Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2017

Ο ναός της Ήρας, γνωστός και ως «ναός Ε»

Ο πανέμορφος ναός της Ήρας στον Σελινούντα της Σικελίας. Η πόλη ιδρύθηκε από Μεγαρείς αλλά ισοπεδώθηκε από τους Καρχηδόνιους του Αννίβα. Έχει ασυνήθιστο αριθμό κιόνων και αναστηλώθηκε το 1959.

Ο ναός της Ήρας , γνωστός και ως «ναός Ε», ήταν ο νεότερος από όλους. Αν και υπέστη ζημιές από τη φθορά του χρόνου και από έναν δυνατό σεισμό, αναστηλώθηκε το 1959 από τον Ιταλό αρχαιολόγο Τζόλε Μπόβιο Μαρκόνι, ο οποίος έκανε ανασκαφές στα αρχαία μνημεία της Σικελίας και σήμερα διατηρείται σε καλή κατάσταση.

Δέκα σκαλοπάτια οδηγούν στην είσοδο και ακόμα έξι σκαλοπάτια καταλήγουν στο εσωτερικό του ναού. Το 1831 ανακαλύφθηκαν οι τέσσερις μετόπες που κοσμούσαν τη ζωφόρου του ναού, στις οποίες απεικονίζεται ο γάμος του Δία με την Ήρα, ο Ηρακλής να μάχεται με μια αμαζόνα, ο Ακταίωνας και η μάχη της Αθηνάς με τον Εγκέλαδο.

Ο Σελινούντας ήταν αρχαία ελληνική πόλη της Σικελίας και ιδρύθηκε δίπλα στη θάλασσα από τους κατοίκους της αποικίας, Μέγαρα Υβλαία, η οποία με τη σειρά της είχε ιδρυθεί από τους Μεγαρείς. Ήκμασε τον 5ο και 6ο αιώνα και σύμφωνα με τον Θουκυδίδη απέκτησε δόξα και πλούτη.

Είχε αντιπαλότητα με την πόλη Εγέστα, με την οποία ήρθε σε πόλεμο το 416 π.Χ. Οι Αθηναίοι έκαναν εκστρατεία στη Σικελία, προκειμένου να βοηθήσουν την Εγέστα αλλά ηττήθηκαν και η Εγέστα έχασε τον πόλεμο. Τότε, ο Σελινούντας απέκτησε πολλά εδάφη, αλλά και έναν νέο εχθρό, τους Καρχηδόνιους, οι οποίοι τους επιτέθηκαν υπό την ηγεσία του Αννίβα.

Οι Καρχηδόνιοι πολιόρκησαν την πόλη, σφάγιασαν 16.000 κατοίκους και έριξαν τα τείχη. Από τότε τέθηκε υπό τον έλεγχο των Καρχηδονίων, οι οποίοι κατέστρεψαν ολοσχερώς την πόλη κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Ρωμαίους. Σήμερα αποτελεί δημοφιλή αρχαιολογικό χώρο της Νότιας Σικελίας.

Η ζωή θέλει απλά πράγματα

Η κάθε μέρα που ζούμε μάς χαρίζεται σαν δώρο ζωής και δημιουργικότητας, εμείς, όμως, τη θεωρούμε δεδομένη.

Αρπαζόμαστε από την ύλη κι αισθανόμαστε αθάνατοι και η μόνη μας έννοια είναι πώς θα μαζέψουμε τα υλικά αγαθά που θα μας κάνουν να νιώθουμε δυνατοί και ωραίοι.

Δουλεύουμε από το πρωί ως το βράδυ σαν ρομπότ, θυσιάζοντας τη ζωή μας στο βωμό του χρήματος. Εξαντλούμε τις δυνάμεις μας, γιατί τάχα πρέπει και το δικό μας παιδί ή εμείς οι ίδιοι να φοράμε την άλφα ή τη βήτα φίρμα.

Στερούμαστε τα παιδιά μας, πηγαίνοντάς τα στους παιδικούς σταθμούς για να έχουμε έπιπλα ακριβά, αυτοκίνητα πολυτελείας και πολλά άλλα.

Όλα αυτά, όμως, μας κουράζουν, μας δημιουργούν ψυχολογικά προβλήματα. Χάνουμε τον ύπνο μας και τρέμουμε στη σκέψη να μείνουμε μόνοι με τον εαυτό μας γιατί δεν τον αγαπάμε και τον κατηγορούμε συνεχώς, θεωρώντας ότι αυτός φταίει που δεν έχουμε όλα όσα θέλουμε.

Αλήθεια, πόσοι από μας έχουν ακούσει το κελάηδισμα ενός πουλιού το πρωί που όλοι τρέχουμε πανικόβλητοι;

Πόσοι σταθήκαμε να μυρίσουμε ή να καμαρώσουμε το λουλουδάκι που φύτρωσε στην άκρη του δρόμου μόνο και μόνο για να γεμίσει ομορφιά τη ζωή μας;

Πόσοι αφήνουμε στην πόρτα του σπιτιού μας τα προβλήματα της ημέρας και νιώθουμε ευτυχισμένοι στην αγκαλιά της οικογένειάς μας;

Πόσοι προλαβαίνουμε να δούμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη και να του πούμε "Σ' αγαπώ, είσαι μοναδικός. Σ' ευχαριστώ για όσα καλά κάνεις;"

Πόσοι από εμάς ζούνε την κάθε στιγμή γεμάτοι ειρήνη κι ευτυχία;

Πόσοι πάνε να ξαπλώσουν το βράδυ με ήσυχη συνείδηση ότι έκαναν το καλύτερο που μπορούσαν για τον εαυτό τους και τους άλλους στα πλαίσια των δυνατοτήτων τους;

Και, τέλος, πόσοι κάθε βράδυ ευχαριστούν για την κάθε ημέρα που τους χαρίστηκε;

Σαφώς και δικαιούμαστε να θέλουμε να ζήσουμε μια άνετη ζωή και να δημιουργήσουμε ένα καλύτερο αύριο. Συχνά, όμως, ξεχνάμε το σπουδαιότερο, ότι, δηλαδή, δεν ξέρουμε αν θα υπάρξει αύριο. Γι' αυτό:

1. Κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε σήμερα, χωρίς άγχος, και

2. Θυμόμαστε ότι η ζωή θέλει απλά πράγματα. Όσο πιο απλά ζούμε, τόσο πιο πλούσιοι θα είμαστε σε εσωτερικούς θησαυρούς και αυτοί είναι οι μόνοι που χρειαζόμαστε.

Ας αδειάσουμε, επομένως, τη ζωή μας από καθετί περιττό για να κάνουμε χώρο για τα σπουδαία. Να γίνουμε σαν τα παιδιά: να γελάμε, να παίζουμε με τη ζωή. Είναι τόσο όμορφη... Σαν μια βόλτα με λιακάδα.

Άλλωστε, αυτό είναι η ζωή, μια βόλτα. Ας την κάνουμε, λοιπόν, όσο μπορούμε καλύτερη. Και στο ηλιοβασίλεμά της ήμεροι και ευτυχισμένοι να μπορούμε να πούμε: ΕΖΗΣΑ.

Τα αρνητικά συναισθήματα είναι απολύτως ανώφελα

Φαίνεται παράξενο αλλά είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ότι όλα τα αρνητικά συναισθήματα είναι απολύτως ανώφελα. Δεν εξυπηρετούν κανένα χρήσιμο σκοπό. Δεν μας εξοικειώνουν με καινούρια πράγματα και δεν μας φέρνουν πιο κοντά σε καινούρια πράγματα. Δεν μας δίνουν ενέργεια. Απλώς σπαταλούν ενέργεια και δημιουργούν δυσάρεστες ψευδαισθήσεις. Μπορούν ακόμη και να καταστρέψουν τη σωματική υγεία.

Μετά από μια κάποια μελέτη και παρατήρηση ίσως καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι μπορούμε να απαλλαγούμε από τα αρνητικά συναισθήματα, ότι δεν είναι υποχρεωτικά. Εδώ το σύστημα προσφέρει βοήθεια διότι δείχνει ότι δεν υπάρχει στ’αλήθεια πραγματικό κέντρο για τα αρνητικά συναισθήματα, αλλά ότι ανήκουν σε ένα τεχνητό κέντρο μέσα μας, που δημιουργούμε κατά την παιδική ηλικία μιμούμενοι ανθρώπους με αρνητικά συναισθήματα οι οποίοι μας περιστοιχίζουν. Οι άνθρωποι διδάσκουν ακόμη και στα παιδιά τους να εκφράζουν αρνητικά συναισθήματα. Ύστερα τα παιδιά μαθαίνουν ακόμη πιο πολλά με τη μίμηση. Μιμούνται τα μεγαλύτερα παιδιά, τα μεγαλύτερα μιμούνται τους μεγάλους και έτσι σε πολύ μικρή ηλικία γίνονται ξεφτέρια στα αρνητικά συναισθήματα.

Είναι μεγάλη απελευθέρωση όταν αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχουν υποχρεωτικά αρνητικά συναισθήματα. Γεννιόμαστε χωρίς αυτά, αλλά για κάποιο άγνωστο λόγο διδάσκουμε στον εαυτό μας αρνητικά συναισθήματα.

Εξάλλου, αν θέλουμε να αναπτύξουμε συνειδητότητα και να βελτιώσουμε τις λειτουργίες μας, θα ήταν καλό από την αρχή σχεδόν κιόλας της παρατήρησης του εαυτού να προσπαθήσουμε να σταματήσουμε ορισμένες από τις λειτουργίες μας, που όχι μόνο δεν χρησιμεύουν σε τίποτε αλλά είναι σαφώς βλαβερές. Παραδείγματος χάρη, παρατηρώντας τον εαυτό σας, ιδιαίτερα όταν παρατηρείτε τη συναισθηματική λειτουργία, προσπαθήστε να σταματήσετε όσο γίνεται περισσότερο κάθε έκφραση αρνητικών συναισθημάτων. Η ζωή πολλών ανθρώπων ουσιαστικά αποτελείται από αυτά. Εκφράζουν αρνητικά συναισθήματα σε κάθε στιγμή που μπορεί να διανοηθεί κανείς, σε κάθε ευκαιρία είτε κατάλληλη είτε ακατάλληλη. Είναι σε θέση πάντοτε να βρίσκουν ψεγάδια στο καθετί.

Η βασική τάση του ανθρώπου είναι να εκφράζει αμέσως όλα τα αρνητικά του συναισθήματα. Αν κάνει μια προσπάθεια να σταματήσει αυτή την έκφραση, του δίνει υλικό για παρατήρηση και βλέπει τον εαυτό του από τελείως διαφορετική γωνία αν κάνει σοβαρές προσπάθειες προς την κατεύθυνση αυτή, θα πειστεί πολύ σύντομα ότι δεν έχει θέληση, διότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να σταματήσει κανείς να εκφράζει αυτά τα αρνητικά συναισθήματα. Ωστόσο είναι απαραίτητο.

Μια άλλη περιττή λειτουργία είναι η ομιλία.Μιλάμε πολύ. Μιλάμε, μιλάμε και τελειωμό δεν έχουμε. Και στην πραγματικότητα ποτέ δεν το προσέχουμε. Συνήθως νομίζουμε πως μιλάμε πολύ λίγο , ελάχιστα, αλλά ιδιαίτερα εκείνοι που λένε τα πιο πολλά νομίζουν πως δεν μιλάνε ποτέ. Αυτό το θέμα είναι πολύ χρήσιμο για παρατήρηση. θα δείτε πως περνάει η μέρα σας, πόσα πράγματα λέτε μηχανικά σε ορισμένες περιστάσεις, πόσα άλλα λέτε μηχανικά σε άλλες περιστάσεις. Ή θα προσέξετε ότι απλώς μιλάτε συνέχεια διότι σας ευχαριστεί ή γεμίζει το χρόνο σας. Πρέπει να το παρατηρήσετε αυτό και να σταματήσουμε έστω και ένα μέρος από αυτή την περιττή ομιλία. Η ομιλία, η φαντασία, το ψέμα και η έκφραση αρνητικών συναισθημάτων είναι στην πραγματικότητα οι κύριες λειτουργίες μας.

Μιλήσαμε ήδη για διαρροές ενέργειας, αλλά το χειρότερο από όλα είναι η έκφραση αρνητικών συναισθημάτων. Αν μπορείτε να σταματήσετε την έκφραση αρνητικών συναισθημάτων, θα αποταμιεύσετε ενέργεια και δεν θα αισθανθείτε ποτέ να σας λείπει.

Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι θα γίνουμε ενσυνείδητα όντα αν χρησιμοποιούμε με σωστό τρόπο την ενέργεια που χρησιμοποιείται τώρα με λανθασμένο τρόπο. Η μηχανή μπορεί να παράγει αρκετή ενέργεια, αλλά εσείς μπορεί να την σπαταλάτε με το να θυμώνετε, να εξάπτεσθε ή με κάτι ανάλογο, και μετά μένει ελάχιστη. Ο φυσιολογικός οργανισμός παράγει υπεραρκετή ενέργεια όχι μόνο για όλα τα κέντρα αλλά και για αποθήκευση. Η παραγωγή είναι εντάξει, αλλά δεν γίνεται σωστά η κατανάλωση. Οι διαρροές αυτές πρέπει να μελετηθούν, διότι με ορισμένα είδη διαρροών δεν αξίζει να συνεχίσει κανείς παρά μόνο αφού σταματήσουν, επειδή όσο περισσότερη ενέργεια συσσωρεύει κανείς, τόσο περισσότερο θα διαρρέει. Θα ήταν σαν να χύναμε νερό σε κόσκινο. Ορισμένα αρνητικά συναισθήματα δημιουργούν τέτοιες ακριβώς διαρροές. Σε ορισμένες περιπτώσεις μερικοί άνθρωποι περνάνε από ολόκληρη γκάμα αρνητικών συναισθημάτων που είναι τόσο συνηθισμένα, ώστε ούτε καν τα προσέχουν. Αυτό μπορεί να μη κρατήσει παρά πέντε λεπτά ή πέντε δευτερόλεπτα αλλά μπορεί να είναι αρκετό για να ξοδέψει όλη την ενέργεια που είχε παράγει ο οργανισμός τους επί είκοσι τέσσερις ώρες.

Αυτή είναι μια από τις χειρότερες ψευδαισθήσεις που έχουμε. Νομίζουμε ότι τα αρνητικά συναισθήματα τα δημιουργούν οι περιστάσεις, ενώ όλα τα αρνητικά συναισθήματα βρίσκονται σε μας, μέσα μας. Το σημείο αυτό είναι πολύ σημαντικό. Πάντα νομίζουμε ότι για τα αρνητικά μας συναισθήματα φταίνε οι άλλοι ή φταίνε οι περιστάσεις. Πάντα το νομίζουμε αυτό. Τα αρνητικά μας συναισθήματα βρίσκονται μέσα μας και δημιουργούνται από εμάς τους ίδιους. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως αναπόφευκτος λόγος ή πράξη κάποιου άλλου ή κάποια περίσταση να δημιουργήσει αρνητικό συναίσθημα σε μένα. Είναι απλώς η αδυναμία μου. Κανένα αρνητικό συναίσθημα δεν μπορεί να δημουργηθεί από εξωτερικές αιτίες αν εμείς δεν το θέλουμε. Τα αρνητικά συναισθήματα τα έχουμε επειδή τα επιτρέπουμε στον εαυτό μας, τα δικαιολογούμε, τα εξηγούμε σύμφωνα με εξωτερικές αιτίες, και έτσι δεν τα καταπολεμούμε.

Υπάρχει λόγος που θέλουμε τόσο πολύ να τα κρατάμε;

Συνήθεια. Τα έχουμε τόσο συνηθίσει που δεν μπορούμε να κοιμηθούμε χωρίς αυτά. Τι θα έκαναν πολλοί άνθρωποι χωρίς αρνητικά συναισθήματα; H συνήθεια αυτή είναι τοσο ριζωμένη, ώστε χρειάζεται ειδική εργασία για να απαλλαγούμε από αυτά.»

Μπορεί να έχει κανείς αρνητικά συναισθήματα και να είναι καλά στην υγεία του;

Τη λέξη «υγεία» πρέπει να την παίρνουμε με την ευρύτερη έννοια, από την άποψη του συστήματος. Δεν πρέπει να την παίρνουμε με τη συνηθισμένη έννοια των σωματικών εκδηλώσεων – την πραγματική απουσία σωματικής αρρώστιας – διότι μια από τις πρώτες ανάγκες της υγείας είναι η σωστή λειτουργία των κέντρων. Οι άνθρωποι που τα κέντρα τους δεν λειτουργούν σωστά, δεν είναι υγιείς. Πρέπει να διευρυνθεί η ιδέα της υγείας. Δεν πρέπει να την παίρνουμε με στενή έννοια.

Σχετικά με τη σωστή λειτουργία των κέντρων, δεν καταλαβαίνω πως είναι δυνατόν να εμποδίσουμε το συναισθηματικό κέντρο να παρεμβαίνει στην εργασία που προσπαθούμε να κάνουμε με το διανοητικό

Συνέχει επεμβαίνει. Δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε ώσπου να υπερνικήσετε τα αρνητικά συναισθήματα και να μάθετε να μην ταυτίζεστε όταν πάψετε να ταυτίζεστε, τα αρνητικά συναισθήματα αποδυναμώνονται, διότι αυτά είναι δυνατόν να υπάρχουν μόνο με βάση την ταύτιση.

Όταν νιώθουμε ένα αρνητικό συναίσθημα, γιατί πρέπει να μην το εκδηλώνουμε;

Είναι το ίδιο όπως και με την περιττή ομιλία. Ρωτήστε τον εαυτό σας: είναι χρήσιμο, είναι απαραίτητο να τα εκφράζουμε; Η ιδέα είναι να δημιουργήσουμε αντίσταση, διαφορετικά δεν μπορούμε να παρατηρήσουμε. Και αυτή η δημιουργία αντίστασης αποτελεί εισαγωγή στη μελέτη των συναισθημάτων. Δεν μπορούμε να τα δούμε χωρίς αυτή.

Το να συγκρατούμε και να μην εκφράζουμε τα αρνητικά συναισθήματα, το να μην «ξεθυμαίνουμε», να μη «βγάζουμε τα απωθημένα μας», όπως το λέμε στην καθημερινή κουβέντα, δεν μπορεί να έχει βλαβερή επίπτωση;

Δεν υπάρχει κίνδυνος. Ο βαθμός που μπορούμε να τα συγκρατήσουμε δεν είναι αρκετά μεγάλος ώστε να βλάψουμε τον εαυτό μας. Το να «βγάζουμε τα απωθημένα μας» για ανακούφιση είναι ψευδαίσθηση. Μας κάνει να χάνουμε ενέργεια. Η έκφραση των αρνητικών συναισθημάτων είναι πάντοτε μηχανική, και γι αυτό δεν μπορεί ποτέ να είναι χρήσιμη. Αλλά η αντίσταση σε αυτή είναι συνειδητή.

Αν δεν πρέπει να έχουμε αρνητικά συναισθήματα, καταργείται όλη η συναισθηματική ζωή!

Ακριβώς το αντίθετο. Τώρα δεν έχουμε συναισθηματική ζωή, αλλά μόνο απομίμηση. Το θέμα είναι να έχουμε συναισθηματική ζωή. Οι πραγματικές δυνατότητες για γνώση βρίσκονται στο συναισθηματικό κέντρο.

Τον ίδιο βαθμό εξάντλησης προκαλεί ο έλεγχος όπως και η αποδέσμευση. Τι κερδίζω τότε όταν προσπαθώ να ελέγξω την έκφραση του θυμού;

Η υπόθεση είναι τελείως εσφαλμένη ότι πρόκειται για την ίδια ποσότητα ενέργεια, διότι ο έλεγχος αυξάνει την ενέργεια. Μπορεί βέβαια να διαθέσετε ορισμένη ποσότητα ενέργειας για να ελέγξετε κάποιο συναίσθημα, αλλά την επόμενη στιγμή, αφού δεν ξοδεύετε ενέργεια σε αυτό το άχρηστο συναίσθημα, ο έλεγχος θα αυξήσει την ενέργειά σας. Αυτή είναι η χημική δράση του ελέγχου.

Η πείρα μου λέει, ότι η καταπίεση της έκφρασης ενός αρνητικού συναισθήματος, μας κουράζει.

Μπορεί να κουραστείτε μόνο αν καταπνίγετε την έκφραση. Αλλά εγώ δεν είπα ποτέ να καταπνίγετε, είπα: «Να μην εκφράζετε, να βρείτε λόγους για να μην εκφράζετε». Η καταπίεση δεν μπορεί να βοηθήσει ποτέ, γιατί αργά ή γρήγορα το αρνητικό συναίσθημα θα ξεπηδήσει. Αν απλώς καταπιέζετε, διατηρείτε την ταύτιση και αποκλείετε μόνο την εξωτερική έκφραση. Το ζήτημα είναι να βρούμε λόγους, να σκεφτόμαστε σωστά, διότι η έκφραση του αρνητικού συναισθήματος βασίζεται πάντοτε σε κάποιο είδος εσφαλμένης σκέψης.

Καλλιεργώντας το χιούμορ με έμπνευση τον Διογένη

Ο καλύτερος τρόπος να διαχειριζόμαστε τους ανθρώπους που μας επιτίθενται ή μας κριτικάρουν είναι με χιούμορ και ετοιμολογία.

Οι αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι ήταν μοναδικοί σε αυτό. Έχουν μείνει στην ιστορία ατάκες τους που μας εμπνέουν ακόμα και σήμερα. Συνεχίζοντας ας γνωρίσουμε και άλλες σπαρταριστές τους ατάκες που έγραψαν ιστορία…

Μια μέρα, ενώ συζητούσε επί σοβαρού θέματος κι ελάχιστοι τον άκουγαν, άρχισε να σφυρίζει· τότε, καθώς πλήθος μαζεύτηκε αμέσως γύρω του, κι εκείνος τότε τους επέπληξε λέγοντας: «Εσείς σπεύδετε με όλη σας τη σοβαρότητα όταν ακούτε ανοησίες, αλλά είστε πολύ αργοί και περιφρονητικοί όταν το θέμα είναι σοβαρό».

Όταν κάποιος του είπε, «Οι περισσότεροι άνθρωποι γελούν μαζί σου», η απάντησή του ήταν: «Πιθανόν κι οι γάιδαροι να γελούν μ’ εκείνους· αλλά όπως δεν τους νοιάζει αυτούς για τα γαϊδούρια, ούτε και μένα με νοιάζει γι’ αυτούς».

Ο Μέγας Αλέξανδρος κάποτε θέλησε να πειράξει τον Διογένη και αφού έλεγε ότι ήταν Κύων, του έστειλε ένα πιάτο κόκαλα. Μετά, όταν τον συνάντησε τον Διογένη, τον ρώτησε, «Σου άρεσε, κύον, το δώρο μου;». Ο Διογένης του απάντησε: «Το έδεσμα ήταν άξιο για σκύλο, αλλά το δώρο δεν ήταν καθόλου άξιο για βασιλέα».

Όταν κάποιος είπε στον Διογένη, «Γέρασες, κοίτα να ξεκουραστείς», αυτός απάντησε: «Αν έπαιρνα μέρος σε αγώνα δρόμου, προς το τέλος θα έπρεπε να χαλαρώσω αντί να επιταχύνω;».

Μια μέρα παρακολουθούσε κάποιον να παίζει κιθάρα. Ο κιθαρωδός ήταν ηρακλείων διαστάσεων και πολύ αγριωπός, το δε παίξιμό του είχε τα μαύρα του τα χάλια. Όλοι οι ακροατές αποδοκίμαζαν τον «καλλιτέχνη» και μονάχα ο Διογένης τον χειροκροτούσε. Όταν οι άλλοι τον ρώτησαν απορημένοι γιατί, εκείνος απάντησε: «Διότι τηλικούτος ων κιθαρωδεί και ου ληστεύει» (=επειδή παρά το πώς είναι οπτικά ο άνθρωπος αυτός, παίζει κιθάρα και δεν ληστεύει).

Όταν είδε ένα μουσικό να χορδίζει την άρπα, του είπε: «Δεν ντρέπεσαι να δίνεις στο ξύλο εναρμονισμένους ήχους, τη στιγμή που απέτυχες να εναρμονίσεις την ψυχή με τη ζωή σου;».

Όταν είδε ένα μουσικό να χορδίζει την άρπα, του είπε : «Δεν ντρέπεσαι να δίνεις στο ξύλο εναρμονισμένους ήχους, τη στιγμή που απέτυχες να εναρμονίσεις την ψυχή με τη ζωή σου;».

Στην αγορά της Αθήνας τον έβρισε ένας φαλακρός. Ο Διογένης απάντησε: «Εγώ ου λοιδορώ αλλά τας τρίχας επαινώ, ότι κρανίου κακού απηλλάγησαν». (=εγώ δεν θα σε βρίσω, αλλά θα παινέψω τις τρίχες σου, που εγκατέλειψαν ένα τέτοιο κρανίο).

