Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Συζητάμε πραγματικά;

Αποτέλεσμα εικόνας για fish talkΕίναι όντως πολύ δύσκολο για τον εκπαιδευμένο νου μας να αντιληφθεί οτιδήποτε δεν έχει ήδη καταχωρημένο στον «σκληρό» του, στη μνήμη του/τα δεδομένα του.

Όλοι πιστεύουμε πως συζητάμε, πως ενημερωνόμαστε, πως διευρύνουμε τους ορίζοντές μας, αλλά ελάχιστοι συνειδητοποιούμε ότι αυτό που κάνουμε ουσιαστικά είναι να συγκρίνουμε αυτά που ξέρουμε με ό,τι κατανοούμε όσων διαβάζουμε/ακούμε/βλέπουμε, να κατατάσσουμε ανάλογα, σύμφωνα με τη δική μας ήδη καταχωρημένη άποψη και έτσι να προχωράμε, ουσιαστικά μένοντας στα ίδια.

Είναι απίστευτα γρήγορη η διαδικασία που συμβαίνει μέσα στο νου μας, ενώ εμείς έχουμε καθολική άγνοιά της. Δεν μάθαμε ποτέ να παρακολουθούμε (αμέτοχοι) τη διαδικασία της σκέψης μας, «από μακριά».

Ανταλλάσσουμε απόψεις, ουσιαστικά αγνοώντας της δικές μας, τις βαθύτερες πεποιθήσεις μας, τις αληθινές προθέσεις μας και επιβαρυμένοι με κρυμμένες ενοχές, φοβίες και ανάγκες.

Ο εσωτερικός μονόλογος παραμένει κρυφός από την ίδια τη δική μας συνειδητοποίηση, οπότε ουσιαστικά, αδυνατούμε να δούμε ή να ακούσουμε οποιονδήποτε άλλον, όσο «κοντά» μας κι αν βρίσκεται.

Τον «άλλον» τον κατανοείς και τον τοποθετείς, σχεδόν αυτόματα, ανάλογα με ό,τι έχεις ανάγκη, ό,τι ψάχνεις, ό,τι σε βαραίνει στο παρόν σου, χωρίς τελικά να έχεις οποιονδήποτε Λόγο σε αυτήν την κατάταξη, καθώς συμβαίνει ανεξάρτητα από τη συνειδητοποίησή σου, της διαδικασίας της σκέψης σου.

Επειδή ακριβώς ασυνείδητα φοβόμαστε αυτόν τον εσωτερικό, συνεχόμενο μονόλογο, καθώς αποτελεί αυτό που ονομάζουμε «εγώ» μας, και έχουμε διδαχθεί ότι είναι ο «εχθρός» μας, αποφεύγουμε να «τον» συναντήσουμε. Ακολούθως, το επόμενο που συνηθίζουμε να κάνουμε είναι να αποφεύγουμε αυτούς που ονομάζουμε «εχθρούς» μας στη ζωή, να συζητάμε για αυτούς με τους οποίους διαφωνούμε με άλλους, και όχι απευθείας με τους ίδιους, να κρυβόμαστε γενικώς.

Υπάρχουν κι αυτοί που δεν δέχονται καμία συζήτηση επί της ουσίας, καθώς γαντζώνονται υπερβολικά και φοβικά με τις απόψεις τους, αποκλείοντας οποιαδήποτε δημιουργικό διάλογο, που θα απειλούσε την οποιαδήποτε, ίσως, μετακίνησή τους.

Κάπως έτσι συνεχίζουμε την πλάνη της δικής μας άγνοιας, ουσιαστικά αλλάζοντας ελάχιστα ή καθόλου τη θέασή μας. Συνεχίζουμε δε να ταυτιζόμαστε με τις συνήθειες, τα πάθη, τις συμπεριφορές μας, ονομάζοντάς τα «η προσωπικότητά μου», αυτό «είμαι»!

Εν τέλει, ελάχιστη σημασία έχει πόσα γνωρίζουμε, πόσες πληροφορίες συσσωρεύουμε, για οποιοδήποτε θέμα, αν αγνοούμε και φοβόμαστε να συνειδητοποιήσουμε την πραγματικότητα που συμβαίνει κάθε στιγμή μέσα στο νου μας, που διαμορφώνει κάθε στιγμή το Είναι μας…

Άηχη επικοινωνία

Όταν οι λέξεις δεν αναδύονται αυθόρμητα, πηγαία, αβίαστα, κράτα τις άηχες λίγο ακόμα, παρατηρώντας τις διαδρομές του νου παράλληλα. Έτσι κι αλλιώς επικοινωνούμε…

Όμως μπερδεύεται πιο συχνά το «αυθόρμητα» με το παρορμητικά, το «αληθινό» με το αληθοφανές, το «πηγαία» με το ενστικτώδες, το «αβίαστο» με το γνώριμο. Και οι επικοινωνίες παραμένουν επιφανειακές και ασύνδετες, αποξενωμένες.

Διότι, δεν έχει τόση σημασία να ονομάσεις κάτι όσο να το κατανοήσεις βαθιά μέσα σου, βιωματικά. Η τάση να ονομάζεις το μεν καλό, το δε κακό, εμποδίζει ουσιαστικά την αληθινή όρασή του.

Ούτως ή άλλως επικοινωνούμε… αν ήταν αυτή η επικοινωνία φανερή, θα άλλαζε όλα τα δεδομένα… Αλλά όσο οι διαδρομές του νου παραμένουν αόρατες, όσο ταυτιζόμαστε με αυτό που νομίζουμε και ονομάζουμε πραγματικό, αδυνατούμε να αντιληφθούμε την υπόγεια επικοινωνία, που ουσιαστικά ορίζει τα πάντα. 

Η αντίληψη ότι η σιωπή είναι κενό συνεχίζει να παραπλανά τις συνειδήσεις..

Αισθάνομαι ότι η γλώσσα «προλαβαίνει» και εκφράζει τη συνειδητότητα όταν αυτή διαμορφώνεται και συγκεκριμενοποιείται. Νέες λέξεις δημιουργούνται και άλλες παρερμηνεύονται, ανάλογα με το «πού» βρισκομαστε: το επίπεδο που αντιλαμβανόμαστε, το τι ακριβώς κατανοούμε και τη «συχνότητα» την οποία επιλέγουμε να εκπέμπουμε.

Ούτως ή άλλως επικοινωνούμε... το πώς, παραμένει ένα θέμα που μαθαίνουμε προσωπικά, βιωματικά, βήμα, βήμα...και τότε η λεκτική επικοινωνία αποκτά άλλο νόημα και σκοπό.

Πώς θα μάθεις το παιδί να μην το βάζει κάτω

Αλλο να έχεις παιδί που τρελαίνεται να πηδάει από στέγη σε στέγη, κι άλλο ένα παιδί που φοβάται να κατηφορίσει μια τσουλήθρα. Μερικά παιδιά δεν επιχειρούν τίποτα. Στέκονται ώρες δίπλα στην πισίνα και φοβούνται να βουτήξουν. Ή αρνιούνται κάποιο καινούριο παιχνίδι, επειδή φοβούνται μήπως ηττηθούν. Τα πάντα -από το να μάθει να γράφει ως το να κάνει ποδήλατο με μια ρόδα- ενέχουν για το παιδί τη μορφή του κινδύνου ή του φόβου της αποτυχίας. Αυτά τα παιδιά παραιτούνται την πρώτη φορά που κάτι θα πάει στραβά - και κάτι πάει στραβά πάντα. Όταν συμβεί αυτό, συνήθως τα βάζουν με τον εαυτό τους. Δεν διασκεδάζουν ποτέ, αλλά και κανείς δεν διασκεδάζει μαζί τους.

Πολύ απλά, αυτά τα παιδιά συγκρίνουν τον εαυτό τους με άλλα και νιώθουν ανεπαρκή. Θέλουν να τ’ αφήσετε στην ησυχία τους, επειδή «αν δεν ρισκάρουν, δεν κινδυνεύουν». Έμαθαν, επίσης, ότι αν δεν μπορείς να κάνεις κάτι εσύ, κάποιος άλλος θα το κάνει για σένα.

Σε μερικές περιπτώσεις τα παιδιά δεν προσπαθούν, επειδή δεν αντέχουν να μην έχουν την πρωτιά. Είναι πολύ σκληρά με τον εαυτό τους και ανησυχούν υπερβολικά για τη γνώμη των άλλων. Ο σούπερ-τελειομανής πρέπει να τα καταφέρει με την πρώτη, γιατί δεν αντιλαμβάνεται πως οι ικανότητες δαμάζονται με τον χρόνο.

Ξέρετε ότι το παιδί σας νιώθει ανεπαρκές και νιώθετε κι εσείς ανεπαρκείς ως γονείς. Κι όταν δεν επιχειρεί ούτε κάτι που ξέρετε ότι θα καταφέρει, νιώθετε απογοήτευση. Δεν αντέχετε το βλαστάρι σας να κάθεται στην άμμο, ενώ άλλοι πιτσιρικάδες αρμενίζουν πάνω σ’ ένα κανό. Πώς θα μάθετε στα παιδιά σας να κολυμπούν στη θάλασσα της ζωής;

Υπομονή. Δείξτε ενθουσιασμό για κάθε προσπάθεια που κάνει το παιδί από μόνο του. Δώστε του το κουράγιο να μην είναι τέλειο.

Χτίστε την αυτοπεποίθηση του παιδιού εφοδιάζοντάς το με προσόντα -εκπαίδευση- πριν του ζητήσετε να κάνει το μεγάλο βήμα. Όταν πρόκειται για αθλητισμό, κυλήστε πρώτα την μπάλα, πριν την πετάξετε. Δώστε του θάρρος, ακόμα κι όταν δεν την πιάνει. Αρχίστε με δραστηριότητες όχι πολύ βαριές. Το κολύμπι, ας πούμε, είναι για τα περισσότερα παιδιά πιο εύκολο από το ποδόσφαιρο. Καλή περίπτωση, επίσης, είναι και τα ομαδικά παιχνίδια όπου κανείς δεν βγαίνει έξω, αν χάσει. Ανεβάστε τους στόχους του παιδιού σιγά σιγά.

Σχολιάστε την προσπάθεια του παιδιού κι όχι το αποτέλεσμα. Αν μαθαίνει να γράφει,πείτε, «Τι όμορφο που είναι το Β σου», αγνοήστε όμως ένα «Σ» που δεν διαβάζεται. Αν το διορθώνετε πολύ, το παιδί θα νομίσει ότι δεν τα καταφέρνει.

Παρόλο που αυτά τα παιδιά έχουν την τάση να παρατούν ό,τι αρχίζουν, προσπαθήστε να μην παραδώσουν τα όπλα. Χρειάζονται πάρα πολύ ενθάρρυνση για να επιμείνουν.

