Ελάχιστοι αρχαίοι μονάρχες έχουν απολαύσει τόσο διαρκή θετική φήμη όσο ο Κύρος ο Μέγας. Ίσως ήρθε η ώρα να τον ξαναγνωρίσουμε.
Είναι μια ιδιαιτερότητα της σύγχρονης επιστημονικής έρευνας ότι, δεδομένης της μακροβιότητας του περσικού αυτοκρατορικού κράτους (στις διάφορες εκφάνσεις του) –πάνω από χίλια χρόνια, από τον 6ο αιώνα π.Χ. έως τον 7ο αιώνα μ.Χ.– και της επίδρασης των περσικών ιδεών για τη διακυβέρνηση στον ευρύτερο ισλαμικό κόσμο, δεν δίνεται μεγαλύτερη προσοχή στην περσική τέχνη της πολιτικής και στην ιδέα της ηγεσίας. Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Όταν οι Βρετανοί διοικητές της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών προσπάθησαν να διαχειριστούν την κληρονομιά της αυτοκρατορίας των Μογγόλων, έμαθαν την περσική γλώσσα και αφομοίωσαν τις περσικές αντιλήψεις περί διακυβέρνησης. Οι προηγούμενες μουσουλμανικές δυναστείες, και κυρίως το χαλιφάτο των Αββασιδών, υπήρξαν επίσης ενθουσιώδεις μαθητευόμενοι των περσικών ιδεών για τη βασιλεία, όπως αυτές ορίζονταν από έναν ηθικό κώδικα και μια στενή σχέση με τη θρησκεία. Τους βοήθησαν να τις υιοθετήσουν οι Πέρσες γραφειοκράτες που στελέχωσαν τις αναπτυσσόμενες γραφειοκρατίες τους.
Αλλά ίσως το πιο εντυπωσιακό ήταν ο θαυμασμός των Ελλήνων: του ίδιου του λαού του οποίου η σύγκρουση με τους Πέρσες έχει καθορίσει την αντίληψή μας για τη «Δύση» και τις τριβές της με την «βαρβαρική» Ανατολή. Ωστόσο, παρά τη δημοτικότητα των Περσικών Πολέμων ως θεμελιώδους στιγμής στην ιστορία της ανόδου της «Δύσης», η στάση των Ελλήνων απέναντι στους Πέρσες αντιπάλους τους έδειχνε περισσότερο σεβασμό από ό,τι επιτρέπουν οι σύγχρονες αντιλήψεις. Τείνουμε να εστιάζουμε στον Μέγα Αλέξανδρο ως την επιτομή της ηγεσίας και της οικοδόμησης αυτοκρατορίας, παρά το γεγονός ότι η αυτοκρατορία που «οικοδόμησε» ήταν κληρονομιά και ο άνθρωπος που θαύμαζε ήταν ο Κύρος ο Μέγας.
Ο Κύρος κατείχε σημαντική θέση στην ελληνική φαντασία ως κάποιος ο οποίος είχε επιτύχει αυτό που η δική τους πολιτική εμπειρία είχε κρίνει ότι ήταν αδύνατον. Όπως εξηγεί ο Ξενοφώντας στο σε μεγάλο βαθμό μυθοπλαστικό του έργο Κύρου Παιδεία –αν και ορισμένοι ιστορικοί σήμερα υποστηρίζουν ότι ο Ξενοφώντας απλώς αναπαρήγαγε την περσική εκδοχή για τον Κύρο (διαφορετική από αυτήν του Ηροδότου), η οποία με την πάροδο του χρόνου είχε αποκτήσει πιο μυθικό και ηρωικό χαρακτήρα– οι Έλληνες δεν μπορούσαν παρά να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι «ο άνθρωπος εκ φύσεως είναι πιο εύκολο να εξουσιάζει όλα τα άλλα πλάσματα παρά τους ανθρώπους».
Ωστόσο, συνέχισε ο Ξενοφώντας, «επειδή αναλογιστήκαμε ότι ο Κύρος ήταν Πέρσης, … αναγκασθήκαμε να αλλάξουμε γνώμη … Διότι γνωρίζουμε πολλούς οι οποίοι με τη δική τους θέληση υποτάχθηκαν στον Κύρο, παρ’ όλο που οι μεν κατοικούσαν σε απόσταση πάμπολλων ημερών δρόμο, άλλοι δε και μηνών, κάποιοι δε ουδέποτε τον είδαν, άλλοι ήταν βέβαιοι ότι δεν ήταν δυνατόν να τον δουν ποτέ, και όμως ήταν πρόθυμοι να τον υπακούουν».[1]
Το πώς ο Κύρος κατάφερε να ενώσει λαούς από περιοχές τόσο απομακρυσμένες όσο ο Ώξος ποταμός και το Αιγαίο και να εξασφαλίσει την υποταγή τους ήταν ένα επίτευγμα το οποίο και εντυπωσίαζε τους Έλληνες και απαιτούσε μια εξήγηση. Η εξήγηση του Ξενοφώντα απεδείχθη ένα από τα πιο επιδραστικά εγχειρίδια για την διακυβέρνηση, το οποίο αγαπήθηκε από τους επίδοξους πολιτικούς μέχρι την περίοδο του Διαφωτισμού. Ωστόσο, ένα άλλο βιβλίο έκανε τον Κύρο δημοφιλή στη δυτική φαντασία αποκαλύπτοντας το μυστικό της επιτυχίας του.
Αυτό φυσικά ήταν η Βίβλος, όπου ο Κύρος ήταν ένας από τους δύο μόνο ηγέτες στους οποίους αποδόθηκε ο τίτλος του Μεσσία στην Παλαιά Διαθήκη (ο άλλος ήταν ο βασιλιάς Δαυίδ), λόγω της απελευθέρωσης των Εβραίων από την αιχμαλωσία στην Βαβυλωνία το 539 π.Χ., ένας από τους κεντρικούς μύθους της χειραφέτησης στον ιουδαιο-χριστιανικό κόσμο, ο οποίος παρέμεινε ισχυρός στο πιο κοσμικό περιβάλλον μας λόγω της προφανούς θρησκευτικής του ανοχής. Έκτοτε οι ιστορικοί έχουν επικρίνει τέτοιες εξιδανικευμένες περιγραφές του Κύρου και τις προσπάθειες να αποδοθούν φιλελεύθερα κίνητρα στην οικοδόμηση της αυτοκρατορίας του, αλλά όπως μαρτυρούν οι Έλληνες συγγραφείς, η κυριαρχία του αντιπροσώπευε σαφώς κάτι διαφορετικό, και αυτή η διάκριση εκφράζεται στην βιβλική περιγραφή που υποδηλώνει ότι ο Κύρος δεν ήταν μόνο πολιτικά πρωτότυπος στην οικοδόμηση της αυτοκρατορίας, αλλά και ότι στόχευε κατά κάποιο τρόπο σε έναν ηθικό κώδικα και σκοπό.
Μπορούμε να αναρωτηθούμε τι ήταν αυτό το διαφορετικό, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Κύρος προσέγγισε το εγχείρημά του με μια πολιτική λεπτότητα που δεν διέθεταν οι Βαβυλώνιοι και Ασσύριοι προκάτοχοί του. Μια σύντομη ματιά στα ασσυριακά ανάγλυφα θα δείξει σκηνές πολέμου και αιματοχυσίας, που εξυμνούν τις στρατιωτικές αρετές του κατακτητή και στέλνουν τρομερή προειδοποίηση για όσους θα μπορούσαν να του αντιταχθούν. Πηγαίνοντας στην Περσέπολη, την επίσημη πρωτεύουσα των Περσών, τα ανάγλυφα είναι αρκετά διαφορετικά. Υπάρχουν ανάγλυφα φρουρών, αλλά αντί για σκηνές πολέμου έχουμε σκηνές υποτελών λαών που παρατάσσονται για να αποδώσουν φόρο τιμής, όχι σε καθεστώς σκλαβιάς, αλλά σε φαινομενική αρμονία. Μερικοί εμφανίζονται ακόμη και να κρατιούνται χέρι-χέρι.
Αυτή φυσικά είναι η ουσία που ο Ξενοφώντας προσπάθησε να εξηγήσει: πώς ο Κύρος και οι άμεσοι διάδοχοί του τουλάχιστον, κατάφεραν να πείσουν ένα πολυποίκιλο και διάσπαρτο σύνολο λαών, ότι η κυριαρχία της Περσίας δεν ήταν μόνο επιθυμητή, αλλά αντανακλούσε τη σωστή και φυσική τάξη των πραγμάτων. Αυτό που βλέπουμε εδώ, στην πραγματικότητα, είναι η οικοδόμηση του κύρους ως βάσης της εξουσίας, ως βάσης μιας πολιτικής και όχι στρατιωτικής αυτοκρατορίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Πέρσες δεν ασκούσαν στρατιωτική δύναμη, αλλά ήταν επιλεκτική και όχι συστηματική και δεν αποτελούσε κεντρικό πυλώνα της κυριαρχίας τους.
Από τα τρία περσικά αυτοκρατορικά κράτη (Αχαιμενίδες, 559 - 330 π.Χ., Παρθική Αυτοκρατορία 240 π.Χ. - 224 μ.Χ. και Σασσανίδες 224 - 642 μ.Χ.) που κυριαρχούσαν στον αρχαίο κόσμο, η Αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών ήταν η πιο εκτεταμένη και, κατά πάσα πιθανότητα, η λιγότερο στρατιωτικοποιημένη. Όπως απέδειξε η εισβολή του Ξέρξη στην Ελλάδα το 480 π.Χ., μπορούσε να κινητοποιήσει δυνάμεις τεράστιας κλίμακας, αλλά κατά κανόνα δεν διατηρούσε μεγάλο μόνιμο στρατό και, όπως τα έζησε ο Ξενοφώντας (και τα περιέγραψε στην Ανάβαση), ήταν δυνατό για μια ένοπλη δύναμη ανταρτών να εξέλθει από το κέντρο της αυτοκρατορίας χωρίς να συναντήσει ουσιαστικά αντίσταση.
Οι Πέρσες δικαιολογούσαν την κυριαρχία τους με βάση την καλή διακυβέρνηση, τον νόμο και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, που στηρίζονταν από έναν ηθικό σκοπό. Αυτό εξασφάλιζε μια αρμονική ύπαρξη, όπως εξηγούσε και προέβλεπε η ζωροαστρική κοσμοθεωρία. Κατά την περίοδο των Αχαιμενιδών, αυτή η κοσμοθεωρία απολάμβανε μεγαλύτερη ευελιξία και ρευστότητα από ό,τι αργότερα, αλλά ορισμένα βασικά θέματα υπήρχαν ήδη. Η δυαδικότητα της δημιουργίας και της λειτουργίας του ανθρώπου, ως βασική πτυχή της καλής δημιουργίας του Κυρίου της Σοφίας (Αχούρα Μάζντα) για να συμμετάσχει στην μάχη εναντίον του Κακού, και η διαβολική δημιουργία του Αριμάν. Η ανθρωπότητα ήταν ένας παράγοντας σε αυτόν τον αγώνα, και ο βασιλιάς ο καλύτερος μεταξύ των ανθρώπων σε αυτόν τον αγώνα και ο σύνδεσμος μεταξύ του υλικού και του πνευματικού κόσμου.
Αυτό το ηθικό σύμπαν συνοψίστηκε ίσως καλύτερα σε μια προσευχή του Δαρείου του Μεγάλου, στην οποία ικέτευε τον Αχούρα Μάζντα να προστατεύσει τον λαό του από το Ψέμα και να τον κρατήσει στην υπηρεσία της Αλήθειας – αυτό αντικατοπτρίζεται στον ισχυρισμό του Ηροδότου ότι όλοι οι Πέρσες νέοι διδάσκονταν ιππασία, τοξοβολία και να λένε την αλήθεια. Η «Αλήθεια» αντιπροσώπευε την καλή τάξη, η οποία με τη σειρά της αντικατοπτριζόταν στον βασιλιά ως τον κύριο εκπρόσωπο του Αχούρα Μάζντα. Επομένως, η εξέγερση εναντίον του βασιλιά ισοδυναμούσε με εξέγερση εναντίον της αλήθειας και της ορθής τάξης και άξιζε την ταχύτερη και βιαιότερη τιμωρία. Αυτό το ηθικό σύμπαν δεν ήταν επομένως θέμα συζήτησης. Δικαιολογούσε και υποστήριζε την πολιτική τάξη και ενίσχυε την εξουσία του βασιλιά.
Παρείχε μια πολιτική σαφήνεια που αποδείχθηκε ελκυστική σε έναν κατά τα άλλα χαοτικό κόσμο. Η βιβλική φράση ότι «ο νόμος των Μήδων και των Περσών δεν μεταβάλλεται»[2] μπορεί να θεωρηθεί τόσο ως καυχησιολογία όσο και ως προειδοποίηση, αλλά πάνω απ’ όλα είναι ξεκάθαρη και οι άνθρωποι γνώριζαν τη θέση τους. Οι Έλληνες, από την άλλη πλευρά, απολάμβαναν μια «αταξία» που ο Ηρόδοτος θέλει τον Κύρο να περιγράφει ως παράξενη: «Ποτέ δεν φοβήθηκα τέτοιους ανθρώπους, που έχουν έναν ορισμένο χώρο συνάντησης στο κέντρο της πόλης τους και εκεί με όρκους εξαπατούν ο ένας τον άλλον».[3] Για τους Έλληνες, αυτή η περσική τάξη αντιπροσώπευε την σκλαβιά. Για τους Πέρσες, αντιπροσώπευε την κοινή λογική, εφόσον η διακυβέρνηση ήταν καλή, ασκούνταν με μετριοπάθεια και, πάνω απ’ όλα, ήταν δίκαιη.
Η κεντρική θέση της δικαιοσύνης, που σχετίζεται επίσης με την ισορροπία και την αρμονία, ήταν καθοριστική για την περσική πολιτική και τους πρόσφερε μια εξήγηση για την αποτυχία. Όσο οι Αχαιμενίδες επιβίωναν, δεν υπήρχε ανάγκη να εξηγηθεί γιατί η καλή τάξη μπορεί να αποτύχει, αλλά η κατάκτηση του Αλεξάνδρου δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική αποτυχία, αλλά και ηθική. Πράγματι, η περσική αποτυχία στηρίχθηκε ελάχιστα μόνο σε στρατιωτικές εξηγήσεις και αντιμετωπίστηκε ως έκφραση μιας βαθύτερης ηθικής κατάρρευσης ή, για να χρησιμοποιήσω μια δυτική έκφραση, παρακμής.
Αυτό μας οδηγεί σε μια άλλη σημαντική πτυχή της πολιτικής και της ηγεσίας που ήρθε στο προσκήνιο μετά την περίοδο των Αχαιμενιδών και ορίστηκε με ακρίβεια υπό τους Σασσανίδες – η ευμετάβλητη φύση της Θείας Χάριτος (Farr-e Izadi). Ο βασιλιάς αντιπροσώπευε τον μεγάλο διαμεσολαβητή της θείας βούλησης στη Γη και ήταν ο κύριος λειτουργός του Αχούρα Μάζντα στον αγώνα κατά του Ψεύδους. Φυσικά, όλη η ανθρωπότητα διαδραμάτιζε κάποιο ρόλο, αλλά ο ρόλος του βασιλιά ήταν ο πιο σημαντικός. Ωστόσο, αν ο ίδιος ο βασιλιάς παρεξέκλινε από τον αληθινό δρόμο προς το Ψέμα, υπέπιπτε σε ύβρη και αδυνατούσε να απονείμει Δικαιοσύνη, τότε και αυτός θα μπορούσε να χάσει τη Θεία Χάρη. Η ηθική διαφθορά οδηγούσε αναπόφευκτα σε παρακμή και πτώση. Η ορθή συμπεριφορά ενίσχυε το ηθικό κεφάλαιο του ατόμου και ενδυνάμωνε την προστατευτική χάρη. Η κακή συμπεριφορά οδηγούσε στην ανάκληση αυτής της προστασίας. Επομένως, ήταν καθήκον του μονάρχη να συμπεριφέρεται σωστά και, σε αντίθεση με άλλες θεωρίες περί Θεϊκού Δικαιώματος ή θεϊκής καταγωγής, δεν υπήρχε η έννοια της απόλυτης πίστης στον βασιλιά. Οι κακοί, άδικοι βασιλιάδες όχι μόνο άξιζε να πέσουν, αλλά οι άνθρωποι έπρεπε να αντιταχθούν εναντίον τους για να τους ανατρέψουν.
Πολλές από αυτές τις αντιλήψεις εξελίχθηκαν και αναθεωρήθηκαν κατά την ύστερη περίοδο της βασιλείας των Σασσανιδών, κυρίως κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Χοσρόη Α΄ Ανουσιραβάν (531-79). Ο Χοσρόης Α΄ έγινε σύμβολο του δίκαιου βασιλιά, σε τέτοιο βαθμό που πολύ καιρό μετά την εξαφάνιση των Αχαιμενιδών (και του Κύρου) από τη μνήμη των Περσών, αποδόθηκαν στον Χοσρόη Α΄ όλα τα επιτεύγματα της αρχαίας περιόδου, εκτός από εκείνα που αποδίδονταν σε μυθικούς χρόνους. Η διακυβέρνηση του Χοσρόη έγινε σύμβολο της δίκαιης διακυβέρνησης κατά τη διάρκεια του Χαλιφάτου και ένα χειρόγραφο που ανέφερε ο Βρετανός στρατιωτικός-διπλωμάτης Σερ Τζον Μάλκολμ στις αρχές του 19ου αιώνα περιγράφει πώς ο Αββασίδης Χαλίφης Χαρούν αλ Ρασίντ ανακάλυψε τον τάφο του Χοσρόη, όπου έμαθε τα μυστικά της καλής διακυβέρνησης. Τότε, φυσικά, ο Χαλίφης αποφάσισε να καταστρέψει την είσοδο του τάφου, ώστε να μην τον ανακαλύψει κανείς άλλος.
Όποια κι αν είναι η αλήθεια αυτής της ιστορίας, και υπάρχουν πολλοί λόγοι να την αμφισβητήσει κανείς, μαρτυρεί την γοητεία που ασκούσαν οι περσικές αντιλήψεις περί διακυβέρνησης στον ισλαμικό κόσμο, και είναι επίσης απολύτως σαφές ότι οι ιδέες των Σασσανιδών για την πολιτική και την ηγεσία άφησαν βαθύ αποτύπωμα. Αυτό αντανακλούσε τον ηθικό πυρήνα αυτών των περσικών αντιλήψεων και την κεντρική θέση της θρησκευτικής πίστης, γεγονός που σήμαινε ότι αυτές οι ιδέες θα μεταφράζονταν και θα προσαρμόζονταν αρκετά εύκολα στη νέα ισλαμική τάξη. Πράγματι, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή στους Μουσουλμάνους ηγεμόνες τα λόγια που αποδίδονται στον Αρδάση Α΄, τον ιδρυτή της δυναστείας των Σασσανιδών, σχετικά με τη στενή σχέση θρησκείας και βασιλείας:
Να έχετε υπόψη ότι η βασιλεία και η θρησκεία είναι δίδυμα αδέλφια· καμία από τις δύο δεν είναι ισχυρή χωρίς την άλλη, διότι η θρησκεία είναι το θεμέλιο της βασιλείας και η βασιλεία είναι ο προστάτης της θρησκείας. Η βασιλεία χρειάζεται το θεμέλιό της και η θρησκεία τον προστάτη της, διότι ό,τι στερείται προστασίας χάνεται και ό,τι στερείται θεμελίου καταστρέφεται.
Αυτές οι ιδέες διαδόθηκαν και ενισχύθηκαν από την ευρεία ομάδα Περσών γραφειοκρατών που στελέχωναν τη διοίκηση του Χαλιφάτου καθώς και τις διαδοχικές δυναστείες. Η αυτοκρατορία των Σασσανιδών είχε φυσικά απορροφηθεί πλήρως από το νέο Χαλιφάτο, σε αντίθεση με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, και ως εκ τούτου η διοίκησή της ενσωματώθηκε ουσιαστικά στο σύνολό της. Οι Πέρσες διοικητικοί υπάλληλοι κατέλαβαν ολόκληρο το κράτος, από τον Μεγάλο Βεζίρη έως τον τοπικό γραφειοκράτη, λίγοι προσηλυτίστηκαν και πολλοί υπερασπίστηκαν τους παλιούς τρόπους λειτουργίας, όπως περιέγραψε ο Άραβας σατιρικός συγγραφέας Αλ Τζαχίζ το 850 μ.Χ., ο οποίος σημείωσε ότι οι Πέρσες γραφειοκράτες δεν χόρταιναν να καυχιούνται για τον «αξιοθαύμαστο τρόπο με τον οποίο διοικούνταν η χώρα υπό τους Σασσανίδες».
Μεταξύ των πιο δημοφιλών ρητών που αποδίδονται στους Σασσανίδες ήταν ο Κύκλος της Δικαιοσύνης, ο οποίος όριζε ότι η εξουσία και η τάξη εξαρτώνταν από το χρήμα, το οποίο απαιτούσε καλλιέργεια (εμπόριο), το οποίο με τη σειρά του απαιτούσε δικαιοσύνη και καλή διακυβέρνηση, η οποία απαιτούσε εξουσία και ούτω καθεξής. Υπήρχαν πολλές παραλλαγές αυτού του θέματος, κάποιες εκτενέστερες και πιο λεπτομερείς από άλλες, αλλά όλες τόνιζαν την επιτακτική ανάγκη διατήρησης της δικαιοσύνης, έτσι ώστε με την πάροδο του χρόνου να καθιερωθεί η υπεροχή της δικαιοσύνης έναντι όλων των άλλων χαρακτηριστικών. Ένας ειδωλολάτρης βασιλιάς μπορούσε να είναι ανεκτός, αλλά ποτέ ένας άδικος.
Ο πιο διάσημος από αυτούς τους γραφειοκράτες ήταν ο Νιζάμ ολ Μουλκ, ο Μεγάλος Βεζίρης του Σουλτάνου των Σελτζούκων τον 11ο αιώνα, του οποίου το εγχειρίδιο διακυβέρνησης παραμένει υποχρεωτικό ανάγνωσμα για πολλούς στο Ιράν και στον ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο μέχρι σήμερα. Ο Νιζάμ ολ Μουλκ άντλησε πληροφορίες από διάφορες πηγές για το εγχειρίδιό του, συμπεριλαμβανομένης της ιστορίας (όπως την αντιλαμβανόταν) της προϊσλαμικής Περσίας. Σε αυτό τον βοήθησε το γεγονός ότι ένας σχεδόν σύγχρονός του, ο ποιητής Φερντοσί, είχε συγκεντρώσει τις ιστορίες της προϊσλαμικής Περσίας σε ένα έπος –για να διευκολύνει την απαγγελία– που χαρτογραφούσε την άνοδο του ανθρώπου μέχρι την πτώση των Σασσανιδών.
Αυτό το έπος, γνωστό ως το Βιβλίο των Βασιλέων (Σαχναμέ), ήταν πιθανώς το πιο σημαντικό μέσο μετάδοσης των περσικών αντιλήψεων περί διακυβέρνησης και ηθικής και ήταν εξαιρετικά δημοφιλές στον περσικό κόσμο και πέρα από αυτόν, ιδιαίτερα μάλιστα μεταξύ Μογγόλων και Τούρκων. Το αποτέλεσμα αυτού ήταν ότι οι περσικές αντιλήψεις περί πολιτικής και ηγεσίας υιοθετήθηκαν τόσο από τις διοικήσεις των Μουγκάλ όσο και των Οθωμανών (και φυσικά από τους Σαφαβίδες στην Ιρανική επικράτεια), όπου κληρονομήθηκαν από τα κράτη που τους διαδέχθηκαν, όπως επίσης και από την Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών και τη δημόσια διοίκηση της Ινδίας. Εντωμεταξύ, ο βιβλικός Κύρος παραμένει δημοφιλής στο Ισραήλ και στις χριστιανικές κοινότητες των Ηνωμένων Πολιτειών.
Πολλές από αυτές τις αντιλήψεις έχουν φυσικά αντικατασταθεί από σύγχρονες ιδέες πολιτικής σκέψης και διακυβέρνησης που ταιριάζουν καλύτερα στη σύνθετη δυναμική της εποχής μας. Οι προσπάθειες να αποδοθούν σύγχρονες ευαισθησίες στους αρχαίους προγόνους σπάνια αποδίδουν, παρά τις μεγάλες φιλοδοξίες των σύγχρονων ηγετών, και σίγουρα λίγοι αρχαίοι μονάρχες έχουν απολαύσει τόσο σταθερή θετική φήμη όσο ο Κύρος ο Μέγας, ακόμα και αν οι ίδιοι οι απόγονοί του τον είχαν ξεχάσει με την πάροδο του χρόνου.
Κι όμως, παρά την απλότητα των ιδεών τους, αυτές διατηρούν μέχρι σήμερα δύναμη και πρακτική αξία: τον ηθικό σκοπό, τον κεντρικό ρόλο της εξουσίας και την αναγκαιότητα της δικαιοσύνης. Η καλή διακυβέρνηση πρέπει να επιβάλλει αρμονία, ισορροπία και μέτρο, και θα επιβιώσει –και μάλιστα θα ευδοκιμήσει– μόνο αν είναι συνεπής στην επίτευξη των ηθικών της στόχων. Μια άδικη κυβέρνηση δεν μπορεί να επιβιώσει και θα υποστεί δίκαια πτώση, χάνοντας τη Θεία Χάρη (και τον ηθικό σκοπό) που την στηρίζει. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κύρος και η Κύρου Παιδεία ήταν δημοφιλείς μεταξύ των πριγκίπων της Αναγέννησης και των πεφωτισμένων διαδόχων τους. Ίσως είναι καιρός να ξαναγνωριστούμε μαζί τους.
---------------------
[1] Ξενοφώντος, Κύρου Παιδεία, Βιβλίο Α΄, 1.3.
[2] Παλαιά Διαθήκη, Δανιήλ, 6.9.
[3] Ηροδότου, Ιστορίαι, Βιβλίο Α΄, 153.1.
Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026
Ο Αίας εξοργίστηκε από την αδικία
Ο Αίας ο Τελαμώνιος [Αἴας < αἰάζω (αναστενάζω, θρηνώ), “αυτός που θρηνεί”], υπήρξε μυθικός βασιλεύς της Σαλαμίνος και ένας από τους κυριότερους και πιο σπουδαίους ήρωες του Τρωικού πολέμου.
Ο Αίας, ή Αίαντας, ήταν ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης και ήταν δεσμευμένος με όρκο να υπερασπιστεί τη ζωή και την τιμή της. Έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο με 12 πλοία και μαζί με τον Αχιλλέα και τον Φοίνικα άσκησε τη διοίκηση του στόλου των επιτιθεμένων.
Στην Ιλιάδα παρουσιάζεται ως ο δεύτερος πιο ανδρείος Αχαιός μετά τον Αχιλλέα και δυνατότερος του Τρώα ήρωα Έκτορα.
Ο Όμηρος μάλιστα αναφέρει ότι διέθετε υψηλό ανάστημα: «μέγας, πελώριος και έρκος Αχαιών». Επίσης δεν υστερούσε και σε ομορφιά και ως χαρακτήρας περιγράφεται ως καλόκαρδος, ικανός να εμψυχώνει τους συμπολεμιστές του και να δίνει συμβουλές. Ο ίδιος έπαιξε σημαντικό ρόλο στη συμφιλίωση του Αχιλλέα με τον Αγαμέμνονα.
Κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου, υποχρέωσε κάποιον σύμμαχο βασιλιά των Τρώων, στη θρακική χερσόνησο, να του καταβάλει φόρο σε χρυσό και σε σιτηρά. Επίσης, κατέλαβε μια φρυγική πόλη, σκότωσε τον βασιλιά της Τελεύτα και πήρε σκλάβα την κόρη του Τέκμησσα.
Σε κάποια μεταγενέστερη φάση, μονομάχησε με τον Έκτορα, αλλά παρόλο που αποδείχτηκε ανώτερος, τελικά η νύχτα τους ανάγκασε να κηρύξουν ισοπαλία, χωρίς νικητή. Μετά την μονομαχία οι δύο ήρωες αντάλλαξαν δώρα. Ο Αίας έλαβε ως ένδειξη τιμής από τον Έκτορα το ξίφος του, ενώ ο ίδιος του χάρισε τη ζώνη του. Όταν ο Πάτροκλος και ο Αχιλλέας σκοτώθηκαν, ο Αίας πέτυχε να αντιμετωπίσει πλήθος εχθρών και να αποσπάσει από τα χέρια τους τα σώματα των νεκρών ηρώων. Εξοργίστηκε όμως, όταν τα όπλα του νεκρού Αχιλλέα δόθηκαν τιμητικά στον Οδυσσέα και νιώθοντας εξαιρετικά μειωμένος, κρίθηκε κατώτερος των περιστάσεων σε σημείο που αποπειράθηκε να δολοφονήσει τους αρχηγούς των Αχαιών.
Τότε η θεά Αθηνά του προκάλεσε πνευματική διαταραχή και τον έκανε να ξεσπάσει πάνω σε ένα κοπάδι πρόβατα. Όταν συνήλθε το πρωί και διαπίστωσε σε πόσο οικτρή κατάσταση είχε περιπέσει, τερμάτισε τη ζωή του, πέφτοντας πάνω στο ξίφος του.
Ο Αίας, ή Αίαντας, ήταν ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης και ήταν δεσμευμένος με όρκο να υπερασπιστεί τη ζωή και την τιμή της. Έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο με 12 πλοία και μαζί με τον Αχιλλέα και τον Φοίνικα άσκησε τη διοίκηση του στόλου των επιτιθεμένων.
Στην Ιλιάδα παρουσιάζεται ως ο δεύτερος πιο ανδρείος Αχαιός μετά τον Αχιλλέα και δυνατότερος του Τρώα ήρωα Έκτορα.
Ο Όμηρος μάλιστα αναφέρει ότι διέθετε υψηλό ανάστημα: «μέγας, πελώριος και έρκος Αχαιών». Επίσης δεν υστερούσε και σε ομορφιά και ως χαρακτήρας περιγράφεται ως καλόκαρδος, ικανός να εμψυχώνει τους συμπολεμιστές του και να δίνει συμβουλές. Ο ίδιος έπαιξε σημαντικό ρόλο στη συμφιλίωση του Αχιλλέα με τον Αγαμέμνονα.
Κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου, υποχρέωσε κάποιον σύμμαχο βασιλιά των Τρώων, στη θρακική χερσόνησο, να του καταβάλει φόρο σε χρυσό και σε σιτηρά. Επίσης, κατέλαβε μια φρυγική πόλη, σκότωσε τον βασιλιά της Τελεύτα και πήρε σκλάβα την κόρη του Τέκμησσα.
Σε κάποια μεταγενέστερη φάση, μονομάχησε με τον Έκτορα, αλλά παρόλο που αποδείχτηκε ανώτερος, τελικά η νύχτα τους ανάγκασε να κηρύξουν ισοπαλία, χωρίς νικητή. Μετά την μονομαχία οι δύο ήρωες αντάλλαξαν δώρα. Ο Αίας έλαβε ως ένδειξη τιμής από τον Έκτορα το ξίφος του, ενώ ο ίδιος του χάρισε τη ζώνη του. Όταν ο Πάτροκλος και ο Αχιλλέας σκοτώθηκαν, ο Αίας πέτυχε να αντιμετωπίσει πλήθος εχθρών και να αποσπάσει από τα χέρια τους τα σώματα των νεκρών ηρώων. Εξοργίστηκε όμως, όταν τα όπλα του νεκρού Αχιλλέα δόθηκαν τιμητικά στον Οδυσσέα και νιώθοντας εξαιρετικά μειωμένος, κρίθηκε κατώτερος των περιστάσεων σε σημείο που αποπειράθηκε να δολοφονήσει τους αρχηγούς των Αχαιών.
Τότε η θεά Αθηνά του προκάλεσε πνευματική διαταραχή και τον έκανε να ξεσπάσει πάνω σε ένα κοπάδι πρόβατα. Όταν συνήλθε το πρωί και διαπίστωσε σε πόσο οικτρή κατάσταση είχε περιπέσει, τερμάτισε τη ζωή του, πέφτοντας πάνω στο ξίφος του.
Προβολική μεροληψία: Δεν βλέπουμε τους άλλους όπως είναι, αλλά όπως θα ήμασταν εμείς στη θέση τους
Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι καταλαβαίνουμε τους άλλους. Πως η εμπειρία μας είναι επαρκής οδηγός, ότι η οπτική μας είναι κάπως καθολική. Όμως, πόσες φορές παρεξηγηθήκαμε, επειδή φανταστήκαμε ότι ο άλλος σκέφτεται, αισθάνεται ή προτίθεται όπως εμείς; Πόσες φορές προβάλαμε τις ανάγκες μας, τις αξίες μας ή τους φόβους μας, χωρίς να το ξέρουμε;
Δεν είναι σφάλμα προσωπικότητας. Είναι τρόπος λειτουργίας του νου – και συμβαίνει διαρκώς, από τις πιο μικρές καθημερινές αποφάσεις μέχρι τις πιο σύνθετες διαπροσωπικές δυναμικές. Πρόκειται για μια γνωστική συντόμευση που σπάνια αμφισβητούμε, αλλά σχεδόν πάντα πληρώνουμε.
Η προβολική μεροληψία δεν είναι σπάνια. Αντίθετα, είναι τόσο διαδεδομένη που δύσκολα γίνεται αντιληπτή. Δεν είναι προϊόν κακής πρόθεσης, αλλά φυσική συνέπεια του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο νους: όταν προσπαθούμε να καταλάβουμε τους άλλους, ξεκινάμε αναπόφευκτα από τον εαυτό μας. Και χωρίς να το καταλαβαίνουμε, θεωρούμε αυτονόητο ότι η δική μας εμπειρία είναι το μέτρο των πραγμάτων – ότι όσα νιώθουμε ή πιστεύουμε ισχύουν γενικά, όχι μόνο για εμάς. Έτσι, δεν βλέπουμε τους άλλους όπως είναι, αλλά όπως θα ήμασταν εμείς στη θέση τους.
Τι είναι το Projection Bias;
Το projection bias είναι η ασυνείδητη τάση να προβάλλουμε τον εαυτό μας στους άλλους: τα συναισθήματά μας, τις αξίες μας, τις προσδοκίες μας. Μπορεί ο άλλος να μην μας μοιάζει, αλλά εμείς δεν μπορούμε να αποστασιοποιηθούμε από τη δική μας εσωτερική εμπειρία όταν κρίνουμε συμπεριφορές, αντιδράσεις ή προθέσεις τρίτων.
Δεν είναι θέμα εγωισμού. Ο εγκέφαλος τείνει να χρησιμοποιεί τη δική του κατάσταση ως σημείο αναφοράς για να ερμηνεύσει την πραγματικότητα. Είναι μια νοητική «οικονομία» που εξοικονομεί προσπάθεια, αλλά παράγει συστηματικά σφάλματα αντίληψης.
Η προβολική μεροληψία παρατηρείται τόσο σε μικρές αποφάσεις (π.χ. τι θα θέλουμε να φάμε αύριο) όσο και σε σημαντικές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Επηρεάζει την ενσυναίσθηση, τις κρίσεις μας, τις σχέσεις μας, αλλά και την κατανόηση της ταυτότητας των άλλων.
Πώς επηρεάζει την καθημερινότητά μας
Η προβολική μεροληψία αλλοιώνει την αντίληψή μας σε τρεις βασικούς τομείς:
Σε ποια ψυχικά σημεία πατά
Το projection bias πέρα από σφάλμα σκέψης είναι και άμυνα της ψυχής. Αντλεί δύναμη από βαθύτερες ανάγκες:
Το ζητούμενο δεν είναι να εξαλείψουμε το projection bias (είναι ανθρώπινο), αλλά να μην κυβερνά τις σχέσεις και τις αποφάσεις μας. Μερικά βήματα:
Η αναγνώριση του projection bias είναι μια μορφή ψυχικής ωρίμανσης. Μας καλεί να χαμηλώσουμε τη φωνή του εσωτερικού μονόλογου και να ακούσουμε τον άλλο όχι ως προέκταση του εαυτού μας, αλλά ως ξεχωριστό ψυχισμό με δική του ιστορία, ερμηνεία και ανάγκες.
Αυτό απαιτεί κόπο, ταπείνωση και διάθεση για αβεβαιότητα. Αλλά ανοίγει τον δρόμο για σχέσεις λιγότερο αντιδραστικές και περισσότερο αυθεντικές.
Ο άλλος δεν είναι υποχρεωμένος να είναι ο εαυτός μας – ούτε να σκέφτεται, να νιώθει ή να ερμηνεύει τον κόσμο όπως εμείς.
Δεν είναι σφάλμα προσωπικότητας. Είναι τρόπος λειτουργίας του νου – και συμβαίνει διαρκώς, από τις πιο μικρές καθημερινές αποφάσεις μέχρι τις πιο σύνθετες διαπροσωπικές δυναμικές. Πρόκειται για μια γνωστική συντόμευση που σπάνια αμφισβητούμε, αλλά σχεδόν πάντα πληρώνουμε.
Η προβολική μεροληψία δεν είναι σπάνια. Αντίθετα, είναι τόσο διαδεδομένη που δύσκολα γίνεται αντιληπτή. Δεν είναι προϊόν κακής πρόθεσης, αλλά φυσική συνέπεια του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο νους: όταν προσπαθούμε να καταλάβουμε τους άλλους, ξεκινάμε αναπόφευκτα από τον εαυτό μας. Και χωρίς να το καταλαβαίνουμε, θεωρούμε αυτονόητο ότι η δική μας εμπειρία είναι το μέτρο των πραγμάτων – ότι όσα νιώθουμε ή πιστεύουμε ισχύουν γενικά, όχι μόνο για εμάς. Έτσι, δεν βλέπουμε τους άλλους όπως είναι, αλλά όπως θα ήμασταν εμείς στη θέση τους.
Τι είναι το Projection Bias;
Το projection bias είναι η ασυνείδητη τάση να προβάλλουμε τον εαυτό μας στους άλλους: τα συναισθήματά μας, τις αξίες μας, τις προσδοκίες μας. Μπορεί ο άλλος να μην μας μοιάζει, αλλά εμείς δεν μπορούμε να αποστασιοποιηθούμε από τη δική μας εσωτερική εμπειρία όταν κρίνουμε συμπεριφορές, αντιδράσεις ή προθέσεις τρίτων.
Δεν είναι θέμα εγωισμού. Ο εγκέφαλος τείνει να χρησιμοποιεί τη δική του κατάσταση ως σημείο αναφοράς για να ερμηνεύσει την πραγματικότητα. Είναι μια νοητική «οικονομία» που εξοικονομεί προσπάθεια, αλλά παράγει συστηματικά σφάλματα αντίληψης.
Η προβολική μεροληψία παρατηρείται τόσο σε μικρές αποφάσεις (π.χ. τι θα θέλουμε να φάμε αύριο) όσο και σε σημαντικές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Επηρεάζει την ενσυναίσθηση, τις κρίσεις μας, τις σχέσεις μας, αλλά και την κατανόηση της ταυτότητας των άλλων.
Πώς επηρεάζει την καθημερινότητά μας
Η προβολική μεροληψία αλλοιώνει την αντίληψή μας σε τρεις βασικούς τομείς:
- Στις σχέσεις: Θεωρούμε ότι ο άλλος πρέπει να νιώθει ή να σκέφτεται όπως εμείς. Όταν δεν το κάνει, εκπλησσόμαστε, πληγωνόμαστε ή θυμώνουμε. Αυτό οδηγεί σε λανθασμένες προσδοκίες, αμοιβαία απογοήτευση και επικοινωνιακό χάος.
- Στην εργασία: Φανταζόμαστε ότι οι άλλοι θα αντιδράσουν με τον ίδιο ενθουσιασμό ή αίσθημα ευθύνης σε κάτι που για εμάς έχει σημασία. Οι ηγέτες για παράδειγμα, μπορεί να υποθέσουν πως οι υπάλληλοι θα έχουν το ίδιο κίνητρο με εκείνους – οδηγώντας σε κακές διοικητικές αποφάσεις.
- Στην ηθική κρίση: Ερμηνεύουμε τη συμπεριφορά των άλλων μέσα από το δικό μας αξιακό φίλτρο, αδυνατώντας να αναγνωρίσουμε εναλλακτικές ηθικές λογικές ή πολιτισμικές αφετηρίες. Έτσι, παρανοούμε τις προθέσεις και συχνά στιγματίζουμε το διαφορετικό ως απειλητικό.
- Στις προβλέψεις για τον εαυτό μας: Πιστεύουμε ότι οι μελλοντικές μας επιθυμίες ή διαθέσεις θα είναι όμοιες με τις τωρινές. Κάνουμε επιλογές ή δεσμευόμαστε βασισμένοι σε στιγμιαίες καταστάσεις – με αποτέλεσμα να διαψευδόμαστε.
Σε ποια ψυχικά σημεία πατά
Το projection bias πέρα από σφάλμα σκέψης είναι και άμυνα της ψυχής. Αντλεί δύναμη από βαθύτερες ανάγκες:
- Ανάγκη για έλεγχο: Αν πιστεύω ότι ξέρω πώς σκέφτεται ο άλλος, νιώθω λιγότερη αβεβαιότητα. Είναι ένα είδος γνωστικής πανοπλίας απέναντι στο απρόβλεπτο.
- Αδυναμία εσωτερικής μετατόπισης: Η φαντασιακή είσοδος στον ψυχισμό του άλλου απαιτεί αποστασιοποίηση από τον εαυτό. Δεν είναι πάντα διαθέσιμη, ιδίως όταν είμαστε κουρασμένοι, θυμωμένοι ή φοβισμένοι.
- Ταύτιση με τις αξίες μας: Οι πεποιθήσεις μας δεν είναι απλές απόψεις – είναι φορείς ταυτότητας. Έτσι, το να δεχτούμε ότι κάποιος σκέφτεται αλλιώς, συχνά μοιάζει με απειλή προς τον ίδιο μας τον εαυτό.
- Αναπτυξιακές καταβολές: Η προβολή είναι ένας πρώιμος μηχανισμός ταύτισης που ξεκινά από την παιδική ηλικία. Αν το παιδί μάθει ότι «οι άλλοι είναι σαν εμένα», αποκτά προσωρινή αίσθηση κατανόησης. Αν αυτό δεν επανεπεξεργαστεί στην ενήλικη ζωή, διατηρείται ως σχήμα.
Το ζητούμενο δεν είναι να εξαλείψουμε το projection bias (είναι ανθρώπινο), αλλά να μην κυβερνά τις σχέσεις και τις αποφάσεις μας. Μερικά βήματα:
- Ενσυνειδητότητα: Πριν αντιδράσεις, ρώτα: Αυτό που πιστεύω για τον άλλον, είναι δικό μου ή βασίζεται σε πραγματικά του λόγια και πράξεις;
- Ανάκληση εναλλακτικών εμπειριών: Θυμήσου περιπτώσεις όπου νόμιζες ότι κάποιος σκέφτεται όπως εσύ και διαψεύστηκες. Μια τέτοια αναδρομή καλλιεργεί ταπεινότητα και καλύτερη πρόβλεψη.
- Καλλιέργεια ενσυναίσθησης: Η ενσυναίσθηση δεν είναι μόνο συναισθηματική. Είναι και νοητική λειτουργία. Σημαίνει: δεν νιώθω απαραίτητα αυτό που νιώθεις, αλλά προσπαθώ να καταλάβω πώς λειτουργεί ο εσωτερικός σου κόσμος.
- Αποδοχή του «άλλου» ως Άλλου: Δεν χρειάζεται να προβλέψουμε ή να ελέγξουμε τον άλλον. Αρκεί να τον ακούσουμε χωρίς την απαίτηση να μας μοιάζει.
- Αναγνώριση της εσωτερικής μεταβλητότητας: Αν ο εαυτός σου έχει αλλάξει από πέρσι, μπορεί και ο άλλος να μην είναι όπως νομίζεις. Το projection bias περιορίζεται όταν θυμόμαστε ότι η ανθρώπινη φύση είναι δυναμική.
Η αναγνώριση του projection bias είναι μια μορφή ψυχικής ωρίμανσης. Μας καλεί να χαμηλώσουμε τη φωνή του εσωτερικού μονόλογου και να ακούσουμε τον άλλο όχι ως προέκταση του εαυτού μας, αλλά ως ξεχωριστό ψυχισμό με δική του ιστορία, ερμηνεία και ανάγκες.
Αυτό απαιτεί κόπο, ταπείνωση και διάθεση για αβεβαιότητα. Αλλά ανοίγει τον δρόμο για σχέσεις λιγότερο αντιδραστικές και περισσότερο αυθεντικές.
Ο άλλος δεν είναι υποχρεωμένος να είναι ο εαυτός μας – ούτε να σκέφτεται, να νιώθει ή να ερμηνεύει τον κόσμο όπως εμείς.
Ἀρχαῖες ἑλληνικὲς φράσεις, ποὺ χρησιμοποιοῦνται καὶ σήμερα.
Ρωτᾶμε συνεχῶς: «Τί σχέση ἔχουμε ἐμεῖς, μὲ τοὺς ἀρχαίους»;...Πέρασαν 3.000 χρόνια τὸ λιγότερο (καὶ 4.000, μὴ σοῦ πῶ)
καὶ ἀκόμα ὁμιλεῖται ἡ ἴδια γλῶσσα, χωρὶς νὰ τὸ ξέρετε.
Δὲν συμβαίνει σὲ καμία ἄλλη γλῶσσα αὐτό, παγκοσμίως.
Στὴν καθημερινότητα σου, λές:
1. Ἕνα χελιδόνι (ἢ ἕνας κοῦκος) δὲν φέρνει τὴν ἄνοιξη.
Μία χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεἶ - Εἰπώθηκε ἀπὸ τὸν Αἴσωπο καί
ἔμεινε ὡς παροιμία ποὺ χρησιμοποιοῦσαν συχνὰ ὁ Ἀριστοτέλης,
ὁ Στοβαῖος καὶ ὁ Ἀριστοφάνης. Ἐπικράτησε ἡ ἐκδοχὴ μὲ τὸν κοῦκο.
2. Τὸ ἕνα χέρι, νίβει τὸ ἄλλο.
ἁ δὲ χὲὶρ τὰν χεῖρα νίζει - Στίχος τοῦ Πυθαγόρειου φιλόσοφου
καὶ ποιητή, Ἐπίχαρμου.
3. Ὅ,τι σπείρεις θὰ θερίσεις.
Εἶ κακὰ τὶς σπεῖραι, κακὰ κέρδια ἀμήσειν - Ἡσίοδος.
4. Κάλλιο νὰ σὲ ζηλεύουνε, παρὰ νὰ σὲ λυποῦνται.
Κρέσσον γὰρ οἰκτιρμοῦ φθόνος- Πίνδαρος.
5. Ἡ γλῶσσα κόκκαλα δὲν ἔχει καὶ κόκκαλα τσακίζει.
Ἡ γλῶττα ἀνόστεος μὲν, ὀστέα θραύει- Σόλων.
6. Ἔπαθε καὶ ἔμαθε.
Τὸν πάθει μάθος- Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων.
7. Σηκώθηκαν οἱ τρίχες μου.
Τρὶχὸς δ᾽ὀρθίας πλόκαμος ἵσταται - Αἰσχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας.
8. Ὁ ἄνδρας εἶναι ἡ κολώνα τοῦ σπιτιοῦ.
Ἀνήρ, στέγης στῦλον - Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων.
9. Χτύπα ξύλο.
Ἅπτεσθαι ξύλου - Ἀριστοφάνης.
10. Ἔπεσαν κάτω ἀπο τὰ γέλια.
Ὥστε ὑπτίους, ὑπὸ τοῦ γέλωτος καταπεσεῖν - Ἀθήναιος.
11. Ἔγιναν θέατρο.
Ἑαυτοὺς ἐξεθεατρίουν - Πολύβιος.
12. Μὴ μὲ συγχίζεις.
Μὴ μοὶ σύγχει - Ὅμηρος.
13. Τὴν βάψαμε (τὴ βάρκα).
Ἡ ναῦς ἔβαψεν - Εὐριπίδης, Ὀρέστης στ. 705-707.
βάπτω=βυθίζω στὸ νέρο. Ὅταν λέγαμε: ναῦς ἔβαψεν=το πλοῖο βυθίστηκε.
14. Μὴ μὲ σκοτίζεις.
Ἀποσκότισον μέ - εἶπε ὁ Διογένης στὸν Μ.Αλέξανδρο.
15. Ἔγινε ὁ βίος ἀβίωτος.
Ἀβίωτον ζῶμεν βίον - Φιλήμων, 4ος αἰ. π.Χ.
16. Τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα.
ὀρνίθων γάλα - Πλούταρχος.
17. Λὲς τρίχες!
Τριχολογεὶν καὶ τρίχας ἀναλέγεσθαι - Σουΐδας.
18. Ἄει στὸν κόρακα (τὴν ἀκοῦς πολὺ στὴ Θεσσαλία).
Πέμπειν εἰς κόρακας.
19. Δὲν μὲ μέλει.
οὐδὲν μοὶ μέλει.
20. Πολλὰ λές.
Πολλὰ λαλεῖς (Στὴν Κύπρο θὰ τὸ ἀκοῦς συνεχῶς)
21. Νὰ σκάσεις.
Διαρραγείης - Ἀριστοφάνης.
22. Κάθε ἀρχὴ καὶ δύσκολη.
Ἀρχὴ δήπου παντὸς ἔργου χαλεπωτέρα.
23. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρή.
Ἔχει τί πίκρὸν, ὁ τῆς ἀληθείας λόγος - Δίων.
24. Ἡ ἀλήθεια δὲν κρύβεται.
Ἀδύνατον τ' ἀληθὲς λαθεῖν - Μένανδρος.
25. Φοβᾶται καὶ τὴν σκιά του.
τὴν αὐτοῦ σκὶὰν δέδοικεν - Ἀριστοφ. Ἀπόσπ. 62.
26. Τὸν ἀράπη κι ἂν τὸν πλένεις.
Αἰθίοπα σμήχεις - Πλούταρχος (στὴν οὐσία σημαίνει, τὸν Αἰθίοπα
(ὅσο κι) ἂν λευκαίνεις.
27. Καμιὰ δουλειὰ δὲν εἶναι ντροπὴ (ἡ ἀεργία εἶναι ντροπή)
Ἔργον δ' οὐδὲν ὄνειδος, (ἀεργίη δὲ τ' ὄνειδος) - Ἡσίοδος.
28. Χτίζεις στὴν ἄμμο.
Εἰς ψάμμον οἰκοδομεῖς - Πλούταρχος.
29. Παρ' τὸ αὐγὸ καὶ κούρευτο.
Ὦον τίλλεις - Πλούταρχος.
30. Ὅπως σὲ βλέπω καὶ μὲ βλέπεις.
Ὦσπερ εἰσορὰς ἐμέ - Σοφοκλῆς.
31. Μοῦ λύθηκαν τὰ γόνατα.
Λύεται γούνατα - Ὅμηρος.
32. Θὰ σοῦ δείξω ἐγώ, ποιός εἶμαι (ἀπειλή).
Ἐγὼ αὐτῷ δείξω, τὶς εἰμί - Ἐπίκτητος 3,2,10.
33. Δὲν πᾶς νὰ κρεμαστεῖς ;
Οὔκ ἀπάγξη; Ἐπίκτητος 3,1,32.
34. Κάνει σὰν νὰ τοῦ σκότωσε τὸν πατέρα (σὰ νὰ τοῦ σκότωσε
τὴ μάνα, λέμε σήμερα ἐμεῖς)
Ἂν οὔν ἐν τούτοις πλανηθῶ, μή τι τὸν πατέρα ἀπέκτεινα - Ἐπίκτητος 1,7,31.
35. Βάζω τὸ χέρι στὴν φωτιά.
Χεῖρα τ' ἐν ἠγάνῳ βαλεῖν (ἠγάνω=στο τηγάνι) - Ἀνακρέων Fragmenta Fr.91.
36. Μπλέξαμε τὰ μπούτια μας.
Πλέξαντες μηροίσι πέρι μηρούς - Ἀνακρέων.
Οἱ ἄνθρωποι ἀλλάζουν, ἡ γλῶσσα ὅμως θυμᾶται καὶ ἡ μνήμη ρέει στὸ αἷμα μας.
ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ: ΟΤΑΝ Η ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΜΦΙΒΟΛΗ
Η ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ
Η κωμωδία Επιτρέποντες ανήκει πιθανώς στην όψιμη παραγωγή του Μενάνδρου και έχει σωθεί σε πάπυρο κατά το μεγαλύτερο μέρος της (περίπου τα 2/3 του έργου). Τον τίτλο έδωσε στο έργο η σκηνή της διαιτησίας στη δεύτερη πράξη. Δυο δούλοι, ο βοσκός Δάος, που βρήκε στο δάσος ένα έκθετο παιδί, και ο καρβουνιάρης Σύρος, στον οποίο ο βοσκός έδωσε το παιδί για να το αναθρέψει, ερίζουν για τα αντικείμενα που βρέθηκαν με το παιδί και είχαν τοποθετηθεί από τη μητέρα του, για να είναι δυνατή στο μέλλον η αναγνώριση (γνωρίσματα). Ο άνθρωπος που ορίζουν ως κριτή (=ἐπιτρέπουσιν) είναι ο γέρο-Σμικρίνης .
(ΣΥΡΟΣ)
Πας να ξεφύγεις από το δίκαιο.
(ΔΑΟΣ)
Εσύ στρεψοδικείς, άθλιε.
Δεν είναι σωστό να έχεις ό,τι δεν σου ανήκει.
(ΣΥΡΟΣ)
Πρέπει να αναθέσουμε σε διαιτητή1 να κρίνει την υπόθεση.220
(ΔΑΟΣ)
Σύμφωνοι. Να κριθούμε.
(ΣΥΡΟΣ)
Και ποιος θα κρίνει;
(ΔΑΟΣ)
Εγώ δέχομαι οποιονδήποτε. Όμως καλά να πάθω·
γιατί τι ήθελα και σου έδινα μερίδιο;
(ΣΥΡΟΣ)
Θέλεις να ορίσουμε αυτόν κριτή;
(ΔΑΟΣ)
Με το καλό!
(ΣΥΡΟΣ)
Για τ᾽ όνομα των θεών, χρυσέ μας άνθρωπε,
μπορείς να διαθέσεις για μας λίγο χρόνο;
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Για σας; Σχετικά με ποιο θέμα; (225)
(ΣΥΡΟΣ)
Διαφωνούμε για ένα ζήτημα.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Κι εμένα τι με νοιάζει;
(ΣΥΡΟΣ)
Ψάχνουμε να βρούμε γι᾽ αυτό έναν κριτή αμερόληπτο.
