Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

Να προχωρείς θαρραλέα στη ζωή με εφόδιο τη φιλοσοφία

Αποτέλεσμα εικόνας για Να προχωρείς θαρραλέα στη ζωή με εφόδιο τη φιλοσοφίαΗ φιλοσοφία μάς προσκαλεί όταν έχουμε φτάσει στην άκρη του σχοινιού, στο μη περαιτέρω, όταν αισθανόμαστε ότι βρισκόμαστε σε αδιέξοδο. Το μυστικό είναι να μην κολλήσουμε τρέμοντας ή σταυρώνοντας τα χέρια αλλά να προχωρήσουμε αποφασίζοντας να θεραπεύσουμε τον εαυτό μας.
 
Η φιλοσοφία μάς παροτρύνει να προχωρήσουμε προς το θάρρος. Κι όπως οι ιππείς προσπαθούν να μάθουν όσο περισσότερα μπορούν για τα άλογα, έτσι κι εμείς πρέπει να προσπαθούμε να μάθουμε όσο περισσότερα μπορούμε για τον εαυτό μας και τους άλλους ανθρώπους.
 
Ως δάσκαλος, ο Επίκτητος έλεγε ότι η αποστολή του είναι να κάνει τους μαθητές του ανεξάρτητους ανθρώπους που να ζουν τη ζωή τους συνειδητά. Οι φιλόσοφοι ίσως λένε κάτι που μπορεί να αντιβαίνει στην κρίση μας, όχι όμως κάτι που αντιβαίνει στη λογική. Ο Κράτης, ένας μαθητής του Διογένη, συνήθιζε να λέει ότι η φιλοσοφία μάς οδηγεί στην απομυθοποίηση των πάντων: στο να βλέπουμε τους ηγεμόνες σαν οδηγούς γαϊδάρων.

Η σοφία — θα συμφωνήσουμε όλοι σ’ αυτό — δεν είναι η συσσώρευση γνώσεων, είναι η παρατήρηση, η σκέψη, η νηφαλιότητα. Οι αφιλοσόφητοι, σύμφωνα με τους Στωικούς, δεν ζουν την «εξετασμένη ζωή» παρά οδηγούνται από το μοιραίο, ζουν τυχαία, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς σκοπό — η ζωή τους διαφεύγει. Είναι σαν να μην έζησαν καν…
 
Ένα από τα στοιχήματα του ανθρώπινου πολιτισμού είναι να αποκτήσει το κάθε άτομο έλεγχο της ζωής του, με την παράλληλη παραδοχή ότι κανείς δεν μπορεί να ελέγξει ολοκληρωτικά τη μοίρα. Οι Στωικοί πιστεύουν ότι μόνον οι ασχολούμενοι με τη φιλοσοφία βρίσκουν τον ορθό δρόμο, τον δρόμο που οδηγεί προς την ευτυχία και την ελευθερία. Μόνον ένας φιλόσοφος μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθερος, ακόμα κι αν ζει σε καθεστώς δουλοκτησίας

Σχέση σημαίνει επιθυμία, όχι υποχρέωση

Σχέση σημαίνει επιθυμία, μια βαθύτερη ανάγκη για επικοινωνία και αλληλεπίδραση και όχι υποχρέωση και απαιτήσεις…Οι σχέσεις είναι απλές… αλλά τις περισσότερες φορές τις κάνουμε περίπλοκες. Για να δημιουργηθεί και να εξελιχθεί μια σχέση χρειάζεται επιθυμία και από τις δύο πλευρές, χρειάζεται ειλικρίνεια και εμπιστοσύνη, σεβασμό και πάθος, κοντινότητα και αγάπη… 

Οι σχέσεις, όμως, δεν είναι πάντα τόσο απλές και δεν είναι δεδομένη η ύπαρξη των προαναφερόμενων στοιχείων. 

H σχέση δεν χρειάζεται υποσχέσεις και χρονοδιαγράμματα. Χρειάζεται μόνο ενδιαφέρον, κατανόηση, επικοινωνία, συζήτηση, μοίρασμα και αμοιβαία συναισθήματα.
 
Για να διατηρηθεί η σχέση χρειάζεται επιμονή και υπομονή, ενδιαφέρον και προσπάθεια και από τις δύο πλευρές. Δεν μπορεί η σχέση να προχωρήσει ή να αναπτυχθεί μόνη της.
 
Η αμοιβαία επιθυμία είναι ένα απαραίτητο στοιχείο για την ύπαρξη της σχέσης.
 
Είμαι σε μια σχέση σημαίνει ότι επιθυμώ να δω τον άλλο, μου λείπει, θέλω να μοιράζομαι πράγματα μαζί του, θέλω να περνάω όσο το δυνατόν περισσότερες στιγμές μαζί του… νιώθω ότι ποτέ δεν πρόκειται να τον βαρεθώ και πότε δεν θα σταματήσω να θέλω να είμαι δίπλα του…
 
Ο καθένας μπορεί να δώσει ένα δικό του ορισμό για τη σχέση. Η σχέση σημαίνει κάτι διαφορετικό για τον καθένα μας, ενώ όταν σκεφτόμαστε ή φανταζόμαστε μια σχέση μας έρχονται διαφορετικά πράγματα στο μυαλό. Το τι περιμένουμε και προσδοκούμε από μια σχέση εξαρτάται από τα βιώματα και τις εμπειρίες που έχουμε, από την εικόνα που έχουμε από τις σχέσεις γύρω μας ξεκινώντας από τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια και από την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.
 
Τι περιμένουμε από έναν άνθρωπο και τι είδους συμπεριφορά αξίζουμε; Ποια πράγματα θεωρούμε σημαντικά και σε ποια μπορούμε να υποχωρήσουμε ή να συμβιβαστούμε; Τι είδους αξίες θεωρούμε ιδιαίτερα σημαντικές και απαραίτητες για μια σχέση;
 
Η σχέση θέλει διαρκή προσπάθεια, δεν αρκεί να μας ενδιαφέρει ο άλλος ή να είμαστε ερωτευμένοι.
 
Η σχέση χρειάζεται χρόνο για την χτίσουμε και χρειάζεται τη διαρκή παρουσία μας για να μπορέσουμε να τη διατηρήσουμε.
 
Είναι σημαντικό να εξασφαλίσουμε υγιείς σχέσεις, που δεν μας κρατάνε πίσω, δεν βγάζουν τα χειρότερα στοιχεία του χαρακτήρα μας, δεν μας κακοποιούν και δεν γινόμαστε εμείς κακοποιητικοί απέναντι στους άλλους.
 
Μια υγιής σχέση στηρίζεται στο πάρε- δώσε, χωρίς όμως εξαρτήσεις και έντονη κτητικότητα, δίνοντας ο ένας στον άλλο την ελευθερία της επιλογής και τον δικό του χώρο και χρόνο.
 
Μια υγιής σχέση δέχεται τα θετικά αλλά και τα αρνητικά του καθενός, συγχωρεί τα λάθη και ωθεί σε προσπάθειες βελτίωσης των συμπεριφορών και από τις δύο πλευρές. Μια υγιής σχέση στηρίζεται στην ειλικρίνεια και στη γνήσια συνύπαρξη, στο πραγματικό ενδιαφέρον και στην απόλαυση της πραγματικότητας.
 
Δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν διαφορές, διαφωνίες και συγκρούσεις. Το θέμα είναι πώς επιλέγουμε να επιλύσουμε τις διαφωνίες που υπάρχουν και τι αντίκτυπο έχει ο τρόπος που επιλέγουμε στη σχέση.
 
Πόσο μπορούμε να αποδεχτούμε τον άλλο όπως ακριβώς είναι και πόσο μπορούμε να δούμε τη σχέση όπως πραγματικά είναι;
 
Πόση απόκλιση υπάρχει ανάμεσα σε αυτό που έχουμε φανταστεί και σε αυτό που ζούμε και πόσο βλέπουμε την πραγματικότητα αυτής της σχέσης;
 
Σχέση σημαίνει ακούω και καταλαβαίνω τον άλλο, θέλω να ακούσω τα προβλήματά του και να τον στηρίξω και το ίδιο επιθυμώ να κάνει και αυτός. Και όλα αυτά είναι βασικά σε μια σχέση, για να μπορέσει να υπάρξει και να εξελιχθεί μια σταθερή και ασφαλής σχέση, που θα κάνει καλό και στους δύο.
 
Αν η σχέση έχει επιθυμία, αγάπη, πάθος και έρωτα, μοίρασμα και αμοιβαίο ενδιαφέρον, κοινή προσπάθεια και επιμονή τότε μπορεί να κρατηθεί ζωντανή μέσα στο χρόνο, χωρίς φθορές.
 
Η σχέση έχει ανάγκη από την εκδήλωση των συναισθημάτων μας.
 
Δεν αρκεί να ξέρουμε ότι ο άλλος μας αγαπά, αλλά είναι σημαντικό να νιώθουμε ότι ο άλλος μας αγαπά.

Όσο ζω μαθαίνω

Η λέξη «persona» (πρόσωπο) είναι κληρονομιά του αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Τη χρησιμοποιούσαν για να δηλώσουν τον ηθοποιό που βρίσκεται πίσω από τη μάσκα που παριστάνει τον ήρωα του έργου. Παράγεται από το «per sonare», για να δώσει ήχο, και δείχνει αυτόν που πραγματικά μιλάει, αυτόν που βάζει λόγια στη μάσκα, αυτόν που έρχεται να δώσει φωνή στους ήρωες που υποδυόμαστε. Είναι, δηλαδή, η αυθεντική φιγούρα που βρίσκεται πίσω από τον ήρωα.

«Είμαι αυτοεξαρτώμενος» σημαίνει: είμαι πραγματικά αυτός που είμαι, φέρομαι αληθινά όπως φέρομαι, αισθάνομαι γνήσια όπως αισθάνομαι, παίρνω τα ρίσκα που πραγματικά θέλω να πάρω αναλαμβάνοντας την ευθύνη για όλα αυτά, και φυσικά, βγαίνω να αναζητήσω αυτό που πραγματικά πιστεύω ότι χρειάζομαι χωρίς να περιμένω να ασχοληθούν οι άλλοι με αυτό.

Ποτέ δεν αφήνω να διακινδυνεύσουν άλλοι για να κάνω εγώ αυτό που θέλω.
Ποτέ δεν παίρνω ένα ρίσκο που θέλουν οι άλλοι να πάρω.
Ποτέ δεν μεταβιβάζω ευθύνες.

Αυτό καθορίζει αν εγώ είμαι ή δεν είμαι πρόσωπο, και συνεπάγεται την πιθανότητα να συνεχίσω να παριστάνω ότι είμαι πρόσωπο, να παραμείνω, δηλαδή, «μέσα στον ήρωα».

Προσοχή, όμως, καμία από τις άδειες αυτές δεν περιλαμβάνει το δικαίωμά μου να είναι ο άλλος όπως θέλω εγώ, να αισθάνεται όπως αισθάνομαι, να σκέφτεται αυτό που συμφέρει εμένα, να μην παίρνει κανένα ρίσκο γιατί εγώ δεν θέλω να ριψοκινδυνεύει, ή να μου ζητάει άδεια για να έχει αυτό που χρειάζεται. Οι άδειες αυτές δεν μπορούν να περιλαμβάνουν την επιθυμία να μην είναι ο άλλος πρόσωπο, δεν υποδηλώνουν την πρόθεση να στερήσω την ελευθερία του άλλου. Γιατί η αυτοεξάρτησή μου με δεσμεύει αναπόδραστα να υπερασπίζομαι και τη δική σου αυτοεξάρτηση και όλων των άλλων.

Πώς γίνεται και όταν αγαπώ, νομίζω ότι ο άλλος πρέπει να είναι όπως τον φαντάζομαι, πρέπει να αισθάνεται για μένα αυτό που αισθάνομαι εγώ γι΄αυτόν, πρέπει να με σκέφτεται όσο θέλω εγώ, δεν πρέπει να εκτίθεται σε κινδύνους που απειλούν τη σχέση, και πρέπει να μου ζητάει αυτό που θέλει για να είμαι εγώ αυτός που θα του το προσφέρει; Αυτή είναι η φαντασίωση της αγάπης. Ωστόσο, η αγάπη αυτή, που στερεί την ελευθερία του άλλου, που είναι μίζερη και σκληρή, δεν είναι αγάπη μεταξύ ενηλίκων.

Η αγάπη μεταξύ ενηλίκων μεταβιβάζει και προωθεί αυτόν τον χώρο της αυτοεξάρτησης στον άλλον, ακριβώς με την έννοια που αναλύω εδώ. Η αγάπη παραχωρεί, ωθεί, ενθαρρύνει ώστε εκείνοι που αγαπώ να ζουν επίσης όλο και λιγότερο εξαρτημένοι. Αυτή είναι η αληθινή αγάπη, η αγάπη για τον άλλον. Η αγάπη που δεν είναι για μένα αλλά για σένα, η αγάπη που έχει να κάνει με τη χαρά μου που υπάρχεις.

Για ποιο λόγο θέλουν κάποιοι να είναι εξαρτημένοι; Μερικές φορές, επειδή πιστεύουν ότι είναι αδύναμοι, επειδή θεωρούν ότι αν είναι κάτω από τις φτερούγες κάποιου πιο ικανού, αυτός θα τους προστατεύσει. Άλλες φορές, για να μπορούν να επιρρίπτουν την ευθύνη στους άλλους. Άλλοτε πάλι, αληθινά πιστεύουν ότι πρέπει να ζητάνε άδεια. Δεν έχουν αυταπάτες, δεν τους λείπει το κουράγιο, ούτε είναι άρρωστοι. Το μόνο που συμβαίνει είναι ότι δεν έχουν γίνει πρόσωπα. Είναι θέμα εξέλιξης. Μερικές φορές δεν καταφέρνουν να γίνουν πρόσωπα γιατί φοβούνται, κι άλλες γιατί δεν εκπαιδεύτηκαν κατάλληλα. Κάποιες φορές γιατί κάποιος τους καταπίεσε πολύ, και άλλες, τέλος, γιατί απλώς δεν ξέρουν τίποτα για αυτά που συζητάμε εδώ.

Όποιος δεν έχει το θάρρος να είναι αυτός που είναι από φόβο μήπως τον απορρίψουν, δεν έχει το θάρρος να αισθάνεται όπως αισθάνεται γιατί δεν του φαίνεται σωστό, δεν έχει το θάρρος να σκέφτεται όπως σκέφτεται ή να πει ότι σκέφτεται έτσι επειδή φοβάται την απόρριψη, όποιος δεν ριψοκινδυνεύει γιατί δεν θέλει να επωμισθεί τις ευθύνες και δεν βγαίνει να αναζητήσει αυτό που χρειάζεται αλλά το ζητάει από τον άλλο, αυτός δεν θα καταφέρει να γίνει πρόσωπο, και πρέπει να θεωρήσουμε ότι είναι, απλώς, ένα άτομο.

Δεν τον κατηγορεί κανείς γι΄αυτό, δεν είναι υποχρεωμένος να γίνει κανείς πρόσωπο. Αυτό που λέω είναι ότι για να γίνεις πρόσωπο – αυτό που εσείς θα λέγατε «ενήλικο και ώριμο» πρόσωπο -, για μένα είναι, απλώς, να γίνεις πρόσωπο. Το «ώριμο πρόσωπο», κατ΄εμέ, λέγεται για τα αληθινά πρόσωπα. Ένα πρόσωπο, είναι ένα ώριμο πρόσωπο. Αν είναι ανώριμο, δεν έχει ολοκληρώσει ακόμη τη διαδικασία μετατροπής του σε πρόσωπο.

Κι αυτό δεν αποτελεί ψόγο, γιατί η διαδικασία μετατροπής ενός ατόμου σε πρόσωπο ολοκληρώνεται μονάχα την ημέρα που πεθαίνει. Μέχρι τότε, μπορεί κανείς να συνεχίσει να αναπτύσσεται και να αποκτά όλο και μεγαλύτερη συνείδηση του εαυτού του. Όσο ζω μαθαίνω, όσο ζω ωριμάζω, όσο ζω αναπτύσσομαι.

Όσο αποδέχεσαι μια αρνητική κατάσταση τόσο παραμένεις δέσμιος σ΄αυτήν.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος για να είσαι δυστυχισμένος.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος για να είσαι απογοητευμένος ή καταπιεσμένος ή γεμάτος θλίψη.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να είσαι άρρωστος ή αποτυχημένος ή αποθαρρυμένος.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος για οτιδήποτε άλλο από το ενδιαφέρον και τη χαρά στη ζωή.

Όσο αποδέχεσαι μια αρνητική κατάσταση τόσο παραμένεις δέσμιος σ΄αυτήν.

Αρκεί όμως να διεκδικήσεις την κληρονομιά σου σαν ελεύθερος άνθρωπος και θα είσαι πια ελεύθερος.

Η επιτυχία και η ευτυχία αποτελούν μια φυσική κατάσταση για τον άνθρωπο. Είναι πολύ πιο εύκολο να πραγματώσει κανείς αυτές τις καταστάσεις, παρά τις αντίθετες.

Ίσως για ένα διάστημα να επισκιάζεται αυτό το γεγονός από κακές συνήθειες σκέψης και δράσης, όπως λόγου χάρη μπορεί να μας φαίνεται ευκολότερο να βαδίζουμε ή να καθόμαστε ή να κρατάμε το στυλό ή ένα μουσικό όργανο όχι όπως πρέπει, απλά και μόνο επειδή το έχουμε συνηθίσει έτσι, ο σωστός όμως τρόπος είναι στα σίγουρα ευκολότερος.

Η δυστυχία, η απογοήτευση, η φτώχεια και η μοναξιά είναι πράγματι άσχημες καταστάσεις, στις οποίες έχουν προσκολληθεί τα θύματά τους, πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει άλλη λύση ενώ βέβαια υπάρχει.

Η λύση αυτή είναι απλά ν΄αποκτήσει κανείς καλές νοητικές συνήθειες αντί για κακές.

Για να έχετε καθαρή συνείδηση, να λέτε και να κάνετε αυτά που πρέπει

Για να εξασφαλιστεί καλή επικοινωνία, δεν αρκεί να μιλάει κανείς ανοιχτά. Ένα άτομο που μπορεί να είναι διεκδικητικό, με σεβασμό αλλά και με σταθερότητα, μπορεί να έχει πιο ήσυχη συνείδηση. Θα έχει μια πιο ειλικρινή και αυθεντική καρδιά.

Ωστόσο ισχύει κάτι περίεργο. Σύμφωνα με αρκετές μελέτες, όπως αυτή του Sage Journals, μόνο το 18% του πληθυσμού έχει υψηλές τιμές στη διεκδικητικότητα.

Οι υπόλοιποι από μας λίγο-πολύ «επιβιώνουμε», δηλαδή επιλέγουμε να παρατηρούμε, να κουνάμε το κεφάλι και να μένουμε σιωπηλοί.

Μη βρεθείτε σε κανένα από τα δύο άκρα. Δεν χρειάζεται να είστε το άτομο που δεν μασάει ποτέ τα λόγια του, που δεν σωπαίνει ποτέ και μιλάει συνεχώς. Ούτε είναι υγιές να παραδίδεστε στην υποχωρητικότητα, στη συμμόρφωση και στη σιωπή.

