ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ
Σε κάποια στιγμή της ζωής - μερικές φορές στα πρώτα μας χρόνια, άλλοτε όψιμα - είναι βέβαιο ότι όλοι μας θα ξυπνήσουμε και θα αντιληφθούμε τη θνητότητά μας.
Είναι τόσο πολλά αυτά που την πυροδοτούν: μιά ματιά στον καθρέφτη που δείχνει το σαγόνι μας να κρεμάει, τα μαλλιά μας ν' ασπρίζουν, τους ώμους να καμπουριάζουν.
Η παρέλαση των γενεθλίων, ιδίως όσων αφορούν στρογγυλές δεκαετίες - πενήντα, εξήντα, εβδομήντα.
Η συνάντηση μ' ένα φίλο που έχεις καιρό να τον δείς και σε σοκάρει το πόσο έχει γεράσει.
Όταν βλέπεις παλιές φωτογραφίες του εαυτού σου και των ανθρώπων που γέμιζαν την παιδική σου ηλικία κι είναι πιά από καιρό νεκροί.
Μιά συνάντηση με τον Κύριο Θάνατο σ' ένα όνειρο.
Τι νιώθει κανείς, όταν έχει μιά τέτοια εμπειρία; Και τι κάνει γι' αυτό;
Βυθίζεται σε μιά φρενιτώδη δραστηριότητα, για να εξαντλήσει το άγχος και ν' αποφύγει το θέμα;
Προσπαθεί ν' απομακρύνει τις ρυτίδες με αισθητική χειρουργική ή να βάψει τα μαλλιά του;
Αποφασίζει να παραμείνει για μερικά χρόνια στην ηλικία των τριανταεννέα ετών;
Περισπά πολύ γρήγορα τον εαυτό του με τη δουλειά και τη ρουτίνα της καθημερινής ζωής;
Σβήνει από τη μνήμη του κάθε τέτοια εμπειρία;
Αγνοεί τα όνειρά του;
Σας προτρέπω να μη περισπάτε τον εαυτό σας.
Το αντίθετο, γευτείται την αφύπνησή σας. Εκμεταλλευτείται την.
Κάντε ένα σταμάτημα, καθώς κοιτάζετε τη φωτογραφία του νεότερου εαυτού σας.
Αφήστε την έντονη στιγμή να σας κατακλύσει και παρατείνετέ τη λιγάκι.
Γευτείται και τη γλυκύτητα της μαζί με την πικρή της γεύση.
Μην ξεχνάτε το πλεονέκτημα που προσφέρει το να παραμείνετε έν επιγνώσει του θανάτου, το ν' αγκαλιάσετε τη σκιά του.
Μιά τέτοια επίγνωση μπορεί ν' αφομοιώσει το σκοτάδι με τη σπίθα σας γιά ζωή και να βελτιώσει τη ζωή σας, όσο ακόμα την έχετε.
Ο καλύτερος τρόπος γιά να εκτιμήσουμε τη ζωή, για να νιώσουμε συμπόνια για τους άλλους, γιά ν' αγαπήσουμε οτιδήποτε πολύ βαθιά, είναι να έχουμε επίγνωση ότι οι εμπειρίες αυτές είναι προορισμένες να χαθούν.
Έχω πολλές φορές εκπλαγεί ευχάριστα βλέποντας έναν ασθενή να κάνει ουσιαστικές θετικές αλλαγές πολύ αργά στη ζωή του, ακόμα και κοντά στον θάνατο.
Ποτέ δεν είναι πολύ αργά.
Ποτέ δεν είμαστε πολύ μεγάλοι για κάτι τέτοιο.
Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2023
Τα μυστικά της Σοφίας
Ο Σωκράτης κάποτε είπε πως την ανεξερεύνητη ζωή, δεν αξίζει να την ζει κανείς. Το να εξερευνάτε τη ζωή σας σημαίνει να μαθαίνετε καλύτερα τον εαυτό σας και τον κόσμο γύρω σας, και συνεπώς να ωριμάζετε και να γίνεστε σοφότεροι, φτάνοντας σε μεγαλύτερα επίπεδα συνείδησης και εξελίσσοντας την καλύτερη πλευρά του εαυτού σας.
Οι πολύ έξυπνοι άνθρωποι είναι πάντα σε διαρκή αναζήτηση της σοφίας και για αυτούς τίποτα δεν μπορεί να είναι πιο σημαντικό από αυτό. Έχουν ανακαλύψει ότι η ζωή χωρίς την σοφία είναι ανούσια και εντελώς άδεια. Αλλά πώς μπορεί να γίνει κάποιος, σοφός;
Ακολουθούν 5 «μυστικά» που μπορούν να λειτουργήσουν ως οδηγός στο ταξίδι σας προς τη σοφία και μπορούν να αλλάξουν ολοκληρωτικά την κατεύθυνση της ζωής σας, με έναν απίστευτα θετικό τρόπο.
Αμφισβητήστε την παράδοση
Το πρώτο μυστικό για το πώς να γίνετε σοφοί, είναι να αμφισβητήσετε τις πεποιθήσεις που σας έχουν μεταδοθεί από την παράδοσή σας. Κάθε ιδεολογία, είτε θρησκευτική, είτε φιλοσοφική, είτε πολιτική και ούτω καθεξής, που δεν ξεφυτρώνει από την δικιά σας κατανόηση, πρέπει ειλικρινά να αμφισβητηθεί και να μελετηθεί προσεκτικά. Αν δεν γίνει αυτό, οι ιδεολογίες σας, θα σας κρατούν αιχμαλώτους στην τυφλή πίστη και την άγνοια.
Ψάξτε για την γνώση
Αφού αμφισβητήσετε τις πεποιθήσεις σας, ξεκινήστε το ταξίδι προς τη γνώση. Να ψάχνετε να βρείτε, παντού όπου και αν είστε, την γνώση, είτε πρόκειται για βιβλία, είτε ντοκιμαντέρ ή οτιδήποτε άλλο θεωρείτε χρήσιμο. Αλλά πάντα να θυμάστε να κάνετε τις δικές σας έξυπνες σκέψεις και να είστε ανοικτοί στην αλλαγή.
Εφαρμόστε την γνώση σας
Η γνώση γίνεται σοφία μόνο όταν εφαρμοστεί, αλλιώς είναι απλά ένα περιττό φορτίο. Πολλοί άνθρωποι καυχιούνται για τις γνώσεις τους και κάνουν κήρυγμα αλλά δεν κάνουν αυτά που κηρύττουν. Αν θέλετε να είστε ειλικρινείς με τον εαυτό σας και τους άλλους, ψάξτε να ενσαρκώσετε τη γνώση σας και να εκφράσετε τις αξίες σας και τις ιδέες σας με τον τρόπο ζωής σας.
Μάθετε από τα λάθη σας
Μόλις εφαρμόσετε τις γνώσεις σας, είναι πολύ πιθανό να ανακαλύψετε ότι έχετε κάνει λάθη. Έχουμε επηρεαστεί από την κοινωνία να πιστεύουμε ότι το να κάνουμε λάθη είναι κάτι κακό και πρέπει να φυλαγόμαστε από αυτά. Όμως οι πολύ έξυπνοι άνθρωποι έχουν συνειδητοποιήσει ότι να κάνουμε λάθη είναι ακριβώς αυτό που μας βοηθάει να γίνουμε σοφοί, γιατί τα λάθη, μας δείχνουν ποιοι είναι οι λάθος δρόμοι που πρέπει να αποφεύγουμε στη ζωή και ποια κατεύθυνση πρέπει να πάρουμε ώστε να ξεπεράσουμε τα εμπόδια που βρίσκονται στο δρόμο μας.
Αφήστε πίσω σας το παρελθόν
Ασχέτως του πόσα λάθη έχετε κάνει στο παρελθόν και πόσες φορές αποτύχατε, αυτό που υπάρχει στο εδώ και τώρα, είναι το πιο σημαντικό. Κανείς δεν είναι τέλειος και η αποτυχία είναι ένα απαραίτητο κομμάτι της ζωής. Για αυτό να μαθαίνετε από το παρελθόν σας αλλά να μην είστε προσκολλημένοι σε αυτό. Πάντα να κινείστε μπροστά, χωρίς να μετανιώνετε. Το να μάθετε να αφήνετε το παρελθόν πίσω σας, θα σας επιτρέψει να εξελιχτείτε σε κάτι καλύτερο και θα εναρμονιστείτε με καινούργιες καταστάσεις, χωρίς να σας κρατάνε πίσω διανοητικοί και συναισθηματικοί περιορισμοί.
Οι πολύ έξυπνοι άνθρωποι είναι πάντα σε διαρκή αναζήτηση της σοφίας και για αυτούς τίποτα δεν μπορεί να είναι πιο σημαντικό από αυτό. Έχουν ανακαλύψει ότι η ζωή χωρίς την σοφία είναι ανούσια και εντελώς άδεια. Αλλά πώς μπορεί να γίνει κάποιος, σοφός;
Ακολουθούν 5 «μυστικά» που μπορούν να λειτουργήσουν ως οδηγός στο ταξίδι σας προς τη σοφία και μπορούν να αλλάξουν ολοκληρωτικά την κατεύθυνση της ζωής σας, με έναν απίστευτα θετικό τρόπο.
Αμφισβητήστε την παράδοση
Το πρώτο μυστικό για το πώς να γίνετε σοφοί, είναι να αμφισβητήσετε τις πεποιθήσεις που σας έχουν μεταδοθεί από την παράδοσή σας. Κάθε ιδεολογία, είτε θρησκευτική, είτε φιλοσοφική, είτε πολιτική και ούτω καθεξής, που δεν ξεφυτρώνει από την δικιά σας κατανόηση, πρέπει ειλικρινά να αμφισβητηθεί και να μελετηθεί προσεκτικά. Αν δεν γίνει αυτό, οι ιδεολογίες σας, θα σας κρατούν αιχμαλώτους στην τυφλή πίστη και την άγνοια.
Ψάξτε για την γνώση
Αφού αμφισβητήσετε τις πεποιθήσεις σας, ξεκινήστε το ταξίδι προς τη γνώση. Να ψάχνετε να βρείτε, παντού όπου και αν είστε, την γνώση, είτε πρόκειται για βιβλία, είτε ντοκιμαντέρ ή οτιδήποτε άλλο θεωρείτε χρήσιμο. Αλλά πάντα να θυμάστε να κάνετε τις δικές σας έξυπνες σκέψεις και να είστε ανοικτοί στην αλλαγή.
Εφαρμόστε την γνώση σας
Η γνώση γίνεται σοφία μόνο όταν εφαρμοστεί, αλλιώς είναι απλά ένα περιττό φορτίο. Πολλοί άνθρωποι καυχιούνται για τις γνώσεις τους και κάνουν κήρυγμα αλλά δεν κάνουν αυτά που κηρύττουν. Αν θέλετε να είστε ειλικρινείς με τον εαυτό σας και τους άλλους, ψάξτε να ενσαρκώσετε τη γνώση σας και να εκφράσετε τις αξίες σας και τις ιδέες σας με τον τρόπο ζωής σας.
Μάθετε από τα λάθη σας
Μόλις εφαρμόσετε τις γνώσεις σας, είναι πολύ πιθανό να ανακαλύψετε ότι έχετε κάνει λάθη. Έχουμε επηρεαστεί από την κοινωνία να πιστεύουμε ότι το να κάνουμε λάθη είναι κάτι κακό και πρέπει να φυλαγόμαστε από αυτά. Όμως οι πολύ έξυπνοι άνθρωποι έχουν συνειδητοποιήσει ότι να κάνουμε λάθη είναι ακριβώς αυτό που μας βοηθάει να γίνουμε σοφοί, γιατί τα λάθη, μας δείχνουν ποιοι είναι οι λάθος δρόμοι που πρέπει να αποφεύγουμε στη ζωή και ποια κατεύθυνση πρέπει να πάρουμε ώστε να ξεπεράσουμε τα εμπόδια που βρίσκονται στο δρόμο μας.
Αφήστε πίσω σας το παρελθόν
Ασχέτως του πόσα λάθη έχετε κάνει στο παρελθόν και πόσες φορές αποτύχατε, αυτό που υπάρχει στο εδώ και τώρα, είναι το πιο σημαντικό. Κανείς δεν είναι τέλειος και η αποτυχία είναι ένα απαραίτητο κομμάτι της ζωής. Για αυτό να μαθαίνετε από το παρελθόν σας αλλά να μην είστε προσκολλημένοι σε αυτό. Πάντα να κινείστε μπροστά, χωρίς να μετανιώνετε. Το να μάθετε να αφήνετε το παρελθόν πίσω σας, θα σας επιτρέψει να εξελιχτείτε σε κάτι καλύτερο και θα εναρμονιστείτε με καινούργιες καταστάσεις, χωρίς να σας κρατάνε πίσω διανοητικοί και συναισθηματικοί περιορισμοί.
FERNANDO PESSOA: Το θαύμα της ζωής
Μπορεί να έχετε ελαττώματα, να ζείτε ανήσυχοι και μερικές φορές να θυμώνετε, αλλά ποτέ να μην ξεχνάτε ότι η ζωή σας είναι η μεγαλύτερη επιχείρηση στον κόσμο. Και μπορείτε να τη διαφυλάξετε από την χρεωκοπία.
Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που σας χρειάζονται, σας θαυμάζουν και σας επευφημούν.
Εύχομαι να θυμάστε πάντα ότι το να είστε ευτυχισμένοι δεν προϋποθέτει έναν ουρανό χωρίς καταιγίδες, μονοπάτια χωρίς ατυχήματα, εργασία χωρίς κόπωση, σχέσεις χωρίς απογοήτευση.
Η ευτυχία είναι η εξεύρεση δύναμης στη συγχώρεση, η ελπίδα στις μάχες, η ασφάλεια στον φόβο, η αγάπη στις διαφωνίες.
Η ευτυχία δεν εκτιμά μόνο τα χαμόγελα, αλλά αντανακλάται και στη θλίψη.
Δεν είναι μόνο ο εορτασμός της επιτυχίας, αλλά και τα μαθήματα από τις αποτυχίες.
Όχι μόνο η χαρά του χειροκροτήματος, αλλά και η χαρά της ανωνυμίας.
Η ευτυχία αναγνωρίζει ότι τη ζωή αξίζει να τη ζείτε, παρά τις προκλήσεις, τις παρεξηγήσεις και τις περιόδους κρίσης.
Η ευτυχία σημαίνει πως πλέον δεν είστε θύμα των προβλημάτων και σας ζητά να γίνετε συγγραφείς της ίδιας της ιστορίας. Είναι πέρασμα από ερήμους που βρίσκονται έξω από τον εαυτό σας, ενώ είστε σε θέση να βρείτε μια όαση στο μυστικό της ψυχής σας.
Να ευχαριστείτε την φύση κάθε πρωί για το θαύμα της ζωής.
Ευτυχία είναι να μην φοβάστε τα συναισθήματά σας. Είναι να ξέρετε πώς να μιλήσετε στον εαυτό σας.
Είναι το θάρρος να ακούσετε το “Όχι” και να είστε γεμάτοι αυτοπεποίθηση αν λάβετε κριτική, αν και μερικές φορές μπορεί να είναι αναληθής.
Ευτυχία είναι να αφήσουμε το παιδί που ζει μέσα μας να ζει ελεύθερο, ευτυχισμένο και απλό.
Η ευτυχία έχει την απαιτούμενη ωριμότητα να πει «έκανα λάθος».
Έχει το βασικό θάρρος να πει “συγχωρέστε με”.
Έχει την απαραίτητη ευαισθησία να πει “σε χρειάζομαι”.
Είναι σε θέση να πει “σ ‘αγαπώ”.
Έχει την ταπεινότητα της δεκτικότητας.
Θέλω η ζωή να είναι μία εστία ευκαιριών και να είστε ευτυχισμένοι. Και όταν απομακρύνεστε, ξεκινήστε ξανά. Με αυτόν τον τρόπο, θα διαπιστώσετε ότι το να είστε ευτυχισμένοι δεν σημαίνει ότι πρέπει να έχετε τέλεια ζωή, αλλά πως αξιοποιώντας τα δάκρυα ποτίζετε την ανοχή.
Αξιοποιώντας τις απώλειες βελτιώνετε την υπομονή.
Αξιοποιώντας τις αποτυχίες προσεύχεστε.
Αξιοποιώντας τα εμπόδια ανοίγετε νέα παράθυρα του νου.
Ποτέ μην εγκαταλείπετε την ελπίδα.
Ποτέ μην εγκαταλείπετε τους ανθρώπους που αγαπάτε.
Ποτέ μην σταματάτε να είστε ευτυχισμένοι, γιατί η ζωή είναι ένα εμπόδιο χωρίς σταματημό, ακόμα κι αν σας δίνει δεκάδες λόγους για να κάνετε το αντίθετο.
Πέτρες στο δρόμο; Τις κρατώ όλες … μία μέρα θα χτίσω ένα κάστρο!
ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ
Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που σας χρειάζονται, σας θαυμάζουν και σας επευφημούν.
Εύχομαι να θυμάστε πάντα ότι το να είστε ευτυχισμένοι δεν προϋποθέτει έναν ουρανό χωρίς καταιγίδες, μονοπάτια χωρίς ατυχήματα, εργασία χωρίς κόπωση, σχέσεις χωρίς απογοήτευση.
Η ευτυχία είναι η εξεύρεση δύναμης στη συγχώρεση, η ελπίδα στις μάχες, η ασφάλεια στον φόβο, η αγάπη στις διαφωνίες.
Η ευτυχία δεν εκτιμά μόνο τα χαμόγελα, αλλά αντανακλάται και στη θλίψη.
Δεν είναι μόνο ο εορτασμός της επιτυχίας, αλλά και τα μαθήματα από τις αποτυχίες.
Όχι μόνο η χαρά του χειροκροτήματος, αλλά και η χαρά της ανωνυμίας.
Η ευτυχία αναγνωρίζει ότι τη ζωή αξίζει να τη ζείτε, παρά τις προκλήσεις, τις παρεξηγήσεις και τις περιόδους κρίσης.
Η ευτυχία σημαίνει πως πλέον δεν είστε θύμα των προβλημάτων και σας ζητά να γίνετε συγγραφείς της ίδιας της ιστορίας. Είναι πέρασμα από ερήμους που βρίσκονται έξω από τον εαυτό σας, ενώ είστε σε θέση να βρείτε μια όαση στο μυστικό της ψυχής σας.
Να ευχαριστείτε την φύση κάθε πρωί για το θαύμα της ζωής.
Ευτυχία είναι να μην φοβάστε τα συναισθήματά σας. Είναι να ξέρετε πώς να μιλήσετε στον εαυτό σας.
Είναι το θάρρος να ακούσετε το “Όχι” και να είστε γεμάτοι αυτοπεποίθηση αν λάβετε κριτική, αν και μερικές φορές μπορεί να είναι αναληθής.
Ευτυχία είναι να αφήσουμε το παιδί που ζει μέσα μας να ζει ελεύθερο, ευτυχισμένο και απλό.
Η ευτυχία έχει την απαιτούμενη ωριμότητα να πει «έκανα λάθος».
Έχει το βασικό θάρρος να πει “συγχωρέστε με”.
Έχει την απαραίτητη ευαισθησία να πει “σε χρειάζομαι”.
Είναι σε θέση να πει “σ ‘αγαπώ”.
Έχει την ταπεινότητα της δεκτικότητας.
Θέλω η ζωή να είναι μία εστία ευκαιριών και να είστε ευτυχισμένοι. Και όταν απομακρύνεστε, ξεκινήστε ξανά. Με αυτόν τον τρόπο, θα διαπιστώσετε ότι το να είστε ευτυχισμένοι δεν σημαίνει ότι πρέπει να έχετε τέλεια ζωή, αλλά πως αξιοποιώντας τα δάκρυα ποτίζετε την ανοχή.
Αξιοποιώντας τις απώλειες βελτιώνετε την υπομονή.
Αξιοποιώντας τις αποτυχίες προσεύχεστε.
Αξιοποιώντας τα εμπόδια ανοίγετε νέα παράθυρα του νου.
Ποτέ μην εγκαταλείπετε την ελπίδα.
Ποτέ μην εγκαταλείπετε τους ανθρώπους που αγαπάτε.
Ποτέ μην σταματάτε να είστε ευτυχισμένοι, γιατί η ζωή είναι ένα εμπόδιο χωρίς σταματημό, ακόμα κι αν σας δίνει δεκάδες λόγους για να κάνετε το αντίθετο.
Πέτρες στο δρόμο; Τις κρατώ όλες … μία μέρα θα χτίσω ένα κάστρο!
ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ
Ο "νόμος του επτά", και η Μυστική Σημασία του Σαββάτου
Υπήρχε μια εποχή που το Σάββατο* ή η Κυριακή –ανάλογα την κουλτούρα και τη θρησκεία– ήταν ιερή μέρα. Οι άνθρωποι δεν δούλευαν και τη μέρα αυτή την αφιέρωναν στα θρησκευτικά τους καθήκοντα, στην οικογένεια και στην ξεκούρασή τους.
Σταδιακά η παράδοση αυτή ατόνησε. Με την πάροδο των χρόνων οι κοινωνίες, ιδίως στη Δύση, μοντερνίστηκαν, εκκοσμικεύτηκαν και τελικά σχεδόν τίποτε δεν επιβίωσε από τις αξίες εκείνες, παρά μόνο η ξεκούραση, κι αυτή μπασταρδεμένη με ψώνια και άλλες υποχρεώσεις που δεν προλάβαμε την εργάσιμη εβδομάδα.
Μόνο που και η αναιμική αυτή μορφή σχόλης (σχόλη σημαίνει ελεύθερος χρόνος), συνοδευμένη συχνά και με κάποια μορφή διασκέδασης, δέχεται χρόνο με το χρόνο ολοένα και ισχυρότερα πλήγματα.
Σήμερα, οι περισσότερες επιχειρήσεις στο λεγόμενο ανεπτυγμένο κόσμο κινούνται στον αστερισμό της εβδομάδας των επτά ημερών. Πολλά καταστήματα στην Ευρώπη είναι ανοικτά και Σάββατα και Κυριακές, ενώ η οικονομική κρίση που χτύπησε και τη δική μας πόρτα, έχει αναγκάσει πολλούς Έλληνες εργαζόμενους να δουλεύουν έξι και επτά μέρες την εβδομάδα, προκειμένου να τα φέρουν βόλτα.
Όμως ακόμη και ο Θεός, την έβδομη μέρα της δημιουργίας πήρε ρεπό… Ίσως όχι το ρεπό που έχουμε εμείς στο νου μας, αλλά σίγουρα κάποια μορφή παύσης στη δραστηριότητά Του. Γιατί άραγε; Τι στ’ αλήθεια θέλει να μας πει η γνωστή αυτή βιβλική φράση;
Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΤΑ
Σήμερα γνωρίζουμε ότι υπάρχουν νόμοι που διέπουν το σύμπαν. Ορισμένους από αυτούς η σύγχρονη επιστήμη τους έχει ανακαλύψει, άλλους όχι. Όσο η επιστήμη προχωράει, τόσο καταλαβαίνει ότι στο σύμπαν δεν βασιλεύει η τυχαιότητα αλλά η τάξη, μια τάξη τόσο αρμονική που είναι ασύλληπτη για τη δική μας περιορισμένη κατανόηση.Υπάρχει μια νομοτέλεια στην οποία τα πάντα υπακούν μέσα από κοσμικούς νόμους. Ένας από αυτούς είναι ο «νόμος του επτά».
Χιλιάδες χρόνια πριν, οι αρχαίοι σοφοί, παρατηρώντας τη Φύση, ανακάλυψαν ότι όλα τα φαινόμενα, από το πολύ μικρό μέχρι το πολύ μεγάλο, όλες οι διαδικασίες και εκδηλώσεις, αλλά και η ίδια μας η ζωή, τόσο η βιολογική όσο και η ψυχολογική, παρουσιάζουν πάντοτε κατά την πραγματοποίησή τους επτά ανεξάρτητες όψεις. Ονόμασαν λοιπόν αυτή την πραγματικότητα «νόμο των επτά όψεων κάθε ολοκληρωμένου φαινομένου» ή απλά «νόμο του επτά».
Προκειμένου η πολύτιμη αυτή γνώση να μη χαθεί, αποτυπώθηκε σε ορισμένα γνωστά φαινόμενα, όπως ο ήχος, με τη δημιουργία της επτατονικής κλίμακας (νόμος της οκτάβας), το φως, με τα επτά χρώματα του φάσματος κοκ.«Ακόμη και ο τρόπος που διαιρούμε το χρόνο, δηλαδή η διαίρεση των ημερών της εβδομάδας σε εργάσιμες μέρες και σε Κυριακές αλλά και βιβλικός μύθος της δημιουργίας του κόσμου σε έξι μέρες και της έβδομης μέρας κατά την οποία ο Θεός αναπαύτηκε από τα έργα του, είναι επίσης έκφραση του νόμου της οκτάβας ή μια ένδειξή του, αν και ατελής».
Πρόσφατα λοιπόν, ο γενικός αυτός νόμος, που γνώριζαν οι αρχαίοι σοφοί, αποδείχτηκε και από τους σύγχρονους επιστήμονες, οι οποίοι μας είπαν το εξής καταπληκτικό: όλη η ζωή, τα πάντα, κινούνται, δονούνται στη συχνότητα του επτά. Το επτά είναι το beat της δημιουργίας!
ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΠΟΥ ΞΕΧΑΣΑΜΕ
Προχώρησαν όμως και ένα βήμα παραπέρα: πίσω από τις πολυπλοκότητες της ζωής, που αντιμετωπίζει και συχνά κατασκευάζει ο νους μας, φαίνεται ότι υπάρχει ένας βασικός ρυθμός που οργανώνει τα πάντα. Κάθε φορά που προσπαθούμε να συντονιστούμε με αυτό το ρυθμό, ερχόμαστε σε συντονισμό με το λόγο, την αιτία για την οποία δημιουργηθήκαμε.
Εδώ η σύγχρονη επιστήμη έρχεται και μας λέει κάτι εξαιρετικά σημαντικό, κάτι που οι άνθρωποι στο απώτατο παρελθόν γνώριζαν πολύ καλά και είχαν αποτυπώσει στις διάφορες παραδόσεις τους: η αρμονία, άρα η ευτυχία μας, μπορεί να προέλθει μόνο εάν συντονίζουμε τη δράση μας, την καθημερινότητά μας, με τους κοσμικούς νόμους, με τον Παγκόσμιο Ρυθμό, με τη Θεία νομοτέλεια.
Τι συμβαίνει σήμερα; Το ακριβώς αντίθετο! Προσπαθούμε διαρκώς να φέρουμε τη Φύση, όλη τη Δημιουργία, στα δικά μας μέτρα, έτσι ώστε τα πάντα να ταιριάζουν στο δικό μας τεχνητό ρυθμό, στις απαιτήσεις της πολυάσχολης ζωής μας. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς ότι πάμε κατά διαόλου…
Στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κυβέρνηση της Βρετανίας, έχοντας μεγάλη ανάγκη από πολεμοφόδια, ζήτησε από τους εργάτες της πολεμικής της βιομηχανίας να κάνουν μια υπερπροσπάθεια και να δουλέψουν επτά μέρες την εβδομάδα χωρίς ρεπό.Πράγματι αυτό έγινε, όμως με έκπληξη η κυβέρνηση διαπίστωσε πως αν και οι εργάτες δούλευαν επτά μέρες, η απόδοσή τους αρχίσει να πέφτει σε σημείο η παραγωγή να είναι πολύ μικρότερη σε σχέση με πριν που οι εργαζόμενοι είχαν μια μέρα ρεπό, ενώ παράλληλα αυξήθηκαν σημαντικά τα λάθη και τα ατυχήματα.
Η επταδικότητα συνεπώς που παρατηρείται σε όλα τα φαινόμενα, η δημιουργία του κόσμου σε έξι μέρες με την έβδομη να είναι ημέρα ανάπαυσης του Δημιουργού, δεν είναι απλά μια επιστημονική ανακάλυψη ή μια μυθική περιγραφή, αλλά μια ουσιαστική υπόμνηση για κάτι πολύ σημαντικό, που έχει να κάνει με την ίδια μας τη ζωή.Κάτι που ξεχάστηκε και σήμερα προσπαθούμε να το ξαναβρούμε, σε όλη του την ουσία και την πραγματικότητα. Ποια είναι λοιπόν η αληθινή σημασία αυτής της παύσης, που αποτυπώθηκε με την αργία του Σαββάτου και μετέπειτα της Κυριακής;
ΔΥΟ ΕΙΔΗ ΧΡΟΝΟΥ
Στις παλαιότερες κοινωνίες ο χρόνος δεν βιωνόταν ως μια γραμμική διαδοχή γεγονότων ίδιας σημασίας και τάξης. Όπως μας πληροφορεί ο Μίρτσεα Ελιάντε –ο σημαντικότερος θρησκειολόγος του 20ού αιώνα– παλιότερα για τον άνθρωπο υπήρχαν δυο τύποι χρόνου, ο ιερός και ο εκκοσμικευμένος. Ο πρώτος βιωνόταν στις θρησκευτικές γιορτές, ο δεύτερος στη συνηθισμένη καθημερινή ζωή.
Οι θρησκευτικές γιορτές επικαιροποιούσαν ξανά τα ιερά γεγονότα της παράδοσης, έτσι η συμμετοχή των ανθρώπων σε αυτές σηματοδοτούσε την έξοδό τους από το συνηθισμένο χρόνο και την είσοδό τους στον ιερό χρόνο. Οι θρησκευτικές γιορτές είχαν περιοδικότητα, έτσι ο ιερός χρόνος ήταν επίσης κυκλικός.
Ο ιερός χρόνος ήταν αφιερωμένος στην καρδιά, στον εαυτό, στους άλλους, στον Θεό, και δεν μετριόταν σε λεπτά, ώρες ή μέρες. Λειτουργούσε θεραπευτικά, ως βάλσαμο, εναρμονίζοντας τον άνθρωπο ξανά με την ουσία της ύπαρξής του. Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Charles Laughlin, τα θρησκευτικά σύμβολα και οι πρακτικές έχουν ως αποτέλεσμα την αναδιοργάνωση του νευρικού μας συστήματος, που φέρνει μια μεγαλύτερη ενοποίηση των νευρικών μας μονοπατιών (neuralpathways).
Αυτό με τη σειρά του προκαλεί ανάλογα συναισθήματα, όπως μια αίσθηση ολότητας όσον αφορά τον εαυτό μας, μια μεγαλύτερη αίσθηση ενότητας με τους άλλους γύρω μας και τον κόσμο, και βέβαια μεγάλη μείωση του άγχους. Σήμερα η αίσθηση του ιερού χρόνου, μαζί και τα οφέλη της, έχει γενικά χαθεί. Διατηρούμε βέβαια τις περιοδικές γιορτές μας (Πάσχα, Χριστούγεννα κλπ.) αλλά δεν τις βιώνουμε ως κάτι ιερό, ως προϋπόθεση επαφής με το Θείο και ταυτόχρονα με τον εσώτερο εαυτό μας, αλλά απλά ως ένα έθιμο, μια ευκαιρία να ξεσκάσουμε και να ξεχαστούμε.
Τις υπόλοιπες μέρες τρέχουμε να προλάβουμε. Διαρκώς αναζητούμε κι άλλο χρόνο, για πράγματα που θεωρούμε σημαντικά. Για να κάνουμε χώρο και να βρούμε χρόνο γι’ αυτά τα «σημαντικά», αναγκαζόμαστε να τρώμε βιαστικά, να κάνουμε σεξ στα γρήγορα, να μην έχουμε χρόνο να χαλαρώσουμε, βιάζοντας καθετί ουσιαστικά σημαντικό – με αποτέλεσμα στο τέλος να νιώθουμε εξαντλημένοι και ανύπαρκτοι.
Εντέλει, αν κάτι μας χαρακτηρίζει αυτό είναι μια τεράστια «πείνα για χρόνο» και ταυτόχρονα μια παντελής έλλειψη επαφής με τη βαθύτερη διάσταση της ζωής, την πηγή της αληθινής ευτυχίας…Μάλιστα η πείνα μας έχει τόσο μεγαλώσει, που έχει εξελιχτεί σε ένα άγχος να μη χάνουμε χρόνο, να μη χάνουμε την επαφή μας με τον κόσμο. Έτσι το κινητό και το laptop μας ακολουθούν παντού, ακόμη και στις διακοπές. Κανείς δεν θέλει να μείνει πίσω, όμως αυτό έχει τεράστιο προσωπικό κόστος.
Όπως παρατηρεί ο Gary Eberle, καθηγητής ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν, «το τίμημα για να μη μένουμε πίσω είναι ο προσωπικός μας χρόνος και είναι μια τραγωδία, αν σκεφτεί κανείς πως αυτός είναι ο πολύτιμος χρόνος της ψυχής μας – καθώς μέσα από τις στιγμές του παιχνιδιού, των χόμπι, του χρόνου που περνάμε με τους φίλους, εκφράζουμε το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μας».
Τόσο ο ίδιος όσο και πολλοί άλλοι ψυχολόγοι και ειδικοί τονίζουν ότι η ισορροπία έρχεται όταν εισάγουμε την έννοια του Σαββάτου στην καθημερινότητά μας, μια άλλη δηλαδή ποιότητα του χρόνου: όταν αφιερώνουμε μια ημέρα στον εαυτό μας, όπου παίρνουμε χρόνο για να ξεκουραστούμε και να ησυχάσει η ψυχή μας. Με άλλα λόγια, οι σημερινοί επιστήμονες ανακαλύπτουν ξανά την ξεχασμένη έννοια του «ιερού χρόνου» και προσπαθούν να την ξαναβάλουν στην καθημερινότητά μας με νέους όρους.
Βέβαια, η σημασία του ιερού χρόνου δεν χάθηκε τελείως. Όλες οι μεγάλες θρησκείες κάνουν ακόμα και σήμερα χώρο για τον ιερό χρόνο μέσα από τις μεγάλες γιορτές, τη Θεία Λειτουργία, την προσευχή, το διαλογισμό κλπ. Για τη συντριπτική πλειοψηφία όμως όλα αυτά είναι μια υποχρέωση, μια συνήθεια, μια μηχανική επανάληψη, ένα έθιμο και όχι ο δρόμος για την πηγή της ζωής.