Τα «ναι»

Ενθαρρύνετε το παιδί να προσπαθεί, ακόμα

κι όταν αποτυγχάνει. Δώστε την έμφαση στην απόλαυση της διαδικασίας και όχι στο αποτέλεσμα, με ευνοϊκά σχόλια σαν αυτά:

• «Μην το βάζεις κάτω».

• «Εσύ νομίζεις πως δεν μπορείς, όμως εγώ ξέρω ότι μπορείς και δεν θα σ’ αφήσω».

• «Έχεις βελτιωθεί αφάνταστα. Την περασμένη βδομάδα δεν το κατάφερες. Τώρα το έκανες».

• Και το παλιό κλισέ: «Καλή προσπάθεια».

Βοηθήστε το παιδί να μειώσει τους στόχους του θυμίζοντάς του (σε φιλικό τόνο αποδοχής) ότι «Κανείς δεν είναι τέλειος» ή «Όλοι κάνουμε λάθη».

Τα «μη»

Μην πιέζετε το παιδί να κάνει κάτι με το ζόρι. Μερικά τετράχρονα παιδάκια είναι πολύ μικρά για μαθήματα πιάνου. Μπορεί να τα κουράσει ακόμα και ο Γκρινιάρης.

Μην το συγκρίνετε με άλλα παιδιά. Μην κάνετε θέμα τη σειρά του στη βαθμολογία. Για έναν τελειομανή, ακόμα και η δεύτερη θέση μπορεί να σημαίνει καταστροφή.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ

Είμαι σαν τη μέλισσα που γυρνάει από λουλούδι, σε λουλούδι και μαζεύει το νέκταρ της ζωής.

Έτσι τριγυρνώ μέσα στη φύση και συλλέγω ωραίους ανθρώπους κι αυτοί αναρωτιούνται πως γνωρίζω ότι είναι καλοί άνθρωποι μα τους απαντώ ότι ξεχωρίζουν σαν μύγα μες το γάλα, διότι από τους άλλους χόρτασα τόσα χρόνια!

Βλέπετε τέτοιους δύσκολους ανθρώπους υπάρχουν γύρω και σας προκαλούν συνέχεια αλλά εάν τους συναντήσετε θα διαπιστώσετε ότι σε γενικές γραμμές ανήκουν σε πέντε κατηγορίες.

Είναι αυτοί που γενικά είναι ΕΘΡΙΚΟΙ και αντιδρούν έντονα και συχνά εκρηκτικά και σαρκάζουν συνέχεια τους άλλους ρίχνοντας πάντα το φταίξιμο στους άλλους.

Άλλη κατηγορία είναι οι ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΡΡΙΨΗ οι οποίοι πάντοτε ψάχνονται για παρεξηγήσεις πραγματικές ή φανταστικές, πιστεύοντας ότι γίνονται εκ προθέσεως.

Μια άλλη κατηγορία είναι οι ΑΡΝΗΤΙΚΟΙ που γενικά εκδηλώνουν άγχος, απαισιοδοξία, αρνητισμό και προβάλλουν πάντα εμπόδια απορρίπτοντας τις ιδέες των άλλων.

Η επόμενη κατηγορία είναι οι ΕΓΩΙΣΤΕΣ όπου συνήθως βάζουν προτεραιότητα τα δικά τους συμφέροντα και βρίσκουν ανέφικτο το να συμβιβαστούν επιμένοντας ότι σε όλες τις περιπτώσεις αυτοί είναι οι σωστοί.

Η πέμπτη κατηγορία θα την βρεις και θα την ανακαλύψεις μόνος σου...!

Έτσι, οι παραπάνω συμπεριφορές των δύσκολων ανθρώπων μας δημιουργούν πολλά προβλήματα στις συναναστροφές μας οπότε μην μπεις καν στον πειρασμό να τους κρίνεις και έλεγξε πρώτα το δικό σου εαυτό το να είσαι ψύχραιμος είναι μεγάλη υπόθεση.

Κατανόησε τους όσο μπορείς διατηρώντας ταυτόχρονα τα δικά σου όρια.

Πάνω από όλα προσπάθησε εσύ να είσαι ήρεμος, διότι όλοι αυτοί επιθυμούν να πάρουν από εσένα μία ανάλογη αντίδραση σαν την δική τους.

Οπότε μην μπαίνεις στον κύκλο της δικής τους αρνητικότητας, διότι πολύ απλά εσύ ο ίδιος αρνείσαι να ολοκληρώσεις τον κύκλο που επιθυμεί ο άλλος.

Τι θα κάμεις απλά στρέψε την προσοχή σου στα δικά σου συναισθήματα και μην κορυφώνεις τη διαμάχη απλά απάντησε ότι ότι κάνεις είναι σημαντικό για σένα.

Απλά παρατήρησε το γεγονός χωρίς να κρίνεις κι έτσι ο άλλος δεν θα μπορέσει να σου επιτεθεί.

Τι έργο έχεις τέλος πάντων ολοκληρώσει σε μια τόσο μακρά ζωή

Όταν οι άνθρωποι περιφρουρούν την περιουσία τους, είναι συνήθως σφιχτοχέρηδες` όταν όμως πρόκειται να χάσουν την ώρα τους, όταν δηλαδή βρίσκονται μπροστά στη μόνη περίπτωση που η φιλαργυρία θα ήταν έντιμο πράγμα, τότε γίνονται εξαιρετικά σπάταλοι.

Θα ήθελα λοιπόν να σταματήσω κάποιον από τους γεροντότερους και να τον ρωτήσω: «Βλέπω ότι έχεις φτάσει σε βαθιά γεράματα: πλησιάζεις το εκατοστό έτος της ηλικίας σου, ίσως και περισσότερο` έλα τώρα να ξαναθυμηθείς τη ζωή σου και κάνε μου έναν απολογισμό.

Σκέψου πόσο από το χρόνο σου έχεις αφιερώσει στο δανειστή σου, πόσο στη φιλενάδα σου, πόσο στον πατρόνα σου, πόσο σπατάλησες για να λογομαχείς με τη γυναίκα σου, πόσο για να επιβάλεις τιμωρίες στους δούλους σου και πόσο για να τρέχεις πάνω κάτω στην πόλη εκτελώντας τις κοινωνικές σου υποχρεώσεις.

Πρόσθεσε σ’ αυτά και τις αρρώστιες που εμείς οι ίδιοι προκαλούμε με τις πράξεις μας, και υπολόγισε επίσης και το χρόνο που έχει περάσει ανεκμετάλλευτος` τότε θα δεις ότι έχεις λιγότερα χρόνια από αυτά που υπολόγιζες ‘ότι είχες.

Κάτσε και ξανασκέψου, όποτε είχες βάλει ένα συγκεκριμένο σχέδιο στη ζωή σου, πόσο λίγες ήταν οι μέρες που πέρασες όπως τις είχες σχεδιάσει, πόσες φορές ήσουν πράγματι διαθέσιμος για τον εαυτό σου, πότε το πρόσωπό σου είχε τη φυσική του έκφραση, πότε το μυαλό σου ήταν ατάραχο, τι έργο έχεις τέλος πάντων ολοκληρώσει σε μια τόσο μακρά ζωή, πόσοι ήταν εκείνοι που σου απέσπασαν ένα τμήμα από τη ζωή σου όταν εσύ δεν ήξερες ακόμα τι έχανες, πόσο μέρος της ζωής σου ξόδεψες σε άσκοπη λύπη, σε ανόητη χαρά, σε άπληστη επιθυμία, σε συμβατικές συζητήσεις και, τελικά, πόσο μέρος από εσένα τον ίδιο σου έχει απομείνει` και τότε θα καταλάβεις ότι πεθαίνεις πολύ πριν από το χρόνο που η φύση έχει προορίσει για σένα».

ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της συντομίας της ζωής

Επιστήμονες κατάφεραν να διορθώσουν «ανεξέλεγκτο» ανοσοποιητικό σύστημα χωρίς να καταστρέφει τα υγιή κύτταρά του

Επιστήμονες στις ΗΠΑ τροποποίησαν γενετικά στο εργαστήριό τους τα ζωτικά Τ-κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, έτσι ώστε αυτά, όταν επανεισάγονται στο σώμα, να καταστρέφουν επιλεκτικά μόνο τα κύτταρα που έχουν στραφεί κατά του οργανισμού. Αντίθετα, αφήνουν σώα τα υγιή κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, που συνεχίζουν να προστατεύουν το σώμα.

Η νέα τεχνική, η οποία δοκιμάσθηκε με επιτυχία σε πειραματόζωα (ποντίκια), ουσιαστικά «πυροδοτεί» έναν εμφύλιο πόλεμο στο ανοσοποιητικό σύστημα – αλλά με καλό σκοπό. Η μέθοδος αποτελεί ένα ουσιαστικό βήμα για την αντιμετώπιση των αυτοάνοσων παθήσεων με τρόπο που να μην καταστρέφει αδιακρίτως τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, αλλά μόνο όσα δεν επιτελούν πλέον τον αμυντικό ρόλο τους. Κάτι τέτοιο έως τώρα δεν ήταν εφικτό.

Ορισμένες αυτοάνοσες παθήσεις εκδηλώνονται, όταν τα Β-λεμφοκύτταρα, που παράγουν αντισώματα, λανθασμένα «βλέπουν» τον ιστό του ασθενούς ως ξένο σώμα, ωθώντας όλο το ανοσοποιητικό σύστημα να στραφεί εναντίον του. Σήμερα, σε τέτοιες περιπτώσεις, χορηγούνται θεραπείες γενικευμένης ανοσοκαταστολής (με φάρμακα όπως η ριτουξιμάμπη και η πρεδνιζόνη), οι οποίες συχνά αφήνουν τον ασθενή πιο ευάλωτο σε πιθανώς μοιραίες λοιμώξεις ή σε καρκίνους. Επιπλέον, αρκετοί ασθενείς υποτροπιάζουν μετά τη θεραπεία.

Οι επιστήμονες από τις ΗΠΑ, την Ιταλία και την Ελβετία, με επικεφαλής τον Κριστόφ Έλεμπρεχτ του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Science». Στη μελέτη συμμετείχε και ο διακεκριμένος ελληνικής καταγωγής καθηγητής δερματολογίας Γιώργος Κωτσαρέλης της Ιατρικής Σχολής του ίδιου αμερικανικού πανεπιστημίου.

Εμπνεόμενοι από μια παρόμοια αντικαρκινική τεχνική, η οποία τελευταία είχε θετικά αποτελέσματα στη θεραπεία της λευχαιμίας και του λεμφώματος, οι ερευνητές κατάφεραν να δημιουργήσουν Τ-κύτταρα που στοχεύουν μόνο στα «ανεξέλεγκτα» Β-λεμφοκύτταρα. Στη συνέχεια, έδειξαν ότι είναι δυνατό να αντιμετωπίσουν στα ποντίκια μια σπάνια αυτοάνοση δερματολογική πάθηση, την πέμφιγα, που μπορεί να αποβεί ακόμη και απειλητική για τη ζωή.