Τον καιρό που ο Διογένης ζούσε στην Κόρινθο, μεσουρανούσε εκεί η περίφημη εταίρα Λαΐς. Ήταν τόσο όμορφη που κατά τον Προπέρτιο «όλη η Ελλάδα έλιωνε από πόθο μπροστά στην πόρτα της», ενώ ο Αρισταίνετος γράφει πως «τα στήθη της ήταν σαν κυδώνια» και κατά τον Αθήναιο πολλοί ζωγράφοι την είχαν ως πρότυπο. Δεν ήταν όμως μόνο πανέμορφη, ήταν πολύ μορφωμένη, καλλιεργημένη και πάμπλουτη. Φυσικά είχε σχέσεις με τους επιφανέστερους και πλουσιότερους Έλληνες, που συνέρρεαν στην Κόρινθο για να τη «γνωρίσουν», με τη βιβλική σημασία του ρήματος.
Ανάμεσα στους πελάτες της ήταν και ο μαθητής του Σωκράτη Αρίστιππος, ιδρυτή της ηδονιστικής σχολής. Ο Αρίστιππος ήταν άνθρωπος ρεαλιστής και όταν κάποιοι του είπαν πως η Λαΐδα δεν τον αγαπούσε, αυτός απάντησε, «Και τα ψάρια και το κρασί δε με αγαπάνε, εγώ όμως τα απολαμβάνω».
Ο Διογένης στην αρχή δεν έδινε καμιά σημασία στη Λαΐδα και όταν κάποιος φίλος του τον ρώτησε γιατί δεν την επισκέπτεται, αυτός απάντησε: «Ουκ ωνέομαι εγώ δεκακισχιλίων μίαν μεταμέλειαν» (=δεν αγοράζω με δέκα χιλιάδες δραχμές κάτι για το οποίο θα μετανιώσω). Η Λαΐς μαθαίνοντας το περιστατικό, πειράχτηκε κι αποφάσισε να τιμωρήσει τον φιλόσοφο που καταφρονούσε τη γοητεία της. Κατάφερε να τον πλησιάσει και του υποσχέθηκε μιαν ερωτική νύχτα μαζί της δωρεάν. Ο Διογένης —τι είχε να χάσει;— συμφώνησε. Η Λαΐδα όμως τον υποδέχτηκε σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο και στη θέση της είχε βάλει μια κακάσχημη υπηρέτριά της, από την οποία τελικά ο φιλόσοφος δέχτηκε τις θωπείες που του είχε υποσχεθεί η Λαΐς. Το άλλο πρωί διαπίστωσε το πάθημά του, το οποίο η εταίρα φρόντισε να το μάθει όλη η Κόρινθος. Ο Διογένης όμως απτόητος τής το ανταπέδωσε στα ίσα λέγοντας: «Λυχνίας σβεσθείσης πάσα γυνή Λαΐς» (=στο σκοτάδι όλες οι γυναίκες είναι ίδιες).

Μια φορά ο Διογένης βρέθηκε σε μια συντροφιά, όπου όλοι έπλητταν θανάσιμα από την απαγγελία ενός ποιητή. Βλέποντας να προβάλει το λευκό στο τέλος του ειληταρίου που κρατούσε ο ποιητής, ο Διογένης είπε: «Κουράγιο, φίλοι! Βλέπω στεριά»…

Όταν ο φιλόσοφος Διογένης είδε μια γυναίκα κρεμασμένη σε μια ελιά αναφώνησε: «Μακάρι να έβγαζαν όλα τα δέντρα τέτοιους καρπούς!».

Κάποιος καλοτύχιζε τον Καλλισθένη, γιατί ζούσε ωραία κοντά στον Μέγα Αλέξανδρο. Ο Διογένης τότε του είπε: «Κακότυχος είναι όποιος προγευματίζει και δειπνεί όποτε αρέσει στον Αλέξανδρο».

Μια φορά άναψε μέρα μεσημέρι έναν λύχνο και κρατώντας τον τριγύριζε στους δρόμους της Αγοράς. Κι όταν ρωτήθηκε γιατί το κάνει αυτό, έδωσε τη γνωστή περίφημη απάντησή του: «Άνθρωπον ζητώ».

Μια μέρα ο Διογένης πήγε στο θέατρο, όταν η παράσταση είχε τελειώσει και ο κόσμος έβγαινε έξω. Αντίθετα με το πλήθος που έβγαινε έξω, αυτός προσπαθούσε ν’ ανοίξει δρόμο και να μπει μέσα. Κι όταν τον ρώτησαν γιατί πάει αντίθετα, αυτός απάντησε: «Σε όλη μου τη ζωή αυτό εξασκούμαι να κάνω».

Όταν είδε μια μέρα ένα παιδί να πίνει νερό με τη χούφτα του χεριού του, έβγαλε καθώς λένε το κύπελλο με το οποίο έπινε νερό και το πέταξε αναφωνώντας: «Παιδίον με νενίκηκεν ευτελεία!» (=ένα παιδί με ξεπέρασε στη λιτότητα).

Ο Διογένης κάποτε στεκόταν μπροστά σ’ ένα άγαλμα ζητώντας του …ελεημοσύνη. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει αυτό, εκείνος απάντησε: «Μελετώ αποτυγχάνειν» (=εξασκούμαι στην αποτυχία).

Ο Διογένης είχε συλληφθεί αιχμάλωτος και κατάληξε στα δουλοπάζαρα. Ο δουλέμπορος δεν τον άφηνε να καθίσει, γιατί ήθελε να βλέπει ο κόσμος την «πραμάτεια» του. Ο Διογένης τότε του είπε: «Δεν έχει σημασία η στάση, γιατί και τα ψάρια όπως και να στέκονται το ίδιο πωλούνται». Ο Ξενιάδης, πλούσιος αριστοκράτης της εποχής είδε τον Διογένη και θέλησε να τον αγοράσει. Συζήτησε με τον δουλέμπορο και ο δουλέμπορος πλησίασε τον Διογένη και του είπε, «Αυτός ενδιαφέρεται να σε αγοράσει, τί δουλειά ξέρεις να κάνεις να του πω;». Ο Διογένης του απάντησε: «Ανθρώπων άρχειν», και συμπλήρωσε: «Φώναξε μήπως κάποιος θέλει δούλο για αφεντικό». Η φράση αυτή ενός δούλου που δήλωνε «άρχων ανθρώπων» άρεσε στον Ξενιάδη που χαμογέλασε και τον αγόρασε, αφού αντιλήφθηκε τις δύο έννοιες που με οξυδέρκεια έθεσε ο Διογένης, «διοικώ τους ανθρώπους και διδάσκω στους ανθρώπους αρχές». Ο Ξενιάδης ανέθεσε στον Διογένη την διδασκαλία των παιδιών του, και έτσι ο Διογένης έμεινε στο Κράθειον, ένα προάστιο της Κορίνθου.
Οι φίλοι του Διογένη θέλησαν να τον ελευθερώσουν (από δούλο του Ξενιάδη) και εκείνος τους απεκάλεσε ανόητους, γιατί όπως είπε: «Τα λιοντάρια δεν είναι δούλοι αυτών που τα τρέφουν, αλλά αυτοί που τρέφουν τα λιοντάρια είναι δούλοι των λιονταριών, αφού ο φόβος χαρακτηρίζει τους δούλους, ενώ τα θηρία προκαλούν φόβο στους ανθρώπους».

Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν στη Κόρινθο θέλησε να γνωρίσει τον Διογένη και έστειλε ένα υπασπιστή του να τον βρει στο Κράθειο και να του τον φέρει. Ο υπασπιστής βρήκε τον Διογένη και του είπε, «Ζητάει ο Βασιλεύς Αλέξανδρος να σε δει». Ο Διογένης απάντησε: «Εγώ δεν θέλω να τον δω. Εάν θέλει αυτός ας έρθει να με δει». Και όντως ο Αλέξανδρος πήγε να δει τον Διογένη. Τον πλησιάζει ο Αλέξανδρος και του λέει, «Είμαι ο Αλέξανδρος ο Βασιλεύς». Ο Διογένης ατάραχος απαντά: «Κι εγώ είμαι ο Διογένης ο Κύων». Ο Μέγας Αλέξανδρος απορεί και του λέει, «Δεν με φοβάσαι;». Ο Διογένης απαντά: «Και τί είσαι; Καλό ή κακό;». Ο Αλέξανδρος μένει σκεπτικός. Δεν μπορεί ένας Βασιλεύς να πει ότι είναι κακό, και άμα είναι καλό, γιατί κάποιος να φοβάται το καλό; Αντί να απαντήσει ο Αλέξανδρος τον ρωτάει εκ νέου, «Τί χάρη θες να σου κάνω;» και ο Διογένης ξανά με λογοπαίγνιο απαντά: «Αποσκότησόν με». (=βγάλε με δηλαδή από το σκότος, την λήθη, και δείξε μου την αλήθεια). Με το έξυπνο λογοπαίγνιο του Διογένη, η απάντηση του μπορεί και να εννοηθεί και ως «Μη μου κρύβεις τον ήλιο», καθώς οι κυνικοί πίστευαν πώς η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκεται στη λιτότητα, στη ζεστασιά του ήλιου και δεν έχει ανάγκη κανείς από τα υλικά πλούτη. Μόλις το άκουσε αυτό ο Αλέξανδρος, λέγεται πως είπε το περίφημο, «Εάν δεν ήμουν Αλέξανδρος, θα ήθελα να ήμουν Διογένης»…

Όταν ο Πλάτων τον είδε μια μέρα να γευματίζει μονάχα με ψωμί κι ελιές, δεν κρατήθηκε και τον πείραξε λέγοντας, «Αν είχες πάει στο Διονύσιο, δεν θα ‘τρωγες τώρα ελιές». Ο Διογένης όμως δεν του τη χάρισε: «Αν έτρωγες κι εσύ ελιές, δε θα χρειαζόταν να πας στον Διονύσιο» (Ο Διονύσιος ήταν ο τύραννος των Συρακουσών, κι ο Πλάτων είχε πάει κοντά του προσπαθώντας να εφαρμόσει στην πράξη τις ιδέες που είχε διατυπώσει στην «Πολιτεία» του).

Ο Διδύμων, ένας οφθαλμίατρος της εποχής, εξέταζε το μάτι μιας κοπέλας. Ο Διογένης τον είδε. Γνωρίζοντας λοιπόν ο Διογένης ότι ο Διδύμων ήταν τύπος ερωτύλος, κοινώς γυναικάς, του λέει: «Πρόσεξε, Διδύμονα, μήπως εξετάζοντας τον οφθαλμό, διαφθείρεις την κόρη».

Ήταν ο Διογένης καλεσμένος σε ένα γεύμα και πήγε στο λουτρό για να πλυθεί πριν φάει. Αλλά το λουτρό είναι πολύ βρώμικο. Δεν παραπονιέται, δεν λέει «είναι βρώμικο το λουτρό», αλλά μετά ρωτάει: «Οι εδώ λουόμενοι πού πλένονται κατόπιν;».

Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε πού είδε ενάρετους σύμφωνα με τις αρχές του άνδρες, αποκρίθηκε: «Άνδρες πουθενά, στη Σπάρτη όμως, είδα μερικά παιδιά».

Ο Διογένης καυτηρίαζε τον πόλεμο με τον δικό του ιδιότυπο τρόπο: οι Κορίνθιοι προετοιμάζονταν πυρετωδώς για να πολεμήσουν τον Φίλιππο της Μακεδονίας και για να μη φανεί ότι ο Διογένης μένει άπρακτος, πήρε κι αυτός το πιθάρι του και άρχισε να το τσουλάει πάνω —κάτω…

Θέλησε κάποτε να πειράξει ένα ευνούχο μοχθηρό τύπο, γιατί έβλεπε τις πράξεις του και είχε ακούσει γι’ αυτόν. Οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν να βάζουν πάνω από την θύρα της οικίας τους ένα θυρεό. Αυτό ήταν ένα σήμα ή ρητό που διάλεγαν ως σύμβολο για τη ζωή τους. Ο κακός αυτός άνδρας είχε βάλει άνωθεν της πόρτας του το εξής ρητό: «Μηδέν κακόν εισίτω» (=να μην περάσει αυτή την πόρτα κακό κανένα). Και ο Διογένης χτύπησε τότε την πόρτα και ρώτησε: «Άρα, ο οικοδεσπότης από πού θα μπαίνει;».

Όταν ρωτήθηκε ποιανού ζώου το δάγκωμα είναι το χειρότερο, λέγεται πως απάντησε: «Ανάμεσα στα άγρια του συκοφάντη κι ανάμεσα στα ήμερα του κόλακα».

Έλεγε ο Διογένης, πως όταν πεθάνει θέλει να τον θάψουν μπρούμυτα. Τον ρώτησαν γιατί, κι εκείνος απάντησε: «Γιατί σύντομα θα ’ρθουν τα πάνω —κάτω».

