Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2021

Λειψανολατρεία: Τα απομεινάρια μιας πίστης

Κάποιος ισχυρίζεται ότι έχει ένα πούπουλο από το φτερό του αγγέλου Γαβριήλ, και ο Επίσκοπος του Μάιντς έχει μια φλόγα από την καιόμενη βάτο του Μωϋσή. Και πώς συμβαίνει να έχουν θαφτεί στη Γερμανία δεκαοχτώ απόστολοι, τη στιγμή που ο Χριστός είχε μονάχα δώδεκα;» - Η φράση αποδίδεται στον Μαρτίνο Λούθηρο. Αν έχει όντως ειπωθεί, πόσο επίκαιρη συνεχίζει να είναι σήμερα, 500 χρόνια αργότερα...

Ποιος θα κρίνει τον καθένα για Άγιο από την προ Θεού κρίση;

Το σκήνωμα της Αγίας Ελένης με την ασημένια προσωπίδα που τιμάται με την παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας [αρχηγός κράτους άλλωστε κι αυτό όπως και το «άγιο φως»] αλλά και με αθρόα προσέλευση προσκυνητών στην Αγία Βαρβάρα Αιγάλεω, είναι χωρίς αμφιβολία, το [νεκρό] πρόσωπο. Το θέμα συζητήθηκε σε όλα τα Μέσα.

Πολλοί παρατηρητές του φαινομένου, έσπευσαν να παρομοιάσουν την προθυμία των πιστών να προσκυνήσουν ένα άψυχο σώμα, νεκρό εδώ και αιώνες με την προσκόλληση των πρωτόγονων λαών στους νεκρούς προγόνους τους. Δεν είναι όμως μόνο οι πρωτόγονοι λαοί που προσκυνούν και λατρεύουν νεκρά σώματα.

Στην Ευρώπη η λατρεία των λειψάνων είναι πολύ δημοφιλής. Υπάρχει για παράδειγμα, το αίμα του «Αγίου Ιανουαρίου» [San Gennaro] που λέγεται ότι υγροποιείται τρεις φορές τον χρόνο. [Εκτός από το 1939, το 1980 και πέρσι]. Υπάρχουν μερικά κεφάλια του Ιωάννη του Βαφτιστή [κανείς δεν αμφισβητεί καν τη γνησιότητά τους, είναι όλα αληθινά] καθώς και τέσσερα σώματα, σε διάφορα μέρη της Ευρώπης, που αποδίδονται στην «Αγία Λουκία», μια πολύ αγαπημένη αγία των λαών της Βόρειας Ευρώπης αν και όχι τόσο διάσημη στα Βαλκάνια. [Πόσο μπροστά ο Λούθηρος...]

Στη γειτονική μας Ιταλία, την έδρα της Καθολικής θρησκείας, υπολογίζεται ότι υπάρχουν περίπου 2.468 «άγιοι χώροι» όπου φυλάσσονται λείψανα. Μόνο στο Βατικανό υπάρχουν περισσότερα από χίλια λείψανα σε ειδικό φυλακτήριο [!]. Το 1950 ο Πάπας Πίος ΙΒ΄ έκανε τη θριαμβευτική ανακοίνωση ότι μετά από δέκα χρόνια ανασκαφών, βρέθηκε επιτέλους ο τάφος του αποστόλου Πέτρου! Πού ήταν παρακαλώ; Κάτω από το Βατικανό!

Το 1968 μάλιστα, ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ επιβεβαίωσε ότι όντως πρόκειται περί των «θνητών λειψάνων του Αγίου Πέτρου, τα οποία αξίζουν όλη την αφοσίωση και την ευλάβειά μας». Όλες οι φωνές [της λογικής και της επιστήμης] που εξέφραζαν έντονες επιφυλάξεις ή και αντιρρήσεις [όπως του Καθολικού αρχαιολόγου Αντόνιο Φερούα ο οποίος έλαβε μέρος στις ανασκαφές του Βατικανού ή του Καρδινάλιου Πουπάρ το 1991] κατασιωπήθηκαν.

Σύμφωνα με το Καθολικό περιοδικό 30 giorni, ο Πάπας Πίος ΙΒ΄ όπως και ο προκάτοχός του Πίος ΙΑ΄, «είχε πάνω του λείψανα της αγίας της Λιζιέ». Ο Παύλος ΣΤ΄ «είχε ένα δάχτυλο του αποστόλου [Θωμά] στο τραπέζι του γραφείου του» και ο Ιωάννης Παύλος Β΄ «έχει, στη δική του κατοικία, μέρη από τη . . . σορό» του «Αγίου Βενέδικτου» και του «Αγίου Αντρέα». Όχι ότι άδειασε κιόλας η Ιταλία από λείψανα με την παραχώρηση του σκηνώματος από τη Βενετία στην Αθήνα...Να τα λέμε κι αυτά.

Έχει κάποια χριστιανική βάση η λειψανολατρεία;

Φαίνεται ότι η λατρεία για τα λείψανα δεν προέκυψε αμέσως μετά τον θάνατο των αποστόλων αλλά αρκετές δεκαετίες ίσως και αιώνες αργότερα. Σημειωτέον ότι η Αγία Γραφή που ολοκληρώθηκε γύρω στο 98 μ.Χ., δεν αναφέρει σε κανένα σημείο της, κάποια περίπτωση λατρείας λειψάνων. Ούτε καν του μάρτυρα Στέφανου που θανατώθηκε δια λιθοβολισμού μπροστά σε τόσον κόσμο όπως περιγράφεται στο βιβλίο της Καινής Διαθήκης: Πράξεις. Ούτε ένας χριστιανός δεν σκέφτηκε να κόψει ένα κομμάτι από τον μάρτυρα, ένα δάχτυλο για παράδειγμα και να το ’χει στο σπίτι του, όπως ο Πάπας Παύλος ΣΤ’. Πότε βρέθηκε το σώμα του κι άρχισε να του αποδίδεται λατρεία; Μόλις στις αρχές του 5ου μ.Χ. αιώνα, σύμφωνα πάντα με τους θρύλους της Ορθοδοξίας.

Μήπως υπάρχει κάποια αναφορά σε λατρεία λειψάνων σε παλαιότερα βιβλία της Αγίας Γραφής όπως στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης; Ούτε καν. Το μόνο επιχείρημα το οποίο μπορούν ίσως να επικαλεστούν όσοι προσκυνούν τα λείψανα είναι το θαύμα με τα κόκκαλα του νεκρού προφήτη Ελισαιέ. Πολύ συγκεκριμένα, το περιστατικό στην Αγία Γραφή αναφέρεται ως εξής: «Ύστερα πέθανε ο Ελισαιέ και τον έθαψαν. Και ληστρικές ομάδες Μωαβιτών εισέβαλλαν τακτικά στη χώρα, όποτε έμπαινε ο χρόνος. Και καθώς έθαβαν έναν άνθρωπο, είδαν τη ληστρική ομάδα. Αμέσως έριξαν τον άνθρωπο μέσα στον τάφο του Ελισαιέ και έφυγαν. Και μόλις ο άνθρωπος άγγιξε τα κόκαλα του Ελισαιέ, ήρθε στη ζωή και στάθηκε στα πόδια του» [2 Βασιλέων 13:20,21.]

Πουθενά βέβαια, δεν αναφέρεται ότι ακολούθησε λατρεία ή απόδοση ευλαβικού σεβασμού έστω, στα οστά του προφήτη. Απ΄ό,τι φαίνεται, τον ξαναέθαψαν. Ούτε λάρνακα ούτε κόκκινο μαξιλαράκι ούτε ασημένια προσωπίδα. Σε ολόκληρη την Αγία Γραφή δεν υπάρχει ούτε ένα εδάφιο που να αναφέρεται κάτι τέτοιο. Συμπέρασμα από τον Ωριγένη: «Είναι συνεπώς μάταιο ν’ αναζητήσωμε στην Παλαιά Διαθήκη δικαιολογία για τη λατρεία των λειψάνων· και στην Καινή Διαθήκη δεν δίδεται πολλή προσοχή στα λείψανα. . .».

Πώς φτάσαμε στη λατρεία των λειψάνων;

Αφού λοιπόν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στη Βίβλο κι εφόσον οι πρώτοι χριστιανοί δεν την συνήθιζαν, πώς καθιερώθηκε η λειψανολατρεία ως έκφραση πίστης και ευλάβειας;

Τα λείψανα ως αντικείμενο λατρείας άρχισαν να εμφανίζονται -μαζί με την καθιέρωση αγίων και άλλα δογματικά θέματα- από τον 2ο μ.Χ. αιώνα κι έπειτα. Κάπου ανάμεσα στις αρχές του 2ου αιώνα και τη Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ. Κι ενώ λογικά θα έπρεπε να λιγοστεύουν με τα χρόνια, αντίθετα, αυξάνονται και πληθύνονται. Θρησκευτικοί αλλά και οικονομικοί, ενίοτε και πολιτικοί λόγοι εδραίωσαν μέσα στους αιώνες, τη λατρεία των λειψάνων καθιστώντας την μια ακμάζουσα επιχείρηση.

Μια καίρια στιγμή στην ιστορία της λειψανολατρείας ήταν όταν o εκκλησιαστικός πατέρας και συγγραφέας Θεοδώρητος, ο πρώτος θεολόγος της χριστιανικής λειψανολατρείας, είχε τη φαεινή ιδέα ότι δεν χρειάζεται το λείψανο να είναι ένα ακέραιο σώμα. Ακόμη και μικρά τμήματα του νεκρού σώματος έχουν την ίδια αποτελεσματικότητα! ["Τεμαχισμένα σώματα—ολόκληρη η δράση της θείας χάριτος!" ] Οπότε, μπορούσε κάλλιστα ένα σκήνωμα να τεμαχιστεί και τα «θαυματουργά» μέλη να μοιραστούν! Χρυσές δουλειές! Χέρια, πόδια, κάρες... όλα πλέον γίνονταν δεκτά με...τιμές! Σε βαθμό που το 386 μ.Χ., ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος εξέδωσε ειδικό νόμο ενάντια στην πώληση και το εμπόριο λειψάνων. Από τον 4ο αιώνα έως τη Μεταρρύθμιση πάντως, τα λείψανα γνώρισαν δόξες, τα κέρδη μεγάλωναν, ιδιαίτερα δε τον 12ο και 13ο αιώνα, ο τζίρος έφτασε στα ύψη!

«Κανένας προσκυνητής δεν γύριζε από την Ανατολή με άδεια χέρια. Η ευλάβεια συνδυαζόταν με την κερδοσκοπική προσδοκία. Τα κειμήλια μεταπουλιόνταν σε αστρονομικές τιμές στα ευρωπαϊκά μοναστήρια κι εκείνα με τη σειρά τους μεταβάλλονταν σε πακτωλό αργυρολογίας. Κι όταν στο χρηματιστήριο των ιερών κειμηλίων εξαντλήθηκαν τα δάκρυα τής Παναγίας -είχαν κυκλοφορήσει στη χριστιανική οικουμένη τόννοι ολόκληροι- και τα φτερά των αγγέλων και τα γένεια τού Ιησού καί τα εργόχειρα τής Παναγίας, άρχισε το εμπόριο των αγίων λειψάνων, που προσφέρονταν σε απίστευτη ποικιλία.» - «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα» του Κυριάκου Σιμόπουλου, κεφάλαιο: «Κειμήλια και Λείψανα».

Οι αυτοκράτορες ήθελαν ένα μικρό οστό στα ιδιαίτερα διαμερίσματά τους [status symbol] ή μαζί τους στη μάχη [φυλαχτό]. Απομεινάρια μιας πίστης που είχε ανάγκη να βλέπει και να αγγίζει κάτι κι ας ήταν νεκρό από αιώνες.

Κι ενώ η ανθρωπότητα βγήκε κάποια στιγμή από τον Μεσαίωνα, η θρησκευτική κατήχηση κρατάει τους πιστούς ακόμη εκεί, σε αυτήν την περίοδο της Ιστορίας. Στη λειψανολατρία. Μπορεί να πει δε κανείς ότι τους κρατά με νύχια και με δόντια. Κατά κυριολεξία.

Η Δεύτερη Σύνοδος του Βατικανού επιβεβαίωσε ότι, «σύμφωνα με την παράδοσή της, η Εκκλησία αποδίδει λατρευτικό σεβασμό στους αγίους και τιμά τα αυθεντικά τους λείψανα και τις εικόνες τους». (Διάταγμα για τη Θεία Λειτουργία [Constitution “Sacrosanctum Concilium” sulla sacra Liturgia] από Τα Πρακτικά της Β΄ Συνόδου του Βατικανού [I Documenti del Concilio Vaticano II], 1980). «Τα διαπρεπή λείψανα, καθώς επίσης και αυτά που τιμούνται από ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων» αναφέρονται στον Κώδικα του Κανονικού Δικαίου (Codex Iuris Canonici), που εξέδωσε ο Ιωάννης Παύλος Β΄ το 1983. (Κανόνας 1190).

Η Ορθοδοξία δεν θα μπορούσε να μείνει πίσω... Έχει και εκείνη τα λείψανά της. Τα λείψανα των αγίων Σπυρίδωνα, Διονυσίου και Γεράσιμου έχουν πιάσει τα πόστα στα Επτάνησα, ένα σε κάθε νησί. Του Αγίου Νεκτάριου στην Αίγινα. Στην Πάτρα, εννοείται ότι υπάρχει η κάρα του αγίου Ανδρέα[το δεξί του χέρι όμως είναι στο Άγιον Όρος]. Στο Άγιον Όρος και συγκεκριμένα στο Βατοπέδι, βρίσκεται και το δεξί χέρι του Χρυσόστομου μαζί με την κάρα του. Το δεξί χέρι της Αγίας Αικατερίνης επίσης , φυλάσσεται και αυτό στο Βατοπέδι [σαφής προτίμηση στα δεξιά χέρια].

Εκτίθενται και προσκυνούνται χωρίς να τους ρωτήσει κανείς

Ένας παράγοντας βέβαια που συνέβαλε σημαντικά στη διάδοση της λειψανολατρείας, ήταν ότι οι ίδιοι οι άγιοι αποδείχτηκαν πολύ συνεργάσιμοι και καλόβολοι. Όντας νεκροί από αιώνες, δεν έφεραν καμία αντίρρηση στο να τους τεμαχίσουν, να τους στολίσουν και να τους εκθέτουν για προσκύνημα. Εξυπνάδες; Όχι ακριβώς. Υπάρχει ένα θέμα εδώ. Ηθικής φύσεως. Άραγε οι ίδιοι οι άγιοι [ως ταπεινοί χριστιανοί] θα συμφωνούσαν να τους προσκυνούν οι συγχριστιανοί τους , να τους κρεμάνε τάματα και να στήνεται ένα ολόκληρο εμπόριο από φυλαχτά και κάθε είδους αναμνηστικά γύρω από το νεκρό σώμα τους;

Ίσως να αντιδρούσαν όπως ο απόστολος Παύλος και ο Βαρνάβας οι οποίοι σε κάποιο ιεραποστολικό ταξίδι τους στην Κύπρο, παραλίγο να γίνουν αντικείμενα λατρείας των ντόπιων που τους πέρασαν για θεούς, για τον Δία και τον Ερμή και θελησαν να τους προσκυνήσουν... Η συνέχεια, όπως αναφέρεται στο βιβλίο της Αγίας Γραφής, Πράξεις 14: 8-18... «Ωστόσο, όταν οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος το άκουσαν αυτό, έσκισαν τα εξωτερικά τους ενδύματα και πήδησαν μέσα στο πλήθος, φωνάζοντας και λέγοντας: “Άντρες, γιατί κάνετε αυτά τα πράγματα; Και εμείς είμαστε άνθρωποι που έχουμε τις ίδιες αδυναμίες με εσάς, και σας διακηρύττουμε τα καλά νέα για να στραφείτε από αυτά τα μάταια πράγματα στον ζωντανό Θεό, ο οποίος έκανε τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν σε αυτά...”. Λέγοντας δε αυτά τα πράγματα, μόλις και μετά βίας συγκράτησαν τα πλήθη από το να θυσιάσουν σε αυτούς.»

Και οι άγιοι-λείψανα, αιώνες μουμιοποιημένοι κάτω από τις προσωπίδες, αν είχαν φωνή να μιλήσουν, ποιος ξέρει τι θα έλεγαν; Πιθανόν να αναφωνούσαν: «Τι κάνετε εκεί; Γιατί με προσκυνάτε; Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να με εκθέτετε νεκρό/ή; Πού στην ευχή είναι το δεξί μου χέρι;»

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αποκρουστική και μακάβρια συνήθεια, που θυμίζει τις μούμιες των αρχαίων Αιγυπτίων, είναι η προσκύνηση ιερών λειψάνων. Η δεισιδαιμονία ότι αυτά θαυματουργούν και θεραπεύουν «πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» οδηγεί σε τεμαχισμούς πτωμάτων, διατήρηση τεμαχίων σε θήκες, κτίσιμο κάτω από άγιες τράπεζες ή ράψιμο σε φυλακτά. Ναοί και μοναστήρια γίνονται μαυσωλεία νεκροκεφαλών και πτωμάτων, χώροι λατρείας του θανάτου. Τα άλιωτα πτώματα θεωρούνται άλλοτε άγια και άλλοτε αφορισμένα, εξαρτάται σε ποιον λέγεται ότι ανήκουν. Η προσκύνηση λειψάνων είναι μορφή λευκής μαγείας που αποφέρει τεράστια έσοδα στην Εκκλησία, γι αυτό οι εκπρόσωποί της συναγωνίζονται στη συλλογή και εκμετάλλευση τεμαχίων από πτώματα και οστά, αμφιβόλου προελεύσεως.

Διάλογος πτωματολάτρη και σκεπτικιστή

Π: - Πάμε να προσκυνήσουμε το χέρι της αγίας Μαγδαληνής; Θα είναι αυτή τη βδομάδα στην ενορία μας.
Σ: - Θα έρθω, αν μου πεις σε ποιο ευαγγέλιο ο Χριστός δίνει την εντολή να προσκυνούν οι πιστοί λείψανα.
Π: -Η προσκύνηση ιερών λειψάνων καθιερώθηκε από την Εκκλησία ως απόδοση τιμής στους Αγίους και προς θεραπεία νόσων ψυχής και σώματος.
Α: Η Εκκλησία έχει ξεστρατίσει από τη διδασκαλία του Χριστού, με αποτέλεσμα να συμβαίνουν έκτροπα όπως τεμαχισμοί πτωμάτων, για να γίνουν φυλαχτά, εμπόριο λειψάνων, ψευδώνυμα λείψανα, που αν απαριθμηθούν, θα βρεθεί κάθε άγιος να έχει δεκάδες κεφάλια, χέρια και πόδια. Ακόμα και τα κομματάκια του "τίμιου ξύλου" αν συγκεντρωθούν, όχι ένα σταυρό, αλλά δάσος ολόκληρο θα σχηματίσουν...
Π: - Όμως θαύματα γίνονται, γι αυτό ο κόσμος τρέχει πατείς με πατώ σε να προσκυνήσει ...
Α: -Οι περισσότεροι από γεννησιμιού τους έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου που τους κρατά δέσμιους στη δεισιδαιμονία.
Π: -Πολλοί που υποφέρουν βρίσκουν παρηγοριά και στήριγμα στην πίστη τους προσκυνώντας τα άγια λείψανα.
Α: -Η πίστη λειτουργεί σαν πλασέμπο (δήθεν φάρμακο). Είναι "παρηγοριά στον άρρωστο, ώσπου να βγει η ψυχή του". Τρέχουν οι αφελείς και προσφέρουν άλλοι ακριβά τάματα και άλλοι το υστέρημά τους με την ελπίδα να δουν κάποιο θαύμα, όμως αυτοί που πλασάρουν τα θαύματα, όταν αρρωστήσουν δεν περιμένουν να τους σώσουν τα άγια λείψανα, αλλά καταφεύγουν σε μεγαλογιατρούς και ακριβές θεραπείες...
Π: -Και πώς εξηγείς τα χιλιάδες θαύματα που έχουν καταγραφεί;
Α: -Υπάρχουν θαύματα στημένα από απατεώνες, σαν δόλωμα για τους πιστούς, θαύματα που οφείλονται σε λάθος διάγνωση, θαύματα που οφείλονται σε συγκινησιακό παράγοντα, θαύματα που συμβαίνουν στη φαντασία αλαφροΐσκιωτων, θαύματα προσωρινής βελτίωσης αρρώστων που υποτροπιάζουν μετά κ.λπ. Γνωστή μου ευσεβής με παράλυτο παιδί πήγαινε από ολονυκτία σε ολονυκτία κι από προσκύνημα σε προσκύνημα και είχε εξασφαλίσει τη διαβεβαίωση "διορατικού γέροντα" ότι "το παιδί θα γίνει καλά". Το παιδί όμως πέθανε και παρά τη διάψευση της "προφητείας" οι ευσεβείς γονείς δεν έπαψαν να πιστεύουν.

