5.1.3. Η διήγηση του Αχιλλέα
Παραινετικός είναι ο χαρακτήρας και μιας άλλης ολιγόστιχης, εσωτερικής διήγησης, που απαντά στην εικοστή τέταρτη ιλιαδική ραψωδία. Την επικαλείται ο Αχιλλέας, για να πείσει τον σπαραγμένο από τον πόνο του σκοτωμένου γιου του Πρίαμο να αγγίξει το φαγητό που του προσφέρεται (Ω 599-620).
Ο λόγος για τη Νιόβη, την οποία ο Απόλλων τοξεύοντας τής θανάτωσε τους έξι γιους στον ανθό της νιότης τους, και η Άρτεμη τις έξι πανέμορφες θυγατέρες της, επειδή εκείνη συνερίστηκε τη μάνα τους, τη Λητώ, που γέννησε μόνο δυο παιδιά, ενώ η ίδια δώδεκα. Μέρες εννιά έμειναν αιμόφυρτα και άταφα τα σκοτωμένα παιδιά της Νιόβης, γιατί ο Δίας πέτρωσε τον γύρω χώρο και δεν βρέθηκε άνθρωπος να τα θάψει. Στο μεταξύ, η μάνα τους, θρηνώντας ακατάπαυστα, δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα της. Στις δέκα όμως μέρες πάνω, όταν έθαψαν τα παιδιά της οι ίδιοι οι ολύμπιοι θεοί, θυμήθηκε κι η μάνα τους να φάει. Μετά έγινε πέτρα κάπου στα απάτητα φαράγγια της Σιπύλου και, πετρωμένη εκεί, κλωσάει τον ασταμάτητο πόνο της, κοντά στα λημέρια του Αχελώου, όπου χορεύουν αθάνατες νεράιδες.
Η σπαρακτική αυτή διήγηση (τη δραματοποίησε αργότερα και ο Αισχύλος σε μια χαμένη για μας τραγωδία του), που ακούγεται εδώ ως παραινετικό παράδειγμα, προτείνει την τολμηρή σύγκριση Νιόβης και Πριάμου, που ακούγεται κάπως αταίριαστη. Κι όμως αναγνωρίζονται στη μοίρα των δύο ετερόφυλων αυτών προσώπων κάποια κοινά ή ομόλογα σημεία. Πολύτεκνη η Νιόβη, με έξι γιους και έξι θυγατέρες· πολύτεκνος και ο Πρίαμος, με πενήντα γιους και δώδεκα θυγατέρες. Σπαραγμένη η Νιόβη από τον σαρωτικό χαλασμό των παιδιών της· σπαραγμένος και ο Πρίαμος από τον χαμό του Έκτορα. Άταφα για εννιά μέρες τα δώδεκα παιδιά της Νιόβης· άταφος και διασυρόμενος ο Έκτορας για έντεκα μέρες. Ωσότου, και στις δύο περιπτώσεις παρεμβαίνουν ελεήμονες οι θεοί: πραγματοποιούν οι ίδιοι την ταφή των δώδεκα παιδιών της Νιόβης στη μία περίπτωση· προάγουν την ταφή του Έκτορα στην άλλη. Η δραματική αιχμή στη συγκεκριμένη σκηνή γίνεται οξύτερη, καθώς η παρηγορητική παραίνεση προς τον Πρίαμο προέρχεται από τον Αχιλλέα (φονιά όχι μόνο του Έκτορα αλλά και άλλων ανδρείων γιων του πατριάρχη βασιλιά της Τροίας), ο οποίος τώρα αντιστρέφει το εκδικητικό του μένος σε φιλάνθρωπο έλεος. Τέλος, οριστικός κλήρος της Νιόβης είναι η μεταμόρφωσή της σε βράχο που δακρύζει, ενώ ο κλήρος του Πριάμου προδιαγράφεται ακόμη πιο σκληρός· η επική παράδοση προβλέπει, με την άλωση της Τροίας, τον άγριο σφαγιασμό του.
Απομένει να εξηγηθεί γιατί και πώς η Ιλιάδα, σε σύγκριση με την Οδύσσεια, υστερεί σε ένθετες διηγήσεις, όπως προηγουμένως τις προσδιορίσαμε. Η εξήγηση είναι διπλή. Στον βαθμό που η Ιλιάδα εξελίσσεται συνεχώς προς τα μπρος και δεν οπισθοχωρεί χρονικά, όπως συμβαίνει με την Οδύσσεια, δεν ευνοεί τις αναδρομικές διηγήσεις, οι οποίες έτσι κι αλλιώς ανακόπτουν τη ροή της χρονικής συνέχειας. Εξάλλου, η Ιλιάδα είναι κατεξοχήν ηρωικό έπος με κυρίαρχο θέμα τον πόλεμο, ο οποίος κατ᾽ εξαίρεση μόνον αναστέλλεται, για να μεσολαβήσουν ομιλητικές σκηνές, όπως η διάσημη ομιλία Έκτορα και Ανδρομάχης στο δεύτερο μέρος της έκτης ραψωδίας. Τούτο σημαίνει ότι τα περιθώρια για εσωτερικές διηγήσεις είναι εδώ στενά, όταν δεν μηδενίζονται. Για να το πούμε απλούστερα: οι εσωτερικές διηγήσεις προϋποθέτουν διακοπή της επικής δράσης, χαλάρωση και ανάπαυση των ηρώων, που τους επιτρέπουν να μιλήσουν μεταξύ τους, να θυμηθούν και να πουν ο ένας στον άλλον ό,τι σπουδαίο τούς έχει συμβεί στο παρελθόν. Αυτή όμως η συνθήκη λείπει κατά κανόνα στην Ιλιάδα, ενώ περισσεύει στην Οδύσσεια, η οποία, όπως θα δούμε αμέσως, προσφέρει τον χρόνο της εξίσου για δράση και για αναμνήσεις, για απολογισμούς και απολόγους. Στην πραγματικότητα η Οδύσσεια διπλασιάζει τον χρόνο της: τον μοιράζει ανάμεσα στο δραστικό παρόν της και στο αφηγηματικό της παρελθόν. Από την άποψη αυτή η Οδύσσεια μεταφράζει κάθε τόσο προηγούμενα έργα σε τωρινά λόγια. Τακτική που σημαίνει ότι διαθέτει εξελιγμένη αφηγηματική μηχανή. Σ᾽ αυτή την οδυσσειακή μηχανή αναφέρονται τα επόμενα.
Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023
Eckhart Tolle: Η ζωή δεν είναι τόσο σοβαρή όσο την κάνει ο νους μου
-Η θέαση της ομορφιάς σε ένα λουλούδι θα μπορούσε να αφυπνίσει τους ανθρώπους έστω και για λίγο, στην ομορφιά που αποτελείς ουσιαστικό μέρος της δικής τους εσώτερης Ύπαρξης, της αληθινής τους φύσης.
-…η αναγνώριση των συλλογικά αποκτηθέντων μέσω εξαρτημένης μάθησης νοητικών διεργασιών που διαιωνίζουν τη μη αφυπνισμένη κατάσταση.
-Ο ανθρώπινος νους είναι εξαιρετικά ευφυής. Ωστόσο, η ίδια του η ευφυία είναι μολυσμένη από παραφροσύνη.
-Αν η ιστορία της ανθρωπότητας ήταν η κλινική περίπτωση ενός μεμονομένου ανθρώπου, η διάγνωση θα έπρεπε να είναι: χρόνια παρανοϊκά παραληρήματα, παθολογική ροπή προς τη διάπραξη φόνου και πράξεων ακραίας βίας και ωμότητας, εναντίον αυτών που αντιλαμβάνεται ως «εχθρούς» του – καθώς η δική του έλλειψη συνειδητότητας προβάλεται προς τα έξω.
–Φόβος, απληστία και επιθυμία για εξουσία είναι οι ψυχολογικές παρωθητικές δυνάμεις όχι μόνο πίσω από τον πόλεμο και τη βία μεταξύ εθνών, φυλών, θρησκειών και ιδεολογιών, αλλά και η αιτία ατέρμονης σύγκρουσης στις προσωπικές σχέσεις.
–Δε γίνεσαι καλός προσπαθώντας να είσαι καλός, αλλά βρίσκοντας την καλοσύνη που είναι ήδη εντός σου επιτρέπονται σ΄αυτή την καλοσύνη να αναδυθεί.
-Κάνουν σχέδια χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους το πρότυπο για τη δυσλειτουργία που κουβαλάει κάθε άνθρωπος μέσα του: το Εγώ.
-Ένα μεγάλης κλίμακας άνοιγμα πνευματικότητας έξω από τις θρησκευτικές δομές είναι μια εντελώς καινοτόμος εξέλιξη.
-Αν οι δομές του ανθρώπινου νου παραμείνουν αμετάβλητες, θα καταλήγουμε πάντα να αναδημιουργούμε τον ίδιο κόσμο, τα ίδια δεινά, την ίδια δυσλειτουργία
-…όταν έχεις προσαρτήσεις μια λέξη σε κάτι, γνωρίζεις τι είναι. Η πραγματικότητα είναι: Δεν γνωρίζεις τι είναι, απλώς έχεις καλύψει το μυστήριο με μια ετικέτα.
-Όταν το κοιτάζεις ή το κρατάς και του επιτρέπεις να υπάρχει χωρίς να του επιβάλλεις μια λέξη ή μια νοητική ετικέτα μια αίσθηση δέους, θαυμασμού ξυπνάει μέσα σου. Η ουσία του κοινωνείται σιωπηλά σ΄εσένα και αντανακλά τη δική σου ουσία πίσω σ΄εσένα.
–Όταν δεν καλύπτεις τον κόσμο με λέξεις και ετικέτες, επιστρέφει στη ζωή σου μια αίσθηση του θαυμαστού που έχει χαθεί εδώ και πολύ καιρό, από τότε που η ανθρωπότητα, αντί να χρησιμοποιεί τη σκέψη κατακυριεύτηκε από αυτήν. Ένα βάθος επιστρέφει στη ζωή σου.
-Όταν βλέπεις ποιος δεν είσαι, η πραγματικότητά του ποιος είσαι αναδύεται από μόνη της.
-Δεν συνειδητοποιούσα ακόμα ότι η σκέψη δίχως συναίσθηση είναι το κύριο δίλημμα της ανθρώπινης ύπαρξης.
–Η ζωή δεν είναι τόσο σοβαρή όσο την κάνει ο νους μου.
-Οι περισσότεροι άνθωποι δεν κατοικούν σε μια ζωντανή πραγματικότητα αλλά σε μια εννοιοποιημένη.
–Ο ανεξέλεγκτος αγώνας για περισσότερα, για ατέρμονη ανάπτυξη αποτελεί δυσλειτουργεία και ασθένεια. Είναι η ίδια δυσλειτουργία που εκδηλώνει το καρκινικό κύτταρο, που ο μοναδικός του στόχος είναι να πολλαπλασιαστεί, χωρίς να έχει επίγνωση του ότι επιφέρει την ίδια του την καταστροφή καταστρέφοντας τον οργανισμό του οποίου είναι μέρος.
–Αν μπορώ να νιώσω το «Υπάρχω» τόσο έντονα, τότε αυτό που είμαι δεν έχει μειωθεί καθόλου. Μπορώ να το νιώθω και τώρα, κάτι γαλήνιο και πολύ ζωντανό.
–Την Ύπαρξη πρέπει να την νιώσεις. Δεν μπορείς να τη σκεφτείς. Το Εγώ δεν τη γνωρίζει επειδή αποτελείται από σκέψη.
-Όλα όσα επιζητεί το Εγώ και στα οποία δεν μπορεί να νιώσει.
-…μερικές φορές το να παραιτείσαι από πράγματα είναι μια πράξη πολύ μεγαλύτερης δύναμης από το να τα υπερασπίζεσαι ή να γατζώνεσαι πάνω τους.
–Η ζωή θα σου δώσει όποια εμπειρία είναι πιο βοηθητική για την εξέλιξη της συνειδητότητάς σου.
–Το Εγώ δεν είναι λάθος, είναι απλώς μη συνειδητό… το Εγώ δεν είναι προσωπικό. Δεν είναι αυτό που είσαι.
-…το να βγάζεις τον εαυτό σου σωστό και τους άλλους λάθος είναι ένα από τα κύρια εγωικά πρότυπα, μια από τις κύριες μορφές της μη συνείδησης.
-Επομένως η επιθυμία διατηρεί το Εγώ ζωντανό πολύ περισσότερο από το έχω… Είναι μια εθιστική ανάγκη, όχι μη αυθεντική.
-Η έσχατη αλήθεια του ποιος είσαι δεν είναι «είμαι αυτός», «είμαι εκείνος» αλλά Είμαι.
Eckhart Tolle, Για μια νέα ζωή
-…η αναγνώριση των συλλογικά αποκτηθέντων μέσω εξαρτημένης μάθησης νοητικών διεργασιών που διαιωνίζουν τη μη αφυπνισμένη κατάσταση.
-Ο ανθρώπινος νους είναι εξαιρετικά ευφυής. Ωστόσο, η ίδια του η ευφυία είναι μολυσμένη από παραφροσύνη.
-Αν η ιστορία της ανθρωπότητας ήταν η κλινική περίπτωση ενός μεμονομένου ανθρώπου, η διάγνωση θα έπρεπε να είναι: χρόνια παρανοϊκά παραληρήματα, παθολογική ροπή προς τη διάπραξη φόνου και πράξεων ακραίας βίας και ωμότητας, εναντίον αυτών που αντιλαμβάνεται ως «εχθρούς» του – καθώς η δική του έλλειψη συνειδητότητας προβάλεται προς τα έξω.
–Φόβος, απληστία και επιθυμία για εξουσία είναι οι ψυχολογικές παρωθητικές δυνάμεις όχι μόνο πίσω από τον πόλεμο και τη βία μεταξύ εθνών, φυλών, θρησκειών και ιδεολογιών, αλλά και η αιτία ατέρμονης σύγκρουσης στις προσωπικές σχέσεις.
–Δε γίνεσαι καλός προσπαθώντας να είσαι καλός, αλλά βρίσκοντας την καλοσύνη που είναι ήδη εντός σου επιτρέπονται σ΄αυτή την καλοσύνη να αναδυθεί.
-Κάνουν σχέδια χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους το πρότυπο για τη δυσλειτουργία που κουβαλάει κάθε άνθρωπος μέσα του: το Εγώ.
-Ένα μεγάλης κλίμακας άνοιγμα πνευματικότητας έξω από τις θρησκευτικές δομές είναι μια εντελώς καινοτόμος εξέλιξη.
-Αν οι δομές του ανθρώπινου νου παραμείνουν αμετάβλητες, θα καταλήγουμε πάντα να αναδημιουργούμε τον ίδιο κόσμο, τα ίδια δεινά, την ίδια δυσλειτουργία
-…όταν έχεις προσαρτήσεις μια λέξη σε κάτι, γνωρίζεις τι είναι. Η πραγματικότητα είναι: Δεν γνωρίζεις τι είναι, απλώς έχεις καλύψει το μυστήριο με μια ετικέτα.
-Όταν το κοιτάζεις ή το κρατάς και του επιτρέπεις να υπάρχει χωρίς να του επιβάλλεις μια λέξη ή μια νοητική ετικέτα μια αίσθηση δέους, θαυμασμού ξυπνάει μέσα σου. Η ουσία του κοινωνείται σιωπηλά σ΄εσένα και αντανακλά τη δική σου ουσία πίσω σ΄εσένα.
–Όταν δεν καλύπτεις τον κόσμο με λέξεις και ετικέτες, επιστρέφει στη ζωή σου μια αίσθηση του θαυμαστού που έχει χαθεί εδώ και πολύ καιρό, από τότε που η ανθρωπότητα, αντί να χρησιμοποιεί τη σκέψη κατακυριεύτηκε από αυτήν. Ένα βάθος επιστρέφει στη ζωή σου.
-Όταν βλέπεις ποιος δεν είσαι, η πραγματικότητά του ποιος είσαι αναδύεται από μόνη της.
-Δεν συνειδητοποιούσα ακόμα ότι η σκέψη δίχως συναίσθηση είναι το κύριο δίλημμα της ανθρώπινης ύπαρξης.
–Η ζωή δεν είναι τόσο σοβαρή όσο την κάνει ο νους μου.
-Οι περισσότεροι άνθωποι δεν κατοικούν σε μια ζωντανή πραγματικότητα αλλά σε μια εννοιοποιημένη.
–Ο ανεξέλεγκτος αγώνας για περισσότερα, για ατέρμονη ανάπτυξη αποτελεί δυσλειτουργεία και ασθένεια. Είναι η ίδια δυσλειτουργία που εκδηλώνει το καρκινικό κύτταρο, που ο μοναδικός του στόχος είναι να πολλαπλασιαστεί, χωρίς να έχει επίγνωση του ότι επιφέρει την ίδια του την καταστροφή καταστρέφοντας τον οργανισμό του οποίου είναι μέρος.
–Αν μπορώ να νιώσω το «Υπάρχω» τόσο έντονα, τότε αυτό που είμαι δεν έχει μειωθεί καθόλου. Μπορώ να το νιώθω και τώρα, κάτι γαλήνιο και πολύ ζωντανό.
–Την Ύπαρξη πρέπει να την νιώσεις. Δεν μπορείς να τη σκεφτείς. Το Εγώ δεν τη γνωρίζει επειδή αποτελείται από σκέψη.
-Όλα όσα επιζητεί το Εγώ και στα οποία δεν μπορεί να νιώσει.
-…μερικές φορές το να παραιτείσαι από πράγματα είναι μια πράξη πολύ μεγαλύτερης δύναμης από το να τα υπερασπίζεσαι ή να γατζώνεσαι πάνω τους.
–Η ζωή θα σου δώσει όποια εμπειρία είναι πιο βοηθητική για την εξέλιξη της συνειδητότητάς σου.
–Το Εγώ δεν είναι λάθος, είναι απλώς μη συνειδητό… το Εγώ δεν είναι προσωπικό. Δεν είναι αυτό που είσαι.
-…το να βγάζεις τον εαυτό σου σωστό και τους άλλους λάθος είναι ένα από τα κύρια εγωικά πρότυπα, μια από τις κύριες μορφές της μη συνείδησης.
-Επομένως η επιθυμία διατηρεί το Εγώ ζωντανό πολύ περισσότερο από το έχω… Είναι μια εθιστική ανάγκη, όχι μη αυθεντική.
-Η έσχατη αλήθεια του ποιος είσαι δεν είναι «είμαι αυτός», «είμαι εκείνος» αλλά Είμαι.
Τα όρια των ηγεμονιών και η ηθική της δύναμης
«Οι άνθρωποι συνδέονται με φιλία και τα έθνη με συμφέροντα» (Χόχουτ)
Η επικαιρότητα των ημερών και ο φόβος μιας γενικευμένης πολεμικής σύρραξης στη Συρία έφερε στην επιφάνεια ένα παλιό όσο και σύγχρονο ερώτημα – ζητούμενο: Την ΗΘΙΚΗ της ΔΥΝΑΜΗΣ και το μέλλον – ΟΡΙΑ των ΗΓΕΜΟΝΙΩΝ. Αποτελεί κοινό τόπο και ιστορική διαπίστωση πως αυτός που κατέχει δύναμη – είτε πρόσωπο είναι αυτό, είτε φορέας, είτε κράτος – έχει την τάση να μετασχηματίζει αυτή σε βία. Η δύναμη και η βία αποτελούν τις δυο βασικές συνιστώσες της Εξουσίας και των ηγεμόνων. Η εξουσία πηγάζει – εδράζεται στη δύναμη και αισθητοποιείται μέσα από ενέργειες και συμπεριφορές, που δεν χαρακτηρίζονται τόσο από την επιείκεια, τη διαλλακτικότητα και την πειθώ (λόγο), όσο από τη χρήση βίας.
Αποτελεί, δηλαδή, φυσική νομοτέλεια και ιστορικό νόμο η χρήση βίας από αυτούς που αισθάνονται δυνατοί και ασκούν ή επιθυμούν να διαιωνίσουν την εξουσία τους. Οι αναλύσεις των σύγχρονων ιστορικών για τα κίνητρα και τους στόχους της συμπεριφοράς της μόνης στον κόσμο μας υπερδύναμης, των Η.ΠΑ. αλλά και των άλλων χωρών που φιλοδοξούν να την αντικαταστήσουν, δεν προσθέτουν τίποτε παραπάνω από εκείνα που εύστοχα διαπίστωσε πριν από χιλιάδες χρόνια ο Θουκυδίδης:
«Από ό,τι μπορεί κανείς να εικάσει για τους Θεούς κι από ό,τι είναι βέβαιο για τους ανθρώπους, πιστεύουμε ότι και οι Θεοί και οι άνθρωποι ακολουθούν πάντα έναν απόλυτο νόμο της φύσης, να επιβάλλουν πάντα την εξουσία τους, αν έχουν τη δύναμη να το επιτύχουν. Τον νόμο αυτόν ούτε τον θεσπίσαμε, ούτε τον εφαρμόσαμε εμείς πρώτοι. Τον βρήκαμε να ισχύει και τον ακολουθούμε, όπως θα τον ακολουθούν αιώνια όσοι μας διαδεχθούν και ξέρουμε καλά ότι και εσείς και οποιοιδήποτε άλλοι θα κάνατε τα ίδια αν είχατε τη δύναμή μας» (Διάλογος Αθηναίων – Μηλίων).
Παρακολουθώντας την αρχή και το τέλος των αρχαίων Ελληνικών Ηγεμονιών, δηλαδή της Αθήνας και της Σπάρτης, εύκολα οδηγούμαστε σε συμπεράσματα, που μπορούν να μας χρησιμεύσουν στην κατανόηση κι ερμηνεία των σύγχρονων γεγονότων και της φύσης των ηγεμονιών. Η ακμή και παρακμή των αρχαίων πόλεων – κρατών και ιδιαίτερα των ηγεμονιών ακολούθησε το μοιραίο οδοιπορικό που προδιαγράφει κάθε φορά η «ΝΕΜΕΣΙΣ». Η άσκηση – αυθαίρετη και βίαιη τις περισσότερες φορές – της εξουσίας οδηγούσε στην «ΥΒΡΗ» κι αυτή με τη σειρά της έσπρωχνε τους «αλαζόνες» στην ΠΤΩΣΗ και τη συντριβή. Η έλλειψη μέτρου συνιστά μέγιστο αδίκημα και παραβιάζει τους ακατάλυτους ηθικούς κανόνες. Σχετικά ο Ισοκράτης γράφει για τα αίτια της πτώσης της Αθηναϊκής Ηγεμονίας.
Η πτώση της Αθηναϊκής ηγεμονίας
«Οι κίνδυνοι που μας απειλούν από παντού, η καταστροφή του δημοκρατικού πολιτεύματος που έκανε τους προγόνους μας μεγάλους και ευτυχισμένους, το σύνολο όλων των κακών που επιβάλαμε ή που οι άλλοι μας έχουν επιβάλλει, τα υποφέρουμε απ’ αυτή τη μάταιη φιλοδοξία της θαλασσοκρατίας, που και αν ακόμη μας την πρόσφερναν, δεν θα έπρεπε να τη δεχθούμε με κανένα τρόπο»….
«….Η άσκηση της ηγεμονίας μας ήταν μοιραία. Μας έκανε να χάσουμε τη φήμη μας που την είχαμε σ’ όλους τους λαούς. Μας έφερε σε τέτοια ακολασία και νωθρότητα που δεν θα την επαινέσει κανένας λαός. Δεν μπορούμε να τους κατηγορήσουμε γιατί μας φέρθηκαν τόσο άσχημα γιατί κι εμείς τους διοικήσαμε καταδυναστεύοντάς τους και βασανίζοντάς τους. Ποιος μπορεί να απαριθμήσει τα μικρότερα κακά; Και όλα αυτά τα κακά επανερχόταν περιοδικά κάθε χρόνο… Σε κάθε ξαναγύρισμα, ο ήλιος παρέστεκε σε νέες δημόσιες κηδείες. Οι δημόσιοι τάφοι γέμιζαν από πτώματα πολιτών, και οι γραμμές της πόλης γέμιζαν από άγνωστους ξένους… Παλιές και υπερένδοξες οικογένειες που είχαν ξεφύγει απ’ την καταπίεση των τυράννων και απ’ τις πολεμικές περσικές ορδές τσακίσθηκαν και ξεριζώθηκαν ενώ εμείς κυνηγούσαμε την τρέλα της ηγεμονίας μας… Κάναμε μια ζωή ληστών, πότε πλέοντας μέσα στην αφθονία και πότε στη δυστυχία, έχοντας γύρω μας την πολιορκία και πάνω στα κεφάλια μας την καταστροφή…».
«Αυτή η λεγόμενη κυριαρχία δεν είναι παρά μια συμφορά που κάνει χείριστους όλους εκείνους που την κατέχουν». (Ισοκράτους, περί Ειρήνης)
Το ενδιαφέρον στις επισημάνσεις του Ισοκράτη βρίσκεται στο γεγονός ότι η αιτιολόγηση της πτώσης της Αθηναϊκής ηγεμονίας γίνεται από έναν Αθηναίο και όχι από κάποιον εχθρό ή τρίτο παρατηρητή. Οι επισημάνσεις εστιάζονται στην αλαζονική συμπεριφορά των Αθηναίων, απόρροια της δύναμης και της κυριαρχίας που ασκούσαν τόσο στις συμμαχικές πόλεις όσο και στις μη συμμαχικές. Το περίεργο βέβαια είναι ότι μια πόλη – ηγεμονία (Αθήνα) που δίδαξε με τις τραγωδίες και το φιλοσοφικό λόγο την αξία του «ΜΕΤΡΟΥ» δε διδάχτηκε η ίδια. Φαίνεται πως η δύναμη και η εξουσία τυφλώνουν το νου κι αποδιοργανώνουν κάθε δυνατότητα ορθολογικής και ψύχραιμης αντιμετώπισης των δεδομένων.
Η πτώση της Σπαρτιατικής ηγεμονίας
Από τον ιστορικό νόμο της ακμής και παρακμής δεν ξέφυγε ούτε η Σπάρτη, αν και είχε ως παράδειγμα το πάθημα της Αθήνας. Τα ίδια λάθη οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, γιατί η «ηγεμονία» λειτουργεί ως ναρκωτικό και δεν αφήνει τη λογική και την ηθική να ελέγχει τόσο τις ανθρώπινες πράξεις όσο και τη συμπεριφορά των κρατών – ηγεμονιών. Ο Ισοκράτης διεισδύοντας στην ουσία των γεγονότων καταγράφει με καίριες επισημάνσεις τα αίτια της πτώσης της Σπαρτιατικής Ηγεμονίας.
«Γελιέται, έγραφε ο Ισοκράτης, εκείνος που αποδίδει την κατάπτωση των Σπαρτιατών στο επεισόδιο της ήττας στις Λεύκτρες. Η καταστροφή της δεν προήλθε απ’ αυτό, αλλά νικήθηκε απ’ τη διαγωγή των προηγουμένων χρόνων και αναγκάσθηκε να πολεμήσει για την ίδια της την ύπαρξη. Η κυριαρχία της θάλασσας απ’ τη Σπάρτη υπήρξε η πρώτη και η πραγματική αιτία όλης της καταστροφής. Η κυριαρχία αυτή έδωσε στους Σπαρτιάτες μια δύναμη που δεν την είδαν ποτέ έτσι που η έλλειψη μέτρου στην άσκηση αυτής της κυριαρχίας προκάλεσε την απώλεια και αυτής της ηπειρωτικής κυριαρχίας. Ξεχνώντας τα ήθη και τα έθιμα των προγόνων τους, τους παλιούς νόμους της πολιτείας, νομίζοντας πως είναι σωστό να κάνουν ό,τι τους αρέσει, έπεσαν σε μεγάλη σύγχυση και ταραχή. Δεν κατάλαβαν ότι πόσο επικίνδυνη σειρήνα ήταν η εξουσία αυτή, που την ποθούν όλοι και πόσο εύκολα παραφρονεί κανείς απ’ το γλυκό μεθύσι που φέρνει» (Ισοκράτους, περί Ειρήνης)
Ο λόγος των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων παραμένει πάντα επίκαιρος και πολύτιμος βοηθός στην κατανόηση όλων των παραμέτρων της σύγχρονης παγκόσμιας πραγματικότητας.
Η φύση των ηγεμονιών
Περισσότερο όμως επίκαιρες είναι εκείνες οι επισημάνσεις που φωτίζουν τη βαθύτερη ουσία των ηγεμονιών. Φαίνεται δε πως οι Ηγεμονίες οδηγούνται από τη φύση τους νομοτελειακά στο ίδιο τέλος (πτώση – συντριβή), επειδή αδυνατούν να διδαχθούν από το παρελθόν, αδιαφορούν για το δίκαιο και την ηθική και τέλος, επειδή φορούν πως θα «ηγεμονεύουν» και στο μέλλον έξω από τις δεσμεύσεις του χρόνου. Η χρήση βίας – πέραν από κάθε λογική και ηθική – αισθητοποιεί την ανασφάλεια των ηγεμονιών, την παράνοια των ηγεμόνων, την ένοχη σιωπή των λαών και κύρια την επικίνδυνη ταύτιση της έννοιας του συμφέροντος των ηγεμονιών με το δίκαιο:
«Για να τα συνοψίσω όλα σας λέω, με μια λέξη, ότι αν ακολουθήσετε τη συμβουλή μου, θα πάρετε απόφαση δίκαιη για την τιμωρία των Μυτιληναίων και σωστή για τα συμφέροντά σας. Διαφορετικά και τη δική τους ευγνωμοσύνη δεν θα κερδίσετε και τη δική σας πολιτεία θα καταδικάσετε γιατί αν εκείνοι είχαν δίκιο να επαναστατήσουν, τότε σεις ασκείτε με τρόπο άδικο την εξουσία σας. Αν όμως θέλετε να κρατήσετε την ηγεμονία σας, έστω και με ανάρμοστες μεθόδους, τότε πρέπει, για να το συμφέρον σας, να τους τιμωρήσετε, ακόμα κι αν τούτο είναι άδικο. Αλλιώς παραιτηθείτε από την ηγεμονία σας και φροντίστε το καλό σας όνομα, χωρίς να διατρέχετε κινδύνους» (Κλέων – Αθηναίος πολιτικός).
Ο κυνισμός του Αθηναίου πολιτικού επαληθεύεται περίτρανα και από τα σύγχρονα γεγονότα στη Μέση Ανατολή. Τα ερείσματα κάθε ηγεμονίας – αν θέλει να μείνει ηγεμονία – δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι ηθικά. Η υπεράσπιση των συμφερόντων της ηγεμονίας συνιστά – σύμφωνα πάντα με τη λογική της – αυτόματα και δίκαιο. Το «minimum της ηθικής» καταργείται μπροστά στην ηθική τύφλωση και παραλυσία που επιφέρει η άσκηση της εξουσίας. Αυτό είναι και η βασική αιτία που οι Ηγεμόνες δεν γνωρίζουν τα όρια των πράξεων τους και της ηγεμονίας τους. Πιο ωμός ο Αλκιβιάδης περιέγραφε με ενάργεια τη φύση και την προοπτική της ηγεμονίας.
«Δεν μπορούμε, δήλωνε ο Αλκιβιάδης την παραμονή της εκστρατείας των Αθηνών εναντίον των Συρακουσών, δεν μπορούμε να χαράξουμε, εκ των προτέρων, όρια στην ηγεμονία μας. Γιατί είμεθα υποχρεωμένοι, αφού φθάσαμε σ’ αυτό το σημείο, άλλους να απειλούμε, άλλους να παραφυλάγωμε, με έξοδα άλλων, και άλλους να μη συγχωρούμε γιατί κινδυνεύουμε να κυριαρχηθούμε, αν δεν κυριαρχήσουμε εμείς οι ίδιοι πάνω σε άλλους».
Η προσεκτική μελέτη, λοιπόν, των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων επιβάλλεται από το μέγεθος των σύγχρονων προβλημάτων κι ιδιαίτερα εκείνων που σχετίζονται με την επιθετική συμπεριφορά των σύγχρονων Ηγεμονιών. Δε χρειάζεται να καταφύγουμε ούτε στο θεϊκό λόγο της Αποκάλυψης του Ιωάννη, ούτε στους αστρολόγους και τους μάντεις ούτε και στη σύγχρονη θεωρία του Χάντιγκτον (σύγκρουση πολιτισμών) για να προβλέψουμε το μέλλον του κόσμου και των χωρών που ασκούν σήμερα την ηγεμονία. Ο ορθολογισμός των κλασικών κειμένων και η βιωμένη εμπειρία του παρελθόντος μπορεί να συνδράμει στην προσπάθειά μας να μείνουμε νηφάλιοι στο παρόν και «προμηθείς» για το μέλλον.
Η εξίσωση Δύναμη → Εξουσία → Βία μπορεί να γεννά φόβο και τρόμο αλλά επιβάλλεται να γίνει αποδεκτή ως μια ιστορική αναγκαιότητα, όχι με την έννοια της υποταγής σ’ αυτήν, αλλά ως το πρώτο βήμα – στάδιο για την υπέρβασή της «Οι άνθρωποι συνδέονται με φιλία και τα έθνη με συμφέροντα» (Χόχουτ). Η θέση αυτή του Χόχουτ είναι η δεύτερη αναγκαιότητα για τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής κάθε χώρας αλλά και για τη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης των πολιτών.
Όσον αφορά δε για τα «όρια και την ηθική» των ηγεμονιών μέλλει να δούμε, αν θα επαληθευτεί η άποψη του Θουκυδίδη «γιγνόμενα μεν και αεί εσόμενα, έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων η».
Η επικαιρότητα των ημερών και ο φόβος μιας γενικευμένης πολεμικής σύρραξης στη Συρία έφερε στην επιφάνεια ένα παλιό όσο και σύγχρονο ερώτημα – ζητούμενο: Την ΗΘΙΚΗ της ΔΥΝΑΜΗΣ και το μέλλον – ΟΡΙΑ των ΗΓΕΜΟΝΙΩΝ. Αποτελεί κοινό τόπο και ιστορική διαπίστωση πως αυτός που κατέχει δύναμη – είτε πρόσωπο είναι αυτό, είτε φορέας, είτε κράτος – έχει την τάση να μετασχηματίζει αυτή σε βία. Η δύναμη και η βία αποτελούν τις δυο βασικές συνιστώσες της Εξουσίας και των ηγεμόνων. Η εξουσία πηγάζει – εδράζεται στη δύναμη και αισθητοποιείται μέσα από ενέργειες και συμπεριφορές, που δεν χαρακτηρίζονται τόσο από την επιείκεια, τη διαλλακτικότητα και την πειθώ (λόγο), όσο από τη χρήση βίας.