Αν λοιπόν δεν έχεις πρόβλημα, λύσε μας τη διαφορά.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Βρε που κακό χρόνο να ᾽χετε, μου φοράτε προβιές
και κόβετε βόλτες έχοντας στήσει δικαστήριο; (230)
(ΣΥΡΟΣ)
Παρ᾽ όλα αυτά. Το ζήτημα δεν είναι τίποτα σπουδαίο
και δεν είναι δύσκολονα σχηματίσεις γνώμη.
Κάνε μας τη χάρη, παππού.
Για τ᾽ όνομα των θεών, μη μας περιφρονήσεις.
Παντού και πάντα πρέπει να νικάει το δίκαιο·
ο καθένας οφείλει να νοιάζεται γι᾽ αυτό·
είναι κάτι που ισχύει για όλους. (235)
ΔΑΟΣ
Έχω να αντιμετωπίσω ρήτορα που δεν είναι παίξε-γέλασε.
Τι ήθελα και έδινα μερίδιο;
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Θα σεβαστείτε λοιπόν την απόφαση που θα βγάλω; Πες μου.
ΣΥΡΟΣ
Οπωσδήποτε
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Ακούω. Τι μ᾽ εμποδίζει, άλλωστε;
Μίλα πρώτος εσύ που σιωπάς.
ΔΑΟΣ
Θα πάω λίγο πιο πίσω, (240)
δεν θ᾽ αναφέρω μόνο τι έγινε μ᾽ αυτόν,
για να έχεις σαφή εικόνα για το ζήτημα.
Πριν από καμιά τριανταριά ημέρες, χρυσέ μου άνθρωπε,
έβοσκα ολομόναχος τα πρόβατα στο δάσος κοντά σε τούτα τα χωράφια
και βρήκα παρατημένο ένα μωρουδάκι· (245)
μαζί του βρέθηκε μια αλυσίδα
και κάποια άλλα τέτοια κοσμηματάκια.
(ΣΥΡΟΣ)
Περί αυτού πρόκειται.
ΔΑΟΣ
Δεν με αφήνει να μιλήσω.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Εάν πετάγεσαι, θα σε λιανίσω με τη μαγκούρα.
(ΣΥΡΟΣ)
Και με το δίκιο σου.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Συνέχισε.
(ΔΑΟΣ)
Συνεχίζω.
Το περιμάζεψα, γύρισα στο σπίτι μου με το μωρό, (250)
ήθελα να το αναθρέψω. Έτσι έκρινα τότε.
Τη νύχτα όμως, όπως κάνει όλος ο κόσμος,
έβαλα κάτω τα πράγματα και κάθισα και σκέφτηκα:
Τι τα θέλω εγώ τα νταντέματα και τις φασαρίες;
Πού θα βρω να ξοδέψω τόσα χρήματα; (255)
Ποιος ο λόγος να βάλω μπελάδες;
Αυτά και αυτά σκεφτόμουν. Την άλλη μέρα το πρωί
έβοσκα πάλι τα πρόβατα. Ήρθε αυτός στο ίδιο μέρος
για να πριονίσει κούτσουρα – είναι καρβουνιάρης.
Είχαμε γνωριστεί από πριν και τα λέγαμε.
Πιάνουμε την κουβέντα. Όταν με είδε κατσουφιασμένο, (260)
«γιατί είναι», λέει, «προβληματισμένος ο Δάος;».
«Έλα ντε», λέω, «πάω γυρεύοντας».
Κάθομαι και του λέω τα καθέκαστα,
πώς βρήκα το μωρό, πώς το περιμάζεψα. Εκείνος, την ίδια στιγμή,
πριν καλά-καλά τελειώσω, άρχισε να με παρακαλάει:
«που σε καλό να σου βγει, Δάε» -αυτή ήταν η μόνιμη επωδός- (265)
«δώσ᾽ μου το εμένα το μωρό. Που καλή τύχη να ᾽χεις,
που είθε να βρείς την ελευθερία σου. Είμαι», λέει, «παντρεμένος,
αλλά η γυναίκα μου έχασε το παιδί στη γέννα».
Εννοούσε αυτή που κρατάει στην αγκαλιά της το μωρό.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Τον παρακαλούσες εσύ; (270)
(ΔΑΟΣ)
Έφαγε όλη την ημέρα να με ικετεύει.
Έτσι που με εκλιπαρούσε και με πιπίλιζε, είπα το ναι, το έδωσα,
έφυγε δίνοντας μου ευχές και ευχές να έχω χίλια καλά.
Έπιανε τα χέρια μου και τα φιλούσε.
Τα έκανες αυτά;
(ΣΥΡΟΣ)
Τα έκανα.
(ΔΑΟΣ)
Επήγε στην ευχή.
Ξαφνικά, μου έρχεται τώρα μαζί με τη γυναίκα του (275)
και απαιτεί να του παραδοθούν
τα αντικείμενα που βρέθηκαν τότε με το μωρό
-μιλάμε για μικροπράγματα, σαχλαμάρες, το τίποτα-
και λέει πως είναι σκάνδαλο που δεν τα παραδίδω,
αλλά επιμένω να τα κρατήσω εγώ.
Εγώ πάλι λέω ότι έπρεπε να μου χρωστά ευγνωμοσύνη (280)
γι᾽ αυτά που πήρε με τα παρακάλια του.
Αν τώρα δεν του παραχωρώ τα πάντα,
δεν είμαι υποχρεωμένος και να λογοδοτήσω.
Αν, αίφνης, τα είχε βρει αυτά, ενώ περπατούσε μαζί μου,
και ήταν κοινό το εύρημα, θα έπαιρνε το ένα μέρος αυτός,
και το άλλο εγώ.
Από τη στιγμή όμως που τα βρήκα μόνος μου, (285)
το θεωρείς σωστό, ενώ δεν ήσουν μαζί,
να έχεις εσύ τα πάντα, κι εγώ τίποτα;
Για να τελειώνω: εγώ σου έδωσα κάτι που μου ανήκει.
Σου αρέσει; Κράτησέ το και τώρα.
Δεν σου αρέσει και έχεις αλλάξει γνώμη; Δώσ᾽ το πάλι πίσω
και μην με αδικείς και μη ζημιώνεσαι. (290)
Δεν μπορεί όμως να έχεις εσύ τα πάντα,
άλλα με τη συγκατάθεσή μου, και άλλα διά της βίας.
Είπα ό,τι είχα να πω.
(ΣΥΡΟΣ)
Τα είπε;
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Δεν άκουσες; Τα είπε.
ΣΥΡΟΣ
Καλώς. Τώρα η σειρά μου.
Μόνος του το βρήκε αυτός το μωρό,
και όλα όσα λέει τώρα, είναι όπως τα λέει. (295)
Έτσι έγιναν τα πράγματα, παππού· δεν το αμφισβητώ.
Για να μου δώσει το μωρό, παρακάλεσα, ικέτευσα.
Αλήθεια λέει.
Ένας βοσκός που δουλεύει κοντά του
– στον βοσκό το εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος- (300)
μου αποκάλυψε ότι μαζί με το μωρό
είχαν βρεθεί και κάτι κοσμήματα.
Γι᾽ αυτά τα κοσμήματα, παππού,
έχει έρθει αυτός αυτοπροσώπως
-δώσ᾽ μου το μωρό, γυναίκα. Αυτός, Δάε, ζητάει να του παραδώσεις
την αλυσίδα και τα γνωρίσματα· του τα έβαλαν, λέει, μαζί,
για να στολίζουν αυτόν, όχι για να θρέψουν εσένα. (305)
Μαζί του σου τα ζητάω κι εγώ που είμαι τώρα κηδεμόνας του
-εσύ με έκανες δίνοντάς μου το μωρό.
Τώρα, χρυσέ μου άνθρωπε, έχεις, θαρρώ, να κρίνεις
αν τα χρυσαφικά- ή ό,τι τέλος πάντων είναι αυτά-
πρέπει να τα φυλάξουμε για το παιδί, ώσπου να μεγαλώσει,
όπως το θέλησε η μητέρα του, όποια κι αν είναι, (310)
ή αν θα τα κρατήσει αυτός που τα ᾽κλεψε,
μόνο και μόνο επειδή βρήκε πρώτος κάτι που δεν του ανήκει.
Γιατί δεν σου τα ζήτησα όταν έπαιρνα το μωρό;
Τότε δεν είχα ακόμη το δικαίωμα να μιλάω εξ ονόματός του. (315)
Άλλωστε και τώρα δεν ήρθα να σου ζητήσω κάτι για μένα.
Κοινό το εύρημα; Να μου λείπει το εύρημα,
όταν υπάρχει κάποιος που αδικείται.
Αυτό δεν είναι εύρεση, είναι λήστευση.
Σκέψου και το άλλο, παππού· (320)
τούτο το παιδί μπορεί να είναι πιο πάνω από τη σειρά μας,
και αν μεγαλώσει με δουλευτάδες,
ίσως θα τα περιφρονήσει αυτά
και θα τον σπρώξει η φύση του
ν᾽ αποτολμήσει κάτι αντάξιο των ελευθέρων,
να κυνηγάει λέοντες, να φέρει όπλα, να τρέχει στους αγώνες.
Έχεις ασφαλώς παρακολουθήσει τραγωδίες (325)
και σου είναι οικεία όλα αυτά.
Τον γνωστό Νηλέα και τον Πελία
τους βρήκε ένας γέρος γιδοβοσκός, που φορούσε προβιά
σαν κι αυτή που φοράω τώρα εγώ.
Όταν κατάλαβε πως είχε να κάνει με ανθρώπους που ήταν
πιο πάνω από τη σειρά του,
τους διηγήθηκε τα καθέκαστα, (330)
πώς τους βρήκε, πώς τους περιμάζεψε,
τους έδωσε και ένα σακουλάκι με τα γνωρίσματα,
έμαθαν έτσι την πάσα αλήθεια για την περιπέτειά τους
και γίναν βασιλιάδες αυτοί που τότε ήσαν γιδοβοσκοί.
Αν όμως εκείνα τα είχε κρατήσει ο Δάος και τα είχε πουλήσει,
για να κερδίσει του λόγου του δώδεκα δραχμές, (335)
θα έμεναν για πάντα στην αφάνεια
τέτοιοι άντρες κι από τέτοια γενιά.
Δεν είναι σωστό, παππού, να το μεγαλώνω εγώ τούτο το πλάσμα,
την ελπίδα όμως της σωτηρίας του (340)
να την πάρει και να την εξαφανίσει ο Δάος.
Κάποιος ήταν έτοιμος να παντρευτεί την αδερφή του
και τον σταμάτησαν τα γνωρίσματα,
άλλος βρήκε τη μητέρα του και την απελευθέρωσε,
άλλος έσωσε αδελφό.
Επειδή ο βίος όλων είναι φύσει επισφαλής,
οφείλουμε, γέροντα, να τον προφυλάσσουμε προνοώντας
και να προλαβαίνουμε τα πράγματα, όσο μπορούμε. (345)
«Αν δεν σου αρέσει», λέει, «δώσ᾽ το πίσω».
Και θεωρεί αποστομωτικό το επιχείρημα.
Δεν είναι δίκαιο. Επειδή δηλαδή εσύ
πρέπει να επιστρέψεις κάτι από αυτά που του ανήκουν,
ζητάς από πάνω να πάρεις και το παιδί,
για να μπορείς και πάλι να ραδιουργείς εκ του ασφαλούς, (350)
αν τώρα η Τύχη έσωσε κάτι από τα δικά του;
Είπα ό ,τι είχα να πω. Πάρε την απόφαση που θεωρείς δίκαιη.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Δεν είναι δύσκολο να αποφασίσω.
Όλα όσα βρέθηκαν με το παιδί, ανήκουν στο παιδί.
Αυτή είναι η ετυμηγορία μου.
(ΔΑΟΣ)
Καλώς. Και το παιδί; (355)
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Δεν θα αποφασίσω, μα τον Δία, ότι ανήκει σ᾽ εσένα
που και τώρα το αδικείς· ανήκει σ᾽ αυτόν που το υπερασπίζεται
και αντιδρά στις αδικίες που σχεδιάζεις.
(ΣΥΡΟΣ)
Να έχεις του κόσμου τα καλά.
(ΔΑΟΣ)
Είναι πρωτοφανής η απόφαση, μα τον Δία τον Σωτήρα.
Εγώ τα βρήκα όλα, και μου τα πήραν όλα.
Και τα έχει αυτός που δεν τα βρήκε. (360)
Πρέπει λοιπόν να του τα παραδώσω;
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Ασφαλώς.
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ:
Ο γέρο-Σμικρίνης, είναι κατά τύχη και χωρίς να το γνωρίζει παππούς του παιδιού, αφού είναι πατέρας της Παμφίλης, της μητέρας του παιδιού, η οποία το είχε εκθέσει, επειδή ήταν καρπός του βιασμού της από έναν άγνωστο κατά τη διάρκεια μιας νυχτερινής γιορτής. Στο τέλος θα αποκαλυφθεί ότι ο τότε άγνωστος ήταν ο μετέπειτα σύζυγός της Χαρίσιος.
ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ, Επιτρέποντες στ. 218 -361
Η κωμωδία Επιτρέποντες ανήκει πιθανώς στην όψιμη παραγωγή του Μενάνδρου και έχει σωθεί σε πάπυρο κατά το μεγαλύτερο μέρος της (περίπου τα 2/3 του έργου). Τον τίτλο έδωσε στο έργο η σκηνή της διαιτησίας στη δεύτερη πράξη. Δυο δούλοι, ο βοσκός Δάος, που βρήκε στο δάσος ένα έκθετο παιδί, και ο καρβουνιάρης Σύρος, στον οποίο ο βοσκός έδωσε το παιδί για να το αναθρέψει, ερίζουν για τα αντικείμενα που βρέθηκαν με το παιδί και είχαν τοποθετηθεί από τη μητέρα του, για να είναι δυνατή στο μέλλον η αναγνώριση (γνωρίσματα). Ο άνθρωπος που ορίζουν ως κριτή (=ἐπιτρέπουσιν) είναι ο γέρο-Σμικρίνης .
(ΣΥΡΟΣ)
Πας να ξεφύγεις από το δίκαιο.
(ΔΑΟΣ)
Εσύ στρεψοδικείς, άθλιε.
Δεν είναι σωστό να έχεις ό,τι δεν σου ανήκει.
(ΣΥΡΟΣ)
Πρέπει να αναθέσουμε σε διαιτητή1 να κρίνει την υπόθεση.220
(ΔΑΟΣ)
Σύμφωνοι. Να κριθούμε.
(ΣΥΡΟΣ)
Και ποιος θα κρίνει;
(ΔΑΟΣ)
Εγώ δέχομαι οποιονδήποτε. Όμως καλά να πάθω·
γιατί τι ήθελα και σου έδινα μερίδιο;
(ΣΥΡΟΣ)
Θέλεις να ορίσουμε αυτόν κριτή;
(ΔΑΟΣ)
Με το καλό!
(ΣΥΡΟΣ)
Για τ᾽ όνομα των θεών, χρυσέ μας άνθρωπε,
μπορείς να διαθέσεις για μας λίγο χρόνο;
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Για σας; Σχετικά με ποιο θέμα; (225)
(ΣΥΡΟΣ)
Διαφωνούμε για ένα ζήτημα.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Κι εμένα τι με νοιάζει;
(ΣΥΡΟΣ)
Ψάχνουμε να βρούμε γι᾽ αυτό έναν κριτή αμερόληπτο.
Αν λοιπόν δεν έχεις πρόβλημα, λύσε μας τη διαφορά.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Βρε που κακό χρόνο να ᾽χετε, μου φοράτε προβιές
και κόβετε βόλτες έχοντας στήσει δικαστήριο; (230)
(ΣΥΡΟΣ)
Παρ᾽ όλα αυτά. Το ζήτημα δεν είναι τίποτα σπουδαίο
και δεν είναι δύσκολονα σχηματίσεις γνώμη.
Κάνε μας τη χάρη, παππού.
Για τ᾽ όνομα των θεών, μη μας περιφρονήσεις.
Παντού και πάντα πρέπει να νικάει το δίκαιο·
ο καθένας οφείλει να νοιάζεται γι᾽ αυτό·
είναι κάτι που ισχύει για όλους. (235)
ΔΑΟΣ
Έχω να αντιμετωπίσω ρήτορα που δεν είναι παίξε-γέλασε.
Τι ήθελα και έδινα μερίδιο;
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Θα σεβαστείτε λοιπόν την απόφαση που θα βγάλω; Πες μου.
ΣΥΡΟΣ
Οπωσδήποτε
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Ακούω. Τι μ᾽ εμποδίζει, άλλωστε;
Μίλα πρώτος εσύ που σιωπάς.
ΔΑΟΣ
Θα πάω λίγο πιο πίσω, (240)
δεν θ᾽ αναφέρω μόνο τι έγινε μ᾽ αυτόν,
για να έχεις σαφή εικόνα για το ζήτημα.
Πριν από καμιά τριανταριά ημέρες, χρυσέ μου άνθρωπε,
έβοσκα ολομόναχος τα πρόβατα στο δάσος κοντά σε τούτα τα χωράφια
και βρήκα παρατημένο ένα μωρουδάκι· (245)
μαζί του βρέθηκε μια αλυσίδα
και κάποια άλλα τέτοια κοσμηματάκια.
(ΣΥΡΟΣ)
Περί αυτού πρόκειται.
ΔΑΟΣ
Δεν με αφήνει να μιλήσω.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Εάν πετάγεσαι, θα σε λιανίσω με τη μαγκούρα.
(ΣΥΡΟΣ)
Και με το δίκιο σου.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Συνέχισε.
(ΔΑΟΣ)
Συνεχίζω.
Το περιμάζεψα, γύρισα στο σπίτι μου με το μωρό, (250)
ήθελα να το αναθρέψω. Έτσι έκρινα τότε.
Τη νύχτα όμως, όπως κάνει όλος ο κόσμος,
έβαλα κάτω τα πράγματα και κάθισα και σκέφτηκα:
Τι τα θέλω εγώ τα νταντέματα και τις φασαρίες;
Πού θα βρω να ξοδέψω τόσα χρήματα; (255)
Ποιος ο λόγος να βάλω μπελάδες;
Αυτά και αυτά σκεφτόμουν. Την άλλη μέρα το πρωί
έβοσκα πάλι τα πρόβατα. Ήρθε αυτός στο ίδιο μέρος
για να πριονίσει κούτσουρα – είναι καρβουνιάρης.
Είχαμε γνωριστεί από πριν και τα λέγαμε.
Πιάνουμε την κουβέντα. Όταν με είδε κατσουφιασμένο, (260)
«γιατί είναι», λέει, «προβληματισμένος ο Δάος;».
«Έλα ντε», λέω, «πάω γυρεύοντας».
Κάθομαι και του λέω τα καθέκαστα,
πώς βρήκα το μωρό, πώς το περιμάζεψα. Εκείνος, την ίδια στιγμή,
πριν καλά-καλά τελειώσω, άρχισε να με παρακαλάει:
«που σε καλό να σου βγει, Δάε» -αυτή ήταν η μόνιμη επωδός- (265)
«δώσ᾽ μου το εμένα το μωρό. Που καλή τύχη να ᾽χεις,
που είθε να βρείς την ελευθερία σου. Είμαι», λέει, «παντρεμένος,
αλλά η γυναίκα μου έχασε το παιδί στη γέννα».
Εννοούσε αυτή που κρατάει στην αγκαλιά της το μωρό.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Τον παρακαλούσες εσύ; (270)
(ΔΑΟΣ)
Έφαγε όλη την ημέρα να με ικετεύει.
Έτσι που με εκλιπαρούσε και με πιπίλιζε, είπα το ναι, το έδωσα,
έφυγε δίνοντας μου ευχές και ευχές να έχω χίλια καλά.
Έπιανε τα χέρια μου και τα φιλούσε.
Τα έκανες αυτά;
(ΣΥΡΟΣ)
Τα έκανα.
(ΔΑΟΣ)
Επήγε στην ευχή.
Ξαφνικά, μου έρχεται τώρα μαζί με τη γυναίκα του (275)
και απαιτεί να του παραδοθούν
τα αντικείμενα που βρέθηκαν τότε με το μωρό
-μιλάμε για μικροπράγματα, σαχλαμάρες, το τίποτα-
και λέει πως είναι σκάνδαλο που δεν τα παραδίδω,
αλλά επιμένω να τα κρατήσω εγώ.
Εγώ πάλι λέω ότι έπρεπε να μου χρωστά ευγνωμοσύνη (280)
γι᾽ αυτά που πήρε με τα παρακάλια του.
Αν τώρα δεν του παραχωρώ τα πάντα,
δεν είμαι υποχρεωμένος και να λογοδοτήσω.
Αν, αίφνης, τα είχε βρει αυτά, ενώ περπατούσε μαζί μου,
και ήταν κοινό το εύρημα, θα έπαιρνε το ένα μέρος αυτός,
και το άλλο εγώ.
Από τη στιγμή όμως που τα βρήκα μόνος μου, (285)
το θεωρείς σωστό, ενώ δεν ήσουν μαζί,
να έχεις εσύ τα πάντα, κι εγώ τίποτα;
Για να τελειώνω: εγώ σου έδωσα κάτι που μου ανήκει.
Σου αρέσει; Κράτησέ το και τώρα.
Δεν σου αρέσει και έχεις αλλάξει γνώμη; Δώσ᾽ το πάλι πίσω
και μην με αδικείς και μη ζημιώνεσαι. (290)
Δεν μπορεί όμως να έχεις εσύ τα πάντα,
άλλα με τη συγκατάθεσή μου, και άλλα διά της βίας.
Είπα ό,τι είχα να πω.
(ΣΥΡΟΣ)
Τα είπε;
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Δεν άκουσες; Τα είπε.
ΣΥΡΟΣ
Καλώς. Τώρα η σειρά μου.
Μόνος του το βρήκε αυτός το μωρό,
και όλα όσα λέει τώρα, είναι όπως τα λέει. (295)
Έτσι έγιναν τα πράγματα, παππού· δεν το αμφισβητώ.
Για να μου δώσει το μωρό, παρακάλεσα, ικέτευσα.
Αλήθεια λέει.
Ένας βοσκός που δουλεύει κοντά του
– στον βοσκό το εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος- (300)
μου αποκάλυψε ότι μαζί με το μωρό
είχαν βρεθεί και κάτι κοσμήματα.
Γι᾽ αυτά τα κοσμήματα, παππού,
έχει έρθει αυτός αυτοπροσώπως
-δώσ᾽ μου το μωρό, γυναίκα. Αυτός, Δάε, ζητάει να του παραδώσεις
την αλυσίδα και τα γνωρίσματα· του τα έβαλαν, λέει, μαζί,
για να στολίζουν αυτόν, όχι για να θρέψουν εσένα. (305)
Μαζί του σου τα ζητάω κι εγώ που είμαι τώρα κηδεμόνας του
-εσύ με έκανες δίνοντάς μου το μωρό.
Τώρα, χρυσέ μου άνθρωπε, έχεις, θαρρώ, να κρίνεις
αν τα χρυσαφικά- ή ό,τι τέλος πάντων είναι αυτά-
πρέπει να τα φυλάξουμε για το παιδί, ώσπου να μεγαλώσει,
όπως το θέλησε η μητέρα του, όποια κι αν είναι, (310)
ή αν θα τα κρατήσει αυτός που τα ᾽κλεψε,
μόνο και μόνο επειδή βρήκε πρώτος κάτι που δεν του ανήκει.
Γιατί δεν σου τα ζήτησα όταν έπαιρνα το μωρό;
Τότε δεν είχα ακόμη το δικαίωμα να μιλάω εξ ονόματός του. (315)
Άλλωστε και τώρα δεν ήρθα να σου ζητήσω κάτι για μένα.
Κοινό το εύρημα; Να μου λείπει το εύρημα,
όταν υπάρχει κάποιος που αδικείται.
Αυτό δεν είναι εύρεση, είναι λήστευση.
Σκέψου και το άλλο, παππού· (320)
τούτο το παιδί μπορεί να είναι πιο πάνω από τη σειρά μας,
και αν μεγαλώσει με δουλευτάδες,
ίσως θα τα περιφρονήσει αυτά
και θα τον σπρώξει η φύση του
ν᾽ αποτολμήσει κάτι αντάξιο των ελευθέρων,
να κυνηγάει λέοντες, να φέρει όπλα, να τρέχει στους αγώνες.
Έχεις ασφαλώς παρακολουθήσει τραγωδίες (325)
και σου είναι οικεία όλα αυτά.
Τον γνωστό Νηλέα και τον Πελία
τους βρήκε ένας γέρος γιδοβοσκός, που φορούσε προβιά
σαν κι αυτή που φοράω τώρα εγώ.
Όταν κατάλαβε πως είχε να κάνει με ανθρώπους που ήταν
πιο πάνω από τη σειρά του,
τους διηγήθηκε τα καθέκαστα, (330)
πώς τους βρήκε, πώς τους περιμάζεψε,
τους έδωσε και ένα σακουλάκι με τα γνωρίσματα,
έμαθαν έτσι την πάσα αλήθεια για την περιπέτειά τους
και γίναν βασιλιάδες αυτοί που τότε ήσαν γιδοβοσκοί.
Αν όμως εκείνα τα είχε κρατήσει ο Δάος και τα είχε πουλήσει,
για να κερδίσει του λόγου του δώδεκα δραχμές, (335)
θα έμεναν για πάντα στην αφάνεια
τέτοιοι άντρες κι από τέτοια γενιά.
Δεν είναι σωστό, παππού, να το μεγαλώνω εγώ τούτο το πλάσμα,
την ελπίδα όμως της σωτηρίας του (340)
να την πάρει και να την εξαφανίσει ο Δάος.
Κάποιος ήταν έτοιμος να παντρευτεί την αδερφή του
και τον σταμάτησαν τα γνωρίσματα,
άλλος βρήκε τη μητέρα του και την απελευθέρωσε,
άλλος έσωσε αδελφό.
Επειδή ο βίος όλων είναι φύσει επισφαλής,
οφείλουμε, γέροντα, να τον προφυλάσσουμε προνοώντας
και να προλαβαίνουμε τα πράγματα, όσο μπορούμε. (345)
«Αν δεν σου αρέσει», λέει, «δώσ᾽ το πίσω».
Και θεωρεί αποστομωτικό το επιχείρημα.
Δεν είναι δίκαιο. Επειδή δηλαδή εσύ
πρέπει να επιστρέψεις κάτι από αυτά που του ανήκουν,
ζητάς από πάνω να πάρεις και το παιδί,
για να μπορείς και πάλι να ραδιουργείς εκ του ασφαλούς, (350)
αν τώρα η Τύχη έσωσε κάτι από τα δικά του;
Είπα ό ,τι είχα να πω. Πάρε την απόφαση που θεωρείς δίκαιη.
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Δεν είναι δύσκολο να αποφασίσω.
Όλα όσα βρέθηκαν με το παιδί, ανήκουν στο παιδί.
Αυτή είναι η ετυμηγορία μου.
(ΔΑΟΣ)
Καλώς. Και το παιδί; (355)
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Δεν θα αποφασίσω, μα τον Δία, ότι ανήκει σ᾽ εσένα
που και τώρα το αδικείς· ανήκει σ᾽ αυτόν που το υπερασπίζεται
και αντιδρά στις αδικίες που σχεδιάζεις.
(ΣΥΡΟΣ)
Να έχεις του κόσμου τα καλά.
(ΔΑΟΣ)
Είναι πρωτοφανής η απόφαση, μα τον Δία τον Σωτήρα.
Εγώ τα βρήκα όλα, και μου τα πήραν όλα.
Και τα έχει αυτός που δεν τα βρήκε. (360)
Πρέπει λοιπόν να του τα παραδώσω;
(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)
Ασφαλώς.