Η λειψανολατρεία και ο φετιχισμός έγιναν πηγή δύναμης και πλουτισμού της Εκκλησίας. Οι λειψανολάτρες παραβαίνουν την εντολή να προσκυνούν μόνο το θεό τους και προσκυνούν νεκρά κόκκαλα, κρανία και μουμιοποιημένα ανθρώπινα μέλη, άγνωστης προέλευσης, αρωματισμένα και φυλαγμένα σε χρυσές και ασημένιες θήκες. Άνθρωποι κατά τα άλλα φυσιολογικοί, πείθονται ότι προσκυνώντας πτώματα μπορούν να πετύχουν την εκπλήρωση των ευχών τους. Με την αυθυποβολή έχουν την ψευδαίσθηση ότι βιώνουν θαύματα. Η λατρεία τους είναι λατρεία θανάτου. Κτίζουν τράπεζες ναών- τάφων του θεού πάνω σε λείψανα. Πίνουν και τρώνε συμβολικό αίμα και σώμα προσδοκώντας να λειτουργήσει ομοιοπαθητικά, σαν φάρμακο αθανασίας. Οι σκεπτικιστές δίνουν τα ρέστα τους, όταν σχολιάζουν την προσκύνηση ιερών φετίχ. Στις 14 Μαϊου 2017 έγιναν δεκτά στην Αθήνα με τιμές αρχηγού κράτους λείψανα της αγ. Ελένης. Τον Ιούλιο του 2017 τέθηκε σε προσκύνημα στο Αγρίνιο ένα κάστανο, βρασμένο από τον άγ. Παϊσιο. Τα σχόλια σε πολλούς ιστότοπους καυτηρίασαν τον κερδοσκοπικό χαρακτήρα αυτών των εκδηλώσεων και την ευπιστία των ευσεβών («Η εκμετάλλευση σε όλο της το μεγαλείο. Όλα για την κονόμα!». «…Όλα αυτά τα λείψανα που περιφέρουν εδώ κι εκεί για να γεμίζουν το ταμείο είναι στην πραγματικότητα μετρητής βλακείας. Μετράνε πόση ακόμα αντέχετε, πριν σας σερβίρουν το επόμενο δάχτυλο του οσίου τάδε, τη φτέρνα του προφήτη δείνα, το ιερό σανδάλι, τα γυαλιά κάποιου καλόγερου κτλ. κτλ.»). Άλλα σχόλια επισημαίνουν ότι η προσκύνηση λειψάνων είναι προχριστιανικό ειδωλολατρικό έθιμο, που έρχεται σε σύγκρουση με την αγία Γραφή («Νεκρόφιλοι ειδωλολάτρες …», «…Σε ποιο σημείο μιλά η αγία Γραφή για ειδωλολατρική λατρεία οστών και άλλων υπολειμμάτων; …», «Τι γνώμη θα είχε ο Χριστός για τη λατρεία των λειψάνων; Εγώ λέω ότι θα έπαιρνε το φραγγέλιο…») [Πρέπει να προσθέσουμε ότι οι Έλληνες τιμούσαν τάφους και λείψανα ηρώων, ακόμη και προσωπικά αντικείμενα ανθρώπων, που τους αποθέωναν μετά θάνατον. Δεν κομμάτιαζαν όμως τα λείψανά τους ούτε τα εμπορεύονταν]. Κάποιοι σχολιαστές διαμαρτύρονται με την αγιοποίηση εγκληματιών («Όχι και αγία η σατανική αυτή γυναίκα (Ελένη) που με το γιο της σκότωσαν τόσους και τόσους μέσα από ραδιουργίες και ίντριγκες…»). Δεν λείπουν και τα χιουμοριστικά σχόλια, όπως «ούτε λόγος για τα κόκκαλα των τριών μάγων που ανακάλυψε στο τουρ των αγίων τόπων η 80χρονη Ελένη». «Παραλίγο να ανακαλύψει και τα ψαροκόκκαλα από τα αποφάγια του γνωστού θαύματος». «Αφού απέτυχαν όλοι να σώσουν τη χώρα, ας γίνει ένα κόμμα λειψάνων, μήπως και δούμε το θαύμα». «Ο λαός είναι ήδη ένα λείψανο». Απολαυστικοί είναι και οι διάλογοι, σαν κι αυτoύς: - Κάποια στιγμή θα σου συμβεί κάτι και θα ξυπνήσεις…
-Εσείς να δούμε, πότε θα ξυπνήσετε…
-Ο θεός είναι μεγάλος
-Ο δικός μας είναι πιο μεγάλος
-Όποιος πιστεύει, να πληρώνει τους ρασοφόρους από την τσέπη του…
- Τι είσαι, μωρή, που κατακρίνεις τον κόσμο για τα πιστεύω του;
-Από τη στιγμή που δημοσιοποιείτε τη νεύρωσή σας, έχουμε δικαίωμα να σας κρίνουμε….
(απάνθισμα σχολίων από Πρόταγκον και Νιουζμπίστ , 14ης Μαϊου 2017).

Οι χριστιανοί, από τον 4ο αιώνα που άρχισε η ζήτηση θαυματουργών λειψάνων έπεσαν με τα μούτρα σε ανευρέσεις, εκταφές, ανακομιδές, τεμαχισμούς και διανομές πτωμάτων. Σύνεργα βασανισμού εκτέθηκαν για προσκύνηση, όπως καρφιά, σταυροί, σχάρες, πέτρες από το λιθοβολισμό του Αγ. Στεφάνου ... και άλλα τέτοια. Αυτού του είδους η ειδωλολατρεία ανθεί και σήμερα. Παράδειγμα η προσκύνηση των γυαλιών και των πέδιλων του μοναχού Παϊσιου, των ψευδο- λειψάνων της Αγίας Βαρβάρας, του αγίου φωτός, των φιδιών της Παναγίας στην Κεφαλονιά, της παπικής εικόνας του Ευαγγελισμού στην Τήνο ... Είναι αδύνατο να κατανοήσουν οι πιστοί ότι δεν υπάρχουν θεοί και μαγικές λύσεις στα προβλήματά τους. Η ειδωλολατρεία επιζεί σαν θυσία και μετάληψη του Αμνού-Χριστού, εικονολατρεία, πανηγύρια που καταλήγουν σε κρεωφαγία και κρασοκατάνυξη και άλλα θρησκευτικά έθιμα. Τα ονόματα των εορτών άλλαξαν, μα η ουσία παραμένει. Αν ρωτήσεις έναν απλό πιστό, τι ακριβώς πιστεύει, θα ανακαλύψεις έναν αιρετικό, που ερμηνεύει το χριστιανισμό με βάση τη δική του κοσμοθεωρία. Η πίστη του εκφράζεται με τον εκκλησιασμό στις μεγάλες γιορτές, το άναμμα κεριού ή καντηλιού, το θύμιασμα, το σταυροκόπημα κι άλλες παρεμφερείς εκδηλώσεις, άγνωστες στον αρχηγό της χριστιανοσύνης και τους συγγραφείς των ευαγγελίων. Οι πρώτοι χριστιανοί ήταν Ιουδαίοι και εφάρμοζαν τις εντολές του Μωυσή, γι αυτό ο Ιησούς είπε: «ει θέλεις εισελθείν εις την ζωήν, τήρησον τας εντολάς» (Ματθ., ιθ΄17). Αυτές τις εντολές οι χριστιανοί, υιοθετημένα τέκνα των εβραίων «πατέρων» , τις έχουν αντικαταστήσει με παγανιστικά έθιμα. Οι θρησκείες έχουν δώσει ιερότητα σε διάφορα αντικείμενα, σταυρούς, μισοφέγγαρα, πεντάκτινα άστρα, μετεωρίτες, βιβλία, εικόνες, σκεύη, λείψανα και άλλα συναφή. Στους πιστούς καλλιεργούν την ιδέα ότι τα αντικείμενα αυτά σώζουν από κινδύνους, θεραπεύουν και γενικά θαυματουργούν. Ο άνθρωπος, στην απελπισία του παραμερίζει τη λογική και στηρίζεται πάνω σε μάταιες ελπίδες. Παραβλέπει πόσο ευάλωτα γίνονται τα ιερά αντικείμενα, όταν βρίσκονται στο έλεος αντιπάλων και πως δεν αντιδρούν όταν βεβηλώνονται και γελοιοποιούνται αυτά και οι λάτρεις τους. Αυτά έχουν ανάγκη προστασίας από τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος από αυτά. Το ιερότερο σκεύος των χριστιανών, το άγιο ποτήριο, που περιέχει τάχα το σώμα του θεού, δεν έχει τη δύναμη ούτε τις μύγες ή τη μούχλα να αποφύγει ούτε τους αιρετικούς να ξεχωρίσει («Ὅρα οὖν μὴ μυῖαι ἐμπέσωσι εἰς τὸ ἅγιον ποτήριον, ἢ ἐξ ἀμελείας σου νοτισθῇ ἢ μοχλιάσῃ ἢ κονοπισθῇ, ἢ ἐγχειρισθῇ ὑπὸ αἱρετικῶν·», Μ. Βασιλείου, Περί καταστάσεως ιερέων). Ο σταυρός που σύμφωνα με την υμνολογία είναι "όπλον αήττητον", πόσες φορές έχει κομματιαστεί και ποδοπατηθεί από αλλόδοξους, χωρίς να πραγματοποιήσει ένα μικρό θαύμα για παραδειγματισμό των ιερόσυλων, άσχετα αν τα συναξάρια και οι συγγραφείς θαυμάτων φλυαρούν περί του αντιθέτου.

Οι λόγοι για τους οποίους κάποιοι δεν θα πάνε για δεύτερο ραντεβού

Πολλοί από εμάς βλέπουμε τα πρώτα ραντεβού ως μια δοκιμασία που πρέπει να περάσουμε με τον ταχύτερο, ανώδυνο δυνατό τρόπο. Δεν νιώθουμε καλά για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ντύνεσαι, να πας σε κάποιο μπαρ που δεν σου αρέσει, να έχεις την καλύτερη συμπεριφορά σου και να κάθεσαι να κουβεντιάζεις με σκοπό να γνωρίσεις τον άλλο. Και μετά να καυχηθείς για μερικά από τα επιτεύγματά σου, ενώ ελπίζεις ότι ήσασταν αρκετά εντυπωσιακοί για να ακολουθήσει και μια δεύτερη συνάντηση, ή ένα φιλί ή ένα “θα πρέπει να το ξανακάνουμε αυτό κάποια στιγμή”.

Αλλά τα πρώτα ραντεβού είναι σημαντικά. Κάθε σχέση χρειάζεται μια αρχή και συνήθως έρχεται με τη μορφή ενός πρώτου ραντεβού.

Και το ξέρουμε, είναι ένα από αυτά τα θέματα που κανείς δεν μπορεί ποτέ να σταματήσει να δίνει συμβουλές. Ο καθένας έχει τις δικές του μικρές συμβουλές και κόλπα, ή στρατηγικές και κανόνες για το τι μπορείτε και τι δεν μπορείτε να κάνετε. Ή θα υπάρξουν κρυφές δοκιμές, όπως το να ψάχνεις να δεις αν κρατάει ανοιχτές τις πόρτες, να υπολογίζεις αν αγοράζει ένα φτηνό πακέτο ή να ψάχνεις για πρώιμα σημάδια ότι μπορεί να σε παίζει.

Όμως, υπάρχουν κάθε είδους συμπεριφορές που μπορούν να μας σταματήσουν να θέλουμε ένα δεύτερο ραντεβού. Θέλω λοιπόν να ρωτήσω: Ποιά είναι αυτά τα μεγάλα προβλήματα που εμποδίζουν έναν άντρα να σας καλέσει για να συναντηθείτε ξανά; Οι δε λόγοι που αναφέρονται παρακάτω μπορούν να ισχύουν και για τα δύο φύλα.

Από την εμπειρία εδώ είναι τέσσερις μεγάλοι λόγοι που οι νέοι άντρες φοβούνται να πάνε στο δεύτερο μετά από ένα πρώτο ραντεβού.

1) «Ήταν πολύ βαρετή/σοβαρή»

Αυτό συμβαίνει συνήθως εάν η συνομιλία παραμείνει σε τυπικά θέματα, όπως η εργασία και ποτέ δεν τον κάνει πραγματικά να αισθανθεί οποιαδήποτε συναισθηματική σύνδεση. Συμβαίνει επίσης εάν στο πρώτο ραντεβού λείπουν όλα εκείνα τα διασκεδαστικά στοιχεία που προσθέτουν σεξουαλική ένταση – πειράγματα, αστεία, φλερτ, δείχνοντας την παιχνιδιάρικη, ατίθαση πλευρά σας. Είναι ιδιαίτερα εύκολο για τις γυναίκες που έχουν συνηθίσει να είναι κυρίαρχες στη δουλειά να πέσουν σε αυτήν την παγίδα «σοβαρού τρόπου» και μπορεί να χρειαστεί κάποια εξάσκηση για να ξεφύγουν από αυτό.

2) “Είναι ρηχή”

Παραδόξως, ίσως, οι άνδρες διαθέτουν ένα καλά επεξεργασμένο ραντάρ για γυναίκες που φαίνονται επιφανειακές ή ρηχές. (Σημείωση – εδώ μιλάμε για νέους υψηλής ποιότητας. Φυσικά, αυτοί οι άντρες που ψάχνουν μόνο ένα “πράγμα” μπορεί να είναι λιγότερο επιλεκτικοί). Ένα πρώτο ραντεβού για έναν άντρα είναι μια ευκαιρία να δούμε αν η γυναίκα με την οποία έχει ραντεβού έχει πρότυπα και ακεραιότητα. Αν απλά συμφωνεί με όλα όσα λέει ο άντρας ή δεν μπορεί να μιλήσει για κάτι βαθύτερο από αυτό που είχε για μεσημεριανό γεύμα σήμερα, είναι αρκετό για να διασφαλίσει ότι δεν θέλει να επαναλάβει την εμπειρία σύντομα.

3) «Ήταν πάρα πολύ δραματική»

Ένας άντρας θα το πει αυτό αν μια γυναίκα φουσκώσει τις πρώην της, ή τις κακές προηγούμενες σχέσεις της, ή αν φαίνεται να εκνευρίζεται εύκολα όταν τα μικρά πράγματα πάνε στραβά. Αυτές οι μικρές συμπεριφορές εκφράζουν «drama queen» (άτομο που έχει συχνά υπερβολικά συναισθηματικές παραστάσεις ή αντιδράσεις) για έναν άντρα και είναι ένας σπουδαίος λόγος που οι άντρες φοβούνται νωρίς.

4) «Ήταν τόσο αρνητική/καταθλιπτική»

Αυτό προφανώς ισχύει και για τα δύο φύλα. Τα πρώτα ραντεβού δεν πρέπει ποτέ να είναι ένα μέρος για να ξεσπάσουμε για τα προβλήματά μας και τις συναισθηματικές δυσκολίες.

Όπως είπαμε, αυτά δεν είναι όλα αποκλειστικά για το φύλο – ένας άντρας θα μπορούσε να είναι ένοχος για οποιοδήποτε από αυτά, όσο θα μπορούσε να είναι και μια γυναίκα. Το γεγονός είναι ότι όλοι μπορούμε να είμαστε καλύτεροι στο ραντεβού. Πιστεύω πραγματικά ότι η φάση γνωριμιών μπορεί να είναι η πιο συναρπαστική, περιπετειώδης, ενδιαφέρουσα στιγμή που θα έχετε ποτέ. Γνωρίζω μερικές γυναίκες που διασκεδάζουν τόσο πολύ που δεν θέλουν καν σχέση, απλά επειδή τους αρέσει να βάζουν ενέργεια και δημιουργικότητα για να κάνουν υπέροχα ραντεβού.

Ποια είναι λοιπόν μερικά πράγματα που μπορείτε να κάνετε για να δημιουργήσετε αυτό το παραπάνω συναίσθημα;

α) Επιλέξτε μέρη για ραντεβού που εμπνέουν καλύτερη συνομιλία

Το ραντεβού πρέπει να είναι κάτι που μας ενθουσιάζει. Απλώς πηγαίνοντας στο ίδιο παλιό μπαρ και πίνοντας ποτά καθιστά δύσκολη την συναισθηματική σύνδεση. Δοκιμάστε μέρη που σας αναγκάζουν να μοιραστείτε μια εμπειρία μαζί – δοκιμάστε νέα μέρη, κάντε αυτή τη μικρή επιπλέον προσπάθεια για να δημιουργήσετε μια εξαιρετική εμπειρία. Κάντε κάτι που σας ενδιαφέρει και φέρτε τον στον κόσμο σας.

β) Καταλάβετε ποιος είναι, όχι μόνο τι κάνει

Στην πρώτη συνομιλία του ραντεβού, αφιερώστε λιγότερο χρόνο στα γεγονότα και περισσότερο χρόνο στην κατανόηση του ατόμου που βρίσκεται πίσω τους. Μοιραστείτε τα όνειρα και τις φιλοδοξίες σας. Μιλήστε για το πού θα θέλατε να είστε στον κόσμο. Μιλήστε για τις βαθύτερες αξίες σας. Να είστε ενθουσιασμένοι για το μέλλον.

γ) Κάντε προτεραιότητα τη διασκέδαση

Όπως έχουμε ήδη δει, οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν τα πρώτα ραντεβού σαν μια μακρά δοκιμασία. Πετάξτε όλα αυτά έξω από το παράθυρο και κλείστε ραντεβού για να διασκεδάσετε μαζί. Οι άνθρωποι θυμούνται τα συναισθήματα ενός πρώτου ραντεβού – τον ενθουσιασμό και την αίσθηση της περιπέτειας – αφήστε να διασκεδάσετε – παίξτε ανόητα παιχνίδια, πηγαίνετε να αναζητήσετε μια νέα περιοχή της πόλης σας που δεν είχατε ξαναπάει, πειράξτε ο ένας τον άλλον και συμπεριφερθείτε σαν τρελοί έφηβοι – κάντε τα ραντεβού σας συναρπαστικά.