Αποτελεί, δηλαδή, φυσική νομοτέλεια και ιστορικό νόμο η χρήση βίας από αυτούς που αισθάνονται δυνατοί και ασκούν ή επιθυμούν να διαιωνίσουν την εξουσία τους. Οι αναλύσεις των σύγχρονων ιστορικών για τα κίνητρα και τους στόχους της συμπεριφοράς της μόνης στον κόσμο μας υπερδύναμης, των Η.ΠΑ. αλλά και των άλλων χωρών που φιλοδοξούν να την αντικαταστήσουν, δεν προσθέτουν τίποτε παραπάνω από εκείνα που εύστοχα διαπίστωσε πριν από χιλιάδες χρόνια ο Θουκυδίδης:
«Από ό,τι μπορεί κανείς να εικάσει για τους Θεούς κι από ό,τι είναι βέβαιο για τους ανθρώπους, πιστεύουμε ότι και οι Θεοί και οι άνθρωποι ακολουθούν πάντα έναν απόλυτο νόμο της φύσης, να επιβάλλουν πάντα την εξουσία τους, αν έχουν τη δύναμη να το επιτύχουν. Τον νόμο αυτόν ούτε τον θεσπίσαμε, ούτε τον εφαρμόσαμε εμείς πρώτοι. Τον βρήκαμε να ισχύει και τον ακολουθούμε, όπως θα τον ακολουθούν αιώνια όσοι μας διαδεχθούν και ξέρουμε καλά ότι και εσείς και οποιοιδήποτε άλλοι θα κάνατε τα ίδια αν είχατε τη δύναμή μας» (Διάλογος Αθηναίων – Μηλίων).
Παρακολουθώντας την αρχή και το τέλος των αρχαίων Ελληνικών Ηγεμονιών, δηλαδή της Αθήνας και της Σπάρτης, εύκολα οδηγούμαστε σε συμπεράσματα, που μπορούν να μας χρησιμεύσουν στην κατανόηση κι ερμηνεία των σύγχρονων γεγονότων και της φύσης των ηγεμονιών. Η ακμή και παρακμή των αρχαίων πόλεων – κρατών και ιδιαίτερα των ηγεμονιών ακολούθησε το μοιραίο οδοιπορικό που προδιαγράφει κάθε φορά η «ΝΕΜΕΣΙΣ». Η άσκηση – αυθαίρετη και βίαιη τις περισσότερες φορές – της εξουσίας οδηγούσε στην «ΥΒΡΗ» κι αυτή με τη σειρά της έσπρωχνε τους «αλαζόνες» στην ΠΤΩΣΗ και τη συντριβή. Η έλλειψη μέτρου συνιστά μέγιστο αδίκημα και παραβιάζει τους ακατάλυτους ηθικούς κανόνες. Σχετικά ο Ισοκράτης γράφει για τα αίτια της πτώσης της Αθηναϊκής Ηγεμονίας.
Η πτώση της Αθηναϊκής ηγεμονίας
«Οι κίνδυνοι που μας απειλούν από παντού, η καταστροφή του δημοκρατικού πολιτεύματος που έκανε τους προγόνους μας μεγάλους και ευτυχισμένους, το σύνολο όλων των κακών που επιβάλαμε ή που οι άλλοι μας έχουν επιβάλλει, τα υποφέρουμε απ’ αυτή τη μάταιη φιλοδοξία της θαλασσοκρατίας, που και αν ακόμη μας την πρόσφερναν, δεν θα έπρεπε να τη δεχθούμε με κανένα τρόπο»….
«….Η άσκηση της ηγεμονίας μας ήταν μοιραία. Μας έκανε να χάσουμε τη φήμη μας που την είχαμε σ’ όλους τους λαούς. Μας έφερε σε τέτοια ακολασία και νωθρότητα που δεν θα την επαινέσει κανένας λαός. Δεν μπορούμε να τους κατηγορήσουμε γιατί μας φέρθηκαν τόσο άσχημα γιατί κι εμείς τους διοικήσαμε καταδυναστεύοντάς τους και βασανίζοντάς τους. Ποιος μπορεί να απαριθμήσει τα μικρότερα κακά; Και όλα αυτά τα κακά επανερχόταν περιοδικά κάθε χρόνο… Σε κάθε ξαναγύρισμα, ο ήλιος παρέστεκε σε νέες δημόσιες κηδείες. Οι δημόσιοι τάφοι γέμιζαν από πτώματα πολιτών, και οι γραμμές της πόλης γέμιζαν από άγνωστους ξένους… Παλιές και υπερένδοξες οικογένειες που είχαν ξεφύγει απ’ την καταπίεση των τυράννων και απ’ τις πολεμικές περσικές ορδές τσακίσθηκαν και ξεριζώθηκαν ενώ εμείς κυνηγούσαμε την τρέλα της ηγεμονίας μας… Κάναμε μια ζωή ληστών, πότε πλέοντας μέσα στην αφθονία και πότε στη δυστυχία, έχοντας γύρω μας την πολιορκία και πάνω στα κεφάλια μας την καταστροφή…».
«Αυτή η λεγόμενη κυριαρχία δεν είναι παρά μια συμφορά που κάνει χείριστους όλους εκείνους που την κατέχουν». (Ισοκράτους, περί Ειρήνης)
Το ενδιαφέρον στις επισημάνσεις του Ισοκράτη βρίσκεται στο γεγονός ότι η αιτιολόγηση της πτώσης της Αθηναϊκής ηγεμονίας γίνεται από έναν Αθηναίο και όχι από κάποιον εχθρό ή τρίτο παρατηρητή. Οι επισημάνσεις εστιάζονται στην αλαζονική συμπεριφορά των Αθηναίων, απόρροια της δύναμης και της κυριαρχίας που ασκούσαν τόσο στις συμμαχικές πόλεις όσο και στις μη συμμαχικές. Το περίεργο βέβαια είναι ότι μια πόλη – ηγεμονία (Αθήνα) που δίδαξε με τις τραγωδίες και το φιλοσοφικό λόγο την αξία του «ΜΕΤΡΟΥ» δε διδάχτηκε η ίδια. Φαίνεται πως η δύναμη και η εξουσία τυφλώνουν το νου κι αποδιοργανώνουν κάθε δυνατότητα ορθολογικής και ψύχραιμης αντιμετώπισης των δεδομένων.
Η πτώση της Σπαρτιατικής ηγεμονίας
Από τον ιστορικό νόμο της ακμής και παρακμής δεν ξέφυγε ούτε η Σπάρτη, αν και είχε ως παράδειγμα το πάθημα της Αθήνας. Τα ίδια λάθη οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, γιατί η «ηγεμονία» λειτουργεί ως ναρκωτικό και δεν αφήνει τη λογική και την ηθική να ελέγχει τόσο τις ανθρώπινες πράξεις όσο και τη συμπεριφορά των κρατών – ηγεμονιών. Ο Ισοκράτης διεισδύοντας στην ουσία των γεγονότων καταγράφει με καίριες επισημάνσεις τα αίτια της πτώσης της Σπαρτιατικής Ηγεμονίας.
«Γελιέται, έγραφε ο Ισοκράτης, εκείνος που αποδίδει την κατάπτωση των Σπαρτιατών στο επεισόδιο της ήττας στις Λεύκτρες. Η καταστροφή της δεν προήλθε απ’ αυτό, αλλά νικήθηκε απ’ τη διαγωγή των προηγουμένων χρόνων και αναγκάσθηκε να πολεμήσει για την ίδια της την ύπαρξη. Η κυριαρχία της θάλασσας απ’ τη Σπάρτη υπήρξε η πρώτη και η πραγματική αιτία όλης της καταστροφής. Η κυριαρχία αυτή έδωσε στους Σπαρτιάτες μια δύναμη που δεν την είδαν ποτέ έτσι που η έλλειψη μέτρου στην άσκηση αυτής της κυριαρχίας προκάλεσε την απώλεια και αυτής της ηπειρωτικής κυριαρχίας. Ξεχνώντας τα ήθη και τα έθιμα των προγόνων τους, τους παλιούς νόμους της πολιτείας, νομίζοντας πως είναι σωστό να κάνουν ό,τι τους αρέσει, έπεσαν σε μεγάλη σύγχυση και ταραχή. Δεν κατάλαβαν ότι πόσο επικίνδυνη σειρήνα ήταν η εξουσία αυτή, που την ποθούν όλοι και πόσο εύκολα παραφρονεί κανείς απ’ το γλυκό μεθύσι που φέρνει» (Ισοκράτους, περί Ειρήνης)
Ο λόγος των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων παραμένει πάντα επίκαιρος και πολύτιμος βοηθός στην κατανόηση όλων των παραμέτρων της σύγχρονης παγκόσμιας πραγματικότητας.
Η φύση των ηγεμονιών
Περισσότερο όμως επίκαιρες είναι εκείνες οι επισημάνσεις που φωτίζουν τη βαθύτερη ουσία των ηγεμονιών. Φαίνεται δε πως οι Ηγεμονίες οδηγούνται από τη φύση τους νομοτελειακά στο ίδιο τέλος (πτώση – συντριβή), επειδή αδυνατούν να διδαχθούν από το παρελθόν, αδιαφορούν για το δίκαιο και την ηθική και τέλος, επειδή φορούν πως θα «ηγεμονεύουν» και στο μέλλον έξω από τις δεσμεύσεις του χρόνου. Η χρήση βίας – πέραν από κάθε λογική και ηθική – αισθητοποιεί την ανασφάλεια των ηγεμονιών, την παράνοια των ηγεμόνων, την ένοχη σιωπή των λαών και κύρια την επικίνδυνη ταύτιση της έννοιας του συμφέροντος των ηγεμονιών με το δίκαιο:
«Για να τα συνοψίσω όλα σας λέω, με μια λέξη, ότι αν ακολουθήσετε τη συμβουλή μου, θα πάρετε απόφαση δίκαιη για την τιμωρία των Μυτιληναίων και σωστή για τα συμφέροντά σας. Διαφορετικά και τη δική τους ευγνωμοσύνη δεν θα κερδίσετε και τη δική σας πολιτεία θα καταδικάσετε γιατί αν εκείνοι είχαν δίκιο να επαναστατήσουν, τότε σεις ασκείτε με τρόπο άδικο την εξουσία σας. Αν όμως θέλετε να κρατήσετε την ηγεμονία σας, έστω και με ανάρμοστες μεθόδους, τότε πρέπει, για να το συμφέρον σας, να τους τιμωρήσετε, ακόμα κι αν τούτο είναι άδικο. Αλλιώς παραιτηθείτε από την ηγεμονία σας και φροντίστε το καλό σας όνομα, χωρίς να διατρέχετε κινδύνους» (Κλέων – Αθηναίος πολιτικός).
Ο κυνισμός του Αθηναίου πολιτικού επαληθεύεται περίτρανα και από τα σύγχρονα γεγονότα στη Μέση Ανατολή. Τα ερείσματα κάθε ηγεμονίας – αν θέλει να μείνει ηγεμονία – δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι ηθικά. Η υπεράσπιση των συμφερόντων της ηγεμονίας συνιστά – σύμφωνα πάντα με τη λογική της – αυτόματα και δίκαιο. Το «minimum της ηθικής» καταργείται μπροστά στην ηθική τύφλωση και παραλυσία που επιφέρει η άσκηση της εξουσίας. Αυτό είναι και η βασική αιτία που οι Ηγεμόνες δεν γνωρίζουν τα όρια των πράξεων τους και της ηγεμονίας τους. Πιο ωμός ο Αλκιβιάδης περιέγραφε με ενάργεια τη φύση και την προοπτική της ηγεμονίας.
«Δεν μπορούμε, δήλωνε ο Αλκιβιάδης την παραμονή της εκστρατείας των Αθηνών εναντίον των Συρακουσών, δεν μπορούμε να χαράξουμε, εκ των προτέρων, όρια στην ηγεμονία μας. Γιατί είμεθα υποχρεωμένοι, αφού φθάσαμε σ’ αυτό το σημείο, άλλους να απειλούμε, άλλους να παραφυλάγωμε, με έξοδα άλλων, και άλλους να μη συγχωρούμε γιατί κινδυνεύουμε να κυριαρχηθούμε, αν δεν κυριαρχήσουμε εμείς οι ίδιοι πάνω σε άλλους».
Η προσεκτική μελέτη, λοιπόν, των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων επιβάλλεται από το μέγεθος των σύγχρονων προβλημάτων κι ιδιαίτερα εκείνων που σχετίζονται με την επιθετική συμπεριφορά των σύγχρονων Ηγεμονιών. Δε χρειάζεται να καταφύγουμε ούτε στο θεϊκό λόγο της Αποκάλυψης του Ιωάννη, ούτε στους αστρολόγους και τους μάντεις ούτε και στη σύγχρονη θεωρία του Χάντιγκτον (σύγκρουση πολιτισμών) για να προβλέψουμε το μέλλον του κόσμου και των χωρών που ασκούν σήμερα την ηγεμονία. Ο ορθολογισμός των κλασικών κειμένων και η βιωμένη εμπειρία του παρελθόντος μπορεί να συνδράμει στην προσπάθειά μας να μείνουμε νηφάλιοι στο παρόν και «προμηθείς» για το μέλλον.
Η εξίσωση Δύναμη → Εξουσία → Βία μπορεί να γεννά φόβο και τρόμο αλλά επιβάλλεται να γίνει αποδεκτή ως μια ιστορική αναγκαιότητα, όχι με την έννοια της υποταγής σ’ αυτήν, αλλά ως το πρώτο βήμα – στάδιο για την υπέρβασή της «Οι άνθρωποι συνδέονται με φιλία και τα έθνη με συμφέροντα» (Χόχουτ). Η θέση αυτή του Χόχουτ είναι η δεύτερη αναγκαιότητα για τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής κάθε χώρας αλλά και για τη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης των πολιτών.
Όσον αφορά δε για τα «όρια και την ηθική» των ηγεμονιών μέλλει να δούμε, αν θα επαληθευτεί η άποψη του Θουκυδίδη «γιγνόμενα μεν και αεί εσόμενα, έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων η».
Πώς να χτίσετε το δικό σας σύμπαν
Η ευτυχία δεν δίνεται στη ζωή- πρέπει να την κατακτήσετε. Τα ανθρώπινα όντα έχουν φτιαχτεί για να επιβιώνουν, όχι για να είναι χαρούμενα. Έχουμε προγραμματιστεί να επιβιώνουμε, αλλά αν θέλουμε την ευτυχία πρέπει να κάνουμε κάτι σαν «χακάρισμα». Όποιος θέλει να αναλάβει την πρόκληση της ευτυχίας πρέπει να συνειδητοποιήσει πως το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι να ανακαλύψουμε το νόημα της.
Όπως ο José Luis Sampedro, συγγραφέας, ανθρωπολόγος και Ισπανός οικονομολόγος είπε, ο λόγος που είμαστε ζωντανοί είναι για να ζήσουμε και να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Οι περισσότεροι από εμάς, σε κάποια στιγμή της ζωής μας έχουμε αναρωτηθεί για ποιο λόγο ζούμε. Το να ξέρουμε τι να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση θα μας δώσει ένα νόημα στην ύπαρξή μας. Ένα αληθινό και σωστό νόημα.
Όλα όσα βλέπουμε στον εξωτερικό κόσμο είναι απλώς μια αντανάκλαση της εσωτερικότητας μας, αυτών που σκεφτόμαστε και νιώθουμε. Τα ελαττώματα και οι αρετές που βλέπουμε στους άλλους είναι, μέχρι ένα σημείο, αυτό που κουβαλάμε μέσα μας. Ωστόσο, στις αμφιβολίες και στις ερωτήσεις που έχουμε, οι περισσότερες απαντήσεις βρίσκονται μέσα μας, επειδή το Σύμπαν που ζει μέσα μας είναι ήδη ένα πολύ μαγευτικό.
Τι θα κάνατε αν ξέρατε πως δε θα αποτύχετε;
Το νόημα της ζωής- κουβαλάμε το δικό μας σύμπαν
Μπορεί να ακούγεται λίγο ειρωνικό, αλλά μόνο εμείς είμαστε αυτοί που μπορούμε να στενοχωρήσουμε τον εαυτό μας και να επιτρέψουμε στην συναισθηματική ταραχή να μας καταβάλει. Η αιτία της ταλαιπωρίας μας δεν βρίσκεται έξω αλλά μέσα… στο πως αντιμετωπίζουμε τον πόνο.
Οι άλλοι μπορούν να μας σκοτώσουν σωματικά, αλλά σε συναισθηματικό επίπεδο μόνο εμείς έχουμε την δύναμη να βλάψουμε τον εαυτό μας ή να επιβάλουμε την τάξη. Ακόμα και αν ελευθερωθεί το μυαλό μας, αυτός ο φανταστικός πόλεμος γεννά μια σειρά από συναισθηματικά εμπόδια όπως άγχος, μνησικακία, μίσος, τιμωρία και την επιθυμία για εκδίκηση.
Ο τρόπος που ερμηνεύουμε με τα πράγματα, μαζί με τις συναισθηματικές αντιδράσεις είναι αυτό που μας κάνει να ταλαιπωρούμαστε και να ερχόμαστε σε σύγκρουση με τον εαυτό μας. Τελικά, είμαστε η αιτία του κακού μας. Γι αυτόν τον λόγο το να συγκεντρωθούμε στον εαυτό μας και το να γνωρίσουμε τα συναισθήματα μας μας φέρνει πιο κοντά στη βαθύτερη γνώση του εσωτερικού σύμπαντος μας και στο νόημα της ζωής.
Εν τέλει, το μόνο που μπορούμε να αλλάξουμε στη ζωή μας είναι ο εαυτός μας. Όλα τα άλλα είναι ένα σενάριο ψευδαίσθησης. Μπορούμε να στεναχωρηθούμε επειδή θέλουμε ένα καλύτερο κόσμο χωρίς αδικία και με περισσότερη ισότητα, μόνο για να τον δούμε να χειροτερεύει όλο και περισσότερο. Αντίθετα, το να αλλάξουμε και να βελτιώσουμε την εσωτερική μας ζωή είναι το αληθινό μας έργο. Αν το πετύχουμε αυτό θα μας δώσει ατέλειωτη γαλήνη και ένα καινούργιο τρόπο για να αντιμετωπίσουμε τις καταστάσεις.
«Το καλύτερο που μπορείς να κάνεις για την ανθρωπότητα είναι να είσαι χαρούμενος και να μάθεις να βρίσκεσαι σε γαλήνη με τον εαυτό σου.» – Seneca
Για να χτίσουμε το δικό μας Σύμπαν πρέπει να είμαστε γενναίοι
Η γενίκευση αποτελεί απειλή για μας. Χανόμαστε σε πόλεις γεμάτες με μεγάλα κτίρια και κανόνες που σπανίως λέγονται αλλά συχνά επιβάλλονται. Σε πολλές περιπτώσεις θυσιάζουμε το να πράττουμε σύμφωνα με τις αξίες μας για να προβάλλουμε μια καλύτερη εικόνα του εαυτού μας. Αυτός είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους το «σύστημα» μας ελέγχει με την ανταμοιβή που μας προσφέρει σε αντάλλαγμα. «Κάνε αυτό, κάντο με τον τρόπο που σου λέω και θα σε φροντίσω.»
Έτσι καταλήγουμε να αντιμετωπίζουμε τα πάντα εκτός από τον εαυτό μας: το αμάξι, τη μηχανή, το ένα και το άλλο. Περνάμε την μέρα μας αυτόματα, χωρίς να συνειδητοποιούμε πως θα μπορούσαμε να ζήσουμε πολύ καλύτερα.
Μερικές φορές, αναλόγως με το με ποιον βρισκόμαστε και το που είμαστε, δείχνουμε τον εαυτό μας με τον έναν τρόπο ή με τον άλλον. Επιλέγουμε τι θέλουμε να δείξουμε στο Σύμπαν και τι θέλουμε να κρύψουμε. Αυτό σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να φανεί χρήσιμο: στην αναζήτηση εργασίας, σε συναντήσεις, στη δουλειά κτλ. Αλλά μακροπρόθεσμα μπορεί να προκαλέσει μεγάλη δυσαρμονία μέσα στην ψυχή.
Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουμε είναι να βρούμε τον εαυτό μας, να συνδεθούμε τον εσωτερικό εαυτό μας και να είμαστε αληθινοί για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους. Αυτή είναι μια πρόκληση, ποτέ απειλή. Αν και θα υπάρξουν δυσκολίες στη διαδρομή, η αίσθηση που θα μας ακολουθεί θα είναι αυτή της γαλήνης. Θα πρέπει να είμαστε ενεργοί και όχι απλώς να αντιδρούμε στο έλεος των ρευμάτων που παράγουν όσα μας περιβάλλουν. Και τότε θα ανακαλύψουμε αληθινά το νόημα της ζωής.
«Σιγουρευτείτε πως πάντα θα καλοδέχεστε την αποτυχία. Θα πρέπει πάντα να λέτε: Αποτυχία, είναι ευχαρίστηση μου να σε έχω, πέρασε. Γιατί έτσι δε θα με φοβίσεις.»
Όπως ο José Luis Sampedro, συγγραφέας, ανθρωπολόγος και Ισπανός οικονομολόγος είπε, ο λόγος που είμαστε ζωντανοί είναι για να ζήσουμε και να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Οι περισσότεροι από εμάς, σε κάποια στιγμή της ζωής μας έχουμε αναρωτηθεί για ποιο λόγο ζούμε. Το να ξέρουμε τι να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση θα μας δώσει ένα νόημα στην ύπαρξή μας. Ένα αληθινό και σωστό νόημα.
Όλα όσα βλέπουμε στον εξωτερικό κόσμο είναι απλώς μια αντανάκλαση της εσωτερικότητας μας, αυτών που σκεφτόμαστε και νιώθουμε. Τα ελαττώματα και οι αρετές που βλέπουμε στους άλλους είναι, μέχρι ένα σημείο, αυτό που κουβαλάμε μέσα μας. Ωστόσο, στις αμφιβολίες και στις ερωτήσεις που έχουμε, οι περισσότερες απαντήσεις βρίσκονται μέσα μας, επειδή το Σύμπαν που ζει μέσα μας είναι ήδη ένα πολύ μαγευτικό.
Τι θα κάνατε αν ξέρατε πως δε θα αποτύχετε;
Το νόημα της ζωής- κουβαλάμε το δικό μας σύμπαν
Μπορεί να ακούγεται λίγο ειρωνικό, αλλά μόνο εμείς είμαστε αυτοί που μπορούμε να στενοχωρήσουμε τον εαυτό μας και να επιτρέψουμε στην συναισθηματική ταραχή να μας καταβάλει. Η αιτία της ταλαιπωρίας μας δεν βρίσκεται έξω αλλά μέσα… στο πως αντιμετωπίζουμε τον πόνο.
Οι άλλοι μπορούν να μας σκοτώσουν σωματικά, αλλά σε συναισθηματικό επίπεδο μόνο εμείς έχουμε την δύναμη να βλάψουμε τον εαυτό μας ή να επιβάλουμε την τάξη. Ακόμα και αν ελευθερωθεί το μυαλό μας, αυτός ο φανταστικός πόλεμος γεννά μια σειρά από συναισθηματικά εμπόδια όπως άγχος, μνησικακία, μίσος, τιμωρία και την επιθυμία για εκδίκηση.
Ο τρόπος που ερμηνεύουμε με τα πράγματα, μαζί με τις συναισθηματικές αντιδράσεις είναι αυτό που μας κάνει να ταλαιπωρούμαστε και να ερχόμαστε σε σύγκρουση με τον εαυτό μας. Τελικά, είμαστε η αιτία του κακού μας. Γι αυτόν τον λόγο το να συγκεντρωθούμε στον εαυτό μας και το να γνωρίσουμε τα συναισθήματα μας μας φέρνει πιο κοντά στη βαθύτερη γνώση του εσωτερικού σύμπαντος μας και στο νόημα της ζωής.
Εν τέλει, το μόνο που μπορούμε να αλλάξουμε στη ζωή μας είναι ο εαυτός μας. Όλα τα άλλα είναι ένα σενάριο ψευδαίσθησης. Μπορούμε να στεναχωρηθούμε επειδή θέλουμε ένα καλύτερο κόσμο χωρίς αδικία και με περισσότερη ισότητα, μόνο για να τον δούμε να χειροτερεύει όλο και περισσότερο. Αντίθετα, το να αλλάξουμε και να βελτιώσουμε την εσωτερική μας ζωή είναι το αληθινό μας έργο. Αν το πετύχουμε αυτό θα μας δώσει ατέλειωτη γαλήνη και ένα καινούργιο τρόπο για να αντιμετωπίσουμε τις καταστάσεις.
«Το καλύτερο που μπορείς να κάνεις για την ανθρωπότητα είναι να είσαι χαρούμενος και να μάθεις να βρίσκεσαι σε γαλήνη με τον εαυτό σου.» – Seneca
Για να χτίσουμε το δικό μας Σύμπαν πρέπει να είμαστε γενναίοι
Η γενίκευση αποτελεί απειλή για μας. Χανόμαστε σε πόλεις γεμάτες με μεγάλα κτίρια και κανόνες που σπανίως λέγονται αλλά συχνά επιβάλλονται. Σε πολλές περιπτώσεις θυσιάζουμε το να πράττουμε σύμφωνα με τις αξίες μας για να προβάλλουμε μια καλύτερη εικόνα του εαυτού μας. Αυτός είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους το «σύστημα» μας ελέγχει με την ανταμοιβή που μας προσφέρει σε αντάλλαγμα. «Κάνε αυτό, κάντο με τον τρόπο που σου λέω και θα σε φροντίσω.»
Έτσι καταλήγουμε να αντιμετωπίζουμε τα πάντα εκτός από τον εαυτό μας: το αμάξι, τη μηχανή, το ένα και το άλλο. Περνάμε την μέρα μας αυτόματα, χωρίς να συνειδητοποιούμε πως θα μπορούσαμε να ζήσουμε πολύ καλύτερα.
Μερικές φορές, αναλόγως με το με ποιον βρισκόμαστε και το που είμαστε, δείχνουμε τον εαυτό μας με τον έναν τρόπο ή με τον άλλον. Επιλέγουμε τι θέλουμε να δείξουμε στο Σύμπαν και τι θέλουμε να κρύψουμε. Αυτό σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να φανεί χρήσιμο: στην αναζήτηση εργασίας, σε συναντήσεις, στη δουλειά κτλ. Αλλά μακροπρόθεσμα μπορεί να προκαλέσει μεγάλη δυσαρμονία μέσα στην ψυχή.
Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουμε είναι να βρούμε τον εαυτό μας, να συνδεθούμε τον εσωτερικό εαυτό μας και να είμαστε αληθινοί για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους. Αυτή είναι μια πρόκληση, ποτέ απειλή. Αν και θα υπάρξουν δυσκολίες στη διαδρομή, η αίσθηση που θα μας ακολουθεί θα είναι αυτή της γαλήνης. Θα πρέπει να είμαστε ενεργοί και όχι απλώς να αντιδρούμε στο έλεος των ρευμάτων που παράγουν όσα μας περιβάλλουν. Και τότε θα ανακαλύψουμε αληθινά το νόημα της ζωής.
«Σιγουρευτείτε πως πάντα θα καλοδέχεστε την αποτυχία. Θα πρέπει πάντα να λέτε: Αποτυχία, είναι ευχαρίστηση μου να σε έχω, πέρασε. Γιατί έτσι δε θα με φοβίσεις.»
Νίτσε: Διόνυσος - η αιώνια επιστροφή της ζωής
Φρίντριχ Νίτσε: 1844–1900
Διόνυσος: η αιώνια επιστροφή της ζωής
§1
Στο έργο του το Λυκόφως των ειδώλων –κεφ.: ρήσεις και αιχμές 8– ο Νίτσε γράφει: ό,τι δεν με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό. Τι είναι αυτό που δεν τον σκοτώνει; Είναι ο αρχαίος θεός Διόνυσος, ο οποίος για τον φιλόσοφο συμβολίζει τη μεθυστική απελευθέρωση της ανθρώπινης ατομικότητας από τη συρρίκνωσή της σε μια άβουλη ύπαρξη και κατ’ επέκταση στην πιο ανήμπορη και καταφρονεμένη μέσα στο σύμπαν. Ως απομονωμένο, ταπεινωμένο και ευτελισμένο πλάσμα, το ανθρώπινο άτομο λησμονεί τον εαυτό του μέσα στην αυστηρά ιεραρχημένη ζωή της πολιτικο-κοινωνικής και πολιτισμικής του συνθήκης. Ετούτη η συνθήκη είναι ο επιτάφιος θρήνος των ανθρώπινων ατόμων· υπό τον μανδύα ωστόσο της εφήμερης πολυλογίας εκλαμβάνεται από αυτά τα ίδια ως λυτρωτική έλευση της ελευθερίας τους.
Τι θέλει να μας πει στα αλήθεια ο Νίτσε εδώ; Πώς ο σημερινός τύπος του ανθρώπου, του λεγόμενου Ευρωπαίου εκμαυλίζεται από ψευδείς ιδέες, όπως αυτή της «προόδου» και όλων των –ισμών· ιδέες, που όσο περισσότερο ψευδείς είναι τόσο πιο πολύ αλυσοδένουν την εντός του κόσμου ζωτικότητά του και τον υποβιβάζουν σε μια αδύναμη, φοβισμένη, αρρωστημένη ύπαρξη. Τότε συμβαίνει το εξής παράδοξο: η αδυναμία τούτη, η πλήρης εξουθένωση κάθε ίχνους βούλησης για δύναμη, κάθε αίσθησης της ζωής, εξελίσσεται ποικιλοτρόπως σε ιδεολογία των μαζών και επιβάλλεται αξιωματικά από τις ποικίλες ιεραρχήσεις της κοινωνικοπολιτικής του συνθήκης ως αντισταθμιστικός παράγοντας στην εν λόγω εξουθένωση. Αυτή η αξιωματική επιβολή αναπαράγεται παράλληλα και από τις ίδιες τις μάζες, καθώς αυτές-εδώ επιχειρούν να ενεργοποιήσουν επιφανειακά τη βούλησή τους. Έτσι μετατρέπονται σε υπόδουλες συνειδήσεις που χύνουν το αίμα τους για αλλότριες δυνάμεις.
§2
Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας δουλόφρονος συνείδησης είναι να προβάλλει ως αρετή ζωής ένα ατελέσφορο συμπάσχειν, μια παρακμιακή συμπόνια που λειτουργεί κατασταλτικά και αδρανοποιεί κάθε ρηξικέλευθη ενεργοποίηση του αισθήματος της ζωής. Μέσα σε μια τέτοια θρυμματισμένη μορφή ζωής παρεμβάλει ο Νίτσε τον δικό του θεό, τον θεό της μέθης, τον Διόνυσο, που με τον τρόπο της έκστασης αγγέλλει δύναμη και φως. Με τον Διόνυσο προελαύνει ο κόσμος του ανθρώπινου ενστίκτου και διασπά την σιδερόφρακτη πραγματικότητα ενός άκαρδου και ψυχρού ορθολογισμού, πίσω από τον οποίο κρύβονται ασφαλείς όλες οι εξουσιαστικές και εξουσιαζόμενες εν ταυτώ εξατομικεύσεις της νεωτερικής, ήτοι μετανεωτερικής εποχής. Ο κόσμος του Διόνυσου είναι ένας κόσμος της μουσικής, της χοϊκής λατρείας και της μεθυστικής αγαλλίασης, που οδηγεί την ανθρώπινη ουσία πέρα από την άπνοη εξατομίκευση, προς μια εκ νέου συμφιλίωσή της με τη φύση. Τα διονυσιακά μυστήρια της αρχαίας Ελλάδας αποτέλεσαν για τον Νίτσε πηγή σοφίας και αληθινής ελευθερίας. Υπό τη νικηφόρα ώθηση του οργιαστικού στοιχείου, το άτομο παύει να αναστενάζει έρημο και μοναχό: γίνεται ένα με το σύνολο και ποδοπατεί χαρούμενο κάθε είδους υποκρισία και σκληροτράχηλο υπολογισμό. Μέσα από τον χορό και το τραγούδι υψώνεται σε μια ελεύθερη ενότητα χώρου και χρόνου, όπου το απλό βάδισμα αντικαθίσταται από την γεμάτη έμπνευση πτήση, οι πάντες και τα πάντα αρχίζουν να μιλούν φιλικά και στην πράξη πραγματώνουν, με τον πιο θεϊκό τρόπο, το Ηρακλείτειο: Εν-Παν. Ετούτη η πραγμάτωση σημαίνει τότε πως ο άνθρωπος από σκλάβος μαθαίνει να γίνεται ελεύθερος και να καταργεί τα μοχθηρά δεσμά της αναγκαιότητας, του πειθαναγκασμού και της δουλοπρέπειας. Στη συνάφεια τούτη δεν αυτο-περιορίζεται στο να ονομάζεται απλώς τεχνίτης, δημιουργός ή καλλιτέχνης, αλλά γίνεται ο ίδιος το αιώνιο δημιούργημα του δημιουργού εαυτού, το φωτεινό έργο τέχνης, το σμιλευμένο άγαλμα του διονυσιακού καλλιτέχνη, δηλαδή του εαυτού του ως τέτοιου. Αυτή τη διονυσιακή έκρηξη της χαράς και της δημιουργίας ο Νίτσε δεν την περιορίζει στα όρια του αρχαίου ελληνικού κόσμου, αλλά τη βλέπει να διατηρείται ζωντανή και στο σήμερα. Για παράδειγμα, τη συναντά στην ένατη συμφωνία του Μπετόβεν, αλλά και σε αναρίθμητες γιορταστικές εκδηλώσεις, που αντλούν τη μοναδική τους ομορφιά από τον διονυσιακό τους χαρακτήρα.
