Ακόµα και αυτοί που πιστεύουν ότι θα κατακτούσαν την ευτυχία βρίσκοντας τον κατάλληλο άνθρωπο µπορεί να εγκαταλειφθούν µέσα σε µια δυστυχισµένη σχέση λόγω µιας αίσθησης καθήκοντος προς τους συντρόφους τους, τα παιδιά τους ή το θεσµό του γάµου.
Πιστεύουν, λανθασµένα, ότι η θυσία είναι συνώνυµη µε την αρετή και δεν αντιλαµβάνονται ότι µένοντας για το χατίρι του άλλου θα οδηγηθούν και οι δύο σε απογοήτευση και δυστυχία. Με την πάροδο του χρόνου, αυτός που θυσιάζεται θα δυσφορεί µε το σύντροφό του επειδή του στερεί το νόηµα ή την ευχαρίστηση που θα έβρισκε αλλού.
Ο σύντροφός του, από την άλλη µεριά, θα είναι δυστυχισµένος ξέροντας ότι µένει µαζί του επειδή νιώθει υποχρέωση και όχι επειδή το επιθυμεί, και αυτός µε τη σειρά του θα χάσει οποιοδήποτε νόηµα ή ευχαρίστηση αντλούσε από τη σχέση.
Ακόµα και µέσα σε µια σχέση που οι σύντροφοι αγαπιούνται και θέλουν να είναι µαζί, η ευτυχία µπορεί να υπονοµευτεί από την πεποίθηση ότι η θυσία είναι συνώνυµη της αγάπης -ότι όσο µεγαλύτερη η θυσία, τόσο βαθύτερη η αγάπη.
Είναι σηµαντικό να γνωρίζουµε ότι το να σταθούµε στο πλευρό του συντρόφου μας όταν αυτός µας χρειάζεται δεν αποτελεί θυσία.
Όταν αγαπάµε κάποιον, συχνά αισθανόµαστε ότι βοηθώντας τον βοηθάµε τους εαυτούς µας. Όπως σηµειώνει ο Ναθάνιελ Μπράντεν: «Αυτός είναι ο µεγάλος προσδιορισµός της αγάπης: ότι το ατοµικό µας συµφέρον επεκτείνεται ώστε να συµπεριλάβει το σύντροφό µας».
Όταν αναφέροµαι εδώ στη θυσία, µιλάω για έναν άνθρωπο που απαρνείται κάτι απαραίτητο για την ευτυχία του.
Για παράδειγµα, µια γυναίκα που διαρκώς αφήνει την εργασία που αγαπά και την οποία δεν µπορεί να βρει αλλού προκειµένου να πάρει ο άντρας της μια δουλειά στο εξωτερικό θυσιάζεται - γιατί, αν η εργασία της είναι θεμελιώδης για τον πυρήνα του εαυτού της, αν είναι μέρος του προορισμού της, τότε το να την εγκαταλείψει είναι επιζήμια για την ευτυχία της.
Η ίδια γυναίκα, αν πάρει άδεια µιας εβδομάδας γιατι θελει να βοηθήσει τον άντρα της σε κάποιο έργο του, δε θυσιάζεται απαραίτητα - µπορεί να µη συµβιβάζει την ευτυχία της.
Επιπλέον, επειδή η ευτυχία της είναι συνυφασμένη µε τη δική του, επειδή ο καθένας τους είναι ευτυχέστερος όταν ο άλλος είναι ευτυχισµένος, βοηθώντας τον βοηθά συγχρόνως τον εαυτό της.
Δεν υπάρχει εύκολος τρόπος διάκρισης µεταξύ θυσιαστικών συµπεριφορών, και συνεπώς καταστροφικών για τη µακρόχρονη επιτυχία της σχέσης, και συµπεριφορών που οδηγούν στην ωρίµανση της σχέσης. Ο µόνος τρόπος να ξεχωρίσουµε την επιβλαβή από την ωφέλιµη, είναι αξιολογώντας τη σχέση ως σύνολο στο νόµισµα της ευτυχίας.
Μια σχέση είναι µια συναλλαγή στο υπέρτατο νόµισμα. Όπως κάθε συναλλαγή, όσο πιο επικερδής είναι µια σχέση και για τους δύο, τόσο µεγαλύτερες πιθανότητες έχει να ανθήσει. Όταν ο ένας από τους συντρόφους αδικείται στο υπέρτατο νόµισµα -όταν εκείνη διαρκώς στερείται το νόηµα και την ευχαρίστηση ώστε εκείνος να λαµβάνει µεγαλύτερο µέρος τους- και οι δύο σύντροφοι καταλήγουν σε βάθος χρόνου λιγότερο ευτυχισµένοι. Για να νιώθουμε ευχαριστηµένοι σε µια σχέση, πρέπει να νιώθουµε ότι η συναλλαγή είναι ισότιµη.
Η ψυχολόγος Ελέιν Χάτφιλντ, η οποία µελετά τις σχέσεις, δείχνει ότι δεν αρέσει στους ανθρώπους να «καλοπληρώνονται» ή να «κακοπληρώνονται» σε µια σχέση. Οι άνθρωποι νιώθουν πιο ευχαριστηµένοι, και οι σχέσεις τους έχουν µεγαλύτερες πιθανότητες να ανθήσουν, αν και οι δύο σύντροφοι βλέπουν τη σχέση ως ισότιμη. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι και οι δύο σύντροφοι θα πρέπει να έχουν αντίστοιχους μισθούς. Η ισοτιμία της σχέσης μετατράται στο υπέρτατο νόμισμα. Αν και ο συµβιβασµός είναι ένα µακό και υγιές µέρος οποιασδήποτε σχέσης, αν και σε διαφορετικές φάσεις ο κάθε σύντροφος θα αποποιηθεί µέρος του νοήµατος και της ευχαρίστησής του για το καλό του άλλου, συνολικά η σχέση θα πρέπει να είναι προσοδοφόρα και για τους δύο – και οι δύο θα πρέπει να νιώθουν ευτυχισμένοι που είναι μαζί.
Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2021
O φόβος πάντα θα σε πηγαίνει πίσω
Φοβάμαι την αγάπη, φοβάμαι μην ξανά πάθω τα ίδια, φοβάμαι μήπως πληγωθώ. Δεν φοβάσαι όμως το να μην ζεις;
Όλοι έχουμε ένα παρελθόν, κάτι μας έχει μείνει από αυτό καλό-κακό. Όμως, που εστιάζουμε αλήθεια; Και γιατί το παρελθόν να μας κάνει άδικους κριτές για το μέλλον ή για το παρόν;
Στην πραγματικότητα είναι στο χέρι μας το πότε θα εμπλακούμε με άλλα πρόσωπα και πως θα τους συμπεριφερθούμε. Όταν λοιπόν μαστίζει ο φόβος μέσα μας, δεν είναι κανένας υποχρεωμένος να είναι το αποκούμπι μας για να ξεπεράσουμε τα κατάλοιπα μας.
Δεν είναι ντροπή να παραδεχτούμε ότι κάτι συμβαίνει μέσα μας το οποίο δεν είναι και τόσο ευχάριστο. Είναι όμως ντροπή το να το σκεπάζουμε με ωραιοποιημένες ‘’κουβέρτες’’ και να παριστάνουμε πως όλα είναι εντάξει.
Ό,τι κάνουμε έχει αντίκτυπο, αν όχι άμεσα, ετεροχρονισμένα, πάντως έχει.
Ύψιστη σημασία έχει το τι πραγματικά θέλω να είμαι.
Χωρισμένος; Ή ελεύθερος για μια καινούρια αρχή και όπου με βγάλει;
Στεναχωρημένος; Ή συνειδητοποιημένος και πιο δυνατός για να συνεχίσω;
Θυμωμένος; Η γαλήνιος να αποδεχτώ μια κατάσταση και να συνεχίσω παρακάτω στη ροή της ζωής;
Εξαρτημένος; ή πραγματικά ελεύθερος;
Να λέω μεγάλα λόγια που δεν μπορώ να πραγματοποιήσω; Ή να μιλάω λιγότερο και να λέω αλήθεια αυτά που μπορώ να υποστηρίξω;
Να ξεκαθαρίζω τις καταστάσεις; Ή να τις αφήνω όπως είναι;
Να διεκδικώ αυτό που θέλω; Ή να το αφήνω να φύγει επειδή κάτι με τρομάζει;
Δεν είμαστε αιώνια με σάρκα και οστά, ζήσε στιγμές, διεκδίκησε, πάλεψε, συνέχισε, σεβάσου τον εαυτό σου και τους άλλους, αγάπησε, δημιούργησε με πάθος, αγκάλιασε, κάνε έρωτα. Όμως μη φοβάσαι, γιατί το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι να γυρνάς μονίμως σε έναν φαύλο κύκλο και να δημιουργείς συνέχεια τις ίδιες απογοητεύσεις.
Όλοι έχουμε ένα παρελθόν, κάτι μας έχει μείνει από αυτό καλό-κακό. Όμως, που εστιάζουμε αλήθεια; Και γιατί το παρελθόν να μας κάνει άδικους κριτές για το μέλλον ή για το παρόν;
Στην πραγματικότητα είναι στο χέρι μας το πότε θα εμπλακούμε με άλλα πρόσωπα και πως θα τους συμπεριφερθούμε. Όταν λοιπόν μαστίζει ο φόβος μέσα μας, δεν είναι κανένας υποχρεωμένος να είναι το αποκούμπι μας για να ξεπεράσουμε τα κατάλοιπα μας.
Δεν είναι ντροπή να παραδεχτούμε ότι κάτι συμβαίνει μέσα μας το οποίο δεν είναι και τόσο ευχάριστο. Είναι όμως ντροπή το να το σκεπάζουμε με ωραιοποιημένες ‘’κουβέρτες’’ και να παριστάνουμε πως όλα είναι εντάξει.
Ό,τι κάνουμε έχει αντίκτυπο, αν όχι άμεσα, ετεροχρονισμένα, πάντως έχει.
Ύψιστη σημασία έχει το τι πραγματικά θέλω να είμαι.
Χωρισμένος; Ή ελεύθερος για μια καινούρια αρχή και όπου με βγάλει;
Στεναχωρημένος; Ή συνειδητοποιημένος και πιο δυνατός για να συνεχίσω;
Θυμωμένος; Η γαλήνιος να αποδεχτώ μια κατάσταση και να συνεχίσω παρακάτω στη ροή της ζωής;
Εξαρτημένος; ή πραγματικά ελεύθερος;
Να λέω μεγάλα λόγια που δεν μπορώ να πραγματοποιήσω; Ή να μιλάω λιγότερο και να λέω αλήθεια αυτά που μπορώ να υποστηρίξω;
Να ξεκαθαρίζω τις καταστάσεις; Ή να τις αφήνω όπως είναι;
Να διεκδικώ αυτό που θέλω; Ή να το αφήνω να φύγει επειδή κάτι με τρομάζει;
Δεν είμαστε αιώνια με σάρκα και οστά, ζήσε στιγμές, διεκδίκησε, πάλεψε, συνέχισε, σεβάσου τον εαυτό σου και τους άλλους, αγάπησε, δημιούργησε με πάθος, αγκάλιασε, κάνε έρωτα. Όμως μη φοβάσαι, γιατί το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι να γυρνάς μονίμως σε έναν φαύλο κύκλο και να δημιουργείς συνέχεια τις ίδιες απογοητεύσεις.
Οι μεγαλύτερες αλλαγές της ζωής, έγιναν αθόρυβα
Τις μεγαλύτερες αλλαγές της ζωής σου, δεν τις συζήτησες με κανέναν. Δεν τις ανακοίνωσες, δεν τις φώναξες, δεν τις παρουσίασες και το κυριότερο δεν τις διαφήμισες.
Έγιναν μέσα από μια έκρηξή σου, την πιο ανύποπτη στιγμή, που ήταν τόσο δυνατή που σε έκανε κομμάτια. Και σου πήρε καιρό να τα μαζέψεις τα κομμάτια. Ήταν πολλά και είχαν σκορπίσει στους πέντε ανέμους. Όμως έκατσες μόνος και τα μάζεψες όλα, με υπομονή.
Τα καθάρισες και τα άπλωσες γύρω σου. Άλλα τα κράτησες, άλλα τα φύλαξες, άλλα τα πέταξες και κάποια από εκείνα που απέμειναν τα έβαλες στην θέση που τους άξιζε να είναι από την αρχή κι εσύ απλά εθελοτυφλούσες.
Θα βρεις και 2-3 το πολύ, που θα μείνουν εκεί που ήταν από την αρχή γιατί είναι εκείνα που ήταν πάντα καθαρά και δεν έσπασαν ποτέ. Είναι εκείνα, που άντεχαν πάντα, τα πάντα..
Και στέκεσαι και πάλι όρθιος. Φαινομενικά ίδιος, φαινομενικά απαράλλαχτος και ουσιαστικά άγνωστος. Τόσο άγνωστος που με κάποιους θα πρέπει να ξανασυστηθείς. Με άλλους πάλι, απλά δεν θα χάσεις το χρόνο σου ξανά όχι για να ξανασυστηθείς αλλά ούτε για να αναπνεύσεις τον ίδιο αέρα..
Θα βρεθούν κι εκείνοι που θα σε ρωτήσουν γεμάτοι περιέργεια “μα τι έπαθες;” κι εσύ το μόνο που θα απαντάς θα είναι η αλήθεια σου.. “τίποτα”. Και είναι όντως η αλήθεια σου αυτό. Βλέπεις δεν έπαθες “κάτι”, απλά άλλαξες. Κι όταν αλλάζεις, ξεβολεύεις.
Ξεβολεύεις εκείνους που στα τεφτέρια τους σε είχαν για δεδομένο.
Ξεβολεύεις εκείνους που νόμιζαν πως σε ήξεραν και πώς ήσουν προβλέψιμος.
Ξεβολεύεις εκείνους που πια δεν χωράνε και θα πρέπει να βρουν καινούριο φυτό για να τραφούν σαν άλλοι κισσοί..
Ξεβολεύεις εκείνους που έμαθαν να τους αγαπάς αδιαπραγμάτευτα, να τους στηρίζεις αδιάκοπα και να τους προστατεύεις βάζοντας τον εαυτό σου δίχτυ ασφαλείας.
Ξεβολεύεις τα ανθρωπάκια που έμαθαν να μην τους χαλάς χατήρι.
Πιο πολύ όμως, ξεβολεύεις τον παλιό σου εαυτό που πια αποχωρεί.
Γιατί πριν βολευτούν οι κισσοί, πριν αράξουν οι κηφήνες, πριν χρησιμοποιηθείς από τους τενεκέδες που ξέρουν να κάνουν μόνο θόρυβο με το κενό τους, τους το είχες επιτρέψει εσύ!
Άρα μην ψάχνεις κανέναν κακό στο παραμύθι.. ο δράκος σου, ήσουν εσύ!
Γι’ αυτό και ήξερες ακριβώς πώς να τον σκοτώσεις. Γιατί και το παραμύθι, και ο δράκος, ήταν δικά σου από την αρχή κι ας τα άφησες να γίνουν… δημοσίας χρήσης! Μόνο που αυτό το παραμύθι, ακριβώς επειδή το γράφεις εσύ, μπορείς να το αλλάξεις όποτε θες, όπως θες, επειδή το θες, χωρίς να απολογηθείς σε κανέναν.
Έγιναν μέσα από μια έκρηξή σου, την πιο ανύποπτη στιγμή, που ήταν τόσο δυνατή που σε έκανε κομμάτια. Και σου πήρε καιρό να τα μαζέψεις τα κομμάτια. Ήταν πολλά και είχαν σκορπίσει στους πέντε ανέμους. Όμως έκατσες μόνος και τα μάζεψες όλα, με υπομονή.
Τα καθάρισες και τα άπλωσες γύρω σου. Άλλα τα κράτησες, άλλα τα φύλαξες, άλλα τα πέταξες και κάποια από εκείνα που απέμειναν τα έβαλες στην θέση που τους άξιζε να είναι από την αρχή κι εσύ απλά εθελοτυφλούσες.
Θα βρεις και 2-3 το πολύ, που θα μείνουν εκεί που ήταν από την αρχή γιατί είναι εκείνα που ήταν πάντα καθαρά και δεν έσπασαν ποτέ. Είναι εκείνα, που άντεχαν πάντα, τα πάντα..
Και στέκεσαι και πάλι όρθιος. Φαινομενικά ίδιος, φαινομενικά απαράλλαχτος και ουσιαστικά άγνωστος. Τόσο άγνωστος που με κάποιους θα πρέπει να ξανασυστηθείς. Με άλλους πάλι, απλά δεν θα χάσεις το χρόνο σου ξανά όχι για να ξανασυστηθείς αλλά ούτε για να αναπνεύσεις τον ίδιο αέρα..
Θα βρεθούν κι εκείνοι που θα σε ρωτήσουν γεμάτοι περιέργεια “μα τι έπαθες;” κι εσύ το μόνο που θα απαντάς θα είναι η αλήθεια σου.. “τίποτα”. Και είναι όντως η αλήθεια σου αυτό. Βλέπεις δεν έπαθες “κάτι”, απλά άλλαξες. Κι όταν αλλάζεις, ξεβολεύεις.
Ξεβολεύεις εκείνους που στα τεφτέρια τους σε είχαν για δεδομένο.
Ξεβολεύεις εκείνους που νόμιζαν πως σε ήξεραν και πώς ήσουν προβλέψιμος.
Ξεβολεύεις εκείνους που πια δεν χωράνε και θα πρέπει να βρουν καινούριο φυτό για να τραφούν σαν άλλοι κισσοί..
Ξεβολεύεις εκείνους που έμαθαν να τους αγαπάς αδιαπραγμάτευτα, να τους στηρίζεις αδιάκοπα και να τους προστατεύεις βάζοντας τον εαυτό σου δίχτυ ασφαλείας.
Ξεβολεύεις τα ανθρωπάκια που έμαθαν να μην τους χαλάς χατήρι.
Πιο πολύ όμως, ξεβολεύεις τον παλιό σου εαυτό που πια αποχωρεί.
Γιατί πριν βολευτούν οι κισσοί, πριν αράξουν οι κηφήνες, πριν χρησιμοποιηθείς από τους τενεκέδες που ξέρουν να κάνουν μόνο θόρυβο με το κενό τους, τους το είχες επιτρέψει εσύ!
Άρα μην ψάχνεις κανέναν κακό στο παραμύθι.. ο δράκος σου, ήσουν εσύ!
Γι’ αυτό και ήξερες ακριβώς πώς να τον σκοτώσεις. Γιατί και το παραμύθι, και ο δράκος, ήταν δικά σου από την αρχή κι ας τα άφησες να γίνουν… δημοσίας χρήσης! Μόνο που αυτό το παραμύθι, ακριβώς επειδή το γράφεις εσύ, μπορείς να το αλλάξεις όποτε θες, όπως θες, επειδή το θες, χωρίς να απολογηθείς σε κανέναν.
Άφησε χώρο για να έρθουν αυτά που πραγματικά θες
Όλοι έχουμε στο μυαλό μας αυτά που επιθυμούμε στα αλήθεια, ίσως κάποιες φορές πίσω από τις άμυνες ή την πιο σκληρή πραγματικότητα να μην έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Όμως αυτό που ονειρευόμαστε και αυτό που θέλουμε όσο και να το σκεπάζουμε.. θα αναδύεται στην επιφάνεια!
Γιατί να δεχτώ κάτι το οποίο με καλύπτει κατά το ήμισυ; Ενώ υπάρχει αυτό που θα με καλύπτει πραγματικά; Μπορεί να μην έχει κάνει ακόμη την εμφάνιση του, όμως αν έχω χώρο, θα μπορέσει να τρυπώσει στη ζωή μου. Ο ξεκάθαρος στόχος με βοηθάει να είμαι πιο δυνατός και να διεκδικώ με πάθος μέχρι τέλους, ακόμα και την πιο τρελή μου επιθυμία.
Μην κάνετε εκπτώσεις στα ιδανικά σας.
Κάνω μια δουλειά από ανάγκη, χρειάζεται, όμως ως πότε; Εάν αυτή δεν με καλύπτει; Εάν αυτή δεν με γεμίζει και νιώθω πως είμαι μακριά απ’ το στοιχείο μου; Εάν δημιουργείται μέσα μου ένα κενό;
Γιατί έχω αφήσει το όνειρο μου παραγκωνισμένο; Αυτό, που για να είναι το όνειρο μου κάποιος βαθύτερος λόγος υπάρχει. Αυτό, που με θέλει όσο και εγώ, δεν έχει χώρο να κάνει την εμφάνιση του γιατί στην θέση του υπάρχει κάτι άλλο. Και τώρα πια όλη μου η ενέργεια είναι στραμμένη σε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση.
Τα πράγματα πάντα είναι απλοϊκά απλώς έχουμε την τάση να τα κάνουμε σύνθετα.
Ό,τι κυνηγάω με πάθος το διεκδικώ. Πάντα κάτι κερδίζω και κάτι χάνω, όταν όμως έχω πάρει την σωστή απόφαση για εμένα, αυτά που χάνω δεν μου δημιουργούν κανέναν απολύτως προβληματισμό. Εάν γεμίζω τη ζωή και τα κενά μου με κομμάτια ξένα, δεν θα μπορέσει ποτέ να ολοκληρωθεί το παζλ της ψυχής μου με επιτυχία.
Ξέρω πολύ καλά τι θέλω και είμαι πάντα εδώ για να το διεκδικώ και να το περιμένω με την αγκαλιά μου ανοιχτή, τότε θα έχει την πρέπουσα σημασία, τότε θα νιώσω την απόλυτη έξταση. Κι όχι όταν είμαι ΄΄στο περίπου΄΄. Δεν είναι κενό αυτό που νιώθω, δεν βιάζομαι να το γεμίσω, διατηρώ φωτεινό αυτό το μέρος και το προετοιμάζω για να έρθει το κομμάτι του παζλ που θα μου δώσει καύσιμο και κίνηση προς την κατεύθυνση που είμαι προορισμένος να πάω.
Αγαπάω τη ζωή, την εμπιστεύομαι, αγαπάω εμένα και εσένα, διεκδικώ αυτά που θέλω και ποτέ δεν κάνω εκπτώσεις παρά μόνο κάποιες λίγες στιγμές. Γεμίζω τα κενά μου με φως, αφήνω χώρο, όσο πιο πολύ τόσο καλύτερα, δεν φοβάμαι, ξέρω να περιμένω και να διαλέγω αυτό που θέλει το μυαλό και η καρδιά μου. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ!
Γιατί να δεχτώ κάτι το οποίο με καλύπτει κατά το ήμισυ; Ενώ υπάρχει αυτό που θα με καλύπτει πραγματικά; Μπορεί να μην έχει κάνει ακόμη την εμφάνιση του, όμως αν έχω χώρο, θα μπορέσει να τρυπώσει στη ζωή μου. Ο ξεκάθαρος στόχος με βοηθάει να είμαι πιο δυνατός και να διεκδικώ με πάθος μέχρι τέλους, ακόμα και την πιο τρελή μου επιθυμία.
Μην κάνετε εκπτώσεις στα ιδανικά σας.
Κάνω μια δουλειά από ανάγκη, χρειάζεται, όμως ως πότε; Εάν αυτή δεν με καλύπτει; Εάν αυτή δεν με γεμίζει και νιώθω πως είμαι μακριά απ’ το στοιχείο μου; Εάν δημιουργείται μέσα μου ένα κενό;
Γιατί έχω αφήσει το όνειρο μου παραγκωνισμένο; Αυτό, που για να είναι το όνειρο μου κάποιος βαθύτερος λόγος υπάρχει. Αυτό, που με θέλει όσο και εγώ, δεν έχει χώρο να κάνει την εμφάνιση του γιατί στην θέση του υπάρχει κάτι άλλο. Και τώρα πια όλη μου η ενέργεια είναι στραμμένη σε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση.
Τα πράγματα πάντα είναι απλοϊκά απλώς έχουμε την τάση να τα κάνουμε σύνθετα.
Ό,τι κυνηγάω με πάθος το διεκδικώ. Πάντα κάτι κερδίζω και κάτι χάνω, όταν όμως έχω πάρει την σωστή απόφαση για εμένα, αυτά που χάνω δεν μου δημιουργούν κανέναν απολύτως προβληματισμό. Εάν γεμίζω τη ζωή και τα κενά μου με κομμάτια ξένα, δεν θα μπορέσει ποτέ να ολοκληρωθεί το παζλ της ψυχής μου με επιτυχία.
Ξέρω πολύ καλά τι θέλω και είμαι πάντα εδώ για να το διεκδικώ και να το περιμένω με την αγκαλιά μου ανοιχτή, τότε θα έχει την πρέπουσα σημασία, τότε θα νιώσω την απόλυτη έξταση. Κι όχι όταν είμαι ΄΄στο περίπου΄΄. Δεν είναι κενό αυτό που νιώθω, δεν βιάζομαι να το γεμίσω, διατηρώ φωτεινό αυτό το μέρος και το προετοιμάζω για να έρθει το κομμάτι του παζλ που θα μου δώσει καύσιμο και κίνηση προς την κατεύθυνση που είμαι προορισμένος να πάω.
Αγαπάω τη ζωή, την εμπιστεύομαι, αγαπάω εμένα και εσένα, διεκδικώ αυτά που θέλω και ποτέ δεν κάνω εκπτώσεις παρά μόνο κάποιες λίγες στιγμές. Γεμίζω τα κενά μου με φως, αφήνω χώρο, όσο πιο πολύ τόσο καλύτερα, δεν φοβάμαι, ξέρω να περιμένω και να διαλέγω αυτό που θέλει το μυαλό και η καρδιά μου. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ!
Ο μύθος του Χρόνου
Στον τόπο μας κάποτε βασίλευε ο θεός Χρόνος ή Κρόνος. Μαζί του ζούσαν οι κόρες του Ουρανού Γαία και Ρέα. Ο Μέγας αυτός θεός ήταν πολύ μοναχικός και αδρανής. Κρατούσε δε φυλακισμένες στις εφτά αποθήκες κάτω από το όρος Κάλαμος, τις μέρες, τις ώρες, τα δευτερόλεπτα, τις στιγμές, τους μήνες, τις εποχές τους ενιαυτούς. Ο Άχρονος αυτός ερημίτης βαριόταν να ορίσει τις διάρκειες της ώρας, της ημέρας και του ενιαυτού για να αρχίσει η ροή του χρόνου. Έτσι ήταν ο ίδιος το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, καθώς πριν δεν υπήρχε χρονολογία.
Η Γαία και η Ρέα ζούσαν μαζί του δυστυχισμένες. Τα θεϊκά σώματά τους, άφηναν τον Χρόνο αδιάφορα και επομένως έμειναν στείρα και άγονα.
Κάποια στιγμή κατέφθασε ο θεός Δίας με την αποστολή να θέσει σε λειτουργία τη ροή του Χρόνου. Οι δύο γυναίκες αναγνώρισαν αμέσως τον γυμνό έφηβο με το τηλεσκόπιο που αποβιβάστηκε στο όρος Κάλαμος, τον πλησίασαν και η συνεύρεσή τους προκάλεσε θεϊκό κατακλυσμό. Το γόνιμο σπέρμα του Δία τις απελευθέρωσε. Η Γαία κυοφόρησε τα σύμπαντα, βουνά, ποτάμια, θάλασσες, φυτά, ζώα και ανθρώπους.
Λίγο αργότερα του αποκάλυψαν το φοβερό μυστικό. Μόνο αν έκοβε τον ναρκωμένο φαλλό του Κρόνου θα γινόταν αυτός ο νέος βασιλιά του Χρόνου και των καιρών. Οδηγούμενος από τις δύο ερωμένες ανταποκρίθηκε στην πρόκληση.
Η Ρέα με τα δυνατά ρεύματά της ξώκειλε το μέγα φαλλό, η Γαία του έδωσε το μέγα δρέπανο που γέννησε στα κατάβαθα του σώματός της, και ο Ζεύς με μια γρήγορη κίνηση έκοψε το φαλλό από τη ρίζα και τον έδωσε στους δύο ακολούθους του, να τον κρατούν ορθό , ως τρόπαιο εξουσίας. Μετά την κοπή, οι αποθήκες του Χρόνου άνοιξαν και οι ώρες απελευθερώθηκαν. Ο Ζευς, ως συνεχιστής της δημιουργίας του κόσμου, διέταξε την Αυγή να ανατείλει το φως και τα ρολόγια ήταν έτοιμα να δώσουν τον πρώτο παρθενικό τους χτύπο.
