Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

Ο νομοθέτης Χαρώνδας που σφράγισε τους νόμους του με την ζωή του

Κατά τον – 7ον αιώνα και ενώ εσυνεχίζετο ο Β΄ Ελληνικός αποικισμός, παρουσιάστηκε η ανάγκη καταγραφής και προσαρμογής του άγραφου δικαίου, σε έναν κώδικα νόμων, ο οποίος θα ήταν εις θέσιν να εγγυηθεί την κοινωνικήν ηρεμίαν και την εύρυθμον λειτουργίαν των πόλεων-κρατών και των αποικιών τους.

Κάτω από αυτήν την αναγκαιότητα, πολλές πόλεις ανέθεταν σε σπουδαίους άνδρες, οι οποίοι έχαιραν του σεβασμού και της αποδοχής των συμπολιτών τους, να συντάσσουν νόμους, τους οποίους οι πόλεις ανελάμβαναν την υποχρέωσιν να τηρήσουν!

Οι άριστοι αυτοί άνδρες, ονομάζονταν νομοθέτες ή αισυμνήτες, εθεωρούντο άνδρες ιεροί και σεβαστοί, ως εμπνεόμενοι από τον Δία, τον προστάτην του Δικαίου, και κανείς εκ των συμπολιτών τους δεν επιτρεπόταν να τους βλάψει.

Τέτοιοι γνωστοί νομοθέτες ήταν ο Ζάλευκος, ο Σόλων, ο Χαρώνδας, ο Λυκούργος, ο Χίλων, ο Κλεισθένης, κ.α.

Διά την ζωήν του Χαρώνδου, δεν έχουν διασωθεί αρκετές πληροφορίες. Έχει όμως διασωθεί ένα μεγάλο τμήμα του νομοθετικού του έργου, μέσα από τις αναφορές των αρχαίων συγγραφέων. Θεωρείται από τους σπουδαιότερους νομοθέτες της αρχαιότητος.

Έζησε ανάμεσα στον – 7ον και στον – 6ον αιώνα και ως πόλη της καταγωγής του φέρεται η Κατάνη της Σικελίας.

Οι νόμοι του ήταν πρωτοποριακοί και εκτός από την πατρίδα του, διά την οποίαν ενομοθέτησε, εφαρμόσθηκαν και από άλλες πόλεις της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας.

Αλλά ας δούμε μερικούς από τους νόμους του νομοθετικού του έργου, όπως αυτοί διεσώθησαν από την αρχαιοελληνικήν γραμματείαν:

1) Νόμος περί παιδείας και εκπαιδεύσεως των νέων:
Ο Χαρώνδας θεωρούσε, πολύ ορθά, την ανάγνωσιν και την γραφήν, ως απαραίτητον προϋπόθεσιν πάσης άλλης μαθήσεως και δεν θα έπρεπε κανείς από τους πολίτες να στερείται αυτής της γνώσεως, διά να μπορεί να συμμετέχει σε όλα τα αγαθά, τα οποία απορρέουν από την γνώσιν αυτήν. Εθέσπισε λοιπόν διάταξιν, με την οποίαν η πόλις ανελάμβανε την δαπάνη και την φροντίδα, διά την δωρεάν εκπαίδευση όλων των νέων της πόλεως!

Η σύγχρονη λοιπόν ιδέα περί «δωρεάν παιδείας», η οποία μόνον ως σύνθημα έχει εφαρμοσθεί, δεν είναι και τόσον σύγχρονη!!!

2) Νόμος περί συκοφαντίας:
Ο νομοθέτης όρισε διάταξιν, με την οποίαν όποιον είχε κριθεί ένοχος συκοφαντίας, τον στεφάνωναν με μυρίκη και τον περιέφεραν στην πόλιν, διά να δείχνουν σε όλους τους συμπολίτες, ότι ο ένοχος κατείχε το έπαθλον της πονηρίας. Αναφέρεται δε ότι αρκετοί, οι οποίοι κατεδικάσθησαν με αυτήν την κατηγορίαν, δεν μπόρεσαν να υπομείνουν την ατίμωσιν και αυτοκτόνησαν.

3) Νόμος περί «κακομιλίας»:
Η εκτίμησις του Χαρώνδα ήταν ότι πολλές φορές, άνθρωποι καλοί και σώφρονες μπορούν να διαστρέψουν τον χαρακτήρα τους προς το κακόν, από την φιλίαν και την συναναστροφήν τους με πονηρούς και κακούς ανθρώπους. Θέλοντας λοιπόν να περιορίσει αυτό το φαινόμενον, απαγόρευσε με νόμο την φιλίαν και τον συγχρωτισμόν των πολιτών με ανθρώπους αποδεδειγμένα κακούς και διεφθαρμένους και εθέσπισε δίκες περί «κακομιλίας» (κακής συναναστροφής), με σημαντικές ποινές, αποτρέποντας τους πολίτες από αυτόν τον κίνδυνον.

4) Νόμος διά την προστασίαν των ορφανών:
Ο νόμος αυτός προέβλεπε την επιτροπείαν της περιουσίας των ορφανών από τους συγγενείς του πατέρα τους και αντίστοιχα την ανατροφήν τους από τους συγγενείς της μητέρας των. Από μίαν πρώτην ματιάν ο συγκεκριμένος νόμος φαίνεται άνευ ουσίας, όμως αν τον εξετάσει κανείς, θα τον εύρη πολύ σημαντικόν, διότι ενέχει την πρωτότυπον και σοφήν σκέψιν του νομοθέτη, η οποία διέβλεψε ότι οι συγγενείς των ορφανών από την πλευράν της μητέρας, δεν θα είχαν λόγον να βλάψουν τα ορφανά, επειδή δεν τους παρεχωρούντο κληρονομικά δικαιώματα επί της περιουσίας των, και οι συγγενείς από την πλευρά του πατέρα τους, δεν θα είχαν την ευκαιρία να δολιευθούν την ζωήν τους, διότι δεν τους ανετίθετο η ανατροφή των ορφανών!

5) Νόμος διά τους λιποτάκτες και τους φυγόστρατους:
Οι νόμοι όλων των άλλων νομοθετών προέβλεπαν διά τους λιποτάκτες και τους φυγόστρατους την θανατικήν ποινήν. Ο Χαρώνδας εθέσπισε νόμον, οι ένοχοι αυτών των αδικημάτων να τιμωρούνται με την ποινή της υποχρεώσεως να παραμένουν στην αγορά επί τρείς ημέρες φορώντας γυναικεία φορέματα! Η ταπείνωσις την οποίαν επέφερε στους ενόχους η ποινή αυτή, απέτρεπε τους πολίτες από την ανανδρία και επί πλέον οι ένοχοι με την διάσωσίν τους από τον θάνατον, είχαν την ευκαιρίαν να βοηθήσουν την πατρίδα τους σε επόμενην πολεμικήν ανάγκην, νουθετημένοι από την ταπείνωσιν της τιμωρίας και προσπαθώντας να ξεπλύνουν την ντροπήν τους με γενναία ανδραγαθήματα!

6) Νόμος περί διασώσεως των νόμων:
Ο Χαρώνδας εγνώριζε την σημασία της διατηρήσεως των νόμων και της πειθαρχείας των πολιτών σ’ αυτούς. Τοιουτοτρόπως και διά να μην μπορούν οι νόμοι να αλλάζουν εύκολα με την προτροπήν ολίγων και να εξωθούνται οι πολίτες σε εμφύλιες διαμάχες, εθέσπισε την διάταξιν της διασώσεως των νόμων ως εξής:

Κάθε πολίτης, ο οποίος ενόμιζε ότι κάποια διάταξις των νόμων ήταν άδικη και έπρεπε να αλλάξει, ήταν υποχρεωμένος να κάνει την εισήγησιν της τροπολογίας του ενώπιον του λαού, έχοντας περασμένην στον λαιμόν του μίαν θηλειάν και την οποίαν θα εξακολουθούσε όρθιος να φέρει στον λαιμόν του μέχρι ο λαός να αποφανθεί διά την εισήγησιν του. Αν η συνέλευσις του λαού δεχόταν την τροπολογίαν, ο πολίτης ο οποίος την εισηγήθηκε, θα ελευθερωνόταν και η τροπολογία θα γινόταν νόμος της πόλεως. Αν όμως απερρίπτετο η εισήγησίς του, έπρεπε ο λαός να τραβήξει την θηλειάν και ο εισηγητής να πεθάνει!

Κατ’ αυτόν τον τρόπον εξασφαλίσθηκε η ισχύς των νόμων και κάθε αναθεώρησίς των έπρεπε να έχει την αποδοχήν όλων, κάτι που οι σημερινοί πολιτικοί και νομοθέτες το αποφεύγουν συστηματικά και δι’ ευνόητους λόγους!!

Τα ανωτέρω αποτελούν ένα απάνθισμα των σημαντικότερων νόμων του Χαρώνδου, οι οποίοι εκάλυπταν όλο το κοινωνικοπολιτικόν φάσμα μίας πόλεως και υιοθετήθηκαν από πολλές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδος, αλλά και της κυρίως Ελλάδος και της Ιωνίας.

Το πλέον σημαντικόν όμως γεγονός από την πολιτείαν του Χαρώνδου, ήταν ο θάνατός του, χαρακτηριστικός του ήθους και της σοφίας του μεγάλου νομοθέτου και ο οποίος επεσφράγισε την νομοθεσίαν του!!

Ο ιστορικός μας Διόδωρος ο Σικελιώτης, στο δωδέκατον βιβλίον της Ιστορικής Βιβλιοθήκης του, μας αφηγείται τις συνθήκες και τον τρόπον, με τον οποίον επήλθε ο θάνατός του.

Ο Χαρώνδας διαπιστώνοντας ότι στις συνελεύσεις του λαού υπήρξαν περιπτώσεις, κατά τις οποίες ένοπλοι άνδρες δημιουργούσαν επεισόδια ή προκαλούσαν στάσεις και ταραχές, εθέσπισε νόμον, ο οποίος απαγόρευε με ποινή θανάτου στους πολίτες να προσέρχονται ένοπλοι στις συνελεύσεις της πολιτείας. Μίαν ημέραν κατά την οποίαν ευρίσκετο στην ύπαιθρον φέροντας μαζί του ξίφος εξ αιτίας των ληστών, ειδοποιήθηκε εσπευσμένα από πολίτες να σπεύσει στην λαϊκήν συνέλευσιν της πόλεως, επειδή γινόταν ταραχές. Ως νομοθέτης και εγγυητής του πολιτεύματος, ήταν αρμόδιος, ως ιερόν και σεβάσμιον πρόσωπον, διά την επίλυσιν τέτοιων διαφορών και διά τον κατευνασμόν των πνευμάτων.
Έσπευσε λοιπόν στην συγκέντρωσιν του λαού και διαπιστώνοντας την ταραχήν των πολιτών, εζητούσε να μάθει τα αίτια της αναταραχής, χωρίς να προσέξει επάνω εις την σπουδήν του, ότι έφερε ακόμη μαζί του ζωσμένον στην ζώνην το ξίφος του!

Κάποιοι από τους πολίτες, οι οποίοι τον εχθρεύονταν, ευρήκαν την ευκαιρίαν να τον κατηγορήσουν, διαδίδοντας στην συνέλευσιν, ότι κατέλυσε ο ίδιος τον νόμον του!Ο Χαρώνδας τότε, γνωρίζοντας ότι κανείς δεν μπορούσε να δικάσει τον νομοθέτην, αλλά και ότι όλοι θα έπρεπε να είναι υπάκουοι απέναντι στους νόμους, με πρώτον τον άνθρωπον, ο οποίος νομοθετούσε και ο οποίος έδινε το παράδειγμα στους άλλους, συνειδητοποιώντας ότι προσήλθε οπλισμένος στην συνέλευσιν, απήντησε στους κατηγόρους του:

«Μά τον Δία, αλλά εγώ ο ίδιος θα αποκαταστήσω τον νόμον»! Και βγάζοντας το ξίφος του, εμπρός στα έκπληκτα βλέμματα των συμπολιτών του, έβαλε με το ίδιο του το χέρι τέλος στην ζωήν του, σφραγίζοντας έτσι με την τελευταίαν πράξιν του, τους νόμους τους οποίους εθέσπισε, και γενόμενος με την θυσίαν του μέγιστον και λαμπρόν παράδειγμα ήθους και συνέπειας!

Διά το παράδειγμά του αυτό, εξακολουθεί και σήμερα να μένει άγνωστος στους Έλληνες ο μεγάλος αυτός νομοθέτης, επειδή και μόνον το έργον και η πράξις του αποτελούν κόλαφον και διαρκές κατηγορητήριον διά τους σημερινούς «νομοθέτες»!

Φρειδερίκος Νίτσε: «Kανείς δεν μπορεί να καταστρέψει τους Έλληνες»

Πιο επίκαιρος από ποτέ ο Φρειδερίκος Νίτσε. Στο πρώτο του βιβλίο, με τίτλο “Η Γέννηση της Τραγωδίας” (1872) και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο 15,ο Νίτσε κάνει μία ιδιαίτερα μνεία στο ελληνικό έθνος αποδεικνύοντας ότι ο Νίτσε είναι πολύ μπροστά από την εποχή του.

Διαβάστε το χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:
«Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες.

Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν δημιουργούσαν, φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό μοντέλο, συρρικνωνότανε, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα.

Έτσι ξανά και ξανά μια οργή ποτισμένη με μίσος ξεσπάει εναντίον των Ελλήνων, εναντίον αυτού του μικρού και αλαζονικού έθνους,που είχε το νεύρο να ονομάσει βαρβαρικά ότι δεν είχε δημιουργηθεί στο έδαφός του.

Κανένας από τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς τους δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ’ αυτούς. Όλα τα δηλητήρια του φθόνου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους.

Έτσι, οι άνθρωποι συνεχίζουν να νιώθουν ντροπή και φόβο απέναντι στους Έλληνες. Βέβαια, πού και πού, κάποιος εμφανίζεται που αναγνωρίζει ακέραιη την αλήθεια, την αλήθεια που διδάσκει ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι κάθε επερχόμενου πολιτισμού και σχεδόν πάντα τόσο τα άρματα όσο και τα άλογα των επερχόμενων πολιτισμών είναι πολύ χαμηλής ποιότητας σε σχέση με τους ηνίοχους, οι οποίοι τελικά αθλούνται οδηγώντας το άρμα στην άβυσσο, την οποία αυτοί ξεπερνούν με αχίλλειο πήδημα».

Ο Στίβεν Χόκινγκ ισχυρίζεται ότι οι μαύρες τρύπες είναι «έξοδος διαφυγής» σε άλλο σύμπαν χωρίς επιστροφή

Οι μαύρες τρύπες δεν αποτελούν «απόλυτες φυλακές», αφού είναι ανακτήσιμες τουλάχιστον οι πληροφορίες των σωμάτων και της ακτινοβολίας που καταλήγουν σε αυτές. Αυτό υποστηρίζει ο διάσημος Βρετανός φυσικός Στίβεν Χόκινγκ, ο οποίος μαζί με δύο ακόμη θεωρητικούς φυσικούς προτείνουν σε άρθρο τους στο περιοδικό Physical Review Letters έναν μηχανισμό διατήρησης των πληροφοριών, ο οποίος λειτουργεί τελικά ως «έξοδος διαφυγής» τους στο σύμπαν με τον «θάνατο» της μαύρης τρύπας.
 
