χριστιανικό αφήγημα άρχισε να αποκτά ορατότητα στους Έλληνες, οι Έλληνες λόγιοι αντέδρασαν επικριτικά απέναντι στο υπό διαμόρφωση τότε ευρισκόμενο χριστιανικό δόγμα (βλέπε τον «αληθή λόγο» του Κέλσου, το «κατά Χριστιανών» του Πορφυρίου, κ.α., των οποίων ωστόσο τα έργα ρίχτηκαν στην πυρά όταν ο χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της Ρώμης). Κανένα ελληνικό φιλοσοφικό ρεύμα δεν είδε θετικά τον χριστιανικό δογματισμό.

Η πλήρης αδιαφορία των Ελλήνων είναι όντως ασύμβατη με τον ισχυρισμό περί έμφυτης, παγκόσμιας θεϊκής σημασίας που αποδίδουν οι χριστιανοί στην θρησκεία τους και αυτό είναι κάτι που τους πονάει και γι’ αυτό το παραβλέπουν. Η σιωπή των Ελλήνων καταρρίπτει τον ισχυρισμό ότι ο Ιησούς θεωρήθηκε «Θεός» ή «κοσμοϊστορικό γεγονός» στην εποχή του, αναιρεί την ιδέα ότι η σημασία του ήταν αυτονόητη ή άμεση και αποκλείει κάθε αφήγηση περί «παγκόσμιας αναγνώρισης».

Τα «κανονικά» ευαγγέλια, που αποτελούν τη βασική πηγή για τη ζωή του Ιησού, δεν μπορούν να καλύψουν αυτό το κενό της ιστορικότητας. Πρόκειται για ανώνυμα κείμενα, γραμμένα δεκαετίες μετά τα υποτιθέμενα γεγονότα, τα οποία εξυπηρετούν σαφείς θεολογικούς και κατηχητικούς σκοπούς. Οι μεταξύ τους αντιφάσεις σε κρίσιμα σημεία, όπως οι χρονολογίες, οι γενεαλογίες, τα λόγια και οι πράξεις του Ιησού, υπονομεύουν τη δυνατότητα ιστορικής ανασύστασης. Το πρόβλημα αυτό επιτείνεται από το γεγονός ότι υπήρξε μεγάλος αριθμός άλλων ευαγγελικών κειμένων, τα οποία απορρίφθηκαν ως απόκρυφα στο πλαίσιο της διαμόρφωσης του «κανόνα». Η «κανονικοποίηση» των τεσσάρων ευαγγελίων δεν βασίστηκε σε ιστορικά κριτήρια, αλλά σε θεολογικές και εκκλησιαστικές ανάγκες, γεγονός που αποκαλύπτει τον κατασκευαστικό χαρακτήρα του αφηγήματος.

Ιδιαίτερη σημασία για την ιστορική αξιολόγηση έχει η παρουσία υπερφυσικών στοιχείων στον ίδιο τον πυρήνα των κανονικών ευαγγελίων. Η παρθενογένεση και η ανάσταση δεν παρουσιάζονται ως περιφερειακές δοξασίες, αλλά ως θεμελιώδη γεγονότα της ζωής και της ταυτότητας του Ιησού. Από ιστορική σκοπιά, πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν είναι απλώς αναπόδεικτοι, αλλά ανήκουν σαφώς στη σφαίρα του μυθολογικού και του θρησκευτικού λόγου. Η ιστορική μεθοδολογία δεν διαθέτει εργαλεία για την επαλήθευση υπερφυσικών γεγονότων, ενώ η ενσωμάτωσή τους σε ένα κείμενο λειτουργεί ως ένδειξη ότι ο συγγραφέας δεν αποσκοπεί στην καταγραφή εμπειρικά ελέγξιμων γεγονότων, αλλά στη διατύπωση ενός σωτηριολογικού αφηγήματος.

Η παρθενογένεση, ειδικότερα, απουσιάζει από τα αρχαιότερα χριστιανικά κείμενα και δεν αναφέρεται από τον Παύλο, γεγονός που υποδηλώνει ότι αποτελεί μεταγενέστερη θεολογική προσθήκη. Παράλληλα, το μοτίβο της θαυματουργής ή θεϊκής γέννησης απαντά ευρέως στην αρχαία μεσογειακή μυθολογία και θρησκευτικότητα, γεγονός που καθιστά εύλογη την ερμηνεία ότι τα ευαγγέλια αντλούν από προϋπάρχοντα μυθολογικά σχήματα για να αποδώσουν θεϊκή νομιμοποίηση στον Ιησού. Ακόμη πιο καθοριστική είναι η αφήγηση της «ανάστασης», η οποία παρουσιάζεται ως το θεμέλιο της χριστιανικής πίστης. Οι σχετικές αφηγήσεις διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ευαγγελίων ως προς τους μάρτυρες, τη χρονική ακολουθία και τις εμφανίσεις του «αναστημένου» Ιησού, γεγονός που δεν επιτρέπει τη συγκρότηση ενός συνεκτικού ιστορικού γεγονότος. Από επιστημονική άποψη, η ανάσταση δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως ιστορικό συμβάν, αλλά μόνο ως πίστη που καταγράφεται σε θεολογικά κείμενα.