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ:
Ο γέρο-Σμικρίνης, είναι κατά τύχη και χωρίς να το γνωρίζει παππούς του παιδιού, αφού είναι πατέρας της Παμφίλης, της μητέρας του παιδιού, η οποία το είχε εκθέσει, επειδή ήταν καρπός του βιασμού της από έναν άγνωστο κατά τη διάρκεια μιας νυχτερινής γιορτής. Στο τέλος θα αποκαλυφθεί ότι ο τότε άγνωστος ήταν ο μετέπειτα σύζυγός της Χαρίσιος.
ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ, Επιτρέποντες στ. 218 -361
Ο Νικολό Μακιαβέλι και πώς να επιλέξετε έναν υπουργό
«Αντικείμενο ουσιωδέστατο για έναν ηγεμόνα είναι ο τρόπος με τον οποίο θα επιλέξει τους υπουργούς που θα συμμετέχουν στην κυβέρνησή του. Το αν είναι καλοί ή κακοί εξαρτάται από την φρόνηση και τις ικανότητες του.»
Η τέχνη να κυβερνάς τους ανθρώπους, να κατευθύνεις δηλαδή τη δράση τους προς έναν επιδιωκόμενο σκοπό, είναι ένα από τα βασικά θέματα που διαπραγματεύεται ο Ιταλός πολιτικός και στοχαστής Νικολό Μπερνάρντο Μακιαβέλι στο βιβλίο του ο Ηγεμόνας (Il principe, 1513). Η ιδιότητα του ανθρώπου, ειδικά τα στοιχεία εκείνα που θεωρούνται αμετάβλητα στον ιστορικό χρόνο, απασχολούν έντονα τον συγγραφέα, καθώς επιχειρεί να ορίσει με ακρίβεια τις ικανότητες και τα γνωρίσματα του χαρακτήρα που πρέπει να έχει κάποιος, προκειμένου «να κατακτήσει ή να διατηρήσει την εξουσία σε ένα κράτος.» Για τις διανοητικές ικανότητες των ανθρώπων γράφει: «Τρεις βαθμούς διάνοιας διακρίνουμε στους ανθρώπους. Όσοι έχουν τον πρώτο βαθμό αντιλαμβάνονται τα πράγματα στηριζόμενοι στις δικές τους δυνάμεις. Οι έχοντες τον δεύτερο βαθμό μπορούν να καταλάβουν ότι τους διδάσκουν οι άλλοι, ενώ αυτοί που βρίσκονται στον τρίτο βαθμό ούτε μόνοι τους, ούτε με τη βοήθεια άλλων κατανοούν τίποτα. Οι πρώτοι έχουν διάνοια υψηλότατη, οι δεύτεροι υψηλή και οι τρίτοι κακή.»
Ο Ηγεμόνας, λέει ο Μακιαβέλι, δεν είναι εντελώς απαραίτητο να βρίσκεται στον πρώτο βαθμό της διάνοιας, αν και κάτι τέτοιο θα ήταν σαφώς επιθυμητό, αρκεί στοιχειωδώς «να μπορεί να διακρίνει το καλό από το κακό.» Μεταξύ άλλων απλών παραδειγμάτων αναφέρεται και ένας σώφρων ηγεμόνας, ο οποίος ήταν άξιος θαυμασμού, επειδή είχε διαλέξει έναν υπουργό περίφημο για τις ικανότητες, το ήθος και την εντιμότητά του: «Ο Πετρύκκιος, αν δεν ήταν άντρας του πρώτου βαθμού διανοίας, είχε οπωσδήποτε διάνοια δευτέρου βαθμού, διότι, όταν έχει κάποιος την ικανότητα να διακρίνει το καλό από το κακό που πράττει κάποιος άλλος, και αν ακόμα ο νους του δεν είναι εφευρετικός, μπορεί να γνωρίζει τα ωφέλιμα και τα επιβλαβή έργα του υπουργού του, ώστε επαινώντας τα πρώτα και διορθώνοντας τα δεύτερα να τού αφαιρεί κάθε ελπίδα για απάτες και να τον διατηρεί αδιάφθορο.»
Οι άνθρωποι συχνά επαινούνται ή κατηγορούνται, σύμφωνα με ορισμένα χαρακτηριστικά τους: «Σε όλους τους ανθρώπους, και μάλιστα στους ηγεμόνες, οι οποίοι κατέχουν υψηλότερη θέση, αποδίδονται ορισμένες ιδιότητες, σύμφωνα με τις οποίες χαρακτηρίζονται αξιόμεμπτοι ή αξιέπαινοι. Γι’ αυτό κάποιοι λογίζονται ελευθέριοι, άλλοι φειδωλοί, άλλοι γενναιόδωροι, άλλοι άρπαγες, άλλοι ωμοί άλλοι επιεικείς. Παρομοίως, ο μεν θεωρείται άπιστος, ο δε πιστός, ο μεν θηλυπρεπής και δειλός, ο δε αντρείος και γενναιόψυχος, ο μεν φιλάνθρωπος, ο δε υπερόπτης, ο μεν φιλήδονος, ο μεν σώφρων, ο μεν ειλικρινής, ο δε πονηρός, ο μεν σκληροτράχηλος, ο δε ευάγωγος, ο μεν σοβαρός, ο δε ελαφρόμυαλος, ο μεν θρήσκος, ο μεν άθρησκος και ούτως εφ εξής.»
Οι κόλακες
Ειδικά ο νέος ηγέτης οφείλει να αποφεύγει τους κόλακες και να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στην επιλογή των συμβούλων του. Ούτε να ακούει τον καθένα, ούτε όμως και να πράττει ως κρυψίνους, χωρίς να ζητάει τη γνώμη κανενός· κοντολογής, χρειάζεται να θέτει σαφώς τα όρια της ελευθερίας του λόγου, με πρακτικό στόχο να μην πελαγοδρομεί ανάμεσα σε πολλές εκτιμήσεις διαφορετικών κάθε φορά υφισταμένων και να διατηρεί το κύρος του. Οι αυλές των ηγεμόνων είναι γεμάτες από ανθρώπους που επιδίδονται σε κολακείες για να ικανοποιήσουν ιδιοτελείς σκοπούς, επειδή «οι άνθρωποι τόσο πολύ αγαπούν τον εαυτό τους και τόσο εύκολα απατώνται, προκειμένου να γίνεται λόγος γι’ αυτούς, ώστε δύσκολα μπορούν να αποφύγουν την πανώλη της κολακείας· θέλοντας δε να γλιτώσουν απ’ αυτήν, κινδυνεύουν να περιφρονηθούν, γιατί το καταλληλότερο μέσο για να προφυλάσσεται κάποιος από τις κολακείες είναι να κάνει κατανοητό στους ανθρώπους ότι είναι ανεκτικός απέναντί τους, όποτε μιλάνε τη γλώσσα της αλήθειας· όταν όμως ο καθένας ανεξαιρέτως είναι σε θέση να σου λέει την αλήθεια, εκλείπει ο σεβασμός προς το πρόσωπο σου.» Γι’ αυτό κάθε συνετός ηγεμόνας οφείλει «να βαδίζει μια μέση οδό», και αυτό σημαίνει να διαλέγει φρόνιμους ανθρώπους, στους οποίους να δίνει την άδεια να του μιλούν με ειλικρίνεια, αλλά μόνο για όποια πράγματα θα τους ζητάει ο ίδιος πληροφορίες: «Οφείλει όμως ο ηγεμόνας να τους ρωτάει για κάθε πράγμα και να ακούει τις γνώμες τους και μετά από αυτά να αποφασίζει σύμφωνα με τη θέληση του. Εκτός από αυτούς τους συμβούλους να μην ακούει κανέναν και να μένει σταθερός στις αποφάσεις του. Εκείνος που πράττει αλλιώς κινδυνεύει από τους κόλακες ή μεταβάλλει συνεχώς τις πεποιθήσεις του, επειδή ακούει ποικίλες γνώμες. Από αυτά μάλιστα ελαττώνεται και η υπόληψη προς τον εαυτό του.»
Και μόνη η εμφάνιση ενός πραγματικού ηγέτη, εκείνου δηλαδή που έχει το φυσικό χάρισμα της ηγεσίας, λέει ο Μακιαβέλι, είναι ικανή «να κάνει τους ανεπαρκείς να παραμερίσουν και τους υφισταμένους να υποκλιθούν.» Όταν πάλι παρουσιάζονται πολλοί δήθεν Ηγέτες που σκοτώνονται μεταξύ τους για το ποιος είναι «ανώτερος, ικανότερος, δυνατότερος και εξυπνότερος, τότε σίγουρα όλοι τους δεν είναι παρά μετριότητες. Το μόνο που κάνουν είναι να προσφέρουν θέαμα στους υπηκόους.»
Η φιλαρχία και η πλεονεξία θα χαρακτηρίζουν πάντοτε την ανθρώπινη φύση και οι άνθρωποι θα ενεργούν πάντοτε ιδιοτελώς, με σκοπό να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους, εκτός αν είναι αναγκασμένοι να πράξουν διαφορετικά. Είναι στη φύση τους να αποφεύγουν τους κινδύνους, αλλάζουν εύκολα διαθέσεις, επιδιώκουν το προσωπικό κέρδος και είναι «αχάριστοι και υποκριτές» σε τέτοιο βαθμό, ώστε είναι προτιμότερο κάποιος να είναι επίφοβος στους άλλους παρά αγαπητός, εφόσον βέβαια δεν μπορεί να συνδυάσει τον φόβο με την αγάπη και την αφοσίωση των υπηκόων του: «Με περισσότερο θάρρος βλάπτουν οι άνθρωποι τον αξιαγάπητο παρά εκείνον που προκαλεί φόβο. Γιατί η αγάπη εξαρτάται από έναν δεσμό υποχρεωτικό, τον οποίο, επειδή από τη φύση τους είναι κακοί τον διαλύουν σε κάθε περίσταση κατά την οποία μπορεί να έχουν προσωπικό όφελος. Ο φόβος όμως που εμπνέεται από την απειλή της τιμωρίας δεν εκλείπει ποτέ· η αγάπη των ανθρώπων εξαρτάται από τους ίδιους και πάντοτε μπορεί να την απαρνηθούν, ο φόβος όμως εξαρτάται από τον ηγεμόνα.»
Αλάνθαστος κανόνας
Για να επιλέξουμε τον κατάλληλο, ή έστω αδιάφθορο υπουργό, αρκεί να τηρήσουμε τον σίγουρο κανόνα: «Περί του πώς ο ηγεμόνας μπορεί να γνωρίζει τον χαρακτήρα ενός υπουργού του, υπάρχει ο επόμενος αλάνθαστος κανόνας, όταν βλέπεις τον υπουργό σου να φροντίζει περισσότερο για τον εαυτό του παρά για εσένα και με όλες τις πράξεις του να επιζητά το ίδιον όφελος, ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να είναι καλός υπουργός, ούτε είναι ποτέ δυνατόν να του έχεις εμπιστοσύνη, διότι όποιος αναλαμβάνει και δέχεται την διεύθυνση των πραγμάτων μιας ηγεμονίας, δεν πρέπει ποτέ να φροντίζει για τον εαυτό του αλλά πάντοτε για τον ηγεμόνα, προσέχοντας συνεχώς να μην του προτείνει ποτέ πράγματα που δεν θα αποβούν σε καλό του.»(1)
Η ηθική
Νομίζω άδικα αλλά όχι ανεξήγητα ο Μακιαβέλι κατηγορήθηκε ως ανήθικος· σε πολλά σημεία του Ηγεμόνα όχι μόνο δεν υποκλίνεται στον «ηθικό σχετικισμό» που του αποδίδουν, αλλά παίρνει ξεκάθαρα «ηθική» πολιτική θέση, αδιάφορο εδώ ποια. Η ηθική του ταυτίζεται σχεδόν με τις ιστορικά σύγχρονες λαϊκές αντιλήψεις: ο ηγεμόνας οφείλει να σέβεται την τιμή των υπηκόων του, να μην ατιμάζει τις γυναίκες και τις κόρες του λαού και να μην αρπάζει την περιουσία του. Άλλωστε, ένας βασικός στόχος του είναι να ερμηνεύσει τις συμπεριφορές των ανθρώπων και να ορίσει ένα φάσμα από κανονικότητες και νόμους, ώστε να γίνει δυνατή η πολιτική πρόβλεψη, τουλάχιστον σε πρακτικά χρήσιμο βαθμό. Όποιος λοιπόν επιλέγει υπουργούς ή συνεργάτες που αποδεικνύονται ανάξιοι εμπιστοσύνης ή ακόμα χειρότερα καταχραστές και κοινοί απατεώνες είτε δεν κατέχει τον κοινό νου, ώστε να διακρίνει εγκαίρως τα προκλητικά σημάδια της διαφθοράς και της αναξιοπιστίας, είτε συνειδητά γνωρίζει τον βίο και την πολιτεία των υπουργών του, αλλά δεν παίρνει τα κατάλληλα μέτρα.
Οι συμβουλές
Οι συνετές συμβουλές είναι άχρηστες σε όποιον δεν είναι ο ίδιος συνετός και ο προνοητικός ηγεμόνας δεν μπορεί να βασίζεται στην τύχη ή την φρονιμάδα ενός μόνου υπουργού: «Κανόνας απαράβατος, ότι όποιος δεν είναι από μόνος του συνετός δεν ωφελείται από τις συμβουλές των άλλων, εκτός αν κατά τύχη αφεθεί στη διοίκηση ενός μόνου φρόνιμου υπουργού· με αυτόν τον τρόπο ένας τέτοιος ηγεμόνας χειραγωγείται, αλλά η χειραγώγηση διαρκεί λίγο χρόνο, γιατί ο υπουργός που τον έχει στο χέρι μπορεί γρήγορα να του αρπάξει την εξουσία.» (1) Ένας αξιωματούχος του κράτους χρειάζεται βεβαίως να απολαμβάνει τιμές, να έχει σεβαστή περιουσία και κυρίως να κατέχει την θέση του χάρη στην εύνοια και την ισχύ του ηγεμόνα: «Από την άλλη όμως ο ηγεμόνας οφείλει να προνοεί για τον υπουργό του, να τον τιμάει, να τον πλουτίζει και να τον υποχρεώνει με βαθμούς και κάθε είδους τιμές με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξακολουθήσει να είναι καλός υπουργός, αφού θα βλέπει ότι δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την βοήθεια του ηγεμόνα· έτσι, απολαμβάνοντας αρκετές τιμές να μην επιθυμεί περισσότερες, κατέχοντας αρκετά πλούτη να μην θέλει μεγαλύτερα, και επειδή διατελεί σε υψηλά αξιώματα να φοβάται τις μεταβολές.»
Στην τρέχουσα ιστορική πραγματικότητα, ο ηγεμόνας θα μπορούσε να είναι πρόεδρος ενός κράτους, πρωθυπουργός, πολιτικός αρχηγός ή και ένα ολόκληρο κόμμα. Ο ηγεμόνας ενσαρκώνει την συλλογική βούληση και είναι γνωστό ότι ο ίδιος ο Μακιαβέλι ουδόλως διεκδικούσε για τον εαυτό του την θέση του Ηγέτη. Ο λαός φυσικά ελάχιστα καλά έχει να περιμένει από έναν πολιτικό άνδρα που αποδεικνύεται κατά συρροήν ανίκανος να επιλέξει ικανούς και προπαντός έντιμους συνεργάτες. Αν λοιπόν οι υπουργοί είναι ικανοί και οι ηγεμόνες φρόνιμοι, μπορεί να υπάρξει εμπιστοσύνη μεταξύ τους, «δυστυχές όμως θα είναι πάντοτε το τέλος του ενός ή του άλλου, εάν αμφότεροι δεν είναι όπως προηγουμένως τους απεικόνισα.»
Η τέχνη να κυβερνάς τους ανθρώπους, να κατευθύνεις δηλαδή τη δράση τους προς έναν επιδιωκόμενο σκοπό, είναι ένα από τα βασικά θέματα που διαπραγματεύεται ο Ιταλός πολιτικός και στοχαστής Νικολό Μπερνάρντο Μακιαβέλι στο βιβλίο του ο Ηγεμόνας (Il principe, 1513). Η ιδιότητα του ανθρώπου, ειδικά τα στοιχεία εκείνα που θεωρούνται αμετάβλητα στον ιστορικό χρόνο, απασχολούν έντονα τον συγγραφέα, καθώς επιχειρεί να ορίσει με ακρίβεια τις ικανότητες και τα γνωρίσματα του χαρακτήρα που πρέπει να έχει κάποιος, προκειμένου «να κατακτήσει ή να διατηρήσει την εξουσία σε ένα κράτος.» Για τις διανοητικές ικανότητες των ανθρώπων γράφει: «Τρεις βαθμούς διάνοιας διακρίνουμε στους ανθρώπους. Όσοι έχουν τον πρώτο βαθμό αντιλαμβάνονται τα πράγματα στηριζόμενοι στις δικές τους δυνάμεις. Οι έχοντες τον δεύτερο βαθμό μπορούν να καταλάβουν ότι τους διδάσκουν οι άλλοι, ενώ αυτοί που βρίσκονται στον τρίτο βαθμό ούτε μόνοι τους, ούτε με τη βοήθεια άλλων κατανοούν τίποτα. Οι πρώτοι έχουν διάνοια υψηλότατη, οι δεύτεροι υψηλή και οι τρίτοι κακή.»
Ο Ηγεμόνας, λέει ο Μακιαβέλι, δεν είναι εντελώς απαραίτητο να βρίσκεται στον πρώτο βαθμό της διάνοιας, αν και κάτι τέτοιο θα ήταν σαφώς επιθυμητό, αρκεί στοιχειωδώς «να μπορεί να διακρίνει το καλό από το κακό.» Μεταξύ άλλων απλών παραδειγμάτων αναφέρεται και ένας σώφρων ηγεμόνας, ο οποίος ήταν άξιος θαυμασμού, επειδή είχε διαλέξει έναν υπουργό περίφημο για τις ικανότητες, το ήθος και την εντιμότητά του: «Ο Πετρύκκιος, αν δεν ήταν άντρας του πρώτου βαθμού διανοίας, είχε οπωσδήποτε διάνοια δευτέρου βαθμού, διότι, όταν έχει κάποιος την ικανότητα να διακρίνει το καλό από το κακό που πράττει κάποιος άλλος, και αν ακόμα ο νους του δεν είναι εφευρετικός, μπορεί να γνωρίζει τα ωφέλιμα και τα επιβλαβή έργα του υπουργού του, ώστε επαινώντας τα πρώτα και διορθώνοντας τα δεύτερα να τού αφαιρεί κάθε ελπίδα για απάτες και να τον διατηρεί αδιάφθορο.»
Οι άνθρωποι συχνά επαινούνται ή κατηγορούνται, σύμφωνα με ορισμένα χαρακτηριστικά τους: «Σε όλους τους ανθρώπους, και μάλιστα στους ηγεμόνες, οι οποίοι κατέχουν υψηλότερη θέση, αποδίδονται ορισμένες ιδιότητες, σύμφωνα με τις οποίες χαρακτηρίζονται αξιόμεμπτοι ή αξιέπαινοι. Γι’ αυτό κάποιοι λογίζονται ελευθέριοι, άλλοι φειδωλοί, άλλοι γενναιόδωροι, άλλοι άρπαγες, άλλοι ωμοί άλλοι επιεικείς. Παρομοίως, ο μεν θεωρείται άπιστος, ο δε πιστός, ο μεν θηλυπρεπής και δειλός, ο δε αντρείος και γενναιόψυχος, ο μεν φιλάνθρωπος, ο δε υπερόπτης, ο μεν φιλήδονος, ο μεν σώφρων, ο μεν ειλικρινής, ο δε πονηρός, ο μεν σκληροτράχηλος, ο δε ευάγωγος, ο μεν σοβαρός, ο δε ελαφρόμυαλος, ο μεν θρήσκος, ο μεν άθρησκος και ούτως εφ εξής.»
Οι κόλακες
Ειδικά ο νέος ηγέτης οφείλει να αποφεύγει τους κόλακες και να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στην επιλογή των συμβούλων του. Ούτε να ακούει τον καθένα, ούτε όμως και να πράττει ως κρυψίνους, χωρίς να ζητάει τη γνώμη κανενός· κοντολογής, χρειάζεται να θέτει σαφώς τα όρια της ελευθερίας του λόγου, με πρακτικό στόχο να μην πελαγοδρομεί ανάμεσα σε πολλές εκτιμήσεις διαφορετικών κάθε φορά υφισταμένων και να διατηρεί το κύρος του. Οι αυλές των ηγεμόνων είναι γεμάτες από ανθρώπους που επιδίδονται σε κολακείες για να ικανοποιήσουν ιδιοτελείς σκοπούς, επειδή «οι άνθρωποι τόσο πολύ αγαπούν τον εαυτό τους και τόσο εύκολα απατώνται, προκειμένου να γίνεται λόγος γι’ αυτούς, ώστε δύσκολα μπορούν να αποφύγουν την πανώλη της κολακείας· θέλοντας δε να γλιτώσουν απ’ αυτήν, κινδυνεύουν να περιφρονηθούν, γιατί το καταλληλότερο μέσο για να προφυλάσσεται κάποιος από τις κολακείες είναι να κάνει κατανοητό στους ανθρώπους ότι είναι ανεκτικός απέναντί τους, όποτε μιλάνε τη γλώσσα της αλήθειας· όταν όμως ο καθένας ανεξαιρέτως είναι σε θέση να σου λέει την αλήθεια, εκλείπει ο σεβασμός προς το πρόσωπο σου.» Γι’ αυτό κάθε συνετός ηγεμόνας οφείλει «να βαδίζει μια μέση οδό», και αυτό σημαίνει να διαλέγει φρόνιμους ανθρώπους, στους οποίους να δίνει την άδεια να του μιλούν με ειλικρίνεια, αλλά μόνο για όποια πράγματα θα τους ζητάει ο ίδιος πληροφορίες: «Οφείλει όμως ο ηγεμόνας να τους ρωτάει για κάθε πράγμα και να ακούει τις γνώμες τους και μετά από αυτά να αποφασίζει σύμφωνα με τη θέληση του. Εκτός από αυτούς τους συμβούλους να μην ακούει κανέναν και να μένει σταθερός στις αποφάσεις του. Εκείνος που πράττει αλλιώς κινδυνεύει από τους κόλακες ή μεταβάλλει συνεχώς τις πεποιθήσεις του, επειδή ακούει ποικίλες γνώμες. Από αυτά μάλιστα ελαττώνεται και η υπόληψη προς τον εαυτό του.»
Και μόνη η εμφάνιση ενός πραγματικού ηγέτη, εκείνου δηλαδή που έχει το φυσικό χάρισμα της ηγεσίας, λέει ο Μακιαβέλι, είναι ικανή «να κάνει τους ανεπαρκείς να παραμερίσουν και τους υφισταμένους να υποκλιθούν.» Όταν πάλι παρουσιάζονται πολλοί δήθεν Ηγέτες που σκοτώνονται μεταξύ τους για το ποιος είναι «ανώτερος, ικανότερος, δυνατότερος και εξυπνότερος, τότε σίγουρα όλοι τους δεν είναι παρά μετριότητες. Το μόνο που κάνουν είναι να προσφέρουν θέαμα στους υπηκόους.»
Η φιλαρχία και η πλεονεξία θα χαρακτηρίζουν πάντοτε την ανθρώπινη φύση και οι άνθρωποι θα ενεργούν πάντοτε ιδιοτελώς, με σκοπό να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους, εκτός αν είναι αναγκασμένοι να πράξουν διαφορετικά. Είναι στη φύση τους να αποφεύγουν τους κινδύνους, αλλάζουν εύκολα διαθέσεις, επιδιώκουν το προσωπικό κέρδος και είναι «αχάριστοι και υποκριτές» σε τέτοιο βαθμό, ώστε είναι προτιμότερο κάποιος να είναι επίφοβος στους άλλους παρά αγαπητός, εφόσον βέβαια δεν μπορεί να συνδυάσει τον φόβο με την αγάπη και την αφοσίωση των υπηκόων του: «Με περισσότερο θάρρος βλάπτουν οι άνθρωποι τον αξιαγάπητο παρά εκείνον που προκαλεί φόβο. Γιατί η αγάπη εξαρτάται από έναν δεσμό υποχρεωτικό, τον οποίο, επειδή από τη φύση τους είναι κακοί τον διαλύουν σε κάθε περίσταση κατά την οποία μπορεί να έχουν προσωπικό όφελος. Ο φόβος όμως που εμπνέεται από την απειλή της τιμωρίας δεν εκλείπει ποτέ· η αγάπη των ανθρώπων εξαρτάται από τους ίδιους και πάντοτε μπορεί να την απαρνηθούν, ο φόβος όμως εξαρτάται από τον ηγεμόνα.»
Αλάνθαστος κανόνας
Για να επιλέξουμε τον κατάλληλο, ή έστω αδιάφθορο υπουργό, αρκεί να τηρήσουμε τον σίγουρο κανόνα: «Περί του πώς ο ηγεμόνας μπορεί να γνωρίζει τον χαρακτήρα ενός υπουργού του, υπάρχει ο επόμενος αλάνθαστος κανόνας, όταν βλέπεις τον υπουργό σου να φροντίζει περισσότερο για τον εαυτό του παρά για εσένα και με όλες τις πράξεις του να επιζητά το ίδιον όφελος, ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να είναι καλός υπουργός, ούτε είναι ποτέ δυνατόν να του έχεις εμπιστοσύνη, διότι όποιος αναλαμβάνει και δέχεται την διεύθυνση των πραγμάτων μιας ηγεμονίας, δεν πρέπει ποτέ να φροντίζει για τον εαυτό του αλλά πάντοτε για τον ηγεμόνα, προσέχοντας συνεχώς να μην του προτείνει ποτέ πράγματα που δεν θα αποβούν σε καλό του.»(1)
Η ηθική
Νομίζω άδικα αλλά όχι ανεξήγητα ο Μακιαβέλι κατηγορήθηκε ως ανήθικος· σε πολλά σημεία του Ηγεμόνα όχι μόνο δεν υποκλίνεται στον «ηθικό σχετικισμό» που του αποδίδουν, αλλά παίρνει ξεκάθαρα «ηθική» πολιτική θέση, αδιάφορο εδώ ποια. Η ηθική του ταυτίζεται σχεδόν με τις ιστορικά σύγχρονες λαϊκές αντιλήψεις: ο ηγεμόνας οφείλει να σέβεται την τιμή των υπηκόων του, να μην ατιμάζει τις γυναίκες και τις κόρες του λαού και να μην αρπάζει την περιουσία του. Άλλωστε, ένας βασικός στόχος του είναι να ερμηνεύσει τις συμπεριφορές των ανθρώπων και να ορίσει ένα φάσμα από κανονικότητες και νόμους, ώστε να γίνει δυνατή η πολιτική πρόβλεψη, τουλάχιστον σε πρακτικά χρήσιμο βαθμό. Όποιος λοιπόν επιλέγει υπουργούς ή συνεργάτες που αποδεικνύονται ανάξιοι εμπιστοσύνης ή ακόμα χειρότερα καταχραστές και κοινοί απατεώνες είτε δεν κατέχει τον κοινό νου, ώστε να διακρίνει εγκαίρως τα προκλητικά σημάδια της διαφθοράς και της αναξιοπιστίας, είτε συνειδητά γνωρίζει τον βίο και την πολιτεία των υπουργών του, αλλά δεν παίρνει τα κατάλληλα μέτρα.