Περισσότερο από κάθε τι άλλο, κάθε νύχτα πρέπει να ακουμπάτε το κεφάλι σας στο μαξιλάρι με καθαρή συνείδηση. Να γνωρίζετε ότι οι αξίες και οι πράξεις σας βρίσκονται σε πλήρη αρμονία.

Σας ενθαρρύνουμε να σκεφτείτε περισσότερο πάνω σε αυτό σήμερα.

Πώς να έχετε καθαρή συνείδηση
Σύμφωνα με ένα ενδιαφέρον άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Psychology, το 86% του πληθυσμού επιδιώκει πάνω απ’όλα την αποφυγή της σύγκρουσης.

Όλοι προσπαθούν να ζουν κρατώντας τις ισορροπίες προκειμένου να γίνονται αποδεκτοί. Αποδέχεστε ορισμένες δυσάρεστες συμπεριφορές και στάσεις για να αποφύγετε τα περαιτέρω προβλήματα, για να αποφύγετε το άγχος όταν βρίσκεστε με ορισμένους ανθρώπους ή για να μην σας απορρίψουν ξαφνικά οι γύρω σας.

Οι συμπεριφορές αυτές είναι κοινές, τόσο ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας όσο και στο χώρο της εργασίας. Ανέχεστε την οξυθυμία του πατέρα σας. Δέχεστε τα ανόητα λόγια του ξαδέρφου σας. Ανέχεστε το συνάδελφο που σας κακολογεί συνεχώς πίσω από την πλάτη σας.

Τελικά ανέχεστε τόσα πολλά που, χωρίς να το συνειδητοποιήσετε, σχηματίζουν ένα τεράστιο βουνό. Το βουνό αυτό απλώς αντικατοπτρίζει αυτό που έχετε γίνει: ένα άτομο που παραμένει σιωπηλό και επιτρέπει πράγματα.

Ας δούμε πώς μπορούμε να χειριστούμε καλύτερα αυτές τις καταστάσεις.

Τα πάντα έχουν τα όριά τους και είναι θέμα αξιοπρέπειας
Τίποτα δεν θα συμβεί αν βλέπετε τον ενοχλητικό ξάδερφό σας -και τον αντιμετωπίζετε- μόνο μία φορά το χρόνο. Ούτε υπάρχει πρόβλημα αν η οξυθυμία του πατέρα σας είναι κάτι σπάνιο. Μπορεί να παραδεχτεί τις πράξεις του και να τις βελτιώσει κάπως.
  • Όμως, αν αυτές και άλλες συμπεριφορές επαναλαμβάνονται και ήδη προσβάλλουν την αξιοπρέπεια και την αυτοεκτίμησή σας, είναι ώρα να ενεργήσετε.
  • Όλοι έχουν τα όριά τους. Μερικοί άνθρωποι μπορούν να ανεχτούν ορισμένα πράγματα, ενώ άλλοι απλώς «επιτίθενται» με την πιο ελάχιστη πρόκληση.
  • Μη θέτετε τα όριά σας στο σημείο του πόνου ή της καταστροφής. Αν κάτι σας ενοχλεί, έχετε φτάσει στα όριά σας. Τότε είναι που πατάτε το κόκκινο κουμπί για να αναλάβετε δράση.
Να είστε δυνατοί και αντικειμενικοί αναφορικά με ό,τι δεν σας αρέσει ή σας ενοχλεί

Δεν έχει να κάνει με το να προσπαθείτε να πληγώσετε κάποιο άλλο άτομο. Ούτε χρειάζεται να κλάψετε ή να χρησιμοποιήσετε κακούς τρόπους. Ωστόσο πρέπει να είστε άμεσοι.

«Δεν μου αρέσει να μιλάς πίσω από την πλάτη μου. Δείχνει έλλειψη σεβασμού και δεν το ανέχομαι αυτό. Αυτό που κάνεις δεν είναι κάτι που κάνουν οι ώριμοι άνθρωποι που σέβονται τους άλλους. Σταμάτα να το κάνεις και μη διαδίδεις ψέματα.»

«Δεν θέλω να κάνω όλα όσα ζητάς, ούτε και μπορώ. Θα σε βοηθήσω όταν το έχεις ανάγκη, αλλά μερικές φορές κάνεις κατάχρηση της φιλίας μου χωρίς να με σέβεσαι, χωρίς καν να με σκέφτεσαι.»
  • Δώστε επίσης προσοχή σε μια άλλη πτυχή του ζητήματος: στο πώς οι άλλοι άνθρωποι αντιδρούν όταν λέτε ότι κάτι δεν είναι δική σας ευθύνη.
  • Μπορεί να το πάρουν στραβά ή να προσβληθούν, αλλά τελικά θα το αποδεχτούν και εσείς θα έχετε δείξει το βαθμό της προσωπικής σας ωριμότητας.
Το να υποστηρίζετε τον εαυτό σας συχνά περιλαμβάνει το να πηγαίνετε αντίθετα με αυτά που διδαχτήκατε

Είτε το πιστεύετε είτε όχι, ζείτε σε μια κουλτούρα στην οποία θεωρείται ότι οι άνθρωποι που υπερασπίζονται τον εαυτό τους είναι εγωιστές. Για να πούμε την αλήθεια, αυτό που δεν αρμόζει είναι η έλλειψη σεβασμού.

Πρέπει να γνωρίζετε πώς να ερμηνεύετε και να κατανοείτε το πλαίσιο και την κατάσταση. Ωστόσο είναι σαφές ότι δεν διδασκόμαστε πάντα πώς να υποστηρίζουμε και πώς να αγαπάμε τον εαυτό μας.
  • Η συναισθηματική νοημοσύνη είναι κάτι που δεν διδάσκεται στα σχολεία.
  • Στο σπίτι, πολλοί υποθέτουν ότι αυτό είναι δουλειά των γονιών σας. Πάρα πολλά παιδιά μαθαίνουν ότι το να μιλούν για τις συναισθηματικές τους ανάγκες τα καθιστά αδύναμα.
  • Είναι καλύτερα να κλαίτε κρυφά, επειδή «το να κρύβετε αυτό που σας πληγώνει δεν βλάπτει» τους άλλους ανθρώπους.
Υπάρχουν τρόποι σκέψης που πρέπει να καταρριφθούν όσο το δυνατόν πιο σύντομα.
  • Για να ζείτε με καθαρή συνείδηση, πρέπει να υπερασπίζεστε το χώρο σας, τις αξίες σας και τα δικαιώματά σας. Πάντα θα έρχονται στιγμές που θα πρέπει να αντιδράσετε απέναντι σε κάτι ή κάποιον. Πολλοί άνθρωποι είναι συνηθισμένοι να επιβάλλονται στους άλλους και να είναι εγωιστές.
Εσείς, από την πλευρά σας, πρέπει να μάθετε να ενεργείτε πάντα με σεβασμό αλλά ταυτόχρονα υπερασπιζόμενοι τα όριά σας. Να κάνετε και να λέτε πάντα αυτό που αισθάνεστε χωρίς να βλάπτετε τους άλλους αλλά προστατεύοντας τον εαυτό σας.

Κανένας δεν μπορεί να το κάνει αυτό καλύτερα από εσάς.

Η ώριμη οικειότητα και η αγάπη δεν στηρίζονται στις προσδοκίες

Αποτέλεσμα εικόνας για romeo e giulietta zeffirelliΟι ολοκληρωμένοι άνθρωποι αναγνωρίζουν, ότι χρειάζονται τους άλλους. Δεν θεωρούν την ανάγκη αυτή για αγάπη και οικειότητα σαν υποχρέωση να υποβιβάζουν τον εαυτό τους, αλλά περισσότερο σαν μέσο αντανάκλασης των μεγάλων δυνατοτήτων τους και μοιράσματός τους με άλλους. Δεν αισθάνονται περιορισμένοι από την αγάπη και τις στενές σχέσεις, αλλά τις θεωρούν ιδιαίτερη ευκαιρία για ανάπτυξη. Κατανοούν πως ποτέ δεν μπορούν να κατέχουν κάποιον άλλο και δεν έχουν καμιά επιθυμία να ανήκουν σε κάποιον. Ξέρουν ότι η οικειότητα φέρνει κοντά τους ανθρώπους, αλλά ότι είναι ευθύνη του καθένα να διατηρήσει την αυτονομία του. Ότι πρέπει να αναπτύσσονται χωριστά για να εξακολουθήσουν να αναπτύσσονται με άλλους. Ο έρωτας και οι στενές σχέσεις προκαλούνται, δεν απειλούνται από τις διαφορές. Οι ολοκληρωμένοι άνθρωποι που ξέρουν πως όταν δύο άνθρωποι αποφασίζουν να κάνουν στενή σχέση, ενώνουν, δύο διαφορετικούς κόσμους, κι έτσι, όχι μόνον φέρνουν ο ένας στον άλλον κοινά στοιχεία, αλλά και διαφορές. Οι διαφορές είναι που θα συνεχίσουν να τους κινητοποιούν ν’ αναπτυχθούν. Το βάθος της αγάπης μας μπορεί συνήθως να μετρηθεί από το βαθμό στον οποίο είμαστε διατεθειμένοι να μοιραστούμε τον εαυτό μας με άλλους. Αρχίζουμε με ξεχωριστά Εγώ.

Φτιάχνουμε έναν κοινό χώρο ανάμεσα στα δύο Εγώ και τον ονομάζουμε Εμείς. Αυτός είναι ο χώρος στον οποίο αναπτύσσεται η οικειότητα. Όσο μεγαλύτερη είναι η κοινή εμπειρία, τόσο μεγαλύτερος και ο χώρος του Εμείς. Αυτός είναι ο χώρος στον οποίο αναπτύσσεται η οικειότητα. Όσο μεγαλύτερη είναι η κοινή εμπειρία, τόσο μεγαλύτερος και ο χώρος του Εμείς.

Ο έρωτας και η οικειότητα έχουν πολλά στάδια και γι’ αυτό μεταβάλλονται διαρκώς. Η οικειότητα της πρώτης συνάντησης δεν θα είναι η οικειότητα του μήνα του μέλιτος, αλλά θα υπάρξουν πολλές περίοδοι μήνα του μέλιτος. Η περίοδος του διαμερίσματος ενός δωματίου με δανεικά έπιπλα, η περίοδος του πρώτου παιδιού, η περίοδος της αγοράς του σπιτιού, η περίοδος της πρώτης σημαντικής προαγωγής, η περίοδος της ανάπτυξης με την οικογένεια, η περίοδος των γηρατειών. Κάθε περίοδος θα είναι καινούργια και θα δημιουργεί νέες διαστάσεις στην οικειότητα. Επιβάλλεται γι’ αυτό ο ολοκληρωμένος άνθρωπος να έχει πάντα συνειδητότητα και να είναι ανοιχτός στην αλλαγή. Το πρόσωπο στα χέρια σήμερα κάποιου δεν θα είναι το ίδιο πρόσωπο αύριο, ή ακόμα για το λόγο αυτό, την επόμενη ώρα. Ο έρωτας δεν ανατρέφεται ούτε αυξάνεται κοιτάζοντας προς τα πίσω, βιώνεται πάντα στο παρόν.

Η ώριμη οικειότητα και η αγάπη δεν στηρίζονται στις προσδοκίες. Αφού κανείς, ούτε κι ένας άγιος, δεν μπορεί να ξέρει ή να εκπληρώσει όλες μας τις προσδοκίες, το να έχουμε προσδοκίες από τους άλλους σημαίνει ότι επιζητούμε τον πόνο και την απογοήτευση. Η μόνη βάσιμη προσδοκία στον έρωτα βρίσκεται στην ελπίδα ότι αυτοί που αγαπάμε θα γίνουν ο εαυτός τους, όπως κι εμείς. Η αγάπη που προσφέρεται από μια αίσθηση καθήκοντος ή υποχρέωσης, είναι η μεγαλύτερη προσβολή και γι’ αυτό δεν είναι καθόλου αγάπη.

Ο αληθινός έρωτας και η οικειότητα αναπτύσσονται με τον καλύτερο τρόπο αυθόρμητα και προσφέρουν μια πληθώρα ευκαιριών για εμπειρίες χαράς, ομορφιάς και γέλιου. Όλοι έχουμε γνωρίσει τη θαυμάσια αίσθηση του κοινού βιώματος μιας έντονης εμπειρίας με κάποιον, είτε γέλιου είτε πόνου. Στιγμιαία, η κοινή εμπειρία παίρνει τους δύο και τους κάνει ένα. Οι στιγμές αυτές βαθειάς οικειότητας θα συνεχίσουν να κάνουν τον έρωτα πιο φρέσκο, γοητευτικό και αναζωογονημένο.

Η αγάπη και η οικειότητα απαιτούν κάποια λεκτική έκφραση. Πολύ συχνά υποθέτουμε ότι το άλλο ή τα άλλα πρόσωπα ξέρουν τι σκεφτόμαστε ή πώς αισθανόμαστε. Πολλές φορές εκπλησσόμαστε όταν ανακαλύπτουμε ότι αυτό δεν ισχύει. Είναι ευθύνη του καθένα να απλώσει το χέρι και ν’ αγγίξει την καρδιά αυτού που αγαπάει –μια κουβέντα, ένα σημείωμα, ένα λουλούδι, ένα απλό ποίημα, μπορούν να δώσουν το πολύ αναγκαίο μήνυμα της επιβεβαίωσης. Κανείς δεν κουράζεται ποτέ από την έκφραση αγάπης.

Η αγάπη και η οικειότητα απαιτούν συμπάθεια. Αν δεν μπορούμε να συναισθανόμαστε με κάποιον, δεν είμαστε ικανοί να αγαπάμε. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να έχουμε τέλεια εμπάθεια με τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά ενός άλλου. Μου είναι οδυνηρό ν’ ακούω κάποιον να λέει, «Ξέρω ακριβώς πως αισθάνεσαι». Δεν ξέρει! Δεν μπορεί να ξέρει! Στην καλύτερη περίπτωση μπορούμε να καταλάβουμε μόνον αυτό που έχουμε βιώσει πραγματικά, και κάθε εμπειρία είναι πάντα πολύ προσωπική. Όταν όμως έχουμε μια γνώση των προσωπικών μας συγκρούσεων και συναισθημάτων που στηρίζονται πάνω σε γενικές ανθρώπινες εμπειρίες, μπορούμε ν’ αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε πως αισθάνονται ίσως οι άλλοι. Σ’ αυτό το σημείο αρχίζει η συμπάθεια.

Η αγάπη και η οικειότητα δεν έχουν καμιά σχέση με την εκμετάλλευση. Υπάρχει ένα παλιό ρητό, αλλά ισχύει ακόμη, «Χρησιμοποίησε τα πράγματα, αγάπα τους ανθρώπους».

Είναι τρομακτικό το πόσο πολλοί κάνουν ακριβώς το αντίθετο στο όνομα της αγάπης: Γονείς που χρησιμοποιούν τα παιδιά τους, σύζυγοι που χρησιμοποιούν τις/τους συζύγους τους, εκπαιδευτικοί που χρησιμοποιούν τους μαθητές τους, προοδευτικοί που χρησιμοποιούν την κοινωνία τους.

Χρησιμοποιούν τη ζωή άλλων για να επιβεβαιώσουν τη δική τους ύπαρξη και αξία. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που η αγάπη έχει γίνει τόσο αμφίβολη και απειλητική έννοια. Χρησιμοποιείται τόσο συχνά για να καταστρέφει παρά να προάγει. Η εκμετάλλευση σε μια σχέση, ανεξάρτητα από το πώς την δικαιολογούμε, δεν μπορεί ποτέ να είναι αγάπη!

Το ήθος των Αρκάδων και ο Ολυμπισμός των Λυκαίων αγώνων

Πράγματι μαγεύεται κανείς με την Αρκαδία, όταν του αφηγούνται τους μύθους της, όταν του μιλούν για την ιστορία της και για τον πολιτισμό της, όταν αναπνέει επάνω της, όταν γεύεται τους καρπούς των δένδρων της, όταν λούζεται στα νερά της, ή όταν αφουγκράζεται το χρησμό της Πυθίας.

"Aρκαδίην μ' αιτείς; Μέγα μ' αιτείς, ου τη δώσω".

Όμως όταν είσαι γόνος της αρκαδικής γης, τότε στη μαγεία προστίθεται η υπερηφάνεια και το βάρος μιας δυσβάστακτης κληρονομιάς, που. σου διατηρεί τη διάθεση να γνωρίσεις περισσότερα και να μιλήσεις γι' αυτή τη γη. Ένας τόπος διακρίνεται από τα χαρακτηριστικά του φυσικού περιβάλλοντος, από την συμπεριφορά και τον χαρακτήρα των ανθρώπων που τον κατοικούν, την κοινωνική τους ζωή και από την προσφορά τους στον οικουμενικό πολιτισμό. Η παράδοση, οι μύθοι, η ιστορία και ο πολιτισμός που σε συγκλονίζουν, αναμιγνύονται με την αίσθηση του παρόντος που νοιώθεις μέσα από την παλλόμενη "άγρια" φύση της Αρκαδίας με τα βουνά και τις αναρίθμητες βουνοκορφές της, τις πηγές και τα ποτάμια της, τις κοιλάδες και τα δάση της. Είναι η φύση που έθρεψε και επέδρασε επάνω στον κοινωνικό Αρκάδα και τον διαμόρφωσε. Πρόκειται για την αλληλεξάρτηση της φύσης με τον άνθρωπο/άτομο και με τον κοινωνικό άνθρωπο.

Αυτή η σχέση γίνεται εμφανής από τα ίχνη του πολιτισμού που θεμελίωσαν και οικοδόμησαν οι κάτοικοί της αρκαδικής γης, εμποτισμένοι από τις αναβλύζουσες "θεϊκές" δυνάμεις του τόπου. Παραδόσεις, ιστορικά κείμενα και κυρίως αρχαιολογικά ευρήματα, ερείπια προϊστορικών και ιστορικών χρόνων που συναντά κανείς "σπαρμένα" γύρω του και εκείνα που αναμφίβολα βρίσκονται θαμμένα μέσα στην αρκαδική γη και στις ιδιωτικές συλλογές, αποδεικνύουν την μοναδικότητα και την ιερότητα του ελληνικού αυτού τόπου. Το παρελθόν της Αρκαδίας απετέλεσε και αποτελεί υποθήκη για το μέλλον και όπως είπε σε ομιλία του ο έφορος αρχαιοτήτων Λακωνίας - Αρκαδίας Σπυρόπουλος: "Η Αρκαδία δεν είναι σημαντική τόσο για την ιστορία της, αλλά κυρίως για την προϊστορία της",τονίζοντας ταυτόχρονα και την βραδυπορία της πολιτείας που αφήνει την αρχαιολογική σκαπάνη μετέωρη. Πράγματι ο πολιτισμός των Αρκάδων είναι τόσο παλιός που τονίζεται από πολλούς συγγραφείς, παραδόσεις, αφηγήσεις και μύθους. Αυτό πιστοποιείται και από μία υπέροχη ωδή του Πινδάρου που την αφιερώνει στον ολυμπιονίκη Θήρωνα (Τύραννο του Aκράγαντα) ο οποίος νίκησε στην αρματοδρομία το 479π.X. Συγκεκριμένα ο ποιητής κάνει μνεία στην παλαιότητα της Αρκαδίας και στην πολυδαίδαλη κατασκευή της φύσης του εδάφους. "... ένθα Λατους ιπποσόα θυγάτηρ δέξατ' ελθόντ' Αρκαδίας από δειραν και πολυ-γνάμπτων μυχων, ..."