Πρόκειται για μια εκδοχή του μύθου του Χρόνου, που καταδεικνύει την αγωνία του ανθρώπου να εξηγήσει την απόλυτη ευθυγράμμιση της ροής του χρόνου με εκείνη της ζωής. Η διακοπή του χρόνου σημαίνει παύση παντός (σύμπαντος). Και θεωρείται ανέφικτη. Είναι όμως;
Η Γαία και η Ρέα ζούσαν μαζί του δυστυχισμένες. Τα θεϊκά σώματά τους, άφηναν τον Χρόνο αδιάφορα και επομένως έμειναν στείρα και άγονα.
Κάποια στιγμή κατέφθασε ο θεός Δίας με την αποστολή να θέσει σε λειτουργία τη ροή του Χρόνου. Οι δύο γυναίκες αναγνώρισαν αμέσως τον γυμνό έφηβο με το τηλεσκόπιο που αποβιβάστηκε στο όρος Κάλαμος, τον πλησίασαν και η συνεύρεσή τους προκάλεσε θεϊκό κατακλυσμό. Το γόνιμο σπέρμα του Δία τις απελευθέρωσε. Η Γαία κυοφόρησε τα σύμπαντα, βουνά, ποτάμια, θάλασσες, φυτά, ζώα και ανθρώπους.
Λίγο αργότερα του αποκάλυψαν το φοβερό μυστικό. Μόνο αν έκοβε τον ναρκωμένο φαλλό του Κρόνου θα γινόταν αυτός ο νέος βασιλιά του Χρόνου και των καιρών. Οδηγούμενος από τις δύο ερωμένες ανταποκρίθηκε στην πρόκληση.
Η Ρέα με τα δυνατά ρεύματά της ξώκειλε το μέγα φαλλό, η Γαία του έδωσε το μέγα δρέπανο που γέννησε στα κατάβαθα του σώματός της, και ο Ζεύς με μια γρήγορη κίνηση έκοψε το φαλλό από τη ρίζα και τον έδωσε στους δύο ακολούθους του, να τον κρατούν ορθό , ως τρόπαιο εξουσίας. Μετά την κοπή, οι αποθήκες του Χρόνου άνοιξαν και οι ώρες απελευθερώθηκαν. Ο Ζευς, ως συνεχιστής της δημιουργίας του κόσμου, διέταξε την Αυγή να ανατείλει το φως και τα ρολόγια ήταν έτοιμα να δώσουν τον πρώτο παρθενικό τους χτύπο.
Πρόκειται για μια εκδοχή του μύθου του Χρόνου, που καταδεικνύει την αγωνία του ανθρώπου να εξηγήσει την απόλυτη ευθυγράμμιση της ροής του χρόνου με εκείνη της ζωής. Η διακοπή του χρόνου σημαίνει παύση παντός (σύμπαντος). Και θεωρείται ανέφικτη. Είναι όμως;
Πώς οι εμπειρίες της παιδικής μας ηλικίας επηρεάζουν την αυτοεκτίμησή μας
Υπάρχει ένας βασικός ψυχολογικός μηχανισμός με τον οποίο γεννιόμαστε και ο οποίος στηρίζεται στην αμφισβήτηση του εαυτού με αφορμή κάθε αρνητικό γεγονός.
Η αμφισβήτηση αυτή λειτουργεί σε τελευταία ανάλυση ως κίνητρο για αυτο-βελτίωση. Δηλαδή όταν κάτι δεν πάει καλά και δεν είμαστε σε θέση να το διορθώσουμε άμεσα, υποσυνείδητα ενεργοποιείται ένα μέρος μέσα μας που μας λέει ότι δεν είμαστε εντάξει όπως είμαστε, δεν είμαστε αρκετά άξιοι, δεν είμαστε αρκετά ικανοί κ.λπ.. Το δυσάρεστο συναίσθημα που παράγεται απ’ αυτήν την αυτοαμφισβήτηση, γίνεται το κίνητρο για να διορθώσουμε την αρνητική κατάσταση.
Η αυτοαμφισβήτηση ως μηχανισμός κινητοποίησης του ανθρώπου λειτουργεί εδώ και δεκάδες χιλιάδες χρόνια στον άνθρωπο (από τότε που ανέπτυξε την επίγνωση του εαυτού του) και είναι η ριζική αιτία κάθε είδους ψυχικού πόνου. Αν αναλογιστούμε πόσο πόνο έχει περάσει η ανθρωπότητα μέχρι σήμερα, μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο κάθε άνθρωπος, γεννιέται έχοντας μέσα του μία τεράστια ετοιμότητα για αυτοαμφισβήτηση.
Ανάλογα με το πόσο λείπουν καλά πράγματα στην παιδική μας εμπειρία, ο μηχανισμός αυτοαμφισβήτησης ουσιαστικά «ξυπνάει» αρνητικές πεποιθήσεις γύρω από τον εαυτό εγγεγραμμένες στο DNA μας. Πρόκειται για πεποιθήσεις που έχουν κληροδοτηθεί από γενιά σε γενιά (μέσω DNA και μέσω της διαπαιδαγώγησης των παιδιών της εκάστοτε γενιάς από τους γονείς τους). Η συγκεκριμένη μορφή αυτών των πεποιθήσεων ποικίλλει από άτομο σε άτομο γιατί εξαρτάται από το γενεαλογικό δένδρο και την ιστορία των προγόνων του καθενός .
Ας τονίσουμε ότι δεν είναι ανάγκη αυτή η έλλειψη καλών πραγμάτων να γίνει υπό τη μορφή «τραυματικών γεγονότων» της παιδικής ηλικίας για τα οποία έχει γίνει πολύς λόγος στην ψυχολογία• μπορεί να γίνει και υπό τη μορφή μιας γενικής ψυχολογικής ατμόσφαιρας και στάσης απέναντι στο παιδί που διαποτίζει την καθημερινή του ζωή στο σπίτι, ακόμα κι αν λείπουν θορυβώδη, «σημαντικά» τραυματικά γεγονότα.
Στον βαθμό λοιπόν που ένα παιδί- με τρόπο εμφανή ή ύπουλο- δεν πάρει από τους γονείς του αρκετή αγάπη, σεβασμό, φροντίδα και συνθήκες ασφάλειας, θα ενεργοποιηθούν μέσα του πεποιθήσεις για τον εαυτό του όπως «δεν αξίζω να μ’ αγαπούν», «δεν αξίζω να με σέβονται», «δεν μπορώ, δεν είμαι ικανός να έχω αυτά που έχω ανάγκη».
Γι αυτό το γεγονός ευθύνεται ο βασικός μηχανισμός αυτοβελτίωσης μέσω της αυτοαμφισβήτησης για τον οποίο μιλήσαμε στην αρχή, αλλά συνδράμει κι ο εξής καθοριστικός παράγοντας: Ένα παιδί δεν έχει αρκετά ανεπτυγμένη κρίση ώστε να σκεφθεί ότι δεν ευθύνεται το ίδιο για το ότι οι γονείς του δεν του παρέχουν αυτά που έχει ανάγκη κι έτσι δεν υπάρχει καμία άμυνα απέναντι σ’ αυτήν την ενεργοποίηση αρνητικών πεποιθήσεων μέσα του.
Αν π.χ. δεν πάρει αγάπη ή αναγνώριση των ικανοτήτων του, είναι πολύ περίπλοκο να σκεφτεί ότι υπάρχουν λόγοι για τους οποίους οι γονείς του αδυνατούν να του τη δώσουν, ενώ είναι πολύ απλό, αφού οι αρνητικές πεποιθήσεις περιμένουν ήδη έτοιμες μέσα του, να υποθέσει ότι κάποια ανεπάρκειά του ευθύνεται γι αυτήν την έλλειψη.
Άλλωστε τους γονείς του τους βλέπει περίπου σαν θεούς, εκείνοι είναι οι δυνατοί, έχουν πολλά περισσότερα χρόνια σ’ αυτόν τον πρωτόγνωρο κόσμο, ξέρουν τα πάντα και το ίδιο τίποτα, πώς θα μπορούσαν να κάνουν οποιοδήποτε λάθος; Χώρια που το συμφέρει να τους βλέπει σαν αλάθητους και τέλειους, γιατί απ’ αυτούς εξαρτάται η ίδια του ή ύπαρξη• η ιδέα ότι αυτοί που έχουν αναλάβει τη φροντίδα του ίσως να είναι ατελείς, του προκαλεί ανασφάλεια.
Επίσης να τονίσουμε ότι ένα παιδί μπορεί να πάρει πολλή αγάπη, φροντίδα και προσοχή, αλλά και πάλι να ενεργοποιηθούν έντονα αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό του, γιατί πήρε αυτά τα στοιχεία με λάθος τρόπο. Δηλαδή για παράδειγμα, μια υπερβολικά προστατευτική συμπεριφορά που βασίζεται στο φόβο του γονέα, κάνει το παιδί να φοβάται επίσης και να διαμορφώνει έτσι την πεποίθηση ότι είναι πολύ αδύναμο και ευάλωτο μέσα σ’ έναν πολύ επικίνδυνο κόσμο.
Επίσης οι συνεχείς συμβουλές, νουθεσίες και παρεμβολές, όσο και άριστη να είναι η πρόθεση με την οποία δίνονται, του ενεργοποιούν την πεποίθηση ότι δεν μπορεί να βασίζεται στις ικανότητές του (είμαι ανίκανος), δεν έχει τον έλεγχο να κάνει αυτό που το ίδιο θέλει (είμαι ανήμπορος, κάνω αυτό που θέλουν οι άλλοι), δεν έχει την κρίση για να διακρίνει το ωφέλιμο από το βλαβερό (είμαι χαζός, είμαι αμαθής, οι άλλοι μόνο ξέρουν), δεν έχει την αντοχή για να μαθαίνει απ’ τα λάθη του (είμαι ευπαθής, αν κάνω λάθος, καταστράφηκα), πεποιθήσεις όλες πολύ αρνητικές για τον εαυτό.
Ένας άλλος λάθος τρόπος αγάπης των γονιών προς τα παιδιά τους προκύπτει όταν δεν τα αγαπούν γι αυτήν καθ’ αυτήν την ύπαρξή τους, αλλά επειδή είναι πολύ όμορφα, έξυπνα, καλότροπα, καλοί μαθητές, υπάκουα κ.λπ.. Στον βαθμό που ισχύει αυτό, αυτή η αγάπη επίσης γεννά αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό για τον απλούστατο λόγο ότι το παιδί διαμορφώνει την βασική πεποίθηση «δεν αξίζω γι αυτό που είμαι, αξίζω μόνο όσο ικανοποιώ τις επιθυμίες των άλλων για μένα».
Διότι στην παραμικρή απόκλιση απ’ αυτά που περιμένουν οι άλλοι από κείνο, διαισθάνεται την μεγάλη επιδείνωση του συναισθηματικού κλίματος. Μοιάζει με την κατάθλιψη και το άγχος που βασανίζει συχνά τους σταρ του θεάματος οι οποίοι γνωρίζουν κατά βάθος ότι όλος ο θαυμασμός και η αγάπη του κόσμου δεν είναι πράγματι προς το πρόσωπό τους, αλλά είναι κάτι απολύτως εξαρτώμενο από τις επιτυχίες τους και από την μόδα των καιρών.
Έτσι λοιπόν η πρώτη εικόνα που διαμορφώνουμε για τον εαυτό μας εξαρτάται από τις εμπειρίες της παιδικής μας ζωής κι αυτή η εικόνα, διατηρείται και στην ενήλικη ζωή, ουσιαστικά μέχρι να πεθάνουμε, αν δεν την θέσουμε συνειδητά και συστηματικά υπό αμφισβήτηση. Εδώ φυσικά προκύπτει το ερώτημα, γιατί συμβαίνει αυτό;
Δηλαδή, αν ένα παιδί δεν έχει πάρει αγάπη και σεβασμό απ’ τους γονείς του, είναι επόμενο όπως εξηγήσαμε να διαμορφώσει πεποιθήσεις για τον εαυτό του όπως «δεν αξίζω να μ’ αγαπούν και να με σέβονται» και «δεν έχω τη δύναμη να παίρνω αυτό που θέλω (όπως το σημαντικότατο να μ’ αγαπούν και να με σέβονται)». Όμως γιατί οι κατοπινές του εμπειρίες με άλλους ανθρώπους, δεν του αλλάζουν αυτές τις πεποιθήσεις;
Ένας απ’ τους λόγους είναι κατ’ αρχήν ότι οι πρώτες πεποιθήσεις για τον εαυτό έχουν ιδιαίτερη ισχύ αφού ενεργοποιούνται όταν δεν υπάρχει καμία κριτική άμυνα και διαμορφώνουν την πρώτη εντύπωση για το ποιοι είμαστε, που είναι και η πιο δυνατή.
Από κει κι έπειτα αυτές οι καλά θεμελιωμένες πεποιθήσεις επηρεάζουν τις επιλογές μας και την ερμηνεία των γεγονότων της ζωής μας με τέτοιο τρόπο ώστε να αυτο-επιβεβαιώνονται.
Η αμφισβήτηση αυτή λειτουργεί σε τελευταία ανάλυση ως κίνητρο για αυτο-βελτίωση. Δηλαδή όταν κάτι δεν πάει καλά και δεν είμαστε σε θέση να το διορθώσουμε άμεσα, υποσυνείδητα ενεργοποιείται ένα μέρος μέσα μας που μας λέει ότι δεν είμαστε εντάξει όπως είμαστε, δεν είμαστε αρκετά άξιοι, δεν είμαστε αρκετά ικανοί κ.λπ.. Το δυσάρεστο συναίσθημα που παράγεται απ’ αυτήν την αυτοαμφισβήτηση, γίνεται το κίνητρο για να διορθώσουμε την αρνητική κατάσταση.
Η αυτοαμφισβήτηση ως μηχανισμός κινητοποίησης του ανθρώπου λειτουργεί εδώ και δεκάδες χιλιάδες χρόνια στον άνθρωπο (από τότε που ανέπτυξε την επίγνωση του εαυτού του) και είναι η ριζική αιτία κάθε είδους ψυχικού πόνου. Αν αναλογιστούμε πόσο πόνο έχει περάσει η ανθρωπότητα μέχρι σήμερα, μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο κάθε άνθρωπος, γεννιέται έχοντας μέσα του μία τεράστια ετοιμότητα για αυτοαμφισβήτηση.
Ανάλογα με το πόσο λείπουν καλά πράγματα στην παιδική μας εμπειρία, ο μηχανισμός αυτοαμφισβήτησης ουσιαστικά «ξυπνάει» αρνητικές πεποιθήσεις γύρω από τον εαυτό εγγεγραμμένες στο DNA μας. Πρόκειται για πεποιθήσεις που έχουν κληροδοτηθεί από γενιά σε γενιά (μέσω DNA και μέσω της διαπαιδαγώγησης των παιδιών της εκάστοτε γενιάς από τους γονείς τους). Η συγκεκριμένη μορφή αυτών των πεποιθήσεων ποικίλλει από άτομο σε άτομο γιατί εξαρτάται από το γενεαλογικό δένδρο και την ιστορία των προγόνων του καθενός .
Ας τονίσουμε ότι δεν είναι ανάγκη αυτή η έλλειψη καλών πραγμάτων να γίνει υπό τη μορφή «τραυματικών γεγονότων» της παιδικής ηλικίας για τα οποία έχει γίνει πολύς λόγος στην ψυχολογία• μπορεί να γίνει και υπό τη μορφή μιας γενικής ψυχολογικής ατμόσφαιρας και στάσης απέναντι στο παιδί που διαποτίζει την καθημερινή του ζωή στο σπίτι, ακόμα κι αν λείπουν θορυβώδη, «σημαντικά» τραυματικά γεγονότα.
Στον βαθμό λοιπόν που ένα παιδί- με τρόπο εμφανή ή ύπουλο- δεν πάρει από τους γονείς του αρκετή αγάπη, σεβασμό, φροντίδα και συνθήκες ασφάλειας, θα ενεργοποιηθούν μέσα του πεποιθήσεις για τον εαυτό του όπως «δεν αξίζω να μ’ αγαπούν», «δεν αξίζω να με σέβονται», «δεν μπορώ, δεν είμαι ικανός να έχω αυτά που έχω ανάγκη».
Γι αυτό το γεγονός ευθύνεται ο βασικός μηχανισμός αυτοβελτίωσης μέσω της αυτοαμφισβήτησης για τον οποίο μιλήσαμε στην αρχή, αλλά συνδράμει κι ο εξής καθοριστικός παράγοντας: Ένα παιδί δεν έχει αρκετά ανεπτυγμένη κρίση ώστε να σκεφθεί ότι δεν ευθύνεται το ίδιο για το ότι οι γονείς του δεν του παρέχουν αυτά που έχει ανάγκη κι έτσι δεν υπάρχει καμία άμυνα απέναντι σ’ αυτήν την ενεργοποίηση αρνητικών πεποιθήσεων μέσα του.
Αν π.χ. δεν πάρει αγάπη ή αναγνώριση των ικανοτήτων του, είναι πολύ περίπλοκο να σκεφτεί ότι υπάρχουν λόγοι για τους οποίους οι γονείς του αδυνατούν να του τη δώσουν, ενώ είναι πολύ απλό, αφού οι αρνητικές πεποιθήσεις περιμένουν ήδη έτοιμες μέσα του, να υποθέσει ότι κάποια ανεπάρκειά του ευθύνεται γι αυτήν την έλλειψη.
Άλλωστε τους γονείς του τους βλέπει περίπου σαν θεούς, εκείνοι είναι οι δυνατοί, έχουν πολλά περισσότερα χρόνια σ’ αυτόν τον πρωτόγνωρο κόσμο, ξέρουν τα πάντα και το ίδιο τίποτα, πώς θα μπορούσαν να κάνουν οποιοδήποτε λάθος; Χώρια που το συμφέρει να τους βλέπει σαν αλάθητους και τέλειους, γιατί απ’ αυτούς εξαρτάται η ίδια του ή ύπαρξη• η ιδέα ότι αυτοί που έχουν αναλάβει τη φροντίδα του ίσως να είναι ατελείς, του προκαλεί ανασφάλεια.
Επίσης να τονίσουμε ότι ένα παιδί μπορεί να πάρει πολλή αγάπη, φροντίδα και προσοχή, αλλά και πάλι να ενεργοποιηθούν έντονα αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό του, γιατί πήρε αυτά τα στοιχεία με λάθος τρόπο. Δηλαδή για παράδειγμα, μια υπερβολικά προστατευτική συμπεριφορά που βασίζεται στο φόβο του γονέα, κάνει το παιδί να φοβάται επίσης και να διαμορφώνει έτσι την πεποίθηση ότι είναι πολύ αδύναμο και ευάλωτο μέσα σ’ έναν πολύ επικίνδυνο κόσμο.
Επίσης οι συνεχείς συμβουλές, νουθεσίες και παρεμβολές, όσο και άριστη να είναι η πρόθεση με την οποία δίνονται, του ενεργοποιούν την πεποίθηση ότι δεν μπορεί να βασίζεται στις ικανότητές του (είμαι ανίκανος), δεν έχει τον έλεγχο να κάνει αυτό που το ίδιο θέλει (είμαι ανήμπορος, κάνω αυτό που θέλουν οι άλλοι), δεν έχει την κρίση για να διακρίνει το ωφέλιμο από το βλαβερό (είμαι χαζός, είμαι αμαθής, οι άλλοι μόνο ξέρουν), δεν έχει την αντοχή για να μαθαίνει απ’ τα λάθη του (είμαι ευπαθής, αν κάνω λάθος, καταστράφηκα), πεποιθήσεις όλες πολύ αρνητικές για τον εαυτό.
Ένας άλλος λάθος τρόπος αγάπης των γονιών προς τα παιδιά τους προκύπτει όταν δεν τα αγαπούν γι αυτήν καθ’ αυτήν την ύπαρξή τους, αλλά επειδή είναι πολύ όμορφα, έξυπνα, καλότροπα, καλοί μαθητές, υπάκουα κ.λπ.. Στον βαθμό που ισχύει αυτό, αυτή η αγάπη επίσης γεννά αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό για τον απλούστατο λόγο ότι το παιδί διαμορφώνει την βασική πεποίθηση «δεν αξίζω γι αυτό που είμαι, αξίζω μόνο όσο ικανοποιώ τις επιθυμίες των άλλων για μένα».
Έτσι λοιπόν η πρώτη εικόνα που διαμορφώνουμε για τον εαυτό μας εξαρτάται από τις εμπειρίες της παιδικής μας ζωής κι αυτή η εικόνα, διατηρείται και στην ενήλικη ζωή, ουσιαστικά μέχρι να πεθάνουμε, αν δεν την θέσουμε συνειδητά και συστηματικά υπό αμφισβήτηση. Εδώ φυσικά προκύπτει το ερώτημα, γιατί συμβαίνει αυτό;
Δηλαδή, αν ένα παιδί δεν έχει πάρει αγάπη και σεβασμό απ’ τους γονείς του, είναι επόμενο όπως εξηγήσαμε να διαμορφώσει πεποιθήσεις για τον εαυτό του όπως «δεν αξίζω να μ’ αγαπούν και να με σέβονται» και «δεν έχω τη δύναμη να παίρνω αυτό που θέλω (όπως το σημαντικότατο να μ’ αγαπούν και να με σέβονται)». Όμως γιατί οι κατοπινές του εμπειρίες με άλλους ανθρώπους, δεν του αλλάζουν αυτές τις πεποιθήσεις;
Ένας απ’ τους λόγους είναι κατ’ αρχήν ότι οι πρώτες πεποιθήσεις για τον εαυτό έχουν ιδιαίτερη ισχύ αφού ενεργοποιούνται όταν δεν υπάρχει καμία κριτική άμυνα και διαμορφώνουν την πρώτη εντύπωση για το ποιοι είμαστε, που είναι και η πιο δυνατή.
Από κει κι έπειτα αυτές οι καλά θεμελιωμένες πεποιθήσεις επηρεάζουν τις επιλογές μας και την ερμηνεία των γεγονότων της ζωής μας με τέτοιο τρόπο ώστε να αυτο-επιβεβαιώνονται.
Ιστορική και επιστημολογική εξέλιξη της ψυχολογίας
Η εξέλιξη των συστημάτων της ψυχολογίας, αποτέλεσε αναγκαίο μέρος στην ανάπτυξη της διότι συνέβαλε να ορισθεί μεθοδολογικά και να χωροθετηθεί εντός της επιστήμης. Ωστόσο, η ψυχολογική έρευνα συνδέεται στενά με την φιλοσοφία μέσα από την επιστημιολογία και την αναζήτηση της γνώσης.
Φιλοσοφία και Ψυχολογία
Οι ιστορικοί εντοπίζουν στα γραπτά των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, το πρώτο σημαντικό «σώμα» εργασίας στη Δύση, πλούσιο σε ψυχολογική σκέψη. Ο Σωκράτης έβάλε τα θεμέλεια της φιλοσοφικής προσέγγισης της ψυχολογίας, εξέφρασε τον ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό στην πληρότητά του και εγκαινίασε μία διακριτή παράδοση η οποία εξελίχθηκε περαιτέρω από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.
Ο Πλάτωνας, διατυπώνει τον ψυχοφυσικό δυισμό, την αφθαρσία και διαίρεση της ψυχής: λογικό, συναισθηματικό, αισθησιακά επιθυμητικό. Ο Αριστοτέλης, μαθητής του Πλάτωνα και πατέρας της Ψυχολογίας, επιχειρεί να γεφυρώσει το χάσμα σώματος-ψυχής που άνοιξε ο δάσκαλος του, υποστηρίζοντας ότι η ψυχή δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς το σώμα αλλά και το σώμα δεν είναι παρά το όργανο της ψυχής (Δαφέρμος, 2020).
Αναγέννηση: Εμπειρισμός-Ορθολογισμός
Την περίοδο της Αναγέννησης εντοπίζονται οι απαρχές μιας πιο επιστημονικής θεώρησης της ψυχολογίας. Ο Descartes ήταν ο πρώτος που πρότεινε την αναζήτηση της αλήθειας μέσω της ενδοσκόπησης και της αισθητηριακής εμπειρίας. Με την περίφημη ρήση του «σκέφτομαι αλλά υπάρχω» θέτει και εκείνος το ζήτημα του δυισμού πνεύματος-σώματος και την αλληλεπίδραση τους (Δαφέρμος, 2020).
Η εμπειρική ψυχολογία εμφανίζεται κατά την ίδια εποχή και ο John Locke διατυπώνει την κλασική μορφή του εμπειρισμού: αρχή της γνώσεως είναι η εμπειρία (μέσω αισθήσεων), ο άνθρωπος γεννιέται «tabula rasa».
Τόσο ο εμπειρισμός όσο και ορθολογισμός, διακρίνονταν από σημαντικούς περιορισμούς τους οποίους ανέδειξε ο φιλόσοφος Immanuel Kant, υποστηρίζοντας ότι οι έννοιες δεν προκύπτουν άμεσα από την εμπειρία αλλά παράγονται από τον νου a priori ( Bacon, 2000: Brennan, 2009).
Νεότερη ψυχολογία
Με προάγγελο αυτές τις θεωρίες, η πειραματική ψυχολογία δεν άργησε να κάνει την εμφάνιση της και για πρώτη φορά εισάγεται ο όρος ενέργεια στην ιστορία της ψυχολογίας.
Ο Wilhelm Wundt, κύριος ιδρυτής της πειραματικής ψυχολογίας και εκφραστής του Δομισμού, διατυπώνει την θεωρία με κύριο πυρήνα το γεγονός ότι οι άνθρωποι μπορούν να εστιάσουν την προσοχή τους μόνο σε ότι επιθυμούν. Οι μελέτες του Wundt τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η ενδοσκόπηση είναι ένα μέσο μελέτης του νου.
Την αξία της ενδοσκόπησης αναγνώρισε τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά ο Edward B.Titchener της σχολής του Δομισμού, σύντομα όμως θεωρήθηκε αναξιόπιστη.
Μια από τις σημαντικότερες τομές στην ιστορία της ψυχολογίας (19ος αιώνας), αποτέλεσε η Εξελικτική Θεωρία του Charles Darwin. Η προσαρμοστικότητα, η κληρονομικότητα, η φυσική επιλογή και η κοινή καταγωγή των ειδών από έναν κοινό πρόγονο, έθεσε το πλαίσιο για την ανάπτυξη του Λειτουργισμού (Baker & Sperry, 2018)
Ο Λειτουργισμός, εκφράστηκε ως αντίδραση στη γερμανική σχολή του Δομισμού από τον William James, πατέρα της αμερικανικής ψυχολογίας ο οποίος υποστήριξε ότι ο σωστός τρόπος μελέτης των ψυχολογικών φαινομένων είναι μέσω της εξέτασης της προσαρμοστικής τους αξίας και της λειτουργικότητάς τους. Ο Λειτουργισμός σταδιακά απορροφήθηκε από τον Αμερικανικό συμπεριφορισμό (Walker, 1945).
Η επίδραση του Ivan Pavlof και των εξαρτημένων ανακλαστικών υπήρξε καθοριστική στην ανάπτυξη του Συμπεριφορισμού, θεμελιωτής του οποίου υπήρξε ο John Watson. Βασική αρχή της θεωρίας είναι ότι η προσωπικότητα διαμορφώνεται από το περιβάλλον. Η σχέση μεταξύ συμπεριφοράς και των βιολογικών λειτουργιών είναι πάντοτε μια απάντηση σε ένα ερέθισμα στο περιβάλλον.
Οι μεθοδολογική περιορισμοί του Watson οδήγησαν στην ανάπτυξη μιας νέας οπτικής από τον Β.F. Skinner ο οποίος διατύπωσε την Συντελεστική διενεργό εξαρτημένη μάθηση: η συμπεριφορά ενισχύεται από παράγοντες θετικής ενίσχυσης, ή από την απόσυρση παραγόντων αρνητικής ενίσχυσης (Baker & Sperry, 2018)
Στις αρχές του 1900 στην Ευρώπη, εμφανίζεται η Ψυχαναλυτική θεωρία του Sigmoud Freud. Για πρώτη φορά μπαίνει στο μικροσκόπιο το ασυνείδητο, οι ελεύθεροι συνειρμοί, η σημασία της σεξουαλικής επιθυμίας (libido) στο ψυχισμό του ατόμου, τα ψυχοσεξουαλικά στάδια ανάπτυξης, οι θεωρίες προσωπικότητας, η διεργασία του ονείρου. Παρά τις επικρίσεις που δέχθηκε το έργο του Freud, δεν μπορεί να αναιρεθεί η συμβολή της δομής του ψυχικού οργάνου ( Id-Ego-Superego) στον ψυχισμό της ανθρώπινης ύπαρξης,.
Η θεωρία του, αν και ανατρεπτική και αμφιλεγόμενη ιδιαιτέρα στην Αμερική, άσκησε μεγάλη επιρροή σε σημαντικές προσωπικότητες όπως του C.Jung και A. Adler.