Όπως ποιητικά λέει ο Eberle «ο ιερός χρόνος είναι πάντα παρών, όπως μια υπόγεια πηγή, που αρκεί να την ανακαλύψει ο ταξιδιώτης και να ξεδιψάσει, να ξεκουραστεί από το χρόνο… Οι γιορτές, τα Σάββατα κάθε εβδομάδα, τα ετήσια τελετουργικά, οι περίοδοι διαλογισμού, προσευχής ή περισυλλογής βοηθούν να ανοίξει η περιορισμένη όρασή μας και να αντιληφθούμε την αληθινή φύση της ζωής μας». Τι μπορούμε όμως πρακτικά να κάνουμε;
ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΤΕ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΑΒΒΑΤΟ
Το να έχουμε ένα Σάββατο ή μια Κυριακή μέσα στην εβδομάδα μας, λέει ο συγγραφέας και ψυχοθεραπευτής Wayne Muller, «είναι μια επαναστατική απάντηση στη βία της υπερβολικής δουλειάς, την ανόητη συσσώρευση αγαθών και τον ατέρμονο πολλαπλασιασμό των επιθυμιών, των ευθυνών και των επιτευγμάτων».
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Τζότζεφ Κάμπελ, που με ακόμη πιο πρακτικό τρόπο λέει: «Πρέπει να έχεις κάποιο χώρο ή κάποια ώρα της μέρας όπου δεν θα ξέρεις τι λένε οι πρωινές εφημερίδες. Ένα μέρος όπου απλά θα βιώνεις αυτό που είσαι ή θα μπορούσες να είσαι».
Η μέρα της παύσης δεν είναι απαραίτητο να είναι Σάββατο ή Κυριακή, αν και από εσωτερική σκοπιά έχει τη σημασία του ενώ ταυτόχρονα ταιριάζει στα περισσότερα προγράμματα δουλειάς. Το σημαντικό είναι να σχεδιάζετε ένα Σάββατο κάθε εβδομάδα (κάθε επτά μέρες δηλαδή) ως χρόνο αναπλήρωσης της ενέργειάς σας και ανανέωσης του πνεύματός σας.
Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι να μην αφήνετε τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της εβδομάδας, ακόμη και δουλειές του σπιτιού ή κοινωνικές υποχρεώσεις να διεισδύουν τη μέρα αυτή και να διεκδικούν την ενέργειά σας.
Επιτρέψτε στον εαυτό σας κάποιες στιγμές ιερού χρόνου, μια στιγμή χωρίς καμία πίεση και κανόνες, σαν να ξεκινάτε να ανακαλύψετε κάτι σπάνιο και όμορφο.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερος σχεδιασμός. Ο ιερός χρόνος είναι ευέλικτος. Μια βόλτα στο δρόμο, στο πάρκο, στην εξοχή, μια ήσυχη στιγμή στον κήπο, ή καθώς παίρνετε την πρώτη γουλιά του πρωινού καφέ σας – όλες αυτές και πολλές άλλες απλές δραστηριότητες μπορούν να ενταχθούν στον πολύτιμο χρόνο για τον εαυτό σας.
Καθώς επιτρέπετε στον εαυτό σας αυτό τον ιερό χρόνο, βαθμιαία θα νιώσετε πιο ήρεμοι και πιο ευτυχισμένοι. Τα τετριμμένα της ζωής μεγιστοποιούνται σε ένα νου που δεν βιώνει τον ιερό χρόνο. Και όσο και να μην το πιστεύουμε, αυτή η «πηγή» της ζωής και της χαράς δεν βρίσκεται κάπου έξω, αλλά μέσα μας.
Το Μανιφέστο του Σαββάτου
Ακόμα όμως και αν αφιερώσουμε μια μέρα την εβδομάδα στον εαυτό μας, δεν θα έχει καμία ευεργετική ουσιαστική επίδραση πάνω μας αν δεν αφήσουμε στην άκρη κάθε έγνοια, κάθε υποχρέωση και βέβαια τις «σειρήνες» της ηλεκτρονικής επικοινωνίας.Πρόσφατα ένας φίλος παρατήρησε κάτι που τον ανησύχησε, σε σχέση με τις κοινωνικές του σχέσεις: πιο πολλά μηνύματα και ευχές για τη νέα χρονιά και τα γενέθλιά του (28 Δεκεμβρίου) πήρε στον τοίχο του facebook του παρά δια ζώσης, τηλεφωνικά ή με κάρτες.
Το έψαξε και ανακάλυψε πως και άλλοι φίλοι έχουν αρχίσει να βλέπουν με ανησυχία ότι η αύξηση της ηλεκτρονικής επικοινωνίας έχει αρχίσει να επηρεάζει την ποιότητα της ζωής τους. Αυτό έχει οδηγήσει πολλούς σε μια μορφή αντίδρασης: μια μέρα την εβδομάδα δεν ανοίγουν καθόλου τον υπολογιστή τους.
Η μορφή αυτή αντίδρασης, όπως μαθαίνω, τείνει να πάρει μεγάλες διαστάσεις στο εξωτερικό, περιλαμβάνοντας κάθε μορφή ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως κινητό, τηλεόραση και ραδιόφωνο.
Μάλιστα πρόσφατα κυκλοφόρησε και ένα Μανιφέστο για ένα Σάββατο χωρίς Τεχνολογία, που ενθαρρύνει τον κόσμο να περνάει μια μέρα την εβδομάδα με τους αγαπημένους του, στην εξοχή, στη σιωπή και με πράγματα που απολαμβάναμε πριν το διαδίκτυο να καταβροχθίζει την κάθε ελεύθερη στιγμή μας.
Το Μανιφέστο δεν εναντιώνεται στην τεχνολογία, καθώς είναι μέρος πια της καθημερινότητάς μας, αλλά επισημαίνει πως χρειάζεται μια ισορροπία, ένα διάλλειμα μέσα στην εβδομάδα μας από όλα αυτά. Έτσι προτείνει μια μέρα την εβδομάδα κανείς να δίνει άδεια στον εαυτό του από τα πάντα τηρώντας τον εξής «δεκάλογο»:
.
1. Αποφύγετε την Τεχνολογία
2. Συνδεθείτε με τους Αγαπημένους σας
3. Φροντίστε την Υγεία σας
4. Βγείτε Έξω
5. Αποφύγετε τις Αγορές
6. Ανάψτε Κεριά το Βράδυ
7. Πιείτε Κρασί
8. Φάτε Πολύ Λιτά
9. Καθίστε για Λίγο Σιωπηλός
10. Δωρίστε Κάτι σε Κάποιον
20,8 μνήσθητι τὴν ἡμέρα τῶν σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν.
20,9 ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου·[Εξ ημέρας πρέπει να εργάζεσαι και να κάνης όλα τα έργα σου·]
20,10 τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου· οὐ ποιήσεις ἐν αὐτῇ πᾶν ἔργον, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου, ὁ βοῦς σου καὶ τὸ ὑποζύγιόν σου καὶ πᾶν κτῆνός σου καὶ ὁ προσήλυτος ὁ παροικῶν ἐν σοί.[ την δε ημέραν την εβδόμην, ημέραν αναπαύσεως, θα την αφιερώνης εις Κύριον τον Θεόν σου. Κατ' αυτήν δεν θα κάμης κανένα έργον συ και ο υιός σου και η θυγάτηρ σου και ο δούλος σου και η δούλη σου, το βόδι σου, το υποζύγιόν σου και κάθε ζώον σου· και αυτός ακόμη ο ξένος, ο οποίος παραμένει προσωρινώς κοντά σου.]
Σημ.: Οι πιστοί συχνά υποστηρίζουν πως οι "μέρες" της δημιουργίας έχουν αλληγορική (μεταφορική) σημασία, αλλά το συγκεκριμένο εδάφιο είναι αρκετά σαφές και φαίνεται να τους διαψεύδει. Σύμφωνα με τη Βίβλο ο Θεός έφτιαξε το σύμπαν σε έξι μέρες 24 ωρών!
Είναι απαραίτητο να τηρείται η αργία του Σαββάτου;
ΝΑΙ, είναι απαραίτητο
Εξ 16,29
ἴδετε, ὁ γὰρ Κύριος ἔδωκεν ὑμῖν σάββατα τὴν ἡμέραν ταύτην· […] καθήσεσθε ἕκαστος εἰς τοὺς οἴκους ὑμῶν, μηδεὶς ἐκπορευέσθω ἐκ τοῦ τόπου αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ.
Εξ 20,8
μνήσθητι τὴν ἡμέρα τῶν σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν.
Εξ 31,13-15
καὶ σὺ σύνταξον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ λέγων· ὁρᾶτε, καὶ τὰ σάββατά μου φυλάξεσθε· σημεῖόν ἐστι παρ᾿ ἐμοὶ καὶ ἐν ἐμοὶ εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν, ἵνα γνῶτε ὅτι ἐγὼ Κύριος ὁ ἁγιάζων ὑμᾶς. καὶ φυλάξεσθε τὰ σάββατα, ὅτι ἅγιον τοῦτό ἐστι Κυρίῳ ὑμῖν· ὁ βεβηλῶν αὐτὸ θανάτῳ θανατωθήσεται· πᾶς ὃς ποιήσει ἐν αὐτῷ ἔργον, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐκ μέσου τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. ἓξ ἡμέρας ποιήσεις ἔργα, τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα, ἀνάπαυσις ἁγία τῷ Κυρίῳ· πᾶς ὃς ποιήσει ἔργον τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ, θανατωθήσεται.
Εξ 34,21
ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ, τῇ δὲ ἑβδόμῃ καταπαύσεις· τῷ σπόρῳ καὶ τῷ ἀμήτῳ κατάπαυσις.
Εξ 35,2
ἓξ ἡμέρας ποιήσεις ἔργα, τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ κατάπαυσις, ἅγια σάββατα, ἀνάπαυσις Κυρίῳ· πᾶς ὁ ποιῶν ἔργον ἐν αὐτῇ τελευτάτω.
Λευ 19,3
ἕκαστος πατέρα αὐτοῦ καὶ μητέρα αὐτοῦ φοβείσθω, καὶ τὰ σάββατά μου φυλάξεσθε· ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν.
Λευ 23,3
ἓξ ἡμέρας ποιήσεις ἔργα, τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα ἀνάπαυσις κλητὴ ἁγία τῷ Κυρίῳ· πᾶν ἔργον οὐ ποιήσεις, σάββατά ἐστι τῷ Κυρίῳ ἐν πάσῃ κατοικίᾳ ὑμῶν.
Αρ 15,32.36
Καὶ ἦσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ εὗρον ἄνδρα συλλέγοντα ξύλα τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων […] καὶ ἐξήγαγον αὐτὸν πᾶσα ἡ συναγωγὴ ἔξω τῆς παρεμβολῆς, καὶ ἐλιθοβόλησεν αὐτὸν πᾶσα ἡ συναγωγὴ λίθοις ἔξω τῆς παρεμβολῆς, καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Δευτ 5,12
φύλαξαι τὴν ἡμέραν τῶν σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν, ὃν τρόπον ἐνετείλατό σοι Κύριος ὁ Θεός σου.
Ησ 56,2
μακάριος ἀνὴρ ὁ ποιῶν ταῦτα καὶ ἄνθρωπος ὁ ἀντεχόμενος αὐτῶν καὶ φυλάσσων τὰ σάββατα μὴ βεβηλοῦν καὶ διατηρῶν τὰς χεῖρας αὐτοῦ μὴ ποιεῖν ἄδικα.
ΟΧΙ, δεν είναι απαραίτητο
Ησ 1,13
ὐ προσθήσεσθαι· ἐὰν φέρητε σεμίδαλιν, μάταιον· θυμίαμα, βδέλυγμά μοί ἐστι· τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰ σάββατα καὶ ἡμέραν μεγάλην οὐκ ἀνέχομαι· νηστείαν καὶ ἀργίαν
Μτ 12,2
οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἰδόντες εἶπον αὐτῷ· Ἰδοὺ οἱ μαθηταί σου ποιοῦσιν ὃ οὐκ ἔξεστι ποιεῖν ἐν σαββάτῳ.
Ιω 5,16
Καὶ διὰ τοῦτο ἐδίωκον τὸν Ἰησοῦν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι, ὅτι ταῦτα ἐποίει ἐν σαββάτῳ.
Ρωμ 14,5
ὃς μὲν κρίνει ἡμέραν παρ' ἡμέραν, ὃς δὲ κρίνει πᾶσαν ἡμέραν. ἕκαστος ἐν τῷ ἰδίῳ νοῒ πληροφορείσθω.
Κολ 2,16
Σταδιακά η παράδοση αυτή ατόνησε. Με την πάροδο των χρόνων οι κοινωνίες, ιδίως στη Δύση, μοντερνίστηκαν, εκκοσμικεύτηκαν και τελικά σχεδόν τίποτε δεν επιβίωσε από τις αξίες εκείνες, παρά μόνο η ξεκούραση, κι αυτή μπασταρδεμένη με ψώνια και άλλες υποχρεώσεις που δεν προλάβαμε την εργάσιμη εβδομάδα.
Μόνο που και η αναιμική αυτή μορφή σχόλης (σχόλη σημαίνει ελεύθερος χρόνος), συνοδευμένη συχνά και με κάποια μορφή διασκέδασης, δέχεται χρόνο με το χρόνο ολοένα και ισχυρότερα πλήγματα.
Σήμερα, οι περισσότερες επιχειρήσεις στο λεγόμενο ανεπτυγμένο κόσμο κινούνται στον αστερισμό της εβδομάδας των επτά ημερών. Πολλά καταστήματα στην Ευρώπη είναι ανοικτά και Σάββατα και Κυριακές, ενώ η οικονομική κρίση που χτύπησε και τη δική μας πόρτα, έχει αναγκάσει πολλούς Έλληνες εργαζόμενους να δουλεύουν έξι και επτά μέρες την εβδομάδα, προκειμένου να τα φέρουν βόλτα.
Όμως ακόμη και ο Θεός, την έβδομη μέρα της δημιουργίας πήρε ρεπό… Ίσως όχι το ρεπό που έχουμε εμείς στο νου μας, αλλά σίγουρα κάποια μορφή παύσης στη δραστηριότητά Του. Γιατί άραγε; Τι στ’ αλήθεια θέλει να μας πει η γνωστή αυτή βιβλική φράση;
Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΤΑ
Σήμερα γνωρίζουμε ότι υπάρχουν νόμοι που διέπουν το σύμπαν. Ορισμένους από αυτούς η σύγχρονη επιστήμη τους έχει ανακαλύψει, άλλους όχι. Όσο η επιστήμη προχωράει, τόσο καταλαβαίνει ότι στο σύμπαν δεν βασιλεύει η τυχαιότητα αλλά η τάξη, μια τάξη τόσο αρμονική που είναι ασύλληπτη για τη δική μας περιορισμένη κατανόηση.Υπάρχει μια νομοτέλεια στην οποία τα πάντα υπακούν μέσα από κοσμικούς νόμους. Ένας από αυτούς είναι ο «νόμος του επτά».
Χιλιάδες χρόνια πριν, οι αρχαίοι σοφοί, παρατηρώντας τη Φύση, ανακάλυψαν ότι όλα τα φαινόμενα, από το πολύ μικρό μέχρι το πολύ μεγάλο, όλες οι διαδικασίες και εκδηλώσεις, αλλά και η ίδια μας η ζωή, τόσο η βιολογική όσο και η ψυχολογική, παρουσιάζουν πάντοτε κατά την πραγματοποίησή τους επτά ανεξάρτητες όψεις. Ονόμασαν λοιπόν αυτή την πραγματικότητα «νόμο των επτά όψεων κάθε ολοκληρωμένου φαινομένου» ή απλά «νόμο του επτά».
Προκειμένου η πολύτιμη αυτή γνώση να μη χαθεί, αποτυπώθηκε σε ορισμένα γνωστά φαινόμενα, όπως ο ήχος, με τη δημιουργία της επτατονικής κλίμακας (νόμος της οκτάβας), το φως, με τα επτά χρώματα του φάσματος κοκ.«Ακόμη και ο τρόπος που διαιρούμε το χρόνο, δηλαδή η διαίρεση των ημερών της εβδομάδας σε εργάσιμες μέρες και σε Κυριακές αλλά και βιβλικός μύθος της δημιουργίας του κόσμου σε έξι μέρες και της έβδομης μέρας κατά την οποία ο Θεός αναπαύτηκε από τα έργα του, είναι επίσης έκφραση του νόμου της οκτάβας ή μια ένδειξή του, αν και ατελής».
Πρόσφατα λοιπόν, ο γενικός αυτός νόμος, που γνώριζαν οι αρχαίοι σοφοί, αποδείχτηκε και από τους σύγχρονους επιστήμονες, οι οποίοι μας είπαν το εξής καταπληκτικό: όλη η ζωή, τα πάντα, κινούνται, δονούνται στη συχνότητα του επτά. Το επτά είναι το beat της δημιουργίας!
ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΠΟΥ ΞΕΧΑΣΑΜΕ
Προχώρησαν όμως και ένα βήμα παραπέρα: πίσω από τις πολυπλοκότητες της ζωής, που αντιμετωπίζει και συχνά κατασκευάζει ο νους μας, φαίνεται ότι υπάρχει ένας βασικός ρυθμός που οργανώνει τα πάντα. Κάθε φορά που προσπαθούμε να συντονιστούμε με αυτό το ρυθμό, ερχόμαστε σε συντονισμό με το λόγο, την αιτία για την οποία δημιουργηθήκαμε.
Εδώ η σύγχρονη επιστήμη έρχεται και μας λέει κάτι εξαιρετικά σημαντικό, κάτι που οι άνθρωποι στο απώτατο παρελθόν γνώριζαν πολύ καλά και είχαν αποτυπώσει στις διάφορες παραδόσεις τους: η αρμονία, άρα η ευτυχία μας, μπορεί να προέλθει μόνο εάν συντονίζουμε τη δράση μας, την καθημερινότητά μας, με τους κοσμικούς νόμους, με τον Παγκόσμιο Ρυθμό, με τη Θεία νομοτέλεια.
Τι συμβαίνει σήμερα; Το ακριβώς αντίθετο! Προσπαθούμε διαρκώς να φέρουμε τη Φύση, όλη τη Δημιουργία, στα δικά μας μέτρα, έτσι ώστε τα πάντα να ταιριάζουν στο δικό μας τεχνητό ρυθμό, στις απαιτήσεις της πολυάσχολης ζωής μας. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς ότι πάμε κατά διαόλου…
Στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κυβέρνηση της Βρετανίας, έχοντας μεγάλη ανάγκη από πολεμοφόδια, ζήτησε από τους εργάτες της πολεμικής της βιομηχανίας να κάνουν μια υπερπροσπάθεια και να δουλέψουν επτά μέρες την εβδομάδα χωρίς ρεπό.Πράγματι αυτό έγινε, όμως με έκπληξη η κυβέρνηση διαπίστωσε πως αν και οι εργάτες δούλευαν επτά μέρες, η απόδοσή τους αρχίσει να πέφτει σε σημείο η παραγωγή να είναι πολύ μικρότερη σε σχέση με πριν που οι εργαζόμενοι είχαν μια μέρα ρεπό, ενώ παράλληλα αυξήθηκαν σημαντικά τα λάθη και τα ατυχήματα.
Η επταδικότητα συνεπώς που παρατηρείται σε όλα τα φαινόμενα, η δημιουργία του κόσμου σε έξι μέρες με την έβδομη να είναι ημέρα ανάπαυσης του Δημιουργού, δεν είναι απλά μια επιστημονική ανακάλυψη ή μια μυθική περιγραφή, αλλά μια ουσιαστική υπόμνηση για κάτι πολύ σημαντικό, που έχει να κάνει με την ίδια μας τη ζωή.Κάτι που ξεχάστηκε και σήμερα προσπαθούμε να το ξαναβρούμε, σε όλη του την ουσία και την πραγματικότητα. Ποια είναι λοιπόν η αληθινή σημασία αυτής της παύσης, που αποτυπώθηκε με την αργία του Σαββάτου και μετέπειτα της Κυριακής;
ΔΥΟ ΕΙΔΗ ΧΡΟΝΟΥ
Στις παλαιότερες κοινωνίες ο χρόνος δεν βιωνόταν ως μια γραμμική διαδοχή γεγονότων ίδιας σημασίας και τάξης. Όπως μας πληροφορεί ο Μίρτσεα Ελιάντε –ο σημαντικότερος θρησκειολόγος του 20ού αιώνα– παλιότερα για τον άνθρωπο υπήρχαν δυο τύποι χρόνου, ο ιερός και ο εκκοσμικευμένος. Ο πρώτος βιωνόταν στις θρησκευτικές γιορτές, ο δεύτερος στη συνηθισμένη καθημερινή ζωή.
Οι θρησκευτικές γιορτές επικαιροποιούσαν ξανά τα ιερά γεγονότα της παράδοσης, έτσι η συμμετοχή των ανθρώπων σε αυτές σηματοδοτούσε την έξοδό τους από το συνηθισμένο χρόνο και την είσοδό τους στον ιερό χρόνο. Οι θρησκευτικές γιορτές είχαν περιοδικότητα, έτσι ο ιερός χρόνος ήταν επίσης κυκλικός.
Ο ιερός χρόνος ήταν αφιερωμένος στην καρδιά, στον εαυτό, στους άλλους, στον Θεό, και δεν μετριόταν σε λεπτά, ώρες ή μέρες. Λειτουργούσε θεραπευτικά, ως βάλσαμο, εναρμονίζοντας τον άνθρωπο ξανά με την ουσία της ύπαρξής του. Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Charles Laughlin, τα θρησκευτικά σύμβολα και οι πρακτικές έχουν ως αποτέλεσμα την αναδιοργάνωση του νευρικού μας συστήματος, που φέρνει μια μεγαλύτερη ενοποίηση των νευρικών μας μονοπατιών (neuralpathways).
Αυτό με τη σειρά του προκαλεί ανάλογα συναισθήματα, όπως μια αίσθηση ολότητας όσον αφορά τον εαυτό μας, μια μεγαλύτερη αίσθηση ενότητας με τους άλλους γύρω μας και τον κόσμο, και βέβαια μεγάλη μείωση του άγχους. Σήμερα η αίσθηση του ιερού χρόνου, μαζί και τα οφέλη της, έχει γενικά χαθεί. Διατηρούμε βέβαια τις περιοδικές γιορτές μας (Πάσχα, Χριστούγεννα κλπ.) αλλά δεν τις βιώνουμε ως κάτι ιερό, ως προϋπόθεση επαφής με το Θείο και ταυτόχρονα με τον εσώτερο εαυτό μας, αλλά απλά ως ένα έθιμο, μια ευκαιρία να ξεσκάσουμε και να ξεχαστούμε.
Τις υπόλοιπες μέρες τρέχουμε να προλάβουμε. Διαρκώς αναζητούμε κι άλλο χρόνο, για πράγματα που θεωρούμε σημαντικά. Για να κάνουμε χώρο και να βρούμε χρόνο γι’ αυτά τα «σημαντικά», αναγκαζόμαστε να τρώμε βιαστικά, να κάνουμε σεξ στα γρήγορα, να μην έχουμε χρόνο να χαλαρώσουμε, βιάζοντας καθετί ουσιαστικά σημαντικό – με αποτέλεσμα στο τέλος να νιώθουμε εξαντλημένοι και ανύπαρκτοι.
Εντέλει, αν κάτι μας χαρακτηρίζει αυτό είναι μια τεράστια «πείνα για χρόνο» και ταυτόχρονα μια παντελής έλλειψη επαφής με τη βαθύτερη διάσταση της ζωής, την πηγή της αληθινής ευτυχίας…Μάλιστα η πείνα μας έχει τόσο μεγαλώσει, που έχει εξελιχτεί σε ένα άγχος να μη χάνουμε χρόνο, να μη χάνουμε την επαφή μας με τον κόσμο. Έτσι το κινητό και το laptop μας ακολουθούν παντού, ακόμη και στις διακοπές. Κανείς δεν θέλει να μείνει πίσω, όμως αυτό έχει τεράστιο προσωπικό κόστος.
Όπως παρατηρεί ο Gary Eberle, καθηγητής ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Μίτσιγκαν, «το τίμημα για να μη μένουμε πίσω είναι ο προσωπικός μας χρόνος και είναι μια τραγωδία, αν σκεφτεί κανείς πως αυτός είναι ο πολύτιμος χρόνος της ψυχής μας – καθώς μέσα από τις στιγμές του παιχνιδιού, των χόμπι, του χρόνου που περνάμε με τους φίλους, εκφράζουμε το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μας».
Τόσο ο ίδιος όσο και πολλοί άλλοι ψυχολόγοι και ειδικοί τονίζουν ότι η ισορροπία έρχεται όταν εισάγουμε την έννοια του Σαββάτου στην καθημερινότητά μας, μια άλλη δηλαδή ποιότητα του χρόνου: όταν αφιερώνουμε μια ημέρα στον εαυτό μας, όπου παίρνουμε χρόνο για να ξεκουραστούμε και να ησυχάσει η ψυχή μας. Με άλλα λόγια, οι σημερινοί επιστήμονες ανακαλύπτουν ξανά την ξεχασμένη έννοια του «ιερού χρόνου» και προσπαθούν να την ξαναβάλουν στην καθημερινότητά μας με νέους όρους.
Βέβαια, η σημασία του ιερού χρόνου δεν χάθηκε τελείως. Όλες οι μεγάλες θρησκείες κάνουν ακόμα και σήμερα χώρο για τον ιερό χρόνο μέσα από τις μεγάλες γιορτές, τη Θεία Λειτουργία, την προσευχή, το διαλογισμό κλπ. Για τη συντριπτική πλειοψηφία όμως όλα αυτά είναι μια υποχρέωση, μια συνήθεια, μια μηχανική επανάληψη, ένα έθιμο και όχι ο δρόμος για την πηγή της ζωής.
Όπως ποιητικά λέει ο Eberle «ο ιερός χρόνος είναι πάντα παρών, όπως μια υπόγεια πηγή, που αρκεί να την ανακαλύψει ο ταξιδιώτης και να ξεδιψάσει, να ξεκουραστεί από το χρόνο… Οι γιορτές, τα Σάββατα κάθε εβδομάδα, τα ετήσια τελετουργικά, οι περίοδοι διαλογισμού, προσευχής ή περισυλλογής βοηθούν να ανοίξει η περιορισμένη όρασή μας και να αντιληφθούμε την αληθινή φύση της ζωής μας». Τι μπορούμε όμως πρακτικά να κάνουμε;
ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΤΕ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΣΑΒΒΑΤΟ
Το να έχουμε ένα Σάββατο ή μια Κυριακή μέσα στην εβδομάδα μας, λέει ο συγγραφέας και ψυχοθεραπευτής Wayne Muller, «είναι μια επαναστατική απάντηση στη βία της υπερβολικής δουλειάς, την ανόητη συσσώρευση αγαθών και τον ατέρμονο πολλαπλασιασμό των επιθυμιών, των ευθυνών και των επιτευγμάτων».
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Τζότζεφ Κάμπελ, που με ακόμη πιο πρακτικό τρόπο λέει: «Πρέπει να έχεις κάποιο χώρο ή κάποια ώρα της μέρας όπου δεν θα ξέρεις τι λένε οι πρωινές εφημερίδες. Ένα μέρος όπου απλά θα βιώνεις αυτό που είσαι ή θα μπορούσες να είσαι».
Η μέρα της παύσης δεν είναι απαραίτητο να είναι Σάββατο ή Κυριακή, αν και από εσωτερική σκοπιά έχει τη σημασία του ενώ ταυτόχρονα ταιριάζει στα περισσότερα προγράμματα δουλειάς. Το σημαντικό είναι να σχεδιάζετε ένα Σάββατο κάθε εβδομάδα (κάθε επτά μέρες δηλαδή) ως χρόνο αναπλήρωσης της ενέργειάς σας και ανανέωσης του πνεύματός σας.
Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι να μην αφήνετε τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της εβδομάδας, ακόμη και δουλειές του σπιτιού ή κοινωνικές υποχρεώσεις να διεισδύουν τη μέρα αυτή και να διεκδικούν την ενέργειά σας.
Επιτρέψτε στον εαυτό σας κάποιες στιγμές ιερού χρόνου, μια στιγμή χωρίς καμία πίεση και κανόνες, σαν να ξεκινάτε να ανακαλύψετε κάτι σπάνιο και όμορφο.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερος σχεδιασμός. Ο ιερός χρόνος είναι ευέλικτος. Μια βόλτα στο δρόμο, στο πάρκο, στην εξοχή, μια ήσυχη στιγμή στον κήπο, ή καθώς παίρνετε την πρώτη γουλιά του πρωινού καφέ σας – όλες αυτές και πολλές άλλες απλές δραστηριότητες μπορούν να ενταχθούν στον πολύτιμο χρόνο για τον εαυτό σας.
Καθώς επιτρέπετε στον εαυτό σας αυτό τον ιερό χρόνο, βαθμιαία θα νιώσετε πιο ήρεμοι και πιο ευτυχισμένοι. Τα τετριμμένα της ζωής μεγιστοποιούνται σε ένα νου που δεν βιώνει τον ιερό χρόνο. Και όσο και να μην το πιστεύουμε, αυτή η «πηγή» της ζωής και της χαράς δεν βρίσκεται κάπου έξω, αλλά μέσα μας.
Το Μανιφέστο του Σαββάτου
Ακόμα όμως και αν αφιερώσουμε μια μέρα την εβδομάδα στον εαυτό μας, δεν θα έχει καμία ευεργετική ουσιαστική επίδραση πάνω μας αν δεν αφήσουμε στην άκρη κάθε έγνοια, κάθε υποχρέωση και βέβαια τις «σειρήνες» της ηλεκτρονικής επικοινωνίας.Πρόσφατα ένας φίλος παρατήρησε κάτι που τον ανησύχησε, σε σχέση με τις κοινωνικές του σχέσεις: πιο πολλά μηνύματα και ευχές για τη νέα χρονιά και τα γενέθλιά του (28 Δεκεμβρίου) πήρε στον τοίχο του facebook του παρά δια ζώσης, τηλεφωνικά ή με κάρτες.
Το έψαξε και ανακάλυψε πως και άλλοι φίλοι έχουν αρχίσει να βλέπουν με ανησυχία ότι η αύξηση της ηλεκτρονικής επικοινωνίας έχει αρχίσει να επηρεάζει την ποιότητα της ζωής τους. Αυτό έχει οδηγήσει πολλούς σε μια μορφή αντίδρασης: μια μέρα την εβδομάδα δεν ανοίγουν καθόλου τον υπολογιστή τους.
Η μορφή αυτή αντίδρασης, όπως μαθαίνω, τείνει να πάρει μεγάλες διαστάσεις στο εξωτερικό, περιλαμβάνοντας κάθε μορφή ηλεκτρονικής επικοινωνίας, όπως κινητό, τηλεόραση και ραδιόφωνο.
Μάλιστα πρόσφατα κυκλοφόρησε και ένα Μανιφέστο για ένα Σάββατο χωρίς Τεχνολογία, που ενθαρρύνει τον κόσμο να περνάει μια μέρα την εβδομάδα με τους αγαπημένους του, στην εξοχή, στη σιωπή και με πράγματα που απολαμβάναμε πριν το διαδίκτυο να καταβροχθίζει την κάθε ελεύθερη στιγμή μας.
Το Μανιφέστο δεν εναντιώνεται στην τεχνολογία, καθώς είναι μέρος πια της καθημερινότητάς μας, αλλά επισημαίνει πως χρειάζεται μια ισορροπία, ένα διάλλειμα μέσα στην εβδομάδα μας από όλα αυτά. Έτσι προτείνει μια μέρα την εβδομάδα κανείς να δίνει άδεια στον εαυτό του από τα πάντα τηρώντας τον εξής «δεκάλογο»:
.
1. Αποφύγετε την Τεχνολογία
2. Συνδεθείτε με τους Αγαπημένους σας
3. Φροντίστε την Υγεία σας
4. Βγείτε Έξω
5. Αποφύγετε τις Αγορές
6. Ανάψτε Κεριά το Βράδυ
7. Πιείτε Κρασί
8. Φάτε Πολύ Λιτά
9. Καθίστε για Λίγο Σιωπηλός
10. Δωρίστε Κάτι σε Κάποιον
-------------------------
*ΕΞΟΔΟΣ κεφάλαιο 2020,8 μνήσθητι τὴν ἡμέρα τῶν σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν.
[Να θυμάσαι την ημέρα του σαββάτου, για να την αγιάζεις.]
20,9 ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου·
20,10 τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου· οὐ ποιήσεις ἐν αὐτῇ πᾶν ἔργον, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου, ὁ βοῦς σου καὶ τὸ ὑποζύγιόν σου καὶ πᾶν κτῆνός σου καὶ ὁ προσήλυτος ὁ παροικῶν ἐν σοί.
20,11 ἐν γὰρ ἓξ ἡμέραις ἐποίησε Κύριος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς καὶ κατέπαυσε τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ· διὰ τοῦτο εὐλόγησε Κύριος τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην καὶ ἡγίασεν αὐτήν.
[Επειδή, σε έξι ημέρες δημιούργησε ο Κύριος τον ουρανό και τη Γη, τη θάλασσα και όλα όσα βρίσκονται σ' αυτά.]Σημ.: Οι πιστοί συχνά υποστηρίζουν πως οι "μέρες" της δημιουργίας έχουν αλληγορική (μεταφορική) σημασία, αλλά το συγκεκριμένο εδάφιο είναι αρκετά σαφές και φαίνεται να τους διαψεύδει. Σύμφωνα με τη Βίβλο ο Θεός έφτιαξε το σύμπαν σε έξι μέρες 24 ωρών!
Είναι απαραίτητο να τηρείται η αργία του Σαββάτου;
ΝΑΙ, είναι απαραίτητο
Εξ 16,29
ἴδετε, ὁ γὰρ Κύριος ἔδωκεν ὑμῖν σάββατα τὴν ἡμέραν ταύτην· […] καθήσεσθε ἕκαστος εἰς τοὺς οἴκους ὑμῶν, μηδεὶς ἐκπορευέσθω ἐκ τοῦ τόπου αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ.
Εξ 20,8
μνήσθητι τὴν ἡμέρα τῶν σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν.
