Δευτέρα 29 Απριλίου 2019

ΙΜΜΑΝΟΥΕΛ ΚΑΝΤ: Οι υπολογισμοί του μαγαζάτορα

Σύμφωνα με τον Καντ, η ηθική αξία μιας πράξης δεν εντοπίζεται στις συνέπειες που απορρέουν από αυτήν, αλλά στην πρόθεση με την οποία γίνεται η πράξη. Εκείνο που έχει σημασία είναι το κίνητρο, και το κίνητρο πρέπει να είναι ενός συγκεκριμένου είδους. Εκείνο που έχει σημασία είναι να κάνουμε το σωστό επειδή είναι σωστό, όχι για κάποιο απώτερο κίνητρο.

Για να είναι μια πράξη καλή από ηθική άποψη, «δεν αρκεί να γίνεται σύμφωνα με τον ηθικό νόμο, αλλά πρέπει να γίνεται ένεκα τούτου». Και το κίνητρο που προσδίδει ηθική αξία σε μια πράξη είναι το κίνητρο του καθήκοντος, το οποίο για τον Καντ προϋποθέτει ότι κάνουμε το σωστό για τον σωστό λόγο.

Όταν λέει ότι μόνο το κίνητρο του καθήκοντος προσδίδει ηθική αξία σε μια πράξη, ο Καντ δεν εξηγεί ακόμη ποια ιδιαίτερα καθήκοντα έχουμε. Δεν μας λέει ακόμη τι επιτάσσει η ανώτατη αρχή της ηθικής. Παρατηρεί απλώς πως, όταν αξιολογούμε την ηθική αξία μιας πράξης, αξιολογούμε το κίνητρο με βάση το οποίο έγινε, όχι τις συνέπειες που επιφέρει.

Αν ενεργούμε με βάση κάποιο άλλο κίνητρο πέρα από το καθήκον, π.χ. για ιδιοτελείς λόγους, η πράξη μας στερείται ηθικής αξίας. Αυτό αληθεύει, όπως υποστηρίζει ο Καντ, όχι μόνο για το ιδιοτελές συμφέρον αλλά για οποιαδήποτε προσπάθεια να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες μας, τις προτιμήσεις μας και τις ορέξεις μας. Ο Καντ αντιδιαστέλλει τα κίνητρα αυτού του είδους -τα οποία αποκαλεί «κίνητρα των ορμών»- προς το κίνητρο του καθήκοντος. Και επιμένει ότι μόνο οι πράξεις που υποκινούνται από το κίνητρο του καθήκοντος έχουν ηθική αξία.

Οι υπολογισμοί του μαγαζάτορα και το Γραφείο για καλύτερες δουλειές

Ο Καντ παρουσιάζει διάφορα παραδείγματα που δείχνουν τη διαφορά ανάμεσα στο καθήκον και την ορμή. Το πρώτο αφορά έναν συνετό μαγαζάτορα. Ένας άπειρος πελάτης, ένα παιδί, λ.χ., μπαίνει σε ένα παντοπωλείο για να αγοράσει ένα καρβέλι ψωμί. Ο παντοπώλης θα μπορούσε να χρεώσει το παιδί παραπάνω- παραπάνω από τη συνηθισμένη τιμή για ένα καρβέλι ψωμί- και αυτό δεν θα το καταλάβαινε. Αλλά ο παντοπώλης συνειδητοποιεί ότι, αν οι άλλοι ανακάλυπταν ότι εκμεταλλεύθηκε το παιδί με αυτό τον τρόπο, η είδηση μπορεί να κυκλοφορούσε και αυτό θα έβλαπτε τη δουλειά του. Για τον λόγο αυτό, αποφασίζει να μη χρεώσει παραπάνω το παιδί. Το χρεώνει με την κανονική τιμή. Έτσι ο παντοπώλης κάνει το σωστό, αλλά όχι για τον σωστό λόγο. Ο μόνος λόγος για τον οποίο συναλλάσσεται έντιμα με το παιδί είναι γιατί θέλει να προστατεύσει τη φήμη του. Ο παντοπώλης ενεργεί έντιμα για χάρη του ιδιοτελούς του συμφέροντος· η πράξη του παντοπώλη στερείται ηθικής αξίας.

Ένα σύγχρονο παράδειγμα αντίστοιχο με τον συνετό παντοπώλη του Καντ μας προσφέρει η διαφημιστική εκστρατεία του Γραφείου για καλύτερες δουλειές [Better Business Bureau: ΒΒΒ] της Νέας Υόρκης. Επιδιώκοντας να προσελκύσει νέα μέλη, το Γραφείο ΒΒΒ δημοσιεύει ενίοτε μια ολοσέλιδη διαφήμιση στους New York Times με τον τίτλο «Η τιμιότητα είναι η καλύτερη πολιτική. Είναι επίσης η πιο επικερδής». Το κείμενο της διαφήμισης καθιστά σαφές πέραν πάσης αμφιβολίας το κίνητρο το οποίο επικαλείται.

Τιμιότητα. Είναι εξίσου σημαντική με οποιοδήποτε άλλο κεφάλαιο της επιχείρησης. Επειδή μια επιχείρηση που συναλλάσσεται με ειλικρίνεια, διαφάνεια και ακριβοδικία θα πάει οπωσδήποτε καλά. Για τον σκοπό αυτό υποστηρίζουμε το Γραφείο ΒΒΒ. Γίνετε μέλος μας. Και κερδίστε από αυτό.

Ο Καντ δεν θα καταδίκαζε το Γραφείο ΒΒΒ· η προώθηση τίμιων επιχειρηματικών πρακτικών είναι αξιέπαινη. Αλλά υπάρχει μια σημαντική ηθική διαφορά ανάμεσα στην τιμιότητα ως σκοπό καθεαυτόν και στην τιμιότητα για χάρη του κέρδους. Η πρώτη συνιστά μια θέση αρχής, η δεύτερη μια πραγματιστική στάση. Ο Καντ υποστηρίζει ότι μόνο η θέση αρχής συμβαδίζει με το κίνητρο του καθήκοντος, το μόνο κίνητρο που προσδίδει ηθική αξία σε μια πράξη.

Ας δούμε και αυτό το παράδειγμα: Πριν από μερικά χρόνια, το Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ προσπάθησε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της αντιγραφής που είχε εξαπλωθεί και ζήτησε από τους φοιτητές να δεσμευτούν ενυπόγραφα ότι δεν θα αντιγράφουν. Ως κίνητρο, χάριζε στους φοιτητές που δεσμεύονταν μια εκπτωτική κάρτα που προσέφερε εκπτώσεις 10-25% σε τοπικά καταστήματα. Κανείς δεν γνωρίζει πόσοι φοιτητές υποσχέθηκαν να μην αντιγράφουν για χάρη της έκπτωσης στην τοπική πιτσαρία. Αλλά οι περισσότεροι από εμάς θα συμφωνούσαμε ότι η εντιμότητα επί πληρωμή δεν έχει ηθική αξία. (Οι εκπτώσεις μπορούν ίσως να συμβάλουν στον περιορισμό του φαινομένου της αντιγραφής· το ηθικό ερώτημα, ωστόσο, είναι αν η τιμιότητα που υποκινείται από την επιθυμία να κερδίσουμε μια έκπτωση ή μια χρηματική ανταμοιβή έχει ηθική αξία. Ο Καντ θα έλεγε ότι δεν έχει.)

Αυτά τα παραδείγματα δείχνουν το εύλογο του ισχυρισμού του Καντ ότι μόνο το κίνητρο του καθήκοντος -το να κάνουμε μια πράξη επειδή είναι σωστή, όχι επειδή είναι χρήσιμη ή βολική- προσδίδει ηθική αξία σε μια πράξη. Δύο άλλα, όμως, παραδείγματα αποκαλύπτουν ένα πρόβλημα που παρουσιάζει ο ισχυρισμός του Καντ.

Ο ηθικός μισάνθρωπος

To πιο δύσκολο ίσως πρόβλημα που ταλανίζει την αντίληψη του Καντ εντοπίζεται στις ιδέες του για το καθήκον μας να βοηθάμε τους άλλους. Ορισμένοι άνθρωποι είναι αλτρουιστές. Νιώθουν συμπόνια για τους άλλους και χαίρονται να τους βοηθούν. Αλλά για τον Καντ, η πραγματοποίηση καλών πράξεων από συμπόνια, «όσο σύμφωνη με το καθήκον, όσο αξιαγάπητη και αν είναι αυτή», στερείται ηθικής αξίας. Αυτή η θέση μοιάζει να συγκρούεται με τις διαισθήσεις μας. Καλός άνθρωπος δεν είναι εκείνος που χαίρεται να βοηθά τους άλλους; Ο Καντ θα έλεγε ναι. Ασφαλώς και δεν πιστεύει ότι είναι λάθος να ενεργούμε από συμπόνια. Αλλά διακρίνει αυτό το κίνητρο που έχουμε για να βοηθάμε άλλα πρόσωπα -την ευχαρίστηση από την επιτέλεση καλών πράξεων- από το κίνητρο του καθήκοντος. Και διατείνεται ότι μόνο το κίνητρο του καθήκοντος προσδίδει ηθική αξία σε μια πράξη. Η συμπόνια του αλτρουιστή «αξίζει έπαινο και ενθάρρυνση, όχι όμως και πολλή εκτίμηση».

Τι θα πρέπει, λοιπόν, να χαρακτηρίζει μια ηθική πράξη για να έχει ηθική αξία; Ο Καντ παρουσιάζει ένα σενάριο: φανταστείτε ότι ο αλτρουιστής μας υφίσταται μια κακοτυχία που σβήνει την αγάπη του για την ανθρωπότητα. Γίνεται μισάνθρωπος χωρίς καμία συμπάθεια και συμπόνια για τους άλλους. Αλλά αυτή η ψυχρή καρδιά υπερνικά την αδιαφορία του και ο μισάνθρωπος βοηθά τους συνανθρώπους του. Ενώ δεν έχει καμία επιθυμία να βοηθήσει, το κάνει «μόνο από καθήκον». Τώρα, για πρώτη φορά, η πράξη του έχει ηθική αξία.

Αυτή η κρίση φαίνεται παράδοξη από διάφορες απόψεις. Προβάλλει άραγε ο Καντ τους μισανθρώπους ως ηθικά υποδείγματα; Όχι, όχι ακριβώς. Η ικανοποίηση που νιώθουμε όταν κάνουμε το σωστό δεν υποσκάπτει κατ’ ανάγκην την ηθική του αξία. Το σημαντικό, μας λέει ο Καντ, είναι η καλή πράξη να γίνεται γιατί θα πρέπει να την κάνουμε – είτε μας ικανοποιεί είτε όχι.

Ο ήρωας της προφοράς

Ας εξετάσουμε ένα επεισόδιο που έλαβε χώρα πριν από μερικά χρόνια στον εθνικό διαγωνισμό προφοράς αγγλικών λέξεων στην Ουάσινγκτον. Ζητήθηκε από ένα δεκατριάχρονο αγόρι να προφέρει τη λέξη echolalia [ηχολαλία], η οποία δηλώνει την τάση να επαναλαμβάνουμε ό,τι ακούμε. Αν και δεν πρόφερε σωστά τη λέξη, οι κριτές δεν τον άκουσαν καλά, του είπαν ότι είχε προφέρει σωστά τη λέξη, και του επέτρεψαν να προχωρήσει. Όταν το παιδί έμαθε ότι δεν είχε προφέρει σωστά τη λέξη, πήγε στους κριτές και τους το είπε. Βγήκε λοιπόν εκτός διαγωνισμού. Οι τίτλοι των εφημερίδων την επόμενη μέρα ανακήρυξαν τον έντιμο νεαρό «ήρωα της προφοράς», και η φωτογραφία του δημοσιεύθηκε στους New York Times. «Οι κριτές είπαν ότι ήμουν ένας εξαιρετικά ακέραιος χαρακτήρας», είπε το αγόρι στους δημοσιογράφους. Πρόσθεσε ότι το κίνητρό του ήταν εν μέρει ότι «δεν ήθελα να νιώθω απατεώνας».

Όταν διάβασα αυτή τη φράση του ήρωα της προφοράς, αναρωτήθηκα τι θα σκεφτόταν ο Καντ. Το να μη θέλει κανείς να νιώθει απατεώνας είναι φυσικά μια επιθυμία. Συνεπώς, αν αυτό ήταν το κίνητρο του παιδιού που είπε την αλήθεια, θα υπέσκαπτε την ηθική αξία της πράξης του. Αλλά αυτή η άποψη θα ήταν πολύ σκληρή. Θα σήμαινε ότι μόνο άνθρωποι χωρίς συναισθήματα μπορούν να πραγματοποιήσουν ηθικά άξιες πράξεις. Δεν νομίζω ότι ο Καντ θέλει να πει κάτι τέτοιο.

Αν ο μόνος λόγος για τον οποίο το αγόρι είπε την αλήθεια ήταν ότι ήθελε να αποφύγει τα συναισθήματα της ενοχής, ή μια αρνητική δημοσιότητα σε περίπτωση που ανακάλυπταν το σφάλμα του, τότε η ειλικρίνειά του θα στερούνταν ηθικής αξίας. Αλλά, αν είπε την αλήθεια επειδή γνώριζε ότι αυτό ήταν το σωστό, η πράξη του έχει ηθική αξία ανεξάρτητα από την ευχαρίστηση ή την ικανοποίηση που μπορεί να τη συνοδεύει. Εφόσον έκανε το σωστό για τον σωστό λόγο, το να νιώθει καλά γι’ αυτή του την πράξη δεν υποσκάπτει την ηθική της αξία.

Το ίδιο ισχύει και για τον αλτρουιστή του Καντ. Αν προσφέρει βοήθεια σε άλλους ανθρώπους λόγω της ευχαρίστησης που αποκομίζει και μόνο, τότε η πράξη του στερείται ηθικής αξίας. Αλλά, αν αναγνωρίζει ότι έχει ένα καθήκον να βοηθά τους συνανθρώπους του και δρα με βάση αυτό το καθήκον, τότε η ευχαρίστηση που αντλεί από αυτό δεν είναι ηθικά επιλήψιμη.

Στην πράξη, φυσικά, το καθήκον και η επιθυμία συχνά συνυπάρχουν. Είναι δύσκολο πολλές φορές να ξεδιαλύνουμε τα κίνητρα του ίδιου μας του εαυτού, πόσω μάλλον τα κίνητρα άλλων ατόμων. Ο Καντ δεν αρνείται αυτό το γεγονός. Ούτε πιστεύει ότι μόνο ένας σκληρόκαρδος μισάνθρωπος μπορεί να επιτελέσει ηθικά άξιες πράξεις. Με το παράδειγμα του μισανθρώπου επιδιώκει να απομονώσει το κίνητρο του καθήκοντος – να το διακρίνει πλήρως από τη συμπάθεια ή τη συμπόνια. Και διακρίνοντας το κίνητρο του καθήκοντος μπορούμε να ορίσουμε το χαρακτηριστικό των καλών πράξεων που τους δίνει την ηθική τους αξία – αυτό είναι η αρχή τους, όχι οι συνέπειες τους.

Η άλωση της Τροίας

ΟΙ ΑΧΑΙΟΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΥΝ ΤΟΝ ΔΟΥΡΕΙΟ ΙΠΠΟ ΚΑΙ ΚΛΕΒΟΥΝ ΤΟ ΠΑΛΛΑΔΙΟ

Ύστερα από τον θάνατο του Ευύπουλου, του τελευταίου συμμάχου που μπορούσε να αναβάλει για λίγο την άλωση του Ιλίου, οι Τρώες κλείνονται απελπισμένοι μέσα στα τείχη, και έτσι μπορούν οι Έλληνες να ζώσουν ακόμα πιο σφιχτά το κάστρο τους.

Ο Έλενος ωστόσο, όταν φανέρωνε στους Αχαιούς τους χρησμούς που καθόριζαν τη μοίρα της Τροίας, είχε δηλώσει πως, έξω από τον Φιλοκτήτη και τον Νεοπτόλεμο, που έπρεπε να μετακαλέσουν οπωσδήποτε, η Τροία δεν μπορούσε να παρθεί όσον καιρό έμενε μέσα στο κάστρο το Παλλάδιο, το ξύλινο δηλαδή άγαλμα (ξόανο), που φυλαγόταν στο ναό της Αθηνάς Παλλάδας.

Πριν οι Έλληνες επιχειρήσουν να αρπάξουν το Παλλάδιο μέσα από την Τροία, η Αθηνά συμβουλεύει τον Οδυσσέα να φτιάξουν ένα μεγάλο ξύλινο άλογο, τον περίφημο Δούρειο Ίππο (δούρειος θα πει ξύλινος). Και ήταν η ίδια η θεά που όρισε να είναι ο Επειός, ο γιος του Πανοπέα από τη Φωκίδα αυτός που θα μαστόρευε το άλογο. Ήθελε με τον τρόπο αυτό να δοξάσει τον Επειό, έναν ήρωα που ήταν τόσο ασήμαντος, ώστε οι αχαιοί βασιλιάδες τον ταπείνωναν όλη την ώρα προστάζοντάς τον να τους κουβαλάει το νερό που χρειάζονταν στις σκηνές τους.

Ο Επειός βλέπει ξαφνικά τον εαυτό του να γίνεται ένα από τα πιο σημαντικά πρόσωπα των Αχαιών γυρεύει λοιπόν να του κουβαλήσουν ένα βουνό ξυλεία από τα δάση της Ίδας. Έτσι, μέσα σε λίγες μόνο μέρες, κατορθώνει να στήσει ένα πελώριο άλογο που είχε κρυφά ανοίγματα από τις δύο πλευρές και η κοιλιά του χωρούσε όχι λιγότερους από τρεις χιλιάδες αρματωμένους Αχαιούς.

Το Ξύλινο Άλογο είναι έτοιμο τώρα έρχεται η σειρά να κλέψουν το Παλλάδιο. Την επιχείρηση θα την πάρει πάνω του πάλι ο Οδυσσέας. Το πρώτο που κρίνει σωστό να κάνει, πριν ακόμα δοκιμάσει να αρπάξει το ξόανο, είναι να μπει κρυφά ολομόναχος μέσα στο κάστρο των αντίμαχων για να γνωρίσει τα κατατόπια του. Βάζει λοιπόν τον Θόαντα, τον αρχηγό των Αιτωλών, να τον δείρει, να τον γρονθοκοπήσει στο πρόσωπο και να τον πληγώσει – όχι βαριά βέβαια -, σκεπάζει έπειτα το κορμί του με κουρέλια και χώνεται μέσα στο Ίλιο, τάχα πως ήταν ζητιάνος.

Όταν παρουσιάζεται μπροστά στους Τρώες και παρακαλεί να τον ελεήσουν, δεν βρίσκεται κανένας να τον αναγνωρίσει. Μοναχά η Ελληνίδα Ελένη καταλαβαίνει γρήγορα ποιος είναι και, για να δείξει στον Οδυσσέα πως και αυτή δεν είναι λιγότερο έξυπνη, αρχίζει να τον βασανίζει μπροστά στους άλλους ψιλορωτώντας τον για την πατρίδα του, για το πώς βρέθηκε στην Τροία και άλλα, μόνο και μόνο για να τον φέρει σε δύσκολη θέση. Από την έξυπνη όμως γυναίκα, πιο έξυπνος είναι ο άντρας- ο Οδυσσέας δεν δυσκολεύεται με τις πετυχημένες απαντήσεις που της δίνει να κρατηθεί στο ρόλο του ζητιάνου και να μην προδοθεί. Φυσικά, δεν ξεχνά να πει στους ανυποψίαστους Τρώες πόσο άσχημα του είχαν φερθεί έξω από το κάστρο οι Αχαιοί. Αυτοί τον είχαν δείρει και πληγώσει: – Να, κοιτάχτε το βασανισμένο μου κορμί! Μα ο Δίας, που προστατεύει τους ικέτες, θα τους τιμωρήσει. Μη θελήσετε τώρα κι εσείς οι Τρώες να φερθείτε το ίδιο μαζί μου!

Όταν η Ελένη καταλαβαίνει πως δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μαζί του, προφασίζεται μπροστά στους Τρώες πως θέλει αυτόν τον συφοριασμένο ζητιάνο να τον πάρει στο παλάτι της να τον περιποιηθεί, για να τον κάνει να ξεχάσει για λίγο τα βάσανά του. Εκεί τον λούζει, του φοράει καθαρά ρούχα, του δίνει να φάει και έπειτα τον εξορκίζει να της πει την αλήθεια. Για να τον πείσει πως δεν είχε κακούς σκοπούς, του ορκίζεται, πριν υπολογίσει πως έφτασε άβλαβος στο αχαϊκό στρατόπεδο, να μην τον προδώσει στους Τρώες. Τότε ο Οδυσσέας τής φανερώνεται και αποπάνω συζητεί μαζί της τα μελλοντικά σχέδια των Αχαιών, για το πώς θα πατήσουν την Τροία.

Με τη βοήθειά της ο ήρωας κατατοπίζεται στους δρόμους της Τροίας και, πριν βγει έξω από τα τείχη, σκοτώνει όλους τους Τρώες, όσοι φρουρούσαν τις πύλες και δεν περίμεναν βέβαια να τους επιτεθούν από μέσα από την πόλη. Έπειτα γυρίζει στο στρατόπεδό του και δίνει στους δικούς του όσες πληροφορίες είχε συγκεντρώσει. Η επιχείρηση είχε πετύχει.

Στο μεταξύ, μέσα στην Τροία βρίσκουν τους φύλακες σφαγμένους και καταλαβαίνουν, αργά πια, το τέχνασμα του εχθρού. Την ώρα που οι Τρωαδίτισσες κλαίνε τους νεκρούς των, η Ελένη νιώθει να φουντώνει μέσα της η χαρά γιατί από καιρό τώρα είχε μετανιώσει, που άφησε πατρίδα και κόρη μονάκριβη και έναν τόσο μυαλωμένο και όμορφο άντρα, και λαχταρούσε να γυρίσει μια ώρα αρχύτερα στη Σπάρτη.

Η επιχείρηση μπαίνει τώρα στη δεύτερη φάση της, που είναι και πιο κρίσιμη. Είχε φτάσει πια η ώρα να κλέψουν το Παλλάδιο και να στερήσουν την Τροία από την προστασία της θεάς. Τώρα ο Οδυσσέας χρειάζεται βοηθό. Θα τον συνοδέψει, όπως πάντα, ο Διομήδης. Μια νύχτα οι δύο ήρωες περνούν μέσα από έναν υπόνομο και βρίσκονται μέσα στην Τροία, χωρίς να τους πάρει κανένας είδηση, σκοτώνουν τους φύλακες του ναού, αρπάζουν το Παλλάδιο και φεύγουν. Ο Διομήδης κουβαλάει το ξόανο και ο Οδυσσέας τον ακολουθεί με το σπαθί ξεγυμνωμένο για να τον προστατεύει.

Η φιλοδοξία όμως του Οδυσσέα είναι πολύ μεγάλη· θέλει αυτός να κρατάει το Παλλάδιο, για να πάρει αυτός και τη δόξα όταν θα το παραδίδει στον Αγαμέμνονα. Και επειδή ο Διομήδης ούτε να τον ακούσει δεν θέλει, μόνο συνεχίζει το δρόμο του, ο Οδυσσέας υψώνει το σπαθί του για να χτυπήσει το σύντροφό του από πίσω – στους Αχαιούς θα έλεγε έπειτα πως τον Διομήδη τον πρόλαβαν οι Τρώες και τον σκότωσαν. Ο Διομήδης ωστόσο, για καλή του τύχη, βλέπει στο φως του φεγγαριού τη σκιά του υψωμένου σπαθιού, που έπεφτε μπροστά του, γυρίζει απότομα και, καθώς είναι πιο χειροδύναμος, δεν δυσκολεύεται να του αρπάξει το όπλο από τα χέρια. Έπειτα τον υποχρεώνει να μπει μπροστά, ενώ εκείνος, κρατώντας το άγαλμα στο αριστερό του χέρι, τον σπρώχνει από πίσω χτυπώντας τον με τη λεπίδα του σπαθιού.

Η ιστορία αυτή δεν φαίνεται να είχε συνέχεια. Ο Οδυσσέας, ύστερα μάλιστα από την ταπείνωσή του, δεν είχε βέβαια κανένα λόγο να μάθουν οι άλλοι Αχαιοί πως επιβουλεύτηκε τον σύντροφό του. Ο Διομήδης πάλι μπορεί να μη θέλησε να αποκαλύψει στους άλλους βασιλιάδες το άσχημο παιχνίδι που του είχε παίξει ο Οδυσσέας ή, και αν το αποκάλυψε, θα συμφώνησαν όλοι να το αποσκεπάσουν, για να ξεχαστεί γρήγορα γιατί στην κρίσιμη αυτή ώρα του πολέμου δεν ήταν βέβαια καιρός για μαλώματα. Αρκετά άλλωστε είχαν πληρώσει πριν από λίγο τη διχόνοια ανάμεσα στον Αγαμέμνονα και στον Αχιλλέα

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ

Με τον ερχομό του Φιλοκτήτη και του Νεοπτόλεμου και με το Παλλάδιο στα χέρια τους, οι Αχαιοί είναι πια έτοιμοι για την τελική επιχείρηση. Η ώρα να χρησιμοποιήσουν το Ξύλινο Άλογο έχει φτάσει. Χαράζουν πρώτα πάνω του μια επιγραφή: Έλληνες Αθήνα χαριστήριον. Έπειτα, ξεδιαλεγμένοι ένας ένας από τον Οδυσσέα, που είχε το γενικό πρόσταγμα, ανεβαίνουν και κρύβονται μέσα του οι πιο ψυχωμένοι ήρωες, ανάμεσά τους ο Διομήδης, ο Νεοπτόλεμος, ο Φιλοκτήτης, ο Μενέλαος, ο Ιδομενέας, ο Μηριόνης, ο Σθένελος, ο Τεύκρος, ο Θρασυμήδης, ο Εύμηλος, ο Θόας, ο Ευρύπυλος, ο Λοκρός Αίας. Και ο Επειός, ο κατασκευαστής του Αλόγου, δεν μπορούσε να λείψει, και ας μην ήταν σπουδαίος πολεμιστής, γιατί αυτός ήξερε να ανοιγοκλείνει τις κρυφές πόρτες.

Οι άντρες που είχαν αποφασίσει να πάρουν μέρος στην επιχείρηση, ήξεραν πως η ζωή τους κρεμόταν από μια ψιλή κλωστή γιατί με την παραμικρή υποψία οι Τρώες μπορούσαν να βάλουν φωτιά στο Ξύλινο Άλογο και να τους κάψουν ζωντανούς ως τον τελευταίο, χωρίς καν να τους αφήσουν τη δυνατότητα να υπερασπίσουν τον εαυτό τους.

Να παίρνει κανείς την απόφαση να ριχτεί σ’ έναν τέτοιο κίνδυνο, θα πει πως το λέει η καρδιά του, δεν θα πει όμως και πως δεν φοβάται. Έτσι, οι ψημένοι μέσα στη φωτιά του πολέμου τόσα χρόνια ήρωες, την ώρα που έμπαιναν αμίλητοι στο Άλογο, σκούπιζαν τα δάκρυά τους και ένιωθαν τα γόνατά τους να τρέμουν. Ένας μόνο ούτε έκλαιγε ούτε καν είχε χλωμιάσει, ο Νεοπτόλεμος, αντάξιος γιος του πατέρα του. Όσην ώρα μάλιστα βρισκόταν κλεισμένος μαζί με τους άλλους στο σκοτάδι της προσωρινής φυλακής τους, δεν είχε την υπομονή να περιμένει πότε θα δινόταν το σύνθημα για την έξοδο με το χέρι πότε στο σπαθί και πότε στο κοντάρι, κάθε τόσο παρακαλούσε τον Οδυσσέα να του ανοίξει τις πόρτες για να βγει έξω και να πέσει πάνω στους Τρώες.

Μόλις οι διαλεχτοί Αχαιοί κλείνονται μέσα στο Άλογο, ο υπόλοιπος στρατός βάζει φωτιά στις σκηνές του, ανεβαίνει στα καράβια και ανοίγεται στο πέλαγος, τάχα πως είχε χάσει κάθε ελπίδα πια να πατήσει την Τροία, γι’ αυτό και αποφάσισε να γυρίσει στην Ελλάδα. Καθώς όμως αρμένιζαν μέσα στη νύχτα, πήγαν και κρύφτηκαν στην Τένεδο, σε μιαν ακρογιαλιά που να μη φαίνεται από την Τροία.

Έναν μόνο Αχαιό είχε αφήσει ο Οδυσσέας πίσω, τον εξάδελφό του τον Σίνωνα, αφού του έδωκε οδηγίες πώς να ξεγελάσει τους Τρώες την άλλη μέρα, όταν θα ανακάλυπταν το Ξύλινο Άλογο.

ΟΙ ΤΡΩΕΣ ΑΝΕΒΑΖΟΥΝ ΤΟΝ ΔΟΥΡΕΙΟ ΙΠΠΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΙΛΙΟ

Το άλλο πρωί οι Τρώες βλέπουν ψηλά από τα τείχη τους το στρατόπεδο των Αχαιών έρημο και τις σκηνές τους να καπνίζουν ακόμα, και δεν μπορούν να πιστέψουν στα μάτια τους- στην αρχή με κάποιο δισταγμό, έπειτα όμως όλο και πιο θαρρετά, ανοίγουν τις πύλες και αρχίζουν να κατεβαίνουν, άρχοντες και λαός, και να περιεργάζονται τις πυρπολημένες, έρημες σκηνές των Αχαιών. Μια στιγμή βλέπουν το Άλογο να υψώνεται θεόρατο μπροστά τους και το τριγυρίζουν με απορία.

Τι είναι αυτό πάλι; Μερικοί, μόλις διαβάζουν την επιγραφή πάνω στα πλευρά του Αλόγου, ζητούν να το ανεβάσουν αμέσως στην ακρόπολή τους.

Άλλοι, πιο μυαλωμένοι, υποψιάζονται κάποια καινούρια πονηριά των αντίμαχων και επιμένουν να το γκρεμίσουν από τα βράχια ή να το ανοίξουν για να βεβαιωθούν αν κρύβει τίποτα μέσα του.

Πάνω στην ώρα, κάποιοι ντόπιοι βοσκοί βρίσκουν τον Σίνωνα ανάμεσα σε κάτι βούρλα της ακρογιαλιάς. Καταλαβαίνοντας πως είχαν να κάμουνε Αχαιό, τον πιάνουν, τον δένουν και τον οδηγούν με σπρωξιές μπροστά στον Πρίαμο, που είχε και αυτός κατέβει να δει το στρατόπεδο των Αχαιών.

Η ανάκριση αρχίζει αμέσως: Ποιος είσαι συ; Και γιατί έφυγαν οι Έλληνες; Και τι θέλει αυτό το άλογο; – Καλά δασκαλεμένος από τον Οδυσσέα ο αιχμάλωτος αρχίζει μέσα σε άφθονα ψεύτικα δάκρυα να ιστορεί τα πάθη του, που δεν τα είχε βέβαια πάθει. Θα τους μολογήσει, λέει, όλη την αλήθεια, γιατί, ύστερα από όσα είχε τραβήξει από τους συμπατριώτες του, ήταν ελεύθερος να αποκαλύψει τα σχέδιά τους.

Ο ίδιος δεν ήταν λέει παρά ένας φτωχός συγγενής του Παλαμήδη, που τον είχε ακολουθήσει στον πόλεμο. Στα πρώτα χρόνια, όσο ο Παλαμήδης ζούσε τιμημένος από τους Αχαιούς, μπορούσε και αυτός, κάτω από τη σκιά του προστάτη του, να ζει με κάποια υπόληψη μέσα στους άλλους συντρόφους του πολέμου. Όταν όμως εκείνος, με τις δολοπλοκίες του Οδυσσέα, έχασε τη ζωή του , του Σίνωνα δεν του απόμεινε άλλο από το να αποτραβηχτεί και να παραδοθεί στη θλίψη του. Μόνη του παρηγοριά ήταν η σκέψη, αν καμιά φορά γύριζαν στην πατρίδα, να πάρει εκδίκηση για τον άδικο χαμό του Παλαμήδη.

Όταν οι απειλές αυτές έφτασαν κάποτε στα αυτιά των βασιλιάδων, η ζωή του Σίνωνα έγινε πολύ δύσκολη. Ο Οδυσσέας άρχισε να τον κυνηγάει με απειλές και συκοφαντίες. Και δεν άργησε να βρει την ευκαιρία να τον εξοντώσει.

Από την ώρα, συνέχισε ο Σίνωνας, που ο Διομήδης και ο Οδυσσέας σκότωσαν τους φύλακες του ναού της Αθηνάς στο Ίλιο και με χέρια αιματοστάλαχτα άρπαξαν το Παλλάδιο μολύνοντάς το, η Αθηνά θύμωσε και σήκωσε την προστασία της από τους Αχαιούς. Και δεν ήταν λίγα λέει τα σημάδια που έδειχναν το θυμό της: Το ξόανο, μόλις το έστησαν στο αχαϊκό στρατόπεδο, πήδησε τρεις φορές ψηλά σείωντας ασπίδα και κοντάρι, περιλούστηκε στον ιδρώτα και έβγαλε φωτιές από τα μάτια του.

Μπροστά στις κακοσημαδιές αυτές ο Κάλχας ο μάντης βγάζει παρευθύς κρίση: Η Τροία δεν γίνεται να πατηθεί τώρα αμέσως- έπρεπε πρώτα να μεταφέρουν το Παλλάδιο στην Ελλάδα, εκεί να το εξαγνίσουν, και έπειτα να γυρίσουν με καινούριες δυνάμεις, σε μια στιγμή που οι Τρώες δεν θα τους περίμεναν πια.