Οι μαύρες τρύπες είναι τα «απομεινάρια» πολύ μεγάλων άστρων, τα οποία έχουν τόσο μεγάλη πυκνότητα που «καταπίνουν» οποιοδήποτε φωτόνιο ή σώμα βρεθεί στην εμβέλεια του πανίσχυρου βαρυτικού τους πεδίου, ή αλλιώς στον ορίζοντα γεγονότων, όπως ονομάζεται.
 
Οι μαύρες τρύπες είναι τα «απομεινάρια» πολύ μεγάλων άστρων, τα οποία έχουν τόσο μεγάλη πυκνότητα που «καταπίνουν» οποιοδήποτε φωτόνιο ή σώμα βρεθεί στην εμβέλεια του πανίσχυρου βαρυτικού τους πεδίου, ή αλλιώς στον ορίζοντα γεγονότων, όπως ονομάζεται. Ωστόσο, το ερώτημα που απασχολεί τους επιστήμονες εδώ και 40 χρόνια είναι τι συμβαίνει με τις πληροφορίες που κωδικοποιούνται στην ακτινοβολία και τις μάζες.
 
Σύμφωνα με τη Γενική Σχετικότητα, οι περισσότερες από αυτές χάνονται διά παντός. Ο λόγος είναι πως «οι μαύρες τρύπες δεν έχουν μαλλιά», όπως είχε πει χαρακτηριστικά ο θεωρητικός φυσικός Τζον Άρτσιμπαλντ Γουίλερ στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, για να περιγράψει το γεγονός ότι οι μόνες πληροφορίες που μπορούν να γίνουν γνωστές είναι η μάζα, το φορτίο και στροφορμή μιας μαύρης τρύπας.
 
Αυτό σημαίνει πως δεν είναι ανακτήσιμες όλες οι υπόλοιπες των φωτονίων ή των σωμάτων που απορροφήθηκαν. Επομένως, ακόμη κι όταν μία μαύρη τρύπα εξατμισθεί, ένα φαινόμενο που και πάλι ανακάλυψε ο Χόκινγκ, με τον «θάνατό» του θα χαθούν μαζί του.
 
Κάτι τέτοιο όμως έρχεται σε αντίθεση με την κβαντική φυσική, η οποία υποστηρίζει πως διατηρούνται πάντοτε οι πληροφορίες. Έτσι, οι μαύρες τρύπες φέρνουν σε αντίθεση τις δύο βασικές θεωρίες της σύγχρονης φυσικής, οι οποίες θα μπορέσουν να «συμφιλιωθούν» μόνον αν βρεθεί πειστική λύση σε αυτό το πρόβλημα, το οποίο είναι γνωστό ως «παράδοξο της χαμένης πληροφορίας».
 
Μαζί με τους Μάλκομ Πέρι από το πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ και Άντριου Στόμινγκερ από το Χάρβαρντ, ο Χόκινγκ περιγράφει στο άρθρο έναν μηχανισμό που «απαντά» στο παράδοξο, αφού δείχνει πώς ενδεχομένως αποθηκεύονται οι πληροφορίες και «επιζούν». Κι αυτό γιατί, σύμφωνα με την εν λόγω θεωρία, οι μαύρες τρύπες δεν είναι… φαλακρές, αλλά έχουν «απαλά μαλλιά».
 
Με τον όρο αυτό, οι συγγραφείς του άρθρου περιγράφουν κβαντικά σωματίδια χωρίς μάζα, τα οποία περιβάλλουν τις μαύρες τρύπες, «κατοικώντας» στον ορίζοντα γεγονότων τους. Κατά συνέπεια, οι πληροφορίες της ύλης και του φωτός που απορροφώνται, αποθηκεύονται στον ορίζοντα γεγονότων από τα «απαλά μαλλιά».
 
Πιο συγκεκριμένα, όταν ένα φωτόνιο ή μία μάζα βρεθεί μέσα στον ορίζοντα γεγονότων μιας μαύρης τρύπας, διεγείρει τα «απαλά μαλλιά», διαταράσσοντας την κατάστασή τους με τέτοιο τρόπο ώστε οι πληροφορίες του να αποτυπωθούν σε αυτά.
 
Ακόμη όμως κι αν οι πληροφορίες αποθηκεύονται με αυτό τον τρόπο, πώς δεν εξαφανίζονται για πάντα με τον «θάνατο» της μαύρης τρύπας; Γι’ αυτό τον σκοπό, οι τρεις επιστήμονες επικαλούνται την ακτινοβολία Χόκινγκ, ένα φαινόμενο που προέβλεψε πρώτος ο Βρετανός, σύμφωνα με το οποίο οι μαύρες τρύπες εκπέμπουν φωτόνια, λόγω της κβαντικής αβεβαιότητας.
 
Συνεπώς, αυτή η εκπεμπόμενη ακτινοβολία είναι το «όχημα» που μεταφέρει τις πληροφορίες πίσω στο σύμπαν, με συνέπεια να καταφέρνουν τελικά να «επιζήσουν».
 
Όπως αναφέρουν πάντως οι τρεις φυσικοί, με τον συγκεκριμένο μηχανισμό δεν ισχυρίζονται πως έφτασαν να λύσουν το «παράδοξο της χαμένης πληροφορίας», αφού η θεωρία τους χρειάζεται να διασαφηθεί περισσότερο σε ορισμένα σημεία της. Ωστόσο, όπως υποστηρίζουν, κατέδειξαν μία σημαντική παράμετρο (τα «απαλά μαλλιά») που μέχρι σήμερα έλειπε από τις περιγραφές των μελανών οπών.

Το Εβραϊκό Ταλμούδ

Αποτέλεσμα εικόνας για βιβλίο ταλμούδ
Το Ταλμούδ είναι μια συλλογή εβραϊκών προφορικών νόμων και ραββινικών σχολιασμών που χρησιμοποιείται από τους Ορθόδοξους Εβραίους ακόμα και σήμερα ως συμπλήρωμα της Πεντατεύχου και περιέχει προφορικές παραδόσεις που καταγράφηκαν για πρώτη φορά γύρω στα 200 Κ.Χ. Περιέχει μερικές σκόρπιες αναφορές στον Ιησού, μία από τις οποίες είναι και η ακόλουθη:
 
Την παραμονή του Πάσχα ο Γεσού [1] απαγχονίστηκε. Για 40 μέρες πριν την εκτέλεση εστάλη ένας κήρυκας και διαλαλούσε: “Πρόκειται να λιθοβοληθεί επειδή έκανε μάγια και δελέασε τον Ισραήλ στην αποστασία. Όποιος μπορεί να πει κάτι υπέρ του, ας προσέλθει να ικετεύσει εκ μέρους του”. Αλλά επειδή δεν εμφανίστηκε τίποτα υπέρ του, απαγχονίστηκε την παραμονή του Πάσχα! [2] ― Ο Ούλλα είπε: “Νομίζετε ότι ήταν ένας για τον οποίον μια υπεράσπιση θα μπορούσε να σταθεί; Μήπως και δεν ήταν μεσίθ [=δελεαστής] για τους οποίους λέει η Γραφή “οὐκ ἐπιποθήσεις ἐπ᾿ αὐτῷ οὐδ᾿ οὐ μὴ σκεπάσῃς αὐτόν”; [Δευτ 13,9]. Με τον Γεσού όμως ήταν διαφορετικά, διότι είχε συνδέσεις με την κυβέρνηση [ή τη βασιλική οικογένεια, δηλ. είχε επιρροή].
Οι ραββίνοι μας δίδαξαν: Ο Γεσού είχε πέντε μαθητές: Τον Ματτάι, το Νακάι, το Νεζέρ, τον Μπουνί και τον Τοντά. Όταν έφεραν τον Ματτάι [ενώπιον του δικαστηρίου] είπαν [στους δικαστές] “Να εκτελεστεί ο Ματτάι; Δεν είναι γραμμένο, Ματτάι [πότε] ἥξω καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ; [Ψλμ 41,3] Τότε ανταπάντησαν: “Ναι, ο Ματτάι θα εκτελεστεί, αφού είναι γραμμένο όταν ο Ματτάι ἀποθανεῖται, καὶ ἀπολεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ. [Ψλμ 40,6] Όταν έφεραν το Νακάι τους είπε: “Να εκτελεστεί ο Νακάι. Δεν είναι γραμμένο, Νακάι, [ἀθῷον] καὶ δίκαιον οὐκ ἀποκτενεῖς; [Εξ 23,7] “Ναι”, ήταν η απάντηση, “ο Νακάι θα εκτελεστεί, αφού είναι γραμμένο πως ο Νακάι ἐν ἀποκρύφοις τοῦ ἀποκτεῖναι ἀθῷον. [Ψλμ 9,29]” Όταν έφεραν τον Νεζέρ, είπε: “Να εκτελεστεί ο Νεζέρ; Δεν είναι γραμμένο ἐξελεύσεται ράβδος [=νεζέρ] ἐκ τῆς ρίζης;” [Ησ 11,1] “Ναι”, είπανε, “ο Νεζέρ θα εκτελεστεί, αφού είναι γραμμένο πως σε πέταξαν από τον τάφο σου ως ζιζάνιο (=νεζέρ)” [3] Όταν έφεραν τον Μπουνί, είπε: “Να εκτελεστεί ο Μπουνί; Δεν είναι γραμμένο υἱὸς [=μπενί] πρωτότοκός;” [Εξ 4,22] “Ναι”, είπανε, “ο Μπουνί θα εκτελεστεί, αφού είναι γραμμένο ἐγὼ ἀποκτενῶ τὸν υἱόν σου [=μπινέ-κα] τὸν πρωτότοκον” [Εξ 4,23] Και όταν έφεραν τον Τοντά, τους είπε: “Να εκτελεστεί ο Τοντά; Δεν είναι γραμμένο Ψαλμὸς εἰς ἐξομολόγησιν [Ψλμ 99,1] Τοντά”; “Ναι,” απάντησαν, “ο Τοντά θα εκτελεστεί, αφού είναι γραμμένο “θυσία Τοντά αἰνέσεως δοξάσει με”. [Ψλμ 49,23]  
Βιβλίο Sanhedrin 43a Γεμαρά
(από το The Online Soncino Babylonian Talmud)

Ο Ebonmuse παραθέτει μόνο την πρώτη παράγραφο.
Το πρόβλημα με το Ταλμούδ είναι ότι δεν είναι αντικειμενική ιστορία, αλλά είναι πολέμιο κείμενο. Είναι προφανές ότι ο παραπάνω στίχος δεν είναι κάτι που όντως έγινε, αλλά η εβραϊκή απάντηση στην κατηγορία της Καινής Διαθήκης ότι η δίκη του Ιησού έγινε κρυφά και στα γρήγορα. Η όποια ιστορική αξία υπερκαλύπτεται από τη θεολογική προκατάληψη και αυτό ισχύει τόσο για τους Εβραίους που απαντούσαν σε χριστιανικές κατηγορίες, όσο και για τους Χριστιανούς που τις εξαπέλυαν. Όταν πλέον είχε ολοκληρωθεί η καταγραφή του Ταλμούδ, αιώνες μετά τον υποτιθέμενο θάνατο του Ιησού και μετά τον Ιουδαϊκό Πόλεμο που οδήγησε στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ και το διασκορπισμό του Εβραϊκού λαού στα πέρατα της οικουμένης, οι ραββίνοι του 3ου αιώνα δε ήταν σε θέση να αποδείξουν πως ουδέποτε υπήρξε Ιησούς (για να μην αναφέρουμε πως επιπλέον δεν είχαν τα ερμηνευτικά εργαλεία που θα τους επέτρεπε να το θεωρήσουν ως βιώσιμη πιθανότητα). Θα τους ήταν πολύ πιο εύκολο να δεχθούν τις ιστορίες και να τις αλλάξουν ώστε να υποστηρίζουν τη δική τους θέση και αυτό ακριβώς έκαναν.
 
Επιπλέον το Ταλμούδ είναι άχρηστο ως ιστορικό κείμενο όχι μόνο επειδή διαφέρει δραματικά από τις χριστιανικές περιγραφές των γεγονότων, αλλά επειδή το ίδιο το Ταλμούδ φάσκει και αντιφάσκει όταν αναφέρεται στον Ιησού. Θα παρατηρήσατε στο προηγούμενο χωρίο πως λέει πως ο Ιησούς κρεμάστηκε και δε σταυρώθηκε. Αλλού λέει πως πέθανε δια λιθοβολισμού και όχι στο Γολγοθά, αλλά στη Λύδδα και όχι από τους Ρωμαίους, αλλά τους Εβραίους. Κάποιοι στίχοι του Ταλμούδ αναφέρουν πως ήταν γιος Ρωμαίου στρατιώτη [αυτό το αναφέρει και ο Κέλσος στην επίθεσή του στο Χριστιανισμό και ο εν λόγω στρατιώτης ονοματίζεται ως “Πάνθηρας”, αλλά στα κείμενα που εντόπισα ένα παρεμφερές όνομα εμφανίζεται ως θηλυκό.], αλλού πως ήταν μάγος. Μία αναφορά τον θέλει να ζει την περίοδο των Μακκαβαίων το 100 π.Κ.Χ., ενώ μια άλλη λέει πως οι γονείς του ήταν σύγχρονοι ενός ραββίνου που έζησε το 2ο αιώνα. Αναφορές τόσο κατακερματισμένες και σε τόση ασυμφωνία μεταξύ τους μας δείχνουν πως το Ταλμούδ δεν έχει ιστορική αξιοπιστία. Αν περιέγραφε πραγματικά ιστορικά γεγονότα δε θα περιείχε τόσες αντιφάσεις. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι γράφτηκε πολύ αργά, το καθιστούν εξαιρετικά αδύναμο στοιχείο της ιστορικότητας του Ιησού.
 
Σχόλια
Το κείμενο του Ebonmuse για το Ταλμούδ είναι πολύ περιορισμένο και είναι κρίμα γιατί υπάρχουν αρκετά χωρία στο Ταλμούδ τα οποία είτε σχετίζονται με τον Ιησού ρητά, είτε έχουν υποτεθεί ότι μπορεί να αναφέρονται σ’αυτόν πλαγίως. Αν και η βασική του κριτική είναι εύλογη, το άρθρο είναι ελλιπές· κάτι που προσπάθησα να διορθώσω εγώ.
 
Ένα εκτενές άρθρο για το θέμα του Ιησού στο Ταλμούδ γράφτηκε από τον Dennis McKinsey το 1994 (μπορείτε να το διαβάσετε σ’αυτή την ιστοσελίδα), αλλά ακόμα και αυτό δεν περιλαμβάνει όλες τις εμφανίσεις του Ιησού στο Ταλμούδ, κυρίως λόγω του ότι μόνο το Βαβυλωνιακό Ταλμούδ έχει μεταφραστεί στα Αγγλικά (είναι διαθέσιμο από την ιστοσελίδα ”The Online Soncino Babylonian Talmud”). Πάντως ό,τι μπόρεσα να βρω και να επιβεβαιώσω ο ίδιος θα το βρείτε παρακάτω.
 