Θα ακολουθήσουν δοκιμές σε σκύλους, οι οποίες, αν είναι επιτυχείς, θα ανοίξουν το δρόμο για κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους, κατ” αρχήν με τη δερματολογική πάθηση της πέμφιγας. Όμως μια τέτοια θεραπεία αναμένεται να είναι πολύ ακριβή.

Οι επιστήμονες αισιοδοξούν πάντως ότι η νέα μέθοδος μπορεί να εφαρμοσθεί και σε άλλες αυτοάνοσες παθήσεις, καθώς και στην αποφυγή της απόρριψης μοσχευμάτων από τον οργανισμό. Όμως η χρησιμότητά της θα αφορά κυρίως όσες αυτοάνοσες παθήσεις προκαλούνται από κάποιο προφανές αντίσωμα, καθώς σε πολλές κοινές παθήσεις (συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, πολλαπλή σκλήρυνση, διαβήτης τύπου 1 κ.α.) οι αιτίες είναι συνήθως πολλαπλές και πολύπλοκες.

Το μυστικό της Γης κρύβουν γιγάντιες "φούσκες" στον μανδύα

Το μυστικό της Γης κρύβουν γιγάντιες  φούσκες  στον μανδύα Δύο μυστηριώδεις γιγάντιες «φούσκες» στο εσωτερικό της Γης, η μία κάτω από την Αφρική και η άλλη κάτω από τον Ειρηνικό, κρύβουν στοιχεία-κλειδιά για τον πλανήτη μας.

Αυτές οι «θερμοχημικές στοίβες», όπως είναι η επιστημονική ονομασία τους, έχουν 100 φορές το μέγεθος του Εβερεστ και βρίσκονται 2.900 χιλιόμετρα κάτω από την επιφάνεια, δηλαδή στη μέση της απόστασης μέχρι το κέντρο της Γης.

Οι «φούσκες» αυτές, σύμφωνα με τους επιστήμονες, είναι πανίσχυρες. Δύο φορές που έχασαν την ισορροπία τους οδήγησαν στη μεταβολή των κλιματικών ζωνών των ηπείρων του πλανήτη μας. Επιπλέον οι θερμοχημικές στοίβες έχουν αφήσει τα σημάδια τους στην επιφάνεια της Γης, αφού έχουν προκαλέσει τις μεγάλες εκρήξεις ηφαιστείων στη ιστορία της, όπως μία στην Ινδία πριν από 66 εκατομμύρια χρόνια που σκέπασε με λάβα πάχους δύο χιλιομέτρων μια έκταση όσο η Αλάσκα.

Η κίνηση
Καθώς αυτά τα «τέρατα» στο εσωτερικό της Γης βρίσκονται ακόμα σε κίνηση, οι επιστήμονες αναρωτιούνται: Αποτελούν άραγε μια τεράστια «μηχανή ανακύκλωσης» του φλοιού της Γης; Μήπως περιέχουν τμήματα του φλοιού από την εποχή των δεινοσαύρων, τα οποία στέλνουν ξανά πίσω στην επιφάνεια;
Στη νέα τους έρευνα, επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Αριζόνα και τη Σχολή Εξερεύνησης Γης και Διαστήματος άρχισαν να μελετούν τις δύο τεράστιες αυτές μάζες στην κορυφή του εξωτερικού πυρήνα του πλανήτη και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η σύστασή τους, αν και παραμένει μυστήριο, είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη του υπόλοιπου μανδύα.

Αποτελούνται κατά βάση από πέτρα, η οποία θερμαίνεται τόσο πολύ στο όριο του πυρήνα της Γης, που εν μέρει λιώνει. «Ενώ η προέλευση και η σύσταση των φουσκών είναι προς το παρόν άγνωστες, υποψιαζόμαστε ότι περιέχουν σημαντικά στοιχεία για το πώς σχηματίστηκε η Γη και πώς λειτουργεί σήμερα» εκτίμησε ο Εντουαρντ Γκαρνέρο του Πανεπιστημίου της Αριζόνα, επικεφαλής της έρευνας, η οποία δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Nature Geoscience».

Με τη βοήθεια σεισμικών κυμάτων, των οποίων η ταχύτητα μεταβάλλεται βάσει της σύστασης του υλικού το οποίο διαπερνούν, οι επιστήμονες κατάφεραν να περάσουν τον πλανήτη μας από ένα είδος ακτινογραφίας.

Διαφορετικό υλικό
Αυτό που συμπέραναν είναι ότι οι «φούσκες» δεν είναι απλώς θερμότερες από τον υπόλοιπο μανδύα, αλλά αποτελούνται και από διαφορετικά υλικά, αφού τα σεισμικά κύματα επιβραδύνονταν σημαντικά όταν περνούσαν μέσα από αυτές.

Μάλιστα η σύστασή τους είναι πυκνότερη, κάτι που δείχνει ότι μπορεί να έχουν «καταπιεί» τμήματα προϊστορικού εδάφους. «Καθώς οι θερμοχημικές στοίβες μελετώνται όλο και περισσότερο, ελπίζουμε ότι και άλλοι επιστήμονες θα διερευνήσουν πώς αυτά τα χαρακτηριστικά ταιριάζουν με το μεγάλο παζλ του πλανήτη Γη» ανέφερε ο Γκαρνέρο. Η καλύτερη κατανόησή τους είναι πολύ πιθανό να εξηγήσει τη σεισμική και ηφαιστειακή δραστηριότητα του πλανήτη μας.

Μυστηριώδες σέλας στο μέγεθος της Γης πάνω από βόρειο πόλο του πλανήτη Δία

jΟι επιστήμονες ελπίζουν να ξετυλίξουν τα μυστικά του

Με ένα εντυπωσιακό φαινόμενο υποδέχτηκε ο πλανήτης Δίας την αποστολή Juno. Την ώρα που το σκάφος της αποστολής εισερχόταν στο μαγνητικό πεδίο του γίγαντα αερίων στο βόρειο πόλο του πλανήτη εξελισσόταν ένα εντυπωσιακό σέλας.

Το φαινόμενο παρατήρησαν και κατέγραψαν με το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Λέστερ. «Μοιάζει σαν ο Δίας να ξεκίνησε ένα πάρτυ με πυροτεχνήματα για την άφιξη του Juno» αναφέρει ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας Τζόναθαν Νίκολς.
jupiter1

H αποστολή
Το σκάφος Juno (Ήρα) της αμερικανικής NASA πλησιάζει, μετά από πενταετές ταξίδι, στο τέρμα της αποστολής του, στον μυστηριώδη αέριο γίγαντα Δία. Το «ραντεβού» με τον μεγαλύτερο πλανήτη του ηλιακού συστήματος προγραμματίζεται για τις 4 Ιουλίου και ο ενθουσιασμός στους επιστήμονες κορυφώνεται με την ελπίδα πως ο Δίας θα αποκαλύψει κάποια από τα μυστικά του.

Η φιλόδοξη και πανάκριβη αποστολή, κόστους 1,1 δισ. δολαρίων, θα μελετήσει εκτενώς τη δομή και σύνθεση του πλανήτη. Αντίθετα με προηγούμενες πυρηνοκίνητες αποστολές, το Juno, το οποίο κατασκευάσθηκε από την εταιρεία Lockheed Martin Space Systems, κινείται με ηλιακή ενέργεια, καθώς διαθέτει τρία τεράστια ηλιακά πάνελ, πράγμα που του προσδίδει μέγεθος όσο ένα γήπεδο μπάσκετ.

Το σκάφος, που εκτοξεύθηκε τον Αύγουστο του 2011, αναμένεται να τεθεί σε τροχιά γύρω από τον Δία την 4η Ιουλίου. Στη συνέχεια, προγραμματίζεται να κάνει 37 κοντινά «περάσματα» για να μελετήσει την ατμόσφαιρα, την μαγνητόσφαιρα και το βαρυτικό πεδίο του πλανήτη.


Παρασκευή 1 Ιουλίου 2016

ΑΡΧΑΪΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΒΑΚΧΥΛΙΔΗΣ - •Ἐπίνικος V - ‹Τῷ αὐτῷ (= Ἱέρωνι) κέλητι Ὀλύμπια› (5.81-5.120)


μὴ ταΰσιον προΐει [στρ. γ]
τραχὺν ἐκ χειρῶν ὀϊστὸν
ψυχαῖσιν ἔπι φθιμένων·
οὔ τοι δέος.» ὣς φάτο· θάμβησεν δ᾽ ἄναξ
85 Ἀμφιτρυωνιάδας,
εἶπέν τε· «τίς ἀθανάτων
ἢ βροτῶν τοιοῦτον ἔρνος
θρέψεν ἐν ποίᾳ χθονί;
τίς δ᾽ ἔκτανεν; ἦ τάχα καλλίζωνος Ἥρα
90κεῖνον ἐφ᾽ ἁμετέρᾳ
πέμψει κεφαλᾷ· τὰ δέ που
Παλλάδι ξανθᾷ μέλει.»
τὸν δὲ προσέφα Μελέαγρος
δακρυώεις· «χαλεπὸν
95θεῶν παρατρέψαι νώον

ἄνδρεσσιν ἐπιχθονίοις. [αντ. γ.]
καὶ γὰρ ἂν πλάξιππος Οἰνεὺς
παῦσεν καλυκοστεφάνου
σεμνᾶς χώλον Ἀρτέμιδος λευκωλένου
100 λισσώμενος πολέων
τ᾽ αἰγῶν θυσίαισι πατὴρ
καὶ βοῶν φοινικονώτων·
ἀλλ᾽ ἀνίκατον θεὰ
ἔσχεν χώλον· εὐρυβίαν δ᾽ ἔσσευε κούρα
105κάπρον ἀναιδομάχαν
ἐς καλλίχορον Καλυδῶ-
ν᾽, ἔνθα πλημύρων σθένει
ὄρχους ἐπέκειρεν ὀδώντι,
σφάζε τε μῆλα, βροτῶν
110θ᾽ ὅστις εἰσάνταν μώλοι.