Στο μεταξύ, με τη συμβουλή του Κάλχα πάλι, οι Αχαιοί έφτιαξαν το Άλογο και το αφιέρωσαν στην Αθηνά για να μαλακώσουν το θυμό της. Και το έφτιαξαν επίτηδες πελώριο, για να μην μπορούν οι Τρώες να το περάσουν από τα τείχη τους- γιατί, από τη στιγμή που θα βρισκόταν μέσα στο κάστρο, θα έπαιρνε τη θέση του κλεμμένου Παλλαδίου και θα προστάτευε την πόλη. Αν πάλι οι Τρώες αποφάσιζαν να το καταστρέψουν, όλος ο θυμός της θεάς θα έπεφτε πάνω τους.

Ύστερα από τα λόγια του Κάλχα οι Αχαιοί ετοιμάστηκαν λέει να φύγουν μια ώρα αρχύτερα, είχαν όμως σηκωθεί ενάντιοι άνεμοι και δεν τους άφηναν να αρμενίσουν. Στην αμηχανία τους έστειλαν τον Ευρύπυλο, το γιο του Ευαίμονα, στους Δελφούς να ζητήσουν τη συμβουλή του μαντείου. Σε λίγες μέρες ο ήρωας τους έφερε την απόκριση του Απόλλωνα: Όπως, όταν φύγατε από την Αυλίδα, εξιλεώσατε τους ανέμους με το αίμα της Ιφιγένειας , το ίδιο και τώρα πρέπει με αίμα ανθρώπου να τους εξιλεώσετε!

Ποιο θα ήταν όμως το εξιλαστήριο θύμα, αυτό δεν το ξεκαθάριζε το μαντείο. Δέκα ολόκληρες μέρες ο Κάλχας σωπαίνει. Στο τέλος, όταν ο Οδυσσέας τον υποχρεώνει να μιλήσει, ύστερα από μυστική μαζί του συμφωνία φαίνεται, ορίζει τον Σίνωνα να οδηγηθεί στο βωμό για τη θυσία. Με τον τρόπο αυτό ο Οδυσσέας όχι μόνο εξαφάνιζε έναν που ήξερε ποιος έφταιγε για την καταδίκη του Παλαμήδη, αλλά και είχε όλους τους Αχαιούς με το μέρος του· γιατί ό,τι φοβόταν τόσες μέρες για τον εαυτό του ο καθένας, έβλεπε τώρα να πέφτει σε άλλου την πλάτη.

Την τελευταία στιγμή το θύμα, δεμένο πια δίπλα στο βωμό, κατορθώνει να λύσει τα δεσμά του και να κρυφτεί μέσα στο σκοτάδι της νύχτας στα βούρλα της ακρογιαλιάς. Εκεί τον είχαν βρει οι βοσκοί, πριν τον φέρουν μπροστά στον Πρίαμο. Δεν είχε καμιά αμφιβολία πως οι Τρώες θα τον σκότωναν για τα όσα είχαν τραβήξει από τους συμπατριώτες του. Και όμως, αν απόμεινε ακόμα στον κόσμο κάποιο σέβας στους θεούς και κάποια εμπιστοσύνη ανάμεσα στους ανθρώπους, άξιζε να τον σπλαχνιστούν ύστερα από τα βάσανα που είχε τραβήξει από τους δικούς του. Η ιστορία του Σίνωνα ήταν απ’ τη μια άκρη ως την άλλη πλαστή, τόσο έξυπνα όμως επινοημένη, ώστε να μη μένει καμιά αμφιβολία στους Τρώες. Οι Αχαιοί είχαν φύγει για την Ελλάδα πίσω. Ποιος ξέρει πόσα χρόνια θα χρειάζονταν πάλι ώσπου να ετοιμαστούν και να ξαναγυρίσουν – αν ξαναγύριζαν! Στο μεταξύ οι Τρώες έπρεπε να βιαστούν να ανεβάσουν το Άλογο στην ακρόπολή τους, για να βρεθούν και πάλι κάτω από τη σκέπη της Αθηνάς. Ο φοβερός πόλεμος, που τους βασάνισε δέκα ολόκληρα χρόνια, είχε τελειώσει και η Τροία δεν είχε πέσει. Πώς να μη χαίρονται;

Το πρώτο που κάνουν είναι να αφήσουν τον Σίνωνα ελεύθερο. Έπειτα, για να μπορέσουν να μετακινήσουν το Άλογο, του βάζουν από κάτω φαλάγγια, το δένουν με σκοινιά από το λαιμό και αρχίζουν να το σέρνουν και να το σπρώχνουν νέοι και γέροι, άντρες και γυναίκες. Μπροστά πήγαινε, ο Πρίαμος, πίσω του ακολουθεί λαός αμέτρητος στεφανωμένος, τραγουδώντας και χορεύοντας. Όταν φτάνουν στις Σκαιές Πύλες και δοκιμάζουν να το περάσουν, βλέποντας πως δεν χωράει, γκρεμίζουν ένα μέρος από το τείχος, ανοίγουν δρόμο και με πολύ κόπο το ανεβάζουν στα Πέργαμα, την ακρόπολή τους, δίπλα στο παλάτι του Πριάμου.

Την ώρα που συζητούν σε ποια ακριβώς θέση να το βάλουν, φτάνει τρέχοντας σαν τρελή η Κασσάνδρα, η μάντισσα κόρη του Πριάμου.

Την ώρα που συζητούν σε ποια ακριβώς θέση να το βάλουν, φτάνει τρέχοντας σαν τρελή η Κασσάνδρα, η μάντισσα κόρη του Πριάμου, και δοκιμάζει να τους συγκρατήσει φωνάζοντας πως μέσα στο Άλογο βρίσκονται κρυμμένοι Αχαιοί. Η κατάρα όμως του Απόλλωνα βαραίνει πάντα πάνω στην κόρη, να προφητεύει αληθινά και να μην την πιστεύει κανένας. Έτσι και τώρα, ποιος να δώσει σημασία στα λόγια μιας τρελής; Και είναι ο ίδιος ο Πρίαμος που προστάζει να την πάρουν με τη βία και να την κλείσουν μέσα στο παλάτι.

Θάνατος του Λαοκόοντα

Μια μάταιη προσπάθεια να εμποδίσει τους Τρώες να προστατέψουν το μοιραίο Άλογο μέσα στο κάστρο, κάνει την τελευταία στιγμή και ο Λαοκόοντας, μάντης και αυτός και ιερέας του Απόλλωνα στη Θύμβρα. Έρχεται βιαστικός από το ναό του θεού και, πριν ακόμα φτάσει μπροστά στο Άλογο, τους φωνάζει: Τι τρέλα είναι αυτή που σας έπιασε; Αληθινά πιστεύετε πως οι Αχαιοί έφυγαν; Τις πονηριές του Οδυσσέα ακόμα δεν τις μάθατε; Μέσα στο Άλογο αυτό πρέπει να βρίσκονται κρυμμένοι Αχαιοί. Αν όχι, τότε μπροστά σας έχετε μια ύπουλη μηχανή, φτιαγμένη για να κατασκοπεύσει την πόλη μας και σε μια ορισμένη στιγμή να γκρεμίσει τα τείχη μας. Μην πιστεύετε στο άλογο. Τρώες! Ό,τι και να είναι, εγώ φοβούμαι τους Έλληνες, ακόμα και όταν φέρνουν δώρα! Ύστερα από τα λόγια αυτά ο Λαοκόοντας σηκώνει το κοντάρι του και το ρίχνει με δύναμη στην κοιλιά του Αλόγου.

Οι γνώμες των Τρώων μοιράζονται ξανά· άλλοι φωνάζουν να γκρεμίσουν το Άλογο ψηλά από τα τείχη, άλλοι να του βάλουν φωτιά και να το κάψουν. Αυτοί όμως που επιμένουν να το κρατήσουν και να το αφιερώσουν στην Αθηνά, είναι περισσότεροι. Σε λίγη ώρα, άλλωστε, ο τραγικός θάνατος του Λαοκόοντα θα τους έδινε να πιστέψουν πως ο ιερέας του Απόλλωνα είχε λαθευτεί στα προγνωστικά του.

Την ώρα που οι Τρώες, συνεπαρμένοι από χαρά, γιορτάζουν τη σωτηρία τους, ο Λαοκόοντας με τους δυο γιους του και άλλον κόσμο πρόσφερε στην ακρογιαλιά θυσία έναν ταύρο στον Ποσειδώνα. Ξαφνικά βλέπουν να πλησιάζουν κολυμπώντας πάνω στα κύματα δυο θεόρατα φίδια, με μάτια που έβγαζαν φωτιές και με στόμα πελώριο. Φτάνοντας, κουλουριάζονται γρήγορα γύρω από το κορμί του Λαοκόοντα και του ενός από τους γιους του και, μέσα στη γενική φρίκη, τους καταβροχθίζουν.

Οι Τρώες, βέβαιοι πια πως ο Λαοκόοντας είχε τιμωρηθεί για την ασέβειά του να χτυπήσει με το κοντάρι το αφιερωμένο στη θεά, Άλογο, σκορπίζονται στα σπίτια τους και το ρίχνουν σε ολοήμερο γλέντι.

Η μεγάλη δοκιμασία

Η νύχτα είχε απλώσει πάνω από την Τροία. Αποκαμωμένοι και θολωμένοι από το κρασί που είχαν πιει διασκεδάζοντας όλη την ημέρα, οι Τρώες έχουν πέσει σε ύπνο βαθύ. Οι Έλληνες από την άλλη, μέσα στον κρυψώνα τους, αποφεύγουν κάθε θόρυβο και κάθε κουβέντα μεταξύ τους, μην τύχει και τους ακούσει κανείς απ’έξω. Ξαφνικά, μέσα στην απόλυτη σιγή, ακούγονται φωνές από το Άλογο, λες και ήταν οι γυναίκες τους και τους φώναζαν έναν έναν με το όνομά του.

Τι είχε γίνει; Σπρωγμένη από κάποιο θεό που ήθελε το καλό των Τρώων, η Ελένη είχε αφήσει κρυφά το σπίτι της και, παίρνοντας μαζί της τον Δηίφοβο, τον καινούριο της άντρα, είχε έρθει κοντά στο Άλογο με τον σκοπό να ξαφνιάσει τους Έλληνες που υποψιαζόταν πως κρύβονται μέσα του, ώστε να προδοθούν άθελά τους.

Τις γυναίκες των πιο αντρειωμένων αχαιών ηρώων τις θυμόταν η Ελένη από τον καιρό που ζούσε στη Σπάρτη, δεν είχε μάλιστα ξεχάσει ούτε τη φωνή της καθεμιάς. Φτάνοντας τώρα μέσα στην ερημιά της νύχτας, το πρώτο που κάνει είναι να φέρει βόλτα τρεις φορές το Άλογο πασπατεύοντάς το. Τα μάγια δεν της ήταν άγνωστα με την κίνησή της αυτή πλέκει ένα αόρατο δίχτυ γύρω από τους έγκλειστους, για να παραλύσει την ψυχική τους αντίσταση και να τους κάνει υποχείριους στη δική της θέληση. Έπειτα αρχίζει να φωνάζει έναν έναν με τη σειρά, παίρνοντας τη φωνή της γυναίκας του.

Μέσα στην αγωνία που περνούν οι φυλακισμένοι στο Άλογο, ακίνητοι και αμίλητοι, καθένας κλεισμένος στον εαυτό του, να αναμετράει τους κινδύνους που τον απειλούσαν, η δοκιμασία που ξαφνικά αντιμετωπίζουν δεν είναι μικρή- γιατί θαρρούν πως ακούν τις ίδιες τους τις γυναίκες να τους καλούν, και αυτό το κάλεσμα γυρίζει απότομα τη σκέψη τους στα σπίτια τους, στις γυναίκες και στα παιδιά τους, που τόσα χρόνια δεν είχαν δει. Οι φωνές που ακούνε ανασταίνουν μέσα τους ένα όραμα ειρήνης και σιγουριάς. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί έναν εξυπνότερο τρόπο για να κόψει τα γόνατα των αντρειωμένων, πάνω ακριβώς στην ώρα που χρειάζονταν να κάνουν την καρδιά τους σίδερο και να συγκεντρώσουν το λογισμό τους στο δύσκολο έργο που τους περίμενε;

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως σε οποιοδήποτε άλλο μέρος μπορούσαν οι Αχαιοί να φανταστούν τις γυναίκες τους, όχι όμως και πάνω στην ακρόπολη της Τροίας, αφού ήταν οι ίδιοι που πολιορκούσαν το κάστρο τόσα χρόνια τώρα. Αν τους δινόταν καιρός να βάλουν το μυαλό τους να δουλέψει, εύκολα θα καταλάβαιναν πως τους είχαν στήσει παγίδα. Ποιος όμως σε τέτοιες στιγμές προφταίνει να αντιδράσει με τη λογική – αν δεν είναι Οδυσσέας!

Μέσα στην κοιλιά του Αλόγου τα έχουν όλοι χαμένα. Πρώτος ο Μενέλαος, ο μόνος που ήξερε τη γυναίκα του μέσα στο Ίλιο, και ο Διομήδης όμως, που την ήξερε στο Άργος, πετάγονται από τη θέση τους και ετοιμάζονται να αποκριθούν από μέσα ή και να βγουν έξω ένα σκούντημα όμως του Οδυσσέα τούς φέρνει στα συγκαλά τους και ξανακάθονται αμίλητοι. Και οι άλλοι ήρωες κατορθώνουν την τελευταία στιγμή να αντισταθούν στη φωνή του πειρασμού. Μοναχά ο Άντικλος, ένας όχι και πολύ σπουδαίος ήρωας, δεν υποψιάζεται το κακό και, στην ξεροκεφαλιά του, θέλει σώνει και καλό να αποκριθεί στη φωνή της γυναίκας του προλαβαίνει όμως ο Οδυσσέας και του βουλώνει το στόμα με τα γερά του χέρια και τον κρατεί φιμωμένο, ως την ώρα που η Αθηνά, η προστάτισσα των Αχαιών, έρχεται και απομακρύνει την Ελένη και τον Δηίφοβο από το Άλογο.
Ο Οδυσσέας είχε άλλη μια φορά γλιτώσει τον αχαϊκό στρατό από την καταστροφή και άλλη μια φορά είχε δείξει πως η εξυπνάδα του ήταν μεγαλύτερη από της Ελένης.

Η NYXTA ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Ο θάνατος του Πριάμου.
Η τύχη της Κασσάνδρας

Τα μεσάνυχτα, την ώρα που έβγαινε το φεγγάρι, ανεβαίνει ο Σίνωνας στον τύμβο του Αχιλλέα σηκώνοντας ψηλά έναν αναμμένο πυρσό, δίνει στον Αγαμέμνονα το συμφωνημένο σύνθημα. Ο αχαϊκός στόλος, που κρυμμένος στην Τένεδο έστεκε στα πανιά, ξεκινάει αμέσως και σε λίγο αράζει στην τρωική παραλία.

Την ίδια ώρα ο Οδυσσέας προστάζει τον Επειό να τους ανοίξει τις πόρτες του Αλόγου, και οι Αχαιοί κρεμούν σκοινιά και παίρνουν να κατεβαίνουν. Για έναν μόνο ήρωα, τον Εχίονα, το γιο του Πορθέα, η Μοίρα έγραφε να μην προφτάσει να χαρεί τη νίκη γιατί στη βιάση του, αντί να πιαστεί από σκοινί, πηδάει ψηλά από το Άλογο και σκοτώνεται.

Οι άλλοι, μόλις πατούν στο χώμα, τρέχουν, ανοίγουν από μέσα όλες τις πύλες του κάστρου, για να μπει ο στρατός της Τενέδου, ενώνονται μαζί του και αρχίζουν τη σφαγή. Ο αγώνας είναι άνισος, γιατί οι Έλληνες, καθώς σπάζουν τις πόρτες και χύνονται μέσα στα σπίτια, ξαφνιάζουν τους Τρώες πάνω στον ύπνο τους και τους σφάζουν, χωρίς εκείνοι να προφτάσουν να προβάλουν αντίσταση.

Όταν ο Νεοπτόλεμος παραβιάζει τις πόρτες του παλατιού του Πριάμου, αντικρίζεται με τον Αγήνορα, το γιο του Αντήνορα. Ο Αγήνορας είχε πρώτα πληγώσει τον Λυκομήδη, το γιο του Κρέοντα, στο χέρι και έπειτα είχε τρέξει να παρασταθεί τον Πρίαμο, πέφτει όμως νεκρός από το σπαθί του Νεοπτόλεμου.

Ο Πρίαμος είχε στο μεταξύ καταφύγει στο βωμό που ήταν αφιερωμένος στον Έρκειο Δια. Άδικα δοκιμάζει η κόρη του η Λαοδίκη, η γυναίκα του Ελικάονα, να του φέρει την πανοπλία για να αντισταθεί, ας είναι και για την τιμή των όπλων μόνο, μια και σωτήρια δεν απόμενε πια. Ο Νεοπτόλεμος προφταίνει, κατεβάζει βίαια τον Πρίαμο από το βωμό, τον σέρνει και τον σφάζει μπροστά στις πύλες του παλατιού. Τη Λαοδίκη όμως, που οι θεοί δεν ήθελαν να πέσει σκλάβα στα χέρια των Αχαιών, ανοίγει ξαφνικά η γη και την καταπίνει μπροστά στα μάτια των άλλων.

Ο Πρίαμος και οι γιοι του είχαν εξοντωθεί, εκτός από τον Έλενο. Και τον Αστυάνακτα όμως, το γιο του Έκτορα και της Ανδρομάχης, έπρεπε οι Αχαιοί να τον εξοντώσουν. Και είναι πάλι ο Νεοπτόλεμος, που καθώς οδηγεί την Ανδρομάχη αιχμάλωτη ψηλά από το κάστρο, για να την κατεβάσει στο καράβι του, αρπάζει μια στιγμή το μωρό από την αγκαλιά της παραμάνας του και, πιάνοντάς το από το πόδι, το σφεντονίζει από τα τείχη, για να γίνει κομμάτια πάνω στα βράχια.

Έναν μόνο από τους Τρώες θέλησαν να σεβαστούν οι νικητές, τον Αντήνορα με την οικογένειά του γιατί πολλές φορές ο ήρωας τους είχε δείξει συμπάθεια, καθώς έβλεπε πως το δίκιο ήταν με το μέρος τους. Έτσι τώρα ο Οδυσσέας, όταν βρίσκει το γιο του τον Ελικάονα τραυματισμένο μέσα στη νύχτα, τον βγάζει έξω από τη μάχη και τον γλιτώνει. Και όταν πιο ύστερα ο Οδυσσέας πάλι και ο Μενέλαος, αυτοί που είχαν φιλοξενηθεί άλλοτε από τον Αντήνορα, απάντησαν έναν άλλο γιο του, τον Γλαύκο, να τρέχει για να σωθεί, τον αφήκαν να καταφύγει στο σπίτι του. Με εντολή μάλιστα του ίδιου του Αγαμέμνονα είχαν κρεμάσει μπροστά στο σπίτι του Αντήνορα ένα δέρμα από πάρδαλη, να είναι σημάδι για όλους τους Αχαιούς να μην το λεηλατήσουν ούτε να πειράξουν κανέναν από τους ενοίκους του. Έτσι, ο μόνος από τους Αντηνορίδες που σκοτώθηκε στην Άλωση, ήταν ο Αγήνορας, καθώς βρέθηκε στο παλάτι του Πριάμου.

Στο μεταξύ, ο Μενέλαος και ο Οδυσσέας. είχαν αφήσει τους άλλους να συνεχίσουν τη σφαγή και τη λεηλασία και είχαν τρέξει στο σπίτι του Δηίφοβου να βρουν την Ελένη. Η αντίσταση που βρήκαν εκεί ήταν πολύ μεγάλη- πόσο σκληρός ήταν ο αγώνας, θα έχει και αργότερα να το λέει ο Οδυσσέας. Στο τέλος, με τη βοήθεια της Αθηνάς, oι Τρώες σκοτώνονται όλοι και τελευταίος ο ίδιος ο Δηίφοβος από το χέρι του Μενέλαου.

Ύστερα από είκοσι ολόκληρα χρόνια ο Μενέλαος αντικρίζει πάλι την Ελένη μπροστά του, τη γυναίκα που η απιστία της είχε σταθεί αφορμή να χαθούν τόσα παλικάρια. Ο θυμός τού ανεβαίνει στο κεφάλι και τραβάει το σπαθί να τη σκοτώσει- εκείνη, χωρίς να τα χάσει μπροστά στον κίνδυνο, δεν έχει παρά να του γυμνώσει αμίλητη το στήθος της. Βλέποντας την ομορφιά της ο Μενέλαος συνθηκολογεί: αφήνει το ξίφος να του πέσει από το χέρι, φιλιώνεται μαζί της και την οδηγεί στο καράβι του.

Στην ακολουθία της Ελένης βρισκόταν η Αίθρα, η μητέρα του Θησέα, γιατί η Ελένη την είχε υποχρεώσει να την ακολουθήσει στην Τροία. Τώρα, μέσα στη φασαρία της μάχης, φεύγει κρυφά από το σπίτι του Δηίφοβου και έρχεται στο στρατόπεδο των Αχαιών, όπου αναγνωρίζεται από τα εγγόνια της, τον Δημοφώντα και τον Ακάμαντα. Όταν ο Δημοφώντας γυρεύει την απελευθέρωσή της από τον Αγαμέμνονα, εκείνος είναι πρόθυμος να του κάνει τη χάρη, θέλει όμως πρώτα να ζητήσει την άδεια της Ελένης. Της στέλνει λοιπόν μήνυμα με έναν κήρυκα, και εκείνη, για το χατίρι του κουνιάδου της, χαρίζει την ελευθερία στην Αίθρα.

Από τις κόρες του Πριάμου η μάντισσα Κασσάνδρα, μόλις είδε τους εχθρούς να ορμούν μέσα στο παλάτι, είχε τρέξει και αγκαλιάσει το ξόανο της Αθηνάς για να την προστατέψει ούτε αυτό όμως μπορούσε να τη γλιτώσει από την ατιμία. Ο Λοκρός Αίας χύνεται πάνω της, την αρπάζει από τα μαλλιά, τη ρίχνει κάτω, παρασέρνοντας και το άγαλμα της Αθηνάς μαζί της, και τη βιάζει μέσα στο σηκό του ναού. Μπροστά σε μια τόσο ανίερη πράξη, το ξόανο ζωντανεύει και στυλώνει τα μάτια του στον ουρανό.

Τρομαγμένοι από την κακοσημαδιά αυτή οι Αχαιοί, για να μη χάσουν την αγάπη της θεάς που τους προστάτευε τόσα χρόνια, αποφασίζουν να λιθοβολήσουν τον Αίαντα. Εκείνος καταφεύγει ικέτης στο βωμό της Αθηνάς και γλιτώνει προσώρας το θάνατο. Ο θυμός της θεάς δεν έχει όμως περάσει και, όπως θα δούμε πιο κάτω οι Λοκροί χίλια ολόκληρα χρόνια θα πληρώνουν βαριά για την ιεροσυλία του ήρωά τους.

Ύστερα από τη λεηλασία και αφού σκότωσαν όλο τον ανδρικό πληθυσμό, οι Αχαιοί κατεβάζουν στα καράβια τους τα λάφυρα, μέσα σ’ αυτά και τις γυναίκες των Τρώων, και βάζουν φωτιά από μιαν άκρη ως άλλη στην πόλη. Από την πλούσια, πολύχρυση Τροία του Πριάμου δεν απομένει άλλο από στάχτη και χαλάσματα.

Η Αγάπη απαιτεί να είμαστε δυνατοί

Αγάπη και ουσιαστική πραγματικότητα του κόσμου μας αποτελούν καθώς φαίνεται δυο μεγάλους αντιθετικούς παράγοντες και δυνάμεις. Από τη μια μεριά, ο άνθρωπος μπορεί να ξέρει ότι μόνον όταν είναι ευπρόσιτος μπορεί αληθινά να προσφέρει και ν’ αποδεχτεί αγάπη. Ταυτόχρονα όμως ξέρει ότι αν αποκαλύψει το πόσο ευπρόσιτος είναι στην καθημερινή ζωή συχνά κινδυνεύει να τον εκμεταλλευτούν, να επωφεληθούν απ’ αυτόν. Νιώθει πως αν κρατήσει σε εφεδρία ένα τμήμα του εαυτού του για να προστατέψει το ευπρόσιτο του, θα δέχεται πάντα από τους άλλους μόνο το μέρος της αγάπης που προσφέρει. Έτσι, η μοναδική πιθανότητα που έχει για μια βαθιά αγάπη είναι να προσφέρει όλα όσα διαθέτει. Όμως, ανακαλύπτει πως αν δίνει όλα όσα έχει συχνά μένει μ’ ελάχιστα ή τίποτα από μέρους των άλλων.

Ξέρει ότι πρέπει να εμπιστεύεται και να πιστεύει στην αγάπη. Ωστόσο, αν εκφράσει την εμπιστοσύνη και την πίστη του, η κοινωνία δε διστάζει να τον εκμεταλλευτεί και να τον θεωρήσει τρελό. Αν έχει ελπίδα στην αγάπη και ξέρει ότι μόνο με την ελπίδα, που μπορεί να κάνει το όνειρο, ιας όλο αγάπη ανθρωπότητας, πραγματικότητα η κοινωνία θα τον γελοιοποιήσει σαν έναν ιδεαλιστή ονειροπόλο. Αν δεν αποζητά την αγάπη σαν μανιακός, θα τον υποπτευτούν ότι είναι ανίκανος, ή ότι έχει «παράξενα γούστα». Ωστόσο, ξέρει ότι την αγάπη δεν την επιδιώκεις, υπάρχει παντού, και το να την αναζητάς είναι αυταπάτη, κοροϊδία. Η αγάπη κι η καθημερινή πρακτική του σημερινού κόσμου μοιάζουν απομακρυσμένες καταστάσεις, μίλια μακριά. Δεν είναι ν’ απορούμε λοιπόν που τόσο πολλοί άνθρωποι δεν έχουν το κουράγιο να προσπαθήσουν να γεφυρώσουν αυτό το χάσμα, γιατί από πρακτικής πλευράς το χάσμα μοιάζει αγεφύρωτο. Ο άνθρωπος έχει την κατανόηση και την παρόρμηση για ωρίμανση μέσα στην αγάπη, αλλά η κοινωνία καθιστά αυτή την παρόρμηση δύσκολη στην πράξη. Η πραγματικότητα της κοινωνίας διαφέρει από την πραγματικότητα της αγάπης. Η δύναμη να πιστεύεις στην αγάπη, χωρίς να κινείσαι σ’ έναν ασφαλή περίγυρο, είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό που μπορούν να δεχτούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Έτσι, βρίσκουν ότι είναι πιο εύκολο ν’ αφήσουν την αγάπη κατά μέρος, να τη φυλάξουν μόνο για ειδικούς ανθρώπους, ή για μοναδικές ευκαιρίες και να συμμαχήσουν με την κοινωνία.

Για να μένεις ανοικτός στην αγάπη, να εμπιστεύεσαι και να πιστεύεις στην αγάπη, να έχεις ελπίδες στην αγάπη και να ζεις με την αγάπη, χρειάζεσαι την πιο μεγάλη δύναμη. Αυτός ο όρος τόσο σπάνια βιώνεται μέσα στην πραγματική ζωή, ώστε οι άνθρωποι δεν ξέρουν πώς να συμπεριφερθούν μαζί του, ακόμη κι όταν ανακαλύπτουν ότι τον διαθέτουν. Δηλητήριασαν ένα Σωκράτη. Η κοινωνία έχει λίγο χώρο για την τιμιότητα, την τρυφερότητα, την καλοσύνη ή το ενδιαφέρον. Όλ’ αυτά θεωρούνται σαν εμπόδια στην «πορεία του κόσμου». Αυτό το φαινόμενο υπήρξε η βάση για σπουδαία φιλολογικά έργα αρχίζοντας από την Πολιτεία του Πλάτωνα και τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφκι, ως τον Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη και τον Ναζαρηνό του Λιουίς Μπουνιουέλ. Μοιάζει σχεδόν σαν ένα παιχνίδι. Οι άνθρωποι αποζητούν μια φυσιογνωμία για να την εξάρουν. Επιλέγουν προσεχτικά το άτομο αυτό, περνούν λίγο καιρό πεσμένοι στα πόδια του με λατρεία, κι ύστερα βρίσκουν μεγάλη ικανοποίηση σφαγιάζοντάς το. Μοιάζει σα να μη μπορούν ν’ ανεχτούν την τελειότητα σαν να τους αναγκάζει να δουν τον εαυτό τους, σαν να τους παρακινεί ν’ αλλάξουν, – κι όλες αυτές οι σκέψεις είναι τόσο δυσάρεστες κι επίπονες! Είναι πιο εύκολο να μη βλέπουν ούτε να ενδιαφέρονται για τον εαυτό τους, να μην ασχολούνται με την τελειότητα. Έτσι μπορούν να είναι ευχαριστημένοι με τις ατέλειές τους.

Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος δε ζει μέσα σ’ έναν κόσμο όπου όλοι αγαπιούνται. Αν σχετιστεί με τον κόσμο των ανθρώπων είναι το πιο πιθανό ότι θα συναντήσει εγωισμό, σκληρότητα απάτη, εκμετάλλευση και διάθεση για παρασιτικές πράξεις. Αν εξαρτηθεί από τον πραγματικό κόσμο, έξω από τον εαυτό του, για ενίσχυση, θ’ απογοητευτεί και γρήγορα θ’ ανακαλύψει ότι η κοινωνία κι οι άνθρωποι δεν είναι καθόλου τέλειοι. Γιατί η κοινωνία του δημιουργήθηκε από καθόλου τέλειους ανθρώπους. Για να τα βγάλει πέρα μ’ αυτά που ανακαλύπτει και να εξακολουθήσει να ζει μέσα στην αγάπη χρειάζεται μεγάλη δύναμη. Θα επιβιώσει μόνο αν αυτή η δύναμη βρίσκεται μέσα του. Δεν πρέπει να προσφέρει την αγάπη του στον κόσμο, κι αν απορριφθεί να κατηγορεί τον κόσμο για την αναισθησία του. Αν δε βρει καθόλου αγάπη, μπορεί να κατηγορήσει μόνο τον εαυτό του που δεν είχε αγάπη. Πρέπει να έχει την αγάπη εξασφαλισμένη μέσα του. Πρέπει ν’ αφιερώσει τον εαυτό του στην αγάπη, να είναι αποφασιστικός κι ακλόνητος με την αγάπη του.

Δεν πρέπει να είναι σαν τον ανόητο Αφελή του Βολταίρου και ν’ αναγνωρίζει μόνο καλοσύνη ακόμη κι εκεί που υπάρχει το κακό. Πρέπει να γνωρίζει και το κακό, το μίσος και την απάτη σαν πραγματικά φαινόμενα, αλλά πρέπει να βλέπει την αγάπη σαν μεγαλύτερη δύναμη. Δεν πρέπει ν’ αμφιβάλλει γι’ αυτό, έστω και για μια στιγμή, γιατί τότε χάθηκε. Η μοναδική του σωτηρία είναι ν’ αφιερώσει τον εαυτό του στην αγάπη, με τον ίδιο τρόπο όπως έκανε ο Γκάντι κηρύσσοντας τη μη-βία, όπως ο Σωκράτης με την αλήθεια, όπως ο Ιησούς με την αγάπη. Μόνο τότε θα βρούμε τη δύναμη να καταπολεμήσουμε τις δυνάμεις της αμφιβολίας, της σύγχυσης και της αντίθεσης- Ο άνθρωπος δεν πρέπει να εξαρτιέται από κανέναν κι από τίποτα για ενίσχυση κι εξασφάλιση εκτός από τον εαυτό του. Αυτός ο δρόμος μπορεί να είναι μοναχικός, αλλά θα είναι λιγότερο μοναχικός αν ο άνθρωπος κατανοήσει τα παρακάτω:

 Το βασικό του λειτούργημα είναι να βοηθήσει στην αναδίπλωση του αληθινού Εαυτού του.

Ισότιμο μ’ αυτό το λειτούργημα είναι να βοήθα τους άλλους να γίνουν δυνατοί και να τελειοποιηθούν σαν μοναδικά άτομα.

Θα το κάνει αυτό καλύτερα δίνοντας σ’ όλους την ευκαιρία να δείξουν τα αισθήματα τους, να εκφράσουν τις βλέψεις τους και να μοιραστούν τα όνειρά τους.

Πρέπει να βλέπει τις δυνάμεις που χαρακτηρίζονται «κακές» σαν να προέρχονται από άτομα που υποφέρουν και που, όπως ο ίδιος, είναι «ανθρώπινα», ζώντας μέσα στη διαδικασία της προσπάθειας να τελειοποιηθούν σαν «πλάσματα».

Πρέπει να καταπολεμά αυτές τις δυνάμεις του κακού, μέσα από μια δραστήρια αγάπη που βαθιά ασχολείται κι ενδιαφέρεται για την ελεύθερη αναζήτηση της αυτοανακάλυψης του κάθε ατόμου.

Πρέπει να πιστεύει ότι δεν είναι ο κόσμος άσχημος, πικρόχολος και καταστρεπτικός, αλλά είναι έτσι όπως ο άνθρωπος έχει κάνει τον κόσμο να φαίνεται.