Εξ 31,13-15
καὶ σὺ σύνταξον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ λέγων· ὁρᾶτε, καὶ τὰ σάββατά μου φυλάξεσθε· σημεῖόν ἐστι παρ᾿ ἐμοὶ καὶ ἐν ἐμοὶ εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν, ἵνα γνῶτε ὅτι ἐγὼ Κύριος ὁ ἁγιάζων ὑμᾶς. καὶ φυλάξεσθε τὰ σάββατα, ὅτι ἅγιον τοῦτό ἐστι Κυρίῳ ὑμῖν· ὁ βεβηλῶν αὐτὸ θανάτῳ θανατωθήσεται· πᾶς ὃς ποιήσει ἐν αὐτῷ ἔργον, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐκ μέσου τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. ἓξ ἡμέρας ποιήσεις ἔργα, τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα, ἀνάπαυσις ἁγία τῷ Κυρίῳ· πᾶς ὃς ποιήσει ἔργον τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ, θανατωθήσεται.
Εξ 34,21
ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ, τῇ δὲ ἑβδόμῃ καταπαύσεις· τῷ σπόρῳ καὶ τῷ ἀμήτῳ κατάπαυσις.
Εξ 35,2
ἓξ ἡμέρας ποιήσεις ἔργα, τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ κατάπαυσις, ἅγια σάββατα, ἀνάπαυσις Κυρίῳ· πᾶς ὁ ποιῶν ἔργον ἐν αὐτῇ τελευτάτω.
Λευ 19,3
ἕκαστος πατέρα αὐτοῦ καὶ μητέρα αὐτοῦ φοβείσθω, καὶ τὰ σάββατά μου φυλάξεσθε· ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν.
Λευ 23,3
ἓξ ἡμέρας ποιήσεις ἔργα, τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα ἀνάπαυσις κλητὴ ἁγία τῷ Κυρίῳ· πᾶν ἔργον οὐ ποιήσεις, σάββατά ἐστι τῷ Κυρίῳ ἐν πάσῃ κατοικίᾳ ὑμῶν.
Αρ 15,32.36
Καὶ ἦσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ εὗρον ἄνδρα συλλέγοντα ξύλα τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων […] καὶ ἐξήγαγον αὐτὸν πᾶσα ἡ συναγωγὴ ἔξω τῆς παρεμβολῆς, καὶ ἐλιθοβόλησεν αὐτὸν πᾶσα ἡ συναγωγὴ λίθοις ἔξω τῆς παρεμβολῆς, καθὰ συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ.
Δευτ 5,12
φύλαξαι τὴν ἡμέραν τῶν σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν, ὃν τρόπον ἐνετείλατό σοι Κύριος ὁ Θεός σου.
Ησ 56,2
μακάριος ἀνὴρ ὁ ποιῶν ταῦτα καὶ ἄνθρωπος ὁ ἀντεχόμενος αὐτῶν καὶ φυλάσσων τὰ σάββατα μὴ βεβηλοῦν καὶ διατηρῶν τὰς χεῖρας αὐτοῦ μὴ ποιεῖν ἄδικα.
ΟΧΙ, δεν είναι απαραίτητο
Ησ 1,13
ὐ προσθήσεσθαι· ἐὰν φέρητε σεμίδαλιν, μάταιον· θυμίαμα, βδέλυγμά μοί ἐστι· τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰ σάββατα καὶ ἡμέραν μεγάλην οὐκ ἀνέχομαι· νηστείαν καὶ ἀργίαν
Μτ 12,2
οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἰδόντες εἶπον αὐτῷ· Ἰδοὺ οἱ μαθηταί σου ποιοῦσιν ὃ οὐκ ἔξεστι ποιεῖν ἐν σαββάτῳ.
Ιω 5,16
Καὶ διὰ τοῦτο ἐδίωκον τὸν Ἰησοῦν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι, ὅτι ταῦτα ἐποίει ἐν σαββάτῳ.
Ρωμ 14,5
ὃς μὲν κρίνει ἡμέραν παρ' ἡμέραν, ὃς δὲ κρίνει πᾶσαν ἡμέραν. ἕκαστος ἐν τῷ ἰδίῳ νοῒ πληροφορείσθω.
Κολ 2,16
Μὴ οὖν τις ὑμᾶς κρινέτω ἐν βρώσει ἢ ἐν πόσει ἢ ἐν μέρει ἑορτῆς ἢ νουμηνίας ἢ σαββάτων
Η Ναυμαχία στο Νότιον (407 π.Χ.) - Η λανθασμένη τακτική
Μήπως εσκεμμένα επέλεξε ο Αλκιβιάδης ως προσωρινό αντικαταστάτη του τον ανόητο, υπεροπτικό και επιπόλαιο Αντίοχο;
Περίληψη: Μετά τη λαμπρή νίκη στην Κύζικο, οι Αθηναίοι επικέντρωσαν την προσοχή τους στην Ιωνία και στο Αιγαίο για να προχωρήσουν στην τελευταία φάση του πολέμου που πίστευαν ότι θα ήταν για εκείνους θρίαμβος. Στo πλαίσιo, λοιπόν, της αποκαταστάσεως της Ηγεμονίας και της κατατροπώσεως του Σπαρτιατικού Στόλου, ήλθαν αντιμέτωποι με τους Σπαρτιάτες στο Νότιον.
Το άρθρο αυτό επικεντρώνεται στην έλλειψη ορθής Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως του Αντιόχου και στην παράδοξη εκλογή του από τον Αλκιβιάδη για τη Διοίκηση του Αθηναϊκού Στόλου.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το έτος 407 π.Χ. Ναύαρχος του Σπαρτιατικού Στόλου ήταν ο Λύσανδρος, μια πραγματικά ένδοξη και χαρισματική προσωπικότητα. Εκείνος είχε προετοιμαστεί πυρετωδώς για μια νέα αναμέτρηση με την Αθήνα, κατορθώνοντας να αποκτήσει στόλο 70 πλοίων και να εγκαταστήσει τη βάση του στην Έφεσο, μια πόλη κοντά στην επαρχιακή πρωτεύουσα των Περσών, τις Σάρδεις.
Οι καλές σχέσεις του Λυσάνδρου με τον Κύρο θορύβησαν τους Αθηναίους, οι οποίοι έβλεπαν πως έπρεπε να εκβιάσουν προς μια καθοριστική ναυμαχία, ώστε νικώντας να πείσουν τους Σπαρτιάτες να συνθηκολογήσουν. Οποιαδήποτε καθυστέρηση θα δυνάμωνε τους αντιπάλους και θα ανάγκαζε πολλά πληρώματα του Αθηναϊκού Στόλου να λιποτακτήσουν.
Ναύαρχος του Αθηναϊκού Στόλου ήταν ο Αλκιβιάδης, ο οποίος προσπαθούσε να αναζητήσει λάφυρα για να πληρώσει τους άνδρες του, διότι τα ταμεία ήταν άδεια. Αυτό τον έκανε να καθυστερεί να ναυμαχήσει, γεγονός που εκμεταλλεύθηκαν τελικώς οι Σπαρτιάτες, οι οποίοι είχαν τον χρόνο να εκπαιδεύσουν τα πληρώματά τους και να μελετήσουν την επιχειρησιακή σχεδίασή τους.
ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ
Από τις περσικές ενισχύσεις ο Λύσανδρος έδιδε μισθό τεσσάρων οβολών[1] σε κάθε ναύτη, σε αντίθεση με τον Αλκιβιάδη, ο οποίος δυσκολευόταν πολύ να δώσει ακόμα και τους τρεις οβολούς που θεωρούντο ο κανονικός μισθός της εποχής εκείνης. Ως συνέπεια του τελευταίου, παρατηρήθηκε το φαινόμενο, που αρχικά φόβιζε τους Αθηναίους, της λιποταξίας των πληρωμάτων του Αθηναϊκού Στόλου λόγω ανεπαρκούς μισθοδοσίας.
Ο Λύσανδρος, αντιθέτως, είχε συγκροτήσει το ναυτικό του με αρκετούς άνδρες και είχε ανελκύσει τα πλοία του στην ξηρά της Εφέσου.
Κατά τον Πλούταρχο, ο Αλκιβιάδης μετέβη στην Καρία για να βρει χρήματα. Άφησε στον στόλο του επικεφαλής τον προσωπικό του κυβερνήτη Αντίοχο, με την εντολή «να μη ναυμαχήσει ακόμα κι αν του επιτεθούν». Κατά τον Ξενοφώντα, ο Αλκιβιάδης άφησε τον Αντίοχο με την ίδια εντολή και έφυγε όχι για την Καρία προκειμένου να βρει χρήματα, αλλά για να βοηθήσει τον Θρασύβουλο, ο οποίος οχύρωνε τη Φώκαια. Από την άλλη πλευρά, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης μας λέγει ότι όταν ο Αλκιβιάδης έμαθε ότι ο Λύσανδρος αρματώνει τον στόλο του στην Έφεσο, έβαλε πλώρη για να τον αντιμετωπίσει με ολόκληρο τον δικό του. Επειδή δεν βγήκε κανείς να ναυμαχήσει, προσόρμισε τα περισσότερα πλοία του στο Νότιον, παρέδωσε την αρχηγία στον Αντίοχο, με τις ίδιες πάντα εντολές, και κατευθύνθηκε προς τις Κλαζομενές, που ήταν σύμμαχος πόλη των Αθηναίων και υπέφερε από λεηλασίες κάποιων εξορίστων.
Παρά τη σύγχυση που δημιουργούν οι διαφορετικές πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων σχετικά με τον λόγο και τον τόπο στον οποίο βρισκόταν ο Αλκιβιάδης, δίδεται καθαρά σημασία στο γεγονός ότι σε αυτή την κρίσιμη στιγμή ο Αλκιβιάδης απουσίαζε, αφήνοντας πίσω του όχι έναν Στρατηγό ή Τριήραρχο αλλά έναν Κυβερνήτη!
ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ
Ο Αντίοχος, παρά την εντολή που είχε λάβει από τον Αλκιβιάδη «να μην εμπλακεί σε ναυμαχία μέχρι να επιστρέψει ο ίδιος», επάνδρωσε τα δέκα καλύτερα πλοία του στόλου.Εκ παραλλήλου διέταξε τους κυβερνήτες να έχουν τα υπόλοιπα σε ετοιμότητα σε περίπτωση που χρειαστεί να ναυμαχήσουν. Κατόπιν κατευθύνθηκε εναντίον των εχθρών και τους προκαλούσε σε ναυμαχία:
«…ἐπιπλεῦσαι τῇ Ἐφέσῳ καὶ παρὰ τὰς πρῴρας τῶν πολεμίων
νεῶν πολλὰ καὶ πράττων καὶ φθεγγόμενος
ἀκόλαστα καὶ βωμολόχα παρεξελαύνειν».
[…έπλευσε με αυτές (τις τριήρεις) στην Έφεσο και παραπλέοντας κοντά στις πλώρες των εχθρών έλεγε και έπραττε πολλά ακόλαστα και βωμόλοχα].
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ήθελε να προκαλέσει τον αντίπαλο για ναυμαχία. Όσα ακολούθησαν, δίνουν την εντύπωση ότι ενδεχομένως είχε ως σκοπό μετά την πρόκληση να επαναλάβει την επιτυχή τακτική του Αλκιβιάδου κατά την ναυμαχία της Κυζίκου (410 π.Χ.). Ήθελε, εν ολίγοις, να προκαλέσει τον εχθρό δείχνοντάς του ότι διαθέτει λιγότερα πλοία, να τον παρασύρει στα ανοικτά και μετά να τον αιφνιδιάσει με την επίθεση όλου του στόλου, ο οποίος με κάποιον «μαγικό» τρόπο θα είχε πετύχει και την υπερφαλάγγιση. Όλα αυτά όμως έγιναν επιπόλαια, δίχως σαφείς οδηγίες ελέγχου, καθορισμό ευθυνών και συντονισμό ενεργειών, μέτρα απολύτως αναγκαία στο εσωτερικό ενός Θεάτρου Επιχειρήσεων (ΘΕ).
ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ
Ο Λύσανδρος, που είχε διακριθεί κατά το παρελθόν και είχε μελετήσει σοβαρά το θέμα της τακτικής των Αθηναίων, γνώριζε την Επιχειρησιακή Σχεδίαση που είχε εκτελεσθεί κατά τη ναυμαχία της Κυζίκου, παρά το γεγονός ότι στην εν λόγω σύγκρουση επικεφαλής του Σπαρτιατικού Στόλου ήταν ο Μίνδαρος. Το τελευταίο δεν τον εμπόδισε να μελετήσει όλες τις παραμέτρους μιας ναυμαχίας στην οποία ο στόλος του είχε ηττηθεί.
Με σύγχρονους όρους, θα λέγαμε ότι στο σύστημα πληροφοριών του Αρχηγείου Στόλουβτου Λυσάνδρου είχε καθοριστεί, εν τάχει, μια Σύνοψη Εχθρικής Καταστάσεως (πληροφορίες για τις Εχθρικές Δυνάμεις και Τρόποι Ενεργείας του εχθρού), ενώ Ουσιώδη Στοιχεία Πληροφοριών (ΟΥΣΠ) αποτελούσαν το γεγονός ότι ο Αλκιβιάδης έλειπε και το ότι είχε αναθέσει την διοίκηση του στόλου του σε έναν άπειρο αξιωματικό.
Με βάση τα ανωτέρω, ο Σπαρτιάτης Ναύαρχος αντιλήφθηκε την ανάγκη αξιοποίησης μιας ευκαιρίας με διπλό όφελος: α) Να νικήσει σε μια ναυμαχία δίχως μεγάλες απώλειες. β) Να γελοιοποιήσει τον αθηναϊκό στόλο.
Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ
Απαντώντας στη πρόκληση του Αντιόχου, ο Λύσανδρος τον κατεδίωξε, αρχικώς με λίγα πλοία. Οι Αθηναίοι έσπευσαν με τα υπόλοιπα πλοία του στολίσκου να βοηθήσουν τον Αντίοχο. Τότε ο Λύσανδρος έδωσε σε ολόκληρο τον στόλο του διάταξη μάχης και του επιτέθηκε.
Από το Νότιον η κύρια δύναμη του Αθηναϊκού Στόλου είδε τον μικρό στολίσκο του να επιστρέφει με τον αντίπαλο να τον καταδιώκει σε απόσταση αναπνοής!
Tο αίσθημα του αιφνιδιασμού και κατ’ επέκταση του πανικού καλλιεργήθηκε στον Αθηναϊκό Στόλο παρά την προσπάθεια για το αντίθετο. Δεν υπήρχε χρόνος ούτε για την εξεύρεση της κατάλληλης ηγεσίας ούτε για ανάλογο σχηματισμό μάχης. Τα αθηναϊκά πλοία καθελκύονταν στην θάλασσα όπως – όπως, με αποτέλεσμα να επικρατεί μεταξύ τους χάος και ταραχή.
Ο Στόλος του Λυσάνδρου ναυμάχησε, αντιθέτως, με τάξη, σκότωσε τον Αντίοχο, κατέλαβε πολλά πλοία, συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους και φυσικά έστησε τρόπαιο νίκης.
Όταν ο Αλκιβιάδης πληροφορήθηκε τα συμβάντα, ήταν πλέον αργά. Επιστρέφοντας με τα υπόλοιπα πλοία του κινήθηκε με ολόκληρο πλέον τον στόλο του κατά του Λυσάνδρου προκαλώντας τον σε νέα ναυμαχία. Όμως εκείνος αρκέσθηκε στη νίκη του και δεν κινήθηκε κατά του αντιπάλου του.βΗ ήττα του Αθηναϊκού Στόλου και η ανοησία του Αντιόχου εξόργισαν τον δήμο των Αθηναίων, ο οποίος προέβη στην καθαίρεση του Αλκιβιάδου.
Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΟΧΟΥ – ΜΕΡΙΚΕΣ ΚΡΙΣΕΙΣ
Τα ερωτήματα που τίθενται σχετικά με την παράδοξη εκλογή του Αντιόχου οδηγούν σε ποικίλες θεωρίες. Οι διαθέσιμες πληροφορίες από τα αρχαία κείμενα, αν και δεν είναι επαρκείς, μας σκιαγραφούν, εν συντομία, την προσωπικότητά του. Κατά τον Διόδωρο Σικελιώτη ήταν ένας άνθρωπος.
«ὁ ἐν τῇ φύσει πρόχειρος»,
Ένας ανόητος, όμως, δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί την κρίσιμη αυτή κατάσταση και ένας υπεροπτικός θα εκμεταλλευόταν την ευκαιρία προκειμένου να διακριθεί δίχως να μελετήσει το κόστος. Ο Αντίοχος ήταν το κατάλληλο πρόσωπο, διότι διέθετε όλα τα παραπάνω στοιχεία.
Με μια απλή αποτύπωση της Προπαρασκευής και της Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως των εμπολέμων, δεν αφήνονται αμφιβολίες για το ποιος θα ήταν ο νικητής.
Οι Πελοποννήσιοι με τον Λύσανδρο είχαν:
α) Προετοιμαστεί καλύτερα με πλοία, εκπαιδεύσεις και σχέδια δράσεως.
β) Ενισχυθεί οικονομικά από την περσική βοήθεια.
γ) Ενισχυθεί σε πληρώματα από τις λιποταξίες του αντιπάλου στόλου.
δ) Επιλέξει ένα μέρος «κλειδί», κοντά στις Σάρδεις, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ενισχύσεως σε περίπτωση ανάγκης.
Πάνω απ’ όλα έδειξαν ότι είχαν ένα σαφή Αντικειμενικό Σκοπό (ΑΝΣΚ). Δεν αναλώθηκαν με οποιεσδήποτε και οπουδήποτε επιθέσεις, επιλέγοντας προσεκτικά τους άξονες προσβολής.
Ο Αντίοχος, αντιθέτως, επέλεξε, μέσω ελιγμού να εκτελέσει επίθεση – κατ΄ αυτόν προετοιμασμένη ενώ κατ’ ουσίαν εσπευσμένη – εναντίον μιας καλά οργανωμένης εχθρικής αμυντικής τοποθεσίας. Με έναν «άκαμπτο» ελιγμό προσποιήσεως (παραπλανητική ενέργεια) δεν είχε τη δυνατότητα ταχείας αντιδράσεως σε απρόβλεπτες καταστάσεις. Θα έπρεπε η επίθεση αυτή να ήταν περιορισμένου ΑΝΣΚ ώστε να αποκαλύψει την επιθυμητή αδυναμία του εχθρού και εν συνεχεία να ακολουθήσει η προετοιμασμένη επίθεση. Ο εσφαλμένος ΑΝΣΚ, η επιπολαιότητα, και οι άσκοπες ενέργειες εντυπωσιασμού τον οδήγησαν σε παταγώδη ήττα! Εκ παραλλήλου θα πρέπει να τονίσουμε και το μεγάλο στρατηγικό λάθος του Αντιόχου, να επαναλάβει μια συγκεκριμένη τακτική απέναντι στον ίδιο εχθρό!
Έτσι, έδωσε την ευκαιρία στους Πελοποννησίους να:
α) Του υπενθυμίσουν τη ρήση «Ο εχθρός θυμάται».
β) Του υπενθυμίσουν τη ρήση «Μην υποτιμάς τον εχθρό» (δίχως να γνωρίζουμε το γιατί, ο Αντίοχος είχε την πεποίθηση ότι θα είχε μια νίκη «ακονιτί» σε μια ναυμαχία «περιπάτου»).
γ) Περάσουν σε αντεπίθεση «επιστρέφοντας» τον αιφνιδιασμό που ετοίμαζε αρχικώς για εκείνους.
δ) Του αποδείξουν ότι η ασφάλεια είναι ουσιώδης για την εφαρμογή των λοιπών αρχών του πολέμου και αν δεν τηρείται πρώτα η αρχή της ασφάλειας, δεν εφαρμόζεται ο αιφνιδιασμός του αντιπάλου.
Το άρθρο αυτό επικεντρώνεται στην έλλειψη ορθής Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως του Αντιόχου και στην παράδοξη εκλογή του από τον Αλκιβιάδη για τη Διοίκηση του Αθηναϊκού Στόλου.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το έτος 407 π.Χ. Ναύαρχος του Σπαρτιατικού Στόλου ήταν ο Λύσανδρος, μια πραγματικά ένδοξη και χαρισματική προσωπικότητα. Εκείνος είχε προετοιμαστεί πυρετωδώς για μια νέα αναμέτρηση με την Αθήνα, κατορθώνοντας να αποκτήσει στόλο 70 πλοίων και να εγκαταστήσει τη βάση του στην Έφεσο, μια πόλη κοντά στην επαρχιακή πρωτεύουσα των Περσών, τις Σάρδεις.
Οι καλές σχέσεις του Λυσάνδρου με τον Κύρο θορύβησαν τους Αθηναίους, οι οποίοι έβλεπαν πως έπρεπε να εκβιάσουν προς μια καθοριστική ναυμαχία, ώστε νικώντας να πείσουν τους Σπαρτιάτες να συνθηκολογήσουν. Οποιαδήποτε καθυστέρηση θα δυνάμωνε τους αντιπάλους και θα ανάγκαζε πολλά πληρώματα του Αθηναϊκού Στόλου να λιποτακτήσουν.
Ναύαρχος του Αθηναϊκού Στόλου ήταν ο Αλκιβιάδης, ο οποίος προσπαθούσε να αναζητήσει λάφυρα για να πληρώσει τους άνδρες του, διότι τα ταμεία ήταν άδεια. Αυτό τον έκανε να καθυστερεί να ναυμαχήσει, γεγονός που εκμεταλλεύθηκαν τελικώς οι Σπαρτιάτες, οι οποίοι είχαν τον χρόνο να εκπαιδεύσουν τα πληρώματά τους και να μελετήσουν την επιχειρησιακή σχεδίασή τους.
ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ
Από τις περσικές ενισχύσεις ο Λύσανδρος έδιδε μισθό τεσσάρων οβολών[1] σε κάθε ναύτη, σε αντίθεση με τον Αλκιβιάδη, ο οποίος δυσκολευόταν πολύ να δώσει ακόμα και τους τρεις οβολούς που θεωρούντο ο κανονικός μισθός της εποχής εκείνης. Ως συνέπεια του τελευταίου, παρατηρήθηκε το φαινόμενο, που αρχικά φόβιζε τους Αθηναίους, της λιποταξίας των πληρωμάτων του Αθηναϊκού Στόλου λόγω ανεπαρκούς μισθοδοσίας.
Ο Λύσανδρος, αντιθέτως, είχε συγκροτήσει το ναυτικό του με αρκετούς άνδρες και είχε ανελκύσει τα πλοία του στην ξηρά της Εφέσου.
Κατά τον Πλούταρχο, ο Αλκιβιάδης μετέβη στην Καρία για να βρει χρήματα. Άφησε στον στόλο του επικεφαλής τον προσωπικό του κυβερνήτη Αντίοχο, με την εντολή «να μη ναυμαχήσει ακόμα κι αν του επιτεθούν». Κατά τον Ξενοφώντα, ο Αλκιβιάδης άφησε τον Αντίοχο με την ίδια εντολή και έφυγε όχι για την Καρία προκειμένου να βρει χρήματα, αλλά για να βοηθήσει τον Θρασύβουλο, ο οποίος οχύρωνε τη Φώκαια. Από την άλλη πλευρά, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης μας λέγει ότι όταν ο Αλκιβιάδης έμαθε ότι ο Λύσανδρος αρματώνει τον στόλο του στην Έφεσο, έβαλε πλώρη για να τον αντιμετωπίσει με ολόκληρο τον δικό του. Επειδή δεν βγήκε κανείς να ναυμαχήσει, προσόρμισε τα περισσότερα πλοία του στο Νότιον, παρέδωσε την αρχηγία στον Αντίοχο, με τις ίδιες πάντα εντολές, και κατευθύνθηκε προς τις Κλαζομενές, που ήταν σύμμαχος πόλη των Αθηναίων και υπέφερε από λεηλασίες κάποιων εξορίστων.
Παρά τη σύγχυση που δημιουργούν οι διαφορετικές πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων σχετικά με τον λόγο και τον τόπο στον οποίο βρισκόταν ο Αλκιβιάδης, δίδεται καθαρά σημασία στο γεγονός ότι σε αυτή την κρίσιμη στιγμή ο Αλκιβιάδης απουσίαζε, αφήνοντας πίσω του όχι έναν Στρατηγό ή Τριήραρχο αλλά έναν Κυβερνήτη!
ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ
Ο Αντίοχος, παρά την εντολή που είχε λάβει από τον Αλκιβιάδη «να μην εμπλακεί σε ναυμαχία μέχρι να επιστρέψει ο ίδιος», επάνδρωσε τα δέκα καλύτερα πλοία του στόλου.Εκ παραλλήλου διέταξε τους κυβερνήτες να έχουν τα υπόλοιπα σε ετοιμότητα σε περίπτωση που χρειαστεί να ναυμαχήσουν. Κατόπιν κατευθύνθηκε εναντίον των εχθρών και τους προκαλούσε σε ναυμαχία:
«…ἐπιπλεῦσαι τῇ Ἐφέσῳ καὶ παρὰ τὰς πρῴρας τῶν πολεμίων
νεῶν πολλὰ καὶ πράττων καὶ φθεγγόμενος
ἀκόλαστα καὶ βωμολόχα παρεξελαύνειν».
[…έπλευσε με αυτές (τις τριήρεις) στην Έφεσο και παραπλέοντας κοντά στις πλώρες των εχθρών έλεγε και έπραττε πολλά ακόλαστα και βωμόλοχα].
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ήθελε να προκαλέσει τον αντίπαλο για ναυμαχία. Όσα ακολούθησαν, δίνουν την εντύπωση ότι ενδεχομένως είχε ως σκοπό μετά την πρόκληση να επαναλάβει την επιτυχή τακτική του Αλκιβιάδου κατά την ναυμαχία της Κυζίκου (410 π.Χ.). Ήθελε, εν ολίγοις, να προκαλέσει τον εχθρό δείχνοντάς του ότι διαθέτει λιγότερα πλοία, να τον παρασύρει στα ανοικτά και μετά να τον αιφνιδιάσει με την επίθεση όλου του στόλου, ο οποίος με κάποιον «μαγικό» τρόπο θα είχε πετύχει και την υπερφαλάγγιση. Όλα αυτά όμως έγιναν επιπόλαια, δίχως σαφείς οδηγίες ελέγχου, καθορισμό ευθυνών και συντονισμό ενεργειών, μέτρα απολύτως αναγκαία στο εσωτερικό ενός Θεάτρου Επιχειρήσεων (ΘΕ).
ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ
Ο Λύσανδρος, που είχε διακριθεί κατά το παρελθόν και είχε μελετήσει σοβαρά το θέμα της τακτικής των Αθηναίων, γνώριζε την Επιχειρησιακή Σχεδίαση που είχε εκτελεσθεί κατά τη ναυμαχία της Κυζίκου, παρά το γεγονός ότι στην εν λόγω σύγκρουση επικεφαλής του Σπαρτιατικού Στόλου ήταν ο Μίνδαρος. Το τελευταίο δεν τον εμπόδισε να μελετήσει όλες τις παραμέτρους μιας ναυμαχίας στην οποία ο στόλος του είχε ηττηθεί.
Με σύγχρονους όρους, θα λέγαμε ότι στο σύστημα πληροφοριών του Αρχηγείου Στόλουβτου Λυσάνδρου είχε καθοριστεί, εν τάχει, μια Σύνοψη Εχθρικής Καταστάσεως (πληροφορίες για τις Εχθρικές Δυνάμεις και Τρόποι Ενεργείας του εχθρού), ενώ Ουσιώδη Στοιχεία Πληροφοριών (ΟΥΣΠ) αποτελούσαν το γεγονός ότι ο Αλκιβιάδης έλειπε και το ότι είχε αναθέσει την διοίκηση του στόλου του σε έναν άπειρο αξιωματικό.
Με βάση τα ανωτέρω, ο Σπαρτιάτης Ναύαρχος αντιλήφθηκε την ανάγκη αξιοποίησης μιας ευκαιρίας με διπλό όφελος: α) Να νικήσει σε μια ναυμαχία δίχως μεγάλες απώλειες. β) Να γελοιοποιήσει τον αθηναϊκό στόλο.
Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ
Απαντώντας στη πρόκληση του Αντιόχου, ο Λύσανδρος τον κατεδίωξε, αρχικώς με λίγα πλοία. Οι Αθηναίοι έσπευσαν με τα υπόλοιπα πλοία του στολίσκου να βοηθήσουν τον Αντίοχο. Τότε ο Λύσανδρος έδωσε σε ολόκληρο τον στόλο του διάταξη μάχης και του επιτέθηκε.
Από το Νότιον η κύρια δύναμη του Αθηναϊκού Στόλου είδε τον μικρό στολίσκο του να επιστρέφει με τον αντίπαλο να τον καταδιώκει σε απόσταση αναπνοής!
Tο αίσθημα του αιφνιδιασμού και κατ’ επέκταση του πανικού καλλιεργήθηκε στον Αθηναϊκό Στόλο παρά την προσπάθεια για το αντίθετο. Δεν υπήρχε χρόνος ούτε για την εξεύρεση της κατάλληλης ηγεσίας ούτε για ανάλογο σχηματισμό μάχης. Τα αθηναϊκά πλοία καθελκύονταν στην θάλασσα όπως – όπως, με αποτέλεσμα να επικρατεί μεταξύ τους χάος και ταραχή.
Ο Στόλος του Λυσάνδρου ναυμάχησε, αντιθέτως, με τάξη, σκότωσε τον Αντίοχο, κατέλαβε πολλά πλοία, συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους και φυσικά έστησε τρόπαιο νίκης.
Όταν ο Αλκιβιάδης πληροφορήθηκε τα συμβάντα, ήταν πλέον αργά. Επιστρέφοντας με τα υπόλοιπα πλοία του κινήθηκε με ολόκληρο πλέον τον στόλο του κατά του Λυσάνδρου προκαλώντας τον σε νέα ναυμαχία. Όμως εκείνος αρκέσθηκε στη νίκη του και δεν κινήθηκε κατά του αντιπάλου του.βΗ ήττα του Αθηναϊκού Στόλου και η ανοησία του Αντιόχου εξόργισαν τον δήμο των Αθηναίων, ο οποίος προέβη στην καθαίρεση του Αλκιβιάδου.
Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΟΧΟΥ – ΜΕΡΙΚΕΣ ΚΡΙΣΕΙΣ
Τα ερωτήματα που τίθενται σχετικά με την παράδοξη εκλογή του Αντιόχου οδηγούν σε ποικίλες θεωρίες. Οι διαθέσιμες πληροφορίες από τα αρχαία κείμενα, αν και δεν είναι επαρκείς, μας σκιαγραφούν, εν συντομία, την προσωπικότητά του. Κατά τον Διόδωρο Σικελιώτη ήταν ένας άνθρωπος.
«ὁ ἐν τῇ φύσει πρόχειρος»,
[εκ φύσεως επιπόλαιος]
ενώ κατά τον Πλούταρχο:
«ἀγαθὸς μὲν ἧν κυβερνήτης, ἀνόητος δὲ τἆλλα καὶ φορτικός».
ενώ κατά τον Πλούταρχο:
«ἀγαθὸς μὲν ἧν κυβερνήτης, ἀνόητος δὲ τἆλλα καὶ φορτικός».
[ήταν μεν καλός κυβερνήτης, αλλά κατά τα άλλα ήταν ανόητος και υπεροπτικός]
Αφού αυτός ο άνθρωπος ήταν ανόητος, υπεροπτικός και από την φύση του επιπόλαιος, γιατί τον επέλεξε ως προσωρινό στρατηγό ο Αλκιβιάδης σε μια τόσο κρίσιμη ναυμαχία;
Η ηγεσία ενός στόλου τέτοιου μεγέθους ανατίθεται σε έναν ή περισσότερους Στρατηγούς. Αν οι Στρατηγοί του Αλκιβιάδου έλειπαν σε άλλες αποστολές, θα έπρεπε να διοριστεί ένας Τριήραρχος που είχε πείρα και είχε διακριθεί σε προηγούμενες ναυμαχίες.
Κατά μία άποψη, οι περισσότεροι ανώτεροι Αξιωματικοί, λόγω παλαιοτέρων πολεμικών διακρίσεών τους και ανεξαρτησίας πνεύματος, δεν θα υπάκουαν στην εντολή να μην πλεύσουνβεναντίον των πλοίων του Λυσάνδρου, θεωρώντας το ως ευκαιρία να τολμήσουν και να πάρουν λίγη από τη δόξα της ναυμαχίας. Αντιθέτως ένας απλός Κυβερνήτης (και δη άπειρος), δεν θα τολμούσε ένα τέτοιο μεγάλο εγχείρημα, όντας μάλιστα για κάποιο διάστημα Κυβερνήτης του πλοίου του Αλκιβιάδου. Σε αυτή την εκτίμηση ενδεχομένως βασίστηκε ο Αλκιβιάδης εκλέγοντας τον Αντίοχο, ο οποίος τελικώς αποδείχθηκε ότι ήταν ο ακατάλληλος άνθρωπος στην κρίσιμη στιγμή.
Κατά την άποψη της συγγραφέως, εφ’ όσον ο Αντίοχος είχε υπάρξει επί πολλά έτη προσωπικός κυβερνήτης του Αλκιβιάδου, αποκλείεται ο τελευταίος να μην γνώριζε τα ελαττώματά του (επιπόλαιος, ανόητος και υπεροπτικός).
Αφού αυτός ο άνθρωπος ήταν ανόητος, υπεροπτικός και από την φύση του επιπόλαιος, γιατί τον επέλεξε ως προσωρινό στρατηγό ο Αλκιβιάδης σε μια τόσο κρίσιμη ναυμαχία;
Η ηγεσία ενός στόλου τέτοιου μεγέθους ανατίθεται σε έναν ή περισσότερους Στρατηγούς. Αν οι Στρατηγοί του Αλκιβιάδου έλειπαν σε άλλες αποστολές, θα έπρεπε να διοριστεί ένας Τριήραρχος που είχε πείρα και είχε διακριθεί σε προηγούμενες ναυμαχίες.
Κατά μία άποψη, οι περισσότεροι ανώτεροι Αξιωματικοί, λόγω παλαιοτέρων πολεμικών διακρίσεών τους και ανεξαρτησίας πνεύματος, δεν θα υπάκουαν στην εντολή να μην πλεύσουνβεναντίον των πλοίων του Λυσάνδρου, θεωρώντας το ως ευκαιρία να τολμήσουν και να πάρουν λίγη από τη δόξα της ναυμαχίας. Αντιθέτως ένας απλός Κυβερνήτης (και δη άπειρος), δεν θα τολμούσε ένα τέτοιο μεγάλο εγχείρημα, όντας μάλιστα για κάποιο διάστημα Κυβερνήτης του πλοίου του Αλκιβιάδου. Σε αυτή την εκτίμηση ενδεχομένως βασίστηκε ο Αλκιβιάδης εκλέγοντας τον Αντίοχο, ο οποίος τελικώς αποδείχθηκε ότι ήταν ο ακατάλληλος άνθρωπος στην κρίσιμη στιγμή.