Και ενώ η Αμερικάνικη Ψυχολογία κυριαρχούνταν σε μεγάλο βαθμό από τον συμπεριφορισμό, η Ευρωπαϊκή Ψυχολογία, πλην της ψυχανάλυσης, έδινε έμφαση στη διαμόρφωση ολιστικότερων θεωριών όπως της Φαινομενολογίας, Μορφισμού και του Υπαρξισμού. Η «τρίτη δύναμη» της ψυχολογίας, αναδύεται.
Οι ψυχολόγοι της θεωρίας της Μορφής, ο Rogers, o Hebb και πολλοί άλλοι ήταν εκείνοι που άνοιξαν το δρόμο για την «γνωστική επανάσταση». Σημαντική τομή αποτέλεσε η τεχνητή νοημοσύνη του Turing για να αναλυθεί και να συγκριθεί με αυτήν η ανθρώπινη νοημοσύνη.
Η Γνωστική ψυχολογία ρίχνει το βάρος στη μελέτη συγκεκριμένων γνωστικών λειτουργιών (J. Piaget) και μάθηση και νοητικών δεξιοτήτων η οποία μεταβιβάζεται μέσω της γλώσσας.
Σε αντίθεση µε την ατοµοκεντρικές θεωρίες μάθησης, οι κοινωνικοπολιτισμικές θεωρίες βλέπουν τη μαθησιακή δραστηριότητα μόνο μέσα στο κοινωνικό, ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο διαδραματίζεται. Η θεωρία του Lev Vygotsky «οι άνθρωποι μαθαίνουν μέσω των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων» καθώς και του Albert Bandura, «μάθηση μέσω παρατήρησης και μίμησης προτύπων», κρίνονται σημαντικές για τη σύγχρονη Γνωστική, Αναπτυξιακή και Εκπαιδευτική Ψυχολογία (Ferrari, & Robinson, & Yasnitsky, 2010).
Φιλοσοφία και Ψυχολογία
Οι ιστορικοί εντοπίζουν στα γραπτά των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, το πρώτο σημαντικό «σώμα» εργασίας στη Δύση, πλούσιο σε ψυχολογική σκέψη. Ο Σωκράτης έβάλε τα θεμέλεια της φιλοσοφικής προσέγγισης της ψυχολογίας, εξέφρασε τον ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό στην πληρότητά του και εγκαινίασε μία διακριτή παράδοση η οποία εξελίχθηκε περαιτέρω από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.
Ο Πλάτωνας, διατυπώνει τον ψυχοφυσικό δυισμό, την αφθαρσία και διαίρεση της ψυχής: λογικό, συναισθηματικό, αισθησιακά επιθυμητικό. Ο Αριστοτέλης, μαθητής του Πλάτωνα και πατέρας της Ψυχολογίας, επιχειρεί να γεφυρώσει το χάσμα σώματος-ψυχής που άνοιξε ο δάσκαλος του, υποστηρίζοντας ότι η ψυχή δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς το σώμα αλλά και το σώμα δεν είναι παρά το όργανο της ψυχής (Δαφέρμος, 2020).
Αναγέννηση: Εμπειρισμός-Ορθολογισμός
Την περίοδο της Αναγέννησης εντοπίζονται οι απαρχές μιας πιο επιστημονικής θεώρησης της ψυχολογίας. Ο Descartes ήταν ο πρώτος που πρότεινε την αναζήτηση της αλήθειας μέσω της ενδοσκόπησης και της αισθητηριακής εμπειρίας. Με την περίφημη ρήση του «σκέφτομαι αλλά υπάρχω» θέτει και εκείνος το ζήτημα του δυισμού πνεύματος-σώματος και την αλληλεπίδραση τους (Δαφέρμος, 2020).
Η εμπειρική ψυχολογία εμφανίζεται κατά την ίδια εποχή και ο John Locke διατυπώνει την κλασική μορφή του εμπειρισμού: αρχή της γνώσεως είναι η εμπειρία (μέσω αισθήσεων), ο άνθρωπος γεννιέται «tabula rasa».
Τόσο ο εμπειρισμός όσο και ορθολογισμός, διακρίνονταν από σημαντικούς περιορισμούς τους οποίους ανέδειξε ο φιλόσοφος Immanuel Kant, υποστηρίζοντας ότι οι έννοιες δεν προκύπτουν άμεσα από την εμπειρία αλλά παράγονται από τον νου a priori ( Bacon, 2000: Brennan, 2009).
Νεότερη ψυχολογία
Με προάγγελο αυτές τις θεωρίες, η πειραματική ψυχολογία δεν άργησε να κάνει την εμφάνιση της και για πρώτη φορά εισάγεται ο όρος ενέργεια στην ιστορία της ψυχολογίας.
Ο Wilhelm Wundt, κύριος ιδρυτής της πειραματικής ψυχολογίας και εκφραστής του Δομισμού, διατυπώνει την θεωρία με κύριο πυρήνα το γεγονός ότι οι άνθρωποι μπορούν να εστιάσουν την προσοχή τους μόνο σε ότι επιθυμούν. Οι μελέτες του Wundt τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η ενδοσκόπηση είναι ένα μέσο μελέτης του νου.
Την αξία της ενδοσκόπησης αναγνώρισε τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά ο Edward B.Titchener της σχολής του Δομισμού, σύντομα όμως θεωρήθηκε αναξιόπιστη.
Μια από τις σημαντικότερες τομές στην ιστορία της ψυχολογίας (19ος αιώνας), αποτέλεσε η Εξελικτική Θεωρία του Charles Darwin. Η προσαρμοστικότητα, η κληρονομικότητα, η φυσική επιλογή και η κοινή καταγωγή των ειδών από έναν κοινό πρόγονο, έθεσε το πλαίσιο για την ανάπτυξη του Λειτουργισμού (Baker & Sperry, 2018)
Ο Λειτουργισμός, εκφράστηκε ως αντίδραση στη γερμανική σχολή του Δομισμού από τον William James, πατέρα της αμερικανικής ψυχολογίας ο οποίος υποστήριξε ότι ο σωστός τρόπος μελέτης των ψυχολογικών φαινομένων είναι μέσω της εξέτασης της προσαρμοστικής τους αξίας και της λειτουργικότητάς τους. Ο Λειτουργισμός σταδιακά απορροφήθηκε από τον Αμερικανικό συμπεριφορισμό (Walker, 1945).
Η επίδραση του Ivan Pavlof και των εξαρτημένων ανακλαστικών υπήρξε καθοριστική στην ανάπτυξη του Συμπεριφορισμού, θεμελιωτής του οποίου υπήρξε ο John Watson. Βασική αρχή της θεωρίας είναι ότι η προσωπικότητα διαμορφώνεται από το περιβάλλον. Η σχέση μεταξύ συμπεριφοράς και των βιολογικών λειτουργιών είναι πάντοτε μια απάντηση σε ένα ερέθισμα στο περιβάλλον.
Οι μεθοδολογική περιορισμοί του Watson οδήγησαν στην ανάπτυξη μιας νέας οπτικής από τον Β.F. Skinner ο οποίος διατύπωσε την Συντελεστική διενεργό εξαρτημένη μάθηση: η συμπεριφορά ενισχύεται από παράγοντες θετικής ενίσχυσης, ή από την απόσυρση παραγόντων αρνητικής ενίσχυσης (Baker & Sperry, 2018)
Στις αρχές του 1900 στην Ευρώπη, εμφανίζεται η Ψυχαναλυτική θεωρία του Sigmoud Freud. Για πρώτη φορά μπαίνει στο μικροσκόπιο το ασυνείδητο, οι ελεύθεροι συνειρμοί, η σημασία της σεξουαλικής επιθυμίας (libido) στο ψυχισμό του ατόμου, τα ψυχοσεξουαλικά στάδια ανάπτυξης, οι θεωρίες προσωπικότητας, η διεργασία του ονείρου. Παρά τις επικρίσεις που δέχθηκε το έργο του Freud, δεν μπορεί να αναιρεθεί η συμβολή της δομής του ψυχικού οργάνου ( Id-Ego-Superego) στον ψυχισμό της ανθρώπινης ύπαρξης,.
Η θεωρία του, αν και ανατρεπτική και αμφιλεγόμενη ιδιαιτέρα στην Αμερική, άσκησε μεγάλη επιρροή σε σημαντικές προσωπικότητες όπως του C.Jung και A. Adler.
Και ενώ η Αμερικάνικη Ψυχολογία κυριαρχούνταν σε μεγάλο βαθμό από τον συμπεριφορισμό, η Ευρωπαϊκή Ψυχολογία, πλην της ψυχανάλυσης, έδινε έμφαση στη διαμόρφωση ολιστικότερων θεωριών όπως της Φαινομενολογίας, Μορφισμού και του Υπαρξισμού. Η «τρίτη δύναμη» της ψυχολογίας, αναδύεται.
Οι ψυχολόγοι της θεωρίας της Μορφής, ο Rogers, o Hebb και πολλοί άλλοι ήταν εκείνοι που άνοιξαν το δρόμο για την «γνωστική επανάσταση». Σημαντική τομή αποτέλεσε η τεχνητή νοημοσύνη του Turing για να αναλυθεί και να συγκριθεί με αυτήν η ανθρώπινη νοημοσύνη.
Η Γνωστική ψυχολογία ρίχνει το βάρος στη μελέτη συγκεκριμένων γνωστικών λειτουργιών (J. Piaget) και μάθηση και νοητικών δεξιοτήτων η οποία μεταβιβάζεται μέσω της γλώσσας.
Σε αντίθεση µε την ατοµοκεντρικές θεωρίες μάθησης, οι κοινωνικοπολιτισμικές θεωρίες βλέπουν τη μαθησιακή δραστηριότητα μόνο μέσα στο κοινωνικό, ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο διαδραματίζεται. Η θεωρία του Lev Vygotsky «οι άνθρωποι μαθαίνουν μέσω των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων» καθώς και του Albert Bandura, «μάθηση μέσω παρατήρησης και μίμησης προτύπων», κρίνονται σημαντικές για τη σύγχρονη Γνωστική, Αναπτυξιακή και Εκπαιδευτική Ψυχολογία (Ferrari, & Robinson, & Yasnitsky, 2010).
Κυνισμός η νέα Οικολογία;
Οι περισσότεροι φιλόσοφοι ζούσαν λιτά. Τα πάντα ήταν περιττά για αυτούς: εδέσματα, ενδύματα, πολυτελείς κατοικίες και ιδιοκτησίες. Σε αντίθεση με τους πολλούς, όπου τα πάντα θεωρούνται απαραίτητα για τον ευ ζην, οι φιλόσοφοι αρκούνταν στα λίγα και το διακήρυτταν με τον βίο τους. Δίχως να έχει δημιουργηθεί ακόμη η ανάγκη για οικολογικό κίνημα, συνειδητοποίησαν νωρίς ότι το να ζουν σε αρμονία με τη φύση, το «κατά φύσιν ζῆν», τους οδηγούσε στην ευδαιμονία.
Αλλά, αν μία φιλοσοφική σχολή μπορεί να διεκδικήσει τον τίτλο του πρώτου περιβαλλοντικού κινήματος, αυτή δεν είναι άλλη από τον Κυνισμό (που όπως και οι περισσότερες έλκει την καταγωγή της από τον Σωκρατικό βίο). Ο Αθηναίος φιλόσοφος πρώτος κατέδειξε ότι για το ευ ζην δεν χρειάζονται πολλά. Το αντίθετο. Το «τίποτε» είναι αρκετό. Αυτός όμως που πραγματικά έζησε σε αρμονία με τη φύση ήταν ο Διογένης ο Κύων, «ο τρελός Σωκράτης» όπως αποκαλούσε τον εαυτό του (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων 6.54). Έζησε, ελεύθερος από συμβάσεις, μια αξιοζήλευτη ζωή, ακόμη και για ένα αυτοκράτορα όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, όπως μαρτυρεί το θρυλικό περιστατικό της συνάντησής τους («Αν δεν ήμουν ο Αλέξανδρος, θα ήθελα να ήμουν ο Διογένης» Gnomologium Vaticanum: 743 n. 91).
Τι χρειάζεται ένας άνθρωπος τελικά; Ο Διογένης δεν είχε τίποτε στην κατοχή του. Ή μάλλον είχε: ένα κύπελο για να πίνει νερό. Μόλις όμως είδε ένα παιδί να πίνει νερό με τα χέρια, το πέταξε (θα μπορούσε να το χαρίσει;) λέγοντας: «παιδίον με νενίκηκεν εὐτελείᾳ» (ένα παιδί με νίκησε στη λιτότητα). Φαίνεται μάλιστα ότι τα παιδιά ήταν καλοί σύμβουλοι για τον ίδιο, γιατί βλέποντας στη συνέχεια ένα άλλο να τρώει τις φακές του, δίχως πιάτο, σε μια κοιλότητα του ψωμιού του, πέταξε και την κούπα που είχε για να τρώει ως περιττή (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων 6.37). Ο Διογένης άσκησε τον εαυτό του να μην επιθυμεί τίποτε, να είναι αυτάρκης ζώντας αρμονικά με τη φύση. Για τον λόγο αυτό, ασκούσε τον εαυτό του σωματικά και ψυχικά:
«Τίποτε απολύτως στη ζωή, έλεγε, δεν κατορθώνεται χωρίς άσκηση, αυτή όμως είναι δυνατή να κερδίσει τα πάντα. Πρέπει λοιπόν αντί για τους άχρηστους κόπους οι άνθρωποι να προτιμούν τους κατά φύσιν για να ζουν με ευδαιμονία (ζῆν εὐδαιμόνως), αλλά εξαιτίας της τρέλας τους ζουν δυστυχισμένοι. Γιατί ακόμη και η καταφρόνηση της ηδονής είναι πολύ ηδονική, όταν συνηθίζουμε σ’ αυτήν. Και όπως αυτοί που συνηθίζουν να ζουν με απολαύσεις (ἡδέως ζῆν) με αηδία περνούν στην αντίθετη κατάσταση, έτσι και εκείνοι που έχουν ασκηθεί στον αντίθετο τρόπο ζωής είναι ηδονικό να καταφρονούν τις ηδονές. Αυτά υποστήριζε και βέβαια τα τηρούσε. Όντως παραχαράσσοντας τις ισχύουσες αξίες, με το να μην αναγνωρίζει στις συμβάσεις το κύρος των φυσικών νόμων. Και έλεγε ότι διάγει τον ίδιο βίο με τον Ηρακλή, θέτοντας πάνω από όλα την ελευθερία.»
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων 6.71
Δεν είναι εύκολο να είσαι ελεύθερος. Το πρώτο βήμα όμως είναι να μην χρειάζεσαι τα περιττά, δηλαδή όσα δεν έχεις. Ο πολιτισμός των πολλών ανέκαθεν ζητούσε περισσότερα, θυσιάζοντας την «άχρηστη» φύση. Ακόμη και την εποχή του Διογένη, οι περισσότεροι καθόριζαν τις επιθυμίες τους με βάση τη γνώμη των άλλων. Το πιο πιθανό είναι ότι, αν υπήρχε η σημερινή τεχνολογία τότε, τα αποτελέσματα θα ήταν παρόμοια με τα σημερινά.
Η πολυτέλεια όμως δεν προσφέρει ευτυχία. Μόνο επιζητεί περισσότερα, καθώς ποτέ δεν είναι αρκετή. Η ματαιοδοξία δεν ικανοποιείται ούτε με την απόκτηση του κόσμου όλου. Η ανθρώπινη απληστία, με τη συνδρομή της τεχνολογίας, κατέστρεψε τη φύση για χάρη της παροντικής απόλαυσης του ανθρώπου, που ποτέ δεν κατόρθωσε να ζήσει λιτά. Για να ευτυχήσει πρέπει να τα έχει όλα. Όλοι θέλουν να τα έχουν όλα. Ρούχα, τηλέφωνα, σπίτια, αυτοκίνητα ποτέ δεν είναι αρκετά και καταλήγουν ο σκοπός της ζωής των σημερινών ανθρώπων, που δεν κατανοούν ότι η ζωή τους έχει ένα τέλος. Ταυτόχρονα με τη ζωή τους, ωστόσο, και η φύση (η μόνη γνωστή ζωή στο σύμπαν) ολισθαίνει προς μία ανυπολόγιστη καταστροφή.
Σίγουρα, ο Κυνισμός σήμερα δεν θα μπορούσε να έχει την ασκητική μορφή της αρχαιότητας. Οι αρχές του όμως είναι δυνατό να προσφέρουν τη λύση στο οικολογικό πρόβλημα, κατασκεύασμα της ανθρώπινης απληστίας, που έχει επιβληθεί έξωθεν. Ο Διογένης πέθανε αφήνοντας το μηδενικό αποτύπωμα της σωματικής του ύπαρξης. Είναι καιρός να αποδεχτούμε το αποτύπωμα της πνευματικής του διδασκαλίας για το μέλλον του κόσμου. Τώρα, που δεν είναι αργά. Ή όχι;
Αλλά, αν μία φιλοσοφική σχολή μπορεί να διεκδικήσει τον τίτλο του πρώτου περιβαλλοντικού κινήματος, αυτή δεν είναι άλλη από τον Κυνισμό (που όπως και οι περισσότερες έλκει την καταγωγή της από τον Σωκρατικό βίο). Ο Αθηναίος φιλόσοφος πρώτος κατέδειξε ότι για το ευ ζην δεν χρειάζονται πολλά. Το αντίθετο. Το «τίποτε» είναι αρκετό. Αυτός όμως που πραγματικά έζησε σε αρμονία με τη φύση ήταν ο Διογένης ο Κύων, «ο τρελός Σωκράτης» όπως αποκαλούσε τον εαυτό του (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων 6.54). Έζησε, ελεύθερος από συμβάσεις, μια αξιοζήλευτη ζωή, ακόμη και για ένα αυτοκράτορα όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, όπως μαρτυρεί το θρυλικό περιστατικό της συνάντησής τους («Αν δεν ήμουν ο Αλέξανδρος, θα ήθελα να ήμουν ο Διογένης» Gnomologium Vaticanum: 743 n. 91).
Τι χρειάζεται ένας άνθρωπος τελικά; Ο Διογένης δεν είχε τίποτε στην κατοχή του. Ή μάλλον είχε: ένα κύπελο για να πίνει νερό. Μόλις όμως είδε ένα παιδί να πίνει νερό με τα χέρια, το πέταξε (θα μπορούσε να το χαρίσει;) λέγοντας: «παιδίον με νενίκηκεν εὐτελείᾳ» (ένα παιδί με νίκησε στη λιτότητα). Φαίνεται μάλιστα ότι τα παιδιά ήταν καλοί σύμβουλοι για τον ίδιο, γιατί βλέποντας στη συνέχεια ένα άλλο να τρώει τις φακές του, δίχως πιάτο, σε μια κοιλότητα του ψωμιού του, πέταξε και την κούπα που είχε για να τρώει ως περιττή (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων 6.37). Ο Διογένης άσκησε τον εαυτό του να μην επιθυμεί τίποτε, να είναι αυτάρκης ζώντας αρμονικά με τη φύση. Για τον λόγο αυτό, ασκούσε τον εαυτό του σωματικά και ψυχικά:
«Τίποτε απολύτως στη ζωή, έλεγε, δεν κατορθώνεται χωρίς άσκηση, αυτή όμως είναι δυνατή να κερδίσει τα πάντα. Πρέπει λοιπόν αντί για τους άχρηστους κόπους οι άνθρωποι να προτιμούν τους κατά φύσιν για να ζουν με ευδαιμονία (ζῆν εὐδαιμόνως), αλλά εξαιτίας της τρέλας τους ζουν δυστυχισμένοι. Γιατί ακόμη και η καταφρόνηση της ηδονής είναι πολύ ηδονική, όταν συνηθίζουμε σ’ αυτήν. Και όπως αυτοί που συνηθίζουν να ζουν με απολαύσεις (ἡδέως ζῆν) με αηδία περνούν στην αντίθετη κατάσταση, έτσι και εκείνοι που έχουν ασκηθεί στον αντίθετο τρόπο ζωής είναι ηδονικό να καταφρονούν τις ηδονές. Αυτά υποστήριζε και βέβαια τα τηρούσε. Όντως παραχαράσσοντας τις ισχύουσες αξίες, με το να μην αναγνωρίζει στις συμβάσεις το κύρος των φυσικών νόμων. Και έλεγε ότι διάγει τον ίδιο βίο με τον Ηρακλή, θέτοντας πάνω από όλα την ελευθερία.»
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων 6.71
Δεν είναι εύκολο να είσαι ελεύθερος. Το πρώτο βήμα όμως είναι να μην χρειάζεσαι τα περιττά, δηλαδή όσα δεν έχεις. Ο πολιτισμός των πολλών ανέκαθεν ζητούσε περισσότερα, θυσιάζοντας την «άχρηστη» φύση. Ακόμη και την εποχή του Διογένη, οι περισσότεροι καθόριζαν τις επιθυμίες τους με βάση τη γνώμη των άλλων. Το πιο πιθανό είναι ότι, αν υπήρχε η σημερινή τεχνολογία τότε, τα αποτελέσματα θα ήταν παρόμοια με τα σημερινά.
Η πολυτέλεια όμως δεν προσφέρει ευτυχία. Μόνο επιζητεί περισσότερα, καθώς ποτέ δεν είναι αρκετή. Η ματαιοδοξία δεν ικανοποιείται ούτε με την απόκτηση του κόσμου όλου. Η ανθρώπινη απληστία, με τη συνδρομή της τεχνολογίας, κατέστρεψε τη φύση για χάρη της παροντικής απόλαυσης του ανθρώπου, που ποτέ δεν κατόρθωσε να ζήσει λιτά. Για να ευτυχήσει πρέπει να τα έχει όλα. Όλοι θέλουν να τα έχουν όλα. Ρούχα, τηλέφωνα, σπίτια, αυτοκίνητα ποτέ δεν είναι αρκετά και καταλήγουν ο σκοπός της ζωής των σημερινών ανθρώπων, που δεν κατανοούν ότι η ζωή τους έχει ένα τέλος. Ταυτόχρονα με τη ζωή τους, ωστόσο, και η φύση (η μόνη γνωστή ζωή στο σύμπαν) ολισθαίνει προς μία ανυπολόγιστη καταστροφή.
Σίγουρα, ο Κυνισμός σήμερα δεν θα μπορούσε να έχει την ασκητική μορφή της αρχαιότητας. Οι αρχές του όμως είναι δυνατό να προσφέρουν τη λύση στο οικολογικό πρόβλημα, κατασκεύασμα της ανθρώπινης απληστίας, που έχει επιβληθεί έξωθεν. Ο Διογένης πέθανε αφήνοντας το μηδενικό αποτύπωμα της σωματικής του ύπαρξης. Είναι καιρός να αποδεχτούμε το αποτύπωμα της πνευματικής του διδασκαλίας για το μέλλον του κόσμου. Τώρα, που δεν είναι αργά. Ή όχι;
Διαφορετικά είδη ενοχών
Δεν υπάρχει άνθρωπος σ’ αυτόν τον πλανήτη που να μην ένιωσε ενοχές κάποια στιγμή. Το τι είναι και πώς προκύπτουν έχει απασχολήσει ουκ ολίγους επιστήμονες κι ιδίως στον τομέα της ψυχολογίας, αφού αυτές συνδέονται άμεσα με τη συμπεριφορά του ατόμου. Κανείς λοιπόν νιώθει ένοχος όταν θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για μια άδικη, επιλήψιμη ή αρνητική συμπεριφορά του, χωρίς αυτό απαραίτητα ν’ ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το εν λόγω αίσθημα προκύπτει και συνδέεται άρρηκτα με την προσωπική ηθική, η οποία συγκροτείται από γονεϊκές, κοινωνικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές επιρροές, με αποτέλεσμα όλα τα παραπάνω να δημιουργούν έξι βασικά είδη ενοχών.
Ενοχή γονέα προς παιδί
Θα έλεγε κανείς ότι από εδώ ξεκινά η δημιουργία των ενοχών, αφού τα πρώτα άτομα που γαλουχούν ένα παιδί είναι οι γονείς του. Αναλογιστείτε πόσες φορές, όταν κάναμε κάποια αταξία, ζημιά ή δεν ανταποκριθήκαμε στις προσδοκίες των γονέων μας, ακούσαμε φράσεις του τύπου «Είσαι κακό παιδί» οι οποίες ενίοτε συνοδεύονταν με λόγια τύπου: «Ο Αϊ-Βασίλης δε θα σου φέρει δώρο». Δεν κρινόταν λοιπόν η πράξη μας τη δεδομένη χρονική στιγμή, αλλά ο χαρακτήρας μας, οδηγώντας μας αυτόματα στο να συνδέουμε το είναι και την ύπαρξή μας με μεμονωμένα περιστατικά, βγάζοντας συμπέρασμα για την ποιότητά μας.
Ενοχή παιδιού προς γονέα
Δεδομένης της ύπαρξης της προηγούμενης κατηγορίας κι εφ’ όσον τα παιδιά είναι εξαίρετοι μιμητές των ενηλίκων, χρησιμοποιούν πολύ συχνά τις ενοχές απέναντι στους γονείς τους, χωρίς ασφαλώς να γνωρίζουν ακριβώς τον μηχανισμό λειτουργίας τους, παρά μόνο το ότι αυξάνουν κατά πολύ την πιθανότητα να κερδίσουν αυτό που θέλουν. Στηρίζουν τα επιχειρήματά τους στην έλλειψη συναισθήματος από την πλευρά τον γονέων, όποτε γίνονται αποδέκτες μιας οποιασδήποτε άρνησης.
Κοινωνική
Αυτό το είδος ενοχής εμφανίζεται σε μετέπειτα στάδια της ζωής μας, όταν αποκτούμε πλέον κοινωνική ζωή, κάνοντας τους πρώτους μας φίλους ή πηγαίνοντας σχολείο. Ασφαλώς μας ακολουθεί σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, από εκείνο το κομβικό σημείο κι έπειτα. Μας δημιουργούν ενοχές αν δεν αποδίδουμε τα βέλτιστα στο σχολείο, εάν δεν έχουμε την πρέπουσα συμπεριφορά, πάντα σύμφωνα με γνώμονα την οπτική των γονιών αλλά και του περίγυρου, αφού πάντα μας απασχολούσε το «Τι θα πει ο κόσμος»; Μας ποτίζουν λοιπόν συνεχώς με την ανησυχία για το πώς μας βλέπουν οι άλλοι, εμάς αλλά και τις πράξεις μας, δημιουργώντας μας ένα μόνιμο άγχος ν’ αντεπεξέλθουμε στις προσδοκίες όλων των υπολοίπων εκτός από τις δικές μας.
Σχεσιακή
Η ενοχή έχει λανθασμένα συνδεθεί με το ενδιαφέρον, οπότε θέτω το εξής ερώτημα. Σε ποιου είδους σχέση αποζητάμε περισσότερο την προσοχή και το ενδιαφέρον, ίσως και περισσότερο απ’ ό,τι τα παιδιά προς τους γονείς; Στις ερωτικές ασφαλώς και γι’ αυτόν τον λόγο οι ενοχές είτε προκύπτουν είτε χρησιμοποιούνται ως μέσο εκπλήρωσης των θέλω μας. Κάποιες φορές γίνεται χαριτωμένα όπως «Αν μ’ αγαπάς τότε κάνε αυτό». Κάποιες φορές πάλι δείχνουμε από την αρχή το ανασφαλές μας πρόσωπο, χωρίς να τις καλύπτουμε πίσω από νάζια, όπως όταν υπενθυμίζουμε στον σύντροφό μας παρελθοντικά λάθη, προκειμένου να πετύχουμε αυτό που θέλουμε τη δεδομένη χρονική στιγμή.
Σεξουαλικότητας
Η συγκεκριμένη κατηγορία ίσως είναι κι η δυσκολότερη στο να ξεπεραστεί, αφού στηρίζεται σε κατάλοιπα πολλών χρόνων, στερεοτύπων και ταμπού, ενώ η κυριότερη βάση της είναι η θρησκεία. Έχουν καθιερωθεί λοιπόν με τα χρόνια συγκεκριμένες νόρμες για την ανθρώπινη σεξουαλικότητα κι οτιδήποτε ξεφεύγει από τα στενά όρια των παραπάνω, αμέσως δεν είναι κι αποδεκτό. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, υπάρχουν καλές κι ηθικές εκφράσεις της σεξουαλικότητας κι αντίστοιχα κακές κι ανήθικες. Έτσι ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων βλέπει τις επιθυμίες του με ένα αίσθημα ενοχής, ενώ τις κρατάει κρυφές από το περιβάλλον του με τον φόβο ότι θα κριθεί αυστηρά γι’ αυτές.
