Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ: ΟΤΑΝ Η ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΜΦΙΒΟΛΗ

Η ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ

Η κωμωδία Επιτρέποντες ανήκει πιθανώς στην όψιμη παραγωγή του Μενάνδρου και έχει σωθεί σε πάπυρο κατά το μεγαλύτερο μέρος της (περίπου τα 2/3 του έργου). Τον τίτλο έδωσε στο έργο η σκηνή της διαιτησίας στη δεύτερη πράξη. Δυο δούλοι, ο βοσκός Δάος, που βρήκε στο δάσος ένα έκθετο παιδί, και ο καρβουνιάρης Σύρος, στον οποίο ο βοσκός έδωσε το παιδί για να το αναθρέψει, ερίζουν για τα αντικείμενα που βρέθηκαν με το παιδί και είχαν τοποθετηθεί από τη μητέρα του, για να είναι δυνατή στο μέλλον η αναγνώριση (γνωρίσματα). Ο άνθρωπος που ορίζουν ως κριτή (=ἐπιτρέπουσιν) είναι ο γέρο-Σμικρίνης .

(ΣΥΡΟΣ)

Πας να ξεφύγεις από το δίκαιο.

(ΔΑΟΣ)

Εσύ στρεψοδικείς, άθλιε.

Δεν είναι σωστό να έχεις ό,τι δεν σου ανήκει.

(ΣΥΡΟΣ)

Πρέπει να αναθέσουμε σε διαιτητή1 να κρίνει την υπόθεση.220

(ΔΑΟΣ)

Σύμφωνοι. Να κριθούμε.

(ΣΥΡΟΣ)

Και ποιος θα κρίνει;

(ΔΑΟΣ)

Εγώ δέχομαι οποιονδήποτε. Όμως καλά να πάθω·
γιατί τι ήθελα και σου έδινα μερίδιο;

(ΣΥΡΟΣ)

Θέλεις να ορίσουμε αυτόν κριτή;

(ΔΑΟΣ)

Με το καλό!

(ΣΥΡΟΣ)

Για τ᾽ όνομα των θεών, χρυσέ μας άνθρωπε,
μπορείς να διαθέσεις για μας λίγο χρόνο;

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Για σας; Σχετικά με ποιο θέμα; (225)

(ΣΥΡΟΣ)

Διαφωνούμε για ένα ζήτημα.

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Κι εμένα τι με νοιάζει;

(ΣΥΡΟΣ)

Ψάχνουμε να βρούμε γι᾽ αυτό έναν κριτή αμερόληπτο.
Αν λοιπόν δεν έχεις πρόβλημα, λύσε μας τη διαφορά.

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Βρε που κακό χρόνο να ᾽χετε, μου φοράτε προβιές
και κόβετε βόλτες έχοντας στήσει δικαστήριο; (230)

(ΣΥΡΟΣ)

Παρ᾽ όλα αυτά. Το ζήτημα δεν είναι τίποτα σπουδαίο
και δεν είναι δύσκολονα σχηματίσεις γνώμη.
Κάνε μας τη χάρη, παππού.
Για τ᾽ όνομα των θεών, μη μας περιφρονήσεις.
Παντού και πάντα πρέπει να νικάει το δίκαιο·
ο καθένας οφείλει να νοιάζεται γι᾽ αυτό·
είναι κάτι που ισχύει για όλους. (235)

ΔΑΟΣ

Έχω να αντιμετωπίσω ρήτορα που δεν είναι παίξε-γέλασε.
Τι ήθελα και έδινα μερίδιο;

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Θα σεβαστείτε λοιπόν την απόφαση που θα βγάλω; Πες μου.

ΣΥΡΟΣ

Οπωσδήποτε

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Ακούω. Τι μ᾽ εμποδίζει, άλλωστε;
Μίλα πρώτος εσύ που σιωπάς.