Άμεσες Αναφορές

Τα ακόλουθα χωρία αναφέρονται λίγο-πολύ άμεσα στον Ιησού ή χρησιμοποιούν το όνομά του (αν και σχεδόν πάντα ο χαρακτηρισμός “Ναζωραίος” αναφέρεται στο χειρόγραφο του Μονάχου).

Σε μη λογοκριμένες εκδόσεις σ’αυτό το σημείο ακολουθεί: “και όχι ανόμοια με τον Ραββί Γιοσούα γιος του Περαχιά, ο οποίος έδιωξε τον Ιησού (το Ναζωραίο) και με τα δύο χέρια.” 
Βιβλίο Sanhedrin 107b Γεμαρά, Υποσημείωση 13
Μόνο το χειρόγραφο του Μονάχου χρησιμοποιεί τον προσδιορισμό “Ναζωραίος” ή “Ναζαρηνός” (χωρίς το οποίο αυτό το χωρίο είναι παντελώς άχρηστο). Ο εν λόγω ραββίνος εμφανίζεται ξανά στο Sanhedrin 107b, όπου αναπτύσσεται περισσότερο και η σχέση του με αυτόν τον Ιησού.
 
Και τι απέγινε ο Ραββί Γιοσούα γιος του Περαχιά; — Όταν ο βασιλιάς Ιανναίος σκότωσε τους ραββίνους μας, ο Ραββί Γιοσούα γιος του Περαχιά (και ο Ιησούς) δραπέτευσαν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Όταν ηρέμησαν τα πράγματα, ο Συμεών γιος του Σετάχ του έστειλε μήνυμα: “Από εμένα, (Ιερουσαλήμ) την άγια πόλη, προς εσένα, Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (αδελφή μου). Ο σύζυγός μου βρίσκεται μαζί σου και είμαι απαρηγόρητη.” Σηκώθηκε, πήγε και βρήκε τον εαυτό του σε ένα συγκεκριμένο πανδοχείο, όπου του απέδωσαν μεγάλες τιμές. “Πόσο όμορφη είναι αυτή η Ακσάνια!” (η λέξη σημαίνει και το πανδοχείο και τον πανδοχέα. Ο Ραββί Γιοσούα το χρησιμοποίησε με την πρώτη έννοια· η απάντηση δείχνει ότι έγινε κατανοητό το δεύτερο). Τότε (ο Ιησούς) παρατήρησε, “Ραββί, τα μάτια της είναι στενά”. “Άθλιε”, τον επέπληξε, “με τέτοια περνάς τον καιρό σου;” Έβαλε να ηχήσουν 400 σάλπιγγες και τον αφόρισε. Εκείνος (ο Ιησούς) επέστρεψε πολλές φορές ενώπιόν του και τον παρακαλούσε, “Δέξου με!” Αλλά εκείνος τον αγνοούσε. Μια ημέρα εκείνος (ο Ραββί Γιοσούα) απήγγειλε τη Σέμα, όταν ο Ιησούς ήρθε ενώπιόν του. Είχε σκοπό να τον δεχθεί και του έκανε νόημα. Εκείνος (ο Ιησούς) νόμισε πως του έλεγε να φύγει και πήγε, έστησε όρθιο ένα τούβλο και το λάτρεψε. “Να μετανοήσεις”, του είπε (ο Ραββί Γιοσούα). Εκείνος απάντησε, “Αυτό έμαθα εγώ από εσένα: Εκείνος που αμαρτάνει και κάνει και άλλους να αμαρτήσουν, δεν έχει την πολυτέλεια της μετάνοιας”. Και ένας Διδάσκαλος είπε, “ο Ιησούς ο Ναζαρηνός ασχολήθηκε με μάγια και έκανε τον Ισραήλ να παραστρατήσει”. 
Βιβλίο Sanhedrin 107b Γεμαρά, Υποσημείωση 17
Αυτό το απόσπασμα περιέχει αρκετές λέξεις-κλειδιά για να τραβήξει την προσοχή ενός απολογητή πεινασμένου για ιστορική επιβεβαίωση. Εδώ έχουμε “Αίγυπτο”, “πανδοχείο”, “αμάρτημα” και φυσικά το όνομα “Ιησούς ο Ναζαρηνός” (Σημειωτέον πως ενώ και το χειρόγραφο της Φλωρεντίας και της Καρλσρούης αναφέρεται όντως σε έναν Ιησού, μόνο το χειρόγραφο του Μονάχου προσθέτει το “Ναζαρηνός”.)
 
Αυτό το κομμάτι όμως μας διδάσκει τα εξής για τον Ιησού:
  • Ήταν ραββίνος
  • Δραπέτευσε ως ενήλικας στην Αίγυπτο
  • Ήταν σύγχρονος του βασιλιά Ιανναίου, δηλαδή έζησε τον 1ο π.Χ. αιώνα (ο Ιανναίος βασίλευσε μεταξύ 103 και 76 π.Χ.)
  • Έκανε αμαρτήματα και έκανε κι άλλους να αμαρτήσουν
  • Λάτρευσε ένα τούβλο
Η ίδια ιστορία βρίσκεται σχεδόν πανομοιότυπη και στο βιβλίο Sotah, 47a.
 
Ο Όνκελος, ο γιος του Κολονίκου, ήταν γιος της αδελφής του Τίτου. Σκεφτόταν να μεταστραφεί στον Ιουδαϊσμό. Πήγε και ανέστησε τον Τίτο από τους νεκρούς με μαγεία και τον ρώτησε: “Ποιος είναι ο πιο διάσημος στον άλλο κόσμο;” Απάντησε: “Ο Ισραήλ”. “Τότε να πάω με το μέρος τους;” Είπε: “Οι θρησκευτικές τους υποχρεώσεις είναι δύσκολες και δε θα μπορέσεις να τις τελέσεις. Πήγαινε να τους επιτεθείς σε εκείνον τον κόσμο και θα μπορέσεις να βρεθείς στην κορυφή, καθώς είναι γραμμένο οἱ ἐχθροὶ αὐτῆς εὐθηνοῦσαν [Θρ 1,5]. Όποιος παρενοχλεί τον Ισραήλ γίνεται κορυφαίος. Τον ρώτησε: “Ποια είναι η τιμωρία σου [στον άλλο κόσμο];” Απάντησε: “Αυτό που αποφάσισα εγώ για τον εαυτό μου. Κάθε μέρα μαζεύονται οι στάχτες μου και με κρίνουνε και μετά με καίνε και οι στάχτες μου σκορπίζονται στις επτά θάλασσες.” Έπειτα πήγε και ανέστησε τον Βαλαάμ με ξόρκια. Τον ρώτησε: “Ποιος είναι διάσημος στον άλλο κόσμο;” Απάντησε: “Ο Ισραήλ”. “Τότε,” είπε, “μήπως να πάω με το μέρος τους;” Απάντησε: “οὐ προσαγορεύσεις εἰρηνικὰ αὐτοῖς καὶ συμφέροντα αὐτοῖς πάσας τὰς ἡμέρας σου εἰς τὸν αἰῶνα. [Δευτ 23,7]” Έπειτα ρώτησε: “Ποια είναι η τιμωρία σου;” Απάντησε: “Βράζω σε καυτό σπέρμα”. Τότε πήγε και ανέστησε με ξόρκια τον Ιησού. [4] Τον ρώτησε: “Ποιος είναι διάσημος στον άλλο κόσμο;” Απάντησε: “Ο Ισραήλ.” “Να πάω με το μέρος τους;” Απάντησε: “Να θέλεις το καλό τους και όχι το κακό τους. Όποιος τους αγγίζει, αγγίζει το μάτι του.” Είπε: “Ποια είναι η τιμωρία σου;” Απάντησε: “Βράζω σε καυτά περιττώματα, αφού κάποιος διδάσκαλος είπε ‘Όποιος χλευάζει τα λόγια των Σοφών τιμωρείται με το να βράζει σε καυτά περιττώματα’. Παρατήρησε τις διαφορές μεταξύ των αμαρτωλών του Ισραήλ και των προφητών των άλλων εθνών που λατρεύουν είδωλα. Έχει διδαχθεί: Παρατήρησε από αυτό το περιστατικό πόσο σοβαρό πράγμα είναι να ντροπιάσεις έναν άνθρωπο, γιατί ο Θεός συντάχθηκε με τον σκοπό του γιου του Κάμζα και κατέστρεψε τον Οίκο Του και έκαψε το Ναό Του. 
Βιβλίο Gittin 56b57a Γεμαρά
Προφανώς αυτό το χωρίο είναι καθαρά διδακτικό για τον αναγνώστη και δεν έχει βάση στην ιστορία (εκτός κι αν αρχίσουμε να λέμε πως μπορούμε να νεκραναστήσουμε κόσμο με μάγια και να πιάσουμε το κουτσομπολιό). Επίσης να παρατηρήσω πως αυτός που το έγραψε είχε ιδιαίτερη έφεση στο να σκαρφίζεται τιμωρίες προς γνώση και συμμόρφωση (Eww!)

Αναφώνησε: “Τον Ακιβά μου θύμησες”. Κάποτε περπατούσα στην πάνω αγορά της Σεπφώριδος, όταν συνάντησα έναν [από τους ακολούθους του Ιησού του Ναζαρηνού], ονόματι Ιακώβ από το Κεφάρ-Σεκανιά, [5] ο οποίος μου είπε: “Είναι γραμμένο στην Τορά σας οὐ προσοίσεις μίσθωμα πόρνης … εἰς τὸν οἶκον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου [Δευτ 23,19] Μπορούν τέτοια λεφτά να χρησιμοποιηθούν για την ανέγερση του καταλύματος ενός Αρχιερέα;” Σ’αυτό εγώ δεν απάντησα. Μου είπε εκείνος: “Έτσι διδάχθηκα [από τον Ιησού τον Ναζαρηνό:] Ἐκ μισθωμάτων πορνείας συνήγαγε καὶ ἐκ μισθωμάτων πορνείας συνέστρεψεν. [Μιχ 1,7] Από βρωμιά προήλθαν, σε βρωμιά ας γυρίσουν”. 
Βιβλίο ‘Abodah Zarah 17a Γεμαρά
Αυτό είναι από τα λίγα κομμάτια που δεν μπορεί να απορριφθεί ως γελοία προσπάθεια οικειοποίησης του Ταλμούδ. Βέβαια, το μόνο αξιόλογο τμήμα είναι εκεί που εμφανίζεται ένας “ακόλουθος του Ιησού” το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να σημαίνει άμεσο μαθητή, αλλά απλό προσήλυτο. Επιπλέον η συγκεκριμένη ρήση δε είναι αναγνωρίσιμη ως ρήση του Ιησού. Το όνομα του Ιησού αναφέρεται μόνο στο χειρόγραφο του Μονάχου. Αυτός Ιακώβ από το Κεφάρ-Σεκανιά πάντως ξαναεμφανίζεται:

Συνέβη κάποτε στον Μπεν Ντάμα, γιο της αδελφής του Ραββί Ισμαήλ, να τον τσιμπήσει φίδι και ο Ιακώβ, ντόπιος του Κεφάρ Σεκανιά, ήρθε να τον γιατρέψει, αλλά ο Ραββί Ισμαήλ δεν τον άφησε. Τότε ο Μπεν Ντάμα είπε, “Αδελφέ μου, Ραββί Ισμαήλ, άφησέ τον να με γιατρέψει. Θα απαγγείλω κι έναν στίχο από την Τορά [για να αποδείξω] ότι επιτρέπεται”. Δεν πρόλαβε όμως να τελειώσει το λόγο και η ψυχή του αποχώρησε και πέθανε. 
Βιβλίο ‘Abodah Zarah 27b Γεμαρά
Δεδομένου πως ο Ιακώβ εμφανίζεται ως οπαδός του Ιησού στο προηγούμενο χωρίο, έχουμε μια λογική αντίδραση του ραββίνου εδώ που δεν θέλει να του επιτρέψει να γιατρέψει τον ασθενή. Βέβαια δεν αναφέρεται αν είχε πρόθεση να τον γιατρέψει θαυματουργά ή με συμβατική ιατρική (γιατί υπάρχουν αναθέματα στο Ταλμούδ κατά της ίασης από ειδωλολάτρες).
 

Έμμεσες Αναφορές

Τα ακόλουθα χωρία αναφέρονται στον Ιησού είτε έμμεσα, είτε έχει θεωρηθεί πως αναφέρονται σ’αυτόν πλαγίως και συγκεκαλυμμένα (όπως το επόμενο, για παράδειγμα).

Και σκότωσαν τους βασιλείς της Μαδιάμ, πέρα από τους άλλους που είχαν σκοτωθεί … καὶ τὸν Βαλαὰμ υἱὸν Βεὼρ ἀπέκτειναν ἐν ρομφαίᾳ. [Αρ 31,8] Τι δουλειά είχε ο Βαλαάμ εκεί; — Ο Ραββί Ιωνάθαν είπε: Πήγε για να πάρει την ανταμοιβή του για τις 24.000 Ισραηλίτες, το χαμό των οποίων είχε κανονίσει. Ο Μαρ Ζουτρά γιος του Τοβία σχολίασε στο όνομα του ραββί: Αυτό λέει ο κόσμος, “Όταν η καμήλα πήγε να ζητήσει κέρατα, της κόψαν και τα αυτιά που είχε”. Και τον Βαλαάμ, το γιο του Βεόρ του μάντη [ἀπέκτειναν ἐν τῇ ροπῇ [Ναυή 13,22] ]. Μάντης; Αφού προφήτης ήτανε! — Ο Ραββί Ιωνάθαν είπε: Αρχικά ήταν προφήτης, αλλά έπειτα μάντης [υποβιβάστηκε, δηλαδή]. Ο Ραββί Παπά παρατήρησε: Αυτό λέει ο κόσμος, “Αυτή που ήταν απόγονος πριγκήπων και αξιωματούχων, έκανε την πόρνη στους μαραγκούς”. Όντως τα τέκνα του Ισραήλ σκότωσαν με ξίφος αυτούς που σκότωσαν. Ο ραββί είπε: Τον υπέβαλαν σε τέσσερις θανάτους· λιθοβολισμό, κάψιμο, αποκεφαλισμό και στραγγαλισμό. Κάποιος μιν [=αιρετικός] είπε στον Ραββί Χανινά: Άκουσες πόσων ετών ήταν ο Βαλαάμ; — Απάντησε: Δεν είναι γνωστό, αλλά αφού είναι γραμμένο πως οι αιματοβαμμένοι και απατεώνες δε θα ζήσουν πάνω από τις μισές τους μέρες, [Ψλμ 54,24] [6] [είναι λογικό ακόλουθο] πως ήταν 33 ή 34 ετών. Ξαναμπήκε στη συζήτηση: Σωστά μίλησες. Εγώ προσωπικά είδα το Ημερολόγιο του Βαλαάμ, στο οποίο ήταν γραμμένο “ο Βαλαάμ ο χωλός ήταν 30 ετών όταν τον σκότωσε ο Φινέας ο Ληστής”. 
Βιβλίο Sanhedrin 106a Γεμαρά
Αυτό το κομμάτι είναι ελαφρώς πιο κατανοητό γιατί θεωρείται από μερικούς ότι αναφέρεται στον Ιησού. Έχει αρκετές λέξεις-κλειδιά που θα τραβούσαν το μάτι ενός Χριστιανού. Λέξεις όπως “προφήτης”, “μαραγκός”, “33 ετών” αμέσως δημιουργούν συνειρμούς. Βέβαια, αγνοώντας το όνομα για την ώρα, αυτό το κομμάτι μας λέει για τον Ιησού:
  • Οδήγησε στο χαμό 24.000 Ισραηλίτες
  • Πέθανε με ξίφος, αλλά ίσως και με λιθοβολισμό, κάψιμο, αποκεφαλισμό και στραγγαλισμό (πώς γίνεται όλα μαζί, άγνωστο. Ενδεχομένως να εννοείται “ή” και όχι “και” στο κείμενο)
  • Ο πατέρας του ήταν μάντης
  • Η μάνα του ήταν από ευγενή γενιά
  • Η μάνα του κατέληξε να κάνει την πόρνη
  • Κρατούσε ημερολόγιο
  • Ήταν χωλός
  • Πέθανε γύρω στα 30
  • Τον σκότωσε ένας ληστής
Δεν υπάρχει τίποτε κοινό με την ευαγγελική περιγραφή του Ιησού. Προφανώς το Ταλμούδ θα περιείχε συκοφαντίες για τον Ιησού, αλλά εδώ το μόνο στοιχείο που ταιριάζει είναι ότι πέθαναν και οι δύο γύρω στα 30. Αν αφαιρεθούν και τα “συκοφαντικά” στοιχεία, το μόνο που μένει είναι ότι είχε μάνα ευγενή, πατέρα μάγο και ήταν υπεύθυνος για το θάνατο χιλιάδων· μια περιγραφή που απλά δεν μπορεί να αποδοθεί στον Ιησού.
 