Πρέπει να είναι ένα πρότυπο. Όχι πρότυπο τελειότητας – μια κατάσταση που δεν τη φτάνει συχνά ο άνθρωπος – αλλά ένα πρότυπο ανθρώπινου πλάσματος. Γιατί το να είναι ένα καλό ανθρώπινο πλάσμα είναι το σπουδαιότερο που μπορεί να είναι.

Πρέπει να μπορεί να συγχωρεί τον εαυτό του επειδή είναι λιγότερο τέλειος.

Πρέπει να καταλάβει ότι η αλλαγή είναι αναπόφευκτη και πως το να πορεύεται μέσα στην αγάπη και στην αυτο-υλοποίηση, είναι πάντα καλό.

Πρέπει να πειστεί ότι τη συμπεριφορά για να τη μάθει, πρέπει να τη δοκιμάζει. «Ζω σημαίνει κάνω».

Πρέπει να μάθει ότι δεν μπορεί ν’ αγαπηθεί απ’ όλους τους ανθρώπους. Ότι αυτό είναι το ιδανικό. Μέσα στον κόσμο των ανθρώπων, αυτό το ιδανικό δε βρίσκεται συχνά.

Πρέπει να γίνει ο πιο όμορφος καρπός που υπάρχει στον κόσμο, ώριμος, ζουμερός, γλυκός, και να προσφερθεί σε όλους. Αλλά πρέπει και να θυμάται ότι θα υπάρξουν άνθρωποι που δεν τους αρέσουν αυτοί οι καρποί.

Πρέπει να καταλάβει πως αν γίνει ο πιο όμορφος καρπός του κόσμου και σε κάποιον τον οποίο αγαπά δεν αρέσουν αυτοί οι καρποί, έχει την επιλογή ν’ αλλάξει και να γίνει ένας άλλος καρπός. Αλλά πρέπει και να τον προειδοποιήσουμε πως αν γίνει ένας άλλος καρπός θα είναι πάντα δεύτερης ποιότητας. Μόνο ο καρπός που πραγματικά είναι, θα ‘ναι πάντα ο καλύτερος.

Πρέπει να συνειδητοποιήσει πως αν επιλέξει να είναι ένας δεύτερης ποιότητας καρπός, διατρέχει τον κίνδυνο αυτός που αγαπά ν’ ανακαλύψει το δεύτερο της ποιότητας, κι επειδή θέλει μόνο το καλύτερο, να τον απορρίψει. Μπορεί τότε να σπαταλήσει την υπόλοιπη ζωή του προσπαθώντας να γίνει ο καλύτερος άλλος καρπός – πράγμα αδύνατο αφού είναι άλλος – ή μπορεί πάλι να ξαναγίνει αυτό που ήταν.

Πρέπει να προσπαθήσει ν’ αγαπά όλους τους ανθρώπους, έστω κι αν όλοι δεν τον αγαπούν. Δεν αγαπάς για να σ’ αγαπήσουν αγαπάς για χάρη της αγάπης.

Δεν πρέπει ν’ απορρίπτει κανέναν άνθρωπο, γιατί έχει συνειδητοποιήσει ότι είναι τμήμα του κάθε ανθρώπου κι αν απορρίπτει έστω κι έναν άνθρωπο είναι σαν ν’ απορρίπτει τον εαυτό του.

Πρέπει να ξέρει πως αν αγαπά όλους τους ανθρώπους κι απορριφθεί από έναν, δεν πρέπει ν’ αποτραβηχτεί με φόβο, πόνο, απογοήτευση ή θυμό. Δεν είναι λάθος του άλλου. Απλά δεν ήταν έτοιμος γι’ αυτά που του προσφέρονταν. Η αγάπη δεν του προσφέρθηκε με όρους. Έδωσε αγάπη επειδή στάθηκε αρκετά τυχερός ώστε να έχει για να δώσει, επειδή ένιωθε χαρά δίνοντας, και δεν έδωσε μόνο και μόνο επειδή θα ’παίρνε κάτι σαν αντάλλαγμα.

Πρέπει να καταλάβει πως αν κάποιος απόρριψε την αγάπη του, υπάρχουν εκατοντάδες άλλοι που την περιμένουν. Η ιδέα ότι δεν υπάρχει παρά μόνο μια σωστή αγάπη είναι αυταπάτη. Υπάρχουν πολλές σωστές αγάπες.

Αυτές οι σκέψεις θα σας βοηθήσουν ν’ αποκτήσετε δύναμη σαν άτομο που αγαπά, γιατί το ν’ αγαπάς θ’ απαιτήσει να έχεις συνέχεια τη λεπτότητα του πολύ σοφού, την ευελιξία του παιδιού, την ευαισθησία του καλλιτέχνη, την κατανόηση του φιλόσοφου, την ανεκτικότητα του άγιου, την ανεξιθρησκεία του αφοσιωμένου, τη γνώση του λόγιου, και τη γενναιότητα του σίγουρου. Πολλά προτερήματα! Μα όλ’ αυτά θα ωριμάσουν μέσα σ’ αυτόν που επιλέγει ν’ αγαπά, γιατί είναι κιόλας τμήμα του δυναμικού του και θα υλοποιηθούν μέσα από την αγάπη. Το ζήτημα είναι λοιπόν ν’ αγαπάς τον τρόπο με τον οποίο αγαπάς.

Πώς η κλιματική αλλαγή επηρεάζει την οικονομική ανισότητα;

Η κλιματική αλλαγή λόγω της ανόδου θερμοκρασίας του πλανήτη έχει αυξήσει την οικονομική ανισότητα από τη δεκαετία του 1960 μέχρι σήμερα, από τη μία κάνοντας μερικές πλούσιες χώρες ακόμη πλουσιότερες (π.χ. Νορβηγία και Σουηδία) και από την άλλη, «φρενάροντας» την ανάπτυξη πολλών φτωχότερων χωρών (π.χ. Ινδία και Νιγηρία). Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας νέας διεθνούς επιστημονικής μελέτης, με επικεφαλής τον κλιματολόγο, Νόα Ντίφενμποου, της Σχολής Γεωεπιστημών και Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Στάνφορντ της Καλιφόρνιας, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS).

Η μελέτη εκτιμά ότι κατά τον τελευταίο μισό αιώνα μετά τη δεκαετία του ’60 η κλιματική αλλαγή οδήγησε σε μείωση κατά 17% ως 30% του πλούτου ανά κεφαλή στις φτωχότερες χώρες, με αποτέλεσμα η «ψαλίδα» του ανά κεφαλή πλούτου ανάμεσα στις φτωχότερες και στις πλουσιότερες χώρες να έχει διευρυνθεί κατά περίπου 25% περισσότερο από ότι θα είχε συμβεί χωρίς τις επιπτώσεις της ανόδου της θερμοκρασίας.

«Τα ευρήματα μας δείχνουν ότι οι περισσότερες από τις πιο φτωχές χώρες της Γης είναι σημαντικά φτωχότερες σήμερα από ότι θα ήταν χωρίς την παγκόσμια υπερθέρμανση. Ταυτόχρονα, η πλειονότητα των πλουσίων χωρών είναι πλουσιότερες από ότι θα είχαν υπάρξει χωρίς την κλιματική αλλαγή», δήλωσε ο Ντίφενμποου.

Παρ΄ όλο που, σύμφωνα με τους ερευνητές, η οικονομική ανισότητα μεταξύ των χωρών έχει μειωθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η μείωση θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη χωρίς την κλιματική αλλαγή. Η μελέτη δείχνει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης (αύξησης του ΑΕΠ) στη διάρκεια των ετών με θερμοκρασίες μεγαλύτερες του μέσου όρου έχει επιταχυνθεί στις πιο κρύες χώρες (που συμβαίνει να είναι συνήθως και οι πιο πλούσιες), αλλά έχει επιβραδυνθεί στις πιο θερμές (που είναι και οι φτωχότερες).

«Τα ιστορικά δεδομένα δείχνουν ότι οι γεωργικές καλλιέργειες είναι πιο αποδοτικές, οι άνθρωποι πιο υγιείς και οι εργαζόμενοι πιο παραγωγικοί, όταν οι θερμοκρασίες δεν είναι ούτε πολύ υψηλές ούτε πολύ χαμηλές. Αυτό σημαίνει ότι στις ψυχρές χώρες μια λίγο υψηλότερη θερμοκρασία μπορεί να βοηθήσει, ενώ το αντίθετο ισχύει για τα μέρη που είναι ήδη πολύ ζεστά», ανέφερε ο επίκουρος καθηγητής του Στάνφορντ, Μάρσαλ Μπερκ.

«Ιδίως οι τροπικές χώρες τείνουν να έχουν θερμοκρασίες κατά πολύ πάνω από τις ιδανικές για οικονομική ανάπτυξη. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτό τις έχει βλάψει. Από την άλλη, μερικές από τις μεγαλύτερες οικονομίες βρίσκονται κοντά στην τέλεια θερμοκρασία για οικονομική ανάπτυξη. Όμως μια μεγάλη άνοδος της θερμοκρασίας θα τις απομακρύνει ολοένα περισσότερο από την άριστη θερμοκρασία», πρόσθεσε.

Μολονότι οι επιπτώσεις της θερμοκρασίας φαίνονται μικρές σε ετήσια βάση, μπορούν να επιφέρουν δραματικές οικονομικές σωρευτικές απώλειες ή κέρδη σε βάθος δεκαετιών. «Όπως με ένα αποταμιευτικό λογαριασμό, οι μικρές διαφορές στο επιτόκιο θα γεννήσουν μεγάλες διαφορές στο υπόλοιπο του λογαριασμού σε 30 ή 50 χρόνια», επεσήμανε ο Ντίφενμποου.

Η μελέτη εκτιμά επίσης ότι οι πέντε οικονομίες που έχουν τις μεγαλύτερες απώλειες μετά το 1961 λόγω της κλιματικής αλλαγής (με βάση τη μέση μεταβολή του ΑΕΠ ανά κεφαλή) είναι το Σουδάν (-36%), η Ινδία (-31%), η Νιγηρία (-29%), η Ινδονησία (-27%) και η Βραζιλία (-25%). Οι πέντε χώρες που έχουν ωφεληθεί περισσότερο από την άνοδο της θερμοκρασίας εκτιμάται ότι είναι η Νορβηγία (+34%), ο Καναδάς (+32%), η Σουηδία (+25%), η Βρετανία (+9,5%) και η Γαλλία (+4,8%).

Το ερώτημα που γεννά η νέα έρευνα -και ζητά απάντηση- είναι κατά πόσο η κλιματική αλλαγή χειροτερεύει την οικονομική ανισότητα και ανοίγει την «ψαλίδα» του πλούτου όχι μόνο μεταξύ των χωρών, αλλά και στο εσωτερικό της κάθε χώρας.

Kant: Λόγος και ύπαρξη

Αναζητώντας τη βεβαιότητα της ύπαρξης

§1

Με τον τρόπο που έζησε τη ζωή του o Kant και με την απαράμιλλη αφοσίωσή του στη μελέτη κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα έργο, που επηρέασε καθοριστικά τη μετέπειτα φιλοσοφική σκέψη. Η επανάσταση που επέφερε στη φιλοσοφία της γνώσης του επέτρεψε να θέσει στο επίκεντρο της στοχαστικής του οξύνοιας τον Λόγο (Vernunft) και την κριτική που αυτός προορίζεται να ασκεί. Χωρίς αυτή την κριτική του ικανότητα αποβαίνει δογματικός και δεν μπορεί να προχωρήσει πέρα από ανεδαφικούς ισχυρισμούς[1]. Όπως ρητά διευκρινίζει ο Kant, ο ανθρώπινος Λόγος επιφορτίζεται από τη φύση του με φορτικά ερωτήματα που δεν μπορεί να τα αποφύγει, αλλά ούτε να τα απαντήσει[2], στο βαθμό που περιορίζεται απλώς στη φαινομενική γνώση. Επομένως δεν εναπομένει τίποτε άλλο σ’ αυτόν παρά να,

«αναλάβει εκ νέου το πιο επίπονο από όλα τα ως τώρα έργα του, δηλ. αυτό της αυτογνωσίας, και να καθιδρύσει ένα δικαστήριο, που από τη μια να του εξασφαλίζει τις νόμιμες διεκδικήσεις, ενώ από την άλλη να αποκρούει κάθε αβάσιμη αξίωσή του … σύμφωνα με αιώνιους και αμετάβλητους νόμους· και αυτό το δικαστήριο δεν είναι άλλο από την ίδια την Κριτική του καθαρού Λόγου» [3].

Αυτό το δικαστήριο το καθιστά αναγκαίο η τραγική κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει ο ανθρώπινος Λόγος. Γι’ αυτό και το ίδιο είναι, σύμφωνα με τον Kant, η αυτο-εξέταση και η αυτο-δικαίωση του Λόγου που δεν μπορεί να περιοριστεί στα ασφυκτικά όρια της εμπειρίας· θεμελιώνεται ανεξάρτητα και πρωτύτερα απ’ αυτήν. Ως γνωσιακή δύναμη είναι a priori. Αυτός ο Λόγος αποκαλύπτει τη δύναμή του, αλλά και την αυτο-οριοθέτησή του στην και με την αυτοκριτική του. Δυνάμει μιας τέτοιας διεργασίας του καθιστά δυνατό και το άνοιγμα του ανθρώπου, ως γνωρίζοντος υποκειμένου, στην αλήθεια του κόσμου. Αξίζει εδώ να διευκρινιστεί πως ο Λόγος συνάπτεται εσωτερικά με όλες τις ανώτερες ικανότητες του ανθρώπινου Λόγου. Αναφέρει συγκεκριμένα ο Kant:

«Λόγος είναι η δύναμη, που μας προσπορίζει τις αρχές της a priori γνώσεως. Καθαρός Λόγος, επομένως, είναι εκείνος, που περιέχει τις αρχές, οι οποίες μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε κάτι απόλυτα a priori»[4].

§2

Αναλόγως επιχείρησε να κατανοήσει τον άνθρωπο και την ύπαρξή του, σε πρακτικό επίπεδο, στη βάση μιας ηθικότητας που έχει πάρει οριστικό διαζύγιο από την επιδίωξη εγωιστικών συμφερόντων. Έχοντας επίγνωση ο φιλόσοφος ότι ο άνθρωπος είναι ένα δημιούργημα της φύσης που διακρίνεται για την ιδιοτέλειά του και τα πάθη του, αλλά και για το πάθος του όχι υποχρεωτικά με αρνητικό νόημα, επενδύει κατά κύριο λόγο στη λογική ικανότητα του ανθρώπινου όντος. Ως έλλογο ον, το τελευταίο τούτο φέρει μέσα του τον ηθικό νόμο, που μπορεί να καθορίζει τη βούλησή του και να τη στρέφει προς την ενέργεια του καλού, του αγαθού, δηλαδή να την καθιστά αγαθή βούληση. Από εδώ αντλούσε τη βεβαιότητα ο Kant για να υποστηρίξει ότι δυο πράγματα μπορούν να συγκινήσουν την ψυχή του: ο έναστρος ουρανός πάνω του και η δύναμη του ηθικού νόμου που αναγνωρίζει μέσα του. Τι ήθελε να υπαινιχθεί με τη ρήση αυτή ο φιλόσοφος; Πώς μόνο αυτές οι δύο βεβαιότητες υπάρχουν που μπορούν να συνέχουν την ύπαρξη του ανθρώπου και να κατευθύνουν την (αγαθή του) βούληση. Όσο πιο συστηματικά και εντατικά ασχολείται η σκέψη με αυτές τις βεβαιότητες, τόσο ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την αξία τους αλλά και την αξία του. Εκ πρώτης όψεως, ο έναστρος ουρανός είναι μια έννοια αντίθετη σε σχέση με τον ηθικό νόμο: ως συμβολική έκφραση του σύμπαντος, αυτός είναι απέραντος και δημιουργεί στον άνθρωπο μια αίσθηση ασημαντότητας του εαυτού του. Συγχρόνως όμως λειτουργεί ως μια ορατή πραγματικότητα που μιλάει στη συνείδηση του ανθρώπου: του υπαγορεύει να συγκεντρώνεται στον εαυτό του και να ενεργεί προς τα έξω με βάση την επιταγή του ηθικού νόμου που φέρει μέσα του.

§3

Εάν λοιπόν ο έναστρος ουρανός συμβολίζει την απεραντοσύνη της φύσης και τον αιώνιο χαρακτήρα του χρόνου, ο ηθικός νόμος δίνει νόημα και υπόσταση στην προσωπικότητα του ανθρώπου. Υποδηλώνει την αναγκαιότητα του ηθικώς ενεργείν. Η αναγκαιότητα τούτη δεν είναι τυχαία ή τυφλή, όπως μπορεί να είναι εκείνη που εκπορεύεται από την απεραντοσύνη της φύσης και την οποία ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να ελέγξει, αλλά μια καθολική. Από εδώ προκύπτει και μια άλλη σημασία για την ανθρώπινη ύπαρξη. Απέναντι στη φύση ο άνθρωπος λογίζεται, αλλά και ο ίδιος αισθάνεται αδύναμος, περιορισμένος. Δυνάμει όμως του ηθικού νόμου και σε σχέση με αυτόν ανυψώνεται σε ένα ον που διαθέτει άπειρες δυνατότητες. Αυτό το ηθικό ον, με βάση την καθαρότητα και κριτική ικανότητα του Λόγου του και όχι πια εξαρτημένο από θεολογικές εντολές, συνειδητοποιεί τη μοναδικότητά του, αναπτύσσει στο έπακρο τις εγκόσμιες αξίες του, καλλιεργεί τη βεβαιότητα της ύπαρξής του με το να εκλογικεύει τις πράξεις του, να διαφοροποιείται από τη ζωή των ζώων και να διαμορφώνει ελεύθερα την προσωπικότητά του. Έτσι, αν και ερχόμαστε στον κόσμο, χωρίς να έχουμε ερωτηθεί, εν τούτοις μπορούμε να διεκδικούμε την ελευθερία μας και να πράττουμε ως απόλυτοι νομοθέτες του αγαθού, του δικαίου, της ισότητας κ.λπ. Το έργο μιας τέτοιας βούλησης υπερβαίνει τα όρια του περατού, του εφήμερου και προορίζει πάντοτε τον άνθρωπο για το απέραντο καλό. 
----------------------------
[1] I. Kant: Kritik der reinen Vernunft. Meiner Verlag 1990, σ. 53.
[2] Ό.π., σ. 5.
[3] Ό.π., σ. 7.
[4] Ό.π., σ. 55.

Ελληνιστική Γραμματεία: Ποιητική και αισθητική, Μύθος και Θεματογραφία, Ερωτικά θέματα

Ο έρωτας είναι ίσως το πιο αγαπημένο θέμα των νεωτερικών ποιητών, ένα θέμα που συμβολίζει την απομάκρυνση από την υψηλή ποίηση του παρελθόντος. Μια ξεχωριστή παράδοση αποτελούν οι καταλογικές ελεγείες που αφιερώνονται σε μια ιδανική ερωμένη από την οποία παίρνει την ονομασία της και ολόκληρη η ποιητική συλλογή. Η αρχή γίνεται ήδη στα αρχαϊκά χρόνια με τη Ναννώ του Μίμνερμου (τέλη 7ου αι. π.Χ.) και συνεχίζεται με τη Λύδη του Αντιμάχου (ακμή 400 π.Χ.) — και τα δύο αυτά ποιήματα πρέπει να έχει υπόψη του ο Καλλίμαχος όταν στον Πρόλογο των Αιτίων συγκρίνει την επιτυχημένη με την άκομψη ελεγεία. Ίσως και μια τρίτη, χαμένη σήμερα, αυτήν που λέγεται ότι συνέθεσε ο Φιλίτας για κάποια Βιττίδα και την οποία έχει ως πρότυπο στη δική του αντίστοιχη συλλογή με τίτλο Λεόντιον ο Ερμησιάναξ ο Κολοφώνιος. Σε τέτοια ποιήματα πρέπει να αναζητηθεί και η απαρχή της υποκειμενικής ερωτικής ελεγείας των Ρωμαίων προς φανταστικές ερωμένες, αυτής που ο Κάτουλλος αφιερώνει στη Λεσβία, ο Προπέρτιος στην Κυνθία και ο Οβίδιος στην Κόριννα.
 
Η θεματική αναζήτηση των ελληνιστικών ποιητών αφορά τόσο διάσημες ή/και απόκρυφες ιστορίες αντλημένες από τον μύθο όσο και επινοημένες ιστορίες με ήρωες ανθρώπους της καθημερινότητας. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα καταλογικά ποιήματα που αφηγούνται πλήθος ερωτικών μύθων (Ερμησιάναξ Λεόντιον και Φανοκλής Ἔρωτες ἢ Καλοί), το τρίτο βιβλίο των Αργοναυτικών του Απολλωνίου για τον έρωτα Μήδειας και Ιάσονα, μια σειρά από ρομάντζα όπως του Ακόντιου και της Κυδίππης από τα Αίτια του Καλλιμάχου, το επύλλιο Ευρώπη του Μόσχου με θέμα το ερωτικό σμίξιμο της Ευρώπης και του Δία-ταύρου και πλήθος άλλων. Οι άγνωστες ερωτικές ιστορίες των ηρώων του μύθου αποτελούν εξάλλου και την πρώτη ύλη για τη συλλογή του Παρθένιου από τη Νίκαια (1ος αι. π.Χ.) με τίτλο Ἐρωτικὰ Παθήματα. Από την άλλη πλευρά, ποιητές όπως ο Θεόκριτος προτιμούν να κατασκευάζουν μια ολόκληρη ερωτική μυθολογία για τους ανώνυμους, τους ερωτοχτυπημένους βουκόλους και ποιμένες των βουκολικών ειδυλλίων ή τις ερωτευμένες γυναίκες των αστικών μίμων (χαρακτηριστική φιγούρα η Σιμαίθα από το Ειδύλλιο 2 Φαρμακεύτρια). Δεν λείπουν φυσικά και οι παρεκκλίσεις που αποτελούν συμβάσεις του συμποτικού και ερωτικού επιγράμματος, όπως όταν περιγράφονται ομοερωτικές σχέσεις ή γίνονται πρωταγωνίστριες οι εταίρες, και φυσικά η θεματική της Αφροδίτης και του θεού Έρωτα που στοιχειώνουν ποίηση και τέχνη της εποχής [Ερωτικά επιγράμματα: ΕΡΩΤΙΚΑ A',  ΕΡΩΤΙΚΑ Β',   ΕΡΩΤΙΚΑ Γ'].

Κείμενα:

· Καλλίμαχος, Αίτια απ. 67-75 (Η ελεγεία του Ακόντιου και της Κυδίππης)
· Απολλώνιος, Αργοναυτικά Βιβλίο 3 (Ο έρωτας της Μήδειας και του Ιάσονα)
· Θεόκριτος, Ειδύλλιο 2 Φαρμακεύτρια (Η ερωτευμένη μάγισσα)
· Μόσχος, Ευρώπη
· Παλατινή Ανθολογία, βιβλίο 5 (Τα ερωτικά επιγράμματα)

Κυριακή 28 Απριλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ἱππῆς (728-755)

ΔΗΜΟΣ
τίνες οἱ βοῶντες; οὐκ ἄπιτ᾽ ἀπὸ τῆς θύρας;
τὴν εἰρεσιώνην μου κατεσπαράξατε.
730 τίς, ὦ Παφλαγών, ἀδικεῖ σε; ΠΑ. διὰ σὲ τύπτομαι
ὑπὸ τουτουὶ καὶ τῶν νεανίσκων. ΔΗ. τιή;
ΠΑ. ὁτιὴ φιλῶ σ᾽, ὦ Δῆμ᾽, ἐραστής τ᾽ εἰμὶ σός.
ΔΗ. σὺ δ᾽ εἶ τίς ἐτεόν; ΑΛ. ἀντεραστὴς τουτουί,
ἐρῶν πάλαι σου βουλόμενός τέ σ᾽ εὖ ποεῖν,
735 ἄλλοι τε πολλοὶ καὶ καλοί τε κἀγαθοί.
ἀλλ᾽ οὐχ οἷοί τ᾽ ἐσμὲν διὰ τουτονί. σὺ γὰρ
ὅμοιος εἶ τοῖς παισὶ τοῖς ἐρωμένοις·
τοὺς μὲν καλούς τε κἀγαθοὺς οὐ προσδέχει,
σαυτὸν δὲ λυχνοπώλαισι καὶ νευρορράφοις
740 καὶ σκυτοτόμοις καὶ βυρσοπώλαισιν δίδως.
ΠΑ. εὖ γὰρ ποιῶ τὸν δῆμον. ΑΛ. εἰπέ μοι, τί δρῶν;
ΠΑ. ὅ τι; τῶν στρατηγῶν ὑποδραμόντων ἐκ Πύλου,
πλεύσας ἐκεῖσε, τοὺς Λάκωνας ἤγαγον.
ΑΛ. ἐγὼ δὲ περιπατῶν γ᾽ ἀπ᾽ ἐργαστηρίου
745 ἕψοντος ἑτέρου τὴν χύτραν ὑφειλόμην.
ΠΑ. καὶ μὴν ποήσας αὐτίκα μάλ᾽ ἐκκλησίαν,
ὦ Δῆμ᾽, ἵν᾽ εἰδῇς ὁπότερος νῷν ἐστί σοι
εὐνούστερος, διάκρινον, ἵνα τοῦτον φιλῇς.
ΑΛ. ναί, ναί, διάκρινον δῆτα, πλὴν μὴ ᾽ν τῇ πυκνί.
750 ΔΗ. οὐκ ἂν καθιζοίμην ἐν ἄλλῳ χωρίῳ.
ἀλλ᾽ εἰς τὸ πρόσθε. χρὴ παρεῖν᾽ εἰς τὴν πύκνα.
ΑΛ. οἴμοι κακοδαίμων, ὡς ἀπόλωλ᾽. ὁ γὰρ γέρων
οἴκοι μὲν ἀνδρῶν ἐστι δεξιώτατος,
ὅταν δ᾽ ἐπὶ ταυτησὶ καθῆται τῆς πέτρας,
755 κέχηνεν ὥσπερ ἐμποδίζων ἰσχάδας.

***
ΔΗΜΟΣ
Ποιοί είν᾽ αυτοί που φωνάζουν; (Εμφανίζεται στην πόρτα του σπιτιού του:) Ξεκουμπιστείτε απ᾽ την πόρτα μου. Ρημάξατε το μαγιάτικο στεφάνι απ᾽ τ᾽ ανώφλι! (Στρέφεται προς τον Παφλαγόνα, που τώρα τον αναγνωρίζει:) Παφλαγόνα μου, ποιός σ᾽ αδίκησε;
ΠΑΦ. [730] Για χάρη σου μου ρίχνουν ξύλο (δείχνοντας τον Αλλαντοπώλη και τους ιππείς:) τούτος εδώ και κείνα τα τζουτζέκια.
ΔΗΜ. Και ποιός ο λόγος;
ΠΑΦ. Ποιός; Που σ᾽ αγαπάω, Δήμε μου, κι είμαι εραστής σου.
ΔΗΜ. (Στρέφεται στον Αλλαντοπώλη:). Και του λόγου σου, ποιός είσαι;
ΑΛΛ. Αντεραστής αυτουνού, που από καιρό σ᾽ ερωτεύτηκα και θέλω να σ᾽ ευεργετώ, όπως και άλλοι πολλοί υπέροχοι πολίτες. Αλλά δεν το μπορούμε εξαιτίας αυτουνού. Κι αυτό γιατί εσύ μοιάζεις με τους πιτσιρικάδες που έχουν αγαπητικούς· δεν ανοίγεις την αγκαλιά σου σε άντρες με τα όλα τους, δίνεσαι όμως σε φαναρτζήδες
[740] και σε παπουτσήδες και σε δερματάδες.
ΠΑΦ. Μα αφού εγώ ευεργετώ τον Δήμο.
ΑΛΛ. Αλήθεια; με ποιές ενέργειές σου;
ΠΑΦ. Ποιές; την ώρα που οι στρατηγοί λάκισαν από την Πύλο, εγώ κατάπλευσα εκεί κι έφερα τους Λακεδαιμόνιους.
ΑΛΛ. Κι εγώ, περιδιαβάζοντας έξω απ᾽ το μαγαζί, την ώρα που κάποιος άλλος έψηνε φαγητό στο τσουκάλι, του το βούτηξα μπαμπέσικα.
ΠΑΦ. Τότε λοιπόν, κάνε το γρηγορότερο λαοσύναξη, Δήμε μου, για να δεις ποιός απ᾽ τους δυο σού είναι πιο αφοσιωμένος. Ύστερα διάλεξε σε ποιόν να δώσεις την καρδιά σου.
ΑΛΛ. Ναι, ναι, διάλεξε επιτέλους, όχι όμως στην Πνύκα.
ΔΗΜ. [750] Αποκλείεται να συνεδριάσω σ᾽ άλλο μέρος! Εμπρός, ξεκινάμε! Ανάγκη πάσα να δώσουμε το «παρών» στην Πνύκα.
ΑΛΛ. Αλίμονό μου, ο καψερός, πάει χάθηκα. Γιατί ο γέρος, όσο τετραπέρατος είναι στο σπίτι του, τόσο, έτσι και καθίσει πάνω σε τούτο δω τον βράχο, αποχαυνώνεται πέρα για πέρα, σα ν᾽ αρμαθιάζει σύκα λιασμένα.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, Ποσειδώνας και Αμυμώνη

Ιδρυτικός, είπαμε, είναι και ο μύθος της Αμυμώνης, κόρης του Δαναού και της Ευρώπης. Ακολούθησε τον πατέρα της στο Άργος που υπέφερε από λειψυδρία εξαιτίας της οργής του Ποσειδώνα, γιατί η πόλη είχε δοθεί στην Ήρα ύστερα από την κρίση των ποταμών Ίναχου, Αστερίωνα και Κηφισού. Ο Δαναός έστειλε τις πενήντα κόρες του σε αναζήτηση νερού. Ένας Σάτυρος (θεότητα της βλάστησης) προσπάθησε να βιάσει την Αμυμώνη κι εκείνη ζήτησε τη βοήθεια του Ποσειδώνα που μ' ένα χτύπημα της τρίαινας τον έδιωξε. Από το χτύπημα ανέβλυσε τριπλή πηγή. Σύμφωνα με άλλη παραλλαγή του μύθου ο Ποσειδώνας αποκάλυψε στην κόρη την ύπαρξη της πηγής Λέρνη, της μόνης στην οποία ο Ποσειδώνας είχε επιτρέψει να αναβλύζει νερό, και η οποία έκτοτε ονομαζόταν και πηγή της Αμυμώνης.

Στην επιφάνεια ερυθρόμορφης πελίκης του ζωγράφου της Γέννησης της Αθηνάς (450 π.Χ.) η υδρία υποδηλώνει την αναζήτηση νερού από την Αμυμώνη, η παρουσία του Ποσειδώνα τον ρόλο του στο θέμα, ενώ της Αφροδίτης και του Έρωτα υπονοούν την τελική ένωση της κόρης με τον θεό, την αίσια δηλαδή έκβαση του θέματος με την ανεύρεση του νερού και τη γονιμότητα της γης από τη σχετική υγρασία -το ίδιο θέμα «διαβάζουμε» και σε αττική ερυθρόμορφη υδρία του 470 π.Χ. περίπου*.

Αντίθετα, η τιμωρία των Δαναΐδων να γεμίζουν στον Άδη ένα τρύπιο πιθάρι με νερό για τον φόνο των ανδρών τους, παρόλο που είχαν καθαρθεί από τον Ερμή και την Αθηνά, αντανακλά τις συνέπειες από τη στέρηση του νερού αλλά και από την παρέμβαση στον κύκλο της ζωής και στη συμφιλίωση των γυναικών με τον γάμο -οι Δαναΐδες, ύστερα από αίτημα του πατέρα τους, είχαν σκοτώσει τους συζύγους τους για να μην ενωθούν με αυτούς· ωστόσο, οι ισχυροί οίκοι τους αυτοκαταστρέφονται μέσα στην όλη στρέβλωση της γαμήλιας τελετουργίας. Το πάθημα των Δαναΐδων «επικεντρώνει την προσοχή στην ιδέα της παραγωγικής γενετήσιας ένωσης με το να δίνει, παραδόξως, προσωρινά έμφαση στο αντίθετό της». Σε τοιχογραφία από σπίτι στον λόφο Esquilino στη Ρώμη, γύρω στο 40 π.Χ., οι Δαναΐδες εμφανίζονται μαζί με τους άλλους μεγάλους τιμωρημένους: τον Τιτυό, τον Ωρίωνα, τον Σίσυφο.
-------------------------
*Η αναβίωση του θέματος στα μέσα του 5ου αι. π.Χ δεν μπορεί να θεωρείται άσχετη με την παράσταση του σατυρικού δράματος Αμυμώνη του Σοφοκλή, που αναβίωσε τον μύθο.

ΠΕΡΣΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ: Η ΙΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Η ΠΡΩΤΗ (492 π.Χ. - 490 π.Χ.) – ΔΕΥΤΕΡΗ (480 π.Χ. - 479 π.Χ.) ΠΕΡΣΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ''ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΙΑΣ'' (ΜΕΡΟΣ Γ')

Η ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΚΡΟΥΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΣΙΚΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ''ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΙΑΣ''

Η Στρατηγική των Ελλήνων Μετά τη Σαλαμίνα

Η νίκη της Σαλαμίνας δεν είχε την ίδια σημασία για όλες τις Ελληνικές πόλεις. οι Πελοποννήσιοι, με επικεφαλής τη Σπάρτη, απαλλάχτηκαν από κάθε φόβο. Το τείχος του Ισθμού είχε πλέον ολοκληρωθεί και, χωρίς την ύπαρξη ενός εχθρικού στόλου, δεν υπήρχε πλέον κίνδυνος κάποιας αποβατικής ενέργειας στα μετόπισθεν των οχυρώσεών τους. οι Έλληνες όμως που κατοικούσαν βορείως του Ισθμού παρέμειναν εκτεθειμένοι στη μόνιμη Περσική απειλή.