Κατά την άποψη της συγγραφέως, εφ’ όσον ο Αντίοχος είχε υπάρξει επί πολλά έτη προσωπικός κυβερνήτης του Αλκιβιάδου, αποκλείεται ο τελευταίος να μην γνώριζε τα ελαττώματά του (επιπόλαιος, ανόητος και υπεροπτικός).
Επιπροσθέτως γνωρίζουμε ότι ο Αλκιβιάδης ήταν άνθρωπος ευφυέστατος και ως στρατηγός γνώριζε τη σπουδαιότητα του «διοικείν είναι το εκλέγειν». Αυτό μας οδηγεί να αποκλείσουμε ότι διέπραξε ένα τόσο μεγάλοβσφάλμα στην επιλογή του σωστού ανθρώπου για τη συγκεκριμένη ναυμαχία. Μήπως ο Αλκιβιάδης είχε πλέον αντιληφθεί ότι με άδεια ταμεία και διαρκείς λιποταξίες το «παιχνίδι» ήταν πλέον χαμένο; Μήπως ήθελε να ρίξει σε άλλον την ήττα και όχι στον εαυτό του;
Ένας Αξιωματικός με πείρα θα αντιλαμβανόταν ότι τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα και θα περίμενε τον Αλκιβιάδη να επιστρέψει για να χειριστεί την κατάσταση, τηρώντας ακριβώς την εντολή του.
Ένας Αξιωματικός με πείρα θα αντιλαμβανόταν ότι τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα και θα περίμενε τον Αλκιβιάδη να επιστρέψει για να χειριστεί την κατάσταση, τηρώντας ακριβώς την εντολή του.
Ένας ανόητος, όμως, δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί την κρίσιμη αυτή κατάσταση και ένας υπεροπτικός θα εκμεταλλευόταν την ευκαιρία προκειμένου να διακριθεί δίχως να μελετήσει το κόστος. Ο Αντίοχος ήταν το κατάλληλο πρόσωπο, διότι διέθετε όλα τα παραπάνω στοιχεία.
Με μια απλή αποτύπωση της Προπαρασκευής και της Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως των εμπολέμων, δεν αφήνονται αμφιβολίες για το ποιος θα ήταν ο νικητής.
Οι Πελοποννήσιοι με τον Λύσανδρο είχαν:
α) Προετοιμαστεί καλύτερα με πλοία, εκπαιδεύσεις και σχέδια δράσεως.
β) Ενισχυθεί οικονομικά από την περσική βοήθεια.
γ) Ενισχυθεί σε πληρώματα από τις λιποταξίες του αντιπάλου στόλου.
δ) Επιλέξει ένα μέρος «κλειδί», κοντά στις Σάρδεις, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ενισχύσεως σε περίπτωση ανάγκης.
Πάνω απ’ όλα έδειξαν ότι είχαν ένα σαφή Αντικειμενικό Σκοπό (ΑΝΣΚ). Δεν αναλώθηκαν με οποιεσδήποτε και οπουδήποτε επιθέσεις, επιλέγοντας προσεκτικά τους άξονες προσβολής.
Ο Αντίοχος, αντιθέτως, επέλεξε, μέσω ελιγμού να εκτελέσει επίθεση – κατ΄ αυτόν προετοιμασμένη ενώ κατ’ ουσίαν εσπευσμένη – εναντίον μιας καλά οργανωμένης εχθρικής αμυντικής τοποθεσίας. Με έναν «άκαμπτο» ελιγμό προσποιήσεως (παραπλανητική ενέργεια) δεν είχε τη δυνατότητα ταχείας αντιδράσεως σε απρόβλεπτες καταστάσεις. Θα έπρεπε η επίθεση αυτή να ήταν περιορισμένου ΑΝΣΚ ώστε να αποκαλύψει την επιθυμητή αδυναμία του εχθρού και εν συνεχεία να ακολουθήσει η προετοιμασμένη επίθεση. Ο εσφαλμένος ΑΝΣΚ, η επιπολαιότητα, και οι άσκοπες ενέργειες εντυπωσιασμού τον οδήγησαν σε παταγώδη ήττα! Εκ παραλλήλου θα πρέπει να τονίσουμε και το μεγάλο στρατηγικό λάθος του Αντιόχου, να επαναλάβει μια συγκεκριμένη τακτική απέναντι στον ίδιο εχθρό!
Έτσι, έδωσε την ευκαιρία στους Πελοποννησίους να:
α) Του υπενθυμίσουν τη ρήση «Ο εχθρός θυμάται».
β) Του υπενθυμίσουν τη ρήση «Μην υποτιμάς τον εχθρό» (δίχως να γνωρίζουμε το γιατί, ο Αντίοχος είχε την πεποίθηση ότι θα είχε μια νίκη «ακονιτί» σε μια ναυμαχία «περιπάτου»).
γ) Περάσουν σε αντεπίθεση «επιστρέφοντας» τον αιφνιδιασμό που ετοίμαζε αρχικώς για εκείνους.
δ) Του αποδείξουν ότι η ασφάλεια είναι ουσιώδης για την εφαρμογή των λοιπών αρχών του πολέμου και αν δεν τηρείται πρώτα η αρχή της ασφάλειας, δεν εφαρμόζεται ο αιφνιδιασμός του αντιπάλου.
----------------------
[1] Οι νομισματικές διαβαθμίσεις κατά την Αθήνα την εποχή του Σόλωνα είχαν ως εξής: Οβολός (0,728 γραμμάρια αργύρου) 6 Οβολοί = 1 Δραχμή (4,368 γραμμάρια αργύρου) 100 Δραχμές = 1 Μνα (436,8 γραμμάρια αργύρου) 60 Μνες = 1 Τάλαντο (26 κιλά και 208 γραμμάρια αργύρου).
[1] Οι νομισματικές διαβαθμίσεις κατά την Αθήνα την εποχή του Σόλωνα είχαν ως εξής: Οβολός (0,728 γραμμάρια αργύρου) 6 Οβολοί = 1 Δραχμή (4,368 γραμμάρια αργύρου) 100 Δραχμές = 1 Μνα (436,8 γραμμάρια αργύρου) 60 Μνες = 1 Τάλαντο (26 κιλά και 208 γραμμάρια αργύρου).
Το φαινόμενο Crowdism – Πώς μια μικρή ομάδα ανθρώπων καθοδηγεί τις μάζες και… «δημιουργεί» τα γεγονότα
Στην εποχή μας βλέπουμε τον κόσμο να είναι «ενωμένος» ή καλύτερα δικτυωμένος μέσα από συγκεντρωτικά μέσα ενημέρωσης, με τα οποία παράγεται από κάποιους αυτό που θα γίνει γνωστό ως επίσημη «αλήθεια» και στη συνέχεια θα διανεμηθεί σχεδόν αμέσως, σε όλο τον κόσμο. Οι μάζες, που έχουν μάθει να ζητούν απόλυτες «αλήθειες» που θα ρυθμίζουν την ζωή τους, ώστε αυτοί να μην πολυκουράζουν το μυαλό τους, διαδίδουν αμέσως αυτή την «αλήθεια» όπως την μεταδίδουν τα «επίσημα» μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Το αποτέλεσμα είναι μια μικρή ομάδα ανθρώπων να δημιουργεί τον τρόπο που αντιλαμβάνεται ο πολύς κόσμος τα γεγονότα. Ο κόσμος θα αντιληφθεί τα γεγονότα έτσι όπως περιγράφονται και μεταδίδονται από αυτή την κεντρική πηγή. Σε ένα τέτοιο κλίμα, εάν κάποιος αντιληφθεί την πραγματικότητα διαφορετικά και συνειδητοποιήσει ότι υπάρχουν λάθη στην «επίσημη» αλήθεια, θα μπει στο περιθώριο, θα του κολλήσουν μια ταμπέλα, θα χάσει φίλους ή και εργασία, θα αισθανθεί άσχημα και ίσως στο τέλος κάτω από το βάρος μιας αυξανόμενης πίεσης, να αναθεωρήσει την στάση του γιατί αυτή «δεν τον ωφελεί».
Ο όχλος θέλει ένα σύντομο και εύπεπτο κατάλογο «καλών/κακών». Και αυτήν την ανάγκη του σήμερα την καλύπτουν κυρίως τα media. Τα media είναι εκεί για να του πουν ποιοι δικτάτορες είναι καλοί και ποιοι κακοί. Ποια βία είναι καλή και ποια κακή. Ποια προϊόντα είναι καλά και ποια κακά. Ποια γνώμη είναι κακή και ποια κακή. Ποιο πρόσωπο είναι καλό και ποιο κακό. Θα του πουν πως το να είσαι «προοδευτικός» είναι καλό, ενώ το να μην είσαι είναι κακό. Και το κυριότερο: πως το να φρονείς διαφορετικά από τους πολλούς είναι εξάπαντος «κακό». Εσύ βεβαίως, δεν θέλεις να είσαι με τους «κακούς». Στην τελική, ποιος δεν θέλει να είναι «καλός»; Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν σε μικρόκοσμους, επικεντρώνονται γύρω από την οικογένεια και τους φίλους και την τοπική κοινωνία και δεν θέλουν τίποτα περισσότερο από αυτό. Νιώθουν καλύτερα όταν πηγαίνουν με το ρεύμα. Νιώθουν μια ασφάλεια όταν έχουν ζωή που είναι ενταγμένη στα κοινωνικά απόλυτα.
Το φαινόμενο Crowdism
Το Crowdism, προέρχεται από την λέξη πλήθος (crowd). Τα άτομα που ασπάζονται το Crowdism ζητούν να απελευθερωθούν από τις συνέπειες των πράξεών τους και να ενταχθούν σε πολυπληθείς απρόσωπες ομάδες ως ένα είδος αλληλοβοηθητικής κοινωνίας που θα επιτίθεται σε όποιον δεν συμφωνεί μαζί τους. Αυτό δημιουργεί ένα μυαλό «κυψέλης» που μεγαλώνει και φουσκώνει όπως μια χιονοστιβάδα και σύντομα δημιουργεί ένα μονολιθικό, παρανοϊκό ουτοπικό groupthink. Αν κάποιο από τα μέλη του πλήθους αρχίζει να ξεχωρίζει ή να αμφιβάλει για τις δραστηριότητες ή τις προθέσεις του πλήθους, το πλήθος κατακερματίζεται και χάνει την δύναμή του. Αυτό που κάνει τα πλήθη ισχυρά είναι η ανικανότητα των μελών τους να επικρίνουν ή να προτείνουν κάποιον στόχο που ενώνει τους ανθρώπους, γιατί τα πλήθη είναι καλύτερα όταν έχουν έλλειψη στόχου. Χωρίς υψηλότερο όραμα ή ιδανικό, τα πλήθη εκφυλίζονται ταχέως σε επιδρομείς, αν και παθητικού χαρακτήρα. Φωνάζουν για μεγαλύτερη «ελευθερία». Θέλουν περισσότερο πλούτο. Οτιδήποτε βλέπουν, αισθάνονται ότι θα πρέπει να δοθεί στο πλήθος, όπως αναφέρει το redskywarning.
Στο Crowdism βρίσκουν καταφύγιο άτομα που νιώθουν ανίκανα να πορευθούν από μόνα τους και για αυτό βρίσκουν παρηγοριά στην ηγεσία και τη δύναμη άλλων. Θέλουν να νιώθουν ότι έχουν τον έλεγχο, αλλά φοβούνται να γίνουν αυτοί οι καθοδηγητές και έτσι κάθε άτομο μέσα στο πλήθος μεταβιβάζει την εξουσία του σε άλλους. Το πλήθος επομένως κινείται όχι με βάση κάποιες επιλογές, αλλά με τον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή, αξιολογώντας κάθε απόφαση ως προς το τι έχουν όλοι κοινό. Ένα πλήθος αντλεί τη δυναμική του από την ανάγκη των μελών του, σε συνδυασμό με το φόβο τους για τη δική τους κρίση. Μπορεί να υποστηρίζει τις θέσεις του βίαια, αλλά επειδή ο μόνος μηχανισμός λήψης αποφάσεων είναι ένας φανατικός συμβιβασμός, κινείται παθητικά προς προβλέψιμα ψηφίσματα.
Το Crowdism βασίζεται σε ηλίθιες ιδέες που υπάρχουν και ακούγονται καλές και στο ότι όταν οι άνθρωποι βρεθούν σε πλήθη πέφτουν και προσκυνούν την κρίση των άλλων και πηγαίνουν μαζί με το κοπάδι, οδηγημένοι σε καταστροφικές και απατηλές «λύσεις». Το socializing μας κάνει χαζούς επειδή υπακούμε στο κοινωνικό πρότυπο, όχι στο πρότυπο της πραγματικότητας. Υπάρχει ένα πλήθος βιβλίων που επαινεί «τη σοφία του πλήθους» και άλλες τέτοιες κολακευτικές, πασιφιστικές και καταπραϋντικές ανοησίες. Έχουν την άποψη ότι μέσα από τις ομάδες μπορούμε να κάνουμε μια σωστή επιλογή, επειδή δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε κανένα άτομο.
Η λογική μας λέει ότι αυτό είναι ανοησία, γιατί αν δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε κάποιο άτομο με εξουσία όταν αυτό είναι προσωπικά υπόλογο, γιατί παίρνουμε αυτά τα αναξιόπιστα άτομα και τα βάζουμε σε μια ομάδα όπου είναι εντελώς ανυπόλογα; Γιατί τα πλήθη είναι υπεράνω λογοδοσίας.
Εντούτοις, ενώ η εξουσία του πλήθους είναι το de facto πρότυπο στη Δύση, όπως αντανακλάται στον καταναλωτισμό (οι αποφάσεις των αγορών που προέρχονται από το πλήθος), στη δημοκρατία (οι ηγέτες που προέρχονται από το πλήθος) και στη δημοτικότητα, (οι αξίες που προέρχονται από το πλήθος) τα προβλήματα εξακολουθούν να υπάρχουν.
Το πλήθος δεν ενδιαφέρεται για τις συνέπειες των ενεργειών του. Η μόνη ανησυχία του είναι να παραμείνει στην εξουσία, έτσι ώστε τα μεμονωμένα μέλη του να μην έχουν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Το αποτέλεσμα είναι μια αυξανόμενη προσπάθεια να καταληφθεί πλήρως ο κόσμος από το Crowdism, ώστε να μην υπάρχουν αντίθετες φωνές.
Το Crowdism υπάρχει για έναν και μόνο λόγο και αυτός είναι για να αποφεύγονται οι συνέπειες των ενεργειών εκείνων που αποτελούν το πλήθος. Φοβούνται τυχόν υψηλότερα πρότυπα που θα τους αποκαλύψουν να είναι πιο ηλίθιοι, πιο κοντόφθαλμοι ή λιγότερο ηθικοί σε σύγκριση με άλλους. Θέλουν ένα μηδενικό πρότυπο το οποίο να προσεγγίζει το χαμηλότερο δυνατό ώστε να μην έχουν καμία πιθανότητα αποτυχίας. Η ελπίδα τους είναι να αποφευχθεί οποιαδήποτε αντιπαράθεση με την πραγματικότητα ή όσους παρατηρούν την πραγματικότητα και για αυτό κάνουν διακρίσεις εναντίον εκείνων που έχουν υψηλότερη νοημοσύνη και την ίδια ώρα τους κατηγορούν ότι αυτοί κάνουν διακρίσεις εναντίων όσων «μειονεκτούν».
Οι Crowdists εργάζονται για να καταστήσουν την κοινωνία μια σειρά γραφειοκρατικών καθηκόντων και για να καταστρέψουν την οικογένεια και έτσι να απομακρύνουν τους πιο έξυπνους ανθρώπους, που απαιτούν από την ζωή περισσότερα από άρτο και θεάματα. Στην θέση τους θέλουν υπάκουους βλάκες υπηρέτες οι οποίοι θα ανακηρύσσονται οι ίδιοι ηγέτες και θα ωθήσουν αμέσως τον πολιτισμό τους σε καταστροφή.
Το πλήθος δεν έχει κανέναν αληθινό ιδεαλισμό και η μοναδική του ιδεολογία είναι αυτή του προσωπικού κέρδους. Είναι από την φύση του αντίθετο στον πολιτισμό, αφού ο πολιτισμός δημιουργεί ένα σύστημα αξιών. Οι Crowdists επιθυμούν να αντικαταστήσουν τον πολιτισμό με τον «πολυπολιτισμό», ο οποίος είναι η ιδέα μιας διευκολυντικής κοινωνίας ή μιας κοινωνίας της οποίας ο μόνος στόχος είναι να ικανοποιήσει τα μέλη της. Σε αυτό το όραμα, δεν χρειάζεται κάποιος κοινός στόχος ή ακόμα και κάποιο πρότυπο της κοινωνίας. Η κοινωνία υπάρχει για να εκπληρώνουν τα μέλη της τις προσωπικές τους ανάγκες και κάθε έλεγχος απαγορεύεται, εκτός αν παραβιάζονται βασικές αρχές του Crowdism.
Οι Crowdists υποστηρίζουν φανατικά τόσο τον διεθνισμό, ο οποίος αρνείται τον τοπικό πολιτισμό υπέρ μιας διεθνούς κουλτούρας οτιδήποτε «νέου» όσο και την πολυπολιτισμικότητα, η οποία αναμιγνύει πολιτισμούς που δεν έχουν τίποτα κοινό χωρίς να ενδιαφέρεται για το αποτέλεσμα. Το πλήθος δεν αποτελεί ένα νέο σχεδιασμό ή μια νέα απόφαση, όπως και ο καρκίνος δεν αποτελεί έναν σχεδιασμό για έναν νέο οργανισμό. Είναι η έλλειψη απόφασης, η έλλειψη στόχου, η έλλειψη σχεδιασμού.
Η πολιτική ορθότητα, ο νέος διεθνισμός, ο πλουραλισμός / σχετικισμός, τα Ηνωμένα Έθνη («παγκόσμιος φεντεραλισμός»), η δύναμη των «δικαιωμάτων» κλπ είναι κοινωνικές πολιτικές με έναν μοναδικό στόχο: να σβήσουν οποιαδήποτε ιδέα ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάποιος άλλος δρόμος.
Οι αριστεροί αποτελούν μια εκδοχή crowdist ατόμου ή του ατόμου που αποφασίζει ότι δεν επιθυμεί καμία επίβλεψη από κοινωνικά πρότυπα και έτσι ενώνεται με άλλους σε ένα πλήθος λυντσαρίσματος (mob lynch) για να ανατρέψει τον πολιτισμό, την ιεραρχία και την ηθική.
Οι συντηρητικοί συνήθως κάνουν λάθος για τους μηδενιστές ή για τους ανθρώπους που δεν πιστεύουν σε τίποτα, αλλά η αλήθεια είναι ότι οι Crowdists πιστεύουν πολύ στο δικό τους θεό: στους εαυτούς τους και σε μια φανταστική εικόνα που δημιούργησαν για τους εαυτούς τους, που τους λέει ότι είναι «αλτρουιστές» και «υπέρ της ισότητας». Στην πραγματικότητα, τίποτα αυτά δεν είναι.
Όπως ένας απατεώνας που πιάνεται στα πράσα, ένας Crowdist θα αντεπιτεθεί όταν τον ελέγξεις. Θα σε κατηγορήσει αμέσως για αυτό το οποίο εκείνος κάνει. Θα σου επιτεθεί προληπτικάχρησιμοποιώντας εναντίον σου μια κατηγορία για να σε αναγκάσει να παραιτηθείς από κάθε έλεγχο.
Οι Crowdists φοβούνται μήπως ο κόσμος καταλάβει την παγίδα και πιέζουν περισσότερο να μας δέσουν όλους μαζί σε ένα ενιαίο μηχανικό σύστημα, είτε πρόκειται για μια παγκόσμια κυβέρνηση, είτε για κάτι τέτοιο όπως η ΕΕ, έτσι ώστε όλοι να βρεθούμε από κάτω. Είναι μια λεπτή μορφή συλλογικής τιμωρίας. Πρέπει να κάνουμε αυτήν την παρανοϊκή ιδεολογία να δουλέψει αλλιώς, μας λένε, όλοι θα υποφέρουμε.
Ωστόσο, φαίνεται ότι πολλοί δεν συνεργάζονται. Νιώθουν ότι ο σύγχρονος κόσμος που τους έλαχε να ζουν μοιάζει με μια τεράστια έρημο βιομηχανικών απόβλητων, γεμάτη από ασθένειες, εγκληματικότητα, μικροαστική τρομοκρατία, ανθυγιεινό τρόπο ζωής και διαφθορά. Μικρότερες προαστιακές και αγροτικές περιοχές, οι οποίες δίνουν στους ανθρώπους μια επιλογή συμμετοχής, μοιάζουν σαν μικρές «οάσεις». Για να μπεις όμως εκεί, πρέπει να εγκαταλείψεις κάποιες κακές συνήθειες και πολλά δικαιώματα. Αλλά θα βγεις από την έρημο.
Τέτοιου είδους ημι-δημοκρατίες έχουν οργανωθεί από οργανικές ομάδες, όπως η θρησκεία, ο πολιτισμός / η εθνικότητα, η φιλοσοφία και η κοινωνική τάξη ή η κάστα. Μπορεί να μην είναι εχθρικές προς τους ξένους, αλλά δεν θα τους αφήσουν να μπουν μέσα. Δεν θα σου προσποιηθούν ότι θα έχεις «δικαιώματα». Θα έχεις όμως εκεί μια ευκαιρία για μια κανονική ζωή.
Το αποτέλεσμα είναι μια μικρή ομάδα ανθρώπων να δημιουργεί τον τρόπο που αντιλαμβάνεται ο πολύς κόσμος τα γεγονότα. Ο κόσμος θα αντιληφθεί τα γεγονότα έτσι όπως περιγράφονται και μεταδίδονται από αυτή την κεντρική πηγή. Σε ένα τέτοιο κλίμα, εάν κάποιος αντιληφθεί την πραγματικότητα διαφορετικά και συνειδητοποιήσει ότι υπάρχουν λάθη στην «επίσημη» αλήθεια, θα μπει στο περιθώριο, θα του κολλήσουν μια ταμπέλα, θα χάσει φίλους ή και εργασία, θα αισθανθεί άσχημα και ίσως στο τέλος κάτω από το βάρος μιας αυξανόμενης πίεσης, να αναθεωρήσει την στάση του γιατί αυτή «δεν τον ωφελεί».
Ο όχλος θέλει ένα σύντομο και εύπεπτο κατάλογο «καλών/κακών». Και αυτήν την ανάγκη του σήμερα την καλύπτουν κυρίως τα media. Τα media είναι εκεί για να του πουν ποιοι δικτάτορες είναι καλοί και ποιοι κακοί. Ποια βία είναι καλή και ποια κακή. Ποια προϊόντα είναι καλά και ποια κακά. Ποια γνώμη είναι κακή και ποια κακή. Ποιο πρόσωπο είναι καλό και ποιο κακό. Θα του πουν πως το να είσαι «προοδευτικός» είναι καλό, ενώ το να μην είσαι είναι κακό. Και το κυριότερο: πως το να φρονείς διαφορετικά από τους πολλούς είναι εξάπαντος «κακό». Εσύ βεβαίως, δεν θέλεις να είσαι με τους «κακούς». Στην τελική, ποιος δεν θέλει να είναι «καλός»; Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν σε μικρόκοσμους, επικεντρώνονται γύρω από την οικογένεια και τους φίλους και την τοπική κοινωνία και δεν θέλουν τίποτα περισσότερο από αυτό. Νιώθουν καλύτερα όταν πηγαίνουν με το ρεύμα. Νιώθουν μια ασφάλεια όταν έχουν ζωή που είναι ενταγμένη στα κοινωνικά απόλυτα.
Το φαινόμενο Crowdism
Το Crowdism, προέρχεται από την λέξη πλήθος (crowd). Τα άτομα που ασπάζονται το Crowdism ζητούν να απελευθερωθούν από τις συνέπειες των πράξεών τους και να ενταχθούν σε πολυπληθείς απρόσωπες ομάδες ως ένα είδος αλληλοβοηθητικής κοινωνίας που θα επιτίθεται σε όποιον δεν συμφωνεί μαζί τους. Αυτό δημιουργεί ένα μυαλό «κυψέλης» που μεγαλώνει και φουσκώνει όπως μια χιονοστιβάδα και σύντομα δημιουργεί ένα μονολιθικό, παρανοϊκό ουτοπικό groupthink. Αν κάποιο από τα μέλη του πλήθους αρχίζει να ξεχωρίζει ή να αμφιβάλει για τις δραστηριότητες ή τις προθέσεις του πλήθους, το πλήθος κατακερματίζεται και χάνει την δύναμή του. Αυτό που κάνει τα πλήθη ισχυρά είναι η ανικανότητα των μελών τους να επικρίνουν ή να προτείνουν κάποιον στόχο που ενώνει τους ανθρώπους, γιατί τα πλήθη είναι καλύτερα όταν έχουν έλλειψη στόχου. Χωρίς υψηλότερο όραμα ή ιδανικό, τα πλήθη εκφυλίζονται ταχέως σε επιδρομείς, αν και παθητικού χαρακτήρα. Φωνάζουν για μεγαλύτερη «ελευθερία». Θέλουν περισσότερο πλούτο. Οτιδήποτε βλέπουν, αισθάνονται ότι θα πρέπει να δοθεί στο πλήθος, όπως αναφέρει το redskywarning.
Στο Crowdism βρίσκουν καταφύγιο άτομα που νιώθουν ανίκανα να πορευθούν από μόνα τους και για αυτό βρίσκουν παρηγοριά στην ηγεσία και τη δύναμη άλλων. Θέλουν να νιώθουν ότι έχουν τον έλεγχο, αλλά φοβούνται να γίνουν αυτοί οι καθοδηγητές και έτσι κάθε άτομο μέσα στο πλήθος μεταβιβάζει την εξουσία του σε άλλους. Το πλήθος επομένως κινείται όχι με βάση κάποιες επιλογές, αλλά με τον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή, αξιολογώντας κάθε απόφαση ως προς το τι έχουν όλοι κοινό. Ένα πλήθος αντλεί τη δυναμική του από την ανάγκη των μελών του, σε συνδυασμό με το φόβο τους για τη δική τους κρίση. Μπορεί να υποστηρίζει τις θέσεις του βίαια, αλλά επειδή ο μόνος μηχανισμός λήψης αποφάσεων είναι ένας φανατικός συμβιβασμός, κινείται παθητικά προς προβλέψιμα ψηφίσματα.
Το Crowdism βασίζεται σε ηλίθιες ιδέες που υπάρχουν και ακούγονται καλές και στο ότι όταν οι άνθρωποι βρεθούν σε πλήθη πέφτουν και προσκυνούν την κρίση των άλλων και πηγαίνουν μαζί με το κοπάδι, οδηγημένοι σε καταστροφικές και απατηλές «λύσεις». Το socializing μας κάνει χαζούς επειδή υπακούμε στο κοινωνικό πρότυπο, όχι στο πρότυπο της πραγματικότητας. Υπάρχει ένα πλήθος βιβλίων που επαινεί «τη σοφία του πλήθους» και άλλες τέτοιες κολακευτικές, πασιφιστικές και καταπραϋντικές ανοησίες. Έχουν την άποψη ότι μέσα από τις ομάδες μπορούμε να κάνουμε μια σωστή επιλογή, επειδή δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε κανένα άτομο.
Η λογική μας λέει ότι αυτό είναι ανοησία, γιατί αν δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε κάποιο άτομο με εξουσία όταν αυτό είναι προσωπικά υπόλογο, γιατί παίρνουμε αυτά τα αναξιόπιστα άτομα και τα βάζουμε σε μια ομάδα όπου είναι εντελώς ανυπόλογα; Γιατί τα πλήθη είναι υπεράνω λογοδοσίας.
Εντούτοις, ενώ η εξουσία του πλήθους είναι το de facto πρότυπο στη Δύση, όπως αντανακλάται στον καταναλωτισμό (οι αποφάσεις των αγορών που προέρχονται από το πλήθος), στη δημοκρατία (οι ηγέτες που προέρχονται από το πλήθος) και στη δημοτικότητα, (οι αξίες που προέρχονται από το πλήθος) τα προβλήματα εξακολουθούν να υπάρχουν.
Το πλήθος δεν ενδιαφέρεται για τις συνέπειες των ενεργειών του. Η μόνη ανησυχία του είναι να παραμείνει στην εξουσία, έτσι ώστε τα μεμονωμένα μέλη του να μην έχουν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Το αποτέλεσμα είναι μια αυξανόμενη προσπάθεια να καταληφθεί πλήρως ο κόσμος από το Crowdism, ώστε να μην υπάρχουν αντίθετες φωνές.
Το Crowdism υπάρχει για έναν και μόνο λόγο και αυτός είναι για να αποφεύγονται οι συνέπειες των ενεργειών εκείνων που αποτελούν το πλήθος. Φοβούνται τυχόν υψηλότερα πρότυπα που θα τους αποκαλύψουν να είναι πιο ηλίθιοι, πιο κοντόφθαλμοι ή λιγότερο ηθικοί σε σύγκριση με άλλους. Θέλουν ένα μηδενικό πρότυπο το οποίο να προσεγγίζει το χαμηλότερο δυνατό ώστε να μην έχουν καμία πιθανότητα αποτυχίας. Η ελπίδα τους είναι να αποφευχθεί οποιαδήποτε αντιπαράθεση με την πραγματικότητα ή όσους παρατηρούν την πραγματικότητα και για αυτό κάνουν διακρίσεις εναντίον εκείνων που έχουν υψηλότερη νοημοσύνη και την ίδια ώρα τους κατηγορούν ότι αυτοί κάνουν διακρίσεις εναντίων όσων «μειονεκτούν».
Οι Crowdists εργάζονται για να καταστήσουν την κοινωνία μια σειρά γραφειοκρατικών καθηκόντων και για να καταστρέψουν την οικογένεια και έτσι να απομακρύνουν τους πιο έξυπνους ανθρώπους, που απαιτούν από την ζωή περισσότερα από άρτο και θεάματα. Στην θέση τους θέλουν υπάκουους βλάκες υπηρέτες οι οποίοι θα ανακηρύσσονται οι ίδιοι ηγέτες και θα ωθήσουν αμέσως τον πολιτισμό τους σε καταστροφή.
Το πλήθος δεν έχει κανέναν αληθινό ιδεαλισμό και η μοναδική του ιδεολογία είναι αυτή του προσωπικού κέρδους. Είναι από την φύση του αντίθετο στον πολιτισμό, αφού ο πολιτισμός δημιουργεί ένα σύστημα αξιών. Οι Crowdists επιθυμούν να αντικαταστήσουν τον πολιτισμό με τον «πολυπολιτισμό», ο οποίος είναι η ιδέα μιας διευκολυντικής κοινωνίας ή μιας κοινωνίας της οποίας ο μόνος στόχος είναι να ικανοποιήσει τα μέλη της. Σε αυτό το όραμα, δεν χρειάζεται κάποιος κοινός στόχος ή ακόμα και κάποιο πρότυπο της κοινωνίας. Η κοινωνία υπάρχει για να εκπληρώνουν τα μέλη της τις προσωπικές τους ανάγκες και κάθε έλεγχος απαγορεύεται, εκτός αν παραβιάζονται βασικές αρχές του Crowdism.
Οι Crowdists υποστηρίζουν φανατικά τόσο τον διεθνισμό, ο οποίος αρνείται τον τοπικό πολιτισμό υπέρ μιας διεθνούς κουλτούρας οτιδήποτε «νέου» όσο και την πολυπολιτισμικότητα, η οποία αναμιγνύει πολιτισμούς που δεν έχουν τίποτα κοινό χωρίς να ενδιαφέρεται για το αποτέλεσμα. Το πλήθος δεν αποτελεί ένα νέο σχεδιασμό ή μια νέα απόφαση, όπως και ο καρκίνος δεν αποτελεί έναν σχεδιασμό για έναν νέο οργανισμό. Είναι η έλλειψη απόφασης, η έλλειψη στόχου, η έλλειψη σχεδιασμού.
Η πολιτική ορθότητα, ο νέος διεθνισμός, ο πλουραλισμός / σχετικισμός, τα Ηνωμένα Έθνη («παγκόσμιος φεντεραλισμός»), η δύναμη των «δικαιωμάτων» κλπ είναι κοινωνικές πολιτικές με έναν μοναδικό στόχο: να σβήσουν οποιαδήποτε ιδέα ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάποιος άλλος δρόμος.
Οι αριστεροί αποτελούν μια εκδοχή crowdist ατόμου ή του ατόμου που αποφασίζει ότι δεν επιθυμεί καμία επίβλεψη από κοινωνικά πρότυπα και έτσι ενώνεται με άλλους σε ένα πλήθος λυντσαρίσματος (mob lynch) για να ανατρέψει τον πολιτισμό, την ιεραρχία και την ηθική.
Οι συντηρητικοί συνήθως κάνουν λάθος για τους μηδενιστές ή για τους ανθρώπους που δεν πιστεύουν σε τίποτα, αλλά η αλήθεια είναι ότι οι Crowdists πιστεύουν πολύ στο δικό τους θεό: στους εαυτούς τους και σε μια φανταστική εικόνα που δημιούργησαν για τους εαυτούς τους, που τους λέει ότι είναι «αλτρουιστές» και «υπέρ της ισότητας». Στην πραγματικότητα, τίποτα αυτά δεν είναι.
Όπως ένας απατεώνας που πιάνεται στα πράσα, ένας Crowdist θα αντεπιτεθεί όταν τον ελέγξεις. Θα σε κατηγορήσει αμέσως για αυτό το οποίο εκείνος κάνει. Θα σου επιτεθεί προληπτικάχρησιμοποιώντας εναντίον σου μια κατηγορία για να σε αναγκάσει να παραιτηθείς από κάθε έλεγχο.
Οι Crowdists φοβούνται μήπως ο κόσμος καταλάβει την παγίδα και πιέζουν περισσότερο να μας δέσουν όλους μαζί σε ένα ενιαίο μηχανικό σύστημα, είτε πρόκειται για μια παγκόσμια κυβέρνηση, είτε για κάτι τέτοιο όπως η ΕΕ, έτσι ώστε όλοι να βρεθούμε από κάτω. Είναι μια λεπτή μορφή συλλογικής τιμωρίας. Πρέπει να κάνουμε αυτήν την παρανοϊκή ιδεολογία να δουλέψει αλλιώς, μας λένε, όλοι θα υποφέρουμε.