Σε κάποιον που του υπενθύμισε χλευαστικά μια παλαιότερη παρανομία του (την παραχάραξη του νομίσματος για την οποία οι συμπολίτες του λεγόταν πως τον εκδίωξαν από την Σινώπη), ο κυνικός φιλόσοφος είπε: «Κάποτε ήμουν τέτοιος που εσύ είσαι τώρα, τέτοιος όμως που είμαι εγώ τώρα, εσύ δεν θα γίνεις ποτέ». Όταν οι Αθηναίοι τον κορόιδευαν για τον ίδιο λόγο, λέγοντας πώς οι Συνωπείς τον είχανε εξορίσει, αυτός με αστεϊσμό απαντούσε «Κι εγώ τους καταδίκασα να μείνουν εκεί για πάντα»…

Ο Διογένης βγήκε μια μέρα στην αγορά και άρχισε να φωνάζει:«Ε, άνθρωποι που είστε;». Σαν μαζεύτηκαν κάμποσοι, άρχισε να τους κυνηγά και να τους χτυπά με το ραβδί του, λέγοντάς τους: «Ανθρώπους κάλεσα, όχι παλιανθρώπους».

Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε «Αν πεθάνεις, ποιος θα φροντίσει την κηδεία σου;», είπε «Αυτός που θα θέλει το σπίτι μου».

Βλέποντας κάποτε ο Διογένης μια θρησκόληπτη γυναίκα να σκύβει βαθιά στα αγάλματα των θεών, της είπε: «Δεν φοβάσαι, καλή μου, μήπως κανένας θεός από πίσω σε δει έτσι αλλιώς;».

Όταν ο Διογένης αιχμαλωτίστηκε στη μάχη τις Χαιρώνειας και οδηγήθηκε μπροστά στον Φίλιππο, ρωτήθηκε ποιος είναι, και απάντησε: «Ο κατάσκοπος της απληστίας σου».

Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε πότε πρέπει να παντρεύεται κάποιος, είπε: «Τους μεν νέους μηδέπω (=όχι ακόμα), τους δε πρεσβυτέρους μηδεπώποτε (=ποτέ)».

Σ’ ένα δείπνο που κάποιοι του έριχναν κόκαλα σαν σε σκύλο, εκείνος σηκώθηκε και τους κατούρησε σαν σκύλος.

Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε γιατί οι άνθρωποι ελεούν τους ζητιάνους αλλά όχι τους φιλοσόφους, είπε: «Γιατί κουτσοί και τυφλοί υπάρχει περίπτωση να γίνουν, φιλόσοφοι όμως αποκλείεται».

Όταν ο Διογένης παρουσιάστηκε σε μια ομιλία του ρήτορα Αναξιμένη κρατώντας ένα παστό ψάρι και απέσπασε την προσοχή των ακροατών, ο ρήτορας αγανάκτησε και ο Διογένης είπε: «Ένα τιποτένιο ψάρι διέλυσε την ομιλία του Αναξιμένη».

Όταν κατηγόρησαν τον Διογένη ότι τα πίνει στο καπηλειό, απάντησε: «Μα ναι, πού αλλού να πιω; Και στο κουρείο κουρεύομαι».

Ο Διογένης βλέποντας κάποτε έναν θηλυπρεπή νέο, του είπε: «Δεν ντρέπεσαι να έχεις για τον εαυτό σου χειρότερη γνώμη απ’ αυτή που είχε για σένα η Φύση; Αυτή σε έκανε άνδρα κι εσύ αναγκάζεις τον εαυτό σου να γίνει γυναίκα».

Κάποτε όταν τον ειρωνεύτηκαν πως μπαίνει σε ακάθαρτους χώρους, ο Διογένης τους απάντησε: «Αλλά και ήλιος και ου μιαίνεται» (=κι ο ήλιος μπαίνει σε ακάθαρτους τόπους, αλλά δεν μολύνεται από αυτούς).

Ο Διογένης αυνανιζόταν μπροστά στο πλήθος που μαζευόταν γύρω από το πιθάρι του. Όταν κάποτε ένας παριστάμενος τον ερώτησε πώς και δεν ντρέπεται, αυτός του απάντησε: «Είθε και την κοιλίαν ην παρατρίψαντα και μη πινείν» (=μακάρι να μπορούσα να ανακουφίσω και την πείνα μου, τρίβοντας την κοιλιά μου).

Βλέποντας ο Διογένης τους Μεγαρίτες να χτίζουν μεγάλα τείχη, τους είπε: «Μην έχετε έγνοια πόσο μεγάλα θα είναι τα τείχη, αλλά πόσο μεγάλοι θα είναι εκείνοι που θα σταθούν επάνω σε αυτά».

Ρώτησαν κάποτε τον Διογένη ποια στάση πρέπει να κρατά κάποιος απέναντι στην εξουσία: «Όποια και απέναντι στην φωτιά: να μη στέκεται ούτε πολύ κοντά για να μην καεί, ούτε πολύ μακριά για να μην ξεπαγιάσει».

Ο Διογένης κουβαλούσε μαζί του ό,τι είχε. Σ’ ένα σακούλι είχε συνήθως ψωμί και ελιές. Μια μέρα λοιπόν κάθησε στο μέσο της Αγοράς, άνοιξε το σακούλι του και άρχισε να τρώει. «Καλά, τι τόπος και τι ώρα είναι αυτή που τρως;», τον ρώτησε κάποιος. Κι ο Διογένης τού απάντησε: «Οι πλούσιοι τρώνε όποτε και όπου θέλουν, εγώ όμως ο φτωχός όταν και όπου πεινάω».

Για τις αναθηματικές επιγραφές πιστών που σώθηκαν χάρη σε μια θεότητα, έλεγε: «Θα ήταν πολύ περισσότερες, αν και εκείνοι που δεν είχαν σωθεί είχαν κάνει κι αυτοί αφιερώσεις».

Ένας νεόπλουτος κάλεσε τον Διογένη στην έπαυλή του να του την επιδείξει και να επιδειχθεί. Τον πήγαινε παντού, κομπάζοντας και θριαμβολογώντας. Κάποια στιγμή ο Διογένης γύρισε προς το μέρος του και τον έφτυσε κατά πρόσωπο. «Διογένη, τι κάνεις; Τρελάθηκες;», τον ρώτησε έκπληκτος αυτός. «Όχι. Πολλή ώρα ήθελα να φτύσω και δεν έβρισκα πού. Αποφάσισα τελικά πως το ευτελέστερο μέρος εδώ μέσα είναι το πρόσωπό σου», του απάντησε ο Διογένης ατάραχος.

Όταν ο Διογένης μεγάλωσε πολύ, κάποιοι μαθητές του αγόρασαν έναν δούλο. Αλλά ο Διογένης καθόλου δεν τον χρησιμοποιούσε, μέχρι που βαρέθηκε ο δούλος και σηκώθηκε κι έφυγε. Τότε οι μαθητές του τού είπαν, «Δεν θα καταδιώξεις τον δούλο που απελευθερώθηκε μόνος του, Διογένη;» «Τι λέτε, μωρέ παιδιά;», τους απάντησε. «Εδώ μπορεί ο δούλος χωρίς εμένα. Δεν μπορώ εγώ χωρίς τον δούλο;»…

Αστρονόμοι βρίσκουν τη μισή από την χαμένη ύλη του σύμπαντος λύνοντας ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του

Ένα από τα πιο περίπλοκα προβλήματα της κοσμολογίας, αυτό της «εξαφάνισης» άνω του 90% της ύλης του σύμπαντος, φαίνεται ότι λύθηκε, καθώς οι αστρονόμοι υποστηρίζουν ότι, για πρώτη φορά, εντόπισαν περίπου το μισό αυτής. Το θέμα προέκυψε από τις μετρήσεις της ακτινοβολίας που έμεινε από το Bing Bang, με τις οποίες υπολόγισαν πόση ύλη υπάρχει στο σύμπαν και σε ποια μορφή. Διαπιστώθηκε ότι περίπου το 5% της μάζας στο σύμπαν υπάρχει σε μορφή συνηθισμένης – βαρυονικής ύλης και η υπόλοιπη σε σκοτεινή ύλη και σκοτεινή ενέργεια.
 
Το καυτό ενδιάμεσο γαλαξιακό μέσο ή Whim θα έπρεπε να εμφανίζεται ως ένα σκοτεινό περίγραμμα στο κοσμικό μικροκυματικό υπόβαθρο, λένε οι επιστήμονες. Πάνω, ένας χάρτης της ακτινοβολίας ‘λείψανο’ από το Big Bang, που αποτελείται από δεδομένα που συγκεντρώθηκαν από τον δορυφόρο Planck.
 
Η σκοτεινή ύλη δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ άμεσα και η φύση της σκοτεινής ενέργειας αποτελεί μυστήριο ενώ ακόμα και η ανίχνευση του 5% της συνηθισμένης ύλης αποδείχτηκε πιο περίπλοκη απ’ ό,τι αναμενόταν. Όταν οι επιστήμονες καταμέτρησαν τα αντικείμενα που υπάρχουν στον ουρανό, δηλαδή αστέρια, πλανήτες, γαλαξίες κ.ο.κ., φάνηκε ότι όλα αυτά αντιστοιχούν μόνο στο 1/5 με 1/10 αυτών που βρίσκονται εκεί έξω.
 
Το συγκεκριμένο θέμα είναι γνωστό ως «το πρόβλημα του χαμένου βαρυονίου». Τα βαρυόνια είναι κοινά υποατομικά σωματίδια, όπως τα πρωτόνια και τα νετρόνια. 
 
Η κατανομή των γαλαξιών στο σύμπαν ακολουθεί το πρότυπο του ιστού και οι επιστήμονες υπέθεταν ότι τα χαμένα βαρυόνια μπορούν να κινούνται σε διάχυτα αέρια που συνδέουν τα συμπλέγματα των γαλαξιών στον κοσμικό ιστό.
 
Οι θεωρητικοί υπολογισμοί υποδεικνύουν ότι αυτά τα αέρια σπειρώματα, γνωστά ως Whim, θα έπρεπε να έχουν θερμοκρασία περίπου 1 εκατ. βαθμούς Κελσίου. Ένα νέφος αερίου σε αυτή τη θερμοκρασία είναι πολύ κρύο για να εκπέμπει ακτίνες που θα μπορούσαν να εντοπιστούν από συνηθισμένα τηλεσκόπια στη Γη. Δεν είναι όμως αρκετά κρύο για να απορροφήσει μεγάλες ποσότητες φωτός που διέρχονται από αυτό.
 
«Το πρόβλημα είναι ότι σε αυτές τις ασυνήθιστες θερμοκρασίες δεν μπορούμε να το δούμε», δήλωσε ο Richard Ellis, καθηγητής αστροφυσικής στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου.
 
Τώρα όμως δύο ξεχωριστές ομάδες επιστημόνων, μία στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και μία στο Ινστιτούτο Διαστημικής Αστροφυσικής στο Ορσέ της Γαλλίας, βρήκαν έμμεσες αποδείξεις για το Whim. Αμφότερες βασίστηκαν στο γεγονός ότι όταν η ακτινοβολία ταξιδεύει μέσα από ένα θερμό αέριο, είναι διάσπαρτη, κάτι που σημαίνει ότι το Whim θα έπρεπε να εμφανίζεται ως ένα σκοτεινό περίγραμμα στο κοσμικό μικροκυματικό υπόβαθρο.
 
Οι επιστήμονες έλαβαν υπόψη τους, επίσης, τις παρατηρήσεις της κοσμικής ακτινοβολίας, που έγιναν από τον διαστημικό παρατηρητήριο Planck και τον λεπτομερή τρισδιάστατο χάρτη του κοσμικού ιστού, που δημιούργησε η SDSS. Υπέθεσαν ότι εάν υπήρχαν αγωγοί αερίου, που συνδέουν συστάδες γαλαξιών, αυτοί θα έπρεπε να εμφανίζονται στα δεδομένα του Planck.
 
Η ομάδα του Εδιμβούργου διαπίστωσε ότι οι περιοχές μεταξύ των γαλαξιών φάνηκαν περίπου έξι φορές πιο πυκνές από αυτές που βρίσκονταν περιμετρικά και όταν συνόψισαν, διαπίστωσαν ότι αυτά τα αέρια νήματα μπορούσαν να ανέλθουν στο 30% της συνηθισμένης ύλης στο σύμπαν. Οι υπολογισμοί της γαλλικής ομάδας κατέληξαν σε λίγο μικρότερο αριθμό.