Η παρουσία αυτών των υπερφυσικών στοιχείων καθιστά μεθοδολογικά προβληματική την επιλεκτική αποδοχή άλλων στοιχείων των ευαγγελίων ως ιστορικά αξιόπιστων. Η διάκριση μεταξύ «ιστορικού πυρήνα» και «θεολογικού περιβλήματος» δεν προκύπτει από τις ίδιες τις πηγές, αλλά αποτελεί ερμηνευτική κατασκευή εκ των υστέρων, η οποία εξυπηρετεί την ανάγκη διατήρησης μιας ελάχιστης ιστορικότητας. Ο χριστιανικός Ιησούς είναι θεολογικό και ιδεολογικό κατασκεύασμα. Αν υπήρξε ιστορικός πυρήνας, δεν μπορεί να ανασυντεθεί με επάρκεια. Η αποδοχή του ως «αληθινού προσώπου» με τη βιογραφία των Ευαγγελίων δεν δικαιολογείται επιστημονικά.

Σημαντικό ρόλο στην πρώιμη διαμόρφωση του χριστιανικού λόγου διαδραματίζει και ο Παύλος, ο φερόμενος ως αρχαιότερος χριστιανός συγγραφέας. Οι επιστολές του παρουσιάζουν έναν «Μεσσία» (ελληνιστί «Χριστό») πρωτίστως αποκαλυπτικό και υπερβατικό και δεν δείχνουν ενδιαφέρον για τη βιογραφία ενός πρόσφατου ιστορικού διδασκάλου. Η απουσία αναφορών στη ζωή, τη διδασκαλία και τα θαύματα του Ιησού επιτρέπει την υπόθεση ότι η μορφή του Χριστού αρχικά λειτουργούσε ως σωτηριολογικό και μυθολογικό σχήμα, το οποίο ιστορικοποιήθηκε σταδιακά καθώς το κίνημα εδραιωνόταν και αποκτούσε ανάγκη συγκεκριμένου ιδρυτικού αφηγήματος.

Για να μιλήσουμε σοβαρά για αρχαιολογική τεκμηρίωση ενός ιστορικού προσώπου, θα περιμέναμε τουλάχιστον 1) επιγραφή με σαφή αναφορά στο όνομα και τη δράση του, 2) σύγχρονη επιγραφή τρίτου (όχι πιστού), 3) επίσημο διοικητικό έγγραφο, 4) νομικό/δικαστικό τεκμήριο, 5) μνημειακή ή ταφική αναφορά. Για τον χριστιανικό Ιησού δεν υπάρχει τίποτα από αυτά. ΔΕΝ είναι αρχαιολογικά ευρήματα για τον Ιησού, αλλά συχνές παρανοήσεις, ο υποτιθέμενος σταυρός, τα καρφιά, το ακάνθινο στεφάνι. Αυτά είναι μεσαιωνικές ή μεταγενέστερες παραδόσεις χωρίς καμία αρχαιολογική τεκμηρίωση. Επίσης δεν είναι αρχαιολογικά πειστήρια τα πολλαπλά αντικρουόμενα «λείψανα», η «Σινδόνη» του Τορίνο. Η ραδιοχρονολόγηση τα τοποθετεί στον μεσαίωνα. Ακόμη κι αν αγνοούσαμε τη χρονολόγηση δεν αποδεικνύουν ταυτότητα προσώπου και δεν αποτελούν αρχαιολογικό τεκμήριο ο φερόμενος τάφος του Ιησού διότι δεν είναι επαληθεύσιμος αλλά μάλλον κατασκευασμένος εκ των υστέρων. Έχουμε διάφορες αντικρουόμενες τοποθεσίες και καμία επιγραφή. Συχνά παρουσιάζεται εσφαλμένα ως «απόδειξη» η επιγραφή του Ποντίου Πιλάτου (Caesarea) το οποίο είναι υπαρκτό αρχαιολογικό εύρημα αλλά δεν αναφέρει τον Ιησού. Απλώς επιβεβαιώνει ότι υπήρξε ο Πόντιος Πιλάτος και ότι ήταν Ρωμαίος έπαρχος. Δεν προσφέρει καμία ανεξάρτητη μαρτυρία για τον Ιησού. Για σύγχρονα πρόσωπα της ίδιας εποχής έχουμε επιγραφές, νομίσματα, διοικητικά έγγραφα, μνημεία. Π.χ. Ηρώδης ο Μέγας, Αύγουστος, Τιβέριος, Πιλάτος. Για τον Ιησού επικρατεί απόλυτο αρχαιολογικό κενό. Άρα δεν υπάρχουν άμεσα ή έμμεσα αρχαιολογικά ευρήματα που να τεκμηριώνουν την ύπαρξη του Ιησού.