Αυτοεπιβαλλόμενη
Κάθε άνθρωπος, σύμφωνα με τα βιώματά του, έχει αναπτύξει έναν προσωπικό κώδικα δεοντολογίας, ηθικής κι αξιών τα οποία δε συνάδουν απαραίτητα με τις επιθυμίες του, όπως είναι αντιληπτό. Πολλές φορές λοιπόν όλοι μας, όταν πιστεύουμε και νιώθουμε ότι έχουμε ξεφύγει των παραπάνω, ότι παραστρατούμε από το σύνολο των αξιών μας, νιώθουμε ενοχές. Μόνο που αυτή τη φορά δεν τις νιώθουμε επειδή κάποιος άλλος μας οδήγησε σ’ αυτό το αίσθημα, αλλά επειδή εμείς ουσιαστικά στραφήκαμε εναντίον του εαυτού μας. Πρέπει να κατανοήσουμε όμως ότι η αυτοκριτική κι η αυτοβελτίωση απέχει μίλια από το αυτομαστίγωμα.
Εσύ πόσες εντόπισες στον εαυτό σου;
Ενοχή γονέα προς παιδί
Θα έλεγε κανείς ότι από εδώ ξεκινά η δημιουργία των ενοχών, αφού τα πρώτα άτομα που γαλουχούν ένα παιδί είναι οι γονείς του. Αναλογιστείτε πόσες φορές, όταν κάναμε κάποια αταξία, ζημιά ή δεν ανταποκριθήκαμε στις προσδοκίες των γονέων μας, ακούσαμε φράσεις του τύπου «Είσαι κακό παιδί» οι οποίες ενίοτε συνοδεύονταν με λόγια τύπου: «Ο Αϊ-Βασίλης δε θα σου φέρει δώρο». Δεν κρινόταν λοιπόν η πράξη μας τη δεδομένη χρονική στιγμή, αλλά ο χαρακτήρας μας, οδηγώντας μας αυτόματα στο να συνδέουμε το είναι και την ύπαρξή μας με μεμονωμένα περιστατικά, βγάζοντας συμπέρασμα για την ποιότητά μας.
Ενοχή παιδιού προς γονέα
Δεδομένης της ύπαρξης της προηγούμενης κατηγορίας κι εφ’ όσον τα παιδιά είναι εξαίρετοι μιμητές των ενηλίκων, χρησιμοποιούν πολύ συχνά τις ενοχές απέναντι στους γονείς τους, χωρίς ασφαλώς να γνωρίζουν ακριβώς τον μηχανισμό λειτουργίας τους, παρά μόνο το ότι αυξάνουν κατά πολύ την πιθανότητα να κερδίσουν αυτό που θέλουν. Στηρίζουν τα επιχειρήματά τους στην έλλειψη συναισθήματος από την πλευρά τον γονέων, όποτε γίνονται αποδέκτες μιας οποιασδήποτε άρνησης.
Κοινωνική
Αυτό το είδος ενοχής εμφανίζεται σε μετέπειτα στάδια της ζωής μας, όταν αποκτούμε πλέον κοινωνική ζωή, κάνοντας τους πρώτους μας φίλους ή πηγαίνοντας σχολείο. Ασφαλώς μας ακολουθεί σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, από εκείνο το κομβικό σημείο κι έπειτα. Μας δημιουργούν ενοχές αν δεν αποδίδουμε τα βέλτιστα στο σχολείο, εάν δεν έχουμε την πρέπουσα συμπεριφορά, πάντα σύμφωνα με γνώμονα την οπτική των γονιών αλλά και του περίγυρου, αφού πάντα μας απασχολούσε το «Τι θα πει ο κόσμος»; Μας ποτίζουν λοιπόν συνεχώς με την ανησυχία για το πώς μας βλέπουν οι άλλοι, εμάς αλλά και τις πράξεις μας, δημιουργώντας μας ένα μόνιμο άγχος ν’ αντεπεξέλθουμε στις προσδοκίες όλων των υπολοίπων εκτός από τις δικές μας.
Σχεσιακή
Η ενοχή έχει λανθασμένα συνδεθεί με το ενδιαφέρον, οπότε θέτω το εξής ερώτημα. Σε ποιου είδους σχέση αποζητάμε περισσότερο την προσοχή και το ενδιαφέρον, ίσως και περισσότερο απ’ ό,τι τα παιδιά προς τους γονείς; Στις ερωτικές ασφαλώς και γι’ αυτόν τον λόγο οι ενοχές είτε προκύπτουν είτε χρησιμοποιούνται ως μέσο εκπλήρωσης των θέλω μας. Κάποιες φορές γίνεται χαριτωμένα όπως «Αν μ’ αγαπάς τότε κάνε αυτό». Κάποιες φορές πάλι δείχνουμε από την αρχή το ανασφαλές μας πρόσωπο, χωρίς να τις καλύπτουμε πίσω από νάζια, όπως όταν υπενθυμίζουμε στον σύντροφό μας παρελθοντικά λάθη, προκειμένου να πετύχουμε αυτό που θέλουμε τη δεδομένη χρονική στιγμή.
Σεξουαλικότητας
Η συγκεκριμένη κατηγορία ίσως είναι κι η δυσκολότερη στο να ξεπεραστεί, αφού στηρίζεται σε κατάλοιπα πολλών χρόνων, στερεοτύπων και ταμπού, ενώ η κυριότερη βάση της είναι η θρησκεία. Έχουν καθιερωθεί λοιπόν με τα χρόνια συγκεκριμένες νόρμες για την ανθρώπινη σεξουαλικότητα κι οτιδήποτε ξεφεύγει από τα στενά όρια των παραπάνω, αμέσως δεν είναι κι αποδεκτό. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, υπάρχουν καλές κι ηθικές εκφράσεις της σεξουαλικότητας κι αντίστοιχα κακές κι ανήθικες. Έτσι ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων βλέπει τις επιθυμίες του με ένα αίσθημα ενοχής, ενώ τις κρατάει κρυφές από το περιβάλλον του με τον φόβο ότι θα κριθεί αυστηρά γι’ αυτές.
Αυτοεπιβαλλόμενη
Κάθε άνθρωπος, σύμφωνα με τα βιώματά του, έχει αναπτύξει έναν προσωπικό κώδικα δεοντολογίας, ηθικής κι αξιών τα οποία δε συνάδουν απαραίτητα με τις επιθυμίες του, όπως είναι αντιληπτό. Πολλές φορές λοιπόν όλοι μας, όταν πιστεύουμε και νιώθουμε ότι έχουμε ξεφύγει των παραπάνω, ότι παραστρατούμε από το σύνολο των αξιών μας, νιώθουμε ενοχές. Μόνο που αυτή τη φορά δεν τις νιώθουμε επειδή κάποιος άλλος μας οδήγησε σ’ αυτό το αίσθημα, αλλά επειδή εμείς ουσιαστικά στραφήκαμε εναντίον του εαυτού μας. Πρέπει να κατανοήσουμε όμως ότι η αυτοκριτική κι η αυτοβελτίωση απέχει μίλια από το αυτομαστίγωμα.
Εσύ πόσες εντόπισες στον εαυτό σου;
Magna Carta και συνταγματικοί θεσμοί
Τον Ιούνιο του 1215 υποχρεώθηκε ο βασιλεύς της Αγγλίας Ιωάννης ο «Ακτήμων» (ονομάσθηκε έτσι, γιατί δεν κληρονόμησε γη στην Γαλλία, όπως οι προηγούμενοι βασιλείς) να υπογράψει την περίφημη Magna Carta. Ο βασιλεύς Ιωάννης είχε αφορισθεί και κηρυχθεί έκπτωτος από τον ισχυρό Πάπα Ιννοκέντιο τον Γ΄, αλλά ύστερα, παραχωρώντας του την Αγγλία συμβολικά και παίρνοντας την πίσω από τα χέρια του ως παπικό φέουδο, είχε την έντονη υποστήριξή του. Όπως αναγκάσθηκε, ο ατίθασος αυτός βασιλιάς που δεν πίστευε σε τίποτε, να υποχωρήσει στον Πάπα, έτσι υποχρεώθηκε, στο 1215, ν’ αποφύγει να δώσει μάχη με την οργανωμένη δύναμη των ευγενών της χώρας του και να υπογράψει, στην τοποθεσία Runnimede (κοντά στο Ουίνδσορ) - που έγινε περίφημη εφ’ ότου μνημονεύτηκε στο ιστορικό έγγραφο -, την Magna Carta.
Δεν είναι, βέβαια, το έγγραφο αυτό ούτε σύνταγμα, ούτε παραχωρητήριο πολιτικών ή άλλων δικαιωμάτων στο λαό γενικά. Είναι μια πράξη συμβιβασμού με τους ισχυρούς του βασιλείου. Ωστόσο, έγινε η αφετηρία των πολιτικών εκείνων εξελίξεων που οδήγησαν στο θεσμό της συνταγματικής βασιλείας, καθώς και στη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου που από τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση ως τις μέρες μας συγκινούν το πνεύμα των δημοκρατικών ηγετών του κόσμου και την καρδιά των καταπιεσμένων. Με τη Magna Carta (στο άρθρο 14 προβλέπεται ν’ απαρτίζουν το γενικό συμβούλιο του κράτους, αρμόδιο να επιβάλλει φόρους, οι αρχιεπίσκοποι, οι επίσκοποι, οι ηγούμενοι, οι κόμιτες και οι μεγαλύτεροι βαρώνοι) γεννήθηκε η Βουλή των Λόρδων και με διάφορα άλλα άρθρα (36, 39, 40, 41) θεσπίζονται βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, όπως το να μη συλλαμβάνεται κανένας «ελεύθερος» Άγγλος ή να φυλακίζεται ή να χάνει την περιουσία του ή να εξορίζεται χωρίς απόφαση των ομότιμων του ή χωρίς να τηρηθούν οι νόμοι, καθώς και το δικαίωμα των εμπόρων, φυσικά και των ξένων, να μπαίνουν, να κινούνται ελεύθερα στην Αγγλία, και να φεύγουν «σώοι και αβλαβείς».
Στα τέλη του αιώνα, που η πρώτη του δεκαπενταετία έκλεισε με το περίφημο αυτό έγγραφο, σημειώθηκε και το πρώτο βήμα προς την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ο όρος δεν ταιριάζει, βέβαια, διόλου με ότι έγινε τότε. Ωστόσο, μπορούμε κάλλιστα να τον χρησιμοποιήσουμε, αν σκεφθούμε που οδήγησε η πρόσκλησή που, στριμωγμένος απ’ όλες τις μεριές (πολεμούσε την ώρα εκείνη με τους Σκώτους, τους Ουαλλούς και τους Γάλλους), σκέφθηκε ν’ απευθύνει ο Εδουάρδος ο Α΄ σ’ όλες τις πόλεις και κώμες της Αγγλίας, για να στείλουν από δύο η καθεμιά «κοινούς» πολίτες (commons) στο Μέγα Συμβούλιο του 1295 που έχει μείνει στην ιστορία ως το «Model Parliament».
Τα πολιτικά αυτά συμβάντα στην Αγγλία του ΙΓ΄ αιώνα ήταν αποφασιστικά για την εξέλιξη, ειδικότερα των αγγλοσαξονικών συνταγματικών ιδεών και θεσμών. Έμμεσα, όμως, επηρέασαν και την ηπειρωτική Ευρώπη από τη στιγμή που ο Μοντεσκιέ, στον ΙΗ΄ αιώνα, αρύσθηκε τις βασικές έννοιες της πολιτικής θεωρίας του από την Αγγλία.
ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (6.6.1-6.6.6)
[6.6.1] Αὐτὸς δὲ ἀναλαβὼν τοὺς ὑπασπιστάς τε καὶ τοὺς τοξότας καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας καὶ τῶν πεζεταίρων καλουμένων τὴν Πείθωνος τάξιν καὶ τοὺς ἱπποτοξότας τε πάντας καὶ τῶν ἱππέων τῶν ἑταίρων τοὺς ἡμίσεας διὰ γῆς ἀνύδρου ὡς ἐπὶ Μαλλοὺς ἦγεν, ἔθνος Ἰνδικὸν Ἰνδῶν τῶν αὐτονόμων. [6.6.2] καὶ τῇ μὲν πρώτῃ κατεστρατοπέδευσε πρὸς ὕδατι οὐ πολλῷ, ὃ δὴ ἀπεῖχε τοῦ Ἀκεσίνου ποταμοῦ σταδίους ἐς ἑκατόν· δειπνοποιησάμενος δὲ καὶ ἀναπαύσας τὴν στρατιὰν οὐ πολὺν χρόνον παραγγέλλει ὅ τι τις ἔχοι ἄγγος ἐμπλῆσαι ὕδατος. διελθὼν δὲ τῆς τε ἡμέρας τὸ ἔτι ὑπολ‹ε›ιπόμενον καὶ τὴν νύκτα ὅλην ἐς τετρακοσίους μάλιστα σταδίους ἅμα ἡμέρᾳ πρὸς πόλιν ἀφίκετο, ἐς ἣν ξυμπεφεύγεσαν πολλοὶ τῶν Μαλλῶν. [6.6.3] οἱ δὲ οὔποτ᾽ ἂν οἰηθέντες διὰ τῆς ἀνύδρου ἐλθεῖν ἐπὶ σφᾶς Ἀλέξανδρον ἔξω τε τῆς πόλεως οἱ πολλοὶ καὶ ἄνοπλοι ἦσαν· ἐφ᾽ ὅτῳ καὶ δῆλος ἐγένετο ταύτην ἀγαγὼν Ἀλέξανδρος, ἣν ὅτι αὐτῷ ἀγαγεῖν χαλεπὸν ἦν, ἐπὶ τῷδε οὐδὲ τοῖς πολεμίοις ὅτι ἄξει πιστὸν ἐφαίνετο. τούτοις μὲν δὴ οὐ προσδοκήσασιν ἐπιπεσὼν τοὺς μὲν πολλοὺς ἀπέκτεινεν αὐτῶν οὐδὲ ἐς ἀλκὴν οἷα δὴ ἀνόπλους τραπέντας· τῶν δὲ ἄλλων εἰς τὴν πόλιν κατειληθέντων κύκλῳ περιστήσας τῷ τείχει τοὺς ἱππέας, ὅτι μήπω ἡ φάλαγξ τῶν πεζῶν ἠκολουθήκει αὐτῷ, ἀντὶ χάρακος ἐχρήσατο τῇ ἵππῳ. [6.6.4] ὡς δὲ τάχιστα οἱ πεζοὶ ἀφίκοντο, Περδίκκαν μὲν τήν τε αὑτοῦ ἱππαρχίαν ἔχοντα καὶ τὴν Κλείτου καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας πρὸς ἄλλην πόλιν ἐκπέμπει τῶν Μαλλῶν, οἷ ξυμπεφευγότες ἦσαν πολλοὶ τῶν ταύτῃ Ἰνδῶν, φυλάσσειν τοὺς ἐν τῇ πόλει κελεύσας, ἔργου δὲ μὴ ἔχεσθαι ἔστ᾽ ἂν ἀφίκηται αὐτός, ὡς μηδὲ ἀπὸ ταύτης τῆς πόλεως διαφυγόντας τινὰς αὐτῶν ἀγγέλους γενέσθαι τοῖς ἄλλοις βαρβάροις ὅτι προσάγει ἤδη Ἀλέξανδρος· αὐτὸς δὲ προσέβαλλεν τῷ τείχει. [6.6.5] οἱ δὲ βάρβαροι τὸ μὲν τεῖχος ἐκλείπουσιν, ὡς οὐκ ἂν διαφυλάξαντες αὐτὸ ἔτι, πολλῶν ἐν τῇ καταλήψει τεθνηκότων, τῶν δὲ καὶ ἀπὸ τραυμάτων ἀπομάχων γεγενημένων· ἐς δὲ τὴν ἄκραν ξυμφυγόντες χρόνον μέν τινα ἠμύνοντο ἐξ ὑπερδεξίου τε χωρίου καὶ χαλεποῦ ἐς προσβολήν, προσκειμένων δὲ πάντοθεν εὐρώστως τῶν Μακεδόνων καὶ αὐτοῦ Ἀλεξάνδρου ἄλλοτε ἄλλῃ ἐπιφαινομένου τῷ ἔργῳ ἥ τε ἄκρα κατὰ κράτος ἑάλω καὶ οἱ ξυμφυγόντες ἐς αὐτὴν πάντες ἀπέθανον· ἦσαν δὲ ἐς δισχιλίους.
[6.6.6] Όταν ο Περδίκκας έφθασε στην πόλη, εναντίον της οποίας είχε αποσταλεί, την βρήκε έρημη. Επειδή όμως πληροφορήθηκε ότι οι κάτοικοί της την είχαν εγκαταλείψει πριν από λίγο, άρχισε να τρέχει ακολουθώντας τα ίχνη των φυγάδων. Ακολουθούσαν οι ελαφρά οπλισμένοι με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα των ποδιών τους. Τους πρόφθασε και κατέσφαξε από τους φυγάδες όσους δεν πρόλαβαν να καταφύγουν στα έλη.
[6.6.6] Περδίκκας δὲ ἐς τὴν πόλιν ἐφ᾽ ἥντινα ἐστάλη ἀφικόμενος τὴν μὲν πόλιν ἐρήμην καταλαμβάνει, μαθὼν δὲ ὅτι οὐ πρὸ πολλοῦ πεφεύγεσαν ἐξ αὐτῆς οἱ ἐνοικοῦντες δρόμῳ ἤλαυνε κατὰ στίβον τῶν φευγόντων· οἱ δὲ ψιλοὶ ὡς τάχους ποδῶν εἶχον αὐτῷ ἐφείποντο. καταλαβὼν δὲ τῶν φευγόντων κατέκοψεν ὅσοι γε μὴ ἔφθασαν ἐς τὰ ἕλη ξυμφυγόντες.
***
[6.6.1] Ο ίδιος παρέλαβε τους υπασπιστές, τους τοξότες, τους Αγριάνες και τη φάλαγγα του Πείθωνα από τους λεγόμενους πεζεταίρους και όλους τους ιπποτοξότες και από τους εταίρους ιππείς τους μισούς και βάδισε μέσα από μια άνυδρη χώρα εναντίον των Μαλλών, έναν ινδικό λαό που ανήκε στους αυτόνομους Ινδούς. [6.6.2] Την πρώτη μέρα στρατοπέδευσε κοντά σε ένα μικρό ρυάκι που απείχε εκατό περίπου σταδίους από τον Ακεσίνη ποταμό. Αφού έβαλε τους στρατιώτες του να δειπνήσουν και να ξεκουρασθούν, τους διέταξε να γεμίσουν με νερό τα αγγεία που ο καθένας είχε μαζί του. Κατά το υπόλοιπο διάστημα της μέρας και όλη τη νύχτα βάδισε τετρακόσιους περίπου σταδίους και τα ξημερώματα έφθασε σε μια πόλη, στην οποία είχαν καταφύγει πολλοί Μαλλοί. [6.6.3] Αυτοί, επειδή νόμιζαν ότι ποτέ δεν θα ερχόταν εναντίον τους ο Αλέξανδρος περνώντας μέσα από άνυδρη χώρα, ήταν οι περισσότεροι και έξω από την πόλη και άοπλοι. Όπως είναι φανερό, για τον λόγο που βάδισε ο Αλέξανδρος από τον δρόμο εκείνο, από τον οποίο ήταν δύσκολο να περάσει, για τον ίδιο λόγο ούτε και οι εχθροί φάνηκαν να πιστεύουν ότι θα οδηγούσε τον στρατό του από αυτόν. Επειδή, λοιπόν, επιτέθηκε ο Αλέξανδρος σε εχθρούς που δεν τον περίμεναν, σκότωσε τους περισσότερους από αυτούς που ούτε πρόβαλαν αντίσταση, αφού ήταν άοπλοι. Οι υπόλοιποι κλείσθηκαν στην πόλη τους και ο Αλέξανδρος τοποθετώντας γύρω από αυτήν το ιππικό του το χρησιμοποίησε αντί για περίφραγμα, επειδή δεν είχε έρθει ακόμη η φάλαγγα των πεζών του. [6.6.4] Μόλις όμως έφθασαν οι πεζοί, απέστειλε αμέσως τον Περδίκκα με τη δική του ιππαρχία, με την ιππαρχία του Κλείτου και με τους Αγριάνες σε άλλη πόλη των Μαλλών, όπου είχαν καταφύγει πολλοί από τους Ινδούς της περιοχής εκείνης. Τον διέταξε να κρατεί αποκλεισμένους τους Ινδούς που βρίσκονταν στην πόλη και να μην αρχίσει εναντίον τους επιχειρήσεις μέχρις ότου φθάσει ο ίδιος, έτσι ώστε να μη διαφύγουν από την πόλη αυτή μερικοί και αναγγείλουν στους άλλους βάρβαρους ότι πλησίαζε πλέον ο Αλέξανδρος. Ο ίδιος άρχισε τις επιθέσεις κατά του τείχους. [6.6.5] Οι βάρβαροι όμως εγκατέλειψαν το τείχος, επειδή νόμιζαν ότι δεν θα μπορούσαν πια να το κρατήσουν, εφόσον πολλοί από αυτούς είχαν σκοτωθεί κατά την επίθεση των Μακεδόνων, ενώ άλλοι είχαν γίνει ανίκανοι για μάχη εξαιτίας των τραυμάτων τους. Κατέφυγαν στην ακρόπολη και αμύνονταν για ένα χρονικό διάστημα από κάποια ψηλή τοποθεσία που ήταν σχεδόν απρόσβλητη. Επειδή όμως οι Μακεδόνες διενεργούσαν από παντού ισχυρές επιθέσεις και επειδή ο ίδιος ο Αλέξανδρος παρουσιαζόταν πότε εδώ και πότε εκεί κατά την επιχείρηση, κυριεύθηκε με επίθεση η ακρόπολη και σκοτώθηκαν όλοι όσοι είχαν καταφύγει σε αυτήν, περίπου δύο χιλιάδες.[6.6.6] Όταν ο Περδίκκας έφθασε στην πόλη, εναντίον της οποίας είχε αποσταλεί, την βρήκε έρημη. Επειδή όμως πληροφορήθηκε ότι οι κάτοικοί της την είχαν εγκαταλείψει πριν από λίγο, άρχισε να τρέχει ακολουθώντας τα ίχνη των φυγάδων. Ακολουθούσαν οι ελαφρά οπλισμένοι με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα των ποδιών τους. Τους πρόφθασε και κατέσφαξε από τους φυγάδες όσους δεν πρόλαβαν να καταφύγουν στα έλη.
Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2021
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (380-407)
380 ΟΙ. ὦ πλοῦτε καὶ τυραννὶ καὶ τέχνη τέχνης
ὑπερφέρουσα τῷ πολυζήλῳ βίῳ,
ὅσος παρ᾽ ὑμῖν ὁ φθόνος φυλάσσεται,
εἰ τῆσδέ γ᾽ ἀρχῆς οὕνεχ᾽, ἣν ἐμοὶ πόλις
δωρητόν, οὐκ αἰτητόν, εἰσεχείρισεν,
385 ταύτης Κρέων ὁ πιστός, οὑξ ἀρχῆς φίλος,
λάθρᾳ μ᾽ ὑπελθὼν ἐκβαλεῖν ἱμείρεται,
ὑφεὶς μάγον τοιόνδε μηχανορράφον,
δόλιον ἀγύρτην, ὅστις ἐν τοῖς κέρδεσιν
μόνον δέδορκε, τὴν τέχνην δ᾽ ἔφυ τυφλός.
390 ἐπεί, φέρ᾽ εἰπέ, ποῦ σὺ μάντις εἶ σαφής;
πῶς οὐχ, ὅθ᾽ ἡ ῥαψῳδὸς ἐνθάδ᾽ ἦν κύων,
ηὔδας τι τοῖσδ᾽ ἀστοῖσιν ἐκλυτήριον;
καίτοι τό γ᾽ αἴνιγμ᾽ οὐχὶ τοὐπιόντος ἦν
ἀνδρὸς διειπεῖν, ἀλλὰ μαντείας ἔδει·
395 ἣν οὔτ᾽ ἀπ᾽ οἰωνῶν σὺ προυφάνης ἔχων
οὔτ᾽ ἐκ θεῶν του γνωτόν· ἀλλ᾽ ἐγὼ μολών,
ὁ μηδὲν εἰδὼς Οἰδίπους, ἔπαυσά νιν,
γνώμῃ κυρήσας οὐδ᾽ ἀπ᾽ οἰωνῶν μαθών·
ὃν δὴ σὺ πειρᾷς ἐκβαλεῖν, δοκῶν θρόνοις
400 παραστατήσειν τοῖς Κρεοντείοις πέλας.
κλαίων δοκεῖς μοι καὶ σὺ χὡ συνθεὶς τάδε
ἀγηλατήσειν· εἰ δὲ μὴ ᾽δόκεις γέρων
εἶναι, παθὼν ἔγνως ἂν οἷά περ φρονεῖς.
ΧΟ. ἡμῖν μὲν εἰκάζουσι καὶ τὰ τοῦδ᾽ ἔπη
405 ὀργῇ λελέχθαι καὶ τὰ σ᾽, Οἰδίπου, δοκεῖ.
δεῖ δ᾽ οὐ τοιούτων, ἀλλ᾽ ὅπως τὰ τοῦ θεοῦ
μαντεῖ᾽ ἄριστα λύσομεν, τόδε σκοπεῖν.
ὑπερφέρουσα τῷ πολυζήλῳ βίῳ,
ὅσος παρ᾽ ὑμῖν ὁ φθόνος φυλάσσεται,
εἰ τῆσδέ γ᾽ ἀρχῆς οὕνεχ᾽, ἣν ἐμοὶ πόλις
δωρητόν, οὐκ αἰτητόν, εἰσεχείρισεν,
385 ταύτης Κρέων ὁ πιστός, οὑξ ἀρχῆς φίλος,
λάθρᾳ μ᾽ ὑπελθὼν ἐκβαλεῖν ἱμείρεται,
ὑφεὶς μάγον τοιόνδε μηχανορράφον,
δόλιον ἀγύρτην, ὅστις ἐν τοῖς κέρδεσιν
μόνον δέδορκε, τὴν τέχνην δ᾽ ἔφυ τυφλός.
390 ἐπεί, φέρ᾽ εἰπέ, ποῦ σὺ μάντις εἶ σαφής;
πῶς οὐχ, ὅθ᾽ ἡ ῥαψῳδὸς ἐνθάδ᾽ ἦν κύων,
ηὔδας τι τοῖσδ᾽ ἀστοῖσιν ἐκλυτήριον;
καίτοι τό γ᾽ αἴνιγμ᾽ οὐχὶ τοὐπιόντος ἦν
ἀνδρὸς διειπεῖν, ἀλλὰ μαντείας ἔδει·
395 ἣν οὔτ᾽ ἀπ᾽ οἰωνῶν σὺ προυφάνης ἔχων
οὔτ᾽ ἐκ θεῶν του γνωτόν· ἀλλ᾽ ἐγὼ μολών,
ὁ μηδὲν εἰδὼς Οἰδίπους, ἔπαυσά νιν,
γνώμῃ κυρήσας οὐδ᾽ ἀπ᾽ οἰωνῶν μαθών·
ὃν δὴ σὺ πειρᾷς ἐκβαλεῖν, δοκῶν θρόνοις
400 παραστατήσειν τοῖς Κρεοντείοις πέλας.
κλαίων δοκεῖς μοι καὶ σὺ χὡ συνθεὶς τάδε
ἀγηλατήσειν· εἰ δὲ μὴ ᾽δόκεις γέρων
εἶναι, παθὼν ἔγνως ἂν οἷά περ φρονεῖς.
ΧΟ. ἡμῖν μὲν εἰκάζουσι καὶ τὰ τοῦδ᾽ ἔπη
405 ὀργῇ λελέχθαι καὶ τὰ σ᾽, Οἰδίπου, δοκεῖ.
δεῖ δ᾽ οὐ τοιούτων, ἀλλ᾽ ὅπως τὰ τοῦ θεοῦ
μαντεῖ᾽ ἄριστα λύσομεν, τόδε σκοπεῖν.
***
380 ΟΙΔ. Ω πλούτε, ω εξουσία,
τέχνη απ᾽ όλες τις τέχνες υπέρτερη,
αξιοζήλευτη ζωή·
κι όμως γεννά το φθόνο.
Εξαιτίας της εξουσίας αυτής
που δεν τη ζήτησα,
—η πόλη μου τη δώρισε—,
ο Κρέων, παλιός, πιστός μου φίλος,
αποπειράθηκε με δόλο σκευωρώντας
από το θρόνο μου να με πετάξει
έχοντας υποχείριο το μάγο αυτόν,
τον δολερό μηχανορράφο, τον αγύρτη,
που βλέπει μοναχά το κέρδος
κι είναι στην τέχνη του τυφλός.