Μπορεί ο Περσικός στόλος να είχε αποσυρθεί μαζί με τον Ξέρξη, αλλά ο Μαρδόνιος, με σημαντικές χερσαίες στρατιωτικές δυνάμεις, παρέμενε στη Θεσσαλία. οι Πελοποννήσιοι, λοιπόν, δεν έδειχναν ιδιαίτερη ζέση να εκστρατεύσουν πέραν του ισθμού, αντίθετα με τους υπόλοιπους Έλληνες, με επικεφαλής τους Αθηναίους, που φλέγονταν για νέες μάχες στην ξηρά και τη θάλασσα, επιθυμώντας να απελευθερώσουν αμέσως ολόκληρη την Ελλάδα...

Οι Έλληνες διηρημένοι, λοιπόν, δεν επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν τη νίκη τους στη Σαλαμίνα. Στο μέτωπο της στεριάς, ο Κλεόμβροτος, ο Σπαρτιάτης αρχιστράτηγος στον Ισθμό, ισχυρίστηκε ότι οι οιωνοί ήταν κακοί και ανέβαλε κάθε επιθετική ενέργεια. Μάλιστα, με πρόφαση την έκλειψη ηλίου που έλαβε χώρα στις 2 Οκτωβρίου του 480 π.Χ. επέτρεψε σε ένα τμήμα των Πελοποννησιακών στρατευμάτων να επιστρέψει στις πατρίδες του.

Ως προς τις ναυτικές επιχειρήσεις, επικρατεί η ίδια στασιμότητα. Οι Έλληνες δεν προχωρούν σε εκμετάλλευση της επιτυχίας τους στη Σαλαμίνα. Ο στόλος τους δεν προχώρησε πέρα από την Άνδρο. Μόνο ο Θεμιστοκλής είχε ένα επιθετικό σχέδιο σύμφωνα με τον Ηρόδοτο. Ήθελε να πλεύσει ο Ελληνικός στόλος στον Ελλήσποντο για να καταστρέψει τις γέφυρες του Ξέρξη. Υπάρχει η άποψη ότι το σχέδιο του Θεμιστοκλή ήταν ευρύτερο.

Ο Ελληνικός στόλος θα προχωρούσε στις μικρασιατικές ακτές για να προκαλέσει μια καινούργια Ιωνική επανάσταση. με τον τρόπο αυτό θα απειλούσε τις γραμμές ανεφοδιασμού των Περσών και θα τους ανάγκαζε να αποχωρήσουν άμεσα από την Ελλάδα. Οι Σπαρτιάτες, όμως, έχοντας ως αρχή να μην προβαίνουν σε υπερπόντιες εκστρατείες και ανησυχώντας ίσως για την ασφάλεια του Ισθμού αν απομακρυνόταν ο Ελληνικός στόλος, ματαίωσαν το σχέδιο αυτό.

Έγιναν με τον τρόπο αυτό υπαίτιοι στο να συνεχιστεί ο πόλεμος σε Ελληνικό έδαφος και τον επόμενο χρόνο. Από την άλλη, όμως, το συγκεκριμένο σχέδιο θα ήταν δύσκολο να εφαρμοστεί, καθώς βρισκόμαστε στο χειμώνα του 480 π.Χ./479 π.Χ. οπότε θα έπρεπε λόγω καιρικών συνθηκών να τερματιστούν οι ναυτικές επιχειρήσεις. αυτό είναι κάτι που το γνωρίζει κι ο ίδιος ο Θεμιστοκλής, όπως μας αναφέρει ο Ηρόδοτος, όταν αυτός απευθύνεται στους Αθηναίους.

Κύριο μέλημα των Αθηναίων και του Θεμιστοκλή μετά τη Σαλαμίνα είναι η απελευθέρωση της Κεντρικής Ελλάδος, κάτι που προϋπέθετε ανάληψη χερσαίων επιχειρήσεων. Το σχέδιο για επίθεση στον Ελλήσποντο δεν ταιριάζει με τις συγκεκριμένες στρατηγικές επιδιώξεις. Βέβαια, το τελευταίο αυτό επιχείρημα δεν φαίνεται ιδιαίτερα ισχυρό.

Αν όντως ο Θεμιστοκλής θεωρούσε ότι μια τέτοια υπερπόντια εκστρατεία θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα με μια νίκη στην ξηρά, δεν θα δίσταζε να το εφαρμόσει. Ταιριάζει, άλλωστε, η σύλληψη ενός τέτοιου σχεδίου με τη διορατικότητα του μεγάλου Αθηναίου στρατηγού και πολιτικού. Η ματαίωσή του, επίσης, από τους Σπαρτιάτες ταιριάζει με τη σταθερά επιφυλακτική πολιτική σύνεσης που πάντα ακολουθούσαν. Το μόνο πραγματικά σοβαρό επιχείρημα εναντίον του σχεδίου του Θεμιστοκλή είναι η δυσκολία των επιχειρήσεων το χειμώνα.

Όπως πάντως και να έχουν τα πράγματα, το Ελληνικό ναυτικό υιοθέτησε μια τακτική αναμονής έως το τέλος της άνοιξης του 479 π.Χ. Έμεινε στη Δήλο προσπαθώντας να παρεμποδίσει τον ανεφοδιασμό του εχθρού. Μόνο αργότερα, όπως θα δούμε, όταν οι Πελοποννήσιοι θα προχωρήσουν στη Βοιωτία, θα μετακινηθούν τα πλοία προς τις ακτές της Ιωνίας.


Στο μεταξύ, ο στόλος θα επιδιώξει την τιμωρία των Ελλήνων των Κυκλάδων που είχαν Μηδίσει. Η Άνδρος αμύνθηκε με επιτυχία και απέφυγε την τιμωρία. Η Κάρυστος, που παραδόθηκε, τιμωρήθηκε σκληρά με πρόστιμο. Μετά την τιμωρία των νησιών που είχαν Μηδίσει, ο Ελληνικός στόλος κατευθύνθηκε στον Ισθμό. Εκεί έγινε το μοίρασμα των λαφύρων. Οι Αιγινήτες πήραν για την ανδρεία που επέδειξαν στη ναυμαχία της Σαλαμίνας τα αριστεία, δηλαδή το πρώτο βραβείο και το μεγαλύτερο μέρος της πολεμικής λείας.

Αφιέρωσαν μάλιστα στον Απόλλωνα των Δελφών ένα ορειχάλκινο κατάρτι με τρία χρυσά άστρα. Το δεύτερο βραβείο ανδρείας δόθηκε στους Αθηναίους. Όλοι μαζί οι Έλληνες αφιέρωσαν στους Δελφούς ένα ορειχάλκινο άγαλμα του Απόλλωνα, ύψους 12 πήχεων, που κρατούσε στο χέρι του ένα έμβολο πλοίου. Αφιέρωσαν επίσης τρεις Φοινικικές τριήρεις που είχαν αιχμαλωτίσει, τη μία στον ισθμό, τη δεύτερη στο Σούνιο και την τρίτη στη Σαλαμίνα.

Η ναυμαχία της Σαλαμίνας είχε ως αποτέλεσμα την ανεξαρτητοποίηση σε μεγάλο βαθμό των επιχειρήσεων στην ξηρά από τις πολεμικές ενέργειες στη θάλασσα. Το Περσικό ναυτικό παύει να έχει την οποιαδήποτε συμμετοχή στις επιχειρήσεις της κυρίως Ελλάδας. Δεν προσφέρει πλέον υποστήριξη στον Μαρδόνιο και τις χερσαίες δυνάμεις του που διαχειμάζουν στη Θεσσαλία και δεν χρησιμοποιείται για τον ανεφοδιασμό του στρατού.

Άλλωστε, μετά την αποχώρηση των φοινικικών πλοίων ο αριθμός του έχει περιοριστεί σε 300 πλοία, και των Ιωνικών συμπεριλαμβανομένων. Ο Περσικός στόλος, αφού διαχείμασε στην Κύμη, την άνοιξη του 479 π.Χ. αγκυροβόλησε στη Σάμο με σκοπό να έχει υπό επιτήρηση την προβληματική Ιωνία, η οποία μετά τις Ελληνικές επιτυχίες είναι δυνητικά ύποπτη για μια νέα εξέγερση. Η συνέχεια του πολέμου και η τελική έκβασή του λοιπόν έμελλαν να κριθούν στην ξηρά.

Ο Μαρδόνιος, γαμπρός και ξάδελφος του μεγάλου Βασιλιά Ξέρξη, ο καλύτερος στρατηγός των Περσών και ο πιο ένθερμος εισηγητής της επίθεσης στην Ελλάδα, είχε παραμείνει με πολύ ισχυρές δυνάμεις στη Θεσσαλία. αυτός θα επιχειρήσει να υποτάξει τους Έλληνες τόσο με τη διπλωματία όσο και με τα όπλα.

Πράγματι, πριν προβεί σε στρατιωτική δράση, ο Μαρδόνιος προσπάθησε να διχάσει τους Έλληνες. Έστειλε, λοιπόν, στους Αθηναίους το σύμμαχο και υποτελή των Περσών Αλέξανδρο Α’, βασιλιά της Μακεδονίας, για να μεταφέρει δελεαστικές προτάσεις προκειμένου αυτοί να συνθηκολογήσουν. Παρά τις ανησυχίες των Σπαρτιατών, οι Αθηναίοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά κάθε διαπραγμάτευση, ως άξιοι νικητές στη Σαλαμίνα.

Την ίδια περίοδο, γίνονται αλλαγές στην Ελληνική στρατιωτική ηγεσία. Μετά το θάνατο του Κλεόμβροτου, ο οποίος είχε αναλάβει μετά το θάνατο του αδελφού του βασιλιά Λεωνίδα την κηδεμονία του ανήλικου ανιψιού του Πλείσταρχου, αρχιστράτηγος αναλαμβάνει ο γιος του Κλεόμβροτου Παυσανίας. Τον Ευρυβιάδη στην ηγεσία του στόλου διαδέχεται ο δεύτερος βασιλιάς της Σπάρτης Λεωτυχίδης. Οι Αθηναίοι πάλι επιλέγουν ως επικεφαλής του στόλου τον Ξάνθιππο, τον πατέρα του Περικλή, και τον Αριστείδη ως επικεφαλής του στρατού.

Προς την Αποφασιστική Σύγκρουση

Μετά τη διπλωματική αποτυχία του, ο Μαρδόνιος αποφάσισε πλέον την απευθείας στρατιωτική αναμέτρηση. Από τις βάσεις του στη Θεσσαλία προωθεί τη δυνάμεις του στη φιλικά διακείμενη προς αυτόν, παρά τη ναυμαχία στη Σαλαμίνα, Βοιωτία στο τέλος της άνοιξης του 479 π.Χ.


Εκεί συμπλήρωσε τις προετοιμασίες του ανεφοδιασμού και της στρατοπέδευσης πιθανώς οργανώνοντας μια γραμμή υποχώρησης, ενώ οι προφυλακές του καταλαμβάνουν την Αττική χωρίς μάχη. Για δεύτερη φορά η επικράτεια των Αθηναίων βρίσκεται υπό Περσική κατοχή. Η ενέργεια αυτή του Μαρδόνιου απέβλεπε πιθανόν σε δύο σκοπούς.

Αφενός να πιέσει τους Αθηναίους να δεχτούν τις διπλωματικές του προτάσεις και αφετέρου, σε περίπτωση Αθηναϊκής άρνησης, να εξαναγκάσει το στρατό των Πελοποννησίων να εκστρατεύσει στην Κεντρική Ελλάδα και να παραχωρήσει έτσι μάχη έξω από τον οχυρωμένο Ισθμό.

Οι Αθηναίοι ασφαλώς δεν ήταν σε θέση από μόνοι τους να υπερασπίσουν αποτελεσματικά τις διαβάσεις του Κιθαιρώνα ή να δώσουν μάχη εκ παρατάξεως. Αναγκάστηκαν επομένως για δεύτερη φορά να εκκενώσουν την πόλη τους και να καταφύγουν και πάλι στη Σαλαμίνα. Η επιχείρηση, πιθανότατα, ήταν σχετικά εύκολη, γιατί λίγοι σε αριθμό Αθηναίοι θα είχαν προλάβει να επιστρέψουν στην αττική μετά την αποχώρηση του Ξέρξη.

Η πόλη ήταν καταστραμμένη και η πλειοψηφία των κατοίκων δεν θα είχε καταλύματα. Άλλωστε, πάντα υπήρχε η προοπτική της Περσικής εισβολής μέσω Βοιωτίας, κάτι που δημιουργούσε συνθήκες ανασφάλειας. Τα γυναικόπαιδα θα είχαν μείνει ακόμη στην Τροιζήνα, στην Αίγινα και την Ελευσίνα. Στην ουσία, εφόσον ο Πελοποννησιακός στρατός έμενε πίσω από τον Ισθμό, η Αττική κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 479 π.Χ. παρέμενε ένα είδος νεκρής ζώνης ανάμεσα στους Πέρσες και στους Έλληνες. Ο Μαρδόνιος κατέλαβε την έρημη Αθήνα στις αρχές Ιουνίου.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη κατάληψη της Αθήνας είχαν μεσολαβήσει δέκα μήνες. Δεν επέτρεψε όμως αυτή τη φορά ο Πέρσης στρατηγός στους στρατιώτες του να προβούν στην καταστροφή των ελάχιστων κτισμάτων που στέκονταν ακόμα, αλλά επανέλαβε τις προτάσεις του προς τους Αθηναίους. Ο Έλληνας από τον Ελλήσποντο Μουριχίδης εμφανίστηκε ως απεσταλμένος του Μαρδόνιου μπροστά στην Αθηναϊκή Βουλή που βρισκόταν στη Σαλαμίνα.

Η Βουλή όμως αρνήθηκε κατηγορηματικά να παρουσιάσει τις Περσικές προτάσεις στην Εκκλησία του Δήμου. Όπως μάλιστα μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος, ένας από τους βουλευτές, ο Λυκίδης, εξέφρασε αντίθετη γνώμη με αποτέλεσμα να λιθοβοληθεί μέχρι θανάτου μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του.

Εν όψει της κρισιμότητας της κατάστασης, οι Αθηναίοι ήταν εύλογο να επιθυμούν άμεση πολεμική δράση. Αντίθετα, οι Πελοποννήσιοι, με επικεφαλής τη Σπάρτη, συνέχιζαν να είναι επιφυλακτικοί. Από την άλλη, η Σπάρτη αντιλαμβανόταν ότι χωρίς την Αθήνα η πανελλήνια συμμαχία ήταν ανίσχυρη μπροστά στους Πέρσες στη θάλασσα. Επίσης, και η Αθήνα αντιλαμβανόταν ότι χωρίς τη Σπάρτη ήταν το ίδιο ανίσχυρη στην ξηρά.

Οι σύμμαχοι εκτός Πελοποννήσου άρχισαν να γίνονται ιδιαίτερα πιεστικοί. Απεσταλμένοι από την Αθήνα, τα Μέγαρα και τις Πλαταιές έφτασαν στη Σπάρτη απαιτώντας άμεση εκστρατεία για την απελευθέρωση της αττικής. Διαφορετικά θα αποδέχονταν τις περσικές προτάσεις. οι Σπαρτιάτες, με πρόφαση τη γιορτή των Υακινθίων, ανέβαλαν την απάντησή τους για δέκα μέρες. ο Ηρόδοτος θεωρεί ότι στη Σπάρτη υπήρχε μια αίσθηση ότι με την οχύρωση του Ισθμού η Πελοπόννησος ήταν ασφαλής και δεν χρειαζόταν τους Αθηναίους.


Ωστόσο, τους επανέφερε στην πραγματικότητα ο Χίλεος από την Τεγέα, τονίζοντάς τους ακριβώς τους κινδύνους που θα διέτρεχαν η Σπάρτη και η Πελοπόννησος αν η Αθήνα δεχόταν τις Περσικές προτάσεις. ο κύβος είχε ριφθεί. ο αρχιστράτηγος Παυσανίας έλαβε εντολή να περάσει τον Ισθμό και να διώξει τους Πέρσες από την Κεντρική Ελλάδα.

Τη δέκατη μέρα, όταν οι πρεσβευτές των πόλεων της Κεντρικής Ελλάδας επανήλθαν δριμύτεροι επαναλαμβάνοντας τις επικρίσεις και τις προειδοποιήσεις για τις συνέπειες της Σπαρτιατικής αδράνειας, άκουσαν έκπληκτοι από τους αρμόδιους αξιωματούχους, τους εφόρους, ότι τα στρατεύματα της Σπάρτης πρέπει ήδη να είχαν φτάσει στο Ορέστειο της Αρκαδίας, έτοιμα να προωθηθούν στη Στερεά Ελλάδα.

Η συγκεκριμένη στρατιωτική ενέργεια διέλυσε ασφαλώς κάθε φόβο των Αθηναίων ότι οι Πελοποννήσιοι τους είχαν εγκαταλείψει και απομάκρυνε οριστικά έστω και το ελάχιστο ενδεχόμενο οι Πέρσες να προσεταιριστούν την Αθήνα. Ο Μαρδόνιος, όταν πληροφορήθηκε τη μετακίνηση του Ελληνικού στρατού, συμπτύχθηκε από την Αττική στη Θήβα. Πριν υποχωρήσει όμως, συμπλήρωσε την καταστροφή της Αθήνας πυρπολώντας, γκρεμίζοντας και σκεπάζοντας με χώμα ό,τι είχε απομείνει όρθιο.

Έπειτα έστειλε το ιππικό του με ένα τμήμα του πεζικού του να επιτεθεί εναντίον των 1.000 Σπαρτιατών που βρίσκονταν στα μέγαρα ως προφυλακή του Ελληνικού εκστρατευτικού σώματος. Η επιχείρηση αυτή εγκαταλείφθηκε όταν έγινε γνωστό ότι ολόκληρος ο στρατός της Σπάρτης ήταν ήδη συγκεντρωμένος στον Ισθμό. πιθανώς η συγκεκριμένη ενέργεια να είχε σκοπό την αναγνώριση των θέσεων των Ελλήνων ή να ήταν κάλυψη της Περσικής υποχώρησης προς τη Βοιωτία. Ο λόγος που οι Πέρσες εγκατέλειψαν την αττική είναι ότι το έδαφός της δεν ήταν κατάλληλο για την εκμετάλλευση του όπλου στο οποίο υπερείχαν, δηλαδή το ιππικό.

Επιπλέον, σε περίπτωση ήττας, ο στρατός τους κινδύνευε να αποκοπεί. αντίθετα, η Θήβα ήταν φιλική προς αυτούς και η βοιωτική πεδιάδα ήταν κατάλληλη για την ανάπτυξη του ιππικού. Ο Μαρδόνιος για την υποχώρησή του από την Αττική επέλεξε την ανατολικότερη από τις τρεις διαδρομές, εκείνη που περνάει από τη Δεκέλεια (το σημερινό Τατόι), διασχίζει μια διάβαση της Πάρνηθας και κατευθύνεται προς την Τανάγρα. Αλλά ο πιο κατάλληλος δρόμος για την υποχώρηση ήταν αυτός του Κιθαιρώνος μέσω της διάβασης των Δρυός Κεφαλών (πιθανώς το σημερινό πέρασμα του Γυφτόκαστρου).

Η επιλογή του δρομολογίου Δεκέλειας –Τανάγρας από τον Μαρδόνιο έχει ίσως να κάνει με λόγους ασφάλειας. Υπήρχε η πιθανότητα ο στρατός του να αιφνιδιαστεί από τις Ελληνικές δυνάμεις που σχεδόν ταυτόχρονα προωθούνταν προς τη Βοιωτία. Μια άλλη πιθανότητα είναι να άφησε επίτηδες ο Μαρδόνιος ελεύθερη τη διάβαση του Κιθαιρώνα γιατί ακριβώς σκόπευε να επιτρέψει στον Ελληνικό στρατό να περάσει από εκεί στην πεδιάδα του Ασωπού.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο Μαρδόνιος δεν επιχείρησε να υπερασπιστεί τις διαβάσεις του Κιθαιρώνα. Θα μπορούσε να περιμένει από την άλλη πλευρά του βουνού, τη βόρεια, για να επιτεθεί εναντίον του Ελληνικού στρατού όταν έβγαινε από τις διαβάσεις. Σκοπός του όμως δεν ήταν να εμποδίσει τον επερχόμενο Ελληνικό στρατό να κατέλθει στη Βοιωτική πεδιάδα.

Αντίθετα, επεδίωκε να τους προσελκύσει εκεί, προκειμένου να προκαλέσει μια όσο το δυνατόν πιο αποφασιστική νίκη εκμεταλλευόμενος το ιππικό του. Σε αυτή τη φάση της εκστρατείας ο Μαρδόνιος πέτυχε να παρασύρει τους Έλληνες στο πεδίο όπου αυτός είχε διαλέξει. Τελικά, όμως, όπως θα φανεί στη συνέχεια, ο Ελληνικός στρατηγικός σχεδιασμός δεν θα του επιτρέψει να εκμεταλλευτεί πλήρως αυτό το αρχικό στρατηγικό πλεονέκτημα που δημιούργησε.


Την ίδια στιγμή, ο Πελοποννησιακός στρατός του Παυσανία περνούσε από τη Μεγαρίδα, όπου ενισχύθηκε με 3.000 Μεγαρείς οπλίτες και φτάνοντας στην Ελευσίνα ενώθηκε με τον Αθηναϊκό στρατό, που είχε διαπεραιωθεί από τη Σαλαμίνα. Τους 8.000 Αθηναίους οπλίτες συνόδευαν και 600 οπλίτες από τις Πλαταιές. Το Ελληνικό στράτευμα δεν διέθετε ιππικό, κάτι που αποτελούσε ένα μειονέκτημα γι’ αυτόν σε σχέση με τις δυνάμεις του Μαρδόνιου. Οι Έλληνες έφτασαν στη Βοιωτία λίγο μετά τον περσικό στρατό. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για το ακριβές δρομολόγιό τους.

Ο Ηρόδοτος μας αναφέρει ότι κατέληξαν στις Ερυθρές. Η θέση της συγκεκριμένης πόλης δεν είναι γνωστή με ακρίβεια. Πιθανώς βρισκόταν στη βόρεια έξοδο του Γυφτόκαστρου κοντά στο σημερινό Κριεκούκι. από το στενό του Γυφτόκαστρου (Δρύος Κεφαλαί) πιθανώς πέρασε ο Παυσανίας στη Βοιωτία, αναπτύσσοντας το στρατό του κατά μήκος των υπωρειών του Κιθαιρώνα, απέναντι από τις θέσεις των Περσών. Δεν προχώρησε όμως στην πεδιάδα, αντιλαμβανόμενος το πλεονέκτημα που θα έδινε στον αντίπαλο να χρησιμοποιήσει το ιππικό του.

Οι Αρχικές Θέσεις των Αντιπάλων και οι Πρώτες Συμπλοκές

Ο Ασωπός ποταμός διασχίζει τη Βοιωτική πεδιάδα από τα δυτικά προς τα ανατολικά, σχεδόν παράλληλα με τον Κιθαιρώνα. Τη χωρίζει σε δύο τμήματα, το νότιο που περιλαμβάνει τη ζώνη ως τον Κιθαιρώνα, η οποία διακόπτεται από λόφους και χαράδρες, κάτι που την καθιστά ακατάλληλη για την αποτελεσματική ανάπτυξη ιππικού, και το βόρειο, το οποίο εκτείνεται μέχρι τη Θήβα και αποτελεί εκτεταμένη πεδιάδα, στην οποία το ιππικό είναι σε θέση να δράσει αποτελεσματικά.

Αντικειμενικός σκοπός του Μαρδόνιου, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, ήταν να δοθεί η μάχη σε αυτή την πεδιάδα. Όταν οι Έλληνες κατέλαβαν τις αρχικές θέσεις τους, ο Περσικός στρατός βρισκόταν βόρεια του Ασωπού. Το σύνολο των ελιγμών ασφαλώς θα είχε τον αντίθετο από τους Πέρσες αντικειμενικό σκοπό. Να αναγκάσει, δηλαδή, τον Μαρδόνιο να επιτεθεί στο χώρο νότια του Ασωπού και ιδιαίτερα στο ορεινό έδαφος των υπωρειών του Κιθαιρώνα, έδαφος ακατάλληλο δηλαδή για το Περσικό ιππικό. Και, όπως έδειξε η εξέλιξη της μάχης, ο Παυσανίας πέτυχε αυτό τον αντικειμενικό σκοπό, κερδίζοντας επάξια την κατοπινή του φήμη ως ικανού στρατηγού.

Όταν οι Έλληνες πέρασαν τον Κιθαιρώνα, οι Πέρσες είχαν ήδη οργανώσει τις θέσεις τους. Ο Μαρδόνιος είχε τοποθετήσει προφυλακές σε μια γραμμή που εκτεινόταν βόρεια από τις Ερυθρές και τις Πλαταιές. Το κύριο σώμα του στρατού του ήταν στρατοπεδευμένο στη βόρεια όχθη του Ασωπού, σε απόσταση οκτώ χιλιομέτρων από τη Θήβα. Στην παράταξη αυτή οι Πέρσες κατείχαν την αριστερή πτέρυγα, οι Έλληνες που είχαν Μηδίσει τη δεξιά, ενώ στο κέντρο βρίσκονταν τα υπόλοιπα Ασιατικά έθνη.

Πίσω από αυτό το μέτωπο ο Μαρδόνιος κατασκεύασε ένα περιχαρακωμένο στρατόπεδο μήκους δέκα σταδίων (2 χιλιόμετρα περίπου), πιθανόν σε σχήμα τετραγώνου, με ξύλινα τείχη και πύργους. το στρατόπεδο βρισκόταν στον Σκώλο, τοποθεσία που δεν έχει ταυτιστεί με ακρίβεια, αλλά σίγουρα ανήκε στην εδαφική επικράτεια της Θήβας. Ένα πιθανό κίνητρο για την κατασκευή του στρατοπέδου ήταν για καταφύγει εκεί ο Περσικός στρατός σε περίπτωση ήττας, κάτι που όντως έγινε μετά το τέλος της μάχης.

Όμως, όπως και ο ίδιος ο Μαρδόνιος θα γνώριζε, ελάχιστη ασφάλεια θα παρείχε ένα τέτοιο στρατόπεδο, εφόσον σε περίπτωση πολιορκίας θα έπρεπε να παραδοθεί λόγω έλλειψης τροφίμων και νερού. Φαίνεται μάλλον ότι προορισμός του ήταν να χρησιμεύσει ως προστατευτικό οχύρωμα, από το οποίο οι τοξότες του περσικού στρατού θα έριχναν τα βέλη τους στην πεδιάδα χωρίς να κινδυνεύουν από την επίθεση των Ελλήνων οπλιτών.

Αφού έκανε αυτές τις ρυθμίσεις ο Μαρδόνιος, άφησε για λίγο ανενόχλητους τους Έλληνες, με την ελπίδα ίσως ότι θα περνούσαν τον Ασωπό για του επιτεθούν στην ανοιχτή πεδιάδα, που του πρόσφερε το πλεονέκτημα χάρη στο ιππικό του. Οι Έλληνες στρατοπέδευσαν νότια του Ασωπού, καταλαμβάνοντας τις κατώτερες υπώρειες του Κιθαιρώνος.


Στη δεξιά πτέρυγα τοποθετήθηκαν οι Σπαρτιάτες, στο κέντρο, το οποίο βρισκόταν στις Ερυθρές, οι υπόλοιποι Έλληνες, ενώ στην αριστερή πτέρυγα, η οποία βρισκόταν στις Υσιές, τοποθετήθηκαν οι Αθηναίοι. μπροστά στο Ελληνικό μέτωπο εκτεινόταν μια πεδιάδα με λοφίσκους και χαράδρες μέχρι τον Κιθαιρώνα. πίσω από τις θέσεις του Ελληνικού στρατού βρισκόταν το πέρασμα των Δρυός Κεφαλών, από το οποίο και ανεφοδιαζόταν.

Επειδή οι Έλληνες δεν κινήθηκαν προς την πεδιάδα, ο Μαρδόνιος έστειλε εναντίον τους όλο το ιππικό του υπό την αρχηγία του Μασιστίου. Το Περσικό ιππικό δεν εφάρμοσε τη συνηθισμένη του τακτική παρενόχλησης, αλλά εξαπέλυσε επίθεση κατά μέτωπον εναντίον των Ελλήνων οπλιτών. Παραμένει άγνωστο σε τι αποσκοπούσε ο Μαρδόνιος με την επίθεση αυτή. Όπως μας την περιγράφει ο Ηρόδοτος, ήταν κάτι παραπάνω από μια απλή αψιμαχία ακροβολισμού ή ανίχνευσης.

Αυτό είναι και ένα γενικότερο πρόβλημα για την ακριβή αποτύπωση της μάχης. μοναδική ουσιαστικά πηγή μας για τις ακριβείς λεπτομέρειες της μάχης των Πλαταιών είναι ακριβώς ο Ηρόδοτος, ο οποίος δεν είναι πάντοτε σαφής, παρουσιάζει κενά και σε ορισμένα σημεία εμφανίζεται κατάφωρα μεροληπτικός. οι άλλες πηγές, ο Πλούταρχος, ο Διόδωρος και ο Έφορος, είναι κατά πολύ μεταγενέστερες, έχουν εμφανή εξάρτηση από τον Ηρόδοτο και όταν μας δίνουν μια πληροφορία που φαίνεται ενδιαφέρουσα δεν είναι γνωστή η πηγή τους,

Οπότε αυτόματα γίνεται αμφίβολη και η αξιοπιστία της πληροφορίας αυτής. επομένως, μια κοινώς αποδεκτή αποκατάσταση των λεπτομερειών της μάχης δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πιθανώς, λοιπόν, να ήταν η πρώτη αυτή επίθεση του ιππικού μια απόπειρα εξακρίβωσης των δυνατοτήτων του εναντίον της οπλιτικής φάλαγγας στο συγκεκριμένο έδαφος. Ίσως πάλι ο Μαρδόνιος σκόπευε να παρασύρει τους Έλληνες σε έδαφος πιο κατάλληλο για τον Περσικό στρατό. Στο Ελληνικό κέντρο οι Μεγαρείς ήταν τοποθετημένοι σε έδαφος ακατάλληλο για άμυνα. για το λόγο αυτό αναγκάστηκαν να ζητήσουν ενισχύσεις από τον Παυσανία. ο αρχιστράτηγος κάλεσε εθελοντές από τους άλλους Έλληνες,

Αλλά παρουσιάστηκαν μόνο τριακόσιοι επίλεκτοι Αθηναίοι, οπλίτες και τοξότες. Στη συμπλοκή που ακολούθησε, οι αθηναίοι πέτυχαν να φονεύσουν τον αρχηγό του Περσικού ιππικού Μασίστιο. Η συμπλοκή, πάντως γενικεύτηκε, και μόνο όταν ενεπλάκη το κύριο σώμα του Ελληνικού στρατεύματος αποσύρθηκαν οι πέρσες ιππείς. Η συμπλοκή θα πρέπει, λοιπόν, να θεωρηθεί Ελληνική νίκη. Σύμφωνα πάντα με τον Ηρόδοτο, μόνο οι Αθηναίοι τόλμησαν να βοηθήσουν τους Μεγαρείς εθελοντικά στη συμπλοκή, όταν οι υπόλοιποι Έλληνες αρνήθηκαν.

Όμως ήταν φυσικό να σπεύσουν οι Αθηναίοι, αφού ήταν πιο κοντά στους Μεγαρείς και διέθεταν τοξότες. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η μάχη κρίθηκε από την υπεροχή των οπλιτών σε ορεινό έδαφος. Ο Μαρδόνιος αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να επιτεθεί με ιππικό στο σημείο αυτό, οπότε το απέσυρε βόρεια του Ασωπού και άφησε την πρωτοβουλία των κινήσεων στον Παυσανία, ευελπιστώντας ότι οι Έλληνες θα προήλαυναν στην πεδιάδα πέρα από τον Ασωπό.

Η Πρώτη Μετακίνηση της Ελληνικής Γραμμής και η Περσική Αντίδραση

Μετά την πρώτη αυτή επιτυχία, ο Παυσανίας αποφάσισε να προχωρήσει και να φέρει την παράταξη του στρατού του πιο κοντά στις Πλαταιές. Και πάλι υπάρχει μια σειρά πιθανών λόγων που τον οδήγησαν σε αυτή την ενέργεια. Ασφαλώς η πρώτη επιτυχία εναντίον του Περσικού ιππικού ήταν ενθαρρυντική και τον έκανε να αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση το ενδεχόμενο μάχης σε πεδινό έδαφος. παράλληλα, αν μετακινείτο σε λιγότερο ορεινό έδαφος, θα παρέσυρε τους Πέρσες σε μάχη. τέλος, υπάρχει η πιθανότητα η έλλειψη νερού να τον ανάγκασε να μετακινηθεί σε άλλη θέση.