Λοιπόν, το είδατε πιο πάνω, υπάρχουν τέσσερα πράγματα που τον φοβίζουν και τρία βήματα με την εγγύηση ότι θα σας καλέσει για το δεύτερο ραντεβού.

Ο C. Jung και η Συγχρονικότητα, Το Μυστήριο των Συμπτώσεων

Σας έχει συμβεί κάποια φορά να συναντάται συνέχεια μπροστά σας για ένα διάστημα το ίδιο αριθμό; Ή να σιγοτραγουδάτε ένα τραγούδι και ανοίγοντας το ραδιόφωνο να το ακούτε;

Θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί ότι κάποια υπερφυσική αιτία, κρύβεται πίσω απ’ αυτές τις συμπτώσεις. Αλλά η πλειοψηφία των σύγχρονων επιστημόνων μιλάει απλά για άγνοια των φυσικών νόμων που τις προκαλούν, μια δημιουργία γεγονότων απ’ αυτά που είναι δυνατόν να συμβούν. Τίποτα το περίεργο ή μυστικιστικό ! Αντίθετα οι συμπτώσεις θεωρούνται αναπόφευκτες απ’ τους στατιστικολόγους.

Για παράδειγμα, η πιθανότητα από μια τράπουλα 52 χαρτιών, να μοιραστεί μια συγκεκριμένη 13άδα χαρτιών, είναι ίση για κάθε πιθανή 13άδα. Και όλες είναι το ίδιο πιθανές … όσο απίθανες και να μας φαίνονται εκ πρώτης όψεως. Η πιθανότητα να μοιραστεί η 13άδα των 13 “καρό” είναι ακριβώς ίδια με την πιθανότητα να μοιραστεί μια οποιαδήποτε άλλη 13άδα.

Μια εκπληκτική ιστορία μας φέρνει όμως ξανά το ερώτημα για το αν υπάρχει τύχη ή όχι. Την αναφέρει ο μαθηματικός Warren Weaver, στο βιβλίο του, “Lady Luck: The Theory of Probability” (“Η κυρία Τύχη: η θεωρία των πιθανοτήτων”) απ’ όπου δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό “Life”:

Στις 1-3-1950, και τα 15 μέλη της χορωδίας της εκκλησίας της Beatrice στη Nebraska, καθυστέρησαν στο ραντεβού που είχαν στις 7:20 για πρόβα. Όλοι είχαν κάποιο σοβαρό αλλά και συνηθισμένο λόγο να αργήσουν. Στις 7:25 η εκκλησία καταστράφηκε από έκρηξη !

Τα μέλη της χορωδίας θεώρησαν το γεγονός σαν “θεϊκή παρέμβαση”. Ο Weaver υπολόγισε τις πιθανότητες να συμβεί ένα τέτοιο γεγονός μαζικής καθυστέρησης, σε μία στο εκατομμύριο. (σ.τ.μ. στην Ελλάδα θα ήταν κάτι παραπάνω από φυσιολογικό να συμβεί !!!)

Πώς λοιπόν να εξηγήσουμε τέτοιες “σκόπιμες” συμπτώσεις;

Όμως αξίζει εδώ να αναφερθεί η θεωρία του ψυχολόγου Carl Jung, ο οποίος διατύπωσε την Αρχή της “Συγχρονικότητας” που συνδέει γεγονότα, τα οποία δεν συνδέονται με κάποια φανερή σχέση αιτίας. Στο έργο του “Δομή και Δυναμική της Ψυχής”, αναφέρει πώς άρχισε να παρατηρεί συμπτώσεις που προκαλούσαν ανοικτά τους υπολογισμούς των πιθανοτήτων, στη διάρκεια των ερευνών του για το Συλλογικό Ασυνείδητο.

Για παράδειγμα, καθώς μια νεαρή ασθενής του περιέγραφε ένα όνειρό της, στο οποίο της δίνονταν ένας χρυσός σκαραβαίος, ένα έντομο μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο. Όταν το έπιασε ο Jung διαπίστωσε ότι ήταν ένα σκαραβοειδές σκαθάρι, ό,τι πιο κοντινό σε χρυσό σκαραβαίο, θα μπορούσε να υπάρξει στην περιοχή, το οποίο μάλιστα δεν συνηθίζει να μπαίνει σε σκοτεινούς χώρους. Αντίθετα κινείται στο φως της ημέρας… Και μπήκε την κατάλληλη στιγμή.

Ποιος άραγε προκάλεσε τη σύμπτωση: ο Jung ή η ασθενής του; Ο ψυχαναλυτής Nandor Fodor παρατήρησε πάντως ότι, η ασθενής είχε μια ήταν υπερβολικά ορθολογική συμπεριφορά που την έκανε ψυχολογικά απρόσιτη. Μετά την εμφάνιση του σκαραβαίου η συμπεριφορά της βελτιώθηκε και οι συνεδρίες έγιναν πιο αποδοτικές.

Ο Jung πίστευε ότι, το φαινόμενο της Συγχρονικότητας συνδέονταν με ψυχικές καταστάσεις που αναπτύσσονται μέσω της επιρροής των Αρχετύπων, τα οποία όριζε σαν πρότυπα (μοντέλα) έμφυτα στην ανθρώπινη ψυχή και κοινά για όλη την ανθρωπότητα.

Ο Jung αναφέρει συχνά τα Αρχέτυπα, σαν “αρχέγονες εικόνες”, που παρέχουν την αναπαράσταση όλων των ανθρώπινων στάσεων απέναντι στον θάνατο, τη σύγκρουση, το σεξ, τη μετενσάρκωση και τη μυστικιστική εμπειρία. Κάποιες φορές ένα αρχέτυπο ενεργοποιείται από ένα συναισθηματικά φορτισμένο γεγονός και τότε τείνει να έλκει γεγονότα παρόμοιας φύσης, ανοίγοντας δρόμο στα γεγονότα που ονομάζουμε “συμπτώσεις”.

Ο Jung δέχονταν επίσης την ύπαρξη μιας “περίεργης αλληλεξάρτησης των αντικειμενικών στοιχείων μεταξύ τους, καθώς και με τις υποκειμενικές (ψυχικές) καταστάσεις του παρατηρητή”. Μάλιστα εντόπισε δείγματα αυτής της αλληλεξάρτησης – που θεωρούσε άρρηκτα δεμένη με την έννοια της Συγχρονικότητας – τόσο στις ψυχιατρικές του σπουδές, όσο και στην έρευνά του πάνω στις εσωτεριστικές πρακτικές.

Έτσι, θεωρούσε την κινέζικη μαντική μέθοδο του Ι Τσινγκ σαν έκφραση της Αρχής της Συγχρονικότητας. Θεωρούσε ότι αυτό που θεωρούμε εμείς – στη Δύση – σαν είναι το κύριο ενδιαφέρον της κινέζικης σκέψης ενώ αυτό που εμείς λατρεύουμε σαν αιτιότητα περνάει σχεδόν απαρατήρητο. Ενώ η Δυτική σκέψη προσεκτικά ζυγιάζει, επιλέγει, ταξινομεί και απομονώνει, η Κινέζικη μια πιο ολιστική εικόνα του κόσμου, δίνοντας σημασία και στην παραμικρή λεπτομέρεια που συνθέτει μια στιγμή. Κάθε στιγμή απαρτίζεται από όλα αυτά τα “ασήμαντα” συστατικά.

Αργότερα, ο Jung προέκτεινε την έννοια της Συγχρονικότητας και στην Αστρολογία. Όταν μάλιστα ανέφερε το ενδιαφέρον του για την Αστρολογία και την πεποίθησή του για τη μελλοντική της χρησιμότητα, με ένα γράμμα του στον Freud, ο τελευταίος αντέδρασε, κατηγορώντας τον Jung ότι είχε πέσει θύμα της “μαύρης παλίρροιας του βούρκου του αποκρυφισμού”.

Μη εγκαταλείποντας τις θέσεις του ο Jung κατέγραψε στα απομνημονεύματά του, άλλο ένα συνταρακτικό συμβάν εμφάνισης Συγχρονικότητας, που μάλιστα συνέβη ενώ ήταν μαζί με το Freud: Στέκονταν μαζί δίπλα σε μια βιβλιοθήκη όταν ο Jung ένιωσε το διάφραγμά του να γίνεται σαν από σίδερο και να καίει, να πυρακτώνεται. Ταυτόχρονα ακούστηκε ένας δυνατός κρότος σαν να επρόκειτο να πέσει πάνω τους η βιβλιοθήκη.

Ο Jung βρήκε την ευκαιρία να παρουσιάσει το συμβάν σαν ένα παράδειγμα φαινομένου καταλυτικής εξωτερίκευσης. Ο Freud αντέδρασε αποκαλώντας τα αυτά, “ανοησίες”. Τότε, ο Jung τον προκάλεσε, υποστηρίζοντας ότι μπορούσε να προβλέψει ότι το πολύ σε ένα λεπτό ο κρότος θα ξανακούγονταν. Πριν καν τελειώσει τα λόγια του ο κρότος ξανακούστηκε, αφήνοντας τον Freud εμβρόντητο.

Σύμμαχό του στην προσπάθεια να διατυπώσει τη θεωρία του για τη Συγχρονικότητα, ο Jung βρήκε τη κβαντική Φυσική, στα πλαίσια της οποίας είχε διατυπωθεί η θεωρία ότι έναπεδίο του χώρου μπορεί να γίνει αντικειμενικά γνωστό, μόνο με την ύπαρξη ενός παρατηρητή, ο οποίος όμως επεμβαίνει (αναγκαστικά, με την παρουσία του) στην κατάσταση του χώρου. Οι ανακαλύψεις αυτές βοήθησαν τον Jung να καταλάβει διαισθητικά ότι ύλη και συνείδηση συνδέονται με ουσιώδη τρόπο, σαν δυο συμπληρωματικές όψεις μιας ενοποιημένης πραγματικότητας.

Αλλά και πολύ πριν τον Jung, άλλοι διανοούμενοι και επιστήμονες είχαν διατυπώσει θέσεις που συνέδεαν αλληλεπιδραστικά την ύλη και τη συνείδηση. Ο ιστορικός Arthur Koestler μιλούσε για τη χωρητικότητα της ανθρώπινης ψυχής σαν “ένα κοσμικό αντηχείο”. Παρόμοιες απόψεις είχαν ο Kepler και ο Pico della Mirandola. Ο Koestler γράφει επίσης στο έργο του “The Roots of Coincidence” (“Ρίζες της Σύμπτωσης”) για μία “θεμελιώδη ενότητα των πραγμάτων”, που υπερβαίνει τη μηχανική αιτιότητα.

Η έννοια ενός πνευματικού μικρόκοσμου που αντανακλούσε συμπαντικά πρότυπα και που ο Leibnitz αποκαλούσε “μονάδα”, βασίζονταν στην ιδέα ότι το άτομο και το σύμπαν αλληλεπιδρούν εξαιτίας μιας προ-εγκαθιδρυμένης αρμονίας. Αλλά και για τον Schopenhauer, τα πάντα ήταν “αλληλοεξαρτώμενα και συγχρονισμένα με όμοιο τρόπο.”

Ο Koestler έδωσε παραδείγματα ενοποίησης και αλληλεπίδρασης μέσα απ’ την ίδια την εξέλιξη της επιστήμης, καθώς οι διάφοροι τομείς της φυσικής συνδυάστηκαν ή συγχωνεύτηκαν, στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα: π.χ. ο ηλεκτρισμός και μαγνητισμός συγχωνεύτηκαν στην ηλεκτρομαγνητική θεωρία, ενώ τα Η/Μ κύματα συνδέθηκαν με μια σειρά φαινομένων, όπως το φως, το χρώμα, τη θερμική ακτινοβολία και τα ερτζιανά κύματα.

Η Χημεία αγκαλιάστηκε απ’ την Ατομική Φυσική. Ο έλεγχος του σώματος απ’ τα νεύρα και τους αδένες, συνδέθηκε με ηλεκτροχημικές διεργασίες, ενώ τα άτομα διαιρέθηκαν στα “δομικά στοιχεία” των πρωτονίων, των ηλεκτρονίων και των νετρονίων. Αργότερα, όλα αυτά τα θεμελιώδη σωματίδια, συγκεντρώθηκαν στην έννοια απλών “πακέτων συμπυκνωμένης ενέργειας”.

Σήμερα, όλο και πολλοί οικολόγοι και επιστήμονες κλίνουν προς την άποψη ότι, υπάρχει μια αλληλεξάρτηση, που συνδέει τα πάντα στον κόσμο, με όμοιο τρόπο που οι αρχαίοι μιλούσαν για τη “συμπάθεια” της ζωής.

Παράλληλα στο Πανεπιστήμιο του Ώστιν στο Τέξας, ο νομπελίστας φυσικός Ilya Prigogine μελετάει τον τρόπο που χημικές και άλλου τύπου δομές αναπτύσσουν πρότυπα βγαλμένα απ’ το χάος. Ο Karl Pribram, νευρολόγος στο Πανεπιστήμιο του Stanford, πρότεινε τη θεωρία ότι, ο εγκέφαλος είναι ένα είδος “ολογράμματος”, ένας αναλυτής μοντέλων και συχνοτήτων, που δημιουργεί την “σκληρή” πραγματικότητα, ερμηνεύοντας συχνότητες από μια διάσταση πέρα απ’ το χώρο και το χρόνο. Με άλλα λόγια, ο φυσικός κόσμος που ξέρουμε είναι “ισομορφικός” – δηλαδή όμοιος – με τις διαδικασίες του εγκεφάλου.

Ίσως λοιπόν, μια συμμαχία κβαντικών φυσικών, νευρολόγων, παραψυχολόγων και μυστικιστών να μας δώσει μια νέα και διαφορετική εικόνα του σύμπαντος, μη-αιτιοκρατικού αλλά “συμπαθητικού”, που λειτουργεί πιο πολύ σαν μια μεγάλη σκέψη παρά σαν μια μεγάλη μηχανή, ενοποιώντας ύλη, ενέργεια και συνείδηση.

Μόνο τότε ίσως να ελευθερωθούν τα παραφυσικά φαινόμενα απ’ το στίγμα του “αποκρυφισμού” και να μην αντιμετωπίζονται σαν ενοχλητικά. Στα πλαίσια αυτά, οι αντιλήψεις μας και ο κόσμος μας θα αλλάξουν για πάντα.

ΣΑΡΤΡ: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ

Όταν λέμε (οι υπαρξιστές) “δεν είσαι τίποτ’ άλλο παρά η ζωή σου” αυτό δεν σημαίνει πως ο καλλιτέχνης θα κριθεί αποκλειστικά και μόνο με βάση τα έργα τέχνης που θα έχει κάνει, χίλιοι άλλοι παράγοντες συμβάλλουν το ίδιο για να τον κατατάξουν. Αυτό που θέλουμε να πούμε είναι πως ο άνθρωπος δεν είναι άλλο από μια σειρά εγχειρημάτων, πως είναι το άθροισμα, η οργάνωση, το σύνολο των σχέσεων που συνθέτουν αυτά τα εγχειρήματα.

Ο υπαρξιστής, όταν περιγράφει έναν δειλό, λέει πως ο δειλός αυτός είναι υπεύθυνος για τη δειλία του. Δεν είναι έτσι γιατί τάχα έχει δειλή καρδιά ή δειλούς πνεύμονες ή δειλό εγκέφαλο- δεν είναι έτσι εξαιτίας μιας δειλής φυσιολογικής σύστασης, αλλά γιατί φτιάχτηκε έτσι, δειλός, με τις πράξεις του.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, δειλή ιδιοσυγκρασία υπάρχουν άνθρωποι με νευρική ιδιοσυγκρασία, με “φτωχό αίμα” που λέει ο κόσμος κι υπάρχουν άνθρωποι με πλούσια ιδιοσυγκρασία. Ο άνθρωπος, όμως που συμβαίνει να έχει “φτωχό αίμα” δεν είναι αυτόματα δειλός, γιατί αυτό που συνιστά τη δειλία του είναι η πράξη παραίτησης ή υποταγής που κάνει. Μια ιδιοσυγκρασία δεν είναι πράξη- ο δειλός γίνεται δειλός απ’ τις πράξεις που κάνει. Αυτό που θέλουν οι άνθρωποι είναι να γεννιέται κανείς δειλός ή ήρωας.

Και στο βάθος, οι άνθρωποι αυτό επιθυμούν να σκέφτονται: αν γεννιόμαστε δειλοί, μπορούμε να είμαστε απόλυτα ήσυχοι, αφού έτσι είναι, τίποτα δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε, θα είμαστε δειλοί σ’ όλη μας τη ζωή, ό,τι και να κάνουμε αν, πάλι, συμβεί να γεννηθούμε ήρωες, θα είμαστε το ίδιο ήσυχοι, θα είμαστε ήρωες όλη μας τη ζωή, θα πίνουμε σαν ήρωες, θα τρώμε σαν ήρωες.

Ο υπαρξιστής, όμως, λέει πως ο δειλός δεν γεννιέται αλλά γίνεται δειλός, πως ο ήρωας δεν γεννιέται αλλά γίνεται ήρωας- υπάρχει πάντα μια δυνατότητα για τον δειλό, να πάψει να είναι δειλός και για τον ήρωα, να πάψει να είναι ήρωας. Αυτό που έχει σημασία είναι η ολοκληρωτική στράτευση- μια ιδιαίτερη περίπτωση, μια ιδιαίτερη ενέργεια δεν σε δεσμεύουν ολοκληρωτικά. Έτσι, απαντήσαμε -πιστεύω-σε ορισμένες μομφές που απευθύνονται στον υπαρξισμό. Όπως βλέπετε, δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν φιλοσοφία του εφησυχασμού, αφού προσδιορίζει τον άνθρωπο με βάση τη δράση- ούτε και σαν μια απαισιόδοξη περιγραφή του ανθρώπου μπορεί να θεωρηθεί: δεν υπάρχει πιο αισιόδοξη κοσμοθεωρία, αφού το πεπρωμένο του ανθρώπου το τοποθετεί στα ίδια του τα χέρια, τέλος. Ο υπαρξισμός δεν είναι μια απόπειρα αποθάρρυνσης του ανθρώπου, αφού του λέει πως δεν υπάρχει ελπίδα παρά μόνο στη δράση του και πως το μόνο πράγμα που επιτρέπει στον άνθρωπο να ζει είναι η πράξη.

JEAN-PAUL SARTRE, Ο ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ

Διάσημοι Άθεοι στην αρχαία Αθήνα

Στις Ευμενίδες του Αισχύλου (στ. 151), ο Χορός αποκαλεί τον Ορέστη «άθεον άνδρα», επειδή σκότωσε τη μητέρα του, μολονότι είναι φανερό πως εκείνος δεν αμφιβάλλει για την ύπαρξη των θεών, συνομιλεί μάλιστα με τον Απόλλωνα. Και δεν είναι η μόνη περίπτωση, όπου άθεος χαρακτηρίζεται από τους αρχαίους κι εκείνος που παραβαίνει τους νόμους των θεών ή ασεβεί με κάποιον άλλον τρόπο.