390 Έλα και πες μου,
πότε αλάθητος υπήρξες μάντης;
Όταν η σκύλα Σφίγγα τραγουδούσε εδώ,
άρθρωσες λόγο σωτηρίας στους πολίτες;
Η λύση του αινίγματος
δεν ήτανε δουλειά περαστικού και ξένου.
Ήταν δουλειά της μαντικής.
Και φάνηκε πως τέχνη δεν κατείχες.
Δεν διάβασες τους οιωνούς,
ούτε τη σκέψη των θεών.
Εγώ σαν ήρθα
ο ανιδιοτελής και ανίδεος Οιδίπους
της έκλεισα το στόμα μια για πάντα
χωρίς σημάδια κι οιωνούς,
μονάχα με το στοχασμό.
Αυτόν αποπειράθηκες να διώξεις
ελπίζοντας να βρεις μια θέση
400 στου Κρέοντα το θρόνο πλάι.
Θα δεις πως κλαίγοντας και συ
κι αυτός που τα σοφίστηκε,
το βάρος της κατάρας θα σηκώσετε.
Αν γέρος δεν ήσουν,
θα ᾽βαζες γνώση παθαίνοντας
όσα τ᾽ ανόσιο μυαλό σου μηχανεύεται.
ΧΟΡ. Θαρρώ πως ήταν της οργής το ξέσπασμα
τα λόγια του και τα δικά σου, Οιδίπου.
Ώρα δεν είναι γι᾽ αυτά.
Σκεφτείτε μόνο ποιάν ερμηνεία δέχεται
ο θεϊκός χρησμός.
380 ΟΙΔ. Ω πλούτε, ω εξουσία,
τέχνη απ᾽ όλες τις τέχνες υπέρτερη,
αξιοζήλευτη ζωή·
κι όμως γεννά το φθόνο.
Εξαιτίας της εξουσίας αυτής
που δεν τη ζήτησα,
—η πόλη μου τη δώρισε—,
ο Κρέων, παλιός, πιστός μου φίλος,
αποπειράθηκε με δόλο σκευωρώντας
από το θρόνο μου να με πετάξει
έχοντας υποχείριο το μάγο αυτόν,
τον δολερό μηχανορράφο, τον αγύρτη,
που βλέπει μοναχά το κέρδος
κι είναι στην τέχνη του τυφλός.
390 Έλα και πες μου,
πότε αλάθητος υπήρξες μάντης;
Όταν η σκύλα Σφίγγα τραγουδούσε εδώ,
άρθρωσες λόγο σωτηρίας στους πολίτες;
Η λύση του αινίγματος
δεν ήτανε δουλειά περαστικού και ξένου.
Ήταν δουλειά της μαντικής.
Και φάνηκε πως τέχνη δεν κατείχες.
Δεν διάβασες τους οιωνούς,
ούτε τη σκέψη των θεών.
Εγώ σαν ήρθα
ο ανιδιοτελής και ανίδεος Οιδίπους
της έκλεισα το στόμα μια για πάντα
χωρίς σημάδια κι οιωνούς,
μονάχα με το στοχασμό.
Αυτόν αποπειράθηκες να διώξεις
ελπίζοντας να βρεις μια θέση
400 στου Κρέοντα το θρόνο πλάι.
Θα δεις πως κλαίγοντας και συ
κι αυτός που τα σοφίστηκε,
το βάρος της κατάρας θα σηκώσετε.
Αν γέρος δεν ήσουν,
θα ᾽βαζες γνώση παθαίνοντας
όσα τ᾽ ανόσιο μυαλό σου μηχανεύεται.
ΧΟΡ. Θαρρώ πως ήταν της οργής το ξέσπασμα
τα λόγια του και τα δικά σου, Οιδίπου.
Ώρα δεν είναι γι᾽ αυτά.
Σκεφτείτε μόνο ποιάν ερμηνεία δέχεται
ο θεϊκός χρησμός.
Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 11. Έννοιες και αρχές
11.11. Η ηθική των θεών: από την Ιλιάδα στην ΟδύσσειαΑν και στα δύο έπη εφαρμόζεται ο λεγόμενος «θεϊκός μηχανισμός» (η ανθρωπομορφική κατά κανόνα παρέμβαση των ολυμπίων στα πράγματα των θνητών), εντούτοις ο μηχανισμός αυτός παίρνει διαφορετικές τροπές στα δύο έπη και προσαρμόζεται στη διαφορετική φυσιογνωμία και θεματολογία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Η Ιλιάδα ως πολεμικό έπος προβάλλει κατεξοχήν τα έντονα πάθη των ηρώων και τις δυστυχίες που αυτά συνεπάγονται. Στην πολεμική παθολογία των ηρώων αντιστοιχούν τα πάθη των αθανάτων, τα οποία επηρεάζουν με αποφασιστικό τρόπο την τύχη των θνητών, ανεξάρτητα από το αν έχουν οδυνηρά ή ευεργετικά αποτελέσματα. Όπως οι ήρωες μοιράζονται στο πεδίο της μάχης ανάμεσα σε φίλους και εχθρούς, έτσι και οι ολύμπιοι, ανάλογα με τις παραδοσιακές τους συμπάθειες και αντιπάθειες, επιλέγουν τους προστατευόμενους και τους αντιπάλους τους στον χώρο των θνητών και πράττουν ανάλογα.
Μερικά παραδείγματα: Αχαιοί και Τρώες ορκίζονται ότι από την έκβαση της μονομαχίας του Μενελάου με τον Αλέξανδρο θα κριθεί η έκβαση του ιλιαδικού πολέμου. Προσεύχονται μάλιστα στον Δία και στους ολυμπίους να τιμωρήσουν όποιον πατήσει τους όρκους. Όμως, ο ποιητής, προετοιμάζοντας το ακροατήριό του για το αδιέξοδο της μονομαχίας, λέει ότι ο γιος του Κρόνου δεν άκουσε την προσευχή των θνητών (Γ 302). Πρώτη λοιπόν παραβιάζει τους όρκους η θεά Αφροδίτη. Τη στιγμή που ο Μενέλαος ετοιμάζεται να εξοντώσει τον αντίπαλό του, η θεά, προστάτιδα από το μυθολογικό επεισόδιο της «Κρίσης του Πάρη» του τρωαδίτη ήρωα, τον αρπάζει ξαφνικά από το πεδίο της μάχης και τον μεταφέρει τυλιγμένο με ομίχλη στον θάλαμο της Ελένης. Αμέσως μετά, με την όψη γριάς υφάντρας, εξαναγκάζει την κόρη του Δία να κάνει έρωτα με τον εραστή της, ενώ ο Μενέλαος αναζητεί μάταια τον αντίπαλό του στο πεδίο της μάχης. Το δραματικό αυτό επεισόδιο οι αθάνατοι το παρακολουθούν από τον Όλυμπο διασκεδάζοντας (Δ 1-4):
Οι θεοί από την άλλη, καθισμένοι κοντά στο Δία πάνω στο χρυσό πάτωμα, συζητούσαν, και ανάμεσά τους η σεβάσμια Ήβη κερνούσε νέκταρ· εκείνοι έπιναν ο ένας στην υγεία του άλλου με χρυσά ποτήρια, κοιτάζοντας την πολιτεία των Τρώων.
Ο χρυσός («χρυσό πάτωμα», «χρυσά ποτήρια») και το νέκταρ, υπογραμμίζοντας την άφθαρτη φύση των θεών, υπαινίσσονται το αγεφύρωτο χάσμα που συντηρείται ανάμεσα στον ουρανό και στη γη. Από την άλλη μεριά όμως η απόσταση αυτή μετριάζεται, καθώς οι αθάνατοι διασκεδάζουν όπως οι θνητοί: δέχονται τις υπηρεσίες του οινοχόου (της Ήβης), κάνουν προπόσεις ο ένας στον άλλον και, γενικότερα, απολαμβάνουν σαν θεατές τη δραματική μονομαχία μέσα σε κλίμα ψυχαγωγικής χαλάρωσης. Ο Δίας μάλιστα, με πειραχτικά λόγια, λέει ότι η Ήρα και η Αθηνά, που αδικημένες στο μυθολογικό επεισόδιο της «Κρίσης του Πάρη» υπερασπίζονται τον απατημένο Μενέλαο, «τέρπονται» παρακολουθώντας τη δραματική σκηνή (Δ 10), ενώ η Αφροδίτη λύτρωσε από τον θάνατο τον προστατευόμενό της Πάρη.
Ο παντοδύναμος θεός, συμμετέχοντας στο διασκεδαστικό κλίμα των αθανάτων, όχι μόνο δεν απέτρεψε την Αφροδίτη από την «παράτυπη» ενέργειά της αλλά στη συνέχεια την ενισχύει. Υποκύπτοντας στις πιέσεις της γυναίκας του, που θέλει τον όλεθρο των Τρώων και όχι απλώς την αναγνώριση του Μενελάου ως νικητή, παραγγέλλει στην Αθηνά να παραβιάσει τους όρκους της μονομαχίας και να συνεχίσει τον ιλιαδικό πόλεμο. Η Αθηνά άλλο που δεν θέλει. Παίρνει τη μορφή του Λαοδόκου και εξωθεί τον τρωαδίτη Πάνδαρο να τοξεύσει ύπουλα τον Μενέλαο, προκειμένου να αναιρεθεί η ανακωχή ανάμεσα σε Αχαιούς και Τρώες (Δ 86 κ.ε.).
Με δόλιο επίσης τρόπο η ίδια θεά συμβάλλει αργότερα στην εξόντωση του Έκτορα από τον Αχιλλέα. Παίρνοντας τη μορφή του αδελφού του Έκτορα Δηίφοβου εξωθεί πρώτα τον τρωαδίτη ήρωα να αντιμετωπίσει τον γιο της Θέτιδας, ύστερα όμως τον εγκαταλείπει αβοήθητο. Τη συμπεριφορά αυτή της θεάς ο Έκτορας την αναγνωρίζει λίγο πριν το τέλος του ως απάτη (Χ 226 κ.ε., 297-299). Τέλος, με ύπουλο τρόπο ο Απόλλωνας οδηγεί στον θάνατο τον Πάτροκλο. Χτυπά πρώτα πισώπλατα τον φίλο του Αχιλλέα και ύστερα τον αποσβολώνει, ώστε να γίνει εύκολη λεία πρώτα για τον Εύφορβο και ύστερα για τον Έκτορα. Λίγο πριν από τον θάνατό του και ο αχαιός ήρωας αναγνωρίζει πως η εξόντωσή του οφείλεται πάνω απ᾽ όλα στον Δία και στον γιο του Απόλλωνα (Π 786 κ.ε., 846-850).
Στα παραδείγματα αυτά το ευρύτερο πλαίσιο των θεϊκών παρεμβάσεων είναι τραγικό, καθώς οι ύπουλες ενέργειες των αθανάτων έρχονται σε αντίθεση προς τις ηρωικές των θνητών. Γενικότερα, το μεγαλείο της δράσης των ηρώων τονίζεται ακριβώς από την τύχη που τους επιφυλάσσουν οι θεοί. Και αυτό είναι μια επιπρόσθετη τραγική όψη της ζωής τους στο έπος της Ιλιάδας. Οι θνητοί μπορεί να εύχονται και να ελπίζουν ότι οι ολύμπιοι, κυρίως ο Δίας, θα υποστηρίξουν στο τέλος τους αδικημένους· ωστόσο, αυτή η εξέλιξη, όπως φάνηκε προηγουμένως, δεν καθορίζει της πλοκή της Ιλιάδας. Προβάλλεται αντίθετα η ιδέα ότι το καλό με το κακό, που στέλνουν στους θνητούς οι θεοί, είναι αξεδιάλυτα μπλεγμένα. Στην πραγματικότητα αυτή οφείλουν να συμμορφώνονται οι θνητοί, όπως λέει ο Αχιλλέας στον γέροντα Πρίαμο (Ω 525-533): η διανομή των αγαθών και των συμφορών από τον Δία γίνεται αδιακρίτως, χωρίς ηθικά κριτήρια και δίχως λόγο. Στην καλύτερη θέση βρίσκεται ο θνητός που του τυχαίνουν όχι αποκλειστικά τα αγαθά δώρα του Δία αλλά τα ανάμεικτα (αγαθά και δυστυχίες)· στη χειρότερη θέση βρίσκεται εκείνος στον οποίο λαχαίνουν τα δώρα μόνο με τις συμφορές, καθώς ζει περιφρονημένος από θεούς και θνητούς. Για τον Αχιλλέα τόσο ο γέροντας πατέρας όσο και ο ίδιος οφείλουν να υποταχθούν στο δεύτερο κυρίως μερίδιο κληροδοσίας, όπως το έχουν ορίσει οι «απίκραντοι» θεοί.
Στην Οδύσσεια οι ολύμπιοι εξακολουθούν να παρεμβαίνουν με ανεξήγητο τρόπο στα ανθρώπινα ζητήματα, ωστόσο τα κίνητρα της συμπεριφοράς τους είναι από ηθική άποψη περισσότερο δικαιολογημένα από ό,τι των θεών της Ιλιάδας. Παρεμβαίνουν όχι μόνο λιγότεροι στα ανθρώπινα πράγματα (με πρωταγωνιστές τον Δία και την Αθηνά) αλλά και, παρά τον εξανθρωπισμό τους, παίρνουν μεγαλύτερες αποστάσεις από την ηρωική δράση από ό,τι οι θεοί στην Ιλιάδα. Το κυριότερο: θεωρούν πως για ό,τι συμβαίνει στη γη δεν ευθύνονται μόνον οι ίδιοι αλλά και οι θνητοί.
Στην πρώτη ραψωδία της Οδύσσειας ο Δίας επικαλείται το παράδειγμα του Αιγίσθου, για να δείξει ότι οι ολύμπιοι όχι μόνο δεν μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνοι για τα βάσανα των θνητών, αλλά ότι αντίθετα επιχειρούν με προειδοποιήσεις να τους αποτρέψουν από τη συμφορά. Έτσι έπραξαν και με τον Αίγισθο, ο οποίος, αν και προειδοποιήθηκε μέσω του Ερμή να μη δολοφονήσει τον Αγαμέμνονα και να μην παντρευτεί την Κλυταιμνήστρα, αυτός προχώρησε στην άνομη πράξη του, με αποτέλεσμα να τον εκδικηθεί ο γιος του Αγαμέμνονα Ορέστης. Επομένως, και οι θνητοί, καταλήγει ο Δίας απαντώντας κατά κάποιον τρόπο στον ιλιαδικό Αχιλλέα, ευθύνονται για ό,τι τους συμβαίνει στη ζωή και όχι μόνον οι θεοί (α 32-34):
Αλίμονο, είναι αλήθεια ν᾽ απορείς που θέλουν οι θνητοί να ρίχνουν
στους θεούς τα βάρη τους· έρχεται λένε το κακό από μας -
κι όμως οι ίδιοι, κι από φταίξιμο δικό τους [σφῇσιν ἀτασθαλίῃσιν], πάσχουν και βασανίζονται,
και πάνω απ᾽ το γραφτό τους.
Το προσωπικό «φταίξιμο» αντιπροσωπεύει τα σφάλματα των θνητών, που προέρχονται κυρίως από την απερίσκεπτη ή και αλαζονική τους συμπεριφορά, με την οποία υπερβαίνεται το ορισμένο μέτρο. Η αρχαία λέξη που ορίζει την υπέρμετρη πράξη είναι ἀτασθαλίη (σε χρήση μόνο σε πτώσεις του πληθυντικού αριθμού), ενώ ο δράστης και οι άστοχες ή υβριστικές πράξεις του χαρακτηρίζονται με το επίθετο ἀτάσθαλος, -ος, -ον. Αν ευσταθεί η άποψη ότι ο υπαινιγμός του Δία για τις ατασθαλίες των θνητών φωτογραφίζει τους αλαζόνες μνηστήρες, η θεά Αθηνά, που αναλαμβάνει στη συνέχεια να διεκπεραιώσει στο έπος τη βούληση του Δία υποστηρίζοντας τον Τηλέμαχο και τον Οδυσσέα, υποδηλώνει με τον δικό της τρόπο την επικείμενη τιμωρία των καταχραστών της βασιλικής περιουσίας (α 47): την ίδια μοίρα να ᾽χει κι όποιος ανάλογα κριματιστεί.
Εξάλλου, η ευθύνη που φέρουν οι θνητοί για τις πράξεις τους αφορά και στους εταίρους του Οδυσσέα, οι οποίοι σφάζουν τα βόδια του Ήλιου, παρά τις προειδοποιήσεις του αρχηγού τους. Αποτέλεσμα: ο Δίας, αποδεχόμενος τη διαμαρτυρική οργή του Ήλιου, τους στερεί τη ζωή και τον νόστο. Στο προοίμιο της Οδύσσειας ο ποιητής προεξαγγέλλει τον χαμό των εταίρων στη Θρινακία τονίζοντας τις δικές τους ατασθαλίες· με τον ίδιο, λίγο πολύ, τρόπο που ο Δίας με την Αθηνά υπαινίσσονται την επικείμενη τιμωρία των μνηστήρων (α 5-9):
Κι όμως δεν μπόρεσε, που τόσο επιθυμούσε,
να σώσει τους συντρόφους.
Γιατί εκείνοι χάθηκαν απ᾽ τα δικά τους τα μεγάλα σφάλματα [σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν],
νήπιοι και μωροί, που πήγαν κι έφαγαν τα βόδια
του υπέρλαμπρου Ήλιου· κι αυτός τους άρπαξε του γυρισμού τη μέρα.
Οι θεοί, όπως ο Ήλιος και ο Ποσειδώνας, δεν παύουν και στην Οδύσσεια να υπερασπίζονται τα δικά τους συμφέροντα και τους ευνοούμενούς τους αντιμαχόμενοι τους εχθρούς τους, ακόμη και όταν πρόκειται για τους ευσεβείς και ενάρετους Φαίακες. Οι θνητοί επίσης γνωρίζουν ότι η αρετή τους (η ευημερία και επιτυχία τους) εξαρτάται από τους θεούς. Όμως οι αινιγματικές παρεμβάσεις των θεών της Ιλιάδας στα πράγματα των θνητών στην Οδύσσεια συμπληρώνονται από την πλευρά των θνητών με όψεις μιας γενικής δικαιοσύνης. Ο μεταμορφωμένος σε ζητιάνο Οδυσσέας, φίλος του εξαφανισμένου άρχοντα της Ιθάκης, εκφράζει τη διπλή αυτή άποψη θεοδικίας στον πιο υπεύθυνο από τους μνηστήρες Αμφίνομο (σ 132-148):
Ούτε που το φαντάζεται ο θνητός το τι κακό τον περιμένει,
όσο οι θεοί τού δίνουν προκοπή [ἀρετήν] κι αισθάνεται να τον κρατούν
τα πόδια του· όταν ωστόσο οι μάκαρες ορίσουν
να πέσουν πάνω του οι συμφορές, θέλοντας τότε και μη θέλοντας
τις υποφέρει κάνοντας υπομονή.
Έτσι κι αλλιώς αλλάζει ο νους του ανθρώπου που σέρνεται
σ᾽ αυτή τη γη, ανάλογα του πώς, μέρα τη μέρα, αλλάζει τη ζωή του
ο Δίας, προστάτης θνητών και αθανάτων.
Εμένα θέλησε η μοίρα κάποτε να ζήσω ευτυχισμένος·
έπραξα όμως αδικίες μεγάλες [ἀτάσθαλα], στη δύναμή μου
ενδίδοντας, υπολογίζοντας στις πλάτες του πατέρα μου
ή και των αδελφών μου. Γι᾽ αυτό κανείς ποτέ δεν πρέπει
να πατεί το δίκιο· παρά, με δίχως κομπασμό, να δέχεται
τα δώρα των θεών, όσα κάθε φορά του δίνουν.
Όχι, όπως βλέπω εδώ, να μηχανεύονται ανόσια έργα [ἀτάσθαλα] οι μνηστήρες,
ρημάζοντας ξένα αγαθά, προσβάλλοντας γυναίκα ομόκλινη
κάποιου που, ξέρω, δεν θα μείνει πια πολύν καιρό
μακριά από πατρίδα και δικούς - μπορεί να βρίσκεται
κιόλας κοντά.
Θα ᾽ταν λοιπόν καλύτερο για σένα να σ᾽ εξαιρούσε ένας θεός,
και να γυρνούσες σπίτι σου· να μη βρεθείς μπροστά του,
όποτε εκείνος επιστρέψει στο πατρικό νησί.
Όπως ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα, έτσι και ο Οδυσσέας στην Οδύσσεια αναγνωρίζει την καθοριστική επέμβαση των θεών στα ανθρώπινα ζητήματα, δίνοντας μάλιστα αρχικά και αυτός έμφαση στο ανεξέλεγκτο γύρισμα της ζωής των θνητών από την ευτυχία στη δυστυχία, όταν το ορίσει ο Δίας· ο οποίος ωστόσο αποκαλείται «προστάτης θνητών και αθανάτων». Όπως ο καιρός, έτσι και η τύχη των ανθρώπων γυρίζει από το καλό στο κακό, όταν οι αθάνατοι αποφασίσουν να στείλουν συμφορές στους θνητούς. Η στάση βέβαια των θνητών απέναντι στη μυστηριώδη συμπεριφορά των θεών για τον μεταμορφωμένο Οδυσσέα δεν είναι η συμμόρφωση, όπως έλεγε ο ιλιαδικός Αχιλλέας, αλλά η υπομονή. Κάτι ξέρει ο πολύτλας ήρωας από την ιδιότητα αυτή, εφόσον χάρη στην υπομονή του αλλά και στην πολύτροπη, όπως του καιρού, φύση του μπόρεσε να γυρίσει στην Ιθάκη.
Εξάλλου, αν η ζωή εμφανίζεται και από τον Οδυσσέα ως τροχός της τύχης, ρυθμιστές δεν είναι τώρα μόνον οι θεοί αλλά και οι θνητοί. Ο μεταμορφωμένος ζητιάνος αναγνωρίζει πως και ο ίδιος συντέλεσε στο γύρισμα της ζωής του από την ευτυχία στη δυστυχία, επειδή έπραξε «αδικίες μεγάλες» (ἀτάσθαλα). Ο μεταμορφωμένος ήρωας στο σημείο αυτό λέει προφανώς ψέματα στον Αμφίνομο. Όμως, και ο ίδιος από νικητής πολεμιστής της Τροίας κατάντησε περιπλανώμενος ναυαγός όχι μόνο εξαιτίας των ατασθαλιών των συντρόφων του, που έφαγαν τα βόδια του Ήλιου, αλλά, όπως τον κατηγορεί ο Ευρύλοχος, και από το δικό του λάθος (τούτου ἀτασθαλίῃσιν, κ 437) να θελήσει να μπει στη σπηλιά του Πολύφημου, με αποτέλεσμα να φαγωθούν οι εταίροι του. Επιπρόσθετα, με την αλλαγή της ζωής του άρχοντα της Ιθάκης δικαιολογείται ποιητικά η υποκριτική μεταμόρφωσή του σε ζητιάνο και επιτρέπεται και η σύγκρισή του με τους μνηστήρες, οι οποίοι μηχανεύονται «ανόσια έργα» (ἀτάσθαλα) στο παλάτι. Το μήνυμα του λόγου προς τον Αμφίνομο εμφανίζεται, κατά κάποιον τρόπο, παράδοξο: η υπομονετική στάση απέναντι στα όποια δώρα των θεών, για την οποία ο μεταμορφωμένος ήρωας μίλησε προηγουμένως, υποδεικνύεται τώρα ως μέτρο δικαίου, το οποίο δεν επιτρέπεται να παραβαίνει κάποιος με τη χρήση βίας. Διαφορετικά κινδυνεύει εύλογα να τιμωρηθεί.
Έτσι, αν ο αλληγορικός λόγος του ιλιαδικού Αχιλλέα τονίζει τη μοιραία υποταγή των θνητών σε ό,τι τους επιφυλάσσουν οι θεοί, ο προειδοποιητικός λόγος του Οδυσσέα στον Αμφίνομο τον επαναλαμβάνει παραλλαγμένο αλλά και τον συμπληρώνει, υποδηλώνοντας ότι με την έμμετρη συμπεριφορά τους οι θνητοί μπορεί να αποφύγουν την οποιαδήποτε βλάβη. Οι θεοί, για παράδειγμα, μπορεί να εξαιρέσουν τον Αμφίνομο από την επικείμενη τιμωρία των υπόλοιπων μνηστήρων, αν ο ίδιος αποφασίσει έγκαιρα να εγκαταλείψει τη συντροφιά τους.
Το γενικό συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι στην Οδύσσεια οι θεοί εμφανίζονται με διπλή όψη. Από τη μια μεριά είναι μυστήριοι, δωρητές του καλού και του κακού, απέναντι στους οποίους οι θνητοί δεν μπορούν να αντιτάξουν παρά την υπομονή, και βρίσκονται εκτός ηθικής. Με τον τρόπο αυτό ενεργούν κυρίως ο Ποσειδώνας και ο Ήλιος, έχοντας τη συγκατάθεση ή την υποστήριξη και του Δία, ενώ ο στόχος τους είναι οι Φαίακες, οι εταίροι και ο αρχηγός τους στο πρώτο μέρος της Οδύσσειας. Από την άλλη μεριά ωστόσο οι ολύμπιοι εμφανίζονται ως τιμωροί και εκδικητές όσων υπερβαίνουν το μέτρο, γι᾽ αυτό και μπορούν με την όψη τους αυτή να οδηγήσουν τους θνητούς σε δίκαιες πράξεις. Έτσι δρουν ο Δίας και κυρίως η Αθηνά με στόχο τους αλαζόνες μνηστήρες στο δεύτερο μέρος της Οδύσσειας, όπου η όψη αυτής της θεοδικίας επικρατεί προοδευτικά της πρώτης. Η επικράτηση αυτή διαπιστώνεται και από το ότι, σε αντίθεση προς την παραδοσιακή Ιλιάδα, τα προειδοποιητικά σήματα των θεών στην Οδύσσεια αλλά και των θνητών, όπως του μεταμορφωμένου Οδυσσέα στον Αμφίνομο, στο τέλος εκπληρώνονται. Ο πρωταγωνιστής της Οδύσσειας εξοντώνει, με τη βοήθεια της Αθηνάς, τους μνηστήρες, οι οποίοι πληρώνουν για τα εγκλήματά τους, όπως ο Αίγισθος για τον φόνο του Αγαμέμνονα. Κατ᾽ επέκταση, οι ισχυρισμοί των θνητών ότι η τιμωρία των μνηστήρων οφείλεται στους θεούς, καθώς επιβεβαιώνεται από την εξέλιξη των αφηγηματικών δρωμένων, είναι μια μορφή ποιητικής αλήθειας. Για τον γέροντα Λαέρτη η ύπαρξη των θεών αποδεικνύεται από το ότι οι μνηστήρες τιμωρήθηκαν για την αλαζονική τους συμπεριφορά (ω 351-352):
Ω Δία πατέρα, αλήθεια υπάρχετε οι θεοί στον Όλυμπο ψηλά,
αν πράγματι οι μνηστήρες πλήρωσαν την αλαζονική τους ύβρη [ἀτάσθαλον ὕβριν].
Φαίνεται ότι για τον γέροντα πατέρα του Οδυσσέα υπάρχει κάποιος πρακτικός λόγος τον οποίο οφείλουν να εξυπηρετούν οι θεοί αν θέλουν να τους πιστεύουν οι θνητοί. Αυτός ο λόγος δεν είναι άλλος από το ότι τελικά τιμωρούν τους αλαζόνες, επιβάλλοντας τη δικαιοσύνη. Αν οι θεοί ήταν άδικοι, αν ενεργούσαν πάντοτε σύμφωνα με τις ιδιοτροπίες τους για να προστατεύσουν τα δικά τους συμφέροντα, η ίδια τους η ύπαρξη θα κλονιζόταν.
Ειδικότερα, στην Οδύσσεια διαμορφώνεται μια πιο επείγουσα ανάγκη, ώστε οι θεοί να ενεργήσουν δίκαια. Η ανάγκη αυτή δημιουργείται από τη χαοτική κατάσταση που επικρατεί από την αρχή του έπους στην Ιθάκη. Η τύχη του άρχοντα του παλατιού αγνοείται, ενώ οι μνηστήρες ρημάζουν την περιουσία του και διεκδικούν τη γυναίκα του. Από την άλλη μεριά, τα όρια αντίστασης της Πηνελόπης εξαντλούνται, ενώ ο γιος της Τηλέμαχος φαίνεται ότι ούτε μπορεί να ανατρέψει το χαοτικό σκηνικό μέσα στο παλάτι ούτε είναι σε θέση να κινητοποιήσει τους αδρανείς Ιθακησίους. Έναντι λοιπόν της τραγικής εξέλιξης που παίρνουν τα πολεμικά δρώμενα της Ιλιάδας, της Οδύσσειας επιβάλλουν μια εξέλιξη σαφέστερα αναγνωρίσιμη ως ηθικολογική, ώστε οι αδικημένοι να δικαιωθούν και οι άδικοι να τιμωρηθούν.
Όπως στην Ιλιάδα έτσι και στην Οδύσσεια οι ολύμπιοι δεν αποτελούν αξεπέραστα πρότυπα αρετής, ανταποκρίνονται ωστόσο στο επιτακτικό αίτημα των θνητών για δικαιοσύνη. Κατά τα άλλα, οι ιδιότητες των θεών παραμένουν βασικά οι ίδιες και στα δύο ποιήματα. Έχουν όμως ταιριάξει διαφορετικά, προκειμένου να υπηρετήσουν διαφορετικούς στόχους: την τραγική όψη της ζωής των θνητών στην πολεμική Ιλιάδα, και το ενδιαφέρον για ποιητική δικαιοσύνη στη μεταπολεμική Οδύσσεια.
Η Ρώμη και ο κόσμος της: 3. Αγαπημένη μου Κλεοπάτρα
3.1. Η νύχτα των στρατηγών
Για πέντε σχεδόν αιώνες μετά την κατάργηση της βασιλείας, η ρωμαϊκή δημοκρατία στηρίχτηκε στον πολιτικό συμβιβασμό της αριστοκρατίας των πατρικίων με τις λαϊκές τάξεις και, παρά τις δύσκολες περιστάσεις που συχνά κλήθηκε να αντιμετωπίσει, λειτούργησε αποτελεσματικά με κυρίαρχο όργανο τη Σύγκλητο και τους υπάτους. Ωστόσο, το σύστημα διακυβέρνησης που έκανε τη Ρώμη κυρίαρχη σε ολόκληρη σχεδόν τη λεκάνη της Μεσογείου έδειξε καθαρά τα μειονεκτήματά του όταν οι ρωμαϊκές στρατιές είχαν απλωθεί στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου. Το πρόβλημα ήταν η αδυναμία της Συγκλήτου να ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο σε όλη τη ρωμαϊκή επικράτεια, και το πρόβλημα οφειλόταν κυρίως στην αυξημένη επιρροή και αίγλη που είχαν κερδίσει ορισμένοι από τους νικηφόρους στρατηγούς της Ρώμης.
Εκτός από αίγλη οι στρατηγοί διέθεταν και λεγεώνες. Οι λεγεωνάριοι, μετά από μακρά και σκληρή θητεία στα στρατόπεδα και τα πολεμικά μέτωπα, αναγνώριζαν τους διοικητές τους ως τους μόνους φυσικούς αρχηγούς τους· και επειδή η τύχη τους μετά την αποστράτευση εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τους στρατηγούς, που συνήθως φρόντιζαν να τους δίνουν χωράφια για συνταξιοδοτικό εφάπαξ, οι δεσμοί ανάμεσα στους λεγεωνάριους και τον στρατηγό γίνονταν ακόμη πιο στενοί. Έτσι, οι μεγάλοι στρατιωτικοί άνδρες της Ρώμης είχαν στα χέρια τους τεράστια δύναμη, την οποία μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν εναντίον της κεντρικής εξουσίας όταν οι σχέσεις τους με τη Σύγκλητο έφθαναν σε σημείο ρήξης. Όταν μάλιστα οι στρατάρχες ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξοι και ικανοί, το πρόβλημα ήταν ιδιαίτερα οξύ. Και όταν ένας τέτοιος στρατηγός, ο Μάριος, βάδισε για πρώτη φορά με τις λεγεώνες του εναντίον της Ρώμης το 88 π.Χ., άρχισε μια μεγάλη και εξαιρετικά αιματηρή περίοδος εμφυλίων πολέμων που κράτησε κάπου πενήντα χρόνια.
Ο πιο φιλόδοξος και χαρισματικός από αυτούς τους στρατηγούς ήταν ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρ. Ήξερε να κερδίζει στρατιωτικές μάχες αλλά και τις καρδιές των στρατιωτών του· αγαπούσε τον πόλεμο αλλά και τις γυναίκες· κατέκτησε, ανάμεσα σε άλλες περιοχές, τη Γαλατία του Οβελίξ και του Αστερίξ· ήταν γλαφυρός ιστορικός και έγραψε απομνημονεύματα από τα πολεμικά του μέτωπα· και σε αντίθεση με τους περισσότερους στρατηγούς, έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για φιλολογικά και γλωσσικά ζητήματα.
Η σύγκρουση το Ιούλιου Καίσαρα με τη Σύγκλητο έδωσε μια νέα τροπή στις ρωμαϊκές εμφύλιες διαμάχες. Η Σύγκλητος βρήκε στήριξη στο πρόσωπο του ένδοξου στρατάρχη Πομπήιου, ο οποίος είδε τελικά τις λεγεώνες του να αποδεκατίζονται από τα καισαρικά στρατεύματα στα Φάρσαλα της Θεσσαλίας το 48 π.Χ. - ρωμαϊκό δράμα, ελληνική σκηνή. Μετά τα Φάρσαλα, ο Καίσαρ δεν είχε αντίπαλο παρά μόνο τον εαυτό του. Ο νικητής έθεσε αποκλειστικό στόχο να αλλάξει την πολιτειακή δομή του απέραντου ρωμαϊκού κράτους καθώς διαπίστωνε ότι το παραδοσιακό σύστημα δημοκρατικής διακυβέρνησης χρειαζόταν άμεση αναθεώρηση.
Στην πραγματικότητα ήθελε να συγκεντρώσει την απόλυτη εξουσία στα χέρια που εμπιστευόταν περισσότερο - τα δικά του. Έτσι, δρομολόγησε μια συστηματική προπαγάνδα υπέρ της προσωπικής του εξουσίας, απευθυνόμενος στις λαϊκές μάζες, τις οποίες ήξερε άριστα να γοητεύει και να δελεάζει τόσο με τη ρητορική του όσο και με τη γενναία προσφορά δημόσιων θεαμάτων. Ταυτόχρονα προσπάθησε να αυτοπροβληθεί ως ένα είδος επίσημης θεότητας που διέθετε ιερείς και τόπους λατρείας στα μήκη και τα πλάτη της αυτοκρατορίας. Η θεοποίηση του μονάρχη ήταν συνηθισμένη στους αρχαίους λαούς της Ανατολής, και σε ορισμένες περιπτώσεις και οι ίδιοι οι Ρωμαίοι παλιότερα είχαν αποδώσει κάποιες θεϊκές ιδιότητες στους άρχοντές τους· ωστόσο, αυτό που έκανε ο Ιούλιος Καίσαρ ήταν πρωτοφανές από άποψη έντασης και συστηματικότητας.
Έπαιρνε την πόζα «Μεσσία» και «Θεού», αλλά οι πολιτικοί του αντίπαλοι έβλεπαν μόνο τις διαθέσεις του τύραννου και την πυγμή του δικτάτορα· και όταν ο μονάρχης άρχισε να αυθαιρετεί επιδεικτικά σε βάρος των παλιών δημοκρατικών θεσμών, αποφάσισαν να τον αφανίσουν. Και αυτό ακριβώς έκαναν στις 15 Μαρτίου του 44 π.Χ., μέσα στη Σύγκλητο. Οι μαχαιριές σκότωσαν τον Καίσαρα αλλά άφησαν ανέπαφο τον καισαρισμό, και έφεραν έναν νέο κύκλο αίματος -
στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη, στη σφενδόνη,
πόσοι γύροι, πόσοι αιμάτινοι κύκλοι,
πόσες μαύρες
σειρές…
Για πέντε σχεδόν αιώνες μετά την κατάργηση της βασιλείας, η ρωμαϊκή δημοκρατία στηρίχτηκε στον πολιτικό συμβιβασμό της αριστοκρατίας των πατρικίων με τις λαϊκές τάξεις και, παρά τις δύσκολες περιστάσεις που συχνά κλήθηκε να αντιμετωπίσει, λειτούργησε αποτελεσματικά με κυρίαρχο όργανο τη Σύγκλητο και τους υπάτους. Ωστόσο, το σύστημα διακυβέρνησης που έκανε τη Ρώμη κυρίαρχη σε ολόκληρη σχεδόν τη λεκάνη της Μεσογείου έδειξε καθαρά τα μειονεκτήματά του όταν οι ρωμαϊκές στρατιές είχαν απλωθεί στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου. Το πρόβλημα ήταν η αδυναμία της Συγκλήτου να ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο σε όλη τη ρωμαϊκή επικράτεια, και το πρόβλημα οφειλόταν κυρίως στην αυξημένη επιρροή και αίγλη που είχαν κερδίσει ορισμένοι από τους νικηφόρους στρατηγούς της Ρώμης.
Εκτός από αίγλη οι στρατηγοί διέθεταν και λεγεώνες. Οι λεγεωνάριοι, μετά από μακρά και σκληρή θητεία στα στρατόπεδα και τα πολεμικά μέτωπα, αναγνώριζαν τους διοικητές τους ως τους μόνους φυσικούς αρχηγούς τους· και επειδή η τύχη τους μετά την αποστράτευση εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τους στρατηγούς, που συνήθως φρόντιζαν να τους δίνουν χωράφια για συνταξιοδοτικό εφάπαξ, οι δεσμοί ανάμεσα στους λεγεωνάριους και τον στρατηγό γίνονταν ακόμη πιο στενοί. Έτσι, οι μεγάλοι στρατιωτικοί άνδρες της Ρώμης είχαν στα χέρια τους τεράστια δύναμη, την οποία μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν εναντίον της κεντρικής εξουσίας όταν οι σχέσεις τους με τη Σύγκλητο έφθαναν σε σημείο ρήξης. Όταν μάλιστα οι στρατάρχες ήταν ιδιαίτερα φιλόδοξοι και ικανοί, το πρόβλημα ήταν ιδιαίτερα οξύ. Και όταν ένας τέτοιος στρατηγός, ο Μάριος, βάδισε για πρώτη φορά με τις λεγεώνες του εναντίον της Ρώμης το 88 π.Χ., άρχισε μια μεγάλη και εξαιρετικά αιματηρή περίοδος εμφυλίων πολέμων που κράτησε κάπου πενήντα χρόνια.
Ο πιο φιλόδοξος και χαρισματικός από αυτούς τους στρατηγούς ήταν ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρ. Ήξερε να κερδίζει στρατιωτικές μάχες αλλά και τις καρδιές των στρατιωτών του· αγαπούσε τον πόλεμο αλλά και τις γυναίκες· κατέκτησε, ανάμεσα σε άλλες περιοχές, τη Γαλατία του Οβελίξ και του Αστερίξ· ήταν γλαφυρός ιστορικός και έγραψε απομνημονεύματα από τα πολεμικά του μέτωπα· και σε αντίθεση με τους περισσότερους στρατηγούς, έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για φιλολογικά και γλωσσικά ζητήματα.
Η σύγκρουση το Ιούλιου Καίσαρα με τη Σύγκλητο έδωσε μια νέα τροπή στις ρωμαϊκές εμφύλιες διαμάχες. Η Σύγκλητος βρήκε στήριξη στο πρόσωπο του ένδοξου στρατάρχη Πομπήιου, ο οποίος είδε τελικά τις λεγεώνες του να αποδεκατίζονται από τα καισαρικά στρατεύματα στα Φάρσαλα της Θεσσαλίας το 48 π.Χ. - ρωμαϊκό δράμα, ελληνική σκηνή. Μετά τα Φάρσαλα, ο Καίσαρ δεν είχε αντίπαλο παρά μόνο τον εαυτό του. Ο νικητής έθεσε αποκλειστικό στόχο να αλλάξει την πολιτειακή δομή του απέραντου ρωμαϊκού κράτους καθώς διαπίστωνε ότι το παραδοσιακό σύστημα δημοκρατικής διακυβέρνησης χρειαζόταν άμεση αναθεώρηση.
Στην πραγματικότητα ήθελε να συγκεντρώσει την απόλυτη εξουσία στα χέρια που εμπιστευόταν περισσότερο - τα δικά του. Έτσι, δρομολόγησε μια συστηματική προπαγάνδα υπέρ της προσωπικής του εξουσίας, απευθυνόμενος στις λαϊκές μάζες, τις οποίες ήξερε άριστα να γοητεύει και να δελεάζει τόσο με τη ρητορική του όσο και με τη γενναία προσφορά δημόσιων θεαμάτων. Ταυτόχρονα προσπάθησε να αυτοπροβληθεί ως ένα είδος επίσημης θεότητας που διέθετε ιερείς και τόπους λατρείας στα μήκη και τα πλάτη της αυτοκρατορίας. Η θεοποίηση του μονάρχη ήταν συνηθισμένη στους αρχαίους λαούς της Ανατολής, και σε ορισμένες περιπτώσεις και οι ίδιοι οι Ρωμαίοι παλιότερα είχαν αποδώσει κάποιες θεϊκές ιδιότητες στους άρχοντές τους· ωστόσο, αυτό που έκανε ο Ιούλιος Καίσαρ ήταν πρωτοφανές από άποψη έντασης και συστηματικότητας.
Έπαιρνε την πόζα «Μεσσία» και «Θεού», αλλά οι πολιτικοί του αντίπαλοι έβλεπαν μόνο τις διαθέσεις του τύραννου και την πυγμή του δικτάτορα· και όταν ο μονάρχης άρχισε να αυθαιρετεί επιδεικτικά σε βάρος των παλιών δημοκρατικών θεσμών, αποφάσισαν να τον αφανίσουν. Και αυτό ακριβώς έκαναν στις 15 Μαρτίου του 44 π.Χ., μέσα στη Σύγκλητο. Οι μαχαιριές σκότωσαν τον Καίσαρα αλλά άφησαν ανέπαφο τον καισαρισμό, και έφεραν έναν νέο κύκλο αίματος -
στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη, στη σφενδόνη,
πόσοι γύροι, πόσοι αιμάτινοι κύκλοι,
πόσες μαύρες
σειρές…
Ζάλευκος
Ανατρέχοντας στο οποιοδήποτε γενικό ιστορικό εγχειρίδιο, στα κεφάλαια που αφορούν τον περίφημο Β’ Ελληνικό αποικισμό προς τη Νότια Ιταλία (8ος - 7ος αιώνας π.Χ.), συναντάμε σύντομες αναφορές για την ιστορία και τον πολιτισμό ονομαστών πόλεων, όπως των Συρακουσών, του Ρήγιου, του Κρότωνα, της Κατάνης, της Σύβαρης και τόσων άλλων. Κάπου, σε λίγες αράδες, καταγράφεται η πόλη των Επιζεφύριων Λοκρών, μια πόλη στην οποία νομοθέτησε κάποιος Ζάλευκος - πρόσωπο ίσως μυθικό - και στην οποία εκδηλώθηκαν κάποιοι κοινωνικοί αγώνες και άκμασε κάποιος πολιτισμός. Σε λίγες προτάσεις, ο ιστορικός πηδά βιαστικά τους αιώνες και ξεμπερδεύει με τη λεπτομέρεια αυτή, για να προχωρήσει στο επόμενο θέμα...
Κι όμως, στους Επιζεφύριους Λοκρούς, στην πόλη που έχτισαν οι Λοκροί της κυρίως Ελλάδας στα τέλη του 8ου αιώνα με αρχές του 7ου, εκδηλώθηκε μια εξέλιξη, που σημάδεψε αποφασιστικά την ιστορία του Δικαίου, την πορεία της κοινωνίας και - σε επέκταση - την πορεία του πολιτισμού της Ευρώπης. Πρόκειται για τη δημιουργία του γραπτού νόμου, που επισημοποίησε και κατοχύρωσε - για πρώτη φορά στον ευρωπαϊκό χώρο - τον ταξικό συμβιβασμό και περιχάραξε τα όρια δράσης της εξουσίας.
Η ανάγκη του συμβιβασμού
Η κοινωνία των Επιζεφύριων Λοκρών ήταν γέννημα μιας γόνιμης, σε κοινωνικούς αγώνες, εποχής, μιας εποχής που η, από καταγωγή, άρχουσα αριστοκρατία έβλεπε να ορθώνεται απειλητικά απέναντι της η δραστήρια τάξη των ισχυρών του πλούτου. Ο Αριστοτέλης μας πληροφορεί ότι στην πόλη επικρατούσε «ταραχή πολλή» ενώ ο Αιλιανός αναφέρει ότι υπήρχε μεγάλη ανάγκη για «επανόρθωση» (προφανώς για αποκατάσταση της κοινωνικής ισορροπίας και τάξης). Στην κρίσιμη αυτή περίοδο, οι Επιζεφύριοι Λοκροί δέχονται καθημερινά όλο και νέους αποίκους, κυρίως από άλλες περιοχές της Μεγάλης Ελλάδας, γεγονός που - όπως φαίνεται - έδινε επικίνδυνες προεκτάσεις στην κοινωνική και πολιτική αναταραχή. Στις συνθήκες αυτές, η αριστοκρατική τάξη συνειδητοποίησε ότι ήταν αδύνατη η απόλυτη καταστολή των αντιπάλων της, οι οποίοι - με τη σειρά τους και αυτοί - διαπίστωναν ότι τα εμπόδια για την επικράτηση τους ήταν ανυπέρβλητα. Έτσι διαμορφώθηκε σταδιακά η ώριμη σκέψη για κάποιο σταθερό και μόνιμο συμβιβασμό, ένα συμβιβασμό που θα τερμάτιζε μια πολύχρονη αναταραχή και ανασφάλεια. Η λύση αυτή φαίνεται ότι ικανοποιούσε και τα υπόλοιπα στρώματα της κοινωνίας, που συνθλίβονταν μέσα στη σκληρή σύγκρουση των δύο πλευρών.
Οι κανόνες του παιχνιδιού
Οι παραπάνω εξελίξεις είναι βέβαιο ότι δεν εκδηλώθηκαν μόνο στην κοινωνία της συγκεκριμένης πόλης, αλλά -σε άλλη έκταση και με άλλη ένταση- στο σύνολο σχεδόν του ελληνικού κόσμου της εποχής εκείνης. Αυτό όμως που προσδίνει μοναδικότητα στους Επιζεφύριους Λοκρούς είναι ότι για πρώτη φορά συγκεκριμενοποιήθηκαν εκεί οι «όροι του παιχνιδιού», μέσω του γραπτού νόμου, που αποτελούσε και εγγύηση για σταθερότερη και μονιμότερη κατοχύρωση του συμβιβασμού. Με το γραπτό νόμο, τερματιζόταν το καθεστώς αβεβαιότητας, αντιφατικών ρυθμίσεων, αυθαίρετων ερμηνειών κ.λπ. και - το σπουδαιότερο - το κάθε δικαίωμα αποκτούσε λειτουργική αυθυπαρξία. Οι διάφοροι ιστορικοί αναφέρουν ότι ο συμβιβασμός επιτεύχθηκε με διαιτησία (άποψη που γενικά δεν αντικρούστηκε). Διαιτητής γινόταν κάποιο πρόσωπο αξιοσέβαστο από όλους, με κοινωνική ακτινοβολία, ηθικό κύρος, πείρα, μόρφωση και δύναμη πειθούς. Το πρόσωπο αυτό δεν προοριζόταν ν' ασκήσει εξουσία (παρέμενε ιδιώτης), αλλά να προτείνει τις αναγκαίες εκείνες και μόνιμες ρυθμίσεις, που θα γίνονταν επίσημα αποδεκτές και θα επικυρώνονταν από τα αντίπαλα μέρη. Οι ρυθμίσεις αυτές, διατυπωμένες και κωδικοποιημένες σε γραπτό κείμενο, δεν ήταν τίποτα άλλο από το γραπτό νόμο.
Ο πρώτος ευρωπαίος νομοθέτης
Πρωτοπόρος στη γενιά των νομοθετών του 7ου π.Χ. αιώνα (αργότερα ακολούθησαν ο Χαρώνδας της Κατάνης, ο Δράκων της Αθήνας, ο Λυκούργος της Σπάρτης και άλλοι) υπήρξε ο Ζάλευκος, που τόσο λίγο τίμησε η ιστορία και οι μεταγενέστεροι... Ο Ζάλευκος μπορεί να μην αποτέλεσε το μεγάλο κοινωνικό ανατόμο και μεταρρυθμιστή, μπορεί να μην κατόρθωσε (ούτε να επιδίωξε) την ανατροπή κάποιας εξουσίας, μπορεί να μη συνέβαλε και να μην κληροδότησε κάποιες μεγαλοφυείς φιλοσοφικές απόψεις, μπορεί να μην ξεπέρασε τα ιδεολογικά πρότυπα της εποχής του, άνοιξε όμως το δρόμο για τη νομική συγκρότηση των αντικρουόμενων συμφερόντων που την κατεύθυναν.
Είναι ο πρώτος Ευρωπαίος νομοθέτης που συγκέντρωσε, μελέτησε και επεξεργάστηκε αντιφατικούς κανόνες Δικαίου, προερχόμενους από την ετερόκλητη - ταξικά και από άποψη καταγωγής - κοινωνία της πατρίδας του, ο πρώτος που ενοποίησε το σύνολο αυτό και το προσάρμοσε στις συγκεκριμένες συνθήκες, ο πρώτος που κατάρτισε κανόνες υποχρεωτικής συμπεριφοράς που να αφορούν όλους τους πολίτες. Από μια άποψη, το έργο του είναι για τον ελληνικό κόσμο, ανάλογης σημασίας μ’ εκείνο του Χαμουραμπί, που 1.100 χρόνια πιο πριν είχε προσφέρει στον πολιτισμό την πρώτη γραπτή νομοθεσία της Γης (κάτω φυσικά από άλλα ταξικά και πολιτικά δεδομένα και σε άλλη έκταση). Ο Ζάλευκος, άλλωστε, φαίνεται ότι διδάχτηκε πολλά από το μεγάλο εκείνο νομοθέτη των ανατολικών λαών, και ότι ήταν βαθύς γνώστης των Δικαίων της εποχής του.
Μύθος ή πραγματικότητα
Δυστυχώς δε σώθηκε ούτε ένα αυθεντικό απόσπασμα από το νομοθετικό έργο του Ζάλευκου και ότι ξέρουμε γι’ αυτόν προέρχεται από μαρτυρίες μεταγενέστερων συγγραφέων. Τούτο δεν είναι παράξενο αν σκεφτούμε τις τότε συνθήκες. Άλλωστε γενικά δε σώθηκαν ντοκουμέντα του ελληνικού κόσμου από την εποχή εκείνη. Την ύπαρξη του Ζάλευκου αμφισβήτησε - σύμφωνα με μαρτυρία του Κικέρωνα - ο ιστορικός Τίμαιος. Την ίδια όμως άποψη εξέφρασαν και συγγραφείς που κινήθηκαν στο χώρο των πυθαγόρειων θεωριών (λέγεται γι' αυτούς, ότι ήταν αδύνατο να ανεχτούν πως κάποιος άλλος προηγήθηκε του δασκάλου τους...). Στους νεότερους χρόνους, ανάλογες απόψεις είχε ο Γερμανός ιστορικός Μπέλοχ («Ελληνική Ιστορία») που επιχείρησε και ετυμολογική ερμηνεία του ονόματος του Ζάλευκου (διάλευκος = διάφανος, ξεκάθαρος, σαφής) για να ενισχύσει τις θεωρίες του. Οι παραπάνω γνώμες έρχονται σε σύγκρουση με πολυάριθμες μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων (Αριστοτέλη, Δημοσθένη, Στράβωνα, Αιλιανού, Στοβαίου, Σούδα και άλλων), που άφησαν - οπωσδήποτε αντιφατικά - στοιχεία για τη ζωή και το έργο του μεγάλου Έλληνα νομοθέτη. Σήμερα, ο ιστορικός δε διαθέτει επαρκείς αποδείξεις για να διαψεύσει αποφασιστικά την ύπαρξη του Ζάλευκου, ορισμένοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι οι σχετικές θεωρίες δεν αποτελούν παρά αντανάκλαση μιας πολύ γνωστής τάσης ορισμένων ιστορικών: να διακρίνουν - ίσως σωστά - τη γενικότερη ροή των ιστορικών φαινομένων, αλλά να δυσπιστούν και να αρνούνται το ρόλο ορισμένων μεμονωμένων γεγονότων ή συγκεκριμένων ιστορικών προσώπων στη διαμόρφωση τους, φτάνοντας έτσι στο αντίθετο άκρο από εκείνο των ιστοριογράφων (που - αντίστροφα - απαριθμούν απλώς γεγονότα και πρόσωπα, χωρίς να διακρίνουν την ιστορική ροή και τους γενικότερους μηχανισμούς της). Στα πλαίσια βέβαια αυτού του σημειώματος, δεν μπορεί να υπάρχει τελική ιστορική άποψη... Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκφράστηκαν και απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες δεν αμφισβητείται η ύπαρξη του Ζάλευκου, αλλά η εποχή στην οποία έδρασε και νομοθέτησε. Ο Ιάμβλιχος, ο Σούδας και άλλοι, υποστήριξαν π.χ. ότι ο Ζάλευκος υπήρξε μαθητής του Πυθαγόρα, πράγμα που ιστορικά δεν ευσταθεί, μια και ο μεγάλος φιλόσοφος υπήρξε κατά ένα αιώνα μεταγενέστερος της γενιάς των πρώτων νομοθετών.
Όχι ταπεινής καταγωγής
Η παράδοση θέλει το Ζάλευκο ταπεινής καταγωγής και μάλιστα δούλο και ποιμένα, που εμπνεύστηκε με θεία επέμβαση τη νομοθεσία του, η οποία και έγινε αμέσως αποδεκτή από την κοινωνία των Επιζεφύριων Λοκρών. Σ' ότι αφορά φυσικά τη θεία προέλευση του νόμου, δεν υπάρχει ιστορικό πρόβλημα, μια και είναι γνωστή η αγωνία των αρχαίων λαών να προσδώσουν στο Δίκαιο υπερφυσικό κύρος.
Όσο για την ταπεινή καταγωγή του Ζάλευκου (σχετική μαρτυρία μας παρέχει και ο Σούδας) πρόκειται για άποψη που γενικά δεν κρίνεται σωστή. Ο Διόδωρος άλλωστε αναφέρει ότι «ο Ζάλευκος ήταν Λοκρός από την Ιταλία ως προς το γένος, άνδρας ευγενής και θαυμαστός για την παιδεία του», πράγμα που φαίνεται λογικό για την τότε πραγματικότητα (ούτε η αριστοκρατία, αλλά ούτε και οι δυνατοί του χρήματος δε θα μπορούσαν ν' ανεχτούν τη διαιτησία ενός ποιμένα και μάλιστα δούλου). Υπάρχουν βέβαια απόψεις ότι η λέξη «ποιμένας» εμφανίζεται στις σχετικές παραδόσεις με αλληγορική σημασία (ότι έχει την έννοια του «καθοδηγητή»). Οι θεωρίες, πάντως, για τη λαϊκή καταγωγή του Ζάλευκου βρήκαν θερμούς υποστηριχτές, σε μεταγενέστερες εποχές, στους εκπροσώπους των δημοκρατικών δυνάμεων, γεγονός όμως που δεν αρκεί για να τους προσδώσει και ιστορικό κύρος.