Ο Ελληνικός στρατός προχώρησε προς τα δυτικά κατά μήκος των υπωρειών του Κιθαιρώνα, μετά στις Υσιές, και τέλος στρατοπέδευσε κατά έθνη στην πηγή Γαργαφία και στο ιερό του ήρωα Ανδροκράτη που απείχαν έξι στάδια (περίπου ένα χιλιόμετρο) από τις Πλαταιές, σε έδαφος ανώμαλο με χαμηλούς λόφους.


Οι Σπαρτιάτες παρατάχθηκαν στο δεξιό μέρος, κοντά στη Γαργαφία, σε ένα λόφο απρόσβλητο από το ιππικό, οι Αθηναίοι στο αριστερό μέρος πάλι σε λόφο, τον Πύργο, ενώ το Ελληνικό κέντρο έμεινε τελείως απροφύλακτο στην πεδιάδα ανάμεσα στους δύο λόφους. Το Ελληνικό μέτωπο λοιπόν σχηματίστηκε ως εξής:

Από τα δεξιά προς τα αριστερά, Σπαρτιάτες, Τεγεάτες, Κορίνθιοι, Ποτειδεάτες, Ορχομένιοι από την Αρκαδία, Σικυώνιοι, Επιδαύριοι, Τροιζήνιοι, Λεπρεάτες, Μυκηναίοι και Τιρύνθιοι, Φλειάσιοι Ερμιονείς, Ερετριείς και Στυρείς, Χαλκιδείς, Αμπρακιώτες, Λευκάδιοι και Ανακτόριοι, Παλείς από την Κεφαλληνία, Αιγινήτες, Μεγαρείς, Πλαταιείς και Αθηναίοι, σύνολο 110.000 άντρες.

Η πλάγια κίνηση, που πιθανότατα πραγματοποιήθηκε τη νύχτα, για την κατάληψη των νέων θέσεων είναι σύμφωνα με τη σημερινή στρατηγική αντίληψη αρκετά ανορθόδοξη. επιπλέον, άφηνε ένα κενό μπροστά από την Περσική παράταξη, με αποτέλεσμα να μείνει εκτεθειμένη η διάβαση των Δρυός Κεφαλών, ο δρόμος δηλαδή απ΄ όπου περνούσε ο ανεφοδιασμός του Ελληνικού στρατού.

Η νέα θέση είχε, επίσης, το μειονέκτημα ότι το Ελληνικό κέντρο έμενε εκτεθειμένο. Ίσως με τον τρόπο αυτό ο Παυσανίας απέβλεπε στο να προκαλέσει Περσική επίθεση στο σημείο εκείνο ώστε τα δύο άκρα της Ελληνικής παράταξης, Λακεδαιμόνιοι δηλαδή και Αθηναίοι, να επιχειρήσουν κυκλωτική κίνηση, όπως στον Μαραθώνα. Το γεγονός, πάντως, ότι ο Παυσανίας αναγκάστηκε αργότερα να αλλάξει και πάλι θέση, όπως θα δούμε πιο κάτω, αποδεικνύει την αστοχία της μετακίνησης αυτής. Οι Πέρσες, όταν διαπίστωσαν την Ελληνική μετατόπιση, μετακινήθηκαν με τη σειρά τους προς τα δυτικά, στη βόρεια όχθη του Ασωπού, παράλληλα προς τους Έλληνες.

Ο Μαρδόνιος παρέταξε με τον εξής τρόπο το στρατό του: από τα αριστερά προς τα δεξιά, τους Πέρσες απέναντι από τους Σπαρτιάτες και τους Τεγεάτες• τους Μήδους απέναντι από τους Κορινθίους, τους Ποτειδεάτες, τους Ορχομένιους και τους Σικυώνιους• τους Βακτρίους απέναντι στους Επιδαυρίους, Τροιζηνίους, Λεπρεάτες, Τιρυνθίους, Μυκηναίους και Φλειασίους• τους ινδούς απέναντι στους ερμιονείς, ερετριείς, Στυρείς και Χαλκιδείς• τους Σάκες απέναντι στους Αμπρακιώτες, Ανακτορίους, Λευκαδίους, Παλείς και Αιγινήτες• τους Μηδίσαντες Έλληνες, Βοιωτούς, Λοκρούς, Μαλιείς, Θεσσαλούς και Μακεδόνες απέναντι στους μεγαρείς, στους πλαταιείς και τους Αθηναίους.

Επίσης, υπήρχαν στην Περσική παράταξη μαζί με τους παραπάνω και πολεμιστές και από άλλα έθνη, Φρύγες, Μυσοί, Θράκες, Παίονες, Αιθίοπες και Αιγύπτιοι Μαχαιροφόροι.

Οι δύο στρατοί έμειναν αδρανείς στις νέες θέσεις τους για οκτώ μέρες. Κι αυτό γιατί οι μάντεις, ο Τισαμενός από την πλευρά των Ελλήνων και ο Ηγησίστρατος ο Ηλείος, που βρισκόταν στο στρατόπεδο των Περσών, δήλωσαν στα δύο στρατεύματα ότι οι οιωνοί ήταν καλοί για την άμυνα, όχι όμως και για επίθεση μετά τη διάβαση του ποταμού. πίσω από την πρόφαση αυτή, γίνεται αντιληπτό ότι τόσο ο Παυσανίας όσο και ο Μαρδόνιος έκριναν ότι οι νέες θέσεις ήταν κατάλληλες για άμυνα και όχι για επίθεση.

Ο Ηρόδοτος, πάντως, παρουσιάζει την αναβολή αυτή αντίθετη με τις επιθυμίες του Μαρδόνιου. την όγδοη μέρα ο Θηβαίος Τιμηγενίδης συμβούλευσε τον Μαρδόνιο να αποκλείσει τη διάβαση του Κιθαιρώνα, από την οποία οι Έλληνες έπαιρναν ενισχύσεις και τρόφιμα. πράγματι, λίγο πριν πέσει το σκοτάδι, το Περσικό ιππικό κατέλαβε τη διάβαση, πιθανότατα αυτή των Δρυός Κεφαλών.

Στην επιτυχημένη αυτή επιχείρηση οι πέρσες ιππείς κύκλωσαν και εξόντωσαν μια Ελληνική εφοδιοπομπή αποτελούμενη από 500 ζώα. Τις επόμενες δύο μέρες το ιππικό του Μαρδόνιου διενεργούσε συνεχείς επιθέσεις εναντίον των Ελληνικών θέσεων. εμπόδιζε με τον τρόπο αυτόν τους Έλληνες να προμηθεύονται νερό από τον Ασωπό.


Την ενδέκατη μέρα συγκλήθηκε στο στρατόπεδο των Περσών πολεμικό συμβούλιο. Σε αυτό αντέταξαν τα επιχειρήματά τους ο Μαρδόνιος και ο Αρτάβαζος, παρουσιάζοντας δύο διαφορετικές στρατηγικές αντιλήψεις, όπως πάντοτε συμβαίνει στα συμβούλια αυτού του είδους, τα οποία μας περιγράφει ο Ηρόδοτος. Ο Αρτάβαζος πρότεινε την υποχώρηση του Περσικού στρατού στη Θήβα, όπου υπήρχαν συγκεντρωμένα εφόδια και όπου θα μπορούσαν οι Πέρσες να αμυνθούν πιο εύκολα.

Η παράταση της εμπόλεμης κατάστασης θα έδινε χρόνο για να μπορέσουν με επιτυχία να εξαγοράσουν τους ιθύνοντες σε κάποιες Ελληνικές πόλεις. αντίθετα, ο Μαρδόνιος υποστήριξε την άμεση επίθεση, πιστεύοντας στην υπεροχή του στρατού του. οπωσδήποτε, ο Μαρδόνιος ανυπομονούσε περισσότερο από τους Έλληνες να δοθεί η μάχη, γιατί πιεζόταν από την έλλειψη τροφίμων και εφοδίων.

Άλλος λόγος που τον ωθούσε πιθανώς στο να πολεμήσει ήταν ότι, αν και δεν εξαρτούσε άμεσα τον ανεφοδιασμό του από τον περσικό στόλο, αντιλαμβανόταν τις επιπτώσεις που θα είχε για το περσικό εκστρατευτικό σώμα μια ενδεχόμενη Ελληνική ναυτική νίκη στην Ιωνία και ακολούθως μια επανάσταση των εκεί Ελληνικών πόλεων. Ο κίνδυνος αποκοπής των Περσών από τις βάσεις τους ήταν ένα ορατό ενδεχόμενο, το οποίο θα έπρεπε να αποκλειστεί με μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη.

Ασφαλώς ο Μαρδόνιος περίμενε για ένα διάστημα δώδεκα ημερών (ίσως και περισσότερο σύμφωνα με την ιστορική έρευνα) με την ελπίδα ότι ο Παυσανίας θα έκανε το λάθος να επιτεθεί στην πεδιάδα βόρεια του Ασωπού, όπου το ιππικό των Περσών θα εξασφάλιζε την υπεροχή. Ένα ακόμα ενδεχόμενο είναι η αναβολή της επίθεσης, επειδή ο Μαρδόνιος περίμενε να εκδηλωθεί φιλοπερσική συνωμοσία στις τάξεις του Αθηναϊκού στρατού.

Η Δεύτερη Μετακίνηση της Ελληνικής Γραμμής

Τη δωδέκατη μέρα το Περσικό ιππικό επιχείρησε γενική έφοδο στις Ελληνικές γραμμές. Ήδη από την ένατη μέρα σφυροκοπούσε τους Έλληνες σε διάφορα σημεία, αλλά αυτή τη φορά η επίθεση ήταν γενική και κατέληξε σε επιτυχία των Περσών. Οι Πέρσες ιππείς έφτασαν μέχρι την Κρήνη Γαργαφία, η οποία βρισκόταν στη δεξιά πτέρυγα των Ελλήνων, κοντά στις θέσεις των Σπαρτιατών.

Από αυτή έπαιρνε νερό το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων, καθώς το Περσικό ιππικό τούς εμπόδιζε να παίρνουν νερό από τον Ασωπό. Με το διαδοχικό αποκλεισμό τους από τον Ασωπό και τη Γαργαφία και την καταστροφή της εφοδιοπομπής στις Δρυός Κεφαλές, οι Έλληνες κινδύνευαν να μείνουν χωρίς νερό και τρόφιμα. Είχαν,λοιπόν, δύο επιλογές: να επιτεθούν άμεσα, κάτι που θα σήμαινε την επιτυχία των σχεδίων του Μαρδόνιου, καθώς η πεδιάδα προσφερόταν για την αποτελεσματική δράση του Περσικού ιππικού, ή να υποχωρήσουν σε νέες θέσεις πιο προφυλαγμένες και κοντά σε πηγές νερού.

Παράλληλα, θα έπρεπε να επιχειρήσουν την ανάκτηση των διαβάσεων του Κιθαιρώνα προκειμένου να διασφαλίσουν εκ νέου τον ανεφοδιασμό τους. Σε ένα πολεμικό συμβούλιο που έγινε στο Ελληνικό στρατόπεδο αμέσως μετά την απώλεια της Γαργαφίας, αποφασίστηκε η υποχώρηση προς την κατεύθυνση των Πλαταιών μέσα στην επόμενη νύχτα, με την προϋπόθεση ότι οι Πέρσες δεν συνέχιζαν τη γενική επίθεση του ιππικού τους και δεν προχωρούσαν έως το βράδυ σε επίθεση με πεζικό.

Η θέση στην οποία οι Έλληνες επέλεξαν να υποχωρήσουν ονομαζόταν Ωρερόη ή νήσος, γιατί βρισκόταν ανάμεσα σε δύο διακλαδώσεις του Ασωπού. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, απείχε 10 στάδια (περίπου 2 χιλιόμετρα) από τον Ασωπό και τη Γαργαφία. Η τοποθεσία έχει σήμερα ταυτιστεί με πολύ μεγάλη πιθανότητα. Η ταύτισή της όμως έχει το μειονέκτημα ότι δύσκολα θα μπορούσε να στρατοπεδεύσει ολόκληρος ο Ελληνικός στρατός. Δεν αποκλείεται όμως να βρισκόμαστε και πάλι μπροστά σε μια ασάφεια του Ηρόδοτου.


Το σχέδιο προέβλεπε πιθανόν μια επέκταση του μετώπου έξω από τη νήσο, η οποία, όπως ο ίδιος Ηρόδοτος μας πληροφορεί, θα χρησίμευε ως αφετηρία για την επιχείρηση ανάκτησης του ελέγχου των διαβάσεων του Κιθαιρώνα. Πάντως, δεν έχει κάποια πρακτική σημασία το ποιο ήταν το αρχικό σχέδιο, καθώς αυτό δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Ο στρατιωτικός ελιγμός που είχε συλλάβει ο Παυσανίας ήταν περίπλοκος και το σκοτάδι δεν βοηθούσε την κατάσταση.

Παρά τις ασάφειες του Ηροδότου, η πιθανότερη εκδοχή είναι ότι η αναδίπλωση εκτελέστηκε με έλλειψη συνοχής και συγχρονισμού από τα Ελληνικά στρατιωτικά τμήματα. Λόγω παρεξηγήσεων, κακής συνεννόησης και ίσως αμοιβαίας καχυποψίας, τα τμήματα του στρατού κινήθηκαν τελείως αυτόνομα, χωρίς να εκτελέσουν πιστά τις οδηγίες του αρχιστράτηγου.

Αποτέλεσμα της σύγχυσης ήταν το κάθε τμήμα να καταλάβει μια νέα θέση που δεν ήταν εκείνη που είχε ορίσει ο Παυσανίας, λόγω έλλειψης συντονισμού. Έτσι το Ελληνικό μέτωπο έχασε τη συνοχή του. τα στρατεύματα του κέντρου της παράταξης, τα οποία ήταν και τα περισσότερο καταπονημένα από τις επιθέσεις του Περσικού ιππικού κατά τις προηγούμενες μέρες, αντί να καταλάβουν τις προκαθορισμένες θέσεις στη νήσο, βρέθηκαν κινούμενα στο σκοτάδι στα τείχη της πόλης των Πλαταιών, κοντά στο ναό της Ήρας, όπου και εγκαταστάθηκαν. προβληματική, όπως μας την παρουσιάζει ο Ηρόδοτος, φαίνεται η υποχώρηση των Αθηναίων.

Αυτοί άρχισαν να υποχωρούν μόνο όταν βεβαιώθηκαν ότι και οι Σπαρτιάτες είχαν αφήσει τις θέσεις τους, Καθώς δυσπιστούσαν απέναντί τους. οι Σπαρτιάτες, όμως, κινήθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση, για λόγους που θα εξετάσουμε παρακάτω, με αποτέλεσμα να κινηθούν οι Αθηναίοι με ακόμη μεγαλύτερη καθυστέρηση, μην προλαβαίνοντας να καταλάβουν την προκαθορισμένη θέση τους στη νήσο.

Ο Ηρόδοτος μας παραθέτει την εξής ιστορία για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση των Σπαρτιατών: Ένας ανώτερος Σπαρτιάτης αξιωματικός, διοικητής του Πιτανάτη λόχου, ο Αμομφάρετος, αρνήθηκε να υποχωρήσει με το τμήμα του, γιατί θεώρησε μια τέτοια υποχώρηση αντίθετη με τη Σπαρτιατική τιμή. Ο Παυσανίας και ο υπαρχηγός του Ευρυάναξ δεν κατόρθωσαν να τον πείσουν να ξεκινήσει. τελικά, αποφάσισαν να τον αφήσουν πίσω, με την ελπίδα ότι μένοντας μόνος του θα ακολουθούσε, κάτι που πράγματι έγινε.

Αλλά καθυστέρησαν πολλές ώρες. μια τέτοια ανυπακοή, όμως, είναι αδιανόητη για ένα Σπαρτιάτη βαθμοφόρο, ειδικά έπειτα από ευθεία εντολή του αρμόδιου αρχιστράτηγου και μάλιστα σε τόσο κρίσιμες για τη Σπάρτη ώρες. Εκτός αυτού, αν όντως πίστευε ο Αμομφάρετος ότι η υποχώρηση ήταν αδιανόητη, δεν θα υποχωρούσε, αλλά, όπως ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες, θα παρέμενε στη θέση του για να πεθάνει πολεμώντας. Επομένως, θα πρέπει να υπάρχει μια εναλλακτική (οπωσδήποτε πιθανή, αλλά όχι σίγουρη) εξήγηση αυτού του περιστατικού.

Δεν αποκλείεται η καθυστέρηση των Σπαρτιατών και των Αθηναίων να οφείλεται σε άλλη αιτία. Πιθανώς λόγω της μη συντονισμένης υποχώρησης των Ελληνικών τμημάτων, το Ελληνικό κέντρο δεν κατέλαβε τις προβλεπόμενες θέσεις. Όταν διαπιστώθηκε αυτό, έγινε διαβούλευση ανάμεσα σε Σπαρτιάτες και Αθηναίους για νέες αποφάσεις.

Αποφασίστηκε τότε να παραταχθούν οι Αθηναίοι στα αριστερά των Σπαρτιατών, μη λαμβάνοντας υπόψη τα στρατεύματα που προηγουμένως αποτελούσαν το κέντρο της παράταξης, ώστε να υπάρξει μια παράταξη με καλύτερη συνοχή. Αν ισχύει η πιθανότητα αυτή, η κατοπινή Περσική επίθεση εκδηλώθηκε πριν από τη συνένωση Σπαρτιατών και Αθηναίων. υπάρχει πάντως μια εξήγηση που φαίνεται πολύ περισσότερο πιθανή.


Η υποχώρηση των Σπαρτιατών δεν καθυστέρησε, αλλά η βραδύτητά της ήταν προσχεδιασμένη. γι’ αυτό και ο λόχος του Αμομφάρετου δεν είχε συμπληρώσει τη σύμπτυξή του τις πρώτες πρωινές ώρες. Σκοπός του σχεδίου ήταν να επανέλθουν σε ορεινές θέσεις οι Σπαρτιάτες για να εξουδετερώσουν το επικίνδυνο Περσικό ιππικό, παρασύροντάς το ταυτόχρονα σε επίθεση με δέλεαρ το σώμα του Αμομφάρετου που λειτουργούσε ως προκάλυψη του υποχωρούντος στρατεύματος.

Αν αυτός ήταν ο σκοπός του Παυσανία, η επιτυχία του σχεδίου ήταν μεγάλη, γιατί οι Πέρσες έπεσαν στην παγίδα και άρχισαν την επίθεση. Σε κάθε περίπτωση, το Σπαρτιατικό σώμα κατέλαβε και πάλι τις υπώρειες του Κιθαιρώνος κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ελαφρά τμήματα ανέκτησαν τον έλεγχο των δρόμων ανεφοδιασμού, πετυχαίνοντας έναν από τους αντικειμενικούς σκοπούς του Ελληνικού σχεδίου. Αλλά το Ελληνικό μέτωπο δεν φαίνεται να παρουσίαζε συνοχή. Όπως και να έχουν τα πράγματα, είχε φτάσει η ώρα που θα κρινόταν η τύχη της Ελλάδας. Η μάχη των Πλαταιών επρόκειτο να ξεκινήσει.

Η Μάχη των Πλαταιών και η Τελική Συντριβή των Περσών (479 π.X.)

Η μάχη των Πλαταιών έλαβε χώρα στις 4 Βοηδρομιώνος (27 Αυγούστου) του 479 π.Χ. δεκατρείς μέρες μετά την πρώτη μετακίνηση του Ελληνικού μετώπου. Με την ανατολή του ηλίου οι Πέρσες ιππείς διέσχισαν τον Ασωπό για επαναλάβουν τις επιθέσεις εναντίον της Ελληνικής γραμμής. Διαπίστωσαν όμως ότι οι Έλληνες είχαν εγκαταλείψει τις θέσεις τους. μόνο ο λόχος του Αμομφάρετου διακρινόταν να υποχωρεί αργά προς τις πλαγιές του Κιθαιρώνος. μαθαίνοντας ο Μαρδόνιος την υποχώρηση, έσπευσε να δώσει το σήμα της γενικής επίθεσης.

Εκ πρώτης όψεως, η απόφασή του φαίνεται σωστή. Η Ελληνική παράταξη είχε διαιρεθεί σε τρία τμήματα. Οι Σπαρτιάτες υποχωρούσαν ακόμα, οπότε θα ήταν δύσκολο γι’ αυτούς να σχηματίσουν είτε αμυντικές είτε επιθετικές γραμμές. Οι Αθηναίοι καλυμμένοι από τα υψώματα της ράχης του Ασωπού υποχωρούσαν προς την πεδιάδα ανάμεσα στο λόφο του πύργου και στη νήσο, ενώ οι υπόλοιποι Έλληνες είχαν στρατοπεδεύσει μπροστά στις Πλαταιές.

Το ενδεχόμενο παγίδας με σκοπό την εξουδετέρωση του ιππικού δεν φαίνεται να πέρασε από το μυαλό του Πέρση αρχιστράτηγου. Παρασύρθηκε λοιπόν σε έδαφος μη κατάλληλο για τη δράση του όπλου, στο οποίο σαφώς πλεονεκτούσε. οι πέρσες και οι Μηδίζοντες Έλληνες επιτέθηκαν στα τρία τμήματα χωριστά.

Οι τρεις αυτές συμπλοκές, η μία αρκετά μακριά από την άλλη, αλλά με ένα βαθμό αλληλεξάρτησης, συνιστούν τη μάχη των Πλαταιών. Στην κύρια συμπλοκή, ανάμεσα στους Πέρσες και στους Σπαρτιάτες, κρίθηκε οριστικά η τύχη όχι μόνο της μάχης, αλλά και ολόκληρου του πολέμου. Ο λόχος του Αμομφάρετου δέχτηκε την επίθεση του Περσικού ιππικού, πιθανώς λειτουργώντας ως τμήμα προκάλυψης του κυρίως Σπαρτιατικού σώματος. Η γενική επίθεση πάντως του ιππικού κορυφώθηκε όταν ο Αμομφάρετος ενώθηκε με το κύριο σώμα.

Το τελευταίο βρισκόταν τώρα δέκα στάδια (περίπου 2 χιλιόμετρα) μακρύτερα από την αφετηρία του, στον παραπόταμο του Ασωπού Μαλόεντα, στην τοποθεσία Αγριόπιο, όπου υπήρχε ιερό της ελευσίνιας Δήμητρας. Ο Παυσανίας βρέθηκε σε δύσκολη θέση, πιθανώς μην έχοντας προλάβει να καταλάβει τις ορεινές θέσεις που προέβλεπε το σχέδιό του. Ζήτησε τότε βοήθεια από τους Αθηναίους, οι οποίοι όμως, ενώ κατευθύνονταν προς εκείνον, δέχτηκαν την επίθεση των Θηβαίων.

Στο σημείο αυτό ίσως βρίσκεται ένα μικρό αλλά κρίσιμο κενό στη διήγηση του Ηροδότου. Παρά την πίεση, οι Σπαρτιάτες πέτυχαν να υποχωρήσουν σε έδαφος προφυλαγμένο από τις επιθέσεις του ιππικού. Ο Μαρδόνιος τώρα δεν είχε άλλη επιλογή. Η κρισιμότητα της μάχης δεν του επέτρεπε να υποχωρήσει, οπότε αποφάσισε να εμπλέξει το πεζικό του. Όφειλε να εξαναγκάσει τους Σπαρτιάτες να δώσουν μάχη πριν παγιώσουν την οχύρωσή τους στις υπώρειες του Κιθαιρώνος και γίνουν απρόσβλητοι ακόμα και στις επιθέσεις του πεζικού. Το ιππικό του προφανώς δεν είχε αντιληφθεί τους Αθηναίους πίσω από τα υψώματα της ράχης του Ασωπού, γι’ αυτό και δεν τους επιτέθηκε.


Αφού ο Μαρδόνιος μπήκε επικεφαλής της αριστερής πτέρυγας του πεζικού, αυτής που ήταν απέναντι από τους Σπαρτιάτες, έδωσε το σήμα της γενικής επίθεσης. Όλη η υπόλοιπη παράταξη, βλέποντας την αριστερή πτέρυγα, την οποία αποτελούσαν Πέρσες, να εφορμά εναντίον των ακόμα εν κινήσει Σπαρτιατών, θεώρησε ότι την καταδίωκαν και μέσα σε απερίγραπτη αταξία όρμησε φωνάζοντας, νομίζοντας ότι θα καταβάλει οριστικά τους Έλληνες.

Οι Πέρσες τοξότες πλησίασαν τους Σπαρτιάτες στην κοιλάδα του Μαλόεντα, κοντά στο ναό της Δήμητρας, σταμάτησαν, στερέωσαν στο έδαφος τις μεγάλες από ξύλο λυγαριάς ασπίδες τους, το μόνο αμυντικό τους όπλο, και κάλυψαν τους οπλίτες με ένα σύννεφο από βέλη. Οι Σπαρτιάτες και οι Τεγεάτες που είχαν παραταχθεί μαζί τους υπέμειναν με καρτερία τον καταιγισμό καλυμμένοι πίσω από τις ασπίδες τους.

Ο Ηρόδοτος αποδίδει την αδράνεια της Ελληνικής παράταξης στους κακούς οιωνούς των θυσιών πριν από τη μάχη. Είναι όμως πιθανό ο Παυσανίας να προφασίστηκε τους κακούς οιωνούς προκειμένου να καθυστερήσει την επίθεση με σκοπό να αφήσει χρόνο στους Πέρσες να ρίξουν στη μάχη όλο το πεζικό τους ώστε να δυσκολευτούν στην υποχώρηση και η Σπαρτιατική νίκη να είναι ολοκληρωτική. Όταν οι οιωνοί έγιναν ευνοϊκοί, δόθηκε το σήμα της εφόδου. πρώτοι οι Τεγεάτες από τα αριστερά των Σπαρτιατών όρμησαν στον εχθρό παρασύροντας και την υπόλοιπη φάλαγγα.

Τα δόρατα και οι ασπίδες των Ελλήνων γρήγορα διέσπασαν τις γραμμές των Περσών παρά τη γενναιότητα που έδειξαν οι τελευταίοι. Η σύγκρουση μεταβλήθηκε γρήγορα σε σφαγή. Ο Σπαρτιάτης Αρίμνηστος κατάφερε να σκοτώσει τον ίδιο τον Μαρδόνιο, ο οποίος μαχόταν εν μέσω χιλίων επίλεκτων πολεμιστών του. Αυτή ήταν και η αρχή της κατάρρευσης της Περσικής γραμμής. οι Πέρσες και οι Μήδοι άρχισαν να υποχωρούν άτακτα και το μεγαλύτερο μέρος τους, υπό την καταδίωξη των Ελλήνων, κατέφυγε στο στρατόπεδο του Σκώλου.

Ο Μαρδόνιος θεώρησε ότι θα κέρδιζε τη μάχη αν τα καλύτερα στρατεύματά του νικούσαν τα καλύτερα στρατεύματα των Ελλήνων. Αν, δηλαδή, οι Πέρσες νικούσαν τους Σπαρτιάτες. Συνέβη όμως το ακριβώς αντίθετο. Η μάχη χάθηκε γιατί οι Πέρσες ηττήθηκαν κατά κράτος από τους Σπαρτιάτες οπλίτες. Ήταν ακριβώς η υπεροχή του οπλίτη που έκρινε τη μάχη. Δεν έλειπε το θάρρος από τους Πέρσες. Στη λυσσώδη μάχη σώμα με σώμα που ξέσπασε, έπιαναν τα δόρατα των ελλήνων και τα έσπαγαν. Μερικές φορές ανά ένας, μερικές φορές ανά δέκα ή συμπυκνωμένοι σε ομάδες περισσότερο ή λιγότερο πολυάριθμες, ορμούσαν άτακτα στις γραμμές των Σπαρτιατών και έβρισκαν το θάνατο.

Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Ηρόδοτος όμως, απέναντι στους Έλληνες οπλίτες οι Πέρσες στρατιώτες ήταν γυμνήτες. Μην έχοντας προστασία και μη εξοικειωμένοι με τη μάχη σώμα με σώμα, η μοίρα τους ήταν λίγο πολύ προδιαγεγραμμένη. Η οπλιτική υπεροχή και ο επιτυχημένος, όπως φαίνεται, ελιγμός του Παυσανία να αγκιστρωθεί σε ορεινό έδαφος για να εξουδετερώσει το Περσικό ιππικό έκριναν την τύχη της Ελλάδας στη μεγάλη μάχη των Πλαταιών.

Στο μεταξύ, όπως είδαμε, οι Αθηναίοι έπειτα από αίτημα του Παυσανία έσπευσαν να υποστηρίξουν τη Σπαρτιατική παράταξη. Με τον τρόπο αυτό, όμως, άλλαξαν πορεία και έχασαν την κάλυψη που τους προσέφεραν τα υψώματα της ράχης του Ασωπού. Τους επιτέθηκαν οι Μηδίσαντες Έλληνες. ενώ όμως οι άλλοι Μηδίσαντες έδειξαν θεληματικά δειλία, οι Θηβαίοι επιτέθηκαν εναντίον των Αθηναίων και πολέμησαν γενναία.

Στη συμπλοκή που ακολούθησε οι Αθηναίοι έτρεψαν τους Θηβαίους σε φυγή. Έχοντας 300 νεκρούς, οι Θηβαίοι άρχισαν να αποσύρονται προς την πόλη τους, όπου οι Αθηναίοι μαζί με τους Πλαταιείς τούς καταδίωξαν και νικώντας τους για δεύτερη φορά τούς έκλεισαν στα τείχη τους. το κέντρο της Ελληνικής παράταξης δεν ενεπλάκη αμέσως στη μάχη. Όταν κατάλαβε τη νίκη των Σπαρτιατών, αποπειράθηκε να εμπλακεί στην καταδίωξη των υποχωρούντων εχθρικών τμημάτων.


Οι Περσικές δυνάμεις που είχε απέναντί του με επικεφαλής τον Αρτάβαζο δεν τόλμησαν να τους επιτεθούν, καθώς οι θέσεις τους ήταν ιδιαίτερα οχυρές, αλλά μετά το θάνατο του Μαρδόνιου άρχισαν να υποχωρούν γρήγορα προς τη Φωκίδα. Αφήνοντάς τους να υποχωρήσουν, το Ελληνικό κέντρο, τότε χωρισμένο σε δύο τμήματα, θέλησε να συνδράμει τους Σπαρτιάτες στην καταδίωξη των εχθρικών τμημάτων που είχαν απέναντί τους.

Ένα τμήμα τους, όμως, αποκόπηκε και δέχτηκε επίθεση από φιλοπερσικό Βοιωτικό ιππικό, το οποίο δεν είχε μέχρι τότε εμπλακεί στη σύγκρουση. με απώλειες 600 νεκρούς, το τμήμα αυτό απωθήθηκε προς τις πλαγιές του Κιθαιρώνα. Η ενέργεια αυτή του Βοιωτικού ιππικού ήταν και η μόνη αντίδραση στη γενικότερη υποχώρηση της Περσικής γραμμής. το μεγαλύτερο τμήμα των Περσών κατέφυγε στη Φωκίδα με επικεφαλής τον Αρτάβαζο.

Από εκεί, λίγο αργότερα, κατόρθωσε να επιστρέψει στην Ασία μετά από πολλές κακουχίες και απώλειες. Ένα άλλο μεγάλο τμήμα του Περσικού στρατού κατέφυγε στο στρατόπεδο του Σκώλου καταδιωκόμενο από τους Σπαρτιάτες και τους Τεγεάτες. Στη σύντομη πολιορκία που ακολούθησε, οι Πέρσες αντέταξαν αρχικά επιτυχημένη αντίσταση από τα τείχη και τους πύργους. Όμως κλήθηκαν οι Αθηναίοι, που είχαν τη φήμη ειδικών στις τειχομαχίες, οι οποίοι κατάφεραν να ανέβουν στο τείχος και να γκρεμίσουν ένα τμήμα του. Ακολούθησε γενική σφαγή των Περσών, που δεν προέβαλαν πλέον αντίσταση.

Μετά τη μεγάλη μάχη, η οριστική σωτηρία της Ελλάδας από την Περσική απειλή ήταν πλέον γεγονός. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Σπαρτιάτες είχαν 91 νεκρούς, οι Αθηναίοι 52 και οι Τεγεάτες 16, ενώ ο Πλούταρχος ανεβάζει τον αριθμό των Ελληνικών απωλειών σε 1.360 άνδρες. για τις απώλειες των Περσών, ο Ηρόδοτος παραδίδει ότι μόνο 43.000 άνδρες σώθηκαν από το στρατό των 300.000 ανδρών του Μαρδόνιου.

Οι Σπαρτιάτες, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, έθαψαν τους νεκρούς τους σε τρεις τάφους, σε έναν τους Σπαρτιάτες, σε άλλον τους Περιοίκους και σε έναν τρίτο τους Είλωτες· οι άλλες πόλεις έθαψαν σε έναν τάφο η καθεμία τους νεκρούς της. Δέκα ημέρες μετά τη μάχη οι Έλληνες προχώρησαν κατά της Θήβας και απαίτησαν τους αρχηγούς της μερίδας που είχε Μηδίσει, εκτελώντας έτσι τον όρκο που είχαν δώσει στον Ισθμό.

Όταν αρνήθηκαν, ο Παυσανίας πολιόρκησε την πόλη και έπειτα από είκοσι μέρες οι αρχηγοί παραδόθηκαν και θανατώθηκαν στον Ισθμό. ταυτόχρονα διέλυσαν τη Βοιωτική Συμπολιτεία, στην ηγεσία της οποίας βρισκόταν η Θήβα. Από τα λάφυρα της μάχης των Πλαταιών οι Έλληνες αφιέρωσαν στον Απόλλωνα στους Δελφούς ένα χρυσό τρίποδα τοποθετημένο πάνω σε ένα χάλκινο κίονα που παρίστανε τρία φίδια που αλληλοσυμπλέκονται.