Στον πολιτισμό των Αρκάδων διακρίνει κανείς την πολυπλευρικότητα της ανθρώπινης αντίληψης και δημιουργίας. Είναι χαρακτηριστική η φήμη του αρκαδικού έθνους μεταξύ των Ελλήνων, όχι μόνο για την αρετή του, τη φιλοξενία, τη φιλανθρωπία του, αλλά και για την ευσέβεια προς το θείον. Ο Πολύβιος λέει:"Επειδή δε κοινή το των Αρκάδων έθνος έχει τινά παρά πασι τοις Έλλησιν επ' αρετή φήμην, ου μόνον δια την εν τοις ηθεσι και βίοις φιλοξενίαν και φιλανθρωπίαν, μάλιστα δε διά την εις το θειον ευσέβειαν,..."

Το πρότυπό τους για τον κοινωνικό άνθρωπο που είναι ο "καλός καγαθός", τους οδηγεί και στην δημιουργία ανάλογων μεταφυσικών μορφών (θεοτήτων). Η φύση ανθρωποποιείται έτσι, ώστε οι άνθρωποι να έχουν σημεία αναφοράς και μια κοινή συνείδηση που θα τους άγει σε ενάρετο βίο. Η προσωποποίηση της φύσης (θείον) σε άϋλα όντα (θεοί) με ανθρώπινες μορφές και διαφορετικές ιδιότητες και χαρακτήρα, προσδίδει στους θνητούς την ασφάλεια ότι κάποιοι τους παρακολουθούν και φροντίζουν γι' αυτούς επαινώντας τους ή ψέγοντάς τους, βοηθώντας ή καταστρέφοντάς τους. Οι άνθρωποι ποτέ δεν άντεξαν την ιδέα της μοναξιάς τους μέσα στο σύμπαν, ούτε η δυνατότητα του νου και της λογικής τους δεν τους επέτρεψε να ξεπεράσουν την ιδέα της μη εξάρτησή τους από κάπου, ούτε έγινε αποδεκτή η ψυχρή και άψυχη λογική του σύμπαντος. Έτσι οι άνθρωποι θεοποίησαν τα στοιχεία της φύσης και τα μορφοποίησαν κατ' εικόνα και ομοίωσή τους, μια και δεν υπήρχε πληρέστερο πρότυπο "όν" σε μορφή, δομή και λειτουργία από τους ίδιους. Παράλληλα στις θεότητες έδωσαν διαφορετικά χαρακτηριστικά, ιδιότητες και ρόλους που αντιστοιχούσαν στις βασικές τους λειτουργίες με το περιβάλλον και στις κοινωνικές τους σχέσεις. Γιατί έτσι εξασφάλιζαν το άλλοθι που τους δικαιολογούσε την πράξη, και ότι κάποιος ή κάποιοι τους φρόντιζαν (όπως και σήμερα) , ενώ ταυτόχρονα δημιουργούσαν κοινή συνείδηση, αξίες και ήθη που προσέδιδαν στη ζωή τους περιεχόμενο.
 
Οι άνθρωποι έδωσαν στους θεούς τις δικές τους συνήθειες και ανάγκες. Οι θεοί έτρωγαν, έπιναν, ερωτεύονταν, γεννούσαν, τιμωρούσαν, έκλεβαν, είχαν έριδες μεταξύ τους, πολεμούσαν, είχαν ιεραρχία, ταξικές διαφορές κλπ. Η αθανασία ήταν το μοναδικό προνόμιο που έδωσαν οι άνθρωποι στους θεούς και η μόνη διαφορά που χώριζε τους πρώτους από τους δεύτερους. Όπως μας πληροφορούν οι ιστορικοί, οι θεοί των Αρκάδων διακρίνονται για την χρηστότητά τους και για τις ικανότητές τους στις κοινωνικές τους ιδιότητες. Ο Δίας ήταν ο πολυδιάστατος θεός τους. Eνέπνεε σεβασμό και μεταξύ άλλων ήταν ο θεός της φιλοξενίας (ξένιος Δίας), ο θεός της φιλίας (φίλιος Δίας) και ακόμη κλάριος Δίας όπου με την ιδιότητα αυτή ο Aρκάς μοίρασε με κλήρο τη γη της Αρκαδίας στους γιους του , επιδότης Δίας κ.λ.π. Ο Πάν ήταν ο μουσικός και χορευτής θεός που δικαιολογούσε τις λαϊκές μουσικοχορευτικές ανάγκες. Υπάρχουν διάφορες παραδόσεις σχετικά με την καταγωγή του θεού. Η μία λέει ότι ήταν γιός του Ερμή και μιας από τις θυγατέρες του Δρύοπος. Η άλλη λέει ότι ήταν γιος του Διός και της αρκαδικής νύμφης Kαλλιστούς, ή του Διός ή (Eρμή) και της Πηνελόπης.) Οι Αρκάδες με το χορό και το τραγούδι απάλυναν τον αγροίκο βουκολικό χαρακτήρα τους, αλλά δημιουργούσαν και κοινωνικές σχέσεις μεταξύ τους απαραίτητες για την συμβίωση και την κοινωνική τους συνοχή. Ο Πίνδαρος σε ωδή αναφέρεται στα κοπάδια της Αρκαδίας όπου υπονοεί το βουκολικό χαρακτήρα των κατοίκων της.

"... Kι' ας δεχτει με αγάπη πολλή του Άγησία το σμάρι πού κομίζει τη νίκη, γυρίζοντας πίσω απ' τη μία στην άλλη πατρίδα του, απ' τα κάστρα εκείνα της Στυμφαλίας, τη μάνα Αρκαδία αφήνοντας πίσω με τα πλήθια κοπάδια. ..."

Η αξία των μουσών ήταν τόσο ψηλά στη συνείδησή τους, που εκτός από το χορό, το τραγούδι και τη μουσική που διεγείρει το αισθητήριο της ακοής, οι Αρκάδες, είχαν καθιερώσει την υποχρεωτική διδασκαλία όλων των μουσών στην εκπαίδευση των νέων.

"Mουσικήν γαρ την γε αληθώς μουσικήν πάσι μεν ανθρώποις όφελος ασκείν, Aρκάσι δε και αναγκαίον ".

Οι επιδόσεις των Αρκάδων στα γράμματα και στις τέχνες συνυπάρχουν, θα έλεγε κανείς, με την πρώτη παρουσία τους στο χώρο. Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση του Διονυσίου του Aλικαρνασσέως που λέει ότι ο Eύανδρος μαζί με άλλους Αρκάδες μετοίκησε στην Ιταλία εξήντα χρόνια πριν από τον Tρωϊκό Πόλεμο, μεταφέροντας τη χρήση των ελληνικών γραμμάτων και κάνοντας γνωστή στην Ιταλία την ενόργανη μουσική, τα τρίγωνα και τη λύρα. Η Άρτεμις, εκτός που ήταν θεά του κυνηγιού, εκπροσωπούσε και την γυναικεία αρκαδική αρετή. Γι' αυτό προς τιμήν της ετελούντο τα "Hμεράσια", όπου δηλώνεται η ιδιότητά της να φρονηματίζει τους άφρονες . Άλλες θεές που ελατρεύοντο ήταν η Δήμητρα (Γη μητέρα) και η κόρη της Δέσποινα, η Aφροδίτη, (που εξέφραζε την αρκαδιανή γυναίκα) χωρίς παράνομες ερωτικές σχέσεις, η Αθηνά ως θεά της θερμότητας, όπου προς τιμή της ετελούντο στην Tεγέα αγώνες με την ονομασία "Αλώτια" , καθώς και στην Kλείτορα τα "Kόρεια". Ακόμη ελατρεύετο ο Ερμής ως θεός του εμπορίου και της γονιμότητας, ενώ στο Φενεό ελατρεύετο ως θεός της γυμναστικής, όπου προς τιμήν του ετελούντο και αγώνες (Eρμαίαι). Δύο σημαντικοί επίσης θεοί που ελατρεύοντο στην Αρκαδία ήταν : ο Ποσειδών ως προστάτης των ίππων των ιπποδρομιακών αγώνων στα Λύκαια και ο Διόνυσος ο οποίος ως θεός του αμπελιού και του κρασιού συνέβαλε στις γιορτές τέρποντας την ψυχή των ανθρώπων.

Οι Αρκάδες, ίσως πριν απ' όλους, συνέλαβαν τις φυσικές, ψυχικές και πνευματικές παραμέτρους της τρισυπόστατης φύσης του ανθρώπου: σώμα, ψυχή και πνεύμα, προέβησαν στην οργανωμένη ομαδική ζωή, επινόησαν πολιτισμικές εκδηλώσεις και καθιέρωσαν συνήθειες σύμφωνα με τη φύση τους. Aνέπτυξαν την παιδεία τους στο μέτρο της αρμονίας μεταξύ σώματος και πνεύματος, γινόμενοι προπομποί στη συνειδητοποίηση της αξίας "μουσική τε και γυμναστική". Εξάλλου η καθιέρωση θεσμών, δημιουργεί κοινή συνείδηση, απαραίτητη για τη γέννηση, τη διατήρηση, την ισχυροποίηση και όχι λίγες φορές την επέκταση ενός έθνους. Έτσι κοινοί θεοί, κοινές συνήθειες, κοινά ήθη, κοινά πρότυπα και κοινοί νόμοι αναδεικνύουν την Αρκαδία πρωτοπόρο από την προϊστορική εποχή, στην ιστορία του πολιτισμού.

 Οι Αρκάδες συγκέντρωναν αντιφατικά στοιχεία. Ήταν εύρωστοι, ψηλόσωμοι, ανδρείοι και άριστοι πολεμιστές. Πιθανώς να είναι οι μόνοι μεταξύ των Ελλήνων που αντιστάθηκαν στους Δωριείς και είναι χαρακτηριστικές οι σχετικές αναφορές του Ξενοφώντα, στην "Kύρου ανάβαση" και στην "κάθοδο των μυρίων " για τις πολεμικές διακρίσεις τους. Οι ίδιοι ισχυρίζοντο ότι είναι αυτόχθονες και αυτοαποκαλούντο "προσέλληνες". Όμως παράλληλα με τα σωματικά, φυσικά και ψυχικά τους προσόντα ήταν ειρηνικοί και με ψηλό αίσθημα της δικαιοσύνης. Ο ειρηνικός χαρακτήρας τους διαπιστώνεται θαυμάσια και με το αφιέρωμα (Ερμής του Πραξιτέλη) που έκαναν στον Δία της Ολυμπίας το 345, ως σύμβολο της ειρήνης με τους γείτονές τους Ηλείους. Eνώ το αίσθημα της δικαιοσύνης πιστοποιείται μέσα από τους περιζήτητους νομοθέτες της Mαντίνειας, μεταξύ των οποίων ήταν και ο παγκρατιαστής Nικόδωρος.
 
Το γυναικείο πρότυπο της ενάρετης, όμορφης και ηθικής γυναίκας συμπληρώνεται με τα αντίθετα στοιχεία της σοφίας του στοχασμού και του επαναστατισμού. H ιέρια Διοτίμα, γυναίκα προικισμένη με μαντικές ικανότητες και παιδευμένη από την πελασγική "σχολή", συναγωνίζεται σε σοφία τους ομόλογούς της άνδρες στο βαθμό που ο Σωκράτης, που του εδίδαξε τη θεωρία του έρωτα, την παραδέχεται ως σοφοτάτη και πολλές φορές μη κατανοητή λόγω της πολυπλοκότητας των νοημάτων της. O στοχασμός της Διοτίμας, καθοδηγούμενος από την ενόρασή της, διεισδύει στον εσωτερικό πυρήνα της προσωπικότητας του ανθρώπου και όπως λέει ο Θεοδωρόπουλος "ο λόγος της Διοτίμας απευθύνεται στο αθάνατο μέρος της ψυχής του ανθρώπου".

H κοινωνική επαναστατικότητα και προσωπικότητα της αρκαδιανής αντιπροσωπεύεται από την Aταλάντη, που ανέβαλε το γάμο της, και δικαιωματικά κατέχει τα πρωτεία στο γυναικείο κίνημα.Oι αρκάδες πρωτοπορούν και στον τομέα της προπονητικής. Eίναι επινοητές και ιδρυτές του πρώτου γυμναστηρίου της πάλης, του παγκρατίου και της πυγμαχίας, και σε συνδυασμό με την συστηματική προπόνηση διαμορφώνουν σχολή. Στον ίδιο τομέα είναι αυθεντίες στην προπόνηση δρομέων μεγάλων αποστάσεων, "δρομοκήρυκες εφοίτων εν Aρκαδία", με αποτέλεσμα να αναδειχθούν σπουδαίοι αθλητές δρομείς οι οποίοι κατά τη διάρκεια στρατιωτικών επιχειρήσεων εγένοντο αγγελιοφόροι πολεμικών ειδήσεων. O πανάρχαιος πολιτισμός των αρκάδων τους καθιστά πρωτοπόρους στη διαμόρφωση κι άλλων ιδεών, όπως είναι η έννοια της Δημοκρατίας και της αξιοκρατίας, που δεν είναι δυνατόν να γίνει εκτεταμένη αναφορά σ' αυτό το άρθρο.

H περιοχή του Λυκαίου

Mα σ' όλη την Aρκαδία δεσπόζει το Λύκαιο όρος και ας μην είναι το ψηλότερό της. O Όλυμπος της Θεσσαλίας έγινε η κατοικία των θεών μα το Λύκαιο (ο Όλυμπος της Aρκαδίας) τους γέννησε. Eκεί, στην Kρητέα, η Pέα γέννησε τον πατέρα των θεών και των ανθρώπων που ανατράφηκε από τις νύμφες Θεισόα(πόλη της Mεγαλόπολης), Nέδα(ποταμός) και Aγνώ (πηγή). Στο Λύκαιο γεννήθηκε , ο ίσος με τον Δία, θεός της μουσικής Πάνας, ενώ ο άνθρωπος παίρνει το πολιτικό και κοινωνικό του βάπτισμα, αφού δημιουργήθηκε η πρώτη οργανωμένη πόλη του κόσμου πάνω σε ηπειρωτική ή νησιωτική γη, που απετέλεσε υπόδειγμα για την οργάνωση και λειτουργία άλλων πόλεων. Πολύ εύστοχα σχολιάζει ο Kατσίνης

"H Aρκαδία, γη των αυτόχθονων Προσέληνων ..μάζεψε τους τρωγλοδύτες των σπηλαίων σε οχυρωμένες πόλεις και πάνω στο Λύκαιο όρος χτίστηκε η Λυκόσουρα ...." (1991).

Στις πλαγιές του ιερού όρους, στη Φιγάλεια, οι κάτοικοι συνέλαβαν την λειτουργική αξία του νομίσματος και δημιούργησαν νομισματοκοπείο , ενώ ο Kύψελος στη πόλη Bασιλίδα, την οποία και ίδρυσε, συνειδητοποίησε την αξία της ομορφιάς και καθιέρωσε, τα πρώτα καλλιστεία γυναικών στον κόσμο.

H εορτή

Δεσπόζουσα κοινωνική, πολιτισμική και πολιτική εκδήλωση της προϊστορικής και ιστορικής αρκαδικής ζωής είναι τα Λύκαια. Είναι η εορτή που είχε λατρευτικό χαρακτήρα και γινόταν προς τιμήν του πατέρα των αθανάτων και των θνητών, του Λυκαίου Διός και του Πάνα. Σύμφωνα με την άποψη του Fugeres  αρχικά τα Λύκαια ήταν αφιερωμένα στον κατεξοχήν αρκαδικό θεό, τον Πάνα.Tο γεγονός ότι με την εορτή αυτή έχουν λατρευτεί και οι δύο σημαντική θεοί αποδεικνύεται από τις ενεπίγραφες μαρμάρινες πλάκες που αποκάλυψε η αρχαιολογική σκαπάνη του Kουρουνιώτη και των συνεργατών του στις αρχές του αιώνα μας, στη θέση του αρχαίου σταδίου και του ιπποδρόμου. Eκεί μαζί με τα ονόματα των λυκαιονικών αναφέρονται εναλλάξ και τα ονόματα των θεών, στους οποίους ήταν αφιερωμένοι οι αγώνες, μαζί με το όνομα του ιερέα του κάθε θεού.  H εορτή γινόταν επάνω στο αρκαδικό όρος Λύκαιο, που ονομαζόταν και Όλυμπος.

"Eν αριστερά δε του ιερού της Δεσποίνης το όρος εστί το Λύκαιο. καλούσι δε αυτό και Όλυμπο και Iεραν γε έτεροι των Αρκάδων κορυφήν".

H εθνική αυτή εορτή των αρκάδων, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας ήταν από τις αρχαιότερες στον Ελληνικό χώρο και η κατ' εξοχήν εορτή του αρκαδικού έθνους. Iδρυτής τους είναι ο Λυκάων (σύγχρονος του Kέκροπος), γιος του γεννάρχη των ανθρώπων Πελασγού. O Παυσανίας συμφωνεί με το ''πάριο χρονικό'' που λέει ότι οι εορτές ήταν παλαιότερες των Παναθηναίων και νεώτερες των Eλευσινίων, ενώ η καθιέρωση των αγώνων τοποθετείται μεταξύ 1398 και 1294 π.X. . Kατά τον Aριστοτέλη, τρεις εορτές ήταν παλαιότερες των Λυκαίων: τα Eλευσίνια, τα Παναθήναια και κάποια εορτή των Aργείων.Δεν υπάρχουν πολλές πηγές που να μας πληροφορούν για τα Λύκαια. O Πίνδαρος ίσως είναι ο παλαιότερος ποιητής που κάνει μνεία περί των Λυκαίων. Συγκεκριμένα στην ωδή που γράφει προς τιμήν του Oπούντιου παλαιστή ολυμπιονίκη Eφάρμοστου, στην 78η ολυμπιάδα το 468π.X., αναφέρεται στα Λύκαια και ονομάζει την εορτή: Zηνός πανάγυριν Λυκαίου.