Πρόσωπα που αρνούνται ευθαρσώς την ύπαρξη οποιονδήποτε θεοτήτων, εμφανίζονται στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα. Αποκαλούνται άθεοι, επίθετο που εξακολουθεί να συγχέεται με τον ασεβή, μία κατηγορία που οδήγησε στη φυλακή, στην εξορία, ακόμα και στον θάνατο αρκετούς Αθηναίους δίκαια ή άδικα.

Οι γνωστοί σε εμάς άθεοι της εποχής, που πίστευαν πως οι θεοί είναι επινόηση των ανθρώπων, είναι ο Πρόδικος από την Κέα, ο Κριτίας ο Αθηναίος, ο Διαγόρας ο Μήλιος και ο Κινησίας. Αυτοί, κάτω από την επίδραση της σοφιστικής κίνησης, που έθεσε υπό αμφισβήτηση, όχι μόνο τις καθιερωμένες θρησκευτικές αντιλήψεις, αλλά και την εγκυρότητα του ίδιου του Νόμου και την ύπαρξη των θεών, για πρώτη φορά, είτε υπονοούν είτε απερίφραστα διακηρύττουν ότι θεοί δεν υπάρχουν. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, συμπεριφέρονται με αναίδεια και προβαίνουν σε απρέπειες που προκαλούν την αντιπάθεια των συμπολιτών τους.

Ο Πρόδικος ο Κεῖος ήταν φυσικός φιλόσοφος και Σοφιστής, στενός φίλος του Σωκράτη. Το όνομά του συνδέεται με τον μύθο του Ηρακλή που καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην Αρετή και στην Κακία, αφήγηση που υπήρχε στο έργο του «Ὥραι» και την οποία επανέλαβε πολλές φορές στις διαλέξεις του. Στην εποχή του ήταν διάσημος για δύο πράγματα: την εμμονή του στην ακριβή χρήση των λέξεων και τις αθεϊστικές του αντιλήψεις.

Ο Πρόδικος, εξετάζοντας το θέμα ανθρωπολογικά, ισχυρίστηκε πως ο άνθρωπος επινόησε τις θεότητες, από ευγνωμοσύνη για τα αγαθά που του παρείχε η φύση. Δεν είναι τυχαίο, έλεγε, πως οι αρχαιότεροι θεοί σχετίζονται άμεσα με τη διατροφή, όπως είναι η Δήμητρα ή την απόκτηση ευημερίας, όπως ο Διόνυσος. Και κάθε φορά που αντιλαμβάνονταν την αξία κάποιου πράγματος και τη συνεισφορά του στην επιβίωση και στην πρόοδο, το θεοποιούσαν και γιόρταζαν λατρεύοντάς το. Έτσι έγινε με τον ήλιο, τη σελήνη, τα ποτάμια, τη φωτιά.

Αυτή η ορθολογική ερμηνεία της θρησκευτικότητας του ανθρώπου, ρίχνει φως στο φαινόμενο να ταυτίζεται η ονομασία ενός ωφέλιμου πράγματος με το όνομα του αντίστοιχου θεού, ο οποίος θεωρείται και ο εφευρέτης του πράγματος αυτού (για παράδειγμα, η φωτιά ονομάζεται και Ήφαιστος, το τζάκι Εστία, η Γη ταυτίζεται με τη θεά Γαία). Παράλληλα αντικρούει την ερμηνεία του Δημόκριτου, που ισχυριζόταν πως κίνητρο για την επινόηση των θεών ήταν ο φόβος για τα φαινόμενα της φύσης που απειλούσαν την ανθρώπινη ζωή.

Επόμενος άθεος, ο Κριτίας, ο αριστοκράτης μαθητής του Σωκράτη και συγγενής του Πλάτωνα, που έβλεπε την πίστη στους θεούς ως ένα πολύ αποτελεσματικό, πολιτικό εργαλείο που επινόησαν οι ηγεμόνες για να πειθαναγκάσουν τους υπηκόους τους να είναι πειθαρχημένοι. Η ανάγκη αυτή προέκυψε, υποστηρίζει ο Κριτίας, επειδή η νομοθεσία, μπορεί να απέτρεπε τους κακούς από τη διάπραξη εγκλημάτων φανερά, αλλά εξακολουθούσαν τον άνομο βίο τους όταν κανείς δεν τους έβλεπε. Επινοήθηκαν λοιπόν οι θεοί που τα βλέπουν όλα και πάντα, ώστε να περιοριστεί η παρανομία στα κρυφά.

Το 415 π.Χ κατηγορήθηκε μαζί με τον Αλκιβιάδη για τη βεβήλωση των Ερμών και καταδικάστηκε σε φυλάκιση, ενώ οκτώ χρόνια αργότερα εξορίστηκε. Επέστρεψε το 405 και λίγο μετά εξελέγη μέλος των τριάκοντα τυράννων στην Αθήνα. Με την εξουσία αυτή εξόντωσε τους πολιτικούς του αντιπάλους χωρίς έλεος, άρπαξε περιουσίες συμπολιτών του, ενώ απαγόρευσε στον δάσκαλό του, τον Σωκράτη να διδάσκει. Σκοτώθηκε έναν χρόνο αργότερα, κατά τη διάρκεια της επανάστασης των δημοκρατικών του Θρασύβουλου.

Ο Διαγόρας ο Μήλιος ήταν ποιητής και έγραφε κυρίως διθυράμβους. Αιχμαλωτίστηκε από τους Αθηναίους, όταν κατέλαβαν την Μήλο και ο Δημόκριτος πλήρωσε ένα μεγάλο ποσό για τον ελευθερώσει.

Σχεδόν παντού όπου γίνεται αναφορά σε αυτόν, τον συνοδεύει το επίθετο «άθεος». Μιλούσε περιπαιχτικά και χωρίς κανέναν σεβασμό για τα μυστήρια, αποκαλύπτοντας μάλιστα τα άρρητα των τελετών. Δικάστηκε ερήμην για ασέβεια, την εποχή που οι Αθηναίοι ετοιμάζονταν για τη Σικελική εκστρατεία. Κατά πάσα πιθανότητα είχε αναμειχθεί σε πολιτικές ταραχές, ενέργεια που μαζί με την καταγωγή του από εχθρική για την Αθήνα πόλη, συνέβαλαν στην καταδίκη του. Εκείνος πάντως φρόντισε να εγκαταλείψει εγκαίρως την πόλη και να καταφύγει στην Κόρινθο, όπου και έζησε ως το τέλος της ζωής του.

Στο «Περί της φύσης των θεών» του Κικέρωνα, διασώζεται μία αφήγηση που μας δίνει μία ιδέα για την επιχειρηματολογία του Διαγόρα: Ένας φίλος του προσπαθεί να τον πείσει για την ύπαρξη των θεών, λέγοντάς του ότι υπάρχουν πολλές εικόνες ανθρώπων που σώθηκαν από φουρτούνες, επειδή επικαλέστηκαν τους θεούς. Ο Διαγόρας του απαντά «πουθενά, όμως, δεν υπάρχουν οι εικόνες εκείνων που δεν σώθηκαν».

Ένας λιγότερο γνωστός σε εμάς, αλλά διαβόητος εκείνη την εποχή, ήταν ο Κινησίας (450-390 π.Χ περ.), ένας Αθηναίος ποιητής και μουσικός (πολύ κακός, μάλιστα). Οι πολύ εξεζητημένες χορογραφίες του, οι συγκεχυμένες μελωδίες του, που ο κόσμος δυσκολευόταν να τραγουδήσει, η άσχημη εμφάνισή του και η πρωτότυπη ιδέα του να καταργήσει τα χορικά στις κωμωδίες (με νόμο που πρότεινε και ψηφίστηκε το 400 π.Χ) τον έκαναν αγαπημένο στόχο των κωμικών. Το τελευταίο μάλιστα, του χάρισε το διόλου κολακευτικό επίθετο «χοροκτόνος». Η ίδια η Μουσική, σε μία κωμωδία του Φερεκράτη, τον αποκαλεί «κατάρατο Αττικό» και διαμαρτύρεται γι’ αυτόν στη Δικαιοσύνη.

Αυτός, λοιπόν, ο Κινησίας ήταν μέλος ενός συλλόγου ασεβών, των «κακοδαιμονιστών», οι οποίοι έκαναν οτιδήποτε μπορούσε να προκαλέσει το θρησκευτικό συναίσθημα των Αθηναίων. Η αγαπημένη τους απασχόληση ήταν να οργανώνουν δείπνα τις αποφράδες ημέρες*, κατά τη διάρκεια των οποίων χλεύαζαν τους θεούς και τους νόμους. Ο Λυσίας αναφέρει πως ο Κινησίας ήταν ο δράστης μίας πράξης βεβήλωσης του αγάλματος της Εκάτης (παρόμοια πράξη με εκείνη της κοπής των Ερμών). Δεν γνωρίζουμε τίποτ’ άλλο γι’ αυτόν, εκτός του ότι πέθανε πάμπτωχος.

Όπως μας ενημερώνει ο Θουκυδίδης, οι Αθηναίοι, μετά την φρικτή εμπειρία του Πελοποννησιακού Πολέμου «αποφάσιζαν να χαρούν τη ζωή τους όσο ταχύτερα μπορούσαν, επιδιδόμενοι στις απολαύσεις, διότι θεωρούσαν και τη ζωή και τον πλούτο εξ ίσου εφήμερα, έκριναν ότι δεν υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ ευσεβείας και ασεβείας επειδή κανείς δεν πίστευε πως θα επιζήσει, για να δώσει λόγο για τα εγκλήματά του και τιμωρηθεί γι’ αυτά.» Η γοργή εξάπλωση της ανηθικότητας και της απολίτιστης συμπεριφοράς. οδήγησε τους Αθηναίους να ψηφίσουν την πρόταση του Διοπείθη περί ασεβείας, το 431 π.Χ.

Δεν θα πρέπει, ακόμα, να μας διαφεύγει το γεγονός πως πρόκειται για μία εποχή έντονων πολιτικών ταραχών και συχνά πίσω από την κατηγορία περί ασεβείας, κρύβονταν πολιτικές σκοπιμότητες. Τέτοια ήταν η περίπτωση του Σωκράτη, που ενώ ήταν βαθύτατα θρησκευόμενος, εκτελέστηκε το 399 ως ασεβής.

Κάπως έτσι, μία κοινωνία που ήταν πάντα ανοιχτή στις διαφορετικές απόψεις, που, τις καλές εποχές, διασκέδαζε συζητώντας με τους ξένους επισκέπτες της για άλλους θεούς και άλλα έθιμα, όπως κάθε κοινωνία που αντιμετωπίζει την διάλυση, στρέφεται σε οτιδήποτε μπορεί να προσφέρει ένα στέρεο θεμέλιο για την θεραπεία της. Και αυτή δεν ήταν μία καλή εποχή για αμφισβητήσεις, πόσω μάλλον για προκλήσεις.
---------------------------------
*Αποφράδες ημέρες ήταν οι γρουσούζικες μέρες, συνήθως ημερομηνίες κατά τις οποίες είχαν συμβεί τραγικά γεγονότα. Τις ημέρες αυτές δεν λειτουργούσαν οι δημόσιες υπηρεσίες, δεν διοργανώνονταν εκδηλώσεις πολιτικές ή θρησκευτικές και δεν σταματούσαν οι εμπορικές συναλλαγές. Αποφράς, από την πρόθεση από και το ρήμα φράζω = λέγω, διότι ούτε καν αναφέρονταν σε αυτές.

Αυτός που θα μπει εδώ θα μου κάνει την τιμή, αυτός που δεν θα μπει θα μου προσφέρει ευχαρίστηση

Βασίζουμε την αυτοεκτίμησή μας στην εικόνα που έχουν οι άλλοι για μας, κι αυτό ακριβώς μας καλεί ο Νίτσε να καταπολεμήσουμε με το παράδειγμα του ποιητή. Όποιος δεν εξαρτά την ευτυχία του από την εξωτερική επιδοκιμασία βρίσκεται πάντα στην καλύτερη κατάσταση.

Ωστόσο, τούτος ο μύθος από τον κλασικό των ανεκδότων φωτίζει την αντίθετη θέση: των ανθρώπων εκείνων που νιώθουν να μην τους καταλαβαίνει ο περίγυρός τους και σκέφτονται ότι σε κάποιο άλλο περιβάλλον θα τους εκτιμούσαν.

Διηγείται ότι μια μέρα η κουκουβάγια συνάντησε την τρυγόνα, η οποία τη ρώτησε:

«Πού πας;»
«Μετακομίζω ανατολικά» είπε η κουκουβάγια.
«Γιατί;» ρώτησε η τρυγόνα.
«Στους ανθρώπους εδώ δεν αρέσει η κραυγή μου» αποκρίθηκε η κουκουβάγια. «Γι’ αυτό θέλω να πάω ανατολικά».
«Αν μπορείς να αλλάξεις τη φωνή σου, καλά θα είναι. Αν όμως δεν μπορείς, κι ανατολικά να πας, το ίδιο θα είναι, γιατί ούτε και στους ανθρώπους εκεί θα αρέσεις».

Διαστημικό τηλεσκόπιο Τζέιμς Γουέμπ (James Webb Space Telescope, JWST)

Το διαστημικό τηλεσκόπιο Τζέιμς Γουέμπ (προηγουμένως γνωστό ως Διαστημικό Τηλεσκόπιο Νέας Γενιάς / Next Generation Space Telescope – NGST), αποτελεί εγχείρημα της NASA σε συνεργασία με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διαστήματος και τον Καναδικό Οργανισμό Διαστήματος.

Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του Τζέιμς Ε. Γουέμπ, ο οποίος διετέλεσε δεύτερος διευθυντής στην ιστορία της NASA και είχε κεντρικό ρόλο στο πρόγραμμα Απόλλων.

Η κατασκευή του έχει ολοκληρωθεί και βρίσκεται στο στάδιο δοκιμών, ενώ μετά από συνεχείς αναβολές (Οκτώβριος 2018, Άνοιξη 2019, Μάιος 2020, Μάρτιος 2021, Οκτώβριος 2021) η εκτόξευσή του έχει προγραμματιστεί για τις 18 Δεκεμβρίου του 2021.Το πρόγραμμα για την κατασκευή του τηλεσκοπίου ξεκίνησε το 1996, με τη NASA να είναι επικεφαλής του προγράμματος σε συνεργασία με άλλους διεθνείς διαστημικούς οργανισμούς. Στις 28 Αυγούστου 2019 επιβεβαιώθηκε από τη NASA ότι η κατασκευή του τηλεσκοπίου ολοκληρώθηκε.

Επισκόπηση

Οι δυνατότητες του τηλεσκοπίου κάνουν εφικτές πολλές νέες έρευνες και αναλύσεις στα πεδία της Αστρονομίας και της Κοσμολογίας. Το τηλεσκόπιο θα προσφέρει άνευ προηγουμένου αναλύσεις και λεπτομέρεια από το εύρος του μακρού μήκους κύματος (πορτοκαλί-ερυθρό) του ορατού φωτός, έως το κοντά στο υπέρυθρο με μέσο υπέρυθρο (0,6 με 27 μικρόμετρα).

Σε σύγκριση με το διαστημικό τηλεσκόπιο Χαμπλ του οποίου ο καθρέπτης έχει διάμετρο 2,4 μέτρα, ο καθρέπτης του Τζέιμς Γουέμπ είναι διαστάσεων 6,5 μέτρων και αποτελείται από επιμέρους τμήματα, ενώ το τηλεσκόπιο θα βρίσκεται σε μακρινή απόσταση από τη Γη (1,5 εκατομμύρια χιλιόμετρα) στο σημείο Λαγκράνζ L2 στην αντίθετη κατεύθυνση από τον Ήλιο, τοποθεσία όπου θα φτάσει σε ένα μήνα μετά την εκτόξευση του.

Διαθέτει επίσης μια μεγάλη ηλιακή ασπίδα ώστε να διατηρεί τον καθρέπτη του και τα επιστημονικά του όργανα σε θερμοκρασίες κάτω από τους -220 βαθμούς κελσίου.

Ένας από τους στόχους του τηλεσκοπίου, είναι η παρατήρηση μερικών από τα πιο μακρινά συμβάντα και αντικείμενα στο σύμπαν, όπως ο σχηματισμός των πρώτων γαλαξιών, κάτι που τα παλαιότερα επίγεια και διαστημικά όργανα μέτρησης δεν έχουν τη δυνατότητα. Ένας άλλος στόχος είναι η κατανόηση του σχηματισμού των αστέρων και των πλανητών, κάτι που συμπεριλαμβάνει και απευθείας απεικόνιση εξωπλανητών.

Η ΝΑΣΑ περιέγραψε το Τζέιμς Γουέμπ ως τον επιστημονικό διάδοχο του τηλεσκοπίου Χαμπλ, αλλά όχι ως αντικαταστάτη, καθώς οι δυνατότητες των δύο τηλεσκοπίων δεν είναι ίδιες. Το Τζέιμς Γουέμπ έχει τη δυνατότητα να ανιχνεύσει αντικείμενα με υψηλές τιμές μετατόπισης προς το ερυθρό, κάτι που σημαίνει πως μπορεί να δει πολύ παλαιότερα και πολύ πιο απομακρυσμένα αντικείμενα.Η επιχειρησιακή λειτουργία του Χαμπλ επεκτάθηκε για το διάστημα που θα απαιτηθεί, ώστε το Τζέιμς Γουέμπ να είναι έτοιμο. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, ο σχεδιασμός του νέου τηλεσκοπίου άλλαξε έτσι ώστε να είναι ικανό να συλλέγει φωτογραφίες με μεγαλύτερο βάθος στο υπέρυθρο από ότι το Χαμπλ, και να υπερβαίνει τις δυνατότητες τόσο του Διαστημικού Παρατηρητηρίου Υπερύθρων όσο και του Διαστημικού Τηλεσκοπίου Σπίτζερ.

Τα Θεμέλια της Σταθερής Ευτυχίας

Ο Αριστοτέλης και τα θεμέλια της σταθερής ευτυχίας

Η παράμετρος που θέτει ο Αριστοτέλης για την κατάκτηση ή όχι της ευτυχίας είναι ο χρόνος. Δε φτάνει να νιώσει κανείς ευτυχία για να πούμε ότι είναι ευτυχισμένος. Πρέπει η ευτυχία να έχει σταθερότητα, να έχει δηλαδή διάρκεια: «Ένα, πράγματι, μόνο χελιδόνι δεν κάνει την άνοιξη, ούτε και μια μόνο μέρα· έτσι ακριβώς δε φτάνει να κάνει ευτυχισμένο και ευδαίμονα τον άνθρωπο μια μόνο μέρα ή μια μικρή περίοδος χρόνου». (1098a 7, 21-23).

Οι περιστασιακές στιγμές ευφορίας δεν πρέπει να συγχέονται με την ευτυχία, καθώς, σε τελική ανάλυση, δεν την εξασφαλίζουν. Η ευτυχία, ως έννοια βαθύτερη από κάθε παροδική χαρά, δεν μπορεί παρά να συνδέεται με την καθημερινότητα. Αυτό που λέμε ευτυχισμένη ζωή αφορά την εκπλήρωση εκείνων των προϋποθέσεων, που δίνουν στον άνθρωπο ικανοποίηση από την ίδια την κανονικότητά τους. Ένας τέτοιος άνθρωπος δε χρειάζεται κάποιο μεγάλο γεγονός για να νιώσει χαρά (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάτι τέτοιο δε θα ήταν ευπρόσδεκτο ή ότι δε θα είναι σε θέση να το εκτιμήσει), αφού η ίδια η ζωή του είναι η πηγή της χαράς. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για το ακλόνητο της αταραξίας, που μπορεί να έχει ακόμη και θρησκευτικό υπόβαθρο, αλλά για την εύρεση της ισορροπίας που εναρμονίζει τον εαυτό με το περιβάλλον.