Στη βάση του κίονα λέγεται ότι ο Παυσανίας χάραξε το ακόλουθο δίστιχο: «Ο αρχηγός των Ελλήνων, όταν κατέστρεψε τον στρατό των Μήδων, ο Παυσανίας, ανέθεσε αυτό το μνημείο στον Απόλλωνα». Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι οι Έλληνες δεν συγχώρησαν ποτέ την αλαζονεία του Παυσανία και έσβησαν το επίγραμμα και το αντικατέστησαν με τα ονόματα λαών. Στον Δία της Ολυμπίας και τον Ποσειδώνα του Ισθμού αφιέρωσαν κολοσσιαία ορειχάλκινα αγάλματα. Η Σπάρτη και ο Παυσανίας πήραν τα βραβεία της ανδρείας.

Οι Πλαταιείς επιφορτίστηκαν με τον εορτασμό των ελευθερίων κάθε τέσσερα χρόνια προς τιμήν των νεκρών της μάχης, ενώ η πόλη τους ανακηρύχθηκε ιερή, απαραβίαστη και ουδέτερη.

Συμπεράσματα από την Μάχη

Συμπερασματικά,φαίνεται πως ο Μαρδόνιος προσπάθησε να κερδίσει τη νίκη με τη συντριβή του εκλεκτότερου σώματος του Ελληνικού στρατού των Σπαρτιατών. Αλλά έχασε τη μάχη επειδή συνέβη το αντίθετο: το επίλεκτο σώμα του στρατού του, οι Πέρσες και οι Μήδοι, συνετρίβη από το επίλεκτο τμήμα των Ελλήνων. Η ολοκληρωτική νίκη των Λακεδαιμονίων και των Τεγεατών οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην μεγάλη στρατηγική ικανότητα του Παυσανία.


 Ο Σπαρτιάτης στρατηγός έχει κατακριθεί από νεότερους ιστορικούς ότι διέπραξε σφάλματα πριν από την τελική σύρραξη, κυρίως για την επιλογή της δεύτερης θέσης των Ελληνικών μονάδων. Όμως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο Παυσανίας δεν διέθετε ιππικό που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τους Ασιάτες ιππείς και ήταν φυσικό αυτό το δισεπίλυτο πρόβλημα να τον ωθήσει σε κάποιες όχι ιδιαίτερα επιτυχημένες επιλογές.

 Το σημαντικό είναι ότι στην φάση της κρίσιμης σύγκρουσης, κατάφερε να παγιδεύσει τον Μαρδόνιο με τους ελιγμούς του και να παρασύρει τον Περσικό στρατό σε έδαφος ευνοϊκό για το δικό του στράτευμα. Η εξουδετέρωση του εχθρικού ιππικού από τις τακτικές κινήσεις του Παυσανία, αρκούν για να αποδείξουν τη στρατηγική ευφυΐα του.

Η μεγάλη Ελληνική νίκη στις Πλαταιές ανήκε κυρίως στον Σπαρτιατικό στρατό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αθηναίος Αισχύλος, στην σχετική τραγωδία του, βάζει το φάντασμα του Δαρείου να μιλάει για την «αιματηρή σπονδή στην χώρα των Πλαταιών από την Δωρική λόγχη». Η τραγωδία του «διδάχθηκε» επανειλημμένα μπροστά στο Αθηναϊκό κοινό, στοιχείο που δείχνει την αναγνώριση από τους Αθηναίους ότι η νίκη στις Πλαταιές οφειλόταν κατά κύριο λόγο στους Σπαρτιάτες. Εξάλλου η Αθήνα είχε ήδη «απολαύσει» τη δική της «μερίδα του λέοντος» σε βάρος των Περσών εισβολέων, στις μεγάλες νίκες του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας.

Η Ναυμαχία – Μάχη της Μυκάλης (479 π.Χ) και η Άλωση της Σηστού

Ταυτόχρονα (27 Αυγούστου 479 π.Χ) με την ήττα στις Πλαταιές οι Πέρσες υπέστησαν άλλη μια ήττα στη Μυκάλη της Ιωνίας. Ενώ ο ελληνικός στόλος υπό τις διαταγές του Σπαρτιάτη Λεωτυχίδη, βρισκόταν στη Δήλο, έφτασαν από τη Σάμο τρεις άνδρες με ένα μήνυμα• οι άνδρες αυτοί ήταν ο Λάμπωνας, υιός του Θρασυκλή, ο Αθηναγόρας, υιός του Αρχεστρατίδη, και ο Ηγησίστρατος, υιός του Αρισταγόρα, οι οποίοι είχαν σταλεί από τους Σαμίους κρυφά από τους Πέρσες και το Θεομήστορα υιό του Ανδροδάμαντα, τον οποίο είχαν ορίσει οι Πέρσες ως τύραννο.

Αυτοί λοιπόν παρουσιάστηκαν στους διοικητές του στόλου κι ο Ηγησίστρατος έκανε έκκληση με κάθε είδους επιχειρήματα, δηλώνοντας ότι η θέα και μόνο του ελληνικού ναυτικού θα ήταν αρκετή ενθάρρυνση, για να εξεγερθούν οι Ίωνες και οι Πέρσες δε θα τολμούσαν να αντισταθούν, ή αν το έκαναν, θα έδιναν στους Έλληνες ένα έπαθλο πιο πολύτιμο απ’ οποιοδήποτε είχαν ελπίδα να κερδίσουν ποτέ.

Κατόπιν στο όνομα όλων των κοινών θεών, τους παρότρυνε να σώσουν τους Ίωνες, που είχαν ίδιο αίμα μ’ αυτούς, από τη σκλαβιά και να διώξουν τον ξένο. Και πρόσθεσε: «Θα είναι αρκετά εύκολο, διότι τα περσικά πλοία είναι αδέξια και πολύ κατώτερα από τα δικά σας. Επιπλέον, αν μας υποψιάζεστε για προδότες, είμαστε πρόθυμοι να σας παραδοθούμε ως όμηροι και να πλεύσουμε μαζί σας».

Καθώς ο ξένος από τη Σάμο εξακολουθούσε να τους πιέζει με την έκκλησή του, ο Λεωτυχίδης, είτε από θεϊκή συντυχία, είτε επειδή πραγματικά περίμενε ότι η απάντηση μπορεί να ήταν κάποιος οιωνός, τον ρώτησε το όνομά του. Κι εκείνος απάντησε «Ηγησίστρατος». Οπότε ο ναύαρχος δεν τον άφησε να συνεχίσει και φώναξε: «Σάμιε φίλε μου, δέχομαι τον οιωνό. Και τώρα, πριν φύγεις εσύ και οι δύο σύντροφοί σου, δώστε μας μια εγγύηση ότι θα έχουμε την αμέριστη υποστήριξη του λαού της Σάμου».

Αμέσως με τα λόγια προχώρησε στις πράξεις. Έτσι υπαγορεύτηκε ο όρκος• οι Σάμιοι τον έδωσαν αμέσως κι έγινε μια προφορική συμφωνία αμοιβαίας υποστήριξης. Οι δύο ξένοι έφυγαν και μετά ο Ηγησίστρατος, διατάχθηκε να πλεύσει με τον Ελληνικό στόλο, αφού ο Λεωτυχίδης πίστευε ότι το όνομά του ήταν καλός οιωνός.


Μόλις οι οιωνοί από τις θυσίες φάνηκαν ευνοϊκοί, ο Ελληνικός στόλος ξεκίνησε από τη Δήλο κι έπλευσε για τη Σάμο. Εδώ τα πλοία άραξαν κοντά στους Καλάμους— όπου υπάρχει το Ηραίο— κι άρχισαν να προετοιμάζονται για τη ναυμαχία. Οι Πέρσες, μόλις πληροφορήθηκαν την προσέγγισή τους, έδιωξαν τους Φοίνικες κι οι ίδιοι τράπηκαν με τα πλοία σε φυγή προς την ασιατική ακτή, διότι είχαν αποφασίσει μετά από συζήτηση, ότι αφού δεν ήταν αντάξιος αντίπαλος του ελληνικού στόλου, το καλύτερο που είχαν να κάνουν ήταν ν’ αποφύγουν την αναμέτρηση.

Έτσι έπλευσαν στη Μυκάλη, όπου θα είχαν την υποστήριξη των στρατευμάτων που σύμφωνα με διαταγές του Ξέρξη, είχαν αποσπαστεί από το κύριο σώμα του στρατού για να φρουρούν την Ιωνία. Αυτή η δύναμη είχε εξήντα χιλιάδες άνδρες και είχε στρατηγό τον Τιγράνη, τον πιο ευπαρουσίαστο άνδρα στον περσικό στρατό. Το σχέδιό τους ήταν να σύρουν τα πλοία στην ακτή, υπό την προστασία αυτού του στρατεύματος, και να χτίσουν ένα αμυντικό οχυρό γύρω τους, μέσα στο οποίο θα κατέφευγαν κι οι ίδιοι εφόσον υποχρεώνονταν από τον εχθρό. Έχοντας υπ’ όψιν αυτό το σχέδιο απέπλευσαν.

Αφού πέρασαν τον ναό των Ποτνίων, έφτασαν στη Γαίσωνα και στον Σκολοπόεντα της Μυκάλης όπου υπάρχει ναός αφιερωμένος στην Ελευσίνια Δήμητρα. Ο ναός είχε χτισθεί από τον Φίλιστο, υιό του Πασικλή, όταν συνόδευσε τον Νειλέα, υιό του Κόδρου, στην επιχείρηση για την ίδρυση της Μιλήτου. Εκεί έσυραν τα πλοία τους στην ξηρά κι ύψωσαν τείχος από πέτρες και ξύλα γύρω τους, κόβοντας τα οπωροφόρα δέντρα της περιοχής προσθέτοντας γύρω και πασσάλους και ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν την πολιορκία.

Οι Έλληνες θύμωσαν, όταν ανακάλυψαν ότι οι Πέρσες είχαν φύγει για τα ηπειρωτικά, και δίστασαν για λίγο ν’ αποφασίσουν αν έπρεπε να γυρίσουν στην πατρίδα τους ή να πλεύσουν προς τον Ελλήσποντο. Τελικά κατέληξαν να ξεκινήσουν για την ήπειρο. Όλα τα απαραίτητα για ναυμαχία και οι αποβάθρες ήταν σε ετοιμότητα και ο Ελληνικός στόλος κατευθύνθηκε προς τη Μυκάλη. Κανένα εχθρικό πλοίο βγήκε να τους αντιμετωπίσει καθώς πλησίαζαν το στρατόπεδο.

Λίγο μετά είδαν ότι όλα τα πλοία ήταν αραγμένα στην παραλία, προστατευμένα μέσα σε τείχος, και ότι ισχυρή δύναμη στρατού περίμενε συγκεντρωμένη στην ξηρά. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, ο Λευτυχίδης πλησίασε όσο μπορούσε με το πλοίο του στην παραλία και καθώς περνούσε, έβαλε έναν κήρυκα να φωνάξει την ακόλουθη έκκληση στους Ίωνες: «Άνδρες της Ιωνίας, αν μ’ ακούτε, προσέξτε τι έχω να σας πω. Οι Πέρσες έτσι κι αλλιώς δεν θα καταλάβουν τίποτα.

Όταν αρχίσει η μάχη θυμηθείτε όλοι σας την ελευθερία και το σύνθημά μας… “Ήρα”. Όσοι μ’ ακούσατε πρέπει να μεταφέρετε το μήνυμά μου σ’ αυτούς που δεν άκουγαν». Αυτή η ενέργεια είχε ως σκοπό, είτε οι Πέρσες να μην μάθαιναν τι τους είπε και οι Ίωνες να τολμούσαν να ακολουθήσουν τη συμβουλή του, ή τα λόγια του να μεταφράζονταν στους Πέρσες, που μοιραία θα γίνονταν καχύποπτοι απέναντι στους Ίωνες.

Η Μάχη

Αμέσως μετά από την έκκληση του Λεωτυχίδη, οι Έλληνες προσάραξαν τα πλοία τους στην ακτή κι οι άνδρες παρατάχθηκαν στην παραλία. Η πρώτη ενέργεια των Περσών, όταν είδαν τους Έλληνες να ετοιμάζονται για τη μάχη με παραινέσεις μάλιστα προς τους Ίωνες, ήταν να αφοπλίσουν τους Σαμίους, τους οποίους υποπτεύονταν για συμπάθεια προς το Ελληνικό ζήτημα• πράγματι, όταν μερικοί Αθηναίοι, πιάστηκαν από τους άνδρες του Ξέρξη, και μεταφέρθηκαν στα Περσικά πλοία αιχμάλωτοι, οι Σάμιοι τους ελευθέρωσαν και τους έστειλαν πίσω στην Αθήνα με προμήθειες για το ταξίδι τους.

Το γεγονός ότι είχαν σώσει πεντακόσιους εχθρούς του Ξέρξη ήταν ο κυριότερος λόγος της καχυποψίας των Περσών. Μετά ο Πέρσης διοικητής διέταξε τους Μιλησίους να φρουρούν τα περάσματα που οδηγούν στα βουνά της Μυκάλης — φαινομενικά επειδή οι Μιλήσιοι γνώριζαν την περιοχή της χώρας τους αλλά στην πραγματικότητα για να τους απομακρύνει όσο γινόταν από το πεδίο της μάχης.


Κατόπιν αφού έλαβαν αυτές τις προφυλάξεις ενάντι στους Ίωνες που υποψιάζονταν, άρχισαν να παίρνουν θέσεις μάχης —σε αμυντική παράταξη προστατευόμενοι πίσω από φράγμα από ασπίδων. Οι Έλληνες, από την πλευρά τους, κινήθηκαν ενάντια στον εχθρό αμέσως μόλις ολοκλήρωσαν τις προετοιμασίες τους. Στη διάρκεια της προέλασής τους, βρήκαν στην παραλία το σκήπτρο ενός κήρυκα και ταυτόχρονα, κυκλοφόρησε στις γραμμές η φήμη ότι οι Έλληνες είχαν νικήσει τον Μαρδόνιο στη Βοιωτία.

Είναι πολλά τα γεγονότα που με ωθούν να πιστέψω ότι θεϊκό χέρι επεμβαίνει συχνά στις ανθρώπινες υποθέσεις, διότι πώς αλλιώς εξηγείται ότι η ήττα των Περσών στη Μυκάλη συνέβη την ίδια ακριβώς μέρα με την πανωλεθρία τους στις Πλαταιές, ή ότι μια τέτοια φήμη κυκλοφόρησε στους Έλληνες, δίνοντας σε όλους τους άνδρες διπλάσιο θάρρος και αποφασιστικότητα να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους για την πατρίδα τους.

Άλλη μια παράξενη σύμπτωση συνέβη… και οι δύο μάχες δόθηκαν κοντά σε ναούς της Ελευσίνιας Δήμητρας — αφού όπως ανέφερα ήδη και η μάχη των Πλαταιών έγινε πολύ κοντά στο Δημήτριο και το ίδιο ακριβώς συνέβη και στη Μυκάλη. Επιπλέον, η φήμη ότι οι άνδρες του Παυσανία είχαν νικήσει στις Πλαταιές ήταν απόλυτα ορθή, διότι η μάχη των Πλαταιών έγινε νωρίς το πρωί, ενώ η συμπλοκή στη Μυκάλη δεν έλαβε χώρα παρά το απόγευμα.

Η σύμπτωση της ημερομηνίας και του μήνα αποδείχθηκε, όταν υπολόγισαν τις ημέρες προς τα πίσω λίγο αργότερα. Προτού πάρουν την αναφορά από τις Πλαταιές, οι άνδρες ανησυχούσαν πολύ, όχι τόσο για τους εαυτούς τους όσο για την τύχη των συμπατριωτών τους που θα αντιμετώπιζαν το Μαρδόνιο• μόλις, όμως έμαθαν τα ευχάριστα νέα, άρχισαν την επίθεση με πολύ υψηλότερο ηθικό και ζωηρό βηματισμό. Έτσι και οι δύο αντίπαλοι ανυπομονούσαν να συγκρουσθούν, γνωρίζοντας ότι αντικειμενικός σκοπός της αναμέτρησης ήταν ο έλεγχος του Ελλησπόντου και των νησιών του Αιγαίου.

Οι Αθηναίοι μαζί με αυτούς που ήταν παραταγμένοι δίπλα τους, σχεδόν μέχρι το κέντρο, βάδιζαν κατά μήκος της παραλίας, σε επίπεδο έδαφος, ενώ ο δρόμος των Λακεδαιμονίων κι αυτών δίπλα τους ανέβαινε κι έκλεινε από ψηλά βουνά. Κατά συνέπεια, οι Αθηναίοι είχαν εμπλακεί ήδη στη μάχη, όσο οι Λακεδαιμόνιοι έκαναν ακόμα τον κύκλο.

Οι Πέρσες, όσο έμεναν ανέπαφα τα άκρα, απωθούσαν με επιτυχία όλες τις επιθέσεις και δεν ήταν σε τόσο δύσκολη θέση• από τη στιγμή, όμως, που οι Αθηναίοι και οι μονάδες που πολεμούσαν μαζί τους, προτιμώντας να αποσπάσουν οι ίδιοι τη δόξα της μάχης παρά να την παραχωρήσουν στους Σπαρτιάτες, έδωσαν το σύνθημα κι έγιναν πιο τολμηροί, όλα άλλαξαν. Έσπασαν την αμυντική γραμμή των ασπίδων και ξεχύθηκαν πάνω στον εχθρό με μια γενική επίθεση. Η αλήθεια είναι ότι προς στιγμή οι Πέρσες κατάφεραν να συγκρατήσουν την επίθεση, αλλά στο τέλος αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν πίσω από την ασφάλεια του οχυρού τους.

Οι Αθηναίοι και με τη σειρά που ήταν παρατεταγμένοι οι άνδρες της Κορίνθου, της Σικυώνας και της Τροιζήνας, κατόρθωσαν να εισβάλουν πίσω ακριβώς από τον εχθρό. Αυτό ήταν το τέλος – διότι μόλις έπεσε το τείχος, ο εχθρός δεν προέβαλε άλλη αξιόλογη αντίσταση – αντίθετα όλοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή, εκτός από τους ίδιους τους Πέρσες, οι οποίοι σε άτακτες ομάδες, συνέχισαν να πολεμούν ενάντια στους Έλληνες που ακόμα εισέρρεαν στο οχυρό από την παραλία.

Από τους Πέρσες ναυάρχους σώθηκαν μόνο δύο, ο Αρταΰντης, και ο Ιθαμίτρης, ενώ ο Μαρδόντης κι ο διοικητής του στρατού, Τιγράνης, σκοτώθηκαν στη μάχη. Οι Λακεδαιμόνιοι έφτασαν με το υπόλοιπο στράτευμα που τους συνόδευε, ενώ οι Περσικές μονάδες αντιστέκονταν ακόμα, δίνοντάς τους έτσι την ευκαιρία να συμμετάσχουν κι αυτοί στην υπόλοιπη μάχη. Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν επίσης σημαντικές, κυρίως ανάμεσα στους Σικυωνίους, των οποίων ο στρατηγός Περίλεως σκοτώθηκε.


Οι Σάμιοι, που υπηρετούσαν υπό τις διαταγές των Μήδων και είχαν αφοπλιστεί νωρίτερα, βλέποντας από την αρχή ότι η έκβαση της μάχης ήταν αμφίβολη έκαναν ό,τι μπορούσαν, για να βοηθήσουν τους Έλληνες – οι υπόλοιποι Ίωνες, ακολουθώντας το παράδειγμα τους στράφηκαν εναντίον των Περσών διοικητών τους. Οι Μιλήσιοι, όπως ανέφερα είχαν διαταχθεί να φρουρούν τα ορεινά περάσματα, ως μέτρο προφύλαξης των Περσών, οι οποίοι ήθελαν να έχουν οδηγούς που θα τους πήγαιναν σε ασφαλέστερα εδάφη, στην περίπτωση που θα είχαν μια κακοτυχία όπως αυτή που τους συνέβη.

Παράλληλα, τους είχε ανατεθεί αυτός ο ρόλος και για έναν άλλο λόγο, δηλαδή να τους εμποδίσει να προκαλέσουν προβλήματα στον περσικό στρατό• αυτό που έκαναν στην πράξη ήταν ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι τους είχαν διατάξει• διότι όταν οι Πέρσες προσπαθούσαν να διαφύγουν, τους οδήγησαν σε λάθος δρόμο, από μονοπάτια που τους έφερναν ξανά αντιμέτωπους με τον εχθρό και τελικά πήραν μέρος στη σφαγή και αποδείχτηκαν οι χειρότεροι εχθροί τους. Έτσι αυτή η μέρα έφερε τη δεύτερη στάση των Ιώνων ενάντια στην Περσική κυριαρχία.

Η νίκη των Ελλήνων στη Μυκάλη είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση της Ιωνίας από τον Περσικό ζυγό και την προστασία των έναντι της Ιωνίας νήσων των Αιγαίου.

Άλωση της Σηστού

Μετά τη Μυκάλη, οι Έλληνες αποφάσισαν να καταστρέψουν τις γέφυρες στη Σηστό για να εμποδίσουν ενδεχόμενη επιστροφή των Περσών στην Ελλάδα. Όταν όμως έφτασαν, τις βρήκαν κατεστραμμένες από τρικυμία. Καθώς πλησίαζε το Φθινόπωρο, τα πλοία των περισσότερων πόλεων επέστρεψαν στις πατρίδες τους· μόνο οι Αθηναίοι αποφάσισαν να επιχειρήσουν να ανακτήσουν τη χερσόνησο που ήλεγχε το δρόμο μεταφοράς σιτηρών από τον Εύξεινο Πόντο. Κατευθύνθηκαν, λοιπόν, στη Σηστό και την πολιόρκησαν.

Έπειτα από πολύμηνη πολιορκία κατάφεραν την άνοιξη του 478 π.Χ. να την καταλάβουν και να εξοντώσουν την Περσική φρουρά, εξασφαλίζοντας έτσι τον έλεγχο των Στενών.

Ωστόσο, ήταν ουσιαστικά εκείνη που άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας. Ήταν, τέλος, εκείνη που κατέδειξε τη διαφοροποίηση που είχε επέλθει στην εξωτερική πολιτική της Αθήνας και της Σπάρτης: Οι Σπαρτιάτες θα αφοσιωθούν στο εξής στην εδραίωση της ηγεμονίας τους στην Πελοπόννησο και την Κεντρική Ελλάδα, ενώ οι Αθηναίοι θα επιδιώξουν μια ευρύτερη επεκτατική πολιτική και θα αναλάβουν την ηγεσία ενός επιθετικού πολέμου εναντίον της Περσικής αυτοκρατορίας.

Η Αρχή της ‘’Πεντηκονταετίας’’ και η Αλλαγή των Συσχετισμών στην Ελλάδα

Η εποχή των πενήντα χρόνων, 479 π.Χ. – 431 π.Χ. που μεσολάβησε από τη νικηφόρα έκβαση των Μηδικών πολέμων έως τον Πελοποννησιακό πόλεμο ονομάζεται «Λαμπρή Πεντηκονταετία» ή «ο Χρυσός Αιώνας του Περικλέους». αποτελεί το υψηλότερο σημείο ακμής της αρχαίας Ελλάδας και σφραγίζεται από ένα κύριο γεγονός: την αύξηση της δύναμης της Αθήνας.

Η πανελλήνια Συμμαχία, που ιδρύθηκε το 481 π.Χ. απομάκρυνε τον Περσικό κίνδυνο από την κυρίως Ελλάδα, ενώ ταυτόχρονα εγκαινίασε έναν επιθετικό πόλεμο που αποσκοπούσε στην απελευθέρωση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι οι Πέρσες, αφού νικήθηκαν από τους Έλληνες και στη στεριά και στη θάλασσα, αποχώρησαν από την Ευρώπη.

Όσοι από αυτούς κατέφυγαν με τα πλοία τους στη Μυκάλη καταστράφηκαν και ο βασιλιάς των Λακεδαιμονίων Λεωτυχίδης γύρισε με τους Πελοποννησίους συμμάχους στην πατρίδα του. Αντίθετα, οι Αθηναίοι αποφάσισαν με τους Ίωνες συμμάχους να ανακτήσουν τη χερσόνησο που ήλεγχε μία από τις σημαντικότερες περιοχές στο δρόμο μεταφοράς σιτηρών από τον Εύξεινο Πόντο. Έτσι, σύμφωνα με τον Διόδωρο, η δύναμη των Ελλήνων διασπάστηκε.


Το επεισόδιο, όμως, που σηματοδοτεί την αρχή της Αθηναϊκής ανεξαρτησίας από τη Σπάρτη είναι η ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων από την Περσική επιδρομή Αθηναϊκών τειχών, σε μεγαλύτερη μάλιστα από πριν έκταση, και η συνέχιση της τείχισης του Πειραιά, που είχε ξεκινήσει ήδη από το 493/2 π.Χ. από τον Θεμιστοκλή.

Ο Αθηναϊκός λαός, μόλις οι Πέρσες έφυγαν από τον τόπο του, άρχισε να φέρνει πίσω τα παιδιά, τις γυναίκες και όσα πράγματα είχαν σωθεί και άρχισε να ξαναχτίζει την πόλη και τα τείχη. Από τον περίβολο του τείχους είχαν σωθεί μικρά μόνο τμήματα και από τα σπίτια τα περισσότερα ήταν ερείπια και λίγα μόνο είχαν διατηρηθεί, εκείνα στα οποία είχαν εγκατασταθεί οι Πέρσες αξιωματούχοι. Η ανοικοδόμηση των τειχών της Αθήνας προκάλεσε τη δυσαρέσκεια των Σπαρτιατών, οι οποίοι έστειλαν μία πρεσβεία στην Αθήνα για να εκφράσει τα παράπονά της για την έμπρακτη αυτή δήλωση της ανεξαρτησίας και να προκαλέσει τη ματαίωση της τείχισης.

Οι Σπαρτιάτες πρέσβεις αξίωσαν να μη χτίσουν οι Αθηναίοι το τείχος, αλλά, αντίθετα, να συνεργαστούν μαζί τους, ώστε να γκρεμίσουν και τα τείχη, όσα υπήρχαν, των άλλων πόλεων, έξω από την Πελοπόννησο. Υποστήριζαν, μάλιστα, ότι σε περίπτωση μιας νέας Περσικής επιδρομής, η Πελοπόννησος επαρκούσε για όλους τους Έλληνες και ως καταφύγιο και ως ορμητήριο. Οι Αθηναίοι καθυστέρησαν τη Σπαρτιατική πρεσβεία στην Αθήνα, στέλνοντας αντιπροσώπους με επικεφαλής τον Θεμιστοκλή στη Σπάρτη, προκειμένου να συζητήσουν το θέμα.

Εκεί ο Θεμιστοκλής καθησύχασε τις Σπαρτιατικές αρχές, ενώ στο μεταξύ τα τείχη στην Αθήνα ανοικοδομούνταν με ταχύτατους ρυθμούς. Για να ολοκληρωθεί το έργο σε σύντομο χρονικό διάστημα, εργάστηκε όλος ο πληθυσμός χρησιμοποιώντας αδιακρίτως οποιαδήποτε υλικά, ακόμα και επιτύμβιες στήλες, όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης.

Όταν τα έργα της ανοικοδόμησης ολοκληρώθηκαν, ο Θεμιστοκλής, που παρέμενε ακόμα στη Σπάρτη, παρουσιάστηκε στην Απέλλα, τη Σπαρτιατική εκκλησία του Δήμου, και δήλωσε στις Σπαρτιατικές αρχές ότι η Αθήνα έχει πια τειχιστεί, έτσι ώστε να μπορεί να προστατεύσει τους κατοίκους της, και ότι στο εξής οι Σπαρτιάτες ή οι άλλοι σύμμαχοι θα πρέπει να μεταχειρίζονται την Αθήνα σαν ένα κράτος που γνωρίζει πολύ καλά το δικό του συμφέρον και το γενικό καλό. Οι Λακεδαιμόνιοι δεν φανέρωσαν την αγανάκτησή τους εναντίον των Αθηναίων κυρίως διότι «οι Αθηναίοι τότε ήταν πολύ αγαπητοί στους Σπαρτιάτες εξαιτίας της προθυμίας τους στον πόλεμο εναντίον των Περσών».

Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι, όταν ο Θεμιστοκλής επέστρεψε από τη Σπάρτη στην Αθήνα, είχε επικεντρώσει την προσοχή του στην οχύρωση του Πειραιά, επειδή γνώριζε ότι ήταν ευκολότερο για τους Πέρσες να έρθουν και να επιτεθούν από τη θάλασσα παρά από τη στεριά. Προέτρεψε, λοιπόν, τους Αθηναίους να ολοκληρώσουν την οχύρωση του Πειραιά. Στον ίδιο πολιτικό αποδίδονται και η πρόταση για ναυπήγηση 120 πλοίων και η απαλλαγή από το Μετοίκιο (φόρος που επιβάρυνε τους ξένους που κατοικούσαν μόνιμα στην Αθήνα), μέτρα που εξυπηρετούσαν τη διασφάλιση της άμυνας της πόλης αλλά και την ενίσχυση της οικονομίας.

Αμέσως μετά την περιγραφή της ανοικοδόμησης των τειχών, ο Θουκυδίδης περιγράφει μία κοινή επιχείρηση των Αθηναίων, των Πελοποννησίων και των συμμάχων τους, με επικεφαλής τον Σπαρτιάτη Παυσανία, το νικητή της μάχης των Πλαταιών. Στόχος της επιχείρησης που πραγματοποιήθηκε το 478 π.Χ. ήταν η απελευθέρωση της Κύπρου, που αποτελούσε ακόμα ορμητήριο των Περσών, και του Βυζαντίου.

Ωστόσο, η αυταρχική συμπεριφορά του Παυσανία, που «η αρχηγία του έμοιαζε πιο πολύ με τυραννίδα παρά με στρατηγία», οδήγησε τους συμμάχους που επιθυμούσαν τη συνέχιση του πολέμου εναντίον των Περσών στην αναγνώριση της ηγετικής θέσης των Αθηναίων. Την ίδια βέβαια στιγμή ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι η συμπεριφορά του Παυσανία έδωσε στους Σπαρτιάτες την ευκαιρία να απαλλαχθούν από το βάρος του πολέμου εναντίον των Περσών, γιατί πίστευαν ότι οι Αθηναίοι, που ήταν φίλοι τους εκείνη την εποχή, ήταν ικανοί να αναλάβουν την αρχηγία.


Η άποψη αυτή ενισχύεται από το ότι οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν σε αντικατάσταση του Παυσανία τον Δόρκη με μικρή εκστρατευτική δύναμη, που όμως δεν έγινε δεκτή από τους Ίωνες. Από την άλλη πλευρά, ο Ηρόδοτος διατυπώνει μία διαφορετική άποψη, ότι δηλαδή «οι Αθηναίοι αφαίρεσαν την ηγεμονία από τους Λακεδαιμόνιους με την πρόφαση που τους έδωσε η υπεροψία του Παυσανία». την άποψη του Ηρόδοτου ενισχύει και ο Αριστοτέλης, ο οποίος αναφέρει ότι οι Αθηναίοι ανέλαβαν την ηγεσία χωρίς τη θέληση των Σπαρτιατών.

Η νεότερη έρευνα αποδίδει τις διαφορετικές παραδόσεις που διασώθηκαν στη διχογνωμία που πιθανώς επικράτησε στη Σπάρτη. Στο εσωτερικό της Σπάρτης υπήρχαν δύο διαφορετικές απόψεις: μία μερίδα νεαρών Σπαρτιατών, με επικεφαλής τον Παυσανία, προσέβλεπε στο χρήμα που θα μπορούσε να αποφέρει η ανάληψη της κατά θάλασσα ηγεμονίας από τη Σπάρτη.

Αλλά τελικά η γερουσία και ο Δήμος μεταπείστηκαν από ένα Σπαρτιάτη ονόματι Ετοιμαρίδα, μέλος της γερουσίας, ο οποίος τους προειδοποίησε ότι η επιδίωξη του ελέγχου της θάλασσας ήταν αντίθετη με τα συμφέροντα της Σπάρτης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανάληψη της ηγεσίας του στόλου από τους Σπαρτιάτες θα οδηγούσε τη Σπάρτη υποχρεωτικά σε μία σειρά από αλλαγές πολιτειακού χαρακτήρα.

Για παράδειγμα, η ανεύρεση χιλιάδων κωπηλατών που απαιτούσε η συγκρότηση του στόλου θα οδηγούσε υποχρεωτικά τη Σπάρτη στη χρησιμοποίηση του υπόδουλου πληθυσμού της Σπάρτης, δηλαδή των Ειλώτων, οι οποίοι, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, «διαρκώς καραδοκούν τα ατυχήματα των δυναστών τους». Μάλιστα, θύμα αυτής της πολιτικής σύγκρουσης στα ανώτατα κλιμάκια της Σπαρτιατικής ηγεσίας υπήρξε ο νικητής των Πλαταιών Παυσανίας.

Κατηγορούμενος για συνεννόηση με τους Πέρσες, τελικά εκτελέστηκε ως προδότης. πιθανότατα, όμως, ήταν οι απόψεις του για την εξωτερική πολιτική και οι συνεννοήσεις με τους Περιοίκους και τους Είλωτες για πολιτειακή μεταβολή που οδήγησαν στον παραμερισμό και το θάνατό του.