§3
Ακολουθούν ορισμένα αποσπάσματα από το Λυκόφως των ειδώλων, σχετικά με τον Διόνυσο και την ευεργετική επίδρασή του στη ζωή:
Ι. «Ήμουν ο πρώτος που, για να κατανοήσω το παλαιότερο, το ακόμα πλούσιο και μάλιστα πληθωρικό ελληνικό ένστικτο, πήρα στα σοβαρά εκείνο το θαυμαστό φαινόμενο, που φέρει το όνομα του Διονύσου: μπορεί κανείς να το εξηγήσει μόνο με βάση ένα περίσσευμα δύναμης. Όποιος μελετά σε βάθος τους Έλληνες, … καταλαβαίνει αμέσως πως κάτι έχει επιτευχθεί με αυτό το φαινόμενο … Όντως μπορεί οι ιερείς να μετέδιδαν στους συμμετέχοντες σε τέτοια όργια κάποια όχι ανάξια λόγου πράγματα, για παράδειγμα, πως το κρασί ανάβει τον πόθο, πως ο άνθρωπος, υπό ορισμένες περιστάσεις, μπορεί να ζει με καρπούς, πως τα φυτά ανθίζουν την άνοιξη και μαραίνονται το φθινόπωρο… Μόνο στα διονυσιακά μυστήρια, στην ψυχολογία της διονυσιακής κατάστασης, συμβαίνει να εκφράζεται το θεμελιώδες γεγονός του ελληνικού ενστίκτου –η «βούλησή του για ζωή». Τι εγγυόταν στον εαυτό του ο Έλληνας με αυτά τα μυστήρια; Την αιώνια ζωή, την αιώνια επιστροφή της ζωής· το μέλλον που είναι παρόν μέσα στο παρελθόν με τον τρόπο της υπόσχεσης και του καθαγιασμού· το θριαμβευτικό Ναι στη ζωή, πέραν του θανάτου και της αλλαγής· την αληθινή ζωή ως συνολική συνέχιση της ζωής μέσω της αναπαραγωγής, μέσω των μυστηρίων της σεξουαλικότητας...».
ΙΙ. «Στη διδασκαλία των μυστηρίων, ο πόνος χαρακτηρίζεται ιερός… Καθετί που εισέρχεται στο γίγνεσθαι και αναπτύσσεται, καθετί που εγγυάται το μέλλον προϋποθέτει τον πόνο … Για να υπάρχει η αιώνια χαρά της δημιουργίας, για να αυτοκαταφάσκεται αιωνίως η βούληση για ζωή, πρέπει να υπάρχει παντοτινά η «δοκιμασία της γέννας» … Όλα αυτά σημαίνει η λέξη Διόνυσος: δεν γνωρίζω κανέναν άλλο ανώτερο συμβολισμό πέρα απ’ αυτόν τον ελληνικό συμβολισμό, τον συμβολισμό των Διονυσίων. Σε αυτόν-εδώ βιώνεται θρησκευτικά το βαθύτατο ένστικτο της ζωής, το ένστικτο που επενδύει στο μέλλον της ζωής, στην αιωνιότητα της ζωής, –η ίδια η οδός προς τη ζωή, η αναπαραγωγή, ως η ιερά οδός …».
ΙΙΙ. «Η ψυχολογία των διονυσιακών οργίων ως συναισθημάτων ζωής και δύναμης που εκχειλίζουν και μέσα στα οποία και ο ίδιος ο πόνος επενεργεί διεγερτικά, μου έδωσε το κλειδί για την έννοια του τραγικού συναισθήματος... Η επιβεβαίωση στη ζωή, ακόμη και στα πιο παράξενα και αμείλικτα προβλήματα· η βούληση για ζωή, που αγάλλεται καθώς απολαμβάνει την ανεξάντλητη τάση της να θυσιάζει τους ανώτερους τύπους της –αυτό ονόμασα διονυσιακό, αυτό αναγνώρισα ως τη γέφυρα προς τη ψυχολογία του τραγικού ποιητή. Όχι για να απαλλαγεί κανείς από τον τρόμο και τον οίκτο, όχι για να επιτύχει την κάθαρσή του από ένα επικίνδυνο συναίσθημα … αλλά για να είναι ο ίδιος η αιώνια χαρά του γίγνεσθαι, πέρα από τον τρόμο και τον οίκτο, –εκείνη η χαρά που περικλείει επίσης μέσα της και τη χαρά της καταστροφής».
Διόνυσος: η αιώνια επιστροφή της ζωής
§1
Στο έργο του το Λυκόφως των ειδώλων –κεφ.: ρήσεις και αιχμές 8– ο Νίτσε γράφει: ό,τι δεν με σκοτώνει, με κάνει πιο δυνατό. Τι είναι αυτό που δεν τον σκοτώνει; Είναι ο αρχαίος θεός Διόνυσος, ο οποίος για τον φιλόσοφο συμβολίζει τη μεθυστική απελευθέρωση της ανθρώπινης ατομικότητας από τη συρρίκνωσή της σε μια άβουλη ύπαρξη και κατ’ επέκταση στην πιο ανήμπορη και καταφρονεμένη μέσα στο σύμπαν. Ως απομονωμένο, ταπεινωμένο και ευτελισμένο πλάσμα, το ανθρώπινο άτομο λησμονεί τον εαυτό του μέσα στην αυστηρά ιεραρχημένη ζωή της πολιτικο-κοινωνικής και πολιτισμικής του συνθήκης. Ετούτη η συνθήκη είναι ο επιτάφιος θρήνος των ανθρώπινων ατόμων· υπό τον μανδύα ωστόσο της εφήμερης πολυλογίας εκλαμβάνεται από αυτά τα ίδια ως λυτρωτική έλευση της ελευθερίας τους.
Τι θέλει να μας πει στα αλήθεια ο Νίτσε εδώ; Πώς ο σημερινός τύπος του ανθρώπου, του λεγόμενου Ευρωπαίου εκμαυλίζεται από ψευδείς ιδέες, όπως αυτή της «προόδου» και όλων των –ισμών· ιδέες, που όσο περισσότερο ψευδείς είναι τόσο πιο πολύ αλυσοδένουν την εντός του κόσμου ζωτικότητά του και τον υποβιβάζουν σε μια αδύναμη, φοβισμένη, αρρωστημένη ύπαρξη. Τότε συμβαίνει το εξής παράδοξο: η αδυναμία τούτη, η πλήρης εξουθένωση κάθε ίχνους βούλησης για δύναμη, κάθε αίσθησης της ζωής, εξελίσσεται ποικιλοτρόπως σε ιδεολογία των μαζών και επιβάλλεται αξιωματικά από τις ποικίλες ιεραρχήσεις της κοινωνικοπολιτικής του συνθήκης ως αντισταθμιστικός παράγοντας στην εν λόγω εξουθένωση. Αυτή η αξιωματική επιβολή αναπαράγεται παράλληλα και από τις ίδιες τις μάζες, καθώς αυτές-εδώ επιχειρούν να ενεργοποιήσουν επιφανειακά τη βούλησή τους. Έτσι μετατρέπονται σε υπόδουλες συνειδήσεις που χύνουν το αίμα τους για αλλότριες δυνάμεις.
§2
Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας δουλόφρονος συνείδησης είναι να προβάλλει ως αρετή ζωής ένα ατελέσφορο συμπάσχειν, μια παρακμιακή συμπόνια που λειτουργεί κατασταλτικά και αδρανοποιεί κάθε ρηξικέλευθη ενεργοποίηση του αισθήματος της ζωής. Μέσα σε μια τέτοια θρυμματισμένη μορφή ζωής παρεμβάλει ο Νίτσε τον δικό του θεό, τον θεό της μέθης, τον Διόνυσο, που με τον τρόπο της έκστασης αγγέλλει δύναμη και φως. Με τον Διόνυσο προελαύνει ο κόσμος του ανθρώπινου ενστίκτου και διασπά την σιδερόφρακτη πραγματικότητα ενός άκαρδου και ψυχρού ορθολογισμού, πίσω από τον οποίο κρύβονται ασφαλείς όλες οι εξουσιαστικές και εξουσιαζόμενες εν ταυτώ εξατομικεύσεις της νεωτερικής, ήτοι μετανεωτερικής εποχής. Ο κόσμος του Διόνυσου είναι ένας κόσμος της μουσικής, της χοϊκής λατρείας και της μεθυστικής αγαλλίασης, που οδηγεί την ανθρώπινη ουσία πέρα από την άπνοη εξατομίκευση, προς μια εκ νέου συμφιλίωσή της με τη φύση. Τα διονυσιακά μυστήρια της αρχαίας Ελλάδας αποτέλεσαν για τον Νίτσε πηγή σοφίας και αληθινής ελευθερίας. Υπό τη νικηφόρα ώθηση του οργιαστικού στοιχείου, το άτομο παύει να αναστενάζει έρημο και μοναχό: γίνεται ένα με το σύνολο και ποδοπατεί χαρούμενο κάθε είδους υποκρισία και σκληροτράχηλο υπολογισμό. Μέσα από τον χορό και το τραγούδι υψώνεται σε μια ελεύθερη ενότητα χώρου και χρόνου, όπου το απλό βάδισμα αντικαθίσταται από την γεμάτη έμπνευση πτήση, οι πάντες και τα πάντα αρχίζουν να μιλούν φιλικά και στην πράξη πραγματώνουν, με τον πιο θεϊκό τρόπο, το Ηρακλείτειο: Εν-Παν. Ετούτη η πραγμάτωση σημαίνει τότε πως ο άνθρωπος από σκλάβος μαθαίνει να γίνεται ελεύθερος και να καταργεί τα μοχθηρά δεσμά της αναγκαιότητας, του πειθαναγκασμού και της δουλοπρέπειας. Στη συνάφεια τούτη δεν αυτο-περιορίζεται στο να ονομάζεται απλώς τεχνίτης, δημιουργός ή καλλιτέχνης, αλλά γίνεται ο ίδιος το αιώνιο δημιούργημα του δημιουργού εαυτού, το φωτεινό έργο τέχνης, το σμιλευμένο άγαλμα του διονυσιακού καλλιτέχνη, δηλαδή του εαυτού του ως τέτοιου. Αυτή τη διονυσιακή έκρηξη της χαράς και της δημιουργίας ο Νίτσε δεν την περιορίζει στα όρια του αρχαίου ελληνικού κόσμου, αλλά τη βλέπει να διατηρείται ζωντανή και στο σήμερα. Για παράδειγμα, τη συναντά στην ένατη συμφωνία του Μπετόβεν, αλλά και σε αναρίθμητες γιορταστικές εκδηλώσεις, που αντλούν τη μοναδική τους ομορφιά από τον διονυσιακό τους χαρακτήρα.
§3
Ακολουθούν ορισμένα αποσπάσματα από το Λυκόφως των ειδώλων, σχετικά με τον Διόνυσο και την ευεργετική επίδρασή του στη ζωή:
Ι. «Ήμουν ο πρώτος που, για να κατανοήσω το παλαιότερο, το ακόμα πλούσιο και μάλιστα πληθωρικό ελληνικό ένστικτο, πήρα στα σοβαρά εκείνο το θαυμαστό φαινόμενο, που φέρει το όνομα του Διονύσου: μπορεί κανείς να το εξηγήσει μόνο με βάση ένα περίσσευμα δύναμης. Όποιος μελετά σε βάθος τους Έλληνες, … καταλαβαίνει αμέσως πως κάτι έχει επιτευχθεί με αυτό το φαινόμενο … Όντως μπορεί οι ιερείς να μετέδιδαν στους συμμετέχοντες σε τέτοια όργια κάποια όχι ανάξια λόγου πράγματα, για παράδειγμα, πως το κρασί ανάβει τον πόθο, πως ο άνθρωπος, υπό ορισμένες περιστάσεις, μπορεί να ζει με καρπούς, πως τα φυτά ανθίζουν την άνοιξη και μαραίνονται το φθινόπωρο… Μόνο στα διονυσιακά μυστήρια, στην ψυχολογία της διονυσιακής κατάστασης, συμβαίνει να εκφράζεται το θεμελιώδες γεγονός του ελληνικού ενστίκτου –η «βούλησή του για ζωή». Τι εγγυόταν στον εαυτό του ο Έλληνας με αυτά τα μυστήρια; Την αιώνια ζωή, την αιώνια επιστροφή της ζωής· το μέλλον που είναι παρόν μέσα στο παρελθόν με τον τρόπο της υπόσχεσης και του καθαγιασμού· το θριαμβευτικό Ναι στη ζωή, πέραν του θανάτου και της αλλαγής· την αληθινή ζωή ως συνολική συνέχιση της ζωής μέσω της αναπαραγωγής, μέσω των μυστηρίων της σεξουαλικότητας...».
ΙΙ. «Στη διδασκαλία των μυστηρίων, ο πόνος χαρακτηρίζεται ιερός… Καθετί που εισέρχεται στο γίγνεσθαι και αναπτύσσεται, καθετί που εγγυάται το μέλλον προϋποθέτει τον πόνο … Για να υπάρχει η αιώνια χαρά της δημιουργίας, για να αυτοκαταφάσκεται αιωνίως η βούληση για ζωή, πρέπει να υπάρχει παντοτινά η «δοκιμασία της γέννας» … Όλα αυτά σημαίνει η λέξη Διόνυσος: δεν γνωρίζω κανέναν άλλο ανώτερο συμβολισμό πέρα απ’ αυτόν τον ελληνικό συμβολισμό, τον συμβολισμό των Διονυσίων. Σε αυτόν-εδώ βιώνεται θρησκευτικά το βαθύτατο ένστικτο της ζωής, το ένστικτο που επενδύει στο μέλλον της ζωής, στην αιωνιότητα της ζωής, –η ίδια η οδός προς τη ζωή, η αναπαραγωγή, ως η ιερά οδός …».
ΙΙΙ. «Η ψυχολογία των διονυσιακών οργίων ως συναισθημάτων ζωής και δύναμης που εκχειλίζουν και μέσα στα οποία και ο ίδιος ο πόνος επενεργεί διεγερτικά, μου έδωσε το κλειδί για την έννοια του τραγικού συναισθήματος... Η επιβεβαίωση στη ζωή, ακόμη και στα πιο παράξενα και αμείλικτα προβλήματα· η βούληση για ζωή, που αγάλλεται καθώς απολαμβάνει την ανεξάντλητη τάση της να θυσιάζει τους ανώτερους τύπους της –αυτό ονόμασα διονυσιακό, αυτό αναγνώρισα ως τη γέφυρα προς τη ψυχολογία του τραγικού ποιητή. Όχι για να απαλλαγεί κανείς από τον τρόμο και τον οίκτο, όχι για να επιτύχει την κάθαρσή του από ένα επικίνδυνο συναίσθημα … αλλά για να είναι ο ίδιος η αιώνια χαρά του γίγνεσθαι, πέρα από τον τρόμο και τον οίκτο, –εκείνη η χαρά που περικλείει επίσης μέσα της και τη χαρά της καταστροφής».
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ
ΙΣΟΚΡ 4.167–174
Η αδήριτη ανάγκη για άμεση κοινή εκστρατεία εναντίον των Περσών
Ο Ισοκράτης στο συμβουλευτικό μέρος του λόγου αυτού υποστηρίζει την ανάγκη μιας πανελλήνιας εκστρατείας εναντίον των Περσών υπό την ηγεσία των Αθηναίων. Στις προηγούμενες παραγράφους τόνισε ότι δεν ήταν απλώς δίκαιο να αντιμετωπιστούν με πολεμικές ενέργειες οι προαιώνιοι αντίπαλοι των Ελλήνων, οι Πέρσες, αλλά και ότι κάτι τέτοιο το επέβαλλαν οι ίδιες οι περιστάσεις (καιρός), που ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές για την ανάληψη του εγχειρήματος μιας πανελλήνιας εκστρατείας. Και συνεχίζει:
[167] Ἄξιον δ’ ἐπὶ τῆς νῦν ἡλικίας ποιήσασθαι τὴν
στρατείαν, ἵν’ οἱ τῶν συμφορῶν κοινωνήσαντες, οὗτοι καὶ
τῶν ἀγαθῶν ἀπολαύσωσι καὶ μὴ πάντα τὸν χρόνον δυστυ-
χοῦντες διαγάγωσιν. ἱκανὸς γὰρ ὁ παρεληλυθώς, ἐν ᾧ τί
τῶν δεινῶν οὐ γέγονεν; πολλῶν γὰρ κακῶν τῇ φύσει τῇ
τῶν ἀνθρώπων ὑπαρχόντων αὐτοὶ πλείω τῶν ἀναγκαίων
προσεξευρήκαμεν, πολέμους καὶ στάσεις ἡμῖν αὐτοῖς
ἐμποιήσαντες, [168] ὥστε τοὺς μὲν ἐν ταῖς αὑτῶν ἀνό-
μως ἀπόλλυσθαι, τοὺς δ’ ἐπὶ ξένης μετὰ παίδων καὶ
γυναικῶν ἀλᾶσθαι, πολλοὺς δὲ δι’ ἔνδειαν τῶν καθ’ ἡμέραν
ἐπικουρεῖν ἀναγκαζομένους ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τοῖς φίλοις
μαχομένους ἀποθνῄσκειν.
Ὑπὲρ ὧν οὐδεὶς πώποτ’ ἠγανάκτησεν, ἀλλ’ ἐπὶ μὲν
ταῖς συμφοραῖς ταῖς ὑπὸ τῶν ποιητῶν συγκειμέναις δακρύειν
ἀξιοῦσιν, ἀληθινὰ δὲ πάθη πολλὰ καὶ δεινὰ γιγνόμενα διὰ
τὸν πόλεμον ἐφορῶντες τοσούτου δέουσιν ἐλεεῖν, ὥστε καὶ
μᾶλλον χαίρουσιν ἐπὶ τοῖς ἀλλήλων κακοῖς ἢ τοῖς αὑτῶν
ἰδίοις ἀγαθοῖς. [169] ἴσως δ’ ἂν καὶ τῆς ἐμῆς εὐηθείας πολλοὶ
καταγελάσειαν, εἰ δυστυχίας ἀνδρῶν ὀδυροίμην ἐν τοῖς
τοιούτοις καιροῖς, ἐν οἷς Ἰταλία μὲν ἀνάστατος γέγονε, Σικε-
λία δὲ καταδεδούλωται, τοσαῦται δὲ πόλεις τοῖς βαρβάροις
ἐκδέδονται, τὰ δὲ λοιπὰ μέρη τῶν Ἑλλήνων ἐν τοῖς μεγίστοις
κινδύνοις ἐστίν.
[170] Θαυμάζω δὲ τῶν δυναστευόντων ἐν ταῖς πόλεσιν,
εἰ προσήκειν αὑτοῖς ἡγοῦνται μέγα φρονεῖν, μηδὲν πώποθ’
ὑπὲρ τηλικούτων πραγμάτων μήτ’ εἰπεῖν μήτ’ ἐνθυμηθῆ-
ναι δυνηθέντες. ἐχρῆν γὰρ αὐτούς, εἴπερ ἦσαν ἄξιοι τῆς
παρούσης δόξης, ἁπάντων ἀφεμένους τῶν ἄλλων περὶ τοῦ
πολέμου τοῦ πρὸς τοὺς βαρβάρους εἰσηγεῖσθαι καὶ συμ-
βουλεύειν. [171] τυχὸν μὲν γὰρ ἄν τι συνεπέραναν· εἰ δὲ
καὶ προαπεῖπον, ἀλλ’ οὖν τούς γε λόγους ὥσπερ χρησμοὺς
εἰς τὸν ἐπιόντα χρόνον ἂν κατέλιπον. νῦν δ’ οἱ μὲν ἐν ταῖς
μεγίσταις δόξαις ὄντες ἐπὶ μικροῖς σπουδάζουσιν, ἡμῖν δὲ
τοῖς τῶν πολιτικῶν ἐξεστηκόσι περὶ τηλικούτων πραγ-
μάτων συμβουλεύειν παραλελοίπασιν.
[172] Οὐ μὴν ἀλλ’ ὅσῳ μικροψυχότεροι τυγχάνουσιν
ὄντες οἱ προεστῶτες ἡμῶν, τοσούτῳ τοὺς ἄλλους ἐρρωμε-
νεστέρως δεῖ σκοπεῖν ὅπως ἀπαλλαγησόμεθα τῆς παρούσης
ἔχθρας. νῦν μὲν γὰρ μάτην ποιούμεθα τὰς περὶ τῆς
εἰρήνης συνθήκας· οὐ γὰρ διαλυόμεθα τοὺς πολέμους ἀλλ’
ἀναβαλλόμεθα, καὶ περιμένομεν τοὺς καιροὺς ἐν οἷς ἀνή-
κεστόν τι κακὸν ἀλλήλους ἐργάσασθαι δυνησόμεθα.
[173] Δεῖ δὲ ταύτας τὰς ἐπιβουλὰς ἐκποδὼν ποιησαμένους
ἐκείνοις τοῖς ἔργοις ἐπιχειρεῖν, ἐξ ὧν τάς τε πόλεις ἀσφαλέ-
στερον οἰκήσομεν καὶ πιστότερον διακεισόμεθα πρὸς ἡμᾶς
αὐτούς. ἔστι δ’ ἁπλοῦς καὶ ῥᾴδιος ὁ λόγος ὁ περὶ τούτων· οὔτε
γὰρ εἰρήνην οἷόν τε βεβαίαν ἀγαγεῖν, ἢν μὴ κοινῇ τοῖς βαρ-
βάροις πολεμήσωμεν, οὔθ’ ὁμονοῆσαι τοὺς Ἕλληνας, πρὶν
ἂν καὶ τὰς ὠφελείας ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ τοὺς κινδύνους
πρὸς τοὺς αὐτοὺς ποιησώμεθα. [174] τούτων δὲ γενο-
μένων, καὶ τῆς ἀπορίας τῆς περὶ τὸν βίον ἡμῶν ἀφαιρεθεί-
σης, ἣ καὶ τὰς ἑταιρίας διαλύει καὶ τὰς συγγενείας εἰς
ἔχθραν προάγει καὶ πάντας ἀνθρώπους εἰς πολέμους καὶ
στάσεις καθίστησιν, οὐκ ἔστιν ὅπως οὐχ ὁμονοήσομεν καὶ
τὰς εὐνοίας ἀληθινὰς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς ἕξομεν. ὧν
ἕνεκα περὶ παντὸς ποιητέον ὅπως ὡς τάχιστα τὸν ἐνθένδε
πόλεμον εἰς τὴν ἤπειρον διοριοῦμεν, ὡς μόνον ἂν τοῦτ’
ἀγαθὸν ἀπολαύσαιμεν τῶν κινδύνων τῶν πρὸς ἡμᾶς αὐτούς,
εἰ ταῖς ἐμπειρίαις ταῖς ἐκ τούτων γεγενημέναις πρὸς τὸν
βάρβαρον καταχρήσασθαι δόξειεν ἡμῖν.
ΙΣΟΚΡ 4.167–174
Η αδήριτη ανάγκη για άμεση κοινή εκστρατεία εναντίον των Περσών
Ο Ισοκράτης στο συμβουλευτικό μέρος του λόγου αυτού υποστηρίζει την ανάγκη μιας πανελλήνιας εκστρατείας εναντίον των Περσών υπό την ηγεσία των Αθηναίων. Στις προηγούμενες παραγράφους τόνισε ότι δεν ήταν απλώς δίκαιο να αντιμετωπιστούν με πολεμικές ενέργειες οι προαιώνιοι αντίπαλοι των Ελλήνων, οι Πέρσες, αλλά και ότι κάτι τέτοιο το επέβαλλαν οι ίδιες οι περιστάσεις (καιρός), που ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές για την ανάληψη του εγχειρήματος μιας πανελλήνιας εκστρατείας. Και συνεχίζει:
[167] Ἄξιον δ’ ἐπὶ τῆς νῦν ἡλικίας ποιήσασθαι τὴν
στρατείαν, ἵν’ οἱ τῶν συμφορῶν κοινωνήσαντες, οὗτοι καὶ
τῶν ἀγαθῶν ἀπολαύσωσι καὶ μὴ πάντα τὸν χρόνον δυστυ-
χοῦντες διαγάγωσιν. ἱκανὸς γὰρ ὁ παρεληλυθώς, ἐν ᾧ τί
τῶν δεινῶν οὐ γέγονεν; πολλῶν γὰρ κακῶν τῇ φύσει τῇ
τῶν ἀνθρώπων ὑπαρχόντων αὐτοὶ πλείω τῶν ἀναγκαίων
προσεξευρήκαμεν, πολέμους καὶ στάσεις ἡμῖν αὐτοῖς
ἐμποιήσαντες, [168] ὥστε τοὺς μὲν ἐν ταῖς αὑτῶν ἀνό-
μως ἀπόλλυσθαι, τοὺς δ’ ἐπὶ ξένης μετὰ παίδων καὶ
γυναικῶν ἀλᾶσθαι, πολλοὺς δὲ δι’ ἔνδειαν τῶν καθ’ ἡμέραν
ἐπικουρεῖν ἀναγκαζομένους ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τοῖς φίλοις
μαχομένους ἀποθνῄσκειν.
Ὑπὲρ ὧν οὐδεὶς πώποτ’ ἠγανάκτησεν, ἀλλ’ ἐπὶ μὲν
ταῖς συμφοραῖς ταῖς ὑπὸ τῶν ποιητῶν συγκειμέναις δακρύειν
ἀξιοῦσιν, ἀληθινὰ δὲ πάθη πολλὰ καὶ δεινὰ γιγνόμενα διὰ
τὸν πόλεμον ἐφορῶντες τοσούτου δέουσιν ἐλεεῖν, ὥστε καὶ
μᾶλλον χαίρουσιν ἐπὶ τοῖς ἀλλήλων κακοῖς ἢ τοῖς αὑτῶν
ἰδίοις ἀγαθοῖς. [169] ἴσως δ’ ἂν καὶ τῆς ἐμῆς εὐηθείας πολλοὶ
καταγελάσειαν, εἰ δυστυχίας ἀνδρῶν ὀδυροίμην ἐν τοῖς
τοιούτοις καιροῖς, ἐν οἷς Ἰταλία μὲν ἀνάστατος γέγονε, Σικε-
λία δὲ καταδεδούλωται, τοσαῦται δὲ πόλεις τοῖς βαρβάροις
ἐκδέδονται, τὰ δὲ λοιπὰ μέρη τῶν Ἑλλήνων ἐν τοῖς μεγίστοις
κινδύνοις ἐστίν.
[170] Θαυμάζω δὲ τῶν δυναστευόντων ἐν ταῖς πόλεσιν,
εἰ προσήκειν αὑτοῖς ἡγοῦνται μέγα φρονεῖν, μηδὲν πώποθ’
ὑπὲρ τηλικούτων πραγμάτων μήτ’ εἰπεῖν μήτ’ ἐνθυμηθῆ-
ναι δυνηθέντες. ἐχρῆν γὰρ αὐτούς, εἴπερ ἦσαν ἄξιοι τῆς
παρούσης δόξης, ἁπάντων ἀφεμένους τῶν ἄλλων περὶ τοῦ
πολέμου τοῦ πρὸς τοὺς βαρβάρους εἰσηγεῖσθαι καὶ συμ-
βουλεύειν. [171] τυχὸν μὲν γὰρ ἄν τι συνεπέραναν· εἰ δὲ
καὶ προαπεῖπον, ἀλλ’ οὖν τούς γε λόγους ὥσπερ χρησμοὺς
εἰς τὸν ἐπιόντα χρόνον ἂν κατέλιπον. νῦν δ’ οἱ μὲν ἐν ταῖς
μεγίσταις δόξαις ὄντες ἐπὶ μικροῖς σπουδάζουσιν, ἡμῖν δὲ
τοῖς τῶν πολιτικῶν ἐξεστηκόσι περὶ τηλικούτων πραγ-
μάτων συμβουλεύειν παραλελοίπασιν.
[172] Οὐ μὴν ἀλλ’ ὅσῳ μικροψυχότεροι τυγχάνουσιν
ὄντες οἱ προεστῶτες ἡμῶν, τοσούτῳ τοὺς ἄλλους ἐρρωμε-
νεστέρως δεῖ σκοπεῖν ὅπως ἀπαλλαγησόμεθα τῆς παρούσης
ἔχθρας. νῦν μὲν γὰρ μάτην ποιούμεθα τὰς περὶ τῆς
εἰρήνης συνθήκας· οὐ γὰρ διαλυόμεθα τοὺς πολέμους ἀλλ’
ἀναβαλλόμεθα, καὶ περιμένομεν τοὺς καιροὺς ἐν οἷς ἀνή-
κεστόν τι κακὸν ἀλλήλους ἐργάσασθαι δυνησόμεθα.
[173] Δεῖ δὲ ταύτας τὰς ἐπιβουλὰς ἐκποδὼν ποιησαμένους
ἐκείνοις τοῖς ἔργοις ἐπιχειρεῖν, ἐξ ὧν τάς τε πόλεις ἀσφαλέ-
στερον οἰκήσομεν καὶ πιστότερον διακεισόμεθα πρὸς ἡμᾶς
αὐτούς. ἔστι δ’ ἁπλοῦς καὶ ῥᾴδιος ὁ λόγος ὁ περὶ τούτων· οὔτε
γὰρ εἰρήνην οἷόν τε βεβαίαν ἀγαγεῖν, ἢν μὴ κοινῇ τοῖς βαρ-
βάροις πολεμήσωμεν, οὔθ’ ὁμονοῆσαι τοὺς Ἕλληνας, πρὶν
ἂν καὶ τὰς ὠφελείας ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ τοὺς κινδύνους
πρὸς τοὺς αὐτοὺς ποιησώμεθα. [174] τούτων δὲ γενο-
μένων, καὶ τῆς ἀπορίας τῆς περὶ τὸν βίον ἡμῶν ἀφαιρεθεί-
σης, ἣ καὶ τὰς ἑταιρίας διαλύει καὶ τὰς συγγενείας εἰς
ἔχθραν προάγει καὶ πάντας ἀνθρώπους εἰς πολέμους καὶ
στάσεις καθίστησιν, οὐκ ἔστιν ὅπως οὐχ ὁμονοήσομεν καὶ
τὰς εὐνοίας ἀληθινὰς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς ἕξομεν. ὧν
ἕνεκα περὶ παντὸς ποιητέον ὅπως ὡς τάχιστα τὸν ἐνθένδε
πόλεμον εἰς τὴν ἤπειρον διοριοῦμεν, ὡς μόνον ἂν τοῦτ’
ἀγαθὸν ἀπολαύσαιμεν τῶν κινδύνων τῶν πρὸς ἡμᾶς αὐτούς,
εἰ ταῖς ἐμπειρίαις ταῖς ἐκ τούτων γεγενημέναις πρὸς τὸν
βάρβαρον καταχρήσασθαι δόξειεν ἡμῖν.
***
[167] Είναι μάλιστα ανάγκη να γίνει η εκστρατεία στις μέρες τούτες της γενιάς μας, για να απολαύσουν επιτέλους και τα αγαθά αυτοί που ως τώρα γεύτηκαν μόνο τις συμφορές και να μην περάσουν τη ζωή τους όλη μέσα στη δυστυχία. Φτάνει το παρελθόν ― τότε που και ποιο κακό δεν έπεσε απάνω τους! Πάντα είναι πολλές οι συμφορές στο φυσικό του ανθρώπου, επινοήσαμε και εμείς ακόμα περισσότερες από τις αναπόφευκτες: [168] Δημιουργήσαμε στον ίδιο τον εαυτό μας πολέμους και επαναστάσεις, ώστε άλλοι να χάνονται παράνομα μέσα στην ίδια τους τη χώρα, άλλοι σε ξένους τόπους να περιφέρονται άθλιοι μαζί με τα παιδιά και τις γυναίκες τους, τέλος πολλοί από τη φτώχια και τη στέρηση να υποχρεώνονται να υπηρετούν τον εχθρό και να πεθαίνουν πολεμώντας με τους φίλους. Για την κατάσταση αυτή κανείς ποτέ δεν αγανάχτησε! Για τα φανταστικά βέβαια δράματα, που συνθέτουν και παρουσιάζουν οι τραγικοί ποιητές, όλοι νιώθουν την υποχρέωση να συγκινούνται και να κλαιν· όταν όμως βλέπουν μπροστά στα μάτια τους να διαδραματίζονται τραγωδίες αληθινές, φριχτές και αναρίθμητες, αυτές που φέρνει του πολέμου η κατάρα, τόσο μακριά βρίσκονται από το να νιώσουν λύπη, ώστε πιότερο χαίρονται για το κακό που προξενεί ο ένας στον άλλο παρά για την προσωπική τους ευτυχία.
[169] Δεν αποκλείεται ωστόσο και να γελάσουν μερικοί με την αφέλειά μου, που κάθομαι εδώ πέρα και οδύρομαι για τη δυστυχία ατομικών περιπτώσεων σε τέτοιες περιστάσεις, όπου η Ιταλία όλη έχει γίνει άνω κάτω, η Σικελία υποδουλώθηκε, τόσες πόλεις έχουν παραδοθεί στο βάρβαρο και όλη η υπόλοιπη Ελλάδα βρίσκεται πια μπροστά σε έσχατους κινδύνους.
[170] Απορώ μάλιστα και με τη στάση που κρατούν οι διάφοροι ηγέτες στις πόλεις τις ελληνικές. Νομίζουν πως έχουν το δικαίωμα να νιώθουν περηφάνια, τη στιγμή που ποτέ δεν μπόρεσαν ούτε να πουν, μα ούτε και να στοχαστούν τίποτα για το θέμα αυτό που έχει τόση σημασία. Έπρεπε δηλαδή αυτοί, αν άξιζαν πραγματικά τη φήμη που έχουν τώρα, να αφήσουν κατά μέρος κάθε άλλο ζήτημα και να καταπιαστούν να δώσουν γνώμη μονάχα για τον πόλεμο με τους βαρβάρους.
[171] Δεν αποκλείεται να έφερναν κάποιο θετικό αποτέλεσμα· και στην περίπτωση όμως που θα ήταν υποχρεωμένοι να απογοητευθούν, θα άφηναν τα λόγια τους χρησμούς για τις μελλούμενες γενιές. Τώρα όμως αυτοί που έχουν τη δόξα τη μεγάλη καταπιάνονται περισπούδαστα με τα ασήμαντα ζητήματα και αφήνουν σ' εμάς, που δεν έχουμε σχέση με την πολιτική, τη φροντίδα να δίνουμε συμβουλές για θέματα με τόση σπουδαιότητα.