Ο Herford πάντως θέλει τον Βαλαάμ να εμφανίζεται στο Ταλμούδ ως προτύπωση του Ιησού (διόλου απίθανο).

Και αυτό έκαναν στον γιο της Στάντα στη Λύδδα και τον κρέμασαν την παραμονή του Πάσχα. Ο γιος του Στάντα ήταν ο γιος της Πάντιρα; Ο Ραββί Χισδά είπε: Ο σύζυγος ήταν ο Στάντα, η ερωμένη η Πάντιρα. Αλλά δεν ήταν ο σύζυγος ο Πάππος ο γιος του Ιούδα; — Το όνομα της μητέρας του ήταν Στάντα. Αλλά μητέρα του ήταν η Μίριαμ, μια κομμώτρια; [megaddela neshayia] — Όπως λένε στην Πουμπαντίθα, αυτή η γυναίκα έφυγε από το σύζυγό της. [διέπραξε μοιχεία, δηλαδή] 
Βιβλίο Sanhedrin 67a Γεμαρά, Υποσημείωση 12
Το χωρίο αυτό προσωπικά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αναφέρεται σε απολογητικές πηγές. Δεν ταιριάζει τίποτα· ούτε ονόμα, ούτε τοποθεσία, ούτε τρόπος θανάτου. Φροντίζει να μας ενημερώσει βέβαια, για το ζήτημα, ο εκδότης του βιβλίου, καθώς το παραπάνω σχόλιο συνεχίζει.
 
Αναφέρεται στις υποσημειώσεις πως ο T. Herford, στο βιβλίο του “Ο Χριστιανισμός στο Ταλμούδ” (σελ.37) θεωρεί πως αυτός ο Μπεν Στάντα είναι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ. Συνδέει δε το όνομα αυτό με τον όρο “seditious” (=που προκαλεί αναστάτωση) και θεωρεί πως σχετίζεται με τον “Αιγύπτιο” (Πρξ 21,37-39, [7] Ιώσηπος, Εβρ.Αρχ. XX.8.6 [8]) που έλεγε πως ήταν προφήτης και οδήγησε τους ακολούθους του στο Όρος των Ελαιών, απ’όπου και τον εκδίωξε ο Επίτροπος Φήλιξ και ο οποίος αργότερα μπορεί να μπερδεύτηκε με τον Ιησού. Ο εκδότης δικαίως λέει πως αυτό αγνοεί τα στοιχεία του ίδιου του Ταλμούδ, αφού αναφέρεται πως ο Πάππος του Ιούδα έζησε κοντά 100 χρόνια μετά τον Ιησού (Git. 90a). Το όνομα της μητέρας του σίγουρα δεν είναι αξιοσημείωτο, ενώ το “megaddela neshayia” ενδεχομένως να δημιούργησε κάποια σύγχυση με τη Μαρία της Μαγδαληνή.
 
Είναι γενικά αποδεκτό πάντως πως το χωρίο αυτό αναφέρεται στην εκτέλεση κάποιου ψευδοπροφήτη κατά το 2ο αιώνα στη Λύδδα.
 
Παρόμοιο είναι και το ακόλουθο χωρίο, παραλλαγή του παραπάνω:

Ήταν όμως γιος του Στάντα; Σίγουρα ήταν γιος της Πάντιρα. — Είπε ο Ραββί Χισδά: Ο σύζυγος ήταν ο Στάντα, η ερωμένη η Πάντιρα. Αλλά ο σύζυγος ήταν ο Πάππος ο γιος του Ιούδα; — Η μητέρα του ήταν η Στάντα. Αλλά η μητέρα του ήταν η Μίριαμ η κομμώτρια; — Είναι όπως λέμε εμείς στην Πουμπεντίθα: Αυτή ήταν άπιστη στο σύζυγό της.
Βιβλίο Shabbath 104b Γεμαρά, Υποσημείωση 19

Ο βλάσφημος τιμωρείται μόνο αν πει το [θείο] όνομα. Ο Ραββί Γιοσουά Μπαρ Καρά είπε: Όλη την ημέρα [της δίκης] οι μάρτυρες εξετάζονται χρησιμοποιώντας υποκατάστατο για το θείο όνομα, οπότε “είθε ο JOSE να πατάξει τον JOSE”. [9] Όταν η δίκη τελείωσε, ο κατηγορούμενος δεν εκτελέστηκε βάσει αυτών των στοιχείων, αλλά όλοι απομακρύνθηκαν [από το δικαστήριο] και στον κύριο μάρτυρα είπαν [οι δικαστές] “Πες επακριβώς τι άκουσες”. Τότε το έκανε [χρησιμοποιώντας το θείο όνομα]. Οι δικαστές τότε σηκώθηκαν και έσχισαν τα ρούχα τους· το σχίσιμο αυτό δεν έπρεπε να ξαναραφτεί. Ο δεύτερος μάρτυρας είπε: “Και εγώ τα ίδια άκουσα” [αλλά χωρίς να πει το θείο όνομα] και ο τρίτος είπε: “Και εγώ έτσι άκουσα”. 
Βιβλίο Sanhedrin 55b56a Μισνά
Αυτό το απόσπασμα από το Ταλμούδ είναι ιδιαίτερα παράξενο. Αν δε σας έλεγα πως χρησιμοποιείται ως αναφορά του Ιησού, ούτε που θα πήγαινε το μυαλό σας. Όπως αναφέρεται και σε μια υποσημείωση στο κυρίως κείμενο, η αναφορά αυτή είναι για τη δίκη με κατηγορία βλασφημίας ενός προφανώς Χριστιανού που ακούστηκε να λέει πως ο JOSE μπορεί να πατάξει τον JOSE. Υποτίθεται πως το πρώτο JOSE αντικαθιστά το όνομα του Ιησού και το δεύτερο το Θεό· είπε δηλαδή πως ο Ιησούς είναι ισχυρότερος από το Θεό (το οποίο ήταν διαδεδομένη άποψη μεταξύ των Εβραίων Χριστιανών της εποχής). Βέβαια, πως μπορεί αυτό να χρησιμοποιηθεί ως ιστορική απόδειξη της ύπαρξης του Ιησού, ακόμα δεν έχω καταλάβει.
 
Είπε ο Ραββί Συμεών Μπαρ Άζαϊ: Βρήκα έναν κύλινδρο με γενεαλογικά αρχεία στην Ιερουσαλήμ και μέσα ήταν γραμμένο πως ο τάδε είναι μπάσταρδος [έχοντας γεννηθεί] από [την παράνομη ένωση με] μια παντρεμένη γυναίκα, το οποίο επιβεβαιώνει την άποψη του Ραββί Γιοσούα. 
Βιβλίο Yebamoth 49a Μισνά
Σηκώνω τα χέρια ψηλά. Τι συμπέρασμα να βγάλει κανείς εδώ. Μου αρέσει που καταγράφηκε κιόλας, αυτό στο Ταλμούδ. Το τμήμα αυτό δε λέει απολύτως τίποτα (εκτός από το ότι κάποτε στα Ιεροσόλυμα γεννήθηκε ένα μπάσταρδο – συγκλονιστικό!)
 

Λοιπές Αναφορές

Ακολουθεί ένας πίνακας με σταχυολογημένα χωρία από το άρθρο της Wikipedia για τον Ιησού στο Ταλμούδ. Επειδή προέρχονται από πηγές που δεν έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, δεν μπορώ να εγγυηθώ για την ακρίβεια των στοιχείων. Ο πίνακας συμπληρώνεται με τη λίστα των χωρίων που εμφανίζονται στο άρθρο, για να έχετε μια πλήρη λίστα με τις εμφανίσεις του Ιησού στο Ταλμούδ.
 
Τα αρχικά μπροστά από το όνομα του βιβλίου αναφέρεται στην πηγή, όπως φαίνονται παρακάτω:
  • B = Βαβυλωνιακό Ταλμούδ (תלמוד בבלי) Συλλογή ραββινικής προφορικής παράδοσης που κατεγράφη μεταξύ 3ου και 5ου αι. μ.Χ.
  • J = Ταλμούδ της Ιερουσαλήμ (תַּלְמוּד יְרוּשָׁלְמִי‎) Συλλογή ραββινικής προφορικής παράδοσης του 2ου αι. μ.Χ. που κατεγράφη περί τα 350-400 μ.Χ.
  • Q = Κοχελέθ Ραμπά (קהלת רבה) = Βιβλίο σχολίων επί του βιβλίου του Εκκλησιαστή (Κοχελέθ). Σύνθεση μεταξύ 6ου και 8ου αι. μ.Χ.
  • T = Τοσεφτά (תוספתא) = Προσθήκες / Παράρτημα. Συλλογή προφορικών νόμων που συμπληρώνει τη Μισνά.
ΒΙΒΛΙΟ & ΧΩΡΙΟΚΕΙΜΕΝΟΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ
ή ΕΚΔΟΣΗ
J ‘Abodah Zarah2:2/7κάποιος … του ψιθύρισε εν ονόματι του Ιησού γιου της Πάντερα.Βενετίας
J ‘Abodah Zarah2:2/12Ο Ιακώβ … ήρθε να τον γιατρέψει. Του είπε: θα σου μιλήσουμε εν ονόματι του Ιησού γιου της Πάντερα.Βενετίας
J Shabboth14:4/8κάποιος … του ψιθύρισε εν ονόματι του Ιησού γιου της Πάντερα.
J Shabboth14:4/13Ο Ιακώβ … ήρθε εν ονόματι του Ιησού Πάντερα για να τον γιατρέψει.
Q1:8(3)Ο Ιακώβ … ήρθε να τον γιατρέψει εν ονόματι του Ιησού γιου της Πάντερα
Q1:8(3)Ο Ιακώβ … ήρθε να τον γιατρέψει εν ονόματι του Ιησού γιου της ΠάντεραΒατικανού 291
Οξφόρδης 164
Pesaro 1519
Q1:8(3)Μου είπε μία λέξη εν ονόματι του Ιησού γιου της ΠάντεραΒατικανού 291
Οξφόρδης 164
Pesaro 1519
T Hullin2:22fΉρθε ο Ιακώβ … να τον γιατρέψει εις το όνομα του Ιησού, γιου της ΠάντεραΛονδίνου
Βιέννης
T Hullin2:24Μου είπε λόγο αιρετικό εν ονόματι του Ιησού γιου της Πάντιρι
B ‘Abodah Zarah17a[…] Κάποτε περπατούσα στην πάνω αγορά της Σεπφώριδος, όταν συνάντησα έναν [από τους ακολούθους του Ιησού του Ναζαρηνού], ονόματι Ιακώβ από το Κεφάρ-Σεκανιά […]
B ‘Abodah Zarah27bΣυνέβη κάποτε στον Μπεν Ντάμα, γιο της αδελφής του Ραββί Ισμαήλ, να τον τσιμπήσει φίδι και ο Ιακώβ, ντόπιος του Κεφάρ Σεκανιά, ήρθε να τον γιατρέψει, αλλά ο Ραββί Ισμαήλ δεν τον άφησε. […]
B Gittin56b-57a[…] Τότε πήγε και ανέστησε με ξόρκια τον Ιησού […]Μονάχου
Βατικανού
B Sanhedrin43aΤην παραμονή του Πάσχα ο Γεσού απαγχονίστηκε. […] Οι ραββίνοι μας δίδαξαν: Ο Γεσού είχε πέντε μαθητές […]
B Sanhedrin55b-56a[…] “Πες επακριβώς τι άκουσες”. Τότε το έκανε [χρησιμοποιώντας το θείο όνομα]. Οι δικαστές τότε σηκώθηκαν και έσχισαν τα ρούχα τους· το σχίσιμο αυτό δεν έπρεπε να ξαναραφτεί. […]
B Sanhedrin67a[…] Αλλά μητέρα του ήταν η Μίριαμ, μια κομμώτρια; — Όπως λένε στην Πουμπαντίθα, αυτή η γυναίκα έφυγε από το σύζυγό της.
B Sanhedrin106[…] Πήγε για να πάρει την ανταμοιβή του για τις 24.000 Ισραηλίτες, το χαμό των οποίων είχε κανονίσει. […] ο Βαλαάμ ο χωλός ήταν 30 ετών όταν τον σκότωσε ο Φινέας ο Ληστής”.
B Sanhedrin107bκαι όχι ανόμοια με τον Ραββί Γιοσούα γιος του Περαχιά, ο οποίος έδιωξε τον Ιησού (το Ναζωραίο) και με τα δύο χέρια.Μονάχου
B Sanhedrin
B Sotah
107b
47a
[…] Τότε (ο Ιησούς) παρατήρησε, “Ραββί, τα μάτια της είναι στενά”. “Άθλιε”, τον επέπληξε, “με τέτοια περνάς τον καιρό σου;” […]Φλωρεντίας
Καρλσρούης
Μονάχου
B Shabbath104b[…] Αλλά η μητέρα του ήταν η Μίριαμ η κομμώτρια; — Είναι όπως λέμε εμείς στην Πουμπεντίθα: Αυτή ήταν άπιστη στο σύζυγό της.
B Yebamoth49a[…] Βρήκα έναν κύλινδρο με γενεαλογικά αρχεία στην Ιερουσαλήμ και μέσα ήταν γραμμένο πως ο τάδε είναι μπάσταρδος […]
 