Οι συμβουλές
Οι συνετές συμβουλές είναι άχρηστες σε όποιον δεν είναι ο ίδιος συνετός και ο προνοητικός ηγεμόνας δεν μπορεί να βασίζεται στην τύχη ή την φρονιμάδα ενός μόνου υπουργού: «Κανόνας απαράβατος, ότι όποιος δεν είναι από μόνος του συνετός δεν ωφελείται από τις συμβουλές των άλλων, εκτός αν κατά τύχη αφεθεί στη διοίκηση ενός μόνου φρόνιμου υπουργού· με αυτόν τον τρόπο ένας τέτοιος ηγεμόνας χειραγωγείται, αλλά η χειραγώγηση διαρκεί λίγο χρόνο, γιατί ο υπουργός που τον έχει στο χέρι μπορεί γρήγορα να του αρπάξει την εξουσία.» (1) Ένας αξιωματούχος του κράτους χρειάζεται βεβαίως να απολαμβάνει τιμές, να έχει σεβαστή περιουσία και κυρίως να κατέχει την θέση του χάρη στην εύνοια και την ισχύ του ηγεμόνα: «Από την άλλη όμως ο ηγεμόνας οφείλει να προνοεί για τον υπουργό του, να τον τιμάει, να τον πλουτίζει και να τον υποχρεώνει με βαθμούς και κάθε είδους τιμές με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξακολουθήσει να είναι καλός υπουργός, αφού θα βλέπει ότι δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την βοήθεια του ηγεμόνα· έτσι, απολαμβάνοντας αρκετές τιμές να μην επιθυμεί περισσότερες, κατέχοντας αρκετά πλούτη να μην θέλει μεγαλύτερα, και επειδή διατελεί σε υψηλά αξιώματα να φοβάται τις μεταβολές.»
Στην τρέχουσα ιστορική πραγματικότητα, ο ηγεμόνας θα μπορούσε να είναι πρόεδρος ενός κράτους, πρωθυπουργός, πολιτικός αρχηγός ή και ένα ολόκληρο κόμμα. Ο ηγεμόνας ενσαρκώνει την συλλογική βούληση και είναι γνωστό ότι ο ίδιος ο Μακιαβέλι ουδόλως διεκδικούσε για τον εαυτό του την θέση του Ηγέτη. Ο λαός φυσικά ελάχιστα καλά έχει να περιμένει από έναν πολιτικό άνδρα που αποδεικνύεται κατά συρροήν ανίκανος να επιλέξει ικανούς και προπαντός έντιμους συνεργάτες. Αν λοιπόν οι υπουργοί είναι ικανοί και οι ηγεμόνες φρόνιμοι, μπορεί να υπάρξει εμπιστοσύνη μεταξύ τους, «δυστυχές όμως θα είναι πάντοτε το τέλος του ενός ή του άλλου, εάν αμφότεροι δεν είναι όπως προηγουμένως τους απεικόνισα.»
Παιχνίδια στον Καθρέπτη: Η Γη
Η γη είναι ένα ζωντανό ον, αν και τα παιχνίδια της Μάγια συντελούν, ώστε για μας τους ανθρώπους να μην είναι τίποτε παραπάνω από ένας χώρος υποδοχής ή διαμονής, όπου περνάει τον καιρό της η ύπαρξή μας.
Έτσι, η γη δεν αποκτά μεγαλύτερη σημασία από όση μπορεί να έχει ένα συγκρότημα τούβλων καλά ενωμένων μεταξύ τους, ενώ δεν λείπουν και οι άνθρωποι οι τυφλωμένοι ολοκληρωτικά από την ψευδαίσθηση, οι οποίοι δεν μπορούν να φανταστούν πώς είναι δυνατό να μην είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που κατασκεύασαν κάτι τόσο "απλό" όπως η Γη.
Ωστόσο η γη ζει και μεταξύ των πολλών της μυστηρίων περικλείει και αυτό της παροχής στέγης πάνω στην επιφάνειά της, αντέχοντας -δεν χωράνε άλλες εκφράσεις γι’ αυτό- τη χρήση και την κατάχρηση που κάνουμε, εκμεταλλευόμενοι αυτήν και τις ιδιότητές της.
Όπως το ανθρώπινο σώμα είναι φορέας μυριάδων απειροελάχιστων ζωών, την ύπαρξη των οποίων ούτε καν συνειδητοποιούμε, έτσι και η γη μάς φέρει πάνω της και το γεγονός ότι οι φερόμενοι είναι ζωντανοί δε σημαίνει ότι ο φορέας δεν είναι κι αυτός ζωντανός.
Όπως όλα τα έμβια όντα, η γη έχει ψυχή και σώμα. Λίγα πράγματα μπορούμε να πούμε για την ψυχή της γιατί, καθώς ελάχιστα γνωρίζουμε τη δική μας, είναι δύσκολο να ξέρουμε κάτι για τις άλλες. Κρίνοντας όμως απ’ αυτό που δίδασκε ο Πλάτων, μπορούμε να συμπεράνουμε κάτι για την ψυχή της γης, από τη στιγμή που αυτή εκδηλώνεται σ’ ένα σχεδόν αστρικό σώμα. Ο Πλάτων έλεγε ότι η σφαίρα είναι το πιο τέλειο από τα γεωμετρικά σώματα κι ότι οι ζωντανές μορφές τείνουν προς τη σφαίρα στο βαθμό που τελειοποιούνται.
Μπορούμε όμως να μιλήσουμε για το σώμα της γης, καθώς είναι πολλά τα πράγματα που μας αφήνει η Μάγια να διακρίνουμε μέσα από τα πέπλα της. Το μεγάλο σώμα της -σε σύγκριση με το δικό μας- έχει στη διάστασή του τα ίδια χαρακτηριστικά με τα ανθρώπινα: γεννιέται, μεγαλώνει και πεθαίνει. Στο διάστημα της ζωής της, μπορεί να αρρωστήσει, ν’ αλλάξει θέση, να αισθανθεί καλά στην υγεία της, να κοιμάται ή να είναι σε εγρήγορση.
Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα πολλά φαινόμενα που, αν εξηγηθούν κάτω από το επιστημονικό και μόνο πρίσμα, καταντούν ψυχρά κι ακατανόητα. Έτσι, υπάρχει η δυνατότητα να δώσουμε μια λογική διέξοδο στις πολλές παραδόσεις που επικρατούν και που μιλούν για μεγάλους κατακλυσμούς, τρομακτικούς παγετώνες, νοσήματα πόλεων σε ασύλληπτη κλίμακα...
Ας υποθέσουμε ότι η γη αρρωσταίνει και για να καταπραΰνει τον πυρετό της καλύπτεται από πάγο προκειμένου να δροσιστεί. Κοιμάται και ξεκουράζεται πάνω στο κρύο στρώμα, που η ίδια δημιουργεί με τη δύναμη της θέλησής της, μέχρι να περάσει το κακό. Τότε αρχίζει το λιώσιμο των πάγων, κι επέρχονται οι κατακλυσμοί. Τα ανθρώπινα όντα, ξένα προς τις διαδικασίες του πλανήτη, ζουν μόνο τα δράματα αυτών των μεγάλων κατακλυσμών και τους καταγράφουν μέσω των μύθων, που διαρκούν στο χρόνο και που περιέχουν βαθιά νοήματα.
Ας υποθέσουμε ότι, όπως όλα τα ζωντανά όντα, η γη έχει ανάγκη ν’ αλλάξει θέση κάποιες στιγμές. Αν και η κίνηση αυτών των μεγάλων σωμάτων είναι πιο πειθαρχημένη απ’ ό,τι στους ανθρώπους, όσο ελάχιστη κι αν είναι, έχει μεγάλη επίδραση στα άλλα ζωντανά όντα που στηρίζονται πάνω τους. Κι έτσι, εξηγούνται εκείνες οι παραδόσεις που μνημονεύουν τη μεταβολή που υπέστη ο άξονας της γης, σε διάφορες περιπτώσεις, επειδή περνούσε από μια κατακόρυφη θέση σε άλλη με κλίση, όπως αυτή που παρατηρούμε στη σημερινή εποχή.
Ας υποθέσουμε ότι η γη έχει ηλικία. Ως νέα, η θερμοκρασία της ήταν ήπια και ζεστή, όμως στο βαθμό που γερνάει ψύχεται αργά-αργά, σαν να αποχωρίζεται τη ζωή. Αυτό θα μας έκανε να καταλάβουμε κάτι για τις μεταβολές στη θερμοκρασία που έχουν αρχίσει να καταγράφουν οι επιστήμονες ή τους μικρούς και περιορισμένης έκτασης παγετούς που συμβαίνουν, σαν να παίρνει η γη έναν υπνάκο πότε-πότε, κρατώντας έτσι τη ζωτική γι’ αυτήν θερμότητα.
Στη γη υπάρχει ζωή, γιατί η ζωή γεννάται στους ίδιους τους κόλπους της. Η γη είναι καλή για τους ανθρώπους, για τα ζώα, για τα φυτά. Στα έγκατά της γεννάει τις πιο διαφορετικές και θαυμαστές πολύτιμες πέτρες και παράγει στο κρυφό της εσωτερικό εκπληκτικές γεωλογικές μεταβολές, που μεταφράζονται σε άνθρακες ή σε διαμάντια, σε υπολείμματα πεθαμένων οργανισμών ή σε πετρέλαιο. Ποιος μπόρεσε μέχρι τώρα να εξηγήσει το θαύμα του σπόρου που βλασταίνει στη γη; Ποιος μπόρεσε να εξηγήσει το θαύμα των συστατικών της γης, που ταιριάζουν τέλεια με το σκοπό τους και μετασχηματίζονται μέχρι να οικοδομήσουν το φυσικό σώμα των ζώων και των ανθρώπων; Αν πιστεύουμε ότι το σώμα μας είναι ζωντανό, θα πρέπει στον ίδιο βαθμό να δεχτούμε ότι και η γη είναι ζωντανή, καθώς δεν υπάρχει τίποτα στα σώματά μας που να μην προέρχεται απ’ αυτήν. Μπορεί κάτι το αδρανές να διαμορφώσει κάτι το ζωντανό; Μερικές φορές, το πέπλο της Μάγια δυσκολεύει την όραση και δεν είναι απλό να επισημάνουμε τις ομοιότητες μεταξύ της ζωής της γης και της ζωής των ανθρώπων. Ωστόσο, "όπως είναι επάνω είναι και κάτω", όπως λέει το παλιό ερμητικό γνωμικό. Η γη έχει επίσης ένα σύστημα άρδευσης και αναπνοής. Για εμάς εξακολουθούν να είναι ένα μυστήριο οι θάλασσές της, το νόημα των ποταμών της, τα ρεύματα αέρα που κυκλοφορούν στο εσωτερικό του πλανήτη ως φυσικά αέρια, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις αναδύονται από τα στόμια των ηφαιστείων. Για εμάς εξακολουθεί να είναι ένα μυστήριο η ακούραστη ψυχή του πλανήτη, που ποτέ δεν την εγκαταλείπουν οι δυνάμεις της και συνεχίζει να εκπληρώνει με αυστηρή συνέπεια τις υποχρεώσεις της.
Αχ, και να μπορούσαμε να επιτύχουμε αυτήν τη συνέπεια, αυτό το βαθύ αίσθημα του καθήκοντος, χωρίς να κουραζόμαστε ποτέ, χωρίς να λυγίζουμε μετά από έναν ενθουσιασμό που εξανεμίζεται...Για εμάς εξακολουθεί να είναι ένα μυστήριο η διάνοια της γης, που σε διάφορες περιπτώσεις έχει διαψεύσει τους νόμους των επιστημόνων, τροποποιώντας ρυθμούς, επιταχύνοντας ή επιβραδύνοντας διαδικασίες κι ακόμα αλλάζοντας την τροχιά της για να μην "πέσει" πάνω σε κάποιον κομήτη. Από όλα τα μυστήριά της, η γη μας προσφέρει την ελάχιστη γνώση της επιφάνειάς της. Η γνώση μας για το εσωτερικό της είναι μηδαμινή έως ελάχιστη. Μπορούμε να ονειρευτούμε, μπορούμε να κάνουμε ένα "ταξίδι στο κέντρο της γης", όμως στην πραγματικότητα η Μάγια μας κάνει να γνωρίζουμε μόνο το έδαφος που πατάμε. Πάντα αντιμετωπίζουμε τον πλανήτη όχι στο σύνολό του αλλά στο μέρος του συνόλου που εμείς χρησιμοποιούμε. Το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη συνίσταται από νερό. Η στέρεη γη είναι το μικρότερο μέρος, όμως είναι αυτό που μας ενδιαφέρει, γιατί στα νερά δεν μπορούμε να στηριχτούμε. Κυκλοφορούμε στις θάλασσες, όμως ζούμε στη στέρεη γη. Στήριγμα, πάτημα, σίγουρη βάση: αυτό είναι το σύμβολο της γης ως προς το χώμα που έχει. Αυτό είναι το σύμβολο της ύλης που μας στηρίζει.
Έτσι, η γη δεν αποκτά μεγαλύτερη σημασία από όση μπορεί να έχει ένα συγκρότημα τούβλων καλά ενωμένων μεταξύ τους, ενώ δεν λείπουν και οι άνθρωποι οι τυφλωμένοι ολοκληρωτικά από την ψευδαίσθηση, οι οποίοι δεν μπορούν να φανταστούν πώς είναι δυνατό να μην είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που κατασκεύασαν κάτι τόσο "απλό" όπως η Γη.
Ωστόσο η γη ζει και μεταξύ των πολλών της μυστηρίων περικλείει και αυτό της παροχής στέγης πάνω στην επιφάνειά της, αντέχοντας -δεν χωράνε άλλες εκφράσεις γι’ αυτό- τη χρήση και την κατάχρηση που κάνουμε, εκμεταλλευόμενοι αυτήν και τις ιδιότητές της.
Όπως το ανθρώπινο σώμα είναι φορέας μυριάδων απειροελάχιστων ζωών, την ύπαρξη των οποίων ούτε καν συνειδητοποιούμε, έτσι και η γη μάς φέρει πάνω της και το γεγονός ότι οι φερόμενοι είναι ζωντανοί δε σημαίνει ότι ο φορέας δεν είναι κι αυτός ζωντανός.
Όπως όλα τα έμβια όντα, η γη έχει ψυχή και σώμα. Λίγα πράγματα μπορούμε να πούμε για την ψυχή της γιατί, καθώς ελάχιστα γνωρίζουμε τη δική μας, είναι δύσκολο να ξέρουμε κάτι για τις άλλες. Κρίνοντας όμως απ’ αυτό που δίδασκε ο Πλάτων, μπορούμε να συμπεράνουμε κάτι για την ψυχή της γης, από τη στιγμή που αυτή εκδηλώνεται σ’ ένα σχεδόν αστρικό σώμα. Ο Πλάτων έλεγε ότι η σφαίρα είναι το πιο τέλειο από τα γεωμετρικά σώματα κι ότι οι ζωντανές μορφές τείνουν προς τη σφαίρα στο βαθμό που τελειοποιούνται.
Μπορούμε όμως να μιλήσουμε για το σώμα της γης, καθώς είναι πολλά τα πράγματα που μας αφήνει η Μάγια να διακρίνουμε μέσα από τα πέπλα της. Το μεγάλο σώμα της -σε σύγκριση με το δικό μας- έχει στη διάστασή του τα ίδια χαρακτηριστικά με τα ανθρώπινα: γεννιέται, μεγαλώνει και πεθαίνει. Στο διάστημα της ζωής της, μπορεί να αρρωστήσει, ν’ αλλάξει θέση, να αισθανθεί καλά στην υγεία της, να κοιμάται ή να είναι σε εγρήγορση.
Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα πολλά φαινόμενα που, αν εξηγηθούν κάτω από το επιστημονικό και μόνο πρίσμα, καταντούν ψυχρά κι ακατανόητα. Έτσι, υπάρχει η δυνατότητα να δώσουμε μια λογική διέξοδο στις πολλές παραδόσεις που επικρατούν και που μιλούν για μεγάλους κατακλυσμούς, τρομακτικούς παγετώνες, νοσήματα πόλεων σε ασύλληπτη κλίμακα...
Ας υποθέσουμε ότι η γη αρρωσταίνει και για να καταπραΰνει τον πυρετό της καλύπτεται από πάγο προκειμένου να δροσιστεί. Κοιμάται και ξεκουράζεται πάνω στο κρύο στρώμα, που η ίδια δημιουργεί με τη δύναμη της θέλησής της, μέχρι να περάσει το κακό. Τότε αρχίζει το λιώσιμο των πάγων, κι επέρχονται οι κατακλυσμοί. Τα ανθρώπινα όντα, ξένα προς τις διαδικασίες του πλανήτη, ζουν μόνο τα δράματα αυτών των μεγάλων κατακλυσμών και τους καταγράφουν μέσω των μύθων, που διαρκούν στο χρόνο και που περιέχουν βαθιά νοήματα.
Ας υποθέσουμε ότι, όπως όλα τα ζωντανά όντα, η γη έχει ανάγκη ν’ αλλάξει θέση κάποιες στιγμές. Αν και η κίνηση αυτών των μεγάλων σωμάτων είναι πιο πειθαρχημένη απ’ ό,τι στους ανθρώπους, όσο ελάχιστη κι αν είναι, έχει μεγάλη επίδραση στα άλλα ζωντανά όντα που στηρίζονται πάνω τους. Κι έτσι, εξηγούνται εκείνες οι παραδόσεις που μνημονεύουν τη μεταβολή που υπέστη ο άξονας της γης, σε διάφορες περιπτώσεις, επειδή περνούσε από μια κατακόρυφη θέση σε άλλη με κλίση, όπως αυτή που παρατηρούμε στη σημερινή εποχή.
Ας υποθέσουμε ότι η γη έχει ηλικία. Ως νέα, η θερμοκρασία της ήταν ήπια και ζεστή, όμως στο βαθμό που γερνάει ψύχεται αργά-αργά, σαν να αποχωρίζεται τη ζωή. Αυτό θα μας έκανε να καταλάβουμε κάτι για τις μεταβολές στη θερμοκρασία που έχουν αρχίσει να καταγράφουν οι επιστήμονες ή τους μικρούς και περιορισμένης έκτασης παγετούς που συμβαίνουν, σαν να παίρνει η γη έναν υπνάκο πότε-πότε, κρατώντας έτσι τη ζωτική γι’ αυτήν θερμότητα.
Στη γη υπάρχει ζωή, γιατί η ζωή γεννάται στους ίδιους τους κόλπους της. Η γη είναι καλή για τους ανθρώπους, για τα ζώα, για τα φυτά. Στα έγκατά της γεννάει τις πιο διαφορετικές και θαυμαστές πολύτιμες πέτρες και παράγει στο κρυφό της εσωτερικό εκπληκτικές γεωλογικές μεταβολές, που μεταφράζονται σε άνθρακες ή σε διαμάντια, σε υπολείμματα πεθαμένων οργανισμών ή σε πετρέλαιο. Ποιος μπόρεσε μέχρι τώρα να εξηγήσει το θαύμα του σπόρου που βλασταίνει στη γη; Ποιος μπόρεσε να εξηγήσει το θαύμα των συστατικών της γης, που ταιριάζουν τέλεια με το σκοπό τους και μετασχηματίζονται μέχρι να οικοδομήσουν το φυσικό σώμα των ζώων και των ανθρώπων; Αν πιστεύουμε ότι το σώμα μας είναι ζωντανό, θα πρέπει στον ίδιο βαθμό να δεχτούμε ότι και η γη είναι ζωντανή, καθώς δεν υπάρχει τίποτα στα σώματά μας που να μην προέρχεται απ’ αυτήν. Μπορεί κάτι το αδρανές να διαμορφώσει κάτι το ζωντανό; Μερικές φορές, το πέπλο της Μάγια δυσκολεύει την όραση και δεν είναι απλό να επισημάνουμε τις ομοιότητες μεταξύ της ζωής της γης και της ζωής των ανθρώπων. Ωστόσο, "όπως είναι επάνω είναι και κάτω", όπως λέει το παλιό ερμητικό γνωμικό. Η γη έχει επίσης ένα σύστημα άρδευσης και αναπνοής. Για εμάς εξακολουθούν να είναι ένα μυστήριο οι θάλασσές της, το νόημα των ποταμών της, τα ρεύματα αέρα που κυκλοφορούν στο εσωτερικό του πλανήτη ως φυσικά αέρια, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις αναδύονται από τα στόμια των ηφαιστείων. Για εμάς εξακολουθεί να είναι ένα μυστήριο η ακούραστη ψυχή του πλανήτη, που ποτέ δεν την εγκαταλείπουν οι δυνάμεις της και συνεχίζει να εκπληρώνει με αυστηρή συνέπεια τις υποχρεώσεις της.
Αχ, και να μπορούσαμε να επιτύχουμε αυτήν τη συνέπεια, αυτό το βαθύ αίσθημα του καθήκοντος, χωρίς να κουραζόμαστε ποτέ, χωρίς να λυγίζουμε μετά από έναν ενθουσιασμό που εξανεμίζεται...Για εμάς εξακολουθεί να είναι ένα μυστήριο η διάνοια της γης, που σε διάφορες περιπτώσεις έχει διαψεύσει τους νόμους των επιστημόνων, τροποποιώντας ρυθμούς, επιταχύνοντας ή επιβραδύνοντας διαδικασίες κι ακόμα αλλάζοντας την τροχιά της για να μην "πέσει" πάνω σε κάποιον κομήτη. Από όλα τα μυστήριά της, η γη μας προσφέρει την ελάχιστη γνώση της επιφάνειάς της. Η γνώση μας για το εσωτερικό της είναι μηδαμινή έως ελάχιστη. Μπορούμε να ονειρευτούμε, μπορούμε να κάνουμε ένα "ταξίδι στο κέντρο της γης", όμως στην πραγματικότητα η Μάγια μας κάνει να γνωρίζουμε μόνο το έδαφος που πατάμε. Πάντα αντιμετωπίζουμε τον πλανήτη όχι στο σύνολό του αλλά στο μέρος του συνόλου που εμείς χρησιμοποιούμε. Το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη συνίσταται από νερό. Η στέρεη γη είναι το μικρότερο μέρος, όμως είναι αυτό που μας ενδιαφέρει, γιατί στα νερά δεν μπορούμε να στηριχτούμε. Κυκλοφορούμε στις θάλασσες, όμως ζούμε στη στέρεη γη. Στήριγμα, πάτημα, σίγουρη βάση: αυτό είναι το σύμβολο της γης ως προς το χώμα που έχει. Αυτό είναι το σύμβολο της ύλης που μας στηρίζει.
Όταν οι παλιοί αλχημιστές σύγκριναν τη γη με την ύλη, δεν το έκαναν με τη μειονεκτική έννοια εκείνου που είναι χονδροειδές και απλοϊκό. Η ύλη είναι η στέγη στήριξης, αυτό που μπορεί ν’ αντέξει και να είναι φορέας άλλων, περισσότερο λεπτών αρχών. Έτσι, η γη μάς στηρίζει κι εμείς ξέρουμε ότι πάνω της μπορούμε να αισθανόμαστε σταθεροί. Είναι ύλη, είναι η δική μας ύλη, αυτή που μας πλάθει, μας μορφοποιεί και μας στηρίζει. Είναι δέρμα και σκελετός. Είναι βάση για πάτημα, είναι βάση για μυστήρια. Σ’ αυτήν μπορούμε να βυθίσουμε τα χέρια -τα χέρια μας τα φτιαγμένα από τη γη- και σ’ αυτήν βυθίζονται οι ρίζες των δέντρων. Απ’ αυτήν εκδηλώνονται επιφανειακά παράξενα μέταλλα και λαμπερές πέτρες, και σε χαμένες σπηλιές κρύβονται τα νερά και οι άνεμοι των παλαιών εργασιών που πραγματοποίησαν τα μικρά πνεύματα σε κάποιες χρονικές στιγμές.
Η Γη είναι ωραία. Υπάρχει σ’ αυτήν μια αρχή αρμονίας που χαρακτηρίζει εξίσου όλα τα ζωντανά όντα, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους. Υπάρχει σ’ αυτήν μια ισορροπία που μας μιλάει για το χέρι του Θεού ή για τα "ψηφία του Θεού", όπως έλεγαν οι αρχαίοι κλασικοί. Τα χρώματά της αναμιγνύονται με θαυμαστό τρόπο, δημιουργώντας έτσι μια συμφωνία αποχρώσεων, σαν πρόκληση προς τη φαντασία του πιο ένθερμου καλλιτέχνη. Υπάρχει σ’ αυτήν ένα ντελίριο μορφών, που ξεπερνάει κάθε ανθρώπινη ικανότητα για δημιουργία. Οι πέτρες αποκτούν παράξενα περιγράμματα, τα πετράδια οργανώνονται σύμφωνα με τα γεωμετρικά σχήματα και μερικές φορές ανοίγεται μια σπηλιά μπροστά στην ανθρώπινη περιέργεια, δείχνοντας ότι ακόμα και στο εσωτερικό του σώματός της τα δάχτυλα του Θεού έθεσαν την ομορφιά στη γη. Και η Μάγια έντυσε με κλωστές ψευδαίσθησης αυτήν τη σφαίρα που περιφέρεται ρυθμικά στο χώρο, παγιδεύοντας όλους μας -τη Γη κι εμάς- σ’ αυτό το μεγάλο παιχνίδι της ζωής.
Τι είναι ευτυχία; Από τον Αριστοτέλη στον Νίτσε
Ευτυχία είναι όταν αυτά που σκέφτεσαι,
αυτά που λες και αυτά που πράττεις
βρίσκονται σε αρμονία
Η πολυδιάστατη έννοια της ευτυχίας, η οποία έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών και διαφορετικών επιστημονικών κλάδων όπως και μελέτη χιλιάδων ειδικών, έχουν οδηγήσει στην αδυναμία υιοθέτησης ενός κοινού ορισμού ή έστω ενός κοινού κώδικα επικοινωνίας αναφορικά με αυτό το ζήτημα, γεγονός που δίνει μια γοητεία στο εγχείρημα προσδιορισμού τι είναι ευτυχία.
Η δυσκολία του ορισμού της έννοιας ευτυχία αποτυπώνεται στην προσπάθεια σκιαγράφησης της στο κλασικό «Λεξικό της Φιλοσοφίας» του Andre Lalande (1955), όπου η ετυμολογική έννοια συμπληρώνεται από δύο ακόμη επεξηγήσεις και εν τέλει απαιτεί και μια κριτική επί των όρων, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να θεωρήσει ότι έχει κάπως κατανοήσει τις εννοιολογικές παραμέτρους του όρου. Η ετυμολογική σημασία αναφέρεται στην ευνοϊκή τύχη, από το ελληνικό πρόθεμα ευ και τύχη, από τη ρίζα τυγχάνω, που παρουσιάζει αντιστοιχία και με τον αγγλοσαξονικό όρο happiness από το happen με την έννοια του γεγονότος που συμβαίνει κατά τύχη καθώς και το γερμανικό gluck από τη γερμανική ρίζα gelingen που σημαίνει επιτυγχάνω.
Με μια ευρύτερα φιλοσοφική θεώρηση, ευτυχία, σύμφωνα πάντα με το Λεξικό του Lalande, είναι «η κατάσταση της πλήρους ικανοποιήσεως που γεμίζει όλη τη συνείδηση». Προτείνεται παράλληλα ο αναλυτικότερος και διεισδυτικότερος ορισμός που δίνει ο Καντ στο έργο του Κριτική του Καθαρού Λόγου, σύμφωνα με τον οποίο η ευτυχία ταυτίζεται με την «ικανοποίηση όλων των κλίσεων μας τόσο σε έκταση, δηλαδή σε πολλαπλότητα, όσο και σε ένταση, δηλαδή σε διάρκεια».