"... Tα δε Παρρασίω στρατώ θαυμαστός εών φάνη Zηνός αμφί πανάγυριν Λυκαίου, και ψυχράν οπότ' ευδιανόν φάρμακον αυραν Πελλάνα φέρε·..." Πανήγυρις ονομάζετο κάθε μεγάλη εορτή μηδέ εξαιρουμένων και των ολυμπιακών αγώνων. Eπίκεντρο της εορτής ήταν το, επί του Λυκαίου όρους, ιερό του Πανός, που περιβαλόταν από άλσος και ιππόδρομο, όπου ετελούντο οι αγώνες. H εορτή κατά τα τέλη του B' αιώνα μ.X. μεταφέρθηκε στην Mεγαλόπολη.Tα Λύκαια διατηρήθηκαν και κατά τους Pωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους γεγονός που αποδεικνύεται από νομίσματα του Σεβήρου με την επιγραφή (ΛYKEA). Eπίσης πολλά νομίσματα, ιδίως του 5ου αιώνα, έφεραν παράσταση του Διός και μιας Θεάς και την επιγραφή APKAΔIKON.  Tα Λύκαια ώς παναρκαδική εορτή αποτελούσε παράγοντα συνοχής του αρκαδικού γένους. Eίναι χαρακτηρηστικό ότι οι Aρκάδες όταν (κατά την περίοδο των εορτών) ευρίσκοντο μακρυά από την πατρίδα τους, οργάνωναν αγώνες όπου και αν ευρίσκοντο. Aυτό πιστοποιείται από τις αναφορές που κάνουν οι αρχαίοι συγγραφείς, όπως για παράδειγμα ο Ξενοφών στο Kύρου ανάβαση αναφέρει τους αγώνες που διοργανώνει ο Ξενίας ο Aρκάς(Παράσσιος) στας Πέλτας της Mικράς Aσίας.

"...Eντευθεν εξελαύνει σταθμούς δύο παρασάγγας δέκα εις Πέλτας, πόλιν οικουμένην. Eνταυθ' έμεινεν ημέρας τρείς, εν αίς Ξενίας ο Aρκάς τα Λύκαια έθυκε και αγώνα έθηκε..."

O χαρακτήρας των εορτών

Oι εορτές είχαν δύο σκέλη. Tο ένα σκέλος ήταν οι θυσίες και το άλλο οι αγώνες.

α) Oι θυσίες.Γίνονταν στην κορυφή του Λυκαίου όρους.O βωμός που ήταν από χώμα, είχε ύψος 1.50μ., Mπροστά από το βωμό ήταν δύο κίονες που έφεραν δύο αετούς. Στο σημείο αυτό, όπως αναφέρει ο Πλάτων εγένοντο θυσίες ζώων αλλά... και ... ανθρωποθυσίες και περιγράφει τον μύθο όπου ό Λυκάων θυσίασε ένα βρέφος και με το αίμα του έκανε σπονδή πάνω στον βωμό, στη συνέχεια μεταμορφώθηκε σε λύκο.

"...ός περί το έν Aρκαδία το του Διός του Λυκαίου ιερόν λέγεται...Ώς άρα ο γευσάμενος του ανθρωπίνου σπλάχνου, έν άλλοις άλλων ιερέων ενός εγκατατετμημένου, ανάγκη δη τούτω λύκω γενέσθαι."

Eξακόσια περίπου χρόνια αργότερα ο Παυσανίας που επισκεύτηκε την περιοχή εκείνη αφήνει υπονοούμενα ότι ο ίδιος τύπος των θυσιών διατηρήθηκε μέχρι και τις ημέρες του, δηλαδή τον 2ο αιώνα μ.X., από τους ποιμένες. "Eχέτω δε ως έχει και ως έσχεν εξ αρχής"

β) Oι αγώνες. Oι κυριώτεροι λόγοι για τους οποίους ετελούντο αγώνες στην αρχαιότητα, ήταν θρησκευτικοί και επιτάφιοι. Oι αρχαίοι, όπως απέδιδαν όλα τα πράγματα στους θεούς, έτσι έκαναν και με τους αγώνες. Πίστευαν, ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται, ότι οι αθλητές για να αγωνιστούν και να νικήσουν, αντλούσαν δυνάμεις από τους αθανάτους, και ότι όταν αγωνίζονταν έτερπαν τους θεούς στους οποίους και αφιέρωναν τους αγώνες. O αγώνας για τους Aρκάδες σήμαινε την πεμπτουσία της ζωής, γιατί περιείχε την προσπάθεια, τον κόπο, την ελπίδα και την αγωνία, στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα και για την καθημερινή ζωή, την επιβίωση και ανάταση του ανθρώπου. Oι επιτάφιοι αγώνες εγένοντο για να τιμηθούν επιφανείς νεκροί. Oι αγώνες αυτοί αναφέρονται στα Oμηρικά έπη, όπως στο "άθλα επί Πατρόκλω", όπου οι αχαιοί αγωνίζονται μεταξύ τους για να τιμήσουν το νεκρό Πάτροκλο. H αξία των αγώνων πάνω στο νεκρό βρίσκεται στην αντίθεση μεταξύ της ολοκληρωτικής αδυναμίας και απραξίας του νεκρού και της μέγιστης δύναμης και έντονης ζωής που εκφράζεται με τον αγώνα, αφού ο αθλητής καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να νικήση.Άλλοι λόγοι για τους οποίους εγένοντο αγώνες ήταν, η ψυχαγωγία, η υγεία, η φιλοξενία που όπως φαίνεται και στην Oδύσσεια οι Φαίακες τελούν αγώνες προς τιμή του φιλοξενουμένου τους Oδυσσέα, ο οποίος έλαβε μέρος και ενίκησε.

Eπίσης η προίκα, η διεκδίκηση αρχηγίας και η αγωγή των νέων ήταν συνηθισμένοι λόγοι για την πραγματοποίηση αγώνων. Aλλά οι κυριώτεροι λόγοι τέλεσης των αγώνων ήταν εθνικοί, αφού με τον τρόπο αυτό ενισχυόταν η εθνική συνείδηση του λαού.Σύμφωνα με τις παραδόσεις οι αγώνες των Λυκαίων ίσως καθιερώθηκαν μετά τους επιτάφιους αγώνες που έγιναν προς τιμή του θανόντος Aζάνου του γιού του Aρκάδα. O Άζανος γενάρχης και αυτός των αρκάδων βασίλεψε στη Λυκόσουρα και όταν πέθανε τον ετίμησαν με ιπποδρομιακούς αγώνες. Aπό τότε καθιερώνονται οι αγώνες των Λυκαίων.Oι αγώνες εγένοντο αρχικά επάνω στο όρος, δηλαδή στο στάδιο, τον ιππόδρομο και γύρω από το ιερό του Πανός μέσα στο άλσος που περιέβαλε το ιερό. O χώρος αυτός λεγόταν "Kάτω Kάμπος", μια καλλιεργούμενη κοιλάδα 350 X 190 μέτρα, που βρίσκεται δίπλα στα ανατολικά της κορυφής τους Λυκαίου σε υψόμετρο 1200μ. (O βωμός του Διός είναι σε υψόμετρο 1.400μ). Oι ανασκαφές που πραγματοποίησε η Aρχαιολογική Eταιρεία με επικεφαλής τον Kουρουνιώτη έφεραν στο φως έντονα ίχνη των κτισμάτων της αρχαίας εποχής. Συγκεκριμένα σώζονται λίθινα εδώλια του ιπποδρόμου και τα θεμέλια μιας στοάς μήκους 70μ. και πλάτους 11μ. Στο ανατολικό άκρο της στοάς βρέθηκαν ακόμη και λίθινα ίχνη από δωμάτια . Eπίσης υπάρχουν και θεμέλια ενός ξενώνα διαστάσεων 38 X 20μ. ο οποίος σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Kουρουνιώτη είχε χτισθεί τον 4ο ΠΧ αιώνα που χρησιμοποιήθηκε και στα χριστιανικά χρόνια. Aκόμη διατηρούνται λείψανα κρηνικής κατασκευής με κρυπίδωμα δύο βαθμίδων (7X3, 75μ.), μικρή δεξαμενή 6,25 X 1,80μ. καθώς και λείψανα ενός μικρού κτιρίου 6,80 X 5,80μ. με εσωτερικά ημικυκλικό σχήμα και με ιωνικούς κίονες στην πρόσοψη.

 Tέλος βρέθηκαν και βάθρα Λυκαιονικών από τα οποία μερικά είναι και ενεπίγραφα. Θα διερωτηθεί κανείς, γιατί δεν εγένοντο αγώνες γύρω από το τέμενος του Διός. Oι ιστορικοί αποδίδουν το γεγονός αυτό στο ότι το τέμενος του Διός ήταν "άβατον". Όταν ιδρύθηκε η Mεγαλόπολη οι αγώνες διατηρήθηκαν και η τέλεσή τους εξακολουθούσε να γίνεται στην αρχική τους θέση. Aυτό έγινε για πολιτικούς λόγους και συγκεκριμένα για να ικανοποιηθούν οι Παρράσιοι (οι οποίοι είχαν σημαντική συμβολή στην ίδρυση της νέας πόλης), .

 Όταν με την πάροδο του χρόνου τα χωριά του Λυκαίου όρους άρχισαν να ερημώνουν, αφού οι κάτοικοι εσυσσωρεύοντο στη Mεγαλόπολη και η συντήρηση των αμαξιτών δρόμων που οδηγούσαν στο Λύκαιο καθώς και η συντήρηση των κτιρίων έγινε δύσκολη, οι αγώνες προσωρινά καταργήθηκαν (δε γνωρίζουμε πότε) και αργότερα μεταφέρθεισαν στη Mεγαλόπολη. Όπως είπαμε και προηγουμένως οι αγώνες είχαν αρχικά και επί αρκετούς αιώνες τοπικό χαρακτήρα παναρκαδικής εμβέλειας. H αίγλη των αγώνων όμως έγινε αιτία αργότερα να προσελκύσει και αθλητές άλλων πόλεων. O Πίνδαρος εξυμνώντας ολυμπιονίκες αναφέρεται και στη συμμετοχή τους στα Λύκαια. Όπως στον Ξενοφώντα τον Κορίνθιο, ο οποίος νίκησε το 464π.X. στην 79η Oλυμπιάδα, νίκη διπλή σε δρόμο ενός σταδίου και αγώνα πεντάθλου.

"Tις νίκες που δρέψαν στα Oλύμπια πέρα τις έχω ειπωμένες. Tις μελλούμενες τώρα θα τις πω όταν έρθουν.Tην ελπίδα την έχω, μα στο χέρι Θεού για να στέρξουν, θα είναι. Aν ωστόσο η τύχη η καλή της γενιάςπάει μπροστά, έχω θάρρηστο Δία και στον Άρη, να τα βγάλουμε πέρα. Έξι νίκες στο φρίδιτου βουνού Παρνασσόςκι' άλλες τόσες στο Άργος, μαζί και στη Θήβα. Πόσες στην Aρκαδίατο ιερό ας μαρτυρήσει του Λυκαίου βασιλιά."

Σε άλλη ωδή ο ίδιος ποιητής εξυμνεί τον Διαγόρα τον ρόδιο (που κατα την 79η ολυμπιάδα το 464π.X.νίκησε στην πυγμαχία) και αναφέρεται στη συμετοχή του φημισμένου αυτού αθλητή στα Λύκαια και έτσι πιστοποιείται η πανελλαδική εμβέλεια των αγώνων.

"... των άνθεσι Διαγόρας εστεφανώσατο δίς, κλεινα τ' εν Iσθμω τετράκις ευτυχέων, Nεμέα, τ' άλλαν επ' άλλα, και κράνααις εν Aθάναις. ό τ' εν Άργει χαλκός έγνω νιν, τα τ' εν Aρκαδία έργα και Θήβαις, αγωνες τ' έννομοι Bοιωτίων..."

και σε μετάφραση:

"... δύο φορές στεφάνωσαν τον κλεινό Διαγόρα. Στον Iσθμό εκείνος νικώντας φορές τέσσερεςκι άλλες δύο απανωτές στην Aθήνα η μια και η άλλη στα Nέμεα και του Άργουςο χαλκός τον εγνώρισε κι ακόμα τα έπαθλα της Aρκαδίας,της Θήβας, της Πελλήνης και οι αγώνες στη Bοιωτία..."

Ο προσδιορισμός του Ετους και των Εποχών στην Αρχαία Ελλάδα

Ενας θρύλος αναφέρει ότι οι Αρκάδες εκαυχώντο αφ’ ενός μεν ότι η ιερή πόλις τους Λυκόσουρα κτίστηκε πριν από τον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, αφ’ ετέρου δε ότι οι ίδιοι προηγούντο και αυτής της δημιουργίας της Σελήνης. Για τον λόγο αυτόν, οι Αρκάδες ονομάστηκαν από τον Αριστοτέλη Προσέληνοι και από τους Λατίνους συγγραφείς Proselines. Ο θρύλος αυτός, βέβαια, κατά πάσα πιθανότητα στηρίζεται στο γεγονός ότι πιθανώς πρώτοι οι Αρκάδες απ’ όλους τους Έλληνες δημιούργησαν ημερολόγιο που βασιζόταν στον συνοδικό σεληνιακό μήνα. Πάντως, είναι γνωστό ότι μετά την Κάθοδο των Δωριέων στην Ελλάδα, οι Πελασγοί διατηρήθηκαν αμιγώς μόνο στην ορεινή Αρκαδία· γι’ αυτόν τον λόγο οι Αρκάδες θεωρούσαν τους εαυτούς τους γηγενείς. Έτσι, μερικές από τις αρχαιότερες παραδόσεις συνεχίστηκαν και διατηρήθηκαν στην ορεινή περιοχή της Αρκαδίας, ενώ είχαν ουσιαστικά εξαφανιστεί από την υπόλοιπη Ελλάδα.

Οι αρχαϊκές πηγές από τον ελλαδικό χώρο, όπως πήλινες πινακίδες του 13ου π.Χ. αιώνα, τα έργα του Ομήρου, του Ησίοδου κ.ά., αποκαλύπτουν τη χρήση σεληνιακών μηνών από τις ελληνικές πόλεις-κράτη.

Ο Ησίοδος αναφέρει μεθόδους υπολογισμού του έτους βασισμένες στην παρατήρηση λαμπρών άστρων. Στο έπος του «Έργα και Ημέραι» αναφέρει ως χρόνο αμητού (θερισμού) την περίοδο που το ανοικτό σμήνος των Πλειάδων ήταν ορατό με γυμνό μάτι λίγο πριν την αυγή, ενώ ως χρόνο οργώματος την περίοδο λίγο μετά την παροδική εξαφάνιση των Πλειάδων, των Υάδων και του αστερισμού του Ωρίωνα από τον ουρανό (Έργα και Ημέραι , 383-384, 614-616).

Επίσης, ο Ησίοδος συμβουλεύει τους γεωργούς να αλωνίζουν τα στάχυα όταν πρωτοεμφανίζεται ο Ωρίωνας, ένας αστερισμός που πολλοί αρχαίοι συγγραφείς θεωρούσαν ως ημερολογιακό δείκτη. Αυτό βασιζόταν στο γεγονός ότι η ανατολή του κατά τις πρωινές ώρες συνέπιπτε με την αρχή του καλοκαιριού, ενώ η ανατολή του τα μεσάνυχτα συνέπιπτε με την αρχή της συγκομιδής των σταφυλιών. Τέλος, η ανατολή του κατά τις απογευματινές ώρες υποδείκνυε ότι πλησίαζε η ψυχρή εποχή του χειμώνα.

Ο Ιπποκράτης αναφέρει τις Πλειάδες και είχε επισημάνει το ότι διαιρούσαν το έτος σε τέσσερις εποχές, που βέβαια σχετίζονταν με τη θέση του ωραίου αυτού ανοικτού σμήνους στον ουρανό. Το καλοκαίρι άρχιζε με την εμφάνιση των Πλειάδων και διαρκούσε μέχρι την ανατολή του Αρκτούρου, του λαμπρότερου άστρου του αστερισμού του Βοώτη. Το φθινόπωρο διαρκούσε μέχρι την «εσπερία δύση» των Πλειάδων, ενώ τότε ακριβώς άρχιζε ο χειμώνας, που τελείωνε την εαρινή ισημερία. Κατόπιν, άρχιζε η εποχή της άνοιξης που διαρκούσε μέχρι την ανατολή των Πλειάδων.

Ο λαός για τον προσδιορισμό των εποχών του έτους χρησιμοποιούσε ένα πλήθος
φαινομένων που παρατηρούσε στη φύση. Ο Ησίοδος αναφέρει πολλά από αυτά. Όπως τις κραυγές των αποδημητικών γερανών, οι οποίοι προανάγγελλαν τόσο την περίοδο του οργώματος, όσο και την έναρξη της εποχής της σποράς, την αναρρίχηση των σαλιγκαριών στα φυτά, η οποία έδειχνε το τέλος του σκαψίματος των αμπελώνων κ.ά.

Αυτή η ταυτόχρονη χρησιμοποίηση πολιτικών και «φυσικών» ημερολογίων είναι χαρακτηριστικός τρόπος υπολογισμού του χρόνου από τους αρχαίους Έλληνες. Κατά τους κλασικούς χρόνους και μετέπειτα, οι μήνες, οι ονομασίες των οποίων σχετίζονταν με τις γιορτές προς τιμήν των ελληνικών θεοτήτων και βασίζονταν στον συνοδικό σεληνιακό μήνα, άρχιζαν από τη στιγμή που πραγματοποιείτο η φάση της νέας Σελήνης.

Δρ Τόμπι Γουόλς: Πρέπει να απαγορεύσουμε τα ρομπότ στρατιώτες πριν μας φέρουν την «αποκάλυψη»

Ο Αυστραλός επιστήμονας Δρ. Τόμπι Γουόλς (Toby Walsh), κορυφαίος ερευνητής τεχνητής νοημοσύνης, προειδοποίησε σε πρόσφατες δηλώσεις του στη Daily Mail Australia, ότι δεν είναι μακριά μας χρονικά εκείνη η εποχή που θα υπάρχουν ρομπότ στρατιώτες, ενώ εξέφρασε την έντονη ανησυχία του ότι τέτοια ρομπότ θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τρομοκρατικές οργανώσεις σαν το Ισλαμικό Κράτος.

Η ανησυχία του Δρ. Γουόλς, που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας – UNSW (University of New South Wales), είναι ότι τα μη επανδρωμένα οπλικά συστήματα νέας γενιάς θα μπορούσαν να περιέλθουν στην κατοχή αιμοδιψών τρομοκρατικών οργανώσεων.

«Εάν χρησιμοποιηθούν από οργανώσεις σαν το Ισλαμικό Κράτος, το αποτέλεσμα θα είναι καταστροφικό», είπε μιλώντας στην αυστραλέζικη έκδοση της Daily Mail.

Ο Δρ. Γουόλς είναι της άποψης ότι τα μη επανδρωμένα οπλικά συστήματα επόμενης γενιάς, δηλαδή στην ουσία τα ρομπότ πολεμιστές, πρέπει να απαγορευτούν. Εάν δεν γίνει αυτό, τότε μας περιμένει ένα μέλλον απόλυτης καταστροφής παρόμοιο με εκείνο που βλέπουμε στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας.

«Εάν δεν γίνει [τώρα] κάτι, σε 50 με 100 χρόνια θα είναι [ο κόσμος μας] όπως [στην ταινία] ο Εξολοθρευτής», είπε.

Οι μηχανές θα είναι ικανές να διαπράξουν εθνοκαθάρσεις ή να συμμετάσχουν σε εμφύλιους πολέμους σε μια άνευ προηγουμένου κλίμακα, υποστηρίζει ο Αυστραλός επιστήμονας.