Ωστόσο, φαίνεται ότι πολλοί δεν συνεργάζονται. Νιώθουν ότι ο σύγχρονος κόσμος που τους έλαχε να ζουν μοιάζει με μια τεράστια έρημο βιομηχανικών απόβλητων, γεμάτη από ασθένειες, εγκληματικότητα, μικροαστική τρομοκρατία, ανθυγιεινό τρόπο ζωής και διαφθορά. Μικρότερες προαστιακές και αγροτικές περιοχές, οι οποίες δίνουν στους ανθρώπους μια επιλογή συμμετοχής, μοιάζουν σαν μικρές «οάσεις». Για να μπεις όμως εκεί, πρέπει να εγκαταλείψεις κάποιες κακές συνήθειες και πολλά δικαιώματα. Αλλά θα βγεις από την έρημο.
Τέτοιου είδους ημι-δημοκρατίες έχουν οργανωθεί από οργανικές ομάδες, όπως η θρησκεία, ο πολιτισμός / η εθνικότητα, η φιλοσοφία και η κοινωνική τάξη ή η κάστα. Μπορεί να μην είναι εχθρικές προς τους ξένους, αλλά δεν θα τους αφήσουν να μπουν μέσα. Δεν θα σου προσποιηθούν ότι θα έχεις «δικαιώματα». Θα έχεις όμως εκεί μια ευκαιρία για μια κανονική ζωή.
Οι νόμοι της αλήθειας και της μισής αλήθειας
Στην ιστορία των μαθηματικών οι αρχαίοι Έλληνες κατέχουν ξεχωριστή θέση επειδή επινόησαν τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται τα σύγχρονα μαθηματικά: μέσω αξιωμάτων, αποδείξεων, θεωρημάτων, περισσότερων αποδείξεων, περισσότερων θεωρημάτων κ.ο.κ. Κατά τη δεκαετία του 1930, ωστόσο, ο Αυστροαμερικανός μαθηματικός Κουρτ Γκέντελ απέδειξε ότι αυτή η προσέγγιση είναι κάπως ανεπαρκής: οι περισσότερες μαθηματικές θεωρίες, όπως κατέδειξε, πρέπει είτε να είναι ασυνεπείς είτε να εμπεριέχουν αλήθειες που δεν μπορούν να αποδειχθούν. Παρόλα αυτά, η πορεία των μαθηματικών συνεχίστηκε με αμείωτο ρυθμό σύμφωνα με το ελληνικό πρότυπο, το πρότυπο του Ευκλείδη. Οι Έλληνες, ιδιοφυείς γεωμέτρες, δημιούργησαν ένα μικρό σύνολο αξιωμάτων, δηλαδή προτάσεων που θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές χωρίς να έχουν αποδειχθεί, και βάσει αυτών προχώρησαν στην απόδειξη πολλών όμορφων θεωρημάτων που περιγράφουν λεπτομερώς τις ιδιότητες των ευθειών, των επιπέδων, των τριγώνων και άλλων γεωμετρικών σχημάτων. Με αυτές τις γνώσεις αντιλήφθηκαν, για παράδειγμα, ότι η Γη είναι σφαιρική και μάλιστα υπολόγισαν και την ακτίνα της. Είναι σίγουρα αξιοπερίεργο γιατί ένας πολιτισμός που ήταν σε θέση να διατυπώσει ένα θεώρημα όπως η πρόταση υπ’ αριθμ. 29 του βιβλίου I των Στοιχείων του Ευκλείδη -«όταν μια ευθεία τέμνει δύο παράλληλες ευθείες, οι εντός εναλλάξ γωνίες που σχηματίζονται είναι ίσες, οι εντός, εκτός και επί τα αυτά γωνίες είναι ίσες, και οι εντός και επί τα αυτά γωνίες είναι ίσες με το άθροισμα δύο ορθών γωνιών»- δεν δημιούργησε και μια θεωρία που να αποδεικνύει ότι αν ρίξουμε δυο ζάρια δεν είναι και τόσο συνετό να στοιχηματίσουμε στο ενδεχόμενο να φέρουν και τα δύο έξι.
Οι Έλληνες βέβαια δεν είχαν ούτε ζάρια. Ωστόσο, είχαν ροπή προς τα τυχερά παιχνίδια. Διέθεταν επίσης άφθονα κουφάρια ζώων, κι έτσι έριχναν «αστραγάλους» από διάφορα ζώα, δηλαδή μικρά οστά από τη φτέρνα του ζώου. Ο αστράγαλος έχει έξι έδρες, όμως μόνο οι τέσσερεις είναι αρκετά ευσταθείς ώστε να μπορεί να σταθεί το οστό σε μία από αυτές. Σύγχρονοι ερευνητές επισημαίνουν ότι, λόγω της κατασκευής του οστού, η πιθανότητα να σταθεί σε καθεμία από τις τέσσερεις αυτές έδρες δεν είναι η ίδια: δύο από τις έδρες έχουν πιθανότητα περίπου 10% η καθεμιά και οι άλλες δύο έχουν πιθανότητα από 40%. Σ’ ένα συνηθισμένο παιχνίδι ρίχνονταν τέσσερεις αστράγαλοι. Το αποτέλεσμα που εθεωρείτο καλύτερο ήταν μεν σπάνιο, αλλά όχι το σπανιότερο: ήταν η περίπτωση όπου οι τέσσερεις αστράγαλοι στέκονταν σε διαφορετική έδρα ο καθένας. Ο συνδυασμός αυτός ονομαζόταν “βολή της Αφροδίτης” και είχε πιθανότητα περίπου 384 στις 10.000. Οι Έλληνες, ωστόσο, που δεν διέθεταν κάποια θεωρία της τυχαιότητας, δεν το γνώριζαν αυτό.
Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τους αστραγάλους και όταν έθεταν ερωτήσεις στα μαντεία τους. Από τα μαντεία οι ερωτώντες λάμβαναν απαντήσεις που υποτίθεται ότι ήταν τα λόγια των θεών. Πολλές σημαντικές επιλογές που έκαναν εξέχοντες Έλληνες βασίζονταν στις συμβουλές των μαντείων, όπως μαρτυρεί ο ιστορικός Ηρόδοτος, αλλά και συγγραφείς όπως ο Όμηρος, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής. Ωστόσο, παρά τη σημασία της ρίψης αστραγάλων τόσο στα τυχερά παιχνίδια όσο και στη θρησκεία, οι Έλληνες δεν κατέβαλαν καμία προσπάθεια να κατανοήσουν τις κανονικότητες που διέπουν αυτές τις ρίψεις.
Γιατί οι Έλληνες δεν ανέπτυξαν κάποια θεωρία πιθανοτήτων; Μια εξήγηση είναι πως πολλοί Έλληνες πίστευαν ότι το μέλλον εκτυλίσσεται σύμφωνα με τη θεϊκή βούληση. Αν το αποτέλεσμα μιας ρίψης αστραγάλων σήμαινε «παντρέψου τη γεροδεμένη Σπαρτιάτισσα που σε έβαλε κάτω σ εκείνο τον αγώνα πάλης πίσω από το σχολείο», ο νεαρός Έλληνας δεν θα θεωρούσε το αποτέλεσμα της ρίψης το ευτυχές (ή ατυχές) προϊόν μιας τυχαίας διεργασίας· θα θεωρούσε ότι είναι η βούληση των θεών. Με δεδομένη μια τέτοια θεώρηση, η κατανόηση της τυχαιότητας δεν θα είχε νόημα. Κατά συνέπεια, η μαθηματική πρόβλεψή της θα φαινόταν αδύνατη. Μια άλλη εξήγηση μπορεί να βρίσκεται στην ίδια τη φιλοσοφική αντίληψη που έκανε τους Έλληνες τόσο μεγάλους μαθηματικούς: είχαν εμμονή με την απόλυτη αλήθεια, η οποία αποδεικνύεται μέσω της λογικής και των αξιωμάτων, και αντιπαθούσαν τις αβέβαιες αποφάνσεις. Στον Φαίδωνα του Πλάτωνα, για παράδειγμα, ο Σιμμίας λέει στον Σωκράτη ότι «τα επιχειρήματα που βασίζονται σε πιθανολογίες είναι παραπλανητικά» και ότι «εάν δεν χρησιμοποιηθούν με ιδιαίτερη προσοχή, ενδέχεται να εξαπατήσουν τόσο στη γεωμετρία όσο και σε άλλα». Στον Θεαίτητο, ο Σωκράτης λέει ότι ο μαθηματικός που «επιχειρηματολογεί σε θέματα γεωμετρίας βασιζόμενος σε πιθανότητες και εικοτολογίες δεν αξίζει τίποτα». Ωστόσο, ακόμα και οι Έλληνες που πίστευαν ότι όσοι ασχολούνταν με τις πιθανότητες άξιζαν κάτι ενδεχομένως να δυσκολεύονταν να συγκροτήσουν μια συνεπή θεωρία εκείνη την εποχή, προτού δηλαδή καθιερωθεί η συστηματική τήρηση αρχείων, διότι οι άνθρωποι έχουν, ως γνωστόν, εξαιρετικά φτωχή μνήμη όταν προβαίνουν σε εκτίμηση της συχνότητας -συνεπώς και της πιθανότητας συμβάντων του παρελθόντος.
Ποιες είναι περισσότερες: οι αγγλικές λέξεις με έξι γράμματα που το πέμπτο γράμμα τους είναι το n ή οι αγγλικές λέξεις με έξι γράμματα που τελειώνουν σε -ing; Οι περισσότεροι απαντούν ότι είναι οι λέξεις που τελειώνουν σε -ing. Γιατί; Επειδή είναι πιο εύκολο να σκεφτεί κανείς λέξεις με κατάληξη -ing παρά να βρει γενικώς και αορίστως λέξεις με έξι γράμματα που έχουν για πέμπτο γράμμα το n. Ωστόσο, δεν είναι ανάγκη να ψάξει κανείς στο λεξικό αγγλικής γλώσσας της Οξφόρδης -δεν χρειάζεται καν να ξέρει να μετρά-για να αποδείξει ότι αυτή η απάντηση είναι λανθασμένη: το σύνολο των λέξεων που έχουν έξι γράμματα με πέμπτο το n περιλαμβάνει όλες τις λέξεις που έχουν έξι γράμματα και τελειώνουν σε -ing. Οι ψυχολόγοι ονομάζουν αυτόν τον τύπο λάθους «μεροληψία διαθεσιμότητας», επειδή όταν ανασυνθέτουμε το παρελθόν δίνουμε αδικαιολόγητα μεγάλη σημασία σε αναμνήσεις που είναι ζωηρότερες και συνεπώς πιο διαθέσιμες προς ανάσυρση.
Το κακό με τη μεροληψία της διαθεσιμότητας είναι ότι διαστρεβλώνει με ύπουλο τρόπο την εικόνα μας για τον κόσμο επειδή διαστρεβλώνει την αντίληψή μας για τα παρελθόντα γεγονότα και για το περιβάλλον μας. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι έχουν την τάση να υπερεκτιμούν το ποσοστό των αστέγων που είναι ψυχικά ασθενείς, διότι όταν συναντούν έναν άστεγο που δεν συμπεριφέρεται περίεργα αυτό δεν τους κάνει εντύπωση, και δεν σπεύδουν να μιλήσουν σ’ όλους τους φίλους τους γι’ αυτόν τον μη αξιοπρόσεκτο άστεγο που συνάντησαν. Όταν όμως συναντούν έναν άστεγο που περπατάει χτυπώντας τα πόδια του και γνέφοντας με τα χέρια του σ’ έναν φανταστικό σύντροφό του ενώ τραγουδάει το «When the Saints Go Marching In», έχουν την τάση να συγκρατούν στη μνήμη τους το περιστατικό. Πόσο πιθανό είναι, από τις πέντε ουρές στα ταμεία του σούπερ-μάρκετ, να διαλέξετε αυτή που καθυστερεί περισσότερο; Αν δεν σας έχει καταραστεί κάποιος που κάνει μαύρη μαγεία, η απάντηση είναι ότι η πιθανότητα είναι περίπου 1 στις 5. Γιατί λοιπόν όταν ανατρέχετε στο παρελθόν έχετε την εντύπωση πως διαθέτετε ένα υπερφυσικό ταλέντο να διαλέγετε την ουρά που αργεί περισσότερο; Διότι όταν όλα πηγαίνουν καλά εστιάζετε την προσοχή σας σε πιο ενδιαφέροντα πράγματα, ενώ όταν η κυρία που βρίσκεται μπροστά σας και έχει ένα μόνο πράγμα στο καρότσι της αποφασίζει να κάνει φασαρία επειδή το κοτόπουλό της κοστίζει 1,50 ευρώ το κιλό παρότι είναι σίγουρη ότι στο τμήμα κρεάτων η ταμπέλα έγραφε 1.49, τότε το περιστατικό σάς κάνει εντύπωση.
Διαστρεβλώνοντας την αντίληψή μας για το παρελθόν, η μεροληψία διαθεσιμότητας περιπλέκει κάθε προσπάθειά μας να το κατανοήσουμε. Αυτό ίσχυε για τους αρχαίους Έλληνες όσο ισχύει και για μας σήμερα. Τότε όμως υπήρχε ακόμη ένα μεγάλο εμπόδιο στο να διαμορφωθεί μια πρώιμη θεωρία της τυχαιότητας, ένα εμπόδιο πρακτικής υφής: μολονότι η στοιχειώδης θεωρία πιθανοτήτων απαιτεί μόνο τη γνώση αριθμητικής, οι Έλληνες δεν γνώριζαν αριθμητική, τουλάχιστον όχι μια εύχρηστη μορφή της. Για παράδειγμα, στην Αθήνα του 5ου αιώνα πΧ, στο απόγειο του ελληνικού πολιτισμού, για να γράψει κανείς αριθμό χρησιμοποιούσε ένα είδος αλφαβητικού κώδικα. Τα πρώτα εννέα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου αντιστοιχούσαν στους αριθμούς που εμείς συμβολίζουμε με 1 ως 9. Τα επόμενα εννέα γράμματα αντιστοιχούσαν στους αριθμούς 10, 20, 30 και ούτω καθεξής.
Τέλος, τα τελευταία έξι γράμματα και τρία επιπλέον σύμβολα αντιστοιχούσαν στις εννέα εκατοντάδες (100, 200 κ.ο.κ. μέχρι το 900). Αν δυσκολεύεστε σήμερα με τις αριθμητικές πράξεις, φανταστείτε να έπρεπε να αφαιρέσετε το ΔΓΘ από το ΩΨΠ! Ακόμη χειρότερα, η σειρά με την οποία γράφονταν οι μονάδες, οι δεκάδες και οι εκατοντάδες δεν είχε ιδιαίτερη σημασία: μερικές φορές οι εκατοντάδες γράφονταν πρώτες, άλλοτε τελευταίες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δεν δινόταν καμία απολύτως σημασία στη σειρά. Τέλος, οι Έλληνες δεν διέθεταν μηδέν.
Η έννοια του μηδενός έφτασε στην Ελλάδα όταν ο Αλέξανδρος εισέβαλε στη Βαβυλωνιακή Αυτοκρατορία το 331 π.Χ. Ακόμα και τότε, παρόλο που οι Αλεξανδρινοί άρχισαν να το χρησιμοποιούν για να συμβολίσουν την απουσία αριθμού, το μηδέν δεν χρησιμοποιούνταν σαν καθαυτό αριθμός. Στα σύγχρονα μαθηματικά ο αριθμός 0 έχει δύο βασικές ιδιότητες: στην πρόσθεση είναι ο αριθμός που όταν προστίθεται σε οποιονδήποτε άλλο αριθμό τον αφήνει αμετάβλητο, ενώ στον πολλαπλασιασμό είναι ο αριθμός που όταν πολλαπλασιάζεται με οποιονδήποτε άλλο παραμένει ο ίδιος αμετάβλητος. Αυτή η έννοια εισήχθη μόλις τον 9ο μ.Χ. αιώνα από τον Ινδό μαθηματικό Μαχαβίρα.
Ακόμα και μετά την ανάπτυξη ενός εύχρηστου αριθμητικού συστήματος, χρειάστηκε να περάσουν πολλοί αιώνες μέχρι να φτάσουν οι άνθρωποι να αναγνωρίσουν ότι η πρόσθεση, η αφαίρεση, ο πολλαπλασιασμός και η διαίρεση αποτελούν θεμελιώδεις αριθμητικές πράξεις – και να αντιληφθούν σταδιακά ότι η υιοθέτηση κατάλληλων συμβόλων θα έκανε τον χειρισμό τους πολύ ευκολότερο. Έτσι, χρειάστηκε να φτάσουμε μέχρι τον 16ο αιώνα για να είναι ο δυτικός κόσμος πραγματικά έτοιμος να αναπτύξει μια θεωρία πιθανοτήτων. Ωστόσο, παρά το μειονέκτημα ενός δύσχρηστου συστήματος υπολογισμών, ο λαός που έκανε τα πρώτα βήματα προόδου για την κατανόηση της τυχαιότητας ήταν αυτός που κατέκτησε τους Έλληνες – οι Ρωμαίοι.
Οι Ρωμαίοι γενικά περιφρονούσαν τα μαθηματικά, ή τουλάχιστον τα μαθηματικά των Ελλήνων. Όπως αναφέρει ο Ρωμαίος πολίτικος Κικέρωνας, που έζησε από το 100 έως το 43 π.Χ., οι Έλληνες απέδιδαν τις υψηλότερες τιμές στον γεωμέτρη-κατά συνέπεια, σε τίποτα άλλο δεν σημείωσαν τόσο λαμπρή πρόοδο όσο στα μαθηματικά. Εμείς όμως ως όριο αυτής της τέχνης έχουμε θέσει τη χρησιμότητα της στη μέτρηση και την αρίθμηση”. Πράγματι, ενώ θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι ένα ελληνικό εγχειρίδιο θα εστίαζε στην απόδειξη της ομοιότητας αφηρημένων τριγώνων, ένα τυπικό ρωμαϊκό κείμενο επικεντρωνόταν σε προβλήματα όπως ο υπολογισμός του πλάτους ενός ποταμού όταν ο εχθρός κατέχει την απέναντι όχθη. Με τέτοιου είδους μαθηματικές προτεραιότητες, δεν προκαλεί έκπληξη ότι ενώ οι Έλληνες γέννησαν μαθηματικές αυθεντίες όπως ο Αρχιμήδης, ο Διόφαντος, ο Ευκλείδης, ο Εύδοξος, ο Πυθαγόρας και ο Θαλής, οι Ρωμαίοι δεν ανέδειξαν ούτε έναν μαθηματικό. Πρωτεύουσα θέση στη ρωμαϊκή κουλτούρα κατείχαν οι ανέσεις και ο πόλεμος, όχι η αλήθεια και η ομορφιά. Κι όμως, ακριβώς επειδή επικεντρώθηκαν σε πρακτικά ζητήματα, οι Ρωμαίοι θεώρησαν σημαντική την κατανόηση των πιθανοτήτων. Έτσι, ενώ απέδιδε μικρή αξία στη θεωρητική γεωμετρία, ο Κικέρωνας έγραψε ότι “οι πιθανότητες είναι ο κύριος οδηγός της ζωής”
Ο Κικέρωνας υπήρξε ίσως ο κορυφαίος υπέρμαχος των πιθανοτήτων κατά την αρχαιότητα. Τις χρησιμοποίησε για να αμφισβητήσει την κοινή πεποίθηση ότι η επιτυχία στα τυχερά παιχνίδια οφειλόταν σε θεϊκή παρέμβαση, γράφοντας ότι “αυτός που παίζει συχνά θα πετύχει αργά ή γρήγορα τη βολή της Αφροδίτης: ενίοτε, μάλιστα, θα την πετύχει δύο, ακόμη και τρεις, φορές στη σειρά. Είμαστε λοιπόν τόσο ελαφρόμυαλοι ώστε να λέμε με βεβαιότητα ότι κάτι τέτοιο συνέβη λόγω προσωπικής παρέμβασης της Αφροδίτης και όχι από καθαρή τύχη;”. Ο Κικέρωνας πίστευε ότι θα μπορούσε κανείς να προβλέψει και να προσδοκά ένα ενδεχόμενο ακόμη κι αν η πραγμάτωσή του θα οφειλόταν αποκλειστικά στην τύχη. Χρησιμοποίησε μάλιστα ακόμη και ένα στατιστικό επιχείρημα για να γελοιοποιήσει την πίστη στην αστρολογία. Ενοχλημένος από το γεγονός ότι, αν και απαγορευμένη δια νόμου στη Ρώμη, η αστρολογία ζούσε και βασίλευε, ο Κικέρωνας επισήμανε ότι το 216 π.Χ. στις Κάννες, ο Αννίβας, επικεφαλής ενός στρατεύματος 50.000 Καρχηδονίων και συμμαχικών δυνάμεων, κατατρόπωσε τον πολύ μεγαλύτερο ρωμαϊκό στρατό, κατασφάζοντας πάνω από 60.000 από τους 80.000 στρατιώτες του. “Είχαν όλοι οι Ρωμαίοι που σκοτώθηκαν στις Κάννες το ίδιο ωροσκόπιο;” αναρωτήθηκε. “Κι όμως, είχαν όλοι το ίδιο τέλος”. Αν ο Κικέρωνας γνώριζε ότι δύο χιλιάδες περίπου χρόνια αργότερα μια επιστημονική μελέτη για την εγκυρότητα των αστρολογικών προβλέψεων στο περιοδικό Nature θα συμφωνούσε με τα συμπεράσματα του, μάλλον θα ένιωθε περήφανος. Από την άλλη πλευρά, η εφημερίδα New York Post με συμβουλεύει σήμερα, ως Τοξότης που είμαι να αντιμετωπίσω με αντικειμενικότητα τις αρνητικές κριτικές και να κάνω όποιες αλλαγές φαίνονται απαραίτητες.
Τελικά, η σημαντικότερη κληρονομιά που μας άφησε ο Κικέρωνας όσον αφορά την τυχαιότητα είναι ο όρος probabilis που χρησιμοποίησε, από τον οποίο προέρχεται ο όρος probability (πιθανότητα) που χρησιμοποιούμε σήμερα. Το πρώτο κείμενο, όμως, στο οποίο η “πιθανότητα” χρησιμοποιείται ως καθιερωμένος τεχνικός όρος είναι ο κώδικας του ρωμαϊκού δικαίου, ο Πανδέκτης, τον οποίο συνέταξε ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός τον 6ο αιώνα. Για να εκτιμήσουμε τον τρόπο με τον οποίο εφάρμοσαν οι Ρωμαίοι τη μαθηματική σκέψη στη νομική θεωρία, θα πρέπει να κατανοήσουμε την ιστορική συγκυρία: Το ρωμαϊκό δίκαιο των αρχών του Μεσαίωνα βασιζόταν στις πρακτικές των γερμανικών φυλών. Κι αυτές δεν ήταν ιδιαίτερα ωραίες. Ας πάρουμε για παράδειγμα τους κανόνες για την ένορκη κατάθεση. Η ειλικρίνεια, ας πούμε, ενός συζύγου που αρνιόταν ότι είχε σχέσεις με τη γυναίκα που έραβε τους χιτώνες της συζύγου του θα αποδεικνυόταν όχι από την ικανότητά του να αντέξει την πιεστική εξέταση του ευέξαπτου συνηγόρου της αντιδίκου, αλλά από το αν θα παρέμενε πιστός στην εκδοχή του ακόμη και μετά από βασανιστήρια – με πυρωμένο σίδερο. (Ας επανέλθει αυτός ο θεσμός και θα δείτε πολύ περισσότερα διαζύγια να διευθετούνται εξωδικαστικά.)
Αντικαθιστώντας, ή τουλάχιστον συμπληρώνοντας, την πρακτική της εκδίκασης μιας υπόθεσης μέσω μάχης, οι Ρωμαίοι προσπάθησαν να θεραπεύσουν μέσω της μαθηματικής ακρίβειας τις ανεπάρκειες του παλαιού, αυθαίρετου συστήματος τους. Ιδωμένη υπό αυτό το πρίσμα, η ρωμαϊκή αντίληψη περί δικαίου χρησιμοποίησε διανοητικά προχωρημένες έννοιες. Αναγνωρίζοντας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία και οι καταθέσεις των μαρτύρων παρουσιάζουν συχνά αντιφάσεις, και ότι ο καλύτερος τρόπος για να λυθούν τέτοιες αντιφάσεις είναι να ποσοτικοποιηθεί η αναπόφευκτη αβεβαιότητα, οι Ρωμαίοι επινόησαν την έννοια της ημιαπόδειξης, η οποία εφαρμοζόταν σε περιπτώσεις όπου δεν υπήρχαν αδιάσειστοι λόγοι για την αποδοχή ή απόρριψη των αποδεικτικών στοιχείων ή των μαρτυρούν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το ρωμαϊκό δόγμα περί αποδεικτικών στοιχείων περιελάμβανε ακόμη πιο λεπτές διαβαθμίσεις απόδειξης, όπως στο εκκλησιαστικό διάταγμα που όριζε ότι “ένας επίσκοπος δεν μπορεί να καταδικαστεί παρά μόνο αν υπάρχουν εβδομήντα δύο μάρτυρες… ένας καρδινάλιος δεν μπορεί να καταδικαστεί παρά μόνο αν υπάρχουν σαράντα τέσσερεις μάρτυρες, ένας καρδινάλιος διάκονος της Ρώμης εάν δεν υπάρχουν τριάντα έξι μάρτυρες, ένας υποδιάκονος, ένας ακόλουθος ιερέα, ένας εξορκιστής, ένας αναγνώστης ή ένας θυρωρός της εκκλησίας εάν δεν υπάρχουν επτά μάρτυρες”. Για να καταδικαστεί κανείς με βάση αυτούς τους κανόνες, θα έπρεπε όχι μόνο να έχει διαπράξει το έγκλημα αλλά να έχει πουλήσει και εισιτήρια για το θέαμα. Παρόλα αυτά, η αναγνώριση του ότι οι πιθανότητες να αληθεύει μια μαρτυρία ενδέχεται να ποικίλλουν κατά περίπτωση και ότι είναι
αναγκαίο να υπάρχουν κάποιοι κανόνες για τον συνδυασμό τέτοιων πιθανοτήτων ήταν μια αρχή. Έτσι, η αρχαία Ρώμη υπήρξε -αναπάντεχα- το μέρος όπου δημιουργήθηκε για πρώτη φορά ένα συστηματικό σύνολο κανόνων που βασίζονταν στην έννοια των πιθανοτήτων.
Δυστυχώς, είναι δύσκολο να χειριστεί κανείς επιδέξια αριθμητικές ποσότητες όταν έχει να κάνει με VΙΙΙ και XIV. Τελικά, παρόλο που το ρωμαϊκό δίκαιο ήταν ως έναν βαθμό νομικά ορθολογικό και συνεπές, υστερούσε σε μαθηματική εγκυρότητα. Για παράδειγμα, στο ρωμαϊκό δίκαιο δύο ημιαποδείξεις ισοδυναμούσαν με μια πλήρη απόδειξη· Αυτό ίσως να ακούγεται λογικό σε κάποιον που δεν έχει συνηθίσει να σκέφτεται σε ποσοτικό πλαίσιο, σήμερα όμως που είμαστε εξοικειωμένοι με τα κλάσματα η παραπάνω παραδοχή οδηγεί στο εξής ερώτημα: αν δύο ημιαποδείξεις συνιστούν μια πλήρη βεβαιότητα, τότε με τι ισοδυναμούν τρεις ημιαποδείξεις; Σύμφωνα με τον ορθό τρόπο σύνθεσης των πιθανοτήτων, όχι μόνο δύο ημιαποδείξεις δίνουν κάτι λιγότερο από πλήρη βεβαιότητα, αλλά επιπλέον, αν αθροίσουμε έναν πεπερασμένο αριθμό μερικών αποδείξεων, το αποτέλεσμα δεν θα ισούται ποτέ με πλήρη βεβαιότητα, διότι για να συνθέσουμε πιθανότητες δεν τις προσθέτουμε, αλλά τις πολλαπλασιάζουμε.
Αυτό μας οδηγεί στον επόμενο νόμο, που διέπει τη σύνθεση των πιθανοτήτων: Αν δύο ενδεχόμενα Α και Β είναι ανεξάρτητα, τότε η πιθανότητα, να. πραγματοποιηθούν και τα δύο ισούται με το γινόμενο των πιθανοτήτων να. πραγματοποιηθεί το καθένα από αυτά. Ας υποθέσουμε ότι ένα έγγαμο άτομο έχει, κατά μέσο όρο, 1 περίπου πιθανότητα στις 50 να πάρει διαζύγιο κάθε χρόνο. Από την άλλη, ένας αστυνομικός έχει περίπου 1 πιθανότητα στις 5000 να σκοτωθεί κατά την εκτέλεση του καθήκοντος κάθε χρόνο. Ποια είναι η πιθανότητα ένας έγγαμος αστυνομικός να πάρει διαζύγιο και να σκοτωθεί μέσα στον ίδιο χρόνο: Σύμφωνα με την παραπάνω αρχή, αν αυτά τα δύο ενδεχόμενα ήταν ανεξάρτητα, η πιθανότητα αυτή θα ήταν 1/50 Χ 1/5000, δηλαδή 1/250.000 · Φυσικά τα ενδεχόμενα δεν είναι ανεξάρτητα, αλλά συνδέονται μεταξύ τους: αν κάποιος πεθάνει, δεν μπορεί -διάολε- να πάρει μετά διαζύγιο. Συνεπώς, η πιθανότητα μιας τόσο μεγάλης κακοτυχίας είναι στην πραγματικότητα κάτι λιγότερο από 1 στις 250.000.
Γιατί όμως πολλαπλασιάζουμε αντί να προσθέτουμε; Ας υποθέσουμε ότι φτιάχνετε ένα πακέτο από κάρτες με τις φωτογραφίες των 100 ανδρών που έχετε γνωρίσει μέχρι σήμερα μέσω της ιστοσελίδας γνωριμιών στην οποία συμμετέχετε, δηλαδή τους άνδρες εκείνους που στη φωτογραφία που έχουν αναρτήσει στο διαδίκτυο συχνά μοιάζουν με τον Τομ Κρουζ. αλλά εκ του σύνεγγυς φέρνουν συχνότερα προς τον Ντάννυ ΝτεΒίτο. Ας υποθέσουμε ακόμη ότι στο πίσω μέρος της κάθε κάρτας έχετε καταγράψει ορισμένα στοιχεία γι’ αυτούς, δηλαδή χαρακτηριστικά όπως «έντιμος» (ναι ή όχι) και «ελκυστικός» (ναι ή όχι). Τέλος, ας υποθέσουμε ότι 1 στους 10 άνδρες, αυτές τις εν δυνάμει αδελφές ψυχές, έχει αξιολογηθεί με «ναι» σε ένα από τα δύο χαρακτηριστικά. Πόσα άτομα από τα 100 της συλλογής σας θα περάσουν επιτυχώς τη δοκιμασία και για τα δύο χαρακτηριστικά; Ας ξεκινήσουμε από το χαρακτηριστικό «έντιμος» (θα μπορούσαμε κάλλιστα να ξεκινήσουμε από το «ελκυστικός»).
Αφού 1 στις 10 κάρτες έχουν “ναι” όσον αφορά το χαρακτηριστικό «έντιμος», οι 10 από τις 100 κάρτες μάς κάνουν. Από αυτούς τους 10 άνδρες πόσοι είναι ελκυστικοί; Και πάλι 1 στους 10, άρα παραμένει μόνο 1 κάρτα. Το πρώτο 1 στα 10 μειώνει την πιθανότητα σε 1/10 – το ίδιο κάνει και το δεύτερο 1 στα 10, οπότε το τελικό αποτέλεσμα είναι 1 κάρτα στις 100. Αυτός είναι ο λόγος που πολλαπλασιάζουμε. Αν τώρα έχετε κι άλλες απαιτήσεις πέρα από την εντιμότητα και την ελκυστικότητα, θα πρέπει να συνεχίσετε να πολλαπλασιάζετε, οπότε… καλή τύχη.
Προτού συνεχίσουμε, θα πρέπει να τονίσουμε μια σημαντική λεπτομέρεια: τη φράση αν δύο ενδεχόμενα Α και Β είναι ανεξάρτητα.
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η σύνθετη πιθανότητα ισούται με το γινόμενο των απλών μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανενός είδους συνάφεια μεταξύ των δύο ενδεχομένων.
Υπάρχουν καταστάσεις στις οποίες οι πιθανότητες πρέπει να προστίθενται, και αυτό είναι το αντικείμενο του επόμενου νόμου μας. Ο νόμος αυτός αφορά την περίπτωση που θέλουμε να μάθουμε την πιθανότητα να πραγματοποιηθεί ένα ενδεχόμενο ή ένα άλλο ενδεχόμενο, σε αντίθεση με την προηγούμενη περίπτωση, όπου θέλαμε να μάθουμε ποια είναι η πιθανότητα να πραγματοποιηθούν δύο ενδεχόμενα ταυτόχρονα. Ο νόμος είναι ο εξής: Αν μια κατάσταση μπορεί να έχει πάνω από μία διαφορετικές και διακριτές μεταξύ τους πιθανές εκβάσεις Α, Β. Γ. κ.ο.κ.. τότε η πιθανότητα να πραγματοποιηθεί η έκβαση Α ή η έκβαση Β ισούται με το άθροισμα των μεμονωμένων πιθανοτήτων των εκβάσεων Α και Β, ενώ το άθροισμα των πιθανοτήτων όλων των πιθανών εκβάσεων (δηλαδή των A. Β, Γ, κ.ο.κ.) ισούται με 1 (δηλαδή με 100%). Όταν θέλετε να μάθετε ποια είναι η πιθανότητα να συμβούν αμφότερα δύο ανεξάρτητα ενδεχόμενα Α και Β, πολλαπλασιάζετε· όταν θέλετε να μάθετε ποια είναι η πιθανότητα να συμβεί οποιοδήποτε από δύο αμοιβαία αποκλειόμενα ενδεχόμενα Α και Β, προσθέτετε.