Ο Μάρκος Τερέντιος Βάρρο και αργότερα ο Αυγουστίνος κατέγραψαν 289 απόψεις για το τι σημαίνει ευτυχία, αυτή η έννοια που αποτελεί την έγνοια όλων, ενώ παράλληλα γεννά απορίες και ερωτήματα ως προς τη φύση, τις ιδιότητες και κυρίως την επίτευξη ή απόκτησή της. Η ευτυχία είναι συναίσθημα, διάθεση ή βίωμα; Είναι στόχος, πορεία ή ουτοπία; Είναι διαρκής ή εξαντλείται σε στιγμές; Και τι καθορίζει την ευτυχία μας ή την έλλειψή της; Ποιες μορφές μπορεί να πάρει και σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο επηρεάζει την επικοινωνία μας με τους άλλους;
Τι μπορεί να είναι σήμερα ή πώς μπορεί να βιώνεται σήμερα η ευτυχία
Ερωτήματα αναφορικά με την ευτυχία έχουν απασχολήσει τη φιλοσοφία, τη θεολογία και την ψυχολογία, όπως είναι μάλλον αυτονόητο και αναμενόμενο, αλλά προσφάτως και μάλλον αναπάντεχα και την οικονομική επιστήμη, η οποία αποφάσισε να εμπλακεί στη μελέτη των παραμέτρων που εξασφαλίζουν την ευτυχία και, κάνοντας ένα βήμα ακόμη πιο πέρα, να την αποτιμήσει και να κοστολογήσει την απώλειά της.
Το 1984 εμφανίζεται για πρώτη φορά στο πεδίο της οικονομικής θεωρίας το σχήμα της «ηδονικής αξίας της ζωής», το οποίο αναφέρεται στην ευχαρίστηση και την απόλαυση που προσφέρει στο άτομο η ζωή του, εξαιρουμένων των οικονομικών απολαβών. Σύντομα προσαρμόστηκε στις πρακτικές της νομικής επιστήμης και τέθηκε στην υπηρεσία των λειτουργών της προς όφελος πελατών τους που είχαν πέσει θύματα «ηδονικών απωλειών».
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς αυτούς ο γάμος, για παράδειγμα, ισοδυναμεί με ένα ποσό της τάξης των 70.000 αγγλικών λιρών ετησίως.
Ένα άλλο παράδειγμα αυτού του όψιμου ενδιαφέροντος για τη διαχείριση της ανθρώπινης ευτυχίας αποτελεί το Ινστιτούτο της Ευτυχίας (The Happiness Institute), το οποίο εδρεύει στην Αυστραλία και χρησιμοποιεί τις αρχές και τις μεθόδους της Θετικής Ψυχολογίας (Positive Psychology) για να βοηθήσει τους πελάτες του «να απολαύσουν και πάλι τη ζωή, να νιώθουν καλά και να είναι αισιόδοξοι, να βελτιώσουν τις σχέσεις τους, να αναπτύξουν το αίσθημα ελέγχου και να ζήσουν μια υγιή και ισορροπημένη ζωή». Οι ειδικοί επιστήμονες του Ινστιτούτου είναι πρόθυμοι να μοιραστούν μαζί μας – με το αζημίωτο πάντα – το μυστικό της ευτυχίας και διαδικτυακώς.
Η εγκυρότητα της διαπίστωσης του Φρόυντ στα 1930 ότι από τη συμπεριφορά των ανθρώπων συνάγεται πως σκοπός της ζωής τους είναι η επιδίωξη και η διατήρηση της ευτυχίας δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Το πρόγραμμα της ‘αρχής της ηδονής’ ορίζει και επιβάλλει τόσο την αποφυγή του πόνου όσο και την αποκόμιση ευχαρίστησης.
Εντούτοις, «δεν υπάρχει καμιά συμβουλή που να κάνει για όλους· ο καθένας πρέπει να δοκιμάσει μόνος του με ποιον ιδιαίτερο τρόπο μπορεί να γίνει ευτυχισμένος» (Φρόυντ), καθώς εκτός από την ιδιοσυγκρασία διαφέρουν και οι συνθήκες μέσα στις οποίες οι άνθρωποι αναπτύσσονται και λειτουργούν. Έχοντας παραχωρήσει για χάρη της ασφάλειάς του ένα μέρος της δυνατότητάς του για ευτυχία μέσω της ικανοποίησης των ορμών του, ο πολιτισμένος άνθρωπος καλείται να εκμεταλλευτεί την εναπομείνασα ικανότητά του για να πετύχει τον υπέρτατο στόχο.
Ο υπέρτατος αυτός στόχος, η ευτυχία, αποτελεί μια έννοια καθημερινή, αλλά δυσνόητη. Δεν επιτρέπει έναν μονοδιάστατο ορισμό, δεν προσφέρεται για πειραματικές διαπιστώσεις. Εντούτοις, είναι ενδιαφέρον να διερευνηθεί κατά πόσο υπάρχουν συγκεκριμένοι, μετρήσιμοι παράγοντες που οδηγούν σε αυτήν και κατά πόσο πρόκειται για μια κατάσταση που υπόκειται σε τεκμηρίωση και ποσοτικοποίηση. Θεωρώντας ως αυθεντική πηγή για τις διαπιστώσεις αυτές τον αβίαστο λόγο των ίδιων των υποκειμένων, θα επιχειρήσουμε μια διαδρομή μέσα από αναπαραστάσεις, βιώματα και σημασίες της ευτυχίας για να προσεγγίσουμε τη βαθύτατα προσωπική εμπειρία της, όπως αποτυπώνεται στον κοινωνικό εαυτό των υποκειμένων. Ελπίδα και επιδίωξή μας είναι να μας δοθεί η δυνατότητα να αγγίξουμε έστω φευγαλέα μια πτυχή της ανθρώπινης κατάστασης που δύσκολα μπορεί κανείς να μοιραστεί με τον Άλλο.
Από τους Αλχημιστές στον Αριστοτέλη
Δεν υπάρχει στη ζωή πιο μεγάλη απόλαυση ούτε πιο μεγάλη ευτυχία
από το να μην έχεις συνείδηση ότι ζεις
-Giacomo Leopardi, Η Θεωρία της Ηδονής,
Η ευτυχισμένη ζωή, ως έννοια αλλά και ως βίωμα, δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητους τους εργάτες του πνεύματος όλων των εποχών και όλων των ρευμάτων. Ακόμη και οι πιο «σκοτεινοί» των φιλοσόφων, σε κατάσταση οι ίδιοι μελαγχολίας έως και κατάθλιψης, πάντοτε θέτουν το ερώτημα για την ευτυχία τού ανθρώπου και αναζητούν την οδό που οδηγεί σε αυτήν. Έφτασαν, μάλιστα, κατά την εποχή της Αναγέννησης να αναζητούν τη φιλοσοφική λίθο, η οποία θα σήμαινε την εξασφάλιση της διαρκούς και αδιάκοπης ευτυχίας μέσω της αιώνιας νεότητας και των απεριόριστων υλικών αγαθών.
Οι αλχημιστές της Αναγέννησης, επομένως, ονειρεύτηκαν να προσφέρουν στον άνθρωπο τις, κατά την άποψή τους, βασικές προϋποθέσεις της καλής ζωής: ευρωστία και πλούτο. Παρέλειψαν, όμως, να συμπεριλάβουν σε αυτές τη θεωρητική όψη της ευδαιμονίας ως διαρκούς και αυτάρκους ενέργειας, όπως την προσδιόρισε ο Αριστοτέλης. Για τον μεγάλο φιλόσοφο της ελληνικής αρχαιότητας «η πιο ωραία και ευχάριστη ζωή» οφείλει να εναρμονίζεται με τον νου, το κύριο χαρακτηριστικό του ανθρώπου (Αριστοτέλης). Η ευδαιμονία είναι μια ενέργεια που διαρκεί καθ’ όλη τη ζωή του ανθρώπου και κατατάσσεται μεταξύ των καθαυτών επιθυμητών ενεργειών, αφού δεν στερείται τίποτα και ο άνθρωπος δεν την επιδιώκει έχοντας κατά νου έναν απώτερο σκοπό αλλά την ίδια την απόκτησή της, η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο από τα εξωτερικά καλά.
Για τον Αριστοτέλη η ευδαιμονία συνδέεται με την ύπαρξη ελεύθερου χρόνου, ο οποίος διακρίνεται με σαφήνεια από τον εργάσιμο, καθώς, όπως τονίζει, «εργαζόμαστε για να σχολάσουμε, όπως κάνουμε πόλεμο για να εξασφαλίσουμε ειρήνη» (Αριστοτέλης). Σε αυτό τον χρόνο της περισυλλογής και της ανάπτυξης δραστηριοτήτων που ανταποκρίνονται στις επιθυμίες του κάθε ατόμου συγκαταλέγεται και η επικοινωνία με ευχάριστους φίλους, καθώς μόνο τέτοιου είδους φίλους έχει νόημα να συναναστρέφεται ο ευτυχισμένος άνθρωπος. Όποιος στοχεύει στην ύψιστη ευδαιμονία, τη μακαριότητα, θα πρέπει να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του σύμφωνα με τη θεϊκή θέληση και να γνωρίζει ότι θα οδηγηθεί σε αυτήν μόνο μέσω της ανθρώπινης ενέργειας της συναφέστερης προς την ενέργεια του θεού.
Συνεχίζοντας την ανάλυσή του για την ευδαιμονία, ο Αριστοτέλης την ορίζει ως κάποιο είδος θεωρίας, με συνέπεια να μπορεί να καταστεί αυτή αντικείμενο απόλαυσης του θεωρητικού ανθρώπου, χωρίς όμως να παραλείπει μια αναφορά στην αναγκαιότητα των εξωτερικών αγαθών για μια ομαλή διαβίωση. Οι άνθρωποι επιδιώκουν να αποκτήσουν αυτό που τους λείπει, θεωρώντας ότι έτσι θα ολοκληρωθεί η ευτυχία τους, επενδύοντας αυτή την προσμονή με τις ελπίδες τους. Άλλωστε, οι άνθρωποι είναι τα μόνα όντα που ασχολούνται, διερωτώνται, συλλογίζονται για την ευτυχία τους, καθιστώντας αυτό το στοιχείο καταστατικό της συστατικό (Lear).
Η Επικούρεια αταραξία και η ποιότητα ζωής κατά Σενέκα
Την ίδια περίπου εποχή, ο Επίκουρος προτείνει τη δική του εκδοχή για το περιεχόμενο και την απόκτηση της ευτυχίας, ταυτίζοντας την με την εξασφάλιση της σωματικής υγείας, παράλληλα με εκείνη της ψυχικής ηρεμίας (Επίκουρος). Για τον Επίκουρο ο ορισμός είναι αποφατικός: ευτυχία είναι το να μην πονάμε στο σώμα και το να μην ταρασσόμαστε στην ψυχή, μια θεωρία που θα επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας, μετρώντας πολυπληθείς οπαδούς.
Αυτός ο διπλός στόχος της ευτυχίας επιτυγχάνεται με οδηγό τη φρόνηση, η οποία είναι εκείνη που μας αποκαλύπτει «τις αιτίες για τις οποίες μας αρέσει ή δεν μας αρέσει κάτι και που διώχνει όλες αυτές τις αντιλήψεις από τις οποίες ταλαιπωρείται η ψυχή μας» (Επίκουρος). Το χαρακτηριστικότερο, όμως, στοιχείο της θεωρίας του Επίκουρου είναι εκείνο της αναγνώρισης και της εξύψωσης της ηδονής ως βάσης «κάθε προτίμησης και κάθε αποφυγής», ως κριτηρίου και μέτρου για να εκτιμήσουμε την ευτυχισμένη ζωή.
Το υπέρτατο αγαθό που είναι η ευτυχία, την οποία, σύμφωνα πάλι με τον Επίκουρο, όταν την έχουμε, έχουμε το παν κι όταν δεν την έχουμε κάνουμε το παν για να την αποκτήσουμε, απασχόλησε και τον Σενέκα, ο οποίος ενδιαφερόταν πολύ για την ποιότητα του καθημερινού βίου. Μπορεί η δική του ζωή να τον διέψευσε, εντούτοις πρέσβευε ότι οι μόνοι πραγματικά ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι όσοι αφιερώνονται στο πνεύμα και μόνο τότε ζουν πραγματικά, καθώς με τη μελέτη προσθέτουν στον χρόνο της ζωής τους και εκείνον που έχει προϋπάρξει, ερχόμενοι σε επαφή με τη σοφία των προγενέστερων τους (Σενέκας).
Ο Επίκτητος πάλι, συμπυκνώνει την άποψή του για την ευτυχία σε μια μόνη φράση, υπό τη μορφή συμβουλής:
«Μη ζητάς να γίνονται τα πράγματα όπως τα θέλεις εσύ,
αλλά να τα δέχεσαι όπως έρχονται και τότε θα είσαι ευτυχισμένος»
Επίκτητος
Οι μικροί καθημερινοί στόχοι του Giacomo Leopardi
Με τον Επίκτητο πιθανώς να μην συμφωνούσε ο Ιταλός Giacomo Leopardi (1798-1837) – στοχαστής, φιλόσοφος και ποιητής που το έργο του διακρίνεται από βαθιά απαισιοδοξία. Ο Giacomo Leopardi θεωρούσε ότι ο άνθρωπος μπορεί να βιώσει την ευτυχία ζώντας μια ειρηνική στιγμή, ελπίζοντας, όμως, ταυτόχρονα στην έλευση καλύτερων ημερών. Ο ίδιος εξομολογείται:
Τη θεία αυτή κατάσταση την αισθάνθηκα κατά διαστήματα επί πολλούς μήνες στην ηλικία μεταξύ 16 και 17 ετών, όταν ακριβώς ήμουν απερίσπαστα απασχολημένος με τις σπουδές μου, χωρίς καμιάν άλλην έγνοια, έχοντας την ήρεμη και σταθερή ελπίδα για ένα μέλλον γεμάτο ευχαρίστηση. Όμως αυτό το αίσθημα δεν θα το ξαναδοκιμάσω ποτέ πια, διότι μια παρόμοια ελπίδα, που μόνο αυτή μπορεί να μας ικανοποιήσει στο παρόν, δεν θα μπορούσε να γεννηθεί παρά μόνο σε ένα νέον άνθρωπο της ηλικίας εκείνης ή, τουλάχιστον, τόσο λίγο έμπειρο. (…) Όταν όμως έχουμε γνωρίσει, και χάσει, την ευτυχία, οι ελπίδες δεν μπορούν πια να μας ικανοποιήσουν και η δυστυχία έχει κιόλας εγκατασταθεί στον άνθρωπο.
Για τον Leopardi η ευτυχία πηγάζει από τη ζωηρή φαντασία που δεν αφήνεται να περιοριστεί από τη γνώση ορίων, αλλά τροφοδοτείται από ένα είδος άγνοιας ή παραγνώρισης της πραγματικότητας. Πιστεύει ότι τόσο η ευτυχία όσο και η δυστυχία υπόκεινται στην κρίση του καθενός και, εντέλει, «ο άνθρωπος είναι τόσο δυστυχισμένος όσο ακριβώς φαντάζεται πως είναι… και το ίδιο ισχύει και για το πόσο ευτυχισμένος είναι». Οι ασχολίες, ακόμη και αν δεν προκαλούν ισχυρές συγκινήσεις, μαζί με την επίτευξη των μικρών καθημερινών μας στόχων είναι τα συστατικά της ευτυχίας, που μας επιτρέπουν να ξεπεράσουμε τη ματαιότητα της ανθρώπινης κατάστασης.
Η απόσταση του χρόνου, θεωρεί ο Leopardi, καθιστά γλυκές τις αναμνήσεις των ευτυχισμένων στιγμών, ισχυρότερα και από την ίδια τη στιγμή της απόλαυσης τους, με την ελπίδα της μελλοντικής επανάληψης τους. Καταλήγει, όμως, στο συμπέρασμα ότι ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου, η ευτυχία, δεν υπάρχει, αφού την αναζητά χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζει τη φύση της, σε τι δηλαδή συνίσταται.
Ο Νίτσε και η ευτυχία
Ο Νίτσε, στο έργο του Η Χαρούμενη Γνώση (1886) εκτός από τις αναλύσεις του για τη γνώση, την τέχνη, την ηθική και την αλήθεια, αναφέρεται, επίσης, στην έννοια της ευτυχίας ακολουθώντας τη Στωική παράδοση, που θέλει την ευχαρίστηση και την απαρέσκεια άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους με έναν τρόπο που για να γευτεί κανείς την ευχαρίστηση θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος να υπομείνει αντίστοιχες ποσότητες δυσαρέσκειας. Πιστεύει ο Νίτσε ότι η ευτυχία είναι εν πολλοίς μια ανθρώπινη κατασκευή, καθώς εξαρτάται από την κρίση των ανθρώπων για τα κίνητρα των πράξεων και των σκέψεων, κρίση που πολύ απέχει από τα πραγματικά κίνητρα.
Υπογραμμίζει, επίσης, τη σημασία της υστεροφημίας και της γνώμης των άλλων στη διαμόρφωση της ευτυχίας μας. Θεωρεί ότι ανεξάρτητα με ό,τι γνωρίζουμε εμείς στο πεδίο των πράξεων ή των σκέψεών μας, όταν κάποια στιγμή αποκαλύπτεται ότι οι άλλοι έχουν διαμορφώσει μια διαφορετική άποψη για εμάς η ευτυχία μας κινδυνεύει με κατάρρευση. Σε αντίθεση με τη θλίψη και την κακοκεφιά που έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν μια ολόκληρη κοινωνική οργάνωση, κρίνει πως η ευτυχία «δεν είναι καθόλου μεταδοτική αρρώστια». Εντούτοις, δεν παραλείπει να τονίσει τη σημασία του μοιράσματος της χαράς με τους άλλους, γιατί μόνο έτσι μπορεί κανείς να γίνει «μεγάλος».
Η ποιητική περιγραφή του ευτυχισμένου ανθρώπου που έχει να μας προσφέρει είναι η εξής:
Ο κίνδυνος του πιο ευτυχισμένου – να ‘χεις εκλεπτυσμένες αισθήσεις και λεπτό γούστο· να ‘σαι συνηθισμένος σ’ ό,τι πιο εκλεκτό και εξαίσιο έχει το πνεύμα, σα να ‘ταν αυτό απλώς η πιο σωστή και κατάλληλη τροφή· να χαίρεσαι μια δυνατή, θαρραλέα, παράτολμη ψυχή· να περνάς μέσα από τη ζωή με ήρεμα μάτια και σταθερό βήμα, έτοιμος πάντα για τις πιο ακραίες καταστάσεις όπως σε μια γιορτή και γεμάτος από τον πόθο για κόσμους και θάλασσες, ανθρώπους και θεούς που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα· να ακούς κάθε ευδιάθετη μουσική σαν να ‘ταν σημάδι ότι παράτολμοι άνθρωποι, στρατιώτες, ποντοπόροι χαρίζουν στον εαυτό τους εκεί μια βραχύχρονη ανάπαυση και ευχαρίστηση και ξαφνικά, μέσα στη βαθύτατη απόλαυση της στιγμής, νικιούνται από τα κλάματα κι απ’ όλη τη βυσσινιά μελαγχολία του ευτυχισμένου: ποιος δεν θα ‘θελε να ‘ναι όλα αυτά κατοχή του, κατάστασή του!
αυτά που λες και αυτά που πράττεις
βρίσκονται σε αρμονία
Η πολυδιάστατη έννοια της ευτυχίας, η οποία έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών και διαφορετικών επιστημονικών κλάδων όπως και μελέτη χιλιάδων ειδικών, έχουν οδηγήσει στην αδυναμία υιοθέτησης ενός κοινού ορισμού ή έστω ενός κοινού κώδικα επικοινωνίας αναφορικά με αυτό το ζήτημα, γεγονός που δίνει μια γοητεία στο εγχείρημα προσδιορισμού τι είναι ευτυχία.
Η δυσκολία του ορισμού της έννοιας ευτυχία αποτυπώνεται στην προσπάθεια σκιαγράφησης της στο κλασικό «Λεξικό της Φιλοσοφίας» του Andre Lalande (1955), όπου η ετυμολογική έννοια συμπληρώνεται από δύο ακόμη επεξηγήσεις και εν τέλει απαιτεί και μια κριτική επί των όρων, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να θεωρήσει ότι έχει κάπως κατανοήσει τις εννοιολογικές παραμέτρους του όρου. Η ετυμολογική σημασία αναφέρεται στην ευνοϊκή τύχη, από το ελληνικό πρόθεμα ευ και τύχη, από τη ρίζα τυγχάνω, που παρουσιάζει αντιστοιχία και με τον αγγλοσαξονικό όρο happiness από το happen με την έννοια του γεγονότος που συμβαίνει κατά τύχη καθώς και το γερμανικό gluck από τη γερμανική ρίζα gelingen που σημαίνει επιτυγχάνω.
Με μια ευρύτερα φιλοσοφική θεώρηση, ευτυχία, σύμφωνα πάντα με το Λεξικό του Lalande, είναι «η κατάσταση της πλήρους ικανοποιήσεως που γεμίζει όλη τη συνείδηση». Προτείνεται παράλληλα ο αναλυτικότερος και διεισδυτικότερος ορισμός που δίνει ο Καντ στο έργο του Κριτική του Καθαρού Λόγου, σύμφωνα με τον οποίο η ευτυχία ταυτίζεται με την «ικανοποίηση όλων των κλίσεων μας τόσο σε έκταση, δηλαδή σε πολλαπλότητα, όσο και σε ένταση, δηλαδή σε διάρκεια».
Ο Μάρκος Τερέντιος Βάρρο και αργότερα ο Αυγουστίνος κατέγραψαν 289 απόψεις για το τι σημαίνει ευτυχία, αυτή η έννοια που αποτελεί την έγνοια όλων, ενώ παράλληλα γεννά απορίες και ερωτήματα ως προς τη φύση, τις ιδιότητες και κυρίως την επίτευξη ή απόκτησή της. Η ευτυχία είναι συναίσθημα, διάθεση ή βίωμα; Είναι στόχος, πορεία ή ουτοπία; Είναι διαρκής ή εξαντλείται σε στιγμές; Και τι καθορίζει την ευτυχία μας ή την έλλειψή της; Ποιες μορφές μπορεί να πάρει και σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο επηρεάζει την επικοινωνία μας με τους άλλους;
Τι μπορεί να είναι σήμερα ή πώς μπορεί να βιώνεται σήμερα η ευτυχία
Ερωτήματα αναφορικά με την ευτυχία έχουν απασχολήσει τη φιλοσοφία, τη θεολογία και την ψυχολογία, όπως είναι μάλλον αυτονόητο και αναμενόμενο, αλλά προσφάτως και μάλλον αναπάντεχα και την οικονομική επιστήμη, η οποία αποφάσισε να εμπλακεί στη μελέτη των παραμέτρων που εξασφαλίζουν την ευτυχία και, κάνοντας ένα βήμα ακόμη πιο πέρα, να την αποτιμήσει και να κοστολογήσει την απώλειά της.
Το 1984 εμφανίζεται για πρώτη φορά στο πεδίο της οικονομικής θεωρίας το σχήμα της «ηδονικής αξίας της ζωής», το οποίο αναφέρεται στην ευχαρίστηση και την απόλαυση που προσφέρει στο άτομο η ζωή του, εξαιρουμένων των οικονομικών απολαβών. Σύντομα προσαρμόστηκε στις πρακτικές της νομικής επιστήμης και τέθηκε στην υπηρεσία των λειτουργών της προς όφελος πελατών τους που είχαν πέσει θύματα «ηδονικών απωλειών».
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς αυτούς ο γάμος, για παράδειγμα, ισοδυναμεί με ένα ποσό της τάξης των 70.000 αγγλικών λιρών ετησίως.
Ένα άλλο παράδειγμα αυτού του όψιμου ενδιαφέροντος για τη διαχείριση της ανθρώπινης ευτυχίας αποτελεί το Ινστιτούτο της Ευτυχίας (The Happiness Institute), το οποίο εδρεύει στην Αυστραλία και χρησιμοποιεί τις αρχές και τις μεθόδους της Θετικής Ψυχολογίας (Positive Psychology) για να βοηθήσει τους πελάτες του «να απολαύσουν και πάλι τη ζωή, να νιώθουν καλά και να είναι αισιόδοξοι, να βελτιώσουν τις σχέσεις τους, να αναπτύξουν το αίσθημα ελέγχου και να ζήσουν μια υγιή και ισορροπημένη ζωή». Οι ειδικοί επιστήμονες του Ινστιτούτου είναι πρόθυμοι να μοιραστούν μαζί μας – με το αζημίωτο πάντα – το μυστικό της ευτυχίας και διαδικτυακώς.
Η εγκυρότητα της διαπίστωσης του Φρόυντ στα 1930 ότι από τη συμπεριφορά των ανθρώπων συνάγεται πως σκοπός της ζωής τους είναι η επιδίωξη και η διατήρηση της ευτυχίας δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Το πρόγραμμα της ‘αρχής της ηδονής’ ορίζει και επιβάλλει τόσο την αποφυγή του πόνου όσο και την αποκόμιση ευχαρίστησης.
Εντούτοις, «δεν υπάρχει καμιά συμβουλή που να κάνει για όλους· ο καθένας πρέπει να δοκιμάσει μόνος του με ποιον ιδιαίτερο τρόπο μπορεί να γίνει ευτυχισμένος» (Φρόυντ), καθώς εκτός από την ιδιοσυγκρασία διαφέρουν και οι συνθήκες μέσα στις οποίες οι άνθρωποι αναπτύσσονται και λειτουργούν. Έχοντας παραχωρήσει για χάρη της ασφάλειάς του ένα μέρος της δυνατότητάς του για ευτυχία μέσω της ικανοποίησης των ορμών του, ο πολιτισμένος άνθρωπος καλείται να εκμεταλλευτεί την εναπομείνασα ικανότητά του για να πετύχει τον υπέρτατο στόχο.
Ο υπέρτατος αυτός στόχος, η ευτυχία, αποτελεί μια έννοια καθημερινή, αλλά δυσνόητη. Δεν επιτρέπει έναν μονοδιάστατο ορισμό, δεν προσφέρεται για πειραματικές διαπιστώσεις. Εντούτοις, είναι ενδιαφέρον να διερευνηθεί κατά πόσο υπάρχουν συγκεκριμένοι, μετρήσιμοι παράγοντες που οδηγούν σε αυτήν και κατά πόσο πρόκειται για μια κατάσταση που υπόκειται σε τεκμηρίωση και ποσοτικοποίηση. Θεωρώντας ως αυθεντική πηγή για τις διαπιστώσεις αυτές τον αβίαστο λόγο των ίδιων των υποκειμένων, θα επιχειρήσουμε μια διαδρομή μέσα από αναπαραστάσεις, βιώματα και σημασίες της ευτυχίας για να προσεγγίσουμε τη βαθύτατα προσωπική εμπειρία της, όπως αποτυπώνεται στον κοινωνικό εαυτό των υποκειμένων. Ελπίδα και επιδίωξή μας είναι να μας δοθεί η δυνατότητα να αγγίξουμε έστω φευγαλέα μια πτυχή της ανθρώπινης κατάστασης που δύσκολα μπορεί κανείς να μοιραστεί με τον Άλλο.