«Το Ισλαμικό Κράτος δεν θα είχε αναστολές να τα χρησιμοποιήσει [τα ρομπότ] σε ανθρώπινους πληθυσμούς. Αυτή είναι μια τρομακτική προοπτική», είπε.

Ο ίδιος ανησυχεί ότι τα ρομπότ θα βρεθούν να πωλούνται στις μαύρες αγορές της Μέσης Ανατολής και εξαιτίας της συμμετοχής τους σε πολέμους θα προκαλέσουν προσφυγικές ροές δίχως προηγούμενο.

«Εάν νομίζετε ότι αντιμετωπίζουμε προσφυγικό πρόβλημα σήμερα, περιμένετε να δείτε τι έχει να γίνει με μηχανές που θα έχουν τέλεια στόχευση αλλά δεν μπορούν να διακρίνουν αμάχους από μαχητές», είπε χαρακτηριστικά.

Ο Δρ. Γουόλς πιστεύει ότι βάζοντας ρομπότ στον πόλεμο ξεπερνάμε τα ηθικά μας όρια ως πολιτισμός.

«Υπάρχουν κανόνες εμπλοκής, πρέπει να διακρίνεις τους μαχητές από τους πολίτες. Αυτά τα όπλα δεν μπορούν να κάνουν διάκριση», τονίζει.

«Τα μη επανδρωμένα ντρον ελέγχονται από ανθρώπους, τα αυτόνομα όπλα, δηλαδή τα ρομπότ, αποφασίζουν εκείνα να σκοτώσουν».

Βεβαίως ένας αντίλογος θα ήταν ότι η τεχνολογία θα έχει τη δυνατότητα να κατασκευάσει ρομπότ ικανά για διάκριση, αλλά τίποτα από ό,τι φαίνεται δεν μπορεί να περιορίσει τους φόβους του Δρ. Γουόλς.

Το 2015 έγραψε μια ανοιχτή επιστολή διαμαρτυρίας προς τον ΟΗΕ, με την οποία ζητούσε να απαγορευτεί η κατασκευή όπλων ρομπότ. Την συνυπέγραψαν χιλιάδες επιστήμονες και ερευνητές, συμπεριλαμβανομένων των Στίβεν Χόκινγκ και Μπιλ Γκέιτς.

Πλέον θεωρεί ότι ο χρόνος που έχει απομείνει για να αποκλειστεί η απειλή των ρομπότ στρατιωτών είναι ελάχιστος.

«Έχουν τη δυνατότητα να αποσταθεροποιήσουν τον πλανήτη. Είναι εξαιρετικά επείγον», είπε.

Ο Ήλιος «είχε δίδυμο αδελφό που χάθηκε»!

Όλα τα άστρα σαν τον Ήλιο γεννιούνται ανά ζευγάρια, υπολογίζουν Αμερικανοί αστρονόμοι, ενισχύοντας έτσι τη θεωρία του χαμένου άστρου της «Νεμέσεως» στο Ηλιακό Σύστημα. «Λέμε ότι ναι, πιθανότατα κάποτε, πριν από πολύ καιρό, υπήρξε μια Νέμεσις» δήλωσε ο αστρονόμος και φυσικός Στίβεν Στάλερ του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϊ, ο οποίος δημοσιεύει τους υπολογισμούς του στο Monthly Notices of the Royal Astronomical Society μαζί με τη ραδιοαστρονόμο Σάρα Σανταβόι του Αστροφυσικού Παρατηρητηρίου Smithsonian του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ.

Πολλά άστρα έχουν δύο ή και τρεις συντρόφους, όπως ο κοντινότερος αστρικός μας γείτονας, το σύστημα Άλφα του Κενταύρου, που αποτελείται από τρία άστρα, με πιο κοντινό στη Γη τον Εγγύτατο του Κενταύρου. Οι ερευνητές μελέτησαν με την αμερικανική συστοιχία ραδιοτηλεσκοπίων Very Large Array στο Νέο Μεξικό ένα γιγάντιο μοριακό νέφος γεμάτο με νεογέννητα άστρα στον αστερισμό του Περσέα, το οποίο έχει μήκος 50 ετών φωτός και βρίσκεται σε απόσταση 600 ετών φωτός από τη Γη.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, η απόσταση ανάμεσα στα δίδυμα άστρα μπορεί να ξεπερνά και τις 500 αστρονομικές μονάδες (η μονάδα αυτή είναι η μέση απόσταση Γης-Ήλιου). Ένας τέτοιος δίδυμος εκτιμάται ότι θα βρισκόταν σε απόσταση 17 φορές μεγαλύτερη από τον Ήλιο από ό,τι ο πιο μακρινός πλανήτης του Ηλιακού Συστήματος, ο Ποσειδώνας. Οι επιστήμονες θεωρούν ως πιο πιθανό σενάριο ότι η Νέμεσις κάποια στιγμή «δραπέτευσε» και ανακατεύτηκε με τα άλλα άστρα του γαλαξία μας, συνεπώς δεν θα τη δούμε στο μέλλον.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, όλα τα άστρα γεννιούνται μέσα σε ωοειδή «κουκούλια», που λέγονται «πυκνοί πυρήνες» και υπάρχουν παντού μέσα στα τεράστια ψυχρά νέφη μοριακού υδρογόνου, τα οποία αποτελούν τα «μαιευτήρια» των νέων άστρων. Μέσα από τα οπτικά τηλεσκόπια, αυτά τα νέφη-μαιευτήρια φαίνονται σαν μαύρες τρύπες στον έναστρο ουρανό, επειδή η σκόνη που συνοδεύει τα αέριά τους, μπλοκάρει το φως των άστρων να φθάσει στη Γη. Γι’ αυτό η μελέτη των μοριακών νεφών γίνεται με ραδιοτηλεσκόπια, καθώς τα ραδιοκύματα δεν εμποδίζονται από τη σκόνη.

Οι Κινέζοι έφτιαξαν αυτοκινούμενο υγρό μέταλλο

Μια μοναδική ανακάλυψη πραγματοποίησε Πανεπιστήμιο του Πεκίνο, το οποίο κατάφερε να βάλει σε κίνηση υγρό μέταλλο, τροφοδοτώντας μια σταγόνα από αυτό με ελάχιστες νιφάδες αλουμινίου.

Επίσης, το μέταλλο έχει την ικανότητα να αλλάζει σχήμα προκειμένου να περάσει από κάποιο στενότερο σημείο και να επανέρχεται στο αρχικό του σχήμα, όταν για κάποιο λόγο διαλυθεί. Σας θυμίζουν κάτι όλες αυτές οι ιδιότητες;

Η είδηση δημοσιεύτηκε σε επιστημονικό περιοδικό με τίτλο «Ενισχυμένα Υλικά»

Όπως διαβάζουμε στην περίληψη των Κινέζων επιστημόνων κατάφεραν να κάνουν το υγρό μέταλλο να κινηθεί μόνο του «τρώγοντας» αλουμίνιο.

Η σφαίρα του υγρού μετάλλου κινείται αυτόνομα για μία ολόκληρη ώρα μέσα σε διάλυμα καυστικής σόδας ή απλώς αλατισμένου νερού.

Επίσης, το υγρό αυτό μέταλλο μπορεί αν τοποθετηθεί σε ένα σημείο να λειτουργήσει ως αυτοτροφοδοτούμενη τρόμπα που βοηθά στην κίνηση υγρού σε δίκτυο σωληνώσεων.

Επιπλέον, το υγρό όταν κινείται έχει τη μοναδική ικανότητα να αλλάζει το σχήμα του προκειμένου να περνά από πιο στενά σημεία.

Οι εφαρμογές του είναι αμέτρητες, προκειμένου να συμβάλει στην ιατρική σε καρδιακά επεισόδια ή σε κατασκευές για αποσυμφόρηση σε φραγμένα δίκτυα ύδρευσης.

Η πιο τρομακτική όμως δυνατότητα του υγρού αυτού μετάλλου, εκτός φυσικά από το γεγονός ότι κινείται είναι πως δεν… διαλύεται.

Οι επιστήμονες εφάρμοσαν ηλεκτροσόκ στο μέταλλο με το οποίο διαλυόταν «σαν σούπα». Όταν το ρεύμα σταματούσε, το μέταλλο επέστρεφε στο αρχικό του σχήμα με χαρακτηριστική άνεση.

Οι τεχνολογικές τάσεις που θα αλλάξουν τα δεδομένα του αθλητισμού

Ξεχάστε τις οθόνες που δείχνουν τα σπορ στα γήπεδα. Με τι θα αντικατασταθούν; Παράλληλα, σκεφτείτε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία παρακολουθεί την κάθε κίνηση του αθλητή.
 
Ο αθλητισμός αλλάζει. Όχι μόνο στο αγωνιστικό κομμάτι, αλλά και στον τρόπο που πλέον τον αντιμετωπίζουν οι φίλαθλοι και οι ίδιοι οι αθλητές.
 
Η αιτία της αλλαγής αυτής δεν είναι άλλη από την τεχνολογία. Μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, χρόνο με το χρόνο, κάθε τι που ξέραμε γύρω από τα αγαπημένα μας σπορ, αντικαθίσταται με κάτι καινούργιο. Υπάρχει θα λέγαμε μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ αθλητισμού και τεχνολογίας. Όσο περισσότερο εξελίσσεται το ένα, παρασύρει και το άλλο.
 
Κοιτάζοντας… μπροστά μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερα trends τα οποία αλλάξουν μια για πάντα τα δεδομένα του αθλητισμού.

TREND 1: ΤΑ ΓΗΠΕΔΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ 
Τι μένει αναλλοίωτο όλα αυτά τα χρόνια στον αθλητισμό; Το πάθος των φιλάθλων να βρεθούν δίπλα στην ομάδα τους, δίπλα στη ζωντανή εξέλιξη ενός αγώνα, μέσα στο γήπεδο. Αυτό φυσικά είναι κάτι που η τεχνολογία δεν μπορεί να αλλάξει. Τι μπορεί να κάνει όμως; Να αλλάξει μια και καλή τα όσα ξέραμε για τα ίδια τα γήπεδα.
 
Στα γήπεδα του μέλλοντος δεν θα έχουμε να κάνουμε όμως μόνο με τις παραδοσιακές τεχνολογίες, όπως για παράδειγμα ένα πίνακα του σκορ ή μια μεγάλη οθόνη για τα ριπλέι. Η απόδοση των παικτών θα μετριέται και θα παρουσιάζεται στο κοινό, κάτι που σίγουρα θα προκαλέσει το ενδιαφέρον. Κι αυτό δεν θα γίνεται μόνο σε αγώνες ποδοσφαίρου ή μπάσκετ, αλλά και σε άλλα σπορ όπως οι αγώνες ταχύτητας, όπου το κοινό θα μπορεί να βλέπει, να συγκρίνει και να ενημερώνεται άμεσα.

TREND 2: Ο ΑΘΛΗΤΗΣ-ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗΣ 
Οι αθλητές κάθε είδους σπορ ήδη χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να μετρούν τις αποδόσεις τους. Ακόμη και η παραμικρή λεπτομέρεια ενός προγράμματος προπόνησης ή ενός αγώνα μπορεί να καταγραφεί, βοηθώντας τους να βελτιωθούν.
 
Όσο περισσότερο εξελίσσεται η τεχνολογία, οι αθλητές πλέον θα βασίζονται σε αυτή για να προετοιμαστούν, να κάνουν σκάουτινγκ σε αντιπάλους, ακόμη και για να ρυθμίσουν τις υπόλοιπες υποχρεώσεις τις καθημερινότητάς τους. Η πληροφορία βρίσκεται στα χέρια τους. Γίνονται κάτι σαν αθλητές… υπολογιστές. Από το τι θα φάνε, μέχρι τι ώρα θα κοιμηθούν, πώς θα αναπνεύσουν, πώς θα ρυθμίσουν τους παλμούς τους, τα πάντα βγαίνουν πλέον από ειδικό πρόγραμμα!

TREND 3: Ο ΦΙΛΑΘΛΟΣ ΠΟΥ ΤΟ ΖΕΙ ΑΠΟ… ΜΕΣΑ
Τα σπορ δεν θα ζούσαν χωρίς τους οπαδούς. Αυτοί άλλωστε αποτελούν και την κύρια πηγή εσόδων των ομάδων. Σήμερα αυτοί οι οπαδοί θέλουν να βρίσκονται όσο περισσότερο γίνεται δίπλα στον αθλητισμό, δίπλα στους αθλητές, τα είδωλά τους. Δεν τους αρκεί μόνο να τους βλέπουν από την τηλεόραση ή το γήπεδο. Οι εποχές έχουν αλλάξει και η τεχνολογία πλέον με τα social media τους έχει δώσει τη δυνατότητα ακόμη και να συνομιλούν με τους αθλητές.
 
Όσο πιο κοντά έρχεται ο φίλαθλος με τον αθλητή και το άθλημα, τόσο περισσότερο κερδίζουν και οι δύο. Ο ένας ηθική ικανοποίηση, ο άλλος οικονομική. Και οι δύο όμως είναι κερδισμένοι από την έλευση της τεχνολογίας.

TREND 4: Η ΠΛΗΘΩΡΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ
Είναι πραγματικά τεράστιος ο όγκος δεδομένων που παράγεται καθημερινά στον αθλητισμό. Όλα αυτά τα δεδομένα πρέπει να αποθηκεύονται και να είναι ελεύθερα προς το κοινό, τα ΜΜΕ, τους αθλητές.
 
Παράλληλα, τα δεδομένα ομάδων που έχουν συνηθίσει να βρίσκονται στην κορυφή θα πρέπει να λειτουργούν και ως παράδειγμα για τις υπόλοιπες. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις επιτυχημένες επιχειρήσεις. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι και οι ομάδες διοικούνται όπως οι επιχειρήσεις και για να επιβιώσουν στη σημερινή εποχή πρέπει να… ψηφιοποιηθούν. Οι παλιές συνήθειες ανήκουν στο παρελθόν. Έχουν ανοίξει νέοι δρόμοι στον αθλητισμό.

Από τον Χέγκελ στο νεοεγελιανό Μαρξ

Προς μια φιλοσοφία της πράξης       
 
Σύμφωνα με τον Π. Κονδύλη, ο Μαρξ ήταν εκείνος ο στοχαστής που κατόρθωσε να συνδέσει οργανικά τις σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες με τη φιλοσοφία. Μια τέτοια οργανική ενότητα είναι αναγκαία σήμερα όσο ποτέ άλλοτε, καθώς η φιλοσοφική προβληματική διεκδικεί την αυθεντική της ιστορικότητα σε εσωτερική ανταπόκριση προς την ιστορική πράξη των ανθρώπων. Αφετηρία μιας τέτοιας προβληματικής, στην περίπτωση του Μαρξ, αποτελεί η διδακτορική του διατριβή με θέμα: Διαφορά της Δημοκρίτειας και Επικούρειας Φυσικής Φιλοσοφίας. Τι συγκεκριμένα επιδίωκε με αυτή τη διατριβή ο νεαρός τότε Μαρξ; Εκ πρώτης όψεως φαίνεται να ερευνά μια ορισμένη φιλοσοφική περίοδο του μακρινού παρελθόντος υπό την οπτική «επίκαιρων θεωρητικών αναζητήσεων» (Κ. Μαρξ: Διαφορά … Φιλοσοφίας, μτφρ. Π. Κονδύλης, σ. 14). Μια τέτοια επι-στροφή ωστόσο δείχνει να υπαγορεύεται από έναν ριζοσπαστικής και όχι λιγότερο εσχατολογικής υφής ενθουσιασμό για μια επιθυμητή βαθειά αλλαγή του παρόντος, για μια ανα-τροπή, ικανή να χαράξει μια εντελώς νέα κατεύθυνση της ιστορίας. Η εν λόγω επι-στροφή, ως εκ τούτου, δεν επιδιώκει κάποια φυγή στο παρελθόν, σαν προς ένα προσδοκώμενο επέκεινα, αλλά συνιστά μια ανάβαση του ανθρώπινου νου στην κορυφή ενός καταξιωμένου φιλοσοφικού βουνού, προκειμένου να κατοπτεύσει την πλημμυρισμένη πεδιάδα του παρόντος.  

Όλοι εκείνοι οι νεοεγελιανοί οραματιστές, στους οποίους ανήκε και ο Μαρξ, ωθούνται στη ριζοσπαστική πράξη του παρόντος μέσα από τη συναίσθηση, κυριολεκτικά από την επίγνωση, ότι ενεργούν ως επίγονοι, κατά κάποιο τρόπο, ενός θεωρητικού παρελθόντος και πιο ειδικά ορισμένων φιλοσοφικών εποχών με αντίστοιχες στιγμές ζυμώσεων, αναστατώσεων και αναζητήσεων. Σε αυτές τις εποχές ιδιάζει θεμελιωδώς εκείνη της ύστερης ελληνικής φιλοσοφίας, που μάχεται να διανοίξει φωτεινά μονοπάτια μέσα από τα «συντρίμματα των προγενέστερων ολοκληρωμένων φιλοσοφικών συστημάτων» (ό.π., σ. 15). Ωστόσο, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον ορισμένως προς την επικούρεια φιλοσοφία εκδηλώνεται κάτω από την αναζήτηση, μέσα στη φιλοσοφική ιστορία της σκέψης, μιας ικανής και καλοδεχούμενης θεωρητικής κάλυψης «για την πάλη τους εναντίον της θεολογίας και της θρησκείας» (ό.π.). Σε κάθε περίπτωση βρίσκονται ακόμα κάτω από την ισχυρή επιρροή της εγελιανής σκέψης. Έχουν εδραία την αίσθηση –κάτι που τείνουν να επιβεβαιώνουν και στην πράξη– πως το συμπαντικό τους Είναι καθοδηγείται από τη βασική εγελιανή αρχή ότι η υπόσταση (Substanz) ταυτίζεται ή εναρμονίζεται στην εσωτερική της ενέργεια με το υποκείμενο. Η διαλεκτική ανάδειξη του υποκειμένου μέσα από την εκδίπλωση της υπόστασης εν χώρω και χρόνω καθιστά παθιασμένο το αίτημά τους για αυτοπραγμάτωση και αυτοπροσδιορισμό του ατόμου εκείθεν κάθε εξωτερικού καταναγκασμού.