ΔΑΟΣ

Θα πάω λίγο πιο πίσω, (240)
δεν θ᾽ αναφέρω μόνο τι έγινε μ᾽ αυτόν,
για να έχεις σαφή εικόνα για το ζήτημα.
Πριν από καμιά τριανταριά ημέρες, χρυσέ μου άνθρωπε,
έβοσκα ολομόναχος τα πρόβατα στο δάσος κοντά σε τούτα τα χωράφια
και βρήκα παρατημένο ένα μωρουδάκι· (245)
μαζί του βρέθηκε μια αλυσίδα
και κάποια άλλα τέτοια κοσμηματάκια.

(ΣΥΡΟΣ)

Περί αυτού πρόκειται.

ΔΑΟΣ

Δεν με αφήνει να μιλήσω.

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Εάν πετάγεσαι, θα σε λιανίσω με τη μαγκούρα.

(ΣΥΡΟΣ)

Και με το δίκιο σου.

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Συνέχισε.

(ΔΑΟΣ)

Συνεχίζω.

Το περιμάζεψα, γύρισα στο σπίτι μου με το μωρό, (250)
ήθελα να το αναθρέψω. Έτσι έκρινα τότε.
Τη νύχτα όμως, όπως κάνει όλος ο κόσμος,
έβαλα κάτω τα πράγματα και κάθισα και σκέφτηκα:
Τι τα θέλω εγώ τα νταντέματα και τις φασαρίες;
Πού θα βρω να ξοδέψω τόσα χρήματα; (255)
Ποιος ο λόγος να βάλω μπελάδες;
Αυτά και αυτά σκεφτόμουν. Την άλλη μέρα το πρωί
έβοσκα πάλι τα πρόβατα. Ήρθε αυτός στο ίδιο μέρος
για να πριονίσει κούτσουρα – είναι καρβουνιάρης.
Είχαμε γνωριστεί από πριν και τα λέγαμε.
Πιάνουμε την κουβέντα. Όταν με είδε κατσουφιασμένο, (260)
«γιατί είναι», λέει, «προβληματισμένος ο Δάος;».
«Έλα ντε», λέω, «πάω γυρεύοντας».
Κάθομαι και του λέω τα καθέκαστα,
πώς βρήκα το μωρό, πώς το περιμάζεψα. Εκείνος, την ίδια στιγμή,
πριν καλά-καλά τελειώσω, άρχισε να με παρακαλάει:
«που σε καλό να σου βγει, Δάε» -αυτή ήταν η μόνιμη επωδός- (265)
«δώσ᾽ μου το εμένα το μωρό. Που καλή τύχη να ᾽χεις,
που είθε να βρείς την ελευθερία σου. Είμαι», λέει, «παντρεμένος,
αλλά η γυναίκα μου έχασε το παιδί στη γέννα».
Εννοούσε αυτή που κρατάει στην αγκαλιά της το μωρό.

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Τον παρακαλούσες εσύ; (270)

(ΔΑΟΣ)

Έφαγε όλη την ημέρα να με ικετεύει.
Έτσι που με εκλιπαρούσε και με πιπίλιζε, είπα το ναι, το έδωσα,
έφυγε δίνοντας μου ευχές και ευχές να έχω χίλια καλά.
Έπιανε τα χέρια μου και τα φιλούσε.
Τα έκανες αυτά;

(ΣΥΡΟΣ)

Τα έκανα.

(ΔΑΟΣ)