[172] Αλλά όσο πιο μικρόψυχοι είναι οι αρχηγοί μας, τόσο πιο σοβαρά και πιο αποφασιστικά πρέπει να εξετάζουν οι άλλοι τον τρόπο που θα απαλλαγούμε από τις έχθρες που μας βασανίζουν τώρα. Γιατί τώρα βέβαια μάταια κάνουμε συνθήκες για ειρήνη! Στην πραγματικότητα δε ματαιώνουμε οριστικά τον πόλεμο· μόνο τον αναβάλλουμε, και περιμένουμε την ευκαιρία την καλή, που θα έχουμε τη δύναμη να καταφέρουμε ο ένας στον άλλο κάποιο χτύπημα ανεπανόρθωτο !..
[173] Όμως είναι ανάγκη να βγάλουμε από τη μέση τα σχέδια τα ύπουλα και να καταπιαστούμε επιτέλους μονάχα με τα έργα που θα μας επιτρέψουν να ζούμε μες στις πόλεις μας με ασφάλεια μεγαλύτερη και να έχουμε ανάμεσα μας εμπιστοσύνη περισσότερη. Βέβαια να αναπτυχτεί το θέμα αυτό είναι απλό και εύκολο: Δηλαδή είναι αδύνατο να εξασφαλίσουμε μια σίγουρη ειρήνη, άμα δεν πολεμήσουμε όλοι μαζί ομόφωνα τους Πέρσες· αδύνατο να ομονοήσουν οι Έλληνες, προτού πειστούν και τις ωφέλειες από τον κοινό εχθρό να επιζητούν και τους πολέμους με τον ίδιο αντίπαλο να κάνουν.
[174] Και όταν γίνουν όλα αυτά και λείψει από τη μέση η φτώχια, που καταστρέφει τις φιλίες και οδηγεί τους συγγενείς σε αμάχες, αναστατώνει όλους τους ανθρώπους και φέρνει τους πολέμους, δεν είναι δυνατό να μην ομονοήσουμε και να μη νιώθουμε αγάπη αληθινή ο ένας για τον άλλο. Για όλους αυτούς τους λόγους πρέπει να κάνουμε το παν, για να μεταφερθεί το γρηγορότερο από δω ο πόλεμος στο χώρο της Ασίας. Είναι το μόνο αγαθό που θα ήταν δυνατό ίσως να βγάλουμε από τους ανόσιους πολέμους μεταξύ μας, αν θα το αποφασίζαμε επιτέλους να εκμεταλλευτούμε ενάντια στους βαρβάρους για το δικό μας το καλό την πικρή πείρα που μας εξασφάλισαν εδώ.
[167] Είναι μάλιστα ανάγκη να γίνει η εκστρατεία στις μέρες τούτες της γενιάς μας, για να απολαύσουν επιτέλους και τα αγαθά αυτοί που ως τώρα γεύτηκαν μόνο τις συμφορές και να μην περάσουν τη ζωή τους όλη μέσα στη δυστυχία. Φτάνει το παρελθόν ― τότε που και ποιο κακό δεν έπεσε απάνω τους! Πάντα είναι πολλές οι συμφορές στο φυσικό του ανθρώπου, επινοήσαμε και εμείς ακόμα περισσότερες από τις αναπόφευκτες: [168] Δημιουργήσαμε στον ίδιο τον εαυτό μας πολέμους και επαναστάσεις, ώστε άλλοι να χάνονται παράνομα μέσα στην ίδια τους τη χώρα, άλλοι σε ξένους τόπους να περιφέρονται άθλιοι μαζί με τα παιδιά και τις γυναίκες τους, τέλος πολλοί από τη φτώχια και τη στέρηση να υποχρεώνονται να υπηρετούν τον εχθρό και να πεθαίνουν πολεμώντας με τους φίλους. Για την κατάσταση αυτή κανείς ποτέ δεν αγανάχτησε! Για τα φανταστικά βέβαια δράματα, που συνθέτουν και παρουσιάζουν οι τραγικοί ποιητές, όλοι νιώθουν την υποχρέωση να συγκινούνται και να κλαιν· όταν όμως βλέπουν μπροστά στα μάτια τους να διαδραματίζονται τραγωδίες αληθινές, φριχτές και αναρίθμητες, αυτές που φέρνει του πολέμου η κατάρα, τόσο μακριά βρίσκονται από το να νιώσουν λύπη, ώστε πιότερο χαίρονται για το κακό που προξενεί ο ένας στον άλλο παρά για την προσωπική τους ευτυχία.
[169] Δεν αποκλείεται ωστόσο και να γελάσουν μερικοί με την αφέλειά μου, που κάθομαι εδώ πέρα και οδύρομαι για τη δυστυχία ατομικών περιπτώσεων σε τέτοιες περιστάσεις, όπου η Ιταλία όλη έχει γίνει άνω κάτω, η Σικελία υποδουλώθηκε, τόσες πόλεις έχουν παραδοθεί στο βάρβαρο και όλη η υπόλοιπη Ελλάδα βρίσκεται πια μπροστά σε έσχατους κινδύνους.
[170] Απορώ μάλιστα και με τη στάση που κρατούν οι διάφοροι ηγέτες στις πόλεις τις ελληνικές. Νομίζουν πως έχουν το δικαίωμα να νιώθουν περηφάνια, τη στιγμή που ποτέ δεν μπόρεσαν ούτε να πουν, μα ούτε και να στοχαστούν τίποτα για το θέμα αυτό που έχει τόση σημασία. Έπρεπε δηλαδή αυτοί, αν άξιζαν πραγματικά τη φήμη που έχουν τώρα, να αφήσουν κατά μέρος κάθε άλλο ζήτημα και να καταπιαστούν να δώσουν γνώμη μονάχα για τον πόλεμο με τους βαρβάρους.
[171] Δεν αποκλείεται να έφερναν κάποιο θετικό αποτέλεσμα· και στην περίπτωση όμως που θα ήταν υποχρεωμένοι να απογοητευθούν, θα άφηναν τα λόγια τους χρησμούς για τις μελλούμενες γενιές. Τώρα όμως αυτοί που έχουν τη δόξα τη μεγάλη καταπιάνονται περισπούδαστα με τα ασήμαντα ζητήματα και αφήνουν σ' εμάς, που δεν έχουμε σχέση με την πολιτική, τη φροντίδα να δίνουμε συμβουλές για θέματα με τόση σπουδαιότητα.
[172] Αλλά όσο πιο μικρόψυχοι είναι οι αρχηγοί μας, τόσο πιο σοβαρά και πιο αποφασιστικά πρέπει να εξετάζουν οι άλλοι τον τρόπο που θα απαλλαγούμε από τις έχθρες που μας βασανίζουν τώρα. Γιατί τώρα βέβαια μάταια κάνουμε συνθήκες για ειρήνη! Στην πραγματικότητα δε ματαιώνουμε οριστικά τον πόλεμο· μόνο τον αναβάλλουμε, και περιμένουμε την ευκαιρία την καλή, που θα έχουμε τη δύναμη να καταφέρουμε ο ένας στον άλλο κάποιο χτύπημα ανεπανόρθωτο !..
[173] Όμως είναι ανάγκη να βγάλουμε από τη μέση τα σχέδια τα ύπουλα και να καταπιαστούμε επιτέλους μονάχα με τα έργα που θα μας επιτρέψουν να ζούμε μες στις πόλεις μας με ασφάλεια μεγαλύτερη και να έχουμε ανάμεσα μας εμπιστοσύνη περισσότερη. Βέβαια να αναπτυχτεί το θέμα αυτό είναι απλό και εύκολο: Δηλαδή είναι αδύνατο να εξασφαλίσουμε μια σίγουρη ειρήνη, άμα δεν πολεμήσουμε όλοι μαζί ομόφωνα τους Πέρσες· αδύνατο να ομονοήσουν οι Έλληνες, προτού πειστούν και τις ωφέλειες από τον κοινό εχθρό να επιζητούν και τους πολέμους με τον ίδιο αντίπαλο να κάνουν.
[174] Και όταν γίνουν όλα αυτά και λείψει από τη μέση η φτώχια, που καταστρέφει τις φιλίες και οδηγεί τους συγγενείς σε αμάχες, αναστατώνει όλους τους ανθρώπους και φέρνει τους πολέμους, δεν είναι δυνατό να μην ομονοήσουμε και να μη νιώθουμε αγάπη αληθινή ο ένας για τον άλλο. Για όλους αυτούς τους λόγους πρέπει να κάνουμε το παν, για να μεταφερθεί το γρηγορότερο από δω ο πόλεμος στο χώρο της Ασίας. Είναι το μόνο αγαθό που θα ήταν δυνατό ίσως να βγάλουμε από τους ανόσιους πολέμους μεταξύ μας, αν θα το αποφασίζαμε επιτέλους να εκμεταλλευτούμε ενάντια στους βαρβάρους για το δικό μας το καλό την πικρή πείρα που μας εξασφάλισαν εδώ.
Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2023
Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 5. Εξωτερική αφήγηση και εσωτερικές διηγήσεις
5.1.2. Οι διηγήσεις του Φοίνικα
Σημαντικότερη ωστόσο από κάθε άποψη είναι η μακρά, εσωτερική διήγηση του Φοίνικα, παιδαγωγού του Αχιλλέα. Ακούγεται στο πλαίσιο της «Πρεσβείας» και αποτελεί τον αφηγηματικό κορμό της ένατης ραψωδίας (Ι 430-605). Η ικετευτική αυτή αποστολή εξελίσσεται μέσα στη νύχτα, χωρίζει τη δεύτερη από την τρίτη μάχιμη μέρα της Ιλιάδας, και σκοπεύει στον κατευνασμό του οργισμένου και απόλεμου Αχιλλέα. Με αντάλλαγμα αμέτρητα δώρα, που είναι πρόθυμος να προσφέρει στον θυμωμένο ήρωα ο Αγαμέμνονας για να τον εξευμενίσει, ώστε να επιστρέψει στο πεδίο της μάχης, ενόψει τώρα του έσχατου κινδύνου που απειλεί το (περιφραγμένο και τειχισμένο) ναυτικό στρατόπεδο των Δαναών, εξαιτίας της ακατάσχετης επιθετικής ορμής του Έκτορα.
Η «Πρεσβεία» εντοπίζεται στη σκηνή του Αχιλλέα, με παρόντα και τον Πάτροκλο, όπου καταφθάνουν, ως απεσταλμένοι της συμφιλιωτικής προσφοράς του Αγαμέμνονα, ο Οδυσσέας, ο Φοίνικας και ο Αίαντας. Πρώτος παίρνει τον λόγο ο Οδυσσέας, η επιχειρηματολογία του όμως απορρίπτεται από τον Αχιλλέα, ο οποίος όχι μόνον εμμένει στην απόλεμη οργή του, αλλά απειλεί κιόλας πως ξημερώντας θα μπαρκάρει με τους Μυρμηδόνες του στα πλοία, επιστρέφοντας στη Φθία, αφήνοντας τους Αχαιούς στο έλεος του Έκτορα και των Τρώων. Παρεμβαίνει τότε δεύτερος ομιλητής ο Φοίνικας, με περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας, ως εντεταλμένος από τον Πηλέα παιδαγωγός και σύμβουλος του Αχιλλέα, για τον οποίο ο γιος της Θέτιδας ομολογεί εξαρχής τρυφερή συμπάθεια. Ο διεξοδικός παραινετικός λόγος του Φοίνικα κλιμακώνεται σε δύο ένθετες διηγήσεις: αυτοβιογραφική και νοβελιστική η πρώτη· επική η δεύτερη.
Η αυτοβιογραφική διήγηση του Φοινίκα επιμένει στην αμετάκλητη οργή του πατέρα του, η οποία τον οδήγησε στην αυτοεξορία, και τελικά τον έφερε στη Φθία, στο παλάτι του Πηλέα, που τον υποδέχτηκε και τον όρισε παιδαγωγό και σύμβουλο του Αχιλλέα. Αιτία της πατρικής οργής υπήρξε μια σκλάβα παλλακίδα, που πέρασε από το κρεβάτι του γέρου πατέρα στην αγκαλιά του νεαρού γιου, με σχέδιο εκδικητικό της μάνας, το οποίο ο γιος αποδέχτηκε και πραγματοποίησε. Το συνωμοτικό σχέδιο όμως το πήρε είδηση ο πατέρας, και έξω φρενών καταράστηκε τον γιο του: να μείνει στείρος και άτεκνος για πάντα· ποτέ να μην κρατήσει ο ίδιος στα γόνατά του εγγόνι απ᾽ αυτόν. Η πατρική κατάρα εισακούστηκε από τις σκληρές Ερινύες, τον Δία και την ανελέητη θεά του κάτω κόσμου, την Περσεφόνη. Οπότε ο γιος, ο Φοίνικας, ταλαντεύεται: να σκοτώσει τον πατέρα του; να παραμείνει στο οικογενειακό αρχοντικό, έκθετος στην πατρική οργή, όπως επιμένουν φίλοι και δικοί, τάζοντάς του ως αντάλλαγμα γλέντια και χαρές νεανικές; ή κρυφά από τους φύλακές του να δραπετεύσει και να ξενιτευτεί γυρεύοντας αλλού τύχη καλύτερη; Διαλέγει την τρίτη λύση. Έτσι βρήκε στη Φθία δεύτερο πατέρα τον Πηλέα, αναλαμβάνοντας και την αγωγή του Αχιλλέα.
Μολονότι η διήγηση αυτή εντάσσεται στον παραινετικό λόγο του Φοίνικα, ο παραδειγματικός της ρόλος δεν είναι τόσο σαφής, όπως ξεκάθαρα συμβαίνει στη επόμενη ένθετη διήγηση για τον Μελέαγρο, η οποία λειτουργεί ως παράδειγμα προς αποφυγή για την περίπτωση του Αχιλλέα. Παρά ταύτα, και στην πρώτη, αυτοβιογραφική, όπως είπαμε, διήγηση του Φοίνικα, ξεχωρίζουν δύο τουλάχιστον θέματα, που, συνειρμικά έστω, παραπέμπουν στην προκείμενη εμπλοκή του Αχιλλέα. Πρώτα ο αμετάκλητος θυμός του πατέρα, που οδηγεί τον γιο στην εξορία· θέμα που αναλογεί στη φιλονικία Αγαμέμνονα και Αχιλλέα και στην απόφαση του Αχιλλέα να απόσχει από τη μάχη. Ύστερα η ίδια η αφορμή της ρήξης στη σχέση πατέρα και γιου: η ανώνυμη εδώ παλλακίδα κρατεί τη θέση της Βρισηίδας, που υπήρξε μήλο της έριδας μεταξύ Αγαμέμνονα και Αχιλλέα. Κανένα ωστόσο από τα δύο αυτά θέματα δεν οδηγεί άμεσα στον κύριο στόχο της παραίνεσης του Φοίνικα, που είναι: να δεχθεί ο Αχιλλέας τη μεταμέλεια και τις εξιλαστήριες προσφορές του Αγαμέμνονα, να κατευνάσει την οργή του και να ξαναγυρίσει στο πεδίο της μάχης, ώστε να προλάβει ενδεχόμενη πανωλεθρία των Αχαιών.
Με τους όρους αυτούς η αυτοβιογραφική διήγηση του Φοίνικα μπορεί να εκτιμηθεί μάλλον ως νοβελιστική εισαγωγή στην επόμενη επική διήγηση περί του Μελεάγρου. Γιατί, καθώς θυμίζει θέματα της πρώτης ραψωδίας (τη φιλονικία δηλαδή Αγαμέμνονα και Αχιλλέα, την αιτία και τις συνέπειές της), ανακεφαλαιώνει κατά κάποιον τρόπο τα προηγούμενα της «Πρεσβείας», τις προϋποθέσεις της, και μάλιστα από τη σκοπιά του Φοίνικα. Ο οποίος μοιάζει να λέει στον Αχιλλέα: δεν μιλώ στον αέρα, έχω προσωπική πείρα από τέτοιου είδους εμπλοκές, τις έζησα κι εγώ στο πετσί μου, άκου λοιπόν τη συμβουλή μου.
Όπως κι αν έχει το πράγμα, ο Φοίνικας δεν διστάζει εξ υστέρου να βγάλει τα παραινετικά του συμπεράσματα. Επιμένει λοιπόν πως πρέπει ο Αχιλλέας να μερώσει την οργή του, καταπώς το θέλουν οι θεοί. Να αποδεχτεί τις προσφορές, όπως το επιβάλλουν οι συμφιλιωτικές Λιτές, κόρες του Δία. Ν᾽ ακούσει και να υπολογίσει τα λόγια και τις συμβουλές όσων προσήλθαν για να τον μεταπείσουν, αναγνωρίζοντας την αξία τους. Μετά όμως παίρνει απότομα στροφή ο νους του, και θυμάται ο Φοίνικας μια παλιά ιστορία, που αποφασίζει, φίλος σε φίλους, να τη διηγηθεί. Η επεισοδιακή αυτή διήγηση λέει σε παράφραση τα εξής (I 527-605):
Κουρήτες και Αιτωλοί έχουν ανοίξει μεταξύ τους άγριο πόλεμο γύρω από την Καλυδώνα. Οι Αιτωλοί την υπερασπίζονται, ενώ οι Κουρήτες θέλουν να την κουρσέψουν. Θεολογική αιτία του πολέμου: ο θυμός της Άρτεμης, που οργίστηκε με τον βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα, γιατί τη λησμόνησε στις προσφορές καρπών πρώτης σοδειάς, στις απαρχές δηλαδή. Οπότε η θεά στέλνει στη γη της Καλυδώνας κάπρο φοβερό, που ρήμαζε τα χτήματα, ξερίζωνε τα δέντρα, δεν άφηνε τίποτα όρθιο μπροστά του. Την εξόντωσή του ανέλαβε τότε ο γιος του Οινέα, ο Μελέαγρος, καλώντας απ᾽ όλη την Ελλάδα ξακουστούς αγριμολόγους, κι έτσι άρχισε η περίφημη θήρα του καλυδωνείου κάπρου, που αποτυπώθηκε και σε εικαστικά έργα. Τελικά τον κάπρο τον σκοτώνει ο Μελέαγρος, αλλά μετά ξεσπά άγρια διαμάχη ανάμεσα σε Αιτωλούς και Κουρήτες για το κεφάλι του κάπρου, ποιος θα το κρατήσει. Αποτέλεσμα: φονικός πόλεμος.
Όσο τη μάχη την κυβερνούσε ατρόμητος ο Μελέαγρος, οι Κουρήτες την είχαν άσχημα. Ο πόλεμος όμως γύρισε ανάποδα, όταν οργίστηκε βαριά ο Μελέαγρος και πήρε την απόφαση να απόσχει από τη μάχη, οπότε οι Κουρήτες πήραν το πάνω χέρι. Αιτία του θυμού: η μάνα του Μελέαγρου, η Αλθαία, που καταράστηκε τον ίδιο της τον γιο να σκοτωθεί, γιατί της σκότωσε τον αδελφό της. Μ᾽ αυτό το βάρος της μητρικής κατάρας θυμωμένος αποτραβήχτηκε ο Μελέαγρος στον συζυγικό κοιτώνα, πλαγιάζοντας με την πανέμορφη γυναίκα του, κόρη της Μάρπησσας και του Ίδα, την Κλεοπάτρα. Που είχε και παρονόμι: οι γονείς της την έλεγαν και Αλκυόνη.
Στο μεταξύ, ο πόλεμος κρατούσε καλά για τους Κουρήτες, που βρέθηκαν τώρα να χτυπούν πύλες και πύργους της τειχισμένης Καλυδώνας. Οπότε οι άρχοντες των Αιτωλών στέλνουν ιερουργούς να παρακαλέσουν τον Μελέαγρο, τάζοντας δώρα πολλά και πολύτιμα, ώστε να γυρίσει πίσω στη μάχη και να υπερασπιστεί την πύλη. Μάταια όμως, εκείνος έμεινε αμετάπειστος. Οπότε πέφτει στα γόνατα ο πατέρας του Μελεάγρου, μπρος στο κατώφλι του νυφικού θαλάμου, χτυπώντας τα κλειστά θυρόφυλλα. Εκείνος τίποτα. Μετά έρχεται η μάνα του παρακαλώντας, ανάβει όμως κι άλλο τον θυμό του. Μήτε τους πιο αγαπημένους του συντρόφους άκουσε ο Μελέαγρος, που προσέτρεξαν κι εκείνοι με τη σειρά τους.
Μόνο την τελευταία στιγμή, όταν τα βέλη του εχθρού έπεφταν πια μέσα στο σπίτι, και οι Κουρήτες ανεβασμένοι στις επάλξεις έβαζαν φωτιά στο κάστρο, τότε και μόνο τότε ενέδωσε στην ικεσία της γυναίκας του ο Μελέαγρος. Όταν του θύμισε δηλαδή η Κλεοπάτρα ποια τύχη περιμένει τους ηττημένους του πολέμου: οι άντρες σκοτώνονται, γυναίκες και παιδιά σέρνονται στη σκλαβιά. Τότε σκίρτησε ο νους του Μελεάγρου και λύγισε η καρδιά του: τινάχτηκε πάνω, φόρεσε τη λαμπρή του αρματωσιά, απώθησε τον εχθρό και γλίτωσε την πόλη και τους Αιτωλούς, δίχως να πάρει όμως όσα δώρα του είχαν τάξει. Και ο Φοίνικας, σφραγίζοντας την ιστορία του, επιλέγει: δεν πρέπει ο Αχιλλέας να φτάσει στο σημείο αυτό· όσο είναι καιρός ακόμη, οφείλει να χαλαρώσει την τεντωμένη οργή του, να δεχτεί τις προσφορές, να ξαναγυρίσει στη μάχη.
Τόσο η έκταση όσο και η σύνταξη της ένθετης αυτής διήγησης μαρτυρούν αφηγηματική επιμέλεια, σχεδόν αυτοτέλεια. Παρά ταύτα, η παρεμβολή της στον παραινετικό λόγο του Φοίνικα, που την καθιστά παράδειγμα προς αποφυγή (επομένως αντιπαράδειγμα για τον Αχιλλέα), δεν εκπληρώνει τους αυστηρούς όρους της εσωτερικής διήγησης. Κανείς δεν την προκάλεσε, η επιλογή της οφείλεται αποκλειστικά στις συμβουλευτικές προθέσεις του Φοίνικα, ο οποίος διηγείται από μνήμης μια ιστορία μάλλον γνωστή στους εξωτερικούς ακροατές της εποχής εκείνης. Ως παραινετικό αντιπαράδειγμα ωστόσο κολλάει καλά στα συμφραζόμενα της «Πρεσβείας», στη μῆνιν του Αχιλλέα προπαντός, η οποία τώρα βρίσκεται στην κρισιμότερη καμπή της: θα υποχωρήσει ή θα συνεχιστεί; Τελικά ο θυμός του Αχιλλέα θα αποδειχτεί ανυποχώρητος και θα ξεπεραστεί μόνο την τελευταία στιγμή, κάτω από οριακές και αναπότρεπτες πλέον συνθήκες, όπως συνέβη και στην περίπτωση του Μελεάγρου.
Στο σημείο αυτό μια λοξή παρατήρηση. Μπορεί ο εξωτερικός ακροατής του έπους να δυσφορεί με το αγύριστο κεφάλι του Αχιλλέα, που θα στοιχίσει, εκτός των άλλων, και τον θάνατο του φίλου του, του Πατρόκλου. Από την άλλη όμως μεριά η αρνητική στάση του θυμωμένου ήρωα στη φάση αυτή είναι συνθετικά υποχρεωτική για τη συνέχεια της Ιλιάδας. Τούτο σημαίνει ότι το σχέδιο του έπους, όπως το ξέρουμε και το βλέπουμε μέσα από το συντελεσμένο κείμενο, δεν άφηνε περιθώρια για άλλου είδους συμπεριφορά του Αχιλλέα. Θα έπρεπε δηλαδή να ανατραπεί η συνέχεια του έπους, στην περίπτωση που θα υποχωρούσε εδώ ο Αχιλλέας στην παραίνεση του Φοίνικα. Με άλλα λόγια: η παρατεινόμενη οργή του μεγάλου ήρωα δεν χρεώνεται τόσο στον αλύγιστο χαρακτήρα του όσο στο αφηγηματικό πρόγραμμα, όπως το αποφάσισε ο ποιητής και το υπερασπίζεται τώρα με νύχια και με δόντια.
Έστω και ένθετη, η διήγηση αυτή του Φοίνικα στο πλαίσιο ενός παραινετικού λόγου ανακαλεί, όπως είπαμε, μια γνωστή ιστορία. Ίσως ένα προηγούμενο προφορικό έπος αιτωλικής καταγωγής, που πιθανόν το είχε υπόψη του ο ποιητής της Ιλιάδας και το συνταίριαξε με το δικό του έπος, επειδή του έδινε την ευκαιρία να διπλασιάσει το κεντρικό θέμα της οργής και της αποχής ενός ήρωα από τη μάχη. Αποτέλεσμα: η διήγηση του Φοίνικα για τον θυμό του Μελεάγρου και τα παρεπόμενά της μικροσκοπεί την αφήγηση για τη μῆνιν του Αχιλλέα και τις δικές της συνέπειες, θέμα που αποτελεί τον αφηγηματικό άξονα ολόκληρης της Ιλιάδας. Το γεγονός αυτό εξώθησε κάποιους ομηριστές να διατυπώσουν την υποθετική θεωρία ότι πίσω από την ομηρική Ιλιάδα κρύβεται μια προηγούμενη Μελεαγρίδα, η οποία αποτέλεσε και το πρότυπό της.
Τέλος, ενδιαφέρουν και κάποια κοινά θεματικά στοιχεία ανάμεσα στην πρώτη (τη νοβελιστική) και στη δεύτερη (την επική) διήγηση του Φοίνικα, πέρα από τον παραινετικό τύπο που τις περιβάλλει. Το ένα είναι το θέμα του ανυποχώρητου θυμού: έντονο ήδη θέμα στον πατέρα του Φοίνικα και πιο ενισχυμένο στον Μελέαγρο. Το άλλο έχει να κάνει με το μοτίβο της κατάρας, που εκτοξεύεται τόσο από τον πατέρα του Φοίνικα εναντίον του όσο και από τη μάνα του Μελεάγρου εις βάρος του γιου της. Η κατάρα του πατέρα και η κατάρα της μάνας με στόχο τον γιο μοιάζει να συμπληρώνει η μία την άλλη, μολονότι η δεύτερη είναι βαρύτερη από την πρώτη, και ακούγεται αποτρόπαιη: μια μάνα καταριέται το παιδί της να σκοτωθεί στη μάχη, γιατί (πιθανόν άθελά του) σκότωσε τον αδελφό της. Ωστόσο, η προτίμηση αυτή του αδελφού έναντι του γιου επιβεβαιώνει μια παραδοσιακή ιεράρχηση αγαπημένων προσώπων, που τη συναντούμε στον Ηρόδοτο (3.119) και στον Σοφοκλή (Αντιγόνη 909-915). Σύμφωνα με την οποία ιεραρχικά πρωτεύει ο αδελφός τόσο από τον γιο όσο και από τον σύζυγο, επειδή θεωρείται αναντικατάστατος, σε περίπτωση που έχουν πεθάνει οι γεννήτορες, ο πατέρας δηλαδή και η μάνα των αδελφών.
Σημαντικότερη ωστόσο από κάθε άποψη είναι η μακρά, εσωτερική διήγηση του Φοίνικα, παιδαγωγού του Αχιλλέα. Ακούγεται στο πλαίσιο της «Πρεσβείας» και αποτελεί τον αφηγηματικό κορμό της ένατης ραψωδίας (Ι 430-605). Η ικετευτική αυτή αποστολή εξελίσσεται μέσα στη νύχτα, χωρίζει τη δεύτερη από την τρίτη μάχιμη μέρα της Ιλιάδας, και σκοπεύει στον κατευνασμό του οργισμένου και απόλεμου Αχιλλέα. Με αντάλλαγμα αμέτρητα δώρα, που είναι πρόθυμος να προσφέρει στον θυμωμένο ήρωα ο Αγαμέμνονας για να τον εξευμενίσει, ώστε να επιστρέψει στο πεδίο της μάχης, ενόψει τώρα του έσχατου κινδύνου που απειλεί το (περιφραγμένο και τειχισμένο) ναυτικό στρατόπεδο των Δαναών, εξαιτίας της ακατάσχετης επιθετικής ορμής του Έκτορα.
Η «Πρεσβεία» εντοπίζεται στη σκηνή του Αχιλλέα, με παρόντα και τον Πάτροκλο, όπου καταφθάνουν, ως απεσταλμένοι της συμφιλιωτικής προσφοράς του Αγαμέμνονα, ο Οδυσσέας, ο Φοίνικας και ο Αίαντας. Πρώτος παίρνει τον λόγο ο Οδυσσέας, η επιχειρηματολογία του όμως απορρίπτεται από τον Αχιλλέα, ο οποίος όχι μόνον εμμένει στην απόλεμη οργή του, αλλά απειλεί κιόλας πως ξημερώντας θα μπαρκάρει με τους Μυρμηδόνες του στα πλοία, επιστρέφοντας στη Φθία, αφήνοντας τους Αχαιούς στο έλεος του Έκτορα και των Τρώων. Παρεμβαίνει τότε δεύτερος ομιλητής ο Φοίνικας, με περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας, ως εντεταλμένος από τον Πηλέα παιδαγωγός και σύμβουλος του Αχιλλέα, για τον οποίο ο γιος της Θέτιδας ομολογεί εξαρχής τρυφερή συμπάθεια. Ο διεξοδικός παραινετικός λόγος του Φοίνικα κλιμακώνεται σε δύο ένθετες διηγήσεις: αυτοβιογραφική και νοβελιστική η πρώτη· επική η δεύτερη.
Η αυτοβιογραφική διήγηση του Φοινίκα επιμένει στην αμετάκλητη οργή του πατέρα του, η οποία τον οδήγησε στην αυτοεξορία, και τελικά τον έφερε στη Φθία, στο παλάτι του Πηλέα, που τον υποδέχτηκε και τον όρισε παιδαγωγό και σύμβουλο του Αχιλλέα. Αιτία της πατρικής οργής υπήρξε μια σκλάβα παλλακίδα, που πέρασε από το κρεβάτι του γέρου πατέρα στην αγκαλιά του νεαρού γιου, με σχέδιο εκδικητικό της μάνας, το οποίο ο γιος αποδέχτηκε και πραγματοποίησε. Το συνωμοτικό σχέδιο όμως το πήρε είδηση ο πατέρας, και έξω φρενών καταράστηκε τον γιο του: να μείνει στείρος και άτεκνος για πάντα· ποτέ να μην κρατήσει ο ίδιος στα γόνατά του εγγόνι απ᾽ αυτόν. Η πατρική κατάρα εισακούστηκε από τις σκληρές Ερινύες, τον Δία και την ανελέητη θεά του κάτω κόσμου, την Περσεφόνη. Οπότε ο γιος, ο Φοίνικας, ταλαντεύεται: να σκοτώσει τον πατέρα του; να παραμείνει στο οικογενειακό αρχοντικό, έκθετος στην πατρική οργή, όπως επιμένουν φίλοι και δικοί, τάζοντάς του ως αντάλλαγμα γλέντια και χαρές νεανικές; ή κρυφά από τους φύλακές του να δραπετεύσει και να ξενιτευτεί γυρεύοντας αλλού τύχη καλύτερη; Διαλέγει την τρίτη λύση. Έτσι βρήκε στη Φθία δεύτερο πατέρα τον Πηλέα, αναλαμβάνοντας και την αγωγή του Αχιλλέα.
Μολονότι η διήγηση αυτή εντάσσεται στον παραινετικό λόγο του Φοίνικα, ο παραδειγματικός της ρόλος δεν είναι τόσο σαφής, όπως ξεκάθαρα συμβαίνει στη επόμενη ένθετη διήγηση για τον Μελέαγρο, η οποία λειτουργεί ως παράδειγμα προς αποφυγή για την περίπτωση του Αχιλλέα. Παρά ταύτα, και στην πρώτη, αυτοβιογραφική, όπως είπαμε, διήγηση του Φοίνικα, ξεχωρίζουν δύο τουλάχιστον θέματα, που, συνειρμικά έστω, παραπέμπουν στην προκείμενη εμπλοκή του Αχιλλέα. Πρώτα ο αμετάκλητος θυμός του πατέρα, που οδηγεί τον γιο στην εξορία· θέμα που αναλογεί στη φιλονικία Αγαμέμνονα και Αχιλλέα και στην απόφαση του Αχιλλέα να απόσχει από τη μάχη. Ύστερα η ίδια η αφορμή της ρήξης στη σχέση πατέρα και γιου: η ανώνυμη εδώ παλλακίδα κρατεί τη θέση της Βρισηίδας, που υπήρξε μήλο της έριδας μεταξύ Αγαμέμνονα και Αχιλλέα. Κανένα ωστόσο από τα δύο αυτά θέματα δεν οδηγεί άμεσα στον κύριο στόχο της παραίνεσης του Φοίνικα, που είναι: να δεχθεί ο Αχιλλέας τη μεταμέλεια και τις εξιλαστήριες προσφορές του Αγαμέμνονα, να κατευνάσει την οργή του και να ξαναγυρίσει στο πεδίο της μάχης, ώστε να προλάβει ενδεχόμενη πανωλεθρία των Αχαιών.
Με τους όρους αυτούς η αυτοβιογραφική διήγηση του Φοίνικα μπορεί να εκτιμηθεί μάλλον ως νοβελιστική εισαγωγή στην επόμενη επική διήγηση περί του Μελεάγρου. Γιατί, καθώς θυμίζει θέματα της πρώτης ραψωδίας (τη φιλονικία δηλαδή Αγαμέμνονα και Αχιλλέα, την αιτία και τις συνέπειές της), ανακεφαλαιώνει κατά κάποιον τρόπο τα προηγούμενα της «Πρεσβείας», τις προϋποθέσεις της, και μάλιστα από τη σκοπιά του Φοίνικα. Ο οποίος μοιάζει να λέει στον Αχιλλέα: δεν μιλώ στον αέρα, έχω προσωπική πείρα από τέτοιου είδους εμπλοκές, τις έζησα κι εγώ στο πετσί μου, άκου λοιπόν τη συμβουλή μου.