Εξακολουθεί λοιπόν να εμπνέει η εγελιανή στροφή από τη μεταφυσική παντοκρατορία της υπόστασης, του θεού, στην ιστορικότητα του υποκειμένου, δηλαδή στον άνθρωπο, τον προοριζόμενο να ανακτά την ουσία του και να την ανυψώνει σε «θεό του ιστορικού σύμπαντος» (ό.π., σ. 18). Απ’ αυτή την εγελιανή στροφή εκκινεί ο Μαρξ για να επιτελέσει κατά πολύ την επι-στροφή στις ανάλογες φιλοσοφικο-ιστορικές ρίζες ενός τέτοιου απελευθερωτικού υποκειμένου. Η φιλοσοφία τώρα δεν αποτελεί μόνο ένα θεωρησιακό εγχείρημα, αλλά αποκτά και χαρακτήρα σύγκρουσης με την κρημνώδη πραγματικότητα του παρόντος. Τούτο σημαίνει πως μετατοπίζεται από τη θέση ενατένισης του κόσμου σε κείνη της πρακτικής αντιπαράθεσης μαζί του. Πρακτική αντιπαράθεση προκύπτει αντικειμενικά από την ανάγκη ή αναγκαιότητα να λυθεί η εσωτερική αντίφαση που κινεί τον κόσμο τούτο. Έτσι, η φιλοσοφία οξύνει την κινηματική σκέψη του νεοεγελιανού Μαρξ και του επιτρέπει να συνειδητοποιεί βαθμιαία πως πρέπει να προ-χωρήσει πέρα από την εγελιανή συμφιλίωση με την πραγματικότητα: προς ένα κοσμο-δημιουργικό, κοσμο-πλαστικό έργο. Αλλά και τούτο το έργο δεν προορίζεται ακόμα να κάνει λόγο για την ιδεολογία ως ψευδή συνείδηση, άρα να μεταλλάξει και την ίδια τη φιλοσοφία από θεωρητική, ιδεολογική κατασκευή σε εμπνευσμένη καθοδηγητική δύναμη των ίδιων των αγωνιζόμενων ανθρώπων.

Hegel: τι είναι η Κοινή Γνώμη;

Σχετική εικόναΚοινή γνώμη: Το υποστασιακό και το ανυπόστατο

Το Ορθό και το Στρεβλό της κοινής γνώμης

Τι είναι για τον Χέγκελ η δημόσια, ήτοι κοινή, γνώμη (öffentliche Meinung); Στην ουσία της είναι η έκφραση, υπό ένα συλλογικό τρόπο εμφάνισης, κρίσεων, απόψεων, συμβολών, γνωμών των ατόμων. Ετούτη η έκφραση μεταφράζει στην πράξη την τυπική ελευθερία λόγου, που διαθέτουν τα επί μέρους άτομα μέσα σε μια κοινωνία και δη στη σημερινή μαζικοδημοκρατική κοινωνία. Αυτή η κοινή γνώμη, ως εκ της φύσης και της δομής της, «αξίζει εξίσου να εκτιμάται όσο και να περιφρονείται», (Χέγκελ: Φιλοσοφία του Δικαίου, § 318). Να εκτιμάται, γιατί είναι εκείνη η μορφή, με την οποία ο υγιής κοινός νους «ενσαρκώνει τις αιώνιες υποστασιακές αρχές της δικαιοσύνης» (§ 317). Αλλά και να περιφρονείται , γιατί συνιστά διαστροφή των υποστασιακών τούτων αρχών. Συνιστά διαστροφή αυτών των αρχών, γιατί η ίδια είναι ένα συνονθύλευμα υποκειμενικών αντιλήψεων, χωρίς κανένα υποστασιακό έρεισμα, οι οποίες όμως περνούν για περιούσια γνώση. Στη συνάφεια τούτη, ο Χέγκελ δεν αποδέχεται έτσι άκριτα την φαντασιακή οντοποίηση της έννοιας της δημοκρατίας, που στα λόγια υπερασπίζεται την ελευθερία λόγου και πράξης του ατόμου, στην ουσία όμως την υπονομεύει. Ειδικά στις εποχές μας, η ως άνω φαντασιακή οντοποίηση λειτουργεί, εν τοις πράγμασι, ως ουσιαστική κατάργηση των προαναφερθεισών «αιωνίων υποστασιακών αρχών της δικαιοσύνης». 

Κείμενο: από τη φιλοσοφία του Δικαίου (§ 317)

«Η κοινή γνώμη ενσαρκώνει [περιέχει μέσα της] τις αιώνιες υποστασιακές αρχές της δικαιοσύνης –το αληθινό περιεχόμενο και το αποτέλεσμα όλου του συνταγματικού πολιτεύματος, της νομοθεσίας και της γενικής κατάστασης ως τέτοιας– με τη μορφή του υγιούς κοινού νου ως της κοινωνικά-ηθικής βάσης που διαπερνά τους πάντες [είναι παρούσα στον καθένα] με τη μορφή προκαταλήψεων· ενσαρκώνει επίσης τις αληθινές ανάγκες και τις βαθιές τάσεις της πραγματικότητας. –Ταυτόχρονα, αυτό το εσωτερικό φτάνει στο επίπεδο της συνείδησης και παριστάνεται με γενικές προτάσεις, εν μέρει για τον εαυτό του, εν μέρει για να υπηρετήσει τη συγκεκριμένη συλλογιστική γύρω από δεδομένα, διατάξεις και σχέσεις του κράτους και από ανάγκες που συναισθανόμαστε· παρόμοια εμφανίζεται [κάνει αισθητή την παρουσία της] ολόκληρη η συμπτωματικότητα της γνώμης, η αβεβαιότητά της και η διαστρέβλωση, η ψευδής γνώση και κρίση. Εδώ πρόκειται για τη συνείδηση περί την ιδιο-τυπία της άποψης και της πληροφοριακής γνώσης· γι’ αυτό μια γνώμη, όσο πιο κακό περιεχόμενο εκφράζει, τόσο πιο ιδιό-τυπη είναι. Γιατί το κακό στο περιεχόμενό του είναι το τελείως μερικό και ιδιό-τυπο, ενώ το ορθολογικό είναι το καθεαυτό και διεαυτό καθολικό· απεναντίας, το ιδιό-τυπο είναι εκείνο, για το οποίο η γνώμη επαίρεται ότι είναι κάτι.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να θεωρείται ως μια υποκειμενική διαφορά απόψεων, όταν τη μια φορά οι άνθρωποι λένε:

«Φωνή λαού, οργή θεού»

και την άλλη (στον Αρίοστο π.χ.)

«ότι ο αμαθής [ή αδαής] λαός τον καθένα κατσαδιάζει
και να μιλάει του αρέσει για ό,τι δεν σκαμπάζει»

ή ακόμη στον Γκαίτε

«η μάζα να χτυπήσει μπορεί
σε τούτο αυτή είναι σεβαστή.
Να κρίνει όμως δεν μπορεί,
εδώ είναι ελεεινή».

Τα πιο πάνω παραδείγματα δείχνουν πως το ίδιο το εσωτερικό Είναι της κοινής γνώμης είναι ένα περιδινούμενο όλο. Συνενώνει μέσα του μια αλήθεια και μια πλάνη: αμφότερες έχουν το χαρακτηριστικό να είναι στον εαυτό τους χωρίς αρχή και τέλος. Έτσι δεν μπορεί κανείς να πάρει στα σοβαρά, όπως λέει ο Χέγκελ, ούτε τη μια ούτε την άλλη εξωτερίκευση ή έκφραση της κοινής γνώμης. Τι μπορεί να παίρνει στα σοβαρά; Το γεγονός ότι ως κοινή γνώμη έχει έναν αντικειμενικά υποστασιακό χαρακτήρα, ο οποίος συνυφαίνεται με την ίδια την υποστασιακότητα του λαού. Το αληθινό, επομένως, το αληθινά σοβαρό, στην περίπτωση της κοινής γνώμης, είναι η εσωτερική της υπόσταση, η οποία ωστόσο αποδεικνύεται κάθε φορά ως τέτοια από τον εαυτό της μόνο και για τον εαυτό της και όχι από την πληροφορία και την απλή γνώμη ή από τη διάδοση της πληροφορίας. Ωστόσο, η φαινομενικότητα της κοινής γνώμης, δηλαδή η εκδήλωσή της, όσο κι αν δεν ανταποκρίνεται στην απόλυτη, ήτοι ολόκληρη αλήθεια, δεν παύει να αποτελεί μια κάποια φωνή της εσωτερικής υπόστασης της κοινής γνώμης. Αυτή η φωνή αρθρώνεται, κάθε φορά, σε σοβαρό λόγο, όταν δεν εξαπατάται ο λαός. Το κεντρικό λοιπόν ερώτημα που θέτει ο Χέγκελ είναι: επιτρέπεται να εξαπατάται ένας λαός; Και ο φιλόσοφος απαντά:

«Ένας λαός δεν αφήνει τον εαυτό του να εξαπατάται σχετικά με την υποστασιακή του βάση, την ουσία και τον προσδιορισμένο χαρακτήρα του πνεύματός του· εξαπατάται όμως από μόνος του σε ό,τι αφορά τον τρόπο, με τον οποίο αποκτά γνώση αυτού του χαρακτήρα και κρίνει τις πράξεις του, τα γεγονότα κ.λπ.» (§ 317).

Κ. Καβάφης: ...να ζουν και να μιλούν βαρβαρικά

Γλωσσικός αφελληνισμός: βαρβαρότητα της Ζωής

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ποίησης του Καβάφη είναι ο Ελληνισμός. Η έννοια του Ελληνισμού, σε όλο το έργο του, χρειάζεται να κατανοείται στην πολυσημία των νοημάτων της και όχι μονοσήμαντα. Έτσι: α) σημαίνει πως το καβαφικό έργο, σχεδόν στο σύνολό του, κινείται εντός της ελληνικής ιστορίας· β) υποδηλώνει την πιο ανεκτίμητη πνευματική ολοκλήρωση για τον ποιητή και συναφώς βιώνεται από τον ίδιο ως η ύψιστη διαχρονική αρχή ή αξία της ζωής· γ) παραπέμπει στην ελληνική συνείδηση, υπό το ευρύτερο νόημα του ιστορικού Είναι και όχι με το, άμουσο-διθυραμβικό τόνο ενός κενού «πατριωτισμού»· δ) δεν σχετίζεται με κάποια περιχαράκωση σε στενά γεωγραφικά και τοπικά/τοπικιστικά όρια· ε) δεν κατονομάζει κάποια εξωτερική-σχηματική αντίθεση μεταξύ Ελληνισμού και βαρβαρισμού. Ο βαρβαρισμός, όπως θα δούμε και στο παρακάτω ποίημα, νοείται από τον ποιητή ως εκβαρβαρισμός, ανεστιότητα, αλλοτρίωση, συρρίκνωση του ελληνικού στοιχείου, δηλαδή του ιστορικά αξιακού στοιχείου ‒π.χ. του στοχασμού, της γλώσσας, του πνευματικού πολιτισμού‒ εντός ή εκτός γεωγραφικής επικράτειας. Με άλλα λόγια: ο βαρβαρισμός ισούται με τον αφελληνισμό, υπό την επικάλυψη μάλιστα ενός κούφιου, ρητορικού «πατριωτισμού». ε) το πολυτιμότερο, το ουσιαστικότερο χαρακτηριστικό του Ελληνισμού, για τον ποιητή, είναι η γλώσσα η ελληνική. Συνεπώς, βαρβαρισμός είναι πρωτίστως ο γλωσσικός εκβαρβαρισμός. Ένας τέτοιος γλωσσικός εκβαρβαρισμός π.χ. είναι έκδηλος, στις μέρες μας, στη σφαίρα του Πολιτικού και των πολιτικών. Συνοπτικά: ο κατά Καβάφη Ελληνισμός συνιστά την πιο θαυμαστή γλωσσική απόδοση της ομορφιάς –όπως περίπου η πλατωνική φιλοσοφία του ωραίου‒του καλλιτεχνικά ωραίου. Επίσης ενσαρκώνει μια στωική ‒ όχι όμως και μοιρολατρική‒ αντιμετώπιση της φθοράς και του θανάτου, της καταστροφής, της απώλειας του μέτρου.

Ποσειδωνιάται

Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες —
Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι — ω συμφορά! — απ’ τον Ελληνισμό.


Ερμηνεία ‒ κατανόηση

Ι. Το ποίημα (1906) ανήκει στα αδημοσίευτα του ποιητή. Οι Ποσειδωνιάτες παρουσιάζονται εδώ να έχουν χάσει το ιστορικο-οντολογικό τους στοιχείο, τον Ελληνικό τους χαρακτήρα, που συγκεκριμενοποιείται στη γλώσσα. Όσο κανείς αποκόπτεται από τη γλώσσα του, αποκόπτεται από την ιστορική του ρίζα, ανεξάρτητα από τον τόπο, που βρέθηκε να διαμένει: δεν είναι ούτε ντόπιος ούτε ξένος παρά μόνο ένα μηδέν. Ένα τέτοιο μηδενικό Μηδέν είναι και όσοι στο πεδίο της πολιτικής, ας πούμε, υπερασπίζονται το αρνητικά αιρετικό, το ξεπεσμένο περιθωριακό στοιχείο, το ασύμμετρο και διεστραμμένο έναντι του μέτρου και της αρμονίας της ανθρώπινης κοινότητας· και τούτο μάλιστα στο όνομα του μέτρου. Η απώλεια της γλώσσας κυοφορεί έναν άκρως μηδενιστικό ξεπεσμό: στενεύει απελπιστικά τον ορίζοντα του νου και της καρδιάς· το μόνο που μπορεί να μείνει ‒ως τραγικός ασφαλώς απόλογος‒είναι «μια ελληνική γιορτή» με όλα τα τελετουργικά, κι αυτά ως απαρηγόρητη παρηγοριά: θρήνος και δάκρυα στο τέλος της γιορτής: αντίθεση χαράς-θλίψης ως μόνιμο μοτίβο μια διχοτομημένης ζωής και κατ’ επέκταση δυστυχισμένης συνείδησης.

ΙΙ. Στους τρεις πρώτους στίχους ‒πρώτη ενότητα‒ κυριαρχεί το γεγονός, ιστορικά καταγεγραμμένο: γλωσσικός αφελληνισμός. Ποιητική απόδοση: αυστηρή, αντικειμενική, ψυχρή, ουδέτερη· όπως ταιριάζει στη φύση του ιστορικού γεγονότος ως τέτοιου. Ποιητικός χρωματισμός: η φράση «τόσους αιώνας», σε συνδυασμό με την πρόταξη της φράσης «την γλώσσα», μας διανοίγει σε μια ιστορική διαδρομή, που προσλαμβάνεται με συναίσθημα και με εσωτερική δόνηση. Η μνήμη αφυπνίζεται και καθιστά παρόν ένα περιπετειώδες παρελθόν με επιμειξίες, που εξαφάνισαν ολοσχερώς την ιστορική ταυτότητα των Ποσειδωνιατών. Στη συνέχεια ‒δεύτερη ενότητα (στ. 4-10)‒προβάλλει «το μόνο που τους έμεινε προγονικό» στοιχείο: η ελληνική γιορτή. Πρόκειται για ένα αίθριο, για ένα ξέφωτο στιγμιαίο, σε συναισθηματικό επίπεδο, που γρήγορα αποβαίνει ένας απαρηγόρητος θρήνος για την οντολογική λήθη του Ελληνικού στοιχείου.

ΙΙΙ. Τρίτη ενότητα: στ. 11-16. Από τις λυρικές εξάρσεις των ποιητικών παραστάσεων στη δεύτερη ενότητα, οι οποίες πραγμάτωναν την κατάφαση της ελληνικής ζωής, στη μελαγχολία της καθημερινής πραγματικότητας. Για τους Ποσειδωνιάτες ‒δηλαδή για τους κάθε Ποσειδωνιάτες της ελληνικής ιστορίας‒η εν λόγω πραγματικότητα βιώνεται ως έκπτωση της ζωής τους, ως συντριβή κάθε ωραίου και υψηλού. Ένας άκαρδος εκβαρβαρισμός, σε επίπεδο γλώσσας [=δηλαδή σκέψης και λόγου] και βίου [=δηλαδή πρακτικής ζωής], καθιδρύεται για πάντα, μαζί και ο σπαραγμός για τούτο τον εκβαρβαρισμό. Ο τελευταίος συνειδητοποιείται και παρουσιάζεται αντίστοιχα, από τον ποιητή, ως ένας ολοκληρωτικός όλεθρος, ως μια αδυσώπητη και μοιραία παράλληλα ανεστιότητα, χωρίς επιστροφή. Αλλά, όπως μας λέει ο Χάιντεγκερ, μόνο ο ποιητής μπορεί να καταλάβει και να μιλήσει για τέτοια πράγματα, όχι ο μικρόνοος πολιτικός.

Τετάρτη 14 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (83-93)

[83] Ὃ τοίνυν πεποίηκεν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, περὶ τῆς δίκης, ἀκούσατε, καὶ θεωρεῖτ᾽ ἐφ᾽ ἑκάστου τὴν ὕβριν καὶ τὴν ὑπερηφανίαν αὐτοῦ. τῆς γὰρ δίκης, ταύτης λέγω ἧς εἷλον αὐτόν, γίγνεταί μοι διαιτητὴς Στράτων Φαληρεύς, ἄνθρωπος πένης μέν τις καὶ ἀπράγμων, ἄλλως δ᾽ οὐ πονηρός, ἀλλὰ καὶ πάνυ χρηστός· ὅπερ τὸν ταλαίπωρον οὐκ ὀρθῶς οὐδὲ δικαίως, ἀλλὰ καὶ πάνυ αἰσχρῶς ἀπολώλεκεν.

[84] οὗτος διαιτῶν ἡμῖν ὁ Στράτων, ἐπειδή ποθ᾽ ἧκεν ἡ κυρία, πάντα δ᾽ ἤδη διεξεληλύθει ταῦτα τἀκ τῶν νόμων, ὑπωμοσίαι καὶ παραγραφαί, καὶ οὐδὲν ἔτ᾽ ἦν ὑπόλοιπον, τὸ μὲν πρῶτον ἐπισχεῖν ἐδεῖτό μου τὴν δίαιταν, ἔπειτ᾽ εἰς τὴν ὑστεραίαν ἀναβαλέσθαι· τὸ τελευταῖον δ᾽, ὡς οὔτ᾽ ἐγὼ συνεχώρουν οὔθ᾽ οὗτος ἀπήντα, τῆς δ᾽ ὥρας ἐγίγνετ᾽ ὀψέ, κατεδιῄτησεν.

[85] ἤδη δ᾽ ἑσπέρας οὔσης καὶ σκότους ἔρχεται Μειδίας οὑτοσὶ πρὸς τὸ τῶν ἀρχόντων οἴκημα, καὶ καταλαμβάνει τοὺς ἄρχοντας ἐξιόντας καὶ τὸν Στράτων᾽ ἀπιόντ᾽ ἤδη, τὴν ἔρημον δεδωκότα, ὡς ἐγὼ τῶν παραγενομένων τινὸς ἐπυνθανόμην. τὸ μὲν οὖν πρῶτον οἷός τ᾽ ἦν πείθειν αὐτόν, ἣν κατεδεδιῃτήκει, ταύτην ἀποδεδιῃτημένην ἀποφαίνειν, καὶ τοὺς ἄρχοντας μεταγράφειν, καὶ πεντήκοντα δραχμὰς αὐτοῖς ἐδίδου·

[86] ὡς δ᾽ ἐδυσχέραινον οὗτοι τὸ πρᾶγμα καὶ οὐδετέρους ἔπειθεν, ἀπειλήσας καὶ διαλοιδορηθεὶς ἀπελθὼν τί ποιεῖ; καὶ θεάσασθε τὴν κακοήθειαν. τὴν μὲν δίαιταν ἀντιλαχὼν οὐκ ὤμοσεν, ἀλλ᾽ εἴασε καθ᾽ αὑτοῦ κυρίαν γενέσθαι, καὶ ἀνώμοτος ἀπηνέχθη· βουλόμενος δὲ τὸ μέλλον λαθεῖν, φυλάξας τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῶν διαιτητῶν, τὴν τοῦ θαργηλιῶνος ἢ τοῦ σκιροφοριῶνος γιγνομένην, εἰς ἣν ὁ μὲν ἦλθε τῶν διαιτητῶν, ὁ δ᾽ οὐκ ἦλθε,

[87] πείσας τὸν πρυτανεύοντα δοῦναι τὴν ψῆφον παρὰ πάντας τοὺς νόμους, κλητῆρ᾽ οὐδ᾽ ὁντινοῦν ἐπιγραψάμενος, κατηγορῶν ἔρημον, οὐδενὸς παρόντος, ἐκβάλλει καὶ ἀτιμοῖ τὸν διαιτητήν· καὶ νῦν εἷς Ἀθηναίων, ὅτι Μειδίας ἔρημον ὦφλε δίκην, ἁπάντων ἀπεστέρηται τῶν ἐν τῇ πόλει καὶ καθάπαξ ἄτιμος γέγονεν· καὶ οὔτε λαχεῖν ἀδικηθέντα οὔτε διαιτητὴν γενέσθαι Μειδίᾳ οὔθ᾽ ὅλως τὴν αὐτὴν ὁδὸν βαδίζειν, ὡς ἔοικεν, ἔστ᾽ ἀσφαλές.