Οι προσπάθειες του ανθρώπου να βρει ευτυχία μέσω των πρόσκαιρων απολαύσεων είναι καταδικασμένες σε αποτυχία, αφού το εφήμερο (για να μην πούμε το στιγμιαίο) είναι αδύνατο να προσφέρει τη σταθερότητα. Το δυστυχισμένο παιδί δεν μπορεί να γίνει ευτυχισμένο, ακόμη κι αν του προσφερθεί το μεγαλύτερο παγωτό του κόσμου. Ομοίως, ένα παιδί που λαμβάνει καθημερινά το ίδιο εξαίσιο παγωτό, δεν είναι βέβαιο ότι ευτυχεί. Η προσωρινή χαρά έχει αξία μόνο όταν συνδυάζεται με εκείνες τις συνθήκες που εξασφαλίζουν την ευτυχία, αλλιώς είναι περιστασιακή ανακούφιση. Κι αυτή ακριβώς είναι η σύγχυση του ανθρώπου, που αντιλαμβάνεται τις εφήμερες ηδονές σαν κλειδί για την ευδαιμονία. Η θεοποίηση του χρήματος, που μετατρέπει τα πάντα σε κατανάλωση, καταδεικνύει ακριβώς αυτό. Η ευτυχία όμως, δεν είναι καταναλωτικό αγαθό κι ως εκ τούτου δεν αγοράζεται.

Βεβαίως, ο Αριστοτέλης δεν υποτιμά καθόλου τα υλικά αγαθά. Η επάρκειά τους κρίνεται απαραίτητη για να οδηγηθεί κανείς την ευτυχία. Γι’ αυτό και κάνει λόγο για αυτάρκεια. Δεν είναι όμως αυτοσκοπός, είναι το μέσο. Με άλλα λόγια, η υλική επάρκεια δε σηματοδοτεί την εξασφάλιση της ευτυχίας, αλλά την κάλυψη των αναγκών, δηλαδή την προϋπόθεση, ώστε να μπορέσει κανείς να φτάσει στην ευτυχία, η οποία εν τέλει αφορά την ψυχή: «Με τα αγαθά, λοιπόν, να έχουν χωριστεί σε τρεις κατηγορίες, δηλαδή στα λεγόμενα εξωτερικά, σ’ αυτά που σχετίζονται με την ψυχή και σ’ αυτά που σχετίζονται με το σώμα, ονομάζουμε όλοι κατεξοχήν αγαθά – αγαθά στην κυριολεξία – αυτά που σχετίζονται με την ψυχή». (1098b 8, 15-17).

Ευτυχία χωρίς ψυχική συμμετοχή δεν μπορεί να υπάρξει

Κι όταν λέμε ψυχική συμμετοχή εννοούμε τη σύμπλευση της λογικής με το συναίσθημα. Η άρνηση της λογικής για χάρη μιας παρόρμησης, αν γίνεται επανειλημμένα (σε βαθμό που να θεωρείται μια μόνιμη κατάσταση), δεν καταδεικνύει τη συναισθηματική ολοκλήρωση αλλά το πάθος. Από την άλλη, η καταπίεση των συναισθημάτων στο όνομα της λογικής αποτελεί μια άλλη μορφή παραλόγου, καθώς δεν υπάρχει τίποτε λογικότερο από το να ικανοποιεί κανείς τα συναισθήματά του. Αυτός είναι ο λόγος που η ψυχή πρέπει να ενεργήσει επιφέροντας την απαραίτητη ισορροπία με την ικανοποίηση των συναισθημάτων και τη χαλιναγώγηση των παθών.

Η εξισορρόπηση αυτών είναι που θα κάνει τον άνθρωπο να προβαίνει στις σωστές ενέργειες εξασφαλίζοντας την ευζωία, επιφέροντας δηλαδή την προσωπική ολοκλήρωση: «… το τέλος το ταυτίζουμε με κάποιες πράξεις και κάποιες ενέργειες· γιατί έτσι το τέλος παίρνει θέση μεταξύ των αγαθών που σχετίζονται με την ψυχή και όχι μεταξύ των εξωτερικών αγαθών. Με τον ορισμό μας συνάδει και η πίστη ότι ο ευδαίμων άνθρωπος ζει καλά και πράττει καλά – δεν το είπαμε πράγματι κάπως έτσι, ότι η ευδαιμονία είναι ευζωία και ευ-πραξία;» (1098b 8,22-25).

Όμως, η χαλιναγώγηση των παθών δεν είναι παρά η πραγμάτωση της αρετής. Το πάθος για το χρήμα, ο άκρατος εγωισμός, η δίψα για εξουσία, η εμμονή στις ηδονές που η εκπλήρωσή τους προϋποθέτει την καταπίεση του άλλου, είναι τα κίνητρα που αντιμάχονται στην αρετή. Η παράδοση του ανθρώπου σ’ αυτά είναι η κατάλυση της ψυχικής ισορροπίας, αφού η συναισθηματική παρόρμηση της πρόσκαιρης ικανοποίησης υπερβαίνει τη σταθερότητα της ψυχικής γαλήνης που απαιτεί η ευτυχία. Σε τελική ανάλυση, όλα αυτά δεν είναι παρά η υπερβολή που διαλύει τη μεσότητα. Και η υπερβολή δε συμπλέει με τη λογική. Ούτε είναι γνώρισμα του σώφρονα ανθρώπου.

Σχεδόν μαθηματικά οι άνθρωποι που υποκύπτουν σε τέτοια πάθη δεν ευτυχούν. Η γνώση της απόρριψης από τους άλλους, ακόμη κι αν κανείς δεν το εκφράζει ανοιχτά, η καχυποψία, η αρρωστημένη ανταγωνιστικότητα, το επιφανειακό των σχέσεων, ο φθόνος για τις επιτυχίες του άλλου, η τάση επίδειξης, η άρνηση της αυτογνωσίας και η τελική ανασφάλεια (που μοιραία επέρχεται) καταλύουν κάθε έννοια ισορροπίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ευτυχία αντικαθίσταται από την απατηλή ανακούφιση των υλικών απολαύσεων. Όμως, η αντικατάσταση δεν είναι αποκατάσταση – πολύ περισσότερο εκπλήρωση.

Για να φτάσουμε και πάλι στο συμπέρασμα ότι η ψυχή πρέπει να ενεργήσει, ώστε να τεθούν οι σωστές προτεραιότητες, προκειμένου να νιώθει κανείς χαρά με τα πράγματα που αξίζουν στ’ αλήθεια: «Όπως στην Ολυμπία το στεφάνι της νίκης το κερδίζουν όχι οι πιο όμορφοι και οι πιο ρωμαλέοι αλλά αυτοί που συμμετέχουν στους αγώνες (γιατί κάποιοι από αυτούς είναι που αναδεικνύονται νικητές), έτσι και τα ωραία και τα καλά της ζωής τα κερδίζουν αυτοί που ενεργούν σωστά». (1099a 8, 4-8).

Και ενεργούν σωστά όσοι κινούνται σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρετής: «Με αυτούς λοιπόν που ταυτίζουν την ευδαιμονία με την αρετή ή με κάποια αρετή ο ορισμός μας βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία· στην αρετή έχει, πράγματι, την αρχή της η ενάρετη ενέργεια». (1098b 8, 35-38).

Αφού καταδειχθεί ότι η σωστή πράξη είναι αυτή που διέπεται από την αρετή, αυτό που μένει είναι η διασφάλιση της ταυτόχρονης συναισθηματικής ικανοποίησης, για την επίτευξη της πληρότητας που θα επέλθει από τη σύζευξη λογικής και συναισθήματος. Και η συναισθηματική ικανοποίηση σχετίζεται με την εκπλήρωση αυτών που αγαπάει ο καθένας: «στον κάθε άνθρωπο ευχάριστο είναι αυτό που αγαπάει: το άλογο σ’ αυτόν που αγαπάει τα άλογα, το θέαμα σ’ αυτόν που αγαπάει τα θεάματα· με τον ίδιο τρόπο οι δίκαιες πράξεις σ’ αυτόν που αγαπάει τη δικαιοσύνη, και, γενικά, οι ενάρετες πράξεις σ’ αυτόν που αγαπάει την αρετή». (1099a 8, 10-13). Κι ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει καταδεικνύοντας την προβληματική που αποπροσανατολίζει τους περισσότερους ανθρώπους: «Στην πλειονότητα των ανθρώπων τα ευχάριστα γι’ αυτούς πράγματα βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους για το λόγο ότι δεν είναι ευχάριστα από τη φύση τους». (1099a 8, 13-14).

Και βέβαια, ευχάριστα από τη φύση τους είναι αυτά που υπηρετούν την αρετή. Κάθε προσπάθεια αποσύνδεσης του ευχάριστου από την αρετή δεν είναι παρά η σύγχυση ανάμεσα στην πράξη και τα αποτελέσματά της. Γιατί η διάπραξη ενός αδικήματος είναι αδύνατο να θεωρείται ευχάριστη. Ευχάριστα μπορεί να είναι τα αποτελέσματα μετά από αυτήν, επειδή προφανώς θα επιτευχθούν οικονομικά ή οποιαδήποτε άλλα οφέλη. Με άλλα λόγια, το ότι μπορεί κάποιος να νιώσει ευχαρίστηση από τα αποτελέσματα μιας αδικίας δε σημαίνει ότι είναι ευχάριστη η καθαυτή διάπραξή της. Αυτός που νιώθει ευχαρίστηση πράττοντας το κακό, αυτός δηλαδή που το κάνει γιατί αντλεί ηδονή κάνοντάς το είναι προφανώς διαταραγμένος.

Ο Αριστοτέλης θέτει το ζήτημα αντίστροφα: «… σ’ αυτά που είπαμε πρέπει να προσθέσουμε και τούτο: ο άνθρωπος που δε βρίσκει ευχαρίστηση στις ωραίες πράξεις δεν είναι καν ένας καλός άνθρωπος. Ποιος θα ονόμαζε δίκαιο έναν άνθρωπο που δε βρίσκει ευχαρίστηση στις δίκαιες πράξεις, ή ελευθέριο έναν άνθρωπο που δε βρίσκει ευχαρίστηση στις ελευθέριες πράξεις, κοκ;» (1099a 8, 19-23).

Με άλλα λόγια, για τον Αριστοτέλη το συναίσθημα της ευχαρίστησης είναι απολύτως καθοριστικό για το χαρακτήρα των ανθρώπων. Δε φτάνει κάποιος να μην διαπράττει αδικίες για να είναι δίκαιος. Πρέπει να νιώθει χαρά από τις δίκαιες πράξεις. Θα έλεγε κανείς ότι τα συναισθήματα είναι καθοριστικότερα από τις συμπεριφορές. Αυτός που δε νιώθει ευχαρίστηση από τις αρχές του δικαίου δεν είναι δίκαιος ασχέτως αν τελικά τις τηρεί. Ο καλός άνθρωπος νιώθει χαρά από τις ωραίες πράξεις. Αν δεν το κάνει, δεν είναι καλός. Τελικά το τι είναι κάποιος καταδεικνύεται περισσότερο απ’ αυτά που νιώθει παρά απ’ αυτά που κάνει.

Το συναίσθημα είναι το επιστέγασμα της διαμόρφωσης του καθενός. Εφόσον η χαρά προέρχεται απ’ αυτά που αγαπάμε, τότε είναι προφανές ότι αυτά που αγαπάμε θα τα επιδιώκουμε κι αυτά που δεν αγαπάμε όχι. Με δυο λόγια, αυτός που δε νιώθει χαρά από τις δίκαιες πράξεις, είναι αυτός που εν τέλει δεν αγαπά τις δίκαιες πράξεις. Κι επειδή τελικά το συναίσθημα είναι το κριτήριο που θα διαμορφώσει την ανθρώπινη συμπεριφορά, αυτός που δεν αγαπά τις δίκαιες πράξεις, όσο κι αν συγκρατείται υπακούοντας στα όριά τους, όταν του δοθεί η ευκαιρία θα παραβιάσει το πνεύμα τους.

Η αρετή δεν μπορεί να επιβληθεί με το ζόρι

Πρέπει κανείς να τη θέλει. Πρέπει, δηλαδή, να νιώθει χαρά πραγματώνοντάς την: «Αν έτσι έχει το πράγμα, τότε οι πράξεις της αρετής θα πρέπει, σκέφτομαι, να είναι ευχάριστες καθεαυτές, μαζί όμως και καλές και ωραίες· έχουν μάλιστα την καθεμιά από τις ιδιότητες αυτές στον ύψιστο βαθμό, αν και είναι αλήθεια ότι ο ενάρετος άνθρωπος είναι καλός κριτής γι’ αυτές τις ιδιότητες – πραγματικά, η κρίση του είναι αυτή που περιγράψαμε». (1099a 8, 24-27).

Η επίκληση της ορθής κρίσης είναι μία ακόμη αναφορά στη λογική. Ο ενάρετος άνθρωπος, ως κάτοχος της ορθής κρίσης, συμπεριφέρεται λογικά και χαίρεται μ’ αυτά που αρμόζουν στην αρετή. Πετυχαίνει δηλαδή της σύμπλευση λογικής και συναισθήματος στην κατεύθυνση της αρετής. Κι αυτός είναι ο λόγος που θα κατακτήσει την ευδαιμονία: «Στους ανθρώπους που αγαπούν το ωραίο ευχάριστα είναι αυτά που είναι ευχάριστα από τη φύση τους· τέτοιες είναι οι πράξεις της αρετής· έτσι και σ’ αυτούς τους ανθρώπους είναι ευχάριστες και είναι και καθεαυτές ευχάριστες. Δεν τη χρειάζεται λοιπόν η ζωή αυτών των ανθρώπων την ευχαρίστηση σαν ένα είδος πρόσθετου κοσμήματος· αντίθετα, την έχει μέσα της». (1099a 8, 15-19).

Ο ενάρετος άνθρωπος βιώνοντας την απόλυτη ισορροπία έχει τη χαρά μέσα του. Και δεν υπάρχει σταθερότερη συνθήκη από αυτή. Οι κοινωνίες που απαξιώνουν την αρετή στο όνομα της πρόσκαιρης επιδίωξης έχουν οριστικά χάσει τον προσανατολισμό τους. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον τα σχετικά με την αρετή φαντάζουν αφέλειες. Κι αυτή είναι η επισφράγιση της αποτυχίας. Αυτό που μένει είναι ο ωφελιμισμός, η ατομικότητα και η χρησιμοθηρική οπτική για τα πάντα. Τα κοινωνικά πρότυπα αυτού του είδους είναι η εσφαλμένη κατεύθυνση που βαφτίζεται πνεύμα των καιρών. Η συνύπαρξη καθίσταται ολοένα και πιο προβληματική. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι πολύ δύσκολο να μιλάμε για ευτυχία.

Παρακολουθώντας την πορεία της ανθρωπότητας είναι μάλλον αδύνατο να βρει κανείς την επικράτηση της αρετής, με τον τρόπο τουλάχιστον που την εννοεί ο Αριστοτέλης. Η βία, το κυνήγι του πλούτου, το συμφέρον και η μάχη της εξουσίας ήταν πάντοτε οι βασικότερες επιδιώξεις του ανθρώπου. Οι νόμοι της ιστορίας ήταν και παραμένουν σκληροί. Το ζήτημα της συνύπαρξης φαίνεται ακόμη μετέωρο. Κι αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα του ανθρώπου που παραμένει ανεκπλήρωτο. Θα έλεγε κανείς ότι αυτή είναι η ουσία του πολιτισμού. Να εξανθρωπίσει τον άνθρωπο, δηλαδή να πετύχει την πραγμάτωση της αρετής.

Ο άνθρωπος όσο και να λέει ότι παλεύει για το δίκαιο ή την ελευθερία ή την ισότητα ή τα δικαιώματα των συνανθρώπων του κλπ, δε φαίνεται να το εννοεί. Ο Αριστοτέλης θα έλεγε ότι δεν τα αγαπάει πραγματικά. Δεν βρίσκει αληθινή χαρά σ’ αυτά. Σε τελική ανάλυση δεν έχει καταλάβει ότι η ευτυχία είναι υπόθεση συλλογική. Θεωρεί ότι η ευτυχία των άλλων είναι αδιάφορη, ίσως και αντίπαλη με τη δική του. Όμως η κατάκτηση της αρετής ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση της ευτυχίας αποδεικνύει το αντίθετο, αφού η αρετή ολοκληρώνει τον εαυτό μέσα από το σεβασμό του άλλου. Ο δίκαιος δε θέλει να αδικείται ούτε ο ίδιος ούτε και οι άλλοι. Κι αυτός είναι ο ορισμός της κοινωνικής ισορροπίας. Η ατομική οπτική δεν μπορεί παρά να δράσει συγκρουσιακά. Να αναδείξει τον κακώς εννοούμενο ανταγωνισμό. Να επιλέγει την πολεμική από τη σύμπραξη. Προφανώς ο άνθρωπος χρειάζεται κι άλλο χρόνο. Ας είμαστε αισιόδοξοι.

Αυτό που μένει είναι το τελικό συμπέρασμα του Αριστοτέλη για την ευτυχία: «Συμπέρασμα: Η ευδαιμονία είναι το υπέρτατο αγαθό, και μαζί ό,τι πιο ωραίο και ό,τι πιο ευχάριστο: οι τρεις αυτές ιδιότητες δεν πρέπει να χωρίζονται με τον τρόπο που αυτό γίνεται στην επιγραφή της Δήλου:

Το δικαιότερο είναι το πιο όμορφο, η υγεία το καλύτερο·

Το πιο ευχάριστο απ’ όλα νά ‘χει κανείς ό,τι αγαπά·

Ο λόγος είναι ότι όλες αυτές οι ιδιότητες συνυπάρχουν στις άριστες ενέργειες – αυτές, ή μία από αυτές, η καλύτερη, λέμε πως είναι η ευδαιμονία». (1099a 8, 27-34).

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ο Λαϊκισμός και η πολιτική της φτηνής σαρδέλας

Η ιστορία είναι παλιά, αλλά οι τακτικές και τα επιχειρήματα δεν έχουν αλλάξει και τόσο. Αντικαταστήστε τον πόλεμο με τα μνημόνια, αλλάξτε τα ονόματα και απολαύστε υπεύθυνα.

Μετά τον θάνατο του Περικλή, στην πολιτική σκηνή της Αθήνας επικρατεί ένας βυρσοδέψης που εμφανιζόταν ατημέλητος στην Εκκλησία του Δήμου, ούρλιαζε, έβριζε και καυγάδιζε με το παραμικρό. Τα δημαγωγικά του τερτίπια τα σατιρίζει συχνά ο Αριστοφάνης στα έργα του και φαίνεται πως οι Αθηναίοι, όπως κι εμείς σήμερα, διασκέδαζαν πολύ με τη διακωμώδηση εκείνου που οι ίδιοι είχαν ψηφίσει στρατηγό.

Ο Κλέων, ο πιο διάσημος δημαγωγός της αρχαιότητας, είναι ο Παφλαγόνας στην κωμωδία «Ιππής», που διδάχτηκε το 424 π.Χ (τον έβδομο χρόνο του Πελοποννησιακού Πολέμου) και πήρε το πρώτο βραβείο στα Λήναια.