Με την απειλή του θανάτου
Εντυπωσιακή είναι η σημασία που προσέδωσαν οι Επιζεφύριοι Λοκροί στη σταθερότητα του νόμου, ενόψει των τόσο δυσάρεστων εμπειριών του παρελθόντος. Ο Δημοσθένης μας δίνει μια φοβερή μαρτυρία για το πόσο επικίνδυνη ήταν η απόπειρα μετατροπής του νόμου ή η ψήφιση νέου. Γράφει συγκεκριμένα, ότι όποιος ήθελε να προτείνει νέο νόμο, φορούσε μια θηλιά στο λαιμό και εμφανιζόταν στους «Χίλιους» (το νομοθετικό, δικαστικό και κυβερνητικό σώμα της πόλης) και διατύπωνε την πρόταση του. Αν γινόταν δεκτό, όλα πήγαιναν καλά. Αν όμως απορριπτόταν, τότε ο πολίτης στραγγαλιζόταν επιτόπου... Καταλαβαίνει κανείς ότι κάτω από τις συνθήκες αυτές δεν υπήρχε και τόσο μαζική διάθεση για νομοθετικές μεταρρυθμίσεις. Ο Δημοσθένης μάλιστα αναφέρει ότι σε διάρκεια 200 χρόνων, μόνο ένας νέος νόμος είχε κατορθωθεί να ψηφιστεί. Χαρακτηριστική είναι, εξάλλου, και η μαρτυρία του Πλούταρχου, σύμφωνα με την οποία τιμωρήθηκε κάποτε ένας πολίτης που είχε επιστρέψει στην πόλη μετά από πολύχρονη απουσία, γιατί απλώς ρώτησε τους συμπολίτες του, αν κατά τη διάρκεια της απουσίας του αυτής άλλαξε κάτι εκεί... Γιά τη σταθερότητα του Δικαίου, η μια προϋπόθεση ήταν το αμετάβλητο των νόμων. Η άλλη ήταν να έχουν οι νόμοι αυτοί μια και σταθερή ερμηνεία, έτσι ώστε ν’ αποφεύγεται η καταστρατήγηση, καθώς και η σιωπηρή (μέσο των δικαστικών αποφάσεων) μεταρρύθμιση τους. Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, ό Ζάλευκος όρισε ότι θα υπήρχε ειδικά εξουσιοδοτημένος λειτουργός, ο Κοσμόπολις, μοναδικός αρμόδιος για να κρίνει αν ο νόμος είχε αυτή ή την άλλη ερμηνεία. Μέχρι εδώ όλα φαίνονται απλά. Όμως η συνέχεια είναι αρκετά πρωτότυπη: όταν κάποιος πολίτης έκρινε ότι η ερμηνεία του Κοσμόπολι ήταν για τον άλφα ή βήτα λόγο λαθεμένη, είχε κάθε δικαίωμα να καταφύγει στους «Χίλιους» και να τους ζητήσει να αποφασίσουν πάνω στη διαφωνία. Αν δεν τους έπειθε, θανατωνόταν την ίδια στιγμή, ενώ αν τους έπειθε, η τύχη αυτή επιφυλασσόταν για τον άτυχο Κοσμόπολι... Με το σύστημα αυτό πιστευόταν ότι εξασφαλιζόταν η σωστή ερμηνεία του νόμου από τον Κοσμόπολι, αλλά και σεβασμός της ερμηνείας αυτής από τους πολίτες.
Οφθαλμός αντί οφθαλμού
Ο Ζάλευκος δεν μπήκε γενικά στη σφαίρα του Δημοσίου Δικαίου, δεν προχώρησε δηλαδή σε μεταρρυθμίσεις που να αφορούν τη διοίκηση της πολιτείας. Η επέμβαση του στο χώρο αυτόν ήταν έμμεση και εκδηλώθηκε με την οριοθέτηση των εξουσιών της υπάρχουσας διοίκησης, έτσι ώστε αυτή να μην αυθαιρετεί. Πολυάριθμες είναι, εξάλλου, οι παραινέσεις και συμβουλές που απηύθυνε προς τους πολίτες και τους άρχοντες, να τηρούν το νόμο και να σέβονται τους θεούς. Στο χώρο του Ποινικού Δικαίου, η επέμβαση του Ζάλευκου ήταν αποφασιστική και πολύτιμη. Σημαντικότερος θεσμός εδώ είναι - σύμφωνα με μαρτυρίες του Εφόρου - ότι ο δικαστής στερείται την εξουσία να επιβάλλει αυθαίρετα όποια ποινή θέλει για το συγκεκριμένο έγκλημα και περιορίζεται στο να τιμωρεί όταν και όπως ορίζει ο νόμος. Τούτο σημαίνει ότι το κάθε έγκλημα είχε, ανάλογα με τη σοβαρότητα του, μια συγκεκριμένη «ποινική διατίμηση», έτσι ώστε ο κολασμός να είναι ανάλογος και να αποφεύγεται κάθε αυθαιρεσία. Είναι περιττό νομίζουμε να τονίσει κανείς την τεράστια σημασία που είχε η παραπάνω ρύθμιση για την εξέλιξη του Δικαίου... Γενικότερα, η ποινική νομοθεσία του Ζάλευκου αναφερόταν σ' εγκλήματα σχετικά με την προσβολή του δημοσίου συμφέροντος, την απαιτούμενη ευσέβεια στους θεούς και την κρατούσα γενετήσια ηθική. Ως προς την προσβολή «ιδιωτικών» συμφερόντων, επικρατεί η αρχή της ανταπόδοσης («αντιπεπονθός»), κυρίως σ’ ότι αφορά την πρόκληση σωματικών βλαβών και το φόνο. Τούτο είναι απόλυτα φυσικό για τα τότε δεδομένα, και αποδεικνύει την άμεση επιρροή των ανατολικών Δικαίων (Κώδικα Χαμουραμπί κ.λπ.) στην ελληνική, περί Δικαίου, αντίληψη. Ειδικότερα, ο Δημοσθένης μας πληροφορεί, ότι ο Ζάλευκος «εάν τις οφθαλμόν εκκόψη, αντεκκόψαι παρασχείν τον εαυτού» (κατά το γνωστό «οφθαλμον αντί οφθαλμού»).
Ήταν απάνθρωπη η νομοθεσία;
Το ερώτημα δεν μπορεί παρά να έχει σχετική απάντηση. Αν θέλουμε να ερμηνεύσουμε το κάθε ιστορικό φαινόμενο με τα δεδομένα της εποχής μας, τότε ναι, ήταν απάνθρωπη. Είναι σκληρό να θανατώνεις εκείνον που φιλοδοξεί να ανανεώσει το Δίκαιο, εκείνον που αμφισβητεί την επίσημη ερμηνεία του νόμου, είναι βάρβαρο να θανατώνεις τον αλκοολικό, να τυφλώνεις το μοιχό, να ακρωτηριάζεις εκείνον που ακούσια ακρωτηρίασε άλλον. Μπορούμε όμως να κρίνουμε το παρελθόν, να κοστολογήσουμε τις αξίες του, οχυρωμένοι πίσω από τις κατακτήσεις του καιρού μας; Νομίζουμε όχι. Με τη λογική αυτή, τι θα μπορούσαν να σκεφτούν οι άνθρωποι του μέλλοντος για την εποχή μας; Τι θα σκεφτούν όταν πληροφορηθούν ότι φυλακίζαμε το ναρκομανή ανήλικο, ότι δέρναμε τον ομοφυλόφιλο, ότι περιφρονούσαμε το γύφτο, ότι εξουθενώναμε τον ανακρινόμενο για να ομολογήσει, ότι εισβάλλαμε στην ανομολόγητη προσωπική ζωή του καθενός για να σκυλέψουμε κάποια δημοσιογραφική επιτυχία; Όχι λοιπόν. Η νομοθεσία του Ζάλευκου δεν ήταν πιο βάρβαρη από τη δική μας, ούτε πιο πολιτισμένη. Ηταν απλώς ανάλογη με τις τότε αξίες και κοινωνικές σκοπιμότητες. Ήταν όμως αναμφισβήτητα πιο αυστηρή. Χαρακτηριστικός είναι ο παρακάτω μύθος του Αιλιανού: κάποτε - γράφει - πιάστηκε ο γιος του ίδιου του Ζάλευκου σαν ένοχος μοιχείας και καταδικάστηκε να τυφλωθεί. Λέγεται ότι τότε ο μεγάλος νομοθέτης δεν απαίτησε χάρη για το παιδί του (εκμεταλλευόμενος το κύρος του), αλλά απλώς ζήτησε το ένα μάτι να αφαιρεθεί από τον ίδιο... Στο χώρο των ιδιωτικών σχέσεων η νομοθεσία του Ζάλευκου χαρακτηρίζεται από βαθύ συντηρητισμό, που αποσκοπεί - όπως φαίνεται - στη μη διατάραξη των συμφωνιών που προέκυψαν από το συμβιβασμό των τάξεων. Η γη απαγορεύεται να πουληθεί, παρά μόνο αν υπάρχει μεγάλη και αποδειγμένη ανάγκη (μαρτυρία του Αριστοτέλη), ενώ δεν επιτρέπεται η εμπορία αγροτικών προϊόντων. Οι δικονομικές διατάξεις είναι απλουστευμένες και για την απόδειξη ενός γεγονότος βαραίνει η προφορική μαρτυρία και όχι ο ψυχρός τύπος...
Το παιχνίδι της εξουσίας
Είναι τουλάχιστον αφελές να βλέπει κανείς το Δίκαιο σαν φαινόμενο ξεκομμένο από τις κοινωνικές του καταβολές, σαν αυτόνομο ηθικό μέγεθος που επινοείται για να εξυπηρετήσει μια αφηρημένα σωστή δεοντολογία. Κάτι τέτοιο θα ήταν εξωπραγματικό. Το Δίκαιο και κάθε μερική του εκδήλωση, δεν αποτελεί παρά έκφραση κοινωνικής σκοπιμότητας, εξωτερικεύει δηλαδή τη βούληση των δυνάμεων που ελέγχουν την κοινωνική ζωή και την εξοπλίζει με δύναμη καταναγκασμού. Ο νόμος - γραπτή υλοποίηση του Δικαίου - ρυθμίζει συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις και απειλεί κυρώσεις, οριοθετώντας έτσι το αιώνιο παιχνίδι της εξουσίας... Με βάση τα παραπάνω, ο Ζάλευκος, ο νομοθέτης των Επιζεφύριων Λοκρών υπήρξε πρωτοποριακό στοιχείο στην εποχή του και χάραξε αποφασιστικά την ιστορία. Η νομοθεσία του αποτελεί την πρώτη - στον ελληνικό κόσμο αλλά και στον ευρωπαϊκό χώρο - επισημοποίηση μιας εξουσίας, που βασίστηκε στο συμβιβασμό ετερόκλητων κοινωνικών δυνάμεων... Ίσως, από την άποψη αυτή και μόνο, ο Ζάλευκος δικαιούται μια καλύτερη θέση στα ιστορικά εγχειρίδια και στη μνήμη των μεταγενέστερων.
Κι όμως, στους Επιζεφύριους Λοκρούς, στην πόλη που έχτισαν οι Λοκροί της κυρίως Ελλάδας στα τέλη του 8ου αιώνα με αρχές του 7ου, εκδηλώθηκε μια εξέλιξη, που σημάδεψε αποφασιστικά την ιστορία του Δικαίου, την πορεία της κοινωνίας και - σε επέκταση - την πορεία του πολιτισμού της Ευρώπης. Πρόκειται για τη δημιουργία του γραπτού νόμου, που επισημοποίησε και κατοχύρωσε - για πρώτη φορά στον ευρωπαϊκό χώρο - τον ταξικό συμβιβασμό και περιχάραξε τα όρια δράσης της εξουσίας.
Η ανάγκη του συμβιβασμού
Η κοινωνία των Επιζεφύριων Λοκρών ήταν γέννημα μιας γόνιμης, σε κοινωνικούς αγώνες, εποχής, μιας εποχής που η, από καταγωγή, άρχουσα αριστοκρατία έβλεπε να ορθώνεται απειλητικά απέναντι της η δραστήρια τάξη των ισχυρών του πλούτου. Ο Αριστοτέλης μας πληροφορεί ότι στην πόλη επικρατούσε «ταραχή πολλή» ενώ ο Αιλιανός αναφέρει ότι υπήρχε μεγάλη ανάγκη για «επανόρθωση» (προφανώς για αποκατάσταση της κοινωνικής ισορροπίας και τάξης). Στην κρίσιμη αυτή περίοδο, οι Επιζεφύριοι Λοκροί δέχονται καθημερινά όλο και νέους αποίκους, κυρίως από άλλες περιοχές της Μεγάλης Ελλάδας, γεγονός που - όπως φαίνεται - έδινε επικίνδυνες προεκτάσεις στην κοινωνική και πολιτική αναταραχή. Στις συνθήκες αυτές, η αριστοκρατική τάξη συνειδητοποίησε ότι ήταν αδύνατη η απόλυτη καταστολή των αντιπάλων της, οι οποίοι - με τη σειρά τους και αυτοί - διαπίστωναν ότι τα εμπόδια για την επικράτηση τους ήταν ανυπέρβλητα. Έτσι διαμορφώθηκε σταδιακά η ώριμη σκέψη για κάποιο σταθερό και μόνιμο συμβιβασμό, ένα συμβιβασμό που θα τερμάτιζε μια πολύχρονη αναταραχή και ανασφάλεια. Η λύση αυτή φαίνεται ότι ικανοποιούσε και τα υπόλοιπα στρώματα της κοινωνίας, που συνθλίβονταν μέσα στη σκληρή σύγκρουση των δύο πλευρών.
Οι κανόνες του παιχνιδιού
Οι παραπάνω εξελίξεις είναι βέβαιο ότι δεν εκδηλώθηκαν μόνο στην κοινωνία της συγκεκριμένης πόλης, αλλά -σε άλλη έκταση και με άλλη ένταση- στο σύνολο σχεδόν του ελληνικού κόσμου της εποχής εκείνης. Αυτό όμως που προσδίνει μοναδικότητα στους Επιζεφύριους Λοκρούς είναι ότι για πρώτη φορά συγκεκριμενοποιήθηκαν εκεί οι «όροι του παιχνιδιού», μέσω του γραπτού νόμου, που αποτελούσε και εγγύηση για σταθερότερη και μονιμότερη κατοχύρωση του συμβιβασμού. Με το γραπτό νόμο, τερματιζόταν το καθεστώς αβεβαιότητας, αντιφατικών ρυθμίσεων, αυθαίρετων ερμηνειών κ.λπ. και - το σπουδαιότερο - το κάθε δικαίωμα αποκτούσε λειτουργική αυθυπαρξία. Οι διάφοροι ιστορικοί αναφέρουν ότι ο συμβιβασμός επιτεύχθηκε με διαιτησία (άποψη που γενικά δεν αντικρούστηκε). Διαιτητής γινόταν κάποιο πρόσωπο αξιοσέβαστο από όλους, με κοινωνική ακτινοβολία, ηθικό κύρος, πείρα, μόρφωση και δύναμη πειθούς. Το πρόσωπο αυτό δεν προοριζόταν ν' ασκήσει εξουσία (παρέμενε ιδιώτης), αλλά να προτείνει τις αναγκαίες εκείνες και μόνιμες ρυθμίσεις, που θα γίνονταν επίσημα αποδεκτές και θα επικυρώνονταν από τα αντίπαλα μέρη. Οι ρυθμίσεις αυτές, διατυπωμένες και κωδικοποιημένες σε γραπτό κείμενο, δεν ήταν τίποτα άλλο από το γραπτό νόμο.
Ο πρώτος ευρωπαίος νομοθέτης
Πρωτοπόρος στη γενιά των νομοθετών του 7ου π.Χ. αιώνα (αργότερα ακολούθησαν ο Χαρώνδας της Κατάνης, ο Δράκων της Αθήνας, ο Λυκούργος της Σπάρτης και άλλοι) υπήρξε ο Ζάλευκος, που τόσο λίγο τίμησε η ιστορία και οι μεταγενέστεροι... Ο Ζάλευκος μπορεί να μην αποτέλεσε το μεγάλο κοινωνικό ανατόμο και μεταρρυθμιστή, μπορεί να μην κατόρθωσε (ούτε να επιδίωξε) την ανατροπή κάποιας εξουσίας, μπορεί να μη συνέβαλε και να μην κληροδότησε κάποιες μεγαλοφυείς φιλοσοφικές απόψεις, μπορεί να μην ξεπέρασε τα ιδεολογικά πρότυπα της εποχής του, άνοιξε όμως το δρόμο για τη νομική συγκρότηση των αντικρουόμενων συμφερόντων που την κατεύθυναν.
Είναι ο πρώτος Ευρωπαίος νομοθέτης που συγκέντρωσε, μελέτησε και επεξεργάστηκε αντιφατικούς κανόνες Δικαίου, προερχόμενους από την ετερόκλητη - ταξικά και από άποψη καταγωγής - κοινωνία της πατρίδας του, ο πρώτος που ενοποίησε το σύνολο αυτό και το προσάρμοσε στις συγκεκριμένες συνθήκες, ο πρώτος που κατάρτισε κανόνες υποχρεωτικής συμπεριφοράς που να αφορούν όλους τους πολίτες. Από μια άποψη, το έργο του είναι για τον ελληνικό κόσμο, ανάλογης σημασίας μ’ εκείνο του Χαμουραμπί, που 1.100 χρόνια πιο πριν είχε προσφέρει στον πολιτισμό την πρώτη γραπτή νομοθεσία της Γης (κάτω φυσικά από άλλα ταξικά και πολιτικά δεδομένα και σε άλλη έκταση). Ο Ζάλευκος, άλλωστε, φαίνεται ότι διδάχτηκε πολλά από το μεγάλο εκείνο νομοθέτη των ανατολικών λαών, και ότι ήταν βαθύς γνώστης των Δικαίων της εποχής του.
Μύθος ή πραγματικότητα
Δυστυχώς δε σώθηκε ούτε ένα αυθεντικό απόσπασμα από το νομοθετικό έργο του Ζάλευκου και ότι ξέρουμε γι’ αυτόν προέρχεται από μαρτυρίες μεταγενέστερων συγγραφέων. Τούτο δεν είναι παράξενο αν σκεφτούμε τις τότε συνθήκες. Άλλωστε γενικά δε σώθηκαν ντοκουμέντα του ελληνικού κόσμου από την εποχή εκείνη. Την ύπαρξη του Ζάλευκου αμφισβήτησε - σύμφωνα με μαρτυρία του Κικέρωνα - ο ιστορικός Τίμαιος. Την ίδια όμως άποψη εξέφρασαν και συγγραφείς που κινήθηκαν στο χώρο των πυθαγόρειων θεωριών (λέγεται γι' αυτούς, ότι ήταν αδύνατο να ανεχτούν πως κάποιος άλλος προηγήθηκε του δασκάλου τους...). Στους νεότερους χρόνους, ανάλογες απόψεις είχε ο Γερμανός ιστορικός Μπέλοχ («Ελληνική Ιστορία») που επιχείρησε και ετυμολογική ερμηνεία του ονόματος του Ζάλευκου (διάλευκος = διάφανος, ξεκάθαρος, σαφής) για να ενισχύσει τις θεωρίες του. Οι παραπάνω γνώμες έρχονται σε σύγκρουση με πολυάριθμες μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων (Αριστοτέλη, Δημοσθένη, Στράβωνα, Αιλιανού, Στοβαίου, Σούδα και άλλων), που άφησαν - οπωσδήποτε αντιφατικά - στοιχεία για τη ζωή και το έργο του μεγάλου Έλληνα νομοθέτη. Σήμερα, ο ιστορικός δε διαθέτει επαρκείς αποδείξεις για να διαψεύσει αποφασιστικά την ύπαρξη του Ζάλευκου, ορισμένοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι οι σχετικές θεωρίες δεν αποτελούν παρά αντανάκλαση μιας πολύ γνωστής τάσης ορισμένων ιστορικών: να διακρίνουν - ίσως σωστά - τη γενικότερη ροή των ιστορικών φαινομένων, αλλά να δυσπιστούν και να αρνούνται το ρόλο ορισμένων μεμονωμένων γεγονότων ή συγκεκριμένων ιστορικών προσώπων στη διαμόρφωση τους, φτάνοντας έτσι στο αντίθετο άκρο από εκείνο των ιστοριογράφων (που - αντίστροφα - απαριθμούν απλώς γεγονότα και πρόσωπα, χωρίς να διακρίνουν την ιστορική ροή και τους γενικότερους μηχανισμούς της). Στα πλαίσια βέβαια αυτού του σημειώματος, δεν μπορεί να υπάρχει τελική ιστορική άποψη... Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκφράστηκαν και απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες δεν αμφισβητείται η ύπαρξη του Ζάλευκου, αλλά η εποχή στην οποία έδρασε και νομοθέτησε. Ο Ιάμβλιχος, ο Σούδας και άλλοι, υποστήριξαν π.χ. ότι ο Ζάλευκος υπήρξε μαθητής του Πυθαγόρα, πράγμα που ιστορικά δεν ευσταθεί, μια και ο μεγάλος φιλόσοφος υπήρξε κατά ένα αιώνα μεταγενέστερος της γενιάς των πρώτων νομοθετών.
Όχι ταπεινής καταγωγής
Η παράδοση θέλει το Ζάλευκο ταπεινής καταγωγής και μάλιστα δούλο και ποιμένα, που εμπνεύστηκε με θεία επέμβαση τη νομοθεσία του, η οποία και έγινε αμέσως αποδεκτή από την κοινωνία των Επιζεφύριων Λοκρών. Σ' ότι αφορά φυσικά τη θεία προέλευση του νόμου, δεν υπάρχει ιστορικό πρόβλημα, μια και είναι γνωστή η αγωνία των αρχαίων λαών να προσδώσουν στο Δίκαιο υπερφυσικό κύρος.
Όσο για την ταπεινή καταγωγή του Ζάλευκου (σχετική μαρτυρία μας παρέχει και ο Σούδας) πρόκειται για άποψη που γενικά δεν κρίνεται σωστή. Ο Διόδωρος άλλωστε αναφέρει ότι «ο Ζάλευκος ήταν Λοκρός από την Ιταλία ως προς το γένος, άνδρας ευγενής και θαυμαστός για την παιδεία του», πράγμα που φαίνεται λογικό για την τότε πραγματικότητα (ούτε η αριστοκρατία, αλλά ούτε και οι δυνατοί του χρήματος δε θα μπορούσαν ν' ανεχτούν τη διαιτησία ενός ποιμένα και μάλιστα δούλου). Υπάρχουν βέβαια απόψεις ότι η λέξη «ποιμένας» εμφανίζεται στις σχετικές παραδόσεις με αλληγορική σημασία (ότι έχει την έννοια του «καθοδηγητή»). Οι θεωρίες, πάντως, για τη λαϊκή καταγωγή του Ζάλευκου βρήκαν θερμούς υποστηριχτές, σε μεταγενέστερες εποχές, στους εκπροσώπους των δημοκρατικών δυνάμεων, γεγονός όμως που δεν αρκεί για να τους προσδώσει και ιστορικό κύρος.
Με την απειλή του θανάτου
Εντυπωσιακή είναι η σημασία που προσέδωσαν οι Επιζεφύριοι Λοκροί στη σταθερότητα του νόμου, ενόψει των τόσο δυσάρεστων εμπειριών του παρελθόντος. Ο Δημοσθένης μας δίνει μια φοβερή μαρτυρία για το πόσο επικίνδυνη ήταν η απόπειρα μετατροπής του νόμου ή η ψήφιση νέου. Γράφει συγκεκριμένα, ότι όποιος ήθελε να προτείνει νέο νόμο, φορούσε μια θηλιά στο λαιμό και εμφανιζόταν στους «Χίλιους» (το νομοθετικό, δικαστικό και κυβερνητικό σώμα της πόλης) και διατύπωνε την πρόταση του. Αν γινόταν δεκτό, όλα πήγαιναν καλά. Αν όμως απορριπτόταν, τότε ο πολίτης στραγγαλιζόταν επιτόπου... Καταλαβαίνει κανείς ότι κάτω από τις συνθήκες αυτές δεν υπήρχε και τόσο μαζική διάθεση για νομοθετικές μεταρρυθμίσεις. Ο Δημοσθένης μάλιστα αναφέρει ότι σε διάρκεια 200 χρόνων, μόνο ένας νέος νόμος είχε κατορθωθεί να ψηφιστεί. Χαρακτηριστική είναι, εξάλλου, και η μαρτυρία του Πλούταρχου, σύμφωνα με την οποία τιμωρήθηκε κάποτε ένας πολίτης που είχε επιστρέψει στην πόλη μετά από πολύχρονη απουσία, γιατί απλώς ρώτησε τους συμπολίτες του, αν κατά τη διάρκεια της απουσίας του αυτής άλλαξε κάτι εκεί... Γιά τη σταθερότητα του Δικαίου, η μια προϋπόθεση ήταν το αμετάβλητο των νόμων. Η άλλη ήταν να έχουν οι νόμοι αυτοί μια και σταθερή ερμηνεία, έτσι ώστε ν’ αποφεύγεται η καταστρατήγηση, καθώς και η σιωπηρή (μέσο των δικαστικών αποφάσεων) μεταρρύθμιση τους. Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, ό Ζάλευκος όρισε ότι θα υπήρχε ειδικά εξουσιοδοτημένος λειτουργός, ο Κοσμόπολις, μοναδικός αρμόδιος για να κρίνει αν ο νόμος είχε αυτή ή την άλλη ερμηνεία. Μέχρι εδώ όλα φαίνονται απλά. Όμως η συνέχεια είναι αρκετά πρωτότυπη: όταν κάποιος πολίτης έκρινε ότι η ερμηνεία του Κοσμόπολι ήταν για τον άλφα ή βήτα λόγο λαθεμένη, είχε κάθε δικαίωμα να καταφύγει στους «Χίλιους» και να τους ζητήσει να αποφασίσουν πάνω στη διαφωνία. Αν δεν τους έπειθε, θανατωνόταν την ίδια στιγμή, ενώ αν τους έπειθε, η τύχη αυτή επιφυλασσόταν για τον άτυχο Κοσμόπολι... Με το σύστημα αυτό πιστευόταν ότι εξασφαλιζόταν η σωστή ερμηνεία του νόμου από τον Κοσμόπολι, αλλά και σεβασμός της ερμηνείας αυτής από τους πολίτες.
Οφθαλμός αντί οφθαλμού
Ο Ζάλευκος δεν μπήκε γενικά στη σφαίρα του Δημοσίου Δικαίου, δεν προχώρησε δηλαδή σε μεταρρυθμίσεις που να αφορούν τη διοίκηση της πολιτείας. Η επέμβαση του στο χώρο αυτόν ήταν έμμεση και εκδηλώθηκε με την οριοθέτηση των εξουσιών της υπάρχουσας διοίκησης, έτσι ώστε αυτή να μην αυθαιρετεί. Πολυάριθμες είναι, εξάλλου, οι παραινέσεις και συμβουλές που απηύθυνε προς τους πολίτες και τους άρχοντες, να τηρούν το νόμο και να σέβονται τους θεούς. Στο χώρο του Ποινικού Δικαίου, η επέμβαση του Ζάλευκου ήταν αποφασιστική και πολύτιμη. Σημαντικότερος θεσμός εδώ είναι - σύμφωνα με μαρτυρίες του Εφόρου - ότι ο δικαστής στερείται την εξουσία να επιβάλλει αυθαίρετα όποια ποινή θέλει για το συγκεκριμένο έγκλημα και περιορίζεται στο να τιμωρεί όταν και όπως ορίζει ο νόμος. Τούτο σημαίνει ότι το κάθε έγκλημα είχε, ανάλογα με τη σοβαρότητα του, μια συγκεκριμένη «ποινική διατίμηση», έτσι ώστε ο κολασμός να είναι ανάλογος και να αποφεύγεται κάθε αυθαιρεσία. Είναι περιττό νομίζουμε να τονίσει κανείς την τεράστια σημασία που είχε η παραπάνω ρύθμιση για την εξέλιξη του Δικαίου... Γενικότερα, η ποινική νομοθεσία του Ζάλευκου αναφερόταν σ' εγκλήματα σχετικά με την προσβολή του δημοσίου συμφέροντος, την απαιτούμενη ευσέβεια στους θεούς και την κρατούσα γενετήσια ηθική. Ως προς την προσβολή «ιδιωτικών» συμφερόντων, επικρατεί η αρχή της ανταπόδοσης («αντιπεπονθός»), κυρίως σ’ ότι αφορά την πρόκληση σωματικών βλαβών και το φόνο. Τούτο είναι απόλυτα φυσικό για τα τότε δεδομένα, και αποδεικνύει την άμεση επιρροή των ανατολικών Δικαίων (Κώδικα Χαμουραμπί κ.λπ.) στην ελληνική, περί Δικαίου, αντίληψη. Ειδικότερα, ο Δημοσθένης μας πληροφορεί, ότι ο Ζάλευκος «εάν τις οφθαλμόν εκκόψη, αντεκκόψαι παρασχείν τον εαυτού» (κατά το γνωστό «οφθαλμον αντί οφθαλμού»).
Ήταν απάνθρωπη η νομοθεσία;
Το ερώτημα δεν μπορεί παρά να έχει σχετική απάντηση. Αν θέλουμε να ερμηνεύσουμε το κάθε ιστορικό φαινόμενο με τα δεδομένα της εποχής μας, τότε ναι, ήταν απάνθρωπη. Είναι σκληρό να θανατώνεις εκείνον που φιλοδοξεί να ανανεώσει το Δίκαιο, εκείνον που αμφισβητεί την επίσημη ερμηνεία του νόμου, είναι βάρβαρο να θανατώνεις τον αλκοολικό, να τυφλώνεις το μοιχό, να ακρωτηριάζεις εκείνον που ακούσια ακρωτηρίασε άλλον. Μπορούμε όμως να κρίνουμε το παρελθόν, να κοστολογήσουμε τις αξίες του, οχυρωμένοι πίσω από τις κατακτήσεις του καιρού μας; Νομίζουμε όχι. Με τη λογική αυτή, τι θα μπορούσαν να σκεφτούν οι άνθρωποι του μέλλοντος για την εποχή μας; Τι θα σκεφτούν όταν πληροφορηθούν ότι φυλακίζαμε το ναρκομανή ανήλικο, ότι δέρναμε τον ομοφυλόφιλο, ότι περιφρονούσαμε το γύφτο, ότι εξουθενώναμε τον ανακρινόμενο για να ομολογήσει, ότι εισβάλλαμε στην ανομολόγητη προσωπική ζωή του καθενός για να σκυλέψουμε κάποια δημοσιογραφική επιτυχία; Όχι λοιπόν. Η νομοθεσία του Ζάλευκου δεν ήταν πιο βάρβαρη από τη δική μας, ούτε πιο πολιτισμένη. Ηταν απλώς ανάλογη με τις τότε αξίες και κοινωνικές σκοπιμότητες. Ήταν όμως αναμφισβήτητα πιο αυστηρή. Χαρακτηριστικός είναι ο παρακάτω μύθος του Αιλιανού: κάποτε - γράφει - πιάστηκε ο γιος του ίδιου του Ζάλευκου σαν ένοχος μοιχείας και καταδικάστηκε να τυφλωθεί. Λέγεται ότι τότε ο μεγάλος νομοθέτης δεν απαίτησε χάρη για το παιδί του (εκμεταλλευόμενος το κύρος του), αλλά απλώς ζήτησε το ένα μάτι να αφαιρεθεί από τον ίδιο... Στο χώρο των ιδιωτικών σχέσεων η νομοθεσία του Ζάλευκου χαρακτηρίζεται από βαθύ συντηρητισμό, που αποσκοπεί - όπως φαίνεται - στη μη διατάραξη των συμφωνιών που προέκυψαν από το συμβιβασμό των τάξεων. Η γη απαγορεύεται να πουληθεί, παρά μόνο αν υπάρχει μεγάλη και αποδειγμένη ανάγκη (μαρτυρία του Αριστοτέλη), ενώ δεν επιτρέπεται η εμπορία αγροτικών προϊόντων. Οι δικονομικές διατάξεις είναι απλουστευμένες και για την απόδειξη ενός γεγονότος βαραίνει η προφορική μαρτυρία και όχι ο ψυχρός τύπος...
Το παιχνίδι της εξουσίας
Είναι τουλάχιστον αφελές να βλέπει κανείς το Δίκαιο σαν φαινόμενο ξεκομμένο από τις κοινωνικές του καταβολές, σαν αυτόνομο ηθικό μέγεθος που επινοείται για να εξυπηρετήσει μια αφηρημένα σωστή δεοντολογία. Κάτι τέτοιο θα ήταν εξωπραγματικό. Το Δίκαιο και κάθε μερική του εκδήλωση, δεν αποτελεί παρά έκφραση κοινωνικής σκοπιμότητας, εξωτερικεύει δηλαδή τη βούληση των δυνάμεων που ελέγχουν την κοινωνική ζωή και την εξοπλίζει με δύναμη καταναγκασμού. Ο νόμος - γραπτή υλοποίηση του Δικαίου - ρυθμίζει συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις και απειλεί κυρώσεις, οριοθετώντας έτσι το αιώνιο παιχνίδι της εξουσίας... Με βάση τα παραπάνω, ο Ζάλευκος, ο νομοθέτης των Επιζεφύριων Λοκρών υπήρξε πρωτοποριακό στοιχείο στην εποχή του και χάραξε αποφασιστικά την ιστορία. Η νομοθεσία του αποτελεί την πρώτη - στον ελληνικό κόσμο αλλά και στον ευρωπαϊκό χώρο - επισημοποίηση μιας εξουσίας, που βασίστηκε στο συμβιβασμό ετερόκλητων κοινωνικών δυνάμεων... Ίσως, από την άποψη αυτή και μόνο, ο Ζάλευκος δικαιούται μια καλύτερη θέση στα ιστορικά εγχειρίδια και στη μνήμη των μεταγενέστερων.
Οἱ Στωικοί καί ὁ Ἡράκλειτος
Οἱ Στωικοί, ὅπως ὁμολογοῦσαν καί οἱ ἴδιοι, ἄντλησαν πολλές ἰδέες ἀπό τόν Ἡράκλειτο. Ἐξετάζοντας μερικά ἀπό αὐτά τά δάνεια, θά μπορέσουμε νά συνδέσουμε μεταξύ τους ὁρισμένα νήματα σκέψης πού ἐξετάσαμε στό προηγούμενο κεφάλαιο καί νά εἰσαγάγουμε τό θέμα τοῦ ἑπόμενου.
Παραθέτουμε ἐδῶ τρία ἀποσπάσματα τοῦ Ἡρακλείτου, πού περιέχουν τή λέξη λόγος:
Ἄφοῦ ἀκούσετε ὄχι ἐμένα, ἀλλά τόν λόγον, εἶναι σοφό νά συμφωνήσετε (ὁμο-λογεῖν) ὅτι ὅλα εἶναι ἕνα (ἀπόσπ. 50 Diels-Kranz).
Ἄν καί ὅλα συμβαίνουν σύμφωνα μέ αὐτόν τό λόγον, οἱ ἄνθρωποι μοιάζουν νά μή τό γνωρίζουν (ἀπείροισιν), ὅσο καί ἄν ἔχουν τήν ἐμπειρία (πειρώμενοι) τῶν λέξεων καί τῶν πράξεων πού ἐκθέτω, διακρίνοντας κάθε πράγμα σύμφωνα μέ τή φύση του καί ἐξηγώντας πῶς εἶναι (ἀπόσπ. 1).
Ἄν καί ὁ λόγος εἶναι κοινός, οἱ πολλοί ζοῦν σάν νά ἔχει ὁ καθένας τή δική του φρόνησιν (ἀπόσπ. 2).
Ἀπό τά χωρία αὐτά γίνεται φανερό ὅτι ὁ λόγος εἶναι κάτι πού μπορεῖ νά ἀκουστεῖ, πού χρησιμεύει στήν ἐξήγηση τῶν πραγμάτων, πού εἶναι κοινό σέ ὅλους, κτλ.
Μία ἄλλη θεμελιακή ἔννοια τοῦ Ἡρακλείτου εἶναι ἡ Ἁρμονία. Φαίνεται ὅτι ἀντιλαμβανόταν τόν κόσμο ὡς συλλογή πραγμάτων ἑνοποιημένων καί ρυθμισμένων ἀπό τόν λόγον πού εἶναι κοινός σ’ αὐτά. Καί ἡ ἔννοια αὐτή ἔχει πολύ μεγάλη σημασία στό Στωικισμό. Γιά τόν Ἠράκλειτο, ὁ λόγος εἶναι αὐτός πού κάνει τόν κόσμο εὔτακτο οἰκοδόμημα, κόσμον. Ἀλλά κάτι παρόμοιο εἶχαν ὑποθέσει καί οἱ μιλήσιοι φιλόσοφοι, ὅταν προσπαθοῦσαν νά ἐξηγήσουν ὅλα τά πράγματα μέ βάση τίς μεταλλαγές μιᾶς μοναδικῆς ὑλικῆς ἀρχῆς. Οἱ Ἕλληνες δέν εἶχαν ἄναγκη νά προσφύγουν σέ ἕνα λόγον ρυθμιστή, γιά νά ἐκφράσουν τήν ἔννοια τῆς τάξης στή φύση. Ὁ Ἡράκλειτος, ἄν καί ὑποστήριζε βέβαια ὅτι ὁ κόσμος εἶναι εὔτακτο οἰκοδόμημα, ἐννοοῦσε κάτι περισσότερο ὅταν ἔλεγε ὅτι ὅλα τά πράγματα συμβαίνουν σύμφωνα μέ τόν λόγον. Κατά τή γνώμη μου ὑπονοοῦσε ὅτι ὑπάρχει θεμελιακή σχέση ἀνάμεσα στά κοσμικά γεγονότα καί τήν ἀνθρώπινη σκέψη ἤ ὁμιλία· ὅτι οἱ ἄνθρωποι δέν μποροῦν δυστυχῶς νά τό ἀντί- ληφθοῦν, ἀλλά ἡ ἰδιαίτερη ἱκανότητά τους νά σκέφτονται καί νά μιλοῦν εἶναι κάτι πού τούς συνδέει μέ τόν κόσμο καί μπορεῖ νά τούς δώσει τό κλειδί, γιά νά προσεγγίσουν τήν ἀληθινή φύση τῶν πραγμάτων.
Τό ὕφος τοῦ ἴδιου του Ἡρακλείτου ἐκφράζει τίς ἀντιθέσεις καί τίς σχέσεις πού πίστευε ὅτι χαρακτηρίζουν τόν κόσμο. Τό καλύτερο ἴσως παράδειγμα εἶναι τό ἀπόσπασμα 48: «Τό ὄνομα τοῦ τόξου (βίος) εἶναι ζωή (βίος), ἀλλά τό ἔργο του εἶναι ὁ θάνατος». Γιά τόν Ἡράκλειτο ἡ ἀμφισημία τῆς λέξης βίος συμβολίζει μιάν ἀμφισημία στήν ἴδια τή φύση: τό τεντωμένο τόξο ἤ ἡ λύρα ἀποτελεῖ μιάν ἑνότητα ἤ ἁρμονία, ἀλλά αὐτή ἡ ἑνότητα παράγεται ἀπό τήν ἔνταση ἤ τήν πάλη ἀνάμεσα στή χορδή καί τό πλαίσιο. Ὅπως ἡ γλώσσα μπορεῖ νά εἶναι αἰνιγματική, ἀμφίσημη, ἀντινομική, ἔτσι καί στόν κόσμο τά ἀντίθετα συνυπάρχουν, ἡ ἑνότητα εἶναι προϊόν διαφορᾶς, ἡ ἁρμονία συνέπεια τῆς ἔριδας. Δέν ὑπονοῶ βέβαια ὅτι ὁ Ἡράκλειτος ὁδηγήθηκε στίς θεωρίες του γιά τόν κόσμο ἀπό τό στοχασμό του πάνω στήν ἑλληνική γλώσσα. Ἄλλα οἱ λέξεις λόγος-λέγειν μέ τή σημασία τῆς «ὁμιλίας πού ἔχει νόημα» πρέπει νά συνδέονται μέ τόν ἰσχυρισμό του ὅτι ὁ λόγος ρυθμίζει τά πάντα. Εἶχε τή γνώμη ὅτι ὁ κόσμος εἶναι ἑνότητα ἀντιθέσεων, ἁρμονία ἀντίθετων δυνάμεων πού μπορεῖ νά ἐκφραστεῖ μέ προτάσεις ὅπως: «Ὁ Θεός εἶναι μέρα νύχτα, χειμώνας καλοκαίρι, πόλεμος εἰρήνη» (ἀπόσπ. 67)· «Ὁ δρόμος πρός τά ἐπάνω καί πρός τά κάτω εἶναι ὁ ἴδιος» (ἀπόσπ. 60). Ὁ Ἡράκλειτος ἐπινόησε τή σύζευξη ἀντίθετων κατηγορημάτων, γιά νά ἀποδώσει μέ παραδείγματα συνάφειες στή φύση πού τίς ἔχει συσκοτίσει ἡ κοινή γλώσσα.
Οἱ Στωικοί δέν χρησιμοποίησαν ἰδιαίτερα τήν ἔννοιά της ἡρακλείτειας ἑνότητας μέσα ἀπό τήν ἀντίθεση, ἄν καί βρίσκουμε κάποια ἴχνη της. Δανείστηκαν ὅμως ἀπό τόν Ἡράκλειτο τήν ἔννοια τοῦ λόγου πού κατευθύνει τά πάντα καί στόν ὁποῖο μετέχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Ἡ φωτιά, τό σύμβολο ἤ ὁ φορέας τοῦ λόγου στόν Ἡράκλειτο, υἱοθετήθηκε ἐπίσης ἀπό τόν Ζήνωνα ὡς βάση τῆς στωικῆς φυσικῆς. Οἱ Στωικοί πάνω ἀπό ὅλα ἐπεξεργάστηκαν συστηματικά τίς γλωσσικές καί λογικές ἐπιπτώσεις τῆς ἄποψης ὅτι τό σύμπαν κατευθύνεται ἀπό τόν λόγον. Θά ἦταν φαντασιοκοπία νά προσπαθήσουμε νά βροῦμε σέ ὅλα αὐτά συγκεκριμένη ἐπίδραση τοῦ Ἡρακλείτου. Ὡστόσο, ἡ στωική ἔννοια τοῦ νά ζεῖ κανείς ὁμολογουμένως, σέ συνέπεια μέ τόν λόγον, ἡ ὁποία τονίζει τή σχέση πού θά ἔπρεπε νά ὑπάρχει ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο, εἶναι στή σύλληψή της ἡρακλείτεια.
Ἡ ὕποθεση ὅτι τό σύμπαν εἶναι εὔτακτο οἰκοδόμημα προσιδιάζει στήν ἑλληνική φιλοσοφία. Ὅπως στό Στωικισμό, ἔτσι καί στόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη ἡ ἔννοια τῆς τάξης συνδυάζεται μέ τήν ἔννοια τοῦ σκοποῦ ἤ τῆς πρόθεσης. Ἀλλά οὔτε ὁ Πλάτων οὔτε ὁ Ἀριστοτέλης συμφωνοῦσαν μέ τούς Στωικούς ὅτι ἡ τάξη αὐτή εἶναι τάξη αἰτίας καί ἀποτελέσματος, πού ἐκφράζεται τέλεια στά γήινα φαινόμενα καί στήν κίνηση τῶν οὐράνιων σωμάτων. Δέν ὑπάρχει τίποτε στό Στωικισμό πού νά ἀντιστοιχεῖ στίς Ἰδέες τοῦ Πλάτωνα οὔτε πάλι στή διάκριση τοῦ Ἀριστοτέλη ἀνάμεσα στίς οὐράνιες περιοχές καί στίς περιοχές πού βρίσκονται κάτω ἀπό τή σελήνη. Ὁ Στωικισμός δέν υἱοθετεῖ τούς βαθμούς τῆς πραγματικότητας τοῦ Πλάτωνα οὔτε τή διάκριση τοῦ Ἀριστοτέλη ἀνάμεσα στήν ἀναγκαιότητα καί τό ἐνδεχόμενο. Τά ἀντικείμενα τῆς αἰσθητηριακῆς ἀντίληψης στό Στωικισμό ἀποτελοῦν ὅλα τέλεια παραδείγματα «αὐτοῦ πού ὑπάρχει», δηλαδή τῶν σωμάτων καί ὑπάρχουν ἀναγκαῖα, ἐφόσον ὑπάρχει αἰτιακή σύνδεση πού καθορίζει ὅλα τά πράγματα.
Ἡ διαφορά ἀνάμεσα στήν πλατωνική ἡ τήν ἀριστοτελική μεθοδολογία καί στό Στωικισμό ὀφείλεται ἔνμερει στή στωική ἔννοια τοῦ λόγου. Ἡ ἐνοποίηση σέ μιά μοναδική ἔννοια τῆς αἰτίας ὅλων τῶν συμβάντων καί τοῦ ὀργάνου τῆς σκέψης καί τῆς ὁμιλίας ὁδήγησε τούς Στωικούς νά ἐγκαταλείψουν ὁρισμένους τρόπους φιλοσοφικῆς ἀνάλυσης, πού κατά τή γνώμη τους δέν ἀντιστοιχοῦσαν σέ τίποτε πραγματικό. Ἡ γλώσσα καί ἡ σκέψη, ἐφόσον εἶναι φυσικές, πρέπει νά ταιριάζουν μέ τά φυσικά φαινόμενα. Οἱ καθολικές ἔννοιες, ἐφόσον δέν ἔχουν ἀντικειμενική ὕπαρξη, δέν μπορεῖ νά ἀποτελοῦν ἀντικείμενο φιλοσοφικῆς μελέτης. Ὡς ἔννοιες μᾶς δίνουν ἕναν πρόσφορο τρόπο κατάταξης τῶν πραγμάτων, ἀλλά δέν ὁρίζουν τή δομή τῆς πραγματικότητας. Ἡ φύση μᾶς ἀποκαλύπτει ἐπιμέρους ἀντικείμενα καί ὄχι καθολικές ἔννοιες. Ἡ ἀξία τῆς γλώσσας γιά τό φιλόσοφο εἶναι ἡ δυνατότητά της νά περιγράφει τόν κόσμο. Σ’ ἕναν κόσμο πού τόν κυβερνάει ὁ λόγος αὐτό πού χρειάζεται εἶναι νά συνδέεις, νά βρίσκεις τή σωστή περιγραφή, τήν περιγραφή πού ἀνταποκρίνεται στό ἀνάλογο μέρος τῆς φύσης.
Παραθέτουμε ἐδῶ τρία ἀποσπάσματα τοῦ Ἡρακλείτου, πού περιέχουν τή λέξη λόγος:
Ἄφοῦ ἀκούσετε ὄχι ἐμένα, ἀλλά τόν λόγον, εἶναι σοφό νά συμφωνήσετε (ὁμο-λογεῖν) ὅτι ὅλα εἶναι ἕνα (ἀπόσπ. 50 Diels-Kranz).
Ἄν καί ὅλα συμβαίνουν σύμφωνα μέ αὐτόν τό λόγον, οἱ ἄνθρωποι μοιάζουν νά μή τό γνωρίζουν (ἀπείροισιν), ὅσο καί ἄν ἔχουν τήν ἐμπειρία (πειρώμενοι) τῶν λέξεων καί τῶν πράξεων πού ἐκθέτω, διακρίνοντας κάθε πράγμα σύμφωνα μέ τή φύση του καί ἐξηγώντας πῶς εἶναι (ἀπόσπ. 1).
Ἄν καί ὁ λόγος εἶναι κοινός, οἱ πολλοί ζοῦν σάν νά ἔχει ὁ καθένας τή δική του φρόνησιν (ἀπόσπ. 2).
Ἀπό τά χωρία αὐτά γίνεται φανερό ὅτι ὁ λόγος εἶναι κάτι πού μπορεῖ νά ἀκουστεῖ, πού χρησιμεύει στήν ἐξήγηση τῶν πραγμάτων, πού εἶναι κοινό σέ ὅλους, κτλ.
Μία ἄλλη θεμελιακή ἔννοια τοῦ Ἡρακλείτου εἶναι ἡ Ἁρμονία. Φαίνεται ὅτι ἀντιλαμβανόταν τόν κόσμο ὡς συλλογή πραγμάτων ἑνοποιημένων καί ρυθμισμένων ἀπό τόν λόγον πού εἶναι κοινός σ’ αὐτά. Καί ἡ ἔννοια αὐτή ἔχει πολύ μεγάλη σημασία στό Στωικισμό. Γιά τόν Ἠράκλειτο, ὁ λόγος εἶναι αὐτός πού κάνει τόν κόσμο εὔτακτο οἰκοδόμημα, κόσμον. Ἀλλά κάτι παρόμοιο εἶχαν ὑποθέσει καί οἱ μιλήσιοι φιλόσοφοι, ὅταν προσπαθοῦσαν νά ἐξηγήσουν ὅλα τά πράγματα μέ βάση τίς μεταλλαγές μιᾶς μοναδικῆς ὑλικῆς ἀρχῆς. Οἱ Ἕλληνες δέν εἶχαν ἄναγκη νά προσφύγουν σέ ἕνα λόγον ρυθμιστή, γιά νά ἐκφράσουν τήν ἔννοια τῆς τάξης στή φύση. Ὁ Ἡράκλειτος, ἄν καί ὑποστήριζε βέβαια ὅτι ὁ κόσμος εἶναι εὔτακτο οἰκοδόμημα, ἐννοοῦσε κάτι περισσότερο ὅταν ἔλεγε ὅτι ὅλα τά πράγματα συμβαίνουν σύμφωνα μέ τόν λόγον. Κατά τή γνώμη μου ὑπονοοῦσε ὅτι ὑπάρχει θεμελιακή σχέση ἀνάμεσα στά κοσμικά γεγονότα καί τήν ἀνθρώπινη σκέψη ἤ ὁμιλία· ὅτι οἱ ἄνθρωποι δέν μποροῦν δυστυχῶς νά τό ἀντί- ληφθοῦν, ἀλλά ἡ ἰδιαίτερη ἱκανότητά τους νά σκέφτονται καί νά μιλοῦν εἶναι κάτι πού τούς συνδέει μέ τόν κόσμο καί μπορεῖ νά τούς δώσει τό κλειδί, γιά νά προσεγγίσουν τήν ἀληθινή φύση τῶν πραγμάτων.
Τό ὕφος τοῦ ἴδιου του Ἡρακλείτου ἐκφράζει τίς ἀντιθέσεις καί τίς σχέσεις πού πίστευε ὅτι χαρακτηρίζουν τόν κόσμο. Τό καλύτερο ἴσως παράδειγμα εἶναι τό ἀπόσπασμα 48: «Τό ὄνομα τοῦ τόξου (βίος) εἶναι ζωή (βίος), ἀλλά τό ἔργο του εἶναι ὁ θάνατος». Γιά τόν Ἡράκλειτο ἡ ἀμφισημία τῆς λέξης βίος συμβολίζει μιάν ἀμφισημία στήν ἴδια τή φύση: τό τεντωμένο τόξο ἤ ἡ λύρα ἀποτελεῖ μιάν ἑνότητα ἤ ἁρμονία, ἀλλά αὐτή ἡ ἑνότητα παράγεται ἀπό τήν ἔνταση ἤ τήν πάλη ἀνάμεσα στή χορδή καί τό πλαίσιο. Ὅπως ἡ γλώσσα μπορεῖ νά εἶναι αἰνιγματική, ἀμφίσημη, ἀντινομική, ἔτσι καί στόν κόσμο τά ἀντίθετα συνυπάρχουν, ἡ ἑνότητα εἶναι προϊόν διαφορᾶς, ἡ ἁρμονία συνέπεια τῆς ἔριδας. Δέν ὑπονοῶ βέβαια ὅτι ὁ Ἡράκλειτος ὁδηγήθηκε στίς θεωρίες του γιά τόν κόσμο ἀπό τό στοχασμό του πάνω στήν ἑλληνική γλώσσα. Ἄλλα οἱ λέξεις λόγος-λέγειν μέ τή σημασία τῆς «ὁμιλίας πού ἔχει νόημα» πρέπει νά συνδέονται μέ τόν ἰσχυρισμό του ὅτι ὁ λόγος ρυθμίζει τά πάντα. Εἶχε τή γνώμη ὅτι ὁ κόσμος εἶναι ἑνότητα ἀντιθέσεων, ἁρμονία ἀντίθετων δυνάμεων πού μπορεῖ νά ἐκφραστεῖ μέ προτάσεις ὅπως: «Ὁ Θεός εἶναι μέρα νύχτα, χειμώνας καλοκαίρι, πόλεμος εἰρήνη» (ἀπόσπ. 67)· «Ὁ δρόμος πρός τά ἐπάνω καί πρός τά κάτω εἶναι ὁ ἴδιος» (ἀπόσπ. 60). Ὁ Ἡράκλειτος ἐπινόησε τή σύζευξη ἀντίθετων κατηγορημάτων, γιά νά ἀποδώσει μέ παραδείγματα συνάφειες στή φύση πού τίς ἔχει συσκοτίσει ἡ κοινή γλώσσα.
Οἱ Στωικοί δέν χρησιμοποίησαν ἰδιαίτερα τήν ἔννοιά της ἡρακλείτειας ἑνότητας μέσα ἀπό τήν ἀντίθεση, ἄν καί βρίσκουμε κάποια ἴχνη της. Δανείστηκαν ὅμως ἀπό τόν Ἡράκλειτο τήν ἔννοια τοῦ λόγου πού κατευθύνει τά πάντα καί στόν ὁποῖο μετέχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Ἡ φωτιά, τό σύμβολο ἤ ὁ φορέας τοῦ λόγου στόν Ἡράκλειτο, υἱοθετήθηκε ἐπίσης ἀπό τόν Ζήνωνα ὡς βάση τῆς στωικῆς φυσικῆς. Οἱ Στωικοί πάνω ἀπό ὅλα ἐπεξεργάστηκαν συστηματικά τίς γλωσσικές καί λογικές ἐπιπτώσεις τῆς ἄποψης ὅτι τό σύμπαν κατευθύνεται ἀπό τόν λόγον. Θά ἦταν φαντασιοκοπία νά προσπαθήσουμε νά βροῦμε σέ ὅλα αὐτά συγκεκριμένη ἐπίδραση τοῦ Ἡρακλείτου. Ὡστόσο, ἡ στωική ἔννοια τοῦ νά ζεῖ κανείς ὁμολογουμένως, σέ συνέπεια μέ τόν λόγον, ἡ ὁποία τονίζει τή σχέση πού θά ἔπρεπε νά ὑπάρχει ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο, εἶναι στή σύλληψή της ἡρακλείτεια.
Ἡ ὕποθεση ὅτι τό σύμπαν εἶναι εὔτακτο οἰκοδόμημα προσιδιάζει στήν ἑλληνική φιλοσοφία. Ὅπως στό Στωικισμό, ἔτσι καί στόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη ἡ ἔννοια τῆς τάξης συνδυάζεται μέ τήν ἔννοια τοῦ σκοποῦ ἤ τῆς πρόθεσης. Ἀλλά οὔτε ὁ Πλάτων οὔτε ὁ Ἀριστοτέλης συμφωνοῦσαν μέ τούς Στωικούς ὅτι ἡ τάξη αὐτή εἶναι τάξη αἰτίας καί ἀποτελέσματος, πού ἐκφράζεται τέλεια στά γήινα φαινόμενα καί στήν κίνηση τῶν οὐράνιων σωμάτων. Δέν ὑπάρχει τίποτε στό Στωικισμό πού νά ἀντιστοιχεῖ στίς Ἰδέες τοῦ Πλάτωνα οὔτε πάλι στή διάκριση τοῦ Ἀριστοτέλη ἀνάμεσα στίς οὐράνιες περιοχές καί στίς περιοχές πού βρίσκονται κάτω ἀπό τή σελήνη. Ὁ Στωικισμός δέν υἱοθετεῖ τούς βαθμούς τῆς πραγματικότητας τοῦ Πλάτωνα οὔτε τή διάκριση τοῦ Ἀριστοτέλη ἀνάμεσα στήν ἀναγκαιότητα καί τό ἐνδεχόμενο. Τά ἀντικείμενα τῆς αἰσθητηριακῆς ἀντίληψης στό Στωικισμό ἀποτελοῦν ὅλα τέλεια παραδείγματα «αὐτοῦ πού ὑπάρχει», δηλαδή τῶν σωμάτων καί ὑπάρχουν ἀναγκαῖα, ἐφόσον ὑπάρχει αἰτιακή σύνδεση πού καθορίζει ὅλα τά πράγματα.
Ἡ διαφορά ἀνάμεσα στήν πλατωνική ἡ τήν ἀριστοτελική μεθοδολογία καί στό Στωικισμό ὀφείλεται ἔνμερει στή στωική ἔννοια τοῦ λόγου. Ἡ ἐνοποίηση σέ μιά μοναδική ἔννοια τῆς αἰτίας ὅλων τῶν συμβάντων καί τοῦ ὀργάνου τῆς σκέψης καί τῆς ὁμιλίας ὁδήγησε τούς Στωικούς νά ἐγκαταλείψουν ὁρισμένους τρόπους φιλοσοφικῆς ἀνάλυσης, πού κατά τή γνώμη τους δέν ἀντιστοιχοῦσαν σέ τίποτε πραγματικό. Ἡ γλώσσα καί ἡ σκέψη, ἐφόσον εἶναι φυσικές, πρέπει νά ταιριάζουν μέ τά φυσικά φαινόμενα. Οἱ καθολικές ἔννοιες, ἐφόσον δέν ἔχουν ἀντικειμενική ὕπαρξη, δέν μπορεῖ νά ἀποτελοῦν ἀντικείμενο φιλοσοφικῆς μελέτης. Ὡς ἔννοιες μᾶς δίνουν ἕναν πρόσφορο τρόπο κατάταξης τῶν πραγμάτων, ἀλλά δέν ὁρίζουν τή δομή τῆς πραγματικότητας. Ἡ φύση μᾶς ἀποκαλύπτει ἐπιμέρους ἀντικείμενα καί ὄχι καθολικές ἔννοιες. Ἡ ἀξία τῆς γλώσσας γιά τό φιλόσοφο εἶναι ἡ δυνατότητά της νά περιγράφει τόν κόσμο. Σ’ ἕναν κόσμο πού τόν κυβερνάει ὁ λόγος αὐτό πού χρειάζεται εἶναι νά συνδέεις, νά βρίσκεις τή σωστή περιγραφή, τήν περιγραφή πού ἀνταποκρίνεται στό ἀνάλογο μέρος τῆς φύσης.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)