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1
Το χειρόγραφο του Μονάχου προσθέτει “ο Νασαρηνός”
2
Το φλωρεντιανό χειρόγραφο προσθέτει “και παραμονή του Σαββάτου”
3
Αυτό προέρχεται από το Ησ 14,19, αλλά το συγκεκριμένο τμήμα δεν υπάρχει στη μετάφραση των Ο΄.
4
Το “Ιησούς” αναφέρεται στα χειρόγραφα του Μονάχου και του Βατικανού. Το χειρόγραφο του Βίλνιους αναφέρεται σε “αμαρτωλούς του Ισραήλ”.
5
Στα σχόλια του Soncino Babylonian Talmud αναφέρεται πως ο Ιακώβ αυτός μπορεί να εννοείται είτε ο Ιάκωβος του Αλφαίου, είτε ο Ιάκωβος ο Μικρός.
6
ἄνδρες αἱμάτων καὶ δολιότητος οὐ μὴ ἡμισεύσωσι τὰς ἡμέρας αὐτῶν (Ψλμ 54,24)
7
37 μέλλων τε εἰσάγεσθαι εἰς τὴν παρεμβολὴν ὁ Παῦλος λέγει τῷ χιλιάρχῳ· Εἰ ἔξεστί μοι εἰπεῖν τι πρός σε; ὁ δὲ ἔφη· Ἑλληνιστὶ γινώσκεις; 38 οὐκ ἄρα σὺ εἶ ὁ Αἰγύπτιος ὁ πρὸ τούτων τῶν ἡμερῶν ἀναστατώσας καὶ ἐξαγαγὼν εἰς τὴν ἔρημον τοὺς τετρακισχιλίους ἄνδρας τῶν σικαρίων; 39 εἶπε δὲ ὁ Παῦλος· Ἐγὼ ἄνθρωπος μέν εἰμι Ἰουδαῖος Ταρσεὺς, τῆς Κιλικίας οὐκ ἀσήμου πόλεως πολίτης· δέομαι δέ σου, ἐπίτρεψόν μοι λαλῆσαι πρὸς τὸν λαόν. (Πρξ 21,37-39)
8
167 Τὰ μὲν οὖν τῶν λῃστῶν ἔργα τοιαύτης ἀνοσιότητος ἐπλήρου τὴν πόλιν, οἱ δὲ γόητες καὶ ἀπατεῶνες ἄνθρωποι τὸν ὄχλον ἔπειθον αὐτοῖς εἰς τὴν ἐρημίαν ἕπεσθαι: 168 δείξειν γὰρ ἔφασαν ἐναργῆ τέρατα καὶ σημεῖα κατὰ τὴν τοῦ θεοῦ πρόνοιαν γινόμενα. καὶ πολλοὶ πεισθέντες τῆς ἀφροσύνης τιμωρίας ὑπέσχον: ἀναχθέντας γὰρ αὐτοὺς Φῆλιξ ἐκόλασεν. 169 ἀφικνεῖται δέ τις ἐξ Αἰγύπτου κατὰ τοῦτον τὸν καιρὸν εἰς Ἱεροσόλυμα προφήτης εἶναι λέγων καὶ συμβουλεύων τῷ δημοτικῷ πλήθει σὺν αὐτῷ πρὸς ὄρος τὸ προσαγορευόμενον ἐλαιῶν, ὃ τῆς πόλεως ἄντικρυς κείμενον ἀπέχει στάδια πέντε: 170 θέλειν γὰρ ἔφασκεν αὐτοῖς ἐκεῖθεν ἐπιδεῖξαι, ὡς κελεύσαντος αὐτοῦ πίπτοι τὰ τῶν Ἱεροσολυμιτῶν τείχη, δι᾽ ὧν καὶ τὴν εἴσοδον αὐτοῖς παρέξειν ἐπηγγέλλετο. 171 Φῆλιξ δ᾽ ὡς ἐπύθετο ταῦτα, κελεύει τοὺς στρατιώτας ἀναλαβεῖν τὰ ὅπλα καὶ μετὰ πολλῶν ἱππέων τε καὶ πεζῶν ὁρμήσας ἀπὸ τῶν Ἱεροσολύμων προσβάλλει τοῖς περὶ τὸν Αἰγύπτιον, καὶ τετρακοσίους μὲν αὐτῶν ἀνεῖλεν, διακοσίους δὲ ζῶντας ἔλαβεν. 172 ὁ δ᾽ Αἰγύπτιος αὐτὸς διαδρὰς ἐκ τῆς μάχης ἀφανὴς ἐγένετο. πάλιν δ᾽ οἱ λῃσταὶ τὸν δῆμον εἰς τὸν πρὸς Ῥωμαίους πόλεμον ἠρέθιζον μηδὲν ὑπακούειν αὐτοῖς λέγοντες, καὶ τὰς τῶν ἀπειθούντων κώμας ἐμπιπράντες διήρπαζον.
9
Το “JOSE” είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται στο κείμενο για να αντικαταστήσει το όνομα του Θεού, που είναι λέξη-ταμπού στον Ιουδαϊσμό και απαγορεύεται να εκφέρεται. Ενδιαφέρον είναι ότι όχι μόνο αποτελείται από 4 γράμματα, όπως και το κανονικό όνομα του Θεού, αλλά έχει και την ίδια αριθμολογική αξία βάσει του εβραϊκού αλφαβήτου. (βλ. και εδώ)

Μανιτάρι “καταβροχθίζει” πλαστικό!

Γεμίζουμε τον κόσμο με πλαστικό και το περιβάλλον δεν αντέχει άλλη ρύπανση… Μια ομάδα επιστημόνων αναρωτήθηκε αν υπήρχε μια λύση στο πλαστικό μας πρόβλημα στη φύση και βρήκαν πραγματικά έναν μύκητα του εδάφους που “καταβροχθίζει” τα πλαστικά! Οι σημερινές μας λύσεις για την αντιμετώπιση της πλαστικής ρύπανσης δεν λειτουργούν καλά. Δεν ανακυκλώνονται δυστυχώς όλα τα πλαστικά και μολύνουν τους χώρους υγειονομικής ταφής και τους ωκεανούς.

Ο επιστήμονας Sehroon Khan αναφέρει σχετικά: «Θέλαμε να βρούμε λύσεις που ήδη υπάρχουν στη φύση, αλλά η εύρεση μικροοργανισμών που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την πλαστική ρύπανση δεν είναι εύκολη». Ο Khan, βασικός συγγραφέας σε μελέτη που δημοσιεύτηκε φέτος στο περιοδικό Environmental Pollution, είπε ότι πήρε δείγματα από μια χωματερή στο Ισλαμαμπάντ του Πακιστάν “για να δει εάν κάποιος οργανισμός τρώει πλαστικό με τον ίδιο τρόπο που άλλοι τρέφονται με νεκρά φυτικά ή ζωικά υλικά”.

Και απέδειξε ότι υπήρχε ένας τέτοιος οργανισμός: ο μύκητας Aspergillus tubingensis. Εργαστηριακές δοκιμές έδειξαν ότι μπορεί να αναπτυχθεί στην επιφάνεια του πλαστικού, όπου εκκρίνει ένζυμα τα οποία διασπούν χημικούς δεσμούς μεταξύ των πολυμερών. Μάλιστα ο μύκητας κάνει τη δουλειά γρήγορα – μέσα σε λίγες εβδομάδες μπορεί να διασπάσει τα πλαστικά που διαφορετικά θα παραμείνουν στο περιβάλλον για χρόνια. Παράγοντες όπως η θερμοκρασία και το επίπεδο του pH μπορεί να επηρεάσουν την αποδοτικότητά του στο πλαστικό, αλλά οι ερευνητές λένε ότι βρούμε τις βέλτιστες συνθήκες, ίσως θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον μύκητα, για παράδειγμα, σε μονάδες επεξεργασίας αποβλήτων

O Hegel για τον Σωκράτη

1. «Ο Σωκράτης δεν είναι μόνο η πιο σπουδαία μορφή στην ιστορία της φιλοσοφίας –η πιο ενδιαφέρουσα στη φιλοσοφία της αρχαιότητας– αλλά επίσης και ένα κοσμοϊστορικό πρόσωπο».

2. «Κατ’ αρχάς προσέλαβε το αγαθό μόνο στην ιδιαίτερη σημασία του πρακτικού: πρέπει να επιδεικνύω φροντίδα για ό,τι οφείλει να αποτελεί για μένα την ουσία της πράξης».

3. «Υπό μια ανώτερη σημασία δέχτηκαν το αγαθό ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης: το αγαθό είναι το καθολικό, δεν είναι μόνο για μένα· δεν είναι παρά μια μορφή, ένας τρόπος της Ιδέας, η Ιδέα που καθοδηγεί τη βούληση. Σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο, οι Ίωνες επινόησαν τη φυσική φιλοσοφία, ο Σωκράτης την ηθική και ο Πλάτων προσέθεσε τη διαλεκτική».

4. «Η φιλοσοφική του δράση συνυφαίνεται στενά με τη ζωή του· το πεπρωμένο του είναι σε ενότητα με τις αρχές του και είναι ύψιστα τραγικό. Είναι τραγικό όχι με το επιφανειακό νόημα της λέξης, όπως αποκαλούμε τραγική εκείνη τη συμφορά, όταν κάποιος αποθνήσκει ή εκτελείται· τούτο είναι θλιβερό, αλλά όχι τραγικό».

5. «Ιδιαίτερα αποκαλούμε τραγικό αυτό, όταν η συμφορά, ο θάνατος πλήττει ένα αξιοσέβαστο άτομο, όταν ένα άτομο υφίσταται τα πάνδεινα ενώ είναι αθώο, όταν πέφτει θύμα αδικίας. Έτσι λέμε για τον Σωκράτη: αν και αθώος, καταδικάστηκε σε θάνατο· και αυτό είναι τραγικό.

6. «Το πεπρωμένο του δεν είναι απλώς το προσωπικό του, ατομικά ρομαντικό του πεπρωμένο, αλλά η τραγωδία της Αθήνας, η τραγωδία της Ελλάδας που παίζεται εδώ, που έρχεται να παρασταθεί στο πρόσωπο του Σωκράτη».

7. «Τις ως επί το πλείστον τυχαίες σχέσεις του προς το κράτος τις καλλιέργησε μόνο στα όρια της κοινής αίσθησης για τα καθήκοντά του ως πολίτη, χωρίς βέβαια να κάνει αυθόρμητα τις υποθέσεις του κράτους όντως κύρια απασχόλησή του και να συμπιεσθεί στην κορυφή των δημοσίων υποθέσεων. Η αυθεντική απασχόληση της ζωής του ήταν το κοινωνικά ηθικό φιλοσοφείν με τον καθένα που βρισκόταν στο δρόμο του».

8. «Έζησε ανάμεσα στους συμπολίτες του και στέκεται ενώπιόν μας απόλυτα συνεπής, όπως ένα τέλειο κλασικό έργο τέχνης που πέτυχε να φτάσει στο ύψος της τελειότητας. Τέτοια άτομα δεν κατασκευάζονται, αλλά έχουν αυτο-δια-μορφωθεί, σε αυτό που είναι, αυτόνομα· έχουν γίνει ό,τι θέλησαν να γίνουν και έμειναν πιστοί σ’ αυτό».

9. «Σε ένα αυθεντικό έργο τέχνης το χαρακτηριστικό σημείο είναι ότι έχει παραχθεί και παρασταθεί κάποια ιδέα, ένας χαρακτήρας, έτσι ώστε κάθε γνώρισμα να είναι προσδιορισμένο από την ιδέα τούτη· το έργο τέχνης, από τη μια πλευρά, είναι ζωντανό, από την άλλη ωραίο, γιατί η ύψιστη ομορφιά είναι ακριβώς η τελειότερη πραγματοποίηση όλων των πλευρών της ατομικότητας. Τέτοια έργα τέχνης είναι επίσης οι μεγάλοι άνδρες εκείνης της εποχής».

10. «Ο Σωκράτης ήταν ένα υπόδειγμα ηθικών αρετών: σοφία, σεμνότητα, εγκράτεια, μετριοπάθεια, δικαιοσύνη, ανδρεία, σθεναρότητα, σταθερή αίσθηση της νομιμότητας απέναντι στους τυράννους και τον δῆμο [ελλην. στο πρωτότυπο], μακριά από απληστία και αρχομανία. Ήταν ένα ήρεμο, ευσεβές σύμβολο αρετής».

11. «Η μετριοπάθεια που επιδείκνυε στη ζωή του είναι εξίσου δύναμη της συνείδησης· όχι μια αρχή που έχει κατασκευασθεί ή επινοηθεί, αλλά η εναρμόνισή του με τις περιστάσεις· στην παρέα ήταν αβροδίαιτος με τους άλλους. Η αυτοσυγκράτησή του ως προς το κρασί ηχεί καλύτερα στην περιγραφή που μας δίνει ο Πλάτων στο Συμπόσιο· σε μια πολύ χαρακτηριστική σκηνή βλέπουμε τι αποκαλούσε αρετή ο Σωκράτης».

12. «Στον Πλάτωνα εμφανίζεται ο Αλκιβιάδης σε ένα συμπόσιο που οργάνωσε ο Αγάθων με την ευκαιρία μιας νίκης της τραγωδίας του την προηγούμενη ημέρα στις γιορτές. Η συντροφιά είχε πιει πολύ τη δεύτερη ημέρα του συμποσίου. Γι’ αυτό, οι συγκεντρωμένοι φιλοξενούμενοι, μεταξύ των οποίων και ο Σωκράτης, πήραν την απόφαση αυτό το βράδυ, σε αντίθεση με το έθος των ελληνικών συμποσίων, να πιουν ελάχιστα. Ο Αλκιβιάδης που διαπιστώνει ότι βρέθηκε ανάμεσα σε νηφάλιους και πως κανείς δεν είχε την ίδια διάθεση με αυτόν, αναγορεύει τον εαυτό του σε άρχοντα του συμποσίου και προσφέρει στους άλλους το κύπελλο, για να τους φέρει στο ύψος της δικής του μέθης· αλλά για τον Σωκράτη λέει ότι δεν μπορεί να τον καταφέρει, γιατί παραμένει όπως είναι, ακόμη και αν πιει πολύ. Ύστερα, ο Πλάτων βάζει τον άνθρωπο που διηγείται τους λόγους του Συμποσίου να λέει ότι ο Αλκιβιάδης με τους άλλους στο τέλος αποκοιμήθηκαν στον καναπέ· όταν δε ξύπνησε το πρωί, ο Σωκράτης με το κύπελλο στο χέρι συζητούσε ακόμα με τον Αριστοφάνη και τον Αγάθωνα για την κωμωδία και την τραγωδία και για το εάν ένας άνθρωπος μπορεί να είναι συγχρόνως τραγωδοποιός και κωμωδιογράφος. Έπειτα πήγε τη συνηθισμένη ώρα στον δημόσιο τόπο, στο γυμνάσιο, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, και εκεί φιλοσόφησε όλη την ημέρα όπως πάντα».

13. «Αυτό δεν είναι μετριοπάθεια, που έχει να κάνει με τη λιγότερο πιθανή απόλαυση, ούτε μια σκόπιμη νηφαλιότητα και αυτοστέρηση, αλλά μια δύναμη της συνείδησης, που διατηρεί τον ίδιο τον εαυτό της σε ό,τι της επιβάλλει το σώμα. Από εδώ βλέπουμε πως δεν πρέπει να σκεφτόμαστε τον Σωκράτη ολοσχερώς με τον τρόπο της λιτανείας της ηθικής αρετής».