Foucault: O λόγος και η ανωνυμία του

Michel Foucault: 1926-1984

Τι είναι o ανώνυμος λόγος;

Στο πλαίσιο της Αρχαιολογίας της Γνώσης ο Φουκώ επιχειρεί να περιγράψει μια σειρά από λόγους, οι οποίοι μας δίνονται ως διάφορα σύνολα επιστημών, κατευθύνσεων, ιστορικών σχέσεων, συναφών αποφάνσεων κ.λπ. και μπορούν ή θα πρέπει να κατανοούνται ως συγκεκριμένες πρακτικές. Οι λόγοι δεν είναι μόνο αυτό, αλλά και ό,τι ήδη έχει αναλύσει στο άλλο έργο του: Οι Λέξεις και τα Πράγματα·· δηλαδή συνυφαίνονται με τη γλώσσα, έτσι όπως την έχουμε γνωρίσει στην κλασική της αποδοχή και μάλιστα υπό τη δύναμη της αναπαραστατικής διαύγειας. Ορισμένως λοιπόν νοούνται, πρώτα πρώτα, ως σημεία, ως σύνολα σημείων, που μας παραπέμπουν σε μια αντίστοιχη ποικιλία αναπαραστάσεων. Τούτο υποδηλώνει πως οι λόγοι δεν μπορούν να μας αποστείλουν σημασίες, χωρίς την προσφυγή σε σημεία. Ωστόσο το ολοκληρωμένο τους έργο δεν εξαντλείται εδώ αλλά προϋποθέτει και άλλες λειτουργίες. Θεμελιωδώς, επεξηγεί περαιτέρω ο ίδιος ο φιλόσοφος, πρέπει «να είμαστε έτοιμοι να δεξιωθούμε κάθε στιγμή του λόγου στην εισβολή του ως συμβάντος· μέσα στην εντελή ακρίβεια, με την οποία εμφανίζεται, και μέσα στη χρονική διασπορά που του επιτρέπει να γίνεται αντικείμενο επανάληψης, γνώσης, λήθης, μετασχηματισμού, εξάλειψης μέχρι τα παραμικρά του ίχνη, διαφυγής πολύ μακριά από κάθε βλέμμα, μέσα στη σκόνη των βιβλίων. Δεν πρέπει να επαναπέμψουμε τον λόγο στην απόμακρη παρουσία της καταγωγής· πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε μέσα στο παιχνίδι της βαθμίδας του» (Η αρχαιολογία της Γνώσης, σ. 42).

Ο Φουκώ διέρχεται μέσα από μια τέτοια περιγραφή όχι για να εγκολπωθεί το παραδοσιακά ισχύον περί του λόγου ή για να επιβεβαιώσει μια απολύτως αναγκαία και παθητική αποδοχή του, παρά για να θέσει υπό μια διαφωτιστικής/απελευθερωτικής μορφής ερμηνεία όλα εκείνα τα σύνολα του λόγου, που θέτει ενώπιόν μας η ιστορία.

Πώς θα μπορέσει κανείς, σύμφωνα με τον Φουκώ, να ελευθερώσει περιοχές του λόγου, εάν δεν λάβει υπόψη του την πληθώρα των συμβάντων, που λαμβάνουν χώρα εντός του χώρου του λόγου; Με τούτη την έννοια, ό,τι λέγεται, και μάλιστα έτσι και όχι αλλιώς, έχει το δικό του μοναδικό λόγο εκφοράς, απόφανσής του, κατ’ επέκταση ύπαρξής του, και εμφανίζεται ανώνυμα· δεν αντανακλά υποχρεωτικά τις προθέσεις ενός ατόμου, αλλά εντυπώνεται σ’ αυτό. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για μια γλώσσα, της οποίας οι ορισμοί έχουν επιβληθεί πάνω μας. Στη συνάφεια τούτη, ο φιλόσοφος φέρνει στο κέντρο της περιγραφής του σχετικά με τους σχηματισμούς και τα σύνολα των λόγων την ανωνυμία του λόγου. Συμβαίνει λοιπόν να σκεφτόμαστε και να μιλάμε για ένα θέμα με τέτοιο τρόπο, ώστε να εσωτερικεύουμε μια σειρά από ανώνυμους λόγους, που ανήκουν σ’ αυτή τούτη την πρακτική του λόγου και είναι όπως η δύναμη/εξουσία που υπηρετούν.

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΑΙΣΧΙΝΗΣ - Κατὰ Κτησιφῶντος (228-235)

[228] Καὶ νὴ τοὺς θεοὺς τοὺς Ὀλυμπίους, ὧν ἐγὼ πυνθάνομαι Δημοσθένην λέξειν, ἐφ᾽ ᾧ νυνὶ μέλλω λέγειν ἀγανακτῶ μάλιστα. Ἀφομοιοῖ γάρ μου τὴν φύσιν ταῖς Σειρῆσιν ὡς ἔοικε. Καὶ γὰρ ὑπ᾽ ἐκείνων οὐ κηλεῖσθαί φησι τοὺς ἀκροωμένους, ἀλλ᾽ ἀπόλλυσθαι, διόπερ οὐδ᾽ εὐδοκιμεῖν τὴν τῶν Σειρήνων μουσικήν· καὶ δὴ καὶ τὴν τῶν ἐμῶν εὐπορίαν λόγων καὶ τὴν φύσιν μου γεγενῆσθαι ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἀκουόντων. Καίτοι τὸν λόγον τοῦτον ὅλως μὲν ἔγωγε οὐδενὶ πρέπειν ἡγοῦμαι περὶ ἐμοῦ λέγειν· τῆς γὰρ αἰτίας αἰσχρὸν τὸν αἰτιώμενόν ἐστι τὸ ἔργον μὴ ἔχειν ἐπιδεῖξαι·

[229] εἰ δ᾽ ἦν ἀναγκαῖον ῥηθῆναι, οὐ Δημοσθένους ἦν ὁ λόγος, ἀλλ᾽ ἀνδρὸς στρατηγοῦ μεγάλα μὲν τὴν πόλιν κατειργασμένου, λέγειν δὲ ἀδυνάτου καὶ τὴν τῶν ἀντιδίκων διὰ τοῦτο ἐζηλωκότος φύσιν, ὅτι σύνοιδεν ἑαυτῷ μὲν οὐδὲν ὧν διαπέπρακται δυναμένῳ φράσαι, τὸν δὲ κατήγορον ὁρᾷ δυνάμενον καὶ τὰ μὴ πεπραγμένα ὑπ᾽ αὐτοῦ παριστάναι τοῖς ἀκούουσιν ὡς διῴκηκεν. Ὅταν δ᾽ ἐξ ὀνομάτων συγκείμενος ἄνθρωπος, καὶ τούτων πικρῶν καὶ περιέργων, ἔπειτα ἐπὶ τὴν ἁπλότητα καὶ τὰ ἔργα καταφεύγῃ, τίς ἂν ἀνάσχοιτο; οὗ τὴν γλῶτταν ὥσπερ τῶν αὐλῶν ἐάν τις ἀφέλῃ, τὸ λοιπὸν οὐδέν ἐστιν.

 [230] Θαυμάζω δ᾽ ἔγωγε ὑμῶν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ ζητῶ πρὸς τί ἂν ἀποβλέψαντες ἀποψηφίσαισθε τὴν γραφήν. Πότερον ὡς τὸ ψήφισμά ἐστιν ἔννομον; ἀλλ᾽ οὐδεμία πώποτε γνώμη παρανομωτέρα γεγένηται. Ἀλλ᾽ ὡς ὁ τὸ ψήφισμα γράψας οὐκ ἐπιτήδειός ἐστι δίκην δοῦναι; οὐκ ἄρ᾽ εἰσὶ παρ᾽ ὑμῖν εὔθυναι βίου, εἰ τοῦτον ἀφήσετε. Ἐκεῖνο δ᾽ οὐ λυπηρόν, εἰ πρότερον μὲν ἐνεπίμπλατο ἡ ὀρχήστρα χρυσῶν στεφάνων οἷς ὁ δῆμος ἐστεφανοῦτο ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων, διὰ τὸ ξενικοῖς στεφάνοις ταύτην ἀποδεδόσθαι τὴν ἡμέραν, ἐκ δὲ τῶν Δημοσθένους πολιτευμάτων ὑμεῖς μὲν ἀστεφάνωτοι καὶ ἀκήρυκτοι γίγνεσθε, οὗτος δὲ κηρυχθήσεται;

[231] καὶ εἰ μέν τις τῶν τραγικῶν ποιητῶν τῶν μετὰ ταῦτα ἐπεισαγόντων ποιήσειεν ἐν τραγῳδίᾳ τὸν Θερσίτην ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων στεφανούμενον, οὐδεὶς ἂν ὑμῶν ὑπομείνειεν, ὅτι φησὶν Ὅμηρος ἄνανδρον αὐτὸν εἶναι καὶ συκοφάντην· αὐτοὶ δ᾽ ὅταν τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον στεφανῶτε, οὐκ οἴεσθε ἐν ταῖς τῶν Ἑλλήνων δόξαις συρίττεσθαι; οἱ μὲν γὰρ πατέρες ὑμῶν τὰ μὲν ἔνδοξα καὶ λαμπρὰ τῶν πραγμάτων ἀνετίθεσαν τῷ δήμῳ, τὰ δὲ ταπεινὰ καὶ καταδεέστερα εἰς τοὺς ῥήτορας τοὺς φαύλους ἔτρεπον· Κτησιφῶν δ᾽ ὑμᾶς οἴεται δεῖν ἀφελόντας τὴν ἀδοξίαν ἀπὸ Δημοσθένους περιθεῖναι τῷ δήμῳ.

[232] Καὶ φατὲ μὲν εὐτυχεῖς εἶναι, ὡς καὶ ἐστὲ, καλῶς ποιοῦντες, ψηφιεῖσθε δ᾽ ὑπὸ μὲν τῆς τύχης ἐγκαταλελεῖφθαι, ὑπὸ Δημοσθένους δὲ εὖ πεπονθέναι; καὶ τὸ πάντων ἀτοπώτατον, ἐν τοῖς αὐτοῖς δικαστηρίοις τοὺς μὲν τὰς τῶν δώρων γραφὰς ἁλισκομένους ἀτιμοῦτε, ὃν δ᾽ αὐτοὶ μισθοῦ πολιτευόμενον σύνιστε, στεφανώσετε; καὶ τοὺς μὲν κριτὰς τοὺς ἐκ τῶν Διονυσίων, ἐὰν μὴ δικαίως τοὺς κυκλίους χοροὺς κρίνωσι, ζημιοῦτε· αὐτοὶ δὲ οὐ κυκλίων χορῶν κριταὶ καθεστηκότες, ἀλλὰ νόμων καὶ πολιτικῆς ἀρετῆς, τὰς δωρεὰς οὐ κατὰ τοὺς νόμους οὐδ᾽ ὀλίγοις καὶ τοῖς ἀξίοις, ἀλλὰ τῷ διαπραξαμένῳ δώσετε;

 [233] Ἔπειτ᾽ ἔξεισιν ἐκ τοῦ δικαστηρίου ὁ τοιοῦτος κριτὴς ἑαυτὸν μὲν ἀσθενῆ πεποιηκώς, ἰσχυρὸν δὲ τὸν ῥήτορα. Ἀνὴρ γὰρ ἰδιώτης ἐν πόλει δημοκρατουμένῃ νόμῳ καὶ ψήφῳ βασιλεύει· ὅταν δ᾽ ἑτέρῳ ταῦτα παραδῷ καταλέλυκε τὴν αὐτὸς αὑτοῦ δυναστείαν. Ἔπειθ᾽ ὁ μὲν ὅρκος, ὃν ὀμωμοκὼς δικάζει, συμπαρακολουθῶν αὐτὸν λυπεῖ· δι᾽ αὐτὸν γὰρ οἶμαι γέγονε τὸ ἁμάρτημα· ἡ δὲ χάρις πρὸς ὃν ἐχαρίζετο ἄδηλος γεγένηται· ἡ γὰρ ψῆφος ἀφανὴς φέρεται.