[88] δεῖ δὴ τοῦτο τὸ πρᾶγμ᾽ ὑμᾶς οὑτωσὶ σκέψασθαι, καὶ λογίσασθαι τί ποτ᾽ ἔσθ᾽ ὃ παθὼν Μειδίας οὕτως ὠμὸν τηλικαύτην ἐπεβούλευσε λαβεῖν τῶν πεπραγμένων παρ᾽ ἀνδρὸς πολίτου δίκην, κἂν μὲν ᾖ τι δεινὸν ὡς ἀληθῶς καὶ ὑπερφυές, συγγνώμην ἔχειν, ἐὰν δὲ μηδέν, θεάσασθε τὴν ἀσέλγειαν καὶ τὴν ὠμότητα, ᾗ καθ᾽ ἁπάντων χρῆται τῶν ἐντυγχανόντων. τί οὖν ἔσθ᾽ ὃ πέπονθεν; μεγάλην νὴ Δί᾽ ὦφλε δίκην καὶ τοσαύτην ὥστ᾽ ἀποστερεῖσθαι τῶν ὄντων. ἀλλὰ χιλίων ἡ δίκη μόνον ἦν δραχμῶν.

[89] πάνυ γε, ἀλλὰ δάκνει καὶ τοῦτο, φαίη τις ἄν, ὅταν ἐκτίνειν ἀδίκως δέῃ, συνέβη δ᾽ ὑπερημέρῳ γενομένῳ λαθεῖν αὐτῷ διὰ τὸ ἀδικηθῆναι. ἀλλ᾽ αὐθημερὸν μὲν ᾔσθετο, ὃ καὶ μέγιστόν ἐστι τεκμήριον τοῦ μηδὲν ἠδικηκέναι τὸν ἄνθρωπον, δραχμὴν δ᾽ οὐδέπω μίαν ἐκτέτεικεν.

[90] ἀλλὰ μή πω τοῦτο. ἀλλὰ τὴν μὴ οὖσαν ἀντιλαχεῖν ἐξῆν αὐτῷ δήπου, καὶ πρὸς ἐμὲ τὸ πρᾶγμα καταστήσασθαι, πρὸς ὅνπερ ἐξ ἀρχῆς ἦν ἡ δίκη. ἀλλ᾽ οὐκ ἐβούλετο· ἀλλ᾽ ἵνα μὴ Μειδίας ἀτίμητον ἀγωνίσηται δέκα μνῶν δίκην, πρὸς ἣν οὐκ ἀπήντα δέον, καὶ εἰ μὲν ἠδίκηκε, δίκην δῷ, εἰ δὲ μή, ἀποφύγῃ, ἄτιμον Ἀθηναίων ἕν᾽ εἶναι δεῖ καὶ μήτε συγγνώμης μήτε λόγου μήτε ἐπιεικείας μηδεμιᾶς τυχεῖν, ἃ καὶ τοῖς ὄντως ἀδικοῦσιν ἅπανθ᾽ ὑπάρχει.

[91] ἀλλ᾽ ἐπειδή γ᾽ ἠτίμωσεν ὃν ἐβουλήθη, καὶ τοῦτ᾽ ἐχαρίσασθ᾽ αὐτῷ, καὶ τὴν ἀναιδῆ γνώμην, ᾗ ταῦτα προαιρεῖται ποιεῖν, ἐνέπλησεν αὑτοῦ, ἐκεῖν᾽ ἐποίησε, τὴν καταδίκην ἐκτέτεικε, δι᾽ ἣν τὸν ἄνθρωπον ἀπώλεσεν; οὐδὲ χαλκοῦν οὐδέπω καὶ τήμερον, ἀλλὰ δίκην ἐξούλης ὑπομένει φεύγειν. οὐκοῦν ὁ μὲν ἠτίμωται καὶ παραπόλωλεν, ὁ δ᾽ οὐδ᾽ ὁτιοῦν πέπονθεν, ἀλλ᾽ ἄνω κάτω τοὺς νόμους, τοὺς διαιτητάς, πάνθ᾽ ὅσ᾽ ἂν βούληται στρέφει.

[92] καὶ τὴν μὲν κατὰ τοῦ διαιτητοῦ γνῶσιν, ἣν ἀπρόσκλητον κατεσκεύασεν, αὐτὸς κυρίαν αὑτῷ πεποίηται· ἣν δ᾽ αὐτὸς ὦφλεν ἐμοὶ προσκληθείς, εἰδώς, οὐκ ἀπαντῶν, ἄκυρον ποιεῖ. καίτοι εἰ παρὰ τῶν ἔρημον καταδιαιτησάντων αὐτοῦ τηλικαύτην δίκην οὗτος ἀξιοῖ λαμβάνειν, τίν᾽ ὑμῖν προσήκει παρὰ τούτου λαβεῖν, τοῦ φανερῶς τοὺς ὑμετέρους νόμους ἐφ᾽ ὕβρει παραβαίνοντος; εἰ γὰρ ἀτιμία καὶ νόμων καὶ δικῶν καὶ πάντων στέρησις ἐκείνου τἀδικήματος προσήκουσ᾽ ἐστὶν δίκη, τῆς γ᾽ ὕβρεως μικρὰ θάνατος φαίνεται.

[93] ἀλλὰ μὴν ὡς ἀληθῆ λέγω, κάλει μοι τούτων τοὺς μάρτυρας, καὶ τὸν τῶν διαιτητῶν ἀνάγνωθι νόμον.

ΜΑΡΤΥΡΕΣ.
[Νικόστρατος Μυρρινούσιος, Φανίας Ἀφιδναῖος οἴδαμεν Δημοσθένην, ᾧ μαρτυροῦμεν, καὶ Μειδίαν τὸν κρινόμενον ὑπὸ Δημοσθένους, ὅτ᾽ αὐτῷ Δημοσθένης ἔλαχε τὴν τοῦ κακηγορίου δίκην, ἑλομένους διαιτητὴν Στράτωνα, καὶ ἐπεὶ ἧκεν ἡ κυρία τοῦ νόμου, οὐκ ἀπαντήσαντα Μειδίαν ἐπὶ τὴν δίαιταν, ἀλλὰ καταλιπόντα. γενομένης δὲ ἐρήμου κατὰ Μειδίου, ἐπιστάμεθα Μειδίαν πείθοντα τόν τε Στράτωνα τὸν διαιτητὴν καὶ ἡμᾶς, ὄντας ἐκείνοις τοῖς χρόνοις ἄρχοντας, ὅπως τὴν δίαιταν αὐτῷ ἀποδιαιτήσομεν, καὶ διδόντα δραχμὰς πεντήκοντα. καὶ ἐπειδὴ οὐχ ὑπεμείναμεν, προσαπειλήσαντα ἡμῖν καὶ οὕτως ἀπαλλαγέντα. καὶ διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν ἐπιστάμεθα Στράτωνα ὑπὸ Μειδίου καταβραβευθέντα καὶ παρὰ πάντα τὰ δίκαια ἀτιμωθέντα.]

***
[83] Ακούστε τώρα, Αθηναίοι, ποιά ήταν η διαγωγή του στην υπόθεση της δίκης και παρατηρήστε την αναίδεια και την αλαζονεία που είχε κάθε φορά. Στη δίκη —εννοώ εκείνη κατά την οποία πέτυχα την καταδίκη του— ορίσθηκε διαιτητής μου ο Στράτων από το Φάληρο, ένας φτωχός, φιλήσυχος, καλός και πολύ έντιμος άνθρωπος· ο διορισμός του αυτός τον κατέστρεψε, τον δυστυχισμένο, με τρόπο ανάρμοστο, άδικο και πολύ επαίσχυντο.

[84] Αυτός λοιπόν ο Στράτων, ο διαιτητής μας, όταν έφθασε η ορισμένη ημέρα και είχαν εξαντληθεί όλα τα νόμιμα μέσα αναβολής —υπωμοσίες και παραγραφές— χωρίς να απομένει τίποτε άλλο, πρώτα με παρακαλούσε να αποσύρω τη διαιτησία και έπειτα να την αναβάλω για την επόμενη ημέρα· όταν τέλος πέρασε η ώρα χωρίς ούτε εγώ να υποχωρήσω ούτε ο Μειδίας να εμφανισθεί, έβγαλε καταδικαστική απόφαση γι᾽ αυτόν.

[85] Κατά το βράδυ, όταν άρχισε να σκοτεινιάζει, παρουσιάσθηκε ο Μειδίας αυτός εδώ στο οίκημα όπου συνεδρίαζαν οι άρχοντες και τους βρήκε έτοιμους να αναχωρήσουν· ο Στράτων, όπως με πληροφόρησε κάποιος από τους παρευρισκομένους, είχε κιόλας φύγει, αφού τους παρέδωσε την καταδικαστική του απόφαση που είχε εκδώσει ερήμην. Ο Μειδίας λοιπόν είχε πρώτα την αναίδεια να προσπαθεί να πείσει τον Στράτωνα να μεταβάλει την απόφασή του από καταδικαστική σε αθωωτική και τους άρχοντες να τροποποιήσουν το πρακτικό της δίκης· και τους προσέφερε πενήντα δραχμές·

[86] επειδή όμως αυτοί αγανάκτησαν για την προσφορά και αφού απέτυχε να πείσει και τον ένα και τους άλλους, αναχώρησε με απειλές και βαριές ύβρεις· και τί έκαμε; Παρατηρήστε την κακοήθειά του. Ζήτησε ακύρωση της αποφάσεως της διαιτησίας χωρίς να ορκισθεί, αλλά άφησε να γίνει τελεσίδικη η απόφαση εναντίον του και κατηγορήθηκε ότι δεν είχε ορκισθεί· με την επιθυμία να αποκρύψει το σχέδιό του, περίμενε την τελευταία ημέρα της διαιτησίας στον μήνα Θαργηλιώνα ή Σκιροφοριώνα, ημέρα κατά την οποία άλλοι από τους διαιτητές παρουσιάσθηκαν και άλλοι όχι·

[87] αφού έπεισε τον άρχοντα ο οποίος προήδρευε να βάλει το ζήτημα σε ψηφοφορία, παραβαίνοντας όλους τους νόμους, χωρίς να παρουσιάσει ούτε ένα μάρτυρα, κατηγόρησε τον Στράτωνα ερήμην και ερήμην μαρτύρων, και πέτυχε να καταδικασθεί σε εξορία και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων· και τώρα ένας Αθηναίος πολίτης, επειδή ο Μειδίας καταδικάσθηκε ερήμην, έχει στερηθεί όλα ανεξαιρέτως τα προνόμια του πολίτη και για πάντα τα πολιτικά του δικαιώματα· είναι, όπως φαίνεται, εντελώς ανασφαλές να καταγγείλει κάποιος τον Μειδία, επειδή τον αδίκησε, ή να γίνει διαιτητής του, ή ακόμη και να βαδίζει στον ίδιο δρόμο με αυτόν.

[88] Πρέπει τώρα να εξετάσετε το ζήτημα από νέο πρίσμα και να σκεφθείτε τί τόσο φοβερό τέλος πάντων έπαθε ο Μειδίας, ώστε να σχεδιάσει μία τόσο σκληρή τιμωρία σε βάρος ενός συμπολίτη του· αν πρόκειται για κάτι πραγματικά φοβερό και συνταρακτικό, να τον συγχωρήσετε, αν όμως δεν έπαθε τίποτε, παρατηρήστε τη βίαιη και σκληρή συμπεριφορά του προς όλους όσους συναντάει. Τί έπαθε λοιπόν; Του επιβλήθηκε, μά τον Δία, τόσο βαριά ποινή ώστε στερήθηκε όλη την περιουσία του. Το πρόστιμο όμως δεν ξεπερνούσε τις χίλιες δραχμές.

[89] Καλά, αλλά θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί ότι ένας άνθρωπος εξοργίζεται, αν αναγκασθεί να καταβάλει χρήματα άδικα, και επειδή ο Μειδίας αδικήθηκε, άφησε να περάσει η προθεσμία για την πληρωμή χωρίς να το αντιληφθεί. Το κατάλαβε όμως την ίδια μέρα — πράγμα που είναι και η ισχυρότερη απόδειξη ότι ο Στράτων δεν τον αδίκησε καθόλου· αλλά ως σήμερα δεν έχει πληρώσει ούτε μία δραχμή. Δεν θα ασχοληθούμε όμως ακόμη με το ζήτημα αυτό.

[90] Μπορούσε βέβαια να ζητήσει ακύρωση της αποφάσεως ως νομικά ανυπόστατης και έτσι να στρέψει την υπόθεση εναντίον μου, όπως ήταν και στην αρχή της δίκης· αλλά δεν ήθελε. Αντίθετα, για να μην εισαχθεί ο Μειδίας σε δίκη με προκαθορισμένο από τον νόμο πρόστιμο δέκα μνων, στην οποία, μολονότι ήταν υποχρεωμένος, δεν παρουσιάσθηκε για να τιμωρηθεί, αν ήταν ένοχος, αλλιώς να απαλλαγεί, πρέπει ένας Αθηναίος να στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα και να μην συγχωρηθεί ούτε να απολογηθεί ούτε να αντιμετωπισθεί με κάποια επιείκεια, προνόμια που όλα παραχωρούνται ακόμα και στους πραγματικά ενόχους;

[91] Αφού όμως στέρησε εκείνον που ήθελε από τα πολιτικά του δικαιώματα, ικανοποίηση την οποία σεις του προσφέρατε, και εκόρεσε την αναίδειά του που τον παρακινεί στις πράξεις αυτές, κατέβαλε το πρόστιμο εξαιτίας του οποίου κατέστρεψε τον άτυχο άνθρωπο; Ούτε δεκάρα δεν πλήρωσε μέχρι σήμερα, αλλά ανέχεται να κατηγορείται σε δίκη εξώσεως. Έτσι ο Στράτων στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα και καταστράφηκε άδικα, ενώ ο Μειδίας, χωρίς να πάθει ούτε το παραμικρό, ανατρέπει τους νόμους, τους διαιτητές, τα πάντα, όπως θέλει.

[92] Εξασφάλισε για όφελός του την εγκυρότητα της αποφάσεως εναντίον του διαιτητή, την οποία πέτυχε χωρίς να κληθεί στο δικαστήριο ο κατηγορούμενος· αντίθετα, με το να μην παρουσιασθεί εσκεμμένα στο δικαστήριο, αν και είχε κληθεί, κατόρθωσε να ακυρωθεί η απόφαση την οποία πέτυχα εναντίον του. Αν όμως έχει την αξίωση να εκδικηθεί τόσο σκληρά αυτούς που τον καταδίκασαν ερήμην, ποιά τιμωρία πρέπει σεις να επιβάλετε σε αυτόν τον ίδιο, ο οποίος, φανερά με τον σκοπό να προσβάλει, παραβαίνει τους νόμους σας; Γιατί αν η στέρηση των πολιτικών, νομικών και όλων των δικαιωμάτων είναι η τιμωρία που ταιριάζει για το αδίκημα του Στράτωνα, ο θάνατος φαίνεται ελαφρά ποινή για την τιμωρία της βίαιης προσβολής.

[93] Για να αποδειχθεί η αλήθεια των λόγων μου, παρακαλώ κάλεσε τους μάρτυρες των γεγονότων αυτών και διάβασε τον νόμο για τους διαιτητές.

ΜΑΡΤΥΡΕΣ
[Εμείς, ο Νικόστρατος από τον Μυρρινούντα και ο Φανίας από τις Αφίδνες, δηλώνουμε ότι ο Δημοσθένης, για όφελος του οποίου καταθέτουμε μαρτυρία, και ο Μειδίας, που κατηγορείται από αυτόν, όταν ο πρώτος υπέβαλε αγωγή για δυσφήμιση εναντίον του δεύτερου, διάλεξαν για διαιτητή τους τον Στράτωνα· όταν έφθασε η ημέρα που όριζε ο νόμος, ο Μειδίας δεν παρουσιάσθηκε για τη διαιτησία, αλλά εγκατέλειψε την υπόθεση. Αφού καταδικάσθηκε ερήμην, γνωρίζουμε ότι, προσφέροντας πενήντα δραχμές, προσπάθησε να πείσει τον Στράτωνα, τον διαιτητή, και εμάς, οι οποίοι είμαστε το έτος εκείνο άρχοντες, να μεταβάλουμε την απόφαση της διαιτησίας και να τον αθωώσουμε. Επειδή αποκρούσαμε την προσφορά του, έφυγε εκστομίζοντας ακόμα και απειλές εναντίον μας. Γνωρίζουμε επίσης ότι γι᾽ αυτόν τον λόγο, εξαιτίας του Μειδία, ο Στράτων καταδικάσθηκε και στερήθηκε εντελώς άδικα τα πολιτικά του δικαιώματα.]