Όπως κι αν έχει το πράγμα, ο Φοίνικας δεν διστάζει εξ υστέρου να βγάλει τα παραινετικά του συμπεράσματα. Επιμένει λοιπόν πως πρέπει ο Αχιλλέας να μερώσει την οργή του, καταπώς το θέλουν οι θεοί. Να αποδεχτεί τις προσφορές, όπως το επιβάλλουν οι συμφιλιωτικές Λιτές, κόρες του Δία. Ν᾽ ακούσει και να υπολογίσει τα λόγια και τις συμβουλές όσων προσήλθαν για να τον μεταπείσουν, αναγνωρίζοντας την αξία τους. Μετά όμως παίρνει απότομα στροφή ο νους του, και θυμάται ο Φοίνικας μια παλιά ιστορία, που αποφασίζει, φίλος σε φίλους, να τη διηγηθεί. Η επεισοδιακή αυτή διήγηση λέει σε παράφραση τα εξής (I 527-605):
Κουρήτες και Αιτωλοί έχουν ανοίξει μεταξύ τους άγριο πόλεμο γύρω από την Καλυδώνα. Οι Αιτωλοί την υπερασπίζονται, ενώ οι Κουρήτες θέλουν να την κουρσέψουν. Θεολογική αιτία του πολέμου: ο θυμός της Άρτεμης, που οργίστηκε με τον βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα, γιατί τη λησμόνησε στις προσφορές καρπών πρώτης σοδειάς, στις απαρχές δηλαδή. Οπότε η θεά στέλνει στη γη της Καλυδώνας κάπρο φοβερό, που ρήμαζε τα χτήματα, ξερίζωνε τα δέντρα, δεν άφηνε τίποτα όρθιο μπροστά του. Την εξόντωσή του ανέλαβε τότε ο γιος του Οινέα, ο Μελέαγρος, καλώντας απ᾽ όλη την Ελλάδα ξακουστούς αγριμολόγους, κι έτσι άρχισε η περίφημη θήρα του καλυδωνείου κάπρου, που αποτυπώθηκε και σε εικαστικά έργα. Τελικά τον κάπρο τον σκοτώνει ο Μελέαγρος, αλλά μετά ξεσπά άγρια διαμάχη ανάμεσα σε Αιτωλούς και Κουρήτες για το κεφάλι του κάπρου, ποιος θα το κρατήσει. Αποτέλεσμα: φονικός πόλεμος.
Όσο τη μάχη την κυβερνούσε ατρόμητος ο Μελέαγρος, οι Κουρήτες την είχαν άσχημα. Ο πόλεμος όμως γύρισε ανάποδα, όταν οργίστηκε βαριά ο Μελέαγρος και πήρε την απόφαση να απόσχει από τη μάχη, οπότε οι Κουρήτες πήραν το πάνω χέρι. Αιτία του θυμού: η μάνα του Μελέαγρου, η Αλθαία, που καταράστηκε τον ίδιο της τον γιο να σκοτωθεί, γιατί της σκότωσε τον αδελφό της. Μ᾽ αυτό το βάρος της μητρικής κατάρας θυμωμένος αποτραβήχτηκε ο Μελέαγρος στον συζυγικό κοιτώνα, πλαγιάζοντας με την πανέμορφη γυναίκα του, κόρη της Μάρπησσας και του Ίδα, την Κλεοπάτρα. Που είχε και παρονόμι: οι γονείς της την έλεγαν και Αλκυόνη.
Στο μεταξύ, ο πόλεμος κρατούσε καλά για τους Κουρήτες, που βρέθηκαν τώρα να χτυπούν πύλες και πύργους της τειχισμένης Καλυδώνας. Οπότε οι άρχοντες των Αιτωλών στέλνουν ιερουργούς να παρακαλέσουν τον Μελέαγρο, τάζοντας δώρα πολλά και πολύτιμα, ώστε να γυρίσει πίσω στη μάχη και να υπερασπιστεί την πύλη. Μάταια όμως, εκείνος έμεινε αμετάπειστος. Οπότε πέφτει στα γόνατα ο πατέρας του Μελεάγρου, μπρος στο κατώφλι του νυφικού θαλάμου, χτυπώντας τα κλειστά θυρόφυλλα. Εκείνος τίποτα. Μετά έρχεται η μάνα του παρακαλώντας, ανάβει όμως κι άλλο τον θυμό του. Μήτε τους πιο αγαπημένους του συντρόφους άκουσε ο Μελέαγρος, που προσέτρεξαν κι εκείνοι με τη σειρά τους.
Μόνο την τελευταία στιγμή, όταν τα βέλη του εχθρού έπεφταν πια μέσα στο σπίτι, και οι Κουρήτες ανεβασμένοι στις επάλξεις έβαζαν φωτιά στο κάστρο, τότε και μόνο τότε ενέδωσε στην ικεσία της γυναίκας του ο Μελέαγρος. Όταν του θύμισε δηλαδή η Κλεοπάτρα ποια τύχη περιμένει τους ηττημένους του πολέμου: οι άντρες σκοτώνονται, γυναίκες και παιδιά σέρνονται στη σκλαβιά. Τότε σκίρτησε ο νους του Μελεάγρου και λύγισε η καρδιά του: τινάχτηκε πάνω, φόρεσε τη λαμπρή του αρματωσιά, απώθησε τον εχθρό και γλίτωσε την πόλη και τους Αιτωλούς, δίχως να πάρει όμως όσα δώρα του είχαν τάξει. Και ο Φοίνικας, σφραγίζοντας την ιστορία του, επιλέγει: δεν πρέπει ο Αχιλλέας να φτάσει στο σημείο αυτό· όσο είναι καιρός ακόμη, οφείλει να χαλαρώσει την τεντωμένη οργή του, να δεχτεί τις προσφορές, να ξαναγυρίσει στη μάχη.
Τόσο η έκταση όσο και η σύνταξη της ένθετης αυτής διήγησης μαρτυρούν αφηγηματική επιμέλεια, σχεδόν αυτοτέλεια. Παρά ταύτα, η παρεμβολή της στον παραινετικό λόγο του Φοίνικα, που την καθιστά παράδειγμα προς αποφυγή (επομένως αντιπαράδειγμα για τον Αχιλλέα), δεν εκπληρώνει τους αυστηρούς όρους της εσωτερικής διήγησης. Κανείς δεν την προκάλεσε, η επιλογή της οφείλεται αποκλειστικά στις συμβουλευτικές προθέσεις του Φοίνικα, ο οποίος διηγείται από μνήμης μια ιστορία μάλλον γνωστή στους εξωτερικούς ακροατές της εποχής εκείνης. Ως παραινετικό αντιπαράδειγμα ωστόσο κολλάει καλά στα συμφραζόμενα της «Πρεσβείας», στη μῆνιν του Αχιλλέα προπαντός, η οποία τώρα βρίσκεται στην κρισιμότερη καμπή της: θα υποχωρήσει ή θα συνεχιστεί; Τελικά ο θυμός του Αχιλλέα θα αποδειχτεί ανυποχώρητος και θα ξεπεραστεί μόνο την τελευταία στιγμή, κάτω από οριακές και αναπότρεπτες πλέον συνθήκες, όπως συνέβη και στην περίπτωση του Μελεάγρου.
Στο σημείο αυτό μια λοξή παρατήρηση. Μπορεί ο εξωτερικός ακροατής του έπους να δυσφορεί με το αγύριστο κεφάλι του Αχιλλέα, που θα στοιχίσει, εκτός των άλλων, και τον θάνατο του φίλου του, του Πατρόκλου. Από την άλλη όμως μεριά η αρνητική στάση του θυμωμένου ήρωα στη φάση αυτή είναι συνθετικά υποχρεωτική για τη συνέχεια της Ιλιάδας. Τούτο σημαίνει ότι το σχέδιο του έπους, όπως το ξέρουμε και το βλέπουμε μέσα από το συντελεσμένο κείμενο, δεν άφηνε περιθώρια για άλλου είδους συμπεριφορά του Αχιλλέα. Θα έπρεπε δηλαδή να ανατραπεί η συνέχεια του έπους, στην περίπτωση που θα υποχωρούσε εδώ ο Αχιλλέας στην παραίνεση του Φοίνικα. Με άλλα λόγια: η παρατεινόμενη οργή του μεγάλου ήρωα δεν χρεώνεται τόσο στον αλύγιστο χαρακτήρα του όσο στο αφηγηματικό πρόγραμμα, όπως το αποφάσισε ο ποιητής και το υπερασπίζεται τώρα με νύχια και με δόντια.
Έστω και ένθετη, η διήγηση αυτή του Φοίνικα στο πλαίσιο ενός παραινετικού λόγου ανακαλεί, όπως είπαμε, μια γνωστή ιστορία. Ίσως ένα προηγούμενο προφορικό έπος αιτωλικής καταγωγής, που πιθανόν το είχε υπόψη του ο ποιητής της Ιλιάδας και το συνταίριαξε με το δικό του έπος, επειδή του έδινε την ευκαιρία να διπλασιάσει το κεντρικό θέμα της οργής και της αποχής ενός ήρωα από τη μάχη. Αποτέλεσμα: η διήγηση του Φοίνικα για τον θυμό του Μελεάγρου και τα παρεπόμενά της μικροσκοπεί την αφήγηση για τη μῆνιν του Αχιλλέα και τις δικές της συνέπειες, θέμα που αποτελεί τον αφηγηματικό άξονα ολόκληρης της Ιλιάδας. Το γεγονός αυτό εξώθησε κάποιους ομηριστές να διατυπώσουν την υποθετική θεωρία ότι πίσω από την ομηρική Ιλιάδα κρύβεται μια προηγούμενη Μελεαγρίδα, η οποία αποτέλεσε και το πρότυπό της.
Τέλος, ενδιαφέρουν και κάποια κοινά θεματικά στοιχεία ανάμεσα στην πρώτη (τη νοβελιστική) και στη δεύτερη (την επική) διήγηση του Φοίνικα, πέρα από τον παραινετικό τύπο που τις περιβάλλει. Το ένα είναι το θέμα του ανυποχώρητου θυμού: έντονο ήδη θέμα στον πατέρα του Φοίνικα και πιο ενισχυμένο στον Μελέαγρο. Το άλλο έχει να κάνει με το μοτίβο της κατάρας, που εκτοξεύεται τόσο από τον πατέρα του Φοίνικα εναντίον του όσο και από τη μάνα του Μελεάγρου εις βάρος του γιου της. Η κατάρα του πατέρα και η κατάρα της μάνας με στόχο τον γιο μοιάζει να συμπληρώνει η μία την άλλη, μολονότι η δεύτερη είναι βαρύτερη από την πρώτη, και ακούγεται αποτρόπαιη: μια μάνα καταριέται το παιδί της να σκοτωθεί στη μάχη, γιατί (πιθανόν άθελά του) σκότωσε τον αδελφό της. Ωστόσο, η προτίμηση αυτή του αδελφού έναντι του γιου επιβεβαιώνει μια παραδοσιακή ιεράρχηση αγαπημένων προσώπων, που τη συναντούμε στον Ηρόδοτο (3.119) και στον Σοφοκλή (Αντιγόνη 909-915). Σύμφωνα με την οποία ιεραρχικά πρωτεύει ο αδελφός τόσο από τον γιο όσο και από τον σύζυγο, επειδή θεωρείται αναντικατάστατος, σε περίπτωση που έχουν πεθάνει οι γεννήτορες, ο πατέρας δηλαδή και η μάνα των αδελφών.
Τι είναι αυτό που δίνει νόημα στη ζωή σας;
Έχετε αναρωτηθεί ποιος είναι ο σκοπός της ζωής σας; Πέρα από τη φυσική επιδίωξη για ασφάλεια, ευχαρίστηση, αγάπη και αναγνώριση, τι είναι αυτό που δίνει νόημα στη ζωή σας;
Τις στιγμές που πέφτουν οι έντονοι ρυθμοί της καθημερινότητας, για παράδειγμα, καθώς ξεκουράζεστε στη βεράντα του σπιτιού σας ή περπατάτε στη φύση, εκείνες τις ώρες όπου σκέφτεστε βαθύτερα ερωτήματα, τι είναι αυτό που σας συγκινεί; Όταν αισθάνεστε την ανάγκη να αποτελέσετε μέρος σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό σας, τι είναι αυτό που σας ελκύει; Ποιο είναι το δικό σας δώρο στον κόσμο;
Αυτά είναι καίρια ζητήματα για όλους μας. Ακόμα κι αν δεν το έχετε ποτέ σκεφτεί, εάν πλησιάζετε την μέση ηλικία ή είστε σε μια περίοδο κρίσης και μετάβασης, αυτό το θέμα μπορεί μόλις τώρα να αναδύεται στη συνείδησή σας. Αν έχετε φτάσει στο σημείο της ψυχολογικής σας εξέλιξης όπου οι βασικές σας ανάγκες καλύπτονται, ενδεχομένως αυτά τα ευρύτερα ερωτήματα να αποτελούν πλέον σημαντική προτεραιότητα για σας.
Ως σκοπό ζωής εννοούμε τη συνεισφορά μας στον κόσμο, η οποία χρησιμοποιεί ολόκληρο τον εαυτό μας πλήρως και δίνει στη ζωή μας πάθος, πληρότητα και νόημα μέσα από την αφοσίωση σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό μας. Θα μπορούσε να είναι έργο κοινωνικής μεταρρύθμισης, υπηρεσία σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη, απελευθέρωση της δημιουργικότητάς μας ή ανάπτυξη του υψηλότερου πνευματικού/ψυχικού μας δυναμικού.
Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΕΝΑ ΣΚΟΠΟ ΖΩΗΣ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕΙ Η ΝΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙ.
Είναι σαφές ότι σε ένα ορισμένο επίπεδο ψυχολογικής ανάπτυξης, χρειάζεται να εντοπίσουμε και να εκδηλώσουμε αυτό το σκοπό. Μπλοκάρισμα στον τομέα αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απάθεια, κατάθλιψη, απελπισία και μια ποικιλία άλλων ψυχολογικών συμπτωμάτων. Μπορεί ακόμη και να οδηγήσει σε σωματικά συμπτώματα. Αντίθετα, η εύρεση και εκπλήρωση του σκοπού της ζωής μας μπορεί να οδηγήσει σε χαρά και ικανοποίηση τέτοιου βάθους που δεν συγκρίνεται με επιδιώξεις που είναι περισσότερο προσανατολισμένες στον εαυτό. Πώς μπορούμε να το καταφέρουμε αυτό; Αρχικά δημιουργούμε ένα χόμπι ή ψυχαγωγικό ενδιαφέρον σε κάτι που μας προσφέρει διασκέδαση, μάθηση και εξέλιξη και γίνεται αβίαστα στη ζωή μας, χωρίς στρες, με «ροή». Κατόπιν μαθαίνουμε να αξιοποιούμε αυτό το ευγενές πάθος, αυτή τη «ροή», με έναν τρόπο που μας φέρνει χαρά ή να τη μετατρέπουμε σε επάγγελμα ή τρόπο για να βγάζουμε τα προς το ζην.
Ο καλύτερος τρόπος για να βρούμε το πάθος ή τη «ροή» είναι απλά να ζούμε τη ζωή και να δοκιμάζουμε διαφορετικές εμπειρίες μέσα σε ένα ευρύ φάσμα δυνατοτήτων. Μια μέρα θα παρατηρήσουμε ότι σε κάποια τέτοια ενασχόληση είμαστε σε μια κατάσταση αβίαστης επίγνωσης, όπου το σώμα, το μυαλό και η ψυχή μας είναι σε φάση εγρήγορσης, περιέργειας, ενεργοποίησης, επαφής με το «εδώ και τώρα» και με κίνητρο να διακριθούμε. Αυτή η στιγμή διαύγειας είναι αρκετά ουσιαστική και διαχρονική για όσους τη βιώνουν. Μπορούμε όλοι να το βιώσουμε αυτό.
Σύμφωνα με τον Csikszentmihalyi (1990), ροή είναι η ευχαρίστηση που βιώνουμε όταν αντιλαμβανόμαστε ότι οι δεξιότητές μας ταιριάζουν με τις διαφαινόμενες προκλήσεις μιας συγκεκριμένης δραστηριότητας.
Η ευτυχία προκύπτει με φυσικό τρόπο όταν είμαστε σε «ροή», καθώς ο νους είναι ελεύθερος από σκέψεις που αποσπούν την προσοχή και είμαστε παρόντες σε αυτό που συμβαίνει στην τρέχουσα χρονική στιγμή, οπότε δεν μπορούν να προκύψουν οι νευρωτικές φαντασιώσεις τραυμάτων του παρελθόντος και μελλοντικοί φόβοι σε αυτή την κατάσταση. Αυτό μπορεί να συμβαίνει χωρίς να το παρατηρούμε. Για παράδειγμα, καθώς μαγειρεύουμε, περιποιούμαστε τον κήπο, βάφουμε, αθλούμαστε ή συλλέγουμε γραμματόσημα. Όταν αυτό σας συμβαίνει, παρατηρήστε πώς χαίρεστε και η πραγματικότητά σας χαρακτηρίζεται από ενθουσιασμό, διασκέδαση, χαρά, ενεργητικότητα και εγρήγορση.
Όταν ανακαλύψετε αυτή την αίσθηση πάθους, ροής ή σκοπού, θα βρείτε την ευτυχία μέσα από την επιδίωξη αυτού που ονειρεύεστε. Σύμφωνα με έρευνες, η έλλειψη ευχαρίστησης στην εργασία είναι μια από τις τρεις πιο κοινές αιτίες της αίσθησης αδυναμίας και δυστυχίας στους ανθρώπους. Αν αλλάξετε αυτή την πτυχή της ζωής σας και την μετατρέψετε προς την κατεύθυνση του πάθους και του σκοπού της ζωής σας, θα απαλλαγείτε από ένα σημαντικό παράγοντα στρες και δυσφορίας και θα την αντικαταστήσετε με μια ισχυρή πηγή έμπνευσης και ευτυχίας.
Εάν δεν μπορείτε ακόμα να βρείτε τι σας κάνει να νιώθετε «ροή», τότε ξεκινήστε με μικρά βήματα. Για παράδειγμα, οι μελέτες δείχνουν πως υιοθετώντας τυχαίες πράξεις καλοσύνης και συμπόνιας προς τους άλλους, υπονομεύουμε τις ρίζες της κατάθλιψης και δυστυχίας και δημιουργούμε τα θεμέλια της αληθινής ευτυχίας. Δεν είναι όλοι σε θέση, ούτε υποχρεούνται να κάνουν μια τεράστια αλλαγή στη ζωή τους για να βρουν την ευτυχία. Μπορούμε όμως όλοι να ξεκινήσουμε με μικρά καθημερινά βήματα ανθρωπιάς, ευγένειας πράξεις προσφοράς και καλής θέλησης προς τους άλλους.
Αν κάτι σας συγκινεί, τότε αυτό το κάτι έχει νόημα. Δώστε προσοχή σε ό, τι σας συγκινεί, στα πράγματα που σας επηρεάζουν περισσότερο. Όλα αυτά τα πράγματα έχουν σημασία. Όλα αυτά τα πράγματα έχουν νόημα για σας. Όσο περισσότερο γνωρίζετε τι σας δίνει ζωντάνια, τόσο περισσότερο μπορείτε να στηρίζεστε σε αυτό.
Ποιες είναι οι αλληλεπιδράσεις, τα μηνύματα, οι ιστορίες, τα αποσπάσματα, που σας συγκινούν; Όσο περισσότερο μπορείτε να καταλάβετε τα πράγματα που σας συγκινούν στο παρόν, τόσο περισσότερο μπορείτε να δημιουργήσετε πράγματα που θα συγκινούν εσάς και τους άλλους στο μέλλον.
Τις στιγμές που πέφτουν οι έντονοι ρυθμοί της καθημερινότητας, για παράδειγμα, καθώς ξεκουράζεστε στη βεράντα του σπιτιού σας ή περπατάτε στη φύση, εκείνες τις ώρες όπου σκέφτεστε βαθύτερα ερωτήματα, τι είναι αυτό που σας συγκινεί; Όταν αισθάνεστε την ανάγκη να αποτελέσετε μέρος σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό σας, τι είναι αυτό που σας ελκύει; Ποιο είναι το δικό σας δώρο στον κόσμο;
Αυτά είναι καίρια ζητήματα για όλους μας. Ακόμα κι αν δεν το έχετε ποτέ σκεφτεί, εάν πλησιάζετε την μέση ηλικία ή είστε σε μια περίοδο κρίσης και μετάβασης, αυτό το θέμα μπορεί μόλις τώρα να αναδύεται στη συνείδησή σας. Αν έχετε φτάσει στο σημείο της ψυχολογικής σας εξέλιξης όπου οι βασικές σας ανάγκες καλύπτονται, ενδεχομένως αυτά τα ευρύτερα ερωτήματα να αποτελούν πλέον σημαντική προτεραιότητα για σας.
Ως σκοπό ζωής εννοούμε τη συνεισφορά μας στον κόσμο, η οποία χρησιμοποιεί ολόκληρο τον εαυτό μας πλήρως και δίνει στη ζωή μας πάθος, πληρότητα και νόημα μέσα από την αφοσίωση σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό μας. Θα μπορούσε να είναι έργο κοινωνικής μεταρρύθμισης, υπηρεσία σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη, απελευθέρωση της δημιουργικότητάς μας ή ανάπτυξη του υψηλότερου πνευματικού/ψυχικού μας δυναμικού.
Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΕΝΑ ΣΚΟΠΟ ΖΩΗΣ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕΙ Η ΝΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙ.
Είναι σαφές ότι σε ένα ορισμένο επίπεδο ψυχολογικής ανάπτυξης, χρειάζεται να εντοπίσουμε και να εκδηλώσουμε αυτό το σκοπό. Μπλοκάρισμα στον τομέα αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απάθεια, κατάθλιψη, απελπισία και μια ποικιλία άλλων ψυχολογικών συμπτωμάτων. Μπορεί ακόμη και να οδηγήσει σε σωματικά συμπτώματα. Αντίθετα, η εύρεση και εκπλήρωση του σκοπού της ζωής μας μπορεί να οδηγήσει σε χαρά και ικανοποίηση τέτοιου βάθους που δεν συγκρίνεται με επιδιώξεις που είναι περισσότερο προσανατολισμένες στον εαυτό. Πώς μπορούμε να το καταφέρουμε αυτό; Αρχικά δημιουργούμε ένα χόμπι ή ψυχαγωγικό ενδιαφέρον σε κάτι που μας προσφέρει διασκέδαση, μάθηση και εξέλιξη και γίνεται αβίαστα στη ζωή μας, χωρίς στρες, με «ροή». Κατόπιν μαθαίνουμε να αξιοποιούμε αυτό το ευγενές πάθος, αυτή τη «ροή», με έναν τρόπο που μας φέρνει χαρά ή να τη μετατρέπουμε σε επάγγελμα ή τρόπο για να βγάζουμε τα προς το ζην.
Ο καλύτερος τρόπος για να βρούμε το πάθος ή τη «ροή» είναι απλά να ζούμε τη ζωή και να δοκιμάζουμε διαφορετικές εμπειρίες μέσα σε ένα ευρύ φάσμα δυνατοτήτων. Μια μέρα θα παρατηρήσουμε ότι σε κάποια τέτοια ενασχόληση είμαστε σε μια κατάσταση αβίαστης επίγνωσης, όπου το σώμα, το μυαλό και η ψυχή μας είναι σε φάση εγρήγορσης, περιέργειας, ενεργοποίησης, επαφής με το «εδώ και τώρα» και με κίνητρο να διακριθούμε. Αυτή η στιγμή διαύγειας είναι αρκετά ουσιαστική και διαχρονική για όσους τη βιώνουν. Μπορούμε όλοι να το βιώσουμε αυτό.
Σύμφωνα με τον Csikszentmihalyi (1990), ροή είναι η ευχαρίστηση που βιώνουμε όταν αντιλαμβανόμαστε ότι οι δεξιότητές μας ταιριάζουν με τις διαφαινόμενες προκλήσεις μιας συγκεκριμένης δραστηριότητας.
Η ευτυχία προκύπτει με φυσικό τρόπο όταν είμαστε σε «ροή», καθώς ο νους είναι ελεύθερος από σκέψεις που αποσπούν την προσοχή και είμαστε παρόντες σε αυτό που συμβαίνει στην τρέχουσα χρονική στιγμή, οπότε δεν μπορούν να προκύψουν οι νευρωτικές φαντασιώσεις τραυμάτων του παρελθόντος και μελλοντικοί φόβοι σε αυτή την κατάσταση. Αυτό μπορεί να συμβαίνει χωρίς να το παρατηρούμε. Για παράδειγμα, καθώς μαγειρεύουμε, περιποιούμαστε τον κήπο, βάφουμε, αθλούμαστε ή συλλέγουμε γραμματόσημα. Όταν αυτό σας συμβαίνει, παρατηρήστε πώς χαίρεστε και η πραγματικότητά σας χαρακτηρίζεται από ενθουσιασμό, διασκέδαση, χαρά, ενεργητικότητα και εγρήγορση.
Όταν ανακαλύψετε αυτή την αίσθηση πάθους, ροής ή σκοπού, θα βρείτε την ευτυχία μέσα από την επιδίωξη αυτού που ονειρεύεστε. Σύμφωνα με έρευνες, η έλλειψη ευχαρίστησης στην εργασία είναι μια από τις τρεις πιο κοινές αιτίες της αίσθησης αδυναμίας και δυστυχίας στους ανθρώπους. Αν αλλάξετε αυτή την πτυχή της ζωής σας και την μετατρέψετε προς την κατεύθυνση του πάθους και του σκοπού της ζωής σας, θα απαλλαγείτε από ένα σημαντικό παράγοντα στρες και δυσφορίας και θα την αντικαταστήσετε με μια ισχυρή πηγή έμπνευσης και ευτυχίας.
Εάν δεν μπορείτε ακόμα να βρείτε τι σας κάνει να νιώθετε «ροή», τότε ξεκινήστε με μικρά βήματα. Για παράδειγμα, οι μελέτες δείχνουν πως υιοθετώντας τυχαίες πράξεις καλοσύνης και συμπόνιας προς τους άλλους, υπονομεύουμε τις ρίζες της κατάθλιψης και δυστυχίας και δημιουργούμε τα θεμέλια της αληθινής ευτυχίας. Δεν είναι όλοι σε θέση, ούτε υποχρεούνται να κάνουν μια τεράστια αλλαγή στη ζωή τους για να βρουν την ευτυχία. Μπορούμε όμως όλοι να ξεκινήσουμε με μικρά καθημερινά βήματα ανθρωπιάς, ευγένειας πράξεις προσφοράς και καλής θέλησης προς τους άλλους.
Αν κάτι σας συγκινεί, τότε αυτό το κάτι έχει νόημα. Δώστε προσοχή σε ό, τι σας συγκινεί, στα πράγματα που σας επηρεάζουν περισσότερο. Όλα αυτά τα πράγματα έχουν σημασία. Όλα αυτά τα πράγματα έχουν νόημα για σας. Όσο περισσότερο γνωρίζετε τι σας δίνει ζωντάνια, τόσο περισσότερο μπορείτε να στηρίζεστε σε αυτό.
Ποιες είναι οι αλληλεπιδράσεις, τα μηνύματα, οι ιστορίες, τα αποσπάσματα, που σας συγκινούν; Όσο περισσότερο μπορείτε να καταλάβετε τα πράγματα που σας συγκινούν στο παρόν, τόσο περισσότερο μπορείτε να δημιουργήσετε πράγματα που θα συγκινούν εσάς και τους άλλους στο μέλλον.
Η απολογία ενός "τρελού"
Κάποτε κλήθηκε ο Ιπποκράτης στα Άβδηρα να εξετάσει για τρέλα τον Δημόκριτο, διότι υπήρχαν παράπονα για αυτόν ότι δεν φέρεται φυσιολογικά, και ότι γελάει με παράξενο τρόπο, κάθε φορά που αντίκριζε ανθρώπους.
Ακολουθεί μέρος της «εξέτασης».
Ιπποκράτης: Λέγε στο όνομα των Θεών, μήπως λοιπόν όλος ο κόσμος νοσεί χωρίς να το αντιλαμβάνεται και δε μπορεί να ζητήσει από πουθενά βοήθεια για θεραπεία, γιατί τι θα υπήρχε πέρα από αυτόν;
Δημόκριτος: Υπάρχουν άπειροι κόσμοι Ιπποκράτη και μη παίρνεις για τόσο λίγη και μικρή τη φύση που έχει τόσο πλούτο.
Ιπποκράτης: Αλλά αυτά Δημόκριτε, θα τα διδάξεις άλλη στιγμή πιο κατάλληλη, γιατί τώρα φοβάμαι μήπως και για το άπειρο ακόμη συζητώντας αρχίσεις να γελάς. Τώρα όμως ξέρε πως θα δώσεις λόγο στον κόσμο για το γέλιο σου.
Εκείνος τότε με κοίταξε έντονα και είπε:
«Εσύ νομίζεις πως δύο είναι οι αιτίες του γέλιου μου, τα καλά και τα άσχημα.
Εγώ όμως γελώ με ένα μόνο, τον άνθρωπο, τον γεμάτο ανοησία, κενό από οτιδήποτε σωστό, που όλα του τα σχέδια μοιάζουν με του μικρού παιδιού και που υποφέρει τους αβάσταχτους μόχθους χωρίς να υπάρχει καμιά ωφέλεια.
Τον άνθρωπο που χωρίς να γνωρίζει μέτρο στην επιθυμία του πορεύεται ως τα πέρατα της γης και τα έγκατά της που δεν έχουν όρια, λιώνοντας το ασήμι και το χρυσάφι που ποτέ δεν σταματά να αποκτά, πάντα κάνοντας θόρυβο για περισσότερα για να μην πέσει σε λιγότερα και δεν ντρέπεται να ονομάζεται ευτυχισμένος, ενώ σκάβει στα βάθη της γης χρησιμοποιώντας αλυσοδεμένα χέρια, ανθρώπων από τους οποίους σε άλλους υποχωρεί η γη και τους πλακώνει και άλλους ο καταναγκασμός αυτός τους κρατάει χρόνια σε αυτή την κόλαση σαν να ήταν η πατρίδα τους, μαζεύοντας ασήμι και χρυσό, ψάχνοντας ίχνη της σκόνης και ψήγματα, σηκώνοντας εδώ κι εκεί σωρούς από άμμο, ανοίγοντας τις φλέβες της γης, σπάζοντας τους σβώλους και το χώμα για την απόκτηση περιουσίας, κάνοντας τη μητέρα γη εχθρική και άλλοτε θαυμάζοντάς την κι άλλοτε καταπατώντας την, ενώ αυτή είναι πάντοτε η ίδια.
Πόσο γέλιο προκαλεί την επίμοχθη και κρυφή γη να αγαπούν και να υβρίζουν τη φανερή.
Άλλοι αγοράζουν σκυλιά, άλλοι άλογα κι άλλοι βάζοντας σύνορα σε μια μεγάλη περιοχή την ονομάζουν ιδιωτική τους περιουσία. Άλλοι πάλι που θέλουν να έχουν στην κατοχή τους μεγάλη έκταση, δεν το μπορούν μόνοι τους. Τότε σπεύδουν να παντρευτούν γυναίκες που ύστερα από λίγο καιρό τις διώχνουν, τις αγαπούν, τις μισούν, κάνουν παιδιά επειδή τα θέλουν κι ύστερα τα διώχνουν τελείως.
Τι είναι αυτή η κενή από περιεχόμενο και αλόγιστη βιασύνη που σε τίποτα δεν διαφέρει από τη μανία;
Πολεμούν τους ομοφύλους τους και δεν επιθυμούν την ησυχία. Στήνουν ενέδρες στους βασιλιάδες, διαπράττουν φόνους, σκάβουν τη γη ζητώντας ασήμι κι όταν το βρουν θέλουν να αγοράσουν γη κι όταν αγοράσουν τη γη πουλούν τους καρπούς της και πουλώντας τους καρπούς της πάλι παίρνουν ασήμι. Πώς βρίσκονται συνέχεια σε μεταβολή, πώς μεταβάλλουν συνέχεια την κατάστασή τους.
Όταν δεν έχουν περιουσία, ποθούν να την αποκτήσουν, όταν την έχουν την κρύβουν, την εξαφανίζουν. Κοροϊδεύω εκείνους που τους συμβαίνουν ατυχίες, γελάω ακόμη περισσότερο με εκείνους που είναι δυστυχισμένοι, γιατί έχουν παραβεί τους νόμους της αλήθειας, φιλονικώντας με έχθρα μεταξύ τους, μαλώνοντας με τ’ αδέρφια τους, τα παιδιά τους, τους συμπολίτες τους, κι όλα τούτα τα κάνουν για ν’ αποκτήσουν πράγματα που κανείς όταν πεθάνει δεν τα εξουσιάζει.
Σκοτώνουν ο ένας τον άλλον, δεν σέβονται τους νόμους, αδιαφορούν για τη δύσκολη κατάσταση των φίλων και της πατρίδας τους, πλουτίζουν με πράγματα ανάξια που δεν έχουν ψυχή, δίνουν όλη την περιουσία τους για να αγοράσουν ανδριάντες, γιατί τους φαίνεται πως τα αγάλματα μιλούν, αλλά τους ανθρώπους που μιλούν λέγοντας την αλήθεια τους μισούν. Ζητούν ότι τους είναι δύσκολο, γιατί όταν κατοικούν στη στεριά ποθούν τη θάλασσα κι όταν μένουν σε νησί ποθούν την ηπειρωτική χώρα κι όλα τα διαστρέφουν με βάση τη δική τους επιθυμία. Φαίνονται πως επαινούν την ανδρεία στον πόλεμο, αλλά κάθε μέρα νικιούνται από την ακολασία, τη φιλαργυρία κι όλα τα άλλα πάθη από τα οποία πάσχουν. Είναι όλοι τους Θερσίτες της ζωής.