Οι πολιτικοί Δημοσθένης και Νικίας θέλουν να ξεφορτωθούν τον Παφλαγόνα – Κλέωνα, ώστε να τον αντικαταστήσουν με κάποιον καταλληλότερο. Αλλά ποιος μπορεί να τον ανταγωνιστεί σε λαϊκισμό και να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Δήμου;

Πώς γίνεται κάποιος λαοφιλής

Ο κλήρος πέφτει σ’ έναν τυχαίο, φτωχό κι αγράμματο αλλαντοπώλη, τον οποίο προσπαθούν να πείσουν ότι είναι κατάλληλος να κυβερνήσει.

«Σπουδαίος θα γίνεις ακριβώς επειδή είσαι άνθρωπος της αγοράς, θρασύς και πονηρός», του λένε. «Πολιτικός ηγέτης δεν γίνεται ούτε ο μορφωμένος ούτε ο έντιμος, αλλά ο άτιμος και αγράμματος». Μα εκείνος διστάζει.

«Και πώς θα καταφέρω να εξουσιάσω τον λαό;»

«Χαρά στο πράγμα! Κάνε ό,τι κάνεις και τώρα· ανακάτευε και συντάραζε όλες τις υποθέσεις της πόλης, όπως κάνεις με τ’ αλλαντικά σου, και να παίρνεις πάντα με το μέρος σου τον λαό γλυκαίνοντάς τον με λόγια καλά μαγειρεμένα... Βάλε τώρα στεφάνι στο κεφάλι σου και κάνε σπονδή στον Κοάλεμο, τον θεό των ηλιθίων».

Έχοντας έτοιμο τον διάδοχο, οι δύο πολιτικοί με τη συμπαράσταση των Ιππέων (αξιωματικοί της ανώτερης τάξης) και των νοικοκυραίων της μεσαίας τάξης, επιτίθενται στον Παφλαγόνα, τον «πανούργο, τον φορομπήχτη τον αχόρταγο, τη Χάρυβδη της αρπαγής».

Κι από εκεί αρχίζει ένας καταπληκτικός «πολιτικός διάλογος», από αυτούς που ηχούν τόσο οικείοι στ’ αυτιά μας μέχρι σήμερα.

Πρώτος γύρος: Συκοφαντία

«Θα τον μηνύσω αυτόν τον αλλαντοπώλη», ουρλιάζει ο Παφλαγόνας, «και θα ισχυριστώ πως τροφοδοτεί παράνομα τα πλοία των Πελοποννησίων».

«Κι εγώ θα πω πως έμπαινε με άδεια την κοιλιά στο πρυτανείο κι έβγαινε φουσκωμένος», υπονοώντας πως έκλεβε τις προμήθειες.

«Τρεις φορές πιο δυνατά από σένα θα φωνάζω»

«Θα σε διαβάλω, αν σε ψηφίσουν στρατηγό»

«Αν πεις κιχ, θα σε κομματιάσω».

«Στις απάτες των άλλων χώνεις τη μύτη σου; Εγώ θα σε καταγγείλω στους πρυτάνεις πως οι κοιλιές που έχεις και πουλάς για τις θυσίες είναι αφορολόγητες».

Δεύτερος γύρος: Παροχές

Το μαλλιοτράβηγμα συνεχίζεται στο βουλευτήριο. Ο πονηρός αλλαντοπώλης αποκαλύπτει τάχα ένα σπουδαίο μυστικό και εντυπωσιάζει τους βουλευτές, οι οποίοι τον στεφανώνουν για την καλή είδηση:

«Από την αρχή του πολέμου ποτέ δεν κυκλοφορούσε τόσο φτηνή σαρδέλα στην αγορά. Πάρτε όσα αγγεία βρείτε και τρέξτε να τα γεμίσετε, να επωφεληθείτε από τις χαμηλές τιμές».

Ο Κλέων αντεπιτίθεται άμεσα προτείνοντας: «Θα πρέπει για την καλή είδηση που λάβαμε να σφάξουμε εκατό βόδια στη θεά». Το πλήθος επιδοκιμάζει και ο αλλαντοπώλης πλειοδοτεί με θυσία διακοσίων βοδιών στην Αθηνά και χίλια ερίφια στη θεά Άρτεμη, κερδίζοντας και πάλι την εύνοια των βουλευτών.

Ο Κλέων παίζει τότε το τελευταίο του χαρτί, ενώ ήδη τον τραβούν να τον πετάξουν έξω απ’ το βουλευτήριο: «Σταθείτε ν’ ακούσετε πρώτα τον κήρυκα που ήρθε από τη Σπάρτη και ζητά ειρήνη».

Αυτή ήταν πράγματι μια εντυπωσιακή κίνηση, εφόσον ο Κλέων έως τώρα ήταν φανατικός οπαδός του πολέμου! Αλίμονο, όμως· ήταν πια αργά. «Τώρα ειρήνη; Είναι που έμαθαν, καταραμένε, πως έχουμε φτηνές σαρδέλες. Δεν θέλουμε ειρήνη. Άσε τον πόλεμο να σούρνεται», του φώναξαν οι ακροατές κι έτρεξαν όλοι στην αγορά να προλάβουν τις φτηνές σαρδέλες.

Κι ο πονηρός αλλαντοπώλης, μοιράζει δωρεάν χορταρικά για να τις συνοδεύσουν, καυχώμενος πως κέρδισε ολόκληρη τη βουλή με έναν οβολό. Όσο του κόστισαν τα χορταρικά!

Τρίτος γύρος: Κολακεία

Ο Κλέων βράζει πλέον από τον θυμό του, που χάνει από έναν τυχάρπαστο και ζητά να κριθούν απευθείας από τον λαό. «Κανείς δεν κοροϊδεύει τον λαό καλύτερα από εμένα. Γιατί εγώ έχω την ικανότητα να τον κάνω να απλώνει και να μαζεύεται».

Λαός είναι στο έργο ο γέρο – Δήμος.

«Ὦ Δημίδιον, φίλτατον!» αναφωνεί ο Κλέων. «Αγαπημένε μου λαουτζίκο, έλα έξω να δεις τι τραβάω για σένα. Με χτυπούν, επειδή σ’ αγαπώ κι είμαι μαζί σου ερωτευμένος, λαέ μου».

«Κι εγώ σ’ αγαπώ, λαέ μου», πετάγεται ο άλλος, «και θέλω να σε ωφελήσω, αλλά αυτός εδώ δεν με αφήνει».

«Ποιος θα σ’ αγαπήσει πιο πολύ από μένα, λαέ μου; Εγώ, όταν έγινα βουλευτής, μάζεψα τόσα χρήματα για σένα, αδιαφορώντας που άλλους τους έπνιξα, άλλους τους κρέμασα και από άλλους πήρα δανεικά, γιατί ήξερα πως αυτό σου αρέσει».

Ο αλλαντοπώλης ξεσπαθώνει: «Χαρά στο πράγμα! Αυτό θα το κάνω κι εγώ, λαέ μου. Θ’ αρπάξω τα ξένα ψωμιά και θα τ’ αραδιάσω μπροστά σου. Αλλά, θα σου αποδείξω πως αυτός καθόλου δεν σε αγαπά και δεν θέλει το καλό σου, παρά μόνο να απολαμβάνει τη θαλπωρή σου. Βλέπεις, καθόλου δεν τον νοιάζει που έχει εσένα, που πολέμησες γενναία στον Μαραθώνα για την πατρίδα σου, να κάθεσαι πάνω στα σκληρά βράχια. Εγώ, όμως; Κοίτα τι σου φέρνω! Έλα, σήκω να κάτσεις στο μαξιλάρι που σου’ ραψα, μην τυχόν χαλάσεις ό, τι είχες στη Σαλαμίνα».

Ο λαός εκστασιάζεται με τη φιλολαϊκή αυτή πράξη του αγνώστου, αλλά ο Κλέων του υπενθυμίζει πως κάθε θυσία αξίζει προκειμένου να γίνει η Αθήνα κυρίαρχος όλης της Ελλάδας. Έως τότε «εγώ θα τους συντηρώ μέχρι να’ ρθει εκείνη η μέρα, εγώ θα τους παρέχω μισθό με θεμιτούς κι αθέμιτους τρόπους», ξεφωνίζει.

«Οκτώ χρόνια τους βλέπεις να δυστυχούν και δεν σου καίγεται καρφί», λέει ο αλλαντοπώλης. «Πετάς έξω με τις κλωτσιές όποιον απεσταλμένο του εχθρού κάνει λόγο για ειρήνη, γιατί ξέρεις πως, αν τελειώσει ο πόλεμος και ο κόσμος ζήσει κανονικά, θα καταλάβει τι του έκανες τόσα χρόνια και δεν θα σε ξαναψηφίσει ποτέ. Γι’ αυτό τους κρατάς σε τούτες τις άθλιες συνθήκες, αποσβολωμένους από την ανάγκη».

Ο αλλαντοπώλης συγκινεί και πάλι τον Δήμο προσφέροντας τα σανδάλια και τον χιτώνα του. Ο Κλέων τότε υπόσχεται πως θα δώσει στον λαό μισθό, χωρίς να χρειάζεται να δουλεύει. Απλώς θα τον ρουφάει από μια κούπα.

Οι προσφορές συνεχίζονται, η μία γελοιότερη από την άλλη με αποκορύφωμα την υπόσχεση του Κλέωνα να τους αφαιρέσει τις άσπρες τρίχες, για να τους ξανακάνει νέους.

Ο σοφός λαός

Όταν ο χορός των ιππέων κατηγορεί τον Δήμο πως παρασύρεται εύκολα και χάφτει ό, τι του σερβίρει ο καθένας με ωραία λόγια, εκείνος αντιδρά:

«Δεν έχετε ίχνος μυαλού κάτω απ’ τα μαλλιά σας, αν νομίζεται ότι εγώ είμαι απερίσκεπτος. Θέλω και κάνω τον χαζό, γιατί μου αρέσει να μασουλάω όλη μέρα και κλέβοντας να συντηρώ έναν προστάτη. Κι όταν αυτός σκάσει απ’ τη μάσα, τον εξοντώνω. Σκεφτείτε αν σοφά τους διαχειρίζομαι, αυτούς εδώ που φαντάζονται πως είναι ξύπνιοι και με δουλεύουν. Γιατί, ενώ κάνω τα στραβά μάτια όταν κλέβουν, προσεκτικά τους παρατηρώ κι έπειτα τους αναγκάζω να ξεράσουν όσα έκλεψαν»

Οι δύο αντίπαλοι διαμαρτύρονται.

«Εγώ ετοιμαζόμουν τρεις μέρες για να σου ετοιμάσω κάτι καλό, λαέ μου»

«Εγώ ετοιμαζόμουν δέκα μέρες και δώδεκα και χίλιες και πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ καιρό»

«Κι εγώ», λέει ο λαός, «προσμένοντας τριάντα χιλιάδες χρόνια, πάρα πάρα πάρα πολύ και τους δύο σας μισώ».

Ο νικητής

Παρ’ όλα αυτά, ο λαός θα επιλέξει έναν από τους δύο. Ποιον; Μα αυτόν που του πρόσφερε όλα όσα είχε στο καλάθι του και δεν κράτησε τίποτα για τον εαυτό του.

«Εγώ σε χειροκροτούσα και σε στεφάνωνα κι εσύ κρατούσες το μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα, δίνοντάς μου ψίχουλα!», λέει ο αγανακτισμένος λαός στον Κλέωνα και δίνει το στεφάνι της εξουσίας στον αλλαντοπώλη, που τον λένε Αγοράκριτο.

«Ντρέπομαι», λέει ο Δήμος, «για τα λάθη που έκανα ως τώρα».

«Όχι δα», τον χαϊδολογά ο νέος ηγέτης. «Δεν φταις, βέβαια, εσύ, αλλά εκείνοι που σε ξεγελούσαν».

Έτσι, οι Αθηναίοι ξεφορτώθηκαν έναν διεφθαρμένο δημαγωγό και φορτώθηκαν έναν χειρότερο, που φωνάζει περισσότερο, ψεύδεται πιο αποτελεσματικά, και κολακεύει πιο γλυκά.

Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

Βρέθηκε μια νέα μορφή φυσικής επιλογής–εξέλιξης η οποία δεν βασίζεται στο DNA

Η εξέλιξη και η φυσική επιλογή λαμβάνουν χώρα σε επίπεδο DNA, καθώς τα γονίδια μεταλλάσσονται και τα γενετικά χαρακτηριστικά είτε παραμένουν είτε χάνονται με το πέρασμα του χρόνου. Ωστόσο, επιστήμονες θεωρούν πως η εξέλιξη ίσως να λαμβάνει χώρα σε μια ολόκληρη νέα κλίμακα- να μην περνιέται μέσω γονιδίων, μα μέσω μορίων που προσκολλώνται στις επιφάνειές τους.

Αυτά τα γονίδια, γνωστά και ως ομάδες μεθυλίων (methyl groups), μεταβάλλουν τη δομή του DNA και μπορούν να ενεργοποιήσουν ή να απενεργοποιήσουν γονίδια. Οι μεταβολές αυτές είναι γνωστές ως «επιγενετικές τροποποιήσεις», κάτι που σημαίνει ότι εμφανίζονται «πάνω» ή «στην κορυφή» του γονιδίου. Πολλοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων και οι άνθρωποι, έχουν DNA με διάσπαρτες ομάδες μεθυλίων, ωστόσο κάποια πλάσματα όπως οι φρουτόμυγες και κάποια είδη σκουληκιών έχασαν τα σχετικά γονίδια με το πέρασμα του χρόνου.

Ένας άλλος οργανισμός, η μαγιά Cryptococcus neoformans, έχασε επίσης βασικά γονίδια για τη μεθυλίωση κατά την Κρητιδική περίοδο, περίπου 50 με 150 εκατομμύρια χρόνια πριν. Ωστόσο, στην παρούσα μορφή του, ο μύκητας έχει ακόμα ομάδες μεθυλίων στο γονιδίωμά του, και επιστήμονες θεωρούν ότι το C. neoformans ήταν σε θέση να διατηρήσει επιγενετικές τροποποιήσεις για δεκάδες εκατομμύρια χρόνια χάρη σε ένα νεοανακαλυφθέν είδος εξέλιξης.

Οι ερευνητές δεν περίμεναν να ανακαλύψουν ένα από από τα καλύτερα κρυμμένα μυστικά της εξέλιξης, είπε ο Χιτέν Μαντχανί, καθηγητής Βιοχημείας και Βιοφυσικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Σαν Φρανσίσκο (UCSF), και επικεφαλής ερευνητής στο Chan Ζuckerberg Biohub.

H ομάδα των ερευνητών κανονικά μελετά το C. neoformans για να κατανοήσει καλύτερα το πώς η μαγιά προκαλεί μυκητιασική μηνιγγίτιδα σε ανθρώπους. Ο μύκητας τείνει να μολύνει ανθρώπους με αδύναμα ανοσοποιητικά συστήματα και προκαλεί περίπου το 20% όλων των σχετιζόμενων με HIV;/ AIDS θανάτων, σύμφωνα με ανακοίνωση του UCSF. Ο Μαντχανί και οι συνάδελφοί του μελετούν τον γενετικό κώδικα του C.neoformans, αναζητώντας κρίσιμης σημασίας γονίδια που βοηθούν τη μαγιά να «εισβάλει» σε ανθρώπινα κύτταρα- ωστόσο ήταν έκπληξη όταν προέκυψαν αναφορές πως το γενετικό υλικό συνοδεύεται από ομάδες μεθυλίων.

«Όταν μάθαμε ότι το C. neoformans είχε μεθυλίωση DNA…σκέφτηκα πως έπρεπε να το δούμε, χωρίς να ξέρουμε τι θα βρούμε» είπε ο Μαντχανί.

Οι ερευνητές εξέτασαν τα υπάρχοντα εξελικτικά δέντρα για να εξετάσουν την ιστορία του C. neoformans ανά το πέρασμα του χρόνου και διαπίστωσαν πως, κατά την Κρητιδική περίοδο, ο πρόγονος της μαγιάς είχε τα ένζυμα που απαιτούνταν για τη μεθυλίωση DNA. Ωστόσο, κάπου στην πορεία το C. neoformans έχασε ένα απαραίτητο γονίδιο, οπότε δεν μπορούσε πλέον να προσθέσει νέες ομάδες μεθυλίων στο DNA του, αλλά απλά να αντιγράψει υπάρχουσες.

Όπως υπολόγισαν οι ερευνητές, μέσα σε 7.500 γενιές το ένζυμο συντήρησης που απέμεινε, εν τέλει έμεινε χωρίς ομάδες μεθυλίων για να αντιγράψει. Δεδομένης της ταχύτητας πολλαπλασιασμού της, η μαγιά θα έπρεπε να είχε χάσει όλες τις ομάδες μεθυλίων της μέσα σε περίπου 130 χρόνια. Αντ’αυτού διατήρησε τις επιγενετικές τροποποιήσεις για δεκάδες εκατομμύρια χρόνια.

«Επειδή ο ρυθμός απώλειας είναι μεγαλύτερος από τον ρυθμό απόκτησης, το σύστημα θα έχανε αργά τη μεθυλίωση με το πέρασμα του χρόνου εάν δεν υπήρχε κάποιος μηχανισμός για να την κρατά εκεί» είπε ο Μαντχανί. Ο μηχανισμός αυτός είναι η φυσική επιλογή, σημείωσε: Με άλλα λόγια, αν και το C. neoformans αποκτούσε νέες ομάδες μεθυλίων πολύ πιο αργά από ό,τι τις έχανε, η μεθυλίωση βελτίωνε δραματικά την κατάσταση του οργανισμού . Όσον αφορά στο εξελικτικό πλεονέκτημα, κατά τον Μαντχανί ενδέχεται να ήταν η προστασία του γονιδιώματος από μεγάλες ζημιές.

Τα τρανσποζόνια (μεταθετά στοιχεία- γνωστά ως «jumping genes», γονίδια που μεταπηδούν) κινούνται ανά το γονιδίωμα και συχνά εγκαθίστανται σε περίεργα μέρη. Οι ομάδες μεθυλίων μπορούν να «αρπάζουν» τα τρανσποζόνια και να τα «κλειδώνουν». Κατά τον Μαντχανί ίσως το C. neoformans να διατηρεί ένα επίπεδο μεθυλίωσης DNA για να τα ελέγχει.

Είναι πολλά τα μυστήρια γύρω από τη μεθυλίωση DNA στο C. neoformans, και περαιτέρω έρευνες αναμένεται να αποκαλύψουν περισσότερα στοιχεία σχετικά με το πώς ακριβώς λειτουργεί η μεθυλίωση στον οργανισμό αυτό και εάν αυτή η μορφή εξέλιξης εμφανίζεται σε άλλους οργανισμούς.

Από τους αγαθούς το αγαθό θα μάθεις

Άλλοι πίνουν μαζί κρασί, άλλοι παίζουν μαζί κύβους, μαζί γυμνάζονται, άλλοι κυνηγούν με τους φίλους τους και άλλοι φιλοσοφούν μαζί τους. Για να μιλήσουμε σύντομα, κάθε τι που αγαπούμε στη ζωή θέλουμε να το πραγματοποιούμε μαζί με τους φίλους μας, επειδή ο καθένας θέλει να ζει μαζί τους και γι’ αυτό κάμνει και συμμερίζεται μ’ αυτούς κάθε τι που εννοεί με τις λέξεις ζωή και συμβίωση.