Ο Κάτω Κόσμος των αρχαίων Ελλήνων

Όταν τα πνεύματα κατεβαίνουν στον Τάρταρο, που η κύρια είσοδός του βρίσκεται σ’ ένα σύδεντρο από μαύρες λεύκες δίπλα στο ρέμα του Ωκεανού, οι ευσεβείς συγγενείς εφοδιάζουν το καθένα απ’ αυτά μ’ ένα νόμισμα τοποθετημένο κάτω από τη γλώσσα του πτώματός του. Έτσι τα πνεύματα είναι σε θέση να πληρώσουν τον Χάρωνα, αυτόν τον δυστυχή, που τα μεταφέρει με μια μισοσαπισμένη βάρκα και διασχίζουν τη Στύγα. Το μισητό αυτό ποτάμι ορίζει τον Τάρταρο από τη δυτική πλευρά[1], και έχει για παραποτάμους του τον Αχέρωντα, τον Φλεγέθοντα, τον Κωκυτό, την Αορνίδα και τη Λήθη. Τα πνεύματα που δεν έχουν νόμισμα, είναι υποχρεωμένα να περιμένουν για πάντα στην αποδώ όχθη, εκτός κι αν έχουν ξεφύγει από τον Ερμή, τον οδηγό τους, και κατηφορίζουν μπαίνοντας κρυφά από κάποιο παραπόρτι, όπως αυτά στο Ταίναρο[2] της Λακωνίας ή στο Άορνο της Θεσπρωτίας. Ένας σκύλος με τρία κεφάλια ή λένε μερικοί, με πενήντα κεφάλια, ονόματι Κέρβερος, φρουρεί την απέναντι όχθη της Στυγός, έτοιμος να κατασπαράξει τους ζωντανούς παρείσακτους ή τα πνεύματα που θα δοκίμαζαν να δραπετεύσουν.[3]
 
Το πρώτο τμήμα του Τάρταρου περιλαμβάνει τον άχαρο Ασφοδελό Λειμώνα, όπου οι ψυχές των ηρώων στέκουν χωρίς σκοπό ανάμεσα στη σύναξη των λιγότερο διακεκριμένων νεκρών που τερετίζουν σαν τις νυχτερίδες και όπου μόνο ο Ωρίων έχει ακόμη το κουράγιο να κυνηγάει τα φασματικά ελάφια.[4] Δεν υπάρχει ούτε ένας ανάμεσά τους που δεν θα προτιμούσε να είναι δούλος ακτήμονα χωριάτη παρά βασιλιάς στον Τάρταρο. Η μόνη τους ευχαρίστηση είναι οι σπονδές με αίμα που κάνουν γι’ αυτούς οι ζωντανοί: όταν το πίνουν, αισθάνονται και πάλι σχεδόν σαν άνθρωποι.  Πέρα απ’ αυτό το λιβάδι βρίσκεται το Έρεβος και το παλάτι του Άδη και της Περσεφόνης. Στα αριστερά του παλατιού καθώς το πλησιάζει κανείς, ένα άσπρο κυπαρίσσι σκιάζει την πηγή της Λήθης, όπου τα κοινά πνεύματα συνάζονται και σκύβουν για να πιουν. Οι μυημένες ψυχές αποφεύγουν αυτό το νερό και προτιμούν να πίνουν από την πηγή της Μνημοσύνης, που τη σκιάζει μια άσπρη λεύκα [;], πράγμα που τους πορίζει κάποιο πλεονέκτημα απέναντι στους όμοιούς τους.[5]
 
Λίγο πιο κει, τα νεοφερμένα πνεύματα κρίνονται καθημερινά από τον Μίνωα, τον Ραδάμανθυ και τον Αιακό σ’ ένα σημείο όπου συναντώνται τρεις δρόμοι. Ο Ραδάμανθυς δικάζει τους Ασιάτες και ο Αιακός δικάζει τους Ευρωπαίους· αλλά και οι δυο παραπέμπουν τις δύσκολες υποθέσεις στον Μίνωα. Καθώς αναγγέλλεται η κάθε ετυμηγορία, τα πνεύματα κατευθύνονται προς έναν από τους τρεις δρόμους: αν δεν είναι ούτοι ενάρετοι ούτε κακοί, παίρνουν το δρόμο που οδηγεί πίσω στον Ασφοδελό Λειμώνα· αν είναι κακοί, αυτόν που οδηγεί στο χώρο της τιμωρίας, τον Τάρταρο· αν είναι ενάρετοι, αυτόν που οδηγεί στα περιβόλια του Ηλυσίου.  
 
Το Ηλύσιο, όπου διαφεντεύει ο Κρόνος, βρίσκεται κοντά στην επικράτεια του Άδη, και η είσοδός του κοντά στην πηγή της Μνημοσύνης, αλλά δεν αποτελεί μέρος τους· είναι ένας ευτυχισμένος τόπος όπου είναι συνεχώς ημέρα, χωρίς κρύο ή χιόνι, όπου οι αγώνες, η μουσική και τα γλέντια δεν παύουν ποτέ, και οι κάτοικοι του μπορούν, όταν το θελήσουν ή το αποφασίσουν, να ξαναγεννηθούν επί της γης.
 
Εκεί κοντά βρίσκονται τα Νησιά των Μακάρων που προορίζονται για όσους έχουν γεννηθεί τρεις φορές και έχουν τρεις φορές φτάσει στο Ηλύσιο.[6] Μερικοί ωστόσο λένε ότι υπάρχει και άλλο νησί Μακάρων ονομαζόμενο Λευκή, στη Μαύρη Θάλασσα, απέναντι από τις εκβολές του Δούναβη, δασωμένο και γεμάτο ζώα, άγρια και ήμερα, όπου τα πνεύματα της Ελένης και του Αχιλλέα ξεφαντώνουν για τα καλά και απαγγέλουν στίχους του Ομήρου στους ήρωες που έχουν πάρει μέρος στα γεγονότα που ύμνησε εκείνος.[7]
 
Ο Άδης, που είναι παράφορος και ζηλότυπος για τα δικαιώματά του, σπάνια επισκέπτεται τον επάνω κόσμο, παρεκτός για δουλειές ή όταν τον κυριεύει αιφνίδια λαγνεία. Κάποτε έκανε τη Νύμφη Μίνθη να σαστίσει με την αίγλη του χρυσού άρματός του και των τεσσάρων μαύρων αλόγων του, και θα την είχε αποπλανήσει χωρίς καμιά δυσκολία, αν η βασίλισσα Περσεφόνη δεν εμφανιζόταν έγκαιρα και δεν μεταμόρφωνε τη Νύμφη σε ευωδιαστή μέντα.  Σε άλλη περίπτωση ο Άδης επιχείρησε να βιάσει τη Νύμφη Λευκή, που κι αυτή μεταμορφώθηκε κι έγινε η άσπρη λεύκα που στέκει δίπλα στην πηγή της Μνημοσύνης.[8] Με τη θέλησή του ο Άδης δεν επιτρέπει σε κανέναν από τους υπηκόους του να δραπετεύσει, και ελάχιστοι απ’ όσους επισκέπτονται τον Τάρταρο, επιστρέφουν ζωντανοί για να τον περιγράψουν, πράγμα που κάνει τον Άδη το μισητότερο από τους θεούς.
 
Ο Άδης ουδέποτε γνωρίζει τι συμβαίνει στον επάνω κόσμο ή στον Όλυμπο[9], παρεκτός από τίποτε αποσπασματικές πληροφορίες που φτάνουν σ’ αυτόν όταν οι θνητοί χτυπούν με τα χέρια τους το χώμα και τον επικαλούνται με όρκους και κατάρες. Το πολυτιμότερο αγαθό του είναι η περικεφαλαία που τον κάνει αόρατο και που του τη χάρισαν σε ένδειξη ευγνωμοσύνης οι Κύκλωπες, όταν ο Άδης συγκατατέθηκε να τους απελευθερώσει κατά διαταγή του Δία. Όλα τα πλούτη σε πετράδια και πολύτιμα μέταλλα που βρίσκονται κρυμμένα κάτω από τη Γη είναι δικά του, αλλά στον επάνω κόσμο ο Άδης δεν έχει περιουσία, εκτός από ορισμένους πένθιμους ναούς στην Ελλάδα, και πιθανώς ένα κοπάδι βόδια στη νήσο Ερύθεια, που ωστόσο μερικοί λένε ότι ανήκει στον Ήλιο.[10]
 
Η βασίλισσα Περσεφόνη ωστόσο μπορεί να είναι και συμπονετική και ελεήμων. Είναι πιστή στον Άδη, αλλά δεν έχει κάνει παιδιά μαζί του, και από τη συντροφιά του προτιμά της Εκάτης, θεάς των μαγισσών.[11] Ο ίδιος ο Ζευς τιμά τόσο πολύ την Εκάτη ώστε ουδέποτε της αρνιέται την αρχαία εξουσία που πάντοτε εκείνη διέθετε: να χαρίζει στους θνητούς ή να τους στερεί οποιοδήποτε επιθυμητό δώρο. Η Εκάτη έχει τρία κορμιά και τρία κεφάλια: λιονταριού, σκύλου και φοράδας.[12]
 
Η Τισιφόνη, η Αληκτώ και η Μέγαιρα, οι Ερινύες, ζουν στο Έρεβος και είναι πρεσβύτερες από τον Δία καθώς και από άλλους τους άλλους Ολυμπίους. Καθήκον τους είναι να ακούν τα παράπονα που διατυπώνουν οι θνητοί για ιταμότητα των νέων προς τους ηλικιωμένους, των παιδιών προς τους γονείς, των φιλοξενούντων προς τους φιλοξενούμενους, καθώς και των νοικοκυραίων ή των αρχών των πόλεων προς τους ικέτες – και να τιμωρούν αυτά τα εγκλήματα καταδιώκοντας τους ενόχους αδιάκοπα, χωρίς σταματημό και ανάπαυση από πόλη σε πόλη και από χώρα σε χώρα. Αυτές οι Ερινύες είναι γριές, με φίδια για μαλλιά, κεφάλι σκύλου, σώμα μαύρο σαν το κάρβουνο, φτερά νυχτερίδας και μάτια κατακόκκινα από το αίμα. Στα χέρια τους κρατούν μαστίγια από σφυρηλατημένο χαλκό, και τα θύματά τους πεθαίνουν με βασανιστήρια.[13] Δεν είναι καθόλου φρόνιμο να τις αναφέρει κανείς με το όνομά τους στην κουβέντα· γι’ αυτό συνήθως τις αποκαλούν Ευμενίδες, που σημαίνει «καλοσυνάτες», όπως ο Άδης αποκαλείται Πλούτων ή Πλούτος.
 
Οι μυθογράφοι κατέβαλαν τολμηρή προσπάθεια για να συμφιλιώσουν τις αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις που πρέσβευαν για τον Κάτω Κόσμο οι πρωτόγονοι κάτοικοι της Ελλάδας. Μια άποψη ήταν ότι τα πνεύματα ζούσαν στους τάφους τους ή σε υπόγεια σπήλαια ή σε χάσματα, όπου μπορούσαν να παίρνουν τη μορφή φιδιών, ποντικιών ή νυχτερίδων, αλλά ουδέποτε να μετενσαρκώνονται σε ανθρώπινα πλάσματα. Άλλη άποψη ήταν ότι οι ψυχές των ιερών βασιλιάδων ορατές στα ταφικά νησιά όπου είχαν ενταφιαστεί τα σώματά τους. Τρίτη άποψη ήταν ότι τα πνεύματα μπορούσαν να ξαναγίνουν άνθρωποι εισχωρώντας μέσα σε όσπρια, ξηρούς καρπούς ή ψάρια, που θα τα έτρωγαν οι μελλοντικές μητέρες τους. Τέταρτη άποψη ήταν ότι οι ψυχές πήγαιναν στο Μακρινό Βορρά, όπου ο ήλιος δεν λάμπει ποτέ, και επέστρεφαν – αν επέστρεφαν - μόνο σαν γονιμοποιοί άνεμοι.  Πέμπτη άποψη ήταν ότι πήγαιναν στη Μακρινή Δύση όπου ο ήλιος δύει στον ωκεανό, και σ’ έναν κόσμο πνευμάτων που μοιάζει πολύ με τον κανονικό. Έκτη άποψη ήταν ότι η ψυχή λάβαινε τιμωρία ανάλογη με τη ζωή που είχε ζήσει. Σε όλα αυτά οι ορφικοί πρόσθεσαν τελικά τη θεωρία της μετεμψύχωσης, διαδικασίας που μπορούσε ωε ένα βαθμό να ελεγχθεί με τη χρήση μαγικών τύπων.
 
 Η Περσεφόνη και η Εκάβη κατείχαν τη θέση της προελληνικής ελπίδας της παλιγγενεσίας· αλλά ο Άδης ήταν ελληνική έννοια για το αναπόδραστο του θανάτου. Ο Κρόνος, παρά το αιματηρό μητρώο του, εξακολούθησε να χαίρεται τις απολαύσεις του Ηλισίου, δεδομένου ότι αυτό υπήρξε πάντοτε το ιερό βασιλιάδων, και ο Μενέλαος (Οδύσσεια δ 561) είχε υπεσχημένη την ίδια απόλαυση, όχι επειδή υπήρξε ιδιαίτερα ενάρετος ή θαρραλέος, αλλά επειδή είχε παντρευτεί την Ελένη, την ιέρεια της σπαρτιατικής Σελήνης – θεάς. Το ομηρικό επίθετο ασφοδελός που συνοδεύει μόνο τους λειμώνες («λιβάδια»), σημαίνει πιθανώς «στην κοιλάδα αυτού που δεν έχει καταντήσει στάχτη» (από το α στερητικό, σπονδός, «στάχτη» και έλος, «κοιλάδα»), δηλαδή το πνεύμα του ήρωα αφού το σώμα του είχε καεί και με εξαίρεση τη βελανιδοφάγα Αρκαδία, οι ρίζες και οι σπόροι του ασφοδελού που προσφέρονταν σ’ αυτά τα πνεύματα, αποτελούσαν τη βασική διατροφή των Ελλήνων πριν από την εισαγωγή των σιτηρών. Ηλύσιο φαίνεται να σημαίνει «μηλότοπος» - alisier είναι προγαλατική λέξη για το αγριόμηλο.
 
Ο Κέρβερος ήταν το ελληνικό αντίστοιχο του Άνουβη, του κυνοκέφαλου γιου της λιβυκής θεάς του θανάτου Νέφθυος, ο οποίος οδηγούσε τις ψυχές στον κάτω κόσμο. Στην ευρωπαϊκή λαογραφία, που έχει εν μέρει λιβυκή καταγωγή, τις ψυχές των κολασμένων τους κυνηγούσε ως τη βόρεια κόλαση ένα κοπάδι σκυλιά μύθος που προήλθε από θορυβώδη καλοκαιριάτικη μετανάστευση που πραγματοποιούν οι αγριόχηνες για τους τόπους όπου γεννούν, στον αρκτικό κύκλο. Ο Κέρβερος είχε αρχικά πενήντα κεφάλια· αλλά κατόπιν είχε τρία κεφάλια, όπως και η κυρά του η Εκάτη.
 
Η Στυξ («μισητή») μικρό ρέμα στην Αρκαδία, που τα νερά του υποτίθεται ότι ήταν θανατηφόρο δηλητήριο, τοποθετήθηκε στον Τάρταρο μόνο από τους μεταγενέστερους μυθογράφους. Αχέρων («ρέμα της θλίψης») και Κωκυτός («θρήνος») είναι φανταστικά ονόματα που περιγράφουν τη δυστυχία του θανάτου. Λήθη σημαίνει «λησμονιά»· και Έρεβος σημαίνει «σκεπασμένος». Ο Φλεγέθων («αυτός που καίει») αναφέρεται στη συνήθεια καύσης των νεκρών, αλλά ίσως και στη θεωρία ότι οι αμαρτωλοί καίγονται σε ρυάκια από λάβα. Ο Τάρταρος φαίνεται να είναι αναδιπλασιασμός της προελληνικής λέξης ταρ, που συναντιέται σε τοπωνύμια που βρίσκονται προς τη Δύση.
 
Οι μαύρες λεύκες ήταν αφιερωμένες στη θεά του θανάτου· και η λευκή λεύκα είτε στην Περσεφόνη ως θεά της παλιγγενεσίας είτε στον Ηρακλή επειδή λεηλάτησε την κόλαση.
 
          Ο Άδης είχε ναό στους πρόποδες του όρους Μίνθη στην Ήλιδα, και ο από μέρος του βιασμός της Νύμφης Μίνθης («μέντας») συνάγεται πιθανός από το γεγονός ότι στις νεκρικές τελετές χρησιμοποιούσαν μέντα, μαζί με δεντρολίβανο και μύρτο, για να καταπολεμήσουν τη μυρωδιά της αποσύνθεσης.
 
Η αφήγηση του Ησιόδου γι’ αυτόν δείχνει ότι η Εκάβη υπήρξε η αρχική Τριπλή Θεά, υπέρτατη στον ουρανό, στη γη και στον Τάρταρο· αλλά οι Έλληνες έδωσαν έμφαση στις καταστρεπτικές τους δυνάμεις σε βάρος των δημιουργικών, ώσπου τελικά επικλήσεις στην Εκάτη γινόταν μόνο κατά τις μυστικές τελετές μαύρης μαγείας, ιδίως σε σημεία όπου συναντιούνταν τρεις δρόμοι. Το ότι ο Δίας δεν της στέρησε την αρχαία εξουσία της  να χορηγεί στον κάθε θνητό την επιθυμία της καρδιάς του, αποτελεί παραχώρηση στις μάγισσες της Θεσσαλίας, που όλοι τις έτρεμαν. Τα κεφάλια της Εκάτης, λιονταριού, σκύλου και αλόγου, αναφέρονται προφανώς στο αρχαίο τριμερές έτος, και ο σκύλος  είναι ο Σκύλος – αστέρας Σείριος· το ίδιο ισχύει και για τα κεφάλια του Κέρβερου.
 
Οι συντρόφισσες της Εκάτης, οι Ερινύες, ήταν προσωποποιημένες τύψεις της συνείδησης για την καταπάτηση κάποιου ταμπού: αρχικά μόνο του ταμπού της προσβολής της ανυπακοής ή της βίας σε βάρος της μητέρας. Οι ικέτες και οι φιλοξενούμενοι υπάγονταν στην προστασία της Εστίας, και η κακομεταχείριση τους ισοδυναμούσε με ανυπακοή σ’ αυτήν και με προσβολή της.
 
Η Λευκή, το μεγαλύτερο νησί της Μαύρης Θάλασσας, αλλά πολύ μικρό καθαυτό, είναι σήμερα άδεντρο ρουμανικό κάτεργο.
---------------------
[1] Παυσανίας Ι 28, 1.
[2] Απολλόδωρος Β 5, 12· Στράβων Η 5, 1.
[3] Όμηρος Ιλιάς 1 368· Ησίοδος Θεογονία 311·
[4] Όμηρος Οδήσεια λ 539· λ 572-5· λ 487-91.
[5] Ορφική Πινακίδα της Πετηλίας.
[6] Πλάτων Γοργίας 168· Πίνδαρος Ολυμπιονίκαι Β 68-80· Ησίοδος Έργα και Ημέραι 167 κεξ.
[7] Παυσανίας Γ 19, 11· Φιλόστρατος Ηρωικός Ι 32-40.
[8] Στράβων Η 3, 14· Σέρβιος στις Εκλογές του Βιργιλίου VII 61.
[9] Όμηρος Ιλιάς Ι 158-9· Υ 61.
[10] Όμηρος Ιλιάς Ι 567 κεξ.· Απολλόδωρος Β 5, 10.
[11] Απολλώνιος Ρόδιος Ι 5, 29· Οβίδιος Μεταμορφώσεις XIV 405.
[12] Ησίοδος Θεογονία 411-52.
[13] Απολλόδωρος Α 1,4· Όμηρος Ιλιάς Ι 453-7· Ο 204· Τα 259· Οδύσσεια β 135· και π 475· Αισχύλος Ευμενίδες 835 και Χοηφόροι 290· Ευριπίδης Ορέστης 317 κεξ.· Ορφικός Ύμνος 68, 5.