Τώρα, όμως, καθώς χάνουν το μυαλό τους και γεμίζουν αλαζονεία για όσα υπάρχουν στη ζωή, σαν αυτά να ήταν πάντα σταθερά, χωρίς να περνά από τον νου τους πόσο άτακτη είναι η πορεία των πραγμάτων, είναι δύσκολο να διδαχτούν. Γιατί θα αρκούσε για να τους φρονηματίσει η μεταβολή των πάντων, που κάνοντας απότομη στροφή μας επιτίθεται και επινοεί κάθε είδους αιφνιδιαστική τροχηλασία.
Αυτοί, όμως, σαν να βάδιζαν σε σταθερό και σίγουρο δρόμο, ξεχνούν τις συμφορές που τους βρίσκουν συνεχώς και με διάφορους τρόπους επιθυμούν αυτά που φέρνουν λύπη, επιζητούν εκείνα που τους βλάπτουν και ρίχνονται σε μεγάλες συμφορές.
Γιατί λοιπόν, Ιπποκράτη, μέμφθηκες το γέλιο μου; Γιατί κανένας δεν γελά με τη δική του ανοησία, αλλά καθένας κοροϊδεύει την ανοησία του άλλου. Το γέλιο μου κατακρίνει την απερισκεψία των ανθρώπων, το ότι δεν έχουν ούτε μάτια ούτε αυτιά.»
Φεύγοντας, έφτασα τους Αβδηρίτες που με περίμεναν στον λόφο απ’ όπου παρακολουθούσαν και τους είπα: Μεγάλη χάρη σας χρωστώ για την πρόσκλησή σας- γιατί είδα τον Δημόκριτο, τον σοφότατο, που διερεύνησε και κατάλαβε την πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης, τον μόνο που έχει τη δύναμη να σωφρονίσει τους ανθρώπους.
Ακολουθεί μέρος της «εξέτασης».
Ιπποκράτης: Λέγε στο όνομα των Θεών, μήπως λοιπόν όλος ο κόσμος νοσεί χωρίς να το αντιλαμβάνεται και δε μπορεί να ζητήσει από πουθενά βοήθεια για θεραπεία, γιατί τι θα υπήρχε πέρα από αυτόν;
Δημόκριτος: Υπάρχουν άπειροι κόσμοι Ιπποκράτη και μη παίρνεις για τόσο λίγη και μικρή τη φύση που έχει τόσο πλούτο.
Ιπποκράτης: Αλλά αυτά Δημόκριτε, θα τα διδάξεις άλλη στιγμή πιο κατάλληλη, γιατί τώρα φοβάμαι μήπως και για το άπειρο ακόμη συζητώντας αρχίσεις να γελάς. Τώρα όμως ξέρε πως θα δώσεις λόγο στον κόσμο για το γέλιο σου.
Εκείνος τότε με κοίταξε έντονα και είπε:
«Εσύ νομίζεις πως δύο είναι οι αιτίες του γέλιου μου, τα καλά και τα άσχημα.
Εγώ όμως γελώ με ένα μόνο, τον άνθρωπο, τον γεμάτο ανοησία, κενό από οτιδήποτε σωστό, που όλα του τα σχέδια μοιάζουν με του μικρού παιδιού και που υποφέρει τους αβάσταχτους μόχθους χωρίς να υπάρχει καμιά ωφέλεια.
Τον άνθρωπο που χωρίς να γνωρίζει μέτρο στην επιθυμία του πορεύεται ως τα πέρατα της γης και τα έγκατά της που δεν έχουν όρια, λιώνοντας το ασήμι και το χρυσάφι που ποτέ δεν σταματά να αποκτά, πάντα κάνοντας θόρυβο για περισσότερα για να μην πέσει σε λιγότερα και δεν ντρέπεται να ονομάζεται ευτυχισμένος, ενώ σκάβει στα βάθη της γης χρησιμοποιώντας αλυσοδεμένα χέρια, ανθρώπων από τους οποίους σε άλλους υποχωρεί η γη και τους πλακώνει και άλλους ο καταναγκασμός αυτός τους κρατάει χρόνια σε αυτή την κόλαση σαν να ήταν η πατρίδα τους, μαζεύοντας ασήμι και χρυσό, ψάχνοντας ίχνη της σκόνης και ψήγματα, σηκώνοντας εδώ κι εκεί σωρούς από άμμο, ανοίγοντας τις φλέβες της γης, σπάζοντας τους σβώλους και το χώμα για την απόκτηση περιουσίας, κάνοντας τη μητέρα γη εχθρική και άλλοτε θαυμάζοντάς την κι άλλοτε καταπατώντας την, ενώ αυτή είναι πάντοτε η ίδια.
Πόσο γέλιο προκαλεί την επίμοχθη και κρυφή γη να αγαπούν και να υβρίζουν τη φανερή.
Άλλοι αγοράζουν σκυλιά, άλλοι άλογα κι άλλοι βάζοντας σύνορα σε μια μεγάλη περιοχή την ονομάζουν ιδιωτική τους περιουσία. Άλλοι πάλι που θέλουν να έχουν στην κατοχή τους μεγάλη έκταση, δεν το μπορούν μόνοι τους. Τότε σπεύδουν να παντρευτούν γυναίκες που ύστερα από λίγο καιρό τις διώχνουν, τις αγαπούν, τις μισούν, κάνουν παιδιά επειδή τα θέλουν κι ύστερα τα διώχνουν τελείως.
Τι είναι αυτή η κενή από περιεχόμενο και αλόγιστη βιασύνη που σε τίποτα δεν διαφέρει από τη μανία;
Πολεμούν τους ομοφύλους τους και δεν επιθυμούν την ησυχία. Στήνουν ενέδρες στους βασιλιάδες, διαπράττουν φόνους, σκάβουν τη γη ζητώντας ασήμι κι όταν το βρουν θέλουν να αγοράσουν γη κι όταν αγοράσουν τη γη πουλούν τους καρπούς της και πουλώντας τους καρπούς της πάλι παίρνουν ασήμι. Πώς βρίσκονται συνέχεια σε μεταβολή, πώς μεταβάλλουν συνέχεια την κατάστασή τους.
Όταν δεν έχουν περιουσία, ποθούν να την αποκτήσουν, όταν την έχουν την κρύβουν, την εξαφανίζουν. Κοροϊδεύω εκείνους που τους συμβαίνουν ατυχίες, γελάω ακόμη περισσότερο με εκείνους που είναι δυστυχισμένοι, γιατί έχουν παραβεί τους νόμους της αλήθειας, φιλονικώντας με έχθρα μεταξύ τους, μαλώνοντας με τ’ αδέρφια τους, τα παιδιά τους, τους συμπολίτες τους, κι όλα τούτα τα κάνουν για ν’ αποκτήσουν πράγματα που κανείς όταν πεθάνει δεν τα εξουσιάζει.
Σκοτώνουν ο ένας τον άλλον, δεν σέβονται τους νόμους, αδιαφορούν για τη δύσκολη κατάσταση των φίλων και της πατρίδας τους, πλουτίζουν με πράγματα ανάξια που δεν έχουν ψυχή, δίνουν όλη την περιουσία τους για να αγοράσουν ανδριάντες, γιατί τους φαίνεται πως τα αγάλματα μιλούν, αλλά τους ανθρώπους που μιλούν λέγοντας την αλήθεια τους μισούν. Ζητούν ότι τους είναι δύσκολο, γιατί όταν κατοικούν στη στεριά ποθούν τη θάλασσα κι όταν μένουν σε νησί ποθούν την ηπειρωτική χώρα κι όλα τα διαστρέφουν με βάση τη δική τους επιθυμία. Φαίνονται πως επαινούν την ανδρεία στον πόλεμο, αλλά κάθε μέρα νικιούνται από την ακολασία, τη φιλαργυρία κι όλα τα άλλα πάθη από τα οποία πάσχουν. Είναι όλοι τους Θερσίτες της ζωής.
Τώρα, όμως, καθώς χάνουν το μυαλό τους και γεμίζουν αλαζονεία για όσα υπάρχουν στη ζωή, σαν αυτά να ήταν πάντα σταθερά, χωρίς να περνά από τον νου τους πόσο άτακτη είναι η πορεία των πραγμάτων, είναι δύσκολο να διδαχτούν. Γιατί θα αρκούσε για να τους φρονηματίσει η μεταβολή των πάντων, που κάνοντας απότομη στροφή μας επιτίθεται και επινοεί κάθε είδους αιφνιδιαστική τροχηλασία.
Αυτοί, όμως, σαν να βάδιζαν σε σταθερό και σίγουρο δρόμο, ξεχνούν τις συμφορές που τους βρίσκουν συνεχώς και με διάφορους τρόπους επιθυμούν αυτά που φέρνουν λύπη, επιζητούν εκείνα που τους βλάπτουν και ρίχνονται σε μεγάλες συμφορές.
Γιατί λοιπόν, Ιπποκράτη, μέμφθηκες το γέλιο μου; Γιατί κανένας δεν γελά με τη δική του ανοησία, αλλά καθένας κοροϊδεύει την ανοησία του άλλου. Το γέλιο μου κατακρίνει την απερισκεψία των ανθρώπων, το ότι δεν έχουν ούτε μάτια ούτε αυτιά.»
Φεύγοντας, έφτασα τους Αβδηρίτες που με περίμεναν στον λόφο απ’ όπου παρακολουθούσαν και τους είπα: Μεγάλη χάρη σας χρωστώ για την πρόσκλησή σας- γιατί είδα τον Δημόκριτο, τον σοφότατο, που διερεύνησε και κατάλαβε την πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης, τον μόνο που έχει τη δύναμη να σωφρονίσει τους ανθρώπους.
Προστάτευε με στοργή, και με θυσίες, το σώμα σου
Μερικοί πολύ χρήσιμοι για τη ζωή, πρακτικοί κανόνες πού χρέος άλλα και συμφέρον έχει ο φρόνιμος άνθρωπος να τους προσέξει. Θα τους διατυπώσω αφού προτάξω ένα μικρό προοίμιο που αν δίνει την εντύπωση παραδοξολογίας, τούτο οφείλεται μόνο στη διατύπωση και όχι στο νόημά του.
Το σώμα μας έφτιαξε. Τα χέρια έκαναν το νου μας να ξυπνήσει και τη σκέψη μας να οργανωθεί. Αν τώρα ο νους προστάζει και τα χέρια εκτελούν, στην αρχή δεν ήταν έτσι τα πράγματα τα χέρια πρόσταζαν και ο νους εκτελούσε. Αυτά γύμνασαν, οδήγησαν, φώτισαν τη σκέψη μας. Αυτά μας δίδαξαν τις πρώτες μεθόδους: πως να συγκρατούμε, να χωρίζομε και να ενώνομε, δηλαδή να παρατηρούμε, να κρίνομε και να συλλογιζόμαστε.
Και τα πόδια μας εκίνησαν, μας έβγαλαν από την κατάσταση του φυτού. Μας μετατόπισαν στο χώρο και μας απελευθέρωσαν από τις «ρίζες». Κ’ έτσι μας έδωσαν την πρώτη αίσθηση της ελευθερίας.
Και το κεφάλι; Αυτό μας εσήκωσε ψηλά. Το σήκωμα προς τα απάνω, η όρθωση, έκανε τον άνθρωπο. Από την ώρα που ο μακρινός πρόγονος κατόρθωσε να σηκωθεί και να σταθεί στα δύο του πόδια με το κεφάλι ψηλά, είδε τον ουρανό και μέσα του ένιωσε την πρώτη του αγωνία. Αν τα χέρια μας εδίδαξαν πώς να σκεπτόμαστε, αν τα πόδια μας ελευθέρωσαν, το κεφάλι μας έδωσε τη μεταφυσικήν ανησυχία και ανάταση.
«Σέβον η το σώμα σου, τίμα το σώμα σου» θα είναι η πρώτη παραίνεση.
Αν το σώμα μας είμαστε εμείς, και όχι ένας άλλος που τον έχομε φορτωθεί όπως ο σαλίγκαρος το καυκί του, αν εδώ δεν υπάρχουν δύο: το όχημα και ο ήνίοχος, άλλα το ίδιο το όχημα είναι ο ηνίοχος ο και ο ίδιος ηνίοχος είναι το όχημα, τότε όποιος σέβεται και τιμά το σώμα του σέβεται και τιμά τον εαυτό του, και όποιος δεν σέβεται ούτε τιμά το σώμα του δεν σέβεται ούτε τιμά τον εαυτό του.
Σ’ αυτή την αλήθεια απάνω μπορεί να οικοδομήσει κανείς όχι μόνο μιαν υγιεινή αλλά και μιαν Ηθική. Διδάξετε τους νέους να σέβονται το σώμα τους και θα γίνουν ευπρεπείς δεν θα επιτρέψουν στην οκνηρία και στην ακρασία να ασχημύνει το κορμί τους. Διδάξετε τους να τιμούν το σώμα τους και θα γίνουν εγκρατείς δεν θα παραδίνονται στις βάναυσες ηδονές ή στις χρείες των άλλων. Γιατί και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση το σώμα εξευτελίζεται, γίνεται όργανο ταπεινό και ντροπιάζεται.
Θα συμβούλευα στον φρόνιμο όχι την κομψότητα άλλα τη χάρη .Η χάρη επιβάλλεται με τη φυσικότητα και την ειλικρίνεια, την άνεση που τη χαρακτηρίζει. Χαριτωμένος αξίζει να ονομάζεται εκείνος πού παρουσιάζει στο ντύσιμο, στις κινήσεις, στους τρόπους του μια τελειότητα με μεγάλην άνεση. Ακριβώς επειδή ή τελειότητα αυτή είναι τόσο άνετη, δίνει στους άλλους την εντύπωση της ευκολίας, έως ότου δοκιμάσουν και εκείνοι να τη μιμηθούν, οπότε καταλαβαίνουν πόσο δύσκολη είναι, γιατί όταν τού λείπει το τάλαντο (και εδώ το χάρισμα είναι απαραίτητο), με την προσπάθεια που κάνει κανείς για να τη φτάσει, τη χάνει. Αν έχει έναν εχθρό η χάρη, αυτός είναι η προσπάθεια.
«Η μηχανή με την εισβολή της στη ζωή σου θα παραμορφώσει, θα φθείρει το σώμα σου· μην παραδίνεσαι στους πειρασμούς της».
Η εκπληκτική πρόοδος της τεχνολογίας στους χρόνους μας έχει επιβάλει την τυραννία τού εργαλείου. Τα πρώτα εργαλεία πού κατασκεύασε ο άνθρωπος, για να αλλάξει το φυσικό περιβάλλον και να το προσαρμόσει στις ανάγκες του, ήταν προεκτάσεις και συμπληρώσεις των αισθητήριων οργάνων και των άκρων του, των χεριών και των ποδιών του. Έπρεπε να καλύψει αποστάσεις, να κάμψει αντιστάσεις, να επιτύχει δυσανάλογα προς τις φυσικές δυνάμεις του αποτελέσματα, να ασφαλιστεί από την πείνα, το ψύχος, το σκοτάδι, την αρρώστια, τους εχθρούς —και για τούτο επινόησε ολοένα πιο περίπλοκες, πιο σίγουρες, πιο αποδοτικές μηχανές.
Αλλά οι υπηρέτες αυτοί, με τον καιρό, απομακρύνθηκαν από τα ανθρώπινα σχήματα, ξεπέρασαν και τις άμεσες ανθρώπινες χρείες, και αντί να υπακούουν στη θέληση μας, πάνε να επιβάλουν το δικό τους νόμο στον τράχηλό μας. Το σώμα μας φθείρεται πρόωρα από τα προϊόντα τους(τις τροφές και τα ποτά πού παρασκευάζουν), τα όργανά μας ατροφούν, τα άκρα μας αχρηστεύονται από τις “ευκολίες” που προσφέρουν (στην πληροφοριοδότηση, στη μετακίνηση, στους λογαριασμούς μας).
Κάτω από την τυραννία τους ο άνθρωπος, αν δεν εξολοθρευτεί, κινδυνεύει να πάθει σωματικές αναπηρίες και αλλοιώσεις σε κλίμακα πού δεν εγνώρισε ως τώρα η ιστορία τού είδους, με αναπόφευκτη συνέπεια να στερηθεί, μαζί με τη χαρά της ζωής, και αυτήν ακόμη την προσωπικότητά του.
Πως να αντιδράσομε στον κίνδυνο; Μη μπαίνοντας απερίσκεπτα (σαν τα άμυαλα παιδιά) στον ζυγό της μηχανής μη αναγνωρίζοντας σ αυτήν το δικαίωμα να μας υποδουλώσει. Τα εργαλεία έγιναν για να καλυτερεύουν τη ζωή, να ελευθερώνουν τον άνθρωπο από τις ανάγκες πού τον πιέζουν όταν δεν τους δίνομε τη θέση που τους ταιριάζει, παρά τους επιτρέπομαι, χάρη στις ανέσεις πού μας προσφέρουν, να μας θυσιάζουν, έχομε ηττηθεί —όχι απ’ αυτά άλλα από την απερισκεψία μας.
Θα ήταν μωρός εκείνος που θα αποφάσιζε να συστήσει την επάνοδο στη δήθεν παραδεισιακήν απλότητα των πρωτογενών κοινωνιών (ακόμη κι αν ήταν τούτο κατορθωτό, που δεν είναι) το τίμημα στην πρόοδο άξιζε να πληρωθεί, και το πληρώσαμε. Δεν συμβουλεύω λοιπόν αυτό, άλλα τούτο μόνο: με τον τρόπο που θα οργανώσομε τη ζωή μας: το επάγγελμα, την εκπαίδευση, την ψυχαγωγία μας, τα όργανα της ελευθερίας να μη γίνουν όπλα καταδούλωσης.
Πολλές φορές η επιτυχία δεν εξαρτάται από μας, άλλοτε πάλι υπερβαίνει τις δυνάμεις μας. Ο καθένας όμως είναι υπεύθυνος για τις καταστάσεις που μπορεί να ελέγξει, και επειδή ελέγχομαι, ευτυχώς, πολλές ακόμη, η ολιγωρία θα μας καταλογιστεί. Γιατί, όπως εξηγήσαμε, δεν γίνεται να παραδοθεί το «σώμα» χωρίς να προδοθεί η ψυχή, ή να παραδοθεί ή «ψυχή» χωρίς να προδοθεί το «σώμα».
3. «Προστάτευε με στοργή, και με θυσίες, το σώμα σου (προλαβαίνοντας, όσο είναι δυνατόν, και στην ανάγκη επανορθώνοντας τη φθορά του) άλλα γνώριζε ότι η υγεία δεν είναι πάντοτε αγαθό, γίνεται αγαθό και ή αρρώστια δεν είναι πάντοτε κακό γίνεται κακό».
Η υγεία γίνεται αγαθό μόνο για κείνον πού μπορεί να τη χαρεί και να την αξιοποιήσει και η αρρώστια γίνεται κακό μόνο για κείνον που κρύβεται πίσω της για ν αποφύγει ευθύνες, ή βιάζεται να τη θεωρήσει οριστική καταστροφή και παραιτείται από τη σωτηρία. Ν’ αγρυπνούμε για να διατηρεί το σώμα μας την ακμή και την ισορροπία του όχι και να τρέμομε για την υγεία μας, τόσο που η περιφρούρησή της να γίνει η αποκλειστική έγνοια της ζωής μας μια τόσο υπερβολική προσήλωση είναι ήδη αρρώστια, ή τουλάχιστον η αρχή της αρρώστιας.
Ο υγιής δεν έχει λόγο να απασχολείται διαρκώς με την κατάσταση του σώματός του, ούτε βρίσκεται πάντοτε σε συναγερμό, για να προφτάσει τάχα το ατύχημα που πρόκειται να του συμβεί μοιάζει με τον καπετάνιο που δεν έχει κολλήσει στο τιμόνι, άλλα τριγυρνά στό πλοίο ξένοιαστος, γιατί ξέρει ότι κάθε άντρας του πληρώματος, από το ναυτόπαιδο έως τον υποπλοίαρχο, βρίσκεται στη θέση του και κάνει τη δουλειά του· θα τον φωνάξουν όταν χρειαστεί, και τότε θα τρέξει να προλάβει το κακό.
Δεν μας λείπει μόνο η αγωγή της υγείας, μας λείπει και η αγωγή της αρρώστιας. Με την πρώτη εισβολή τού εχθρού μας πιάνει πανικός, και έτσι οι ίδιοι ετοιμάζομαι τον όλεθρό μας· ή αρχίζαμε να βρίσκομε την ήττα μας συμφέρουσα, και την προεξοφλούμε για να μη χάσομε τίποτα από τα πιθανά κέρδη της. Του φρόνιμου ανθρώπου η στάση είναι και στην περίπτωση αυτή εντελώς διαφορετική. Όχι μόνο συμφιλιώνεται με την κακή κατάσταση της υγείας του (εάν παρ’ όλες τις προσπάθειές του δεν διορθώνεται παρά επιμένει, ή και χειροτερεύει), όχι μόνο υποφέρει μ’ εγκαρτέρηση και αξιοπρέπεια τα δεινά της αρρώστιας του, άλλα γίνεται ικανός και να επωφεληθεί από την αναπηρία του ωφελείται ο ίδιος απ’ αυτήν με τον αγώνα ν’ αποκτήσει ένα αγαθό πολυτιμότερο από την υγεία, ωφελεί και τους άλλους με την πιο εντατική χρησιμοποίηση των δυνάμεων πού ακόμα διαθέτει.
Όπως ή καλή υγεία μπορεί τούς απερίσκεπτους να τούς ζημιώσει γινόμενη εμπόδιο στην ανάπτυξη των προσόντων τους, επειδή τους ενθαρρύνει να σπαταλούν αλόγιστα τα φυσικά τους κεφάλαια, έτσι και η αρρώστια μπορεί, σε όσους ξέρουν να συντάξουν με γενναιοφροσύνη τη ζωή τους μεθοδεύοντας τις σωματικές τους αδυναμίες με υπομονή και προνοητικότητα, να γίνει όχι τροχοπέδη άλλα συνεργάτης.
Εμπόδισε τον van Gogh η σχιζοφρένεια, τον Ντοστογιέφσκι η επιληψία, τον Beethoven η βαρηκοΐα, τον Spinosa η φυματίωση— να προσφέρουν στην παιδεία μας τον πλούτο του πνεύματός τους; Δεν μεγαλούργησαν από την αρρώστια τους (όπως κακώς υποθέτουν εκείνοι που θεωρούν τη μεγαλοφυΐα αδελφή της αρρώστιας)· μεγαλούργησαν παρά την αρρώστια τους, συντροφεμένοι από την αρρώστια τους.
Δεν είναι λοιπόν (πάντοτε και με οποιουσδήποτε όρους) αγαθό η υγεία, ούτε είναι (πάντοτε και με οποιουσδήποτε όρους) κακό η αρρώστια. Γίνεται και η μία και η άλλη το ένα ή το άλλο κατά τον τρόπο και από τον τρόπο πού τις αντιμετωπίζει ό άνθρωπος στη ζωή του, κατά τον τρόπο και από τον τρόπο πού τις τοποθετεί μέσα στο πρόγραμμα των επιδιώξεων, στον κώδικα των σκοπών του.
Τόσο πιο σίγουρα ιππεύει το δίτροχό του και τόσο πιο γρήγορα τρέχει ο ποδηλάτης, όσο βλέπει πιο μακριά μπροστά του μόλις προσηλώσει το βλέμμα του κοντά και κοιτάξει τα πόδια του, χάνει την ισορροπία και πέφτει. Όταν αναφτερώνει τον νου μας ένα πρόγραμμα μακράς πνοής, έχομε λ.χ. αφιερωθεί στη διακονία μιας υψηλής ιδέας και επιστρατέψει όλες τις δυνάμεις μας για τη νίκη της, η υγεία παίρνει νόημα και άξια, ως μέσον για το σκοπό πού έχομε θέσει —και η αρρώστια, αν μας τύχει ένας τέτοιος κλήρος, περνάει στο δεύτερο επίπεδο. Δεν εξαλείφεται βέβαια· απλώς τη λησμονούμε.
Και κάποτε προχωρούμε πιο πέρα: την ευλογούμε που περιόρισε τις άλλες μας δραστηριότητες και μας επέτρεψε να αφοσιωθούμε σε ότι καλύτερο μπορούμε να προσφέρομε με τις δυνάμεις που μας απομένουν.
Αντίθετα, όταν δεν υπάρχει ο μακρινός στόχος, ή υγεία δεν χρησιμεύει ουσιαστικά σε τίποτα, και ή αρρώστια (όχι η βαριά, άλλα και ένας ασήμαντος ακόμη πονόδοντος) εξελίσσεται κάποτε σε τραγωδία.
—«Έδάμασε» λέμε σ’ αυτές τις περιπτώσεις «τη σάρκα μας το πνεύμα» τούτο όμως το σχήμα λόγου είναι απατηλό, με τον δυϊσμό πού παρεισάγει. Καλύτερα να λέμε: η αρρώστια δεν κατάφερε να σπάσει την ενότητα της ψυχής με το σώμα μας, άλλα ίσα – ίσα έκανε πιο συμπαγή, αρμονικότερο—δημιουργικότερο — ευτυχέστερο, τον εαυτό μας την ώρα ακριβώς που διέτρεξε τον μέγιστο κίνδυνο —να διαλυθεί.
Το σώμα μας έφτιαξε. Τα χέρια έκαναν το νου μας να ξυπνήσει και τη σκέψη μας να οργανωθεί. Αν τώρα ο νους προστάζει και τα χέρια εκτελούν, στην αρχή δεν ήταν έτσι τα πράγματα τα χέρια πρόσταζαν και ο νους εκτελούσε. Αυτά γύμνασαν, οδήγησαν, φώτισαν τη σκέψη μας. Αυτά μας δίδαξαν τις πρώτες μεθόδους: πως να συγκρατούμε, να χωρίζομε και να ενώνομε, δηλαδή να παρατηρούμε, να κρίνομε και να συλλογιζόμαστε.
Και τα πόδια μας εκίνησαν, μας έβγαλαν από την κατάσταση του φυτού. Μας μετατόπισαν στο χώρο και μας απελευθέρωσαν από τις «ρίζες». Κ’ έτσι μας έδωσαν την πρώτη αίσθηση της ελευθερίας.
Και το κεφάλι; Αυτό μας εσήκωσε ψηλά. Το σήκωμα προς τα απάνω, η όρθωση, έκανε τον άνθρωπο. Από την ώρα που ο μακρινός πρόγονος κατόρθωσε να σηκωθεί και να σταθεί στα δύο του πόδια με το κεφάλι ψηλά, είδε τον ουρανό και μέσα του ένιωσε την πρώτη του αγωνία. Αν τα χέρια μας εδίδαξαν πώς να σκεπτόμαστε, αν τα πόδια μας ελευθέρωσαν, το κεφάλι μας έδωσε τη μεταφυσικήν ανησυχία και ανάταση.
«Σέβον η το σώμα σου, τίμα το σώμα σου» θα είναι η πρώτη παραίνεση.
Αν το σώμα μας είμαστε εμείς, και όχι ένας άλλος που τον έχομε φορτωθεί όπως ο σαλίγκαρος το καυκί του, αν εδώ δεν υπάρχουν δύο: το όχημα και ο ήνίοχος, άλλα το ίδιο το όχημα είναι ο ηνίοχος ο και ο ίδιος ηνίοχος είναι το όχημα, τότε όποιος σέβεται και τιμά το σώμα του σέβεται και τιμά τον εαυτό του, και όποιος δεν σέβεται ούτε τιμά το σώμα του δεν σέβεται ούτε τιμά τον εαυτό του.
Σ’ αυτή την αλήθεια απάνω μπορεί να οικοδομήσει κανείς όχι μόνο μιαν υγιεινή αλλά και μιαν Ηθική. Διδάξετε τους νέους να σέβονται το σώμα τους και θα γίνουν ευπρεπείς δεν θα επιτρέψουν στην οκνηρία και στην ακρασία να ασχημύνει το κορμί τους. Διδάξετε τους να τιμούν το σώμα τους και θα γίνουν εγκρατείς δεν θα παραδίνονται στις βάναυσες ηδονές ή στις χρείες των άλλων. Γιατί και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση το σώμα εξευτελίζεται, γίνεται όργανο ταπεινό και ντροπιάζεται.
Θα συμβούλευα στον φρόνιμο όχι την κομψότητα άλλα τη χάρη .Η χάρη επιβάλλεται με τη φυσικότητα και την ειλικρίνεια, την άνεση που τη χαρακτηρίζει. Χαριτωμένος αξίζει να ονομάζεται εκείνος πού παρουσιάζει στο ντύσιμο, στις κινήσεις, στους τρόπους του μια τελειότητα με μεγάλην άνεση. Ακριβώς επειδή ή τελειότητα αυτή είναι τόσο άνετη, δίνει στους άλλους την εντύπωση της ευκολίας, έως ότου δοκιμάσουν και εκείνοι να τη μιμηθούν, οπότε καταλαβαίνουν πόσο δύσκολη είναι, γιατί όταν τού λείπει το τάλαντο (και εδώ το χάρισμα είναι απαραίτητο), με την προσπάθεια που κάνει κανείς για να τη φτάσει, τη χάνει. Αν έχει έναν εχθρό η χάρη, αυτός είναι η προσπάθεια.
«Η μηχανή με την εισβολή της στη ζωή σου θα παραμορφώσει, θα φθείρει το σώμα σου· μην παραδίνεσαι στους πειρασμούς της».
Η εκπληκτική πρόοδος της τεχνολογίας στους χρόνους μας έχει επιβάλει την τυραννία τού εργαλείου. Τα πρώτα εργαλεία πού κατασκεύασε ο άνθρωπος, για να αλλάξει το φυσικό περιβάλλον και να το προσαρμόσει στις ανάγκες του, ήταν προεκτάσεις και συμπληρώσεις των αισθητήριων οργάνων και των άκρων του, των χεριών και των ποδιών του. Έπρεπε να καλύψει αποστάσεις, να κάμψει αντιστάσεις, να επιτύχει δυσανάλογα προς τις φυσικές δυνάμεις του αποτελέσματα, να ασφαλιστεί από την πείνα, το ψύχος, το σκοτάδι, την αρρώστια, τους εχθρούς —και για τούτο επινόησε ολοένα πιο περίπλοκες, πιο σίγουρες, πιο αποδοτικές μηχανές.
Αλλά οι υπηρέτες αυτοί, με τον καιρό, απομακρύνθηκαν από τα ανθρώπινα σχήματα, ξεπέρασαν και τις άμεσες ανθρώπινες χρείες, και αντί να υπακούουν στη θέληση μας, πάνε να επιβάλουν το δικό τους νόμο στον τράχηλό μας. Το σώμα μας φθείρεται πρόωρα από τα προϊόντα τους(τις τροφές και τα ποτά πού παρασκευάζουν), τα όργανά μας ατροφούν, τα άκρα μας αχρηστεύονται από τις “ευκολίες” που προσφέρουν (στην πληροφοριοδότηση, στη μετακίνηση, στους λογαριασμούς μας).
Κάτω από την τυραννία τους ο άνθρωπος, αν δεν εξολοθρευτεί, κινδυνεύει να πάθει σωματικές αναπηρίες και αλλοιώσεις σε κλίμακα πού δεν εγνώρισε ως τώρα η ιστορία τού είδους, με αναπόφευκτη συνέπεια να στερηθεί, μαζί με τη χαρά της ζωής, και αυτήν ακόμη την προσωπικότητά του.
Πως να αντιδράσομε στον κίνδυνο; Μη μπαίνοντας απερίσκεπτα (σαν τα άμυαλα παιδιά) στον ζυγό της μηχανής μη αναγνωρίζοντας σ αυτήν το δικαίωμα να μας υποδουλώσει. Τα εργαλεία έγιναν για να καλυτερεύουν τη ζωή, να ελευθερώνουν τον άνθρωπο από τις ανάγκες πού τον πιέζουν όταν δεν τους δίνομε τη θέση που τους ταιριάζει, παρά τους επιτρέπομαι, χάρη στις ανέσεις πού μας προσφέρουν, να μας θυσιάζουν, έχομε ηττηθεί —όχι απ’ αυτά άλλα από την απερισκεψία μας.
Θα ήταν μωρός εκείνος που θα αποφάσιζε να συστήσει την επάνοδο στη δήθεν παραδεισιακήν απλότητα των πρωτογενών κοινωνιών (ακόμη κι αν ήταν τούτο κατορθωτό, που δεν είναι) το τίμημα στην πρόοδο άξιζε να πληρωθεί, και το πληρώσαμε. Δεν συμβουλεύω λοιπόν αυτό, άλλα τούτο μόνο: με τον τρόπο που θα οργανώσομε τη ζωή μας: το επάγγελμα, την εκπαίδευση, την ψυχαγωγία μας, τα όργανα της ελευθερίας να μη γίνουν όπλα καταδούλωσης.
Πολλές φορές η επιτυχία δεν εξαρτάται από μας, άλλοτε πάλι υπερβαίνει τις δυνάμεις μας. Ο καθένας όμως είναι υπεύθυνος για τις καταστάσεις που μπορεί να ελέγξει, και επειδή ελέγχομαι, ευτυχώς, πολλές ακόμη, η ολιγωρία θα μας καταλογιστεί. Γιατί, όπως εξηγήσαμε, δεν γίνεται να παραδοθεί το «σώμα» χωρίς να προδοθεί η ψυχή, ή να παραδοθεί ή «ψυχή» χωρίς να προδοθεί το «σώμα».
3. «Προστάτευε με στοργή, και με θυσίες, το σώμα σου (προλαβαίνοντας, όσο είναι δυνατόν, και στην ανάγκη επανορθώνοντας τη φθορά του) άλλα γνώριζε ότι η υγεία δεν είναι πάντοτε αγαθό, γίνεται αγαθό και ή αρρώστια δεν είναι πάντοτε κακό γίνεται κακό».
Η υγεία γίνεται αγαθό μόνο για κείνον πού μπορεί να τη χαρεί και να την αξιοποιήσει και η αρρώστια γίνεται κακό μόνο για κείνον που κρύβεται πίσω της για ν αποφύγει ευθύνες, ή βιάζεται να τη θεωρήσει οριστική καταστροφή και παραιτείται από τη σωτηρία. Ν’ αγρυπνούμε για να διατηρεί το σώμα μας την ακμή και την ισορροπία του όχι και να τρέμομε για την υγεία μας, τόσο που η περιφρούρησή της να γίνει η αποκλειστική έγνοια της ζωής μας μια τόσο υπερβολική προσήλωση είναι ήδη αρρώστια, ή τουλάχιστον η αρχή της αρρώστιας.