τῷ δὲ στυγερὰν δῆριν Ἑλλάνων ἄριστοι [επωδ. γ]
στασάμεθ᾽ ἐνδυκέως
ἓξ ἄματα συνεχέως· ἐπεὶ δὲ δαίμων
κάρτος Αἰτωλοῖς ὄρεξεν,
115 θάπτομεν οὓς κατέπεφνεν
σῦς ἐριβρύχας ἐπαΐσσων βίᾳ,
Ἀ[γκ]αῖον ἐμῶν τ᾽ Ἀγέλαον
φ[έρτ]ατον κεδνῶν ἀδελφεῶν
οὓς τέ]κεν ἐν μεγάροις
120. . . . .]ς Ἀλθαία περικλειτοῖσιν Οἰνέος·
***
Το χέρι σου [στρ. γ]στα κούφια, σε νεκρών ψυχές, βέλος τραχύ ας μη ρίχνει·φόβος κανείς.» Έτσι είπε ο ίσκιος.Και τότε ο Αμφιτρυωνιάδης,με θάμπωμα στο νου, ρωτά:«Σαν ποιός απ᾽ τους αθάνατους ή απ᾽ τους θνητούς εσένα,τέτοιο βλαστάρι, σ᾽ έθρεψε; ποιά χώρα;και ποιός σε σκότωσε; για πες·και στη δική μου σίγουρα90την κεφαλή η καλλίζωνηΉρα θα στείλει το φονιά·αλλά για τούτα γνοιάζεται, θαρρώ, η ξανθή Παλλάδα.»Και δάκρυσε ο Μελέαγρος κι έτσι είπε: «Δύσκολο είναισ᾽ έναν επίγειον άνθρωπο του αθάνατου θεούτη γνώμη να λυγίσει·
της Άρτεμης, [αντ. γ.]θεάς ανθοστεφάνωτης, χιονόκορφης, σεβάσμιας,αλλιώς, η οργή θα σταματούσεμε τόσες δέησες και θυσίες100γιδιών και κόκκινων βοδιών,που ο αλογάρης πρόσφερνε πατέρας μου, ο Οινέας·μα αλύγιστο ήταν της θεάς το πείσμα·κάπρο με δύναμη φριχτή,κάπρο στη μάχη αδίσταχτοξαπόστειλε η παρθένα θεάστης Καλυδώνας τους πλατιούςτους κάμπους· με μια δύναμη, που ξεχειλούσε, ορμώνταςτ᾽ αγρίμι ρήμαζε αμπελιών αράδες με το δόντι,ξολόθρευε και πρόβατα κι ανθρώπους, αν κανείς110του λάχαινε στο δρόμο.
Με τον κάπρο πολεμήσαμε τα πρώτα [επωδ. γ]της Ελλάδας παλικάρια για έξι μέρεςμ᾽ άγριο πείσμα· κι όταν πιαοι Αιτωλοί, με θεία βοήθεια, είδαν τη νίκη,θάβαμε όσους του άγριου ζώου,του βροντόφωνου, ξολόθρεψε η ορμή,τον Αγκαίο και τον Αγέλαο· τούτος ήτανπιο ακριβός για μένα απ᾽ όλα μου τ᾽ αδέρφια,τ᾽ άξια αδέρφια μου, που η μάνα μου η Αλθαία120είχε κάμει μες στου Οινέα το ξακουστότο παλάτι.

Θεωρίες γνώσης στα κύρια ρεύματα της προχριστιανικής ελληνιστικής φιλοσοφίας

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
 
Η αναζήτηση της γνώσης ήγουν της έγκυρης αληθούς πίστης[1] υπήρξε εξαρχής το βασικό κίνητρο για την ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψης. Στα ελληνιστικά χρόνια (300π.Χ- 300μ.Χ) τα τρία κυρίαρχα φιλοσοφικά ρεύματα, ο επικουρισμός, ο στωικισμός και ο σκεπτικισμός, αναπτύσσουν διαφορετικές θέσεις όσον αφορά το περιεχόμενο, τα όρια, τις προϋποθέσεις, τη μέθοδο και τα μέσα απόκτησης γνώσης.
 
Τα δύο πρώτα εξ' αυτών, ο Κήπος και η Στοά, αντιμετωπίζουν θετικά το ενδεχόμενο απόκτησης ασφαλούς γνώσης για τα πράγματα του κόσμου αυτού - και όχι μόνον - σε αντίθεση με το τρίτο, τη Σκέψη, που κινείται από την αμφιβολία ως την απόλυτη άρνηση. Σε κάθε περίπτωση καθοριστικός είναι ο ρόλος που αποδίδεται στις αισθήσεις και στο ανθρώπινο λογικό, ως κατεξοχήν γνωστικά εργαλεία. Ακόμη, οι τρεις ανωτέρω φιλοσοφικές κατευθύνσεις συγκλίνουν ως προς τη θέση τους για τη σκοπιμότητά της γνώσης, η οποία είναι πρακτική, αφού προσβλέπει στην επίτευξη της ψυχικής ηρεμίας, και εν γένει ως προς το χαρακτήρα της φιλοσοφικής τους σκέψης, που είναι ευδαιμονικός, καθώς αποσκοπεί στην ατομική ευδαιμονία των ανθρώπων.
 
Στα συμπεράσματα αυτά θα καταλήξουμε με την ολοκλήρωση της παρούσας μελέτης, αντικείμενο της οποίας είναι οι γνωστικές θεωρίες των τριών προαναφερθεισών φιλοσοφικών σχολών. Στο επίκεντρο αυτής τίθενται θέματα όπως το ενδεχόμενο απόκτησης γνώσης και τα ερείσματα της (θετικής ή αρνητικής) σχετικής θέσης, τα μέσα, τα όρια και οι προϋποθέσεις απόκτησης γνώσης, τα γνωστικά αντικείμενα, τα θεωρούμενα ως κριτήρια βεβαιότητας και βέβαια η σκοπιμότητα στην προσέγγιση της αλήθειας.
 
 
Ι. ΑΙΣΘΗΣΗ
 
Η απάντηση που δίνουν οι κυριότερες σχολές της ελληνιστικής φιλοσοφίας στο ερώτημα αν και κατά πόσο ο άνθρωπος μπορεί η δε μπορεί να γνωρίσει τον κόσμο γύρω του, σχετίζεται πρωτίστως με την αναγνώριση της αξίας των αισθήσεων, αφού τόσο εκείνοι που είναι θετικοί στην προοπτική απόκτησης γνώσης, επικούρειοι και στωικοί, όσο και οι αρνητικοί σε αυτή, σκεπτικοί, στηρίζονται πρωτίστως στην αξία της συμβολής των αισθήσεων.
 
Ο Επίκουρος στο ερώτημα σχετικά με την αφετηρία της σκέψης και της διανοητικής δυνατότητας στον άνθρωπο υποστήριξε μια μέση θέση μεταξύ της νοησιοκρατίας και της αισθησιοκρατίας. Το Κανονικό, που περιλαμβάνει τα κύρια περί γνώσεως δόγματα του επικούρειου φιλοσοφικού συστήματος, έχει ως καθοριστικούς παράγοντες τις αισθήσεις και τα πάθη. Δεδομένου ότι το σύμπαν αποτελείται, κατά την δημοκρίτεια θεωρία, από άτομα, εννοείται ότι κάθε μέρος του έχει συγκεκριμένες ιδιότητες, όπως το σχήμα, το βάρος και το μέγεθος, οι οποίες προσλαμβάνονται από τα αισθητήρια όργανα[2]. Συνεπώς, ως αίσθηση ορίζεται ακριβώς η ικανότητα των αισθητηρίων οργάνων να προσλαμβάνουν με τη μέγιστη δυνατή ενάργεια τα «είδωλα» των εξωτερικών αντικειμένων και τις ιδιότητές τους και οδηγεί στη δημιουργία δευτερογενών ιδιοτήτων και άρα ο ρόλος της είναι βασικός στην λειτουργία της μάθησης, γιατί κάθε λογική πρόταση εξαρτάται και προσδιορίζεται από τις αισθήσεις. Επομένως, οι αισθήσεις, μαζί με το πάθος, το κατεξοχήν αίσθημα κάθε ζωντανού οργανισμού[3], συνιστούν το συνδετικό κρίκο μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου, ήτοι της φύσης και του ανθρώπου. Η εξωτερική πραγματικότητα οδηγεί στη δημιουργία αντίστοιχων μνημονικών παραστάσεων, ώστε ως κριτήρια της αλήθειας δε λειτουργούν μόνον οι αισθήσεις, αλλά επίσης τα συναισθήματα και οι έννοιες που δημιουργούνται[4]. Η αμεσότητα, με την οποία προσφέρουν οι αισθήσεις την πραγματικότητα μέσα από την πρόκληση ηδονής ή πόνου στον άνθρωπο[5], συνεπάγεται την επαλήθευση της δόξας και συνιστά εχέγγυο της αλήθειας. Αν ο άνθρωπος πέφτει σε πλάνη, αυτό, σύμφωνα με τη θεωρία των Επικούρειων, δεν οφείλεται στις αισθήσεις, αλλά στη λαθεμένη κρίση του[6]. Έτσι, αντίθετα με τον ορθολογισμό του Δημόκριτου, ο Επίκουρος παρουσιάζει τις αισθήσεις ως θεμελιωδώς αξιόπιστες[7].
 
Η μελέτη της λειτουργίας της αισθήσεως για τους Στωικούς συνδέεται επίσης με τη μελέτη των σωματικών μερών του σύμπαντος, εκείνων δηλαδή που έχουν αντικειμενική υπόσταση και δη τρεις διαστάσεις. Η γνώση των σωματικών προϋποθέτει τη διερεύνηση του τρόπου αντίληψης των πραγμάτων από τον ανθρώπινο νου. Σύμφωνα, δηλαδή, με τους Στωικούς ο άνθρωπος πρωτοέρχεται σε επαφή με τον κόσμο και άρα σταδιακά οδηγείται στη γνώση του, μέσω των αισθήσεων · μάλιστα η συνεισφορά των αισθήσεων στη γνωστική διαδικασία είναι τόσο σημαντική, ώστε να θεωρείται αδύνατη η απόκτηση γνώσης και κάθε νοητικής διαδικασίας άνευ της αισθητικής εμπειρίας και εν γένει των αισθήσεων.
 