14. «Σχετικά με ό,τι αποκαλούμε συμπεριφορά ήταν όχι μόνο δίκαιη, αληθινή, ειλικρινής, έντιμη και χωρίς τραχύτητα, αλλά σ’ αυτόν αποτέλεσε κι ένα παράδειγμα της πιο ολοκληρωμένης αττικής ευγένειας. Στον Ξενοφώντα και ιδιαίτερα στον Πλάτωνα τον βλέπουμε να κινείται στις πιο ελεύθερες θέσεις, να έχει μια ανυπόκριτη ομιλητικότητα που είναι πάντοτε συνετή και η οποία, επειδή διακρίνεται για μια εσωτερική καθολικότητα, συγχρόνως καλλιεργεί πάντα τη σωστή, ζωντανή, ελεύθερη σχέση προς τα άτομα και προς την κατάσταση, εντός της οποίας λειτουργεί».

M. HEIDEGGER: Οικοδομείν, Οικείν, Σκέπτεσθαι

H αθλιότητα της ανεστιότητας και το έργο της σκέψης
                    
Μια γενική βάση για τις σκέψεις που θα ακολουθήσουν αποτελεί το κείμενο του Heidegger που φέρει τον τίτλο: Οικοδομείν, Οικείν, Σκέπτεσθαι (Bauen, Wohnen, Denken)[1]. Ο φιλόσοφος εκφώνησε το εν λόγω κείμενο ως διάλεξη στις 5 Αυγούστου του 1951 σε ένα συμπόσιο που έγινε στο Ντάρμσταντ (Darmstadt) της Γερμανίας από 4–6 Αυγούστου του ίδιου έτους με θέμα: «Άνθρωπος και χώρος» (Mensch und Raum). Το ακροατήριό του απαρτιζόταν, ως επί το πλείστον, από αρχιτέκτονες, μηχανικούς, κοινωνιολόγους και φιλοσόφους. Ανάμεσα στους εξέχοντες φιλοσόφους βρισκόταν ο Hans-Georg Gadamer και ο Ortega y Gasset. Το κύριο θέμα, που ο Heidegger επιχείρησε να φέρει προς σκέψη στη διάλεξή του αυτή, ήταν το οικείν και το οικοδομείν. Το θέμα εκ πρώτης όψεως φαίνεται να μην είναι άσχετο με το πρόβλημα της κατοικίας που έθετε στο κέντρο της ζωής η εικόνα του ερειπωμένου χώρου, της έρημης χώρας της Γερμανίας του 1951. Είναι εύλογο, σε τόσο κρίσιμες περιόδους, όλοι να καθορίζονται από την ανάγκη για κατοικία και προς τούτο να συμμετέχουν με όλες τους τις δυνάμεις στον σχεδιασμό μιας τέτοιας εργώδους οικοδομικής δραστηριότητας, που να ενθαρρύνει την ανοικοδόμηση, να επιταχύνει την ανέγερση κατοικιών και να περιορίζει ή να εκμηδενίζει την εξαθλίωση από την έλλειψη εστίας.

Σε ένα ευρύτερο πεδίο εξάλλου αυτή η εποχή χαρακτηρίζεται από βαθιές αλλαγές στο πλανητικό τοπίο και από την είσοδο στη ζωή των ανθρώπων μιας μαζικοδημοκρατικής πολιτείας, η οποία ομιλεί τη γλώσσα της άνευ όρων διασκορπισμένης πόλης. Παρόμοια και στο πεδίο της πνευματικής παραγωγής διακινούνται συνεχώς προϊόντα μαζικής κουλτούρας, τα οποία συσκοτίζουν την βαθύτητα του πνευματικού έργου και επιχειρούν να το ανταλλάσουν με την τυποποιημένη εικόνα μιας γενικευμένης πολιτισμικής ατροφίας. Η τελευταία τούτη αντανακλά την υπερτροφία του Εγώ αναιμικών «ειδημόνων» που κατακλύζουν την εμπορευματική αγορά της γνώσης και με αβαθείς κατασκευές φιλοδοξούν να κατευθύνουν τον φιλοσοφικό-ιστορικό βίο της σκέψης. Αυτή η περιρρέουσα πραγματικότητα αντανακλά, για τον Heidegger, την απουσία αυθεντικής σκέψης. Το αυθεντικό σκέπτεσθαι είναι η φυσική πράξη του δεσμού του ανθρώπου με το Είναι, όπως τούτο εδώ αυτό-αποκαλύπτεται εκάστοτε μέσα από πλήθος συνδυαστικών τρόπων. Ενόσω ατροφεί αυτός ο δεσμός, απουσιάζει και το αυθεντικό, απροκατάληπτο σκέπτεσθαι. Στη θέση του υψώνεται ένας νεκρός κόσμος επιστημονικών και τεχνικών εννοιών που συνεργεί ώστε η «νύχτα του κόσμου [να] απλώνει τα σκοτάδια της»[2] και να ξεριζώνει τον άνθρωπο από την εστία του, να τον μεταποιεί σε ένα ανέστιο ον, ανήμπορο πλέον να οικεί τη γη του και μάλιστα να την οικεί με αξιώσεις σκεπτόμενου ανθρώπου ή όπως λέγει ο Heidegger: να την οικεί ποιητικά.

 Όταν ο φιλόσοφος αναλαμβάνει να μιλήσει για το οικείν και το οικοδομείν του μεταπολεμικού ανθρώπου έχει σαφή επίγνωση ότι αναγκάζεται να περάσει μέσα από μια τέτοια άκρως οντολογική νύχτα της μαζικής κοινωνίας και να υποστεί κι ο ίδιος, ως στοχαζόμενο πρόσωπο, την αρνητική εμπειρία των συνεπειών της. Πράγματι υποχρεώνεται να ασκεί την ιστορική του συνείδηση μέσα σε έντονα βιώματα διακρίσεων[3] και αποκλεισμών από την ακαδημαϊκή και τη συνολική δημόσια δραστηριότητά του ευθύς με το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Αντιστοίχως, η υπαρκτική του οντότητα περικυκλώνεται από θανάσιμες περιπτύξεις, με αφορμή τις ημαρτημένες του ερωτοτροπίες με το ναζιστικό καθεστώς κυρίως κατά τα έτη 1933-34. Στο πλαίσιο αυτής της περικύκλωσης υφίσταται, μεταξύ άλλων, επίταξη της οικίας του από τις συμμαχικές δυνάμεις και αναγκαστική συμβίωση στην ίδια οικία με άλλες οικογένειες[4]. Η ανάγκη για αναζήτηση της ουσίας του οικείν αναδεικνύεται έτσι σε όλο το βιωματικό και οντολογικό της βάθος και γίνεται κεντρομόλος δύναμη του φιλοσόφου, προκειμένου να εναντιωθεί στη «δικτατορία της δημοσιότητας», να εξέλθει από τη δική του προσωπική μορφή ανεστιότητας και να συνεχίσει την όδευσή του προς το νόημα του Είναι [του]. Εν μέσω αυτής της όδευσης, ο Heidegger συζητά το πρόβλημα του οικείν όχι μεμονωμένα αλλά ως έναν τρόπο ή κατά την ύστερη τούτη φάση της σκέψης του ως τον τρόπο να είναι ο άνθρωπος μέσα τον κόσμο, ήτοι να αναζητεί το νόημα του Είναι [του] μέσα στο εγκοσμίως ζην ή, με άλλο τρόπο, στο εν τω κόσμω υπάρχειν. Γι’ αυτό αποφαίνεται με βεβαιότητα πως, «όσο σκληρό και πικρό, όσο ανασταλτικό και απειλητικό κι αν εξακολουθεί να είναι η ανεπάρκεια σε κατοικίες, η πραγματική ανάγκη σε σχέση με το οικείν [η ανάγκη που ιδιάζει στο οικείν] δεν έγκειται πρώτα-πρώτα στην έλλειψη κατοικιών»[5].

Εάν η πραγματική ανάγκη που μας καλεί προς την αλήθεια του οικείν δεν είναι η έλλειψη κατοικιών, τότε ποια νέα γέφυρα εισόδου σε αυτή την ουσία μας προτείνει ο Heidegger; Ο φιλόσοφος αποφασίζει να συγκεντρώσει την προσοχή του στη μητρώα γη και μέσα από την οπτική της δικής του ενικότητας να σκεφτεί το υπέδαφος που βρίσκεται πίσω από την έλλειψη κατοικιών, πίσω από τη γενικευμένη ανεστιότητα του σύγχρονου κόσμου. Έτσι συνδέει την πραγματική ανάγκη με την αναζήτηση εκ μέρους των ανθρώπων ή των θνητών, όπως λέει, της ουσίας του οικείν από την αρχή[6]. Το να αναζητούν οι θνητοί την αλήθεια ή την ουσία του οικείν πάντοτε από την αρχή σημαίνει: να μαθαίνουν να κατοικούν. Μαθαίνουν δε να κατοικούν, όταν μαθαίνουν να σκέφτονται το οικείν ως το βασικό γνώρισμα του Είναι τους μέσα στον κόσμο[7] και στην αναλογία τούτη να προσλαμβάνουν το οικοδομείν όχι από τη σκοπιά της οικοδομικής τέχνης και τεχνικής αλλά ως πράξη του Είναι: το οικοδομείν είναι και ως τέτοιο πρέπει να εισέρχεται στη ζωή μας. Οι άνθρωποι δεν διασώζουν τη θνητή τους ύπαρξη με το να συναναστρέφονται διανοητικά, ιδεολογικά και τεχνοκρατικά το Είναι του κόσμου· ούτε τη διασώζουν, με το να χάνονται ο ένας μέσα στην καθημερινότητα του άλλου ή να παραδίδονται σε μαζικοδημοκρατικές ψευδαισθήσεις, γιατί όχι και υστερίες, πολιτικοκοινωνικής και καταναλωτικής υφής. Ενόσω δεν μαθαίνουν να σκέπτονται το οικείν ως οντολογική τους συνθήκη, δεν κατορθώνουν παρά να επισκοτίζουν την αγωνία της ύπαρξης, να εθελοτυφλούν μπροστά στις τραγικές ανησυχίες και να έχουν μειωμένη αίσθηση της ριζικής ανεστιότητας[8].

Κανένας νεώτερος ή σύγχρονος διανοητής δεν αντιμετώπισε τόσο ριζοσπαστικά όσο ο Heidegger την έλλειψη κατοικιών ως οντολογικό πρόβλημα του ανθρώπου, δηλαδή ως μια έλλειψη που εγγράφεται στον προορισμό του να είναι μέσα στον κόσμο. Ο άνθρωπος δεν υπάρχει έξω από αυτό τον προορισμό, δεν μπορεί να διανοιχθεί προς το Είναι (του) παρακάμπτοντάς τον. Σε κάθε περίπτωση, ο προορισμός αυτός έχει υπαρκτικό χαρακτήρα, τουτέστιν ο κόσμος δεν νοείται για τον φιλόσοφο παρά ως κόσμος της ανθρώπινης ύπαρξης, του Dasein [= του εδωνά-Είναι αλλά και του εδωνά του Είναι]. Αυτός ο κόσμος δεν είναι κάποια έννοια που συλλαμβάνεται αφαιρετικά από τη διάνοια, αλλά αυτός τούτος ο χώρος του ανθρώπου ως Dasein. Το τελευταίο τούτο δεν παρευρίσκεται απλώς μέσα στο χώρο, αλλά παραχωρεί στον εαυτό του χώρο, τον καταλαμβάνει κυριολεκτικά, με το νόημα ότι είναι μέριμνα που μπορεί να υπάρχει μόνο χωρικά[9] ή να υπάρχει ως μέριμνα που δημιουργεί το χώρο. Εξ αυτού συνάγεται ότι ο άνθρωπος, στο πρωταρχικό του εν τω κόσμω υπάρχειν, έχει συναίσθηση της εύρεσής του στον κόσμο. Ως τέτοια όμως η εύρεση έχει τη μορφή της εγκατάλειψης μέσα στον κόσμο, κάτι που για την ύπαρξη του ανθρώπου συνεπάγεται κατάπτωση, ανεστιότητα, αναυθεντικότητα αλλά και δυνατότητα να υπερβαίνει τα οντολογικά τούτα δεινά του. Από πού αντλεί τούτη τη δυνατότητα; Από το γεγονός ότι το ίδιο του το Είναι τον καλεί να μεριμνά για τη διαρκή υπέρβαση της διακύβευσης της ύπαρξής του. Η μέριμνα είναι οντολογικο-υπαρκτική κατηγορία, σύμφυτη προς την ουσία του, η οποία τον ωθεί να καλλιεργεί τις δυνατότητές του, τις σχέσεις του, την αυθεντική του παρ-ουσία στον κόσμο.

Ως εκ τούτου, όταν ο φιλόσοφος επιχειρεί να σκεφτεί το οικείν και το οικοδομείν, ουσιαστικά αγωνιά να μας στρέψει προς ένα άλλο εγχείρημα σκέψης, έξω από τις καθημερινές βεβαιότητες που εξαντλούνται στο να χτίζουμε ένα σπίτι και να μένουμε μέσα. Το χαϊντεγκεριανό εγχείρημα δεν απαξιώνει επ’ ουδενί την ανάγκη να έχουμε ένα σπίτι και να το κατοικούμε· διαγιγνώσκει ωστόσο ότι η κατοχή μιας οικίας και η οίκησή της πρέπει να εναρμονίζεται με το πιο βαθύ νόημα του οικείν. Εκ πρώτης όψεως βέβαια η κατοχή καταλύματος ευαρεστεί, κατευνάζει, καθησυχάζει, δημιουργεί αίσθηση σιγουριάς στον θνητό που είναι άστεγος και ανέστιος. Παρ’ όλα αυτά, μια απλή κατοχή δεν εγγυάται την οντολογική πλησμονή της ύπαρξής του παρά υποδηλώνει μόνο «έναν από τους πολλούς τρόπους συμπεριφοράς του ανθρώπου»[10]. Το βαθύτερο νόημα του οικείν στοιχειώνεται με τη διαμονή του ανθρώπου πάνω στη γη[11], σ’ αυτή τη γη ως το παρ-όν που του δημιουργεί εμπιστοσύνη, του διασφαλίζει ειρήνη, ελευθερία και τον αν-ορθώνει σε φύλακα της αλήθειας του/της, όχι σε εκμεταλλευτή, καταπατητή, κατακτητή του/της. Κατ’ αυτό το νόημα, το οικείν συνιστά θεμελιακό γνώρισμα του ανθρώπινου Da-sein και πρέπει να το σκεφτόμαστε ως την πρωταρχική οικειο-ποίηση του χώρου, εντός του οποίου ο θνητός είναι στο Είναι του, αισθάνεται σαν στο σπίτι του. Η οικειο-ποίηση είναι η ποίηση ως το ποιείν –με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου– που «επιτρέπει το αυθεντικό οικείν»[12]. Η ουσία του οικείν έτσι δεν αναζητείται σε κάποιο σημείο του χώρου και του χρόνου ούτε περιμένει να την ανακαλύψουμε, αλλά παρευρίσκεται ως δυνατότητα, ήτοι ως «αυτό που δεν είναι ακόμα πραγματικό και που δεν θα είναι κάποτε αναγκαίο»[13]. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο άνθρωπος αναπτύσσει τη δυνατότητα να οικεί τον κόσμο με ένα όχι ακόμα και με τη συνεχή μέριμνα να αναιρεί αυτό το όχι ακόμα.      