Η αρχαιολογία δεν επιβεβαιώνει ούτε τη ζωή, ούτε τη δράση, ούτε τη δίκη, ούτε την εκτέλεσή του. Η ιστορικότητά του δεν στηρίζεται σε υλικό τεκμήριο, αλλά αποκλειστικά σε θεολογικά και μεταγενέστερα λογοτεχνικά κείμενα και κατασκευές ψευδεπίγραφων. Επίσης δεν υπάρχει καμία αυθεντική ή σύγχρονη επιστολή του Ποντίου Πιλάτου που να αναφέρεται στον Ιησού όπως λάθος επικαλούνται οι υποστηρικτές της ιστορικότητας. Ό,τι σχετικό κυκλοφορεί είναι μεταγενέστερη χριστιανική ψευδεπιγραφία. Οι λεγόμενες «Επιστολές του Πιλάτου» (π.χ. Epistula Pilati ad Tiberium) χρονολογούνται στον 4ος–5ος αι. μ.κ.χ. (τουλάχιστον 300 χρόνια μετά!). Η γλώσσα & ύφος είναι καθαρά χριστιανικό. Ο σκοπός που εξυπηρετούν είναι απολογητικός - θεολογικός με μηδενική ιστορική αξία. Δεν αναφέρονται από κανέναν Ρωμαίο συγγραφέα της εποχής, δεν σώζονται σε ρωμαϊκά αρχεία, δεν έχουν καμία επιγραφική ή παπυρολογική επιβεβαίωση.

Οι λεγόμενες «Πράξεις του Πιλάτου» (Acta Pilati), (που είναι ενσωματωμένες στο λεγόμενο Ευαγγέλιο του Νικοδήμου), δεν είναι επίσημα ρωμαϊκά πρακτικά. Είναι χριστιανικό θρησκευτικό κείμενο που συντάχθηκε για να δώσει «κρατικό κύρος» στο ευαγγελικό αφήγημα και να μεταθέσει την ευθύνη από τους Ρωμαίους. Δεν έχει καμία σχέση με πραγματικά acta (πρακτικά) ρωμαϊκού δικαστηρίου. Αν ο Πιλάτος είχε στείλει επίσημη αναφορά στον Τιβέριο για θανατική καταδίκη, ταραχές, «θαύματα» ή «ανάσταση» τότε θα περιμέναμε αναφορά σε Ρωμαίους ιστορικούς (Τάκιτο, Σουητώνιο κ.ά.), διατήρηση σε αρχειακή παράδοση ή έστω έμμεση μνεία. Δεν υπάρχει τίποτα. Απόλυτη σιωπή.

Ο Τερτυλλιανός (τέλη 2ου αι.) ισχυρίζεται ότι ο Πιλάτος έγραψε στον Τιβέριο. Όμως δεν παραθέτει επιστολή, δεν την είδε κανείς άλλος και γράφει μεροληπτικά ως χριστιανός απολογητής, όχι ως ιστορικός, άρα η αξιοπιστία του ελέγχεται ως εξαιρετικά αμφίβολη. Αν κάπου στα αρχεία της Ρώμης υπήρχε σχετικό κείμενο και πηγή θα την είχαν επικαλεστεί οι ίδιοι οι χριστιανοί απολογητές με παράθεση. Αντί γι’ αυτό, έχουμε μόνο μεταγενέστερα κείμενα που προσποιούνται επίσημα έγγραφα.

Τέλος, η αποδοχή της ιστορικότητας του Ιησού δεν μπορεί να αποσπαστεί από το ευρύτερο χριστιανοκεντρικό πολιτισμικό και επιστημολογικό πλαίσιο της Δύσης. Ο χριστιανισμός έχει διαμορφώσει σε βάθος τις έννοιες, τις αξίες και τα όρια του αποδεκτού λόγου. Η λεγόμενη «συναίνεση των ιστορικών» λειτουργεί συχνά ως κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο και όχι ως αποτέλεσμα αναγκαστικής απόδειξης. Η πλήρης αμφισβήτηση της ιστορικότητας του Ιησού αντιμετωπίζεται συχνά ως ακραία ή ιδεολογική, γεγονός που περιορίζει το εύρος της επιστημονικής συζήτησης.