Από τους Αλχημιστές στον Αριστοτέλη
Δεν υπάρχει στη ζωή πιο μεγάλη απόλαυση ούτε πιο μεγάλη ευτυχία
από το να μην έχεις συνείδηση ότι ζεις
-Giacomo Leopardi, Η Θεωρία της Ηδονής,
Η ευτυχισμένη ζωή, ως έννοια αλλά και ως βίωμα, δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητους τους εργάτες του πνεύματος όλων των εποχών και όλων των ρευμάτων. Ακόμη και οι πιο «σκοτεινοί» των φιλοσόφων, σε κατάσταση οι ίδιοι μελαγχολίας έως και κατάθλιψης, πάντοτε θέτουν το ερώτημα για την ευτυχία τού ανθρώπου και αναζητούν την οδό που οδηγεί σε αυτήν. Έφτασαν, μάλιστα, κατά την εποχή της Αναγέννησης να αναζητούν τη φιλοσοφική λίθο, η οποία θα σήμαινε την εξασφάλιση της διαρκούς και αδιάκοπης ευτυχίας μέσω της αιώνιας νεότητας και των απεριόριστων υλικών αγαθών.
Οι αλχημιστές της Αναγέννησης, επομένως, ονειρεύτηκαν να προσφέρουν στον άνθρωπο τις, κατά την άποψή τους, βασικές προϋποθέσεις της καλής ζωής: ευρωστία και πλούτο. Παρέλειψαν, όμως, να συμπεριλάβουν σε αυτές τη θεωρητική όψη της ευδαιμονίας ως διαρκούς και αυτάρκους ενέργειας, όπως την προσδιόρισε ο Αριστοτέλης. Για τον μεγάλο φιλόσοφο της ελληνικής αρχαιότητας «η πιο ωραία και ευχάριστη ζωή» οφείλει να εναρμονίζεται με τον νου, το κύριο χαρακτηριστικό του ανθρώπου (Αριστοτέλης). Η ευδαιμονία είναι μια ενέργεια που διαρκεί καθ’ όλη τη ζωή του ανθρώπου και κατατάσσεται μεταξύ των καθαυτών επιθυμητών ενεργειών, αφού δεν στερείται τίποτα και ο άνθρωπος δεν την επιδιώκει έχοντας κατά νου έναν απώτερο σκοπό αλλά την ίδια την απόκτησή της, η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο από τα εξωτερικά καλά.
Για τον Αριστοτέλη η ευδαιμονία συνδέεται με την ύπαρξη ελεύθερου χρόνου, ο οποίος διακρίνεται με σαφήνεια από τον εργάσιμο, καθώς, όπως τονίζει, «εργαζόμαστε για να σχολάσουμε, όπως κάνουμε πόλεμο για να εξασφαλίσουμε ειρήνη» (Αριστοτέλης). Σε αυτό τον χρόνο της περισυλλογής και της ανάπτυξης δραστηριοτήτων που ανταποκρίνονται στις επιθυμίες του κάθε ατόμου συγκαταλέγεται και η επικοινωνία με ευχάριστους φίλους, καθώς μόνο τέτοιου είδους φίλους έχει νόημα να συναναστρέφεται ο ευτυχισμένος άνθρωπος. Όποιος στοχεύει στην ύψιστη ευδαιμονία, τη μακαριότητα, θα πρέπει να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του σύμφωνα με τη θεϊκή θέληση και να γνωρίζει ότι θα οδηγηθεί σε αυτήν μόνο μέσω της ανθρώπινης ενέργειας της συναφέστερης προς την ενέργεια του θεού.
Συνεχίζοντας την ανάλυσή του για την ευδαιμονία, ο Αριστοτέλης την ορίζει ως κάποιο είδος θεωρίας, με συνέπεια να μπορεί να καταστεί αυτή αντικείμενο απόλαυσης του θεωρητικού ανθρώπου, χωρίς όμως να παραλείπει μια αναφορά στην αναγκαιότητα των εξωτερικών αγαθών για μια ομαλή διαβίωση. Οι άνθρωποι επιδιώκουν να αποκτήσουν αυτό που τους λείπει, θεωρώντας ότι έτσι θα ολοκληρωθεί η ευτυχία τους, επενδύοντας αυτή την προσμονή με τις ελπίδες τους. Άλλωστε, οι άνθρωποι είναι τα μόνα όντα που ασχολούνται, διερωτώνται, συλλογίζονται για την ευτυχία τους, καθιστώντας αυτό το στοιχείο καταστατικό της συστατικό (Lear).
Η Επικούρεια αταραξία και η ποιότητα ζωής κατά Σενέκα
Την ίδια περίπου εποχή, ο Επίκουρος προτείνει τη δική του εκδοχή για το περιεχόμενο και την απόκτηση της ευτυχίας, ταυτίζοντας την με την εξασφάλιση της σωματικής υγείας, παράλληλα με εκείνη της ψυχικής ηρεμίας (Επίκουρος). Για τον Επίκουρο ο ορισμός είναι αποφατικός: ευτυχία είναι το να μην πονάμε στο σώμα και το να μην ταρασσόμαστε στην ψυχή, μια θεωρία που θα επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας, μετρώντας πολυπληθείς οπαδούς.
Αυτός ο διπλός στόχος της ευτυχίας επιτυγχάνεται με οδηγό τη φρόνηση, η οποία είναι εκείνη που μας αποκαλύπτει «τις αιτίες για τις οποίες μας αρέσει ή δεν μας αρέσει κάτι και που διώχνει όλες αυτές τις αντιλήψεις από τις οποίες ταλαιπωρείται η ψυχή μας» (Επίκουρος). Το χαρακτηριστικότερο, όμως, στοιχείο της θεωρίας του Επίκουρου είναι εκείνο της αναγνώρισης και της εξύψωσης της ηδονής ως βάσης «κάθε προτίμησης και κάθε αποφυγής», ως κριτηρίου και μέτρου για να εκτιμήσουμε την ευτυχισμένη ζωή.
Το υπέρτατο αγαθό που είναι η ευτυχία, την οποία, σύμφωνα πάλι με τον Επίκουρο, όταν την έχουμε, έχουμε το παν κι όταν δεν την έχουμε κάνουμε το παν για να την αποκτήσουμε, απασχόλησε και τον Σενέκα, ο οποίος ενδιαφερόταν πολύ για την ποιότητα του καθημερινού βίου. Μπορεί η δική του ζωή να τον διέψευσε, εντούτοις πρέσβευε ότι οι μόνοι πραγματικά ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι όσοι αφιερώνονται στο πνεύμα και μόνο τότε ζουν πραγματικά, καθώς με τη μελέτη προσθέτουν στον χρόνο της ζωής τους και εκείνον που έχει προϋπάρξει, ερχόμενοι σε επαφή με τη σοφία των προγενέστερων τους (Σενέκας).
Ο Επίκτητος πάλι, συμπυκνώνει την άποψή του για την ευτυχία σε μια μόνη φράση, υπό τη μορφή συμβουλής:
«Μη ζητάς να γίνονται τα πράγματα όπως τα θέλεις εσύ,
αλλά να τα δέχεσαι όπως έρχονται και τότε θα είσαι ευτυχισμένος»
Επίκτητος
Οι μικροί καθημερινοί στόχοι του Giacomo Leopardi
Με τον Επίκτητο πιθανώς να μην συμφωνούσε ο Ιταλός Giacomo Leopardi (1798-1837) – στοχαστής, φιλόσοφος και ποιητής που το έργο του διακρίνεται από βαθιά απαισιοδοξία. Ο Giacomo Leopardi θεωρούσε ότι ο άνθρωπος μπορεί να βιώσει την ευτυχία ζώντας μια ειρηνική στιγμή, ελπίζοντας, όμως, ταυτόχρονα στην έλευση καλύτερων ημερών. Ο ίδιος εξομολογείται:
Τη θεία αυτή κατάσταση την αισθάνθηκα κατά διαστήματα επί πολλούς μήνες στην ηλικία μεταξύ 16 και 17 ετών, όταν ακριβώς ήμουν απερίσπαστα απασχολημένος με τις σπουδές μου, χωρίς καμιάν άλλην έγνοια, έχοντας την ήρεμη και σταθερή ελπίδα για ένα μέλλον γεμάτο ευχαρίστηση. Όμως αυτό το αίσθημα δεν θα το ξαναδοκιμάσω ποτέ πια, διότι μια παρόμοια ελπίδα, που μόνο αυτή μπορεί να μας ικανοποιήσει στο παρόν, δεν θα μπορούσε να γεννηθεί παρά μόνο σε ένα νέον άνθρωπο της ηλικίας εκείνης ή, τουλάχιστον, τόσο λίγο έμπειρο. (…) Όταν όμως έχουμε γνωρίσει, και χάσει, την ευτυχία, οι ελπίδες δεν μπορούν πια να μας ικανοποιήσουν και η δυστυχία έχει κιόλας εγκατασταθεί στον άνθρωπο.
Για τον Leopardi η ευτυχία πηγάζει από τη ζωηρή φαντασία που δεν αφήνεται να περιοριστεί από τη γνώση ορίων, αλλά τροφοδοτείται από ένα είδος άγνοιας ή παραγνώρισης της πραγματικότητας. Πιστεύει ότι τόσο η ευτυχία όσο και η δυστυχία υπόκεινται στην κρίση του καθενός και, εντέλει, «ο άνθρωπος είναι τόσο δυστυχισμένος όσο ακριβώς φαντάζεται πως είναι… και το ίδιο ισχύει και για το πόσο ευτυχισμένος είναι». Οι ασχολίες, ακόμη και αν δεν προκαλούν ισχυρές συγκινήσεις, μαζί με την επίτευξη των μικρών καθημερινών μας στόχων είναι τα συστατικά της ευτυχίας, που μας επιτρέπουν να ξεπεράσουμε τη ματαιότητα της ανθρώπινης κατάστασης.
Η απόσταση του χρόνου, θεωρεί ο Leopardi, καθιστά γλυκές τις αναμνήσεις των ευτυχισμένων στιγμών, ισχυρότερα και από την ίδια τη στιγμή της απόλαυσης τους, με την ελπίδα της μελλοντικής επανάληψης τους. Καταλήγει, όμως, στο συμπέρασμα ότι ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου, η ευτυχία, δεν υπάρχει, αφού την αναζητά χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζει τη φύση της, σε τι δηλαδή συνίσταται.
Ο Νίτσε και η ευτυχία
Ο Νίτσε, στο έργο του Η Χαρούμενη Γνώση (1886) εκτός από τις αναλύσεις του για τη γνώση, την τέχνη, την ηθική και την αλήθεια, αναφέρεται, επίσης, στην έννοια της ευτυχίας ακολουθώντας τη Στωική παράδοση, που θέλει την ευχαρίστηση και την απαρέσκεια άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους με έναν τρόπο που για να γευτεί κανείς την ευχαρίστηση θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος να υπομείνει αντίστοιχες ποσότητες δυσαρέσκειας. Πιστεύει ο Νίτσε ότι η ευτυχία είναι εν πολλοίς μια ανθρώπινη κατασκευή, καθώς εξαρτάται από την κρίση των ανθρώπων για τα κίνητρα των πράξεων και των σκέψεων, κρίση που πολύ απέχει από τα πραγματικά κίνητρα.
Υπογραμμίζει, επίσης, τη σημασία της υστεροφημίας και της γνώμης των άλλων στη διαμόρφωση της ευτυχίας μας. Θεωρεί ότι ανεξάρτητα με ό,τι γνωρίζουμε εμείς στο πεδίο των πράξεων ή των σκέψεών μας, όταν κάποια στιγμή αποκαλύπτεται ότι οι άλλοι έχουν διαμορφώσει μια διαφορετική άποψη για εμάς η ευτυχία μας κινδυνεύει με κατάρρευση. Σε αντίθεση με τη θλίψη και την κακοκεφιά που έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν μια ολόκληρη κοινωνική οργάνωση, κρίνει πως η ευτυχία «δεν είναι καθόλου μεταδοτική αρρώστια». Εντούτοις, δεν παραλείπει να τονίσει τη σημασία του μοιράσματος της χαράς με τους άλλους, γιατί μόνο έτσι μπορεί κανείς να γίνει «μεγάλος».
Η ποιητική περιγραφή του ευτυχισμένου ανθρώπου που έχει να μας προσφέρει είναι η εξής:
Ο κίνδυνος του πιο ευτυχισμένου – να ‘χεις εκλεπτυσμένες αισθήσεις και λεπτό γούστο· να ‘σαι συνηθισμένος σ’ ό,τι πιο εκλεκτό και εξαίσιο έχει το πνεύμα, σα να ‘ταν αυτό απλώς η πιο σωστή και κατάλληλη τροφή· να χαίρεσαι μια δυνατή, θαρραλέα, παράτολμη ψυχή· να περνάς μέσα από τη ζωή με ήρεμα μάτια και σταθερό βήμα, έτοιμος πάντα για τις πιο ακραίες καταστάσεις όπως σε μια γιορτή και γεμάτος από τον πόθο για κόσμους και θάλασσες, ανθρώπους και θεούς που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα· να ακούς κάθε ευδιάθετη μουσική σαν να ‘ταν σημάδι ότι παράτολμοι άνθρωποι, στρατιώτες, ποντοπόροι χαρίζουν στον εαυτό τους εκεί μια βραχύχρονη ανάπαυση και ευχαρίστηση και ξαφνικά, μέσα στη βαθύτατη απόλαυση της στιγμής, νικιούνται από τα κλάματα κι απ’ όλη τη βυσσινιά μελαγχολία του ευτυχισμένου: ποιος δεν θα ‘θελε να ‘ναι όλα αυτά κατοχή του, κατάστασή του!
ΗΡΟΔΟΤΟΣ και ΣΑΜΟΣ/ΙΩΝΙΑ
Οι Περσικοί πόλεμοι δεν είχαν ακόμη τελειώσει όταν γεννήθηκε ο Ηρόδοτος στην Αλικαρνασσό (σημ. Μπόντρουμ, Τουρκία, εξ ου κι αποκαλούμενος Αλικαρνασσεύς), δωρική αποικία στα Ν.Δ. παράλια της Μ. Ασίας, στη περιοχή που ονομαζότανε Καρία απέναντι από τη Κω, ο διάσημος αυτός Έλληνας ιστορικός που επονομάστηκε «πατήρ της ιστορίας». Η βασίλισσα της πόλης αυτής, Αρτεμισία, είχε πάρει μέρος με τα πλοία της στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, στο πλευρό του Ξέρξη. Υποτελής, γιος ή εγγονός της Αρτεμισίας ήταν ο Λύγδαμης, ο τύραννος εξαιτίας του οποίου σκοτώθηκε ο θείος του Ηροδότου και αναγκάστηκε ο ίδιος στα είκοσί του χρόνια να καταφύγει στην Σάμο όπου και παρέμεινε μέχρι το 455 – 454 πκχ. Στη Σάμο άντλησε τη χάρη του γραψίματός του. Εκεί έμαθε την αξία της ελευθερίας και ένιωσε το βάρος της τυραννίας. Μετά επέστρεψε για ένα διάστημα στην Αλικαρνασσό, όταν η τυραννία είχε πια καταργηθεί, και όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα θα υποθέταμε ότι άρχισε τα ταξίδια του γύρω στο 450–440 πκχ.Ο Ηρόδοτος (το όνομά του ετυμολογείται από την Ήρα και το δίδω και σημαίνει από την Ήρα δόθηκε), οπως όλα τα παιδιά της εποχής του, μεγάλωσε με τα Ομηρικά έπη, τα οποία γνώρισε πολύ καλά λόγω του θείου του Πανύαση, ο οποίος ήταν χρησμολόγος, μάντης και αρχαίος έλληνας επικός ποιητής του 5ου αι. πκχ, γνωστός για τα Ηράκλεια και τα Ιωνικά. Η επίδραση του θείου του θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν καθοριστική όχι μόνο για την μόρφωση του Ηροδότου αλλά και για την διαμόρφωση των πολιτικών του ιδεών. Στο έργο του ο Ηρόδοτος παρατηρούμε ότι παραθέτει αρκετούς χρησμούς, στους οποίους δείχνει μεγάλο σεβασμό, δίνει ιδιαίτερη σημασία στον μυθικό ήρωα Ηρακλή και στους απογόνους του, ενώ είναι φανερή η άριστη γνώση της επικής ποίησης. Όλα αυτά λοιπόν υπαινίσσονται την παρουσία του χρησμολόγου Πανύαση, ο οποίος έγραψε ανάμεσα στα άλλα και ένα έργο για τον Ηρακλή. Στη συνέχεια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην Σάμο ο Ηρόδοτος ήρθε σε στενή επαφή με το ιωνικό πνεύμα, το οποίο γνώριζε και από την Αλικαρνασσό, που, αν και δωρική στην ίδρυσή της, ανήκε στην σφαίρα επιρροής της Ιωνίας.
Η Ιωνική του παιδεία – η γνώση της ιωνικής διαλέκτου, ο ορθολογισμός (με τον όρο αυτό εννοούμε ότι ο ιστορικός εκφράζει την δυσπιστία του σε παράδοξες ή αντιφατικές πληροφορίες, ότι αναζητεί τις αιτίες γεγονότων/καταστάσεων/συμπεριφορών, όχι σε μύθους αλλά κυρίως σε γεγονότα που μπορούν να υποβληθούν σε κριτικό έλεγχο, να ελεγχθούν με την λογική) και ο εμπειρισμός (η μεθοδολογία του Ηροδότου είναι στην βάση της εμπειρική, γιατί ο ιστορικός στηρίζεται πιο πολύ στην αυτοψία ή και, όταν δεν μπορεί να ελέγξει με αυτοψία τις πληροφορίες του, τις συγκρίνει με την εμπειρία του) συμπληρώθηκε αναμφισβήτητα στη Σάμο, ενώ καλλιεργήθηκε η αγάπη του για τα ταξίδια και οξύνθηκε το φιλοπερίεργο πνεύμα του. Φαίνεται ότι εντυπωσιάστηκε από τα μεγάλα έργα με τα οποία είχε κοσμήσει την Σάμο ο τύραννος Πολυκράτης, αφού στο έργο του εκφράζει συχνά τον θαυμασμό του (την ονομάζει πολίων πασέων πρώτην ελληνίδων και βαρβάρων) και τα συγκρίνει με τα μνημεία της Αιγύπτου. Παρατηρώντας τα ο νεαρός Ηρόδοτος έμαθε να προσέχει τις λεπτομέρειες, να σημειώνει διαστάσεις, να περιγράφει με ακρίβεια. Η περιέργεια που τον διέκρινε τον οδηγούσε σε ερωτήσεις για καθετί που του προκαλούσε εντύπωση, μετρούσε τις διαστάσεις των οικοδομημάτων και κρατούσε πολλές σημειώσεις. Έτσι κατάφερε να αποκτήσει πολλές εμπειρίες και συγκέντρωσε πολύτιμο υλικό, που μας το παρέδωσε με την ιστορία του.
Οι εμπορικές σχέσεις που είχε συνάψει η Σάμος με τη Κυρήνη (τη σημερινή Λιβύη), τον ωθήσανε να την επισκεφτεί περίπου το 460 πκχ.. Απ' αυτό το ταξίδι διασώζεται ο μύθος των Βαττιάδων Βασιλέων. Ωστόσο, το ταξίδι που βοήθησε το συγγραφέα ν' αναπτύξει το πνεύμα του ήταν αυτό στην Αθήνα, όπου θα συγγράψει και θα κάνει γνωστό το μεγαλύτερο μέρος του έργου του. Την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, η πόλη βρισκόταν στον χρυσό αιώνα της και ήταν κέντρο μεγάλης πνευματικής κίνησης, μητρόπολη του ελληνισμού, πραγματικό σχολείο της Ελλάδος. Εκεί ουσιαστικά συμπλήρωσε την μόρφωσή του και γνωρίστηκε με εξέχουσες πνευματικές προσωπικότητες. Ανέπτυξε φιλικούς δεσμούς με τον Σοφοκλή, με τον Πρωταγόρα και τον Περικλή. Έτσι συμμετείχε με τον Πρωταγόρα στην ίδρυση των Θουρίων, στην
Ιταλία, όπου γνώρισε την διδασκαλία των Πυθαγορείων, με την οποία είχε έρθει σε
επαφή ήδη από τον καιρό της Σάμου.
"Οι Ίωνες έχτισαν τις πόλεις τους στο ωραιότερο μέρος με το καλύτερο κλίμα,
γιατί ούτε τα βορειότερα μέρη ούτε τα νοτιότερα θα μπορούσαν να συγκριθούν με
την Ιωνία, γιατί στα βόρεια μέρη το κλίμα είναι υγρό και κρύο, ενώ πιο νότια ζεστό
και ξηρό. Επιπλέον, οι Ίωνες δεν χρησιμοποιούσαν όλοι την ίδια γλώσσα, αλλά
τέσσερα διαφορετικά ιδιώματα. Στον νότο η πρώτη πόλη ήταν η Μίλητος, και ύστερα
η Μυούς και η Πριήνη και όλες αυτές βρίσκονται στην Καρία και μιλούν το ίδιο
ιδίωμα μεταξύ τους. Όσον αφορά την Λυδία οι πόλεις που είχαν κτιστεί, ήταν η Έφεσος, η Κολοφών, Λέβεδος, Τέως, Κλαζομεναί και η Φώκαια. Αυτές οι πόλεις έχουν το ίδιο ιδίωμα μεταξύ τους, ενώ διαφωνούν με τις άλλες πόλεις ως προς την γλώσσα τους."
Τέλος, ο Ηρόδοτος καταγράφει άλλες τρεις ιωνικές πόλεις από τις οποίες οι δυο είναι χτισμένες σε νησιά, στην Σάμο και στην Χίο, ενώ η τρίτη βρίσκεται στην στεριά, δηλαδή οι Ερυθραί, Χίοι και Ερυθραίοι μιλούν το ίδιο ιδίωμα, ενώ οι Σάμιοι είχαν το ιδιαίτερο δικό τους.
Αναφέρθηκε και στον ιερό χώρο της Μυκάλης, το Πανιώνιον (που είναι σύνθετη λέξη από το παν + Ίωνες), που ήταν στραμμένο προς τον βορρά και ήταν αφιερωμένο στον Ελικώνιο Ποσειδώνα προς τιμήν του οποίου διοργανώνονταν γιορτές από τους Ίωνες.
Εκεί συνεδρίαζαν οι αντιπρόσωποi των δώδεκα ισχυρότερων Ιωνικών πόλεων (η Μίλητος, η Μυούς, η Πριήνη, η Έφεσος, η Κολοφώνα, η Λέβεδος, η Τέως, οι Κλαζομενές, οι Ερυθρές, η Φώκαια και οι νησιωτικές πόλεις Χίος και Σάμος).
Ο Ηρόδοτος έχει θεωρηθεί ως ένας από τους πιο πολυταξιδεμένους αρχαίους συγγραφείς, αφού επισκέφτηκε όλο σχεδόν τον γνωστό κόσμο της εποχής. Είναι βέβαιο ότι διδάχτηκε πολλά από τα ταξίδια του όσον αφορά την μόρφωσή του, αλλά και δεν αποκλείεται να ανέπτυξε και σε αυτά και κάποια εμπορική δραστηριότητα, αλλά αυτό είναι δευτερεύον. Το σημαντικότερο από όλα είναι ότι γνώρισε τόπους, λαούς, θαυμαστά μνημεία, ήθη και έθιμα παράδοξα.
Το ότι εκατομμύρια άτομα υποστηρίζουν μια ανοησία δε σημαίνει ότι είναι αλήθεια
Πηγαίνετε σε μια συναυλία. Στη γωνία του δρόμου πέφτετε πάνω σε μια ομάδα ατόμων που κοιτάζουν τον ουρανό. Χωρίς να σκεφτείτε, σηκώνετε το κεφάλι. Γιατί; Λόγω του φαινομένου που ονομάζουμε κοινωνική απόδειξη. Στη μέση του κονσέρτου, σ’ ένα κομμάτι που ο σολίστας εκτελεί με μπρίο, κάποιος μέσα στο κοινό αρχίζει να χειροκροτεί και, ένα δευτερόλεπτο αργότερα, όλη η αίθουσα κάνει το ίδιο. Το ίδιο κι εσείς. Γιατί; Πάλι η κοινωνική απόδειξη. Μετά τo κονσέρτο πηγαίνετε στο βεστιάριο για να πάρετε το παλτό σας. Παρατηρείτε ότι τα άτομα που στέκονται μπροστά σας στην ουρά αφήνουν νομίσματα σ’ ένα πιάτο, ενώ το βεστιάριο περιλαμβάνεται στην τιμή του εισιτηρίου. Τι κάνετε; Αφήνετε κι εσείς πουρμπουάρ. Λόγω της κοινωνικής απόδειξης (που αποκαλείται ενίοτε πνεύμα κοπαδιού, αγελαίο ένστικτο ή, γενικότερα,κομφορμισμός), συμπεριφέρομαι όπως οι άλλοι. Με άλλα λόγια, όσο περισσότερα άτομα επιδοκιμάζουν μια ιδέα, τόσο καλύτερη είναι αυτή η ιδέα- πράγμα, φυσικά, παράλογο.
Πίσω από τις κερδοσκοπικές φούσκες και τις κινήσεις χρηματιστηριακού πανικού κρύβεται η κοινωνική απόδειξη. Τη βλέπουμε επί τω έργω στον κόσμο της μόδας, στις τεχνικές μάνατζμεντ, στα χόμπι, στις δίαιτες, στις θρησκευτικές πεποιθήσεις κτλ. Η κοινωνική απόδειξη μπορεί να παραλύσει ολόκληρους πολιτισμούς- σκεφτείτε, παραδείγματος χάρη, τις ομαδικές αυτοκτονίες που οργανώνουν ορισμένες αιρέσεις.
Το πείραμα που έκανε για πρώτη φορά ο ψυχολόγος Σόλομον Ας, το 1950, αποδεικνύει πόσο η κοινωνική πίεση μπορεί να διαστρεβλώσει τη σωστή κρίση.
Ο ερευνητής δείχνει γραμμές διαφορετικού μήκους σ’ έναν εθελοντή που πρέπει κάθε φορά να δηλώνει αν η γραμμή είναι μακρύτερη, κοντύτερη ή ίση με μια γραμμή αναφοράς. Όταν ο εθελοντής είναι μόνος του στον χώρο εκτιμά σωστά το μήκος των γραμμών που του δείχνουν- η άσκηση είναι πραγματικά εύκολη. Έπειτα ο ερευνητής φέρνει άλλα εφτά άτομα στον ίδιο χώρο — τους «συνενόχους» του, αλλά ο εθελοντής δεν το ξέρει. Οι νεοφερμένοι, ο ένας μετά τον άλλο, δίνουν λανθασμένη απάντηση δηλώνοντας ότι η εν λόγω γραμμή είναι πιο κοντή, ενώ είναι ολοφάνερα πιο μακριά από τη γραμμή αναφοράς. Ύστερα έρχεται η σειρά του εθελοντή να απαντήσει. Στο 30% των περιπτώσεων δίνει την ίδια λάθος απάντηση με τους προηγούμενους, από καθαρή κοινωνική πίεση.
Γιατί; Διότι αυτή η συμπεριφορά αποδείχτηκε αποτελεσματική στρατηγική επιβίωσης κατά την εξέλιξη. Ας υποθέσουμε ότι ζείτε 50.000 χρόνια πριν και ότι περπατάτε στη σαβάνα με τους κυνηγούς συντρόφους σας και, ξαφνικά, εκείνοι το βάζουν στα πόδια. Τι κάνετε; Στέκεστε ακίνητος ξύνοντας το πιγούνι και αναρωτιέστε αν αυτό που βλέπετε είναι πράγματι λιοντάρι ή κάποιο ακίνδυνο ζώο που μοιάζει με λιοντάρι; Όχι βέβαια! Εξαφανίζεστε κι εσείς γρήγορα. Μπορείτε να σκεφτείτε αργότερα, όταν θα είστε ασφαλής. Εκείνος που συμπεριφέρθηκε διαφορετικά στη σαβάνα του Σερενγκέτι δεν επέζησε για να μεταβιβάσει τα γονίδιά του στους απογόνους του. Αυτός ο τύπος συμπεριφοράς είναι τόσο ριζωμένος μέσα μας, που εξακολουθούμε να τον χρησιμοποιούμε, ενώ δε μας προσφέρει πια κανένα πλεονέκτημα επιβίωσης. Το μόνο παράδειγμα που μπορώ να σκεφτώ όπου η κοινωνική απόδειξη είναι χρήσιμη είναι να έχετε εισιτήρια για ένα ποδοσφαιρικό ματς σε μια ξένη πόλη και να μην ξέρετε πού βρίσκεται το στάδιο – στην περίπτωση αυτή είναι μάλλον λογικό να ακολουθήσετε τα άτομα που μοιάζουν με φιλάθλους.