Γι’ αυτό η φιλία ανάμεσα στους φαύλους γίνεται πηγή του κακού.

Γιατί εφόσον οι φαύλοι είναι επιπόλαιοι, ο ένας συμμετέχει στην κακία του άλλου, και με τον τρόπο αυτό γίνονται όλοι κακοί, αφού εξομοιώνονται ο ένας με τον άλλο.

Αντίθετα η ανάμεσα στους ενάρετους ανθρώπους φιλία γίνεται πηγή αγαθού. Καθημερινά αυξάνεται το ηθικό της περιεχόμενο, και η πρόοδος συντελείται τόσο για την άσκηση της αρετής από κοινού, όσο για την αμοιβαία νουθεσία.

Ο ένας δέχεται από τον άλλο τις ευχάριστες σ’ αυτόν ιδιότητες, και από ‘δω προέρχεται και το ρητό: «Από τους αγαθούς το αγαθό θα μάθεις».

Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια

Παρμενίδης: Είναι ή μη-Είναι;

Οδός της αλήθειας

Παρμενίδης: περίπου 515-440 π.Χ.

Να σκέπτεσαι και να μιλάς

§1

I

Αρχαίο κείμενο

Απόσπασμα 3

τὸ γὰρ αὐτὸ νοεῖν ἐστίν τε καὶ εἶναι.

Απόσπασμα 8, 34-41

Ταὐτὸν δ΄ ἐστὶ νοεῖν τε καὶ οὕνεκεν ἔστι νόημα.
Οὐ γὰρ ἄνευ τοῦ ἐόντος, ἐν ᾧ πεφατισμένον ἐστίν,
εὑρήσεις τὸ νοεῖν.

ΙΙ

Μετάφραση

Απόσπασμα 3

Γιατί το ίδιο είναι το Νοείν και το Είναι.

Απόσπασμα 8, 34-37

Το ίδιο είναι το νοείν και η σκέψη ότι αυτό είναι
[ή: το ίδιο .. και η αιτία που το σκέπτεται].
Γιατί χωρίς το ον, μέσα στο οποίο είναι εκφρασμένο,
δεν θα βρεις το νοείν.

§2

Ερμηνεία-σχολιασμός

Απ.3]: Όλο το οντολογικό επιχείρημα του Παρμενίδη ανάγει το θεμέλιό του σε τούτο το απόσπασμα. Πρόκειται για το περίφημο εκείνο απόσπασμα, του οποίου η μετάφραση αλλά και η ερμηνεία περικλείει διαφορότροπες ορισμένως δυνατότητες, με συνέπεια κάθε ερμηνεία ως τώρα να συνιστά μόνο μια συμβολή στην περαιτέρω έρευνα. Η πιο πάνω μεταφραστική του απόδοση λογίζεται κατά κανόνα ως η καθιερωμένη και εντάσσεται στο πνεύμα των μεθόδων έρευνας που μας υποδείχνει ο Παρμενίδης. Με βάση τη μεθοδολογική του αποσαφήνιση, η μέθ-οδος που οδηγεί στην αλήθεια είναι η οδός του Είναι. Αυτή είναι η οδός που πείθει, καθώς είναι στοχαστική οδός. Η άλλη είναι μια κίβδηλη μέθ-οδος που δεν οδηγεί πουθενά, καθώς δεν μας επιτρέπει να γνωρίσουμε το Είναι (εόν) ούτε να αποφανθούμε γι’ αυτό, παρά παραπέμπει αναγκαστικά στην παραδοχή ότι υπάρχει το μη-Είναι (μη εόν). Είναι κίβδηλη, μη γνήσια, μη αυθεντική, αυτή η οδός, γιατί παραγνωρίζει πως το Νοείν και το Είναι είναι το ίδιο πράγμα (απ. 3). Όταν το σκέπτεσθαι πέφτει μέσα στο Είναι, όπως μας λέει εδώ ο Παρμενίδης αλλά και στο απ. 8, 34-36, τότε το ουκ εστίν δεν μπορεί να βρίσκει ρίζωμα μέσα στο σκέπτεσθαι: δεν μπορούμε δηλαδή να το σκεφτόμαστε και να το λέμε, να το εκφράζουμε με τη γλώσσα.

§3

Η ανθρώπινη σκέψη, ενόσω τροφοδοτείται με την έμπνευση της θεάς Αλήθειας, είναι σε θέση να συλλαμβάνει καθοριστικά και μόνο αυτό που είναι, γιατί αντλεί την ύπαρξή της από το Είναι: έχει τη ρίζα της μέσα στο Είναι. Ως εκ τούτου, η μεταφραστική-ερμηνευτική απόδοση του απ. 3 δεν περιορίζεται στην πιο πάνω καθιερωμένη της εκδοχή, δηλαδή στην απόφανση που ταυτίζει απλώς το Νοείν και το Είναι, αλλά, ακολουθώντας την οδό της αλήθειας, προχωρεί βαθύτερα και μπορεί να αναδιατυπωθεί ως εξής: Γιατί αυτό τούτο το Νοείν είναι Είναι. Ετούτη η μεταφραστική πρόταση του Γ. Τζαβάρα συνιστά ένα διεισδυτικό εγχείρημα, που το συναντάμε, με τις αναγκαίες προσαρμογές, και σε αντίστοιχες ερμηνευτικές προσπάθειες στη διεθνή βιβλιογραφία. Προπάτορας αυτής της πρωτοποριακής ερμήνευσης, στη νεωτερική εποχή, είναι ο Μ. Χάιντεγκερ. Ξεκινά από την κοινή ερμηνεία ότι το ίδιο το νοείν είναι κι αυτό ένα ανάμεσα στα πολλά εκείνα όντα που έχουμε μπροστά μας [πρό-χειρα (vorhanden)] και τα οποία ταξινομούνται ως τέτοια μέσα στο όλο του Όντος. Πηγαίνει ωστόσο πιο πέρα και από τις νεωτερικές ερμηνείες, κατά τις οποίες το νοείν συλλαμβάνεται ως ο τόπος που ανυψώνεται το Είναι (Χέγκελ κ.α.), για να αποφανθεί πως το Είναι είναι παρ-Όν ως περισυλλογή όλων των καθέκαστων όντων, μαζί και του νοείν (Χάιντεγκερ: Vorträge und Aufsätze, σ. 232). Το απ. 3, συνακόλουθα, μας λέει πως το Νοείν ανήκει στο Είναι (ό.π., σ. 233) και δεν είναι απλώς εξωτερικά ταυτό. Με ποιο τρόπο όμως ανήκει στο Είναι;

§4

Μια εύστοχη απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα προϋποθέτει απάντηση στο ερώτημα: πώς πρέπει να σκεφτόμαστε το Είναι, στο οποίο ανήκει το Νοείν (ό.π., σ. 234); Πριν απ’ όλα, το Είναι ως παρ-όν αξιώνει τη σκέψη, καθιστά ζωτική την αναγκαιότητά της. Είναι έτσι το περι-συλ-λέγον, το Εόν, μέσα στο οποίο εκφράζεται η σκέψη (απ. 8, 35). Το νοείν, η νόηση ή η σκέψη, κατ’ αυτό τον βηματισμό, ανήκει στο Είναι, με την έννοια ότι είναι πια ένα εκφρασμένο-Είναι, δηλαδή το Είναι που έχει λόγο, που λέγει και λέγεται. Το νοείν, ως προκύπτει, συνυφαίνεται με το εόν, καθώς έχει το θεμέλιό του στο λέγειν και αναπτύσσεται στην ουσία του με βάση τούτο το λέγειν. Η σκέψη [:το νόημα στο αρχαίο κείμενο] είναι λοιπόν «ένα λεγόμενον του λέγειν» (ό.π., σ. 235). Το λέγειν όμως εδώ δεν έχει απλώς και μόνο το νόημα του κατονομάζειν, της ομιλητικής, ήτοι ηχητικής σήμανσης ενός σημαινόμενου, αλλά σημαίνει και κάτι βαθύτερο: προσ(ς)-άγει το παρόν ον σε παρ-ουσία και μέσω αυτής το κάνει να εμφανίζεται, να κείτεται μπροστά μας, να άγεται προς εμάς, δηλαδή στην προφάνεια. Το νοείν εν τέλει ιδιάζει στο Είναι ως το λεγόμενον, δηλαδή ως το αγόμενο στην προφάνεια. Ανήκει συνεπώς στην περι-συλ-λογή αυτού του Είναι: δηλαδή είναι εκείνο που επιτελεί την εν λόγω περισυλλογή, ανταποκρινόμενο στην κλήση που του απευθύνει αυτό τούτο το Ον. Απ’ αυτή την άποψη, το νοείν, η ανθρώπινη σκέψη ανήκει στο Είναι: η ίδια τώρα δεν είναι απλώς ένα επί πλέον παρόν ον μέσα στην παρουσία των όντων, αλλά εκείνη η εμπνευσμένη θεά της αλήθειας, που χορηγεί σ’ αυτά τα όντα το Φάος [=Φως], το ξέφωτο της παρουσίας, τη φωτεινότητα σε θνητούς και αθανάτους.

§5

Η αίσθηση (εννοώ το «αίσθημα», ως το «αποτύπωμα» μέσα μας -δηλαδή στο ον μας, στην ουσία μας, στο είναι και νοείν μος- της «ύλης» του αντικειμένου που μας προκαλεί την «αίσθηση») είναι κάτι ανάμεσα στο υποκείμενο-φορέα/δέκτη της αίσθησης και στο αντικείμενο-πομπό της. Η αίσθηση είναι παθητική όσον αφορά την «εισβολή» του αντικειμένου (είναι το έδαφος που πέφτει ο σπόρος) αλλά ενεργητική όσον αφορά το πώς ο σπόρος φυτρώνει και αναπτύσσεται, δηλαδή φαίνεται/παρίσταται στην αίσθηση. Άρα η αίσθηση θέλει εμένα, ως πάσχοντα, και την παρουσία (παράσταση) αυτού που μου προκαλεί την αίσθηση. Δεν ξέρω αν έχει νόημα εδώ να σημειώσουμε πως κατά την αίσθηση, το αντικείμενο που την προκαλεί, παρίσταται δια της αίσθησης, δεν αναπαρίσταται. Υπ' αυτή την έννοια, καθαρή παράσταση της παρουσίας δεν μπορεί να υπάρξει, παρά μόνο κατ' αίσθηση ακόμα και αν το αντικείμενο της παρουσίας ταυτίζεται με το υποκείμενό της (είμαι, για μένα, δια των αισθήσεών μου). Αν δεν ίσχυε αυτό, τότε κάθε αίσθησή μας θα ήταν παραίσθηση/ψευδαίσθηση. Το πώς και πόσο δύναται να εντοπίσει το υποκείμενο της αίσθησης την παρουσία-παράσταση του αντικειμένου μέσα στην ίδια του την αίσθηση, είναι επίσης μια ενεργητική ιδιότητα του αισθάνεσθαι, αν και το ενέργημα εδώ διερευνά την παράσταση του αντικειμένου μέσα στην πάσχουσα από το αντικείμενο περιοχή της αίσθησης. Γι' αυτό η αίσθηση προέρχεται πάντα από τον άλλον αλλά προκύπτει από τη δική μας ικανότητα να βλέπουμε τον άλλον (την παρουσία του) μέσα σε ό,τι βλέπουμε. Τούτη δε η ικανότητα, εκτείνεται στο να μπορεί κανείς να δει την παράσταση του άλλου υπερβαίνοντας την όποια αναπαράστασή του. Για παράδειγμα, ο ρεαλισμός, στην αναπαραστατική ζωγραφική, δεν υπερβαίνεται από άλλους -ισμούς/ανατροπείς της αναπαράστασης, παρά μόνο στο εννοιολογικό πεδίο. Ο εξπρεσιονισμός, εννοιολογικώς και μόνο ανατρέπει τον ρεαλισμό. Υιοθετεί άλλη τακτική (μέθοδο) αναπαράστασης, διακηρύσσοντας πως τούτη η μέθοδος, είναι η οδός. Όλα τα κινήματα τέχνης διακηρύσσουν πως η μέθοδός τους είναι η οδός. Η δε σύγχρονη (ιδίως η εννοιολογική) τέχνη, βαυκαλίζεται πως η ίδια παρίσταται/παριστά, έναντι της παλιάς τέχνης που μόνο αναπαρίσταται/αναπαριστά. Στο πεδίο της αίσθησης, ωστόσο, η αναπαράσταση υπερβαίνεται μόνο δια της παράστασης αυτού που παρίσταται μέσα στην αναπαράστασή του, δίχως να διαχωρίζεται από αυτήν. Κάθε εικόνα αναπαριστά αυτό που παρίσταται εντός της και παριστά αυτό που αναπαρίσταται εντός της. Ωστόσο εμείς είμαστε οι ζωγράφοι κάθε εικόνας μας κι έγκειται σ' εμάς να δούμε τι δείχνει κάθε εικόνα μας. Τα μάτια βλέπουν αυτό που ο νους δεν μπορεί να δει.

Ο νους όμως, μπορεί εξαίσια να κατανοήσει κάτι, ακόμα και αν δεν μπορεί να το δει ο ίδιος αλλά τα μάτια. Οι μάντεις-προφήτες, αν και τυφλοί, έβλεπαν από τον πυθμένα του φρέατος της οράσεως. Από βαθύ πηγάδι, σε κάποιους ζωγραφικούς πίνακες, βγαίνει και η εμπνευσμένη θεά της αλήθειας.

Γιατί όμως ο νους και οι αισθήσεις αναζητούν με σκοπό να εντοπίσουν την παράσταση του άλλου, μέσα στις τόσες αναπαραστάσεις του; Και είναι μια και μόνη αναπαράσταση που φέρει μέσα της και την παράσταση (παρ-ουσία, εδώ περί την ουσία, και περί της ουσίας είναι το σχήμα της, άρα = η ουσία) ή μήπως όλες; Η αιτία είναι το «προς τον Άλλον», δηλαδή η αλήθεια είναι ο άλλος, ως ο σπόρος μου, αυτός που με γονιμοποιεί, που γονιμοποιεί (θέτει σε λειτουργία και τροφοδοτεί) τον νου και τις αισθήσεις μου καθιστώντας με είναι, ον, ρέον και νοείν.

Είναι, ον, ρέον και νοείν. Τρεις δισύλλαβες και μία διγράμματη λέξη. Το ένα ενώνει = έπεται του δύο. Πώς θα υπάρξει το ένα, αν δεν προηγείται αυτού το δύο; Ζευς άλλωστε είναι αυτός που φέρει σε ζεύξη το δύο, γενική του Διός.

Ακόμα και αν θέλω να αυτοκτονήσω, οφείλω να επιθυμώ κάποιον άλλον, πέραν του εαυτού μου, ακόμα και αν αυτός είναι η έννοια του μη-εαυτού. Η έννοια του μη εαυτού, δεν είναι ο εαυτός, αλλά κάτι άλλο. Πρέπει να επιθυμώ αυτόν τον άλλον, για να επιτύχω το μηδέν. Άρα και το μηδέν προκύπτει από το δύο.

Όπως κάθε αριθμός προκύπτει από την ένωση δύο άλλων, έτσι και ο αριθμός μηδέν προκύπτει από την ένωση δύο αριθμών, όταν ο ένας είναι ο αρνητικός του άλλου.

Πολιτική ωριμότητα και Δημοκρατία

«Υπάρχουν φορές που τα λόγια πρέπει να χρησιμεύουνε για να καλύπτουνε τα γεγονότα. Τούτο όμως πρέπει να γίνεται με τέτοιον τρόπο ώστε κανένας να μην το παίρνει είδηση ή, κι αν το πάρει, πρέπει να υπάρχουν έτοιμες οι δικαιολογίες εκείνες που μπορούν αμέσως να προβληθούν». -ΜΑΚΙΑΒΕΛΛΙ Οδηγίες στον Ραφαέλλο Τζιρόλαμι

Από το ημερολόγιο του Ν. Σ. Ρουμπάσωφ. Εικοστή μέρα στη φυλακή.

Πριν από εκατόν πενήντα χρόνια, τη μέρα που πατήθηκε η Βαστίλη, η κούνια της Ευρωπαϊκής Ιστορίας, που έμνησκε στάσιμη τόσον καιρό άρχισε ξανά να αιωρείται. Είχε ξεφύγει από την τυραννία με κέφι και με μια φαινομενικά ανεμπόδιστη αδράνεια, είχε πετάξει πάλι κατά πάνω, στον γαλανό ουρανό της Ελευθερίας. Εκατό χρόνια ολόκληρα ανέβαινε όλο και περισσότερο στις σφαίρες του Φιλελευθερισμού και της Δημοκρατίας κι όμως, το βλέπεις, πόσο σταδιακά ο ρυθμός λιγόστεψε και η κούνια που έφθασε στο απόγειο ξανάρχισε να κατρακυλάει … Με όση ταχύτητα είχε όταν ανέβαινε τόση είχε και τώρα που έφερνε κείνους που είχανε σκαρφαλώσει πάνω της από την ελευθερία πίσω στην τυραννία και όποιοι τύχαινε να κυττάνε ακόμα κατά πάνω, αντί να γραπωθούνε γερά ζαλίζονταν και πέφτανε. …

Το ποσοστό της ατομικής ελευθερίας, που ένας λαός μπορεί να κατακτήσει και να διατηρήσει, εξαρτάται από το ποσοστό της πολιτικής του ωριμότητας. Η παλινδρόμηση που αναφέραμε πιο πάνω μοιάζει να δείχνει πως η πολιτική ωρίμανση των μαζών δεν ακολουθεί μια συνεχή ανοδική καμπύλη, σαν την ανάπτυξη του ατόμου, αλλά κυβερνάται από πιο περίπλοκους νόμους.

Η ωριμότητα των μαζών έγκειται στην ικανότητα τους να αναγνωρίσουν το δικό τους συμφέρον. Τούτο, όμως, προϋποθέτει μια κάποια κατανόηση της διαδικασίας παραγωγής και διανομής των αγαθών. Η ικανότητα ενός λαού για μια δημοκρατική διακυβέρνηση είναι, συνεπώς, ανάλογη προς τον βαθμό κατανόησης της δομής και λειτουργίας του όλου κοινωνικού συνόλου.

Εφ’ όσον όμως κάθε τεχνική βελτίωση δημιουργεί μια επιπλοκή στο οικονομικό σύστημα προξενεί επίσης την εμφάνιση νέων παραγόντων και συνδυασμών, τους οποίους οι μάζες για λίγο δεν μπορούνε να κατανοήσουνε. Κάθε άλμα τεχνικής προόδου άφηνε ένα βήμα πίσω του την αντίστοιχη πνευματική ανάπτυξη των μαζών και άρα προξενεί μια πτώση στο θερμόμετρο της πολιτικής τους ωριμότητας. Χρειάζονται δεκάδες χρόνια … για να προσαρμοστεί σταδιακά το νοητικό επίπεδο του λαού στην καινούργια τούτη κατάσταση πραγμάτων και να επαναποκτήσει την ίδια ικανότητα για αυτοδιοίκηση Όταν το επίπεδο της μαζικής συνείδησης ταυτίζεται με την αντικειμενική κατάσταση πραγμάτων ακολουθεί αναπότρεπτα η κατάκτηση της Δημοκρατίας, είτε με ειρηνικά είτε με βίαια μέσα …

Το σφάλμα του θεωρητικού Σοσιαλισμού ήτανε πως πίστεψε ότι η στάθμη της μαζικής συνείδησης υψωνότανε σταθερά και ασταμάτητα. Γι’ αυτό και τα βρήκανε σκούρα όταν άρχισε τελευταία παλινδρόμηση του εκκρεμούς …

Η αντιπολίτευση έχει καθήκον και αρμοδιότητα να απευθύνεται στις μάζες μόνον όταν υπάρχει ωριμότητα. Όταν υπάρχει πνευματική ανωριμότητα αυτοί που επικαλούνται την «υψηλή κρίση του λαού» είναι δημαγωγοί. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η αντίδραση έχει δύο λύσεις: ή να καταλάβει την εξουσία με πραξικόπημα, χωρίς να μπορεί να βασίζεται στη μαζική υποστήριξη, ή με μια βουβή απελπισία να πηδήξει από την κούνια – «και να πεθάνει εν σιωπή».