Επήγε στην ευχή.
Ξαφνικά, μου έρχεται τώρα μαζί με τη γυναίκα του (275)
και απαιτεί να του παραδοθούν
τα αντικείμενα που βρέθηκαν τότε με το μωρό
-μιλάμε για μικροπράγματα, σαχλαμάρες, το τίποτα-
και λέει πως είναι σκάνδαλο που δεν τα παραδίδω,
αλλά επιμένω να τα κρατήσω εγώ.
Εγώ πάλι λέω ότι έπρεπε να μου χρωστά ευγνωμοσύνη (280)
γι᾽ αυτά που πήρε με τα παρακάλια του.
Αν τώρα δεν του παραχωρώ τα πάντα,
δεν είμαι υποχρεωμένος και να λογοδοτήσω.
Αν, αίφνης, τα είχε βρει αυτά, ενώ περπατούσε μαζί μου,
και ήταν κοινό το εύρημα, θα έπαιρνε το ένα μέρος αυτός,
και το άλλο εγώ.
Από τη στιγμή όμως που τα βρήκα μόνος μου, (285)
το θεωρείς σωστό, ενώ δεν ήσουν μαζί,
να έχεις εσύ τα πάντα, κι εγώ τίποτα;
Για να τελειώνω: εγώ σου έδωσα κάτι που μου ανήκει.
Σου αρέσει; Κράτησέ το και τώρα.
Δεν σου αρέσει και έχεις αλλάξει γνώμη; Δώσ᾽ το πάλι πίσω
και μην με αδικείς και μη ζημιώνεσαι. (290)
Δεν μπορεί όμως να έχεις εσύ τα πάντα,
άλλα με τη συγκατάθεσή μου, και άλλα διά της βίας.
Είπα ό,τι είχα να πω.

(ΣΥΡΟΣ)

Τα είπε;

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Δεν άκουσες; Τα είπε.

ΣΥΡΟΣ

Καλώς. Τώρα η σειρά μου.
Μόνος του το βρήκε αυτός το μωρό,
και όλα όσα λέει τώρα, είναι όπως τα λέει. (295)
Έτσι έγιναν τα πράγματα, παππού· δεν το αμφισβητώ.
Για να μου δώσει το μωρό, παρακάλεσα, ικέτευσα.
Αλήθεια λέει.
Ένας βοσκός που δουλεύει κοντά του
– στον βοσκό το εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος- (300)
μου αποκάλυψε ότι μαζί με το μωρό
είχαν βρεθεί και κάτι κοσμήματα.
Γι᾽ αυτά τα κοσμήματα, παππού,
έχει έρθει αυτός αυτοπροσώπως
-δώσ᾽ μου το μωρό, γυναίκα. Αυτός, Δάε, ζητάει να του παραδώσεις
την αλυσίδα και τα γνωρίσματα· του τα έβαλαν, λέει, μαζί,
για να στολίζουν αυτόν, όχι για να θρέψουν εσένα. (305)
Μαζί του σου τα ζητάω κι εγώ που είμαι τώρα κηδεμόνας του
-εσύ με έκανες δίνοντάς μου το μωρό.
Τώρα, χρυσέ μου άνθρωπε, έχεις, θαρρώ, να κρίνεις
αν τα χρυσαφικά- ή ό,τι τέλος πάντων είναι αυτά-
πρέπει να τα φυλάξουμε για το παιδί, ώσπου να μεγαλώσει,
όπως το θέλησε η μητέρα του, όποια κι αν είναι, (310)
ή αν θα τα κρατήσει αυτός που τα ᾽κλεψε,
μόνο και μόνο επειδή βρήκε πρώτος κάτι που δεν του ανήκει.
Γιατί δεν σου τα ζήτησα όταν έπαιρνα το μωρό;
Τότε δεν είχα ακόμη το δικαίωμα να μιλάω εξ ονόματός του. (315)
Άλλωστε και τώρα δεν ήρθα να σου ζητήσω κάτι για μένα.
Κοινό το εύρημα; Να μου λείπει το εύρημα,
όταν υπάρχει κάποιος που αδικείται.
Αυτό δεν είναι εύρεση, είναι λήστευση.
Σκέψου και το άλλο, παππού· (320)
τούτο το παιδί μπορεί να είναι πιο πάνω από τη σειρά μας,
και αν μεγαλώσει με δουλευτάδες,
ίσως θα τα περιφρονήσει αυτά
και θα τον σπρώξει η φύση του
ν᾽ αποτολμήσει κάτι αντάξιο των ελευθέρων,
να κυνηγάει λέοντες, να φέρει όπλα, να τρέχει στους αγώνες.
Έχεις ασφαλώς παρακολουθήσει τραγωδίες (325)
και σου είναι οικεία όλα αυτά.
Τον γνωστό Νηλέα και τον Πελία
τους βρήκε ένας γέρος γιδοβοσκός, που φορούσε προβιά
σαν κι αυτή που φοράω τώρα εγώ.
Όταν κατάλαβε πως είχε να κάνει με ανθρώπους που ήταν
πιο πάνω από τη σειρά του,
τους διηγήθηκε τα καθέκαστα, (330)
πώς τους βρήκε, πώς τους περιμάζεψε,
τους έδωσε και ένα σακουλάκι με τα γνωρίσματα,
έμαθαν έτσι την πάσα αλήθεια για την περιπέτειά τους
και γίναν βασιλιάδες αυτοί που τότε ήσαν γιδοβοσκοί.
Αν όμως εκείνα τα είχε κρατήσει ο Δάος και τα είχε πουλήσει,
για να κερδίσει του λόγου του δώδεκα δραχμές, (335)
θα έμεναν για πάντα στην αφάνεια
τέτοιοι άντρες κι από τέτοια γενιά.
Δεν είναι σωστό, παππού, να το μεγαλώνω εγώ τούτο το πλάσμα,
την ελπίδα όμως της σωτηρίας του (340)
να την πάρει και να την εξαφανίσει ο Δάος.
Κάποιος ήταν έτοιμος να παντρευτεί την αδερφή του
και τον σταμάτησαν τα γνωρίσματα,
άλλος βρήκε τη μητέρα του και την απελευθέρωσε,
άλλος έσωσε αδελφό.
Επειδή ο βίος όλων είναι φύσει επισφαλής,
οφείλουμε, γέροντα, να τον προφυλάσσουμε προνοώντας
και να προλαβαίνουμε τα πράγματα, όσο μπορούμε. (345)
«Αν δεν σου αρέσει», λέει, «δώσ᾽ το πίσω».
Και θεωρεί αποστομωτικό το επιχείρημα.
Δεν είναι δίκαιο. Επειδή δηλαδή εσύ
πρέπει να επιστρέψεις κάτι από αυτά που του ανήκουν,
ζητάς από πάνω να πάρεις και το παιδί,
για να μπορείς και πάλι να ραδιουργείς εκ του ασφαλούς, (350)
αν τώρα η Τύχη έσωσε κάτι από τα δικά του;
Είπα ό ,τι είχα να πω. Πάρε την απόφαση που θεωρείς δίκαιη.