Αυτοί είναι οι τρεις νόμοι, (μαζί με τον πρώτο νόμο των πιθανοτήτων που είναι βασικός: Ή πιθανότητα να συμβούν δύο ενδεχόμενα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μεγαλύτερη από την πιθανότητα να συμβεί το καθένα από αυτά ξεχωριστά. Πώς εξηγείται αυτό; Είναι απλή αριθμητική: η πιθανότητα να συμβεί το ενδεχόμενο Α = η πιθανότητα να συμβούν τα ενδεχόμενα Α και Β + η πιθανότητα να συμβεί το Α και να μη συμβεί το Β), παρότι εξαιρετικά απλοί αποτελούν ουσιαστικά τη βάση της θεωρίας των πιθανοτήτων. Αν εφαρμοστούν σωστά, μπορούν να διαφωτίσουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο λειτουργίας της φύσης και της καθημερινής ζωής. Τους εφαρμόζουμε συνεχώς στις καθημερινές μας διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Όμως, όπως και οι Ρωμαίοι νομοθέτες, δεν τους εφαρμόζουμε πάντα σωστά.
Οι Έλληνες βέβαια δεν είχαν ούτε ζάρια. Ωστόσο, είχαν ροπή προς τα τυχερά παιχνίδια. Διέθεταν επίσης άφθονα κουφάρια ζώων, κι έτσι έριχναν «αστραγάλους» από διάφορα ζώα, δηλαδή μικρά οστά από τη φτέρνα του ζώου. Ο αστράγαλος έχει έξι έδρες, όμως μόνο οι τέσσερεις είναι αρκετά ευσταθείς ώστε να μπορεί να σταθεί το οστό σε μία από αυτές. Σύγχρονοι ερευνητές επισημαίνουν ότι, λόγω της κατασκευής του οστού, η πιθανότητα να σταθεί σε καθεμία από τις τέσσερεις αυτές έδρες δεν είναι η ίδια: δύο από τις έδρες έχουν πιθανότητα περίπου 10% η καθεμιά και οι άλλες δύο έχουν πιθανότητα από 40%. Σ’ ένα συνηθισμένο παιχνίδι ρίχνονταν τέσσερεις αστράγαλοι. Το αποτέλεσμα που εθεωρείτο καλύτερο ήταν μεν σπάνιο, αλλά όχι το σπανιότερο: ήταν η περίπτωση όπου οι τέσσερεις αστράγαλοι στέκονταν σε διαφορετική έδρα ο καθένας. Ο συνδυασμός αυτός ονομαζόταν “βολή της Αφροδίτης” και είχε πιθανότητα περίπου 384 στις 10.000. Οι Έλληνες, ωστόσο, που δεν διέθεταν κάποια θεωρία της τυχαιότητας, δεν το γνώριζαν αυτό.
Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τους αστραγάλους και όταν έθεταν ερωτήσεις στα μαντεία τους. Από τα μαντεία οι ερωτώντες λάμβαναν απαντήσεις που υποτίθεται ότι ήταν τα λόγια των θεών. Πολλές σημαντικές επιλογές που έκαναν εξέχοντες Έλληνες βασίζονταν στις συμβουλές των μαντείων, όπως μαρτυρεί ο ιστορικός Ηρόδοτος, αλλά και συγγραφείς όπως ο Όμηρος, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής. Ωστόσο, παρά τη σημασία της ρίψης αστραγάλων τόσο στα τυχερά παιχνίδια όσο και στη θρησκεία, οι Έλληνες δεν κατέβαλαν καμία προσπάθεια να κατανοήσουν τις κανονικότητες που διέπουν αυτές τις ρίψεις.
Γιατί οι Έλληνες δεν ανέπτυξαν κάποια θεωρία πιθανοτήτων; Μια εξήγηση είναι πως πολλοί Έλληνες πίστευαν ότι το μέλλον εκτυλίσσεται σύμφωνα με τη θεϊκή βούληση. Αν το αποτέλεσμα μιας ρίψης αστραγάλων σήμαινε «παντρέψου τη γεροδεμένη Σπαρτιάτισσα που σε έβαλε κάτω σ εκείνο τον αγώνα πάλης πίσω από το σχολείο», ο νεαρός Έλληνας δεν θα θεωρούσε το αποτέλεσμα της ρίψης το ευτυχές (ή ατυχές) προϊόν μιας τυχαίας διεργασίας· θα θεωρούσε ότι είναι η βούληση των θεών. Με δεδομένη μια τέτοια θεώρηση, η κατανόηση της τυχαιότητας δεν θα είχε νόημα. Κατά συνέπεια, η μαθηματική πρόβλεψή της θα φαινόταν αδύνατη. Μια άλλη εξήγηση μπορεί να βρίσκεται στην ίδια τη φιλοσοφική αντίληψη που έκανε τους Έλληνες τόσο μεγάλους μαθηματικούς: είχαν εμμονή με την απόλυτη αλήθεια, η οποία αποδεικνύεται μέσω της λογικής και των αξιωμάτων, και αντιπαθούσαν τις αβέβαιες αποφάνσεις. Στον Φαίδωνα του Πλάτωνα, για παράδειγμα, ο Σιμμίας λέει στον Σωκράτη ότι «τα επιχειρήματα που βασίζονται σε πιθανολογίες είναι παραπλανητικά» και ότι «εάν δεν χρησιμοποιηθούν με ιδιαίτερη προσοχή, ενδέχεται να εξαπατήσουν τόσο στη γεωμετρία όσο και σε άλλα». Στον Θεαίτητο, ο Σωκράτης λέει ότι ο μαθηματικός που «επιχειρηματολογεί σε θέματα γεωμετρίας βασιζόμενος σε πιθανότητες και εικοτολογίες δεν αξίζει τίποτα». Ωστόσο, ακόμα και οι Έλληνες που πίστευαν ότι όσοι ασχολούνταν με τις πιθανότητες άξιζαν κάτι ενδεχομένως να δυσκολεύονταν να συγκροτήσουν μια συνεπή θεωρία εκείνη την εποχή, προτού δηλαδή καθιερωθεί η συστηματική τήρηση αρχείων, διότι οι άνθρωποι έχουν, ως γνωστόν, εξαιρετικά φτωχή μνήμη όταν προβαίνουν σε εκτίμηση της συχνότητας -συνεπώς και της πιθανότητας συμβάντων του παρελθόντος.
Ποιες είναι περισσότερες: οι αγγλικές λέξεις με έξι γράμματα που το πέμπτο γράμμα τους είναι το n ή οι αγγλικές λέξεις με έξι γράμματα που τελειώνουν σε -ing; Οι περισσότεροι απαντούν ότι είναι οι λέξεις που τελειώνουν σε -ing. Γιατί; Επειδή είναι πιο εύκολο να σκεφτεί κανείς λέξεις με κατάληξη -ing παρά να βρει γενικώς και αορίστως λέξεις με έξι γράμματα που έχουν για πέμπτο γράμμα το n. Ωστόσο, δεν είναι ανάγκη να ψάξει κανείς στο λεξικό αγγλικής γλώσσας της Οξφόρδης -δεν χρειάζεται καν να ξέρει να μετρά-για να αποδείξει ότι αυτή η απάντηση είναι λανθασμένη: το σύνολο των λέξεων που έχουν έξι γράμματα με πέμπτο το n περιλαμβάνει όλες τις λέξεις που έχουν έξι γράμματα και τελειώνουν σε -ing. Οι ψυχολόγοι ονομάζουν αυτόν τον τύπο λάθους «μεροληψία διαθεσιμότητας», επειδή όταν ανασυνθέτουμε το παρελθόν δίνουμε αδικαιολόγητα μεγάλη σημασία σε αναμνήσεις που είναι ζωηρότερες και συνεπώς πιο διαθέσιμες προς ανάσυρση.
Το κακό με τη μεροληψία της διαθεσιμότητας είναι ότι διαστρεβλώνει με ύπουλο τρόπο την εικόνα μας για τον κόσμο επειδή διαστρεβλώνει την αντίληψή μας για τα παρελθόντα γεγονότα και για το περιβάλλον μας. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι έχουν την τάση να υπερεκτιμούν το ποσοστό των αστέγων που είναι ψυχικά ασθενείς, διότι όταν συναντούν έναν άστεγο που δεν συμπεριφέρεται περίεργα αυτό δεν τους κάνει εντύπωση, και δεν σπεύδουν να μιλήσουν σ’ όλους τους φίλους τους γι’ αυτόν τον μη αξιοπρόσεκτο άστεγο που συνάντησαν. Όταν όμως συναντούν έναν άστεγο που περπατάει χτυπώντας τα πόδια του και γνέφοντας με τα χέρια του σ’ έναν φανταστικό σύντροφό του ενώ τραγουδάει το «When the Saints Go Marching In», έχουν την τάση να συγκρατούν στη μνήμη τους το περιστατικό. Πόσο πιθανό είναι, από τις πέντε ουρές στα ταμεία του σούπερ-μάρκετ, να διαλέξετε αυτή που καθυστερεί περισσότερο; Αν δεν σας έχει καταραστεί κάποιος που κάνει μαύρη μαγεία, η απάντηση είναι ότι η πιθανότητα είναι περίπου 1 στις 5. Γιατί λοιπόν όταν ανατρέχετε στο παρελθόν έχετε την εντύπωση πως διαθέτετε ένα υπερφυσικό ταλέντο να διαλέγετε την ουρά που αργεί περισσότερο; Διότι όταν όλα πηγαίνουν καλά εστιάζετε την προσοχή σας σε πιο ενδιαφέροντα πράγματα, ενώ όταν η κυρία που βρίσκεται μπροστά σας και έχει ένα μόνο πράγμα στο καρότσι της αποφασίζει να κάνει φασαρία επειδή το κοτόπουλό της κοστίζει 1,50 ευρώ το κιλό παρότι είναι σίγουρη ότι στο τμήμα κρεάτων η ταμπέλα έγραφε 1.49, τότε το περιστατικό σάς κάνει εντύπωση.
Διαστρεβλώνοντας την αντίληψή μας για το παρελθόν, η μεροληψία διαθεσιμότητας περιπλέκει κάθε προσπάθειά μας να το κατανοήσουμε. Αυτό ίσχυε για τους αρχαίους Έλληνες όσο ισχύει και για μας σήμερα. Τότε όμως υπήρχε ακόμη ένα μεγάλο εμπόδιο στο να διαμορφωθεί μια πρώιμη θεωρία της τυχαιότητας, ένα εμπόδιο πρακτικής υφής: μολονότι η στοιχειώδης θεωρία πιθανοτήτων απαιτεί μόνο τη γνώση αριθμητικής, οι Έλληνες δεν γνώριζαν αριθμητική, τουλάχιστον όχι μια εύχρηστη μορφή της. Για παράδειγμα, στην Αθήνα του 5ου αιώνα πΧ, στο απόγειο του ελληνικού πολιτισμού, για να γράψει κανείς αριθμό χρησιμοποιούσε ένα είδος αλφαβητικού κώδικα. Τα πρώτα εννέα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου αντιστοιχούσαν στους αριθμούς που εμείς συμβολίζουμε με 1 ως 9. Τα επόμενα εννέα γράμματα αντιστοιχούσαν στους αριθμούς 10, 20, 30 και ούτω καθεξής.
Τέλος, τα τελευταία έξι γράμματα και τρία επιπλέον σύμβολα αντιστοιχούσαν στις εννέα εκατοντάδες (100, 200 κ.ο.κ. μέχρι το 900). Αν δυσκολεύεστε σήμερα με τις αριθμητικές πράξεις, φανταστείτε να έπρεπε να αφαιρέσετε το ΔΓΘ από το ΩΨΠ! Ακόμη χειρότερα, η σειρά με την οποία γράφονταν οι μονάδες, οι δεκάδες και οι εκατοντάδες δεν είχε ιδιαίτερη σημασία: μερικές φορές οι εκατοντάδες γράφονταν πρώτες, άλλοτε τελευταίες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις δεν δινόταν καμία απολύτως σημασία στη σειρά. Τέλος, οι Έλληνες δεν διέθεταν μηδέν.
Η έννοια του μηδενός έφτασε στην Ελλάδα όταν ο Αλέξανδρος εισέβαλε στη Βαβυλωνιακή Αυτοκρατορία το 331 π.Χ. Ακόμα και τότε, παρόλο που οι Αλεξανδρινοί άρχισαν να το χρησιμοποιούν για να συμβολίσουν την απουσία αριθμού, το μηδέν δεν χρησιμοποιούνταν σαν καθαυτό αριθμός. Στα σύγχρονα μαθηματικά ο αριθμός 0 έχει δύο βασικές ιδιότητες: στην πρόσθεση είναι ο αριθμός που όταν προστίθεται σε οποιονδήποτε άλλο αριθμό τον αφήνει αμετάβλητο, ενώ στον πολλαπλασιασμό είναι ο αριθμός που όταν πολλαπλασιάζεται με οποιονδήποτε άλλο παραμένει ο ίδιος αμετάβλητος. Αυτή η έννοια εισήχθη μόλις τον 9ο μ.Χ. αιώνα από τον Ινδό μαθηματικό Μαχαβίρα.
Ακόμα και μετά την ανάπτυξη ενός εύχρηστου αριθμητικού συστήματος, χρειάστηκε να περάσουν πολλοί αιώνες μέχρι να φτάσουν οι άνθρωποι να αναγνωρίσουν ότι η πρόσθεση, η αφαίρεση, ο πολλαπλασιασμός και η διαίρεση αποτελούν θεμελιώδεις αριθμητικές πράξεις – και να αντιληφθούν σταδιακά ότι η υιοθέτηση κατάλληλων συμβόλων θα έκανε τον χειρισμό τους πολύ ευκολότερο. Έτσι, χρειάστηκε να φτάσουμε μέχρι τον 16ο αιώνα για να είναι ο δυτικός κόσμος πραγματικά έτοιμος να αναπτύξει μια θεωρία πιθανοτήτων. Ωστόσο, παρά το μειονέκτημα ενός δύσχρηστου συστήματος υπολογισμών, ο λαός που έκανε τα πρώτα βήματα προόδου για την κατανόηση της τυχαιότητας ήταν αυτός που κατέκτησε τους Έλληνες – οι Ρωμαίοι.
Οι Ρωμαίοι γενικά περιφρονούσαν τα μαθηματικά, ή τουλάχιστον τα μαθηματικά των Ελλήνων. Όπως αναφέρει ο Ρωμαίος πολίτικος Κικέρωνας, που έζησε από το 100 έως το 43 π.Χ., οι Έλληνες απέδιδαν τις υψηλότερες τιμές στον γεωμέτρη-κατά συνέπεια, σε τίποτα άλλο δεν σημείωσαν τόσο λαμπρή πρόοδο όσο στα μαθηματικά. Εμείς όμως ως όριο αυτής της τέχνης έχουμε θέσει τη χρησιμότητα της στη μέτρηση και την αρίθμηση”. Πράγματι, ενώ θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι ένα ελληνικό εγχειρίδιο θα εστίαζε στην απόδειξη της ομοιότητας αφηρημένων τριγώνων, ένα τυπικό ρωμαϊκό κείμενο επικεντρωνόταν σε προβλήματα όπως ο υπολογισμός του πλάτους ενός ποταμού όταν ο εχθρός κατέχει την απέναντι όχθη. Με τέτοιου είδους μαθηματικές προτεραιότητες, δεν προκαλεί έκπληξη ότι ενώ οι Έλληνες γέννησαν μαθηματικές αυθεντίες όπως ο Αρχιμήδης, ο Διόφαντος, ο Ευκλείδης, ο Εύδοξος, ο Πυθαγόρας και ο Θαλής, οι Ρωμαίοι δεν ανέδειξαν ούτε έναν μαθηματικό. Πρωτεύουσα θέση στη ρωμαϊκή κουλτούρα κατείχαν οι ανέσεις και ο πόλεμος, όχι η αλήθεια και η ομορφιά. Κι όμως, ακριβώς επειδή επικεντρώθηκαν σε πρακτικά ζητήματα, οι Ρωμαίοι θεώρησαν σημαντική την κατανόηση των πιθανοτήτων. Έτσι, ενώ απέδιδε μικρή αξία στη θεωρητική γεωμετρία, ο Κικέρωνας έγραψε ότι “οι πιθανότητες είναι ο κύριος οδηγός της ζωής”
Ο Κικέρωνας υπήρξε ίσως ο κορυφαίος υπέρμαχος των πιθανοτήτων κατά την αρχαιότητα. Τις χρησιμοποίησε για να αμφισβητήσει την κοινή πεποίθηση ότι η επιτυχία στα τυχερά παιχνίδια οφειλόταν σε θεϊκή παρέμβαση, γράφοντας ότι “αυτός που παίζει συχνά θα πετύχει αργά ή γρήγορα τη βολή της Αφροδίτης: ενίοτε, μάλιστα, θα την πετύχει δύο, ακόμη και τρεις, φορές στη σειρά. Είμαστε λοιπόν τόσο ελαφρόμυαλοι ώστε να λέμε με βεβαιότητα ότι κάτι τέτοιο συνέβη λόγω προσωπικής παρέμβασης της Αφροδίτης και όχι από καθαρή τύχη;”. Ο Κικέρωνας πίστευε ότι θα μπορούσε κανείς να προβλέψει και να προσδοκά ένα ενδεχόμενο ακόμη κι αν η πραγμάτωσή του θα οφειλόταν αποκλειστικά στην τύχη. Χρησιμοποίησε μάλιστα ακόμη και ένα στατιστικό επιχείρημα για να γελοιοποιήσει την πίστη στην αστρολογία. Ενοχλημένος από το γεγονός ότι, αν και απαγορευμένη δια νόμου στη Ρώμη, η αστρολογία ζούσε και βασίλευε, ο Κικέρωνας επισήμανε ότι το 216 π.Χ. στις Κάννες, ο Αννίβας, επικεφαλής ενός στρατεύματος 50.000 Καρχηδονίων και συμμαχικών δυνάμεων, κατατρόπωσε τον πολύ μεγαλύτερο ρωμαϊκό στρατό, κατασφάζοντας πάνω από 60.000 από τους 80.000 στρατιώτες του. “Είχαν όλοι οι Ρωμαίοι που σκοτώθηκαν στις Κάννες το ίδιο ωροσκόπιο;” αναρωτήθηκε. “Κι όμως, είχαν όλοι το ίδιο τέλος”. Αν ο Κικέρωνας γνώριζε ότι δύο χιλιάδες περίπου χρόνια αργότερα μια επιστημονική μελέτη για την εγκυρότητα των αστρολογικών προβλέψεων στο περιοδικό Nature θα συμφωνούσε με τα συμπεράσματα του, μάλλον θα ένιωθε περήφανος. Από την άλλη πλευρά, η εφημερίδα New York Post με συμβουλεύει σήμερα, ως Τοξότης που είμαι να αντιμετωπίσω με αντικειμενικότητα τις αρνητικές κριτικές και να κάνω όποιες αλλαγές φαίνονται απαραίτητες.
Τελικά, η σημαντικότερη κληρονομιά που μας άφησε ο Κικέρωνας όσον αφορά την τυχαιότητα είναι ο όρος probabilis που χρησιμοποίησε, από τον οποίο προέρχεται ο όρος probability (πιθανότητα) που χρησιμοποιούμε σήμερα. Το πρώτο κείμενο, όμως, στο οποίο η “πιθανότητα” χρησιμοποιείται ως καθιερωμένος τεχνικός όρος είναι ο κώδικας του ρωμαϊκού δικαίου, ο Πανδέκτης, τον οποίο συνέταξε ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός τον 6ο αιώνα. Για να εκτιμήσουμε τον τρόπο με τον οποίο εφάρμοσαν οι Ρωμαίοι τη μαθηματική σκέψη στη νομική θεωρία, θα πρέπει να κατανοήσουμε την ιστορική συγκυρία: Το ρωμαϊκό δίκαιο των αρχών του Μεσαίωνα βασιζόταν στις πρακτικές των γερμανικών φυλών. Κι αυτές δεν ήταν ιδιαίτερα ωραίες. Ας πάρουμε για παράδειγμα τους κανόνες για την ένορκη κατάθεση. Η ειλικρίνεια, ας πούμε, ενός συζύγου που αρνιόταν ότι είχε σχέσεις με τη γυναίκα που έραβε τους χιτώνες της συζύγου του θα αποδεικνυόταν όχι από την ικανότητά του να αντέξει την πιεστική εξέταση του ευέξαπτου συνηγόρου της αντιδίκου, αλλά από το αν θα παρέμενε πιστός στην εκδοχή του ακόμη και μετά από βασανιστήρια – με πυρωμένο σίδερο. (Ας επανέλθει αυτός ο θεσμός και θα δείτε πολύ περισσότερα διαζύγια να διευθετούνται εξωδικαστικά.)
Αντικαθιστώντας, ή τουλάχιστον συμπληρώνοντας, την πρακτική της εκδίκασης μιας υπόθεσης μέσω μάχης, οι Ρωμαίοι προσπάθησαν να θεραπεύσουν μέσω της μαθηματικής ακρίβειας τις ανεπάρκειες του παλαιού, αυθαίρετου συστήματος τους. Ιδωμένη υπό αυτό το πρίσμα, η ρωμαϊκή αντίληψη περί δικαίου χρησιμοποίησε διανοητικά προχωρημένες έννοιες. Αναγνωρίζοντας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία και οι καταθέσεις των μαρτύρων παρουσιάζουν συχνά αντιφάσεις, και ότι ο καλύτερος τρόπος για να λυθούν τέτοιες αντιφάσεις είναι να ποσοτικοποιηθεί η αναπόφευκτη αβεβαιότητα, οι Ρωμαίοι επινόησαν την έννοια της ημιαπόδειξης, η οποία εφαρμοζόταν σε περιπτώσεις όπου δεν υπήρχαν αδιάσειστοι λόγοι για την αποδοχή ή απόρριψη των αποδεικτικών στοιχείων ή των μαρτυρούν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το ρωμαϊκό δόγμα περί αποδεικτικών στοιχείων περιελάμβανε ακόμη πιο λεπτές διαβαθμίσεις απόδειξης, όπως στο εκκλησιαστικό διάταγμα που όριζε ότι “ένας επίσκοπος δεν μπορεί να καταδικαστεί παρά μόνο αν υπάρχουν εβδομήντα δύο μάρτυρες… ένας καρδινάλιος δεν μπορεί να καταδικαστεί παρά μόνο αν υπάρχουν σαράντα τέσσερεις μάρτυρες, ένας καρδινάλιος διάκονος της Ρώμης εάν δεν υπάρχουν τριάντα έξι μάρτυρες, ένας υποδιάκονος, ένας ακόλουθος ιερέα, ένας εξορκιστής, ένας αναγνώστης ή ένας θυρωρός της εκκλησίας εάν δεν υπάρχουν επτά μάρτυρες”. Για να καταδικαστεί κανείς με βάση αυτούς τους κανόνες, θα έπρεπε όχι μόνο να έχει διαπράξει το έγκλημα αλλά να έχει πουλήσει και εισιτήρια για το θέαμα. Παρόλα αυτά, η αναγνώριση του ότι οι πιθανότητες να αληθεύει μια μαρτυρία ενδέχεται να ποικίλλουν κατά περίπτωση και ότι είναι
αναγκαίο να υπάρχουν κάποιοι κανόνες για τον συνδυασμό τέτοιων πιθανοτήτων ήταν μια αρχή. Έτσι, η αρχαία Ρώμη υπήρξε -αναπάντεχα- το μέρος όπου δημιουργήθηκε για πρώτη φορά ένα συστηματικό σύνολο κανόνων που βασίζονταν στην έννοια των πιθανοτήτων.
Δυστυχώς, είναι δύσκολο να χειριστεί κανείς επιδέξια αριθμητικές ποσότητες όταν έχει να κάνει με VΙΙΙ και XIV. Τελικά, παρόλο που το ρωμαϊκό δίκαιο ήταν ως έναν βαθμό νομικά ορθολογικό και συνεπές, υστερούσε σε μαθηματική εγκυρότητα. Για παράδειγμα, στο ρωμαϊκό δίκαιο δύο ημιαποδείξεις ισοδυναμούσαν με μια πλήρη απόδειξη· Αυτό ίσως να ακούγεται λογικό σε κάποιον που δεν έχει συνηθίσει να σκέφτεται σε ποσοτικό πλαίσιο, σήμερα όμως που είμαστε εξοικειωμένοι με τα κλάσματα η παραπάνω παραδοχή οδηγεί στο εξής ερώτημα: αν δύο ημιαποδείξεις συνιστούν μια πλήρη βεβαιότητα, τότε με τι ισοδυναμούν τρεις ημιαποδείξεις; Σύμφωνα με τον ορθό τρόπο σύνθεσης των πιθανοτήτων, όχι μόνο δύο ημιαποδείξεις δίνουν κάτι λιγότερο από πλήρη βεβαιότητα, αλλά επιπλέον, αν αθροίσουμε έναν πεπερασμένο αριθμό μερικών αποδείξεων, το αποτέλεσμα δεν θα ισούται ποτέ με πλήρη βεβαιότητα, διότι για να συνθέσουμε πιθανότητες δεν τις προσθέτουμε, αλλά τις πολλαπλασιάζουμε.
Αυτό μας οδηγεί στον επόμενο νόμο, που διέπει τη σύνθεση των πιθανοτήτων: Αν δύο ενδεχόμενα Α και Β είναι ανεξάρτητα, τότε η πιθανότητα, να. πραγματοποιηθούν και τα δύο ισούται με το γινόμενο των πιθανοτήτων να. πραγματοποιηθεί το καθένα από αυτά. Ας υποθέσουμε ότι ένα έγγαμο άτομο έχει, κατά μέσο όρο, 1 περίπου πιθανότητα στις 50 να πάρει διαζύγιο κάθε χρόνο. Από την άλλη, ένας αστυνομικός έχει περίπου 1 πιθανότητα στις 5000 να σκοτωθεί κατά την εκτέλεση του καθήκοντος κάθε χρόνο. Ποια είναι η πιθανότητα ένας έγγαμος αστυνομικός να πάρει διαζύγιο και να σκοτωθεί μέσα στον ίδιο χρόνο: Σύμφωνα με την παραπάνω αρχή, αν αυτά τα δύο ενδεχόμενα ήταν ανεξάρτητα, η πιθανότητα αυτή θα ήταν 1/50 Χ 1/5000, δηλαδή 1/250.000 · Φυσικά τα ενδεχόμενα δεν είναι ανεξάρτητα, αλλά συνδέονται μεταξύ τους: αν κάποιος πεθάνει, δεν μπορεί -διάολε- να πάρει μετά διαζύγιο. Συνεπώς, η πιθανότητα μιας τόσο μεγάλης κακοτυχίας είναι στην πραγματικότητα κάτι λιγότερο από 1 στις 250.000.
Γιατί όμως πολλαπλασιάζουμε αντί να προσθέτουμε; Ας υποθέσουμε ότι φτιάχνετε ένα πακέτο από κάρτες με τις φωτογραφίες των 100 ανδρών που έχετε γνωρίσει μέχρι σήμερα μέσω της ιστοσελίδας γνωριμιών στην οποία συμμετέχετε, δηλαδή τους άνδρες εκείνους που στη φωτογραφία που έχουν αναρτήσει στο διαδίκτυο συχνά μοιάζουν με τον Τομ Κρουζ. αλλά εκ του σύνεγγυς φέρνουν συχνότερα προς τον Ντάννυ ΝτεΒίτο. Ας υποθέσουμε ακόμη ότι στο πίσω μέρος της κάθε κάρτας έχετε καταγράψει ορισμένα στοιχεία γι’ αυτούς, δηλαδή χαρακτηριστικά όπως «έντιμος» (ναι ή όχι) και «ελκυστικός» (ναι ή όχι). Τέλος, ας υποθέσουμε ότι 1 στους 10 άνδρες, αυτές τις εν δυνάμει αδελφές ψυχές, έχει αξιολογηθεί με «ναι» σε ένα από τα δύο χαρακτηριστικά. Πόσα άτομα από τα 100 της συλλογής σας θα περάσουν επιτυχώς τη δοκιμασία και για τα δύο χαρακτηριστικά; Ας ξεκινήσουμε από το χαρακτηριστικό «έντιμος» (θα μπορούσαμε κάλλιστα να ξεκινήσουμε από το «ελκυστικός»).
Αφού 1 στις 10 κάρτες έχουν “ναι” όσον αφορά το χαρακτηριστικό «έντιμος», οι 10 από τις 100 κάρτες μάς κάνουν. Από αυτούς τους 10 άνδρες πόσοι είναι ελκυστικοί; Και πάλι 1 στους 10, άρα παραμένει μόνο 1 κάρτα. Το πρώτο 1 στα 10 μειώνει την πιθανότητα σε 1/10 – το ίδιο κάνει και το δεύτερο 1 στα 10, οπότε το τελικό αποτέλεσμα είναι 1 κάρτα στις 100. Αυτός είναι ο λόγος που πολλαπλασιάζουμε. Αν τώρα έχετε κι άλλες απαιτήσεις πέρα από την εντιμότητα και την ελκυστικότητα, θα πρέπει να συνεχίσετε να πολλαπλασιάζετε, οπότε… καλή τύχη.
Προτού συνεχίσουμε, θα πρέπει να τονίσουμε μια σημαντική λεπτομέρεια: τη φράση αν δύο ενδεχόμενα Α και Β είναι ανεξάρτητα.
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η σύνθετη πιθανότητα ισούται με το γινόμενο των απλών μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχει κανενός είδους συνάφεια μεταξύ των δύο ενδεχομένων.
Υπάρχουν καταστάσεις στις οποίες οι πιθανότητες πρέπει να προστίθενται, και αυτό είναι το αντικείμενο του επόμενου νόμου μας. Ο νόμος αυτός αφορά την περίπτωση που θέλουμε να μάθουμε την πιθανότητα να πραγματοποιηθεί ένα ενδεχόμενο ή ένα άλλο ενδεχόμενο, σε αντίθεση με την προηγούμενη περίπτωση, όπου θέλαμε να μάθουμε ποια είναι η πιθανότητα να πραγματοποιηθούν δύο ενδεχόμενα ταυτόχρονα. Ο νόμος είναι ο εξής: Αν μια κατάσταση μπορεί να έχει πάνω από μία διαφορετικές και διακριτές μεταξύ τους πιθανές εκβάσεις Α, Β. Γ. κ.ο.κ.. τότε η πιθανότητα να πραγματοποιηθεί η έκβαση Α ή η έκβαση Β ισούται με το άθροισμα των μεμονωμένων πιθανοτήτων των εκβάσεων Α και Β, ενώ το άθροισμα των πιθανοτήτων όλων των πιθανών εκβάσεων (δηλαδή των A. Β, Γ, κ.ο.κ.) ισούται με 1 (δηλαδή με 100%). Όταν θέλετε να μάθετε ποια είναι η πιθανότητα να συμβούν αμφότερα δύο ανεξάρτητα ενδεχόμενα Α και Β, πολλαπλασιάζετε· όταν θέλετε να μάθετε ποια είναι η πιθανότητα να συμβεί οποιοδήποτε από δύο αμοιβαία αποκλειόμενα ενδεχόμενα Α και Β, προσθέτετε.
Αυτοί είναι οι τρεις νόμοι, (μαζί με τον πρώτο νόμο των πιθανοτήτων που είναι βασικός: Ή πιθανότητα να συμβούν δύο ενδεχόμενα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μεγαλύτερη από την πιθανότητα να συμβεί το καθένα από αυτά ξεχωριστά. Πώς εξηγείται αυτό; Είναι απλή αριθμητική: η πιθανότητα να συμβεί το ενδεχόμενο Α = η πιθανότητα να συμβούν τα ενδεχόμενα Α και Β + η πιθανότητα να συμβεί το Α και να μη συμβεί το Β), παρότι εξαιρετικά απλοί αποτελούν ουσιαστικά τη βάση της θεωρίας των πιθανοτήτων. Αν εφαρμοστούν σωστά, μπορούν να διαφωτίσουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο λειτουργίας της φύσης και της καθημερινής ζωής. Τους εφαρμόζουμε συνεχώς στις καθημερινές μας διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Όμως, όπως και οι Ρωμαίοι νομοθέτες, δεν τους εφαρμόζουμε πάντα σωστά.
Η μάχη των Φιλίππων: Η διπλή πολεμική αναμέτρηση που άλλαξε την πορεία του αρχαίου κόσμου
Διπλή πολεμική αναμέτρηση (3 και 23 Οκτωβρίου 42 π.Χ.), στο πλαίσιο της εμφύλιας διαμάχης που ξέσπασε στη Ρώμη μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα.
Ο στρατός της Δεύτερης Τριανδρίας με επικεφαλής τον Μάρκο Αντώνιο και τον Οκταβιανό επικράτησε των δυνάμεων των δολοφόνων του Καίσαρα, Μάρκου Ιούνιου Βρούτου και Γάιου Κάσσιου Λογγίνου στην πεδιάδα των Φιλίππων, πλησίον της σημερινής Καβάλας και ανέκτησε τον έλεγχο της ρωμαϊκής επικράτειας.
Μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα στη Ρώμη (15 Μαρτίου 44 π.Χ.), οι επικεφαλής της «δημοκρατικής» συνωμοσίας Κάσσιος και Βρούτος διέφυγαν στις ανατολικές επαρχίες, όπου κατείχαν πολιτικοστρατιωτικές θέσεις, ο μεν Κάσιος στη Συρία, ο δε Βρούτος στη Μακεδονία. Αφού έγιναν κύριοι της κατάστασης στις επαρχίες τους, ένωσαν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν το στρατό των υποστηρικτών του δολοφονηθέντος ηγέτη.
Η Δεύτερη Τριανδρία, που είχε αναλάβει την εξουσία στη Ρώμη, είχε συγκροτηθεί από τον πολιτικό και στρατιωτικό Μάρκο Αντώνιο, που είχε γίνει κύριος της κατάστασης μετά τη δολοφονία του Καίσαρα, τον θετό γιο του Ιουλίου Καίσαρα, Οκταβιανό και τον συγκλητικό Μάρκο Αιμίλιο Λέπιδο, που είχε διακοσμητικό ρόλο. Αντικειμενικός της στόχος ήταν η τιμωρία των δολοφόνων του Ιουλίου Καίσαρα και η ανάκτηση της συνοχής της ρωμαϊκής επικράτειας.
Η αποφασιστική αναμέτρηση ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα δόθηκε στην πεδιάδα των Φιλίππων τον Οκτώβριο του 42 π.Χ. Στην πρώτη μάχη (3 Οκτωβρίου) ο Μάρκος Αντώνιος νίκησε τον αντίπαλό του Κάσσιο, ο οποίος πιστεύοντας ότι και ο Βρούτος είχε χάσει τη δική του μάχη με τον Οκταβιανό, αποσύρθηκε στην ακρόπολη των Φιλίππων και αυτοκτόνησε. Τουναντίον, ο Βρούτος είχε επικρατήσει του στρατού του Οκταβιανού κι έμελλε να αντιμετωπίσει μόνος του τις δυνάμεις της Τριανδρίας.
Είκοσι ημέρες αργότερα, στις 23 Οκτωβρίου, ο Βρούτος αντιμετώπισε στον ίδιο χώρο τις σαφώς υπέρτερες δυνάμεις των αντιπάλων του, που είχαν ενισχυθεί και με τους άνδρες του Κάσσιου. Ο Βρούτος ηττήθηκε κατά κράτος και αυτοκτόνησε με τη σειρά του. Λίγο προτού πεθάνει, γεμάτος απογοήτευση, είχε αναφωνήσει ελληνιστί το Ευριπίδειο φθέγμα: «Ω τλήμον αρετή, λόγος άρ’ ήσθα, εγώ δε / ως λόγον ήσκουν· συ δ’ άρα εδούλευες τύχη» («Ω, ταλαίπωρη Αρετή, λόγια μόνο είσαι, εγώ όμως πίστεψα σε σένα και με έργα σε υπηρέτησα, ενώ εσύ υπηρετούσες την τύχη»).
Η μάχη των Φιλίππων άλλαξε την πορεία του αρχαίου κόσμου.
Νικητής στη στρατιωτική σύγκρουση αναδείχθηκε ο Μάρκος Αντώνιος, αλλά την ουσιαστική νίκη, την πολιτική, θα την κερδίσει ο Οκταβιανός, ο οποίος θα γίνει ο πρώτος αυτοκράτορας στη Ρώμη, θέτοντας τέλος στη δημοκρατία. Αν είχαν νικήσει οι Κάσσιος και Βρούτος, τα πράγματα ίσως να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά και να μην είχε ιδρυθεί η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Ο στρατός της Δεύτερης Τριανδρίας με επικεφαλής τον Μάρκο Αντώνιο και τον Οκταβιανό επικράτησε των δυνάμεων των δολοφόνων του Καίσαρα, Μάρκου Ιούνιου Βρούτου και Γάιου Κάσσιου Λογγίνου στην πεδιάδα των Φιλίππων, πλησίον της σημερινής Καβάλας και ανέκτησε τον έλεγχο της ρωμαϊκής επικράτειας.
Μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα στη Ρώμη (15 Μαρτίου 44 π.Χ.), οι επικεφαλής της «δημοκρατικής» συνωμοσίας Κάσσιος και Βρούτος διέφυγαν στις ανατολικές επαρχίες, όπου κατείχαν πολιτικοστρατιωτικές θέσεις, ο μεν Κάσιος στη Συρία, ο δε Βρούτος στη Μακεδονία. Αφού έγιναν κύριοι της κατάστασης στις επαρχίες τους, ένωσαν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν το στρατό των υποστηρικτών του δολοφονηθέντος ηγέτη.
Η Δεύτερη Τριανδρία, που είχε αναλάβει την εξουσία στη Ρώμη, είχε συγκροτηθεί από τον πολιτικό και στρατιωτικό Μάρκο Αντώνιο, που είχε γίνει κύριος της κατάστασης μετά τη δολοφονία του Καίσαρα, τον θετό γιο του Ιουλίου Καίσαρα, Οκταβιανό και τον συγκλητικό Μάρκο Αιμίλιο Λέπιδο, που είχε διακοσμητικό ρόλο. Αντικειμενικός της στόχος ήταν η τιμωρία των δολοφόνων του Ιουλίου Καίσαρα και η ανάκτηση της συνοχής της ρωμαϊκής επικράτειας.
Η αποφασιστική αναμέτρηση ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα δόθηκε στην πεδιάδα των Φιλίππων τον Οκτώβριο του 42 π.Χ. Στην πρώτη μάχη (3 Οκτωβρίου) ο Μάρκος Αντώνιος νίκησε τον αντίπαλό του Κάσσιο, ο οποίος πιστεύοντας ότι και ο Βρούτος είχε χάσει τη δική του μάχη με τον Οκταβιανό, αποσύρθηκε στην ακρόπολη των Φιλίππων και αυτοκτόνησε. Τουναντίον, ο Βρούτος είχε επικρατήσει του στρατού του Οκταβιανού κι έμελλε να αντιμετωπίσει μόνος του τις δυνάμεις της Τριανδρίας.
Είκοσι ημέρες αργότερα, στις 23 Οκτωβρίου, ο Βρούτος αντιμετώπισε στον ίδιο χώρο τις σαφώς υπέρτερες δυνάμεις των αντιπάλων του, που είχαν ενισχυθεί και με τους άνδρες του Κάσσιου. Ο Βρούτος ηττήθηκε κατά κράτος και αυτοκτόνησε με τη σειρά του. Λίγο προτού πεθάνει, γεμάτος απογοήτευση, είχε αναφωνήσει ελληνιστί το Ευριπίδειο φθέγμα: «Ω τλήμον αρετή, λόγος άρ’ ήσθα, εγώ δε / ως λόγον ήσκουν· συ δ’ άρα εδούλευες τύχη» («Ω, ταλαίπωρη Αρετή, λόγια μόνο είσαι, εγώ όμως πίστεψα σε σένα και με έργα σε υπηρέτησα, ενώ εσύ υπηρετούσες την τύχη»).
Η μάχη των Φιλίππων άλλαξε την πορεία του αρχαίου κόσμου.
Νικητής στη στρατιωτική σύγκρουση αναδείχθηκε ο Μάρκος Αντώνιος, αλλά την ουσιαστική νίκη, την πολιτική, θα την κερδίσει ο Οκταβιανός, ο οποίος θα γίνει ο πρώτος αυτοκράτορας στη Ρώμη, θέτοντας τέλος στη δημοκρατία. Αν είχαν νικήσει οι Κάσσιος και Βρούτος, τα πράγματα ίσως να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά και να μην είχε ιδρυθεί η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Ο Αριστοτέλης και η ισότητα ως αδιαπραγμάτευτο κριτήριο της φιλίας
Το δεδομένο ότι τα κριτήρια για τη φιλία είναι η χρησιμότητα, η ευχαρίστηση και η αρετή, και η επίγνωση της ανωτερότητας που έχουν οι φιλίες της αρετής δεν αποκλείει το ενδεχόμενο της φιλίας ανάμεσα στον ενάρετο και τον κακό: «Ενδέχεται να είναι κι ένας καλός άνθρωπος φίλος με έναν κακό. Μπορεί να είναι χρήσιμος ο ένας στον άλλο, και να επιλέγει ο μεν εξαιρετικός άνθρωπος έναν κακό για φίλο, γιατί αυτός ο κακός τού ταιριάζει σε μια συγκεκριμένη πρόθεση, ενώ ο κακός επιλέγει τον καλό για την ίδια την καλοσύνη του» (1238b 1-4).
Τα ενδιαφέροντα των ανθρώπων αποτελούν αδιαπραγμάτευτο κριτήριο για την επιλογή των συναναστροφών. Ο ενάρετος μπορεί να συναναστρέφεται ακόμη και τον κακό, αν υπάρχει κάτι που τους ενώνει.
Με τον ίδιο τρόπο μπορούν να είναι φίλοι ακόμη και δύο κακοί: «Δεν αποκλείεται, όμως, να είναι ηδείς ο ένας στον άλλο και άνθρωποι κακοί· όχι όμως με αυτή τους την ιδιότητα, την κακία και των δύο, αλλά π.χ. να είναι μουσικοί και οι δύο, ή φιλόμουσος ο ένας, τραγουδιστής ο άλλος. Ή και κάτι άλλο: με το αγαθό που έχει κάθε άνθρωπος, με αυτό να δένουν μεταξύ τους» (1238a 46-50).
Το ενδιαφέρον για τη μουσική (ή οποιοδήποτε άλλο τέτοιου είδους) είναι σε θέση να φέρει κοντά ανθρώπους που διαφέρουν στην άσκηση της αρετής. Ο φιλόμουσος μπορεί να απολαμβάνει τη συντροφιά του τραγουδιστή, ακόμη κι αν ο τελευταίος είναι κατάφωρα ευτελής.
Όμως, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν όρια στη συναναστροφή, αφού οι σχέσεις καθορίζονται επακριβώς από το κοινό ενδιαφέρον. Η γνώση ότι πέραν αυτού δεν υπάρχει επικοινωνία καθορίζει και τα όρια των σχέσεων. Ο ενάρετος ξέρει ότι δεν μπορεί να υπολογίζει στην ουσιαστική φιλία του άλλου ούτε στο επίπεδο της συναισθηματικής μοιρασιάς ούτε της βοήθειας, αν αυτό χρειαστεί. Κι αν ο κακός επιχειρήσει να τον βλάψει, είναι βέβαιο ότι οι σχέσεις θα σταματήσουν. Οι φιλικές επαφές που δεν επισφραγίζονται από την αρετή είναι καταδικασμένες στη ρηχότητα της ευχαρίστησης που προσφέρουν.
Από κει και πέρα, η φιλία μεταξύ κακών ανθρώπων μπορεί να έχει κι ένα επιπλέον κίνητρο: «Μπορεί, ακόμα, να είναι χρήσιμοι και ωφέλιμοι ο ένας στον άλλο, όχι βέβαια με τη γενική χρησιμότητα και ωφέλεια αλλά με εκείνες που αντιστοιχούν στις προθέσεις τους, τις κοινές τους κακές προθέσεις» (1238a 50-51).
Κι αυτή ακριβώς είναι η οπτική της συνέργειας. Η επιδίωξη του ίδιου κακού μπορεί να φέρει κοντά τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο που το κοινό έγκλημα ενώνει τους δράστες. Οι φιλίες αυτού του είδους είναι οι ευτελέστερες που μπορεί να συμβούν. Στην καλύτερη περίπτωση είναι εφήμερες, αφού διαρκούν όσο μπορεί να διαρκέσει η επίτευξη του επιδιωκόμενου κακού. Αν, όμως, τα πράγματα δεν παν όπως τα είχαν σχεδιάσει, οι συνεργοί ενδέχεται να φτάσουν στα πιο ακραία μίση εκβιάζοντας ή και εξοντώνοντας ο ένας τον άλλο.
Το σίγουρο είναι ότι όλες αυτές οι εκδοχές της φιλίας (είτε στα ανώτερα επίπεδά της είτε στα πιο ευτελή) εμπεριέχουν κατ’ ανάγκη την έννοια της ισότητας. Ακόμη και οι πιο εφήμερες προϋποθέτουν την ισότητα, έστω για το λίγο χρόνο που θα διαρκέσουν: «Τρία, λοιπόν, είναι τα είδη της φιλίας. Σε όλα πρόκειται για φιλία βασισμένη σε κάποια μορφή ισότητας – έτσι λέγεται τουλάχιστον. Όσον αφορά τους φίλους λόγω αρετής, αυτοί βασίζουν τη φιλία τους ακριβώς στην ισότητά τους στην αρετή» (1238b 18-21).
Το ανώτερο είδος φιλίας απαιτεί ισότητα ως προς την αρετή, αφού, αν αυτή δεν υπάρχει, δημιουργούνται σχέσεις ανισότητας που είναι αδύνατο να ικανοποιήσουν εκείνον που υπερέχει. Ο ενάρετος ικανοποιείται μονάχα με αντίστοιχης ποιότητας αρετή, καθώς σε περίπτωση που αυτό δε συμβαίνει οι σχέσεις υποβιβάζονται στα κατώτερα είδη της χρησιμότητας και της ευχαρίστησης. Γι’ αυτό και η πρωταρχική φιλία με τον ενάρετο είναι δύσκολη. Γιατί πρέπει να είναι σε θέση να ανταποκριθεί κανείς στο ύψος της αρετής του.
Κι όσο μεγαλύτερο είναι αυτό το ύψος, τόσο ποιοτικότερη είναι και η φιλία που θα επέλθει. Από αυτή την άποψη, κάθε άνθρωπος θα απολαύσει την ποιότητα της φιλίας για την οποία κρίνεται άξιος, ή, αν πρέπει να το πούμε αλλιώς, η ποιότητα των σχέσεων κάθε ανθρώπου αντικατοπτρίζει το ύψος της αρετής στο οποίο μπορεί να ανταποκριθεί.
Οι σχέσεις ισότητας εξασφαλίζουν την άνεση της συναναστροφής ως υπέρτατη σύμπνοια. Κανείς δεν μπορεί να γίνει αληθινός φίλος με κάποιον που είναι ανώτερος, καθώς οι σχέσεις που θα διαμορφωθούν είναι αδύνατο να βασιστούν στην άνεση και τον αυθορμητισμό της ισοτιμίας. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για την ψευδαίσθηση που μπορεί να έχει κάποιος θεωρώντας τον εαυτό του ανώτερο ενώ δεν είναι (που επίσης υπονομεύει τις σχέσεις, αφού κανείς δεν μπορεί να ανεχτεί έναν φαντασμένο), αλλά για την πραγματική κι αναγνωρισμένη από όλες τις πλευρές ανωτερότητα που καθιστά τις σχέσεις απόμακρες.
Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «Μπορεί, βέβαια, η αρετή να είναι ανισοβαρής, όπως ξεχωρίζει η αρετή του θεού έναντι της αρετής του ανθρώπου. Εδώ πρόκειται για διαφορετικό είδος φιλικής σχέσης, ανάλογης με τη σχέση άρχοντος και αρχομένου, και υπόκειται σε διαφορετικές αρχές δικαιοσύνης. Η ισότητα είναι αναλογική και όχι αριθμητική. Τέτοιου είδους σχέση φιλίας και αγάπης είναι του πατέρα με το γιο, και του ευεργέτη με τον ευεργετημένο» (1238b 21-27).
Η αδιαπραγμάτευτη ανωτερότητα του θεού καθιστά αδύνατη τη σύναψη αληθινής φιλίας μαζί του. Η σχέση αγάπης που μπορεί να υπάρχει δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ως φιλία, αφού φιλία με τέτοια ανισοβαρή κατάθεση αρετής κρίνεται ανέφικτη. Με τον ίδιο τρόπο είναι αδύνατο να γίνουν πραγματικοί φίλοι ο πατέρας με το γιο και ο ευεργέτης με τον ευεργετούμενο.
Κι όχι μόνο αυτό: «Αλλά και εδώ συναντώνται περαιτέρω διακρίσεις: διότι άλλη είναι η σχέση πατέρα-γιου και άλλη άνδρα-γυναίκας· η πρώτη είναι σχέση ευεργέτη-ευεργετημένου, ενώ η δεύτερη άρχοντος-αρχομένου» (1238b 28-31).
Το ότι ο γιος κρίνεται ευεργετούμενος από τον πατέρα έχει να κάνει με το ότι του οφείλει την ύπαρξή του. Αυτό, όμως, δεν πρέπει να εκληφθεί ως μια σχέση αιώνιας υποτέλειας, αφού ο γιος πρέπει οπωσδήποτε, σταδιακά, να αποκτήσει σχέσεις ανεξαρτησίας.
Εκείνο που θέλει να τονίσει ο Αριστοτέλης είναι ότι όσο κι αν αλλάξουν οι εποχές μεταβάλλοντας τους συσχετισμούς ανάμεσα στο γιο και τον πατέρα, δεν πρέπει να εκλείψει ο σεβασμός του πρώτου προς το δεύτερο. Είναι αλήθεια ότι η περιουσία του πατέρα θα περάσει στο γιο κι ότι η συνέχεια της εκμετάλλευσής της (από ένα σημείο και μετά) θα αφορά περισσότερο το γιο και λιγότερο τον πατέρα. Ο πατέρας, όταν φτάσει στα γηρατειά, είναι πιθανό να μην κατανοεί πλήρως τις επιταγές της νέας εποχής και να διατυπώνει εσφαλμένες κρίσεις που θα οδηγήσουν σε κακές επιλογές.
Ακόμη και σε μια τέτοια περίπτωση ο γιος, όσο δίκαια κι αν απορρίπτει τις προτροπές του πατέρα, δεν έχει το δικαίωμα να φερθεί χωρίς σεβασμό. Ο πατέρας, αν άθελά του αδικήσει σε κάτι το γιο μπορεί να συγχωρεθεί. Ο γιος, όμως, αν φερθεί αχάριστα στον πατέρα θα γνωρίσει σαφώς εντονότερη κοινωνική επίκριση. Το ενδεχόμενο του κακού πατέρα που αδικεί συστηματικά το γιο προκειμένου να ικανοποιήσει προσωπικά του πάθη δε λαμβάνεται υπόψη, αφού μια τέτοια συμπεριφορά ακυρώνει την ίδια την έννοια της πατρότητας.
Ο επαίσχυντος πατέρας δεν είναι πατέρας, αφού θυσίασε τη σχέση του με το γιο αδυνατώντας να εκπληρώσει την αρετή που επιβάλλει ο ρόλος του. Όμως, και σε αυτό ακόμη το ενδεχόμενο, ο γιος, όσο κι αν έχει απομακρυνθεί από τον πατέρα, όταν εκείνος γεράσει κι είναι αδύνατο να ζήσει χωρίς φροντίδα, θα δεχτεί επίσης πικρά σχόλια από τον περίγυρο, αν δε δείξει ούτε την ελάχιστη μέριμνα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι σχέσεις του πατέρα με το γιο δεν μπορούν να είναι φιλικές, αφού δεν εκπληρώνεται το κριτήριο της ισότητας. Ο πατέρας θα είναι πάντα πατέρας νιώθοντας ότι πρέπει να συμβουλέψει και να προστατέψει το γιο κι από την άλλη ο γιος είναι αδύνατο να απαλλαχτεί από το δικό του ρόλο δείχνοντας πάντα τον πρέποντα σεβασμό. Κι αυτή ακριβώς είναι η σχέση του ευεργέτη με τον ευεργετούμενο.
Αντιστοίχως, κατά τον Αριστοτέλη πάντα, είναι αδύνατο να υπάρξει αληθινή φιλία ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα. Ο άντρας, ως φύση ανώτερος της γυναίκας, δεν μπορεί να αναπτύξει ισότιμες σχέσεις μαζί της. Δεν υπονοείται, όμως, και η σχέση του αφέντη με το δούλο. Ο προσδιορισμός των σχέσεων άντρα-γυναίκας ως άρχοντος και αρχόμενου υποδεικνύει την ανωτερότητα του άντρα που όμως δεν πρέπει να εκδηλωθεί δεσποτικά. (Η δεσποτική εξουσία αρμόζει στο δούλο, που πρέπει να τον διατάζει κανείς).
Ο άντρας πρέπει να κατευθύνει τη γυναίκα βοηθώντας τη να αναγνωρίσει το σωστό κι εκείνη, φυσικά, να τον υπακούει βελτιώνοντας τον εαυτό της. Αυτός είναι και ο λόγος που για τον Αριστοτέλη άλλες είναι οι δραστηριότητες που αρμόζουν στη γυναίκα κι άλλες στον άντρα. Αντίστοιχα, είναι φανερό ότι δεν μπορεί να αναπτυχθεί φιλία ανάμεσα σε αφέντη και σε δούλο.
Κι εδώ δε χρειάζεται να γίνει λόγος για τις πάγιες θέσεις του Αριστοτέλη που ασφαλώς υποτιμούν τη γυναίκα (οι θέσεις αυτές έχουν αναλυθεί στο έργο του «Πολιτικά») ούτε και για τις απόψεις του περί δουλείας (που επίσης αναπτύσσονται στα «Πολιτικά»). Το ζήτημα εδώ είναι η φιλία και η προϋπόθεση της ισοτιμίας για την ύπαρξή της. Το ότι σήμερα οι απόψεις που θέλουν τη φιλία μεταξύ ανδρών και γυναικών ανέφικτη (λόγω της φυσικής υπεροχής των πρώτων) κρίνονται σεξιστικές κι απαράδεκτες δεν αναιρεί ότι και σε αυτές τις σχέσεις προϋπόθεση είναι ξανά η ισοτιμία στην αρετή.
Διορθώνοντας τον Αριστοτέλη θα έλεγε κανείς σήμερα ότι μπορεί να υπάρχει αληθινή φιλία ανάμεσα στα δύο φύλα αρκεί να μην υπάρχει ερωτική έλξη (η φιλία του έρωτα είναι μια υπόθεση εντελώς διαφορετική) και να πληρούνται όλα τα αριστοτελικά κριτήρια της αρετής που έχουν ήδη διατυπωθεί. Μια ενάρετη γυναίκα δεν μπορεί να είναι φίλη παρά με έναν αντίστοιχης αρετής άντρα και το αντίστροφο. Αν δεν συμβαίνει αυτό, τότε η φιλία τους υποβαθμίζεται στα κατώτερα είδη της χρησιμότητας και της ευχαρίστησης και κρίνονται επισφαλείς.
Στην ουσία, οι σχέσεις ανισότητας εκμηδενίζουν τη φιλία λόγω της ανισοτιμίας στην εκδήλωση της αγάπης, όσο κι αν κρίνεται δικαιολογημένη: «Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να λειτουργεί άνισα η ανταπόδοση της αγάπης ή και να μην υπάρχει καθόλου ανταπόδοση. Θα ήταν γελοίο να κατηγορούσε κανείς το θεό ότι δεν ανταποδίδει την αγάπη όπως τη δέχεται» (1238b 31-33).
Η παραδοξολογία να απαιτεί κανείς την ανταπόδοση της αγάπης από το θεό καθιστά σαφές ότι σε τελική ανάλυση είναι αδύνατο να γίνει φίλος του. Υπό αυτή την έννοια, η φιλία υφίσταται μονάχα από τη δυνατότητα της ισότιμης ανταπόδοσης αγάπης (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ισχύει και το αντίστροφο, αφού κάθε ανταπόδοση αγάπης δε συνιστά κατ’ ανάγκη φιλία).
Αυτός είναι και ο λόγος που η μάνα δεν μπορεί να έχει φιλία με το παιδί (είναι αδύνατο να ανταποδοθεί η αγάπη που έχει γι’ αυτό), ο πατέρος με το γιο κλπ. Αν κάποιος δεχτεί αγάπη που δεν μπορεί να ανταποδώσει καθίσταται ευεργετούμενος και η φιλία του προς τον ευεργέτη καταδικάζεται στο ανολοκλήρωτο, ως σχέση ανισοτιμίας. Γι’ αυτό ο ευεργετούμενος θα νιώσει ιδιαίτερα ευτυχής αν καταφέρει να ανταποδώσει την ευεργεσία. Γιατί αποκαθιστά την ισοτιμία στη σχέση εκπληρώνοντας τις προϋποθέσεις της φιλίας.
Ο Αριστοτέλης θα συνεχίσει: «Το ίδιο και για έναν άρχοντα· διότι ίδιον του άρχοντος είναι να αγαπιέται και όχι να αγαπά, ή έστω να αγαπά με άλλον τρόπο» (1238b 34-35).
Το ότι ο άρχοντας οφείλει περισσότερο να αγαπιέται παρά να αγαπά ή ότι η αγάπη του γίνεται με άλλο τρόπο (σαν να επρόκειτο για επίγειο θεό) είναι κάτι που μπορεί να συζητηθεί. Αυτό που θεωρείται, όμως, βέβαιο είναι ότι η αδυναμία ανταπόδοσης της αγάπης με ισότιμο τρόπο υποβαθμίζει τη φιλία μετατρέποντάς τη σε φιλία της ευχαρίστησης (ή και της χρησιμότητας).
Και βέβαια υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που μπορούν να επιφέρουν σχέσεις ανισοτιμίας: «Άλλοτε πάλι η διαφορά ηλικίας καθιστά ανάξια την ισότιμη φιλία, όπως συμβαίνει και με διαφορές στην αρετή, στην καταγωγή ή σε κάποια άλλη ανισότητα των φίλων» (1239a 11-13).
Η ανισότητα για λόγους καταγωγής μπορεί σήμερα να μην είναι τόσο έκδηλη (ασφαλώς στην εποχή του Αριστοτέλη ήταν εντονότερη), αλλά αυτό δε σημαίνει ότι έχει εκλείψει εντελώς. Στα σύγχρονα δεδομένα μια αναφορά στην ταξική ανισότητα θα ήταν περισσότερο κατανοητή.
Ο παράγοντας του χρόνου παραμένει αναλλοίωτος, αφού όλοι κατανοούν ότι δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή ισότιμη φιλία ανάμεσα σε έναν ενήλικο και ένα παιδί. Οι σχέσεις αυτές μπορεί να εμπεριέχουν την αμοιβαία αγάπη, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ισότιμες. Γι’ αυτό και ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι φίλοι είναι μόνο με ισότητα, ενώ η ανταπόδοση φιλίας και αγάπης δε συνεπάγεται υποχρεωτικά ότι διαμείβεται μεταξύ ανθρώπων φίλων» (1239a 23-25).
Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρξει φιλία χωρίς ισότιμη ανταπόδοση αγάπης δε σημαίνει ότι η ανταπόδοση της αγάπης εξασφαλίζει κατ’ ανάγκη και τη φιλία. Η φιλία, πέρα από τη δυνατότητα της ανταπόδοσης της αγάπης προϋποθέτει και την εκπλήρωση όλων των συνθηκών (αρετής, ηλικίας, καταγωγής, ακόμη και οικονομικής ισχύος) που εξασφαλίζουν την ισότητα
Όμως, το κριτήριο της ισότητας δεν αφορά μονάχα τη φιλία της αρετής: «Ό,τι ισχύει στη φιλία λόγω αρετής, ισχύει και στις φιλίες λόγω χρησιμότητας ή λόγω ηδονής: άλλες βασίζονται στην ισότητα, άλλες είναι ανισοβαρείς. Γι’ αυτό και όσοι τέτοιοι φίλοι νομίζουν ότι οπωσδήποτε πρέπει να υπάρχει ισότητα, αρχίζουν τις αντεγκλήσεις όποτε δε βρίσκουν ισοδύναμη χρησιμότητα ή ευεργεσία» (1238b 38-42).
Η παραδοχή ότι η ανισότητα υποβαθμίζει τις φιλίες της αρετής καθιστά σαφές και το μέγεθος της υποβάθμισης που θα έχουν τα άλλα είδη φιλίας υπό τη συγκεκριμένη προϋπόθεση. Οι φιλίες της χρησιμότητας και της ευχαρίστησης ως από θέση αρχής κατώτερες και περισσότερο ευάλωτες, αν κριθεί ότι δεν υπάρχει ισοτιμία στην προσφορά, είναι βέβαιο ότι θα διαλυθούν.
Ο άνθρωπος που συνάπτει σχέσεις λόγω χρησιμότητας είναι αδύνατο να τις διατηρήσει όταν κρίνει ότι η άλλη πλευρά κερδίζει απείρως περισσότερα, τα οποία δε θα του ανταποδοθούν, έστω και στο υποθετικό επίπεδο μιας καλύτερης μελλοντικής συνθήκης. Η αίσθηση ότι βγαίνει ζημιωμένος καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συναναστροφή. Η συνέχιση μιας τέτοιας σχέσης τον καθιστά περισσότερο θύμα παρά ευεργέτη.
Όμως και στις σχέσεις ευχαρίστησης τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά: «Τα ίδια και στη φιλία λόγω ηδονής, πράγμα προφανές κατεξοχήν στα ερωτικά, όπου μάλιστα γίνεται συχνά και αιτία συγκρούσεων μεταξύ των εραστών. Διότι αγνοεί ο εραστής ότι έχουν διαφορετικούς λόγους για να συμβάλουν στη σχέση αυτοί έρχονται σε σύγκρουση με την ιδέα ότι πρόκειται για μια ισοδύναμη σχέση» (1238b 43-49).
Ο εραστής που αντιλαμβάνεται ότι δεν εισπράττει εξίσου την αγάπη που προσφέρει αισθάνεται προδομένος. Μοιραία, η ευχαρίστηση που νιώθει υποβαθμίζεται. Ως ένα βαθμό μπορεί να νιώθει ότι τον εκμεταλλεύονται. Δεν έχει άλλη επιλογή από το να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του. Μια τέτοια ερωτική σχέση δεν μπορεί να έχει ευοίωνο μέλλον.
Αυτό που μένει είναι η διατύπωση του τελικού συμπεράσματος: «Είναι πλέον δεδομένο ότι τρία είναι τα είδη της φιλίας, φιλία κατά την αρετή, κατά τη χρησιμότητα και κατά την ηδονή. Η καθεμιά τους, τώρα, διαιρείται σε δύο υποκατηγορίες και έτσι έχουμε φιλίες με ισότητα ανάμεσα στα μέλη τους και φιλίες με ανισότητα (ανισοβαρείς φιλίες). Μολονότι είναι φιλίες, τόσο η μία όσο και η άλλη, φίλοι είναι μόνο όσοι έχουν ισότητα στη σχέση τους· γιατί δε στέκει να πούμε ότι ένας άντρας είναι φίλος με ένα παιδί, έστω κι αν όντως το αγαπά και αγαπιέται από αυτό. Σε κάποιες, πάλι περιπτώσεις, το πρέπον είναι να δέχεται ο ανώτερος την αγάπη του κατώτερου, ενώ αν δείχνει και αυτός αγάπη, τον ονειδίζουν που αγαπά έναν ανάξιό του. Διότι η αξία των φίλων του γίνεται μέτρο με το οποίο συγκρίνεται και με κάποιον ίσο του» (1239a 1-10).
Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια
Τα ενδιαφέροντα των ανθρώπων αποτελούν αδιαπραγμάτευτο κριτήριο για την επιλογή των συναναστροφών. Ο ενάρετος μπορεί να συναναστρέφεται ακόμη και τον κακό, αν υπάρχει κάτι που τους ενώνει.
Με τον ίδιο τρόπο μπορούν να είναι φίλοι ακόμη και δύο κακοί: «Δεν αποκλείεται, όμως, να είναι ηδείς ο ένας στον άλλο και άνθρωποι κακοί· όχι όμως με αυτή τους την ιδιότητα, την κακία και των δύο, αλλά π.χ. να είναι μουσικοί και οι δύο, ή φιλόμουσος ο ένας, τραγουδιστής ο άλλος. Ή και κάτι άλλο: με το αγαθό που έχει κάθε άνθρωπος, με αυτό να δένουν μεταξύ τους» (1238a 46-50).
Το ενδιαφέρον για τη μουσική (ή οποιοδήποτε άλλο τέτοιου είδους) είναι σε θέση να φέρει κοντά ανθρώπους που διαφέρουν στην άσκηση της αρετής. Ο φιλόμουσος μπορεί να απολαμβάνει τη συντροφιά του τραγουδιστή, ακόμη κι αν ο τελευταίος είναι κατάφωρα ευτελής.
Όμως, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν όρια στη συναναστροφή, αφού οι σχέσεις καθορίζονται επακριβώς από το κοινό ενδιαφέρον. Η γνώση ότι πέραν αυτού δεν υπάρχει επικοινωνία καθορίζει και τα όρια των σχέσεων. Ο ενάρετος ξέρει ότι δεν μπορεί να υπολογίζει στην ουσιαστική φιλία του άλλου ούτε στο επίπεδο της συναισθηματικής μοιρασιάς ούτε της βοήθειας, αν αυτό χρειαστεί. Κι αν ο κακός επιχειρήσει να τον βλάψει, είναι βέβαιο ότι οι σχέσεις θα σταματήσουν. Οι φιλικές επαφές που δεν επισφραγίζονται από την αρετή είναι καταδικασμένες στη ρηχότητα της ευχαρίστησης που προσφέρουν.
Από κει και πέρα, η φιλία μεταξύ κακών ανθρώπων μπορεί να έχει κι ένα επιπλέον κίνητρο: «Μπορεί, ακόμα, να είναι χρήσιμοι και ωφέλιμοι ο ένας στον άλλο, όχι βέβαια με τη γενική χρησιμότητα και ωφέλεια αλλά με εκείνες που αντιστοιχούν στις προθέσεις τους, τις κοινές τους κακές προθέσεις» (1238a 50-51).
Κι αυτή ακριβώς είναι η οπτική της συνέργειας. Η επιδίωξη του ίδιου κακού μπορεί να φέρει κοντά τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο που το κοινό έγκλημα ενώνει τους δράστες. Οι φιλίες αυτού του είδους είναι οι ευτελέστερες που μπορεί να συμβούν. Στην καλύτερη περίπτωση είναι εφήμερες, αφού διαρκούν όσο μπορεί να διαρκέσει η επίτευξη του επιδιωκόμενου κακού. Αν, όμως, τα πράγματα δεν παν όπως τα είχαν σχεδιάσει, οι συνεργοί ενδέχεται να φτάσουν στα πιο ακραία μίση εκβιάζοντας ή και εξοντώνοντας ο ένας τον άλλο.
Το σίγουρο είναι ότι όλες αυτές οι εκδοχές της φιλίας (είτε στα ανώτερα επίπεδά της είτε στα πιο ευτελή) εμπεριέχουν κατ’ ανάγκη την έννοια της ισότητας. Ακόμη και οι πιο εφήμερες προϋποθέτουν την ισότητα, έστω για το λίγο χρόνο που θα διαρκέσουν: «Τρία, λοιπόν, είναι τα είδη της φιλίας. Σε όλα πρόκειται για φιλία βασισμένη σε κάποια μορφή ισότητας – έτσι λέγεται τουλάχιστον. Όσον αφορά τους φίλους λόγω αρετής, αυτοί βασίζουν τη φιλία τους ακριβώς στην ισότητά τους στην αρετή» (1238b 18-21).
Το ανώτερο είδος φιλίας απαιτεί ισότητα ως προς την αρετή, αφού, αν αυτή δεν υπάρχει, δημιουργούνται σχέσεις ανισότητας που είναι αδύνατο να ικανοποιήσουν εκείνον που υπερέχει. Ο ενάρετος ικανοποιείται μονάχα με αντίστοιχης ποιότητας αρετή, καθώς σε περίπτωση που αυτό δε συμβαίνει οι σχέσεις υποβιβάζονται στα κατώτερα είδη της χρησιμότητας και της ευχαρίστησης. Γι’ αυτό και η πρωταρχική φιλία με τον ενάρετο είναι δύσκολη. Γιατί πρέπει να είναι σε θέση να ανταποκριθεί κανείς στο ύψος της αρετής του.
Κι όσο μεγαλύτερο είναι αυτό το ύψος, τόσο ποιοτικότερη είναι και η φιλία που θα επέλθει. Από αυτή την άποψη, κάθε άνθρωπος θα απολαύσει την ποιότητα της φιλίας για την οποία κρίνεται άξιος, ή, αν πρέπει να το πούμε αλλιώς, η ποιότητα των σχέσεων κάθε ανθρώπου αντικατοπτρίζει το ύψος της αρετής στο οποίο μπορεί να ανταποκριθεί.
Οι σχέσεις ισότητας εξασφαλίζουν την άνεση της συναναστροφής ως υπέρτατη σύμπνοια. Κανείς δεν μπορεί να γίνει αληθινός φίλος με κάποιον που είναι ανώτερος, καθώς οι σχέσεις που θα διαμορφωθούν είναι αδύνατο να βασιστούν στην άνεση και τον αυθορμητισμό της ισοτιμίας. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για την ψευδαίσθηση που μπορεί να έχει κάποιος θεωρώντας τον εαυτό του ανώτερο ενώ δεν είναι (που επίσης υπονομεύει τις σχέσεις, αφού κανείς δεν μπορεί να ανεχτεί έναν φαντασμένο), αλλά για την πραγματική κι αναγνωρισμένη από όλες τις πλευρές ανωτερότητα που καθιστά τις σχέσεις απόμακρες.
Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «Μπορεί, βέβαια, η αρετή να είναι ανισοβαρής, όπως ξεχωρίζει η αρετή του θεού έναντι της αρετής του ανθρώπου. Εδώ πρόκειται για διαφορετικό είδος φιλικής σχέσης, ανάλογης με τη σχέση άρχοντος και αρχομένου, και υπόκειται σε διαφορετικές αρχές δικαιοσύνης. Η ισότητα είναι αναλογική και όχι αριθμητική. Τέτοιου είδους σχέση φιλίας και αγάπης είναι του πατέρα με το γιο, και του ευεργέτη με τον ευεργετημένο» (1238b 21-27).
Η αδιαπραγμάτευτη ανωτερότητα του θεού καθιστά αδύνατη τη σύναψη αληθινής φιλίας μαζί του. Η σχέση αγάπης που μπορεί να υπάρχει δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ως φιλία, αφού φιλία με τέτοια ανισοβαρή κατάθεση αρετής κρίνεται ανέφικτη. Με τον ίδιο τρόπο είναι αδύνατο να γίνουν πραγματικοί φίλοι ο πατέρας με το γιο και ο ευεργέτης με τον ευεργετούμενο.
Κι όχι μόνο αυτό: «Αλλά και εδώ συναντώνται περαιτέρω διακρίσεις: διότι άλλη είναι η σχέση πατέρα-γιου και άλλη άνδρα-γυναίκας· η πρώτη είναι σχέση ευεργέτη-ευεργετημένου, ενώ η δεύτερη άρχοντος-αρχομένου» (1238b 28-31).
Το ότι ο γιος κρίνεται ευεργετούμενος από τον πατέρα έχει να κάνει με το ότι του οφείλει την ύπαρξή του. Αυτό, όμως, δεν πρέπει να εκληφθεί ως μια σχέση αιώνιας υποτέλειας, αφού ο γιος πρέπει οπωσδήποτε, σταδιακά, να αποκτήσει σχέσεις ανεξαρτησίας.
Εκείνο που θέλει να τονίσει ο Αριστοτέλης είναι ότι όσο κι αν αλλάξουν οι εποχές μεταβάλλοντας τους συσχετισμούς ανάμεσα στο γιο και τον πατέρα, δεν πρέπει να εκλείψει ο σεβασμός του πρώτου προς το δεύτερο. Είναι αλήθεια ότι η περιουσία του πατέρα θα περάσει στο γιο κι ότι η συνέχεια της εκμετάλλευσής της (από ένα σημείο και μετά) θα αφορά περισσότερο το γιο και λιγότερο τον πατέρα. Ο πατέρας, όταν φτάσει στα γηρατειά, είναι πιθανό να μην κατανοεί πλήρως τις επιταγές της νέας εποχής και να διατυπώνει εσφαλμένες κρίσεις που θα οδηγήσουν σε κακές επιλογές.
Ακόμη και σε μια τέτοια περίπτωση ο γιος, όσο δίκαια κι αν απορρίπτει τις προτροπές του πατέρα, δεν έχει το δικαίωμα να φερθεί χωρίς σεβασμό. Ο πατέρας, αν άθελά του αδικήσει σε κάτι το γιο μπορεί να συγχωρεθεί. Ο γιος, όμως, αν φερθεί αχάριστα στον πατέρα θα γνωρίσει σαφώς εντονότερη κοινωνική επίκριση. Το ενδεχόμενο του κακού πατέρα που αδικεί συστηματικά το γιο προκειμένου να ικανοποιήσει προσωπικά του πάθη δε λαμβάνεται υπόψη, αφού μια τέτοια συμπεριφορά ακυρώνει την ίδια την έννοια της πατρότητας.
Ο επαίσχυντος πατέρας δεν είναι πατέρας, αφού θυσίασε τη σχέση του με το γιο αδυνατώντας να εκπληρώσει την αρετή που επιβάλλει ο ρόλος του. Όμως, και σε αυτό ακόμη το ενδεχόμενο, ο γιος, όσο κι αν έχει απομακρυνθεί από τον πατέρα, όταν εκείνος γεράσει κι είναι αδύνατο να ζήσει χωρίς φροντίδα, θα δεχτεί επίσης πικρά σχόλια από τον περίγυρο, αν δε δείξει ούτε την ελάχιστη μέριμνα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι σχέσεις του πατέρα με το γιο δεν μπορούν να είναι φιλικές, αφού δεν εκπληρώνεται το κριτήριο της ισότητας. Ο πατέρας θα είναι πάντα πατέρας νιώθοντας ότι πρέπει να συμβουλέψει και να προστατέψει το γιο κι από την άλλη ο γιος είναι αδύνατο να απαλλαχτεί από το δικό του ρόλο δείχνοντας πάντα τον πρέποντα σεβασμό. Κι αυτή ακριβώς είναι η σχέση του ευεργέτη με τον ευεργετούμενο.
Αντιστοίχως, κατά τον Αριστοτέλη πάντα, είναι αδύνατο να υπάρξει αληθινή φιλία ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα. Ο άντρας, ως φύση ανώτερος της γυναίκας, δεν μπορεί να αναπτύξει ισότιμες σχέσεις μαζί της. Δεν υπονοείται, όμως, και η σχέση του αφέντη με το δούλο. Ο προσδιορισμός των σχέσεων άντρα-γυναίκας ως άρχοντος και αρχόμενου υποδεικνύει την ανωτερότητα του άντρα που όμως δεν πρέπει να εκδηλωθεί δεσποτικά. (Η δεσποτική εξουσία αρμόζει στο δούλο, που πρέπει να τον διατάζει κανείς).
Ο άντρας πρέπει να κατευθύνει τη γυναίκα βοηθώντας τη να αναγνωρίσει το σωστό κι εκείνη, φυσικά, να τον υπακούει βελτιώνοντας τον εαυτό της. Αυτός είναι και ο λόγος που για τον Αριστοτέλη άλλες είναι οι δραστηριότητες που αρμόζουν στη γυναίκα κι άλλες στον άντρα. Αντίστοιχα, είναι φανερό ότι δεν μπορεί να αναπτυχθεί φιλία ανάμεσα σε αφέντη και σε δούλο.
Κι εδώ δε χρειάζεται να γίνει λόγος για τις πάγιες θέσεις του Αριστοτέλη που ασφαλώς υποτιμούν τη γυναίκα (οι θέσεις αυτές έχουν αναλυθεί στο έργο του «Πολιτικά») ούτε και για τις απόψεις του περί δουλείας (που επίσης αναπτύσσονται στα «Πολιτικά»). Το ζήτημα εδώ είναι η φιλία και η προϋπόθεση της ισοτιμίας για την ύπαρξή της. Το ότι σήμερα οι απόψεις που θέλουν τη φιλία μεταξύ ανδρών και γυναικών ανέφικτη (λόγω της φυσικής υπεροχής των πρώτων) κρίνονται σεξιστικές κι απαράδεκτες δεν αναιρεί ότι και σε αυτές τις σχέσεις προϋπόθεση είναι ξανά η ισοτιμία στην αρετή.
Διορθώνοντας τον Αριστοτέλη θα έλεγε κανείς σήμερα ότι μπορεί να υπάρχει αληθινή φιλία ανάμεσα στα δύο φύλα αρκεί να μην υπάρχει ερωτική έλξη (η φιλία του έρωτα είναι μια υπόθεση εντελώς διαφορετική) και να πληρούνται όλα τα αριστοτελικά κριτήρια της αρετής που έχουν ήδη διατυπωθεί. Μια ενάρετη γυναίκα δεν μπορεί να είναι φίλη παρά με έναν αντίστοιχης αρετής άντρα και το αντίστροφο. Αν δεν συμβαίνει αυτό, τότε η φιλία τους υποβαθμίζεται στα κατώτερα είδη της χρησιμότητας και της ευχαρίστησης και κρίνονται επισφαλείς.
Στην ουσία, οι σχέσεις ανισότητας εκμηδενίζουν τη φιλία λόγω της ανισοτιμίας στην εκδήλωση της αγάπης, όσο κι αν κρίνεται δικαιολογημένη: «Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να λειτουργεί άνισα η ανταπόδοση της αγάπης ή και να μην υπάρχει καθόλου ανταπόδοση. Θα ήταν γελοίο να κατηγορούσε κανείς το θεό ότι δεν ανταποδίδει την αγάπη όπως τη δέχεται» (1238b 31-33).
Η παραδοξολογία να απαιτεί κανείς την ανταπόδοση της αγάπης από το θεό καθιστά σαφές ότι σε τελική ανάλυση είναι αδύνατο να γίνει φίλος του. Υπό αυτή την έννοια, η φιλία υφίσταται μονάχα από τη δυνατότητα της ισότιμης ανταπόδοσης αγάπης (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ισχύει και το αντίστροφο, αφού κάθε ανταπόδοση αγάπης δε συνιστά κατ’ ανάγκη φιλία).
Αυτός είναι και ο λόγος που η μάνα δεν μπορεί να έχει φιλία με το παιδί (είναι αδύνατο να ανταποδοθεί η αγάπη που έχει γι’ αυτό), ο πατέρος με το γιο κλπ. Αν κάποιος δεχτεί αγάπη που δεν μπορεί να ανταποδώσει καθίσταται ευεργετούμενος και η φιλία του προς τον ευεργέτη καταδικάζεται στο ανολοκλήρωτο, ως σχέση ανισοτιμίας. Γι’ αυτό ο ευεργετούμενος θα νιώσει ιδιαίτερα ευτυχής αν καταφέρει να ανταποδώσει την ευεργεσία. Γιατί αποκαθιστά την ισοτιμία στη σχέση εκπληρώνοντας τις προϋποθέσεις της φιλίας.
Ο Αριστοτέλης θα συνεχίσει: «Το ίδιο και για έναν άρχοντα· διότι ίδιον του άρχοντος είναι να αγαπιέται και όχι να αγαπά, ή έστω να αγαπά με άλλον τρόπο» (1238b 34-35).
Το ότι ο άρχοντας οφείλει περισσότερο να αγαπιέται παρά να αγαπά ή ότι η αγάπη του γίνεται με άλλο τρόπο (σαν να επρόκειτο για επίγειο θεό) είναι κάτι που μπορεί να συζητηθεί. Αυτό που θεωρείται, όμως, βέβαιο είναι ότι η αδυναμία ανταπόδοσης της αγάπης με ισότιμο τρόπο υποβαθμίζει τη φιλία μετατρέποντάς τη σε φιλία της ευχαρίστησης (ή και της χρησιμότητας).
Και βέβαια υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που μπορούν να επιφέρουν σχέσεις ανισοτιμίας: «Άλλοτε πάλι η διαφορά ηλικίας καθιστά ανάξια την ισότιμη φιλία, όπως συμβαίνει και με διαφορές στην αρετή, στην καταγωγή ή σε κάποια άλλη ανισότητα των φίλων» (1239a 11-13).
Η ανισότητα για λόγους καταγωγής μπορεί σήμερα να μην είναι τόσο έκδηλη (ασφαλώς στην εποχή του Αριστοτέλη ήταν εντονότερη), αλλά αυτό δε σημαίνει ότι έχει εκλείψει εντελώς. Στα σύγχρονα δεδομένα μια αναφορά στην ταξική ανισότητα θα ήταν περισσότερο κατανοητή.
Ο παράγοντας του χρόνου παραμένει αναλλοίωτος, αφού όλοι κατανοούν ότι δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή ισότιμη φιλία ανάμεσα σε έναν ενήλικο και ένα παιδί. Οι σχέσεις αυτές μπορεί να εμπεριέχουν την αμοιβαία αγάπη, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ισότιμες. Γι’ αυτό και ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι φίλοι είναι μόνο με ισότητα, ενώ η ανταπόδοση φιλίας και αγάπης δε συνεπάγεται υποχρεωτικά ότι διαμείβεται μεταξύ ανθρώπων φίλων» (1239a 23-25).
Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρξει φιλία χωρίς ισότιμη ανταπόδοση αγάπης δε σημαίνει ότι η ανταπόδοση της αγάπης εξασφαλίζει κατ’ ανάγκη και τη φιλία. Η φιλία, πέρα από τη δυνατότητα της ανταπόδοσης της αγάπης προϋποθέτει και την εκπλήρωση όλων των συνθηκών (αρετής, ηλικίας, καταγωγής, ακόμη και οικονομικής ισχύος) που εξασφαλίζουν την ισότητα
Όμως, το κριτήριο της ισότητας δεν αφορά μονάχα τη φιλία της αρετής: «Ό,τι ισχύει στη φιλία λόγω αρετής, ισχύει και στις φιλίες λόγω χρησιμότητας ή λόγω ηδονής: άλλες βασίζονται στην ισότητα, άλλες είναι ανισοβαρείς. Γι’ αυτό και όσοι τέτοιοι φίλοι νομίζουν ότι οπωσδήποτε πρέπει να υπάρχει ισότητα, αρχίζουν τις αντεγκλήσεις όποτε δε βρίσκουν ισοδύναμη χρησιμότητα ή ευεργεσία» (1238b 38-42).
Η παραδοχή ότι η ανισότητα υποβαθμίζει τις φιλίες της αρετής καθιστά σαφές και το μέγεθος της υποβάθμισης που θα έχουν τα άλλα είδη φιλίας υπό τη συγκεκριμένη προϋπόθεση. Οι φιλίες της χρησιμότητας και της ευχαρίστησης ως από θέση αρχής κατώτερες και περισσότερο ευάλωτες, αν κριθεί ότι δεν υπάρχει ισοτιμία στην προσφορά, είναι βέβαιο ότι θα διαλυθούν.
Ο άνθρωπος που συνάπτει σχέσεις λόγω χρησιμότητας είναι αδύνατο να τις διατηρήσει όταν κρίνει ότι η άλλη πλευρά κερδίζει απείρως περισσότερα, τα οποία δε θα του ανταποδοθούν, έστω και στο υποθετικό επίπεδο μιας καλύτερης μελλοντικής συνθήκης. Η αίσθηση ότι βγαίνει ζημιωμένος καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συναναστροφή. Η συνέχιση μιας τέτοιας σχέσης τον καθιστά περισσότερο θύμα παρά ευεργέτη.
Όμως και στις σχέσεις ευχαρίστησης τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά: «Τα ίδια και στη φιλία λόγω ηδονής, πράγμα προφανές κατεξοχήν στα ερωτικά, όπου μάλιστα γίνεται συχνά και αιτία συγκρούσεων μεταξύ των εραστών. Διότι αγνοεί ο εραστής ότι έχουν διαφορετικούς λόγους για να συμβάλουν στη σχέση αυτοί έρχονται σε σύγκρουση με την ιδέα ότι πρόκειται για μια ισοδύναμη σχέση» (1238b 43-49).
Ο εραστής που αντιλαμβάνεται ότι δεν εισπράττει εξίσου την αγάπη που προσφέρει αισθάνεται προδομένος. Μοιραία, η ευχαρίστηση που νιώθει υποβαθμίζεται. Ως ένα βαθμό μπορεί να νιώθει ότι τον εκμεταλλεύονται. Δεν έχει άλλη επιλογή από το να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του. Μια τέτοια ερωτική σχέση δεν μπορεί να έχει ευοίωνο μέλλον.
Αυτό που μένει είναι η διατύπωση του τελικού συμπεράσματος: «Είναι πλέον δεδομένο ότι τρία είναι τα είδη της φιλίας, φιλία κατά την αρετή, κατά τη χρησιμότητα και κατά την ηδονή. Η καθεμιά τους, τώρα, διαιρείται σε δύο υποκατηγορίες και έτσι έχουμε φιλίες με ισότητα ανάμεσα στα μέλη τους και φιλίες με ανισότητα (ανισοβαρείς φιλίες). Μολονότι είναι φιλίες, τόσο η μία όσο και η άλλη, φίλοι είναι μόνο όσοι έχουν ισότητα στη σχέση τους· γιατί δε στέκει να πούμε ότι ένας άντρας είναι φίλος με ένα παιδί, έστω κι αν όντως το αγαπά και αγαπιέται από αυτό. Σε κάποιες, πάλι περιπτώσεις, το πρέπον είναι να δέχεται ο ανώτερος την αγάπη του κατώτερου, ενώ αν δείχνει και αυτός αγάπη, τον ονειδίζουν που αγαπά έναν ανάξιό του. Διότι η αξία των φίλων του γίνεται μέτρο με το οποίο συγκρίνεται και με κάποιον ίσο του» (1239a 1-10).
Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΛΥΣΙΑΣ, ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΙΣ ΚΟΡΙΝΘΙΩΝ ΒΟΗΘΟΙΣ
ΛΥΣ 2.61–65
Ακολουθώντας τη συνήθη δομή ενός επιτάφιου λόγου, ο ομιλητής ανέτρεξε στο ηρωικό παρελθόν της πόλης και εξιστόρησε τα κατορθώματα των Αθηναίων κατά την περίοδο από το τέλος των Περσικών πολέμων και την ίδρυση της συμμαχίας της Δήλου (478 π.Χ.) μέχρι την ήττα τους στους Αιγός ποταμούς (405 π.Χ.), υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για χρόνια ελευθερίας και δικαιοσύνης για την Ελλάδα. Αντίθετα, κατά την περίοδο της σπαρτιατικής ηγεμονίας, που ακολούθησε την αθηναϊκή ήττα στον Πελοποννησιακό πόλεμο, εγκαθιδρύθηκαν ανελεύθερα καθεστώτα και οι Πέρσες αναμειγνύονταν ενεργά στις Ελληνικές υποθέσεις.
[61] Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐξήχθην ὑπὲρ πάσης ὀλοφύρασθαι
τῆς Ἑλλάδος· ἐκείνων δὲ τῶν ἀνδρῶν ἄξιον καὶ ἰδίᾳ καὶ
δημοσίᾳ μεμνῆσθαι, οἳ φεύγοντες τὴν δουλείαν καὶ περὶ
τοῦ δικαίου μαχόμενοι καὶ ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας στασιά-
σαντες πάντας πολεμίους κεκτημένοι εἰς τὸν Πειραιᾶ κατ-
ῆλθον, οὐχ ὑπὸ νόμου ἀναγκασθέντες, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς φύ-
σεως πεισθέντες, καινοῖς κινδύνοις τὴν παλαιὰν ἀρετὴν τῶν
προγόνων μιμησάμενοι, [62] ταῖς αὑτῶν ψυχαῖς κοινὴν τὴν πό-
λιν καὶ τοῖς ἄλλοις κτησόμενοι, θάνατον μετ’ ἐλευθερίας
αἱρούμενοι ἢ βίον μετὰ δουλείας, οὐχ ἧττον ταῖς συμφο-
ραῖς αἰσχυνόμενοι ἢ τοῖς ἐχθροῖς ὀργιζόμενοι, μᾶλλον βου-
ληθέντες ἐν τῇ αὑτῶν ἀποθνῄσκειν ἢ ζῆν τὴν ἀλλοτρίαν
οἰκοῦντες, συμμάχους μὲν ὅρκους καὶ συνθήκας ἔχοντες,
πολεμίους δὲ τοὺς πρότερον ὑπάρχοντας καὶ τοὺς πολίτας
τοὺς ἑαυτῶν. [63] ἀλλ’ ὅμως οὐ τὸ πλῆθος τῶν ἐναντίων φο-
βηθέντες, ἀλλ’ ἐν τοῖς σώμασι τοῖς ἑαυτῶν κινδυνεύσαντες,
τρόπαιον μὲν τῶν πολεμίων ἔστησαν, μάρτυρας δὲ τῆς
αὑτῶν ἀρετῆς ἐγγὺς ὄντας τοῦδε τοῦ μνήματος τοὺς Λακε-
δαιμονίων τάφους παρέχονται. καὶ γάρ τοι μεγάλην μὲν
ἀντὶ μικρᾶς ἀπέδειξαν τὴν πόλιν, ὁμονοοῦσαν δὲ ἀντὶ στα-
σιαζούσης ἀπέφηναν, τείχη δὲ ἀντὶ τῶν καθῃρημένων ἀνέ-
στησαν. [64] οἱ δὲ κατελθόντες αὐτῶν, ἀδελφὰ τὰ βουλεύματα
τοῖς ἔργοις τῶν ἐνθάδε κειμένων ἐπιδεικνύντες, οὐκ ἐπὶ
τιμωρίαν τῶν ἐχθρῶν ἀλλ’ ἐπὶ σωτηρίαν τῆς πόλεως ἐτρά-
ποντο, καὶ οὔτε ἐλαττοῦσθαι δυνάμενοι οὔτ’ αὐτοὶ πλέον
ἔχειν δεόμενοι τῆς μὲν αὑτῶν ἐλευθερίας καὶ τοῖς βουλο-
μένοις δουλεύειν μετέδοσαν, τῆς δ’ ἐκείνων δουλείας αὐτοὶ
μετέχειν οὐκ ἠξίωσαν. [65] ἔργοις δὲ μεγίστοις καὶ καλλίστοις
ἀπελογήσαντο, ὅτι οὐ κακίᾳ τῇ αὑτῶν οὐδ’ ἀρετῇ <τῇ>
τῶν πολεμίων πρότερον ἐδυστύχησεν ἡ πόλις· εἰ γὰρ στα-
σιάσαντες πρὸς ἀλλήλους βίᾳ παρόντων Πελοποννησίων
καὶ τῶν ἄλλων ἐχθρῶν εἰς τὴν αὑτῶν οἷοί τε ἐγένοντο κατ-
ελθεῖν, δῆλον ὅτι ῥᾳδίως ἂν ὁμονοοῦντες πολεμεῖν αὐτοῖς
ἐδύναντο.
ΛΥΣ 2.61–65
Η κατάλυση του τυραννικού καθεστώτος των Τριάκοντα
Ακολουθώντας τη συνήθη δομή ενός επιτάφιου λόγου, ο ομιλητής ανέτρεξε στο ηρωικό παρελθόν της πόλης και εξιστόρησε τα κατορθώματα των Αθηναίων κατά την περίοδο από το τέλος των Περσικών πολέμων και την ίδρυση της συμμαχίας της Δήλου (478 π.Χ.) μέχρι την ήττα τους στους Αιγός ποταμούς (405 π.Χ.), υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για χρόνια ελευθερίας και δικαιοσύνης για την Ελλάδα. Αντίθετα, κατά την περίοδο της σπαρτιατικής ηγεμονίας, που ακολούθησε την αθηναϊκή ήττα στον Πελοποννησιακό πόλεμο, εγκαθιδρύθηκαν ανελεύθερα καθεστώτα και οι Πέρσες αναμειγνύονταν ενεργά στις Ελληνικές υποθέσεις.
[61] Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐξήχθην ὑπὲρ πάσης ὀλοφύρασθαι
τῆς Ἑλλάδος· ἐκείνων δὲ τῶν ἀνδρῶν ἄξιον καὶ ἰδίᾳ καὶ
δημοσίᾳ μεμνῆσθαι, οἳ φεύγοντες τὴν δουλείαν καὶ περὶ
τοῦ δικαίου μαχόμενοι καὶ ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας στασιά-
σαντες πάντας πολεμίους κεκτημένοι εἰς τὸν Πειραιᾶ κατ-
ῆλθον, οὐχ ὑπὸ νόμου ἀναγκασθέντες, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς φύ-
σεως πεισθέντες, καινοῖς κινδύνοις τὴν παλαιὰν ἀρετὴν τῶν
προγόνων μιμησάμενοι, [62] ταῖς αὑτῶν ψυχαῖς κοινὴν τὴν πό-
λιν καὶ τοῖς ἄλλοις κτησόμενοι, θάνατον μετ’ ἐλευθερίας
αἱρούμενοι ἢ βίον μετὰ δουλείας, οὐχ ἧττον ταῖς συμφο-
ραῖς αἰσχυνόμενοι ἢ τοῖς ἐχθροῖς ὀργιζόμενοι, μᾶλλον βου-
ληθέντες ἐν τῇ αὑτῶν ἀποθνῄσκειν ἢ ζῆν τὴν ἀλλοτρίαν
οἰκοῦντες, συμμάχους μὲν ὅρκους καὶ συνθήκας ἔχοντες,
πολεμίους δὲ τοὺς πρότερον ὑπάρχοντας καὶ τοὺς πολίτας
τοὺς ἑαυτῶν. [63] ἀλλ’ ὅμως οὐ τὸ πλῆθος τῶν ἐναντίων φο-
βηθέντες, ἀλλ’ ἐν τοῖς σώμασι τοῖς ἑαυτῶν κινδυνεύσαντες,
τρόπαιον μὲν τῶν πολεμίων ἔστησαν, μάρτυρας δὲ τῆς
αὑτῶν ἀρετῆς ἐγγὺς ὄντας τοῦδε τοῦ μνήματος τοὺς Λακε-
δαιμονίων τάφους παρέχονται. καὶ γάρ τοι μεγάλην μὲν
ἀντὶ μικρᾶς ἀπέδειξαν τὴν πόλιν, ὁμονοοῦσαν δὲ ἀντὶ στα-
σιαζούσης ἀπέφηναν, τείχη δὲ ἀντὶ τῶν καθῃρημένων ἀνέ-
στησαν. [64] οἱ δὲ κατελθόντες αὐτῶν, ἀδελφὰ τὰ βουλεύματα
τοῖς ἔργοις τῶν ἐνθάδε κειμένων ἐπιδεικνύντες, οὐκ ἐπὶ
τιμωρίαν τῶν ἐχθρῶν ἀλλ’ ἐπὶ σωτηρίαν τῆς πόλεως ἐτρά-
ποντο, καὶ οὔτε ἐλαττοῦσθαι δυνάμενοι οὔτ’ αὐτοὶ πλέον
ἔχειν δεόμενοι τῆς μὲν αὑτῶν ἐλευθερίας καὶ τοῖς βουλο-
μένοις δουλεύειν μετέδοσαν, τῆς δ’ ἐκείνων δουλείας αὐτοὶ
μετέχειν οὐκ ἠξίωσαν. [65] ἔργοις δὲ μεγίστοις καὶ καλλίστοις
ἀπελογήσαντο, ὅτι οὐ κακίᾳ τῇ αὑτῶν οὐδ’ ἀρετῇ <τῇ>
τῶν πολεμίων πρότερον ἐδυστύχησεν ἡ πόλις· εἰ γὰρ στα-
σιάσαντες πρὸς ἀλλήλους βίᾳ παρόντων Πελοποννησίων
καὶ τῶν ἄλλων ἐχθρῶν εἰς τὴν αὑτῶν οἷοί τε ἐγένοντο κατ-
ελθεῖν, δῆλον ὅτι ῥᾳδίως ἂν ὁμονοοῦντες πολεμεῖν αὐτοῖς
ἐδύναντο.
***
Αλλά ταύτα μεν παρεσύρθην να θρηνολογήσω υπέρ ολοκλήρου της Ελλάδος· εκείνους δε τους άνδρας και ιδιαιτέρως και δημοσίως πρέπει να αναφέρη κανείς, οι οποίοι φεύγοντες την δουλείαν, και αγωνιζόμενοι υπέρ της ισότητος και της ελευθερίας, και υπέρ της δημοκρατίας επαναστατήσαντες κατήλθον εις τον Πειραιά έχοντες όλους εχθρούς, αν και ουδείς νόμος τους ηνάγκαζε, αλλ' επείσθησαν να πράξουν τούτο υπ' αυτής της φυσικής ορμής (του ανθρώπου) να ανακτήση την πατρίδα του και την ελευθερίαν του, μιμηθέντες την παλαιάν γενναιότητα των προγόνων μας εις καινοφανείς κινδύνους, αφού με θυσίαν της ζωής των κατέστησαν την πόλιν κοινήν και εις τους άλλους, προτιμήσαντες να πεθάνουν ελεύθεροι παρά να ζουν δούλοι, διότι περισσότερον εντρέποντο διά τας συμφοράς (της πόλεως) από όσον ωργίζοντο εναντίον των εχθρών, διότι επεθύμουν περισσότερον να αποθάνουν εις την πατρίδα τους παρά να ζουν κατοικούντες εις ξένας χώρας, έχοντες συμμάχους τους όρκους και τας συνθήκας, εχθρούς δε τους πρότερον υπάρχοντας (τους Σπαρτιάτας) και τους συμπολίτας των. Αλλ' όμως χωρίς να φοβηθούν το πλήθος των εχθρών, αλλά με θυσίαν της ζωής των ενίκησαν τους εχθρούς, παρέχουν δε μάρτυρας της ανδρείας των τους τάφους των Λακεδαιμονίων τους ευρισκομένους πλησίον του νεκροταφείου τούτου. Και βέβαια μεγάλην αντί μικράς την πόλιν ανέδειξαν, και παρουσίασαν αυτήν να ομονοή αντί να σπαράσσεται υπό εμφυλίων πολέμων, και ανήγειραν τείχη αντί εκείνων που είχον καταστραφή. Όσοι δε εξ αυτών επανήλθαν και έζησαν ομοίως σκεπτόμενοι όπως οι ενταύθα κείμενοι ειργάσθησαν, εφρόντισαν όχι διά την τιμωρίαν των εχθρών, αλλά διά την σωτηρίαν της πόλεως, και μη επιθυμούντες να μειονεκτούν των άλλων, ούτε οι ίδιοι θέλοντες να πλεονεκτούν μετέδωσαν την ιδικήν των ελευθερίαν και εις αυτούς που ήθελον να είναι δούλοι, δεν κατεδέχθησαν δε να υποδουλώσουν τους άλλους, όπως έπραξαν (προηγουμένως) εκείνοι (οι ολογαρχικοί). Με έργα δε μέγιστα και κάλλιστα απέδειξαν ότι η πόλις δεν εδυστύχησε πρότερον εξαιτίας της ιδικής των δουλείας ούτε εξαιτίας της γενναιότητος των εχθρών· διότι, εάν περιελθόντες εις εμφύλιον πόλεμον (οι Αθηναίοι), ηδυνήθησαν να επανέλθουν εις την πατρίδα των νικήσαντες τους παρόντας Πελοποννησίους και τους άλλους εχθρούς, φανερόν είναι ότι ηδύναντο, εάν ωμονοούσαν, να νικήσουν αυτούς (τους Σπαρτιάτας).
Αλλά ταύτα μεν παρεσύρθην να θρηνολογήσω υπέρ ολοκλήρου της Ελλάδος· εκείνους δε τους άνδρας και ιδιαιτέρως και δημοσίως πρέπει να αναφέρη κανείς, οι οποίοι φεύγοντες την δουλείαν, και αγωνιζόμενοι υπέρ της ισότητος και της ελευθερίας, και υπέρ της δημοκρατίας επαναστατήσαντες κατήλθον εις τον Πειραιά έχοντες όλους εχθρούς, αν και ουδείς νόμος τους ηνάγκαζε, αλλ' επείσθησαν να πράξουν τούτο υπ' αυτής της φυσικής ορμής (του ανθρώπου) να ανακτήση την πατρίδα του και την ελευθερίαν του, μιμηθέντες την παλαιάν γενναιότητα των προγόνων μας εις καινοφανείς κινδύνους, αφού με θυσίαν της ζωής των κατέστησαν την πόλιν κοινήν και εις τους άλλους, προτιμήσαντες να πεθάνουν ελεύθεροι παρά να ζουν δούλοι, διότι περισσότερον εντρέποντο διά τας συμφοράς (της πόλεως) από όσον ωργίζοντο εναντίον των εχθρών, διότι επεθύμουν περισσότερον να αποθάνουν εις την πατρίδα τους παρά να ζουν κατοικούντες εις ξένας χώρας, έχοντες συμμάχους τους όρκους και τας συνθήκας, εχθρούς δε τους πρότερον υπάρχοντας (τους Σπαρτιάτας) και τους συμπολίτας των. Αλλ' όμως χωρίς να φοβηθούν το πλήθος των εχθρών, αλλά με θυσίαν της ζωής των ενίκησαν τους εχθρούς, παρέχουν δε μάρτυρας της ανδρείας των τους τάφους των Λακεδαιμονίων τους ευρισκομένους πλησίον του νεκροταφείου τούτου. Και βέβαια μεγάλην αντί μικράς την πόλιν ανέδειξαν, και παρουσίασαν αυτήν να ομονοή αντί να σπαράσσεται υπό εμφυλίων πολέμων, και ανήγειραν τείχη αντί εκείνων που είχον καταστραφή. Όσοι δε εξ αυτών επανήλθαν και έζησαν ομοίως σκεπτόμενοι όπως οι ενταύθα κείμενοι ειργάσθησαν, εφρόντισαν όχι διά την τιμωρίαν των εχθρών, αλλά διά την σωτηρίαν της πόλεως, και μη επιθυμούντες να μειονεκτούν των άλλων, ούτε οι ίδιοι θέλοντες να πλεονεκτούν μετέδωσαν την ιδικήν των ελευθερίαν και εις αυτούς που ήθελον να είναι δούλοι, δεν κατεδέχθησαν δε να υποδουλώσουν τους άλλους, όπως έπραξαν (προηγουμένως) εκείνοι (οι ολογαρχικοί). Με έργα δε μέγιστα και κάλλιστα απέδειξαν ότι η πόλις δεν εδυστύχησε πρότερον εξαιτίας της ιδικής των δουλείας ούτε εξαιτίας της γενναιότητος των εχθρών· διότι, εάν περιελθόντες εις εμφύλιον πόλεμον (οι Αθηναίοι), ηδυνήθησαν να επανέλθουν εις την πατρίδα των νικήσαντες τους παρόντας Πελοποννησίους και τους άλλους εχθρούς, φανερόν είναι ότι ηδύναντο, εάν ωμονοούσαν, να νικήσουν αυτούς (τους Σπαρτιάτας).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)









.jpg)