Η απομάκρυνση των Σπαρτιατών από την ηγεσία του πολέμου εναντίον των Περσών πιθανώς να οφείλεται και στα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Σπάρτη εκείνη την περίοδο με γειτονικές της δυνάμεις: Αρκάδες και Αργείοι ήταν πάντα σε ετοιμότητα να εκφράσουν τα αντισπαρτιατικά τους αισθήματα με την πρώτη ευκαιρία που θα τους δινόταν. Σε ένα σύντομο χωρίο ο Ηρόδοτος απαριθμεί τις πέντε νικηφόρες μάχες της Σπάρτης κατά την περίοδο 479 π.Χ. – 458 π.Χ.:

Στον κατάλογο των αντιπάλων τους σε αυτές τις μάχες συμπεριλαμβάνονται διάφοροι Αρκάδες, φυσικά όχι ενωμένοι ως ένας λαός, αφού ακόμα κατά τον 5ο αι. δεν είχαν προχωρήσει στο σχηματισμό του Αρκαδικού Κοινού. Επιπλέον, την ανησυχία της Σπάρτης για τις εναντίον της κινήσεις από το Άργος ενίσχυσε ο Θεμιστοκλής, ο οποίος μετά τον οστρακισμό του από την Αθήνα (τέλη της δεκαετίας του 470 π.Χ.) εγκαταστάθηκε αρχικά στο Άργος, πραγματοποιώντας πολλές επισκέψεις σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου, προσπαθώντας πιθανώς να προκαλέσει αντιδράσεις εναντίον της Σπάρτης εντός της Πελοποννήσου. Η άποψη αυτή όμως, αν και ελκυστική, δεν μπορεί να αποδειχθεί.

Η Δημιουργία της Δηλιακής Συμμαχίας

Μετά την οριστική αποχώρηση των Σπαρτιατών από τον πόλεμο εναντίον των Περσών, οι Αθηναίοι στα τέλη του καλοκαιριού του 478 π.Χ., ύστερα από παρότρυνση των Ιώνων, αναλαμβάνουν την ηγεσία των επιχειρήσεων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο μικρασιατικός Ελληνισμός επιθυμούσε να αναλάβουν οι Αθηναίοι την αρχηγία του στόλου επειδή ήταν φυλετικά συγγενείς. Η ιδέα της φυλετικής συγγένειας, και μάλιστα η προβολή της Αθήνας ως μητρόπολη των Ιώνων, θα χρησιμοποιηθεί από τους Αθηναίους πολλές φορές τις επόμενες δεκαετίες.


Οι Αθηναίοι τότε θα προχωρήσουν στην ίδρυση της Δηλιακής Συμμαχίας, στο πλαίσιο της πανελλήνιας Συμμαχίας που είχε ιδρυθεί το 481 και που συνεχίζει να υφίσταται. αρχικά η Συμμαχία περιλάμβανε τις χερσαίες και τις νησιωτικές πόλεις της Ιωνίας και της Αιολίδας, διάφορες πόλεις της Προποντίδας και της Χαλκιδικής, τις περισσότερες πόλεις των Κυκλάδων και ακόμη πόλεις της Εύβοιας, εκτός της Καρύστου. ο Αριστείδης πρωτοστατεί στην οργάνωση της νέας συμμαχίας, ενώ σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και ο Κίμων, γιος του Μιλτιάδη, του νικητή του Μαραθώνα.

Ο Αριστείδης, μάλιστα, εκπροσωπεί τους Αθηναίους στην πρώτη συνέλευση της Συμμαχίας, που πραγματοποιήθηκε στη Δήλο. Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι ο Αριστείδης ζήτησε από τους Ίωνες να ορκιστούν «να έχουν τους ίδιους φίλους και εχθρούς», έκφραση που συνήθιζαν να τη χρησιμοποιούν κατά τον 5ο αι., συνήθως όμως σε διμερείς συμφωνίες. για το λόγο αυτό οι νεότεροι ερευνητές είναι επιφυλακτικοί στην αποδοχή του όρου αυτού.

Ο Θουκυδίδης μας πληροφορεί ότι οι σύμμαχοι ορκίστηκαν επίσης να μην αρνούνται τη συμμετοχή τους στις εκστρατείες της Συμμαχίας και να μη διεξάγουν «ιδιωτικούς» πολέμους εναντίον άλλων μελών της Συμμαχίας. επίσης, ορίστηκε κάθε πόλη της Συμμαχίας να είναι ελεύθερη και αυτόνομη. αρχικά, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, η ετήσια δαπάνη για τους πολεμικούς σκοπούς υπολογίστηκε ότι ανέρχεται σε 460 τάλαντα και στη συνέχεια αποφασίστηκε ποιες πόλεις θα έδιναν πλοία και ποιες χρήματα.

Ο Αριθμός των πλοίων και ο φόρος που αναλογούσε σε κάθε πόλη καθορίζονταν από διμερή συμφωνία μεταξύ της Αθήνας και του μέλους της Συμμαχίας, που ανανεωνόταν κάθε τέσσερα χρόνια στην Αθήνα, κατά την εορτή των μεγάλων Παναθηναίων. αρχικά η εισφορά που αναλογούσε στον καθένα καθορίστηκε από τον Αριστείδη, ο οποίος ήταν δημοφιλής, και εξακολούθησε να είναι αφού ολοκλήρωσε το έργο του, γεγονός που αποδεικνύει το δίκαιο τρόπο φορολόγησης. τα πλοία θα συγκεντρώνονταν στον Πειραιά και την είσπραξη του φόρου ανέλαβαν οι Ελληνοταμίες, που ήταν Αθηναίοι πολίτες και εκλέγονταν από την εκκλησία του Δήμου.

Το ταμείο της Συμμαχίας αρχικά βρισκόταν στη Δήλο, στην οποία πραγματοποιούνταν και οι σύνοδοι της Συμμαχίας. Η σύνοδος αποτελούσε το μοναδικό όργανο της Συμμαχίας και σε αυτήν όλοι οι σύμμαχοι ήταν «ισόψηφοι». Αυτό σημαίνει ότι κάθε πόλη, ανεξάρτητα από το μέγεθός της, είχε μία ψήφο. είναι δύσκολο όμως να μην υποθέσει κανείς ότι οι μικρές πόλεις-κράτη δεν ακολουθούσαν τις επιλογές της ισχυρότερης δύναμης.

Σκοπός της Δηλιακής Συμμαχίας ήταν η συνέχιση του πολέμου εναντίον των Περσών και η διασφάλιση της ανεξαρτησίας του μικρασιατικού Ελληνισμού. είχε, δηλαδή, αμυντικό και επιθετικό χαρακτήρα και κινητήριο δύναμη το στόλο. Ο Θουκυδίδης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «πρόσχημα ήταν να αποζημιωθούν για όσα είχαν υποφέρει, καταστρέφοντας τη χώρα του βασιλιά». Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι ο Θουκυδίδης εννοεί είτε ότι το πραγματικό κίνητρο των Αθηναίων ήταν να επιβληθούν στους συμμάχους τους είτε ότι ως πραγματικό εχθρό θεωρούσαν τη Σπάρτη και όχι την Περσία.

Πιο πιθανή θεωρείται η πρώτη εξήγηση, αφού στα επόμενα κεφάλαια ο Θουκυδίδης παρουσιάζει διεξοδικά την επέκταση της Αθηναϊκής ηγεμονίας. Η λέξη «πρόσχημα», όμως, είναι παραπλανητική και οφείλεται στη γνώση του αρχαίου ιστορικού για τις εξελίξεις που θα ακολουθούσαν. Το βέβαιο είναι ότι η τελετή της ίδρυσης της Συμμαχίας με τη ρίψη μύδρων (πυρακτωμένων κομματιών σιδήρου) στη θάλασσα από τους συμμάχους διασφάλιζε την παντοτινή διάρκεια της Συμμαχίας.

Η Δηλιακή Συμμαχία σε Δράση

Ο συμμαχικός στόλος, που αποτελεί το βασικό πολεμικό όργανο της νέας Συμμαχίας, θα επιτύχει σημαντικές νίκες εναντίον των Περσών. Η πρώτη πολεμική επιχείρηση της Συμμαχίας αποβλέπει στην απελευθέρωση των παραλίων της Θράκης από Περσικές φρουρές. απελευθερώνει, με στρατήγημα του Κίμωνα, την Ηιόνα, στις εκβολές του ποταμού Στρυμόνα (475 π.Χ.), περιοχή πλούσια σε μεταλλεία χρυσού και αργυρού.


Επιπλέον, η περιοχή διέθετε άφθονη ξυλεία για τη ναυπήγηση στόλου. Οι επόμενες επιχειρήσεις της Συμμαχίας ως το 468 π.Χ. έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό ότι δεν στρέφονται εναντίον των Περσών, αλλά εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της Συμμαχίας, όπως αυτά καθορίζονταν από τους ηγέτες της.

Με την πρώτη από αυτές τις επιχειρήσεις εκδιώκονται οι Δόλοπες από τη Σκύρο, απαλλάσσοντας το Αιγαίο από την πειρατεία, και διασφαλίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο η διεξαγωγή του εμπορίου. Ο Κίμωνας εκδίωξε τους Δόλοπες από το νησί κι εγκατέστησε στη Σκύρο Αθηναίους κληρούχους. Στη συνέχεια, ο Αθηναίος στρατηγός, υπακούοντας σε Δελφικό χρησμό, μετέφερε στην πόλη των Αθηνών τα οστά του Θησέα, του Αθηναίου μυθικού ήρωα που είχε ταφεί στη Σκύρο. Έτσι, με θεϊκή παρέμβαση, οι ηγέτες της συμμαχίας εξασφαλίζουν τη μόνιμη συμπαράσταση του ήρωα.

Μετά την επιτυχία της Σκύρου, φαίνεται πιθανό ότι ο Κίμωνας πρόσφερε κάποιο ανάθημα στους Δελφούς, γεγονός που δηλώνει και το γενικότερο ενδιαφέρον των Αθηναίων για την κεντρική Ελλάδα ή δηλώνει τουλάχιστον το ενδιαφέρον τους να μην αφήσουν το μαντείο των Δελφών να περιέλθει στον έλεγχο της Σπάρτης.Στη συνέχεια, ο συμμαχικός στόλος αναγκάζει την Κάρυστο να γίνει μέλος της Συμμαχίας (472/1 π.Χ.).

Με την υποταγή της πόλης δημιουργείται μία τρίτη κατηγορία συμμάχων, οι φόρου υποτελείς, η οποία συνυπάρχει με εκείνους που έδιναν το φόρο που τους αναλογούσε σε χρήματα ή σε πλοία. Στην κατηγορία αυτή θα προστεθεί στις αρχές της δεκαετίας του 460 π.Χ. και η Νάξος, η οποία επιχείρησε να αποστατήσει από τη Συμμαχία.

Τους Αθηναίους και τους συμμάχους τους δεν είχε σταματήσει να τους απασχολεί ο Περσικός πόλεμος. Έτσι, το 467 π.Χ, ο συμμαχικός στόλος με 300 πλοία συντρίβει στον Ευρυμέδοντα τις ναυτικές και τις χερσαίες δυνάμεις των Περσών, οι οποίοι είχαν επιδοθεί σε μεγάλες πολεμικές προετοιμασίες. τη ναυτική νίκη επακολούθησε αποβίβαση των οπλιτών και πεζομαχία στην οποία υπερίσχυσαν οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους.

Η διπλή αυτή νίκη είχε ως αποτέλεσμα την προσχώρηση των πόλεων της Λυκίας και της Καρίας στη Συμμαχία, ενώ ο συμμαχικός στόλος κυριαρχεί και στην ανατολική μεσόγειο.

Η Αντίδραση της Σπάρτης

Στη νέα τάξη πραγμάτων μετά την αποτυχία της Σπάρτης να ματαιώσει την τείχιση των Αθηνών και την ανάληψη της ηγεσίας στη θάλασσα από τους Αθηναίους, οι Σπαρτιάτες επιδιώκουν την ισχυροποίηση της θέσης τους στην Κεντρική Ελλάδα. Το 478 π.Χ. προσπάθησαν να εκδιώξουν από τη Δελφική αμφικτιονία όσους είχαν μηδίσει, είχαν ταχθεί δηλαδή με το μέρος του εχθρού, κατά την Περσική εισβολή.

Σε αυτήν την ενέργεια της Σπάρτης εναντιώθηκε ο Θεμιστοκλής, υποστηρίζοντας ότι με την εκδίωξή τους η αμφικτιονία θα έπαυε να αντιπροσωπεύει όλους τους Έλληνες, με αποτέλεσμα οι Σπαρτιάτες να αποκτήσουν τον έλεγχο των Δελφών. Οι Σπαρτιάτες δεν παραιτούνται από την προσπάθεια να αποκτήσουν τον έλεγχο της Κεντρικής Ελλάδας και το 476 π.Χ. πραγματοποιούν μία επιχείρηση στη Θεσσαλία. με επικεφαλής τον βασιλιά Λεωτυχίδη εκστρατεύουν εναντίον των Αλευαδών της Θεσσαλίας που είχαν Μηδίσει.

Και αυτή η προσπάθεια των Σπαρτιατών αποτυγχάνει, ενώ η αποτυχία αποδίδεται στη δωροδοκία του Λεωτυχίδη. γι’ αυτό και κατέφυγε στην Τεγέα, όπου του δόθηκε άσυλο. Μεγαλύτερη επιτυχία είχε η Σπάρτη στην αντιμετώπιση μίας αντιλακωνικής κίνησης που σημειώθηκε μετά τον οστρακισμό του Θεμιστοκλή, ο οποίος κατέφυγε στο Άργος, και στην εδραίωση της ηγεμονίας της στο εσωτερικό της Πελοποννήσου.


Ο Θεμιστοκλής «επισκέφθηκε» διάφορες πόλεις της Πελοποννήσου ενισχύοντας τις δημοκρατικές τάσεις των πολιτών και συνέβαλε σημαντικά στο «συνοικισμό» των Μαντινέων, των Ηλείων και των Τεγεατών, καθώς και στη σύναψη συμμαχίας μεταξύ Άργους και Τεγέας. Η Σπάρτη κατόρθωσε να απαλλαχθεί από τον Θεμιστοκλή, έχοντας και τη βοήθεια της Αθήνας.

Προφανώς κάποιας μερίδας Αθηναίων που είχαν αντίθετες πολιτικές απόψεις από τον Θεμιστοκλή και που υποστήριζαν ότι στην εξωτερική πολιτική της Αθήνας πρέπει να επικρατήσει η αρμονική συνύπαρξη με τη Σπάρτη. Το αποτέλεσμα ήταν ο Θεμιστοκλής να καταφύγει στην αυλή του πέρση βασιλιά Αρταξέρξη Α’, ο οποίος του παραχώρησε τρεις πόλεις για να ζει από τα εισοδήματά τους. Στη συνέχεια, εύκολα η Σπάρτη κατέβαλε τις δυνάμεις των Τεγεατών και των Αργείων και αργότερα και των υπόλοιπων Αρκάδων.

Η επόμενη κινητοποίηση της Σπάρτης σχετίζεται με την εξέγερση της Θάσου από τη Δηλιακή Συμμαχία. Μετά την επιτυχημένη επιχείρηση στον Ευρυμέδοντα, οι Αθηναίοι το 465 π.Χ. υποχρεώθηκαν να ασχοληθούν με την καταστολή της αποστασίας των Θασίων, οι οποίοι είχαν υπό τον έλεγχό τους τα μεταλλεία στην απέναντι ακτή (Περαία). οι Θάσιοι αντέδρασαν με αποστασία στην εγκατάσταση 10.000 Αθηναίων κληρούχων στη θέση Εννέα Οδοί, κοντά στην Ηιόνα, καθώς απειλούνταν τα οικονομικά τους οφέλη.

Στο διάστημα που οι Αθηναίοι πολιορκούσαν το νησί, οι Θάσιοι ζήτησαν τη βοήθεια των Σπαρτιατών τη στιγμή που οι τελευταίοι είχαν καταστείλει την αντιλακωνική κίνηση στην Πελοπόννησο. Δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο οι Θάσιοι να αποτόλμησαν να αποστατήσουν, αφού είχαν εξασφαλίσει τη στήριξη της Σπάρτης. οι αρχές της πόλης τούς υποσχέθηκαν να τους βοηθήσουν «κρυφά» επιχειρώντας εισβολές στην Αττική.

Αν και ο Θουκυδίδης αποδέχεται την ειλικρινή πρόθεση των Σπαρτιατών να βοηθήσουν τους Θασίους, εντούτοις οι τελευταίοι ύστερα από πολιορκία δύο χρόνων αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν (463/2 π.Χ.). οι όροι που τους επιβλήθηκαν ήταν ιδιαίτερα επαχθείς: υποχρεώθηκαν να παραδώσουν το στόλο τους, να γκρεμίσουν τα τείχη τους, να αποχωρήσουν από τη Θρακική παραλία και να πληρώσουν τα έξοδα της εκστρατείας. Έτσι, η Θάσος περιήλθε στο ίδιο καθεστώς με την Κάρυστο και τη Νάξο, έγινε δηλαδή φόρου υποτελής.

Η έμμεση αντιπαράθεση με την Αθήνα που επιχείρησαν οι Σπαρτιάτες, με την υπόσχεση για αποστολή βοήθειας στη Θάσο, θα μετατραπεί πολύ σύντομα σε έκκληση βοήθειας της Σπάρτης προς τους Αθηναίους. το 465 π.Χ. ένας ισχυρός σεισμός προκάλεσε μεγάλες ζημιές και αναστάτωση στη Σπάρτη. Την κατάσταση αυτή εκμεταλλεύτηκαν οι Είλωτες. Έχοντας την υποστήριξη και των κατοίκων ορισμένων Περιοικίδων πόλεων, επιχείρησαν να καταλάβουν την πόλη. οι Σπαρτιάτες κατάφεραν να εκδιώξουν τους εξεγερμένους Είλωτες, οι οποίοι κατέφυγαν στο φρούριο της Ιθώμης στη Μεσσηνία, όπου και πολιορκήθηκαν.

Προκειμένου μάλιστα να καταστείλουν γρήγορα την επανάσταση των Ειλώτων, οι Σπαρτιάτες ζήτησαν τη συνδρομή των Αθηναίων, οι οποίοι με επικεφαλής τον Κίμωνα απέστειλαν 4.000 οπλίτες να βοηθήσουν τους Σπαρτιάτες. οι Λακεδαιμόνιοι, όμως, επειδή φοβήθηκαν τις νεωτερικές τάσεις των Αθηναίων (νεωτεροποιία), έστειλαν πίσω τους 4.000 Αθηναίους οπλίτες που είχαν σταλεί να τους βοηθήσουν.


Η πολιορκία στην Ιθώμη έληξε το 460/59 π.Χ. οι Είλωτες συνθηκολόγησαν με τον όρο να φύγουν από την Πελοπόννησο και να μην επιστρέψουν ποτέ σε αυτήν. Οι Αθηναίοι τότε, από εχθρότητα προς τους Σπαρτιάτες για τον εξευτελισμό που είχε υποστεί από τους τελευταίους το εκστρατευτικό σώμα που έστειλαν για βοήθεια, δέχτηκαν τους Μεσσήνιους είλωτες και τους εγκατέστησαν στη Ναύπακτο.

Ποιες όμως είναι οι νεωτερικές τάσεις των Αθηναίων και τι πραγματικά φοβήθηκαν οι Σπαρτιάτες και δεν δέχτηκαν τους Αθηναίους οπλίτες; Κατά τη διάρκεια της απουσίας του Κίμωνα και των 4.000 οπλιτών από την Αθήνα, υπό την ηγεσία των εφιάλτη και Περικλή, αφαιρέθηκαν από τον Άρειο Πάγο το αριστοκρατικό συμβούλιο πρώην αξιωματούχων, το οποίο σύμφωνα με το έθιμο είχε λόγο στη διακυβέρνηση της πόλης, και οι τελευταίες δικαιοδοσίες που είχε. οι αξιωματούχοι απολογούνταν τώρα για τις πράξεις τους μπροστά στο λαό (ευθύναι).

Επίσης, οι εννέα άρχοντες έχασαν τη δικαιοδοσία να εκδικάζουν υποθέσεις σε πρώτο βαθμό, δικαιοδοσία που μεταβιβάστηκε στα λαϊκά δικαστήρια. επιπλέον, ο Δήμος μόλις τώρα άρχισε να κάνει πλήρη χρήση των θεσμών και των δικαιωμάτων που είχε από τον καιρό του Κλεισθένη και του Θεμιστοκλή, οπωσδήποτε υπό διευρυμένη μορφή. τότε μόνο εμφανίζονται σε αξιόλογη ποσότητα τα ψηφίσματα του Αθηναϊκού λαού, τα οποία σώζονται χαραγμένα σε λίθο. Αντικείμενο των ψηφισμάτων αυτών ήταν συνήθως αποφάσεις σχετικές με τη ναυτική Συμμαχία.

Όταν ο Κίμωνας επέστρεψε από την Ιθώμη, επιδίωξε να ανατρέψει τις παραπάνω μεταρρυθμίσεις, χωρίς όμως αποτέλεσμα. οι Αθηναίοι μάλιστα δυσφορούσαν με το φιλολακωνισμό του, με απο-τέλεσμα ο Κίμωνας να οστρακιστεί το 461 π.Χ. Ο Αθηναίος στρατηγός εγκαταλείφθηκε, μεταξύ άλλων, και από το ίδιο το στράτευμα, του οποίου ηγήθηκε λίγους μήνες νωρίτερα στην εκστρατεία στην Ιθώμη.

Την ίδια χρονιά με τον οστρακισμό του Κίμωνα δολοφονήθηκε και ο Εφιάλτης, οι μεταρρυθμίσεις όμως στο πολιτειακό σκηνικό της Αθήνας δεν ανεστάλησαν και νέος ηγέτης του Δήμου αναδεικνύεται πλέον ο Περικλής.

Οι νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν στις σχέσεις Αθήνας-Σπάρτης συνέβαλαν στην αναδιαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής των Αθηναίων. Οι τελευταίοι συνήψαν συμμαχία με το Άργος και τους Θεσσαλούς το 462/1 π.Χ. τότε διαλύεται και τυπικά πλέον η πανελλήνια Συμμαχία του 481 π.Χ.

Η τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα έκανε πλέον τη σύμπνοια που οδήγησε στο επίτευγμα της αποτροπής του περσικού κινδύνου να ξεθωριάζει όλο και περισσότερο. Οι δύο μεγάλοι συνασπισμοί που είχαν προκύψει, η παλιά Συμμαχία της Σπάρτης, η οποία πριν από τους περσικούς πολέμους στην ουσία ηγεμόνευε στην Ελλάδα, και η νέα Δηλιακή Συμμαχία με επικεφαλής την Αθήνα έρχονταν προοδευτικά όχι σε απλή αντιπαράθεση, αλλά σε ευθεία σύγκρουση. Η σύγκρουση αυτή θα κορυφωθεί τριάντα περίπου χρόνια αργότερα με την έκρηξη του μακροχρόνιου Πελοποννησιακού πολέμου.

Η Σπάρτη και το Εσωτερικό της Πρόβλημα

Το νικηφόρο τέλος των Περσικών πολέμων έδινε λαμπρή και μοναδική ευκαιρία. Οι δύο ηγέτηδες πόλεις του ελληνισμού Σπάρτη - Αθήνα όπως ήταν ανάγκη να διατηρήσουν εσαεί - αιωνίως ην “ομαιχμία - συμμαχία” οι συνθήκες που είχαν δημιουργήσει την “πόλη = κράτος”, με τους ατελείωτους ανταγωνισμούς - πολέμους μεταξύ των, είχαν μεταβληθεί.


Και παραμερίζοντας τις μεταξύ τους διαφορές, τους μικροεγωισμούς και ανταγωνισμούς και οδηγούμενοι από το υψηλό φρόνημα που τους εδημιούργησαν οι πρωτοφανείς νίκες εναντίον των Περσών, ενωμένοι να πορευθούν και να ζήσουν την ειρηνική περίοδο που άρχιζε. Φαίνεται όμως ότι τους μεγάλους Αθηναίους πολιτικούς της εποχής εκείνης επίσημα δεν τους απησχόλησε ως πρόβλημα, η ένωση των Ελλήνων. 

Κατά τη διάρκεια των αγώνων αυτών οι Αθηναίοι μετείχαν υπό την υγεσία των Σπαρτιατών και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν και στη συνέχεια μόνοι των, με την ανοχή των Σπαρτιατών, ανέλαβαν τη συνέχιση του αγώνα προς απελευθέρωση και εκδίωξη των Περσών από τον Εύξεινο Πόντο, Ελλήσποντο, παράλια Μ. Ασίας και Θράκης από το Αιγαίο και είχαν υψωθεί σε μεγάλη δύναμη. 

Ως τότε αδιαφιλονίκητη Ηγέτις του Ελληνισμού Σπάρτη, όπως φάνηκε από τα πράγματα, δεν είχε διάθεση να εκχωρήσει εις τους Αθηναίους την ηγεσία του Ελληνισμού. Κατά το διάστημα της πεντηκονταετίας 481 π.Χ. - 431 π.Χ. δεν αντέδρασε στη δημιουργούμενη πραγματικότητα, δηλαδή στην εξέλιξη της Αθήνας σε μεγάλη δύναμη με ισχύ και μεγάλη ακτινοβολία από όση διέθετε αυτή.

Η Σπάρτη στο διάστημα 481 π.Χ. - 461 π.Χ. αντιμετώπιζε κρίσιμα προβλήματα εις τη λύση των οποίων αφιερώθηκε και μετά τη ρύθμιση αυτών διεξεδίκησε από την Αθήνα βήμα προς βήμα την ηγεσία στην κεντρική Ελλάδα με μια σειρά μικρών εκστρατειών. Γεγονός είναι ότι εις το θέμα της Ηγεσίας του ελληνισμού και οι δύο πόλεις εφάνησαν ανυποχώρητες. Και ως το 462 π.Χ, επειδή στην Αθήνα ίσχυε το φιλολακωνικό αριστοκρατικό κόμμα με αρχηγό τον Κίμωνα η Σπάρτη ήσυχη από εχθρική Αθηναϊκή ενέργεια αγωνιζότανε να τακτοποιήσει τα εσωτερικά και τα Πελοποννησιακά προβλήματα. 

Το χρόνο αυτό, από έλλειψη πολιτικότητος της Σπαρτιατικής ηγεσίας που εκδηλώθηκε με την αποπομπή του Κίμωνος και των Αθηναίων πολεμιστών από την Ιθώμη το 462 π.Χ. δεν έγινε μόνο αιτία να διαταραχθή η απαραίτητη ισορροπία μεταξύ των δύο δυνάμεων στην Ελλάδα, αλλά είχε ως αποτέλεσμα και την τυπική διάλυση της ελληνικής συμμαχίας του 481 π.Χ. Έντονα δυσαρεστημένοι οι Αθηναίοι επροχώρησαν στη σύμπραξη συμμαχίας με το Άργος, το μεγαλύτερο εχθρό της Σπάρτης στην Πελοπόννησο και με τη Θεσσαλία που η Ηγεσία της ακολουθούσε αντιλακωνική πολιτική. 

Μετά τους Περσικούς πολέμους η Σπάρτη αντιμετώπισε τεράστια προβλήματα όχι μόνον στη Λακωνική αλλά γενικότερα στην Πελοπόννησο. Ως το τέλος αυτών των πολέμων όλα εξελίχθησαν ευνοϊκά. Οι πολίτες της περίοικοι και είλωτες αγωνίσθησαν εξαιρετικά και εζητούσαν βελτίωση της θέσεώς τους και ηγέτης αυτής Λεωνίδας, Ευρυβιάδης, Λεωτυχίδης και Παυσανίας είχαν κατορθώσει με την αυτοθυσία την αποφασιστικότητα και τη λαμπρή στρατιωτική τακτική τους να οδηγήσουν σε σπουδαίες νίκες τους Έλληνες. 

Μετά τη λήξη τους όμως άρχισαν να εκδηλώνονται μειονεκτήματα των θεσμών που η συντηρητική μερίδα των Σπαρτιατών με αφάνταστη επιμονή επιθυμούσε τη διατήρησή τους. Η επαφή τους κατά τους πολέμους με τους άλλους Έλληνες που ζούσαν υπό διαφορετικούς θεσμούς πιο φιλελεύθερους ήταν φυσικόν να τους επηρεάσουν και να τους παρασύρουν, όπως φαίνεται, από τις κατηγορίες που έγιναν εις βάρος ορισμένων στρατηγών και βασιλέων για δωροδοκία ή Μηδισμό ή για εγκατάλειψη των πανάρχαιων σπαρτιατικών αρετών και εξωρίστηκαν ή καταδικάσθηκαν σε θάνατο.

 
Η αυστηρότης του πολιτεύματος που απαιτούσε την απαλλοτρίωση του ατόμου και την υποταγή του στην κοινότητα στο συλλογικό ιδεώδες και αφοσίωση στο κράτος εφάνηκε για πρώτη φορά στην Σπάρτη πως έπρεπε να περιορισθεί και ευρύτερη πολιτική να επιδιωχθεί με αντικειμενικό σκοπό την Ηγεσία του ελληνισμού. Αυτή η τάση κτυπήθηκε εγκαίρως από τους εφόρους οι οποίοι και επεκράτησαν εκμηδενίσθησαν τα προοδευτικά στοιχεία και ο Σπαρτιάτης πολίτης κύριο σκοπό της ζωής εθεωρούσε και πάλιν την αφοσίωση στην κοινότητα και στις πατροπαράδοτες αρχές.

Με αυτό τον τρόπο τακτοποίησε το εσωτερικό της πρόβλημα όχι όμως και την εξωτερική της πολιτική. Με τους Μηδικούς πολέμους σε ολόκληρη την Πελοπόννησο φαίνεται να κυριαρχεί μια διάθεση για δημοκρατικοποίηση, που ήταν φυσικό όχι μόνο να τη βλέπει η Σπάρτη με δυσφορία αλλά και να αντιδράσει καθώς το επικίνδυνο αυτό ρεύμα γι’ αυτήν είχε φθάσει ως τα σύνορα της και η Πελοποννησιακή συμμαχία φάνηκε να κλονίζεται.

Αξίζει να αναφερθεί μια πληροφορία του Διοδώρου (Ιστορικός). Το 475 π.Χ. οι Σπαρτιάτες επειδή έφερον βαρέως την απώλεια της ηγεμονίας στη θάλασσα εσκέφθησαν να κάμουν πόλεμο εναντίον των Αθηναίων και πολλοί από τους νεωτέρους Σπαρτιάτες αλλά και άλλοι έδειχναν μεγάλο ζήλο να ξαναπάρουν την ηγεμονία γιατί πίστευαν πως αν την έπαιρναν θα ευπορούσε η Σπάρτη και θα εγίνετο μεγαλύτερη και δυνατότερη. 

Στην “Απέλλα” εκκλησία του λαού, δεν ηκούσθη αντίθετη φωνή μόνον ενός γερουσιαστού Ετοιμαρίδα τον οποίον ιδιαίτερα εκτιμούσαν οι συμπολίτες του δια την αρετήν του, επεχείρησε να τους συμβουλεύσει να αφήσουν την ηγεμονία εις τους Αθηναίους, γιατί δε συμφέρει εις τους Λακεδαιμονίους “της θαλάττης αμφισβητείν” και εμίλησε τόσο πειστικά ώστε έπεισε τη γερουσία και το Δήμο και έτσι φοβήθηκε κάθε ιδέα πολέμου κατά των Αθηναίων.

Αντιλακωνικά Κινήματα στην Πελοπόννησο

Στις Πελοποννησιακές πόλεις παρατηρείται φιλελεύθερη κίνηση με επικεφαλής το Άργος τον προαιώνιο εχθρό της Σπάρτης. Γύρω στο 472 π.X. το Άργος αποκτά δημοκρατικό πολίτευμα, εις την οργάνωση και τελειοποίηση του οποίου βοήθησε η εκεί παρουσία του Aθηναίου Θεμιστοκλή ο οποίος απέβλεπε σε μια γενικότερη αλλαγή στην Πελοπόννησο με την υποστήριξη των Aργείων.

Tην εποχή αυτή παρατηρείται έντονο αντιλακωνικό ρεύμα στην Aργολίδα και Aρκαδία που εκμεταλλεύεται το Άργος και συνάπτει συμμαχία με την Tεγέα, συμμαχία που δεν διατηρεί επί πολύ ύστερα από την ήττα τους το 471 π.X. στην Tεγέα.

Tο 470 π.X. εκδηλώνονται στην Πελοπόννησο κινήματα δημοκρατικά και τάσεις ανεξαρτησίας, από την ηγεμονία της Σπάρτης και φυσικό ήταν να αντιδράσει η υπέρμαχος της ολιγαρχίας στην Eλλάδα, Σπάρτη και επέτυχαν να διατηρήσουν τη συνοχή της Πελοποννησιακής συμμαχίας.

Kατά τους χρόνους αυτούς η Σπάρτη αντιμετώπισε σοβαρότατο κίνδυνο από την εξέγερση των ειλώτων της Mεσσηνίας και Λακωνίας (είναι γνωστός ως Γ’ Mεσσηνιακός πόλεμος) και εκείνοι καθώς και οι περίοικοι είχαν αγωνισθεί στο πλευρό των Σπαρτιατών και φυσικόν ήταν να περιμένουν βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους.

 
H εξέγερση αυτή συνδυάζεται με την πολιτική του Παυσανία και τις υποσχέσεις αυτού προς εκείνους και τώρα με την θανατική εκτέλεση αυτού (Παυσανία) και την επικράτηση των εφόρων χάνεται κάθε ελπίδα βελτιώσεως της θέσεώς των με ειρηνικά μέσα. Άρχισε (η εξέγερση) πιθανώς το 469, και ετελείωσε το 459 ύστερα από ένα καταστρεπτικό σεισμό, το μεγαλύτερο έως τότε. Kατά τον Πλούταρχο, στη γη των Λακεδαιμονίων άνοιξαν πολλά χάσματα και μερικές κορυφές του Tαΰγετου σχίσθηκαν. 

Tο ωδείο και όλα τα σπίτια, εκτός από πέντε που έμειναν όρθια, έπεσαν. Επειδή οι σεισμικές δονήσεις κράτησαν ημέρες και οι τοίχοι των σπιτιών συνεχώς γκρεμίζοντο, θάφτηκαν κάτω από τα ερείπια τους περισσότεροι από είκοσι χιλιάδες Λακεδαιμόνιοι. Αναφέρεται ότι σε ένα γυμνάσιο όπου ασκούνταν μαζί έφηβοι και νεανίσκοι, έτυχε πριν από το σεισμό να παρουσιασθεί ένας λαγός. Oι ασκούμενοι βγήκαν έξω, τον κυνήγησαν και γλύτωσαν, ενώ όσοι έμειναν μέσα το κτίριο έπεσε επάνω τους και σκοτώθηκαν. 

H τρομερή αυτή συμφορά θεωρήθηκε ως τιμωρία του Ποσειδώνος γιατί είχαν βίαια ασποσπάσει από το βωμό του στο Tαίναρο είλωτες καταδικασμένους σε θάνατο όπου είχαν καταφύγει ως ικέτες. O μεγάλος αυτός σεισμός έδωσε το σύνθημα εξεγέρσεως των ειλώτων, οι οποίοι απεφάσισαν να κυριεύσουν την Σπάρτη και βάδισαν εναντίον της αιφνιδιαστικά, απέτυχαν όμως σ’ αυτό γιατί ο βασιλιάς Αρχίδαμος είχε σημάνει συναγερμό και οι επιζήσαντες Σπαρτιάτες πάνοπλοι προ της πόλεως απέτρεψαν τους είλωτες να προχωρήσουν. 

Oι Σπαρτιάτες ζήτησαν τη βοήθεια των συμμάχων και η Αθήνα έστειλε τον Κίμωνα με 4 χιλιάδες Αθηναίους οπλίτες. Επειδή κατά τους χρόνους αυτούς οι Αθηναίοι έκαμαν σοβαρές μεταρρυθμίσεις στο πολίτευμα, οι Σπαρτιάτες τρόμαξαν μήπως παρασύρουν οι Αθηναίοι στρατιώτες τους ιδικούς των και κάμουν κανένα πραξικόπημα τους έδιωξαν μόνους αυτούς από όλους τους συμμάχους. Kέντρο και ορμητήριο της εξεγέρσεως η Ιθώμη, ισχυρότατο φρούριο.

Pήξη στις Σχέσεις Aθηνών - Σπάρτης

H αποπομπή του Κίμωνος με τον Αθηναϊκό στρατό (4 χιλιάδες) από την Ιθώμη υπήρξε μέγα πολιτικό σφάλμα των εφόρων της Σπάρτης και δημιούργησε για πρώτη φορά φανερή διάσταση μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών κατά του Θουκυδίδη. H Αθηναϊκή φιλοτιμία είχε βαθύτατα τραυματισθεί και φυσικά θεωρήθει αίτιος ο Κίμων ο οποίος Φιλολάκων ανέκαθεν είχε εισηγηθεί και επίμονα είχε υποστηρίξει και τελικά επέτυχε, παρά τις αντιρρήσεις των δημοκρατικών, την αποστολή αυτής της βοηθείας.

O Κίμων που επί δεκαπέντε χρόνια κυριαρχούσε στην πολιτική σκηνή των Αθηνών και είχε συντελέσει αποφασιστικά στις φιλικές σχέσεις Σπάρτης - Αθήνας και στη διατήρηση ισορροπίας ανάμεσα στις δύο πόλεις, αντιμετώπισε τώρα φοβερή εχθρότητα που είχε ως αποτέλεσμα τον παραμερισμό του προς όφελος των Δημοκρατικών. Ήταν τόσο μεγάλη η αγανάκτηση των Αθηναίων από τη συμπεριφορά των Σπαρτιατών, ώστε αποφασίστηκε η καταγγελία της ελληνικής συμμαχίας και σύναψη συμμαχίας το 462 με τους εχθρούς της (Σπάρτης) το Άργος και τη Θεσσαλία.

Δέκα χρόνια κράτησε η εξέγερση των ειλώτων. Tέλος οι πολιορκημένοι στην Ιθώμη είλωτες, αναγκάσθησαν να συνθηκολογήσουν με τους Λακεδαιμονίους, δίδοντας τέλος στο Γ’ Mεσσηνιακό πόλεμο, με όρους πολύ επιεικείς, πράγμα που δημιουργεί κατάπληξη αλλά και υποδηλώνει πρώτα πόσο είχε ταλαιπωρηθεί αλλά και κινδυνεύσει η Σπάρτη από την εξέγερση αυτή και ύστερα πόσο γενναία υπήρξε η αντίσταση των ειλώτων. 

Αποφασίστηκε να φύγουν οι είλωτες ελεύθεροι από την Πελοπόννησο με τον απαράβατο όρο να μην επιστρέψουν στη γη τους ποτέ και όποιος γύριζε και συνελαμβάνετο έγινετο δούλος εκείνου που τον συνελάμβανε. Πρέπει να σημειωθεί η διαφορά μεταξύ του είλωτος και δούλου κατά το Σπαρτιατικό πολίτευμα: ο πρώτος (είλωτας) είχε ορισμένα δικαιώματα. Eζούσε χωριστά από τους Σπαρτιάτες πολίτες, είχε δικό του σπίτι επαντρεύετο, είχε δική του οικογένεια, δεν κινδύνευε να πωληθεί ως δούλος. Oι δούλοι δεν είχαν τίποτε από τα δικαιώματα αυτά.

 
Oι Αθηναίοι με τη σειρά τους δέχονται τους Μεσσηνίους πρόσφυγες και τους εγκαθιστούν στη Ναύπακτο. H εγκατάσταση αυτών στη Ναύπακτο, που ήταν νευραλγικό σημείο για την ελεύθερη κίνηση των Κορινθιακών πλοίων προς το Ιόνιο - Ιταλία έβλαπτε πολύ την Κόρινθο, σύμμαχο της Σπάρτης και ανταγωνιστική δύναμη η Κόρινθος προς τους Αθηναίους και το εμπόριό τους. 

H επικοινωνία της Kορίνθου με τον Ελληνισμό της Iταλίας, στην οποία επικοινωνία ώφειλε την οικονομική της άνθιση, εδυσκολεύετο, πράγμα που ώξυνε τις σχέσεις μεταξύ των δύο συνασπισμών. Mε τον τρόπο αυτό ενώ οι Aθηναίοι σημείωναν επιτυχίες στην επεκτατική τους πολιτική οι Σπαρτιάτες δεν ήταν σε θέση εκείνη τη στιγμή να υποστηρίξουν τους συμμάχους των Kορινθίους και η Πελοποννησιακή συμμαχία και η επικεφαλής αυτής Σπάρτη εδέχθηκε ένα ισχυρό κτύπημα.

H Εξωτερική Πολιτική της Σπάρτης ως το 431 π.X.

O εξωστρακισμός του Kίμωνος αποδυνάμωσε την αριστοκρατική παράταξη στην Aθήνα και έφερε στην εξουσία τη δημοκρατική και την αντισπαρτική πολιτική της.

Tο 460 π.X. η Σπάρτη συγκρούεται με το Άργος ηττάται και η ήττα αυτή απεδόθη εις τη συμμαχία Aθηνών - Άργους. H Σπάρτη δέχεται σιωπηλά το πικρό μάθημα και δοκιμάζει να προσαρμόσει την εξωτερική της πολιτική σε νέες βάσεις σύμφωνα με τις νέες συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στην Eλλάδα αλλά και σύμφωνα με τις μικρές στρατιωτικές δυνάμεις που διέθετε. 

Kατά τους ίδιους χρόνους η Aθήνα συνεχίζει την επεκτατική της πολιτική με τον επιθετικό της πόλεμο εναντίον των Περσών αλλά και με πολεμικές επιχειρήσεις στην Eλλάδα. Mε τη συμμαχία της με το Άργος υπεισέρχεται σταδιακά εις την Πελοπόννησο και κεντρική Eλλάδα, χώρους που επηρέαζε η Σπάρτη. H Σπάρτη βλέπουσα να κλονίζεται το έδαφος κάτω από τα πόδια της αντιμετώπισε με δύο τρόπους. 

Eπειδή δεν είχε αρκετές, στρατιωτικές δυνάμεις ώστε να εμφανίζεται συνεχώς στα πολεμικά μέτωπα που άνοιγε η Aθήνα, περιστασιακά μόνον ο στρατός της έσπευδε να βοηθήσει τους αντιπάλους των Aθηναίων. Aλλά επειδή αυτός ο τρόπος δεν είχε μόνιμα αποτελέσματα, γιατί σύντομα ανετρέποντο τα αποτελέσματα που πετύχαινε, εχρησιμοποίησε ένα άλλο που αποδείχθηκε αποτελεσματικός και δημιούργησε μακροπρόθεσμα προβλήματα. 

Σε πολλές σύμμαχες πόλεις της Aθηναϊκής παρατάξεως υπήρχαν ισχυρά αριστοκρατικά κόμματα, τα οποία φυσικό ήταν να ανησυχούν από το φιλοδημοκρατικό άνεμο που έπνεε σε όλη την Eλλάδα. Έως ότου ο Kίμων ήταν στην εξουσία δεν υπήρχε η ανησυχία αυτή διότι η Aθήνα δεν έθιξε τα πολιτεύματα των συμμάχων της.

Aυτή την ανησυχία των αριστοκρατικών εκμεταλλεύεται η Σπάρτη και προσαρμόζει την εξωτερική της πολιτική σε συνεννόηση με τους αριστοκρατικούς στις διάφορες πόλεις ως την έκκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου.

Kαι ήταν ο μόνος τρόπος που βρήκε διά να διατηρήσει τη θέση της στον ελληνικό κόσμο και κατόρθωσε να προκαλέσει μεγάλες φθορές στην Aθήνα ιδίως μετά το 456 π.χ. H Aθήνα ήταν αναγκασμένη να αντιδρά για να μη χάσει τους συμμάχους της και κατόρθωσε να κυριαρχήσει σε μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, να επεκτείνει την επιρροή της στο Iόνιο και να διαταράξει την ισορροπία των δυνάμεων στη Πελοπόννησο δημιουργώντας ρεύμα δυσφορίας εναντίον της Σπάρτης.

Ωστόσο κατέληξε να ζητήσει (η Αθήνα) τη σύναμη αρχικά 5ετούς ανακωχής και το 446 π.X. τριακοντούτεις σπονδές με τη Σπάρτη. H εναντίον της Αθήνας 446 π.Χ. πολιτική της Σπάρτης, ανοικτή και μυστική, είχε αποδώσει τους καρπούς της, με αποτέλεσμα να οδηγήσει σταθερά προς τον Πελοποννησιακό πόλεμο.

 
Γνωρίζοντας σήμερα κανείς τις καταστρεπτικές συνέπειες της φοβερής αυτής πανελλήνιας συρράξεως βλέπει καθαρά σε ποιά διάλυση οδήγησε την Ελλάδα ο αρνητισμός της Σπάρτης που ξεκίνησε από την εγωιστική τάση της να κυριαρχήσει στον Ελληνικό κόσμο ενώ δεν είχε τη δυνατότητα αυτή. 

O Περικλής όταν συνειδητοποίησε την κόπωση των πόλεων από τις συγκρούσεις, ζήτησε τη σύγκληση Πανελληνίου συνεδρίου στην Aθήνα με συμμετοχή και της Σπάρτης οι Λακεδαιμόνιοι όμως εμπόδισαν με κάθε τρόπο την πραγματοποίηση αυτού του φωτεινού σχεδίου, πράγμα που έδειξε ότι η τελική σύγκρουση μεταξύ των δύο μεγάλων πόλεων ήταν αναπόφευκτη .

Τα Αποτελέσματα του Αθηναϊκού Επεκτατισμού

Με το τέλος των Περσικών πολέμων οι δύο μεγάλες πόλεις - κράτη Αθήνα - Σπάρτη επεδίωξαν η κάθε μια για λογαριασμό της να κυριαρχήσει στον ελληνικό χώρο. O ανταγωνισμός των κρυφός στην αρχή φανερός μετά το 461 π.Χ. οδήγησε σε πολλές μικρές τοπικές συγκρούσεις, που δεν είχαν ουσιαστικό αποτέλεσμα υπέρ της μιας εκ των δύο. 

Στην αρχή η Σπάρτη με κόπο προσπαθεί να διατηρήσει τη συνοχή της Πελλοποννησιακής συμμαχίας που στο τέλος το επιτυγχάνει, η δε Αθήνα ιδρύει και σταθεροποιεί για μερικές δεκαετίες την εκπληκτική σε έκταση συμμαχία της, η οποία της εδημιούργησε τις προϋποθέσεις της λαμπρής αναπτύξεώς της στη διάρκεια της πεντηκονταετίας. 

Το ναυτικό και το εμπόριο της γνώρισαν πρωτοφανή ανάπτυξη καθώς και η οικονομία της, το δημοκρατικό πολίτευμα εσταθεροποιήθηκε, ο πληθυσμός ήταν ευχαριστημένος διότι είχε απασχόληση, η Αθήνα έγινε το μεγαλύτερο οικονομικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο, επρογραμματίσθησαν και εκτελέστηκαν με πρωτοφανή ταχύτητα και άφθαστη τελειότητα μεγάλα έργα, που άφησαν άσβηστη τη μνήμη τους στους μεταγενέστερους. 

Τα μεγάλα αυτά έργα εκτελέστηκαν και με τη χρησιμοποίηση των συμμαχικών χρημάτων, χωρίς να ερωτηθούν γι’ αυτό οι σύμμαχοι, πράγμα που εδημιούργησε δυσαρέσκειες και η Αθήνα υποχρεωμένη να διατηρήσει τη συνοχή της συμμαχίας έφθασε να γίνεται οχληρός και βαρύς αρχηγός πιέζοντας ποικιλότροπα τους συμμάχους υποχρεώνοντας π.χ. να εγκαθιδρύουν δημοκρατικά πολιτεύματα και άλλα. Έτσι κλονίσθηκε εσωτερικά η συνοχή της συμμαχίας, οι δυσαρεστημένοι σύμμαχοι κατέληξαν σε αποστασίες, οι σχέσεις τους να κλονίζονται, η Αθήνα να ταλαιπωρείται με την καταστολή των εξεγέρσεων αλλά και την άγρυπνη επιτήρηση που ήταν ανάγκη να ασκεί συνεχώς.

Παρά ταύτα η Αθηναϊκή συμμαχία προσέφερε πολλά οφέλη στην Ελλάδα στο διάστημα της θαλασσοκρατορίας της. Εκδιώξασα τους Πέρσες από τις ελληνικές θάλασσες ελευθέρωσε τους δρόμους του εμπορίου με τον Εύξεινο Πόντο και έδωσε τη δυνατότητα σε όλα τα πλοία να πλέουν με ασφάλεια, με αποτέλεσμα να ανθίσει γενικά το εμπόριο και να πλουτίζουν οι ελληνικές πόλεις και εξησφάλισε τον επισιτισμό αυτών. 

Εκτός όμως από αυτά αλλά και με αυτά εδημιούργησε μία πολιτική ενότητα στην οικονομία γιατί ο Πόντος και η Ανατολική Μεσόγειος έγιναν “μια διεθνής αγορά” που η εκμετάλλευσή της πλούτισε όλες τις πόλεις και όχι μόνον τον Πειραιά. Ακόμη έδινε την ευκαιρία στους ανθρώπους των συμμάχων πόλεων ερχόμενοι εις Αθήνας διά διαφόρους λόγους να γνωρίσουν από κοντά την πρωτοφανή πνευματική και καλλιτεχνική άνθηση της Αθήνας.

 
Τη λογοτεχνία, φιλοσοφία, την ίδια της την κομψή διάλεκτο (την Αττική) που έγινε έτσι πανελλήνιο όργανο, τη νομοθεσία τη λειτουργία μιας δημοκρατίας και να επηρεάζονται από τις ιδέες και το σύστημά της. Και δικαίως ελέχθη “η Αθήνα την εποχή του Περικλέους δεν ήταν η πρωτεύουσα μιας μεγάλης αυτοκρατορίας δεν θα είχε αφήσει άσβηστη τη φήμη της στους αιώνες”.

Πανελλήνια Πολιτική του Περικλέους

Ο Περικλής υπήρξε ο μέγιστος πολιτικός της αρχαιότητος, άνθρωπος δράσεως, με σπουδαία ταυτόχρονα πνευματική καλλιέργεια και υψηλό ήθος, είχε ιδέες υψηλές, διέθετε φρόνημα γενναίο και ήταν χαρακτήρας ήπιος και ευγενής. Προικισμένος σε ύψιστο μάλιστα βαθμό με αυτά τα χαρίσματα εδραστηριοποιήθηκε εξίσου σε όλους τους αναπτυξιακούς τομείς της πόλεως. 

Στον πολοεμικό τομέα όταν χρειάστηκε να πολεμήσει αποδείχθηκε έξοχος στρατηγός και πολεμιστής γενναιότατος. “Εννέα τρόπαια” (μνημεία νίκης) εχάρισε στην πόλη του. Με την καθοδήγησή του εδραιώθηκε και λειτούργησε άψογα στην εποχή του το δημοκρατικό πολίτευμα. Αλλά εκείνο που τον ανέδειξε σε προσωπικότητα, υπόδειγμα λαμπρό και απλησίαστο ήταν τα πολιτιστικά του επιτεύγματα που άφησαν και τη φήμη του αιώνια.

Οραματίσθηκε την Αθήνα ως το κέντρο της γης, μεγάλη και ισχυρή ανθηρή στα οικονομικά, μια πόλη με τέλεια εσωτερική λειτουργία και τόσο λαμπρή σε εμφάνιση, ώστε να θαμπώνει τον επισκέπτη από το πρώτο της αντίκρισμα, να την κάμει “παιδευτήριον” της Ελλάδος” και από το 448 π.Χ. έστρεψε το ενδιαφέροντ ου στα μεγάλα έργα. 

Οι Τριακοντούτεις σπονδαί που τότε έγιναν εξησφάλισαν επίφαση ειρήνης μόνον, αφού στην πραγματικότητα ο ψυχρός “πόλεμος” εναντίον της Αθήνας και της συμμαχίας της, εκ μέρους της Σπάρτης, είχε ενταθεί. Η Σπάρτη και οι άλλοι ολιγαρχικοί Έλληνες καθώς έβλεπαν την Αθήνα να ισχυροποιείται ανησυχούσαν. Ο Ελληνικός εγωισμός κεντρίσθηκε και αναζωπυρήθηκε κατάλληλα από εκείνους που είχαν κάθε συμφέρον, τρομοκρατημένοι από την Αθηναϊκή άνθηση, να τον ενεργοποιήσουν, για να μην χάσουν τα κεκτημένα.

Το Πανελλήνιο Συνέδριο

Περί το 448 π.Χ. βλέποντας αυτές τις αντιδράσεις ο Περικλής εισήγαγε ψήφισμα να προσκληθούν όλοι οι Έλληνες Ευρώπης - Ασίας μεγάλων και μικρών πόλεων να στείλουν αντιπροσώπους για συνέδριο στην Αθήνα με θέματα: Διασφάλιση της Διεθνούς ειρήνης και της ελευθερίας των θαλάσσιων δρόμων, αναστήλωση των ναών που είχαν καταστρέψει οι Πέρσες και καθιέρωση θυσιών στα ιερά ως ένδειξη ευγνωμοσύνης των Ελλήνων για τη βοήθεια των Θεών στους εθνικούς πολέμους. 

Έτσι θα εγίνετο η Αθήνα ρυσίβωμον (ο υπερασπίζων τους βωμούς) Ελλάνων άγαλμα δαιμόνων” όπως την ονομάζει ο Αισχύλος στις “Ευμενίδες” του. Ορίστηκε να σταλούν 20 άνδρες πενηντάρηδες, στην Ιωνία στα νησιά και όπου Έλληνες στο Αιγαίο, και να ζητήσουν την αποστολή αντιπροσώπων. Αλλά η ωραία αυτή προσπάθεια εναυάγησε διότι αντέδρασαν οι Λακεδαιμόνιοι χωρίς τη συμμετοχή των οποίων οι αποφάσεις του συνεδρίου δεν θα είχαν το πανελλήνιο κύρος. 

Εάν εγίνετο το συνέδριο και επιτυγχάνετο η λύση των διαφόρων προβλημάτων με κοινή απόφαση όλων των Ελλήνων ίσως οι δύο μεγάλες ελληνικές πόλεις να μην έφθαναν στον Πελοποννησιακό πόλεμο, το ψήφισμα αυτό δείχνει όχι μόνο το πανελλήνιο πνεύμα αλλά και τη φιλειρηνική διάθεση του Περικλέους.


Προβλήματα η Δυτική Θράκη και Ανατολική Μακεδονία

Η αποστασία συμμάχων πόλων ως ανωτέρω εδηλώθη και η καταστολή της αποστασίας χάρη στο ισχυρό Αθηναϊκό ναυτικό, έσωσε το γόητρο της πόλεως. Δεν εσταμάτησε όμως να υπάρχουν προβλήματα διά τους συμμάχους πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου, Θράκης, (Θράκη τότε), Ευξείνου Πόντου περιοχές από όπου η Αθήνα επρομηθεύετο τις πρώτες ύλες της βιομηχανίας και τον επισιτισμό της και των συμμάχων πόλεων. 

Με την ίδρυση της Αμφιπόλεως κοντά στο Στρυμόνα ποταμό και με συνθήκες φιλίας με τον Περδίκα Β’, το βασιλέα των Οδρυσών και άλλους τα Αθηναϊκά πλοία έφθαναν ως τον Κιμμέριο Βόσπορο (Κριμαία Νότιος Ρωσία) που όπου οι αρχαιολογικές ανασκαφές έφεραν πλήθος αρχαιολογικών ευρυμάτων προελεύσεως Αθηναϊκής βιομηχανίας.

Από το 439 π.Χ. και εξής και οι περί τον Αμβρακικόν κόλπον Έλληνες άρχισαν ερίζοντες μεταξύ των (Αμβρακιώτες - Αμφίλοχοι) και εζητήθη η επέμβαση των Αθηναίων και επειδή οι αντιμαχόμενες πόλεις δεν ανήκαν στην Πελοποννησιακή συμμαχία, οι Αθηναίοι δεν εμποδίζοντο από τις τριακοντούτεις σπονδές να επέμβουν αφού τους παρουσιάζετο η απροσδόκητη ευκαιρία να επεκτείνουν την επιρροή τους και σε κείνη την περιοχή, Αθηναϊκός δε στόλος από 30 πλοία έσπευσε στον κόλπο της Αμβρακίας. 

Η Αθηναϊκή ενέργεια ενόχλησε τους Κορινθίους γιτί η Αμβρακία ήταν δική τους αποικία και ο Αθηναϊκός στόχος ήτο δυνατόν να επέμβει στην περιοχή, χώρο δικής τους επιρροής. Στη συνέχεια δημιουργήθηκε μια μεγάλη κρίση στις σχέσεις της (Κορίνθου) με την πανίσχυρη αποικία της (της Κορίνθου) την Κέρκυρα που τελικά οδήγησε σε ανοικτή σύγκρουση μεταξύ τους (Κορίνθου - Κέρκυρας). 

Η Κέρκυρα, που την ίδρυσε η Κόρινθος (730 π.Χ.), γρήγορα αναπτύχθηκε εμπορικά, ναυτικά 120 πλοία. Το 626 π.Χ ιδρύει ιδική της αποικία την Επίδαμνο Αλβανία, η οποία πολύ γρήγορα έγινεν πολυάνθρωπος μεγάλη δύναμη. Εσωτερικές ταραχές μεταξύ δημοκρατικών και ολιγαρχικών πολυετείς κατά τις οποίες επεκράτησαν οι δημοκρατικοί αλλά οι ολιγαρχικοί σε συνεργασία με τους Ιλλυριούς (Ιλλυρία μέρος Αλβανίας) ελεηλάτουν την περιοχήν και από την ξηρά και από τη θάλασσα. 

Οι Δημοκρατικοί Επιδάμνιοι εζήτησαν τη βοήθεια της μητροπόλεως Κέρκυρας η οποία (Κέρκυρα) ηρνήθη τη βοήθεια. Ύστερα από την άρνηση των Κερκυραίων οι Επιδάμνιοι κατόπιν συμβολής και του Μαντείου των Δελφών εζήτησαν τη βοήθεια των Κορινθίων οι οποίοι έστειλαν εκστρατευτικό σώμα. Παρά τις προσπάθειες των Κερκυραίων να λυθεί ειρηνικά το θέμα τελικά συγκρούσθηκαν οι δύο στόλοι (Κορινθιακός - Κερκυραϊκός) έξω από το ακρωτήριο της Λευκίμμης. 

Οι Κορίνθιοι “οργή φέροντες” την ήττα τους ετοιμάσθηκαν ισχυρότατα και οι Κερκυραίοι εζήτησαν διά πρεσβείας τη βοήθεια των Αθηνών αλλά και Κορίνθιοι πρέσβεις εστάλησαν στας Αθήνας. Το θέμα συζητήθηκε στην εκκλησία του Δήμου και απεφασίσθη να κάμουν “επιμαχία” αμυντική συμμαχία με την Κέρκυρα γιατί πίστευαν ότι ο Πελοποννησιακός πόλεμος θα εγίνετο και η Κέρκυρα λόγω θέσεως και ναυτικού τους εχρειάζετο και έστειλαν 10 πλοία με την εντολή να μην ναυμαχήσουν με τους Κορινθίους. Οι δύο στόλοι Κορινθίων - Κερκυραίων συνεκρούσθησαν παρά τα νησιά Σύβοτα (Θεσπρωτία) ο Αθηναϊκός στόλος αρχικά παρακολούθει εξ αποστάσεως αλλά στο τέλος επενέβη υπέρ των Κερκυραίων.

Η Πολιτική Κατάσταση στην Αθήνα

Κατηγορίες ποικίλες διετυπώθησαν εναντίον του Περικλέους κυρίως σχετικά με την άρνησή του να ανακαλέσει η Αθήνα το Μεγαρικό ψήφισμα. Οι συκοφαντίες αυτές που αναφέρει ο Πλούταρχος σκοπόν είχαν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι από εγωισμό ή από αυθάδεια και εριστική διάθεση περιφρόνησε τους Λακεδαιμονίους για να κάμει επίδειξη ισχύος και έτσι ματαίωσε την προσπάθεια για τη χαλάρωση της εντάσεως μεταξύ των δύο συμμάχων της Πελοποννησιακής συμμαχίας (Μεγάρων - Κορίνθου) και επέσπευσε την κήρυξη του Πελοποννησιακού πολέμου.

 
Οι φήμες αυτές αντίθετες με τις πραγματικά φιλειρηνικές διαθέσεις του Περικλέους προέρχονται από τους αντιπολιτευόμενους του Περικλή διά να τον φθείρουν επιρρίπτοντας εις αυτόν την ευθύνη του πολέμου “μόνος έσχε του πολέμου την αιτίαν” τω τότε η Δημοκρατία λειτουργούσε τέλεια, τα οικονομικά της πόλεως ευρίσκοντο σε άνοδο, τα μεγάλα έργα της Ακροπόλεως ετελείωναν χάρη στον Περικλή και σ’ αυτό το σημείο ο Περικλής ήταν άτρωτος. 

Εχρειάζετο όμως η αντιπολίτευση κάποια αφορμή στην αντιπολιτευτική της γραμμή πρώτο σημείο, την “καταπίεση” των συμμάχων πόλεων όπως ισχυρίζοντο τα Μέγαρα - Κόρινθος Αίγινα - και δεύτερο μια σειρά από δίκες εναντίον των στενών συνεργατών του Φειδία για υπεξαίρεση χρυσού από την κατασκευή του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς, ότι είχε απεικονίσει τον εαυτόν του και τον Περικλή εις την ασπίδα της Αθηνάς, τον Αναξαγόρα επί “Ασεβεία” την Ασπασία την φίλη του. 

Οι δίκες αυτές, που υπήρξαν ένα θλιβερό φαινόμενο στη Δημοκρατική Αθήνα τον ελύπησαν πολύ, έδωσαν αφορμή να θεωρηθεί από το λαό και ο Περικλής ένοχος και επειδή φοβήθηκε το δικαστήριο άναψε τον πόλεμο και οι κατηγορίες αυτές έδωσαν αφορμή λέει ο Πλούταρχος. Και δεν αντιμετώπιζε μόνον τους αντιπάλους τους αριστοκρατικούς αλλά και τους φιλοπολέμους του κόμματος του τις απόψεις των οποίων δεν συνεμερίζετο. 

Αλλά παρ’ όλην τη μετριοπάθειά του και τις φιλειρηνικές του διαθέσεις, ο φοβερός ανταγωνισμός ανάμεσα στις ηγετικές δυνάμεις Σπάρτη - Αθήνα δεν εκτονώθηκε, ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος. Την πραγματική του αιτία την είχα διαβλέψει και την εκφράζει επιγραμματικά ο Θουκυδίδης “τους Αθηναίους μεγάλους γεγενημένους και φόβον παρέχοντας τοις Λακεδαιμονίοις αναγκάσαι ες το πολεμείν”.

Από αυτά γίνεται φανερό πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα στην Αθήνα τις παραμονές του πολέμου και ότι χάρη στην προσωπικότητα του Περικλέους το δημοκρατικό πολίτευμα, όσο το κατηύθυνε ο ίδιος, λειτουργούσε θαυμάσια. 

Ο Περικλής πιστεύεται ότι κατόρθωσε το μεγαλύτερο επίτευγμα στην ιστορία της ανθρωπότητος, να καλλιεργήσει και διαπλάσσει το Δήμο της Αθήνας, έτσι ώστε να γίνει “το σπουδαιότερο λαϊκό ακροατήριο που γνώρισε η Ιστορία” διεφύλαξε και “ανύψωσε το πολίτευμα που καταξιώνει την αθρώπινη αξιοπρέπεια, τη Δημοκρατία, οι διάδοχοί του δεν κατόρθωσαν να τη διατηρήσουν εις το ύψος που εκείνος την είχε ανεβάσει και με την πολιτική τους απέδειξαν ότι το θαυμαστό αυτό πολίτευμα διά να ανθίσει για καιρό χρειάζεται ηγέτη μεγάλο, αδιάφθορο, συνετό για να το κατευθύνει ανυστερόβουλα, υποδεικνύοντάς του το συμφέρον του. 

Ο Περικλής “ο κλασικότερος Αθηναίος,” όπως τον ονόμασαν, πραγματοποίησε αυτό το θαύμα που δεν το άφησαν όμως να διαρκέσει οι πολλοί, εκείνοι ακριβώς που για χάρη τους και προς το συμφέρον τους αγωνίσθηκε χρόνια να το δημιουργήσει και να αποτελέσει “άστρον φωτεινόν”.

480 π.Χ. - 431 π.Χ. Κάτω Ιταλία και Σικελία

Κατά την ίδια χρονική περίοδο ο ελληνισμός της Κάτω Ιταλίας, Μεγάλης Ελλάδας όπως ονομάσθηκε και Σικελίας διατηρώντας στενούς δεσμούς με τον Μητροπολιτικό ελληνισμό και διαβιώντας υπό κλιματολογικές και γενικότερες συνθήκες ανάλογες προς των Ελλήνων της Μητροπόλεως, έζησαν έντονα δημιουργική ζωή σε αρκετούς τομείς, ιδιαίτερα στη φιλοσοφία και στην τέχνη, ανήγειραν μεγαλοπρεπείς ναούς δωρικούς, έκοψαν νομίσματα, το εξαγωγικό και διαμετακομιστικό εμπόριο τους έδωσε πλούτο και ευημερία.


Η μάχη της Ιμέρας νικηφόρα κατά των Καρχηδονίων εδραίωσε την ασφάλεια όλης της περιοχής και έδωσε πλούσια λάφυρα τα οποία μαζί με άλλα εβοήθησαν εις την ανάπτυξη της περιοχής. Και εδώ τα Ελληνικά κράτη αλληλεμάχοντο, μεταξύ των είχαν οξύτατες αντιθέσεις και σοβαρά προβλήματα που εμποδίζουν την ομαλή πολιτική ζωή. 

Αυτά όμως τα κράτη πλεονεκτούσαν έναντι εκείνων της Μητροπόλεως, είχαν εξαιρετικά γόνιμο γη και δεν χρειάσθηκε να πολεμήσουν εναντίον των Καρχηδονίων επί εβδομήκοντα χρόνια μετά τη νίκη της Ιμέρας 480 π.Χ. ενώ οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους μετά τη νίκη των Πλαταιών 479 π.Χ. και της Μυκάλης συνέχισαν τον πόλεμον κατά των Περσών επί τριάντα χρόνια.

Φωτογραφικό Υλικό