Ο υγιής δεν έχει λόγο να απασχολείται διαρκώς με την κατάσταση του σώματός του, ούτε βρίσκεται πάντοτε σε συναγερμό, για να προφτάσει τάχα το ατύχημα που πρόκειται να του συμβεί μοιάζει με τον καπετάνιο που δεν έχει κολλήσει στο τιμόνι, άλλα τριγυρνά στό πλοίο ξένοιαστος, γιατί ξέρει ότι κάθε άντρας του πληρώματος, από το ναυτόπαιδο έως τον υποπλοίαρχο, βρίσκεται στη θέση του και κάνει τη δουλειά του· θα τον φωνάξουν όταν χρειαστεί, και τότε θα τρέξει να προλάβει το κακό.
Δεν μας λείπει μόνο η αγωγή της υγείας, μας λείπει και η αγωγή της αρρώστιας. Με την πρώτη εισβολή τού εχθρού μας πιάνει πανικός, και έτσι οι ίδιοι ετοιμάζομαι τον όλεθρό μας· ή αρχίζαμε να βρίσκομε την ήττα μας συμφέρουσα, και την προεξοφλούμε για να μη χάσομε τίποτα από τα πιθανά κέρδη της. Του φρόνιμου ανθρώπου η στάση είναι και στην περίπτωση αυτή εντελώς διαφορετική. Όχι μόνο συμφιλιώνεται με την κακή κατάσταση της υγείας του (εάν παρ’ όλες τις προσπάθειές του δεν διορθώνεται παρά επιμένει, ή και χειροτερεύει), όχι μόνο υποφέρει μ’ εγκαρτέρηση και αξιοπρέπεια τα δεινά της αρρώστιας του, άλλα γίνεται ικανός και να επωφεληθεί από την αναπηρία του ωφελείται ο ίδιος απ’ αυτήν με τον αγώνα ν’ αποκτήσει ένα αγαθό πολυτιμότερο από την υγεία, ωφελεί και τους άλλους με την πιο εντατική χρησιμοποίηση των δυνάμεων πού ακόμα διαθέτει.
Όπως ή καλή υγεία μπορεί τούς απερίσκεπτους να τούς ζημιώσει γινόμενη εμπόδιο στην ανάπτυξη των προσόντων τους, επειδή τους ενθαρρύνει να σπαταλούν αλόγιστα τα φυσικά τους κεφάλαια, έτσι και η αρρώστια μπορεί, σε όσους ξέρουν να συντάξουν με γενναιοφροσύνη τη ζωή τους μεθοδεύοντας τις σωματικές τους αδυναμίες με υπομονή και προνοητικότητα, να γίνει όχι τροχοπέδη άλλα συνεργάτης.
Εμπόδισε τον van Gogh η σχιζοφρένεια, τον Ντοστογιέφσκι η επιληψία, τον Beethoven η βαρηκοΐα, τον Spinosa η φυματίωση— να προσφέρουν στην παιδεία μας τον πλούτο του πνεύματός τους; Δεν μεγαλούργησαν από την αρρώστια τους (όπως κακώς υποθέτουν εκείνοι που θεωρούν τη μεγαλοφυΐα αδελφή της αρρώστιας)· μεγαλούργησαν παρά την αρρώστια τους, συντροφεμένοι από την αρρώστια τους.
Δεν είναι λοιπόν (πάντοτε και με οποιουσδήποτε όρους) αγαθό η υγεία, ούτε είναι (πάντοτε και με οποιουσδήποτε όρους) κακό η αρρώστια. Γίνεται και η μία και η άλλη το ένα ή το άλλο κατά τον τρόπο και από τον τρόπο πού τις αντιμετωπίζει ό άνθρωπος στη ζωή του, κατά τον τρόπο και από τον τρόπο πού τις τοποθετεί μέσα στο πρόγραμμα των επιδιώξεων, στον κώδικα των σκοπών του.
Τόσο πιο σίγουρα ιππεύει το δίτροχό του και τόσο πιο γρήγορα τρέχει ο ποδηλάτης, όσο βλέπει πιο μακριά μπροστά του μόλις προσηλώσει το βλέμμα του κοντά και κοιτάξει τα πόδια του, χάνει την ισορροπία και πέφτει. Όταν αναφτερώνει τον νου μας ένα πρόγραμμα μακράς πνοής, έχομε λ.χ. αφιερωθεί στη διακονία μιας υψηλής ιδέας και επιστρατέψει όλες τις δυνάμεις μας για τη νίκη της, η υγεία παίρνει νόημα και άξια, ως μέσον για το σκοπό πού έχομε θέσει —και η αρρώστια, αν μας τύχει ένας τέτοιος κλήρος, περνάει στο δεύτερο επίπεδο. Δεν εξαλείφεται βέβαια· απλώς τη λησμονούμε.
Και κάποτε προχωρούμε πιο πέρα: την ευλογούμε που περιόρισε τις άλλες μας δραστηριότητες και μας επέτρεψε να αφοσιωθούμε σε ότι καλύτερο μπορούμε να προσφέρομε με τις δυνάμεις που μας απομένουν.
Αντίθετα, όταν δεν υπάρχει ο μακρινός στόχος, ή υγεία δεν χρησιμεύει ουσιαστικά σε τίποτα, και ή αρρώστια (όχι η βαριά, άλλα και ένας ασήμαντος ακόμη πονόδοντος) εξελίσσεται κάποτε σε τραγωδία.
—«Έδάμασε» λέμε σ’ αυτές τις περιπτώσεις «τη σάρκα μας το πνεύμα» τούτο όμως το σχήμα λόγου είναι απατηλό, με τον δυϊσμό πού παρεισάγει. Καλύτερα να λέμε: η αρρώστια δεν κατάφερε να σπάσει την ενότητα της ψυχής με το σώμα μας, άλλα ίσα – ίσα έκανε πιο συμπαγή, αρμονικότερο—δημιουργικότερο — ευτυχέστερο, τον εαυτό μας την ώρα ακριβώς που διέτρεξε τον μέγιστο κίνδυνο —να διαλυθεί.
Λιαντίνης: Η ζωή μας είναι ένας τελεστήριος αγνισμός απάνου στη φλόγα της αρετής
«Το συντριβάνι του κόσμου είναι το θαύμα του απλού, που για να το βλέπουμε χρειαζόμαστε το καθαρό μάτι.
Και για να το ακούμε, πρέπει να κρατάμε έναυλα ώτα στην κουβέντα του Αϊνστάιν: Το πιο ακατανόητο πράγμα είναι ότι ο κόσμος είναι κατανοητός.»
«Την απόκρυψη και την καταφυγή από τον πανικό φόβο του θανάτου ο άνθρωπος την εβάφτισε θεούς και θρησκείες.
Και ζωή μετά θάνατο. Προπαντός αυτό.
Η πίστη στη ζωή μετά θάνατο είναι το σύστημα ανάρτησης, είναι η ραχοκοκαλιά όλων των θρησκειών.
Βρες μου μια θρησκεία, που ο ιδρυτής της να μην εστερέωσε το οικοδόμημα της απάνου στην θεμέλια πέτρα της πίστης για μια ζωή μετά θάνατο, κι εγώ θα σου δείξω πως η θρησκεία αυτή δεν έχει οπαδό ούτε τον ίδιο τον ιδρυτή της.»
«Κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν.
Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του.»
«Και ο ρυθμός της φύσης είναι αθάνατος, γιατί δεν έχει μέσα του την ανοησία, την αδικία, την τυχαιότητα, τον εγωισμό και την τύφλα που έχει ο ρυθμός των κοινωνιών και της ιστορίας.
Όλα εκείνα τα άνθη του κακού, που ο Έγελος τα ‘βαλε στο βάζο της πρότασης : οι κοινωνίες είναι ένας απέραντος θίασος μεθυσμένων.»
«Νέκυια σημαίνει να ζήσεις ζωντανός σε όλη τη ζωή σου τη γνώση και τη λύπη του θανάτου σου εδώ στον απάνω κόσμο.
Νέκυια σημαίνει να στοχαστείς και να ζήσεις τη ζωή σου όχι μισή αλλά ολόκληρη.
Με την απλή, δηλαδή και τη βέβαιη γνώση ότι ενώ υπάρχεις ταυτόχρονα δεν υπάρχεις.
Ότι ενώ ζεις αυτό που είσαι, δηλαδή ζωντανός του σήμερα, ταυτόχρονα ζείς κι αυτό που δεν είσαι δηλαδή το νεκρός του αύριο.
Η ζωή σου στην ουσία της είναι η δυνατότητα και η δικαιοδοσία της φαντασίας σου. Όχι άλλο.»
«Η ζωή μας είναι ένας τελεστήριος αγνισμός απάνου στη φλόγα της αρετής.»
«Η εμορφιά είναι δύναμη νόησης.
Η εμορφιά δεν είναι απλά καμπύλες, και χρώτας, και λίκνισμα, και λαιμός και μαλλιά.
Η εμορφιά είναι δαιμονική κυριαρχία στον περίγυρο απο αιτίες απροσδιόριστες.
Είναι το “αμήχανον κάλος” που λέει ο Πλάτων.»
Δ. Λιαντίνης, Γκέμμα
Και για να το ακούμε, πρέπει να κρατάμε έναυλα ώτα στην κουβέντα του Αϊνστάιν: Το πιο ακατανόητο πράγμα είναι ότι ο κόσμος είναι κατανοητός.»
«Την απόκρυψη και την καταφυγή από τον πανικό φόβο του θανάτου ο άνθρωπος την εβάφτισε θεούς και θρησκείες.
Και ζωή μετά θάνατο. Προπαντός αυτό.
Η πίστη στη ζωή μετά θάνατο είναι το σύστημα ανάρτησης, είναι η ραχοκοκαλιά όλων των θρησκειών.
Βρες μου μια θρησκεία, που ο ιδρυτής της να μην εστερέωσε το οικοδόμημα της απάνου στην θεμέλια πέτρα της πίστης για μια ζωή μετά θάνατο, κι εγώ θα σου δείξω πως η θρησκεία αυτή δεν έχει οπαδό ούτε τον ίδιο τον ιδρυτή της.»
«Κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν.
Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του.»
«Και ο ρυθμός της φύσης είναι αθάνατος, γιατί δεν έχει μέσα του την ανοησία, την αδικία, την τυχαιότητα, τον εγωισμό και την τύφλα που έχει ο ρυθμός των κοινωνιών και της ιστορίας.
Όλα εκείνα τα άνθη του κακού, που ο Έγελος τα ‘βαλε στο βάζο της πρότασης : οι κοινωνίες είναι ένας απέραντος θίασος μεθυσμένων.»
«Νέκυια σημαίνει να ζήσεις ζωντανός σε όλη τη ζωή σου τη γνώση και τη λύπη του θανάτου σου εδώ στον απάνω κόσμο.
Νέκυια σημαίνει να στοχαστείς και να ζήσεις τη ζωή σου όχι μισή αλλά ολόκληρη.
Με την απλή, δηλαδή και τη βέβαιη γνώση ότι ενώ υπάρχεις ταυτόχρονα δεν υπάρχεις.
Ότι ενώ ζεις αυτό που είσαι, δηλαδή ζωντανός του σήμερα, ταυτόχρονα ζείς κι αυτό που δεν είσαι δηλαδή το νεκρός του αύριο.
Η ζωή σου στην ουσία της είναι η δυνατότητα και η δικαιοδοσία της φαντασίας σου. Όχι άλλο.»
«Η ζωή μας είναι ένας τελεστήριος αγνισμός απάνου στη φλόγα της αρετής.»
«Η εμορφιά είναι δύναμη νόησης.
Η εμορφιά δεν είναι απλά καμπύλες, και χρώτας, και λίκνισμα, και λαιμός και μαλλιά.
Η εμορφιά είναι δαιμονική κυριαρχία στον περίγυρο απο αιτίες απροσδιόριστες.
Είναι το “αμήχανον κάλος” που λέει ο Πλάτων.»
Δ. Λιαντίνης, Γκέμμα
Είμαστε όλοι μας ονειροπόλοι
«…Γνωρίζω πως οι περισσότεροι άνθρωποι θα επικρίνουν το βιβλίο αυτό. Θα το θεωρήσουν έργο κάποιου φαντασιόπληκτου καλόγερου, κάποιου εξαγριωμένου ερημίτη ή κάποιου ασκητή που τον μεθάει η νηστεία και τον κατασπαράζει ο πυρετός. Θα το θεωρήσουν παραληρηματικό και σκοτεινό όνειρο, που το διαπερνούν λαμπρές αστραπές και τίποτε περισσότερο. Τέτοια ιδέα συνήθως σχηματίζουν για τους μυστικοπαθείς, και λησμονούν πως μόνον αυτοί είναι άρχοντες της βεβαιότητας. Επιπλέον, αν είναι αλήθεια πως ο καθένας είναι ένας Σαίξπηρ μέσα στα όνειρά του, τότε πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως και ο καθένας στην ζωή του δεν είναι ένας μυστικιστής ακατονόμαστος και απερίγραπτος, χίλιες φορές πιο μεταφυσικός από όσους περιτοιχίστηκαν με τις λέξεις… Ποια είναι η ενέργεια του ανθρώπου που το τελικό του ελατήριο δεν είναι μυστικοπαθές; Άλλωστε, δεν ξεκινούν όλα από την κρυφή μας ονειροπόληση; Υπάρχουν πράγματα πολύ πιο δυσνόητα και πιο αδιαπέραστα και μυστικοπαθή από αυτό το ταπεινό βιβλίο, που επιτέλους είναι και εξηγήσιμο, όπως όλα τα βιβλία, που δεν είναι παρά μυστήρια νεκρά, που ο ορίζοντάς τους δεν ανανεώνεται ποτέ…»
Μωρίς Μέτερλινκ, 1913
Η πραγματικότητα συμπαγής σαν κρύο μάρμαρο. Θελήσαμε κάποτε να την υπερβούμε, οι σύντροφοί μου κι εγώ. Βαλθήκαμε να εξηγήσουμε τις μεγαλύτερες αιτίες, πασχίσαμε να βάλουμε στίχους στο ανείπωτο, φτιάξαμε φτερούγες σαν τα πουλιά, ονειρευτήκαμε μέρη μακρινά, ποθήσαμε να γίνουμε αθάνατοι, και σταυροφόροι παράδοξων σχεδίων.
Πυροτεχνήματα οι ιδέες μας φωτίζουν μονάχα την πτώση τους, κι αν ποτέ βγήκες μια νύχτα ιδιαίτερη στο παράθυρό σου, και είδες εκείνη την μαυρίλα που μας κυκλώνει από παντού, το κατάλαβες, ταξιδεύουμε πάνω σε μια σχεδία γεμάτη όνειρα μέσα στην αχανή μαυρίλα του σύμπαντος, κι αγναντεύουμε από μακριά, από πολύ μακριά, τα θαμπά φώτα άγνωστων πολιτειών που δεν τις επισκέφτηκε ποτέ κανείς.
Πάμε στο Άγνωστο με βάρκα την Ελπίδα…
Κι αν υπάρχει στ’ αλήθεια μία μόνο μεγάλη συνωμοσία, τότε είναι εκείνη που μας κάνει να πεθαίνουμε, αυτή που θα καταπιεί την όμορφη και τραγική ιστορία μας και δεν θα την θυμάται πια κανείς. Θα είναι σαν να μην υπήρξαμε ποτέ, εγώ, εσύ, όλοι μας, θα ξεχαστούμε όπως κατάπιε η Σαχάρα όλες τις αυτοκρατορίες κι έμεινε μόνο η άμμος να φτιάχνει τις νύχτες με τον άνεμο σχήματα και σύμβολα που δεν τα βλέπει κανείς. Κι όμως, είμαστε εδώ, τώρα, κι αν είναι γραφτό η μοίρα μας να είναι αυτή, τότε άραγε γιατί να φοβάσαι; Τί να φοβάσαι; Είμαστε όλοι ήδη πεθαμένοι, κι όμως είναι σαν να είμαστε ζωντανοί, καθόμαστε στο σπιτάκι μας και φοβόμαστε τα πάντα, κι αν υπάρχει μια ελπίδα για μάς, κάπως, κάπου, είναι να φτιάξουμε κάτι εκπληκτικό, να ζωγραφίσουμε με τη μικρή ζωή μας έναν ωραίο πίνακα, ένα μικρό και σεμνό δικό μας αριστούργημα, κάτι να στείλουμε εκεί έξω στην σιωπηλή μαυρίλα του χώρου και του χρόνου, κάτι που να στείλει μήνυμα σε τόπους και καιρούς μακρινούς πως κάποτε ήμασταν κι εμείς εδώ, κι αν δεν το λάβει ποτέ κανείς, ίσως να το λάβει κάποτε, κάπως, ο θεός.
Γιατί, τι άλλο να είναι ο θεός, αν δεν είναι αυτός που μένει μόνος στο τέλος όταν όλοι έχουν φύγει; Ναι, γι’ αυτό πρέπει να αγαπιόμαστε, γι’ αυτό πρέπει τα πάντα ν’ αγαπάμε, γιατί όλα θα χαθούν, δεν θα τα ξαναδούμε, δεν θα μας ξαναδούν, κι είναι όλα τόσο όμορφα, κι ο θεός δεν θα μας σώσει, θα μας είχε ήδη σώσει αν ήθελε, αλλά ίσως μπορεί να μάθει κάτι από εμάς, να μάθει κάποτε ότι ήμασταν κι εμείς εδώ και ήμασταν πολύ ωραίοι, εμείς, μαζί με τους αγαπημένους μας και μαζί με τα αγαπημένα μας πράγματα, που όλοι και όλα θα χαθούν και θα γίνουν αστρική σκόνη. Και, ίσως να έχουμε μία τελευταία ευκαιρία για το μικρό μας αριστούργημα…
Ά, να καβαλούσαμε μια ηλεκτρική καταιγίδα, να κλέβαμε το μαύρο τ’ ουρανού και το θαύμα από το βλέμμα του Φακίρη, και να πετούσαμε με το χαλί αθόρυβα πάνω από τις σκεπές, βροντές τα παράλογα τραγούδια μας θα σείουν την Οικουμένη. Τρελοί εφευρέτες των λογισμών μας, γεωμετρήσαμε το Άγνωστο, σε σάπια πλοία πειρατικά της θάλασσας των Σαργασσών, μεσ’ στην κοιλιά της φάλαινας και μεσ’ στον δούρειο ίππο, αόρατοι τις νύχτες με πανσέληνο καβάλα σε άλογο χλωμό, με μπέρτες που ανεμίζουν αστρόσκονη και λόγια μυθικά, με μια καρδιά σοφίτα γεμάτη μυστικά, κρησφύγετο υπέροχων συμμοριών.
Μικροί ονειρευτές του μεγάλου κόσμου, χωθήκαμε στα φυλλώματα σκοτεινών δασών μαζί με τους παράξενους λαγούς της νύχτας, κι ήπιαμε κρασί μαζί με τον χιονάνθρωπο των Ιμαλαίων και με τα ξωτικά μέσα στους λόφους της Ιρλανδίας. Τα γρανάζια της νύχτας γυρνούσαν μαζί με τ’ αστέρια, στα κάτοπτρά τους είδαμε τους αστροθεούς, μηνύματα από άλλους κόσμους κι οράματα μέσα στο πλανητάριο, μια αράχνη φτιάχνει το δίχτυ της απ’ το φεγγάρι μέχρι τα παράθυρά μας, πόσα ονόματα αλλάξαμε για να μην μας θυμούνται οι άνθρωποι; Τα όνειρα γαβγίζουν μεσ’ στα σπίτια μας τις νύχτες, ύαινες αόρατες οι ήττες μας που κλαίνε σαν χίλιες σμέρνες, κι η μουσική μας είναι η πιο παράφωνη που ακούστηκε ποτέ.
Όλους εμάς, οι άλλοι μας λένε ονειροπόλους (όταν δεν θέλουν απλώς να μας βρίσουν, να μας πουν ονειροπαρμένους ή φαντασιόπληκτους), και ξεχνούν ότι είμαστε εμείς ο Πόλος των Ονείρων.
Υπάρχει μια μαγική χώρα σε κάθε καρδιά, και ξεκινήσαμε μονάχοι να την βρούμε. Σκαρφαλώσαμε πάνω σε κατάρτια φαντασματικών πλοίων, ξιφομαχώντας με τους άπιστους και καβαλώντας μπάλες κανονιών, κρυφτήκαμε μέσα στα τραγούδια του Βάρδου και σε ψιθυριστές ιστορίες γύρω από το τζάκι, σε ημερολόγια χαμένων εξερευνητών και σε βιβλία που δεν γράφτηκαν ποτέ, πίσω από κάθε βιολί δαιμονικό που παίζει μεσ’ στην νύχτα, και σε κάθε κεραυνό που ξεφεύγει απ’ το αλεξικέραυνο, σε σπίτια χρόνων αλλοτινών και σε σπηλιές γεμάτες καθρέφτες, σε σκάλες που ξετυλίγονται σε σκοτεινά υπόγεια, αλλά και σε Ναυτίλους μυστικούς που εμβολίζουν τα καράβια, πέρα από κάθε παράθυρο με θέα και σε ασθένειες άγνωστες ή μυστικές, σε ναούς ξεχασμένων θεών και στα ξύλινα σπαθιά των αγοριών, στις πλεξούδες των κοριτσιών και στην θλίψη των αγγέλων, πολεμώντας με γίγαντες ανεμόμυλους και με κακές γοργόνες.
Αρπάζοντας από την χαίτη του το άλογο του ανέμου, χαθήκαμε μέσα στις γαλάζιες καταιγίδες του σύμπαντος, τυφώνες οι στίχοι μας ανακατεύουν την γενειάδα του Θεού γεμάτη άστρα και κομήτες που ταξιδεύουν σε άγνωστες τροχιές, σαν τραίνα νυχτερινά χωρίς σταθμάρχη, χωρίς προορισμό.
Φεύγουμε, λοιπόν, κι ας είναι πια αργά. Σας αποχαιρετούμε και φεύγουμε, στους αστροστόλους που ταξιδεύουν για την Ανδρομέδα, στις πλάτες των μονόκερων που τρέχουν για τον Παράδεισο, σ’ επαύλεις θολές που πλέουν στην θάλασσα της νύχτας, στον Άδη και σε γιορτές της άνοιξης πάνω στα φεγγάρια του Δία, στα εργαστήρια των αλχημιστών πίνοντας τα ελιξίρια, χορεύοντας με τα Γκόλεμ, στην πρωινή αύρα όταν θα ξημερώνει μια μέρα χίλια έτη φωτός μακριά από εδώ, κάτω από δυο ήλιους δίδυμους και με μια νέα ελπίδα πρωτάκουστη.
Α, να μην ήμασταν απλά ανθρωπάκια, να μπορούσαμε να φτιάξουμε έναν άνθρωπο θαυμαστό μέσα στο κεφάλι μας, τόσο θαυμαστό που να έβγαινε έξω, να τάραζε τα λιμνάζοντα νερά της πραγματικότητας, να τρόμαζε την μεγάλη συνωμοσία του σύμπαντος, οι άγγελοι να έσκυβαν για να του ψιθυρίσουν τι βλέπουν, να κάθονταν πάνω του τα πουλιά χωρίς να τον φοβούνται, όλοι να χαίρονται όταν τον συναντούν, και να έχει σ’ όλους κάτι θαυμαστό να πει, κάτι που να το θυμούνται για πάντα. Και, πάνω απ’ όλα, έναν άνθρωπο που να μην ονειρεύεται ποτέ, αλλά να ζει τα όνειρά του, κι εκείνα να τον ζουν, κι όλα να είναι ψέματα, όλα τα πράγματα του κόσμου, ν’ ανακαλύψει πως όλα ήταν ένα παραμύθι που κάποτε το διηγήθηκε κάποιος στον εαυτό του, ένα ωραίο και τρελό και περίτεχνο παραμύθι, όχι σαν εκείνα που διηγούνται οι γριές στα παιδιά για να κοιμηθούν…
Ονειροναύτες στα ίχνη των μεγάλων πλοηγών, θα χαθούμε κι εμείς όπως χάνονται τα πάντα, είναι η ιστορία του χασίματός μας που θα μείνει, για να την μάθουνε και να χαθούνε κι άλλοι κάποτε σαν κι εμάς, και να ‘ρθουν να μας βρούνε.
Όσο κι αν προσπαθούμε να το κρατάμε μυστικό από τον εαυτό μας, πρέπει κάποτε να μας αποκαλυφθεί: Είμαστε όλοι μας ονειροπόλοι. Είμαστε μοναχοί μας και ταξιδεύουμε στο Άγνωστο με βάρκα την Ελπίδα. Κι αν μπορούμε να κρατήσουμε ένα ημερολόγιο, ένα βιβλιαράκι γεμάτο όνειρα και σκέψεις, σχέδια και σκόρπια μυστικά, ιδέες και χάρτες, συμπεράσματα και συντεταγμένες, φαντασίες και εμπνεύσεις, αν μπορούμε να τα καταγράψουμε όλα αυτά ή όσα περισσότερα μπορούμε:
Να ένα μήνυμα μέσα σ’ ένα μπουκάλι για να το στείλουμε στο Άγνωστο, με άγνωστο παραλήπτη κάποιον συνταξιδιώτη μας, κάποιον που επιτέλους να καταλαβαίνει ότι είμαστε όλοι μας μέλη μιας ακατονόμαστης αδελφότητας που ταξιδεύει στο Χρόνο, της αδελφότητας των Ονειροπόλων, εκείνων που θέλησαν ν’ ακολουθήσουν τα όνειρά τους και βρέθηκαν τελικά να τους ακολουθούν τα όνειρα παντού, όπου κι αν πάνε, και να τους ζητάνε με ψιθυριστές φωνές να τα διασώσουν στο χαρτί.
Ξέρουμε ότι τα περισσότερα όνειρά μας δεν θα γίνουν αληθινά. Δεν θα γίνουν ποτέ αληθινά. Κι όμως, συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε.
Αυτό και μόνο, λέει πολλά, και δεν είναι τόσο παράδοξο όσο ακούγεται. Έχουμε μάθει ότι τα όνειρά μας είναι σημαντικά όχι γιατί γίνονται αληθινά, αλλά γιατί μας οδηγούν σε μέρη που ποτέ δεν θα πηγαίναμε αλλιώς, και μας διδάσκουν πράγματα που ποτέ δεν ξέραμε ότι μπορούσαμε να μάθουμε…
Μωρίς Μέτερλινκ, 1913
Η πραγματικότητα συμπαγής σαν κρύο μάρμαρο. Θελήσαμε κάποτε να την υπερβούμε, οι σύντροφοί μου κι εγώ. Βαλθήκαμε να εξηγήσουμε τις μεγαλύτερες αιτίες, πασχίσαμε να βάλουμε στίχους στο ανείπωτο, φτιάξαμε φτερούγες σαν τα πουλιά, ονειρευτήκαμε μέρη μακρινά, ποθήσαμε να γίνουμε αθάνατοι, και σταυροφόροι παράδοξων σχεδίων.
Πυροτεχνήματα οι ιδέες μας φωτίζουν μονάχα την πτώση τους, κι αν ποτέ βγήκες μια νύχτα ιδιαίτερη στο παράθυρό σου, και είδες εκείνη την μαυρίλα που μας κυκλώνει από παντού, το κατάλαβες, ταξιδεύουμε πάνω σε μια σχεδία γεμάτη όνειρα μέσα στην αχανή μαυρίλα του σύμπαντος, κι αγναντεύουμε από μακριά, από πολύ μακριά, τα θαμπά φώτα άγνωστων πολιτειών που δεν τις επισκέφτηκε ποτέ κανείς.
Πάμε στο Άγνωστο με βάρκα την Ελπίδα…
Κι αν υπάρχει στ’ αλήθεια μία μόνο μεγάλη συνωμοσία, τότε είναι εκείνη που μας κάνει να πεθαίνουμε, αυτή που θα καταπιεί την όμορφη και τραγική ιστορία μας και δεν θα την θυμάται πια κανείς. Θα είναι σαν να μην υπήρξαμε ποτέ, εγώ, εσύ, όλοι μας, θα ξεχαστούμε όπως κατάπιε η Σαχάρα όλες τις αυτοκρατορίες κι έμεινε μόνο η άμμος να φτιάχνει τις νύχτες με τον άνεμο σχήματα και σύμβολα που δεν τα βλέπει κανείς. Κι όμως, είμαστε εδώ, τώρα, κι αν είναι γραφτό η μοίρα μας να είναι αυτή, τότε άραγε γιατί να φοβάσαι; Τί να φοβάσαι; Είμαστε όλοι ήδη πεθαμένοι, κι όμως είναι σαν να είμαστε ζωντανοί, καθόμαστε στο σπιτάκι μας και φοβόμαστε τα πάντα, κι αν υπάρχει μια ελπίδα για μάς, κάπως, κάπου, είναι να φτιάξουμε κάτι εκπληκτικό, να ζωγραφίσουμε με τη μικρή ζωή μας έναν ωραίο πίνακα, ένα μικρό και σεμνό δικό μας αριστούργημα, κάτι να στείλουμε εκεί έξω στην σιωπηλή μαυρίλα του χώρου και του χρόνου, κάτι που να στείλει μήνυμα σε τόπους και καιρούς μακρινούς πως κάποτε ήμασταν κι εμείς εδώ, κι αν δεν το λάβει ποτέ κανείς, ίσως να το λάβει κάποτε, κάπως, ο θεός.
Γιατί, τι άλλο να είναι ο θεός, αν δεν είναι αυτός που μένει μόνος στο τέλος όταν όλοι έχουν φύγει; Ναι, γι’ αυτό πρέπει να αγαπιόμαστε, γι’ αυτό πρέπει τα πάντα ν’ αγαπάμε, γιατί όλα θα χαθούν, δεν θα τα ξαναδούμε, δεν θα μας ξαναδούν, κι είναι όλα τόσο όμορφα, κι ο θεός δεν θα μας σώσει, θα μας είχε ήδη σώσει αν ήθελε, αλλά ίσως μπορεί να μάθει κάτι από εμάς, να μάθει κάποτε ότι ήμασταν κι εμείς εδώ και ήμασταν πολύ ωραίοι, εμείς, μαζί με τους αγαπημένους μας και μαζί με τα αγαπημένα μας πράγματα, που όλοι και όλα θα χαθούν και θα γίνουν αστρική σκόνη. Και, ίσως να έχουμε μία τελευταία ευκαιρία για το μικρό μας αριστούργημα…
Ά, να καβαλούσαμε μια ηλεκτρική καταιγίδα, να κλέβαμε το μαύρο τ’ ουρανού και το θαύμα από το βλέμμα του Φακίρη, και να πετούσαμε με το χαλί αθόρυβα πάνω από τις σκεπές, βροντές τα παράλογα τραγούδια μας θα σείουν την Οικουμένη. Τρελοί εφευρέτες των λογισμών μας, γεωμετρήσαμε το Άγνωστο, σε σάπια πλοία πειρατικά της θάλασσας των Σαργασσών, μεσ’ στην κοιλιά της φάλαινας και μεσ’ στον δούρειο ίππο, αόρατοι τις νύχτες με πανσέληνο καβάλα σε άλογο χλωμό, με μπέρτες που ανεμίζουν αστρόσκονη και λόγια μυθικά, με μια καρδιά σοφίτα γεμάτη μυστικά, κρησφύγετο υπέροχων συμμοριών.
Μικροί ονειρευτές του μεγάλου κόσμου, χωθήκαμε στα φυλλώματα σκοτεινών δασών μαζί με τους παράξενους λαγούς της νύχτας, κι ήπιαμε κρασί μαζί με τον χιονάνθρωπο των Ιμαλαίων και με τα ξωτικά μέσα στους λόφους της Ιρλανδίας. Τα γρανάζια της νύχτας γυρνούσαν μαζί με τ’ αστέρια, στα κάτοπτρά τους είδαμε τους αστροθεούς, μηνύματα από άλλους κόσμους κι οράματα μέσα στο πλανητάριο, μια αράχνη φτιάχνει το δίχτυ της απ’ το φεγγάρι μέχρι τα παράθυρά μας, πόσα ονόματα αλλάξαμε για να μην μας θυμούνται οι άνθρωποι; Τα όνειρα γαβγίζουν μεσ’ στα σπίτια μας τις νύχτες, ύαινες αόρατες οι ήττες μας που κλαίνε σαν χίλιες σμέρνες, κι η μουσική μας είναι η πιο παράφωνη που ακούστηκε ποτέ.
Όλους εμάς, οι άλλοι μας λένε ονειροπόλους (όταν δεν θέλουν απλώς να μας βρίσουν, να μας πουν ονειροπαρμένους ή φαντασιόπληκτους), και ξεχνούν ότι είμαστε εμείς ο Πόλος των Ονείρων.
Υπάρχει μια μαγική χώρα σε κάθε καρδιά, και ξεκινήσαμε μονάχοι να την βρούμε. Σκαρφαλώσαμε πάνω σε κατάρτια φαντασματικών πλοίων, ξιφομαχώντας με τους άπιστους και καβαλώντας μπάλες κανονιών, κρυφτήκαμε μέσα στα τραγούδια του Βάρδου και σε ψιθυριστές ιστορίες γύρω από το τζάκι, σε ημερολόγια χαμένων εξερευνητών και σε βιβλία που δεν γράφτηκαν ποτέ, πίσω από κάθε βιολί δαιμονικό που παίζει μεσ’ στην νύχτα, και σε κάθε κεραυνό που ξεφεύγει απ’ το αλεξικέραυνο, σε σπίτια χρόνων αλλοτινών και σε σπηλιές γεμάτες καθρέφτες, σε σκάλες που ξετυλίγονται σε σκοτεινά υπόγεια, αλλά και σε Ναυτίλους μυστικούς που εμβολίζουν τα καράβια, πέρα από κάθε παράθυρο με θέα και σε ασθένειες άγνωστες ή μυστικές, σε ναούς ξεχασμένων θεών και στα ξύλινα σπαθιά των αγοριών, στις πλεξούδες των κοριτσιών και στην θλίψη των αγγέλων, πολεμώντας με γίγαντες ανεμόμυλους και με κακές γοργόνες.