Το να οικεί ο άνθρωπος τον κόσμο με ένα όχι ακόμα και με τη διαρκή μέριμνα άρσης του όχι ακόμα σημαίνει ότι δεν σχετίζεται με την οίκηση παρά ως θνητός, δηλαδή ως άνθρωπος που την ύπαρξή του ολοκληρώνει ο θάνατος, καθότι συνιστά δομικό στοιχείο της. Έτσι, ως θνητός δεν σχετίζεται με την οίκηση στην ολότητά της, αλλά ως περιέχουσα μέσα της την υπέρβαση. Εάν η υπέρβαση, για τον Heidegger, είναι η δραστηριότητα που ανάγει τα όντα στο Είναι τους, που τους δίνει νόημα, στην περίπτωση της οίκησης η υπέρβαση επιτρέπει στο θνητό να οικεί αυθεντικά τη γη: να διανοίγεται στην υπαρκτική της διαφάνεια και να τη δεξιώνεται ως τη φύση με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου, ως αυτή δηλαδή «που φωτίζει συνάμα εκείνο, πάνω στο οποίο και μέσα στο οποίο ο άνθρωπος θεμελιώνει την κατοικία του»[14]. Ο θνητός τότε εξ-ίσταται στην αγωνιώδη ελευθερία του[15] να μην εκτρέπει το Είναι του από την αυτοφυή τάξη της ως άνω φύσης και να μην το αποκόπτει από τις καταγωγικές του ρίζες. Γι’ αυτό, στην εποχή της πλανητικής κυριαρχίας της τεχνικής, καλείται να σκεφτεί την ουσία των πραγμάτων μέσα από την οικείωση με τις αρχέγονες εμπειρίες και με την αγωνία ότι του ανήκει το Είναι προς θάνατο[16], πράγμα που σημαίνει ότι ο ίδιος πρέπει να το εσωτερικεύει «ως Είναι προς μια δυνατότητα»[17]. Αυτή η δυνατότητα είναι μη αναφορική, δεν προσδιορίζεται δηλαδή εν αναφορά προς κάτι εξωτερικό στην ύπαρξή του, αλλά είναι εγκατεστημένη μέσα του ως η έσχατη, η πιο προσωπική του δυνατότητα να νοιάζεται απόλυτα για το Είναι του[18]. Απ’ αυτή την άποψη το ζητούμενο προσδιορίζεται ως εξής: πώς ενεργοποιείται τούτη η δυνατότητα, ώστε ο θνητός να απομακρύνεται ριζικά από τις αυταπάτες του καθημερινού περίκοσμου, να αποκρούει τη μετατροπή του σε πρώτη ύλη της τεχνολογικής μηχανής και με οδηγό το οντολογικό θεμέλιο της φωνής της συνείδησης[19] να στρέφεται προς την ασφαλή εστία της γενέθλιας γης;

Αυτό ακριβώς το πώς ενδυναμώνει στον Heidegger την ενδιάθετη μέριμνα να αποσπά τη θνητή ύπαρξη από το ανοίκειο ψύχος του μαζανθρώπου και να τη διανοίγει προς τη σύμφυτη με την ουσία της οίκηση. Προς τούτο ο φιλόσοφος συγκεντρώνει την προβληματική του στην έλλειψη εστίας και την κατανοεί ως αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να διαμένει, να κατοικεί κοντά στα πράγματα με ανεπτυγμένη την αίσθηση του δημιουργού και όχι με την ανασφάλεια της επιβίωσης. Η αδυναμία του αυτή, που σχετίζεται άμεσα με την αλαζονεία του τεχνολογικού πολιτισμού, δεν αντιμετωπίζεται με θρήνους ούτε με την απόσυρση στην ατομικιστική του καθημερινότητα αλλά με το ουσιωδώς σκέπτεσθαι της οντολογικής σχέσης ανάμεσα στο οικείν και το οικοδομείν. Το ουσιωδώς σκέπτεσθαι δεν αξιώνει «να ανακαλύπτει ιδέες ή ακόμη να διατυπώνει κανόνες για το οικοδομείν»[20], ήτοι να το θεωρεί από τη σκοπιά της οικοδομικής τέχνης, της τεχνικής ή των αισθητικών αξιώσεων, συνεπώς να το υποβιβάζει σε μια κοινή διαδικασία κατασκευής κτισμάτων, αλλά να το συλλαμβάνει ως μέρος του Είναι, εντός του οποίου ανήκει και το οικείν. Συγχρόνως δεν αξιώνει να ταυτίσει το οικείν, έτσι απλά, με τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό ή με μια φορμαλιστική πρόσληψη του οικοδομείν, γενικώς με την τεχνικοεπιστημονική γλώσσα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, αλλά να το κατανοεί πρωτογενώς ως τη δωρεά της υπέρβασης, δηλαδή της εξόδου από την ασυγκράτητη πλημμυρίδα των κενών από νόημα, λόγο και συναίσθημα ενδιαιτημάτων μας και της προβολής προς τον κόσμο του οικείου, ήτοι προς τα οντολογικά θεμέλια του εν τω κόσμω Είναι και ζην.

Αναγνωρίζοντας ότι η γλώσσα συνδυάζει λέγειν και Είναι, ότι αυτή είναι επομένως που μας μιλάει και εμείς απαντάμε σε ό,τι αυτή μας λέγει[21], ο φιλόσοφος αναζητεί την οντολογική σχέση οικείν και οικοδομείν στην οίκηση του Είναι που είναι η γλώσσα και η οποία μας δίνει το μέτρο «για να διαμετρήσουμε την ουσία οικείν και οικοδομείν»[22]. Κατ’ αυτό το πνεύμα, το σκέπτεσθαι σχετικά με το τι είναι το οικείν και κατά πόσον το οικοδομείν ανήκει στο οικείν[23] συναρτάται πρωτίστως με τη γλώσσα, γιατί αυτή είναι που μας μιλά «για την ουσία ενός πράγματος»[24]. Πιο ειδικά, ο φιλόσοφος πιστεύει πως η ουσία του οικείν και του οικοδομείν δεν μπορεί να διαμετρηθεί με άλλο τρόπο εκτός από το να τη σκεφτόμαστε γλωσσολογικά. Όταν εδώ μιλάμε για το σκέπτεσθαι που εκτυλίσσεται γλωσσολογικά δεν εννοούμε υποχρεωτικά τη γνωστή θεωρία σημαίνοντος και σημαινομένου, αλλά κυρίως την αρχέγονη, την κατανοητική ερμήνευση[25] κάποιου προγενέστερου, το οποίο, με το να έρχεται στο φως, με το να φαίνεται, καθιστά δυνατή την από-φανση. Για να απο-φανθεί έτσι ο φιλόσοφος, σε σχέση με τα πιο πάνω ερωτήματα, ανάγεται στην περιοχή της αρχέγονης καταγωγής των λέξεων οικείν και οικοδομείν: τις διερευνά ετυμολογικά και καταλήγει σε σημαντικές σκέψεις που φωτίζουν την ιδιαίτερη φύση τους και καταδεικνύουν τον ουσιώδη δεσμό τους. Με βάση την εν λόγω διερεύνηση, bauen στα γερμανικά σημαίνει, καταπώς μας λέει ο αρχαϊκός του τύπος buan, οικοδομώ αλλά και καλλιεργώ, επιμελούμαι, φροντίζω· θα πει συγχρόνως και είμαι, με το νόημα ότι είμαι δίπλα στα πράγματα και τα καλλιεργώ, τα φροντίζω, τα οικοδομώ, τα οικώ. Το οικοδομείν λοιπόν δεν παραπέμπει μόνο στην ανέγερση κτηρίων, αλλά και στην επιμέλεια, την καλλιέργεια, την φροντίδα της φύσης, ας πούμε του αγρού, του αμπελιού κ.α., με μια φράση: στην προστασία της φύσης ως γης. Αμφότερα αυτά τα είδη του οικοδομείν, όσο κι αν διαφοροποιούνται μεταξύ τους, αποτελούν μορφές του οικείν, καθότι υπαγορεύουν τρόπους να υπάρχουμε ως οικούντες τη γη[26], ως διαμένοντες πάνω σ’ αυτή.

Άρα, το οικοδομείν είναι πρωταρχικώς και ουσιωδώς οικείν, με το νόημα, μεταξύ άλλων, ότι κατονομάζει τον τρόπο, με τον οποίο οι άνθρωποι είναι πάνω στη γη: οι άνθρωποι, ως θνητοί, μπορούν να υπάρχουν στη γη μόνο ως κάτοικοι[27]. Εάν συνεχίζουμε να ακούμε αυτό που μας λέγει η γλώσσα για την ουσία του οικείν, μαθαίνουμε ότι wohnen στα γερμανικά σημαίνει οικείν και προέρχεται από το γοτθικό wuinian που θα πει: «είμαι ικανοποιημένος [=ησυχάζω], ειρηνεύω, παραμένω [=διαμένω] εν ειρήνη»[28]. Στα γερμανικά η λέξη ειρήνη (Friede) περικλείει το ελεύθερο (Freie), ήτοι το Frye που σημαίνει αυτό που προστατεύεται από βλάβη και απειλή, που διαφυλάσσεται, δηλαδή χρησιμοποιείται με φειδώ. Εν τέλει η γλώσσα μας υποδεικνύει ότι «το θεμελιώδες γνώρισμα του οικείν είναι το φείδεσθαι»[29]. Το αυθεντικό φείδεσθαι είναι ευθέως αντίθετο προς την κατασπατάληση, την εκμετάλλευση, την καθυπόταξη· ως εκ τούτου σημαίνει ότι αφήνουμε κάτι να υπάρχει εν ελευθερία, ότι το βοηθούμε να πραγματώνει την ουσία του και όχι απλώς να καλλιεργεί ικανότητες, επιδεξιότητες ή να φροντίζει τον αγρό ως το τέλος. Πως μπορούμε λοιπόν να κατοικούμε τη γη, τη φύση και το φυσικό περιβάλλον; Με φειδώ: να τα αφήνουμε στην ελευθερία τους, δηλαδή να τα στηρίζουμε για να πραγματώνουν την ουσία τους, να μην τα καθυποτάσσουμε και τα εκμεταλλευόμαστε αλλά να τα προστατεύουμε από βλάβη και απειλή, να τα διασώζουμε. Το οικείν έτσι μας διανοίγει σε μια αυθεντική και όχι υπολογιστική σχέση με τα πράγματα· σε μια οικείωση, γειτνίαση, συνεύρεση με αυτά και όχι απομάκρυνση, αποστασιοποίηση ή καταναλωτική απληστία. Εν τέλει, τούτο είναι που ομο-λογεί την αλήθεια του Είναι: με τον τρόπο του φείδεσθαι συλ(ν)-λέγει τα πράγματα, ήτοι συγκεντρώνει τα τέσσερα στοιχεία: γη, ουρανό, θεότητες και θνητούς σε ένα ενιαίο όλο[30].     

Κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν νοείται χωρίς το άλλο και το σκέπτεσθαι δομεί την ανάλογη σχέση του ανθρώπου με αυτά: στο βαθμό που ο θνητός οικεί αυθεντικά τον κόσμο, εντάσσεται μέσα σε τούτο το τετραμερές (Geviert), όμως όχι μόνο ως μονάδα αλλά και ως κοινότητα των θνητών, γιατί ως ενικό πρόσωπο δεν οικεί απλώς τον κόσμο, αλλά συν-οικεί, γειτνιάζει με τον άλλο και επομένως ο καθένας, ως γειτνιάζων, οικοδομεί, καλλιεργεί, φείδεται, διαφυλάσσει. Συνεπώς, ο θνητός ως ενικό άτομο αλλά και ως συλλογική συνείδηση τελεί υπό το Είναι αυτών των συστατικών στοιχείων του τετραμερούς. Ο Heidegger συζητά συνοπτικά ένα προς ένα τα εν λόγω στοιχεία και τονίζει με έμφαση πως, όταν μιλάμε για το καθένα απ’ αυτά, στη σκέψη μας είναι παρόντα και τα υπόλοιπα τρία. Από εδώ προκύπτει ότι ο θνητός διαφυλάττει πάντοτε στο νου του τη βαθιά τους ενότητα, παρότι μπορεί να τα σκέπτεται μόνο χωριστά. Σύμφωνα με αυτό το σκέπτεσθαι, η γη πρωτίστως σχετίζεται με τη φυσική ανάπτυξη και αφθονία και δεν διαφέρει ούτε ταυτίζεται απόλυτα με την έννοια της φύσης. Ο ουρανός υποδηλώνει πιθανώς τον νοητό Λόγο του σύμπαντος[31] που γίνεται εμφανής στα φαινόμενα του χρόνου, τέτοια όπως «οι εποχές του έτους και η μεταβολή τους, το φως και το ημίφως της ημέρας, το σκότος και η φεγγοβολή της νύχτας, το φιλόξενο και το αφιλόξενο του καιρού, η κίνηση των νεφών και το κυανίζον βάθος του αιθέρα»[32]. Οι θεότητες, ως εκ της αρχαιοελληνικής τους καταγωγής, δεν νοούνται ως ένα εξωκοσμικό επέκεινα αλλά ως εγκόσμιες παρουσίες που καταυγάζουν τον κόσμο με τα πιο ιερά του νοήματα. Οι θεότητες είναι το άγνωστο για τους ανθρώπους και ως τέτοιο αποτελούν το μέτρο της ζωής τους. Η αναμέτρηση με τούτο το άγνωστο είναι που καταμετρά το οικείν τους, που τους παρέχει τη (χρονική) δυνατότητα να ανακτούν τη θνητότητά τους και ως θνητοί πλέον να μπορούν να ζουν μέχρι τέλος τη ζωή τους, δηλαδή «να μπορούν να θνήσκουν»[33]. Οι θνητοί συνεπώς είναι οι άνθρωποι που εγ-κατοικούν ανάμεσα στα ως άνω στοιχεία-δυνάμεις του τετραμερούς και αγωνιωδώς συμμετέχουν στην κοσμική ανοικτότητα.