[234] Δοκοῦμεν δ᾽ ἔμοιγε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀμφότερα καὶ κατορθοῦν καὶ παρακινδυνεύειν εἰς τὴν πολιτείαν, οὐ σωφρονοῦντες. Ὅτι μὲν γὰρ ἐπὶ τῶν νυνὶ καιρῶν οἱ πολλοὶ τοῖς ὀλίγοις προΐεσθε τὰ τῆς δημοκρατίας ἰσχυρά, οὐκ ἐπαινῶ· ὅτι δ᾽ οὐ γεγένηται φορὰ καθ᾽ ἡμᾶς ῥητόρων πονηρῶν ἅμα καὶ τολμηρῶν, εὐτυχοῦμεν. Πρότερον μὲν γὰρ τοιαύτας φύσεις ἤνεγκε τὸ δημόσιον, αἳ ῥᾳδίως οὕτω κατέλυσαν τὸν δῆμον· ἔχαιρε γὰρ κολακευόμενος, ἔπειτ᾽ αὐτὸν οὐχ οὓς ἐφοβεῖτο, ἀλλ᾽ οἷς ἑαυτὸν ἐνεχείριζε, κατέλυσαν·

[235] ἔνιοι δὲ καὶ αὐτοὶ τῶν τριάκοντα ἐγένοντο οἳ πλείους ἢ χιλίους καὶ πεντακοσίους τῶν πολιτῶν ἀκρίτους ἀπέκτειναν, πρὶν καὶ τὰς αἰτίας ἀκοῦσαι ἐφ᾽ αἷς ἔμελλον ἀποθνῄσκειν, καὶ οὐδ᾽ ἐπὶ τὰς ταφὰς καὶ ἐκφορὰς τῶν τελευτησάντων εἴων τοὺς προσήκοντας παραγενέσθαι. Οὐχ ὑφ᾽ ὑμῖν αὐτοῖς ἕξετε τοὺς πολιτευομένους; οὐ ταπεινώσαντες ἀποπέμψετε τοὺς νῦν ἐπηρμένους; οὐ μέμνησθ᾽ ὅτι οὐδεὶς πώποτε ἐπέθετο πρότερον δήμου καταλύσει, πρὶν ἂν μεῖζον τῶν δικαστηρίων ἰσχύσῃ;

***
[228] Μα τους θεούς του Ολύμπου, από όσα εγώ μαθαίνω ότι θα πει ο Δημοσθένης, εκείνο για το οποίο προπάντων αγανακτώ είναι αυτό που θα σας πω τώρα. Με παρομοιάζει δηλαδή στον χαρακτήρα με τις Σειρήνες, καθώς φαίνεται. Καθόσον, λέει, όσοι τις άκουγαν δεν μαγεύονταν από εκείνες, αλλά καταστρέφονταν. Γι᾽ αυτό ακριβώς το τραγούδι των Σειρήνων δεν έχει καλή φήμη· το ίδιο λοιπόν και η δική μου ρητορική ικανότητα και ο χαρακτήρας μου, λέει, έχουν παρασύρει στην καταστροφή όσους με ακούν. Και όμως, εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι κανένας γενικά δεν δικαιούται να λέει κάτι τέτοιο για μένα. Γιατί, όταν ο κατήγορος δεν είναι σε θέση να παρουσιάσει πραγματικές αποδείξεις, τότε η κατηγορία είναι αισχρή.

[229] Αν όμως ήταν απαραίτητο να λεχθεί κάτι τέτοιο, δεν ταίριαζε να το πει ο Δημοσθένης, αλλά κάποιος στρατηγός που έχει μεν προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στην πόλη, δεν διαθέτει όμως το χάρισμα του λόγου και ως εκ τούτου ζηλεύει την έμφυτη ικανότητα του αντιδίκου του· και αυτό, επειδή έχει συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί ο ίδιος να εκθέσει κανένα από τα κατορθώματά του, ενώ βλέπει ότι ο κατήγορος μπορεί να παρουσιάσει στους ακροατές του ότι έχει κατορθώσει ακόμη και όσα δεν έχει κάνει ο ίδιος. Όταν όμως ένας άνθρωπος που είναι φτιαγμένος από λέξεις, και μάλιστα όλο δηλητήριο και απάτη, καταφεύγει στην απλότητα και στα έργα, ποιος μπορεί να τον ανεχθεί; Αν κανείς αφαιρέσει από αυτόν τη γλώσσα, όπως αν αφαιρέσει από τον αυλό τη γλωττίδα, αυτό που απομένει είναι ένα τίποτε.

[230] Εγώ τουλάχιστον, Αθηναίοι, εκπλήσσομαι με σας και διερωτώμαι σε τι στηριζόμενοι θα απορρίπτατε την καταγγελία μου. Σε ποιο από τα δύο: Ότι το ψήφισμα είναι σύμφωνο με τον νόμο; Μα δεν έχει γίνει ποτέ ως τώρα περισσότερο παράνομη πρόταση. Μήπως ο εισηγηθείς το ψήφισμα δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο να τιμωρηθεί; Μα, εάν αθωώσετε αυτόν τον άνθρωπο, τότε θα καθιερώσετε την αρχή ότι κανένας δεν είναι υπεύθυνος για όσα έχει κάνει ως δημόσιος άνδρας στη ζωή του. Εξάλλου, δεν είναι ενοχλητικό που, ενώ παλαιότερα γέμιζε η ορχήστρα του θεάτρου με χρυσά στεφάνια, με τα οποία οι Έλληνες στεφάνωναν τον λαό μας —ήταν η ημέρα αυτή αφιερωμένη στην ανακήρυξη των στεφάνων που πρόσφεραν οι ξένοι— σήμερα, με την πολιτική του Δημοσθένη εσείς δεν δέχεστε πια στεφάνια ούτε ακούγεται καμιά ανακήρυξη, αλλά θα κηρυχθεί άξιος στεφανώματος αυτός;

[231] Αν κάποιος από τους τραγικούς ποιητές, που ύστερα από αυτά θα ανεβάσουν στη σκηνή τις τραγωδίες τους, παρουσιάσει τον Θερσίτη να στεφανώνεται από τους Έλληνες, κανένας από εσάς δεν θα το ανεχόταν, επειδή κατά τον Όμηρο ήταν άνανδρος και συκοφάντης. Όταν όμως εσείς οι ίδιοι στεφανώνετε έναν τέτοιον άνθρωπο, πιστεύετε ότι δεν θα διασυρθείτε από όλους του Έλληνες; Οι πρόγονοί σας απέδιδαν τα ένδοξα και λαμπρά κατορθώματα στον λαό· αντίθετα, τα ταπεινά και κατώτερα τα καταλόγιζαν στους φαύλους πολιτικούς. Ο Κτησιφών όμως πιστεύει ότι πρέπει, απαλλάσσοντας τον Δημοσθένη από την κακή φήμη του, να τη φορτώσετε στον λαό.

[232] Και, ενώ υποστηρίζετε ότι είστε ευνοημένοι από την τύχη, όπως και είστε πραγματικά, και καλά κάνετε που το λέτε, θα δείξετε με την ψήφο σας ότι έχετε εγκαταλειφθεί από την τύχη και ευεργετηθεί από τον Δημοσθένη; Και το πιο παράλογο από όλα· στα ίδια δικαστήρια, ενώ στερείτε τα πολιτικά δικαιώματα από αυτούς που καταδικάζονται για δωροδοκία, θα στεφανώσετε αυτόν που γνωρίζετε καλά ότι πολιτεύεται επ᾽ αμοιβή; Οι κριτές των αγώνων στις γιορτές του Διονύσου τιμωρούνται από σας, αν η κρίση τους δεν είναι αυτή που πρέπει για τους κυκλικούς χορούς· εσείς όμως, που έχετε οριστεί κριτές όχι απλώς κυκλικών χορών αλλά νόμων και πολιτικής αρετής, θα δώσετε τις ηθικές αμοιβές, ερχόμενοι σε σύγκρουση με τους νόμους, και όχι σε λίγους και στους άξιους αλλά σ᾽ αυτόν που τα κατάφερε με μηχανορραφίες;

[233] Εξάλλου, ο δικαστής που θα κρίνει κατ᾽ αυτόν τον τρόπο θα βγει από το δικαστήριο έχοντας κάνει τον εαυτό του ανίσχυρο, τον πολιτικό ισχυρό. Γιατί σε μια δημοκρατούμενη πόλη ο απλός πολίτης είναι βασιλιάς με τον νόμο και την ψήφο του. Όταν όμως παραχωρήσει αυτά σε κάποιον άλλον, τότε καταργεί μόνος του τη δύναμή του. Έπειτα, ο όρκος που έχει δώσει ως δικαστής τον ακολουθεί από κοντά και δεν τον αφήνει ήσυχο· γιατί εξαιτίας του, κατά τη γνώμη μου, έχει γίνει το αδίκημα. Τελικά, η ευγνωμοσύνη εκείνου χάρη του οποίου έχει γίνει η επιορκία είναι αδύνατο να εκδηλωθεί, αφού η ψηφοφορία είναι μυστική.

[234] Εγώ τουλάχιστον, Αθηναίοι, έχω τη γνώμη ότι και τα δύο, τόσο ο τρόπος με τον οποίο τα καταφέρνουμε όσο και το ότι βάζουμε σε κίνδυνο το πολίτευμά μας, προδίδουν ότι δεν είμαστε σώφρονες. Γιατί το γεγονός ότι στις σημερινές περιστάσεις σεις οι πολλοί εγκαταλείπετε στους λίγους τις ισχυρές θέσεις της δημοκρατίας δεν το επιδοκιμάζω. Είμαστε όμως τυχεροί που δεν μας έχουν παρουσιαστεί πολλοί πολιτικοί διεφθαρμένοι και συνάμα τολμηροί. Γιατί παλαιότερα η πολιτεία έβγαλε τέτοιους ανθρώπους, που τόσο εύκολα κατέλυσαν το δημοκρατικό πολίτευμα· γιατί ο λαός χαιρόταν να κολακεύεται, με αποτέλεσμα να χάνει την εξουσία, όχι από αυτούς που φοβόταν αλλά από εκείνους που εμπιστευόταν.

[235] Μερικοί έγιναν μέλη των Τριάκοντα, που σκότωσαν χωρίς δίκη περισσότερους από χίλιους πεντακόσιους πολίτες, πριν ακόμη ακούσουν τις κατηγορίες για τις οποίες επρόκειτο να πεθάνουν· δεν επέτρεπαν τους συγγενείς να παρευρεθούν ούτε και στην ταφή και στην εκφορά των νεκρών. Δεν θέλετε να έχετε τους πολιτικούς υπό τον έλεγχό σας; Δεν θα διώξετε ταπεινωμένους τους νυν επηρμένους; Δεν θυμάστε ότι κανείς ως τώρα δεν επιχείρησε να καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα, πριν η δύναμή του υπερισχύσει αυτήν των δικαστηρίων;

Πίνδαρος

Πίνδαρος: (518/522 – 438 π.Χ.)
 
Ο Πίνδαρος άφησε την τελευταία του πνοή, ενώ παρακολουθούσε κάποιους αγώνες στο Θέατρο ή στο Γυμναστήριο του Άργους. Ήταν ογδόντα ετών.
 
Ο Πίνδαρος είναι μέγας λυρικός ποιητής, ο τελευταίος εκπρόσωπος της αρχαϊκής ελληνικής ποίησης. Έχουν σωθεί πολλοί επίνικοί του, ύμνοι στους νικητές των τεσσάρων πανελλήνιων αγώνων.
 
Ο Πίνδαρος αίρεται πάνω από την απλή πραγματικότητα των αγώνων, ανάγεται στον κόσμο του μύθου και με βαθύ θρησκευτικό αίσθημα του δίνει ζωή. Το ύφος του είναι υψιπε­τές, η σύνταξη ιδιότυπη. Υμνεί τη σοφία, την αρετή, το κάλλος, σύμφωνα με τα ιδεώδη της δωρικής αριστοκρατικής αντίληψης. Χρησιμοποιεί μεγαλειώδεις εικόνες απαράμιλλης εκφραστικότητας. (Διογένης Μαλτέζος)
 
Ο μεγαλύτερος και πιο φημισμένος λυρικός ποιητής της αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στις Κυνός Κεφαλές της Βοιωτίας (ένα χωριό κοντά στη Θήβα), μεταξύ των ετών 522 – 518 π.χ.  και πέθανε στο Άργος, μετά το 446 π.Χ. ίσως γύρω στα 438.  Ο πατέρας του ονομαζόταν Δαΐδαντος, η μητέρα του Λαοδίκη (κατά άλλους Κλεοδίκη ή Κλευδίκη ή Κλειδίκη), και είχε έναν αδερφό τον Ερμότιμο (Ερείτιμος ή Ερωτιώνας). Με τη σύζυγό του Μεγακλεία (ή Τιμοξένη) απέκτησε τρία παιδιά, δύο κόρες την Εύμητιν ( ή Πολύμητιν) [1] και την Πρωτομάχην και έναν γιο τον Δαΐφαντο. Ο Πίνδαρος καταγόταν από αριστοκρατική γενιά και αυτό τον οφέλησε τόσο στη μόρφωσή του, όσο και σε διάφορες κρίσιμες καταστάσεις της ζωής του, όπως ήταν οι Μηδικοί πόλεμοι.
 
Τα πρώτα βήματά του στη μουσική και την ποιητική σύνθεση τα έκανε στο πλευρό του θείου του του Σκοπελίνου, ο οποίος τον δίδαξε την αυλητική και την  εγχώρια ποίηση. Στη συνέχεια, ο Πίνδαρος διψώντας για περισσότερη μόρφωση και καλλιέργεια της ποιητικής του τέχνης κατέφυγε στην Αθήνα, δεδομένο ότι η Θήβα δεν μπορούσε να του προσφέρει πολλά πνευματικά εφόδια. Ως δάσκαλοί του  αναφέρονται οι Αγαθοκλής ή ο Απολλόδωρος· πιθανή φαίνεται και η μαθητεία του κοντά στον Λάσο τον Ερμιονέα.  
 