Αρπάζοντας από την χαίτη του το άλογο του ανέμου, χαθήκαμε μέσα στις γαλάζιες καταιγίδες του σύμπαντος, τυφώνες οι στίχοι μας ανακατεύουν την γενειάδα του Θεού γεμάτη άστρα και κομήτες που ταξιδεύουν σε άγνωστες τροχιές, σαν τραίνα νυχτερινά χωρίς σταθμάρχη, χωρίς προορισμό.
Φεύγουμε, λοιπόν, κι ας είναι πια αργά. Σας αποχαιρετούμε και φεύγουμε, στους αστροστόλους που ταξιδεύουν για την Ανδρομέδα, στις πλάτες των μονόκερων που τρέχουν για τον Παράδεισο, σ’ επαύλεις θολές που πλέουν στην θάλασσα της νύχτας, στον Άδη και σε γιορτές της άνοιξης πάνω στα φεγγάρια του Δία, στα εργαστήρια των αλχημιστών πίνοντας τα ελιξίρια, χορεύοντας με τα Γκόλεμ, στην πρωινή αύρα όταν θα ξημερώνει μια μέρα χίλια έτη φωτός μακριά από εδώ, κάτω από δυο ήλιους δίδυμους και με μια νέα ελπίδα πρωτάκουστη.
Α, να μην ήμασταν απλά ανθρωπάκια, να μπορούσαμε να φτιάξουμε έναν άνθρωπο θαυμαστό μέσα στο κεφάλι μας, τόσο θαυμαστό που να έβγαινε έξω, να τάραζε τα λιμνάζοντα νερά της πραγματικότητας, να τρόμαζε την μεγάλη συνωμοσία του σύμπαντος, οι άγγελοι να έσκυβαν για να του ψιθυρίσουν τι βλέπουν, να κάθονταν πάνω του τα πουλιά χωρίς να τον φοβούνται, όλοι να χαίρονται όταν τον συναντούν, και να έχει σ’ όλους κάτι θαυμαστό να πει, κάτι που να το θυμούνται για πάντα. Και, πάνω απ’ όλα, έναν άνθρωπο που να μην ονειρεύεται ποτέ, αλλά να ζει τα όνειρά του, κι εκείνα να τον ζουν, κι όλα να είναι ψέματα, όλα τα πράγματα του κόσμου, ν’ ανακαλύψει πως όλα ήταν ένα παραμύθι που κάποτε το διηγήθηκε κάποιος στον εαυτό του, ένα ωραίο και τρελό και περίτεχνο παραμύθι, όχι σαν εκείνα που διηγούνται οι γριές στα παιδιά για να κοιμηθούν…
Ονειροναύτες στα ίχνη των μεγάλων πλοηγών, θα χαθούμε κι εμείς όπως χάνονται τα πάντα, είναι η ιστορία του χασίματός μας που θα μείνει, για να την μάθουνε και να χαθούνε κι άλλοι κάποτε σαν κι εμάς, και να ‘ρθουν να μας βρούνε.
Όσο κι αν προσπαθούμε να το κρατάμε μυστικό από τον εαυτό μας, πρέπει κάποτε να μας αποκαλυφθεί: Είμαστε όλοι μας ονειροπόλοι. Είμαστε μοναχοί μας και ταξιδεύουμε στο Άγνωστο με βάρκα την Ελπίδα. Κι αν μπορούμε να κρατήσουμε ένα ημερολόγιο, ένα βιβλιαράκι γεμάτο όνειρα και σκέψεις, σχέδια και σκόρπια μυστικά, ιδέες και χάρτες, συμπεράσματα και συντεταγμένες, φαντασίες και εμπνεύσεις, αν μπορούμε να τα καταγράψουμε όλα αυτά ή όσα περισσότερα μπορούμε:
Να ένα μήνυμα μέσα σ’ ένα μπουκάλι για να το στείλουμε στο Άγνωστο, με άγνωστο παραλήπτη κάποιον συνταξιδιώτη μας, κάποιον που επιτέλους να καταλαβαίνει ότι είμαστε όλοι μας μέλη μιας ακατονόμαστης αδελφότητας που ταξιδεύει στο Χρόνο, της αδελφότητας των Ονειροπόλων, εκείνων που θέλησαν ν’ ακολουθήσουν τα όνειρά τους και βρέθηκαν τελικά να τους ακολουθούν τα όνειρα παντού, όπου κι αν πάνε, και να τους ζητάνε με ψιθυριστές φωνές να τα διασώσουν στο χαρτί.
Ξέρουμε ότι τα περισσότερα όνειρά μας δεν θα γίνουν αληθινά. Δεν θα γίνουν ποτέ αληθινά. Κι όμως, συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε.
Αυτό και μόνο, λέει πολλά, και δεν είναι τόσο παράδοξο όσο ακούγεται. Έχουμε μάθει ότι τα όνειρά μας είναι σημαντικά όχι γιατί γίνονται αληθινά, αλλά γιατί μας οδηγούν σε μέρη που ποτέ δεν θα πηγαίναμε αλλιώς, και μας διδάσκουν πράγματα που ποτέ δεν ξέραμε ότι μπορούσαμε να μάθουμε…
Η ζωή μου είναι οι σκέψεις μου
Η ζωή είναι πολύ απλή. Ό, τι δίνουμε- αυτό και λαμβάνουμε.
Εμείς είμαστε υπεύθυνοι 100% για όλα τα γεγονότα, που συμβαίνουν στην ζωή μας- τα πιο ευχάριστα και τα πιο άσχημα. Η κάθε μας σκέψη δημιουργεί το μέλλον μας.
Όλα τα γεγονότα δημιουργούνται από εμάς τους ίδιους με την βοήθεια των σκέψεων και των αισθημάτων μας. Το νόημα, που εμείς βάζουμε στις σκέψεις μας και τα λόγια μας φέρουν αυτό, που εμείς βιώνουμε στην ζωή μας.
Εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε τις συγκεκριμένες καταστάσεις στην ζωή μας και μετά καταναλώνουμε τις δυνάμεις μας, βρίζοντας τους άλλους ανθρώπους η στέλνοντας τις κατάρες στις συνθήκες, που μας εμποδίζουν.
Η αιτία όλων των δεινών μας και της πραγματικότητάς μας είμαστε εμείς οι ίδιοι.
Μπορούμε να πούμε, ότι:
ΕΓΩ = ΕΓΩ + ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΜΟΥ
Εάν ο νους μας είναι αρμονικός και ισορροπημένος, τότε στην ζωή μας εμείς θα βρίσκουμε ακριβώς το ίδιο.
Προσπαθήστε να εντοπίσετε, ποιο χαρακτηριστικό με το πλέον παραστατικό τρόπο σας περιγράφει;
1. «Οι άνθρωποι κοιτούν να μου κάνουν κακό».
2. «Όλοι θέλουν το καλό μου και προσπαθούν να βοηθήσουν στην λύση των προβλημάτων μου».
Αυτό, που εμείς πιστεύουμε- γίνεται η πραγματικότητά μας.
Το υποσυνείδητό μας υλοποιεί τις σκέψεις μας, τις ορμές, τις επιθυμίες, στην ουσία λέγοντάς μας, ότι εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε τις σκέψεις μας.
Έχουμε πολύ μεγάλη δυνατότητα της επιλογής.
Οι Δυνάμεις της Ζωής ποτέ δεν μας κρίνουν, ούτε μας κατακρίνουν. Μας αποδέχονται έτσι, όπως είμαστε. Μετά οι Δυνάμεις Αυτές αντανακλούν τις πεποιθήσεις μας αυτόματα.
Εάν εσείς προτιμάτε να θεωρείτε, ότι στην ζωή σας είσαστε μόνοι και δεν σας αγαπάει κανείς, τότε ακριβώς αυτό θα λάβετε στην ζωή σας.
Αν όμως θα αρχίσετε να συγκεντρώνεστε στις θετικές σκέψεις, τότε θα φανεί το ανάλογο αποτέλεσμα.Θα μεταμορφωθεί όλη η ζωή, η ύπαρξη σας θα γεμίσει με το καινούριο νόημα, που θα φέρει την χαρά της ύπαρξης.
Αλλά ας δούμε, από πού προέρχονται οι σκέψεις μας, που αυτές σχηματίζονται, ποια είναι η πηγή τους;
Βέβαια, είναι κατανοητό, ότι ο λόγος γίνεται για την παιδική ηλικία.
Στην παιδική ηλικία μας ανοίγεται η ζωή, στην παιδική ηλικία εμείς μαθαίνουμε για την ζωή από τις αντιδράσεις των ενηλίκων.
Εάν σας έτυχε να ζήσετε με ανθρώπους, που δεν ήσαν ευτυχισμένοι, ήσαν κακιωμένοι η ένιωθαν ένοχοι, τότε εσείς μάθατε πολλά αρνητικά πράγματα στην ζωή ως προς τον εαυτόν σας και προς τον γύρω κόσμο.
Συνηθίσατε να σκέφτεστε για τον εαυτό σας αρνητικά, να τοποθετείτε τον εαυτό σας στο αρνητικό πεδίο ενέργειας των σκέψεών σας:
«Είμαι συνεχώς ένοχος», «Ποτέ μου δεν κάνω τίποτε το σωστό», «Με θεωρούν κακό άνθρωπο».
Είναι πολύ φυσικό οι σκέψεις αυτές να σας δημιουργήσουν μια ζωή, γεμάτη απογοητεύσεις.
ΟΤΑΝ ΕΜΕΙΣ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΜΕ, ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ Η ΤΑΣΗ ΝΑ ΑΝΑΠΑΡΑΓΟΥΜΕ ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΠΕΡΙΓΥΡΟ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ.
Πρόκειται για τον φυσικό νόμο της εξέλιξης και είτε το θέλουμε, είτε όχι, αυτός ο νόμος λειτουργεί.
Στις προσωπικές μας σχέσεις, στις σχέσεις με τους προϊσταμένους και τους συναδέλφους εμείς αναπαράγουμε τις σχέσεις, που έχουν δημιουργηθεί με τους γονείς μας.
Φερόμαστε με την ακρίβεια έτσι, όπως μας φέρονταν οι γονείς μας. Βρίζουμε και τιμωρούμε τους εαυτούς μας έτσι, όπως μας έβριζαν και μας τιμωρούσαν οι γονείς μας.
Επίσης αγαπάμε τους εαυτούς μας έτσι, όπως μας αγαπούσαν, όταν ήμασταν παιδιά.
ΑΛΛΑ ΕΓΩ ΔΕΝ ΒΡΙΖΩ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΜΟΥ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ.
Όλοι μας είμαστε τα θύματα των θυμάτων και αυτοί (οι γονείς μας) δεν μπορούσαν να μας μάθουν κάτι, που οι ίδιοι δεν γνώριζαν.
Εάν η μητέρα σας δεν ήξερε πώς να αγαπάει τον εαυτό της η ο πατέρας σας δεν ήξερε πώς να αγαπάει τον εαυτό του, τότε είναι απολύτως φυσικό αυτοί να μην ήξεραν να σας μάθουν να αγαπάτε τον εαυτό σας.
Ρωτήστε τους γονείς σας για τα παιδικά τους χρόνια και θα τους καταλάβετε καλλίτερα και αν θα τους ακούτε με συμπόνια, εσείς θα καταλάβετε την πηγή του φόβου τους και την στάση τους προς την ζωή.
Οι άνθρωποι, που σας «προκάλεσαν τον πόνο», ήσαν οι ίδιοι τρομοκρατημένοι, όπως είσαστε εσείς τώρα.
Εμείς σχηματίζουμε τις πεποιθήσεις μας στην παιδική ηλικία και μετά πορευόμαστε στην ζωή, αναπαράγοντας τις καταστάσεις, που ταιριάζουν στις πεποιθήσεις μας.
Κοιτάξτε πίσω την ζωή σας και θα δείτε, ότι ουσιαστικά εσείς δημιουργείτε την ίδια πάλι κατάσταση με διαφορετικές αποχρώσεις και εκδοχές.
Και η κατάσταση αυτή είναι η υλοποίηση των δικών σας υποσυνείδητων ροπών.
Γι’ αυτό, πρέπει να ξέρετε καλά, ότι
ΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ – ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΤΙΓΜΗ.
Τα πάντα ανεξαιρέτως γεγονότα στην ζωή σας μέχρις αυτής της στιγμής ήσαν δημιουργημένα από σας τους ίδιους με την βοήθεια των πεποιθήσεών σας, πάνω στην εμπειρία σας.
Τα γεγονότα δημιουργούνταν από τις σκέψεις σας και τα λόγια σας, που χρησιμοποιούσατε χθες, την προηγούμενη εβδομάδα, τον προηγούμενο μήνα, τον προηγούμενο χρόνο, 10, 20, 30, 40 χρόνια πριν, αναλόγως της ηλικίας σας.
Όμως όλα αυτά ήταν στο παρελθόν. Το σημαντικό τώρα είναι η επιλογή σας, η επιλογή των σκέψεων, των λέξεων, της πίστης. Να θυμάστε, ότι ακριβώς και πριν απ’ όλα οι σκέψεις σας και τα λόγια σας δημιουργούν το μέλλον σας.
Η παρούσα στιγμή είναι εκείνη η αφετηρία, από την οποία εσείς κάνετε το άλμα προς το δικό σας αύριο.
Σημειώστε τι σκέφτεστε αυτήν την στιγμή, όταν διαβάζετε αυτά τα λόγια.
ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΡΑΓΜΑ, ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΥΛΕΨΕΤΕ- ΕΙΝΑΙ Η ΣΚΕΨΗ ΣΑΣ. Η ΣΚΕΨΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΜΕ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΡΟΠΟ.
Δεν έχει σημασία η φύση του προβλήματός σας, το πρόβλημά σας είναι η αντανάκλαση της πορείας των σκέψεών σας.
Π.χ. σας εμφανίζεται η σκέψη:
«Είμαι ένας άχρηστος άνθρωπος».
Η σκέψη αυτή προκαλεί αμέσως ως απάντηση το αίσθημα, που επιδρά ενδόμυχα, αλλά πολύ κυριαρχικά πάνω σε όλη την ύπαρξή σας και η προσωπικότητά σας αυθόρμητα αναπτύσσεται ειδικά προς αυτήν την κατεύθυνση.
Αλλά είναι στο χέρι σας εδώ και τώρα, αυτήν την στιγμή να απορρίψετε αυτήν την σκέψη και η μοίρα σας θα κινηθεί προς άλλη κατεύθυνση.
Γι’ αυτό ελάτε από δω και τώρα να απελευθερωνόμαστε από τις αρνητικές μας σκέψεις, διότι η βασική πηγή των προβλημάτων μας και των δεινών μας- είναι το μίσος προς τον εαυτό μας και το αίσθημα της ενοχής ποικίλου βαθμού.
Εμείς είμαστε υπεύθυνοι 100% για όλα τα γεγονότα, που συμβαίνουν στην ζωή μας- τα πιο ευχάριστα και τα πιο άσχημα. Η κάθε μας σκέψη δημιουργεί το μέλλον μας.
Όλα τα γεγονότα δημιουργούνται από εμάς τους ίδιους με την βοήθεια των σκέψεων και των αισθημάτων μας. Το νόημα, που εμείς βάζουμε στις σκέψεις μας και τα λόγια μας φέρουν αυτό, που εμείς βιώνουμε στην ζωή μας.
Εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε τις συγκεκριμένες καταστάσεις στην ζωή μας και μετά καταναλώνουμε τις δυνάμεις μας, βρίζοντας τους άλλους ανθρώπους η στέλνοντας τις κατάρες στις συνθήκες, που μας εμποδίζουν.
Η αιτία όλων των δεινών μας και της πραγματικότητάς μας είμαστε εμείς οι ίδιοι.
Μπορούμε να πούμε, ότι:
ΕΓΩ = ΕΓΩ + ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΜΟΥ
Εάν ο νους μας είναι αρμονικός και ισορροπημένος, τότε στην ζωή μας εμείς θα βρίσκουμε ακριβώς το ίδιο.
Προσπαθήστε να εντοπίσετε, ποιο χαρακτηριστικό με το πλέον παραστατικό τρόπο σας περιγράφει;
1. «Οι άνθρωποι κοιτούν να μου κάνουν κακό».
2. «Όλοι θέλουν το καλό μου και προσπαθούν να βοηθήσουν στην λύση των προβλημάτων μου».
Αυτό, που εμείς πιστεύουμε- γίνεται η πραγματικότητά μας.
Το υποσυνείδητό μας υλοποιεί τις σκέψεις μας, τις ορμές, τις επιθυμίες, στην ουσία λέγοντάς μας, ότι εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε τις σκέψεις μας.
Έχουμε πολύ μεγάλη δυνατότητα της επιλογής.
Οι Δυνάμεις της Ζωής ποτέ δεν μας κρίνουν, ούτε μας κατακρίνουν. Μας αποδέχονται έτσι, όπως είμαστε. Μετά οι Δυνάμεις Αυτές αντανακλούν τις πεποιθήσεις μας αυτόματα.
Εάν εσείς προτιμάτε να θεωρείτε, ότι στην ζωή σας είσαστε μόνοι και δεν σας αγαπάει κανείς, τότε ακριβώς αυτό θα λάβετε στην ζωή σας.
Αν όμως θα αρχίσετε να συγκεντρώνεστε στις θετικές σκέψεις, τότε θα φανεί το ανάλογο αποτέλεσμα.Θα μεταμορφωθεί όλη η ζωή, η ύπαρξη σας θα γεμίσει με το καινούριο νόημα, που θα φέρει την χαρά της ύπαρξης.
Αλλά ας δούμε, από πού προέρχονται οι σκέψεις μας, που αυτές σχηματίζονται, ποια είναι η πηγή τους;
Βέβαια, είναι κατανοητό, ότι ο λόγος γίνεται για την παιδική ηλικία.
Στην παιδική ηλικία μας ανοίγεται η ζωή, στην παιδική ηλικία εμείς μαθαίνουμε για την ζωή από τις αντιδράσεις των ενηλίκων.
Εάν σας έτυχε να ζήσετε με ανθρώπους, που δεν ήσαν ευτυχισμένοι, ήσαν κακιωμένοι η ένιωθαν ένοχοι, τότε εσείς μάθατε πολλά αρνητικά πράγματα στην ζωή ως προς τον εαυτόν σας και προς τον γύρω κόσμο.
Συνηθίσατε να σκέφτεστε για τον εαυτό σας αρνητικά, να τοποθετείτε τον εαυτό σας στο αρνητικό πεδίο ενέργειας των σκέψεών σας:
«Είμαι συνεχώς ένοχος», «Ποτέ μου δεν κάνω τίποτε το σωστό», «Με θεωρούν κακό άνθρωπο».
Είναι πολύ φυσικό οι σκέψεις αυτές να σας δημιουργήσουν μια ζωή, γεμάτη απογοητεύσεις.
ΟΤΑΝ ΕΜΕΙΣ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΜΕ, ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ Η ΤΑΣΗ ΝΑ ΑΝΑΠΑΡΑΓΟΥΜΕ ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΠΕΡΙΓΥΡΟ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ.
Πρόκειται για τον φυσικό νόμο της εξέλιξης και είτε το θέλουμε, είτε όχι, αυτός ο νόμος λειτουργεί.
Στις προσωπικές μας σχέσεις, στις σχέσεις με τους προϊσταμένους και τους συναδέλφους εμείς αναπαράγουμε τις σχέσεις, που έχουν δημιουργηθεί με τους γονείς μας.
Φερόμαστε με την ακρίβεια έτσι, όπως μας φέρονταν οι γονείς μας. Βρίζουμε και τιμωρούμε τους εαυτούς μας έτσι, όπως μας έβριζαν και μας τιμωρούσαν οι γονείς μας.
Επίσης αγαπάμε τους εαυτούς μας έτσι, όπως μας αγαπούσαν, όταν ήμασταν παιδιά.
ΑΛΛΑ ΕΓΩ ΔΕΝ ΒΡΙΖΩ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΜΟΥ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ.
Όλοι μας είμαστε τα θύματα των θυμάτων και αυτοί (οι γονείς μας) δεν μπορούσαν να μας μάθουν κάτι, που οι ίδιοι δεν γνώριζαν.
Εάν η μητέρα σας δεν ήξερε πώς να αγαπάει τον εαυτό της η ο πατέρας σας δεν ήξερε πώς να αγαπάει τον εαυτό του, τότε είναι απολύτως φυσικό αυτοί να μην ήξεραν να σας μάθουν να αγαπάτε τον εαυτό σας.
Ρωτήστε τους γονείς σας για τα παιδικά τους χρόνια και θα τους καταλάβετε καλλίτερα και αν θα τους ακούτε με συμπόνια, εσείς θα καταλάβετε την πηγή του φόβου τους και την στάση τους προς την ζωή.
Οι άνθρωποι, που σας «προκάλεσαν τον πόνο», ήσαν οι ίδιοι τρομοκρατημένοι, όπως είσαστε εσείς τώρα.
Εμείς σχηματίζουμε τις πεποιθήσεις μας στην παιδική ηλικία και μετά πορευόμαστε στην ζωή, αναπαράγοντας τις καταστάσεις, που ταιριάζουν στις πεποιθήσεις μας.
Κοιτάξτε πίσω την ζωή σας και θα δείτε, ότι ουσιαστικά εσείς δημιουργείτε την ίδια πάλι κατάσταση με διαφορετικές αποχρώσεις και εκδοχές.
Και η κατάσταση αυτή είναι η υλοποίηση των δικών σας υποσυνείδητων ροπών.
Γι’ αυτό, πρέπει να ξέρετε καλά, ότι
ΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ – ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΤΙΓΜΗ.
Τα πάντα ανεξαιρέτως γεγονότα στην ζωή σας μέχρις αυτής της στιγμής ήσαν δημιουργημένα από σας τους ίδιους με την βοήθεια των πεποιθήσεών σας, πάνω στην εμπειρία σας.
Τα γεγονότα δημιουργούνταν από τις σκέψεις σας και τα λόγια σας, που χρησιμοποιούσατε χθες, την προηγούμενη εβδομάδα, τον προηγούμενο μήνα, τον προηγούμενο χρόνο, 10, 20, 30, 40 χρόνια πριν, αναλόγως της ηλικίας σας.
Όμως όλα αυτά ήταν στο παρελθόν. Το σημαντικό τώρα είναι η επιλογή σας, η επιλογή των σκέψεων, των λέξεων, της πίστης. Να θυμάστε, ότι ακριβώς και πριν απ’ όλα οι σκέψεις σας και τα λόγια σας δημιουργούν το μέλλον σας.
Η παρούσα στιγμή είναι εκείνη η αφετηρία, από την οποία εσείς κάνετε το άλμα προς το δικό σας αύριο.
Σημειώστε τι σκέφτεστε αυτήν την στιγμή, όταν διαβάζετε αυτά τα λόγια.
ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΡΑΓΜΑ, ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΥΛΕΨΕΤΕ- ΕΙΝΑΙ Η ΣΚΕΨΗ ΣΑΣ. Η ΣΚΕΨΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΜΕ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΡΟΠΟ.
Δεν έχει σημασία η φύση του προβλήματός σας, το πρόβλημά σας είναι η αντανάκλαση της πορείας των σκέψεών σας.
Π.χ. σας εμφανίζεται η σκέψη:
«Είμαι ένας άχρηστος άνθρωπος».
Η σκέψη αυτή προκαλεί αμέσως ως απάντηση το αίσθημα, που επιδρά ενδόμυχα, αλλά πολύ κυριαρχικά πάνω σε όλη την ύπαρξή σας και η προσωπικότητά σας αυθόρμητα αναπτύσσεται ειδικά προς αυτήν την κατεύθυνση.
Αλλά είναι στο χέρι σας εδώ και τώρα, αυτήν την στιγμή να απορρίψετε αυτήν την σκέψη και η μοίρα σας θα κινηθεί προς άλλη κατεύθυνση.
Γι’ αυτό ελάτε από δω και τώρα να απελευθερωνόμαστε από τις αρνητικές μας σκέψεις, διότι η βασική πηγή των προβλημάτων μας και των δεινών μας- είναι το μίσος προς τον εαυτό μας και το αίσθημα της ενοχής ποικίλου βαθμού.
Αν η ζωή σού μοιάζει σκοτεινή και δυστυχισμένη είναι επειδή τη ζεις με λάθος τρόπο
Διαμορφωνόμαστε από αυτό που κάνουμε. Οι πράξεις μας τελικά είναι εκείνες που μας φτιάχνουν. Αυτό που κάνουμε σιγά σιγά γίνεται ο δημιουργός της ζωής μας και της ψυχής μας. Αυτό που κάνουμε στη ζωή αποφασίζει το πώς δημιουργούμε τους εαυτούς μας. Αυτό που είναι η συμπεριφορά μας στη ζωή αποφασίζει τις κατευθύνσεις στις οποίες θα ταξιδέψει η ψυχή μας, τα μονοπάτια που θα διασχίσει, τους νέους κόσμους που θα εξερευνήσει.
Αν γνωρίζαμε ότι η συμπεριφορά μας στη ζωή μάς δημιουργεί, τότε ίσως η άποψη ότι η ζωή είναι μάταιη και ανώφελη να φαινόταν παρεξηγημένη. Τότε ίσως η ιδέα να αποδεχτούμε ότι η ζωή είναι ένα βάσανο να έμοιαζε λάθος. Τότε ίσως η στάση μας κατά της ζωής να μας φαινόταν άθρησκη.
Αλλά μέχρι τώρα, στο όνομα της θρησκείας έχουμε διδαχτεί μόνο την άρνηση της ζωής. Μέχρι τώρα η πραγματικότητα είναι ότι όλη η θρησκεία είναι προσανατολισμένη προς τον θάνατο αντί να είναι προσανατολισμένη προς τη ζωή. Σημασία για τις θρησκείες έχει αυτό που έρχεται μετά τον θάνατο, όχι αυτό που είναι πριν από τον θάνατο. Ως τώρα, η άποψη των θρησκειών ήταν να σεβόμαστε τον θάνατο, όχι τη ζωή. Δεν μπορούμε να βρούμε ποτέ σεβασμό για τα λουλούδια της ζωής· παντού υπάρχουν μόνο ευλογίες και σεβασμός για νεκρά λουλούδια, μαραμένα λουλούδια, λουλούδια που έχουν πάει στους τάφους τους.
Μέχρι τώρα, όλος ο θρησκευτικός συλλογισμός έχει ασχοληθεί με αυτό που υπάρχει μετά τον θάνατο – παράδεισος, σωτηρία, νιρβάνα, λες και αυτό που υπάρχει πριν από τον θάνατο δεν έχει καμία σημασία. Θέλω να σας πω ότι αν δεν είστε σε θέση έστω και να φροντίσετε αυτό που υπάρχει πριν από τον θάνατο, δεν θα μπορέσετε ποτέ να φροντίσετε αυτό που έρχεται μετά τον θάνατο. Αν αυτό που είναι εδώ, πριν τον θάνατο, θεωρείται ότι δεν έχει νόημα, δεν μπορείτε να αναπτύξετε ποτέ την ικανότητα να βρείτε νόημα σε αυτό που έρχεται μετά τον θάνατο.
Η προετοιμασία για τον θάνατο πρέπει να γίνει μέσω όλων όσων υπάρχουν εδώ στη ζωή. Αν υπάρχει ένας άλλος κόσμος μετά τον θάνατο, θα βρούμε και εκεί μόνο αυτό που έχουμε δημιουργήσει και έχουμε ζήσει σε αυτή τη ζωή. Όμως ως τώρα το μόνο πράγμα που μας λένε είναι να περιφρονούμε αυτή τη ζωή, να αγνοούμε αυτή τη ζωή.
Δεν υπάρχει άλλος Θεός εκτός από την ίδια τη ζωή. Δεν μπορεί να υπάρξει. Θέλω επίσης να πω ότι το να πασχίζουμε για την τελειοποίηση της τέχνης της ζωής σημαίνει να πασχίζουμε για την τελειοποίηση της τέχνης της θρησκευτικότητας και το να βιώνουμε την απόλυτη αλήθεια σε αυτή τη ζωή είναι το πρώτο βήμα προς την επίτευξη του απόλυτου. Εκείνος που χάνει αυτή τη ζωή είναι σίγουρο ότι θα χάσει και όλα τα άλλα.
Ωστόσο, η προσέγγιση ως τώρα ήταν ακριβώς η αντίθετη. Αυτή η προσέγγιση σας ζητάει να απαρνηθείτε τη ζωή, να απαρνηθείτε τον κόσμο. Δεν σας ζητάει να ψάξετε στη ζωή, δεν σας ζητάει να μάθετε την τέχνη της ζωής. Επίσης δεν σας λέει ότι ο τρόπος που βιώνετε τη ζωή εξαρτάται από το πώς τη βλέπετε. Αν η ζωή μοιάζει σκοτεινή και δυστυχισμένη είναι επειδή τη ζείτε με λάθος τρόπο. Αυτή η ίδια ζωή μπορεί να γίνει μια βροχή ευτυχίας αρκεί να ξέρετε τον σωστό τρόπο να τη ζείτε.
Θρησκεία αποκαλώ την τέχνη του να ζεις. Η πραγματική θρησκεία δεν είναι μια άρνηση της ζωής, είναι μια σκάλα για να κατεβαίνεις βαθιά μέσα στη ζωή. Η πραγματική θρησκεία δεν είναι να γυρίζει κανείς την πλάτη του στη ζωή, είναι να ανοίγει τα μάτια του στη ζωή. Θρησκεία δεν είναι απόδραση από τη ζωή· θρησκεία είναι ο πλήρης εναγκαλισμός της ζωής. Είναι μια ολοκληρωτική συνάντηση με τη ζωή.
Αν γνωρίζαμε ότι η συμπεριφορά μας στη ζωή μάς δημιουργεί, τότε ίσως η άποψη ότι η ζωή είναι μάταιη και ανώφελη να φαινόταν παρεξηγημένη. Τότε ίσως η ιδέα να αποδεχτούμε ότι η ζωή είναι ένα βάσανο να έμοιαζε λάθος. Τότε ίσως η στάση μας κατά της ζωής να μας φαινόταν άθρησκη.
Αλλά μέχρι τώρα, στο όνομα της θρησκείας έχουμε διδαχτεί μόνο την άρνηση της ζωής. Μέχρι τώρα η πραγματικότητα είναι ότι όλη η θρησκεία είναι προσανατολισμένη προς τον θάνατο αντί να είναι προσανατολισμένη προς τη ζωή. Σημασία για τις θρησκείες έχει αυτό που έρχεται μετά τον θάνατο, όχι αυτό που είναι πριν από τον θάνατο. Ως τώρα, η άποψη των θρησκειών ήταν να σεβόμαστε τον θάνατο, όχι τη ζωή. Δεν μπορούμε να βρούμε ποτέ σεβασμό για τα λουλούδια της ζωής· παντού υπάρχουν μόνο ευλογίες και σεβασμός για νεκρά λουλούδια, μαραμένα λουλούδια, λουλούδια που έχουν πάει στους τάφους τους.
Μέχρι τώρα, όλος ο θρησκευτικός συλλογισμός έχει ασχοληθεί με αυτό που υπάρχει μετά τον θάνατο – παράδεισος, σωτηρία, νιρβάνα, λες και αυτό που υπάρχει πριν από τον θάνατο δεν έχει καμία σημασία. Θέλω να σας πω ότι αν δεν είστε σε θέση έστω και να φροντίσετε αυτό που υπάρχει πριν από τον θάνατο, δεν θα μπορέσετε ποτέ να φροντίσετε αυτό που έρχεται μετά τον θάνατο. Αν αυτό που είναι εδώ, πριν τον θάνατο, θεωρείται ότι δεν έχει νόημα, δεν μπορείτε να αναπτύξετε ποτέ την ικανότητα να βρείτε νόημα σε αυτό που έρχεται μετά τον θάνατο.
Η προετοιμασία για τον θάνατο πρέπει να γίνει μέσω όλων όσων υπάρχουν εδώ στη ζωή. Αν υπάρχει ένας άλλος κόσμος μετά τον θάνατο, θα βρούμε και εκεί μόνο αυτό που έχουμε δημιουργήσει και έχουμε ζήσει σε αυτή τη ζωή. Όμως ως τώρα το μόνο πράγμα που μας λένε είναι να περιφρονούμε αυτή τη ζωή, να αγνοούμε αυτή τη ζωή.
Δεν υπάρχει άλλος Θεός εκτός από την ίδια τη ζωή. Δεν μπορεί να υπάρξει. Θέλω επίσης να πω ότι το να πασχίζουμε για την τελειοποίηση της τέχνης της ζωής σημαίνει να πασχίζουμε για την τελειοποίηση της τέχνης της θρησκευτικότητας και το να βιώνουμε την απόλυτη αλήθεια σε αυτή τη ζωή είναι το πρώτο βήμα προς την επίτευξη του απόλυτου. Εκείνος που χάνει αυτή τη ζωή είναι σίγουρο ότι θα χάσει και όλα τα άλλα.
Ωστόσο, η προσέγγιση ως τώρα ήταν ακριβώς η αντίθετη. Αυτή η προσέγγιση σας ζητάει να απαρνηθείτε τη ζωή, να απαρνηθείτε τον κόσμο. Δεν σας ζητάει να ψάξετε στη ζωή, δεν σας ζητάει να μάθετε την τέχνη της ζωής. Επίσης δεν σας λέει ότι ο τρόπος που βιώνετε τη ζωή εξαρτάται από το πώς τη βλέπετε. Αν η ζωή μοιάζει σκοτεινή και δυστυχισμένη είναι επειδή τη ζείτε με λάθος τρόπο. Αυτή η ίδια ζωή μπορεί να γίνει μια βροχή ευτυχίας αρκεί να ξέρετε τον σωστό τρόπο να τη ζείτε.
Θρησκεία αποκαλώ την τέχνη του να ζεις. Η πραγματική θρησκεία δεν είναι μια άρνηση της ζωής, είναι μια σκάλα για να κατεβαίνεις βαθιά μέσα στη ζωή. Η πραγματική θρησκεία δεν είναι να γυρίζει κανείς την πλάτη του στη ζωή, είναι να ανοίγει τα μάτια του στη ζωή. Θρησκεία δεν είναι απόδραση από τη ζωή· θρησκεία είναι ο πλήρης εναγκαλισμός της ζωής. Είναι μια ολοκληρωτική συνάντηση με τη ζωή.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)