Τα στοιχεία του τετραμερούς ανάγουν την καταγωγή τους στον αρχαιοελληνικό κόσμο της εκμύθευσης και παραπέμπουν στα βάθη μιας ανυπέρβλητης πνευματικής και πολιτισμικής ανάπτυξης. Ως εκ τούτου δεν παρευρίσκονται στον κόσμο ως αντι-κείμενα, αλλά ως η οντολογική καταγωγή αυτών εδώ, ως η πιο ιερή πηγή τους. Πώς μπορούν οι άνθρωποι να βρεθούν κοντά σ’ αυτή την πηγή, στον οντολογικό τους τόπο; Ως οικούντες με τρόπο που «να φείδονται του τετραμερούς αφήνοντάς το να είναι στην ουσία του»[34]. Αυτό το φείδεσθαι δεν μπορεί να συσχετισθεί με το τετραμερές γενικά και αφηρημένα, αλλά μόνο συγκεκριμένα: τελεί σε σχέση με τα επί μέρους όντα, με τα πράγματα. Γιατί με τα πράγματα; Επειδή αυτά δεν είναι τα αντι-κείμενα της παραδοσιακής μεταφυσικής, αλλά η εγγύτητα των στοιχείων του τετραμερούς, η γειτνίαση, η συν-προσέγγιση των στοιχείων του κόσμου, η περισυλλογή τους. Και ποιος μπορεί να διασφαλίζει αυτή την αλήθεια των πραγμάτων; Το σκέπτεσθαι που συνέχει το οικείν, στο μέτρο που δεν αναλώνεται στην επινόηση, στην εξήγηση, στην απλή παράσταση ή στην αφαίρεση, αλλά κομίζει και διαφυλάττει το τετραμερές μέσα στα ίδια τα πράγματα· έτσι το ίδιο το οικείν, «καθόσον αυτό το διαφυλάττειν, είναι οικοδομείν»[35]. Πώς συμβαίνει όμως το οικείν να αποκτά το πλήρες νόημά του μέσα στο οικοδομείν ή, πράγμα που είναι το ίδιο, το οικοδομείν να αποτελεί συστατικό μέρος του οικείν, να ανήκει ουσιωδώς σ’ αυτό;

Το οικείν, ως οντολογικά προγενέστερο του οικοδομείν, λαμβάνει χώρα μόνο όταν τα πράγματα αφήνονται πλήρως να είναι πράγματα, δηλαδή να είναι τέτοια που δεν συγχέονται από το σκέπτεσθαι με τα μεμονωμένα ή διασκορπισμένα στο χώρο αντι-κείμενα αλλά συλλαμβάνονται ως οικοδομήματα, όπως σημειώνει ο φιλόσοφος[36] με αφορμή το παράδειγμα της γέφυρας· οικοδομήματα, με το νόημα ότι είναι πράγματα που έχουν οικοδομηθεί και των οποίων η φυσική παρουσία αποτελεί μέρος του κόσμου. Το πράγμα, συνεπώς, ως οικοδόμημα διαφέρει από το αντι-κείμενο ως οικοδόμημα. Η γέφυρα, για παράδειγμα, ως οικοδομημένο αντι-κείμενο καθίσταται αντικείμενο θαυμασμού, δυνάμει των τεχνικών του επινοήσεων και σκοπιμοτήτων· ως οικοδομημένο πράγμα όμως –σύμφωνα με το χαϊντεγκεριανό σκέπτεσθαι– είναι απείρως πιο σημαντικό απ’ ό,τι το ως άνω αντι-κείμενο των τεχνικών σκοπιμοτήτων: με τη φυσική του παρουσία επηρεάζει και καθορίζει με ποικίλους τρόπους την καθημερινή ζωή των ανθρώπων: «πάντοτε και εκάστοτε διαφορετικά, η γέφυρα συνοδεύει προς τα εδώ και προς τα εκεί τα διστακτικά και βιαστικά βήματα των ανθρώπων»[37]. Το οικοδομημένο πράγμα, στην παρούσα περίπτωση η γέφυρα, επιτρέπει στους ανθρώπους να προσδιορίζουν και να αναπροσδιορίζουν τη σχέση τους με τη γη, τον ουρανό, τις θεότητες και τους θνητούς. Πώς συμβαίνει αυτό; Η γέφυρα, ως οικοδόμημα ή οικοδομημένο πράγμα, είναι ένας τόπος, ο οποίος διαθέτει στο τετραμερές χώρο. Ο συγκεκριμένος χώρος συνυφαίνεται με την ουσία του οικείν, καθότι περιέχει διάφορες τοποθεσίες και τέτοια διαρρύθμιση, ώστε να δίνει νόημα στην οίκηση των ανθρώπων και στη ζωή τους.                                  

Είναι λοιπόν φανερό ότι το πράγμα, ως τόπος, διαθέτει τον ελεύθερο και καθορισμένο χώρο, δηλαδή αυτόν που αφήνεται να εισέλθει στο όριό του, να παρα-χωρηθεί και ως εκ τούτου να συναρμοσθεί, ήτοι να περισυλλεχθεί με τη βοήθεια ενός τόπου. Το γεγονός αυτό επιτρέπει στο σκέπτεσθαι να αξιοποιεί περαιτέρω τη σχέση τόπου και χώρου ή χώρου και χώρων για να εμβαθύνει στην κατανόηση της σχέσης ανθρώπου και χώρου. Στο πλαίσιο αυτό δίνει έμφαση στο ρόλο που διαδραματίζει ο ζωτικός χώρος του ανθρώπου, δηλαδή ο χώρος που κατοικούμε και ζούμε· ο χώρος τον οποίο μας παραχωρεί το κτισμένο πράγμα, το οικοδόμημα. Ο χώρος αυτού του είδους διαφέρει από τον καρτεσιανό χώρο με την ομοιογενή περιεκτικότητα και χωρίς τη διάθεση χώρων και τοποθεσιών[38]. Η φαινομενολογική του σημασία έγκειται στο ότι περισυλλέγεται από έναν τόπο και καθιδρύεται για τη διαφύλαξη του τετραμερούς. Ποιος όμως παράγει τα πράγματα και τις τοποθεσίες, καθιδρύει και συναρμόζει χώρους; Το οικοδομείν αναλαμβάνει αυτό το έργο, στο μέτρο που «δέχεται την εντολή να ανεγείρει τόπους»[39]. Ως δεκτικό σε τέτοιες κλήσεις, εντολές, υποδείξεις ανταποκρίνεται στην εκπλήρωση των όρων, με βάση τους οποίους καλούμαστε να κατοικούμε τη γη. Πώς κατανοείται πιο ειδικά μια τέτοια ανταπόκριση; Εάν οι εν λόγω όροι συνάπτονται με τις ανάγκες, τις επιθυμίες, τις προτιμήσεις μας κ.λπ, για να εκπληρωθούν χρειάζεται να ανταποκρινόμαστε στην ανάληψη πολλαπλού έργου, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η καθίδρυση, η συναρμογή ή η οργάνωση χώρων, αλλά και η παραγωγή οικοδομημάτων ως πραγμάτων που στεγάζουν τη διαμονή των θνητών και αντιστοίχως κατονομάζουν την αλήθεια του οικείν, δηλαδή στεγάζουν την ουσία του[40]. Με ποιο νόημα τη στεγάζουν; Με το να φείδονται του τετραμερούς, με άλλα λόγια να διασώζουν τη γη, να δεξιώνονται τον ουρανό, να προσδοκούν τις θεότητες, να διανοίγουν δρόμο στους θνητούς.

Το οικοδομείν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ανήκει στο οικείν υπό την προοπτική ότι η οικοδομική δραστηριότητα είναι οικοδόμηση του ιερού και σε σχέση με τούτο τα οικοδομήματα είναι τα πράγματα που διαμορφώνουν τους αδιαμόρφωτους χώρους σε ενδιάμεσους χώρους οίκησης κοντά στην αρχέγονη πηγή του ιερού, στο ξέφωτο του τόπου ως τόπου της γαλήνης, της ανοικτότητας του Είναι. Να ίσταται κανείς σ’ αυτόν τον τόπο σημαίνει να εξ-ίσταται στην περιοχή του τετραμερούς, να εν-διατίθεται στην παρ-ουσία του ως θνητός πάνω στη γη και κάτω από τον ουρανό. Μέσα σε τούτη την ενδιάθετη στάση του ο άνθρωπος παραμένει ο θνητός που δύναται να οικειώνεται υπαρξιακά με τον κόσμο της οντολογικής του προέλευσης, τουτέστιν, να οικεί, να είναι κοντά στην αρχέγονη πηγή του. Το ότι δύναται σημαίνει ότι μπορεί να είναι και μακριά από τούτη την πηγή, άρα να είναι αν-οίκειος, ανέστιος. Και ο σημερινός άνθρωπος είναι τα μάλα ανέστιος: δεν φείδεται του τετραμερούς και συσκοτίζει την ουσία του πράγματος, το κατασυντρίβει μεταποιώντας το σε αντι-κείμενο, ενώ ο ίδιος γίνεται αφηρημένο υπο-κείμενο της εργαλειακής νόησης· ένα υποκείμενο δηλαδή που αυτοπροσδιορίζεται από την επιθυμία να εξουσιάζει τα πάντα και τους πάντες και το οποίο, ως εξουσιαστικό, γίνεται με τη σειρά του εξουσιαζόμενο από τα αντι-κείμενα. Έτσι παύει να προσεγγίζει τον κόσμο με τον τρόπο που τον συγκροτεί το σύνολο των στοιχείων του τετραμερούς και χάνεται μέσα σε μια αποξενωμένη, σιδερόφραχτη, ανέστια σχέση υποκειμένου–αντικειμένου. Συνέπεια αυτής της έκπτωσής του είναι να καταστρέφει τον ζωτικό του χώρο, τη γη, να την εκμεταλλεύεται, να την κατακτά, αντί να τη διαφυλάσσει και να την οικεί. Να γιατί η ανεστιότητα, στην επισφαλή εποχή μας, περιφέρεται στη σκηνή του κόσμου και ομο-λογεί την αδυναμία μας να σκεφτόμαστε το οικείν.

Ο άνθρωπος λοιπόν αδυνατεί να σκέπτεται το οικείν, ενόσω αδυνατεί να σκέπτεται τη ριζική του ανεστιότητα. Όταν την διεξέρχεται στοχαστικά, μας λέγει ο φιλόσοφος, τότε αυτή παύει να είναι αθλιότητα[41]. Γιατί; Επειδή το σκέπτεσθαι συνεπάγεται επίγνωση της άθλιας κατάστασης. Έχοντας επίγνωση ο άνθρωπος αυτής της αθλιότητας, συγχρόνως αισθάνεται εκπατρισμένος από την αρχέγονη οντολογική του ρίζα· άρα γίνεται ανήσυχος, ασυμβίβαστος με τον υφιστάμενο εγκλεισμό του –πολιτικό, κοινωνικό, πολιτισμικό, τεχνολογικό κ.λπ.– και νοσταλγεί την αρχέγονη πατρίδα του Είναι (του), δηλαδή ωθείται προς αυτό το Είναι από το άλγος του νόστου. Τούτη η ωστική δύναμη τον αποδεσμεύει από τον κόσμο των αντι-κειμένων και τον οδηγεί με τόλμη πάνω από τον κατακλυσμό, από την μακρόχρονη αδιαφορία της επιστημονικο-τεχνικής παράδοσης απέναντι στο οικείν ως φείδεσθαι του τετραμερούς, πάνω από την αφηρημένη διευθέτηση της οίκησής του, προς μια συγκεκριμένη διευθέτησή της στη γενέθλια περιοχή· στην περιοχή μεταξύ ουρανού και γης που αποτελεί τον αυθεντικό τόπο του ανθρώπινου οικείν.

 Εν τέλει ανήκει στο έργο της σκέψης να φέρνει ανάγλυφο μπροστά στον άνθρωπο τον κόσμο του τετραμερούς καθώς και εκείνες τις ανώτερες πραγματώσεις του οικείν που αφήνουν πίσω τους την απάνθρωπη συσσώρευση απρόσωπων, ψυχρών κτισμάτων μαζί και τους άγριους εκμεταλλευτές της μητρώας γης. Το να σκέπτεται, μετά ταύτα, την ανεστιότητά του ο σημερινός άνθρωπος σημαίνει να είναι έτοιμος να διαμένει «στο ενδιάμεσο γης και ουρανού, γέννησης και θανάτου, χαράς και πόνου, έργου και λόγου»[42]. Εάν το πολυσχιδές τούτο Ενδιάμεσο συγκροτεί, σύμφωνα με τον Heidegger, τον κόσμο, τότε αυτός ο κόσμος είναι ο οίκος που διαμένουν οι θνητοί, τα δε μεμονωμένα σπίτια, τα χωριά και οι πόλεις είναι τα οικοδομήματα που συλλέγουν γύρω τους και εντός τους το ως άνω Ενδιάμεσο και φέρνουν εγγύτερα στον άνθρωπο τη γη ως κατοικημένο τοπίο και τούτη την εγγύτητα του γειτονικού οικείν τη θέτουν υπό την έκταση του ουρανού[43]. Το έργο της σκέψης συνεπώς, ενόσω εκτυλίσσεται με [και σε] συνείδηση αυτονομίας, μας επιτρέπει να παράγουμε τέτοια οικοδομήματα που καθιστούν τη γη πάτριο έδαφος και την οίκησή μας στον κόσμο αυθεντική.                                                                 
------------------------------------
[1] Το συγκεκριμένο κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα πρακτικά του συμποσίου το 1952. Το 1954 ο Heidegger την συμπεριέλαβε στη συλλογή με τίτλο: Vorträge und Aufsätze (=Διαλέξεις και Δοκίμια). Η συλλογή αυτή αποτελεί τον 7ο τόμο των Απάντων του φιλοσόφου. Οι παραπομπές στον παρόντα τόμο γίνονται ως εξής: Μ. Heidegger GA 7.
[2] M. Heidegger: Holzwege. GA 5, σ. 269.
[3] M. Heidegger: Reden und andere Zeugnisse eines Lebensweges . GA 16, σ. 367κ.εξ.
[4] Ό.π.
[5] M. Heidegger: GA 7, σ. 163.
[6] Ό.π.
[7] Ό.π.
[8] M. Heidegger: Sein und Zeit. GA 2, σσ. 188-189. Ελληνική μετάφραση Γ. Τζαβάρα, σσ. 304-305.
[9] M. Heidegger: Sein und Zeit. GA 2, σ. 367/611.
[10] M. Heidegger: «…dichterisch wohnt der Mensch…». GA 7, σ. 192.
[11] Ό.π., σ.195.
[12] Ό.π., σ. 193.
[13] M. Heidegger: Sein und Zeit, ό.π. σ. 143/ 241.
[14] M. Heidegger: Holzwege, ό.π., σ. 28.
[15] M. Heidegger: Sein und Zeit, ό.π., σ. 266/ 473.
[16] Ό.π., σ. 257/461.
[17] Ό.π., σ. 261/464.
[18] Ό.π., σ. 263/469.
[19] Ό.π., σ. 268/476.
[20] M. Heidegger: GA 7, ό.π., σ. 147.
[21] M. Heidegger: Aus der Erfahrung des Denkens. GA 13, σ. 148. Βλ. και G. Figal: Zu Heidegger. Antworten und Fragen. Klostermann 2009, σ. 95-96.
[22] M. Heidegger: GA 7, ό.π., σ. 148.
[23] Ό.π., σ. 147.
[24] Ό.π., σ. 148.
[25] M. Heidegger: Sein und Zeit , ό.π., σ. 157, 158/262, 263.
[26] M. Heidegger: GA 7, ό.π., σ. 150.
[27] Ό.π.
[28] Ό.π.
[29] Ό.π., σ. 151.
[30] Ό.π.
[31] Σύμφωνα με τον David R. Cerbone: Heidegger, a Guide for the Perplexed. Continuum 2008, σ. 158, με τον ουρανό ο Heidegger κατονομάζει τους κύκλους του χρόνου που διαποτίζουν την ανθρώπινη ζωή, αλλά και κάθε ζωή πάνω στη γη.
[32] M. Heidegger: GA 7, σ. 151.
[33] Ό.π., σ.152
[34] Ό.π.
[35] Ό.π., σ. 153.
[36] Ό.π., σ. 156.
[37] Ό.π., σ. 155. Βλ. και Adam Sharr: Heidegger for Architects. Routledge 2007, σσ. 48-50.
[38] Lee Braver: Heidegger’s Later Writtings. Continuum 2009, σ. 102.
[39] M. Heidegger: GA 7, σ. 161.
[40] Ό.π.
[41] Ό.π., σσ. 163-164.
[42] M. Heidegger: Aus der Erfahrung des Denkens. GA 13, σ. 139.
[43] Ό.π.