Ο όρος αίσθησις χρησιμοποιούμενος από τους Στωικούς προσέλαβε διάφορες αποχρώσεις. Με την έννοια αυτή υποδηλώνονται άλλοτε τα αισθητήρια όργανα, άλλοτε η ενέργεια των αισθητηρίων οργάνων, άλλοτε η κατάληψις των εννοιών μέσω των αισθητηρίων οργάνων και άλλοτε, πάλι, το πνεύμα, το οποίο διοχετεύεται από το ήγεμονικόν στις αισθήσεις[8]. Το ήγεμονικόν μέρος της ψυχής είναι, κατά τους Στωικούς, υλοζωικού χαρακτήρα και κυρίαρχο και στις αισθήσεις και στη διάνοια[9]. Το μέρος αυτό είναι ειδικά προορισμένο και διαμορφωμένο έτσι, ώστε να είναι δεκτικό στην καταγραφή εμπειριών, εννοιών και γενικά πληροφοριών προερχόμενων από τον έξω κόσμο, είναι δηλαδή κάτι σαν χαρτί κενό, κατάλληλο για γραφή - το αριστοτελικό tabula rasa. To ήγεμονικόν είναι η έκφραση, που προλαμβάνει στα έλλογα πλάσματα το πνεύμα, η κίνηση που εκδηλώνεται άλλοτε προς τα μέσα δηλαδή προς το κέντρο και άλλοτε προς τα έξω δηλαδή προς την επιφάνεια και που προσφέρει συνοχή και ζωτικότητα στο κάθε ον. Το πνεύμα - επίσης φυσικόν ήτοι υλικό στη σύστασή του και συγκεκριμένα προϊόν της μείξης του αέρα με τη φωτιά -είναι η κίνηση δηλαδή, που εκδηλώνεται από το ήγεμονικόν με προορισμό τα αισθητήρια όργανα και έπειτα επιστρέφει πάλι στην πηγή του ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία, από τα αισθητήρια όργανα μέσω των νευρώνων με προορισμό το νου[10]. Στην εξωτερική του κίνηση προσδίδει στα πράγματα τις ιδιότητές τους, ενώ στην εσωτερική τα καθιστά ενοποιημένα αντικείμενα[11]. Η συμβολή του πνεύματος, επομένως, είναι καθοριστική, γιατί επιτρέπει στην αίσθησι να συνιστά ενέργεια. Οι αισθήσεις είναι διακριτές από τα αντίστοιχα όργανα ως δυνάμεις, αλλά η λειτουργία τους είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ύπαρξη και λειτουργία αυτών[12]. Οι αισθήσεις αποτελούν παραφυάδες , που απλώνονται από το ήγεμονικόν μέρος της ψυχής στα αντίστοιχα όργανα[13] μεταφέροντας τις πληροφορίες και με μια ορισμένη -αλλά όχι προδιαγεγραμμένη - διαδικασία, στο νου, ώστε εγείρουν μια δραστηριότητα[14] που τελικά οδηγεί στην συγκρότηση γνώσης[15]. Γι' αυτό και υπάρχει κάποιες φορές ταύτιση του όρου αίσθησις με την κατάληψι, γιατί για τους Στωικούς η αίσθηση και οι αισθήσεις συνιστούν βασικότατο μέσο, που ενεργοποιεί τις γνωστικές διαδικασίες και τελικά οδηγεί στη γνώση.
 
Οι σκεπτικοί, Ακαδημαϊκοί και Πυρρωνιστές , αντίθετα, στηρίζονται πάλι στις αισθήσεις, για να υποστηρίξουν όμως το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή δεν υπάρχει καμία προοπτική ασφαλούς γνώσης και η αιτία της κατάστασης αυτής είναι οι αισθήσεις. Για τους Ακαδημεικούς σκεπτικιστές η αλήθεια δε μπορεί να βασιστεί στις αισθήσεις, καθότι αυτές είναι απατηλές. Συγκεκριμένα, ο Αρκεσίλαος, εισηγητής του ακαδημαϊκού σκεπτικισμού[16], ακολουθώντας τον πλατωνικό δυισμό[17], υποστήριξε ότι οι αισθήσεις, στις οποίες έδωσαν τόσο μεγάλη σημασία τόσο οι Επικούρειοι, όσο και οι Στωικοί, δεν είναι ικανές να αποκαλύψουν την ουσία των πραγμάτων, ώστε τελικά τα αισθητήρια όργανα προσφέρουν μια στρεβλή ή πάντως απατηλή εικόνα των πραγμάτων .
 
 
II. ΓΝΩΣΗ
 
Η σημασία που αποδίδουν οι φιλόσοφοι των τριών κυριότερων φιλοσοφικών σχολών των ελληνιστικών χρόνων στην αξία των αισθήσεων συνδέεται με τη θέση τους για τη δυνατότητα απόκτησης γνώσης. Έτσι, Επικούρειοι και Στωικοί που αξιοποιούν τις αισθήσεις, αποδεικνύονται θετικοί στην προοπτική της γνώσης, ενώ αντίθετα οι σκεπτικιστές την απορρίπτουν.
 
Για τους Επικούρειους η αίσθηση είναι μόνο ένα από τα κριτήρια γνώσης, καθώς αντίστοιχο ρόλο επέχουν η πρόληψις, η υπόληψις και οι φανταστικαί επιβολαί. Ο σχηματισμός μιας μνήμης τον πολλάκις έξωθεν φανέντος οδηγεί στη συγκρότηση προλήψεων, η επανάληψη των οποίων σχηματίζει συνδυασμούς πάνω στα εσωτερικά στοιχεία και έτσι δημιουργεί υπολήψεις. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ο άνθρωπος αποκτά ενημερωτικές θεωρήσεις της πραγματικότητας, ήτοι φανταστικάς έπιβολάς, και φτάνει τελικά στην αληθινή ουσία των όντων . Επομένως, η γνώση, σύμφωνα με τους επικούρειους εξαρτάται βασικά από την αντίληψη[18]. Έτσι, ο άνθρωπος κατά τους επικούρειους είναι σε θέση, με βάση τα δεδομένα των αισθήσεων, να γνωρίσει τον κόσμο μέσω των αισθήσεών του, που είναι θεμελιωδώς αξιόπιστες[19]. Μπορεί να γνωρίσει το σύμπαν, τον κόσμο, αποτελούμενο από άτομα και κενό[20], αλλά και οντότητες, που δεν ανήκουν στο κόσμο αυτό, όπως είναι οι ζώντες στο μετακόσμιο θεοί[21].
 
Η θεωρία των Στωικών για τη γνωστική δυνατότητα του ανθρώπου είναι επίσης θετική[22] και αυτή η θέση εδράζεται στην αντίληψη, ότι μια καθολική επιστημονική γνώση είναι δυνατή[23], λόγω του ότι πραγματικά είναι μόνο τα εμπειρικά[24] και ότι ο άνθρωπος μετέχει της πρώτης αρχής και ουσίας του κόσμου, της ανώτατης αρχής, η οποία διέπει και καθορίζει τα πάντα , του Λόγου. Αυτός δομεί και διέπει όλο τον κόσμο[25] και μπορεί να γίνει γνωστός στον άνθρωπο (οίκείωσις)[26], γιατί - αντίθετα με τα άλλα ζώα μόνο εκείνος - έχει προικιστεί με αυτόν[27] και διαθέτει έμφυτες προϋποθέσεις, τον έν ήμϊν λόγο[28]. Το ανθρώπινο λογικό, που συνιστά τμήμα του συμπαντικού λόγου , εισκρίνεται ακριβώς για να οδηγήσει στη γνώση , αναπτύσσεται σταδιακά και ολοκληρώνεται με την ενηλικίωση του ατόμου. Με τη δύναμη του λογικού, ο άνθρωπος μπορεί να αντιληφθεί τον εαυτό του ως μέρος του σύμπαντος και δη ως έναν μικρόκοσμο[29] και να ζήσει σε συμφωνία με το λόγο ήτοι τη φύση του[30].
 
Η γνωστική ικανότητα του ανθρώπου αποδίδεται από τους Στωικούς σε ορισμένες φυσικές και έμφυτες έννοιες, τις προλήψεις[31], στις οποίες συνίσταται ο κανόνας της αλήθειας[32]. Η πρόσληψη και σημασιοδότηση των όποιων έξωθεν πληροφοριών γίνεται (με συγκεκριμένους τρόπους, παραδείγματος χάριν κατά περίπτωσιν, καθ' ομοιότητα, κατ’ αναλογίαν, κατά σύνθεσιν, και ούτω καθεξής)[33]. Οι έννοιες σχηματίζονται με την ενεργό συμμετοχή του ηγεμονικού στη γνωστική διαδικασία[34], καθώς προϋποτίθεται επιμέλεια και διδασκαλία. Η τύπωσις οδηγεί στη συγκρότηση της φαντασίας, μιας επίγνωσης της αλήθειας, που έρχεται σαν φως στην ψυχή[35]. Αν υπάρξει ένας ικανός αριθμός φαντασιών, συντελείται η καταληπτική φαντασία, μια έννοια, που λειτουργεί ως κριτήριο διάγνωσης της αλήθειας[36], καθώς σχετίζεται με την ένταση και τη ζωντάνια της εικόνας, που μεταφέρουν οι αισθήσεις, διαχωρίζοντας, έτσι, τις αληθείς από τις ψευδείς . Όταν το ηγεμονικό παρέχει υπόσταση στις καταληπτικές φαντασίες, ουσιαστικά προσφέρει συγκατάθεση, μια προϋπόθεση για την εγγύηση της αλήθειας του πράγματος.
 
Έτσι, Επικούρειοι και Στωικοί υποστηρίζουν ότι με αφετηρία τις αισθήσεις και την ανάπτυξη της ανθρώπινης διάνοιας είναι δυνατή η γνώση των πάντων. Στον αντίποδά τους βρίσκονται οι σκεπτικοί, οι φιλόσοφοι, που απορρίπτουν κάθε δυνατότητας ασφαλούς γνώσης και αντιμετωπίζουν τα πάντα με διστακτικότητα[37] και διάθεση αμφισβήτησης[38]. Οι Σκεπτικοί των ελληνιστικών χρόνων διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, τους Ακαδημαϊκούς και τους Πυρρωνιστές[39]. Οι πρώτοι ή άλλως οι "εφεκτικοί" στηρίχτηκαν στην πλατωνική αντιμετώπιση του εμπειρικού κόσμου πάνω στην οποία δομούν τη θέση τους. Σύμφωνα με αυτή δεν υπάρχουν τεκμήρια, που να θεμελιώνουν την εγκυρότητα της γνώσης και άρα, κατ' επέκταση, δεν έχει νόημα η αναζήτηση της αλήθειας. Αλλά κι οι θεωρητικοί συλλογισμοί, τους οποίους αποπειράται ο άνθρωπος, δε μπορούν να εξασφαλίσουν κάποια ασφαλή κριτήρια επαλήθευσης της δόξας, και άρα να οδηγούν σε γνώση[40]. Το αποτέλεσμα είναι να υπάρχει μια αναπόφευκτη και αδιέξοδη σύγχυση του αληθινού και του απατηλού. Έτσι, οι σκεπτικοί καταλήγουν στο ίδιο σημείο, όπου είχε αφήσει ο Σωκράτης το φιλοσοφικό στοχασμό, ότι δηλαδή η μόνη γνώση, που είναι ενδεχομένως δυνατή στον άνθρωπο, είναι η αδυναμία επιβεβαίωσης του αληθούς οποιασδήποτε γνώσης[41].
 
Η άλλη κατεύθυνση του ελληνιστικού Σκεπτικισμού[42], εκείνη του Πύρρωνος[43], ακολουθεί επίσης τη θεωρία του Σωκράτη για τη γνώση. Σε αντίθεση όμως με αυτόν οδηγείται σε έναν θεωρητικό μηδενισμό[44] υποστηρίζοντας ότι, όχι μόνο δε μπορεί να βρεθεί η αλήθεια ή να οριστεί ένα κριτήριο εγκυρότητάς της, κάτι που θα άνοιγε το δρόμο για τη γνώση, αλλά - μάλλον περισσότερο κατά το παράδειγμα των σοφιστών[45] - κάθε θέση είναι αμφισβητήσιμη και ανατρέψιμη. Συνεπώς η προβολή της ως αληθούς ή ψευδούς είναι θέμα παρουσίασής της[46]. Παράλληλα, όμως, απορρίπτουν το ενδεχόμενο να στηριχτεί μια αλήθεια στο λόγο, γιατί αυτός μπορεί να συγκροτήσει αποδείξεις με βάση προκείμενες που είναι μη - αποδείξιμες[47]. Οι σκέψεις του ανθρώπινου νου είναι αβάσιμες και η δυνατότητά του να γνωρίσει την αλήθεια μέσω αυτών ανύπαρκτη[48].
 
Η στάση των ακαδημαϊκών σκεπτικών της ελληνιστικής περιόδου απέναντι στην προοπτική απόκτησης κάποιας γνώσης φαίνεται να μετριάζεται κατά τη μέση φάση της , όταν τα ηνία της σχολής ανέλαβαν ο Αρκεσίλαος και ο Καρνεάδης . Ο Καρνεάδης φαίνεται ότι υποστήριζε πώς, αν και δεν είναι δυνατή η γνώση της αλήθειας, όμως είναι δυνατή η διατύπωση κρίσεων πιθανών ή έστω αληθοφανών[49]. Η πιθανότητα γνώσης των αντικειμένων διαθέτει κατ' αυτόν τρία επίπεδά, ήτοι κλιμακώνεται σε φαντασίαν πιθανήν, απερίσπαστον, όταν είναι συνεπής προς τις λοιπές εντυπώσεις που μοιάζουν αληθινές, ώστε να μην αναιρείται, και σε διεξωδευμένη, όταν έχουν προσεκτικά ελεγχθεί οι συνθήκες κάτω από τις οποίες σχηματίστηκε η κρίση[50]. Οι δέκα τρόποι του Αινησίδημου, από τη νέα φάση της σχολής, δεν ήταν παρά ακριβώς η επισήμανση μερικών διαφορών, που επηρεάζουν την κρίση και δυσχεραίνουν τη βέβαιη περί του περιβάλλοντος γνώση, όπως για παράδειγμα η λειτουργία των αισθητηρίων οργάνων, η συχνότητα της παρατήρησης, η θέση / απόσταση, η σχετικότητα, η διαφορά ηθών και εθίμων, και άλλες συναφείς διαφοροποιές της αντιλήψεως παράμετροι[51]. Και ακόμη, ο Σέξτος ο Εμπειρικός[52] υποστήριζε ότι κάθε άνθρωπος βρίσκεται πάντοτε σε μια κατάσταση, κατά την οποία δε μπορεί να λειτουργήσει ως αντικειμενικός παρατηρητής, ώστε όλοι είναι, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, μεροληπτικοί[53]. Επομένως, κάθε θέση είναι αμφισβητήσιμη, ενώ ελάχιστα έως μηδαμινά είναι εκείνα που μπορούν να γίνουν γνωστά με βεβαιότητα[54].
 
 
ΙΙΙ. ΕΠΙΣΤΗΜΗ
 
Στην ανώτερη γνωστική βαθμίδα βρίσκεται η επιστήμη, η απόλυτη και ασφαλής γνώση. Εννοείται ότι για όσους φιλοσόφους αντιμετωπίζουν θετικά τη δυνατότητα απόκτησης γνώσης, προβλέπεται μια συγκεκριμένη - διαφορετική ανά σχολή - οδός προς αυτή την κατεύθυνση, ενώ για όσους είναι αρνητικά διακείμενοι απορρίπτεται συλλήβδην κάθε παρόμοια περίπτωση.
 
Οι Επικούρειοι εντάσσουν, όπως προαναφέρθηκε, τις γνωσιολογικές θέσεις τους στο κανονικόν μέρος της φιλοσοφίας τους και σύμφωνα με αυτό η γνώση ξεκινάει από τις αισθήσεις και κορυφώνεται με τις φανταστικές επιβολές, ενημερωτικές δηλαδή θεωρήσεις της πραγματικότητας, που αποκαλύπτουν την αληθινή ουσία των όντων. Οι σημερινές νοούμενες ως επιστήμες, οι θετικές, όπως τα μαθηματικά και η φυσική, δε συνεισφέρουν ουσιαστικά σε αυτό, καθότι τα πρώτα δεν ανταποκρίνονται  στην  πραγματικότητα,   ενώ  η   δεύτερη   βοηθά  μόνο στην αντιμετώπιση του φόβου για το θάνατο και τη δράση των θεών[55]. Αυτό που ένας σκεπτόμενος άνθρωπος, ήτοι ένας φιλόσοφος, μπορεί και οφείλει να κάνει για να οδηγηθεί στην ανώτερη γνωστική κατάσταση είναι να αποστασιοποιείται από προλήψεις και δοξασίες και γενικώς να διατηρεί μια διαφορετική από εκείνη του απλού κόσμου αντίληψη για τα πράγματα.
 
Η επιστήμη είναι και για τους Στωικούς το ανώτερο δυνατό γνωστικό επίπεδο στο οποίο μπορεί να οδηγηθεί ο ανθρώπινος νους. Για την ακρίβεια το ανώτερο γνωστικό επίπεδο στο οποίο μπορεί να φτάσει, κατά τους στωικούς, ένας απλός νους είναι η δημιουργία καταλήψεων, που προκύπτει από τη συγκατάθεση μεταξύ δόξας και αντικειμενικής πραγματικότητας συγκροτεί καταλήψεις. Αντίθετα, η μετάβαση από την κατάληψη στην επιστήμη θεωρείται δυνατή μόνο για έναν σοφό[56], γιατί μόνο αυτός μπορεί να διατηρήσει ασφαλή μια μνήμη, να διακρίνει ποιες είναι οι αξιόπιστες εντυπώσεις[57], να επιβεβαιώσει τη γνώση και να της προσδώσει διάρκεια με το λόγο[58]. Έτσι η ψυχή οδηγείται σταδιακά στην τύπωση εννοημάτων, στη δημιουργία αναμνήσεων και εμπειριών, στην αναγνώριση ορισμένων εξ αυτών ως αντικειμενικών, στη συγκατάθεση μεταξύ δόξης και αληθούς γνώσης[59]. Επομένως, η επιστήμη, η επιστημονική γνώση[60], και σε αυτή την περίπτωση συνδέεται με την απομάκρυνση από το επίπεδο της δόξας και με την προσέγγιση της αληθινής σοφίας .
 
Οι Σκεπτικοί, όπως παρουσιάστηκε παραπάνω, υπεραμύνθηκαν της αδυναμίας απόκτησης γνώσης μέσω των αισθήσεων[61] (άκαταληψία)18 ή του λόγου και γενικότερα της αδυναμίας ασφαλούς γνώσης για οτιδήποτε, επομένως συνεπάγεται ότι τοποθετήθηκαν αρνητικά και στην προοπτική συγκρότησης επιστήμης. Αντίθετα, η δέουσα στάση ενός φιλοσόφου ενώπιον αυτού του γνωστικού αδιεξόδου (άπορία)19 είναι η αποφυγή από κάθε απόφανση (εποχή) , η άφασία , η πλήρη άρνηση χρήσης της γλώσσας ως μέσου για τη σύνθεση μιας εικόνας προκειμένου να αποδοθεί η πραγματικότητα[62] και φυσικά η παραίτηση από κάθε προσδοκία γνώσης και η ουδετερότητα (άρρεψία)[63].
 
 
ΤΟ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
 
Ανάμεσα στις τρεις κυριότερες φιλοσοφικές σχολές των ελληνιστικών χρόνων, τους Επικούρειους, τους Στωικούς και τους Σκεπτικούς, οι δύο πρώτες υποστηρίζουν ότι είναι δυνατό ο άνθρωπος να οδηγηθεί με μια ορισμένη - διαφορετική κάθε φορά, ανάλογα με τις ειδικότερες εκφάνσεις της γνωσιοθεωρίας τους - διαδικασία στη γνώση, την αληθή δηλαδή και ασφαλή δόξα, αρχής γενομένης των δεδομένων, που προσπορίζουν οι αισθήσεις, όπως επίσης και να συγκροτήσει επιστήμη - αν και η δυνατότητα αυτή προσφέρεται περισσότερο στο σοφό, και όχι στο μέσο νου. Αντίθετα, ο σκεπτικισμός αναπτύσσει μια δυναμική επιχειρηματολογία, που κατατείνει στην έλλειψη εχέγγυων για την αλήθεια.
 
Η επικούρεια γνωσιοθεωρία παρέχει προτεραιότητα στις αισθήσεις, τάσσεται, επομένως, υπέρ του εμπειρισμού και ειδικά της αισθησιοκρατίας, την οποία υποστήριξε μια πληθώρα νεότερων φιλοσόφων, όπως ο Condillac, που κατέληξε πως όλες οι ψυχικές λειτουργίες είναι μετασχηματισμένα αισθήματα, ενώ ο Hegel πρόβαλε τη θέση ότι η ύλη είναι το πρωταρχικό και το πνεύμα το παράγωγό της . Οι Στωικοί, πάλι, ακολουθώντας περισσότερο τον Αριστοτέλη στη θέση ότι το ηγεμονικό είναι μέρος της ψυχής κατάλληλο για γραφή, τάσσονται υπέρ του εμπειρισμού, όπως θα κάνει πολύ αργότερα και ο Λοκ, ο οποίος συμφώνησε ότι η ψυχή είναι ένα άγραφο χαρτί πάνω στο οποίο αποτυπώνονται σταδιακά οι εντυπώσεις που αποκτούνται με τις αισθήσεις[64]. Ο στωικός εμπειρισμός, βεβαια, μετριάζεται από την παραδοχή της μεταγενέστερης ανάπτυξης της λογικής, θέση, που τους φέρνει κοντά στο αντίπαλο δέος, στη νοησιοκρατία, την οποία ανέπτυξαν πιο πρόσφατα ο Descartes, ο Spinoza, ο Kant και πληθώρα άλλων φιλοσόφων .
 
Η συνεχόμενη αναβάθμιση των γνώσεων του ανθρώπου σε πληθώρα αντικειμένων και η διαρκώς προώθηση της εμβάθυνσης σε αυτά ίσως προσφέρει μια κάποια ερμηνεία για την μακροβιότητα του σκεπτικισμού και την πολυμορφία των επιχειρημάτων, που κατά καιρούς επιστρατεύτηκαν · ο Hume υποστήριζε ότι η πραγματικότητα συγκροτεί αισθητηριακές και μνημονικές εντυπώσεις, αλλά δεν αρκεί για τη θεμελίωση της όποιας πεποίθησης για την ύπαρξη κάποιων σταθερών φυσικών αντικειμένων, ώστε η προοπτική αυτή υπερβαίνει τις διανοητικές ικανότητες του ανθρώπου[65], όπως επίσης και ο Descartes επιχείρησε την ασφαλή θεμελίωση της γνώσης πάνω σε ένα συστηματικό σκεπτικισμό[66].
 
Η σχέση μεταξύ αισθήσεων και γνώσεως συνέχισε να διχάζει τους φιλοσόφους, από τους οποίους άλλοι τάχθηκαν υπέρ της "ρεαλιστικής'' θεωρίας, σύμφωνα με την οποία οι πρώτες πληροφορούν άμεσα και αντικειμενικά για τον εξωτερικό κόσμο, και άλλοι υπέρ της "αναπαραστατικής", που υποστηρίζει μια σαφή απόσταση ανάμεσα στην αντιληπτική πράξη και την εξωτερική πραγματικότητα. Τις δυο αυτές θεωρίες επιχειρεί να συγκεράσει η "οργανισμική", που προβάλλει δύο μορφές επικοινωνίες με τον έξω κόσμο, μια πρωτογενή, την αιτιώδη αποτελεσματικότητα, και μια δευτερογενή, την παραστατική αμεσότητα, οι οποίες κατόπιν συνδυάζονται κατά τη σύλληψη της πραγματικότητας σε μια μικτή αντιληπτική μορφή, τη συμβολική αναφορά. Κατά τ' άλλα και η "αιτιώδης" θεωρία διατείνεται ότι δε μπορεί να υπάρξει άμεση αντίληψη του φυσικού κόσμου, γιατί η γνώση ξεκινάει από την αισθητηριακή αναπαράσταση των αντικειμένων και οδηγεί στην κατ' αίσθηση αντίληψη, που ποικίλλει ανάλογα με τις διανοητικές δυνατότητες και δραστηριότητες του κάθε νου. Επίσης, και η θεωρία της "αντιληπτικής σχετικότητας", με τη σειρά της αναγνωρίζει ότι η γνώση προσδιορίζεται βάσει της αντιληπτικότητας, που είναι σχετική, καθώς συναρτάται με βιολογικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους[67].
 
Η διχογνωμία σχετικά με το κατά πόσο η γνώση και η επιστήμη συγκροτούνται συναρτήσει της διαμόρφωσης δεδομένων βάσει των πληροφοριών, που προσπορίζει το εξωτερικό περιβάλλον, φέρνει σε αντιπαράθεση τους υποστηρικτές της εμφυτιοκρατίας, με κύριο εκπρόσωπο τον Fodor, και της κατασκευαστικής γνωσιολογίας, την οποία εισήγαγε ο Piaget. Ο πρώτος υποστήριξε ότι υπάρχουν γενετικά προκαθορισμένα και λειτουργικά ανεξάρτητα συστήματα εισροής, "σπόνδυλοι", που επεξεργάζονται τις πληροφορίες του εξωτερικού περιβάλλοντος, οι οποίες περνούν από ένα σύστημα αισθητηριακών μεταγωγών[68]. Ο δεύτερος, όπως και οι συμπεριφοριστές, υποστήριξε ότι δεν υπάρχουν έμφυτες δομές, αλλά βιολογικά προκαθορισμένες διεργασίες, που παρέχουν στον άνθρωπο τη δυνατότητα αποτύπωσης των δεδομένων του εξωτερικού περιβάλλοντος και άρα συγκρότησης γνώσης[69]. Μάλιστα, κατά τον ίδιο, η νοητική ανάπτυξη γίνεται κατά περιόδους, αρχής γενομένης από την αισθησιοκινητική, που διαδέχεται η προσυλλογιστική, ακολουθεί η φάση της συγκεκριμένης σκέψης και καταλήγει σε εκείνη της αφαιρετικής, διαδικασία, που φαίνεται να φτάνει σε μια επαρκή ολοκλήρωση κατά την ηλικία των 12 ετών και άνω[70] - περίπου, δηλαδή στην ίδια ηλικία, κατά την οποία οι Στωικοί υποστήριξαν ότι ο νους "εισκρίνεται'' στον άνθρωπο (!)
 
Δεδομένων αυτών των αντιπαραθέσεων και του αδιέξοδου στο οποίο οδηγούσαν, πρόβαλε πλέον επιτακτικά η αναγκαιότητα διάκρισης μεταξύ φιλοσοφικής αναζήτησης και επιστημονικής διερεύνησης. Η στροφή της επιστήμης στη μελέτη της διάνοιας και της διαδικασίας πρόσληψης της πραγματικότητας και συγκρότησης γνώσης σημειώθηκε σε διάφορες περιοχές, όπως στην ψυχολογία, γνωσιακή και αναπτυξιακή - εξελικτική, τη γνωσιακή ανθρωπολογία, τη γλωσσολογία, την τεχνητή νοημοσύνη, τη νευροεπιστήμη και ούτω καθεξής.
 
Οι γνωσιοθεωρητικοί συγκλίνουν στο ότι η γνώση συνυφαίνεται με την αληθή πίστη και δή, σύμφωνα με την θεωρία της αξιοπιστίας, ότι γνώση είναι η αληθής πίστη, που συγκροτείται βάσει μιας αξιόπιστης γνωστικής διεργασίας . Ο Dewey, κύριος εκπρόσωπος του πραγματισμού, υποστήριζε ότι μόνον οι αληθείς πίστεις συνιστούν γνώση, ή, υψηλού βαθμού γνώση είναι μια ασφαλώς θεμελιωμένη βεβαιότητα[71] και ως εκ τούτου ως μοναδικός κριτής της αλήθειας θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ο πειραματισμός σε όλα τα επίπεδα, όπως και στη φιλοσοφία. Παρόμοιες θέσεις κάνουν ένα αισιόδοξο άνοιγμα στην προοπτική συνεργασίας των δύο περιοχών του πνεύματος, της φιλοσοφικής και της επιστημονικής σκέψης και μιας συλλογικής προσπάθειας, εφόσον η απάντηση στα γνωσιοθεωρητικά ερωτήματα, που κληρονόμησαν και ανέπτυξαν με τη σειρά τους οι φιλόσοφοι των ελληνιστικών χρόνων, φαίνεται ακόμη να εκκρεμεί...
 
 
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
 
Έχοντας ολοκληρώσει τη μελέτη των γνωστικών θεωριών των τριών κυριότερων φιλοσοφικών κατευθύνσεων των προχριστιανικών ελληνιστικών χρόνων, του Κήπου, της Στοάς και της Σκέψεως, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε ορισμένα γενικά συμπεράσματα κυρίως όσον αφορά τα σημεία σύγκλισης και απόκλισής του σε γνωσιοθεωρητικό επίπεδο. Καταρχήν, διακρίνονται δύο διαμετρικά αντίθετες θέσεις: μια θετική στη δυνατότητα απόκτησης γνώσης και μια - στον ένα ή τον άλλο βαθμό ή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο - αρνητική, με την πρώτη να εκπροσωπείται κυρίως από τους Επικούρειους και τους Στωικούς, και τη δεύτερη να εκφράζεται μέσω των Σκεπτικών.
 
Οι φιλόσοφοι της πρώτης κατηγορίας, πέραν της θετικής τους στάσης, παρουσιάζουν επίσης ομοιότητες στους γνωστικούς όρους, που μετέρχονται, στην παρουσίαση της γνωσιοθεωρίας τους καθώς και αναλογίες στην πορεία που υποστηρίζουν ότι οδηγεί στη γνώση · οι Επικούρειοι περιγράφουν τη διαδικασία αυτή ως μετάβαση από την αίσθησιν, στην πρόληψιν, στην νπόληψιν και στις φανταστικάς έπιβολάς, ενώ οι Στωικοί την αποδίδουν ως πέρασμα από την αίσθησιν στη φαντασία, στην καταληπτικήν φαντασία, στη συγκατάθεσιν, στην κατάληψιν και στην έπιστήμη. Φαίνεται λοιπόν ότι σε αυτή την ευρετική πορεία προς την αλήθεια θεωρείται εξίσου καθοριστικός ο ρόλος των αισθήσεων και των διανοητικών δυνατοτήτων του ανθρώπινου νου, όπως της μνήμης ή της φαντασίας. Οι φιλόσοφοι, αντίθετα, της δεύτερης κατηγορίας, διάκεινται αρνητικά, ακριβώς λόγω του ότι οι αισθήσεις και η λογική αποδεικνύονται επισφαλές εχέγγυο για την αλήθεια και ανεπαρκή μέσα για τη γνώση. Έτσι, Ακαδημαϊκοί και Πυρρωνιστές, κυμαίνονται από την επιφυλακτικότητα και την αμφιβολία, έως την πλήρη άρνηση ύπαρξης ασφαλούς και αληθούς δόξας, ήγουν γνώσης - πόσο μάλλον επιστήμης!
 
Πέρα, όμως, από αυτές τις διαφορές, υπάρχει ένα αδιαμφισβήτητο κοινό σημείο στα γνωσιοθεωρητικά συστήματα των τριών αυτών σχολών και αυτό συναρτάται με τις ιστορικές, κοινωνικοπολιτικές και ευρύτερες συνθήκες, μέσα στις οποίες αναπτύχθηκαν. Και στις τρεις, δηλαδή, περιπτώσεις ενυπάρχει μια πρακτική σκοπιμότητα, καθώς η φιλοσοφία αποσκοπεί στην απαλλαγή του ανθρώπου από φόβους και πλάνες και στην επίτευξη της ψυχικής ειρήνευσης, μιας βασικότατης προϋπόθεσης για την ευτυχισμένη ζωή. Φαίνεται, όμως, ότι, όσο το ερώτημα για τη γνώση παραμένει ανοικτό, άλλο τόσο, το όραμα της ευτυχίας διατηρείται μετέωρο
---------------------------
[1] http://www.philosophypages.eom/dy/k9htm#know

[2] Lindberg, D., Οι απαρχές της δυτικής επιστήμης, Πανεπιστημιακές εκδόσεις, ΕΜΠ, 2003, σ. 112

[3] Πολίτου, Ν.Γ., Φιλοσοφήματα, έν Αθήναις, 2004, σ. 347

[4] Zeller, Ed. & Nestle, W., Ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας, μτφρ. Χ. Θεοδωρίδης, εκδ. Εστία, Αθήνα, 2000, σσ. 299 – 300

[5] όπ.π., σ. 299

[6] Windelband, W. & Heimsoeth, H., Εγχειρίδιο της Ιστορίας της Φιλοσοφίας, μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2001, σσ. 238 – 239

[7] Lindberg, όπ.π. σ. 112

[8] Andriopoulos, D.Z., «The stoie theory of perceiving and knowing*, Φιλοσοφία, ΑκαδημίαΑθηνών, Αθήνα,1972 , σ. 305

[9] Καραμπατζάκη – Περδίκη, Ελ., «Οι στωικές περί λόγου αντιλήψεις και η επίδρασή τους σε φιλοσόφους του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τόμ.12, τεύχ. 36, Σεπτ. 1995, σ.192

[10]Andriopoulos, όπ. π, σ. 305

[11]Stanford Eneyeloredia of Philosophy, p. 4 (http://plato.stanford.edu/entries/stoieism)

[12] Andriopoulos, όπ. π, σ. 307

[13]Zeller & Nestle, όπ.π., σ. 279, Windelband & Heimsoeth, όπ.π., σ. 218 http://www.iep.utm.edu/s/stoiemind.htm, σ.4

[14]Windelband & Heimsoeth, όπ.π., σ. 196

[15] Πολίτου, όπ.π., σ. 338

[16] όπ.π., σσ. 131 – 133, Ράσσελ Μπ., Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας και η συνάρτησή της με τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της εποχής μας, τ. Α’, Η αρχαία Φιλοσοφία, Η καθολική Φιλοσοφία, Μτφρ. Αιμ. Χουρμουζίου, Εκδ. Ι.Δ. Αρδενίδης & Σια, σ. 400

[17] Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1997 σ. 125

[18] Τσάτσου, Κ., Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.Δ., Κολλάρου & Σιας Α.Ε., Αθήνα, 2002, σ. 293

[19] Lindberg, όπ.π., σ. 112

[20] όπ.π., σ. 112, Windelband, W. & Heimsoeth, H., όπ.π., σ. 213

[21] Clark, St.R.L, Στωικοί, Επικούρειοι και περιπλανώμενοι σοφοί, στο Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, του Kenny, Ant., UniversityofOxford, μτφρ. Ρισσάκη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2005, σ. 71

[22] Πολίτου, όπ.π., σσ. 331 κ.ε.

[23] http://www.iep.utm.edu/s/stoicism.htm, σ. 1

[24] Zeller & Nestle, οπ.π., σ. 274

[25] Καραμπατζάκη – Περδίκη, όπ.π., σ. 191

[26] Andriopoulos, όπ.π., σσ. 308 – 309

[27] Καραμπατζάκη – Περδίκη, όπ.π., σ. 192

[28] Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, όπ.π., σ. 117, Zeller & Nestle, όπ.π., σσ. 280, 286

[29] http://encarta.msn.com/encyclopedia, σ. 1, http://www.philosophypages.com/hy/2w.htm, σ. 1

[30] Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, όπ.π., σ. 118, http://www.iep.utm.edu/s/StoicEth.htm, σ. 1

[31] Andriopoulos, όπ.π., σ. 314

[32] Tennenman, W.G., Σύνοψις της ιστορίας της φιλοσοφίας, μτφρ. Κούμας, ΚΚ., Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1973,σ. 77

[33] Andriopoulos, οπ.π., σσ. 324 – 325

[34] όπ.π., σ. 305

[35] όπ.π, σσ. 311, 313

[36] Tenneman, όπ.π.,σ. 76 και Windelband & Heimsoeth, όπ.π., σ. 243

[37] Πολίτου, όπ.π., σσ. 355 κ.ε.

[38] Ράσσελ, όπ.π., σ. 398

[39] Πελεγρίνη, Φιλοσοφία και Αμφισβήτηση, όπ.π., σ. 131

[40]Zeller & Nestle, όπ.π., σ. 310

[41]Vegetti, όπ.π., σ. 279

[42] Δελλή, Ι.Γ., «Η πυρρώνειος γνωσιολογία και οι παράγοντες διαμορφώσεως αυτής», Πλάτων, Δελτίον της εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, τόμ.19, τεύχ.57/58, εν Αθήναις, 1977, σ. 129

[43] Τσάτσου, όπ.π., σ. 300

[44] Δελλή, Ι.Γ., «Ένας σωκρατικός και πυρρώνειος ορισμός της φιλοσοφίας», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τόμ.4, τεύχ.10, Ιανουάριος 1987, σ. 37 και Δελλή, «Η πυρρώνειος γνωσιολογία και οι παράγοντες διαμορφώσεως αυτής», όπ.π., σ.127

[45]Windelband & Heimsoeth, ο.π., σ. 232,

http://encarta.msn.com/encyclopedia_761574677_4/Philosophy.html, σ. 2

[46]Vegetti, όπ.π., σ. 277

[47] Δελλή, «Η πυρρώνειος γνωσιολογία και οι παράγοντες διαμορφώσεως αυτής», όπ.π., σ. 127

[48]Clark, ο.π., σ. 71

[49] Πελεγρίνη, Φιλοσοφία και Αμφισβήτηση, ο.π., σσ. 133 – 134, Ράσσελ, ο.π., σσ. 400 – 401, Windelband & Heimsoeth, όπ.π., σ. 241

[50]Tenneman, όπ.π.,σ. 81

[51]Woodruff, P., «Aporetic Pyrrhonism», Oxford Studies in Ancient Philosophy, vol.VI, ed. J. Annas, Clarendon Press, Oxford, 1988, pp. 154 – 161

[52]Zeller & Nestle, όπ.π., σ. 357 κ.ε

[53] Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, όπ.π., σ. 127

[54] http://www.philosophypages.com/hy/2w.htm, σ. 2

[55]Zeller & Nestle, όπ.π., σ.298

[56]Andriopoulos, όπ.π, σ. 321

[57] Clark, ο.π., σ. 72

[58] http://www.iep.utm.edu/s/stoicmind.htm, σσ. 5 – 6

[59] http://plato.stanford.edu/entries/stoicism/, σ. 10

[60] Zeller & Nestle, ο.π., σ. 271, Vegetti, ο.π., σσ. 294 – 295

[61] Πολίτου, όπ.π., σ. 356

[62] Πελεγρίνη, Φιλοσοφία και Αμφισβήτηση, όπ.π., σσ. 136 – 137

[63] Δελλή, «Η πυρρώνειος γνωσιολογία και οι παράγοντες διαμορφώσεως αυτής», όπ.π., σ. 123

[64] Πελεγρίνη, όπ.π., σ. 272

[65] Μπαρτζελιώτη, Λ.Κ., Φιλοσοφία και επιστημονική έρευνα, Γνωσιοθεωρία, Β’έκδ. Αθήνα, 1989, σσ. 154-155, 159 και Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, όπ.π., σσ. 279 – 280

[66] όπ.π., σσ. 253 – 254

[67] Μπαρτζελιώτη, όπ.π., σσ. 13 – 19

[68]Karmiloff – Smith, An., Πέρα από τη σπονδυλοπή διάνοια, Η γνωσιοεπιστήμη στην προοπτική της αναπτυξιακής ψυχολογίας, μτφρ. Γ. Μαραγκός, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 1998, σσ. 18 – 22

[69]Karmiloff – Smith, όπ.π., σσ. 26-28

[70] Παρασκευόπουλου, Ι.Ν., Εξελικτική ψυχολογία, Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη ως την ενηλικίωση, τ.3, Σχολική ηλικία, Αθήνα, αχ, σ. 42

[71] Μπαρτζελιώτη, όπ.π., σ. 208

--------------------

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  -  ΒΙΒΛΙΑ-ΑΡΘΡΑ
 
Andriopoulos, D.Z., «The stoic theory of perceiving and knowing», Φιλοσοφία, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1972
Brun, J., «Ο Ζήνων εν Αθήναις και τα Πρώτα Βήματα της "Στοάς"», ΔΙΙΠΕΤΕΣ, τ. 35, Μάϊος 2000
Clark, St.R.L, Στωικοί, Επικούρειοι και περιπλανώμενοι σοφοί, στο Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, του Kenny, Ant., University of Oxford, μτφρ. Ρισσάκη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2005
Δελλή, Ι.Γ., «Ένας σωκρατικός και πυρρώνειος ορισμός της φιλοσοφίας», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τόμ.4, τεύχ.10, Ιανουάριος 1987
Δελλή, Ι.Γ., «Η πυρρώνειος γνωσιολογία και οι παράγοντες διαμορφώσεως αυτής», Πλάτων, Δελτίον της εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων, τόμ.19, τεύχ.57/58, εν Αθήναις,
1977
Goldman, A.I., Γνωσιοεπιστήμη, Φιλοσοφικές εφαρμογές, μτφρ. Γ. Μαραγκός, εκδ.
Οδυσσέας, 1998,
Καραμπατζάκη - Περδίκη, Ελ., «Οι στωικές περί λόγου αντιλήψεις και η επίδρασή τους σε φιλοσόφους του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τόμ.12, τεύχ. 36, Σεπτ. 1995
Karmiloff - Smith, An., Πέρα από τη σπονδυλωτή διάνοια, Η γνωσιοεπιστήμη στην προοπτική της αναπτυξιακής ψυχολογίας, μτφρ. Γ. Μαραγκός, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα,
1998
Lindberg, D.,  Οι απαρχές της δυτικής επιστήμης, Πανεπιστημιακές εκδόσεις ΕΜΠ,
Αθήνα, 2003
Θεωρίες γνώσης στα κύρια ρεύματα της προχριστιανικής ελληνιστικής φιλοσοφίας: Κήπος, Στοά, Σκέψις
Μπαρτζελιώτη, Λ.Κ., Φιλοσοφία και επιστημονική έρευνα, Γνωσιοθεωρία, Β'έκδ. Aθήνα, 1989
Παρασκευόπουλου, Ι.Ν., Εξελικτική ψυχολογία, Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη ως την ενηλικίωση, τ.3, Σχολική ηλικία, Αθήνα, αχ
Πελεγρίνη, Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1997 Πελεγρίνη, Φιλοσοφία και Αμφισβήτηση, εκδ. Ελληνικά γράμματα, Αθήνα, 1996 Πολίτου, Ν.Γ., Φιλοσοφήματα, έν Αθήναις, 2004
Ράσσελ Μπ., Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας και η συνάρτησή της με τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της εποχής μας, τ. Α', Η αρχαία Φιλοσοφία, Η καθολική Φιλοσοφία, Μτφρ. Αιμ. Χουρμουζίου, Εκδ. Ι.Δ. Αρδενίδης & Σια, α.χ.
Tennenman, W.G., Σύνοψις της ιστορίας της φιλοσοφίας, μτφρ. ΚΚ.Κούμας, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1973
Τσάτσου, Κ., Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.Δ., Κολλάρου & Σιας Α.Ε., Αθήνα, 2002
Vegetti, M., Ιστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας, εκδ. Τραυλός, Αθήνα, 2000, Windelband, W. & Heimsoeth, H., Εγχειρίδιο της Ιστορίας της Φιλοσοφίας, μτφρ.
Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2001
Woodruff, P., «Aporetic Pyrrhonism», Oxford Studies in Ancient Philosophy, vol.VI, ed. J. Annas, Clarendon Press, Oxford, 1988
Zeller, Ed. & Nestle, W., Ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας, μτφρ. Χ. Θεοδωρίδης, εκδ. Εστία, Αθήνα, 2000