Οι κωμωδίες καταστάσεων και τα τοκ σόου χρησιμοποιούν την κοινωνική απόδειξη μεταδίδοντας σε καίριες στιγμές ηχογραφημένα γέλια για να προκαλέσουν το γέλιο των τηλεθεατών. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα κοινωνικής απόδειξης είναι χωρίς αμφιβολία ο λόγος του Γιόζεφ Γκέμπελς στις 18 Φεβρουάριου του 1943 με τίτλο «Θέλετε τον ολοκληρωτικό πόλεμο;». (Στο YouTube υπάρχει βίντεο αυτής της ομιλίας.) Αν είχε θέσει την ερώτηση σε κάθε άτομο ξεχωριστά και ανωνύμως, κανένα δε θα είχε απαντήσει καταφατικά στη θεοπάλαβη πρότασή του.
Η διαφήμιση εκμεταλλεύεται συστηματικά την αδυναμία μας να υποκύπτουμε στην πίεση της κοινωνικής απόδειξης. Είναι μάλιστα πιο αποτελεσματική όταν υπάρχει πληθώρα προϊόντων τα χαρακτηριστικά των οποίων δεν έχουν ευδιάκριτες διαφορές μεταξύ τους (για παράδειγμα, όταν πρέπει να διαλέξετε ανάμεσα σε διάφορες μάρκες αυτοκινήτων, απορρυπαντικών, καλλυντικών που, τελικά είναι ισάξια) και όπου εμφανίζονται άνθρωποι “όπως εσείς κι εγώ”. Γι’ αυτό δε θα δείτε ποτέ στην τηλεόραση μια Αφρικανή νοικοκυρά να επαινεί ένα προϊόν καθαρισμού.
Να είστε δύσπιστοι όταν μια επιχείρηση διατείνεται ότι το προϊόν της είναι “πρώτο σε πωλήσεις”. Παράλογο επιχείρημα, διότι δε σημαίνει ότι είναι καλύτερο μόνο και μόνο επειδή πουλιέται πολύ. Όπως έλεγε ο συγγραφέας Σόμερσετ Μομ, το ότι πενήντα εκατομμύρια άτομα υποστηρίζουν μια ανοησία αυτό δε σημαίνει ότι είναι αλήθεια.
Πίσω από τις κερδοσκοπικές φούσκες και τις κινήσεις χρηματιστηριακού πανικού κρύβεται η κοινωνική απόδειξη. Τη βλέπουμε επί τω έργω στον κόσμο της μόδας, στις τεχνικές μάνατζμεντ, στα χόμπι, στις δίαιτες, στις θρησκευτικές πεποιθήσεις κτλ. Η κοινωνική απόδειξη μπορεί να παραλύσει ολόκληρους πολιτισμούς- σκεφτείτε, παραδείγματος χάρη, τις ομαδικές αυτοκτονίες που οργανώνουν ορισμένες αιρέσεις.
Το πείραμα που έκανε για πρώτη φορά ο ψυχολόγος Σόλομον Ας, το 1950, αποδεικνύει πόσο η κοινωνική πίεση μπορεί να διαστρεβλώσει τη σωστή κρίση.
Ο ερευνητής δείχνει γραμμές διαφορετικού μήκους σ’ έναν εθελοντή που πρέπει κάθε φορά να δηλώνει αν η γραμμή είναι μακρύτερη, κοντύτερη ή ίση με μια γραμμή αναφοράς. Όταν ο εθελοντής είναι μόνος του στον χώρο εκτιμά σωστά το μήκος των γραμμών που του δείχνουν- η άσκηση είναι πραγματικά εύκολη. Έπειτα ο ερευνητής φέρνει άλλα εφτά άτομα στον ίδιο χώρο — τους «συνενόχους» του, αλλά ο εθελοντής δεν το ξέρει. Οι νεοφερμένοι, ο ένας μετά τον άλλο, δίνουν λανθασμένη απάντηση δηλώνοντας ότι η εν λόγω γραμμή είναι πιο κοντή, ενώ είναι ολοφάνερα πιο μακριά από τη γραμμή αναφοράς. Ύστερα έρχεται η σειρά του εθελοντή να απαντήσει. Στο 30% των περιπτώσεων δίνει την ίδια λάθος απάντηση με τους προηγούμενους, από καθαρή κοινωνική πίεση.
Γιατί; Διότι αυτή η συμπεριφορά αποδείχτηκε αποτελεσματική στρατηγική επιβίωσης κατά την εξέλιξη. Ας υποθέσουμε ότι ζείτε 50.000 χρόνια πριν και ότι περπατάτε στη σαβάνα με τους κυνηγούς συντρόφους σας και, ξαφνικά, εκείνοι το βάζουν στα πόδια. Τι κάνετε; Στέκεστε ακίνητος ξύνοντας το πιγούνι και αναρωτιέστε αν αυτό που βλέπετε είναι πράγματι λιοντάρι ή κάποιο ακίνδυνο ζώο που μοιάζει με λιοντάρι; Όχι βέβαια! Εξαφανίζεστε κι εσείς γρήγορα. Μπορείτε να σκεφτείτε αργότερα, όταν θα είστε ασφαλής. Εκείνος που συμπεριφέρθηκε διαφορετικά στη σαβάνα του Σερενγκέτι δεν επέζησε για να μεταβιβάσει τα γονίδιά του στους απογόνους του. Αυτός ο τύπος συμπεριφοράς είναι τόσο ριζωμένος μέσα μας, που εξακολουθούμε να τον χρησιμοποιούμε, ενώ δε μας προσφέρει πια κανένα πλεονέκτημα επιβίωσης. Το μόνο παράδειγμα που μπορώ να σκεφτώ όπου η κοινωνική απόδειξη είναι χρήσιμη είναι να έχετε εισιτήρια για ένα ποδοσφαιρικό ματς σε μια ξένη πόλη και να μην ξέρετε πού βρίσκεται το στάδιο – στην περίπτωση αυτή είναι μάλλον λογικό να ακολουθήσετε τα άτομα που μοιάζουν με φιλάθλους.
Οι κωμωδίες καταστάσεων και τα τοκ σόου χρησιμοποιούν την κοινωνική απόδειξη μεταδίδοντας σε καίριες στιγμές ηχογραφημένα γέλια για να προκαλέσουν το γέλιο των τηλεθεατών. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα κοινωνικής απόδειξης είναι χωρίς αμφιβολία ο λόγος του Γιόζεφ Γκέμπελς στις 18 Φεβρουάριου του 1943 με τίτλο «Θέλετε τον ολοκληρωτικό πόλεμο;». (Στο YouTube υπάρχει βίντεο αυτής της ομιλίας.) Αν είχε θέσει την ερώτηση σε κάθε άτομο ξεχωριστά και ανωνύμως, κανένα δε θα είχε απαντήσει καταφατικά στη θεοπάλαβη πρότασή του.
Η διαφήμιση εκμεταλλεύεται συστηματικά την αδυναμία μας να υποκύπτουμε στην πίεση της κοινωνικής απόδειξης. Είναι μάλιστα πιο αποτελεσματική όταν υπάρχει πληθώρα προϊόντων τα χαρακτηριστικά των οποίων δεν έχουν ευδιάκριτες διαφορές μεταξύ τους (για παράδειγμα, όταν πρέπει να διαλέξετε ανάμεσα σε διάφορες μάρκες αυτοκινήτων, απορρυπαντικών, καλλυντικών που, τελικά είναι ισάξια) και όπου εμφανίζονται άνθρωποι “όπως εσείς κι εγώ”. Γι’ αυτό δε θα δείτε ποτέ στην τηλεόραση μια Αφρικανή νοικοκυρά να επαινεί ένα προϊόν καθαρισμού.
Να είστε δύσπιστοι όταν μια επιχείρηση διατείνεται ότι το προϊόν της είναι “πρώτο σε πωλήσεις”. Παράλογο επιχείρημα, διότι δε σημαίνει ότι είναι καλύτερο μόνο και μόνο επειδή πουλιέται πολύ. Όπως έλεγε ο συγγραφέας Σόμερσετ Μομ, το ότι πενήντα εκατομμύρια άτομα υποστηρίζουν μια ανοησία αυτό δε σημαίνει ότι είναι αλήθεια.
Ο Αλκιβιάδης έκανε τόσες προδοσίες στη ζωή του, προδόθηκε στο τέλος από τον τελευταίο του προστάτη
Η πανωλεθρία των Αθηναίων στους Αιγός ποταμούς σήμανε το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου και την υποταγή της Αθήνας στην Σπάρτη. Ο Αλκιβιάδης αντιμετώπιζε τώρα μεγαλύτερο κίνδυνο. Με τον Λύσανδρο κυρίαρχο της περιοχής δεν μπορούσε να παραμείνει άλλο και κανείς τόπος στην Ελλάδα δεν ήταν ασφαλής γι’ αυτόν εξαιτίας της δύναμης των Λακεδαιμονίων. Έφυγε, λοιπόν, για την Βιθυνία παίρνοντας μαζί του πολλά χρήματα και πολλά από τα πράγματά του. Και καθώς στην Βιθυνία πάλι έχασε πολλά από τα αγαθά του και ληστεύτηκε από τους εκεί Θράκες, αποφάσισε να καταφύγει στον Αρταξέρξη με σκοπό να προσφέρει τις υπηρεσίες του και να ζητήσει την βοήθεια του βασιλιά εναντίον των εχθρών του.
Το 471 π.Χ. μετά τον εξοστρακισμό του από την Αθήνα είχε καταφύγει στην αυλή του Βασιλιά της Περσίας και είχε αναδειχθεί σε έναν από τους έμπιστους συμβούλους του Ξέρξηγια την προάσπιση της πατρίδας του (427).
Γι’ αυτό το λόγο κατευθύνθηκε στην Φρυγία για να συναντήσει τον Φαρνάβαζο, ο οποίος θα τον οδηγούσε με ασφάλεια στον βασιλιά και ζούσε κοντά του υπηρετώντας τον και απολαμβάνοντας τιμές (428).
Όταν όμως επιβλήθηκε στην Αθήνα το καθεστώς των Τριάκοντα (429) τυράννων τα πράγματα άλλαξαν. Οι Τριάκοντα δεν σταμάτησαν να ρωτούν να μάθουν τι έκανε ή τι
σχεδίαζε ο Αλκιβιάδης. Πίστευαν ότι, αφού ο Αλκιβιάδης βρίσκεται στην ζωή, πάντα
θα υποκινεί τους Αθηναίους εναντίον του ολιγαρχικού πολιτεύματος και η κυριαρχία
των Λακεδαιμονίων θα είναι ανασφαλής. Γι’ αυτό μέσω του Λύσανδρου ζήτησαν από
τους άρχοντες της Σπάρτης να εξοντώσουν τον Αλκιβιάδη. Και, πράγματι, οι
άρχοντες της Σπάρτης, επειδή φοβήθηκαν την δυναμικότητα και την
πολυπραγμοσύνη του Αλκιβιάδη αλλά και επειδή ήθελαν να ικανοποιήσουν τον Άγι,
διέταξαν τον Λύσανδρο να μεταβιβάσει στον Φαρνάβαζο την επιθυμία τους για την
εξόντωσή του (430)
Έτσι, ο Φαρνάβαζος ανέθεσε στον αδερφό του Βαγαίο και στο θείο του
Σουσαμίθρη να αναλάβουν τον φόνο του Αλκιβιάδη. Το μόνο σίγουρο είναι ότι
τελικά ο Αλκιβιάδης δολοφονήθηκε στην Μέλισσα, μία μικρή πόλη της Φρυγίας,
όπου συζούσε με την εταίρα Τιμάνδρα. Οι δολοφόνοι του δεν τόλμησαν να μπουν
μέσα στο σπίτι όπου βρισκόταν, αλλά, αφού το περικύκλωσαν, έβαλαν φωτιά. Τότε ο
Αλκιβιάδης έριξε στην φωτιά κάποια υφάσματα και στρώματα και τύλιξε στο
αριστερό του χέρι τη χλαμύδα του, ενώ στο δεξί κρατούσε το ξίφος (431). Με αυτόν τον
τρόπο πέρασε γρήγορα μέσα από τις φλόγες χωρίς να πάθει τίποτε και εμφανίστηκε
στην είσοδο του σπιτιού. Όταν τον είδαν οι δολοφόνοι του να προβάλει ορμητικός με το σπαθί στο χέρι, το έβαλαν στα πόδια και άρχισαν να τον χτυπούν από απόσταση με
βέλη και ακόντια, ώσπου έπεσε κάτω νεκρός (432). Αφού έτσι φονεύθηκε ο Αλκιβιάδης
και οι δολοφόνοι αποχώρησαν, η Τιμάνδρα σήκωσε τον νεκρό, τον τύλιξε με τα
φορέματά της και τον κήδεψε με λαμπρότητα και τιμές στο μέτρο που μπορούσε.
Η περιοχή του φόνου βρισκόταν υπό περσικό έλεγχο, όμως είναι άγνωστο ποιος
ευθύνεται για την δολοφονία του Αλκιβιάδη. Ίσως να είχε οργανωθεί από Αθηναίους,
την Σπάρτη ή τον σατράπη Φαρνάβαζο. Όλοι αυτοί είχαν λόγους να θέλουν τον
Αλκιβιάδη νεκρό. Σίγουρα πολλοί, για διάφορους λόγους, ικανοποιήθηκαν από την
είδηση του θανάτου του, έστω και αν δεν συγκαταλέγονταν στους ηθικούς ή
φυσικούς αυτουργούς της δολοφονίας. Βέβαια, κάποιοι άλλοι υποστήριξαν ότι ο
λόγος του θανάτου του ήταν κάτι πολύ πιο ασήμαντο. Το γεγονός, δηλαδή, ότι ο
Αλκιβιάδης είχε αποπλανήσει μια νεαρή γυναίκα κάποιων γνωστών του, συζούσε
μαζί της, και ότι τα αδέλφια της, επειδή δεν μπορούσαν να ανεχθούν την προσβολή,
έβαλαν φωτιά στο σπίτι του και τον σκότωσαν την ώρα που έτρεχε να γλιτώσει
ανάμεσα στις φλόγες.
Ο θάνατος του Αλκιβιάδη, αντίθετα με την ζωή του, ήταν σκοτεινός και άθλιος,
αλλά και άδοξος για έναν άνδρα με αρκετά ελαττώματα, ωστόσο και με πολλά και
σπάνια προτερήματα.
--------------------------------
Επεξηγηματικά σχόλια
421 Πλούτ. Αλκιβ. 37.
422 Κορν. Νέπ. Βίος Αλκιβ. 9.
423 Η περιοχή της Μικράς Ασίας μεταξύ Πόντου και Προποντίδας με κατοίκους αρχαίους Θράκες από τα μέρη της Ευρώπης.
424 Γιατί οι Θράκες, όταν αντιλήφθηκαν ότι ο Αλκιβιάδης είχε έλθει με πολλά χρήματα, του έστησαν ενέδρα και, αυτά τα οποία είχε κοντά του, τα αφαίρεσαν αλλά αυτόν δεν μπόρεσαν να τον συλλάβουν (Κορν. Νέπ. Βίος Αλκιβ. 9).
425 Ο Αρταξέρξης Β΄ ήταν γιος του Δαρείου Β΄, ονομαζόμενος και Μνήμων ή Αρσάκης. Βασίλευσε από το 405 ως το 362 π.Χ. και επί των ημερών του οι παρεμβάσεις στα εσωτερικά της Ελλάδας ισοδυναμούσαν με πλήρη έλεγχό της, ιδίως με την υπογραφή της Ανταλκίδειου ειρήνης του 386 π.Χ.
426 Το ίδιο είχε κατορθώσει παλαιότερα ο Θεμιστοκλής, ο νικητής της Σαλαμίνας και θεμελιωτής της αθηναϊκής θαλασσοκρατορίας.
427 Πλούτ. Αλκιβ. 37.
428 Ο Φαρνάβαζος είχε δώσει στον Αλκιβιάδη το Γρύνειο, φρούριο στην Φρυγία, από το οποίο έπαιρνε ως εισόδημα κάθε χρόνο πενήντα τάλαντα (Κορν. Νέπ. Βίος Αλκιβ. 9).
429 Οι Τριάκοντα τύραννοι συνιστούσαν μια ολιγαρχική κυβέρνηση τριάντα ατόμων, η οποία διαδέχτηκε την αθηναϊκή δημοκρατία μετά το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου το 404 π.Χ. Τον τρόπο αυτό διακυβέρνησης επέβαλε στους Αθηναίους ο Σπαρτιάτης στρατηγός Λύσανδρος μετά την παράδοση της πόλης, την οποία διαπραγματεύτηκε ένας από τους μελλοντικούς τυράννους, ο Θηραμένης. Η εκκλησία του δήμου προέβαλε αντίσταση, ωστόσο με την βοήθεια μιας σπαρτιατικής
φρουράς που εγκαταστάθηκε στην πόλη οι Τριάκοντα, με τον Κριτία επικεφαλής, εγκαθίδρυσαν ένα καθεστώς τρόμου, το οποίο διατήρησε στο ακέραιο τα πολιτικά δικαιώματα μοναχά 3.000 ατόμων, μέλη της δικής τους παράταξης. Οι αντίπαλοί τους μπορούσαν να βρουν ξαφνικά τον θάνατο χωρίς να προηγηθεί δίκη. Εκείνοι που αντιστάθηκαν στην εξέλιξη αυτή των πραγμάτων εξοντώθηκαν χωρίς οίκτο, ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Θηραμένης που εξαναγκάστηκε να πιει κώνειο. Τον Ιανουάριο
του 403 π.Χ., μετά από περίπου οκτώ μήνες στην εξουσία, οι Τριάκοντα εκδιώχθηκαν από τον Θρασύβουλο προς μεγάλη ανακούφιση των κατοίκων.
430 Πλούτ. Αλκιβ. 38.
431 Το ξίφος το άρπαξε από έναν φίλο του από την Αρκαδία, ο οποίος ουδέποτε είχε θελήσει να αποχωριστεί από τον Αλκιβιάδη, και μαζί ρίχτηκαν στη φωτιά (Κορν. Νέπ. Βίος Αλκιβ. 10).
432 Οι δολοφόνοι του
Το 471 π.Χ. μετά τον εξοστρακισμό του από την Αθήνα είχε καταφύγει στην αυλή του Βασιλιά της Περσίας και είχε αναδειχθεί σε έναν από τους έμπιστους συμβούλους του Ξέρξηγια την προάσπιση της πατρίδας του (427).
Γι’ αυτό το λόγο κατευθύνθηκε στην Φρυγία για να συναντήσει τον Φαρνάβαζο, ο οποίος θα τον οδηγούσε με ασφάλεια στον βασιλιά και ζούσε κοντά του υπηρετώντας τον και απολαμβάνοντας τιμές (428).
Όταν όμως επιβλήθηκε στην Αθήνα το καθεστώς των Τριάκοντα (429) τυράννων τα πράγματα άλλαξαν. Οι Τριάκοντα δεν σταμάτησαν να ρωτούν να μάθουν τι έκανε ή τι
σχεδίαζε ο Αλκιβιάδης. Πίστευαν ότι, αφού ο Αλκιβιάδης βρίσκεται στην ζωή, πάντα
θα υποκινεί τους Αθηναίους εναντίον του ολιγαρχικού πολιτεύματος και η κυριαρχία
των Λακεδαιμονίων θα είναι ανασφαλής. Γι’ αυτό μέσω του Λύσανδρου ζήτησαν από
τους άρχοντες της Σπάρτης να εξοντώσουν τον Αλκιβιάδη. Και, πράγματι, οι
άρχοντες της Σπάρτης, επειδή φοβήθηκαν την δυναμικότητα και την
πολυπραγμοσύνη του Αλκιβιάδη αλλά και επειδή ήθελαν να ικανοποιήσουν τον Άγι,
διέταξαν τον Λύσανδρο να μεταβιβάσει στον Φαρνάβαζο την επιθυμία τους για την
εξόντωσή του (430)
Έτσι, ο Φαρνάβαζος ανέθεσε στον αδερφό του Βαγαίο και στο θείο του
Σουσαμίθρη να αναλάβουν τον φόνο του Αλκιβιάδη. Το μόνο σίγουρο είναι ότι
τελικά ο Αλκιβιάδης δολοφονήθηκε στην Μέλισσα, μία μικρή πόλη της Φρυγίας,
όπου συζούσε με την εταίρα Τιμάνδρα. Οι δολοφόνοι του δεν τόλμησαν να μπουν
μέσα στο σπίτι όπου βρισκόταν, αλλά, αφού το περικύκλωσαν, έβαλαν φωτιά. Τότε ο
Αλκιβιάδης έριξε στην φωτιά κάποια υφάσματα και στρώματα και τύλιξε στο
αριστερό του χέρι τη χλαμύδα του, ενώ στο δεξί κρατούσε το ξίφος (431). Με αυτόν τον
τρόπο πέρασε γρήγορα μέσα από τις φλόγες χωρίς να πάθει τίποτε και εμφανίστηκε
στην είσοδο του σπιτιού. Όταν τον είδαν οι δολοφόνοι του να προβάλει ορμητικός με το σπαθί στο χέρι, το έβαλαν στα πόδια και άρχισαν να τον χτυπούν από απόσταση με
βέλη και ακόντια, ώσπου έπεσε κάτω νεκρός (432). Αφού έτσι φονεύθηκε ο Αλκιβιάδης
και οι δολοφόνοι αποχώρησαν, η Τιμάνδρα σήκωσε τον νεκρό, τον τύλιξε με τα
φορέματά της και τον κήδεψε με λαμπρότητα και τιμές στο μέτρο που μπορούσε.
Η περιοχή του φόνου βρισκόταν υπό περσικό έλεγχο, όμως είναι άγνωστο ποιος
ευθύνεται για την δολοφονία του Αλκιβιάδη. Ίσως να είχε οργανωθεί από Αθηναίους,
την Σπάρτη ή τον σατράπη Φαρνάβαζο. Όλοι αυτοί είχαν λόγους να θέλουν τον
Αλκιβιάδη νεκρό. Σίγουρα πολλοί, για διάφορους λόγους, ικανοποιήθηκαν από την
είδηση του θανάτου του, έστω και αν δεν συγκαταλέγονταν στους ηθικούς ή
φυσικούς αυτουργούς της δολοφονίας. Βέβαια, κάποιοι άλλοι υποστήριξαν ότι ο
λόγος του θανάτου του ήταν κάτι πολύ πιο ασήμαντο. Το γεγονός, δηλαδή, ότι ο
Αλκιβιάδης είχε αποπλανήσει μια νεαρή γυναίκα κάποιων γνωστών του, συζούσε
μαζί της, και ότι τα αδέλφια της, επειδή δεν μπορούσαν να ανεχθούν την προσβολή,
έβαλαν φωτιά στο σπίτι του και τον σκότωσαν την ώρα που έτρεχε να γλιτώσει
ανάμεσα στις φλόγες.
Ο θάνατος του Αλκιβιάδη, αντίθετα με την ζωή του, ήταν σκοτεινός και άθλιος,
αλλά και άδοξος για έναν άνδρα με αρκετά ελαττώματα, ωστόσο και με πολλά και
σπάνια προτερήματα.
--------------------------------
Επεξηγηματικά σχόλια
421 Πλούτ. Αλκιβ. 37.
422 Κορν. Νέπ. Βίος Αλκιβ. 9.
423 Η περιοχή της Μικράς Ασίας μεταξύ Πόντου και Προποντίδας με κατοίκους αρχαίους Θράκες από τα μέρη της Ευρώπης.
424 Γιατί οι Θράκες, όταν αντιλήφθηκαν ότι ο Αλκιβιάδης είχε έλθει με πολλά χρήματα, του έστησαν ενέδρα και, αυτά τα οποία είχε κοντά του, τα αφαίρεσαν αλλά αυτόν δεν μπόρεσαν να τον συλλάβουν (Κορν. Νέπ. Βίος Αλκιβ. 9).
425 Ο Αρταξέρξης Β΄ ήταν γιος του Δαρείου Β΄, ονομαζόμενος και Μνήμων ή Αρσάκης. Βασίλευσε από το 405 ως το 362 π.Χ. και επί των ημερών του οι παρεμβάσεις στα εσωτερικά της Ελλάδας ισοδυναμούσαν με πλήρη έλεγχό της, ιδίως με την υπογραφή της Ανταλκίδειου ειρήνης του 386 π.Χ.
426 Το ίδιο είχε κατορθώσει παλαιότερα ο Θεμιστοκλής, ο νικητής της Σαλαμίνας και θεμελιωτής της αθηναϊκής θαλασσοκρατορίας.
427 Πλούτ. Αλκιβ. 37.
428 Ο Φαρνάβαζος είχε δώσει στον Αλκιβιάδη το Γρύνειο, φρούριο στην Φρυγία, από το οποίο έπαιρνε ως εισόδημα κάθε χρόνο πενήντα τάλαντα (Κορν. Νέπ. Βίος Αλκιβ. 9).
429 Οι Τριάκοντα τύραννοι συνιστούσαν μια ολιγαρχική κυβέρνηση τριάντα ατόμων, η οποία διαδέχτηκε την αθηναϊκή δημοκρατία μετά το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου το 404 π.Χ. Τον τρόπο αυτό διακυβέρνησης επέβαλε στους Αθηναίους ο Σπαρτιάτης στρατηγός Λύσανδρος μετά την παράδοση της πόλης, την οποία διαπραγματεύτηκε ένας από τους μελλοντικούς τυράννους, ο Θηραμένης. Η εκκλησία του δήμου προέβαλε αντίσταση, ωστόσο με την βοήθεια μιας σπαρτιατικής
φρουράς που εγκαταστάθηκε στην πόλη οι Τριάκοντα, με τον Κριτία επικεφαλής, εγκαθίδρυσαν ένα καθεστώς τρόμου, το οποίο διατήρησε στο ακέραιο τα πολιτικά δικαιώματα μοναχά 3.000 ατόμων, μέλη της δικής τους παράταξης. Οι αντίπαλοί τους μπορούσαν να βρουν ξαφνικά τον θάνατο χωρίς να προηγηθεί δίκη. Εκείνοι που αντιστάθηκαν στην εξέλιξη αυτή των πραγμάτων εξοντώθηκαν χωρίς οίκτο, ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Θηραμένης που εξαναγκάστηκε να πιει κώνειο. Τον Ιανουάριο
του 403 π.Χ., μετά από περίπου οκτώ μήνες στην εξουσία, οι Τριάκοντα εκδιώχθηκαν από τον Θρασύβουλο προς μεγάλη ανακούφιση των κατοίκων.
430 Πλούτ. Αλκιβ. 38.
431 Το ξίφος το άρπαξε από έναν φίλο του από την Αρκαδία, ο οποίος ουδέποτε είχε θελήσει να αποχωριστεί από τον Αλκιβιάδη, και μαζί ρίχτηκαν στη φωτιά (Κορν. Νέπ. Βίος Αλκιβ. 10).
432 Οι δολοφόνοι του
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)