Σημαντικό υπήρξε το γεγονός ότι μελέτησε παλιούς ποιητές, επικούς και λυρικούς (όπως τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Αλκμάνα, τον Στησίχορο) και διδάχτηκε την Πυθαγορική φιλοσοφία και την τεχνική της χορικής σύνθεσης (στην οποία και ξεχώρισε) εφόσον οι Αθηναίοι καλλιεργούσαν τον διθύραμβο και την τεχνική της τραγωδίας και των θεατρικών παραστάσεων. Στην Αθήνα πέρα από τη μόρφωσή του δε δέχτηκε καμία άλλη παρέμβαση όσον αφορά την ιδεολογία του. Οι δημοκρατικές κινήσεις, που άρχιζαν να επικρατούν εκεί δεν είχαν καμία απήχηση στο νεαρό τότε Πίνδαρο, ίσως εξαιτίας της πιθανής καταγωγής από το αρχαίο και ένδοξο γένος των Αιγειδών. Εξάλλου, η χορική ποίηση ανήκε στο αριστοκρατικό ιδεώδες και είχε απήχηση στον αριστοκρατικό κόσμο.
 
             Κομβική υπήρξε η θέση του την περίοδο των Μηδικών Πολέμων. Τους δύσκολους αυτούς χρόνους η Θήβα παίρνει το μέρος του Ξέρξη. Σίγουρα, η αριστοκρατία κινδυνεύει. Τα αριστοκρατικά και ολιγαρχικά κινήματα στρέφονται και στηρίζουν τις δυνάμεις τους προς το δεσποτισμό, εφόσον απειλούνται άμεσα πλέον από τα δημοκρατικά κινήματα.
 
Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο Θηβαίος ποιητής, ο οποίος επιθυμεί μέσα από την ποίησή του να αναχαιτίσει ένα μέρος του λαού της Θήβας που τίθεται εναντίον των Περσών. Επικαλείται τους κινδύνους και τις συνέπειες που επιφέρει ένας πόλεμος και τους συμβουλεύει να στραφούν προς την ειρήνη και να αποφύγουν την αντιαριστοκρατική πολιτική.
 
Τα γεγονότα δεν είναι θετικά για τον Πίνδαρο. Οι Πέρσες χάνουν τον πόλεμο και οι Θηβαίοι – κυρίως οι αριστοκράτες – υπέστησαν κυρώσεις. Ο Πίνδαρος απογοητεύτηκε με την κατάληξη και καταστράφηκε τόσο υλικά όσο και ηθικά. Εγκαταλείπει τη Θήβα και επιβάλλει στον εαυτό του ένα είδος εξορίας στο νησί της Αίγινας – την οποία θεωρεί δεύτερή του πατρίδα. Η φήμη του δε χάνεται εξαιτίας της φιλομηδικής στάσης του, αντίθετα ενισχύεται , επικυρώνεται και συνδέεται με το περίφημο εγκώμιο των Αθηνών, το οποίο συνθέτει μετά τη νίκη των Ελλήνων στη Σαλαμίνα.
 
Μετά τους Μηδικούς πολέμους, ο ίδιος και η τέχνη του αρχίζουν να γίνονται γνωστοί. Η περίοδος 480-460π.Χ. ήταν η πιο γόνιμη και δημιουργική. Η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της Βοιωτίας και απλώθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα.
 
Το 476 οι τύραννοι των Συρακουσών και του Ακράγαντος, Ιέρων και Θήρων αντίστοιχα τον καλούν στις βασιλικές αυλές και του ζητούν να συνθέσει ύμνους κατά παραγγελία. Η περίοδος αυτή εγκαινιάζει την αρχή μιας σειράς συγγραφών από υμνητικές ωδές για διάφορες αξιοσημείωτες προσωπικότητες. Τύραννοι, βασιλείς, θρησκευτικοί άρχοντες, πλούσιοι πολίτες του ζητούν συνεχώς χορικές συνθέσεις για διάφορα γεγονότα της ζωής τους και της πολιτείας, προσφέροντάς του για τις υπηρεσίες του χρυσό, ανάλογα την περίσταση.
 
Ο χορικός αυτός ποιητής είναι ταυτόχρονα ικανός επαγγελματίας και κάτοχος της ιερής σοφίας των Δελφών. Όλοι τιμούν και σέβονται το έργο και την προσφορά του στην πολιτεία και αυτό φαίνεται από τις ενέργειες των Αθηναίων, οι οποίοι του αφιερώνουν χάλκινο ανδριάντα και του απονέμουν το τίτλο το προξένου.
 
Ο Πίνδαρος έγραψε ποιήματα σ’ όλα τα είδη της λυρικής ποίησης: ύμνους (ποιήματα προς τιμή των θεών), παιάνες (άσματα προς τιμή του Απόλλωνα), διθυράμβους (αποτελούν μέρος λατρευτικών εκδηλώσεων προς τιμή του Διόνυσου), προσόδια (άσματα ικεσίας ή ευχαριστίας, που τελούνταν κατά την πορεία μιας πομπής σε ιερό), παρθένια (εκτελούνταν από χορούς κοριτσιών σε δωρικές περιοχές), υπορχήματα (χορικά άσματα, με κύριο χαρακτηριστικό το ορχηστικό στοιχείο) εγκώμια (δοξαστικοί ύμνοι) και θρήνους (επιτάφια άσματα), υμνώντας θεούς, ήρωες και ανθρώπους.
 
Ο Αλεξανδρινός γραμματικός Αριστοφάνης Βυζάντιος διαίρεσε το έργο του σε 17 βιβλία τα οποία χωρίζονται σε:
Ύμνοι (1 βιβλίο)
Παιάνες (1 βιβλίο)
Διθύραμβοι (2 βιβλία)
Προσωδία (1 βιβλίο)
Παρθένια (3 βιβλία)
Υπορχήματα (1 βιβλίο)
Εγκώμια (1 βιβλίο)
Θρήνοι (1 βιβλίο)
Επινίκια (4 βιβλία).
Από αυτό το εκτενές σώμα συνθέσεων έχουν διασωθεί πλήρεις μόνο οι επινίκιες ωδές (πρόκειται για χορικά ποιήματα που σκοπό είχαν να υμνήσουν το πανηγυρισμό για τη νίκη στους πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες. Επίσης, συντελούσαν στο να μείνει το όνομα του νικητή γνωστό στους αιώνες και να αποκτήσει μια θέση στον ανώτερο και άφθαρτο κόσμο των ημιθέων. Τέλος αποτελούσε ένδειξη σωματικής και ψυχικής δύναμης).
 
Συγκεκριμένα, κάθε βιβλίο επινίκιων ωδών αναφέρεται σ’ έναν από τους τέσσερις πανελλήνιους αγώνες, έτσι έχουμε: 14 επίνικους σε ολυμπιονίκες, 12 επίνικους σε πυθιονίκες, 11 επίνικους σε νεμεονίκες, και 8 επίνικους σε ισθμιονίκες. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά από παραπομπές άλλων συγγραφέων ή σπαράγματα παπύρων.
   
Τα είδη της χορικής ποίησης του Πινδάρου περιλαμβάνουν κάποια κύρια χαρακτηριστικά. Ειδικότερα, ως προς τη μορφή των ωδών χρησιμοποιούσε άλλοτε όμοιες μετρικά στροφές και άλλοτε σειρές από στροφή, αντιστροφή και επωδό.
 
Ως προς το περιεχόμενο έχουν τέσσερα συστατικά, δηλαδή αρχίζουν με επίκληση σε κάποιο θεό ή τις μούσες, ακολουθούν πληροφορίες για το πρόσωπο του νικητή, την οικογένειά του ή τη νίκη του σε άλλες γιορτές, στη συνέχεια δίνουν κάποια μυθική αφήγηση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη περίσταση και συνήθως κλείνουν με διατύπωση ηθικών αποφθεγμάτων που αποτελούσαν τον απώτερο σκοπό του. Δεν περιέγραφε τις λεπτομέρειες των αγώνων.
  
Η γλώσσα του Πινδάρου είναι η λογοτεχνική δωρική, αναμειγνύει όμως αιολικά και επικά γλωσσικά στοιχεία, είναι η γλώσσα του έπους. Δεν πρόκειται για μία ομιλούμενη διάλεκτο, αλλά για ένα καλλιτεχνικό κατασκεύασμα με έντονο προσωπικό ύφος. Ακόμη, η επιλογή σύνθετων λέξεων αντί απλών, η υπερβολική χρήση των περιφράσεων, ο πλούτος των εικόνων, τα τολμηρά υπερβατά, οι θαυμαστές μεταφορές που κρύβουν ένα βαθύτερο συμβολισμό, η απότομη μετάβαση από τη μια εικόνα στην άλλη και η συχνή αλλαγή του υποκειμένου καθιστούν την ποίησή του περίπλοκη, δυσνόητη και σκοτεινή. Η ενότητα διασφαλίζεται από τη σύνδεση των ιδεών με τις ηθικές και θρησκευτικές αξίες.
 
Επιπλέον, πρόκειται για ποίηση έντονα θρησκευτική, γεμάτη μουσική, αυστηρά αρμονική, με ευθύτητα, σεμνότητα, επιτηδευμένη και κομψή μέχρις ορισμένου σημείου. Διαποτίζεται από δωρικές αντιλήψεις και κυριαρχείται από αριστοκρατικές ιδέες. Τέλος, είναι έντονος και φανερός ο διαχωρισμός ανάμεσα στους άρχοντες και το λαό. Αναμφισβήτητα, η πινδαρική ωδή – κυρίως η φόρμα της -, αποτέλεσε το παράδειγμα για πολλούς νεότερους ποιητές, όπως ο Κάλβος.
 
Τα παραπάνω χαρακτηριστικά της ποίησής του φαίνονται καθαρά στην περίφημη δέκατη επινίκια ωδή, η οποία είναι αφιερωμένη στον επιφανή Αργείο αθλητή, Θεαίο. Με τη συγκεκριμένη ωδή εξυμνεί ταυτόχρονα το πρόσωπο του παλαιστή, τη γενιά του και τη πόλη που τον ανέθρεψε.    
 
        Αναλυτικά, διαβάζουμε :  
Θεαίω, Αργείω, Παλαιστή 
1
« Υμνείστε, ω Χάριτες, του Δαναού την πόλη
και τις πενήντα τις λαμπρόθρονες τις κόρες του.
Υμνείστε το Άργος, όπου η Ήρα έχει το λαμπρό το δώμα
αντάξιο της θείας καταγωγής της.
Από δόξα άφθιτη το Άργος απασπράπτει,
χάρις στα επιτεύγματα των πάντολμων των τέκνων της.
Θα παρέτεινα τον ύμνο, ανιστορώντας
τους άθλους του Περσέα, που δάμασε
τη Μέδουσα – Γοργόνα. Πολυάριθμες είναι οι πόλεις,
που το Άργος έκτισε κι εποίκισε στην Αίγυπτο
με τα χέρια του Επάφου.
Και να ιστορήσω για την Υπερμήστρα,
που μόνη αυτή, ατάραχη,
το ξίφος δεν απέσυρε απ’ τη θήκη; 
2
Άλλοτε η ξανθή θεά, η θεά η γλαυκώπις,
έκαμε αθάνατο το Διομήδη.
Κοντά στις Θήβες, με κεραυνό του Δία,
έθαψε κάτω απ’ τη γη, τον μάντη, γιο του Οϊκλέους,
που τρομερός ήταν στον πόλεμο, ωσάν θύελλα.
Και με τις γυναίκες τις καλλίκομες το Άργος
κρατά κι εδώ την πρώτη θέση.
Εδώ ο Δίας ήλθε για την Αλκμήνη, την Δανάη,
αξιόπιστο, λοιπόν, αυτό που είπα. Το Άργος έδωσε
στου Αδράστου τον πατέρα και στον Λυγκέα
το γόνιμο το πνεύμα και της δικαιοσύνης την αγάπη. 
3
Την γενναιότητα του Αμφυτρίωνα το Άργος
έχει θρέψει. Ο υπέρτατος θεός εισέδυσε
στο γένος του ήρωα αυτού, όταν τα χαλκά τα όπλα του
φορώντας, τους Τηλεβόες εξολόθρευσε.
Ο βασιλέας των αθανάτων τη μορφή του πήρε
κι εισόρμησε στο δώμα του κι έσπειρε τότε
το ατρόμητο του Ηρακλέους γένος.
Κι αυτός τώρα, ο Ηρακλής, έχει στον Όλυμπο
ως σύζυγο, την πλέον ωραία απ’ τις θεές, την Ήβη,
σύντροφο της Ήρας, της μητέρας της,
του γάμου αυτού εγγύηση ιερή. 
4
Ωστόσο η πνοή μου είναι αδύνατη
Όλες τις δόξες του Άργους ν’ αριθμήσω.
Άλλωστε και ορθό δεν είναι
να προκαλώ των ακροατών τον κόρο.
Και τώρα, ω Μούσα, ας αφυπνίσεις
της λύρας τις μελίρρυτες χορδές
και ας στραφούμε προς τους ανδρείους αθλητές.
Ιδού οι αγώνες, που έχουν ως βραβείο το χαλκό
και καλούν τα πλήθη στις λαμπρές της Ήρας
τις εκατόμβες. Εκεί ο Θεαίος, ο γιος του Ουλία,
απέσπασε τη λήθη των μόχθων και των πόνων του
με την περίλαμπρη τη νίκη του. 
5
Ανάμεσα σε όλο το έθνος των Ελλήνων
στην Πυθώνα εθριάμβευσε
και από την τύχη οδηγούμενος,
ενίκησε και στον Ισθμό και στη Νεμέα.
Έδωσε το έναυσμα να καλλιεργήσουν
οι Μούσες τον αγρό τους,
με τρεις νίκες στης θάλασσας
τις θύρες και τρεις φορές στη σεβάσμια κοιλάδα,
όπου την εορτή τελούν, που ο Άδραστος εθέσπισε.
Ω Δία, ω πατέρα, αυτό που ονειρευόταν
δεν το ξεστόμισαν τα χείλη του,
αφού από σένα η κάθε επιτυχία είναι εξαρτημένη.
Ωστόσο δεν τολμά η φιλοδοξία να τον εγγίσει,
αν δεν την υπερασπίσει και η καρδιά του.
Εύνοια άδικη αυτός δεν σου ζητεί. 
6
Δεν ψάλλω τίποτε, που του Θεού τη συγκατάβαση δεν έχει
και όλων αυτών, που τη μεγάλη νίκη διεκδικούν
στους πλέον ένδοξους αγώνες. Δεν είναι η Πίσα,
που τελεί τους ανώτερους απ’ όλους, αυτούς που
καθιέρωσε και θέσπισε ο Ηρακλής;
Ωστόσο, δύο φορές ήδη – ωραίο προοίμιο! –
οι Αθηναίοι, στις εορτές τους τις επίσημες,
με αλαλαγμούς τον υποδέχτηκαν και εκόμισε
στον θαρραλέο της Ήρας το λαό,
τους καρπούς της ελιάς, σε αμφορείς που διακοσμούσαν
με ποικίλματα από πηλό, ψημένο από τις φλόγες. 
7
Έτσι, ω Θεαίε, συνεχίζονται
των μητριών προγόνων σου
τα κλέη – πασίγνωστη του γένους σου η φήμη -,
χάρις στην εύνοια των Χαρίτων και των Τυνδαριδών,
που ενωμένοι ήσαν πάντα. Αν ήμουν κι εγώ
από το αίμα του Θρασύκλου και του Αντία,
θα βάδιζα στην πόλη του Άργους
με το μέτωπο ψηλά.
Χάρις σ’ αυτούς με πόσες νίκες δεν δοξάσθηκε
του Προίτου η πόλη, όπου θεωρούν τιμή
να τρέφουν άλογα! Έχουν νικήσει τέσσερες φορές
στον Ισθμό και τέσσερες φορές ακόμη
εδέχθησαν στεφάνια από των Κλεωναίων τα χέρια. 
8
Από τη Σικυώνα έχουν επιστρέψει στο Άργος
με φιάλες, από κρασί γεμάτες.
Απ’ την Πελλήνη, με τους ώμους τους κατάφορτους
από Χλαίνες μαλθακές.
Και δεν μπορώ ν’ απαριθμήσω
τα απειράριθμα από χαλκό βραβεία.
Ανάπαυλα είναι απαραίτητη εδώ. Δεν έχω το χρόνο
να μετρήσω όσα ο Κλείτωρ και η Τεγέα
και το Λύκαιο, στου Δία τον ιππόδρομο, κατέκτησαν.
Και των Αχαιών οι πόλεις είχαν εκθέσει
ως έπαθλο αυτών,
που χάρις στη γοργάδα των κνημών
και στων χεριών τη δύναμη, κατέκτησαν
μια περίδοξη, μια νίκη θριαμβική!»         
Όσον αφορά τον χαρακτήρα του, ο Πίνδαρος υπήρξε βαθειά ηθικολόγος και θρησκευόμενος άνθρωπος. Τις ιδέες του τις εμφανίζει όχι θεωρητικά, αλλά ως βιωμένη σοφία. Αξίες του αποτελούσαν το κάλλος, η ομορφιά, η ειλικρίνεια και η αποστροφή από την κολακεία. Κύρια αρετή γι’ αυτόν είναι η ευσέβεια και η σωφροσύνη.
 
Οι αρετές που οδηγούσαν στην επιτυχία δεν ήταν επίκτητες , αλλά κληρονομικές. Πίστευε ότι ένας θνητός δεν είχε το δικαίωμα σύγκρισης ή υπεροχής απέναντι σ’ ένα θεό. Ούτε οι πλούσιοι, ούτε οι φτωχοί μπορούσαν να είναι ισότιμοι με τους θεούς. Οι θεοί είναι οι υπέρτατοι ρυθμιστές της τάξης και των νόμων, είναι αλάνθαστοι και παντοδύναμοι – τη σημαντικότερη θέση στο Πάνθεό του κατέχουν ο Δίας, ο οποίος διαθέτει απεριόριστη δύναμη και ο Απόλλωνας, ο οποίος είναι προστάτης των αριστοκρατικών ιδεών.
 
Καθήκον και υποχρέωση του ενάρετου και σεμνού ανθρώπου είναι η ευγνωμοσύνη και η αιδώς. Ακόμη, ο άνθρωπος οφείλει να είναι δίκαιος και να εκπληρώνει τις επιθυμίες που επιβάλλουν οι θρησκευτικοί, οι πολιτικοί, οι κοινωνικοί και οι ηθικοί θεσμοί. Ο κόσμος στον οποίο πιστεύει είναι ο αιώνιος, ο αμετάβλητος, που εμπνέεται από την παράδοση. Στην ποίησή του την υψηλότερη θέση κατέχουν οι θεοί, οι ημίθεοι και οι ήρωες, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την ομορφιά σε όλους τους τομείς. Κατά γενική ομολογία, ήταν ένας αρκετά συντηρητικός διανοούμενος που η βαθειά πίστη του στη θρησκεία δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί με την επιστήμη, τη φιλοσοφία, την πρόοδο, τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της πολιτείας. Σέβεται και τίμα την παράδοση και τη θρησκεία χωρίς υποκρισία.
 
Η περίοδος της ακμής του φτάνει μέχρι το 450 π.Χ. περίπου. Η φήμη του και η δόξα της τέχνης του δε μειώνονται, απλά ο ποιητής δεν είναι ο εαυτός του, έχει χάσει την αυτοπεποίθησή του, έχει ξεφύγει από τον προορισμό του και έχει καμφθεί εξαιτίας του καινούργιου κόσμου που αρχίζει να διακρίνεται και κυρίως να εγκαθίστανται.
 
Ένα κύμα από ριζοσπαστικές ιδέες, λαοκρατικά κινήματα, ελευθερόστομους ποιητές και φιλοσόφους αρχίζει να κυριαρχεί. Το όραμά του για πανελλήνια ένωση διαψεύδεται. Ο Πίνδαρος βρίσκεται πλέον σε σύγχυση, αγωνία και αμφισβήτηση για το αν όλα αυτά που πρέσβευε, μέσα από τις χορικές του συνθέσεις, άξιζαν στην πραγματικότητα ή ήταν υπερβολές. Αρχίζει να αμφιβάλει, να αναρωτιέται και να αναιρεί τις αντιλήψεις του παρελθόντος, να κρίνει το παρόν και να βλέπει με σκεπτικισμό και μελαγχολία το μέλλον. Όλα αυτά διακρίνονται στον 8ο  Πυθιόνικο, τον οποίο δημιούργησε το 446π.Χ. και πιθανόν αποτελεί το τελευταίο δημιούργημα του ποιητή, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κάποιο άλλο χρονολογικό στοιχείο.
 
Κανένας άλλος λυρικός ποιητής δε θεωρείται τόσο μεγάλος όσο ο Πίνδαρος, ο οποίος με τα ποιήματά του εξέφρασε υψηλές ιδέες γεμάτες αρμονία, ποιότητα, ηθικό και θρησκευτικό βάθος.
 
Ο θάνατός του, σχετίζεται με την παράδοση, η οποία συνδέει το τέλος του με μια μαντεία του Απόλλωνα ή του Άμμωνα, που του υποσχεθήκαν έναν ήρεμο, γαλήνιο και ήσυχο θάνατο. Ο Θηβαίος ποιητής πέθανε σε ηλικία 80 ετών, πάνω στην αγκαλιά του νεαρού ερωμένου του, του Θεόξενου από την Τένεδο, στο αρχαίο θέατρο του Άργους, (κατά άλλους στο στάδιο ή το γυμναστήριο ). Οι κόρες του μετέφεραν και έθαψαν την τέφρα του στη Θήβα.
 
Μετά από αιώνες οι Θηβαίοι έδειχναν τα ερείπια του οίκου του κοντά στο Ιερό της Μητέρας των Θεών και το τάφο του μέσα στον Ιππόδρομο. Η αξία του και η φήμη του επιβεβαιώνεται και από ένα ιστορικό ανέκδοτο. Συγκεκριμένα, ο Μέγας Αλέξανδρος, αναγνωρίζοντας την προσφορά του στα εγκώμια που συνέθεσε προς τιμή του Αλέξανδρου Α’ της Μακεδονίας, σεβάστηκε και δεν κατεδάφισε το σπίτι του, τη στιγμή που κατέστρεφε και κυρίευε την πόλη της Θήβας (335 π.Χ.).
 --------------------------
          Υποσημειώσεις 
[1] Σύμφωνα με όσα γράφει ο Θωμάς Μαγίστρος, ο οποίος ήταν θεολόγος, ρήτορας, φιλόλογος και συγγραφέας. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και έζησε την περίοδο 1275-1347. Έγραψε έργα γραμματικής, πολιτικά και ρητορικά έργα και σχολιασμό έργων του Πινδάρου, του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη και του Συνέσιου.   
Ρήσεις του Πινδάρου
Ø      Ανακάλυψε τι δυνατότητες έχεις και χρησιμοποίησε τες
Ø      Οι αιτίες του πολέμου είναι το χρυσάφι.
Ø      Η ευτυχία έχει όχι μικρό φθόνο.
Ø      Η αρετή λάμπει ολοκάθαρα.
Ø      Όταν η καρδιά χαίρεται το πρόσωπο είναι θαλερό.
Ø      Ο άνθρωπος είναι όνειρό μιας σκιάς.
Ø      Η αρετή που επαινείται μεγαλώνει σαν το σίδερο.
Ø      Ακόνιζε πάντα την γλώσσα σου στο ακόνι της αλήθειας.
Ø      Το έθιμο είναι ο βασιλιάς όλων.
Ø      Όποιος με την δική του προσπάθεια βρει τον δρόμο της αλήθειας, θα έχει την ευλογία των Θεών.
Ø      Ανάλογα με τις εποχές υπάρχουν ρεύματα βίαιων ανέμων.
Ø      Όταν η ευτυχία του ανθρώπου είναι υπερβολική δεν αρκεί πολύ καιρό.
Ø      Ο νόμος είναι ο Βασιλιάς και των θνητών και των αθανάτων.
Ø      Η πείρα μας δείχνει την αρετή μέσα στην οποία καθένας από εμάς διαπρέπει.
Ø      Υπάρχει και ένα άλλο πράγμα αναγκαίο στην ανθρώπινη φύση κι αυτό είναι να αρκείσαι στην τύχη του παρόντος.
Ø      Ο χρόνος για δράση είναι περιορισμένος.
Ø      Ο χρόνος άπιστος κρέμεται πάνω από τον άνθρωπο.
Ø      Όλα γιατρεύονται, φτάνει να μην χαθεί η ελευθερία.
Ø      Μην παραχαϊδεύεις τις λύπες.
Ø      Αξίζει στον άνδρα να τρέφει γενναίες ελπίδες.
Ø      Κανένας ποτέ στην Γη δεν βρήκε σίγουρο σημάδι από τους ουρανούς για το μέλλον του.
Ø      Να χαίρεσαι τα δώρα της νίκης είναι το πρώτο ευεργέτημα, να ακούς να εξυμνούν τους επαίνους της είναι το δεύτερο.
Ø      Να είσαι παιδί με τα παιδιά, άνδρας με τους άνδρες, γέρος με τους γέροντες και να προσαρμόζεσαι σε όλες τις ηλικίες της ζωής, αυτό είναι το ταλέντο του σοφού.