Οι αρνητές της ιστορικότητας του Ιησού αντιμετωπίζονται με έντονα εχθρική ρητορική. Στην Ευρώπη μέχρι τον 18ο αιώνα η αμφισβήτηση της ιστορικότητας του Χριστού ήταν αδιανόητη, όχι τόσο επιστημονικά, όσο κοινωνικά και πολιτικά. Ακόμα και σήμερα η ακαδημαϊκή αποδοχή δεν είναι αποκομμένη από το κοινό αίσθημα ενός επί αιώνες χριστιανοκεντρικά διαμορφωμένου κόσμου. Σε αυτό το πλαίσιο κανείς δεν θέλει να θεωρηθεί «ακραίος», «προκλητικός», «ιδεολογικός παρίας». Αυτό παράγει συντηρητισμό συμπερασμάτων. Υπήρξαν άνθρωποι (όπως ο Bruno Bauer, ο Arthur Drews, ο G. A. Wells, ο Robert Price, ο Hermann Detering) στους προηγούμενους αιώνες που πρωτοστάτησαν στην αμφισβήτηση της ιστορικότητας του Ιησού και υπέστησαν τις συνέπειες της περιθωριοποίησης και της αντιμετώπισής τους ως «αιρετικών» από την ακαδημαϊκή κοινότητα.

Υπό το σύνολο αυτών των παρατηρήσεων, η ιστορικότητα του χριστιανικού Ιησού δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκώς τεκμηριωμένη με αυστηρά επιστημονικούς όρους. Το ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι η χριστιανική Εκκλησία, δηλαδή η οργάνωση των ιερέων και θεολόγων του χριστιανισμού, κατασκεύασε το πρόσωπο του Χριστού της «ορθόδοξης» πίστης. Έχουμε επαρκή δεδομένα για να μιλάμε για κατασκευή ενός θεολογικού προσώπου από τον 2ο αιώνα και μετά. Ο όποιος ιστορικός πυρήνας, αν υπήρξε, δεν είναι δυνατό να ανασυντεθεί με ασφάλεια. Ακόμη και με τα διαθέσιμα εξωχριστιανικά δεδομένα, δεν έχουμε επαρκή τεκμηρίωση για να δεχτούμε τον χριστιανικό Ιησού ως ιστορικό πρόσωπο. Έχουμε επαρκή τεκμηρίωση για τη γένεση μιας θρησκείας που κατασκεύασε ένα ενοποιημένο πρόσωπο μέσω επιλογής κειμένων, θεολογίας και εξουσίας. Οι πηγές είναι μεταγενέστερες, αόριστες και θεολογικά φορτισμένες, ενώ η ενσωμάτωση αναπόδεικτων και μυθολογικών στοιχείων στον πυρήνα του αφηγήματος ενισχύει την ερμηνεία ότι πρόκειται πρωτίστως για μια θεολογική μορφή που ιστορικοποιήθηκε εκ των υστέρων. Η αποδοχή ενός «ιστορικού Ιησού» φαίνεται έτσι να αποτελεί περισσότερο έναν χριστιανοκεντρικό κοινωνιολογικό, πολιτισμικό και επιστημολογικό αναγκαστικό συμβιβασμό παρά αναπόφευκτο συμπέρασμα της ιστορικής έρευνας.

Τέλος, η εν γένει ενασχόληση με το ζήτημα αυτό παρουσιάζεται συχνά ως απόδειξη αλλά όσοι το ισχυρίζονται παραβλέπουν ότι η ιστορική και φιλοσοφική έρευνα δεν ασχολείται μόνο με ό,τι υπάρχει, αλλά και με ό,τι πιστεύτηκε ότι υπάρχει. Το αντικείμενο της συζήτησης δεν είναι απλά η ύπαρξη ή μη του χριστιανικού Ιησού, αλλά κυρίως το πλαίσιο μέσα στο οποίο συγκροτήθηκε το χριστιανικό αφήγημα. Η συχνή ένσταση ότι η ίδια η ενασχόληση με το ζήτημα της ιστορικότητας συνεπάγεται την ύπαρξη του προσώπου αποτελεί λογικό σφάλμα. Η ανάλυση αφορά την ιστορική και κοινωνική συγκρότηση ενός αφηγήματος και όχι την οντολογική επιβεβαίωση του αντικειμένου του. Η ύπαρξη λόγου περί ενός προσώπου δεν ισοδυναμεί με την ύπαρξη του ίδιου του προσώπου.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου