Κυριακή 16 Ιουλίου 2023

Η μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.) – Λοξή φάλαγγα

Η σπουδαιότερη ίσως από τις μάχες του 4ου αι. είναι αυτή στα Λεύκτρα που εσήμανε και το τέλος της κλασσικής Σπάρτης.

Δυστυχώς οι πληροφορίες που έχουμε για τη μάχη είναι ελλιπείς και δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Το ίδιο ισχύει και για τις ερμηνείες που δόθηκαν. Ο Ξενοφών (Έλλ. 6. 4. 8-15) που αποτελεί την πιο κοντινή στα γεγονότα πηγή, είναι φιλολάκων και ως εκ τούτου είναι πιθανό να μη συμπαθούσε τον Επαμεινώνδα, τον οποίο δεν αναφέρει στα Λεύ- κτρα, αν και θα πλέξει το εγκώμιό του στη μάχη της Μαντινείας το 362. Τούτο ενδεχομένως εξηγεί γιατί ο Ξενοφών, αν και δίνει (μόνον αυτός) ορισμένα στοιχεία για τη βοιωτική παράταξη (βάθος φάλαγγος, συγκέντρωση δύναμης στο αριστερό κέρας με στόχο τον Σπαρτιάτη βασιλιά, παρουσία ιππικού), παραιτείται όμως από μια σαφή περιγραφή της βοιωτικής τακτικής επιμένοντας ανταυτού στους λόγους της ήττας των Λακεδαιμονίων (κακή τακτική του ιππικού, πεσμένο ηθικό του και σύγχυση, λόγω μέθης, του στρατού, αδόκητος θάνατος Κλεομβρότου κατά την επίθεση), το μέγεθος όμως της οποίας, συγκεκριμένα την εξόντωση 400 από τους 700 Σπαρτιάτες, δεν μπορεί να αντιληφθεί ο αναγνώστης.

Η βοιωτική νίκη υπήρξε αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης της τακτικής της φάλαγγος, η οποία ήδη στη μάχη της Κορώνειας είχε αποδείξει τις δυνατότητές της: την ικανότητα αλλαγής μετώπου και διέλευσης μέσα από την εχθρική παράταξη. Χάρη στις συνεχείς εκστρατείες του Αγησιλάου στη Βοιωτία κατά την 20ετία που μεσολάβησε από τις μάχες που περιγράψαμε προηγουμένως, οι Θηβαίοι είχαν την ευκαιρία να εξοικειωθούν με τη σπαρτιατική πολεμική τακτική και να μελετήσουν τα αδύνατα σημεία της. Για τη θεωρητική σύλληψη, την οργάνωση, εκπαίδευση και διοίκηση της στρατιωτικής δυνάμεως που εξουδετέρωσε τη φοβερή σπαρτιατική φάλαγγα στα Λεύκτρα, χρειάσθηκε ωστόσο η στρατηγική μεγαλοφυΐα του Επαμεινώνδα και το οργανωτικό πνεύμα του Πελοπίδα.

Ως προς τα βασικά της στοιχεία η τακτική του Επαμεινώνδα αποτελεί την τελειοποίηση των παραδοσιακών στοιχείων της βοιωτικής τακτικής.

Ο βασικός νεωτερισμός συνίσταται εν προκειμένω στην ενίσχυση (σε βάθος 50 ανδρών) του κέρατος που αποτελεί την αιχμή της βοιωτικής επίθεσης, η οποία μεταφέρεται από το δεξί στο αριστερό κέρας, έτσι ώστε να προχωρεί χωρίς τον κίνδυνο λοξοδρόμησης (όπως συνέβη στη Μαντίνεια το 418), ενάντια στο πιο ισχυρό σημείο της εχθρικής παρατάξεως με σκοπό να πλήξει σαν σφυρί το «κεφάλι του φιδιού», δηλ. το σημείο της εχθρικής παράταξης (μεταξύ πρώτης και δευτέρας μόρας) όπου βρίσκεται ο βασιλιάς των Λακεδαιμονίων με τους 300 (πεζούς) ιππείς.

Δύο σημεία παραμένουν ωστόσο σκοτεινά. Το πρώτο αφορά στο νόημα του όρου της λοξής φάλαγγας, το δεύτερο στο ρόλο του Ιερού Λόχου. Ιδιαίτερη σύγχυση έχει προκαλέσει η ερμηνεία της βοιωτικής τακτικής της «λοξής φάλαγγας» Σύμφωνα με τον Διόδωρο (15 52-56) οι επίλεκτοι που βρίσκονταν επικεφαλής του αριστερού κέρατος, αποτελούσαν την αιχμή της παρατάξεως, ενώ το δεξί κέρας ήταν παρατεταγμένο βαθμιδωτά προς τα πίσω. Ο Πλούταρχος (Βίος Πελοπίδα) ομιλεί, αντίθετα, για διαγώνια κίνηση της φάλαγγος, ενώ για τον Αρριανό η διάταξη της λοξής φάλαγγος σημαίνει απλώς ότι το ένα κέρας πολεμεί, ενώ το άλλο συγκρατεί, με τακτική υποχώρηση, την πίεση του αντιπάλου. Γεγονός είναι ότι η σημασία που αποκτά για τη βοιωτική επίθεση το αριστερό κέρας της παρατάξεως, έχει ως συνέπεια την αλλαγή του ρόλου του δεξιού: ενώ το αριστερό κέρας προχωρεί επιτιθέμενο, το δεξί παραμένει πίσω δημιουργώντας απόσταση ανάμεσα στα δύο σπαρτιατικά κέρατα και απειλώντας το δεξί με κύκλωση (Πλουτ. Πελοπ. 23.1: Ο Επαμεινώνδας τράβηξε τη φάλαγγά του λοξά προς τα αριστερά, έτσι ώστε να απομονώσει όσο μπορούσε περισσότερο το δεξιό των Σπαρτιατών από τους άλλους Έλληνες και να σπρώξει πίσω τον Κλεόμβροτο πέφτοντας πάνω του με όλες του τις δυνάμεις (προσπεσών ἀθρόως κατά κέρας). Ο Κλεόμβροτος που κατάλαβε το σχέδιο άρχισε να αλλάζει τη διάταξή του, αναπτύσσοντας το δεξί του κέρας και μετακινώντας, όπως ο Άγις στη Μαντίνεια, στρατιωτικά τμήματα από το αριστερό για την ενίσχυση του δεξιού κέρατος, με σκοπό να περικυκλώσει τον Επαμεινώνδα, μια κίνηση γνωστή από τις προηγούμενες μάχες στη Μαντίνεια και το Νεμέα. Εκείνη τη στιγμή, και προτού ακόμη ο Κλεόμβροτος ολοκληρώσει την κίνησή του (Πλουτ. Πελοπ. 23.2.: πρίν ἀνατεῖναι τόν Κλεόμβροτον τό κέρας) κάνει την εμφάνισή του ο Πελοπίδας με τον Ιερό Λόχο (έν τούτω προεξέδραμε). Ο Ιερός Λόχος που ήταν ένα ειδικό (ανεξάρτητο) άγημα, που προήλθε από την πρόσφατη αναδιοργάνωση σε επαγγελματική βάση από τον Πελοπίδα του αριστοκρατικού σώματος των 300 επίλεκτων προμάχων (πολεμιστών της πρώτης γραμμής) της βοιωτικής φάλαγγος (Lazenby, Spartan Army ο. 157), είναι συνεπώς πολύ πιθανό ότι αποτελούσε την αιχμή του δόρατος της βοιωτικής φάλαγγος, της οποίας κατά κάποιο τρόπο άνοιγε το δρόμο. Ενδιαφέρουσα είναι (An­derson) η υπόθεση ότι ο Ιερός Λόχος χρησίμευσε ως επικουρικό σώμα για τη στρατηγική υποστήριξη του επιτιθεμένου αριστερού κέρατος και την κάλυψή του από ενδεχόμενη κύκλωση. Σύμφωνα με αυτή την υπόθεση, η οποία στηρίζεται μόνο στην ανάλυση της φανταστικής μάχης των Θυμβράρων μεταξύ του Κύρου και του Κροίσου, στην Κύρου Παι­δεία, πρέπει να φανταστούμε τον Ιερό Λόχο να παραμένει σε επιφυλακή («ενέδρα») πίσω από τη φάλαγγα, προκειμένου να επιτεθεί ξαφνικά πλευροκοπώντας τον αντίπαλο, όταν αυτός, όπως αναμένεται, θα επιχειρήσει την κύκλωση της φάλαγγας.

Βασικό στρατηγικό ρόλο έπαιξε τέλος στη μάχη αυτή το ιππικό. Τοποθετημένο όχι ως συνήθως στα πλάγια, αλλά εμπρός από τη φάλαγγα, όχι μόνο δημιούργησε το παραπέτασμα σκόνης, που ήταν απαραίτητο για τη συγκάλυψη των κινήσεων της φάλαγγος και την παραπλάνηση σχετικά με το ρόλο των επί μέρους σωμάτων (εν προκειμένω, κατά τον Anderson, του Ιερού Λόχου), αλλά επιπλέον κατατροπώνοντας και καταδιώκοντας το σπαρτιατικό ιππικό μέσα στην παράταξη επέτρεψε, με τη σύγχυση που δημιούργησε, την άμεση επέμβαση του Ιερού Λόχου. Τα υπόλοιπα, όπως η ενίσχυση των μετόπισθεν από τους ψιλούς αλλά και η ευρύτερη χρήση του ιππικού, αποτελούν μικρότερης σημασίας νεωτερισμούς, μέσα στο πνεύμα της γενικής εξέλιξης.

ΛΟΞΗ ΦΑΛΑΓΓΑ

¨Η μά­χη τῶν Λεύ­κτρων (A')

Ἡ πτώ­ση τῆς Σπάρ­της ἀ­πο­τε­λεῖ σταθ­μό στήν πο­λι­τι­κή ἱ­στο­ρί­α τῆς ἀρ­χαί­ας Ἑλ­λά­δος. Ἀλ­λά καί στήν πο­λε­μι­κή ἱ­στο­ρί­α ἡ μά­χη τῶν Λεύ­κτρων εἶ­ναι ση­μαν­τι­κό ὁ­ρό­ση­μο: ὁ Ἐ­πα­μει­νών­δας βα­σί­σθη­κε βέ­βαι­α σέ μιά γνω­στή καί πρίν ἰ­δι­ο­μορ­φί­α τῆς τα­κτι­κῆς τῶν Βοι­ω­τῶν (πα­ρου­σι­ά­ζε­ται στήν μά­χη πού ἔ­γι­νε τό 424 π.Χ. στό Δή­λι­ο­ν1), ὡ­στό­σο ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος πού σκέ­φθη­κε νά ἀν­τι­κα­τα­στή­ση τήν ἑ­νια­ία κα­τά μέ­τω­πον ἐ­πί­θε­ση (ὅ­πως γι­νό­ταν πρίν στήν μά­χη ἐκ πα­ρα­τά­ξε­ως) δι­αι­ρών­τας τήν φά­λαγ­γα σέ μιά ἐ­πι­θε­τι­κή καί μιά ἀ­μυν­τι­κή πτέ­ρυ­γα («μά­χη τῶν πτε­ρύ­γων»). Ἡ βα­σι­κή ἰ­δέ­α τῆς νέ­ας τα­κτι­κῆς («λο­ξή φά­λαγξ»)2 ἔγ­κει­ται στό ὅ­τι ἡ κύ­ρια δύ­να­μη το­ΰ στρα­τοῦ συγ­κεν­τρώ­νε­ται στήν ἐ­πι­θε­τι­κή πτέ­ρυ­γα σέ τό­σο με­γά­λο βά­θος, ὥ­στε ἡ δι­ά­σπα­ση τῶν γραμ­μῶν τοῦ ἐ­χθροῦ νά ἐ­πι­τύ­χη ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἐ­νῶ ἡ ἀ­σθε­νέ­στε­ρη ἀ­μυν­τι­κή πτέ­ρυ­γα πε­ρι­ο­ρί­ζει ὅ­σο εἶ­ναι δυ­να­τό τήν δρά­ση της, ἕ­ως ὅ­του κρι­θῆ ἡ μά­χη ἀ­πό τήν ἄλ­λη· ἡ πτέ­ρυ­γα πού νί­κη­σε στρέ­φε­ται κα­τό­πιν πρός τό κέν­τρο, ἐ­νῶ ἡ ἀ­μυν­τι­κή περ­νᾶ στήν ἐ­πί­θε­ση καί ὁ ἐ­χθρός πε­ρι­σφίγ­γε­ται ἔ­τσι καί ἀ­πό τίς δύ­ο πλευ­ρές. Στά Λεῦ­κτρα ὁ Ἐ­πα­μει­νών­δας ἐ­νήρ­γη­σε τήν ἐ­πί­θε­ση - ἀ­φοῦ οἱ Βοι­ω­τοί ἱπ­πεῖς εἶ­χαν ἀ­πω­θή­σει τό ἐ­χθρι­κο ἱπ­πι­κό - μέ τήν ἀ­ρι­στε­ρή πτέ­ρυ­γα τοῦ πε­ζι­κοῦ του πού εἶ­χε πα­ρα­τα­χθῆ σέ ἐ­ξαι­ρε­τι­κά με­γά­λο βά­θος (50 ἀν­δρῶν) ἐ­ναν­τί­ον τῆς δε­ξιᾶς πτέ­ρυ­γος τοῦ ἐ­χθροῦ (μέ βά­θος 12 ἀν­δρῶν) πού δι­οι­κο­ΰ­σε ὁ Κλε­όμ­βρο­τος, ἐ­νῶ ἄ­φη­σε τήν δε­ξιά πτέ­ρυ­γα νά ἀ­πο­συρ­θῆ λί­γο πρός τά πί­σω. Ἡ ἕ­φο­δος ἔ­γι­νε μέ τό­ση ὁρ­μή, ὥ­στε ὁ ἐ­χθρός αἰφ­νι­δι­ά­σθη­κε ἐν­τε­λῶς. Ἡ δι­ά­σπα­ση τῶν γραμ­μῶν τῶν Σπαρ­τια­τῶν εἶ­χε κα­τα­στρε­πτι­κά γι’ αὐ­τούς ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα - ὁ βα­σι­λεύς καί 400 Σπαρ­τιά­τες ἔ­πε­σαν στό πε­δί­ο τῆς μά­χης! - ὥ­στε ὁ ἑ­λιγ­μός τῆς νι­κή­τριας πτέ­ρυ­γος (ὅ­πως ἔ­γι­νε κα­τά τήν μά­χη στήν Μαν­τί­νεια καί ἀρ­γό­τε­ρα στίς μά­χες τοῦ Μ. Ἀ­λε­ξάν­δρου) νά μήν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τος. (Αὐ­τό του­λά­χι­στο προ­κύ­πτει ἀ­πό τίς ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐλ­λι­πεῖς πε­ρι­γρα­φές τῆς μά­χης). Ἡ ἐ­πι­νό­η­ση τῆς νέ­ας αὐ­τῆς τα­κτι­κῆς ἀ­πό τόν Ἐ­πα­μει­νών­δα - ἕ­να ἀ­πό τούς με­γα­λο­φυ­έ­στε­ρους στρα­τη­γούς ὁ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν - ἀ­πο­τε­λεῖ σταθ­μό στήν στρα­τι­ω­τι­κή τε­χνη. Ἡ «λο­ξή φά­λαγξ» ἐ­ξε­λί­χθη­κε ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πό τόν Φί­λιπ­πο) καί ἔ­παι­ξε ἀ­κό­μη κά­ποι­ο ρό­λο καί στήν νε­ώ­τε­ρη ἐ­πο­χή (ὅ­πως π.χ. στήν μά­χη το­y Λό­ϋ­τεν, ὅ­που ἐ­φαρ­μό­σθη­κε ἀ­πό τόν Μ. Φρει­δε­ρί­κο)

1 Ἡ νίκη αὐτή τῶν Βοιωτῶν στο Δἠλιο ὀφειλόταν κυρἰως στη δεξιά πτέρυγά τους πού είχε βπαθος 25 ἀνδρῶν. Παρόμοια διάταξη εἶχε ¨ο βοιωτικός στρατός και στη μάχη τοῦ ποταμοῦ Νεμέα (το 394 π.Χ.). Στη συνήθεια αὐτή ταῶν βοιωτῶν βασίστηκε, ὅπως εἶναι πιθανόν, ὁ Ἐπαμεινώνδας κατά την ἐπινόηση ταῆς λεγόμενης «λοξῆς φάλαγγος». Πρβλ. J. Kromayer και G. Veith, Heerwesen und Kriegfuhrung der Griechen und Romer (Handbuch der Altertumswissenschaft IV, 3, 2), Μόναχο 1928, σελ. 93 κ.ἐξ.

2 Γιά τήν στρατηγική καί τήν τακτική του’Επαμεινώνδα βλ. J. Kromayer, alike Schlachtfelder in Griechenland I, Βερολίνο 1903.

Η μάχη των Λεύκτρων (B')

Εξαιτίας της ιμπεριαλιστικής στάσης των Θηβαίων εντός της Βοιωτίας, η Σπάρτη και η Αθήνα αποφάσισαν να επιτεθούν στη Θήβα και έστειλαν σπαρτιατικές δυνάμεις υπό τον Κλεόμβροτο στη Βοιωτία, όπου ένας αριθμητικά υποδεέστερος θηβαϊκός στρατός κατήγαγε θριαμβευτική νίκη στη νότια Βοιωτία κοντά στα Λεύκτρα, σε μια μάχη που έγινε μία από τις διασημότερες στρατιωτικές εμπλοκές του τέταρτου αιώνα (Πλούταρχος, Πελοπίδας 19-23). Οι λεπτομέρειες γύρω από τους σχηματισμούς μάχης είναι αμφιλεγόμενες. Οι σύγχρονοι μελετητές συχνά αποδίδουν τα εύσημα στον Επαμεινώνδα για τις καινοτόμες τακτικές του στα Λεύκτρα, π.χ. για τη χρήση φάλαγγας με βάθος πολλών σειρών, το λοξό μέτωπο επίθεσης και τη συνδυασμένη χρήση του ιππικού. Ο Hanson αμφισβητεί τις καινοτομίες αυτές αναλύοντας την πρότερη εξέλιξη αυτών των τακτικών μάχης κατά τον αιώνα πριν την εμφάνιση του Επαμεινώνδα (Hanson 1988).

Παρ’ όλα αυτά, η κλασική, παραδεδομένη περιγραφή της μάχη και των σχηματισμών που χρησιμοποιήθηκαν έχει ως εξής: ο Επαμεινώνδας παρέταξε τη φάλαγγά του με βάθος πενήντα γραμμών στην αριστερή πτέρυγα ακριβώς απέναντι από τον Κλεόμβροτο και τους Σπαρτιάτες μαχητές του, που βρίσκονταν στη δεξιά πτέρυγα της αντίπαλης πλευράς. Έτσι έφερε αντιμέτωπα τα ισχυρότερα στρατεύματα των δύο πλευρών. Ο Ιερός Λόχος υπό τον Πελοπίδα πιθανότατα βρισκόταν ως μονάδα «επικεφαλής της πτέρυγας του Επαμεινώνδα» (Beck 2008). Οι υπόλοιποι Βοιωτοί ήταν αντιμέτωποι με τους συμμάχους της Σπάρτης. Στην αρχή της μάχης το θηβαϊκό ιππικό έτρεψε σε φυγή αυτό των Σπαρτιατών και η υποχώρηση του ιππικού μέσα από τις γραμμές των Σπαρτιατών προκάλεσε σύγχυση. Ο Επαμεινώνδας είχε χρησιμοποιήσει το ιππικό του για να δημιουργήσει ιδανικές συνθήκες για μαζική επίθεση του πεζικού. Ο Πελοπίδας και ο Ιερός Λόχος έσπευσαν να επιτεθούν στη φάλαγγα του Κλεόμβροτου προτού αυτή ανασυνταχθεί και δεν επέτρεψε στη σπαρτιατική γραμμή να κλείσει τα κενά της. Ο θάνατος εκατοντάδων Σπαρτιατών αλλά και του ίδιου του βασιλιά Κλεόμβροτου προκάλεσε περισσότερο πανικό και η Σπάρτη ηττήθηκε από τη Θήβα. Ανεξαρτήτως των τακτικών και των καινοτομιών που χρησιμοποιήθηκαν στη μάχη, το αποτέλεσμα ήταν ξεκάθαρο: οι Σπαρτιάτες είχαν τραπεί σε φυγή από μια δύναμη αριθμητικά κατά πολύ μικρότερη και οι φήμη τους -όπως και αυτή των Θηβαίων- είχε αλλάξει μια για πάντα. Επιπλέον, όπως επισημαίνει ο Beck, τα Λεύκτρα ήταν η πρώτη φορά που κάποιος αντιστάθηκε με επιτυχία εναντίον των Σπαρτιατών ως εποπτών της κοινής συνθήκης ειρήνης.

Ἐ­πα­μει­νών­δας

Φυσικά, ακόμα και η βασιλική ειρήνη δεν ήταν πραγματική ειρήνη, γιατί οι ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις συνεχίσθηκαν. Σ’ αυτό το κομφούζιο των εναλλασσόμενων συνασπισμών και συμφώνων, νικών και ηττών, η μάχη στα Λεύκτρα, που έγινε το 371, αποτελεί ένα ορόσημο, γιατί με τη νίκη τους οι Θηβαίοι κατέρριψαν τον μύθο του αήττητου των Σπαρτιατών. Η θηβαϊκή επιτυχία οφειλόταν στη μεγαλοφυΐα του Επαμεινώνδα, που επινόησε τη «λοξή φάλαγγα». Ως τότε, το δεξί κέρας της φάλαγγας των οπλιτών ήταν πάντα το επιθετικότερο και ισχυρότερο, γιατί τα δόρατα έκλιναν ακούσια προς τα δεξιά. Επομένως, η νίκη εξαρτιόταν πάντα από αυτό το κέρας: αν κατόρθωνε να τρέψει σε φυγή το αντικριστό αριστερό κέρας του εχθρικού στρατού, το μέτωπο του εχθρού πλευροκοπούνταν αυτόματα και τότε η μάχη είχε κριθεί. Ο Επαμεινώνδας είχε τη μεγαλειώδη όσο και απλή σκέψη να ενισχύσει το αριστερό κέρας, εμβαθύνοντάς το σαν μια σφήνα. Έτσι όμως αναγκάσθηκε να κοντύνει το δεξί κέρας και να το εκθέσει στον κίνδυνο της υπερφαλάγγισης. Γι’ αυτό κάλυψε τα πλευρά του δεξιού κέρατος με ιππικό: τώρα το αριστερό κέρας μπορούσε να προωθηθεί με ολόκληρη τη δύναμη κρούσης του, «σαν μια τριήρης που διεμβολίζει την αντίπαλή της» (σύμφωνα με μια πετυχημένη σύγκριση που έκανε ο Ξενοφών). Ο χαρακτηρισμός «λοξή φάλαγγα» είναι κάπως παραπλανητικός, γιατί και ο παραδοσιακός σχηματισμός ήταν λοξός, αφού πάντοτε προωθούνταν το δεξί κέρας· αλλά η φάλαγγα του Επαμεινώνδα, εξαιτίας του άνισου βάθους της διάταξής της, ήταν ακόμα λοξότερη. Το βασικό όμως ήταν ότι στη φάλαγγα του Επαμεινώνδα είχε γίνει αντιμετάθεση των κέντρων βάρους: γι’ αυτό πολλοί προτιμούν να τη λένε «αντεστραμμένη φάλαγγα». Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι η επιτυχία αυτής της έξυπνης ιδέας βασιζόταν στο στοιχείο του αιφνιδιασμού και γι’ αυτό μπορούσε να τελεσφορήσει μόνο μια φορά· αλλά έπειτα από εννιά χρόνια η επιτυχία επαναλήφθηκε στη Μαντίνεια. Μήπως αυτό οφειλόταν στον νωθρό συντηρητισμό των Σπαρτιατών; Ή στην ανικανότητά τους ν’ αναπτύξουν αξιόμαχο ιππικό, πράγμα που απαιτούσε αυτή η καινούρια τακτική, ενώ οι Βοιωτοί ήταν ανέκαθεν καβαλάρηδες; Ή μήπως (πράγμα που είναι πιθανότερο) ο Επαμεινώνδας δεν ήταν δούλος του συστήματος του, αλλά ήξερε να το τροποποιεί αποτελεσματικά, έτσι ώστε το στοιχείο του αιφνιδιασμού να είναι πάντα δικός του σύμμαχος; Γιατί το ουσιαστικό γνώρισμα της διάταξής του δεν ήταν βέβαια η «αντιστροφή», αλλά ακριβώς η «λοξότητα» με μια καινούρια και ανώτερη έννοια, δηλαδή η συγκέντρωση του εξοντωτικού πλήγματος σ’ ένα σημείο, ενώ ως τότε ήταν αυτονόητος κανόνας να γίνεται η επίθεση σ’ ολόκληρο το μέτωπο. Με μια λέξη, ήταν η κοσμοϊστορική στροφή από την παραλληλομαχία στην πλάγιομαχία: η επιθετική πτέρυγα προελαύνει με εξουθενωτική υπεροχή, η αμυντική πτέρυγα μένει στην αρχή σκόπιμα πίσω, για να προωθηθεί κι αυτή αργότερα και να ολοκληρώσει τη νίκη περικυκλώνοντας τον εχθρό. Είναι ολοφάνερο ότι ώς τότε ο τρόπος διεξαγωγής της μάχης δεν επέτρεπε ουσιαστικά την πλαγιομαχία: γιατί, παρόλο που το αριστερό κέρας έμενε κατά κανόνα στην άμυνα, δεν το έκανε αυτό προ- μελετημένα, αλλά αναγκαστικά και μηχανικά, υπακούοντας, θα έλεγε κανείς, σ’ ένα νόμο της βαρύτητας· και είναι εξίσου φανερό ότι στη «λοξή φάλαγγα» δεν είναι καθόλου αναγκαίο να είναι πάντα το αριστερό κέρας το επιθετικό, γιατί η επίθεση μπορεί να γίνει σ’ οποιοδήποτε σημείο: αρκεί να είναι αιφνιδιαστική και εξουθενωτική· ο εντοπισμός αυτού του «αρχιμήδειου σημείου» ήταν ζήτημα στρατηγικής ιδιοφυίας, που συνίσταται σ’ ένα μίγμα από τη γοργόστροφη και ξεκάθαρη σκέψη του ρεαλιστή και τη διαίσθηση του υπνοβάτη. Το «αδρανές» κέρας, αυτό που στην αρχή δεν έρχεται σ’ επαφή με τον εχθρό, παίζει τον ρόλο της εφεδρείας, που πραγματικά μπορούμε να πούμε ότι την επινόησε ο Επαμεινώνδας. Εφεδρεία, πλευροκόπηση, αντιστροφή, περικύκλωση: όλα αυτά είναι ιδέες, κι έτσι δεν απορούμε πια μαθαίνοντας ότι ο Επαμεινώνδας, αυτός ο σύγχρονος του Πλάτωνα, δεν ενδιαφερόταν αρχικά καθόλου για την πολιτική και τα στρατιωτικά, αλλά για την τέχνη και τη φιλοσοφία. Ακόμα και η στρατιωτική τέχνη είναι ένας κόσμος της σκέψης. Όλες οι πράξεις του πνεύματος είναι φιλοσοφία.

Μετά την καταστροφή των Σπαρτιατών στα Λεύκτρα ο Επαμεινώνδας εισέβαλε στη Λακωνία, που, όπως η Αγγλία, δεν είχε δει εχθρό στα εδάφη της από αμνημονεύτων χρόνων. Αλλά, ως υπερασπιστές της πατρώας γης, οι Σπαρτιάτες εξακολούθησαν να είναι αήττητοι, και παρόλο που η πόλη τους δεν ήταν περιτειχισμένη ο Επαμεινώνδας δεν κατόρθωσε να την κυριεύσει. Κινήθηκε τότε προς τη Μεσσηνία και απελευθέρωσε τους είλωτες, που από εκείνη τη στιγμή αποτελούσαν αυτόνομο κράτος, με μια οχυρή πρωτεύουσα στους πρόποδες του βουνού Ιθώμη. Αυτό ήταν το φοβερότερο χτύπημα που μπορούσε να δοθεί στη Σπάρτη: η ηγεμονία της κατέρρευσε ολοκληρωτικά. Τότε ο Επαμεινώνδας άρχισε να κάνει μακρόπνοα σχέδια, για να εγκαθιδρύσει τη θηβαϊκή κυριαρχία σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Η μοναδική αξιόλογη αντίπαλος ήταν η Αθήνα, που στο μεταξύ είχε συνέλθει και μάλιστα είχε ιδρύσει μια καινούρια ναυτική συμμαχία. Καθώς οι Βοιωτοί δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα σ’ ένα κατά θάλασσα πόλεμο, ο Επαμεινώνδας ήρθε σε συνεννόηση με την Περσία. Αλλά το 362 σκοτώθηκε στη μάχη της Μαντίνειας και η Θήβα ξανάπεσε στον προηγούμενο υποδεέστερο ρόλο της. Η άνθησή της ήταν ένα επεισόδιο που κράτησε-δεν κράτησε δέκα χρόνια και βασιζόταν εξ ολοκλήρου σ’ ένα μεγαλοφυή πρωταγωνιστή. Ως πολιτικός, ο Επαμεινώνδας δεν ήταν ούτε καλύτερος ούτε χειρότερος από τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες προδρόμους του: τα αισθήματά του δεν ήταν περισσότερο πανελλήνια από τα δικά τους, αν και αργότερα ο ρομαντισμός τον εξιδανίκευσε και τον παρουσίασε ως «ελευθερωτή». Ο Επαμεινώνδας δε γνώριζε τίποτα ανώτερο από τη δικτατορία της πόλης του. Ο τρόπος σκέψης και ζωής των Ελλήνων ήταν ο ἀγών, ο θρίαμβος και η δόξα του παλαιστή· η ισότητα και η ενότητα είναι έννοιες ξένες προς το ελληνικό πνεύμα: η στιγμή που απόκτησαν παγκόσμια ισχύ σημαδεύει το τέλος της ελληνικής ιστορίας.

Η μάχη των Λεύκτρων - Επαμεινώνδας

Ο Επαμεινώνδας, επειδή οι δυνάμεις του υστερούσαν έναντι των Λακωνικών σε αριθμό στρατιωτών, εγκαινίασε την τακτική της Λοξής Φάλαγγας, η οποία συνίσταται στην πύκνωση-ενίσχυση του ενός κέρατος, δεξιού ή αριστερού, με εκλεκτά τμήματα και εξαπόλυση επιθέσεως, εν είδει σφήνας, προς το ασθενέστερο σημείο του αντιπάλου. Όπως γράφει ο σπουδαίος Γερμανός ιστορικός U. Wilken, «η επινόηση της νέας τακτικής από τον Επαμεινώνδα αποτελεί σταθμό στη στρατιωτική τέχνη». Η «λοξή φάλαγξ» θα εξελιχθεί αργότερα από το Φίλιππο και έπαιξε ακόμη κάποιο ρόλο και στην νεότερη εποχή, όπως π.χ. στη μάχη του Λόυτεν όπου εφαρμόσθηκε από τον Μ. Φρειδερίκο. Αλλά και η τακτική της χρησιμοποιήσεως των τεθωρακισμένων στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο είναι παραλλαγή της Επαμεινώνδειας Λοξής Φάλαγγας. Ο μέχρι πρόσφατα θεωρούμενος σαν ο μεγαλύτερος θεωρητικός του πολέμου των νεότερων καιρών, ο Σερ Μπάζιλ Λίντελ Χαρτ, γράφει για τον Επαμεινώνδα τα εξής: «Ο Επαμεινώνδας όχι μόνο απομακρύνθηκε από τις τακτικές μεθόδους που είχαν καθιερωθεί από πείρα αιώνων, αλλά έβαλε τα θεμέλια νέων μεθόδων στη τακτική, την Στρατηγική και την Υψηλή Στρατηγική τις οποίες εγκολπώθηκαν οι μετέπειτα διδάσκαλοι της Πολεμικής Τέχνης για την περαιτέρω ανέλιξή της. Αυτή καθ’ αυτή η «υφή» των στρατηγικών σχεδίων του επέζησε και αναπλάστηκε. Η τακτική της «λοξής φάλαγγας», η οποία κατέστησε Μεγάλο τον Φρειδερίκο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μία ελαφρά βελτίωση της μεθόδου της τακτικής του Επαμεινώνδα».

Ένας άλλος αξιόλογος μελετητής της Επαμεινώνδειας τακτικής -και όχι μόνον-, ο Egon Friedell, παρατηρεί: «Ως τότε (δηλαδή ως την εποχή του Επαμεινώνδα) ήταν το δεξιό κέρας το επιθετικότερο και το ισχυρότερο, γιατί τα δόρατα έκλιναν ακούσια προς τα δεξιά. Επομένως η νίκη εξαρτιόταν πάντα από αυτό το κέρας». Ο Επαμεινώνδας έπραξε το αντίθετο. Στην μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.), επειδή είχε λιγότερες δυνάμεις από τον Σπαρτιάτη βασιλιά Κλεόμβροτο, ενίσχυσε το αριστερό κέρας (του έδωσε βάθος 50 ανδρών, ενώ οι Σπαρτιάτες διατήρησαν την ισοπαχή διάταξη των 8 ανδρών σε όλη την έκταση του μετώπου) και του έδωσε κατά την επίθεση τη μορφή σφήνας. Έτσι βέβαια αδυνάτιζε το αριστερό. Για την προστασία του χρησιμοποίησε το εκλεκτό βοιωτικό ιππικό που και σ’ αυτό έδωσε επιθετική αποστολή. Ωστόσο, την κύρια αποστολή είχε το αριστερό κέρας, που όσο προχωρούσε στις γραμμές των Σπαρτιατών, από λοξή η φάλαγγα γινόταν λοξότερη, έτσι που να συντελείται μια πλήρης μετάθεση του κέντρου βάρους της μάχης (Σ. Ι. Καργάκος: «Ιστορία της Αρχαίας Σπάρτης» τ. Β΄, σ. 428).

Αφού δημιουργούσε ρήγμα στο αριστερό, ο Επαμεινώνδας έστρεφε προς το κέντρο τη φάλαγγα και έθετε, όπως έπραξε και στη Μαντίνεια (362 π.Χ.) τους Σπαρτιάτες μεταξύ σφύρας και άκμονος. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε ο Επαμεινώνδας, και όπως γράφει ο Ξενοφών, «ακρισία και ταραχή έτι πλείων μετά την μάχην εγένετο ή πρόσθεν εν τη Ελλάδι». Δηλαδή, αβεβαιότητα και ταραχή επικράτησε στην Ελλάδα μεγαλύτερη απ’ ότι πριν. Αλλά η ιστορία δεν ανέχεται το κενό. Οι συγκρούσεις Αθηναίων, Σπαρτιατών και Θηβαίων ενέπλεξαν στο πολιτικό / πολεμικό τους παιχνίδι και τους Μακεδόνες, οι οποίοι είχαν, χάρη σε μια εκστρατεία του Πελοπίδα, προσδεθεί στο άρμα της βοιωτικής πολιτικής. Ως εγγύηση ασφάλειας ο Πελοπίδας έφερε στη Θήβα κι ένα μεγάλο αριθμό Μακεδόνων ευγενών, που φιλοξενήθηκαν στους επιφανέστερους θηβαϊκούς οίκους.

Το άγχος του Μιχαήλ-Άγγελου

Ήταν μια ζεστή μέρα του Σεπτέμβρη του 1504. Ο Μιχαήλ-Άγγελος πηγαινοερχόταν πέρα δώθε στο δωμάτιο, του φαινόταν σα να είχε περπατήσει χιλιόμετρα, μέσα στα λίγα τετραγωνικά. Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα, παλλόταν σαν αγριοκάτσικο που χοροπηδούσε. Ένιωθε να την τσιμπάνε μυριάδες μικρές μέλισσες. Μικρά ποτάμια ιδρώτα στο μέτωπό του, πηδούσαν σαν μικροί καταρράκτες από τα φρύδια του στο πάτωμα.

Κι αυτό το καταραμένο κρύο τον έκανε να τρέμει, παρότι η φλόγα στο τζάκι είχε φουντώσει, τυλίγοντας τα χοντρά ξύλα και κάνοντας ξερούς ήχους καθώς τα κατάπινε μέσα της. Οι ιατροί που τον είχαν δει πριν λίγο δεν βρήκαν κάτι κι έφυγαν χωρίς να του προσφέρουν ανακούφιση. Φοβόταν πολύ ότι είχε αρρωστήσει και για την υγεία του. Σκεφτόταν έναν νεαρό ιατρό, που βγαίνοντας από το δωμάτιο, του είχε ψιθυρίσει…, «νομίζω ότι είστε μπερδεμένος άρχοντά μου, και νομίζω πως ό,τι νιώθετε, ο φόβος το γεννά».

Άκους εκεί, αυτός μπερδεμένος, που ήταν πετυχημένος και αναγνωρισμένος ήδη από το γλυπτό της Πιετά, πέντε χρόνια πριν… Μα μόλις είχε φτιάξει ένα νέο αριστούργημα πέντε μέτρων, τον Δαυίδ, και τώρα ο ηγεμόνας της Φλωρεντίας του ζητούσε να μικρύνει την μύτη του αγάλματος γιατί την βρήκε μεγάλη. Παράλογη απαίτηση, που αν δεν υπάκουε όμως, μπορεί να τον έδιωχνε από την πόλη, να τον διέσυρε. Δεν μπορούσε να το κάνει, όμως από την άλλη, η ατίμωση του διωγμού από την πόλη, η ντροπή που θα ένιωθε για το όνομά του, του δημιουργούσε μεγάλο φόβο. Και τώρα στενοχωριόταν ότι έχανε την υγεία του.

Η πόρτα χτύπησε δυο φορές σιγανά. «Εμπρός» είπε ο γλύπτης, και είδε την φιγούρα του νεαρού ιατρού να μπαίνει διστακτικά στο δωμάτιο. «Τι θες»; τον ρώτησε αγριεμένα… - «Ήθελα να σας πω άρχοντά μου, κάτι που δεν ολοκλήρωσα προηγουμένως», είπε με χαμηλή φωνή ο νεαρός ιατρός. «Πες το γρήγορα και φύγε», γρύλισε ο Μιχαήλ-Άγγελος.

– «Το μυαλό άρχοντά μου, φτιάχνει τις σκέψεις του για να αμυνθεί, σαν κύκλους από τείχη, τον έναν μέσα στον άλλον. Εσείς πολεμάτε το εξωτερικό τείχος, που είναι ο φόβος για την υγεία σας. Όμως αυτός άρχισε όταν σας ζήτησαν να κάνετε κάτι που δεν μπορείτε να κάνετε. Ενώ πρέπει πρώτα να γκρεμίσετε το εσωτερικό τείχος, ότι δεν είναι ντροπή, αν δεν μπορείτε να κάνετε αυτό που σας ζητά ο ηγεμόνας. Εσείς φτιάξατε τον Δαυίδ όπως μπορούσατε πιο όμορφο. Ο ηγεμόνας θα μπορούσε να σας ζητήσει να χαμηλώσετε το ύψος του, εσείς όμως δεν θα μπορούσατε να το κάνετε και δεν φταίτε εσείς γι αυτό. Ο φόβος της ντροπής μήπως σας διώξει από την Φλωρεντία, γεννά τα συμπτώματα του σώματός σας».

Εκείνο το μεσημέρι, ο Μιχαήλ-Άγγελος βγήκε μπροστά στο πολύβουο πλήθος και τον ηγεμόνα, σκαρφάλωσε την σκάλα που οδηγούσε στο κεφάλι του πανύψηλου αγάλματος για να μικρύνει την αποκαλούμενη μεγάλη μύτη του. Κάτι κρατούσε στο χέρι του, μα κανείς δεν κατάλαβε τι. Άρχισε να σμιλεύει το πρόσωπο του Δαυίδ, μα υποκρινόταν ότι το άγγιζε. Στην ουσία, άφηνε να πέφτει πάνω στον ηγεμόνα αυτό που είχε ανεβάσει μαζί του για να τον ξεγελάσει, ένα σακούλι μαρμαρόσκονη. Μετά από κάποια λεπτά κατέβηκε, και ο άρχοντας κοίταξε με ικανοποίηση το γλυπτό. «Πραγματικά», είπε ο ηγεμόνας χαμογελώντας, «τώρα η μύτη του δείχνει πολύ πιο σωστή». Ο Μιχαήλ-Άγγελος χαμογέλασε κι αυτός με ικανοποίηση.

Είναι θεμελιώδης γνώση στην ψυχολογία ότι το ανθρώπινο μυαλό από την παιδική ηλικία, αποθηκεύει κανόνες ηθικής, τους οποίους μαθαίνουμε από τους γονείς μας. Αυτοί αφορούν το τί είναι «σωστό» ως ηθική αξία, στη ζωή, στο σεξ, στην συμπεριφορά μας γενικότερα.

Με βάση το πόσο ανταποκρινόμαστε σε αυτούς τους κανόνες, «μετράμε» εν μέρει, και την αξία του εαυτού μας.

Αν για παράδειγμα δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε σε κάποια υποχρέωση, «τους παραβιάζουμε», και το μυαλό μας μπορεί να νιώσει τύψεις και ενοχές. Το βιώνει ως «εσωτερική απειλή» κατά της καλής εικόνας που θέλουμε να έχουμε για τον εαυτό μας.

Η «καλή» μας αυτοεικόνα συγκρούεται σήμερα με την πραγματικότητα, όταν δεν ανταποκρινόμαστε σε ό,τι θεωρούσαμε ως υποχρεώσεις, έξοδα κ.α. Έτσι μπορεί να νιώθουμε έντονο άγχος, χωρίς να «ξέρουμε» το γιατί, καθώς αυτοί οι ηθικοί κανόνες είναι στην πλειοψηφία τους αποθηκευμένοι στο ασυνείδητο «κομμάτι» του μυαλού μας.

Επομένως, είναι πολύ δύσκολο ένας άνθρωπος να «επανεξετάσει» τις ηθικές του αξίες δηλαδή να αναλύσει μόνος του τον εαυτό του. Η σύγκρουση αυτή μπορεί να δημιουργήσει έντονο άγχος και ψυχοσωματικά συμπτώματα, με τα οποία «καταπιάνεται» η σκέψη μας, καθώς το άγχος για την υγεία, είναι πιο «απλό» για το μυαλό μας να ασχοληθεί μαζί του, από το να επανεξετάσει αξίες βαθιά θεμελιωμένες.

Οι μοναδικές αρχαίες Σπαρτιάτισσες

Όταν ρωτήθηκε από κάποια γυναίκα της Αττικής «γιατί μόνο εσείς οι Λάκαινες έχετε εξουσία πάνω στους άνδρες», απάντησε: «Επειδή είμαστε και οι μόνες που γεννάμε άνδρες», -Γοργώ (κόρη του βασιλιά Κλεομένη Α’ και σύζυγος του βασιλιά Λεωνίδα Α’)

Οι γυναίκες αποτελούν το μισό του πληθυσμού, όμως οι ιστορικές πηγές δεν αφιερώνουν ούτε το μισό της προσοχής που τις αξίζει και που απαιτεί ο ρόλος τους. Όμως, οι γυναίκες της Σπάρτης αποτελούσαν εξαίρεση. Ήταν οι μόνες γυναίκες στην αρχαιότητα που, αντί να μένουν σιωπηλές, είχαν τη δική τους γνώμη και φρόντιζαν να τη διατυπώνουν. Αφού λοιπόν στα μάτια των υπολοίπων Ελλήνων οι Σπαρτιάτες φαίνονταν παράξενοι με τα ήθη και τις συνήθειές τους, άλλο τόσο και περισσότερο παράξενες έμοιαζαν και οι γυναίκες τους.

Η αποστολή που τις απέδωσε ο ημιμυθικός νομοθέτης Λυκούργος ήταν να γεννούν αγόρια που θα αποτελούσαν τους στρατιώτες της επόμενης γενιάς, με μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι ήταν σωματικά κατάλληλες. Τα κορίτσια δεν ήταν υποχρεωμένα να υποστούν επιθεώρηση από τις αρχές κατά τη γέννησή τους και η απόφαση να ανατραφούν αφηνόταν εξολοκλήρου στους γονείς. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να ασκούν το σώμα τους στο τρέξιμο, στην πάλη, στο ρίξιμο δίσκου και ακοντίου, ενώ συμμετείχαν γυμνές σε θρησκευτικές πομπές, όρχηση και τραγούδια.

Ο Αριστοτέλης επέκρινε τον σπαρτιατικό νόμο που επέτρεπε στις γυναίκες, σε αντίθεση με τους άνδρες, να ζουν άσωτα και με πολυτέλεια. Από τις μαρτυρίες συμπεραίνουμε ότι οι γυναίκες δε χρειαζόταν να ασκούνται ύστερα από τη γέννηση παιδιών ή αφού πέρασαν την ηλικία που μπορούσαν να τεκνοποιήσουν.

Έτσι, τα συμφραζόμενα μας οδηγούν πως οι γυναίκες έπρεπε να παντρευτούν, όταν έφταναν σε κατάλληλη ηλικία για γέννηση παιδιών. Ο Πλούταρχος γράφει ότι συνήθιζαν να παντρεύονται «όχι μικρά κορίτσια ή ανώριμες για γάμο, αλλά στον ανθό της νιότης τους και ώριμες». Δηλαδή, ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα παντρεύονταν γύρω στα δεκατέσσερα, ο νόμος της Σπάρτης όριζε ότι η γυναίκα έπρεπε να είναι τελείως αναπτυγμένη σωματικά, επομένως σε μια ηλικία δεκαοχτώ με είκοσι.

Στη Σπάρτη, αντίθετα από την Αθήνα, ο επίσημος αρραβώνας από τον πατέρα της νύφης δεν ήταν αναγκαίος για έναν νόμιμο γάμο και έτσι δεν υπήρχε επίσημη υπόσχεση από τον πατέρα να δώσει προίκα για την κόρη του. Αυτό το νομοθέτησε ο Λυκούργος με το σκεπτικό καμιά να μη μένει άγαμη εξαιτίας της φτώχιας ούτε να είναι περιζήτητη εξαιτίας του πλούτου, αλλά ο καθένας να συγκεντρώνει την προσοχή του στον χαρακτήρα και στα προσόντα του κοριτσιού. Άρα, οι γάμοι διευθετούνταν ατομικά, χωρίς να σημαίνει πως δεν υπήρχε μια συμφωνία του γαμπρού με τον πατέρα της νύφης. Επιπλέον, υπήρχε και η λεγόμενη αρπαγή, που ο σύζυγος απλώς την έκλεβε λόγω ενός εθίμου, αν και υπάρχουν μαρτυρίες πως αυτό γινόταν εν γνώσει του πατέρα.

Ενώ όμως οι άνδρες για να παντρευτούν άλλη γυναίκα, έπρεπε να χωρίσουν την προηγούμενη, επιτρεπόταν σε μια γυναίκα να έχει σεξουαλικές σχέσεις με δυο άνδρες! Αν ένας άνδρας λόγω μεγάλης ηλικίας ή ανικανότητας ήθελε να αποκτήσει παιδιά, έφερνε στο σπίτι όποιον άνδρα θαύμαζε τη διάπλαση και τον χαρακτήρα για να κάνει παιδιά με τη γυναίκα του. Επίσης, αν κάποιος έβλεπε μια γυναίκα να έχει ωραία παιδιά, ζητούσε, με συγκατάθεση του συζύγου της, να γεννήσει τα παιδιά του. Φυσικά, ο σκοπός του νόμου ήταν η μεγαλύτερη αύξηση του πληθυσμού και η γέννηση όσο το δυνατόν περισσότερων γερών παιδιών. Τα παιδιά νομικά μπορούσαν να θεωρηθούν ότι ανήκαν είτε στον φυσικό τους πατέρα ή στον σύζυγο της γυναίκας κατόπιν συμφωνίας των ανδρών. Έτσι, δεν είναι εύκολο να καθηλωθεί μια έννοια μοιχείας στη Σπάρτη. Οι Σπαρτιάτισσες από τη στιγμή που παντρεύονταν είχαν τα μαλλιά τους κοντά, σε αντίθεση με τους μακρυμάλληδες άνδρες, και ενδεχομένως να φορούσαν πέπλο, όταν εμφανίζονταν δημόσια.

Πάντως, ο ηθικιστής και συντηρητικός Αριστοτέλης αναφέρεται σε σεξουαλική ασυδοσία, όταν μιλούσε για τις γυναίκες της Σπάρτης, που επέβαλλαν τη βούλησή τους και πως αποτελούσε την πολιτική και ηθική χρεοκοπία της Σπάρτης. Όπως και ο μορφωμένος Αριστοτέλης, έτσι και οι υπόλοιποι Έλληνες ασπάζονταν την τυπική φαλλοκρατική άποψη ότι οι γυναίκες ήταν κατώτερες απ’ τους άνδρες και αυτή η ελευθεριότητα των Σπαρτιατισσών τους ξένιζε αφάνταστα! Είχαν την άποψη ότι οι Σπαρτιάτισσες ζούσαν μια τρυφηλή και ακόλαστη ζωή, με την παρότρυνση των υποχωρητικών συζύγων τους. Η αλήθεια είναι όμως πως οι γυναίκες αυτές γαλουχούνταν στα πλαίσια ενός δημοσίου εκπαιδευτικού συστήματος, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να διαφέρει εντυπωσιακά από την τυπική συμπεριφορά των υπολοίπων Ελληνίδων.

Πέρα των ερωτικών σχέσεων με άλλους άνδρες, πολύ σημαντικό στοιχείο για να θεωρήσει ο Αριστοτέλης τη Σπάρτη γυναικοκρατούμενη κοινωνία ήταν το δικαίωμα τους να κατέχουν και να διαχειρίζονται οι ίδιες περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων και έγγειων ιδιοκτησιών, χωρίς να υπόκεινται σε κάποιο νομικό καθεστώς επιτροπείας. Όταν οι υπόλοιπες Ελληνίδες μεταβίβαζαν την περιουσία τους στον σύζυγό τους ή στον πλησιέστερο συγγενή, οι Σπαρτιάτισσες πατρούχοι ήταν ιδιοκτήτριες της περιουσίας που είχαν κληρονομήσει!

Επίσης, ήταν απαλλαγμένες από τις κοπιαστικές οικιακές εργασίες, σε αντίθεση με τις άλλες Ελληνίδες που όλος τους ο κόσμος ήταν το σπίτι τους. Δε μαγείρευαν, δεν έραβαν, δεν καθάριζαν: όλα αυτά τα έκαναν γυναίκες είλωτες. Είναι πιθανόν ότι δε θήλαζαν καν τα παιδιά τους. Είτε συνέβαινε είτε όχι, η φήμη των Σπαρτιατισσών τροφών, που προφανώς ήταν είλωτες, ήταν τόσο μεγάλη, ώστε, για παράδειγμα, ο Αλκιβιάδης είχε ανατραφεί από μια είλωτα τροφό. Γενικά, οι υπόλοιποι Έλληνες, έχοντας διαστρεβλωμένη άποψη, θεωρούσαν πως επικρατούσε ένα κλίμα ηθικής εξαχρείωσης και ότι οι Σπαρτιάτισσες, όχι μόνο επέβαλλαν τη βούλησή τους στους άνδρες, αλλά ασκούσαν και επιρροή στις κρατικές υποθέσεις!

Στη Σπάρτη δεν υπήρχαν γιορτές αποκλειστικά για τις γυναίκες. Οι κοπέλες που βρίσκονταν στο κατώφλι του γάμου διαγωνίζονταν στον χορό και στο τραγούδι, ενώ οι παντρεμένες τραγουδούσαν σκωπτικά τραγούδια και χλεύαζαν τους εργένηδες.

Ένα άλλο ιδιαίτερο γνώρισμά τους ήταν πως δε θρηνούσαν και δεν οδύρονταν μετά τον θάνατο ενός μέλους της οικογένειας. Δεν πενθούσαν και δεν αποσύρονταν στα σπίτια τους, όταν οι άνδρες τους έπεφταν στον πόλεμο, αλλά κυκλοφορούσαν περήφανες με λαμπερό και χαρούμενο πρόσωπο για τον ένδοξο θάνατο των ανδρών τους.

Η Αρχιλεωνίς, η μητέρα του Βρασίδα, που της πέθανε ο γιος, όταν έφτασαν κάποιοι απ’ την Αμφίπολη στη Σπάρτη και πήγαν να τη δουν, ρώτησε αν ο γιος της πέθανε με τρόπο ωραίο και αντάξιο της Σπάρτης. Καθώς εκείνοι έπλεκαν το εγκώμιό του και έλεγαν πως στα κατορθώματα ήταν ο άριστος των Λακεδαιμονίων, αυτή είπε: «Ξένοι, σωστός και ενάρετος ήταν ο γιος μου, η Λακεδαίμων όμως έχει πολύ ανώτερους απ’ αυτόν». Πλούταρχος.

Η σπαρτιατική κοινωνία ήταν η πρώτη που προσπάθησε να εφαρμόσει την ευγονική. Η καλή φυσική κατάσταση των γυναικών συντελούσε στο να είναι υγιείς μητέρες. Δε θεωρούνταν κατώτερες στην κοινωνία τους. Στα νεαρά κορίτσια χορηγούνταν παρόμοιες μερίδες τροφής με τα αγόρια. Εμποτίζονταν μέσω μιας διαδικασίας εκπαίδευσης και κοινωνικοποίησης με τα ιδεώδη της σπαρτιατικής κοινωνίας, για την υλοποίηση της οποίας είχε καθοριστική σημασία η συμπεριφορά τους ως ενήλικων γυναικών.

Τέλος, όταν ενηλικιώνονταν, είχαν το δικαίωμα να κληρονομούν και να διαχειρίζονται οι ίδιες τις περιουσίες τους. Μπορούσαν να εκφράσουν τη γνώμη τους για τον υποψήφιο γαμπρό που θα επέλεγε ο πατέρας τους και η γνώμη τους είχε βαρύνουσα σημασία. Ήταν αυτές οι γυναίκες που, αν οι γιοι τους επέστρεφαν ηττημένοι και ζωντανοί, τους έδειχναν δημόσια τη μήτρα τους και τους ρωτούσαν προσβλητικά αν ήθελαν να συρθούν μέσα σ’ αυτήν! Ήταν απλώς μοναδικές σε έναν φαλλοκρατικό κόσμο!

Σοφιστές: Οι παρεξηγημένοι της κλασικής παιδείας

Εισαγωγή

Οι Σοφιστές, που έδρασαν στην αρχαία Ελλάδα την περίοδο ανάμεσα στους Περσικούς Πολέμους και στον Πελοποννησιακό Πόλεμο είναι δυστυχώς οι μεγάλοι παρεξηγημένοι της κλασικής παιδείας. Για χρόνια επικρατούσε η λανθασμένη, κατά την άποψη μου, εντύπωση, ότι πρόκειται για δασκάλους που δίδασκαν στους νέους την ικανότητα να κάμνουν το άσπρο-μαύρο και αντίστροφα. Άλλωστε η λέξη «σόφισμα» έμεινε στη νεοελληνική ως τέχνασμα δηλαδή ως επιχειρηματολογία που έχει σα σκοπό την εξαπάτηση. Η πιο πάνω εντύπωση οφείλεται κυρίως στους Πλάτωνα και Αριστοτέλη οι οποίοι διέδιδαν ότι οι Σοφιστές επιδίδονταν στη διατύπωση σοφισμάτων, μέσω των οποίων υποστήριζαν παράδοξες απόψεις, παραβιάζοντας είτε συγκαλυμμένα είτε απροκάλυπτα τους νόμους της λογικής. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια η εντύπωση αυτή ανατράπηκε τόσο από Έλληνες όσο και από ξένους ερευνητές (ιδιαίτερα).

2. Ποιοι ήταν οι Σοφιστές

Οι Σοφιστές ήταν δάσκαλοι της ρητορικής και της πολιτικής τέχνης, καθώς επίσης της φιλοσοφίας, της λογικής και των επιστημών γενικότερα. Πρόσφεραν επ’ αμοιβή τη διδασκαλία τους και στόχος τους δεν ήταν η δημιουργία νέων σοφιστών αλλά η παροχή εκείνων των γνώσεων που θα ήταν απαραίτητες στους μαθητές τους ώστε να επιτύχουν στη ζωή τους. Σύμφωνα με τους Σοφιστές οι νέοι όφειλαν να αναπτύξουν κάποιες βασικές δεξιότητες που ήταν η δυνατότητά τους να αναπτύσσουν δημόσια το λόγο και τον αντίλογο, να κρίνουν και να καταλήγουν γρήγορα σε αποφάσεις, αυτό δηλαδή που αποκαλούσαν «ευβουλία». Η ρητορική διαδραμάτιζε το σπουδαιότερο ρόλο στα μαθήματα που πρόσφεραν.

3. Η αποκατάσταση της κακής φήμης των Σοφιστών

Οι γνώσεις μας για τους Σοφιστές είναι έμμεσες και αποσπασματικές και ακόμα κάτι χειρότερο, είναι παραποιημένες από τους αντιπάλους τους. Και τούτο δεν είναι ανεξήγητο, γιατί πρόκειται για στοχαστές που έθιξαν προβλήματα συνδεμένα με την ανθρώπινη φύση και συμπεριφορά και τις κοινωνικές αντιδικίες του καιρού τους. Ο κυριότερος λόγος που οδηγεί τον Πλάτωνα να παρουσιάζει στους διαλόγους του (π.χ. Πρωταγόρας, Γοργίας, Σοφιστής κ.ά) τις απόψεις των Σοφιστών είναι η άμεση ή έμμεση προσπάθεια του να τις ανασκευάσει. Έτσι θεμελιώθηκε από τους αρχαίους κιόλας χρόνους μια σημαντική παραποίηση του πνευματικού κινήματος που λέγεται Σοφιστική.

Νεότεροι ερευνητές, απ’ ότι αναφέραμε και στην εισαγωγή μας, προσπάθησαν με βάση τις λιγοστές πληροφορίες που σώζονται να αποκαταστήσουν στις αληθινές διαστάσεις του το κίνημα των Σοφιστών. Οι εν λόγω ερευνητές θεωρούν τη Σοφιστική ως αποτέλεσμα της πνευματικής εξέλιξης και της δημοκρατικής ζωής στην κλασική Αθήνα. Σημειώνουν δε, ότι η Σοφιστική, δεν αποτελεί πνευματικό δημιούργημα μια ομάδας τυχοδιωκτών εμπόρων σοφίας, όπως πιστευόταν παλαιότερα αλλά, φυσιολογικό αποτέλεσμα της κοινωνικής, πνευματικής και πολιτικής ζωής των ελληνικών πολιτειών, όπου επικρατούσε η άμεση δημοκρατία, πολίτευμα που αναδεικνύει την ενεργό και άμεση συμμετοχή του πολίτη στα κοινά.

Το πολίτευμα της άμεσης δημοκρατίας που λειτούργησε στην κλασική Αθήνα ευνόησε την ανάπτυξη της πνευματικής ζωής εν γένει και επομένως και της Σοφιστικής, γιατί για την άσκηση της πολιτικής ήταν περισσότερο από απαραίτητη αφενός η ισχυρή επιχειρηματολογία και η πειστικότητα των λόγων και αφετέρου η ελευθερία της έκφρασης η οποία έφερνε στην επιφάνεια των καθημερινών συζητήσεων τα πραγματικά προβλήματα, τόσο των ανθρώπων όσο και της πολιτείας, προβλήματα που ως γνωστόν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο ενασχόλησης των Σοφιστών.

4. Η Σοφιστική ως εμπειρική ανθρωποκεντρική φιλοσοφία

Οι Σοφιστές αντιμετώπιζαν τα προβλήματα των ανθρώπων με την εμπειρική παρατήρηση και αποδέχονταν θέσεις οι οποίες βασίζονταν σε εμπειρικές διαπιστώσεις. Γνωρίζοντας την ανεπάρκεια των αισθήσεων, ανέπτυσσαν μεθόδους κριτικής, για να περιορίσουν ενδεχόμενα σφάλματα. Χρησιμοποιούσαν ως κύριες μεθόδους διδασκαλίας το μύθο και το λόγο. Εισήγαγαν στη φιλοσοφία τον ανθρωποκεντρισμό και τη γνωσιολογία, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα του ανθρώπου να γνωρίσει τον υλικό κόσμο μέσω της σύγκρισης, της παρατήρησης και της επαγωγής, απαλλαγμένο από την επέμβαση υπερφυσικών παραγόντων. Έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στη μελέτη του κόσμου βάσει των αισθήσεων, δίνοντας έμφαση στη διαδικασία του «σκεπτικισμού», διαμορφώνοντας παράλληλα την άποψη ότι η γνώση, η αλήθεια και οι αξίες είναι έννοιες σχετικές. Για τους σοφιστές δεν υπάρχει αντικειμενική-απόλυτη αλήθεια αλλά μόνο σχετική. Άλλωστε ο σοφιστής Πρωταγόρας ήταν που διατύπωσε την περίφημη ρήση «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», δηλαδή ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων. Αυτό σήμαινε ότι ο τρόπος με τον οποίο βλέπει ο Χ άνθρωπος τα πράγματα, αποτελεί γι' αυτόν την αλήθεια, και ο τρόπος που τα βλέπει ο Ψ, επίσης αποτελεί γι’ αυτόν την αλήθεια. Δεν μπορεί ο ένας να πείσει τον άλλο ότι έχει λάθος, γιατί αν ο ένας βλέπει τα πράγματα με τον δικό του τρόπο, τότε αυτά υπάρχουν γι’ αυτόν όπως τα αντιλαμβάνεται, κι ας τα βλέπει διαφορετικά ο άλλος. Η αλήθεια σύμφωνα με τους Σοφιστές είναι έννοια καθαρά υποκειμενική και όχι αντικειμενική όπως ισχυριζόταν ο Σωκράτης μέσω φυσικά των γραπτών του Πλάτωνα.

5. Η άποψη των σοφιστών για τη δουλεία

Πολύ χαρακτηριστική της ρηξικέλευθης σκέψης των Σοφιστών ήταν η άποψη τους για τη δουλεία. Αντικείμενο της έρευνας των σοφιστών ήταν ο άνθρωπος και τα δημιουργήματά του αφού, απ’ ότι αναφέραμε και πιο πάνω, η φιλοσοφία τους υπήρξε ανθρωποκεντρική. Εξέταζαν αν οι άνθρωποι και τα δημιουργήματα τους έγιναν εκ φύσεως (φύσει) ή αν είναι αποτέλεσμα συμβάσεων (νόμω) και συνεπώς επιδέχονται βελτίωση και διαφοροποίηση. Τους ενδιέφερε για παράδειγμα να διαπιστώσουν αν οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι ή δούλοι ή αν αυτό είναι αποτέλεσμα διεργασιών κοινωνικά προσδιορισμένων. Την ίδια περίπου χρονική περίοδο που ο μεγαλύτερος, κατά την άποψη μου, διανοητής όλων των εποχών ο Αριστοτέλης ισχυριζόταν ότι «όσων εστίν έργον η του σώματος χρήσις …ούτοι μεν είσι φύσει δούλοι», δηλαδή όσοι δεν μπορούν να προσφέρουν παρά μόνο σωματικές εργασίες είναι δούλοι εκ φύσεως, ο σοφιστής Αλκιδάμας διακήρυττε ότι «ελευθέρους αφήκε πάντας θεός, ουδένα δούλον η φύσης πεποίηκεν», δηλαδή ελεύθερους άφησε ο θεός τους ανθρώπους και κανένας δεν είναι εκ φύσεως δούλος. Οι απόψεις που διαμόρφωσαν λοιπόν οι Σοφιστές υπήρξαν καταπέλτης ενάντια στην κρατούσα τότε άποψη που ήταν σαφέστατα υπέρ της δουλείας.

6. Η άποψη των σοφιστών για το δίκαιο και τους θεούς

Οι Σοφιστές άσκησαν επίσης ανελέητη κριτική στις κατεστημένες αξίες και αμφισβήτησαν τους επικρατούντες τότε θεσμούς. Υπήρξαν οι κύριοι φορείς διαμαρτυρίας και αμφισβήτησης του πνευματικού και πολιτικού κατεστημένου της εποχής τους. Οι αριστοκρατικοί θεωρούσαν την αρετή και κατ’ επέκταση και το δικαίωμα για την κατάληψη πολιτικών αξιωμάτων δικό τους κληρονομικό προνόμιο. Οι Σοφιστές ισχυρίζονταν ότι η αρετή κατακτιέται μέσω της παιδείας, η οποία οδηγεί στην απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων, επομένως και στην ικανότητα διαχείρισης της εξουσίας. Εφόσον λοιπόν η εν λόγω ικανότητα μπορεί να κατακτηθεί μέσω της παιδείας, επακόλουθο είναι αυτό να μπορεί να γίνεται από τον καθένα ανεξαρτήτως της καταγωγής του ή της κοινωνικής τάξης στην οποία ανήκει. Όταν η άρχουσα τάξη επικαλείται συχνά το δίκαιο, για να νέμεται μόνη και ανενόχλητη την εξουσία και να κατοχυρώνει τα προνόμιά της, δημιουργείται εύλογα η υποψία ότι ο νόμος είναι δημιούργημα δικό της. Επομένως δεν μπορούν οι συγκεκριμένοι νόμοι να ταυτίζονται με το δίκαιο, αφού δεν αντιπροσωπεύουν τις γνώμες και τα συμφέροντα των πολλών. Είναι δε ως προς το δίκαιο πολύ χαρακτηριστική η ρήση του σοφιστή Θρασύμαχου ότι «δίκαιον ουκ άλλον τι έστι, ή το του κρείττοντος συμφέρον», δηλαδή ότι δίκαιο δεν είναι τίποτα άλλο παρά το δίκαιο του ισχυρού, ρήση η οποία ουδόλως έχασε την αξία της με το πέρασμα των αιώνων. Άλλωστε αν εγκύψει κανείς με τη δέουσα σοβαρότητα στην παγκόσμια ιστορική εξέλιξη εύκολα θα διαπιστώσει ότι η εκάστοτε άρχουσα τάξη επέβαλλε άμεσα ή έμμεσα το δίκαιο που εξυπηρετούσε τα δικά της συμφέροντα και όχι εκείνα των πολλών. Όσον αφορά δε στους θεούς και κατ’ επέκταση και τη θρησκεία είναι χαρακτηριστικό το παρακάτω απόσπασμα του Πρωταγόρα: «Για τους θεούς, δεν μπορώ να ξέρω αν υπάρχουν ή όχι ούτε πώς είναι· γιατί πολλά με εμποδίζουν να το μάθω. μεταξύ των οποίων και το σκοτεινό του πράγματος και η συντομία της ανθρώπινης ζωής». Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά αυτό που αποκαλούμε «αθεϊσμό». Ήταν δε πράγμα πολύ ριψοκίνδυνο γι’ αυτόν που δήλωνε άθεος γιατί εισέπραττε την μήνιν, την οργή και την τιμωρία των εκάστοτε αυτοαποκαλούμενων εκπροσώπων του θεού στη γη. Ακόμη δε και σήμερα, μετά από τόσους αιώνες, δεν είναι εύκολο, ή εν πάση περιπτώσει ακίνδυνο για κάποιον να δηλώνει «άθεος», ιδιαίτερα αν αυτός ασκεί το επάγγελμα του εκπαιδευτικού.

7. Επίλογος

Εν κατακλείδι, η Σοφιστική υπήρξε για την εποχή της ένα ισχυρό πνευματικό ανατρεπτικό κίνημα. Εξέφραζε την επιθυμία για την ανατροπή και όχι τη συντήρηση των θεσμών. Είναι γι’ αυτό που δέχτηκαν την σφοδρή και ανελέητη επίθεση από τις τότε δυνάμεις της συντήρησης, γιατί ακριβώς η διδασκαλία τους εισήγαγε κενά δαιμόνια και τάραζε τα ήθη, τους νόμους, τη θρησκεία και τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης γενικότερα. Μόνο έτσι μπορούν να ιδωθούν και να ερμηνευτούν, κατά τη ταπεινή μου γνώμη, οι απόψεις των Σοφιστών, έτσι ώστε να κατανοηθεί και να εκτιμηθεί ευκολότερα και δικαιότερα το έργο τους και να αποκατασταθεί η διαχρονική στρεψοδικία εις βάρος τους.

Ο Ιστορικά Ανύπαρκτος Ιησούς

«Ιστορικά είναι αμφίβολο ότι ο Ιησούς υπήρξε. Αλλά και να υπήρξε, το σίγουρο είναι ότι δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτόν» Μπέρτραντ Ράσελ (Βρετανός φιλόσοφος)

Το να δεχόμαστε άκριτα την ιστορικότητα του Ιησού είναι σα να διυλίζουμε κώνωπες και να καταπίνουμε καμήλους.

Όσο κι αν φαίνεται απίθανο στον αδαή, το σύμβολο Χριστός, κατά τον πρώτο αιώνα, δε συνδέθηκε ποτέ με το όνομα Ιησούς. Δεκάδες προσωπικότητες που έγραφαν την περίοδο εκείνη και διαβάζονταν μανιωδώς, σε ολόκληρη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, δεν αναφέρουν κουβέντα για τον Ιησού! Φιλόσοφοι σαν τον Πλούταρχο, το Σενέκα και τον Επίκτητο που παραπέμπουν σε ιδεαλιστικές φιλοσοφίες και ποιητές σαν το Γιουβενάλη και τον Πετρώνιο που με τα ποιήματά τους τόσο πιστά προσεγγίζουν την ηθική παρακμή, τον εκφυλισμό και την καθημερινότητα της ρωμαϊκής κοινωνίας, αγνοούν το όνομα αυτό, γιατί σε καμιά κίνηση δεν πρωτοστατεί κανένας Ιησούς και πουθενά δεν αναφέρεται. Ο τελευταίος, μάλιστα, υπηρετώντας επί Νέρωνα κυβερνήτης της Βιθυνίας, είχε την ευκαιρία από πρώτο χέρι, όχι μόνον να αναφέρει, αλλά και να καυτηριάσει σατιρίζοντας πρόσωπα και καταστάσεις προκειμένου να παρουσιάσει ρεαλιστικότερα την καθημερινή ζωή της εποχής του.

Θεωρώντας ότι στο θέμα αυτό, τίποτα ουσιωδέστερο δε θα μπορούσε να ειπωθεί, ακόμα κι αν αναφέραμε δεκάδες τέτοια παραδείγματα, θα αναφερθώ απλά σε τρία ονόματα Λατίνων. Ενός πολιτικού συγγραφέα και δυο ιστορικών (α) που περισώζουν ψήγματα σχετικών μαρτυριών, για δεοντολογικούς και μόνο λόγους.

Ο Πλίνιος ο νεότερος (61-113) θετός γιος του Πλίνιου του πρεσβύτερου, ήταν Ρωμαίος συγγραφέας και συγκλητικός που έκανε χρέη αποικιακού κυβερνήτη, διοικώντας τη Βιθυνία του Πόντου, από το 111 μέχρι το 113. Σε μία επιστολή του, το 112, προς τον αυτοκράτορα Τραϊανό ζητά οδηγίες μεταχείρισης για μία νεοεμφανιζόμενη ομάδα δεισιδαιμόνων. Η λέξη «Χριστιανοί» για πρώτη φορά στην ιστορία λανσάρεται! Μετά από τις ανακρίσεις που διενεργεί ο Πλίνιος, να τι γράφει ξανά στο Ρωμαίο Αυτοκράτορα.

«Με διαβεβαίωσαν ότι το μόνο παράπτωμά τους ήταν αυτό. Οι Χριστιανοί συνήθιζαν να μαζεύονται μία ορισμένη μέρα πριν βγει ο ήλιος ψάλλοντας ο ένας μετά τον άλλον ύμνο στο Χριστό, σαν να είναι θεός. Μετά ορκίζονταν, όχι να κάνουν έγκλημα, αλλά ότι δε θα κλέψουν, δε θα ληστέψουν και δε θα μοιχεύσουν. Δεν απέμεινε πόλη ή κόμη ή ακόμα και αγρός, που να μην εισέδυσε το μόλυσμά της. Οι ναοί των θεών μας ερημώθηκαν και εδώ και καιρό δεν προσφέρονται θυσίες σε αυτούς». (β) Αν κι ο λόγος φαίνεται πολύ εγκωμιαστικός ενώ θα έπρεπε να δείχνει την ταραχή του ρωμαίου διοικητή, ζητώντας οδηγίες αντιμετώπισης από τον αυτοκράτορα, δε θα σταθούμε στις όποιες επεμβάσεις που μάλλον και εδώ έκανε κάποιος χριστιανός αργότερα. Προφανώς όπως αναφέρει και ο Τερτυλλιανός η σύγχυση του Ρωμαίου διοικητή οφειλόταν στην ταραχή του από το μεγάλο αριθμό των οπαδών, που θεωρήθηκε ανησυχητικός. (β)

Η απάντηση του Τραϊανού ήταν, αν και χωρίς να αναζητούνται (οι ένοχοι χριστιανοί) όταν συναντιούνται να τιμωρούνται αναλόγως! (γ) Η απάντηση αυτή, όπως μπορεί εύκολα να αντιληφθεί ο αναγνώστης, δε συνάδει με την ερώτηση του Πλίνιου. Αν έτσι απάντησε ο Τραϊανός κάτι περισσότερο επιλήψιμο πρέπει αρχικά να έγραφε, ο διοικητής του Πόντου, που το χέρι του παραχαράκτη, φαίνεται, δεν ήθελε να μάθουμε. Επειδή όμως, ελλείψει άλλων στοιχείων, τίποτε άλλο δεν μπορούμε να εικάσουμε, σε γενικές γραμμές, ίσως θα μπορούσαμε να δεχτούμε τη μαρτυρία αυτή σχεδόν γνήσια. Όμως ακόμα κι αν θεωρηθεί γνήσια εξ ολοκλήρου η επιστολή αυτή, δεν αναιρεί τίποτα απ’ ό,τι μέχρι στιγμής κάναμε δεκτό. Το όνομα Ιησούς, η ιστορία, ακόμα και το 112, φαίνεται να το αγνοεί. Την εποχή αυτή, μάλλον, εμφανίζεται για πρώτη φορά το όνομα Χριστός, ονομάζοντας τους οπαδούς της κίνησης αυτής, Χριστιανούς. Η ιδιότητα του Μεσσία φαίνεται να βγήκε από την Παλαιστίνη μέσω της διασποράς των Εβραίων και ταυτίστηκε με τη λέξη Χριστός σαν προσιτή «εθνική» έκφραση.

Την εποχή εκείνη περίπου γράφουν δύο ακόμα Λατίνοι ιστορικοί, ο Τάκιτος και ο Σουητώνιος. Και οι δυο τους αναφέρονται στην πιο πάνω δεισιδαιμονία. Ο Τάκιτος (56-120) σπουδαίος ρήτορας και ιστορικός, φίλος και συμμαθητής του Πλίνιου του νεότερου, φέρεται να γράφει στα «Χρονικά» του μεταξύ άλλων και για το Νέρωνα τα εξής. «Η κοινή γνώμη κατηγορεί το Νέρωνα σαν αυτουργό της πυρκαγιάς. Για να κατασιγαστούν οι θρύλοι αυτοί ο Νέρων υπέδειξε άλλους σαν ενόχους επιβάλλοντας πρωτοφανείς ποινές σε εκείνους για τους οποίους η κοινή γνώμη μισούσε για τα βδελυρά τους έργα και τους ονόμαζε Χριστιανούς. Ο Χριστός από τον οποίο πήραν το όνομα τους, είχε εκτελεστεί από τον procuratorem (επίτροπο) Πόντιο Πιλάτο επί αυτοκρατορίας Τιβέριου. Η βδελυρή αυτή δεισιδαιμονία αρχικά ελεγχόταν στην Ιουδαία, αλλά ξέσπασε τώρα και στη Ρώμη, στην πόλη που όλα τα τρομερά και αισχρά πράγματα βρίσκουν πατρίδα. Άρχισε λοιπόν να συλλαμβάνει εκείνους που ομολογούσαν ένοχοι (χριστιανοί) και μετά με την υπόδειξη του πλήθους καταδικάζονταν όχι τόσο με την κατηγορία του εμπρησμού της πόλης, όσο με την κατηγορία του μίσους κατά της ανθρωπότητας.

Ο εμπαιγμός προστέθηκε στους θανάτους τους. Καλυμμένοι με τομάρια ζώων ξεσκίζονταν από τα σκυλιά ή καρφωμένοι σε σταυρούς ή καταδικασμένοι στην πυρά, καίγονταν σαν νυχτερινός φωτισμός όταν έφευγε το φως της ημέρας. Ο Νέρων πρόσφερε τους κήπους του για θέαμα παρουσιάζοντας αγώνα στον Ιππόδρομο ενώ ο ίδιος χάνονταν μέσα στο πλήθος ντυμένος Ηνίοχος ή κορδώνονταν πάνω σε άρμα. Γι αυτό ακόμα και για εγκληματίες που άξιζαν μία υποδειγματική τιμωρία τους έπρεπε κάποια συμπόνια, γιατί όπως φαίνεται δεν καταδικάζονταν εκείνοι για το κοινό καλό αλλά για να πληρωθεί η κακία ενός ανθρώπου». (δ)

Δεν είναι περίεργο, ο Τάκιτος, να πληροφορήθηκε από το φίλο του τον Πλίνιο γύρω από την κίνηση των νεοεμφανιζόμενων χριστιανών. Άλλωστε κι ο ίδιος το 112 ήταν ανθύπατος στη Μικρά Ασία. Όμως να συνδέει τους χριστιανούς με την εποχή του Νέρωνα, πρώτα-πρώτα δε θα τον τιμούσε σαν ιστορικό, τη στιγμή που κανένας ιστορικός δεν αναφέρει αυτό το γεγονός. Έπειτα, μία τέτοια πληροφορία, θα αντέφασκε φανερά με την πληροφορία του Πλίνιου, που γράφει για νεοεμφανιζόμενους χριστιανούς του δεύτερου αιώνα στην Μικρά Ασία. Πόσο μάλλον στη Ρώμη, μισό αιώνα νωρίτερα!

ΔΕΣ


Ο Παύλος Έκαψε την Ρώμη!

Ο Σουητώνιος ο έτερος ιστορικός, που φέρεται να έγραψε κι αυτός για τους Χριστιανούς, όπως επίσης και λίβελο ενάντια στο Νέρωνα, κάνοντας λόγο για την πυρκαγιά της Ρώμης, δεν την συνδέει με αυτούς. Επιχειρώντας μία αντιπαράθεση στοιχείων μεταξύ των Λατίνων ιστορικών, όπως κάναμε και μεταξύ του Ιώσηπου, του Ωριγένη και του Ευσέβιου, θα επιχειρήσουμε να βρούμε τη χρυσή τομή της αλήθειας. Ο Σουητώνιος που έγραψε το 122 τη «Ζωή των Καισάρων» (De Vita Caesarum) γράφει συγκεκριμένα. «Επειδή οι Ιουδαίοι δημιουργούσαν συνεχώς ταραχές, με την υποκίνηση του Χρήστου, τους έδιωξε από τη Ρώμη». (ε) Επίσης. «…ένας άλλος νόμος προέβλεπε ποινές για τους χριστιανούς, μια παράνομη, θρησκευτικά και νομικά, θρησκευτική λατρεία». (στ) Συνηθίζοντας ο Σουητώνιος να αναμειγνύει παράλληλα με την ιστορική του διήγηση φήμες και διαδόσεις, δε φαίνεται να συνδέει την πυρκαγιά της Ρώμης με τους χριστιανούς.

Αν ο Τάκιτος πραγματικά είχε γράψει όλο εκείνο τον οχετό για το Νέρωνα, σίγουρα ο Σουητώνιος θα το είχε υπ’ όψιν του και σαν υλικό θα το αξιοποιούσε κατάλληλα. Άρα λοιπόν η νοθεία στον Τάκιτο έγινε μετά το 120, όταν ο ίδιος είχε πεθάνει και οι βιογραφίες των Καισάρων από το Σουητώνιο είχαν γραφτεί. Όμως το κείμενο εκείνο μας βάζει σε σοβαρές υποψίες. Ποιος θα μπορούσε να είχε κάνει μία τέτοια νοθεία γράφοντας για παράνομες και βδελυρές πράξεις χριστιανών; Σίγουρα ο παρεμβολέας δεν πρέπε να ήταν χριστιανός. Αυτός που ήταν ικανός για κάτι τέτοιο έπρεπε να είχε μεγάλο μίσος, όχι μόνο για τους χριστιανούς αλλά και για το Νέρωνα και τέτοιος δεν μπορεί να ανήκε πουθενά αλλού παρά μονάχα στους Ιουδαίους! Γράφοντας, ο Τάκιτος, για την ενοχή τους, μετά την έρευνα που διενήργησε ο αυτοκράτορας, κάποιος ιουδαίος νόθευσε την πληροφορία, βάζοντας στη θέση των Ιουδαίων το όνομα των Χριστιανών, τη μισητή τους αίρεση, έτσι απλά και γρήγορα, όπως σπρώχνουμε τα σκουπίδια κάτω από το χαλί. Έτσι απλά, σαν προβοκάτσια!

Συνηθισμένη συμπεριφορά και προσφιλής ιουδαϊκή τακτική η παραχάραξη της ιστορίας από τη φυλή αυτή. Όμως σαν βιβλιοθηκονόμος του Αδριανού, ο Σουητώνιος, έχοντας υπ’ όψιν τους διωγμούς των Εβραίων από τη Ρωμαϊκή πρωτεύουσα, προφανώς έτσι ξερά αναφέρει το γεγονός, πράγμα που έκανε πολλούς χριστιανούς αργότερα να μπερδεύουν το όνομα των Ιουδαίων με τη δική τους θρησκεία. Χριστιανοί (ιουδαιοχριστιανοί τότε) και Ιουδαίοι πολλές φορές συγχέονταν, αφού αμφότεροι Εβραίοι ήταν, πιστεύοντας μάλιστα στον ίδιο Θεό. Η αναφορά του Σουητώνιου στο βιβλίο του Νέρωνα, κάνοντας λόγο για βδελυρές πράξεις, φαίνεται προκλητικά να αντλείται από την επιστολή του Πλίνιου, αφού για τους Έλληνες και Ρωμαίους η πίστη στο χριστιανισμό ήταν μια παράνομη ενέργεια (βδελυρή πράξη) και γι αυτό μάλιστα αποκαλούσαν τους χριστιανούς άθεους. (ζ)

Όσο για την αναφορά στον «Κλαύδιο» αν δεν αναφέρεται σε κάποιο ντόπιο, ονόματι Χρήστο, (η) που υποκινούσε ταραχές, τότε όπως είπαμε αναφέρεται απλά και μόνο στους Ιουδαίους ταραξίες. Όπως και να έχει όμως, το όνομα Ιησούς ήταν ανύπαρκτο ακόμα το 122 ή έστω η διάδοση του τόσο περιορισμένη που παραμένει ακόμα φωλιασμένη μέσα στα όρια της Ιουδαίας ή πέριξ αυτής. Αν όμως, ούτε σε γενικές γραμμές, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε γνήσια την επιστολή του Πλίνιου, τότε ίσως ακόμα αργότερα, ο Χριστός σαν σύμβολο ταυτίζεται με τον ιουδαϊκό Μεσσία και μέσω αυτού ο Ιησούς με το Χριστό. Η μεγάλη διασπορά άλλωστε θα πραγματοποιηθεί μετά την ήττα του Μπαρ Κεχομπά το 135/136, σταθμό στην ιστορία του εβραϊκού έθνους, όταν ανάμεσα στους διεσπαρμένους ιουδαίους αναζητείται ο αποδιοπομπαίος τράγος για τον εξοβελισμό του από την Ιουδαία. Αναζητείται δηλαδή ο αμαρτωλός που σαν υπεύθυνος των γεγονότων, Ιουδαίοι και αιρετικοί (ιουδαιοχριστιανοί), εξορίστηκαν από την πατρίδα.

Πριν ακόμα χρισθεί Μεσσίας και «Γιος του άστρου» ο Μπαρ Κεχομπά από τους Ιουδαίους δεν υπήρχαν αντιζηλίες ανάμεσα στους Ιουδαίους και τους Ιουδαιοχριστιανούς, πέρα από τις διαφορές που έχουν δυο αντίθετα πολιτικά κόμματα. Όταν όμως η διασπορά πήρε διαστάσεις και οι Ιουδαίοι διώχτηκαν μακριά από την Ιουδαία αμφότεροι μπήκαν στη διαδικασία να αποδείξουν του λόγου το αληθές. Αληθές για τους Ιουδαιοχριστιανούς ήταν ότι ο Ιησούς ήταν ο πραγματικός Μεσσίας (Χριστός) που σταυρώθηκε από τους Ιουδαίους. Για τους Ιουδαίους όμως, που ο δικός τους Μεσσίας μπροστά στην ανωτερότητα των Ρωμαίων, φαινόταν τόσο μικρός και ψεύτικος, που πολεμώντας τους τα έχασε όλα και ο ίδιος σαν ποντικός πιάστηκε, το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να συκοφαντήσουν τους ιουδαιοχριστιανούς που τους χρέωναν την τιμωρία της διασποράς.

Ο εσωτερικός εχθρός συνήθως είναι αισχρότερος από το βάρβαρο (εθνικό) γιατί συν τοις άλλοις, αποδεικνύεται και προδότης. Έτσι φάνηκαν οι Χριστιανοί στα μάτια των Ιουδαίων που ο πόλεμος εναντίον τους στην ουσία μόλις τότε άρχιζε. Για τους χριστιανούς, ο Μπαρ Κεχομπά πήρε τον τίτλο Μπαρ Κοζίμπα (Γιος του Ψεύδους) και για τους Ιουδαίους, ο Ιησούς ήταν ο νόθος γιος μιας πόρνης, που την έδιωξε ο άνδρα της, ένας μαραγκός, σαν αντελήφθη ότι τον απατούσε με ένα στρατιώτη ονόματι Πάνθηρα! (θ) Οι Μεσσιανιστές, αυτοί δηλαδή που αργότερα ονομάστηκαν Χριστιανοί, έπρεπε τάχιστα να βρουν ένα ιστορικό άλλοθι για το δικό τους Μεσσία. Τότε ξεθάφτηκε ο ξεχασμένος Ιησούς, εκείνος ο επαναστάτης ζηλωτής που ξεσήκωνε τον κόσμο και διέδιδε πως ήταν απεσταλμένος του θεού. Μα ποιος απ’ όλους; Τι σημασία έχει!!! Ο μύθος που κτίστηκε γύρω του, τον έκανε αγνώριστο! Είχε ζήσει πριν από έναν αιώνα σχεδόν, (ι) χρόνος προσιτός και ομιχλώδης, όπως πρέπει να είναι για κάθε μυθικό ήρωα, που αργότερα θα λαμπρύνουν οι επιτήδειοι και πλαστογράφοι της ιστορίας.

Αν οι χριστιανοί δε χρειάζονται κανένα στοιχείο για να αποδείξουν την ιστορικότητα του Ιησού, επειδή τους αρκεί η πίστη, σε μας δεν αρκεί τέτοια παραλογική. Όπως έχουμε τονίσει πολλές φορές, πιστεύουμε ότι η ιστορία είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης δραστηριότητας πραγματικών γεγονότων και όχι εγκεφαλική δραστηριότητα που παράγει μυθικά και σκόπιμα επινοήματα. Την ιστορία με τον Ιησού δεν μπορούμε να την κατατάξουμε παρά μονάχα στην ιστορική μυθιστοριογραφία του παραδόξου και ίσως, ελλείψει ιστορικών στοιχείων, ούτε εκεί. Ο Ιησούς των ευαγγελίων βρίσκεται στην κυριολεξία μέσα στο θρύλο. Εμπνέεται από κάποιο ιστορικό γεγονός αλλά καταλήγει ένα μυθικό πρόσωπο ή επειδή οι υπέρζηλοι πιστοί του ήταν τόσο αφελείς ή επειδή η προφορική διάδοση και οι γραφτές διηγήσεις που ανεξέλεγκτα και με μυστικότητα διακινούνταν μεταξύ των οπαδών τους, δημιούργησαν αυτόν τον πραγματικό κυκεώνα! Ο Ιησούς των ευαγγελίων έκτοτε πλάθεται κατά τις επιταγές της επικρατούσας ανάμεσα στους οπαδούς του φιλοσοφίας, όπου τα αιώνια σύμβολα παίρνουν σάρκα και οστά.

Η τόσο αναμφισβήτητα διαδομένη προσωπικότητα του Ιησού των ευαγγελίων μπορεί να εκτυφλώνει με τη λάμψη της τους χριστιανούς μέσα από τα χιλιάδες συγγράμματα που γράφτηκαν γι αυτόν, στη διάρκεια 19 σχεδόν αιώνων, όμως στην ιστορία των πραγματικών γεγονότων τα πράγματα δεν έχουν έτσι. Ο χριστιανισμός δε λάμπει από κάποια εξαίσια πνευματική προσωπικότητα, ας πούμε του Ιησού, αλλά από την εξαίσια Ελληνική Φιλοσοφία που εκλεκτικά υιοθέτησαν οι επινοητές του. Αυτοί, με περίσσιο εγωισμό, σύμφωνα με την ιουδαϊκή συνήθεια, απέδωσαν τη σύλληψη της ιδέας σε κάποιο Ιησού, ιδέα που καμιά σχέση δεν μπορεί να έχει με αυτό που θα δημιουργούσε αργότερα το χριστιανισμό. Όπως λέει και ο Κάουτσκυ «τον χριστιανισμό μπορούμε να τον εξηγήσουμε χωρίς να αναφερθούμε στο πρόσωπο αυτό».[1] Πριν φτάσουμε όμως να συζητήσουμε ακριβώς αυτήν τη διάσταση προσώπων και πραγμάτων ας ανιχνεύσουμε την εποχή του Ιησού μέσα από τα ιστορικά δρώμενά της.

Μαρτυρεί άραγε κάποιο ιστορικό άτομο την ύπαρξή του;

Ένα πρόσωπο που ενσαρκώνεται τον Υιό του Θεού δε θα πέρναγε απαρατήρητο από κανέναν κάτοικο της γης, όσο και απομακρυσμένος κι αν ήταν από τον τόπο της ιεροφάνειας. Τα παράδοξα φυσικά γεγονότα και τα απίστευτα θαυματουργικά συμβάντα που λέγεται πως συνόδεψαν ολόκληρη τη διαδρομή της ζωής του, χωρίς να καταγραφούν από κανένα ιστορικό, ακόμα και από τους σύγχρονους Ιουδαίους, μας βάζουν σε σοβαρές υποψίες.

Ο «συμπαντικός συναγερμός» κατά το Ματθαίο, με την εμφάνιση του άστρου πάνω από τη Βηθλεέμ κατά τη διάρκεια της γέννησής του, η συσκότιση του ήλιου, κατά το Μάρκο, σε ολόκληρη τη γη, στη διάρκεια του θανάτου του. Η Ανάσταση, κατά το Λουκά και η εμφάνισή του στους αγαπημένους του μαθητές, παρά την υπερβολή τους, συνοψίζουν με θαυμαστά γεγονότα τη ζωή του «θεανθρώπου», έτσι όπως αξίζει στον Υιό του Υψίστου να μνημονευτεί από τους ανθρώπους που τον πίστεψαν. Όμως όλα αυτά βρίσκονται στη σφαίρα της φαντασίας και του παραλόγου, για λόγους που δεν άπτονται, για την ώρα, με το θέμα μας.

Από την εποχή εκείνη περισσότερο αρμόδιος να καταγράψει τέτοια γεγονότα ήταν ο Αλέξανδρος ο Μύνδιος (2) που σαν σύγχρονος Charles Fort, σε ολόκληρη τη ζωή του τα κυνηγούσε. Τα βιβλία του είναι γεμάτα παράξενα φυσικά φαινόμενα και μυστήρια συμβάντα. Οι αναγνώστες των συνοπτικών ευαγγελίων θα απογοητευτούν, διαβάζοντας τον Αλέξανδρο Μύνδιο, γιατί στα γραφτά του δε θα βρουν τίποτα απ’ όσα «μνημονεύονται» στην Καινή Διαθήκη. Όπως θα απογοητευθούν και όσοι αναζητήσουν οτιδήποτε σχετικό στην πλούσια «Φυσική Iστορία» (Naturalis Historia) του Πλίνιου του πρεσβύτερου, που έζησε από το 23 μέχρι το 79 όπου πέθανε από τις αναθυμιάσεις της έκρηξης του Βεζούβιου που παρακολουθούσε καταγράφοντας το συγκλονιστικό γεγονός.

Αλλά αν τέτοια συμπαντικά και παγκόσμια φαινόμενα του παραλόγου πέρασαν απαρατήρητα από τους ειδικούς συγγραφείς, τους κυνηγούς του παράδοξου που μια ζωή τα αναζητούσαν, διανοούμενοι Ιουδαίοι, φιλόσοφοι, κυνηγοί της ιεροφάνειας, όπως ήταν ο Φίλων της Αλεξάνδρειας που έζησε ακριβώς εκείνη την εποχή στη μεγαλύτερη Ιουδαϊκή κοινότητα της διασποράς, θα έπρεπε κάτι να έχει ακούσει για τον Ιησού.

Ζώντας μία δωδεκάδα χρόνια πριν τη υποτιθέμενη γέννηση του Ιησού και πεθαίνοντας άλλα τόσα μετά από αυτόν, ο Φίλων ήταν ο πιο κατάλληλος για να επιβεβαίωνε την ύπαρξη του περιβόητου Ιησού. Όμως κι αυτός την αγνοεί. Το ότι ζει στην Αλεξάνδρεια δε δικαιολογείται με κανένα τρόπο η άγνοιά του. Ο ίδιος άλλωστε θεωρεί την πόλη αυτή, με τον πολυάριθμο Εβραϊκό πληθυσμό πόλη εβραϊκή. Ο ίδιος ταξίδεψε στην Ιουδαία και αντιστρόφως ο Ιησούς, υποτίθεται, επισκέφτηκε την Αίγυπτο.(3) Στα τρία χρόνια που λέγεται ότι έμεινε εκεί, το νήπιο Ιησούς, έκανε σπουδαία θαύματα, αποκτώντας σύμφωνα με το απόκρυφο «Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας»(4) τους πρώτους πιστούς στην αλλοδαπή!

Αν ακόμα και ο ανεψιός του Φίλωνα, ο Αλέξανδρος Τιβέριος(5) ανθύπατος του Ρωμαϊκού στρατού, που τον καιρό εκείνο πολεμούσε τα αντάρτικα κινήματα της Ιουδαίας(!) δεν είπε τίποτα στο θείο του για τον περιβόητο Ιησού, που υποτίθεται έπρεπε να συγκλονίζει την κοινή γνώμη στους κύκλους της Ιουδαίας μετά την «ανάστασή» του, τότε ίσως πουθενά αλλού δε θα έπρεπε να αναζητήσουμε ιστορικά στοιχεία για την ύπαρξή του, παρά μονάχα στον κατ εξοχήν ιστορικό των Εβραίων Ιώσηπο και πουθενά αλλού.

Οι σημερινοί προστάτες του χθεσινού εγκλήματος της ιστορίας ας μην ξεσχίζουν τα ενδύματά τους, σαν τους παραδοσιακούς Ιουδαίους, ρίχνοντας στάχτη στα κεφάλια τους από τη οργή, αναζητώντας αποδείξεις στις πλάνες και νοθείες που η ιστορία ύπουλα διέσωσε μέχρι σήμερα. Οι «αποδείξεις» που πασχίζουν να μας μεταδώσουν από τις τάχα ιστορικές μαρτυρίες, ακόμα πιο πολύ ενοχοποιούν, σαν κάλπικες λίρες στο πουγκί του απατεώνα, τονίζοντας το δόλο και την απάτη.

Έτσι ακριβώς «λάμπει» η περίφημη «Μαρτυρία του Φλάβιου»(6) που μέσα από τα είκοσι βιβλία των Αρχαιοτήτων του αφιερώνει μόλις δέκα γραμμές για να περιγράψει ολόκληρη τη ζωή του Ιησού, όταν για άλλα και μάλιστα ασήμαντα θέματα, αφιερώνει σελίδες ολόκληρες. Πριν περάσουμε όμως στον Ιώσηπο, που στην κυριολεξία θα μονοπωλήσει την έρευνα μας, πρέπει να κάνουμε μία παρένθεση. Σαν τους μυθιστοριογράφους που ανακοινώνουν το θάνατο του ήρωα τους από την αρχή του βιβλίου και κατόπιν εξιστορούν τη ζωή και την κατάληξή του, έτσι κι εγώ από την αρχή θα ανακοινώσω το τελικό συμπέρασμα της έρευνας. Μετά, αναπτύσσοντας το θέμα και ερευνώντας τις βασικές μαρτυρίες, πρέπει να αποδείξω του λόγου το αληθές.

Θεωρώ ότι ο Ιησούς αν δεν ήταν πραγματικά, όπως φαίνεται, ένα ανύπαρκτο πρόσωπο, ήταν τόσο ασήμαντο που κάλλιστα μπορεί να θεωρηθεί σαν να μην υπήρξε ποτέ! Πρέπει όμως πάντα να έχουμε κατά νου ότι Χριστός και Ιησούς δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Το πρώτο (Χριστός) είναι σύμβολο κι όχι πρόσωπο. Πρόσωπο γίνεται μόνον όταν ταυτίζεται με τον Ιησού, έναν Εβραίο επαναστάτη, αλλά αυτό γίνεται πολύ αργότερα, όπως θα δούμε πιο κάτω, τουλάχιστον ενάμιση αιώνα αργότερα από την υποτιθέμενη γέννησή του. Μετά από αυτές τις διευκρινήσεις, ας επιστρέψουμε στη μαρτυρία του Ιουδαίου ιστορικού, ζώντας ηδονικά την πλοκή της έρευνας και την πλοκή της ιστορικής πλαστογραφίας.

Η μαρτυρία αυτή που κατέστη τόσο δημοφιλής, εδώ και αιώνες που συζητείται, καθιστώντας τον Ιουδαϊκό ιστορικό έναν από τους βασικότερους μάρτυρες στην «υπόθεση αντιδικίας για την ύπαρξη του Ιησού», δεν ήταν δυνατόν να απουσιάζει από την έρευνα αυτή. Ας ξετυλίξουμε μαζί το νήμα του μυστηρίου, κάνοντας αρχή από την περιβόητη T.F. Να τι γράφει, κατά λέξη, ο Ιουδαίος ιστορικός. «Εκείνη την περίοδο περίπου, έζησε ο Ιησούς, ο σοφός άνθρωπος, αν βέβαια μπορεί κανείς να τον αποκαλέσει άνθρωπο. Ήταν εκείνος που έκανε απίστευτα πράγματα και ήταν ο δάσκαλος ανθρώπων που δέχονται την αλήθεια ευχαρίστως. Προσέλκυσε πολλούς Ιουδαίους αλλά και πολλούς Έλληνες. Ήταν ο Χριστός. Όταν ο Πιλάτος, αφού άκουσε να τον κατηγορούν άνθρωποι που είναι επιφανέστεροι ανάμεσα μας, τον καταδίκασε να σταυρωθεί, εκείνοι που από την αρχή τον αγάπησαν δεν έπαψαν να τον αγαπούν. Διότι εμφανίστηκε σε αυτούς την τρίτη ημέρα αναστημένος, όπως οι προφητείες του Θεού το είχαν προφητέψει μαζί με πολλά άλλα θαυμαστά πράγματα γι αυτόν. Ενώ οι Χριστιανοί, όπως ονομάστηκαν από αυτόν, δεν έχουν εξαφανισθεί μέχρι σήμερα».(7)

Η παρεμβολή(8) αυτή είναι τουλάχιστον αφελής. Ανόητη, ακόμα κι αν δεν είχαμε εκείνη την ατυχή για τους χριστιανούς αναφορά του Ωριγένη. Πρώτα-πρώτα γιατί ο Ιουδαίος ιστορικός, που ήταν κι ιερέας, δε θα ανέφερε ποτέ τον Ιησού σαν Χριστό, πράγμα που προδίδει και την ταυτότητα του επίδοξου παρεμβολέα! Κάθε φορά που μιλά γι αυτούς τους επαναστάτες, ακόμα και αν οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται Μεσσίες, ο Ιουδαίος ιστορικός τους αποκαλεί, αν όχι με το όνομά τους, τουλάχιστον με την ιδιότητά τους, όπως για παράδειγμα ληστές κι απατεώνες. Άλλους αποκαλεί επίδοξους προφήτες κι αναφερόμενος στο λαό που ακολουθεί έναν τέτοιο «προφήτη» γράφει «εκείνων που είχαν εξαπατηθεί από κάποιον που υποσχόταν σωτηρία». Ποτέ λοιπόν δε χαρακτηρίζει κάποιο Μεσσία ή Χριστό, έστω κι ειρωνικά! Αλλά ακόμα κι αν μπορούσε στο πρόσωπο του Ιησού να δει ένα Μεσσία, δε θα του αφιέρωνε μόνο δέκα γραμμές, πράγμα που θα τον έκθετε όχι μόνο σαν ιερέα κι ιστορικό αλλά και σαν μάρτυρα.

Επίσης, η τελευταία πρόταση της T.F. προδίδει τη μεγάλη χρονική διαφορά που καλύπτει το χρόνο της παρεμβολής από το χρόνο που ο Ιώσηπος έγραψε την ιστορία του (93-94). Αν η μαρτυρία ήταν αληθής, ακόμα κι ο πιο αφελής χριστιανός, πριν τη Δύση του πρώτου αιώνα, δε θα έγραφε ότι «οι Χριστιανοί δεν έχουν εξαφανιστεί μέχρι σήμερα». Προφανώς η προσβολή του κειμένου έγινε πολύ αργότερα!

Πολλές παρατηρήσεις ακόμα θα μπορούσε να κάνει ο σχολαστικός ερευνητής, όπως λόγου χάριν ότι, ζώντας στη Ρώμη, σαν Ρωμαίος πολίτης ο Ιώσηπος, δεν ήταν δυνατόν να απευθύνει κατηγορία σε Ρωμαίο επίτροπο (procurator), τον Πιλάτο δηλαδή, για άδικη καταδίκη ενός τόσο σημαντικού ανθρώπου χωρίς αιτιολογία, έστω για τους τύπους. Ο Ιώσηπος όμως και σε ένα σημείο ακόμα της «Ιουδαϊκής Αρχαιολογίας» αναφέρει τον Ιησού, αν και το θέμα του ήταν άλλο. Η πλάγια αναφορά, φαινομενικά δείχνει πιο ισχυρή, γιατί είναι φυσική. Γράφοντας λοιπόν για το γιο του Άνανου που λεγόταν κι αυτός Άνανος, σαν αρχιερέας συγκάλεσε δικαστήριο των Σανχεντρίν «και έφερε ενώπιόν του τον αδελφό του Ιησού του λεγόμενου Χριστού, Ιάκωβο και μερικούς άλλους. Τους κατηγόρησε ότι είχαν παραβιάσει το νόμο και τους παρέδωσε για λιθοβολισμό» (ο.π. Κ΄ IX 1).

Δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι κι εδώ, αν δεν έχουμε μία παρεμβολή, έχουμε σίγουρα μια νοθεία με τη φράση «αδελφό του Ιησού του λεγόμενου Χριστού». Πολλοί ερευνητές θεωρούν τη φράση αυτή γνήσια, αναφέροντας ότι ο Ωριγένης(9) τη γνώριζε, δηλαδή στην εποχή του στα γραπτά του Ιώσηπου ήταν γραμμένη έτσι, αλλά αποκαλώντας τον αδερφό του Ιάκωβου Ιησού «του λεγόμενου Χριστού» (δηλαδή αυτόν που κάποιοι τον έλεγαν Χριστό) θεωρούσε το χαρακτηρισμό ειρωνικό και γι αυτό λένε ότι ο Ιώσηπος δεν πίστευε. Αυτό είναι λάθος!

Ο Ωριγένης αγνοεί αυτή την περικοπή γιατί απλούστατα δεν υπήρχε στα γραπτά του Ιώσηπου έτσι όπως την αποδίδει ο Ευσέβιος στην Εκκλησιαστική Ιστορία (Β΄ 23,20) όταν καταπιάνεται να μας πει για την άλωση της Ιερουσαλήμ. Στον αντιρρητικό του «Κατά Κέλσου» γράφει «αυτά συνέβησαν στους Ιουδαίους κατ’ εκδίκηση του Ιάκωβου του δικαίου, ο οποίος ήταν ο αδελφός του Ιησού του λεγόμενου Χριστού επειδή αν και ήταν δικαιότατος τον σκότωσαν» (Ι 47). Όταν όμως ο Ευσέβιος μας λέει ότι γράφει ο Ιώσηπος, φράσεις που εμείς δεν γνωρίζουμε, σημαίνει ότι το γραφτό του ήταν έρμαιο των πλαστογράφων της εποχής. Πρόσθεταν, παρέμβαλλαν, έκοβαν κι έραβαν, νοθεύοντας τα κείμενα κατά το πως βόλευε τον καθένα.

Όμως, αυτό που έχει σημασία εδώ είναι ότι όταν ο Ωριγένης γράφει «Ηπίστει ο Ιώσηπος τω Ιησού Χριστώ»(10) ενώ είχε υπόψη του την πιο πάνω περικοπή του Ιώσηπου δεν σημαίνει πως κατάλαβε ότι o τελευταίος ειρωνεύεται αλλά ότι η εντύπωση της δυσπιστίας του για τον Ιουδαίο ιστορικό πρέπει να πήγασε από κάποια άλλη περικοπή, που έκδηλα φανερώνει και την απιστία του ιουδαίου ιστορικού. Ποια όμως; Η «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία» όπως μας διασώθηκε μετά την Ευσεβίου εποχή μόνο την T.F. περιέχει. Αν η περικοπή αυτή υπήρχε στην «Αρχαιολογία» που διάβαζε ο Ωριγένης δε θα είχε αυτήν την εντύπωση για το συγγραφέα της! Αυτός που έγραψε την T.F. φαίνεται να πιστεύει πολύ. Αυτό μας κάνει να πιστεύουμε ότι, όχι μόνο το σύγγραμμα νοθεύτηκε, άλλα η νοθεία έγινε μετά το θάνατο του Ωριγένη.

Κανένας σοβαρός ερευνητής δεν παραδέχεται την T.F. σαν γνήσια μαρτυρία. Ηλίου φαεινότερον είναι ότι η περικοπή εκείνη νοθεύτηκε από χέρι χριστιανού, που δεν άντεχε στην ιδέα, ο Ιώσηπος να μαρτυρά για τον Ιησού αρνητικά. Γκρεμίζονταν ο κόσμος του συθέμελα. Έτσι αποφάσισε να επέμβει για να … αποκαταστήσει την «αλήθεια».(11) Τι μπορούσε όμως να έγραφε εκείνη η περικοπή που δημιούργησε τόσο κακή εντύπωση στον Ωριγένη; Μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα μόνον από υπαινιγμούς της Καινής Διαθήκης και απολογητικών κειμένων του πρώιμου χριστιανισμού, βγάζαμε το συμπέρασμα ότι ο Ιησούς ήταν ένας από εκείνους τους επαναστάτες που ο Ιώσηπος αναφέρει σαν απατεώνες ή επίδοξους προφήτες. Δεν είχαν και άδικο όσοι το πίστευαν. Όμως στις αρχές του 20ου αιώνα μια αναπάντεχη ανακάλυψη έγινε.

Το 1906 ο καθηγητής θεολογίας A. Berednts στο Ντόρπατ της Ρωσίας καταπιάστηκε με τη μετάφραση ενός νεοανακαλυφθέντος χειρογράφου, γραμμένο σε παλαιοσλαβική γλώσσα, που έφερε τον τίτλο «Περί Αλώσεως Ιερουσαλήμ». Ο καθηγητής αναγνώρισε ότι το χειρόγραφο εκείνο πρέπει να ήταν αντίγραφο κάποιου συγγράμματος γραμμένου αρχικά σε αραμαϊκή γλώσσα. Μάλιστα διαπίστωσε ότι αναμφισβήτητα είχε το ύφος του Ιώσηπου. Ένα τέτοιο κείμενο πρώτη φορά είδε το φως της δημοσιότητας, μετά από δέκα εννέα αιώνες, δεδομένου ότι τα αντίγραφα που μέχρι τότε είχαμε στη διάθεσή μας, ήταν γραμμένα στα Ελληνικά. Ο Ιώσηπος, αρχικά είχε γράψει το έργο του στα αραμαϊκά, για να τον διαβάσουν οι Εβραίοι και γι αυτό οι ερευνητές είναι πεπεισμένοι ότι βρίσκονται μπροστά σε ένα παλαιότατο κείμενο σχεδόν δέκα εννέα αιώνων! Φυσικά και αυτό υπέστη τη μαρτυρική χριστιανική επέμβαση, όμως η εποχή εκείνη δεν απαιτούσε ριζοσπαστική νόθευση. Έτσι μπορούμε να διακρίνουμε το αρχαϊκό του νόημα, αντιλαμβανόμενοι ακόμα και την επεμβατική γραφίδα του πλαστογράφου που το νόθευσε. Να τι έγραφε το περιβόητο εκείνο κείμενο.

«Ζούσε εκείνο τον καιρό ένας άνδρας, αν μπορούμε να τον πούμε άνδρα, που το σώμα και η μορφή του ήταν ανθρώπινα, αλλά το παρουσιαστικό του είχε κάτι παραπάνω από ανθρώπου. Βλέποντας τη μορφή του βέβαια δεν μπορώ να πω πως ήταν άγγελος. Όλα όσα έκανε τα έκανε με το λόγο και την προσταγή αόρατων δυνάμεων. Πολλοί δε έλεγαν ότι ήταν ο πρώτος νομοθέτης (ο Μωυσής δηλαδή) που αναστήθηκε και έτσι γιατρεύει αρρώστιες και κάνει θαύματα. Άλλοι πάλι πίστευαν πως είναι απεσταλμένος από το Θεό. Αν και πολλές φορές δεν τηρούσε τις πατροπαράδοτες διατάξεις του Σαββάτου και του Μωσαϊκού Νόμου. Τίποτα όμως αξιοκατάκριτο και παράνομο δεν έκανε, κι όλα όσα έκανε τα έκανε με τον προφορικό λόγο και μόνο. Πολλοί από το λαό που τον ακολούθησαν δέχτηκαν τη διδασκαλία του. Και ακόμα πιο πολλοί εκείνοι που ενθουσιάστηκαν πιστεύοντας ότι αυτός θα τους ελευθέρωνε από τα Ρωμαϊκά χέρια. Είχε δε τη συνήθεια να συχνάζει μπροστά από την πολιτεία, στο όρος των Ελαιών. Εκεί έκανε το θεραπευτή και από το λαό μαζεύτηκε γύρω του πολύς κόσμος.

Ακόμα κοντά του μαζεύτηκαν και εκατόν πενήντα δούλοι. Επειδή είδαν ότι είχε δύναμη και πως ό,τι ήθελε με το λόγο του το έκανε, τον προσκάλεσαν να μπει στην πόλη να σφάξει τους Ρωμαίους στρατιώτες και τον Πιλάτο και να γίνει βασιλιάς τους. Ύστερα, όταν το έμαθαν οι άρχοντες, έκαναν Συμβούλιο οι αρχιερείς και αποφάνθηκαν. Εμείς δεν μπορούμε να τα βάλουμε με τους Ρωμαίους. Επειδή ωστόσο και εμείς κινδυνεύουμε, ας το αναφέρουμε στον Πιλάτο. Έτσι κανένας δε θα μπορεί να μας κατηγορήσει. Γιατί αν ο Πιλάτος μάθει από άλλους τη συνωμοσία και το Θεό μας θα χάσουμε και το κεφάλι μας και ο λαός του Ισραήλ θα εκπατριστεί. Έτσι πήγαν και τα είπαν όλα στον Πιλάτο. Αυτός έστειλε στρατό και σκότωσε πολλούς από τους επαναστάτες και το θαυματοποιό τον έπιασαν και τον έφεραν μπροστά του. Αφού δε τον ανέκρινε τον πήραν οι Ρωμαίοι και σύμφωνα με το νόμο τους, τον σταύρωσαν».(12)

Τώρα ξέρουμε περίπου τι θα μπορούσε να έγραφε εκείνη η αρχική μαρτυρία του Φλάβιου, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση στον Ωριγένη ότι «ο Ιώσηπος δεν πίστευε στον Ιησού». Η μαρτυρία αυτή μπορεί αρχικά να περιείχε το όνομα του Ιησού και απλά ο αντιγραφέας της, επιχειρώντας τη νοθεία, να το έκρυψε πίσω από την ανωνυμία κι αυτό γιατί είναι λίγο περίεργο ένας ιστορικός να κρύβει ένα όνομα από την ιστορία που γράφει, για οποιοδήποτε λόγο, προσωπικό ή μη. Ανωνυμίες αυτού του είδους μυρίζουν έντονα νοθεία, ιδιαίτερα αν το χέρι που με δόλο επεμβαίνει στο κείμενο, επιδιώκει να κρύψει ένα όνομα, όπως στο ΙΗ΄ IV 1 των «Ιουδαϊκών Αρχαιοτήτων».(13)

Το σλαβενικό χειρόγραφο φαίνεται να απαντά σε μία σειρά ερωτημάτων που αρχικά θόλωναν την εικόνα, και να γιατί. Ο ιουδαίος ιστορικός, πραγματικά, δεν αναφέρεται στον Ιησού με την ιδιότητα του Χριστού (Μεσσία). Του αφιερώνει, εξαιρουμένης της σλαβενικής νοθείας, τόσο χώρο όσο αναλογεί σε έναν επαναστάτη ζηλωτή, χωρίς να εκθέτει ούτε την ιεροσύνη του, ούτε τη συνέπεια που τον διακρίνει σαν ιστορικό. Σαν χειρόγραφο φαίνεται αξιόπιστο για το χρόνο που φέρεται πως γράφτηκε. Αιτιολογεί κάλλιστα το λόγο για τον οποίο ο Πιλάτος καταδίκασε τον Ιησού και τέλος όχι μόνο δείχνει αλλά και πείθει για το λόγο που ο Ωριγένης δυσανασχετεί για την απιστία του Ιώσηπου. Δε χρειάζεται να απορεί κανείς, γιατί ο απολογητής δε σχολίασε τη μαρτυρία αυτή, έτσι όπως την διάβασε τότε. Το να σχολιάσει ένα σαθρό για εκείνον επιχείρημα, όπως ήταν η επαναστατική ιδιότητα του Ιησού, που σαφώς απέδιδε στο φαρισαϊσμό του Ιώσηπου, δε θα ωφελούσε σε τίποτα. Αρκούσε το σχόλιο στον Ιάκωβο που τον ανέφερε ειρωνικά για τη δήθεν χριστότητα του Ιησού. Αλλά κι αν τελικά κάτι έγραψε, ποιος πιστεύει, μετά απ όλες αυτές τις νοθείες ότι και ο Ωριγένης θα έμενε αλώβητος από τη γραφίδα κάποιου ελεεινού παραχαράκτη;

Γιατί όμως, εύγλωττα θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς, η αναφορά στον αδερφό του Ιάκωβου, τον Ιησού το λεγόμενο Χριστό, έτσι όπως την διάβασε ο Ωριγένης ή ο Ευσέβιος ή ακόμα κι εμείς θα μπορούσε να την εκλάβει κανείς σαν ανόθευτη και όχι σαν παρεμβολή όπου θα αποδείκνυε ότι, ιστορικά, ο Ιησούς ήταν ένα ανύπαρκτο πρόσωπο; Η εκδοχή αυτή είναι πολύ πιθανή και τη δέχονται αρκετοί ερευνητές όπως ο Bruno Bauer, Albert Kalthoff, John Robertson, Arthur Drews και πολλοί άλλοι.

Όμως η εκδοχή του ιστορικά υπαρκτού προσώπου, παρά την ασημαντότητά του, γίνεται αποδεκτή γιατί απαντά και σε μία σειρά άλλων ερωτημάτων που λογικά εμφανίζονται στο δρόμο της έρευνας. Θεωρώντας ότι μικρή μόνο διαφορά μπορεί να έχει η μία εκδοχή από την άλλη, αφού ακόμα κι αν δεν υπήρξε ποτέ ένα τέτοιο πρόσωπο, εκείνοι οι Εβραίοι που σκέφτηκαν να χαλκεύσουν την ιστορία, κατά τη συνήθεια που τους διακρίνει, επιδεικνύοντας ένα δικό τους άνθρωπο, από τη δική τους φυλή, σαν Χριστό (Μεσσία) που ανέμεναν όλοι οι λαοί, πάλι έναν «Ιησού» θα διάλεγαν, Ζηλωτή, με επαναστατική ιδεολογία και ήρωα σαν το γιο του Ναυή, κτυπώντας το ιουδαϊκό κατεστημένο και καινοτομώντας στα έθνη, ανοίγοντας νέους δρόμους για την ανάδειξη της «εκλεκτής φυλής».

Η ιστορική πορεία του ανθρώπου, προς τη γνώση και την επιστήμη, μετά τη βίαιη αποκαθήλωση της Ελληνικής Φιλοσοφίας κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους υπήρξε μαρτυρική και επώδυνη. Η βία της εξουσίας (πολιτική και θρησκευτική) τα βασανιστήρια και οι θανατικές καταδίκες, για τη δόξα του Θεού, εκμηδένισαν και εξευτέλισαν τον άνθρωπο. Ο Ανθρωπισμός, η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός είναι το τρίπτυχο της νέας εποχής, που ανασύροντας από το μεσαιωνικό χρονοντούλαπο τις χαμένες ανθρώπινες αξίες, οδήγησε την ανθρωπότητα και πάλι στην κατάκτηση της φύσης και στην κοινωνική πρόοδο.


----------------------
Παραπομπές

[α] Ο Ιούστος του πρώτου αιώνα αν και ιουδαίος ιστορικός που έγραψε «Το Χρονικό των Ιουδαίων Βασιλέων» αρχίζοντας από το Μωυσή και φθάνοντας μέχρι τον Αγρίππα το Β’ τίποτα απολύτως δεν έγραψε κι αυτός, για τον περιβόητο Ιησού της εποχής του!

β. Πλίνιος «Epistulae» (Επιστολές) Χ 96. 7.

γ. «Tertullian Apologeticum» (Απολογητικός Τερτυλλιανού) ΙΙ 6-7.

δ. Πλίνιος «Epistulae» (Χ 97. 2).

ε. Τάκιτος «Annales» (Χρονικά) XV 44.

στ. «Κλαύδιος» 25.

ζ. «Νέρων» 16.

η. Ιουστίνος «Α΄ Απολογία 6.1.

θ. Το κείμενο γράφει «impulsore Chresto» που κακώς πολλοί το ερμηνεύουν «με αφορμή στο Χριστό». Το σωστό είναι με την «υποκίνηση του Χρήστου» υπονοώντας ότι κάποιος Χρήστος, που βρίσκεται εκεί, ξεσηκώνει τους Ιουδαίους. «Χρηστός» είναι ο έντιμος, ο ηθικός ή και ο χρήσιμος, όπως ένας δούλος και όχι ο Χριστός, αυτός δηλαδή που έχει χρισθεί. Το όνομα άλλωστε αυτό (Χρήστος) συνηθιζόταν την εποχή εκείνη ανάμεσα στους δούλους της Ρώμης που ήταν χρήσιμοι!

ι. Την πληροφορία αυτή χρησιμοποιεί και ο Κέλσος στο βιβλίο του «Αληθής Λόγος» που γράφτηκε το 178. Να τι γράφει «Η γέννηση του Ιησού από μία παρθένο είναι δική του επινόηση, για να συγκαλύψει την πραγματική του καταγωγή: γεννήθηκε σε ένα χωριό της Ιουδαίας από μία ντόπια, άπορη χειρώνακτα που ο άντρας της, ένας μαραγκός, την έδιωξε από το σπίτι σαν έμαθε ότι τον απατούσε μ’ ένα στρατιώτη που τον έλεγαν Πάνθηρα, αυτή διωγμένη και ταπεινωμένη περιπλανήθηκε και γέννησε κρυφά. Ο ίδιος επειδή ήταν φτωχός, πήγε να δουλέψει στην Αίγυπτο όπου έμαθε μερικά από τα τεχνάσματα για τα οποία περηφανεύονται οι Αιγύπτιοι και με τη βοήθεια αυτών των τεχνασμάτων, όταν ξαναγύρισε ανακήρυξε τον εαυτό του θεό»! (Α΄ 37) Απόδοση Π. Οικονόμου και Γ. Χριστοδούλου. Εκδόσεις Θύραθεν Επιλογή σελ. 33.

κ. Δεν είναι αναγκαίο ο επαναστάτης εκείνος να λεγόταν Ιησούς. Το όνομα αυτό τότε το πήρε για να εκφράσει συμβολικά το «Θεραπευτή» της Εσαιικής κοινότητας και όχι μόνον.

[1] Καρλ Κάουτσκυ «Η καταγωγή του χριστιανισμού» εκδόσεις Γερ. Αναγνωστίδη σελ. 7.

2 Η ακμή του γεωγράφου, ιστορικού και συγγραφέα τοποθετείται το 25 μετά τη νέα μας χρονολόγηση. Μνημονεύεται από τον Φώτιο με καλά σχόλια για το έργο του. Έγραψε «Μυθικά» σε εννέα βιβλία, «Θαυμάσιων συναγωγή» με απίστευτα πράγματα από την ιστόρηση επιφανών προσώπων και την προσωπική του εμπειρία. Ίσως είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Αλέξανδρο τον Πολυίστορα που οι πραγματείες του, μάλιστα, αναφέρονται κατά το πλείστον γύρω από τους Εβραίους!

3 Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος προκειμένου να εκπληρώσει «προφητείες» της Παλιάς Διαθήκης για την κλήση του Υιού από την Αίγυπτο (Ωσ. 11.1) δημιούργησε το μύθο του Ηρώδη που αναζητά να σκοτώσει τον Ιησού, φυγαδεύοντάς τον στην Αίγυπτο (2.15).

4 Το απόκρυφο αυτό ευαγγέλιο αναφέρεται από πολλούς πατέρες της Εκκλησίας, όπως από τον Ευσέβιο, τον Αθανάσιο, τον Επιφάνειο, το Χρυσόστομο και άλλους. Για την υπερβολή των θαυμάτων που εξιστορεί θα επανέλθουμε σε άλλο σχετικό κεφάλαιο.

5 Ανιψιός του Φίλωνα, γιος του αδερφού του Αλεξάνδρου. Ήταν ανώτερος άρχοντας των Ιουδαίων στην Αίγυπτο. Ο Τιβέριος Αλέξανδρος, επίσης, διαδέχθηκε τον Φάδο, διοικώντας την Ιουδαία από το 46 μέχρι το 48 («Ιουδαϊκές Αρχαιότητες» Κ΄ V 2).

6 Βρίσκεται σε όλα τα διασωσμένα χειρόγραφα των «Ιουδαϊκών Αρχαιοτήτων» (Αμβροσιανό, Βατικανό και Μαρκιανό κώδικα, του 11ου , 14ου και 15ου αιώνα αντίστοιχα). Χάρη συντομίας η «Μαρτυρία του Φλάβιου» είναι γνωστή και σαν T.F. (Testimonium Flavianum).

7 «Ιουδαϊκές Αρχαιότητες» ΙΗ΄ III 3 Η απόδοση του κειμένου έγινε από τις εκδόσεις του Κάκτου.

8 Προς στιγμής δεχόμαστε την T.F. σαν παρεμβολή, χωρίς να αποκλείουμε και την περίπτωση της νοθείας του κειμένου, που θα συζητήσουμε πιο κάτω. Η υπόθεση είναι το εναρκτήριο βήμα της έρευνας.

9 Ο Ωριγένης, γνήσιος χριστιανός απολογητής της Αλεξανδρινής σχολής, γεννήθηκε το 185 και πέθανε το 254.

10 Ο Ιώσηπος δηλαδή δεν πίστευε (απιστούσε). Βλέπε «Υπόμνημα στο Ματθαίο» X 17 και «Κατά Κέλσου» Ι 47 και ΙΙ 13.

11 Η επέμβαση έγινε μετά το θάνατο του Ωριγένη και μέχρι την καταγραφή της ιστορίας του Ευσέβιου. Πιθανότατα όμως να έγινε και από τον ίδιο τον Ευσέβιο.

12 Στο συνέδριο Ιστορικών και Φιλολόγων που έγινε το 1925 στο Ερλάγκεν της Γερμανίας, οι ειδικοί αποφάνθηκαν ότι το σλαβενικό χειρόγραφο είναι παραποιημένη αντιγραφή από τον «Ιουδαϊκό Πόλεμο» του Ιώσηπου. Ο Γιάννης Κορδάτος (1891-1962) εκτός των άλλων ένας από τους καλύτερους ιστορικούς της Ελλάδας, όχι μόνο σχολίασε τα αποτελέσματα του συνεδρίου εκείνου, αλλά έχοντας ζήσει προσωπικά τη διάδοση και τον αντίκτυπο από τη δημοσίευση του σλαβενικού χειρόγραφου στον έντυπο τύπο, μπορεί καλύτερα από τον οιονδήποτε να μεταδώσει τα σχόλια της εποχής. Βλέπε «Αρχαίες Θρησκείες και Χριστιανισμός» σελ. 227-229 και «Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός» σελ. 47-51 εκδόσεις Μπουκουμάνη αμφότερα.

13 «Ούτε το έθνος των Σαμαρειτών εξαιρέθηκε από τις ταραχές, γιατί τους συσπείρωσε ένας άνθρωπος, που ευχαριστεί τον όχλο, και … ;» Η ανωνυμία εδώ είναι αρκετά ύποπτη, ακριβώς ένα κεφάλαιο μετά την επίμαχη T.F. που μυρίζει έντονα νοθεία!

Μη χορεύεις στο χορό κανενός, αν δεν το επιλέξεις ο ίδιος

Όποιος λαχταράει πόλεμο, παλεύει κάθε μέρα με τον εαυτό του. Δικαίωμά του και καλά κάνει, αν αυτό επιθυμεί. Ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως αν αρέσκεται στο να βάζει κι άλλους στο «παιχνίδι» του, οι όποιοι άλλοι θα βαρούν προσοχή και θα χορεύουν στο χορό του. Αλίμονο σε όποιον δεν το καταλάβει αυτό.

Πολλοί έχουν την εντύπωση πως όλο και κάτι τους «χρωστάς». Για κάτι μικρό, ή κάτι μεγάλο. Για ίσως «πολλά», ποτέ όμως λίγα. Αυτό, γιατί ο κόσμος μας όσο «ελεύθερος» κι αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι είναι και αποτοξινωμένος από ταμπού και «ταμπέλες» μάστιγες, δε γνωρίζει τη γλώσσα της ανιδιοτέλειας.

Αν όχι όλοι, οι περισσότεροι, «δίνουν», έχοντας πάντοτε στο μυαλό κάτι να πάρουν. Υποσυνείδητα συμβαίνει αυτό, καταγεγραμμένο στο DNA μας είναι. Πώς όταν ήμασταν μικρά παιδιά και γράφαμε μια γεμάτη φαντασία έκθεση ο μπαμπάς έφερνε σπίτι σοκολάτες, ή όταν αντίστροφα κάναμε μια ζημιά, απαγορευόταν να φάμε γλυκό; Κάπως έτσι.

Ανέκαθεν φαινομενικά «χρωστούσαμε». Αν κάναμε καλό, παίρναμε «επιβράβευση». Αν κάναμε κακό, μας αφαιρούνταν το δικαίωμα στην απόλαυση. Χρωστούσαμε «συγνώμη», «απολογία» και «την επόμενη φορά δε θα το ξανακάνω μαμά!» με περίλυπο ύφος κι ας ήμασταν μόλις εφτά.

Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι συνηθίσαμε να κάνουμε «καλές πράξεις» γιατί τις αισθανόμαστε σαν «χρέος» με άμεσο στόχο την επιβράβευση, γιατί «τι θα πει ο κόσμος» και άλλα τέτοια γραφικά, ειδάλλως τιμωρία. Βουτιά στην ανασφάλεια, με το ένα πόδι σηκωμένο, κοιτώντας τον καθρέφτη μας αυτή τη φορά όχι με περίλυπο, αλλά με πραγματικά λυπημένο ύφος.

Και τα παιδιά του κάποτε, παιδιά βασανισμένα και εγκλωβισμένα σε καθωσπρεπισμούς μεγάλωσαν… Ωρίμασαν. Και με τη σειρά τους έγιναν ώριμοι, χειριστικοί δυνάστες που όλοι ξαφνικά τους χρωστούν. Τα παιδιά τους, οι φίλοι τους, ο σύντροφός τους, ο συνάδελφός τους, ακόμα και ο περιπτεράς απέναντι.

Αυτά τα πλέον «μεγάλα παιδιά», λυπάμαι, μα δεν έχουν άλλοθι τα όποια παιδικά ψυχικά τραύματα κουβαλούν και όχι, δε μπορούν να τα προστάζουν σε κουβέντες του στιλ «Έτσι έμαθα, έτσι ξέρω». Υποτιμούν οι ίδιοι πρώτα τον εαυτό τους, έχοντας πάντα στο μυαλό ότι κανείς δε μυρίζεται την αδυναμία τους.

Θα σου πω ένα μυστικό: Δεν τους συμπονώ. Τους λυπάμαι. Ταυτόχρονα, τους ευχαριστώ. Μου δίδαξαν ότι δε τους χρωστάω ακριβώς για όλα όσα σου γράφω τόση ώρα. Για ό,τι κι αν είσαι, ό,τι κι αν έγινες στην πορεία, όπου κι αν βρέθηκες, να νιώθεις ευγνωμοσύνη. Σίγουρα έπαιξαν το ρόλο τους άνθρωποι, τύχη και καταστάσεις. Όμως, όλα αρχίζουν και τελειώνουν με σένα.

Εσένα κουβαλάς. Εσένα ορίζεις. Αν χρωστάς σε κάποιον, είναι στον εαυτό σου, που ακόμα κι αν «έμπλεξες» με ένα κάρο ανθρώπους βαμπίρ, τοξικούς και δηλητηριώδεις, έμαθες από αυτούς και επέλεξες τις αποστάσεις, τα όρια, τη ψυχική σου υγεία και βεβαίως τους «δικούς σου ανθρώπους», τα αληθινά στηρίγματα, την αγάπη, την ουσία, την επαφή.

Δεν χρωστάς σε κανέναν. Και μη χορεύεις στο χορό κανενός, αν δεν το επιλέξεις ο ίδιος. Πάντα, αν όχι όλοι, οι περισσότεροι θα περιμένουν κάτι, θα σου πετάνε στα μούτρα τη «βοήθειά» τους, την «καλοσύνη», την «υπομονή» τους που εσύ πρέπει να σεβαστείς.

Μάντεψε όμως: Εδώ δεν έχει «πρέπει». Αυτά κερδίζονται. Και για όσους εξακολουθούν το μοτίβο «μου χρωστάς», προσοχή. Πόσα «μου χρωστάς» μπορείς να πάρεις μαζί σου.

Καλή παιδεία είναι εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί

Τα γράμματα είναι από τις πιο ευγενικές ασκήσεις κι από τους πιο υψηλούς πόθους του ανθρώπου. Η παιδεία είναι ο κυβερνήτης του βίου.

Κι επειδή οι αρχές αυτές είναι αληθινές, πρέπει να μην ξεχνούμε πως υπάρχει μια καλή παιδεία, εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του και μια κακή παιδεία, εκείνη που διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος.

Λέμε και διαπιστώνουμε κάθε μέρα ότι ζούμε σ’ ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική, θα έλεγα, τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας, ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή.

Αν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσο επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος είκοσι πέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μη γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Nα τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση.

Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος, ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η Ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση, και δη στους καιρούς τους dürftiger, είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ όλ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας.

ECKHART TOLLE: Και ενώ ένιωθα πιασμένος στο δόκανο ενός έντονου φόβου

“Δεν μπορώ πια να ζω με τον εαυτό μου”. Αυτή ήταν η σκέψη που επαναλαμβανόταν αδιάκοπα μέσα στο νου μου. Και τότε, ξαφνικά, συνειδητοποίησα πόσο αλλόκοτη ήταν εκείνη η σκέψη. “Είμαι ένας ή δύο;” αναρωτήθηκα. “Αν δεν μπορώ να ζω με τον εαυτό μου, τότε θα πρέπει να είμαστε δύο: «εyώ» και ο «εαυτός» με τον οποίο «δεν μπορώ να ζω». Ίσως, μόνο ο ένας από τους δυο μας να είναι αληθινός”.

Ήμουν τόσο αποσβολωμένος από αυτή την παράξενη συνειδητοποίηση, ώστε ο νους μου σταμάτησε. Είχα πλήρη συνείδηση, αλλά δεν υπήρχαν πια σκέψεις. Τότε ένιωσα να με τραβάει κάτι που έμοιαζε με ενεργειακή δίνη. Ήταν μια αρχή κίνηση στην αρχή και ύστερα επιταχύνθηκε. Ένιωθα πιασμένος στο δόκανο ενός έντονου φόβου και το κορμί μου άρχισε να τρέμει. Άκουσα τις λέξεις “μην αντιστέκεσαι”, σαν να είχαν ειπωθεί μέσα στο στήθος μου. Αισθανόμουν σαν να με ρουφούσε ένα κενό και είχα την αίσθηση ότι αυτό το κενό ήταν μέσα μου, όχι έξω από μένα. Ξαφνικά, δεν ένιωθα πια φόβο κι αφέθηκα να πέσω μέσα σ’ εκείνο το κενό. Δε θυμάμαι τι συνέβη ύστερα απ’ αυτό.

Ξύπνησα από το τιτίβισμα ενός πουλιού έξω από το παράθυρο. Δεν είχα ποτέ ξανακούσει τέτοιον ήχο. Τα μάτια μου ήταν ακόμα κλειστά και έβλεπα την εικόνα ενός πολύτιμου διαμαντιού. Ναι, αν ένα διαμάντι μπορούσε να βγάλει ήχο, έτσι θα ήταν. Άνοιξα τα μάτια μου. Το πρώτο φως της αυγής τρύπωνε μέσα από τις κουρτίνες. Χωρίς καμιά σκέψη, ένιωσα, ήξερα, ότι υπάρχουν πολύ περισσότερα πράγματα στο φως απ’ όσα αντιλαμβανόμαστε. Αυτό το απαλό φεγγοβόλημα που φιλτραριζόταν μέσα από τις κουρτίνες ήταν η ίδια η αγάπη.

Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Σηκώθηκα κι άρχισα να περπατάω πάνω—κάτω. Αναγνώριζα το δωμάτιο, κι όμως ήξερα ότι ποτέ πριν δεν το είχα δει πραγματικά. Όλα ήταν φρέσκα και αγνά, σαν να είχαν μόλις γεννηθεί. Έπιανα τα αντικείμενα στα χέρια μου, ένα μολύβι, ένα άδειο μπουκάλι, θαυμάζοντας την ομορφιά και τη ζωντάνια τους. Εκείνη τη μέρα τριγύρισα στην πόλη, κυριολεκτικά θαμπωμένος από το θαύμα της ζωής πάνω στη Γη, σαν να είχα μόλις γεννηθεί σε τούτο τον κόσμο.

ECKHART TOLLE, Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΤΩΡΑ

Η πραγματική αρετή είναι αυτή που εξασφαλίζει την λαμπρότερη δόξα

«Έχω την εντύπωση ότι αξιομνημόνευτες δεν είναι μόνο οι σοβαρές πράξεις των καλών και αγαθών ανθρώπων (καλῶν κἀγαθῶν) αλλά και όσα πράττουν όταν βρίσκονται σε χαλαρή διάθεση. Επομένως, αυτά που γνωρίζω ως παρευρισκόμενος θα ήθελα να τα παρουσιάσω.» -Ξενοφώντας, Συμπόσιον 1.1

Με αυτή την παρατήρηση ξεκινάει το Συμπόσιον του Ξενοφώντα, ένα από τα τέσσερα έργα που ο Αθηναίος πολιτικός και ιστορικός αφιέρωσε στη μνήμη του δασκάλου του. Ο τίτλος εμφανώς παραπέμπει στο ομώνυμο πλατωνικό έργο, αν και εκεί οι ομοιότητες μεταξύ των δύο σταματούν. Ο Ξενοφώντας (θέλοντας με τη σειρά του να υμνήσει τον Σωκράτη) θα δώσει μία πιο ανάλαφρη ατμόσφαιρα στη συζήτηση που θα λάβει μέρος στο σπίτι του Καλλία. Η περιπαιχτική διάθεση είναι φανερή από την αρχή.

Όσο εξελίσσεται το ξενοφώντειο Συμπόσιον τόσο ο χαρακτήρας του Σωκράτη απομακρύνεται από τον πλατωνικό. Ωστόσο, ο Ξενοφώντας μάς έχει προειδοποιήσει ότι θα παρουσιάσει τη συμπεριφορά των «καλῶν κἀγαθῶν» ανθρώπων σε παιγνιώδη διάθεση. Έτσι, ο Σωκράτης θα εκδηλώσει την επιθυμία του να χορέψει και θα προτείνει να πιουν όλοι, ώστε να φτάσουν σε ευθυμία. Είναι όμως αυτό αρκετό; «Μήπως καλύτερα να ωφεληθούμε κιόλας ή μόνο να διασκεδάσουμε;», ρωτάει τους συνδαιτημόνες, για να επανέλθει στο ζητούμενο. Το θέμα της συζήτησης έχει μόλις βρεθεί. Όλοι μπορούν να πουν κάτι αξιόλογο, κάτι για το οποίο είναι υπερήφανοι. Ο Καλλίας, ως οικοδεσπότης, θα ξεκινήσει πρώτος, ισχυριζόμενος ότι «είναι περήφανος γιατί κάνει τους ανθρώπους καλύτερους». Όταν φτάνει η σειρά του Σωκράτη, απαντά με σοβαρότητα:

«’Εσύ, λοιπόν, Σωκράτη’, είπε ο Καλλίας, ‘για ποιο πράγμα είσαι περήφανος;’

Και αυτός ανασηκώνοντας το πρόσωπό του με πολύ σοβαρό ύφος απάντησε: ‘Για το επάγγελμα του μαστροπού (ἐπὶ μαστροπείᾳ)’.

Επειδή όλοι γέλασαν μαζί του, είπε: ‘Εσείς μπορεί να γελάτε, αλλά εγώ ξέρω ότι θα μπορούσα να βγάλω πάρα πολλά χρήματα, αν ήθελα να ασκήσω αυτή την τέχνη.’» -Ξενοφώντας, Συμπόσιον 3.10

Θα περιμένουμε το επόμενο κεφάλαιο, για να καταλάβουμε τι εννοούσε ο Σωκράτης, όταν επέλεξε να προβάλλει μια «τόσο ανυπόληπτη τέχνη». Όταν ο Καλλίας λοιπόν τού απευθύνει την ερώτηση, ο Σωκράτης θα επιχειρήσει να αιτιολογήσει την επιλογή του εξηγώντας «ποῖά ἐστιν ἔργα τοῦ μαστροποῦ». Τους ζητά να ακολουθήσουν τον συλλογισμό του: Κατ’ αρχάς, έργο του καλού μαστροπού είναι να κάνει αρεστό στον άλλο εκείνον ή εκείνη που θα συνευρεθούν μαζί του. Επομένως, έργο του καλού μαστροπού είναι να διδάξει στο άτομο το οποίο «μαστροπεύει» πώς θα είναι αρεστό. Αφού συμφωνήσουν όλοι, ο Σωκράτης συνεχίζει τη σκέψη του. Δεν θα ήταν καλύτερα το άτομο να μάθαινε πώς θα ήταν αρεστό σε πολλούς παρά σε έναν; Μήπως σε ολόκληρη πόλη;

«’Αν κάποιος μπορούσε να κάνει ένα άτομο αρεστό σε ολόκληρη την πόλη αυτός δεν θα ήταν ο ιδανικός μαστροπός; ‘

‘Σαφώς’, απάντησαν όλοι.

‘Αν κάποιος μπορούσε κάποιος να καλλιεργεί τέτοιου είδους ανθρώπους, τότε δίκαια δεν θα ήταν υπερήφανος και δίκαια δεν θα έπρεπε να λαμβάνει πολύ υψηλή αμοιβή;’

Επειδή πάλι συμφώνησαν όλοι, αυτός συνέχισε:

‘Μου φαίνεται ότι ο Αντισθένης είναι ένας τέτοιος άνθρωπος.’

Και ο Αντισθένης ρώτησε: ‘Μου παραδίδεις την τέχνη σου, Σωκράτη;’

‘Ναι’, συμφώνησε, γιατί βλέπω ότι έχεις καλλιεργήσει και την τέχνη που την ακολουθεί’.

‘Και ποια είναι αυτή;’

‘Η τέχνη του προαγωγού (τὴν προαγωγείαν)’, απάντησε.»
Ξενοφώντας, Συμπόσιον 4.60-61

Ο Αντισθένης, ενοχλημένος βέβαια, θα αναζητήσει τον λόγο, για να λάβει από τον Σωκράτη την απάντηση: Δεν ήταν ο Αντισθένης που «προήγαγε» (προαγωγεύσαντα) τον Καλλία στον (σοφιστή) Πρόδικο, εξυπηρετώντας και τις δύο πλευρές, αφού ο πρώτος ήταν ερωτευμένος με τη φιλοσοφία και ο δεύτερος με τα χρήματα;

Ωστόσο, στο τέλος του Συμποσίου, ο οικοδεσπότης Καλλίας θα ζητήσει από τον Σωκράτη «να γίνει ο μαστροπός του, ώστε να ασχοληθεί με την πολιτική και να γίνει αρεστός στην πόλη» (8.42-43). Ο Σωκράτης, ως δάσκαλος της αρετής, δέχεται να γίνει ο μαστροπός του Καλλία, γιατί «η πραγματική αρετή είναι αυτή που εξασφαλίζει την λαμπρότερη δόξα».

Η συζήτηση λήγει εδώ, προφανώς γιατί ο Ξενοφώντας έχει πετύχει τον αρχικό σκοπό του: «να παρουσιάσει καλούς και αγαθούς ανθρώπους σε χαλαρή διάθεση». Για να το επιβεβαιώσει, τοποθετεί τον Λύκωνα (πατέρα του Αυτόλυκου και αργότερα έναν από τους τρεις κατήγορους του Σωκράτη), καθώς βγαίνει από την πόρτα να γυρίζει για να πει μια τελευταία κουβέντα: «Πράγματι, Σωκράτη, είσαι καλός και αγαθός άνθρωπος».

Οι άνθρωποι ενεργούν πριν να αποφασίσουν

Επειδή θέλουμε να πάμε εκεί όπου μας σπρώχνει ο άνεμος, πιστεύουμε ότι η κίνησή μας εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή μας. Όταν ο άνεμος μας σπρώχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση, κατηγορούμε τον εαυτό μας για έλλειψη βούλησης και αυτοπειθαρχίας. Υπάρχουν όμως και φορές που επικρατεί γαλήνη ή ο άνεμος φυσάει ταυτόχρονα λίγο πολύ από παντού- κι εμείς βρισκόμαστε ανάμεσα σε αντίθετες επιθυμίες.

Σε μια τέτοια κατάσταση μπορούμε εξίσου να αισθανθούμε είτε ότι βασανιζόμαστε από ασυμβίβαστες επιθυμίες είτε ότι στερούμαστε κινήτρου είτε ότι είμαστε αναποφάσιστοι και αδιάφοροι. Αφού τίποτα δεν μας σπρώχνει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, νομίζουμε ότι θα έπρεπε να ήμασταν ελεύθεροι να διαλέξουμε τη μία ή την άλλη. Έχουμε έτσι την εντύπωση πως διαθέτουμε ελευθερία βούλησης, πως μπορούμε να προχωρήσουμε ή να οπισθοχωρήσουμε, να δεχθούμε ή να αρνηθούμε, να πιούμε ή να φάμε, γιατί τελικά το ίδιο μας κάνει. Το να διαλέξουμε τη μία ή την άλλη από αυτές τις δυνατότητες φαίνεται να μην απαιτεί παρά μια μικρή προσπάθεια της θέλησής μας. Κι όμως, η κατάσταση αυτή δεν δείχνει την ελευθερία της βούλησής μας, αλλά την αναποφασιστικότητα των επιθυμιών μας. Και έχουμε κάθε λόγο να στοιχηματίσουμε πως, όταν καταλήγουμε να πάρουμε μια απόφαση, δεν είναι επειδή η θέλησή μας έκανε την επιλογή της, αλλά επειδή ο συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στις αντίθετες επιθυμίες μας άλλαξε και κάποια από αυτές κατάφερε να επιβληθεί.

Πρόσφατα πειράματα στη νευροβιολογία επιβεβαιώνουν σημείο προς σημείο αυτό που ο Σπινόζα διαισθάνθηκε. Μελετώντας τις κινήσεις των νευρώνων σε άτομα που είχαν κληθεί να πάρουν μια απόφαση, ο Μπέντζαμιν Λάιμπετ απέδειξε ότι συνειδητοποιούμε πως παίρνουμε μια απόφαση μισό με ένα δευτερόλεπτο μετά την ανταλλαγή νευρο- διαβιβαστών, η οποία είναι η αιτία αυτής της απόφασης. Οι πραγματικές αποφάσεις μας λαμβάνονται εν αγνοία μας και ανεξάρτητα από το τι θέλουμε ή δεν θέλουμε. Η συνειδητή απόφαση -η προσπάθεια της βούλησης για την οποία τόσο πολύ καμαρώνουμε- έρχεται πολύ αργά ώστε να έχει την παραμικρή επίδραση στις ενέργειές μας· δεν είναι παρά ένα επιφαινόμενο, ο απόηχος ή ο ίσκιος των πραγματικών δυνάμεων που μας κάνουν να ενεργούμε. Άρα είχε δίκιο ο Σπινόζα όταν έγραφε πριν από τριακόσια και πλέον χρόνια:

«Οι άνθρωποι σφάλλουν ως προς την πεποίθησή τους πως είναι ελεύθεροι, η οποία βασίζεται μόνο στο ότι έχουν συνείδηση των ενεργειών τους και άγνοια των αιτίων από τα οποία αυτές καθορίζονται. Άρα η ιδέα της ελευθερίας τους έγκειται στο ότι δεν γνωρίζουν κανένα αίτιο των ενεργειών τους. Διότι όταν λένε ότι οι ανθρώπινες ενέργειες εξαρτώνται από τη βούληση, δεν έχουν ιδέα για τι μιλάνε. Όλοι αγνοούν πράγματι τι είναι η βούληση και πώς κινητοποιεί το σώμα, ενώ όσοι διατυμπανίζουν άλλα και πλάθουν με το μυαλό τους έδρες και ενδιαιτήματα της ψυχής, προκαλούν συνήθως γέλιο ή αηδία».

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ: Για εμένα, ο ένας αξίζει όσο δέκα χιλιάδες, εάν είναι άριστος

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αξία από το να κάνεις επανάσταση μέσα στους επαναστάτες, θα έλεγε αν ζούσε ο λύκος της Εφέσου, ο φιλόσοφος Ηράκλειτος. Νομίζω πως είναι επίκαιρος για να δούμε τη ζωή του. Μια ζωή όχι στρωμένη με λουλούδια και λόγια ξύλινα αλλά με φωτιά και σίδερο, όπως εξελισσόταν στα χρόνια του χάους και της αναρχίας την εποχή της δημοκρατίας της Εφέσου.

Να δούμε όμως τι είπε, τι εννόησε και από τι αυτοφλεγόταν, τον οποίο κάποιοι δεν κατάλαβαν και τον είπαν σκοτεινό και αντιδημοκράτη, και σαφώς τον αδίκησαν και τον υποβάθμισαν. Ας δούμε λοιπόν τον μεγάλο αυτόν επαναστάτη.

Ο Ηράκλειτος γεννήθηκε στην Έφεσο κατά το 544, που ήταν αποικία Αθηναίων, πρώην Δωριαίων εκ του πρώτου βασιλιά τους Λέλεγα που αναμίχτηκαν με ντόπιους Κάρες, αν και επιδράσεις Κρητών στα παλαιότερα χρόνια δεν πρέπει να αποκλείονται. Ο πατέρας του ήταν ιεροφάντης των Ελευσινίων και κρατούσε από τη γενιά του τελευταίου βασιλιά των Αθηνών, του Κόδρου, επομένως ο Ηράκλειτος προκύπτει συγγενής του Σόλωνα (και εμμέσως του Πεισίστρατου). Ξέρουμε ότι είχε έναν μικρό αδελφό που του μετέγραψε την περιουσία του όταν αεισοικτίρισε (εκ του αεί σε οικτίρω – σε απαξιώ δια παντός και σε λυπάμαι) τους «τιποτένιους» όπως χαρακτήρισε τους συμπατριώτες του, καίγοντας τα γραφτά του και φεύγοντας προς το βουνό για να ζει σαν ερημίτης, την εποχή της δημιουργίας της δημοκρατίας της Έφεσου. Δυνατός στο πνεύμα, αιρετικός κι εγωιστής, υπήρξε ένας φιλόσοφος αυτοδημιούργητος, αυτοπροσδιοριζόμενος, αναρχοαυτόνομος, θιασώτης της έρευνας της απροσδιοριστίας και υπέρμαχος της έννοιας του ανώτερου ανθρώπου, και όχι του υπερανθρώπου όπως τον φαντάστηκε ο Νίτσε. Ένας Νίτσε που όταν άκουγε για Ηράκλειτο ξέχναγε τις αμαρτωλές σκέψεις του για γυναίκα του Βάγκνερ.

Την εποχή που η Ιωνία πιεζόταν από την εξουσία των Περσών και την καταπίεση των ντόπιων τυράννων της, δωσίλογων κι εγκάθετων του κοσμοκράτορα Δαρείου, κάποιοι στις Ιωνικές πόλεις είχαν φλογιστεί για την αρχή της φύσης των πραγμάτων. Ο Αναξίμανδρος μιλούσε για μια δημιουργική ουσία «άπειρη», με την έννοια του απείρου ως «απροσδιόριστο» και όχι ως απεριόριστο όπως συχνά μεταφράζεται απο κάποιους που ξεχνούν ότι οι Ίωνες το σύμπαν το θεωρούσαν κλειστό, ένα και περιχαρακωμένο (έν το παν). Το ά-πειρον του Αναξίμανδρου είναι ουσία αείζωος που δεν έχει αποκτήσει πείρα εκ της πυράς, η οποία ανακυκλώνεται αποκτώντας εξ αυτής την εμπειρία. Κρατήστε το αυτό ως υποσημείωση και θα το συναντήσουμε πιο κάτω στον Ηράκλειτο. Χωρίς τον Αναξίμανδρο, τον οποίο ο Ηράκλειτος δείχνει ότι είναι ένας από τους λίγους που σέβεται, δεν γίνεται κατανοητή η θεωρία του Εφέσιου, την οποία κάποιοι την εξέτρεψαν λέγοντας πως είπε ότι «τα πάντα ρει», πράγμα που το είπε μεν αλλά είναι επουσιώδες. Οι Ίωνες ως τον Ελεάτη Παρμενίδη πίστευαν όλοι στη μεταβλητότητα.

Ο Ηράκλειτος, συνεχίζοντας τη θεωρία του Αναξίμανδρου ή μάλλον πατώντας και άθελά του ακόμα πάνω σε αυτήν, μετά την εκλαΐκευσή της από τον Αναξιμένη ο οποίος όρισε το άπειρο – απροσδιόριστο ως αιθερικό στοιχείο, την πήγε προς τη θερμική ενέργεια. Αρχή του γίγνεσθαι της φύσης κατά τον Εφέσιο είναι ένα «αείζωον ευγενές πυρ» που μεταστοιχειώνεται από το απροσδιόριστο αιθέριο λεπτό στοιχείο σε υδαρές απτό και προσδιοριζόμενο που φτιάχνει τις μορφές. Ο Ηράκλειτος εδώ παρουσιάζεται σαν μια συνέχεια του Θαλή, του Αναξίμανδρου και του Αναξιμένη.

Η Ελληνική φιλοσοφία αποτελεί μια συνέχεια, μην ακούτε αυτά που λέγονται ότι ο κάθε φιλόσοφος είπε διαφορετικά τη βασική ουσία. Όλοι αναφέρονται σε εξελικτικά της στάδια, από το Υπάρχειν (Αναξίμανδρος), στο Γίγνεσθαι (Ηράκλειτος), στο Φαίνεσθαι (Πυθαγόρας), στο Είναι (Παρμενίδης). Άντε, βάλαμε και τον Πυθαγόρα μέσα ως τέταρτο στο καρέ του σκληρού πόκερ της φιλοσοφίας, όπου ακούγονται και οι σχετικές βωμολοχίες. Ειδικά του Ηράκλειτου προς τον Πυθαγόρα που τον θεωρεί ότι εξέτρεψε τη σκέψη και κομίζει αλλότριες ιδέες. Η αρμονία σου είναι επιφανειακή, φαινομενική, πίσω είναι ένα χάος και πίσω από χάος υπάρχει κρυμμένη η αρμονία, του λέει. Πυθαγόρας και Ηράκλειτος βρίσκονται απέναντι, και παρέα με τον Ηράκλειτο τιθέμενος όρθιος παρά το πλευρό του βρίσκεται ένας άλλος γίγαντας της σκέψης, ο Ξενοφάνης, περιπαίζοντας τον Πυθαγόρα και αυτός για τη μετεμψύχωση. Αλλά δίπλα στον Πυθαγόρα θα κάτσει αργότερα ο Πλάτων, κοιτώντας όμως και με θαυμασμό τον Εφέσιο, ενώ ο Αριστοτέλης θα αυτονομηθεί διότι φίλος ο Πλάτων φιλτάτη η αλήθεια, γενόμενο των καρέ των φιλοσόφων 6, με το Σωκράτη να είναι στη γκανιότα προσπαθώντας να κάνει επαγωγή στη γλωσσική σημειολογία. Όταν η ψυχή του ανθρώπου αποπυρωθεί, λέει ο Ηράκλειτος, είναι σα να εξαχνώνεται μια σταγόνα νερού χρωματισμένη όπου όταν πάει στα σύννεφα και ξαναπέσει σαν βροχή, αποκλείεται τα στοιχεία που αποτελούν τα χρώματα να επιστρέψουν ενωμένα.

Και φτάσαμε στα χρόνια των προεόρτιων της Ιωνικής επανάστασης όπου οι τύραννοι της Ιωνίας εγκαταλείπουν με μιας την εξουσία τους, αφήνοντας την ηγεσία στο λαό ώστε να έχει το κίνημα της Ιωνικής εξέγερσης, λαϊκή βάση. Μη γελιόμαστε όμως για τον πατριωτισμό των τυράννων, πίσω από την πράξη τους αυτή κρύβονται ιδιοτελή συμφέροντα δυο ανθρώπων, όπως γράφει ο Ηρόδοτος, του πρώην τυράννου της Μιλήτου, Ιστιαίου, και του νυν και γαμπρού του, Αρισταγόρα. Εδώ αρχίζει η εποχή της κόλασης των Ιωνικών πόλεων όταν τα τυραννικά πολιτεύματα μεταπίπτουν απότομα σε δημοκρατικά. Μέσα σε αυτά είναι και της Εφέσου, όπου στο χάος που δημιουργείται εμφανίζεται για λίγο καιρό η μορφή του φιλόσοφου Ηράκλειτου, στην αρχή αποδεχόμενος και μετά αντιτιθέμενος στο λαϊκό κίνημα όπως εξελίσσεται.

Η κορύφωση της ρήξης προκαλείται όταν οι συμπολίτες του εξορίζουν ένα φίλο του, «για να είναι όλοι κατά κάτω ίσιοι», όπως λέει. Τους τα ψάλει οργίλος, καίει τα γραφτά του στο ναό της Άρτεμης και αναχωρεί προς το βουνό για να ζει σαν ερημίτης, απογοητευμένος από τους συνανθρώπους του, πιστεύοντας σε έναν άνθρωπο διαφορετικό, σε κόσμο αλλιώτικο κι ένα θεό πραγματικά δικό του. Μουρμουρίζουν πως είναι άθεος, αλλά: «περάστε, περάστε, μη φοβάστε, υπάρχει και θεός εδώ μέσα» λέει σε κάποιους που χτυπούν την πόρτα της καλύβας του και διστάζουν να περάσουν. Γλυκέ Ηράκλειτε, πόσο σε έχουν παρεξηγήσει…

«Όλα τα ορίζουν οι νόμοι της φωτιάς, ο λόγος και η απροσδιοριστία», είναι η βάση της φιλοσοφίας του, όπου «και να μπεις στο ίδιο ποτάμι δυο φορές δεν γίνεται γιατί τα νερά δεν θα είναι ίδια (όπως εξάλλου κι εσύ)». Τον θεωρούν χαοτικό αλλά πιο νομοκράτης από αυτόν δεν γίνεται. Η αρμονία και η μετεμψύχωση προέρχονται από ιδεοληψία για το φόβο του θανάτου, υποστηρίζει. Ο θεός δεν ασχολείται με ανθρώπους καθώς είναι «αΙο-ον (αιών, κρόνος – χρόνος) που ρίχνει ζάρια σαν μικρό παιδί και βασιλεύει με αυτά (χωρίς να ξέρει να τα ρίχνει)». «Δικαιοσύνη στη φύση δεν υφίσταται» υποστηρίζει, «καλό και κακό είναι το ίδιο πράγμα» και «πατήρ πάντων και βασιλιάς, ο πόλεμος». Τη φύση τη θεωρεί αντικειμενική, την κρίση υποκειμενική, και πιστεύει ότι ο άνθρωπος ακολουθεί μια κατά περίπτωση «συμφέρουσα» ιδεοληψία. Ο Ηράκλειτος είναι αιρετικός, χρειάζεται να είσαι δήλιος (φωτεινός και the best) κολυμβητής για να κολυμπήσεις στη χαώδη θάλασσα του νου του, κάνοντας βουτιά στα τρίσβαθα της σκέψης του για να τον εννοήσεις. Πρέπει να γίνεις σύγχρονα Δαρβινικός και πάνω σε μιαν άλλη ανθρώπινη πλευρά αξιοκράτης, δομώντας αντιτιθέμενες στον Κρόνο – χρόνο που τρώει τα παιδιά του, πάγιες ανθρώπινες αξίες, για να αναστείλεις το χαμό, τότε μόνο προκύπτει φως. «Η ζωή είναι θάνατος και ο ύπνος ζωή», λέει, που σημαίνει ότι όταν ζεις δεν ζεις και ζεις μόνο όταν δεν δουλεύει το μυαλό και είσαι κοιμισμένος. Ο ίδιος νοιώθει νεκροζώντανος, κλεισμένος σαν λύκος στο κουτί της γάτας του Σρέντινγκερ.

Θα μπορούσαμε να μιλάμε ώρες για αυτό τον συντηρητικό ανάρχα που έχει βαλθεί να εξηγήσει τους νόμους της απροσδιοριστίας μιας φύσης που ενώ φαίνεται αρμονική, πίσω από αυτήν δεν είναι, μη διστάζοντας να τα βάζει με ανθρώπους και θεούς, όχι χαϊδεύοντας αλλά τσακίζοντας τα σύμβολά τους, με τα λόγια της φωτιάς και τα αιρετικά γραφτά του. Τους ανθρώπους τους θέλει σε άλλη βάση, με συγκεκριμένες ηθικές και πνευματικές αξίες, ικανές να αντιμετωπίσουν την απροσδιοριστία και να δομήσουν μια κοινωνία συμπαγή, καθαρά Ελληνική και απομυθοποιημένη, απεγκλωβισμένη από καταστάσεις χάους, προσωποπαγούς ωφελιμότητας και ιδεοκρατίας. Εάν ο Ηράκλειτος λέγεται χαοτικός στη βαθύτερη διδασκαλία του προκύπτει ο ισχυρότερος πολέμιος του χάους. Ο Ηράκλειτος μιλώντας για το χάος είναι πλήρως αντι-χαοτικός.

Βρίζει ως και τους γιατρούς που τους θεωρεί αφιλοσόφητους κι αλμπάνηδες, προσπαθώντας να θεραπεύσει μόνος του την «υδροπυκία», κοινώς «ασκίτης» που εκδηλώνεται με οίδημα στην κοιλιά, κοινώς «τουμπανιασμα. Τώρα γνωρίζουμε πως ήταν ηπατοπάθεια, η οποία στην περίπτωση του οφειλόταν προφανώς σε υποπρωτεϊναιμία από ασιτία καθώς ζούσε σαν λύκος στην ερημιά στην οποία αποσύρθηκε καταθλιμμένος και υποσιτιζόμενος, τρώγοντας μόνο λίγα χόρτα. Το πρόβλημα αυτό της υγείας του προσπαθούσε να το αντιμετωπίσει βάσει της φιλοσοφικής του θερμοδυναμικής θέσης, βάζοντας στην πρησμένη κοιλιά του ξηρή θερμότητα για να μη χαθεί η εσωτερική φωτιά του. Ο Ηράκλειτος ήξερε πως πέθαινε…

Όταν τον ανακάλυψαν νεκρό πλέον στο βουνό, είπαν πως σκεπασμένο με κοπριά που την είχε βάλει επάνω του για να ζεσταθεί τον βρήκαν και τον ξέσκισαν οι σκύλοι και είχε το τέλος που του άξιζε. Αλλά και κάποιοι άλλοι λέγανε πως σκεπασμένος με άμμο ξεψύχησε κοιτώντας τον ήλιο του Αιγαίου, ενός Αιγαίου που του το είχαν στερήσει οι συμπολίτες του. Δεν μπορούμε να μη σταθούμε σε ένα επίγραμμα που κάποιος τους αφιέρωσε και λέει: «Τι με τραβολογάτε άθλιοι, δεν νοιάστηκα για εσάς αλλά για κάποιον άλλον, ο άνθρωπος αυτός για μένα αξίζει μυριάδες τρεις ενώ οι αμέτρητοι εσείς δεν φτουράτε ούτε έναν».

Αυτός με λίγα λόγια ως περίγραμμα ήταν ο Ηράκλειτος που κάποιοι τον είπαν σκοτεινό, αταξικό και άθεο, εκπρόσωπο του χάους και της αναρχίας και αντιδημοκράτη, βάζοντάς του ως έμβλημα της φιλοσοφίας του το ταπεινό «τα πάντα ρει» που σαφώς τον υποβαθμίζει. Όμως, πιο ταξικός, συνεπής, νομοκράτης και αξιοκράτης αλλά και πλέρια δημοκράτης από τον Ηράκλειτο ίσως άλλος δεν προκύπτει. Το γιατί πλέρια δημοκράτης, διότι η πληρότητα της δημοκρατίας πρέπει να στοχεύει στην αναγωγή του ανθρώπου σε ευγενέστερη μονάδα, κύρια πνευματική και όχι υλική, πιστεύω. Το λάθος του όμως ήταν ότι υπήρξε καταιγιστικός κι εγωκεντρικός, θεωρώντας «παιδιαρίσματα» τις γνώμες των άλλων, αλλά παρόλα αυτά, πιο ντόμπρος και καθάριος και σωστός στο συγκεκριμένο πεδίο του «γίγνεσθαι», άλλος δεν υπάρχει. Σήκωσε τη βέργα του και ούρλιαξε σαν λύκος για τον άνθρωπο και αυτοί που δεν κατάλαβαν τον σκότωσαν, χωρίς να έχει πειράξει ούτε έναν.