Υπάρχει όμως και μια Τρίτη λύση, που κι αυτή δεν είναι λιγότερο συνεπής και που στη χώρα μας τουλάχιστον έχει διαμορφωθεί σε θεσμό: να αρνείσαι και να καταπιέζεις τις πεποιθήσεις σου όταν δεν υπάρχει δυνατότητα να τις υλοποιήσεις. Εφ’ όσον το μόνο ηθικό κριτήριο που αναγνωρίζουμε είναι η κοινωνική σκοπιμότητα, η δημόσια αποκήρυξη του ατομικού σου πιστεύω, για χάρη της παραμονής στις τάξεις του κόμματος, είναι φανερά πιο έντιμη από τον δονκιχωτισμό ενός μάταιου αγώνα.

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (6.23.1-6.24.6)

[6.23.1] Ἔνθεν δὲ διὰ τῆς Γαδρωσῶν χώρας ᾔει ὁδὸν χαλεπὴν καὶ ἄπορον τῶν ἐπιτηδείων, τῶν τε ἄλλων καὶ ὕδωρ πολλαχοῦ τῇ στρατιᾷ οὐκ ἦν· ἀλλὰ νύκτωρ ἠναγκάζοντο γῆν πολλὴν πορεύεσθαι καὶ προσωτέρω ἀπὸ θαλάσσης, ἐπεὶ αὐτῷ γε ἐν σπουδῇ ἦν ἐλθεῖν τὰ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς χώρας καὶ λιμένας τε ἰδεῖν τοὺς ὄντας καὶ ὅσα γε ἐν παρόδῳ δυνατὰ γένοιτο τῷ ναυτικῷ παρασκευάσαι, ἢ φρέατα ὀρύξαντας ἢ ἀγορᾶς που ἢ ὅρμου ἐπιμεληθέντας. [6.23.2] ἀλλὰ ἦν γὰρ ἔρημα παντάπασιν τὰ πρὸς τῇ θαλάσσῃ τῆς Γαδρωσῶν γῆς, ὁ δὲ Θόαντα τὸν Μανδροδώρου καταπέμπει ἐπὶ θάλασσαν ξὺν ὀλίγοις ἱππεῦσιν, κατασκεψόμενον εἴ πού τις ὅρμος ὢν τυγχάνει ταύτῃ ἢ ὕδωρ οὐ πόρρω ἀπὸ θαλάσσης ἤ τι ἄλλο τῶν ἐπιτηδείων. καὶ οὗτος ἐπανελθὼν ἀπήγγειλεν ἁλιέας τινὰς καταλαβεῖν ἐπὶ τοῦ αἰγιαλοῦ ἐν καλύβαις πνιγηραῖς· [6.23.3] πεποιῆσθαι δὲ τὰς καλύβας ξυνθέντας τὰς κόγχας· στέγην δὲ εἶναι αὐταῖς τὰς ἀκάνθας τῶν ἰχθύων· καὶ τούτους τοὺς ἁλιέας ὕδατι ὀλίγῳ διαχρῆσθαι χαλεπῶς διαμωμένους τὸν κάχληκα, καὶ οὐδὲ τούτῳ πάντῃ γλυκεῖ τῷ ὕδατι.

[6.23.4] Ὡς δὲ ἀφίκετο Ἀλέξανδρος ἐς χῶρόν τινα τῆς Γαδρωσίας ἵνα ἀφθονώτερος ἦν σῖτος, διανέμει ἐς τὰ ὑποζύγια τὸν καταληφθέντα καὶ τοῦτον σημηνάμενος τῇ ἑαυτοῦ σφραγῖδι κατακομίζεσθαι κελεύει ὡς ἐπὶ θάλασσαν. ἐν ᾧ δὲ ᾔει ὡς ἐπὶ τὸν σταθμόν, ἔνθενπερ ἐγγυτάτω ἦν ἡ θάλασσα, ἐν τούτῳ ὀλίγα φροντίσαντες οἱ στρατιῶται τῆς σφραγῖδος αὐτοί τε οἱ φύλακες τῷ σίτῳ ἐχρήσαντο καὶ ὅσοι μάλιστα λιμῷ ἐπιέζοντο καὶ τούτοις μετέδωκαν. [6.23.5] ἐς τοσόνδε γὰρ πρὸς τοῦ κακοῦ ἐνικῶντο, ὡς τὸν πρόδηλον καὶ παρόντα ἤδη ὄλεθρον τοῦ ἀφανοῦς τε καὶ πρόσω ἔτι ὄντος ἐκ τοῦ βασιλέως κινδύνου ξὺν λογισμῷ ἔδοξέ σφισιν ἔμπροσθεν ποιήσασθαι. καὶ Ἀλέξανδρος καταμαθὼν τὴν ἀνάγκην ξυνέγνω τοῖς πράξασιν. αὐτὸς δέ, ὅσα ἐκ τῆς χώρας ἐπιδραμὼν ξυναγαγεῖν ἠδυνήθη εἰς ἐπισιτισμὸν τῇ στρατιᾷ τῇ περιπλεούσῃ ξὺν τῷ στόλῳ, ταῦτα κομίσοντα πέμπει Κρηθέα τὸν Καλλατιανόν. [6.23.6] καὶ τοῖς ἐγχωρίοις προσετάχθη ἐκ τῶν ἄνω τόπων σῖτόν τε ὅσον δυνατοὶ ἦσαν κατακομίσαι ἀλέσαντας καὶ τὰς βαλάνους τὰς τῶν φοινίκων καὶ πρόβατα ἐς ἀγορὰν τῷ στρατῷ. καὶ ἐς ἄλλον αὖ τόπον Τήλεφον κατέπεμψε τῶν ἑταίρων σὺν σίτῳ οὐ πολλῷ ἀληλεσμένῳ.
[6.24.1] Αὐτὸς δὲ προὐχώρει ὡς ἐς τὰ βασίλεια τῶν Γαδρωσῶν, ὁ δὲ χῶρος Ποῦρα ὀνομάζεται, ἵναπερ ἀφίκετο ἐξ Ὤρων ὁρμηθεὶς ἐν ἡμέραις ταῖς πάσαις ἑξήκοντα. καὶ λέγουσιν οἱ πολλοὶ τῶν ξυγγραψάντων τὰ ἀμφ᾽ Ἀλέξανδρον οὐδὲ τὰ ξύμπαντα ὅσα ἐταλαιπώρησεν αὐτῷ κατὰ τὴν Ἀσίαν ἡ στρατιὰ ξυμβληθῆναι ἄξια εἶναι τοῖς τῇδε πονηθεῖσι πόνοις. [6.24.2] οὐ μὴν ἀγνοήσαντα Ἀλέξανδρον τῆς ὁδοῦ τὴν χαλεπότητα ταύτῃ ἐλθεῖν, τοῦτο μὲν μόνος Νέαρχος λέγει ὧδε, ἀλλὰ ἀκούσαντα γὰρ ὅτι οὔπω τις πρόσθεν διελθὼν ταύτῃ ξὺν στρατιᾷ ἀπεσώθη, ὅτι μὴ Σεμίραμις ἐξ Ἰνδῶν ἔφυγε. καὶ ταύτην δὲ ἔλεγον οἱ ἐπιχώριοι σὺν εἴκοσι μόνοις τῆς στρατιᾶς ἀποσωθῆναι, Κῦρον δὲ τὸν Καμβύσου σὺν ἑπτὰ μόνοις καὶ τοῦτον. [6.24.3] ἐλθεῖν γὰρ δὴ καὶ Κῦρον ἐς τοὺς χώρους τούτους ὡς ἐσβαλοῦντα ἐς τὴν Ἰνδῶν γῆν, φθάσαι δὲ ὑπὸ τῆς ἐρημίας τε καὶ ἀπορίας τῆς ὁδοῦ ταύτης ἀπολέσαντα τὴν πολλὴν τῆς στρατιᾶς. καὶ ταῦτα Ἀλεξάνδρῳ ἐξαγγελλόμενα ἔριν ἐμβαλεῖν πρὸς Κῦρον καὶ Σεμίραμιν. τούτων τε οὖν ἕνεκα καὶ ἅμα ὡς τῷ ναυτικῷ ἐγγύθεν ἐκπορίζεσθαι τὰ ἀναγκαῖα, λέγει Νέαρχος ταύτην τραπῆναι Ἀλέξανδρον. [6.24.4] τό τε οὖν καῦμα ἐπιφλέγον καὶ τοῦ ὕδατος τὴν ἀπορίαν πολλὴν τῆς στρατιᾶς διαφθεῖραι καὶ μάλιστα δὴ τὰ ὑποζύγια· ταῦτα μὲν πρὸς τοῦ βάθους τε τῆς ψάμμου καὶ τῆς θέρμης, ὅτι κεκαυμένη ἦν, τὰ πολλὰ δὲ καὶ δίψει ἀπόλλυσθαι· καὶ γὰρ καὶ γηλόφοις ἐπιτυγχάνειν ὑψηλοῖς ψάμμου βαθείας, οὐ νεναγμένης, ἀλλ᾽ οἵας δέχεσθαι καθάπερ ἐς πηλὸν ἢ ἔτι μᾶλλον ἐς χιόνα ἀπάτητον ἐπιβαίνοντας. [6.24.5] καὶ ἅμα ἐν ταῖς προσβάσεσί τε καὶ καταβαίνοντας τούς τε ἵππους καὶ τοὺς ἡμιόνους ἔτι μᾶλλον κακοπαθεῖν τῷ ἀνωμάλῳ τῆς ὁδοῦ καὶ ἅμα οὐ βεβαίῳ, τῶν τε σταθμῶν τὰ μήκη πιέσαι οὐχ ἥκιστα τὴν στρατιάν· ἀπορία γὰρ ὕδατος οὐ ξύμμετρος οὖσα μᾶλλόν τι ἦγε πρὸς ἀνάγκην τὰς πορείας ποιεῖσθαι. [6.24.6] ὁπότε μὲν δὴ τῆς νυκτὸς ἐπελθόντες τὴν ὁδὸν ἥντινα ἀνύσαι ἐχρῆν ἕωθεν πρὸς ὕδωρ ἔλθοιεν, οὐ πάντῃ ἐταλαιπωροῦντο· προχωρούσης δὲ τῆς ἡμέρας ὑπὸ μήκους τῆς ὁδοῦ, εἰ ὁδοιποροῦντες ἔτι ἐγκαταληφθεῖεν, ἐνταῦθα ἂν ἐταλαιπώρουν πρὸς τοῦ καύματός τε καὶ ἅμα δίψει ἀπαύστῳ συνεχόμενοι.

***
[6.23.1] Από εκεί ο Αλέξανδρος προχώρησε μέσα στη χώρα των Γαδρωσών από έναν δρόμο δύσκολο που δεν είχε τρόφιμα και ανάμεσα στα άλλα δεν υπήρχε σε πολλά μέρη ούτε νερό για τον στρατό. Ωστόσο αναγκάζονταν να διατρέχουν οι στρατιώτες μεγάλες αποστάσεις κατά τη νύχτα και μάλιστα μακριά από τη θάλασσα, επειδή ο Αλέξανδρος βιαζόταν να φθάσει στην παραθαλάσσια περιοχή, για να δει τα λιμάνια που υπήρχαν και για να προετοιμάσει όσα ήταν βέβαια δυνατό να γίνουν για το ναυτικό κατά τη διέλευσή του, είτε ανοίγοντας πηγάδια είτε ψάχνοντας αν υπήρχε πουθενά αγορά τροφίμων ή αγκυροβόλιο. [6.23.2] Επειδή όμως ήταν τελείως έρημα τα παραθαλάσσια μέρη της χώρας των Γαδρωσών, έστειλε τον Θόαντα, τον γιο του Μανδροδώρου, προς τη θάλασσα με λίγους ιππείς, για να ερευνήσει αν τυχόν υπήρχε κάπου στο μέρος εκείνο κανένα αγκυροβόλιο ή νερό κοντά στη θάλασσα ή τίποτε άλλο από τα αναγκαία. Όταν επέστρεψε, του ανήγγειλε ότι βρήκε μερικούς ψαράδες στην παραλία μέσα σε πνιγερές καλύβες, [6.23.3] τις οποίες είχαν κατασκευάσει συναρμολογώντας τα όστρακα· για στέγη τους είχαν οι καλύβες αυτές κόκαλα ψαριών. Ανέφερε ακόμη ότι οι ψαράδες εκείνοι χρησιμοποιούσαν λίγο νερό που το έβρισκαν σκάβοντας με δυσκολία τα χαλίκια· αλλά το νερό αυτό ήταν εντελώς γλυκό.
[6.23.4] Όταν όμως ο Αλέξανδρος έφθασε σε κάποιο τόπο της Γαδρωσίας όπου υπήρχε αφθονότερο σιτάρι, διαμοίρασε στα υποζύγιά του όσο βρήκε, το σφράγισε με τη σφραγίδα του και διέταξε να το μεταφέρουν προς τη θάλασσα. Ενώ όμως προχωρούσε προς τον σταθμό, από τον οποίο απείχε πολύ λίγο η θάλασσα, οι στρατιώτες αγνόησαν το σφράγισμα αλλά και οι ίδιοι οι φρουροί χρησιμοποίησαν το σιτάρι και έδωσαν ένα μέρος από αυτό σε όσους υπέφεραν υπερβολικά από την πείνα. [6.23.5] Πιέζονταν σε τέτοιο βαθμό από την πείνα, ώστε ύστερα από σκέψη αποφάσισαν να λογαριάσουν περισσότερο τον φανερό και επικείμενο θάνατο, παρά τον αβέβαιο και ακόμη μακρινό κίνδυνο από τον βασιλιά. Κατανοώντας την ανάγκη ο Αλέξανδρος συγχώρεσε τους παραβάτες της διαταγής του και έστειλε τον Κρηθέα τον Καλλατιανό που έπλεε εκεί γύρω με τον στόλο να φέρει όσα τρόφιμα μπόρεσε ο ίδιος να συγκεντρώσει από επιδρομές στην περιοχή για τον εφοδιασμό του στρατού. [6.23.6] Διατάχθηκαν επίσης οι ντόπιοι να μεταφέρουν από το εσωτερικό στην παραλία όσο περισσότερο σιτάρι μπορούσαν, αφού το αλέσουν, και χουρμάδες από τα φοινικόδενδρα, καθώς και πρόβατα για να τα αγοράσει ο στρατός. Και έστειλε σε άλλο πάλι τόπο της παραλίας τον Τήλεφο, έναν από τους εταίρους, με μικρή ποσότητα αλεσμένου σιταριού.
[6.24.1] Ο ίδιος ο Αλέξανδρος άρχισε να προχωρεί προς την πρωτεύουσα των Γαδρασών· ο τόπος ονομάζεται Πούρα, όπου ακριβώς έφθασε σε εξήντα συνολικά μέρες, αφότου ξεκίνησε από τα Ώρα. Οι περισσότεροι ιστορικοί του Αλεξάνδρου αναφέρουν ότι ούτε όλες μαζί οι ταλαιπωρίες που υπέφερε ο στρατός για χάρη του στην Ασία δεν μπορούν να συγκριθούν με τις κακουχίες που υπέφερε στο μέρος εκείνο. [6.24.2] Αναφέρουν όμως ότι ο Αλέξανδρος πέρασε από αυτόν τον δρόμο όχι επειδή δεν γνώριζε τις δυσκολίες —αυτό το υποστηρίζει μονάχα ο Νέαρχος— αλλά επειδή άκουσε ότι έως τότε κανένας δεν γλίτωσε περνώντας με στρατό από τον δρόμο εκείνο εκτός από τη Σεμίραμη, όταν αποχώρησε από την Ινδία. Αλλά ακόμη και αυτή, έλεγαν οι ντόπιοι, διασώθηκε με είκοσι μόνο άνδρες από όλο τον στρατό της, ενώ ο Κύρος, ο γιος του Καμβύση, διασώθηκε και αυτός με εφτά μόνο άνδρες του. [6.24.3] Γιατί βέβαια και ο Κύρος ήρθε στα μέρη εκείνα σκοπεύοντας να εισβάλει στην Ινδία, αλλά πριν το επιτύχει, έχασε το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του, επειδή ο δρόμος αυτός ήταν έρημος και δύσκολος. Αυτά, όταν τα ανήγγειλαν στον Αλέξανδρο, τον παρακίνησαν σε άμιλλα προς τον Κύρο και τη Σεμίραμη. Αναφέρει, λοιπόν, ο Νέαρχος ότι ο Αλέξανδρος πήρε αυτόν τον δρόμο εκτός από αυτούς τους λόγους και για να προμηθεύεται τα απαραίτητα σε κοντινή απόσταση από το ναυτικό του. [6.24.4] Ο διάπυρος, λοιπόν, καύσωνας και η έλλειψη του νερού αφάνισαν ένα μεγάλο μέρος του στρατού του και προπάντων βέβαια τα αχθοφόρα ζώα. Αυτά χάθηκαν εξαιτίας του βάθους και της θερμότητας της άμμου, γιατί ήταν πυρακτωμένη, τα περισσότερα όμως τα αφάνισε η δίψα. Γιατί συναντούσαν ακόμη και ψηλούς λόφους σχηματισμένους από βαθιά άμμο που δεν ήταν συμπαγής, αλλά τέτοια που δεχόταν το πάτημά τους σαν να βάδιζαν επάνω σε πηλό, ή μάλλον σε απάτητο χιόνι. [6.24.5] Και ταλαιπωρούνταν συγχρόνως τα άλογα και τα μουλάρια εξαιτίας των αναβάσεων και καταβάσεων και ακόμη περισσότερο εξαιτίας του ανώμαλου δρόμου με το ασταθές έδαφος. Το ίδιο στενοχωρούσαν τους στρατιώτες οι μεγάλες αποστάσεις μεταξύ των σταθμών, επειδή η έλλειψη νερού που ανευρισκόταν σε ακανόνιστα διαστήματα, τους έκανε να βαδίζουν ανάλογα με τις παρουσιαζόμενες ανάγκες. [6.24.6] Όταν βέβαια πορεύονταν νύχτα τον δρόμο που έπρεπε να διανύσουν, και έφθαναν στο νερό τα χαράματα, δεν ταλαιπωρούνταν και τόσο πολύ. Αν όμως εξαιτίας του μακρινού δρόμου τούς έπιανε η μέρα ενώ ακόμη βάδιζαν, τότε ταλαιπωρούνταν από τον καύσωνα και συγχρόνως βασανίζονταν από ακατανίκητη δίψα.