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Δεν είναι δύσκολο να αποφασίσω.
Όλα όσα βρέθηκαν με το παιδί, ανήκουν στο παιδί.
Αυτή είναι η ετυμηγορία μου.

(ΔΑΟΣ)

Καλώς. Και το παιδί; (355)

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Δεν θα αποφασίσω, μα τον Δία, ότι ανήκει σ᾽ εσένα
που και τώρα το αδικείς· ανήκει σ᾽ αυτόν που το υπερασπίζεται
και αντιδρά στις αδικίες που σχεδιάζεις.

(ΣΥΡΟΣ)

Να έχεις του κόσμου τα καλά.

(ΔΑΟΣ)

Είναι πρωτοφανής η απόφαση, μα τον Δία τον Σωτήρα.
Εγώ τα βρήκα όλα, και μου τα πήραν όλα.
Και τα έχει αυτός που δεν τα βρήκε. (360)
Πρέπει λοιπόν να του τα παραδώσω;

(ΣΜΙΚΡΙΝΗΣ)

Ασφαλώς.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ:

Ο γέρο-Σμικρίνης, είναι κατά τύχη και χωρίς να το γνωρίζει παππούς του παιδιού, αφού είναι πατέρας της Παμφίλης, της μητέρας του παιδιού, η οποία το είχε εκθέσει, επειδή ήταν καρπός του βιασμού της από έναν άγνωστο κατά τη διάρκεια μιας νυχτερινής γιορτής. Στο τέλος θα αποκαλυφθεί ότι ο τότε άγνωστος ήταν ο μετέπειτα σύζυγός της Χαρίσιος.

ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ, Επιτρέποντες στ. 218 -361

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου