Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020

ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ;

Στη μυθολογία της φιλοσοφίας ο Σωκράτης είναι ο απόλυτος ήρωας, η ίδια η ενσάρκωση της φιλοσοφίας. H αλήθεια όμως είναι ότι για τον πιο γνωστό φιλόσοφο γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα. O ίδιος ο Σωκράτης δεν έγραψε τίποτε – και δεν ξέρουμε ούτε καν γιατί αποφάσισε να μη γράψει. Oσοι γνώρισαν τον Σωκράτη και θέλησαν να γράψουν γι’ αυτόν, το έκαναν μέσω της λογοτεχνίας. O Σωκράτης που όλοι γνωρίζουμε είναι ένα θεατρικό πρόσωπο. Eίναι η κωμική καρικατούρα του σοφιστή στις Nεφέλες και η ηρωική μορφή του φιλοσόφου στους πλατωνικούς διαλόγους. O πραγματικός Σωκράτης μένει πάντοτε κρυμμένος πίσω από μια μάσκα.

Από τα ελάχιστα πράγματα που γνωρίζουμε με ασφάλεια για τον ιστορικό Σωκράτη είναι η κατηγορία που διατυπώθηκε εναντίον του το 399 π.Χ. και που οδήγησε στην καταδίκη του σε θάνατο. Στηριζόταν σε δύο σημεία: ότι δεν αναγνωρίζει τους θεούς της πόλης και εισάγει «καινά δαιμόνια», και ότι διαφθείρει τη νεολαία.

Γνωρίζουμε το κατηγορητήριο, δεν γνωρίζουμε όμως το ακριβές νόημά του. Τι εννοούσαν οι κατήγοροι όταν έκαναν λόγο για «καινά δαιμόνια»; Ποιες ήταν οι νέες θεότητες, που υποτίθεται ότι εισήγαγε στην Αθήνα ο Σωκράτης; Αν πιστέψουμε τον Αριστοφάνη -ο οποίος βεβαίως γράφει τις Νεφέλες του πολύ πριν από τη δίκη του Σωκράτη και, το κυριότερο, γράφει σάτιρα- οι νέοι θεοί του Σωκράτη είναι οι θεοί των φυσικών φιλοσόφων, οι θεοί του Αναξαγόρα και των ασεβών διαφωτιστών του 5ου αιώνα. Στην κωμωδία λοιπόν του aριστοφάνη ο «σοφιστής» Σωκράτης δέχεται στη σχολή του τον αφελή και αγράμματο Στρεψιάδη, του γνωρίζει τους νέους θεούς στους οποίους πρέπει να πιστεύει -είναι το Xάος, οι Nεφέλες και η Γλώσσα- και του υπόσχεται ότι με σκληρή εξάσκηση στη φιλοσοφία και τη ρητορική θα γίνει ικανός να μεταπείθει τους δανειστές του, να κυριαρχήσει στην Εκκλησία του Δήμου και να επιτύχει σε κάθε πλευρά της κοινωνικής ζωής.

Η κωμωδία του Αριστοφάνη είναι ένδειξη ότι για πολλούς συγχρόνους του ο Σωκράτης δεν διέφερε ιδιαίτερα από τους σοφιστές. Η εικόνα ωστόσο του Αριστοφάνη δεν είναι αντικειμενική. Ο Σωκράτης δεν ασχολήθηκε με τη φυσική φιλοσοφία, και θεωρείται υπεύθυνος για τη στροφή της φιλοσοφίας προς στον άνθρωπο. Απείχε άλλωστε από την ενεργό πολιτική και δεν είχε σε μεγάλη εκτίμηση τους πολιτικούς ηγέτες της εποχής του. Είναι λοιπόν μάλλον απίθανο τα «καινά δαιμόνια» του Σωκράτη να ήταν απρόσωπες θεότητες σαν το Χάος, τα Σύννεφα ή τη Γλώσσα.

Θεϊκός οιωνός;

Πιο πιθανή είναι μια άλλη εκδοχή. Από τα λίγα πράγματα που γνωρίζουμε με βεβαιότητα για τον Σωκράτη είναι η σχέση του με το περίφημο «δαιμόνιο». Ο Σωκράτης άκουγε κατά καιρούς μια εσωτερική «φωνή», που του έδινε κάποια σημάδια για τη μελλοντική του συμπεριφορά. Στις υποδείξεις του δαιμονίου ο Σωκράτης φαίνεται ότι είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Η σχέση του Σωκράτη με το προσωπικό του δαιμόνιο ήταν κάτι πασίγνωστο σε όσους τον συναναστρέφονταν, αλλά θα πρέπει να είχε γίνει γνωστή και σε ευρύτερους κύκλους, συνεισφέροντας ένα ακόμη κομματάκι στο παζλ της «άτοπης» προσωπικότητας του μοναδικού αυτού ανθρώπου.

Έχουμε πολλές ενδείξεις ότι το δαιμόνιο ενεπλάκη με κάποιον τρόπο στη δίκη του Σωκράτη. Ο Πλάτων το υπαινίσσεται στην Απολογία του, όταν ο Σωκράτης λέει «αυτό το δαιμόνιο που ο Μέλητος κοροϊδεύοντας το συμπεριέλαβε στην κατηγορία» (31d). Και στον Ευθύφρονα βάζει τον φανατικό θρησκόληπτο ομώνυμο μάντη να συμπαρίσταται στον Σωκράτη, λέγοντάς του ότι η κατηγορία που απαγγέλθηκε εναντίον του για καινοτομία στα θρησκευτικά ζητήματα θα πρέπει να οφείλεται στο πασίγνωστο δαιμόνιο. Η τάση του πλήθους, συμπληρώνει ο Ευθύφρων, είναι να περιγελούν όσους ισχυρίζονται ότι προλέγουν το μέλλον (3bc).

Ο Ξενοφών πάλι, ο οποίος δεν ήταν παρών στη δίκη του Σωκράτη, είναι σχεδόν σίγουρος ότι πίσω από τις κατηγορίες βρίσκεται το σωκρατικό δαιμόνιο. «Είχε διαδοθεί η φήμη ότι ο Σωκράτης ισχυριζόταν ότι το δαιμόνιο τού έδινε μαντικά σημάδια (σημαίνειν) γι’ αυτό τελικά νομίζω ότι κυρίως τον κατηγόρησαν ότι εισάγει καινά δαιμόνια» (Απομνημονεύματα Ι, 1,2). Με τη φιλοσοφική απλοϊκότητα που τον διακρίνει, αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν να κατηγορηθεί ως ασεβής κάποιος που προσφέρει θυσίες στα δημόσια ιερά και που «καταφεύγει φανερά στη μαντική» μέσω του δαιμονίου του. Για τον Ξενοφώντα, το σωκρατικό δαιμόνιο είναι μια μορφή θεϊκού οιωνού, η οποία δεν διαφέρει καθόλου από τα άλλα θεϊκά σημάδια που χρησιμοποιούν οι μάντεις, όπως τα πτηνά, οι φωνές των ανθρώπων και των ζώων, τα όνειρα ή τα σπλάχνα των ζώων στις θυσίες. Ο Σωκράτης μέσω του δαιμονίου προέβλεπε το μέλλον, τόσο γι’ αυτά που θα συμβούν στον ίδιο όσο και στους άλλους, και η μαντική του ικανότητα αυτομάτως σήμαινε ότι ήταν θεοσεβής. Μόνο στους θεοσεβείς οι θεοί δείχνουν τέτοια σπάνια εύνοια. Αυτή η γραμμή ερμηνείας γίνεται κυρίαρχη στη μεταγενέστερη αρχαιοελληνική γραμματεία, όπου ο Σωκράτης παρουσιάζεται να προλέγει όχι μόνο τις μελλοντικές πράξεις ατόμων, αλλά και την έκβαση πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων, όπως η σικελική καταστροφή.

Ήταν λοιπόν ο Σωκράτης ένας μάντης; Και πώς μπορούσε να συμβιβάζει τη φιλοσοφική του δεινότητα, η οποία μάλιστα κατά κύριο λόγο στηριζόταν στον επίμονο έλεγχο των αστήρικτων απόψεων των άλλων, με την άκριτη πίστη στα θεϊκά σημάδια; Πώς συμβιβάζεται η διακηρυγμένη πεποίθησή του ότι ο ίδιος «δεν γνώριζε τίποτε» με την αποδοχή εκ μέρους του της δελφικής ρήσης ότι ο «δεν υπάρχει κανείς σοφότερος του Σωκράτη»; Σε τελευταία ανάλυση, μπορεί ο ίδιος άνθρωπος να είναι υπερασπιστής του φιλοσοφικού κριτικού λόγου και ταυτοχρόνως να ασκεί οποιουδήποτε είδους μαντική;

Τα ερωτήματα αυτά αποτελούν πλευρές του λεγόμενου σωκρατικού προβλήματος. Πώς δηλαδή να διακρίνει κανείς τον ιστορικό Σωκράτη από τον Σωκράτη της σωκρατικής λογοτεχνίας, και κυρίως τον Σωκράτη του Πλάτωνα; Θεωρώ ότι το πρόβλημα αυτό δεν μπορεί να λυθεί, από τη στιγμή που τα τεκμήρια που διαθέτουμε για τον ιστορικό Σωκράτη και τη φιλοσοφία του είναι τόσο ιδιόμορφα και προκατειλημμένα. (Για το σωκρατικό πρόβλημα βλ. το έξοχο βιβλίο του Ολόφ Ζιγκόν, Σωκράτης, ελλ. μετάφραση, Γνώση, Αθήνα 1995).

«Mια φωνή μέσα μου…»

Είμαστε σίγουροι ότι το δαιμόνιο έπαιζε έναν σημαντικό ρόλο στην προσωπικότητα του Σωκράτη. Εικάζουμε ότι αυτή η προσωπική επικοινωνία του με το θείο ήταν κάτι που ενοχλούσε πολλούς από τους συγχρόνους του, ιδίως επειδή ο θεός που επικαλείται ο Σωκράτης ήταν ο Απόλλων, ο ευνοούμενος θεός της αριστοκρατικής παράταξης της Αθήνας. Και θεωρούμε πιθανό ότι το δαιμόνιο εμμέσως ή αμέσως έπαιξε ρόλο στη δίκη και την καταδίκη του Σωκράτη. Για το πώς όμως ο ίδιος ερμήνευε αυτό το χάρισμά του και πώς το ενέτασσε στη φιλοσοφία του, δεν έχουμε το παραμικρό αντικειμενικό στοιχείο.

Για μας όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος που ο Πλάτων αντιμετωπίζει το σωκρατικό δαιμόνιο. Το δαιμόνιο αναφέρεται αρκετά συχνά στους σωκρατικούς διαλόγους, συνήθως χωρίς ιδιαίτερο σχολιασμό. Η αίσθηση που δίνει ο Πλάτων είναι ότι αντιμετωπίζει με μεγάλη επιφυλακτικότητα αυτήν την ιδιοτυπία του Σωκράτη και τις ανεκδοτολογικές διηγήσεις που σίγουρα τη συνόδευαν. Δεν την αποσιωπά, αλλά ούτε και την προβάλλει. Ίσως μάλιστα να επεμβαίνει, περιχαρακώνοντας την εμβέλεια του δαιμονίου.

Ας δούμε τι βάζει τον Σωκράτη να λέει για το δαιμόνιο στην απολογία του.

«Ίσως σας φανεί άτοπο ότι εγώ περιφέρομαι εδώ και κει και δίνω συμβουλές στον καθένα και πολυπραγμονώ, ενώ δεν τολμώ να ανέβω στο δημόσιο βήμα και να απευθυνθώ σε σας, στον δήμο, λέγοντας τη γνώμη μου για τα πράγματα της πόλης. Αιτία γι’ αυτό είναι αυτό που με ακούσατε να λέω πολλές φορές και σε πολλά μέρη, ότι δηλαδή μου παρουσιάζεται ένα θεϊκό δαιμόνιο, αυτό το δαιμόνιο που ο Μέλητος κοροϊδεύοντας το συμπεριέλαβε στην κατηγορία. Αυτό το πράγμα ξεκίνησε να μου συμβαίνει από τότε που ήμουν παιδί, μια φωνή που ακούω μέσα μου, η οποία όταν ακούγεται, με αποτρέπει να κάνω κάποιες πράξεις, αλλά δεν μου υποβάλλει ποτέ τι να κάνω. Αυτό με εμποδίζει να ασχοληθώ με τα πολιτικά πράγματα, και μου φαίνεται ότι πάρα πολύ καλά κάνει. Γιατί γνωρίζετε καλά, Αθηναίοι, ότι αν είχα επιχειρήσει από παλιά να ασχοληθώ με τα πολιτικά πράγματα, θα είχα ήδη από καιρό χαθεί και δεν είχα ωφελήσει ούτε εσάς ούτε τον εαυτό μου. Μη μου κρατάτε κακία επειδή λέω την αλήθεια. Γιατί κανένας άνθρωπος που εναντιώνεται με ειλικρίνεια στο πλήθος, στο δικό σας ή σε άλλο πλήθος, και που παρακωλύει την τέλεση πολλών αδικιών και παρανομιών στην πόλη, δεν θα είχε καταφέρει να διασώσει τον εαυτό του. Αυτός λοιπόν που υπερασπίζεται πραγματικά το δίκαιο, αν θέλει έστω και για λίγο να επιβιώσει, κατ’ ανάγκη θα πρέπει να ιδιωτεύει και όχι να συμμετέχει στο δημόσιο βίο» (31c-32a).

Το δαιμόνιο συνοδεύει τον Σωκράτη από τα παιδικά του χρόνια, είναι πάντοτε αποτρεπτικό και ποτέ προτρεπτικό, και εξηγεί την απόσταση του Σωκράτη από την ενεργό πολιτική στη δημοκρατική Αθήνα.

Ο Πλάτων τονίζει την αποτρεπτική λειτουργία του δαιμονίου, σε αντίθεση με τον Ξενοφώντα και τις μεταγενέστερες πηγές, θέλοντας προφανώς να περιορίσει τη μαντική του εμβέλεια. Είναι αρκετά διαφορετικό να έχει κανείς ένα είδος προαισθήματος για το επερχόμενο κακό, έστω έναν φύλακα άγγελο για τις κακοτοπιές, από το να διαθέτει έναν θεόσταλτο οδηγό συμπεριφοράς και δράσης.

Η επιφυλακτική στάση του Πλάτωνα απέναντι στις υποτιθέμενες μαντικές ικανότητες του Σωκράτη είναι κατανοητή. Ο ίδιος ανήκει σε εκείνους τους κύκλους της αθηναϊκής κοινωνίας που σέβονται την καθιερωμένη θρησκευτική πίστη και αναγνωρίζουν τον θεσμικό ρόλο της επίσημης λατρευτικής πρακτικής, ελάχιστη όμως κατανόηση έχει για τις λαϊκές θρησκευτικές δοξασίες και τις εξαγνιστικές τελετές. Ο Πλάτων μπορεί να προτείνει σκληρές τιμωρίες, ακόμη και την ποινή του θανάτου, για τους ασεβείς (Νόμοι 907d κ.ε.), και την ίδια στιγμή να περιφρονεί «τους αγύρτες και τους μάντεις, που γυροφέρνουν τις πόρτες των πλουσίων και τους πείθουν πως έχουν δύναμη, δοσμένη από τους θεούς, με θυσίες και ξόρκια να κάνουν να τους συγχωρεθούν τα αδικήματά τους» (Πολιτεία 364b). Η πιο επικίνδυνη ασέβεια για τον Πλάτωνα δεν προέρχεται από τους άθεους, αλλά από τους προικισμένους με ισχυρή μνήμη και οξυδέρκεια τσαρλατάνους – τους μάντεις, τους μάγους, τους θιασώτες ιδιωτικών μυστικών τελετών (Νόμοι 908d).

Mόνον αυτός που κάθεται στον ομφαλό της γης…

Καταλαβαίνουμε τώρα γιατί ο Πλάτων προσπαθεί εντέχνως να μας πείσει ότι η πασίγνωστη σχέση του Σωκράτη με το προσωπικό του δαιμόνιο δεν είναι μια μορφή λαϊκής μαντικής, όπως μάλλον θα την αντιλαμβανόταν ο μέσος Αθηναίος και όπως την ερμηνεύει ο Ξενοφών. Για τον Πλάτωνα, χρησμοδοτική λειτουργία στην ορθή πολιτεία μπορεί να έχει μόνο το μαντείο των Δελφών, αφού ο Απόλλων «είναι για όλους τους ανθρώπους ο πατροπαράδοτος εξηγητής, αυτός που κάθεται στον ομφαλό της γης και χρησμοδοτεί». Αντιθέτως, «κάποιος που έχει νου» θα απορρίψει κάθε άλλον μεσάζοντα ανάμεσα στα ανθρώπινα πράγματα και τους θεούς (Πολιτεία 427bc).

Ο Σωκράτης λοιπόν του Πλάτωνα δεν είναι μάντης. Διατηρεί μια ιδιαίτερη προσωπική σχέση με το θείο, ειδικότερα με τον Απόλλωνα, αλλά η σχέση αυτή δεν του προσδίδει μαντικές ικανότητες, δεν καθορίζει τον τρόπο ζωής του ούτε τη φιλοσοφική του τοποθέτηση. Ο πλατωνικός Σωκράτης δεν κρύβει ότι το δαιμόνιο επεμβαίνει συχνά στη ζωή του, ακόμη και σε ασήμαντα θέματα, για να τον αποτρέψει από άστοχες ενέργειες (Απολογία 40a). Τέτοιες αποτρεπτικές παρεμβάσεις αναφέρονται συχνά στους πλατωνικούς διαλόγους, χωρίς να τους δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα. Σε μία μόνο περίπτωση ο Πλάτων δείχνει να επιμένει στην αποτελεσματική επίδραση του δαιμονίου, και μάλιστα σε ένα σημαντικό ζήτημα. Πρόκειται για το χωρίο από την Απολογία που παραθέσαμε προηγουμένως, όπου ο Σωκράτης αποδίδει στο δαιμόνιο την αποχή του από την ενεργή πολιτική. Το γεγονός ότι γι’ αυτήν την επέμβαση του δαιμονίου δεν μιλά ούτε ο Ξενοφών ούτε άλλοι συγγραφείς, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μάλλον βρισκόμαστε μπροστά σε μια πλατωνική επινόηση.

Πώς εξηγεί όμως ο Σωκράτης τη συγκεκριμένη επέμβαση του δαιμονίου; Την επικροτεί λέγοντας ότι είναι αδύνατο να ασκείς πολιτική και παρ’ όλα αυτά να συνεχίσεις να είσαι δίκαιος και να λες την αλήθεια. Η επιτυχία στην πολιτική σε μια δημοκρατική πολιτεία προϋποθέτει την κολακεία του πλήθους και την αποσιώπηση των παρανομιών του. «Αυτός λοιπόν που υπερασπίζεται πραγματικά το δίκαιο, αν θέλει έστω και για λίγο να επιβιώσει, θα πρέπει κατ’ ανάγκην να ιδιωτεύει και όχι να συμμετέχει στο δημόσιο βίο» (32a). Το επιχείρημα ωστόσο του Σωκράτη στη συγκεκριμένη περίσταση δεν είναι ιδιαίτερα εύστοχο, καθώς διατυπώνεται τη στιγμή που ο ίδιος έχει βρεθεί στο χείλος της καταστροφής, παρά τη συμμόρφωσή του στην εντολή του δαιμονίου για αποχή από την πολιτική. Λίγο νωρίτερα άλλωστε έχει διεκδικήσει για τον εαυτό του έναν ιδιάζοντα πολιτικό ρόλο, ισχυριζόμενος ότι έχει προσφέρει με τη δράση του τα μέγιστα αγαθά στην πόλη (30a), λειτουργώντας σαν αλογόμυγα που κεντρίζει ένα γέρικο και νωθρό άλογο (30e).

Η κριτική του Πλάτωνα στις θεμελιώδεις αρχές και στον τρόπο λειτουργίας της δημοκρατίας εκτίθεται με σαφήνεια σε διαλόγους όπως η Πολιτεία και ο Γοργίας. Για τις πολιτικές απόψεις του ίδιου του Σωκράτη δεν έχουμε την ίδια βεβαιότητα. Είναι γνωστό ότι συνδεόταν στενά με σημαίνοντα στελέχη της αντιδημοκρατικής παράταξης (Αλκιβιάδης, Κριτίας, Χαρμίδης), δεν ενέκρινε όμως τις βίαιες μεθόδους διακυβέρνησης των Τριάκοντα. Ο Ξενοφών δεν αναλύει τις πολιτικές θέσεις του Σωκράτη, μας υποβάλλει ωστόσο την εντύπωση ότι τα κίνητρα της προσαγωγής του στο δικαστήριο ήταν πολιτικά. Μάλιστα μας πληροφορεί ότι ο Σωκράτης είχε κατηγορηθεί από κάποιους ότι περιφρονούσε τους υφιστάμενους νόμους και ότι απέρριπτε τη διαδικασία της κλήρωσης των αρχόντων στο Αθηναϊκό κράτος (Απομνημονεύματα Ι,2,9).

Η στρατηγική του Πλάτωνα είναι πιο εκλεπτυσμένη. Δεν μιλά ποτέ ευθέως για πολιτική δίωξη του Σωκράτη, και προτιμά να επικεντρωθεί στο γράμμα του κατηγορητηρίου, όπου κυρίαρχη είναι η κατηγορία για ασέβεια. Ο Σωκράτης της Απολογίας αρνείται την κατηγορία με το (όχι ιδιαίτερα πειστικό) επιχείρημα ότι, εφόσον δεχτούμε ότι πιστεύει σε κάποια δαιμόνια, δηλαδή σε κατώτερες θεότητες, κατ’ ανάγκην θα δεχτούμε ότι πιστεύει και σε θεούς, επομένως δεν μπορεί να είναι άθεος ούτε ασεβής. Παράλληλα όμως εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να τονίσει τη θεϊκή κλίση και αποστολή του, την προτίμηση των θεών στο πρόσωπό του, όπως εκδηλώθηκε με τον περίφημο δελφικό χρησμό για τη σοφία του, και την ειδική σχέση του με τον Απόλλωνα, που το δαιμόνιο τού εξασφαλίζει. Σ’ αυτά ακριβώς τα συμφραζόμενα θίγεται και η αμφιλεγόμενη σχέση του με την πολιτική και τη δημοκρατία. Ο ευσεβής Σωκράτης υπακούει στη φωνή του θεού, που τυπικά τον προφυλάσσει από τις κακοτοπιές της πολιτικής, αλλά στην ουσία του αποκαλύπτει πόσο διεφθαρμένο πολίτευμα είναι η αθηναϊκή δημοκρατία.

Με το συγγραφικό αυτό τέχνασμα ο ιδιοφυής Πλάτων καταφέρνει δύο πράγματα. Αφενός υπονομεύει τη διαδεδομένη πεποίθηση ότι ο δάσκαλός του ασκούσε μια μορφή ατομικής μαντικής. Και αφετέρου βρίσκει έναν εύσχημο τρόπο για να υπαινιχθεί ότι τα πραγματικά αίτια της δίωξης του Σωκράτη ήταν η αντίθεσή του στον αθηναϊκό δήμο και τις πρακτικές του.

Το τι ακριβώς συνέβη στη δίκη του Σωκράτη και ποιο ρόλο έπαιξε στην καταδίκη του το περίφημο δαιμόνιο δεν θα το μάθουμε ποτέ. Τα κείμενα όμως της σωκρατικής γραμματείας που αναφέρονται στη δίκη είναι πολύτιμες μαρτυρίες που αποκαλύπτουν πώς η φιλοσοφία βρίσκει βαθμιαία τον δικό της δρόμο, παραμερίζοντας παλαιότερες μορφές αποκαλυπτικής γνώσης, όπως η μαντική, και αποκαθιστώντας δημιουργικό διάλογο με την πολιτική και τα προβλήματά της.

Ωδή στο Ιερό Αρσενικό και στην Ιερότητά του

  • Πιστεύω σε ευαίσθητους και ευγενικούς άνδρες.
  • Πιστεύω στους μυστικιστές που πιστεύουν στον εαυτό τους.
  • Πιστεύω στους άνδρες που αναζητούν την ιδιοσυγκρασία και την ειρήνη μέσα τους.
  • Πιστεύω στους άνδρες ποιητές, ονειροπόλους, μάγους, συγγραφείς, αλχημιστές, καλλιτέχνες, δασκάλους και αγγέλους.
  • Πιστεύω σε άνδρες που τους αρέσει να χορεύουν και να τραγουδούν και να κάνουν τη ζωή μια γιορτή.
  • Πιστεύω στους άνδρες που αναγνωρίζουν το τραυματισμένο εσωτερικό τους παιδί, το ακούν και το αγκαλιάζουν αληθινά.
  • Πιστεύω στους άνδρες που θέλουν να θεραπεύσουν και να βοηθήσουν τους άλλους να θεραπευτούν.
  • Πιστεύω σε άνδρες που αρνούνται να είναι σκλάβοι στη δική τους πληγή και ότι, παρά τον πόνο, την καθαρίζουν και την θεραπεύουν υπομονετικά, με αγάπη και θάρρος.
  • Πιστεύω στους άνδρες που προέρχονται από τα αστέρια και θυμούνται τη δύναμη των φτερών τους, τη δύναμη των χεριών τους και τη δύναμη της καρδιάς τους.
  • Πιστεύω σε άνδρες που γνωρίζουν τη διαίσθηση και τη χρησιμοποιούν ως πυξίδα τους.
  • Πιστεύω σε άνδρες που μοιράζονται την ελευθερία επειδή είναι ελεύθεροι και δεν γνωρίζουν άλλο τρόπο ζωής.
  • Πιστεύω στους άνδρες που προστατεύουν την ενέργεια των γυναικών, που ξέρουν πώς να διαβάσουν το βλέμμα της αγαπημένης τους και που δεν σκοπεύουν να το αλλάξουν, απλώς το συνοδεύουν με σύνεση στην πτήση τους.
  • Πιστεύω σε πλήρεις άνδρες που δεν χρειάζονται τίποτα από το εξωτερικό, επειδή ήδη γνωρίζουν ότι όλα τα έχουν εσωτερικά.
  • Πιστεύω σε άνδρες που δημιουργούν φωτιά όταν κρυώνουν, που καταφεύγουν στο νερό όταν διψούν.
  • Πιστεύω στους άνδρες που βλέπουν τον εαυτό τους με ειλικρινή ματιά και γι' αυτό αγαπούν και σέβονται κάθε πλάσμα που υπάρχει στη γη.
  • Πιστεύω στους άνδρες, τους τέλεια ατελείς, γιατί σε αυτή την ατέλεια βρίσκουν επίσης την ομορφιά τους.
  • Πιστεύω σε ευαίσθητους άνδρες που ξέρουν πώς να λαμβάνουν και να δίνουν αγάπη σε ισορροπία, που ακούν και μιλούν επίσης, σε αυτούς που ζουν και τους αφήνουν να ζήσουν.
  • Πιστεύω στους άνδρες που ζουν τη σεξουαλικότητα ως ιερή, γιατί ξέρουν ότι είναι ένα υπέροχο δώρο.
  • Πιστεύω σε άνδρες με καθαρά συναισθήματα, τα οποία είναι προσβάσιμα.
  • Πιστεύω σε άνδρες που περπατούν χωρίς παπούτσια και μιλούν στα φυτά.
  • Πιστεύω στους τρυφερούς και άγριους άνδρες ταυτόχρονα.
  • Πιστεύω στο Ιερό Αρσενικό και σε όλη την Ιερότητα που έχει

Υπερηχητικοί άνεμοι, βροχές βράχων και ωκεανοί λάβας σε ένα εξωπλανήτη κόλαση

Μεταξύ των πιο ακραίων/αφιλόξενων εξωπλανητών που έχουν εντοπιστεί είναι οι πλανήτες λάβας: «πυρωμένοι» κόσμοι με ασύλληπτα υψηλές θερμοκρασίες, πολύ κοντά στα άστρα τους, σε βαθμό που κάποιες περιοχές τους είναι ωκεανοί λάβας. Σύμφωνα με επιστήμονες η ατμόσφαιρα και ο κύκλος του καιρού ενός τουλάχιστον τέτοιου εξωπλανήτη είναι ακόμα πιο περίεργος, καθώς περιλαμβάνει εξάτμιση και υγροποίηση βράχων, υπερηχητικούς ανέμους με ταχύτητες άνω των 5.000 χλμ/ώρα και έναν ωκεανό μάγματος βάθους 100 χλμ.

Ο πλανήτης Lava K2-141b έχει μια θάλασσα από λάβα και υπερηχητικούς ανέμους

Σε έρευνα οι επιστήμονες χρησιμοποιούν προσομοιώσεις υπολογιστή για να προβλέψουν τις συνθήκες στον K2-141b, έναν εξωπλανήτη στο μέγεθος της Γης με επιφάνεια, ωκεανό και ατμόσφαιρα που αποτελούνται από το ίδιο υλικό: Βράχους. Ο ακραίος καιρός που προβλέπει η ανάλυσή τους θα μπορούσε να αλλάξει μόνιμα την επιφάνεια και την ατμόσφαιρα του K2-141b στο πέρασμα του χρόνου.

Η μελέτη αυτή είναι η πρώτη που κάνει προβλέψεις για τις καιρικές συνθήκες στον K2-141b που μπορούν να εντοπιστούν από εκατοντάδες έτη φωτός μακριά, με επόμενης γενιάς τηλεσκόπια όπως το James Webb Space Telescope.

Τα 2/3 του K2-141b είναι μόνιμα στο φως της ημέρας. Ο εξωπλανήτης ανήκει σε μια υποκατηγορία των βραχωδών πλανητών που βρίσκονται πολύ κοντά στο άστρο τους. Η εγγύτητα αυτή τον κρατά βαρυτικά «κλειδωμένο» σε ένα σημείο, με αποτέλεσμα η ίδια πλευρά να βλέπει πάντα προς το άστρο.

Στην πλευρά που βρίσκεται μόνιμα στη νύχτα σημειώνονται θερμοκρασίες κάτω των -200 βαθμών Κελσίου. Στην πλευρά που είναι ημέρα οι θερμοκρασίες φτάνουν τους 3.000 βαθμούς Κελσίου- αρκετά υψηλές για να λιώνουν, ακόμα και να εξατμίζουν βράχους, δημιουργώντας μια λεπτή ατμόσφαιρα σε κάποιες περιοχές. Το εύρημα αυτό πιθανότατα σημαίνει ότι η ατμόσφαιρα επεκτείνεται λίγο πέρα από τα όρια του ωκεανού μάγματος, καθιστώντας ευκολότερο τον εντοπισμό με διαστημικά τηλεσκόπια.

Οι εξατμισμένοι βράχοι υφίστανται υγροποίηση: Όπως και στον κύκλο του νερού στη Γη, όπου το νερό εξατμίζεται, ανεβαίνει στην ατμόσφαιρα, συμπυκνώνεται και πέφτει ξανά κάτω σαν βροχή, το νάτριο, το μονοξείδιο του πυριτίου και το διοξείδιο του πυριτίου σχηματίζουν και αυτά βροχή. Στη Γη η βροχή καταλήγει πίσω στους ωκεανούς, όπου το νερό εξατμίζεται και ο κύκλος επαναλαμβάνεται. Στον Κ2-141b οι ατμοί ορυκτών που σχηματίζονται από τον εξατμισμένο βράχο μεταφέρονται στην πλευρά της νύχτας με υπερηχητικούς ανέμους και οι βράχοι καταλήγουν ως βροχή σε έναν ωκεανό μάγματος. Στη συνέχεια προκύπτουν ρεύματα που καταλήγουν πίσω στην πλευρά της ημέρας, όπου οι βράχοι εξατμίζονται ξανά.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, πάντως, ο κύκλος του K2-141b δεν είναι το ίδιο σταθερός με αυτόν της Γης, καθώς η ροή της επιστροφής από τον ωκεανό μάγματος στην πλευρά της ημέρας είναι αργή, και ως εκ τούτου προβλέπεται πως η σύνθεση των ορυκτών θα αλλάξει σε βάθος χρόνου, αλλάζοντας την επιφάνεια και την ατμόσφαιρα του πλανήτη. Ως γνωστόν όλοι οι βραχώδεις πλανήτες, μεταξύ των οποίων και η Γη, άρχισαν ως τέτοιου είδους κόσμοι, μα κρύωσαν και στερεοποιήθηκαν.

Η πολιτική σκέψη στην αρχαία Ελλάδα

Το πολιτικό ιδεώδες του Σόλωνα

§1 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

Είναι κοινός τόπος ότι το σύνολο σχεδόν της αρχαίας ελληνικής σκέψης –συμπεριλαμβανομένης και της ποίησης– απηχεί, μεταξύ άλλων, και αποκρυσταλλώσεις πολιτικών ιδεών. Αυτές οι ιδέες ποικίλουν κατά εποχή, αλλά και κατά συγγραφέα. Σε κάθε περίπτωση όμως διαμορφώνονται σε απαιτητική πολιτική σκέψη κάτω από την αναγκαιότητα μιας πιο ανθρώπινα οργανωμένης κοινωνικής συντροφικότητας. Συγχρόνως αρθρώνονται σε λόγο και κοινοποιούνται αντιστοίχως ως συνεκτικοί δεσμοί μιας εξελισσόμενης κατά λογική αλληλουχία ιστορικής συνείδησης των Ελλήνων. Τούτο σημαίνει πιο συγκεκριμένα πως οι αρχαίοι Έλληνες συγκροτούσαν νόμους, επινοούσαν διάφορα νομοθετικά σώματα, χάρασσαν πολιτικές κατευθύνσεις κ.λπ., με γνώμονα πάντα το κοινό συμφέρον, που δεν εκπαραθύρωνε τα ενδιαφέροντα των πολιτών. Σε αντίθεση λοιπόν με το δικό μας σήμερα δεν άφηναν πολλά περιθώρια, κατά κανόνα, για δολοπλοκίες των επαγγελματιών πολιτικών ούτε ταύτιζαν την πολιτική με τη δουλική υποταγή σε οργανωμένα συμφέροντα της ολιγαρχίας. Όπου επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο, δεν είχε αίσιο τέλος για τους επίδοξους πολιτικούς πρωτεργάτες του. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας αντίληψης, όλοι οι μεγάλοι στοχαστές του αρχαίου ελληνικού κόσμου θεωρούσαν απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκρότηση πολιτικής συνείδησης στα άτομα την ύπαρξη ηθικών θεμελίων στην κοινωνία: θεμελίων δηλαδή με βάση το κοινωνικό ήθος.

§2 Η πολιτική ως αναζήτηση του κοινού

Το πολιτικό ιδεώδες, μετά ταύτα, δεν αιωρείται πάνω από τα κεφάλια των πολιτών ως ένα συνονθύλευμα φρούδων υποσχέσεων ή συνειδητών εξαπατήσεων από τα «νωθρά άλογα» (Πλάτων) της πολιτικής εξουσίας. Απεναντίας, γίνεται πράξη, αξιοσέβαστη, ως καθορισμένη πολιτική επιστήμη ή πολιτική τέχνη: δηλαδή ως επιστήμη ή τέχνη ανύψωσης του κοινωνικού ανθρώπου, μέσω της κατάλληλης πολιτικής παιδείας, σε πνευματική ουσία αυτής τούτης της κοινωνικής συμβίωσης και συνύπαρξης. Τότε συμβαίνει η εν λόγω συνύπαρξη να θεσμοθετείται ως εύρυθμη λειτουργία του νόμου. Μια τέτοια ευρυθμία δεν είναι, δεν μπορεί και δεν οφείλει να διεκδικείται ή να επιδιώκεται ως το απόλυτα ολοκληρωμένο. Δεν παύει ωστόσο, από την εποχή του Ομήρου ακόμη, να έρχεται σιγά-σιγά στο προσκήνιο ως ρεαλιστικό αίτημα ζωής. Έτσι βλέπουμε τον Ομηρικό βασιλιά να αποτελεί το αξιωματικό Εν [Εν-ότητα] της κοινότητας, η οποία υπάρχει και δύναται να υπάρχει μόνο ως το ευθέως αντίθετο μιας πολυαρχίας, που διασπά και εξολοθρεύει ανθρώπινες υποστάσεις: «ουκ αγαθόν η πολυκοιρανίη» γράφει ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Β 204). Άραγε τόσο μικρόνοες και, συνακόλουθα, μειοδοτικές είναι οι πολιτικές συντεχνίες του σήμερα, που θεωρούν την πολυκοιρανίη «αρετή» και εξ ονόματός της στέλνουν στο θάνατο, με όλη την ελαφρότητα του Είναι τους, κάθε μη-υποψιασμένο για τη δολιότητά τους πολίτη;

§3 Προς αναζήτηση του πολιτικού ήθους

Ανήκει στη φύση του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι του ιστορικού ανθρώπου, η κοινωνικοπολιτική του εξέλιξη να μην είναι μια ευθεία και αφελώς αισιόδοξη ανάβαση σε έναν αγαθό βίο, που θα προκύψει ως δια μαγείας. Ουδείς από τους αρχαίους Έλληνες στοχαστές πίστευε κάτι τέτοιο. Ο Πλάτων, για παράδειγμα, όταν μιλούσε για τον κόσμο των ιδεών και το ύψιστο αγαθό, αποσαφήνιζε ρητά ότι αυτός ο κόσμος προοριζόταν να λειτουργεί ως κόσμος ενατένισης, ως οδηγός έμπνευσης, από την πλευρά των θνητών, ως ένα μέγεθος σκέψης, που μας επιτρέπει να γνωρίζουμε τα όρια του Είναι μας με ιερό –όχι ανίερο– τρόπο: δηλαδή με βάση το ήθος του λόγου, που απελευθερώνει μια ανώτερη ποιότητα του ωραίου, ένα αληθινά πνευματικό κάλλος και δεν εμπαίζει ούτε διαψεύδει την ανθρώπινη προσδοκία. Για να φτάσει όμως ο Πλάτων στις δικές του μεγαλόπνοες πολιτικές ιδέες, έπρεπε να προηγηθούν οι πολιτικές συλλήψεις και πραγματώσεις της αρχαϊκής Ελλάδας. Στην πολιτική σκέψη και πράξη της αρχαϊκής περιόδου καθοριστικό ρόλο έπαιξε η παρουσία του Σόλωνα στην πολιτική σκηνή (600 π.Χ. περίπου). Σε μια περίοδο που η οικονομική κρίση έφτανε στο αποκορύφωμά της και οι φτωχοί αγρότες έχαναν τη γη τους από τους πλούσιους δανειστές, το χάος απειλούσε να καταβροχθίσει τους πάντες. Τότε έπρεπε να υπάρξουν νέες πολιτικές, νέοι νόμοι, νέα νοοτροπία. Προς τούτο χρειαζόταν να νομοθετήσουν ικανοί και φωτεινοί νομοθέτες. Έτσι καλείται, από τις αντιμαχόμενες πολιτικές μερίδες, στο κέντρο της πολιτικής σκηνής ο Σόλων.

§4 Η Μεταρρύθμιση στην αρχαία Ελλάδα

Το νομοθετικό έργο του Σόλωνα δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, αλλά έκφραση της αναγκαιότητας για μια νέα αρχή. Επρόκειτο στ’ αλήθεια για πραγμάτωση συλλήψεων, για εγκαθίδρυση νέων νοο-τροπιών με κυρίαρχο στοιχείο την ισονομία, το μέτρο, την αισθητική του μέτρου [=μετριοπάθεια], το όριο των ανθρώπων και των πραγμάτων. Ο Σόλων με το έργο του συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία μιας παράδοσης του μέτρου, που εκκινούσε από το «μηδέν άγαν», συζητήθηκε και ενισχύθηκε επί το φιλοσοφικότερο με την πυθαγόρεια θεωρία του αριθμού ως ορίου και αργότερα βρήκε τη φιλοσοφική της ολοκλήρωση στην Αριστοτελική μεσότητα. Η έννοια της αρχαίας μεσότητας, σε όλες τις μορφές της, δεν έχει καμιά σχέση με τα σημερινά κηρύγματα περί κοινωνικής ειρήνης και άκριτης αποδοχής της συστημικής Λογικής. Πίσω από τέτοια κηρύγματα κρύβονται μόνο αδηφάγοι καθεστωτικοί οποιασδήποτε πολιτικής απόχρωσης. Όπως μαρτυρούν τα γραπτά του ίδιου του Σόλωνα, κύριο μέλημά του ήταν η καθίδρυση της κοινωνικής ισότητας, αρχής γενομένης από τη Σεισάχθειά του. Για να γίνει πράξη η τελευταία απαιτούσε αποφασιστική στάση: μανιασμένα κύματα πολιτικής έμπνευσης και όχι έναν ξύλινο λόγο, σαν αυτό της κωμικής καθεστωτικής «αριστεράς», που επικαλείται «Σεισάχθειες», έχοντας στο πίσω μέρος του «μυαλού» της αναδιανομή του πλούτου για ίδιον όφελος και όχι αληθινή ισότητα των πολιτών. Παρατηρούμε συναφώς στα ελεγειακά ποιήματα του Σόλωνα να υπερασπίζεται την ισονομία για όλους και να κηρύσσει τον πόλεμο στα σκανδαλώδη πολιτικά προνόμια οποιασδήποτε τάξης ή στρώματος. Ποιον πόλεμο έχει κηρύξει η καθεστωτική μας «αριστερά» ενάντια στα ανάρμοστα, τα θηριώδη προνόμια βουλευτών και υπαλλήλων του παρόντος ελλαδικού βουλευτηρίου για παράδειγμα; Κατ’ αυτή την πολιτική του αντίληψη περί ισονομίας για όλους, ο Σόλων καθιέρωσε ένα συνταγματικό πλαίσιο, με πολύ αθόρυβο τρόπο, όπου οι αξιωματούχοι της πόλεως-κράτους καθίσταντο πραγματικοί υπηρέτες του νόμου και όχι επικυρίαρχοί του. Μάλιστα τους κατέστησε υπόλογους στο λαϊκό δικαστήριο, την Ηλιαία, τη μέγιστη ριζοσπαστική καινοτομία. Γι’ αυτό και δικαίως ο Αριστοτέλης στην Αθηναίων Πολιτεία μιλάει πως επί Σόλωνος ο λαός έγινε κυρίαρχος της ετυμηγορίας, δηλαδή κυρίαρχος του πολιτεύματος.

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (487e-491b)

[487e] Πῶς οὖν, ἔφη, εὖ ἔχει λέγειν ὅτι οὐ πρότερον κακῶν παύσονται αἱ πόλεις, πρὶν ἂν ἐν αὐταῖς οἱ φιλόσοφοι ἄρξωσιν, οὓς ἀχρήστους ὁμολογοῦμεν αὐταῖς εἶναι;Ἐρωτᾷς, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἐρώτημα δεόμενον ἀποκρίσεως δι᾽ εἰκόνος λεγομένης.
Σὺ δέ γε, ἔφη, οἶμαι οὐκ εἴωθας δι᾽ εἰκόνων λέγειν.
Εἶεν, εἶπον· σκώπτεις ἐμβεβληκώς με εἰς λόγον οὕτω [488a] δυσαπόδεικτον; ἄκουε δ᾽ οὖν τῆς εἰκόνος, ἵν᾽ ἔτι μᾶλλον ἴδῃς ὡς γλίσχρως εἰκάζω. οὕτω γὰρ χαλεπὸν τὸ πάθος τῶν ἐπιεικεστάτων, ὃ πρὸς τὰς πόλεις πεπόνθασιν, ὥστε οὐδ᾽ ἔστιν ἓν οὐδὲν ἄλλο τοιοῦτον πεπονθός, ἀλλὰ δεῖ ἐκ πολλῶν αὐτὸ συναγαγεῖν εἰκάζοντα καὶ ἀπολογούμενον ὑπὲρ αὐτῶν, οἷον οἱ γραφῆς τραγελάφους καὶ τὰ τοιαῦτα μειγνύντες γράφουσιν. νόησον γὰρ τοιουτονὶ γενόμενον εἴτε πολλῶν νεῶν πέρι εἴτε μιᾶς· ναύκληρον μεγέθει μὲν καὶ [488b] ῥώμῃ ὑπὲρ τοὺς ἐν τῇ νηὶ πάντας, ὑπόκωφον δὲ καὶ ὁρῶντα ὡσαύτως βραχύ τι καὶ γιγνώσκοντα περὶ ναυτικῶν ἕτερα τοιαῦτα, τοὺς δὲ ναύτας στασιάζοντας πρὸς ἀλλήλους περὶ τῆς κυβερνήσεως, ἕκαστον οἰόμενον δεῖν κυβερνᾶν, μήτε μαθόντα πώποτε τὴν τέχνην μέτε ἔχοντα ἀποδεῖξαι διδάσκαλον ἑαυτοῦ μηδὲ χρόνον ἐν ᾧ ἐμάνθανεν, πρὸς δὲ τούτοις φάσκοντας μηδὲ διδακτὸν εἶναι, ἀλλὰ καὶ τὸν λέγοντα ὡς διδακτὸν ἑτοίμους κατατέμνειν, αὐτοὺς δὲ αὐτῷ ἀεὶ τῷ [488c] ναυκλήρῳ περικεχύσθαι δεομένους καὶ πάντα ποιοῦντας ὅπως ἂν σφίσι τὸ πηδάλιον ἐπιτρέψῃ, ἐνίοτε δ᾽ ἂν μὴ πείθωσιν ἀλλὰ ἄλλοι μᾶλλον, τοὺς μὲν ἄλλους ἢ ἀποκτεινύντας ἢ ἐκβάλλοντας ἐκ τῆς νεώς, τὸν δὲ γενναῖον ναύκληρον μανδραγόρᾳ ἢ μέθῃ ἤ τινι ἄλλῳ συμποδίσαντας τῆς νεὼς ἄρχειν χρωμένους τοῖς ἐνοῦσι, καὶ πίνοντάς τε καὶ εὐωχουμένους πλεῖν ὡς τὸ εἰκὸς τοὺς τοιούτους, πρὸς δὲ τούτοις [488d] ἐπαινοῦντας ναυτικὸν μὲν καλοῦντας καὶ κυβερνητικὸν καὶ ἐπιστάμενον τὰ κατὰ ναῦν, ὃς ἂν συλλαμβάνειν δεινὸς ᾖ ὅπως ἄρξουσιν ἢ πείθοντες ἢ βιαζόμενοι τὸν ναύκληρον, τὸν δὲ μὴ τοιοῦτον ψέγοντας ὡς ἄχρηστον, τοῦ δὲ ἀληθινοῦ κυβερνήτου πέρι μηδ᾽ ἐπαΐοντες, ὅτι ἀνάγκη αὐτῷ τὴν ἐπιμέλειαν ποιεῖσθαι ἐνιαυτοῦ καὶ ὡρῶν καὶ οὐρανοῦ καὶ ἄστρων καὶ πνευμάτων καὶ πάντων τῶν τῇ τέχνῃ προσηκόντων, εἰ μέλλει τῷ ὄντι νεὼς ἀρχικὸς ἔσεσθαι, ὅπως δὲ κυβερνήσει [488e] ἐάντε τινες βούλωνται ἐάντε μή, μήτε τέχνην τούτου μήτε μελέτην οἰόμενοι δυνατὸν εἶναι λαβεῖν ἅμα καὶ τὴν κυβερνητικήν. τοιούτων δὴ περὶ τὰς ναῦς γιγνομένων τὸν ὡς ἀληθῶς κυβερνητικὸν οὐχ ἡγῇ ἂν τῷ ὄντι μετεωροσκόπον [489a] τε καὶ ἀδολέσχην καὶ ἄχρηστόν σφισι καλεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἐν ταῖς οὕτω κατεσκευασμέναις ναυσὶ πλωτήρων;
Καὶ μάλα, ἔφη ὁ Ἀδείμαντος.
Οὐ δή, ἦν δ᾽ ἐγώ, οἶμαι δεῖσθαί σε ἐξεταζομένην τὴν εἰκόνα ἰδεῖν, ὅτι ταῖς πόλεσι πρὸς τοὺς ἀληθινοὺς φιλοσόφους τὴν διάθεσιν ἔοικεν, ἀλλὰ μανθάνειν ὃ λέγω.
Καὶ μάλ᾽, ἔφη.
Πρῶτον μὲν τοίνυν ἐκεῖνον τὸν θαυμάζοντα ὅτι οἱ φιλόσοφοι οὐ τιμῶνται ἐν ταῖς πόλεσι δίδασκέ τε τὴν εἰκόνα καὶ πειρῶ πείθειν ὅτι πολὺ ἂν θαυμαστότερον ἦν [489b] εἰ ἐτιμῶντο.
Ἀλλὰ διδάξω, ἔφη.
Καὶ ὅτι τοίνυν τἀληθῆ λέγεις, ὡς ἄχρηστοι τοῖς πολλοῖς οἱ ἐπιεικέστατοι τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ· τῆς μέντοι ἀχρηστίας τοὺς μὴ χρωμένους κέλευε αἰτιᾶσθαι, ἀλλὰ μὴ τοὺς ἐπιεικεῖς. οὐ γὰρ ἔχει φύσιν κυβερνήτην ναυτῶν δεῖσθαι ἄρχεσθαι ὑφ᾽ αὑτοῦ οὐδὲ τοὺς σοφοὺς ἐπὶ τὰς τῶν πλουσίων θύρας ἰέναι, ἀλλ᾽ ὁ τοῦτο κομψευσάμενος ἐψεύσατο, τὸ δὲ ἀληθὲς πέφυκεν, ἐάντε πλούσιος ἐάντε πένης κάμνῃ, ἀναγκαῖον [489c] εἶναι ἐπὶ ἰατρῶν θύρας ἰέναι καὶ πάντα τὸν ἄρχεσθαι δεόμενον ἐπὶ τὰς τοῦ ἄρχειν δυναμένου, οὐ τὸν ἄρχοντα δεῖσθαι τῶν ἀρχομένων ἄρχεσθαι, οὗ ἂν τῇ ἀληθείᾳ τι ὄφελος ᾖ. ἀλλὰ τοὺς νῦν πολιτικοὺς ἄρχοντας ἀπεικάζων οἷς ἄρτι ἐλέγομεν ναύταις οὐχ ἁμαρτήσῃ, καὶ τοὺς ὑπὸ τούτων ἀχρήστους λεγομένους καὶ μετεωρολέσχας τοῖς ὡς ἀληθῶς κυβερνήταις.
Ὀρθότατα, ἔφη.
Ἔκ τε τοίνυν τούτων καὶ ἐν τούτοις οὐ ῥᾴδιον εὐδοκιμεῖν τὸ βέλτιστον ἐπιτήδευμα ὑπὸ τῶν τἀναντία ἐπιτηδευόντων· [489d] πολὺ δὲ μεγίστη καὶ ἰσχυροτάτη διαβολὴ γίγνεται φιλοσοφίᾳ διὰ τοὺς τὰ τοιαῦτα φάσκοντας ἐπιτηδεύειν, οὓς δὴ σὺ φῂς τὸν ἐγκαλοῦντα τῇ φιλοσοφίᾳ λέγειν ὡς παμπόνηροι οἱ πλεῖστοι τῶν ἰόντων ἐπ᾽ αὐτήν, οἱ δὲ ἐπιεικέστατοι ἄχρηστοι, καὶ ἐγὼ συνεχώρησα ἀληθῆ σε λέγειν. ἦ γάρ;
Ναί.
Οὐκοῦν τῆς μὲν τῶν ἐπιεικῶν ἀχρηστίας τὴν αἰτίαν διεληλύθαμεν;
Καὶ μάλα.
Τῆς δὲ τῶν πολλῶν πονηρίας τὴν ἀνάγκην βούλει τὸ μετὰ τοῦτο διέλθωμεν, καὶ ὅτι οὐδὲ τούτου φιλοσοφία αἰτία, [489e] ἂν δυνώμεθα, πειραθῶμεν δεῖξαι;
Πάνυ μὲν οὖν.
Ἀκούωμεν δὴ καὶ λέγωμεν ἐκεῖθεν ἀναμνησθέντες, ὅθεν διῇμεν τὴν φύσιν οἷον ἀνάγκη φῦναι τὸν καλόν τε κἀγαθὸν [490a] ἐσόμενον. ἡγεῖτο δ᾽ αὐτῷ, εἰ νῷ ἔχεις, πρῶτον μὲν ἀλήθεια, ἣν διώκειν αὐτὸν πάντως καὶ πάντῃ ἔδει ἢ ἀλαζόνι ὄντι μηδαμῇ μετεῖναι φιλοσοφίας ἀληθινῆς.
Ἦν γὰρ οὕτω λεγόμενον.
Οὐκοῦν ἓν μὲν τοῦτο σφόδρα οὕτω παρὰ δόξαν τοῖς νῦν δοκουμένοις περὶ αὐτοῦ;
Καὶ μάλα, ἔφη.
Ἆρ᾽ οὖν δὴ οὐ μετρίως ἀπολογησόμεθα ὅτι πρὸς τὸ ὂν πεφυκὼς εἴη ἁμιλλᾶσθαι ὅ γε ὄντως φιλομαθής, καὶ οὐκ [490b] ἐπιμένοι ἐπὶ τοῖς δοξαζομένοις εἶναι πολλοῖς ἑκάστοις, ἀλλ᾽ ἴοι καὶ οὐκ ἀμβλύνοιτο οὐδ᾽ ἀπολήγοι τοῦ ἔρωτος, πρὶν αὐτοῦ ὃ ἔστιν ἑκάστου τῆς φύσεως ἅψασθαι ᾧ προσήκει ψυχῆς ἐφάπτεσθαι τοῦ τοιούτου —προσήκει δὲ συγγενεῖ— ᾧ πλησιάσας καὶ μιγεὶς τῷ ὄντι ὄντως, γεννήσας νοῦν καὶ ἀλήθειαν, γνοίη τε καὶ ἀληθῶς ζῴη καὶ τρέφοιτο καὶ οὕτω λήγοι ὠδῖνος, πρὶν δ᾽ οὔ;
Ὡς οἷόν τ᾽, ἔφη, μετριώτατα.
Τί οὖν; τούτῳ τι μετέσται ψεῦδος ἀγαπᾶν ἢ πᾶν τοὐναντίον μισεῖν;
[490c] Μισεῖν, ἔφη.
Ἡγουμένης δὴ ἀληθείας οὐκ ἄν ποτε οἶμαι φαμὲν αὐτῇ χορὸν κακῶν ἀκολουθῆσαι.
Πῶς γάρ;
Ἀλλ᾽ ὑγιές τε καὶ δίκαιον ἦθος, ᾧ καὶ σωφροσύνην ἕπεσθαι.
Ὀρθῶς, ἔφη.
Καὶ δὴ τὸν ἄλλον τῆς φιλοσόφου φύσεως χορὸν τί δεῖ πάλιν ἐξ ἀρχῆς ἀναγκάζοντα τάττειν; μέμνησαι γάρ που ὅτι συνέβη προσῆκον τούτοις ἀνδρεία, μεγαλοπρέπεια, εὐμάθεια, μνήμη· καὶ σοῦ ἐπιλαβομένου ὅτι πᾶς μὲν [490d] ἀναγκασθήσεται ὁμολογεῖν οἷς λέγομεν, ἐάσας δὲ τοὺς λόγους, εἰς αὐτοὺς ἀποβλέψας περὶ ὧν ὁ λόγος, φαίη ὁρᾶν αὐτῶν τοὺς μὲν ἀχρήστους, τοὺς δὲ πολλοὺς κακοὺς πᾶσαν κακίαν, τῆς διαβολῆς τὴν αἰτίαν ἐπισκοποῦντες ἐπὶ τούτῳ νῦν γεγόναμεν, τί ποθ᾽ οἱ πολλοὶ κακοί, καὶ τούτου δὴ ἕνεκα πάλιν ἀνειλήφαμεν τὴν τῶν ἀληθῶς φιλοσόφων φύσιν καὶ ἐξ ἀνάγκης ὡρισάμεθα.
[490e] Ἔστιν, ἔφη, ταῦτα.
Ταύτης δή, ἦν δ᾽ ἐγώ, τῆς φύσεως δεῖ θεάσασθαι τὰς φθοράς, ὡς διόλλυται ἐν πολλοῖς, σμικρὸν δέ τι ἐκφεύγει, οὓς δὴ καὶ οὐ πονηρούς, ἀχρήστους δὲ καλοῦσι· καὶ μετὰ [491a] τοῦτο αὖ τὰς μιμουμένας ταύτην καὶ εἰς τὸ ἐπιτήδευμα καθισταμένας αὐτῆς, οἷαι οὖσαι φύσεις ψυχῶν εἰς ἀνάξιον καὶ μεῖζον ἑαυτῶν ἀφικνούμεναι ἐπιτήδευμα, πολλαχῇ πλημμελοῦσαι, πανταχῇ καὶ ἐπὶ πάντας δόξαν οἵαν λέγεις φιλοσοφίᾳ προσῆψαν.
Τίνας δέ, ἔφη, τὰς διαφθορὰς λέγεις;
Ἐγώ σοι, εἶπον, ἂν οἷός τε γένωμαι, πειράσομαι διελθεῖν. τόδε μὲν οὖν οἶμαι πᾶς ἡμῖν ὁμολογήσει, τοιαύτην φύσιν καὶ πάντα ἔχουσαν ὅσα προσετάξαμεν νυνδή, εἰ τελέως [491b] μέλλοι φιλόσοφος γενέσθαι, ὀλιγάκις ἐν ἀνθρώποις φύεσθαι καὶ ὀλίγας. ἢ οὐκ οἴει;
Σφόδρα γε.
Τούτων δὴ τῶν ὀλίγων σκόπει ὡς πολλοὶ ὄλεθροι καὶ μεγάλοι.
Τίνες δή;
Ὃ μὲν πάντων θαυμαστότατον ἀκοῦσαι, ὅτι ἓν ἕκαστον ὧν ἐπῃνέσαμεν τῆς φύσεως ἀπόλλυσι τὴν ἔχουσαν ψυχὴν καὶ ἀποσπᾷ φιλοσοφίας. λέγω δὲ ἀνδρείαν, σωφροσύνην καὶ πάντα ἃ διήλθομεν.
Ἄτοπον, ἔφη, ἀκοῦσαι.

***
[487e] Πώς λοιπόν είναι σωστό να υποστηρίζεις πως δε θ᾽ απαλλαχτούν πριν από την κακή κατάντια τους οι πολιτείες, παρ᾽ αφού πάρουν στα χέρια τους την εξουσία οι φιλόσοφοι, που παραδεχόμαστε πως είναι ολότελα άχρηστοι γι᾽ αυτές;
Μου κάνεις μια ερώτηση που έχει ανάγκη να σου απαντήσω με μια παραβολή.
Μα εσύ, νομίζω, δε συνηθίζεις να μιλάς με παραβολές.
Πολύ καλά· με κοροϊδεύεις, βλέπω, τώρα, αφού μ᾽ έριξες μες σ᾽ ένα τόσο [488a] δυσκολοαπόδεικτο ζήτημα· άκουσε οπωσδήποτε την παρομοίωσή μου, για να δεις ακόμα καλύτερα πόσο λίγο επιδέξιος είμαι σ᾽ αυτό το είδος. Αυτό, λέγω, που παθαίνουν οι ξεχωριστοί εκείνοι άνθρωποι από τις πόλεις των είναι τόσο βαρύ, που δεν υπάρχει κανένα άλλο πάθημα να το συγκρίνεις και για να δώσει την εικόνα του ένας που θα αναλάβει και την απολογία τους πρέπει να την συνθέσει από πολλά πράγματα, όπως κάνουν οι ζωγράφοι που ζωγραφίζουν τους τραγελάφους και τα παρόμοια. Φαντάσου λοιπόν το ίδιο να γίνεται με ένα ή με περισσότερα πλοία: ο καραβοκύρης πρώτα να είναι πιο σωματώδης και [488b] πιο δυνατός απ᾽ όλους που είναι μες στο καράβι, μα να είναι μαζί και κάπως κουφός, να μη βλέπει και πολύ καλά και να μην καταλαβαίνει και πάρα πολλά πράγματα από τη ναυτική τέχνη· οι ναύτες να μαλώνουν μεταξύ τους για την κυβέρνηση του πλοίου και να έχει ο καθένας την αξίωση να την πάρει αυτός απάνω του, χωρίς ποτέ του να έχει μάθει την τέχνη κι ούτε να μπορεί να πει μήτε με ποιό δάσκαλο μήτε ποιόν καιρό την έμαθε, αλλά μάλιστα και να υποστηρίζει πως αυτό δεν είναι πράγμα που διδάσκεται, κι αν κανείς λέει το εναντίον, να είναι έτοιμοι να τον κομματιάσουν· φαντάσου τους ακόμα να κρέμουνται όλοι τους [488c] απάνω στον καραβοκύρη και να τον παρακαλούν και να κάνουν το παν για να τους δώσει στο χέρι το τιμόνι, κι αν δεν το επιτύχουν και προτιμηθούν άλλοι, να τους σκοτώνουν και να τους ρίχτουν στη θάλασσα, έπειτα να μεθύσουν τον καλό μας τον καραβοκύρη ή να τον ποτίσουν με κανένα ναρκωτικό ή να τον ξεφορτωθούν με όποιον άλλο τρόπο και τότε πια να γίνουν αυτοί κύριοι του καραβιού, να ριχτούν στις προμήθειές του και να το στρώσουν στο φαγοπότι και στο γλέντι, ενώ το καράβι θα πηγαίνει όπως φαντάζεται πια κανείς πως θα πηγαίνει· κι εκτός απ᾽ αυτά, [488d] να επαινούν και να ονομάζουν άξιο ναυτικό και κυβερνήτη και έμπειρο σ᾽ όλα τα ζητήματα της τέχνης εκείνον που τα καταφέρνει μια χαρά να τους βοηθήσει να πάρουν με το καλό ή με το κακό τη διοίκηση από τα χέρια του καραβοκύρη, ενώ κάθε άλλον που δεν είναι τέτοιος τον κατηγορούν γι᾽ άχρηστο, χωρίς να είναι σε θέση να καταλάβουν πως ο αληθινός κυβερνήτης πρέπει να το᾽ χει δουλειά του να ξέρει τα γυρίσματα της χρονιάς, τις ώρες και τις εποχές, τον ουρανό, τ᾽ άστρα, τους ανέμους και ό,τι άλλο σχετίζεται με την τέχνη, αν πρόκειται να είναι στ᾽ αλήθεια κυβερνήτης του καραβιού· πώς όμως θα το κυβερνήσει, [488e] είτε θέλουν είτε δεν θέλουν μερικοί από το πλήρωμα, αυτό νομίζουν πως δεν χρειάζεται καμιά ιδιαίτερη μάθηση ή τέχνη που να μπορεί να την αποκτήσει κανείς εκτός από την καθαυτό κυβερνητική· σ᾽ ένα λοιπόν καράβι που συμβαίνουν όλ᾽ αυτά και βρίσκονται σ᾽ αυτή την κατάσταση τα πληρώματα, ποιάν ιδέα νομίζεις πως θα είχαν οι ναύτες για έναν αληθινό κυβερνήτη; [489a] δε θα τον ονόμαζαν πραγματικά μωρολόγο άνθρωπο και μετεωροσκόπο και άχρηστο γι᾽ αυτούς;
Βεβαιότατα, είπε ο Αδείμαντος.
Δεν πιστεύω λοιπόν πως είναι ανάγκη να επιμείνω περισσότερο στην παρομοίωσή μου, για να δεις πως μοιάζει απαράλλαχτα με τη διάθεση που έχουν οι πόλεις απέναντι στους αληθινούς φιλοσόφους, γιατί και μόνος σου καταλαβαίνεις βέβαια αυτό που θέλω να πω.
Και πολύ μάλιστα.
Εξήγησε λοιπόν πρώτα αυτή την παρομοίωση σε κείνον που παραξενεύεται γιατί δεν έχουν καμιά υπόληψη οι φιλόσοφοι μέσα στις πολιτείες και προσπάθησε να τον πείσεις πως θα ήταν πολύ πιο παράξενο [489b] αν τους είχαν σε τιμή.
Μάλιστα, θα το κάμω.
Και πως έχει λοιπόν δίκιο να λέει πως είναι άχρηστοι για τους πολλούς αυτοί που πραγματικά ξεχωρίζουν ανάμεσα στους φιλοσόφους· μπάσε τους όμως και μες στο κεφάλι τους πως υπεύθυνοι για την αχρηστία τους δεν είναι οι ξεχωριστοί αυτοί φιλόσοφοι, αλλά εκείνοι που δεν τους χρησιμοποιούν. Γιατί δεν είναι πράγμα φυσικό να παρακαλεί ο κυβερνήτης τους ναύτες να τον κάμουν αρχηγό τους, ούτε οι σοφοί να πηγαίνουν στις πόρτες των πλουσίων και να τους παρακαλούν· είναι γελασμένος εκείνος που το είπε αυτό το αστείο, ενώ η αλήθεια είναι, είτε πλούσιος είτε φτωχός αρρωστήσει, [489c] αυτός να πηγαίνει στους γιατρούς, και όσοι έχουν ανάγκη από έναν άλλο για να κυβερνηθούν να πηγαίνουν στους ικανούς να κυβερνήσουν και όχι ο άρχοντας που αληθινά αξίζει αυτό το όνομα να παρακαλεί τους άλλους να δεχτούν να τους διοικήσει. Όπως όμως είναι τώρα τα πράματα, δε θα γελαστείς αν παρομοιάσεις τους σημερινούς πολιτικούς άρχοντες με τους ναύτες που λέγαμε κι αυτούς που τους έλεγαν φλύαρους, μετεωροσκόπους και άχρηστους, με αληθινούς κυβερνήτες.
Πολύ σωστά.
Μέσα λοιπόν σε μια τέτοια κατάσταση και μέσα σε τέτοιους ανθρώπους καθόλου εύκολο δεν είναι να έχει καμιά πέραση το καλύτερο επάγγελμα από μέρους εκείνων που ακολουθούν ολωσδιόλου αντίθετο δρόμο· [489d] κι οι μεγαλύτερες και χειρότερες συκοφαντίες που ακούει η φιλοσοφία τις χρωστά σε κείνους που λένε πως έχουν τάχα επάγγελμά τους τη φιλοσοφία και που δίνουν αφορμή σε κείνον τον κατήγορό της να λέει πως οι περισσότεροι που καταγίνονται μ᾽ αυτήν είναι πανάθλιοι, και οι καλύτεροι μεταξύ τους άχρηστοι, πράγμα που κι εγώ συμφώνησα μαζί σου να το παραδεχτώ. Ή όχι;
Μάλιστα.
Δεν αναπτύξαμε λοιπόν την αιτία της αχρηστίας των αληθινών φιλοσόφων;
Και πολύ αρκετά.
Θέλεις λοιπόν τώρα να εξετάσομε και γιατί αναγκαστικά οι περισσότεροί τους είναι πανάθλιοι και ν᾽ αποδείξουμε, [489e] αν μπορέσουμε, πως ούτε γι᾽ αυτό δεν είναι υπεύθυνη η φιλοσοφία;
Και βέβαια θέλω.
Ας γυρίσουμε λοιπόν εκεί που εκάναμε λόγο για τα φυσικά προτερήματα, κι ας ξαναθυμηθούμε να πούμε και ν᾽ ακούσομε πώς λέγαμε ότι πρέπει να είναι προικισμένος από τη φύση ο πραγματικά [490a] τέλειος άνθρωπος. Μπροστά μπροστά απ᾽ όλα πήγαινε γι᾽ αυτόν, αν το θυμάσαι, η αλήθεια, που παντού και πάντα έπρεπε να την κυνηγά καταπόδι, γιατί αλλιώς θα ήταν ένας μωρόσοφος και ψευτοπερήφανος που δε θα είχε καμιά σχέση με την αληθινή φιλοσοφία.
Ναι, αυτό είναι που λέγαμε.
Σ᾽ αυτό όμως ίσα ίσα επάνω, δεν υπάρχει σήμερα η πιο μεγάλη και παράδοξη διαφορά με τη δική μας αντίληψη;
Χωρίς αμφιβολία.
Δε θα ήταν όμως με το μέτρο ικανοποιητική η δική μας απολογία, αν λέγαμε πως ο πραγματικός φίλος της σοφίας είναι πλασμένος από τη φύση να βάζει όλα τα δυνατά του για να φτάσει το καθαυτό ον και δε [490b] σταματά στα πράματα που τα παίρνει για πολλά η δοξασία, αλλά τραβά πάντα ίσα στο σκοπό του, χωρίς τίποτα να μπορεί να στομώσει το ζήλο του ούτε να μαράνει τον έρωτά του, πριν να ενωθεί με τη φύση τού κάθε καθαυτό όντος μ᾽ κείνο το μέρος της ψυχής του που, επειδή συγγενεύουν μαζί, τού ταιριάζει αυτή η ένωση κι αφού το πλησιάσει και σμίξει πραγματικά με το πραγματικό το ον, και γεννήσει νου και αλήθεια, τότε πια αποκτά την αληθινή γνώση, τότε πια αρχίζει αληθινά να ζει και να τρέφεται κι έτσι τελειώνουν γι᾽ αυτόν οι πόνοι της γέννας, όχι όμως πριν;
Δε θα μπορούσαμε πραγματικώς να τους απολογηθούμε καλύτερα.
Τί λοιπόν; θα μπορεί ποτέ ένας τέτοιος ν᾽ αγαπά το ψέμα ή ολωσδιόλου το εναντίον θα το μισεί;
[490c] Θα το μισεί.
Κι αφού έτσι σύρει πρώτη το χορό η αλήθεια, δεν μπορεί ποτέ, υποθέτω, να πούμε πως θ᾽ ακολουθούν πίσω της σωρός οι κακίες.
Πώς είναι δυνατό;
Μα απεναντίας, άκακο και δίκαιο ήθος, που θα τ᾽ ακολουθά και η σωφροσύνη.
Σωστά.
Αλλά τίς η ανάγκη να πιάνουμε πάλι εξαρχής να παρατάξουμε στο χορό τις αρετές της φιλοσοφικής φύσης; Γιατί θυμάσαι βέβαια πως μείναμε σύμφωνοι να παραδεχτούμε σαν απαραίτητες ιδιότητές της την αντρεία, τη μεγαλοπρέπεια, την ευμάθεια, τη μνήμη· και σ᾽ αυτά απάνω μάς διέκοψες εσύ, Αδείμαντε, λέγοντας πως ο καθένας βέβαια [490d] θ᾽ αναγκαζόταν να συμφωνήσει σ᾽ αυτά μαζί μας, αν άφηνε όμως τα λόγια κι εγύριζε τα μάτια σ᾽ αυτούς που κάναμε λόγο, θα μπορούσε να πει πως βλέπει άλλους απ᾽ αυτούς άχρηστους και τους περισσότερούς των γεμάτους από κάθε κακία και πονηρία· κι εμείς εξετάζοντας την αφορμή της κατηγορίας, εφτάσαμε τώρα σ᾽ αυτό: να δούμε για ποιό τάχα λόγο οι περισσότεροι φιλόσοφοι είναι κακοί, και γι᾽ αυτό είναι που αναγκαστήκαμε πάλι να ξαναγυρίσουμε στη φύση των αληθινών φιλοσόφων και να την ορίσουμε.
[490e] Πραγματικώς, αυτό έγινε.
Αυτή λοιπόν τη φύση πρέπει να δούμε τώρα πώς διαφθείρεται μέσα στους περισσότερους και μονάχα γλιτώνει από τη διαφθορά ένα μικρό της μέρος, αυτοί δα που τους λένε όχι πονηρούς, αλλά άχρηστους· κι ύστερ᾽ [491a] απ᾽ αυτό να εξετάσομε και τη φύση εκείνων που μιμούνται τους πραγματικούς φιλοσόφους, τί λογής είναι η ψυχή των και σφετερίζονται ένα επάγγελμα ανώτερο από τις δυνάμεις των και που δεν τους αξίζει, κι έτσι πέφτοντας σε μύρια ατοπήματα γίνονται αφορμή να δυσφημίζεται γενικώς και απ᾽ όλους, καθώς λες, η φιλοσοφία.
Και ποιές είναι οι αφορμές αυτής της διαφθοράς;
Εγώ θα προσπαθήσω, αν σταθώ ικανός, να σου τις αναπτύξω. Σ᾽ αυτό όμως θα μείνει, υποθέτω, σύμφωνος ο καθένας μαζί μας, πως μια τέτοια φύση που θα έχει όλ᾽ αυτά τα προσόντα που της ορίσαμε τώρα δα, αν πρόκειται [491b] να γίνει τέλειος φιλόσοφος, πολύ σπάνια παρουσιάζεται ανάμεσα στους ανθρώπους και σε πολύ μικρό αριθμό· ή δεν το παραδέχεσαι;
Και πολύ μάλιστα.
Κι αυτές πάλι οι λίγες πρόσεξε σε τί πολλούς και μεγάλους κινδύνους καταστροφής είναι εκτεθειμένες.
Σε ποιούς;
Εκείνο που θα σου φανεί το πιο παράξενο ν᾽ ακούσεις είναι πως καθεμιά από τις ιδιότητες της φιλοσοφικής φύσης που επαινέσαμε διαφθείρει την ψυχή που τις έχει και την αποσπά από τη φιλοσοφία· η αντρεία λέγω και η σωφροσύνη και όλα τ᾽ άλλα που αναφέραμε.
Πολύ παράξενο, αλήθεια, να τ᾽ ακούσει κανείς.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἰφιγένεια ἡ ἐν Ταύροις (392-420)

ΧΟ. κυάνεαι κυάνεαι [στρ. α]
σύνοδοι θαλάσσας, ἵν᾽ οἶ-
στρος ὁ ποτώμενος Ἀργόθεν ἄ-
395 ξενον ἐπ᾽ οἶδμα διεπέρασεν…
Ἀσιήτιδα γαῖαν
Εὐρώπας διαμείψας.
τίνες ποτ᾽ ἄρα τὸν εὔυδρον δονακόχλοα
400 λιπόντες Εὐρώταν ἢ
ῥεύματα σεμνὰ Δίρκας
ἔβασαν ἔβασαν ἄμικτον αἶαν, ἔνθα κούρᾳ
δίᾳ τέγγει
405 βωμοὺς καὶ περικίονας
ναοὺς αἷμα βρότειον;

ἦ ῥοθίοις εἰλατίναις [ἀντ. α]
δικρότοισι κώπαις ἔπλευ-
σαν ἐπὶ πόντια κύματα, νά-
410 ιον ὄχημα λινοπόροισί αὔραις,
φιλόπλουτον ἅμιλλαν
αὔξοντες μελάθροισιν;
φίλα γὰρ ἐλπὶς γ᾽ ἐπὶ πήμασι βροτῶν
415 ἄπληστος ἀνθρώποις, ὄλ-
βου βάρος οἳ φέρονται
πλάνητες ἐπ᾽ οἶδμα πόλεις τε βαρβάρους περῶντες,
κοινᾷ δόξᾳ·
γνώμα δ᾽ οἷς μὲν ἄκαιρος ὄλ-
420 βου, τοῖς δ᾽ ἐς μέσον ἥκει.

***
ΧΟΡ. Ω γαλάζιο, βαθυγάλαζο
σμίξιμο των θαλασσών,
όπου απ᾽ τ᾽ Άργος η βοϊδόμυγα πετώντας
πέρα πέρασε απ᾽ το κύμα τ᾽ αφιλόξενο
την Ιω τη γελαδόμορφη
για τις χώρες της Ασίας απ᾽ την Ευρώπη!
Σαν ποιοί να ᾽ναι που του Ευρώτα
άφησαν τα ωραία νερά
400 και τα πράσινα καλάμια
ή το ρέμα το τρισέβαστο της Δίρκης,
για να φτάσουν σ᾽ άγρια χώρα, όπου για χάρη
της διογέννητης παρθένας
αίμα ανθρώπινο ποτίζει
το βωμό και το ιερό της,
τον περίστυλο ναό;

Με τραβήγματα διπλόκροτα
των ελάτινων κουπιών,
με πανιά λινά απ᾽ ανέμους φουσκωμένα
410 ποντοπόροι ν᾽ αρμενίσανε στα κύματα
απ᾽ τον πόθο, απ᾽ τη λαχτάρα τους
σωρούς πλούτου μες στα σπίτια τους να υψώσουν;
την καρδιά γλυκαίν᾽ η ελπίδα
κι είν᾽ αχόρταγη —πηγή
συμφορών— για τους ανθρώπους
που τα κέρδη κυνηγούνε τα μεγάλα
ταξιδεύοντας στις χώρες των βαρβάρων·
όνειρο κοινό ειναι σ᾽ όλους,
420 μα του κέρδους η έγνοια σε άλλους
άμετρη είναι, σε άλλους πάλι
με το μέτρο το σωστό.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΣΤΑ ΝΕΟΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ: Κλασικισμός (18ος-19ος αιώνας)

12.11. Ιδεαλιστικά ρεύματα - ακαδημαϊσμός - συμβολισμός


Η Ευρώπη κατακλύζεται τον 19ο αιώνα από μια ζωγραφική που ανταποκρίνεται στην κλασική παιδεία του μορφωμένου αστού και που μεταφέρει τον θεατή σε έναν γοητευτικό, άχρονο, ονειρικό χώρο μιας απρόσωπης Αρχαιότητας, συχνά με αισθησιακά γυμνά ή συμβολικά στοιχεία. Πρόκειται ίσως για την τελευταία αναλαμπή μιας ευρύτερης επίδρασης της κλασικής τέχνης.

Παράλληλα με τον κλασικισμό και τον ρομαντισμό, ιδιαίτερα στη Γερμανία με τους φιλοσόφους Φίχτε και Χέγκελ αποκτούν επικαιρότητα οι θεωρίες του Πλάτωνα (φυγή στον κόσμο των ιδεών) ενώ ο ρεαλισμός ήταν μια νίκη του Αριστοτέλη. Γεννιέται έτσι ένας φιλοσοφικός ιδεαλισμός, που είχε γενικότερα ιδιαίτερη επίδραση στην τέχνη. Τον θαυμασμό του για την Αρχαιότητα και τους αρχαίους Έλληνες διακήρυσσε με κάθε τρόπο ο πιο χαρακτηριστικός συνθέτης αυτής της ιδεαλιστικής έκφρασης, ο Ρίχαρντ Βάγκνερ. Η τετραλογία του Δαχτυλιδιού των Νιμπελούγκεν οφείλει πολλά στην Ορέστεια του Αισχύλου, ενώ στον Τανχόιζερ για μοναδική φορά αγγίζει άμεσα την Αρχαιότητα, καθώς στη μορφή της Venus (Αφροδίτης) στο Venusberg τον μαγεύει η μοιραία δαιμονική πλευρά της γυναίκας.

Στα ιδεαλιστικά ρεύματα της ζωγραφικής ανήκουν οι ναζαρηνοί (Γερμανία), οι προραφαηλίτες (Αγγλία), οι συμβολιστές (κυρίως Γαλλία) και ανεξάρτητοι δημιουργοί που συνδέονται με τον ακαδημαϊσμό, τον εκλεκτικισμό κ.ά. Όλοι, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, αναζητούν πηγές στην Αρχαιότητα, με διαφορετική χρήση των αναφορών σε αυτή. Τη χρήση αρχαίων συμβόλων στην τέχνη ευνοεί ιδιαίτερα ο συμβολισμός, ένα λογοτεχνικής προέλευσης κίνημα, που προσεγγίζει συχνά νεοκλασικές αντιλήψεις.

Ο πιο χαρακτηριστικός προραφαηλίτης ζωγράφος, ο Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέτι (1828-1882), μετατρέπει την Ελίζαμπεθ Σίνταλ, την αινιγματική γυναίκα που τον εμπνέει, μια οπτασία μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, άλλοτε σε Αστάρτη και άλλοτε σε Σίβυλλα, σε Σιωπή ή σε Περσεφόνη (1874) κ.ά. Σε έναν ιδιότυπο, αινιγματικό και ονειρικό κόσμο προσωπικών οραμάτων μεταφέρει τον θεατή ο Γκυστάβ Μορό (1826-1896), όπου εντυπωσιάζουν τα πολλά διακοσμητικά στοιχεία, κοσμήματα, πολύτιμοι λίθοι, σύμβολα ζωής και θανάτου και όπου ο Ορφέας, οι Μαινάδες, ο Απόλλωνας, ο Προμηθέας, ο Φαέθων, ο Οδυσσέας, ο Οιδίποδας και η Σφίγγα αποκτούν άλλες διαστάσεις.

Ο ακαδημαϊσμός, η τέχνη των ακαδημιών, είναι η τέχνη των επιτυχημένων ζωγράφων των μεγάλων επίσημων κρατικών εκθέσεων. Χαρακτηριστικό των έργων τους είναι συχνά το μέγεθος, η αγάπη για διακοσμητικές λεπτομέρειες, η μεγαλοστομία και η ρητορεία. Οι αναφορές στην Αρχαιότητα δημιουργούν κάποτε μιαν αινιγματική ατμόσφαιρα μυστηρίου, μια φυγή σε ένα απροσδιόριστο παρελθόν με σύμβολα, υπαινιγμούς και οράματα, όπου κυριαρχεί η ιδέα μιας γενικής απρόσωπης ομορφιάς με το χρωματικό ένδυμα του ρομαντισμού. Άλλοτε εξαιρετικά λεπτομερής, σχεδόν φωτογραφικά πιστή, η αναπαράσταση της ζωής στην Αρχαιότητα μπορεί να αγγίζει τα όρια του κιτς.

Στο Παρίσι λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα η μόδα της Αρχαιότητας ενισχύεται από την έκθεση της περίφημης συλλογής αρχαίων αγγείων Καμπάνα (Campana), που αγόρασε ο αυτοκράτορας Ναπολέων Γ' και που κατέληξε τελικά στο Λούβρο. Αυτή την εποχή στη Γαλλία η Φρύνη, η διάσημη εταίρα του 4ου αιώνα π.Χ. που ενέπνευσε τον Πραξιτέλη για την Κνιδία Αφροδίτη του, κάνει μια δεύτερη εξαιρετική καριέρα. Ο μύθος της και ιδιαίτερα το επεισόδιο στον Άρειο Πάγο, όπου ήταν έτοιμη να καταδικαστεί για ασέβεια και αθωώθηκε την τελευταία στιγμή, όταν ο συνήγορός της Υπερείδης τράβηξε το πέπλο της και αποκάλυψε τη θεϊκή ομορφιά του κορμιού της, έγινε αφορμή για μια σειρά έργων στη γλυπτική και στη ζωγραφική που αναδείκνυαν το αισθησιακό γυμνό. Ο Ελβετός γλύπτης Τζέιμς Πραντιέ (1790-1852) δημιούργησε μια Φρύνη στο μάρμαρο πριν το 1845, ο Αλεξάντρ Φαλγκιέρ (1831-1912) μιαν άλλη το 1868, ενώ η ομώνυμη κωμική όπερα σε μουσική του Καμίγ Σεν Σανς και σκηνικά του Φιλίπ Σαπερόν ανεβάστηκε στο Παρίσι το 1893. Τη μεγαλύτερη αίσθηση, ωστόσο, δημιούργησε το 1861 ο πίνακας Φρύνη του Ζαν Λεόν Ζερόμ (1824-1904), χαρακτηριστικό έργο για το ακαδημαϊκό-ιδεαλιστικό στιλ που επικρατεί στη Γαλλία και που θα καταλήξει στο νέο στιλ (art nouveau).

Το ατελιέ της Τανάγρας (περ. 1850), Οι νεαρές Ελληνίδες παίζουν μπάλα (1889) του Ζερόμ, ή Οι Ρωμαίοι της παρακμής (1847) του Τομά Κουτύρ (1815-1879) είναι έργα που μεταφέρουν τον θεατή σε μια φανταστική, πολύχρωμη και εντυπωσιακά σκηνογραφημένη καθημερινότητα της Αρχαιότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι τα έργα αυτών των ζωγράφων, όπως και του Άλμα Τάντεμα παρακάτω, θα χρησιμοποιηθούν ως πρότυπα για τη δημιουργία εντυπωσιακών ντεκόρ σε ταινίες εποχής στον αμερικάνικο κυρίως κινηματογράφο της δεκαετίας του 1950 (Μπεν Χουρ, Χιτών κ.ά.). Έχουν τις λεπτομέρειες, τη θεατρικότητα, τον πλούτο και τη φαντασία που χρειάζεται για να αξιοποιηθούν σκηνογραφικά.

Ολλανδός στην καταγωγή, με σπουδές στην Ιταλία που τον επηρεάζουν καθοριστικά ο Λόρενς Άλμα Τάντεμα (1836-1912) εγκαθίσταται στο Λονδίνο, όπου γνωρίζει μεγάλη επιτυχία ιδιαίτερα χάρη στα κλασικά θέματα. Ο Μαραθωνομάχος, Ο Φειδίας και η ζωφόρος του Παρθενώνα, Σαπφώ, Ανάγνωση Ομήρου κ.ά. του χαρίζουν εκτίμηση και αναγνώριση. Στο έργο του Ρωμαίος φιλότεχνος του 1868 διακρίνεται χαρακτηριστικά το λεπτό του γούστο, η αρχαιολογική ακρίβεια στις λεπτομέρειες (βλ. και πάλι τη χρήση του Σατύρου που παίζει κρουπέζιο στην Galleria degli Uffizi), τα καθαρά, λαμπερά, εορταστικά χρώματα, η πειστική —φωτογραφική σχεδόν— απόδοση διαφόρων υλικών και ποιοτήτων, όπως το γυάλισμα του μαρμάρου, το μέταλλο, τα υφάσματα κτλ. Τον θαυμάζουν για τη δεξιοτεχνική του απόδοση, μα τον κατηγορούν για ψυχρότητα και ακαδημαϊσμό.

Στη Γερμανία η Αρχαιότητα επιζεί σε μεγαλόστομα εντυπωσιακά θέματα του Καρλ Τέοντορ φον Πίλοτυ (1826-1886), δασκάλου πολλών Ελλήνων καλλιτεχνών στην Ακαδημία του Μονάχου, και του αυστριακού Χανς Μάκαρτ (1840-1884), που γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία στην εποχή τους. Ιδιαίτερη προσωπικότητα έχει ο Άρνολντ Μπέκλιν (1827-1901), που δημιουργεί μια δική του Αρχαιότητα με αναγεννησιακά, συμβολικά στοιχεία, που προβάλλουν τις μυστηριακές δυνάμεις της φύσης σε έργα όπως Παν στα Καλάμια, Νηρηίδες, Δρυάδες, Οδυσσέας και Καλυψώ, Νησί των νεκρών - Είσοδος στον Άδη, Ειδύλλιο (1875) κ.ά. Αν και σύγχρονος του Βάγκνερ, δεν συνεργάστηκαν ποτέ. Επηρέασε τον Τζόρτζιο ντε Κίρικο, ώστε πολλοί φθάνουν να τον θεωρούν πρόδρομο του σουρεαλισμού.

Η γλυπτική σε όλο τον 19ο αιώνα δεν έπαψε να αντλεί θέματα ή τρόπους απόδοσης από την Αρχαιότητα. Στενότερα δεμένη με την αρχιτεκτονική θα καθορίσει τον αρχιτεκτονικό διάκοσμο των προσόψεων σε μεγαλοπρεπή κτήρια των ευρωπαϊκών πόλεων. Ιδιαίτερα στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα πλατείες, πάρκα και δημόσιοι χώροι θα κατακλυστούν από μεγάλες γλυπτές συνθέσεις με προσωποποιήσεις, αλληγορίες και μυθολογικά θέματα που αποδίδονται με ακαδημαϊκό τρόπο ή προσαρμόζονται στη γενικότερη μόδα του νέου στιλ. Γλύπτες όπως ο Αλεξάντρ Φαλγκιέρ (1831-1912) ή ο Τεοντόρ Ριβιέρ (1859-1912) ανταποκρίνονται στο γούστο του ευρύτερου κοινού που προτιμά τον κλασικό δρόμο του ακαδημαϊσμού ή του εκλεκτικισμού. Το άγαλμα της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη (1884-1886) του Φρεντερίκ Μπαρτολντί (1834-1904) τονίζει τις κλασικές αξίες του Νέου Κόσμου. Τα νερά θα ταράξει στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ο γλύπτης με τη μεγαλύτερη ίσως ακτινοβολία και διεθνή αναγνώριση μετά την Αναγέννηση, ο Ογκύστ Ροντέν (1840-1917), ο οποίος θα αντιμετωπίσει την Αρχαιότητα με εντελώς ιδιαίτερο τρόπο.

Η διάκριση ανάμεσα στο συνειδητό και το υποσυνείδητο

Να θυμάστε ότι το συνειδητό και το υποσυνείδητο δεν είναι δύο διαφορετικά πράγματα αλλά δύο όψεις του ιδίου πράγματος.

Το συνειδητό είναι το λογικό σας μέρος. Είναι το μέρος του νου που επιλέγει. Για παράδειγμα, επιλέγετε τα βιβλία σας, το σπίτι σας, το σύντροφο της ζωής σας. Παίρνετε όλες τις αποφάσεις σας με το συνειδητό μέρος σας.

Από την άλλη, χωρίς καμιά συνειδητή επιλογή από μέρους σας, η καρδιά σας δουλεύει ασταμάτητα και οι λειτουργίες της πέψης, της κυκλοφορίας του αίματος και της αναπνοής συνεχίζονται με τις διαδικασίες του υποσυνείδητου και χωρίς τον έλεγχο του συνειδητού σας.

Το υποσυνείδητό σας δέχεται αυτό που αποτυπώνεται πάνω του, ή αυτό που πιστεύετε συνειδητά. Δεν εξετάζει λογικά τα πράγματα, όπως κάνει το συνειδητό σας και δεν επιχειρηματολογεί εναντίον σας.

Το υποσυνείδητο είναι όπως το έδαφος που δέχεται ό,τι σπόρο του ρίξεις, καλό ή κακό. Οι σκέψεις σας είναι κάτι ενεργό και θα μπορούσαν να παρομοιαστούν με σπόρους. Οι αρνητικές, καταστροφικές σκέψεις εξακολουθούν να λειτουργούν αρνητικά στο υποσυνείδητό σας και με το χρόνο θα φέρουν την κατάσταση που αντιστοιχεί σ’ αυτές.

Να θυμάστε ότι το υποσυνείδητό σας δεν καταπιάνεται με το αν οι σκέψεις σας είναι καλές ή κακές, αληθινές ή ψεύτικες. Αντιδρά ανάλογα με τη φύση των σκέψεων ή των εισηγήσεών σας. Για παράδειγμα, αν πιστεύετε συνειδητά ότι κάτι είναι πραγματικότητα, ενώ δεν είναι, το υποσυνείδητό σας θα το δεχτεί σαν πραγματικότητα και θα προχωρήσει στη διαδικασία δημιουργίας αυτού που συνεπάγεται αυτή η πραγματικότητα.

Oscar Wilde: Πρόοδος είναι η πραγμάτωση των Ουτοπιών

Μέχρι τώρα, ο άνθρωπος έχει υπάρξει, ως ένα βαθμό, σκλάβος μηχανών και υπάρχει κάτι το τραγικό στο γεγονός ότι μόλις ο άνθρωπος εφηύρε μια μηχανή για να κάνει δουλειά του άρχισε να πεινά.

Ωστόσο, αυτό αποτελεί φυσικά αποτέλεσμα του συστήματος ιδιοκτησίας μας και του συστήματος ανταγωνισμού.

Ένας άνθρωπος είναι ιδιοκτήτης μιας μηχανής που κάνει τη δουλειά πεντακοσίων ανθρώπων.

Κατά συνέπεια πεντακόσιοι άνθρωποι χάνουν τη δουλειά τους και όντες άνεργοι, λιμοκτονούν και γίνονται κλέφτες.

Ο ένας εξασφαλίζει το προϊόν της μηχανής και το κρατά και έχει πεντακόσιες φορές περισσότερα από όσα θα έπρεπε και πιθανώς, κάτι ακόμη πιο σημαντικό, πολύ περισσότερα από όσα επιθυμεί πραγματικά.

Αν η μηχανή αποτελούσε ιδιοκτησία όλων, θα επωφελούνταν όλοι. Θα αποτελούσε τεράστιο πλεονέκτημα για την κοινότητα.

Όλα τα είδη μη πνευματικής εργασίας, όλες οι μονότονες, βαρετές δουλειές, όλες οι δουλειές που ασχολούνται με απαίσια πράγματα και χαρακτηρίζονται από δυσάρεστες συνθήκες πρέπει να γίνονται από μηχανές.

Μηχανές πρέπει να δουλεύουν στα ανθρακωρυχεία και να προσφέρουν όλες τις υγειονομικές υπηρεσίες και να είναι οι θερμαστές των ατμόπλοιων και να καθαρίζουν τους δρόμους, να παραδίδουν μηνύματα τις βροχερές μέρες και να κάνουν οτιδήποτε κουραστικό ή δυσάρεστο.

Σήμερα οι μηχανές ανταγωνίζονται των άνθρωπο. Υπό τις κατάλληλες συνθήκες, οι μηχανές θα τον υπηρετούν.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι αυτό είναι το μέλλον των μηχανών και όπως τα δέντρα αναπτύσσονται ενώ ο ευγενής της επαρχίας κοιμάται, έτσι ενώ η ανθρωπότητα θα ψυχαγωγείται ή θα απολαμβάνει ελεύθερο χρόνο για την πνευματική της καλλιέργεια -η οποία αποτελεί τον σκοπό του ανθρώπου και όχι η εργασία- ή θα δημιουργεί εξαίσια πράγματα, ή θα διαβάζει όμορφα πράγματα, ή απλώς θα στοχάζεται τον κόσμο με θαυμασμό και ευχαρίστηση, οι μηχανές θα εκτελούν όλες τις απαραίτητες και δυσάρεστες εργασίες.

Είναι γεγονός ότι ο πολιτισμός απαιτεί σκλάβους.

Οι Έλληνες είχαν απόλυτο δίκιο σε αυτό το σημείο.

Αν δεν υπάρχουν σκλάβοι να κάνουν τις απεχθείς, απαίσιες, βαρετές δουλειές, η ύπαρξη πολιτισμού και στοχασμού είναι σχεδόν αδύνατη.

Η ανθρώπινη δουλεία είναι άδικη, επισφαλής και ηθικά διαβρωτική.

Το μέλλον του κόσμου εξαρτάται από τη μηχανική δουλεία, τη δουλεία της μηχανής.

Και όταν άνθρωποι της επιστήμης δεν θα καλούνται πλέον να πάνε στο καταθλιπτικό Ιστέρ Εντ για να διανείμουν κακής ποιότητας κακάο και ακόμη χειρότερης ποιότητας κουβέρτες σε ανθρώπους που λιμοκτονούν, θα έχουν πολύτιμο ελεύθερο χρόνο να επινοήσουν υπέροχα και θαυμάσια πράγματα προς τέρψη των ίδιων και όλων των άλλων.

Θα υπάρχουν τεράστια αποθέματα ενέργειας για κάθε πόλη, και για κάθε σπίτι αν χρειάζεται, και αυτή την ενέργεια ο άνθρωπος θα μπορεί να τη μετατρέψει σε θέρμανση, φως ή κίνηση, ανάλογα με τις ανάγκες του.

Είναι Ουτοπία αυτό;

Ένας χάρτης του κόσμου που δεν περιλαμβάνει την Ουτοπία δεν αξίζει ούτε μια ματιά, αφού παραλείπει τη μοναδική χώρα στην οποία αποβιβάζεται συνεχώς η Ανθρωπότητα.

Και όταν η Ανθρωπότητα αποβιβαστεί εκεί, αγναντεύει πιο μακριά και βλέποντας μια καλύτερη χώρα, ανοίγει πανιά.

Πρόοδος είναι η πραγμάτωση των Ουτοπιών.

Oscar Wilde, Η ψυχή του ανθρώπου στον Σοσιαλισμό (Γραμμένο το 1890)

Αριστοτέλης: Η ευτυχία καθενός εξαρτάται μόνο από τον εαυτό του

Ο Αριστοτέλης, μαθητής του Πλάτωνα που μετέτρεψε τους στοχασμούς του σε πηγή έμπνευσης για τις μελλούμενες γενιές, επικεντρώθηκε ως προς την αναζήτηση της ευτυχίας σε μια ιδέα που συνοψίζεται σε μία μόνο, αλλά πολύπλοκη, λέξη: ευδαιμονία.

Μεταφρασμένη από τα αρχαία Ελληνικά ως ο «καλός δαίμονας», υπό την έννοια του θείου, η λέξη αυτή υπήρξε πολύ της μόδας στην εποχή της και προσδιορίζει το πώς πρέπει να είναι η ανώτερη πνευματική κατάσταση που οφείλουμε να αναζητάμε. Ο Αριστοτέλης, διαφέροντας από τους ηδονιστές φιλόσοφους (Κυρηναϊκή Σχολή), διαβεβαίωνε ότι η ευτυχία είναι συνδεδεμένη αναπόφευκτα με την αρετή. Χωρίς την αρετή, το μέγιστο που μπορεί να ελπίζει κανείς είναι η πρόσκαιρη ικανοποίηση.

Στα Ηθικά Νίκομάχεια, ο Έλληνας φιλόσοφος ακτινογραφεί τη μάχη που ξεσπά ανάμεσα σε πάθη, δυνάμεις και συνήθειες εντός του ανθρώπου. Αποκαλεί πάθη την επιθυμία, την οργή, τον φόβο, το θάρρος, τον φθόνο, τη χαρά, το συναίσθημα της φιλίας, το μίσος, τη νοσταλγία, την άμιλλα, τον οίκτο, και γενικά όλες τις ψυχικές καταστάσεις που έχουν ως συνακόλουθο την ηδονή ή τη λύπη. Αποκαλεί δυνάμεις τις δυνατότητες που μας κάνουν επιδεκτικούς σε τέτοιες καταστάσεις, όπως εκείνες που μας καθιστούν ικανούς να οργιζόμαστε ή να μελαγχολούμε ή να συμπάσχουμε. Και αποκαλεί συνήθειες τις διαθέσεις που μας κάνουν να σχετιζόμαστε καλώς ή κακώς με τα πάθη έτσι, για παράδειγμα, αν οργιζόμαστε με σφοδρότητα ή υποτονικά, έχουμε κακή σχέση με την οργή, μα αν το κάνουμε με μέτρο, έχουμε καλή σχέση μαζί της, και το ίδιο και με τα υπόλοιπα πάθη.

Για τον Αριστοτέλη, ήταν σαφές: η ευτυχία είναι ο μόνος στόχος που αξίζει να επιδιώκουμε. Η αποτίμηση της ευφυΐας, της αξίας, του πλούτου και της επιτυχίας εξαρτάται πάντα από άλλα πράγματα.

Έτσι, η ευτυχία είναι η μόνη έννοια που δεν έχει ανάγκη από εξωτερικούς παράγοντες για να αποτιμηθεί.

Κι ακριβώς γι’ αυτό μας προειδοποιούσε ο Έλληνας φιλόσοφος: «Η ευτυχία καθενός εξαρτάται μόνο από τον εαυτό του».

Αλλ’ αν ευρεθής υποχρεωμένος μια μέρα να ξεράσης τα όσα έχαψες

Ένας λαός ευχαριστημένος, ένας λαός χαρούμενος, είναι διά τον ενάρετον άνθρωπον το πουλιό ευχάριστο θέαμα. Μα όταν βλέπη κανείς πως η χαρά εκείνη θ’ ακολουθηθή γλήγορα από γενική βλάβη του λαού του ίδιου, επειδή ‘μιάζει καθ’ όλα με τη χαρά του νήπιου όταν χαίρεται πως έπιασε και κρατεί το φίδι, τι πονόκαρδο δεν κάνει μία τέτοια χαρά!

Μία μασκαράδα εγίνηκε μια φορά στη Ρώμη, η οποία, για την πολλή της ομοιότητα με τα πράμματά μας αξίζει v’ αναφερθή.

Μία συντροφιά μασκαράδες εβγήκανε με πιάτα γιομάτα μιστόπητα˙ κ’ εφαινότουνε πως, από καλοσύνη τους, ηθέλανε να φιλέψουνε τον λαόν. Ο λαός έτρεξε˙ καθένας εκαμπύλωνε το δάχτυλό του, εβούταε κ’ έχαφτε. Μα δεν αργήσανε να τραβηχθούν κατά μέρος, και ντροπιασμένοι, να ξεράσουνε. Η μιστόπητα εκείνη δεν ήτανε όλη μιστόπητα, Απ’ όξου, ναι, το κουλούμι ήτανε πετσομένο με μιστόπητα μα μέσαθε ήτανε κάτι άλλο πράμμα πολύ δυσάρεστο…

Λαέ απατημένε, άμποτε τα πράμματα νάλθουνε σε τρόπο, που να μην πληρώσεις ποτέ την ποινήν της απάτης σου. Αλλ’ αν ευρεθής υποχρεωμένος μια μέρα να ξεράσης τα όσα έχαψες, θελ’ ιδείς τότε, εξετάζοντας ένα ένα, πως δεν ήτανε όλα μιστόπητες.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ (1811-1901), ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΛΑΟΠΛΑΝΟΙ

Κοιτάξτε προσεκτικά ό,τι βρίσκεται κάτω από τα πόδια σας

Σήμερα, πολλοί άνθρωποι έχουν χάσει τον βηματισμό τους – ανησυχούν πολύ και βρίσκονται σε σύγχυση· δεν ξέρουν πώς να ζήσουν τη ζωή τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αναζητούν την περιπέτεια: έτσι προσπαθούν να επιτύχουν τη διανοητική τους ισορροπία. Αλλά δεν τα καταφέρνουν. Ακόμη και αν πατήσετε το κουμπί της επανεκκίνησης στη ζωή, η περιπέτεια παραμένει μακριά από την καθημερινότητά σας.

Όταν επιστρέφετε στην κανονικότητα, το άγχος συσσωρεύεται και το μυαλό κατατρίβεται με μικροπράγματα. Νιώθετε φορτωμένοι, και τότε αναζητάτε πάλι κάτι εξαιρετικό. Μήπως αυτός ο φαύλος κύκλος σάς φαίνεται γνωστός;

Ανεξάρτητα από το πόσο σας στρεσάρει η πολυπλοκότητα της ζωής, το ν’ αλλάξετε τα πράγματα δεν είναι απλή υπόθεση. Αν ο κόσμος δε λειτουργεί όπως θέλετε, ίσως είναι προτιμότερο να αλλάξετε εσείς οι ίδιοι. Τότε, ανεξάρτητα από το πώς είναι ο κόσμος γύρω σας, θα μπορείτε να κινείστε άνετα και εύκολα.

Η αταξία στο μυαλό σας φαίνεται στα πόδια σας

Λένε, από παλιά, ότι μπορούμε να πάρουμε πολλές πληροφορίες για ένα σπίτι από την είσοδο κιόλας – ειδικά στα ιαπωνικά σπίτια, όπου, μπαίνοντας, βγάζουμε τα παπούτσια μας. Από το αν τα παπούτσια είναι ευθυγραμμισμένα ή άνω κάτω βγάζουμε συμπέρασμα για τη διανοητική κατάσταση των ενοίκων. Αυτή η λεπτομέρεια αποκαλύπτει πολλά.

Στο Ζεν υπάρχει η εξής προτροπή: «Κοιτάξτε προσεκτικά ό,τι βρίσκεται κάτω από τα πόδια σας». Το νόημά της είναι κυριολεκτικό, αλλά υποδηλώνει επίσης ότι εκείνοι που δε δίνουν προσοχή στα βήματά τους δεν μπορούν να γνωρίσουν τον εαυτό τους και δεν ξέρουν πού πηγαίνει η ζωή τους. Ίσως ακούγεται υπερβολή, αλλά ένα τέτοιο μικροπραγματάκι μπορεί να έχει τεράστια σημασία για τον τρόπο ζωής.

Καλλιεργώντας αυτή τη συνήθεια, τα πάντα στη ζωή σας θα γίνουν με ανεξήγητο τρόπο καθαρότερα και ομαλότερα. Η ζωή σας θα ομορφύνει. Τέτοια είναι η ανθρώπινη φύση. Αρχικά, προσπαθήστε να στρέψετε την προσοχή σας στα πόδια σας. Ευθυγραμμίζοντας τα πόδια σας, κάνετε το επόμενο βήμα στην πορεία σας.

Μην παραιτείσαι…

Ήταν μια φορά μια κάμπια που είχε ερωτευτεί ένα λουλούδι.

Ήταν, οπωσδήποτε, ένας αδύνατος έρωτας, αλλά το έντομο δεν σκόπευε να αποπλανήσει το λουλούδι ούτε να κάνει σχέση μαζί του. Ούτε καν ήθελε να του μιλήσει για έρωτα. Ονειρευόταν μόνο να φτάσει μέχρι το λουλούδι και να του δώσει ένα φιλί. Μόνο ένα φιλί.

Κάθε πρωί και κάθε απόγευμα η κάμπια έβλεπε τον αγαπημένο της όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο μακριά. Κάθε νύχτα, ονειρευόταν πως τελικά τον έφτανε και τον φίλαγε.

Μια μέρα, η μικρή κάμπια αποφάσισε πως δεν μπορούσε να συνεχίσει να ονειρεύεται κάθε νύχτα το λουλούδι και να μην κάνει τίποτα για να πραγματοποιήσει το όνειρό της. Έτσι, θαρραλέα, ανακοίνωσε στους φίλους της τους σκαραβαίους, τα μυρμήγκια και τα σκουλήκια ότι θα σκαρφάλωνε στο κοτσάνι, για να φιλήσει το λουλούδι.

Όλοι συμφώνησαν πως είχε τρελαθεί, και οι περισσότεροι προσπάθησαν να τη μεταπείσουν, αλλά δεν υπήρχε τρόπος: η κάμπια σύρθηκε μέχρι τη ρίζα του μίσχου κι άρχισε την ανάβαση. Σκαρφάλωνε όλο το πρωί κι όλο το απόγευμα αλλά, όταν ο ήλιος κρύφτηκε, οι μύες της είχαν εξαντληθεί. «Θα περάσω τη νύχτα πιασμένη απ’ το μίσχο, κι αύριο θα συνεχίσω να ανεβαίνω. Είμαι πιο κοντά απ’ ό,τι χτες» σκέφτηκε, παρόλο που είχε ανέβει μόνο δέκα εκατοστά, ενώ το λουλούδι ήταν πάνω από ενάμισι μέτρο ψηλό. Ωστόσο, το χειρότερο είναι πως, ενώ η κάμπια κοιμόταν, το γλοιώδες και υγρό σώμα της γλίστρησε πάνω στο κοτσάνι και η κάμπια ξύπνησε εκεί ακριβώς απ’ όπου είχε ξεκινήσει μια μέρα πριν.

Η κάμπια κοίταξε προς τα πάνω και σκέφτηκε πως έπρεπε να κάνει διπλή προσπάθεια κατά τη διάρκεια της μέρας και να πιαστεί καλύτερα τη νύχτα. Οι καλές της προθέσεις δεν ωφέλησαν καθόλου. Κάθε μέρα η κάμπια σκαρφάλωνε, και κάθε νύχτα γλιστρούσε ξανά μέχρι κάτω. Ωστόσο, κάθε νύχτα, ενώ γλιστρούσε ασυναίσθητα, συνέχιζε να ονειρεύεται το ποθητό φιλί.

Οι φίλοι της της ζήτησαν να παραιτηθεί από το όνειρό της, ή να ονειρευτεί κάτι άλλο , αλλά η κάμπια υποστήριξε με λογική, ότι δεν μπορούσε να αλλάξει το όνειρο που έβλεπε ενώ κοιμόταν κι ότι, αν εγκατέλειπε τα όνειρά της, θα έπαυε να είναι αυτή που ήταν. Όλα συνεχίστηκαν έτσι για μέρες, μέχρι που ένα βράδυ…

Ένα βράδυ η κάμπια ονειρεύτηκε τόσο έντονα το λουλούδι, που τα όνειρά της μετατράπηκαν σε φτερά, και το πρωί η κάμπια ξύπνησε πεταλούδα, άπλωσε τα φτερά της, πέταξε μέχρι το λουλούδι και το φίλησε.

Μία μαύρη τρύπα γέννησε το σύμπαν μας;

Όταν σχηματίζεται μια μαύρη τρύπα, υπάρχει μια απίστευτη αλλά θεαματική ιδέα ότι γεννά ένα νέο, μωρό Σύμπαν. Εάν συμβαίνει αυτό, μπορεί να ρίξει ένα νέο φως στις δικές μας κοσμικές ρίζες, με συναρπαστικές συνέπειες για το τι μπορεί να συμβεί μέσα στις μαύρες τρύπες που το Σύμπαν μας έχει στη συνέχεια σχηματίσει.

Η γενική σχετικότητα του Αϊνστάιν αντικατέστησε τη βαρύτητα του Νεύτωνα, δείχνοντάς μας τη σχέση μεταξύ ύλης και ενέργειας και του ιστού του χωροχρόνου. Σύμφωνα με τις εξισώσεις του, το Σύμπαν δεν θα μπορούσε να είναι στατικό, αλλά πρέπει να αλλάζει με την πάροδο του χρόνου: ένα γεγονός που επιβεβαιώνεται με την ανακάλυψη του διαστελλόμενου Σύμπαντος. Η θεωρία του προέβλεψε επίσης την ύπαρξη μαύρων οπών, οι οποίες αργότερα ανακαλύφθηκαν, ανιχνεύθηκαν, ακόμη και απεικονίστηκαν πριν ένα χρόνο άμεσα.

Τόσο εντός όσο και εκτός του ορίζοντα γεγονότων (event horizon) μιας μαύρης τρύπας Schwarzschild (χωρίς φορτίο και ιδιοπεριστροφή), ο χώρος ρέει είτε ως κινούμενος διάδρομος είτε ως καταρράκτης, ανάλογα με το πώς θέλετε να τον απεικονίσετε. Στον ορίζοντα γεγονότων, ακόμη και αν τρέξετε με την ταχύτητα του φωτός, δεν θα υπήρχε υπέρβαση της ροής του χωροχρόνου, που σας μεταφέρει εντός της μοναδικότητας ή ιδιομορφίας στο κέντρο. Έξω από τον ορίζοντα, ωστόσο, άλλες δυνάμεις (όπως ο ηλεκτρομαγνητισμός) μπορούν συχνά να ξεπεράσουν την έλξη της βαρύτητας, προκαλώντας τη διαφυγή ακόμη και της εισερχόμενης ύλης

Το καθοριστικό χαρακτηριστικό μιας μαύρης τρύπας είναι η ύπαρξη ενός ορίζοντα γεγονότων: ένα όριο που λέει μια πολύ διαφορετική ιστορία για ένα αντικείμενο έξω από αυτό έναντι του εσωτερικού του. Εκτός του ορίζοντα γεγονότων της μαύρης τρύπας, οποιοδήποτε αντικείμενο θα βιώσει τα βαρυτικά του αποτελέσματα, καθώς ο χώρος θα κυρτωθεί από την παρουσία της μαύρης τρύπας, αλλά μπορεί ακόμα να ξεφύγει. Εάν κινείται αρκετά γρήγορα ή επιταχύνεται αρκετά γρήγορα στη σωστή κατεύθυνση, δεν θα πέσει απαραίτητα στη μαύρη τρύπα, αλλά θα μπορούσε να απελευθερωθεί από τη βαρυτική της επιρροή.

Μόλις ένα αντικείμενο διασχίσει στην άλλη πλευρά του ορίζοντα, ωστόσο, είναι καταδικασμένο να υπαχθεί στην κεντρική ιδιομορφία της μαύρης τρύπας. Λόγω του πόσο σοβαρά είναι ο ιστός του χωροχρόνου καμπυλωμένος μέσα σε μια μαύρη τρύπα, ένα αντικείμενο που θα εισέλθει θα φτάσει στην μοναδικότητα μέσα σε δευτερόλεπτα από το πέρασμα του ορίζοντα γεγονότων, αυξάνοντας τη μάζα της μαύρης τρύπας σε αυτή τη διαδικασία. Σε κάποιον που βρίσκεται έξω από τον ορίζοντα, η μαύρη τρύπα φαίνεται να αλλάζει, να κερδίζει μάζα και να μεγαλώνει με την πάροδο του χρόνου.

Μία από τις πιο σημαντικές συνεισφορές του Roger Penrose στη φυσική των μαύρων οπών είναι ότι έδειξε πώς ένα πραγματικό αντικείμενο στο Σύμπαν μας, όπως ένα αστέρι (ή οποιαδήποτε συλλογή ύλης), μπορεί να σχηματίσει έναν ορίζοντα γεγονότων και πώς όλη η ύλη που συνδέεται με αυτό θα συναντήσει αναπόφευκτα την κεντρική (singularity) μοναδικότητα.

Τι σχέση έχει όμως με το Σύμπαν μας; Εάν θέλετε να λάβετε όλες τις γνωστές, μετρήσιμες μορφές ύλης και ακτινοβολίας στο παρατηρήσιμο Σύμπαν, θα πρέπει να προσθέσετε όλα τα ακόλουθα: κανονική ύλη ή βαρυονική, κατασκευασμένη από πρωτόνια, νετρόνια και ηλεκτρόνια, νετρίνα, ένα σωματίδιο φάντασμα που σπάνια αλληλεπιδρά με την κανονική ύλη, σκοτεινή ύλη, η οποία κυριαρχεί στη μάζα του Σύμπαντος, αλλά έχει μέχρι τώρα αποφύγει να ανιχνευτεί άμεσα, φωτόνια, ή σωματίδια φωτός, που μεταφέρουν ενέργεια από κάθε ηλεκτρομαγνητικό συμβάν καθ' όλη την κοσμική ιστορία, και βαρυτικά κύματα, τα οποία δημιουργούνται κάθε φορά που μια μάζα κινείται και επιταχύνεται μέσω του κυρτού ιστού του χωροχρόνου.

Στα πιο απομακρυσμένα όρια που μπορούν να ανιχνεύσουν τα όργανα μας, μπορούμε να δούμε περίπου 46 δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά σε όλες τις κατευθύνσεις. Εάν προσθέσετε όλη την ενέργεια από όλες αυτές τις μορφές σε ολόκληρο το παρατηρήσιμο Σύμπαν, μπορείτε να φτάσετε σε μια ισοδύναμη «μάζα» για το Σύμπαν χρησιμοποιώντας την πιο διάσημη σχέση του Αϊνστάιν: E = mc².

Σε κοντινή απόσταση, τα αστέρια και οι γαλαξίες που βλέπουμε μοιάζουν πολύ με τα δικά μας. Αλλά καθώς κοιτάμε πιο μακριά, βλέπουμε το Σύμπαν όπως ήταν στο μακρινό παρελθόν: λιγότερο δομημένο, πιο ζεστό, νεότερο και λιγότερο εξελιγμένο. Η μέτρηση του Σύμπαντος σε διαφορετικές εποχές μας βοηθά να κατανοήσουμε όλες τις διαφορετικές μορφές ύλης και ενέργειας που υπάρχουν μέσα σε αυτό, συμπεριλαμβανομένων της φυσιολογικής ύλης, της σκοτεινής ύλης, των νετρίνων, των φωτονίων, των μαύρων οπών και των βαρυτικών κυμάτων.

Τότε, αν θέλετε, μπορείτε να κάνετε μια μάλλον βαθιά ερώτηση: εάν ολόκληρο το Σύμπαν συμπιεστεί σε ένα σημείο, τι θα συνέβαινε; Η απάντηση είναι η ίδια με την περίπτωση που συμπιέσατε οποιαδήποτε μεγάλη ποσότητα μάζας ή ενέργειας σε ένα σημείο: θα σχηματιστεί μια μαύρη τρύπα. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο για τη θεωρία της βαρύτητας του Αϊνστάιν είναι ότι εάν αυτή η συλλογή μάζας και / ή ενέργειας δεν είναι φορτισμένη (ηλεκτρικά) και δεν περιστρέφεται ή ιδιοπεριστρέφεται (δηλαδή, χωρίς γωνιακή ορμή), η συνολική ποσότητα μάζας είναι ο μόνος παράγοντας που καθορίζει πόσο μεγάλη είναι η μαύρη τρύπα: αυτό που οι αστροφυσικοί αποκαλούν την ακτίνα Schwarzschild.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η ακτίνα Schwarzschild μιας μαύρης τρύπας με τη μάζα όλης της ύλης στο παρατηρήσιμο Σύμπαν, είναι σχεδόν ακριβώς ίση με το παρατηρούμενο μέγεθος του ορατού Σύμπαντος! Αυτή η συνειδητοποίηση, από μόνη της, μοιάζει με μια αξιοσημείωτη σύμπτωση, εγείροντας το ερώτημα αν το Σύμπαν μας μπορεί στην πραγματικότητα να είναι ωσάν να κρύβεται στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας. Αλλά αυτή είναι μόνο η αρχή της ιστορίας. καθώς όπως πάμε βαθύτερα, τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο ενδιαφέροντα.

Όταν σχηματίζεται μια μαύρη τρύπα, η μάζα και η ενέργεια καταρρέουν σε μια μοναδικότητα. Ομοίως, η συνέχιση της παρέκτασης του επεκτεινόμενου Σύμπαντος προς τα πίσω οδηγεί σε μια μοναδικότητα όταν οι θερμοκρασίες, οι πυκνότητες και οι ενέργειες είναι αρκετά υψηλές. Θα μπορούσαν να συνδεθούν αυτά τα δύο φαινόμενα;

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, έγινε μια ανακάλυψη που έφερε επανάσταση στην ιδέα μας για το Σύμπαν: ένα ομοιόμορφο, πανκατευθυντικό λουτρό χαμηλής ενέργειας (μικροκυματικής) ακτινοβολίας εμφανίστηκε να έρχεται από όλες τις τοποθεσίες στον ουρανό. Αυτή η ακτινοβολία είχε την ίδια θερμοκρασία προς όλες τις κατευθύνσεις, που τώρα βρέθηκε να είναι 2,725 K, μόλις μερικούς βαθμούς πάνω από το απόλυτο μηδέν. Η ακτινοβολία είχε ένα σχεδόν τέλεια φάσμα μέλανος σώματος, σαν να είχε μία θερμή προέλευση και φάνηκε όμοια με 1-μέρος-προς-30.000 ανεξάρτητα από το πού κοιτάξατε στον ουρανό.

Αυτή η ακτινοβολία – αρχικά ονομάστηκε αρχέγονη πύρινη βολίδα και τώρα είναι γνωστή ως κοσμικό υπόβαθρο μικροκυμάτων CMB – έκρυβε κρίσιμες αποδείξεις ότι το Σύμπαν μας επεκτείνεται και ψύχεται, επειδή ήταν πιο ζεστό και πιο πυκνό στο παρελθόν. Όσο πιο μακριά πίσω πάμε, τόσο μικρότερα, πιο ομοιόμορφα και πιο συμπαγή ήταν τα πράγματα. Πηγαίνοντας πίσω, αυτή η εικόνα του καυτού Big Bang φαίνεται να πλησιάζει σε μια μοναδικότητα, την ίδια κατάσταση που βρίσκεται στα κεντρικά εσωτερικά των μαύρων οπών: μια τοποθεσία όπου οι πυκνότητες, οι θερμοκρασίες και οι ενέργειες είναι τόσο ακραίες που καταρρέουν οι ίδιοι οι νόμοι της φυσικής.

Όταν η ύλη καταρρεύσει, αναπόφευκτα μπορεί να σχηματίσει μια μαύρη τρύπα. Ο Penrose ήταν ο πρώτος που επεξεργάστηκε τη φυσική του χωροχρόνου, που ισχύει για όλους τους παρατηρητές σε όλα τα σημεία του διαστήματος και σε όλες τις στιγμές του χρόνου, που διέπουν ένα σύστημα όπως αυτό. Η σύλληψή του είναι το χρυσό πρότυπο στη Γενική Σχετικότητα από τότε

Όταν κοιτάζετε τις εξισώσεις που διέπουν μια μαύρη τρύπα, υπάρχει κάτι αξιοσημείωτο που συμβαίνει επίσης. Εάν ξεκινήσετε λίγο έξω από τον ορίζοντα γεγονότων και ξεφύγετε σε μια άπειρη απόσταση μακριά από τη μαύρη τρύπα, θα διαπιστώσετε ότι η απόσταση σας (r) πηγαίνει από το R, την ακτίνα Schwarzschild, στο άπειρο: ∞. Από την άλλη πλευρά, εάν ξεκινήσετε ακριβώς μέσα από τον ορίζοντα γεγονότων και παρακολουθείτε την απόσταση σας από τη κεντρική μοναδικότητα, θα βρείτε ότι η ίδια απόσταση (r) αντίθετα πηγαίνει από το R, την ακτίνα Schwarzschild, στο μηδέν: 0.

Μεγάλη ομοιότητα, σωστά;

Όχι, στην πραγματικότητα είναι μια μεγάλη υπόθεση, για τον ακόλουθο λόγο: εάν εξετάσετε όλες τις ιδιότητες του χώρου έξω από τον ορίζοντα της μαύρης τρύπας, από το R έως το ∞ και τις συγκρίνετε με όλες τις ιδιότητες του χώρου μέσα στον ορίζοντα γεγονότων της μαύρης τρύπας , από R έως 0, είναι πανομοιότυπες σε κάθε σημείο. Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να αντικαταστήσετε την απόσταση, r, με την 1/r (ή, ακριβέστερα, να αντικαταστήσετε όλες τις εμφανίσεις του r/R με R/r) και θα διαπιστώσετε ότι το εσωτερικό της μαύρης τρύπας είναι μαθηματικά πανομοιότυπο με το εξωτερικό της μαύρης τρύπας. Είναι ενδιαφέρον ότι η μαθηματική δομή του εσωτερικού μιας μαύρης τρύπας είναι ισοδύναμη με τη μαθηματική δομή του χώρου έξω από τον ορίζοντα γεγονότων.

Καθώς η κατανόησή μας για το Σύμπαν έχει βελτιωθεί και βελτιωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, δύο νέες ανακαλύψεις έπληξαν τα θεμέλια της κοσμολογίας. Ο πρώτος ήταν ο κοσμικός πληθωρισμός: αντί να προκύπτει το σύμπαν από μια ιδιομορφία (μοναδικότητα), τώρα φαίνεται ότι το Σύμπαν δημιουργήθηκε από μια γρήγορη, αδυσώπητη κατάσταση σταθερής, εκθετικής διαστολής (πληθωρισμός) που προηγήθηκε του καυτού Big Bang. Είναι σαν να υπήρχε κάποιο είδος πεδίου που παρείχε μια ενέργεια εγγενή στον ίδιο το χώρο, κάνοντας το Σύμπαν να διογκωθεί τρομερά και μόνο όταν τελείωσε ο πληθωρισμός ξεκίνησε το καυτό Big Bang.

Το δεύτερο ήταν η σκοτεινή ενέργεια: καθώς το Σύμπαν επεκτείνεται και γίνεται λιγότερο πυκνό, οι απόμακροι γαλαξίες αρχίζουν να υποχωρούν από εμάς με επιταχυνόμενο ρυθμό. Για άλλη μια φορά – αν και με πολύ μικρότερο μέγεθος – το Σύμπαν συμπεριφέρεται σαν να υπάρχει κάποιο είδος ενέργειας που είναι εγγενές στον ίδιο το χώρο, αρνούμενο να αραιωθεί ακόμη και όταν συνεχίζεται η επέκταση του χώρου. Για όσο διάστημα ο πληθωρισμός και η σκοτεινή ενέργεια υπήρχαν, οι άνθρωποι εικάζουν ότι μπορεί να υπάρχει μία σύνδεση μεταξύ τους.

Κατά τα πρώτα στάδια του Σύμπαντος, δημιουργήθηκε μια πληθωριστική περίοδος και προκάλεσε το γνωστό καυτό Big Bang. Σήμερα, δισεκατομμύρια χρόνια αργότερα, η σκοτεινή ενέργεια προκαλεί την επιτάχυνση της διαστολής του Σύμπαντος. Αυτά τα δύο φαινόμενα έχουν πολλά κοινά πράγματα, και μπορεί ακόμη και να συνδεθούν, πιθανώς να σχετίζονται με τη δυναμική των μαύρων οπών

Τι θα μπορούσε να είναι αυτή η σύνδεση;

Για άλλη μια φορά, οι μαύρες τρύπες θα μπορούσαν να είναι η απάντηση. Οι μαύρες τρύπες κερδίζουν μάζα καθώς το υλικό πέφτει μέσα τους και αποσυντίθεται, χάνοντας μάζα, μέσω της ακτινοβολίας Hawking. Καθώς αλλάζει το μέγεθος του ορίζοντα γεγονότων, είναι πιθανό αυτό να αλλάξει την «ενέργεια» που είναι εγγενής στον ιστό του χώρου σε έναν παρατηρητή που βρίσκεται μέσα στον ορίζοντα γεγονότων; Είναι πιθανό ότι αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως κοσμικός πληθωρισμός να σηματοδοτεί τη δημιουργία του Σύμπαντός μας από μια υπερμεγέθη μαύρη τρύπα; Είναι πιθανό η σκοτεινή ενέργεια να συνδέεται κάπως και με τις μαύρες τρύπες;

Και αυτό σημαίνει ότι, καθώς έχουν σχηματιστεί αστροφυσικές μαύρες τρύπες στο Σύμπαν μας, ότι η κάθε μία να δημιουργεί το δικό του «βρεφικό Σύμπαν» κάπου μέσα του; Αυτές οι εικασίες υπάρχουν εδώ και πολλές δεκαετίες, αλλά χωρίς οριστικό ή αποδεικτικό συμπέρασμα. Παρ ‘όλα αυτά, πολλά μοντέλα και ιδέες αφθονούν, και αυτή η σκέψη συνεχίζει να είναι συναρπαστική σε πολλούς που ερευνούν τις μαύρες τρύπες, τη θερμοδυναμική και την εντροπία, τη Γενική Σχετικότητα και την αρχή και το τέλος του Σύμπαντος.

Για περίπου 10 χρόνια, ο Roger Penrose διακηρύσσει εξαιρετικά αμφίβολους ισχυρισμούς ότι το Σύμπαν εμφανίζει στοιχεία για μια ποικιλία χαρακτηριστικών που συνάδουν με την άποψη ότι το Σύμπαν μας να συγκρούεται και να «συντρίβεται» όπως συνέβη πριν από το Big Bang. Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν είναι ισχυρά και δεν επαρκούν για την υποστήριξη των ισχυρισμών του Penrose.

Δυστυχώς, κάθε φυσικό μοντέλο που παρουσιάστηκε – τουλάχιστον μέχρι τώρα – δεν κατάφερε να κάνει μοναδικές προβλέψεις που μπορούν να κάνουν τα ακόλουθα τρία πράγματα.

Να αναπαράγει όλες τις επιτυχίες, όπως τα φαινόμενα που έχουν ήδη παρατηρηθεί, και που έχουμε ήδη επιτυχώς αντιληφθεί με επιτυχία, το πληθωριστικό Big Bang.

Να εξηγήσει ή / και να λάβει υπόψη τα παρατηρούμενα φαινόμενα που η επικρατούσα θεωρία δεν μπορεί.

Να κάνει νέες προβλέψεις που να διαφέρουν από αυτές που προβλέπονται από το τρέχον κορυφαίο μοντέλο, τις οποίες μπορούμε στη συνέχεια να βγούμε και να δοκιμάσουμε.

Ίσως η πιο διάσημη απόπειρα σε αυτό είναι η Σύμφωνη Κυκλική Κοσμολογία (CCC) του Roger Penrose, η οποία κάνει μια μοναδική πρόβλεψη που διαφέρει από το τυπικό κοσμολογικό μοντέλο: την ύπαρξη σημείων Hawking ή κύκλους ασυνήθιστα χαμηλής διακύμανσης θερμοκρασίας στο κοσμικό υπόβαθρο μικροκυμάτων. Δυστυχώς, αυτά τα χαρακτηριστικά που λέει ο Penrose δεν εμφανίζονται ισχυρά στα δεδομένα, υποβιβάζοντας έτσι την ιδέα ότι το Σύμπαν μας γεννήθηκε από μια μαύρη τρύπα – και η ιδέα ότι οι μαύρες τρύπες δημιουργούν μωρά Σύμπαντα – μία ιδέα καθαρά σκεπτικιστική.

Υπάρχουν πολλά πράγματα για να αρέσει η ιδέα ότι υπάρχει μια σύνδεση μεταξύ των μαύρων οπών και της γέννησης του Σύμπαντος, τόσο από φυσική όσο και από μαθηματική άποψη. Είναι πιθανό ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ της γέννησης του Σύμπαντος μας και της δημιουργίας μιας εξαιρετικά τεράστιας μαύρης τρύπας από ένα Σύμπαν που υπήρχε πριν από το δικό μας. είναι πιθανό ότι κάθε μαύρη τρύπα που έχει δημιουργηθεί στο Σύμπαν μας έχει δημιουργήσει ένα νέο Σύμπαν μέσα σε αυτό.

Αυτό που λείπει, δυστυχώς, είναι το βασικό βήμα μιας μοναδικά αναγνωρίσιμης αποδεικτικής υπογραφής που θα μπορούσε να μας πει εάν συμβαίνει αυτό ή όχι. Αυτό είναι ένα από τα πιο δύσκολα βήματα για οποιονδήποτε θεωρητικό φυσικό: να προσδιορίσουμε το αποτύπωμα μιας νέας ιδέας στο παρατηρήσιμο Σύμπαν μας, διακρίνοντας αυτήν τη νέα ιδέα από την παλιά επικρατούσα ιδέα. Μέχρι να κάνουμε με επιτυχία αυτό το βήμα, πιθανότατα θα συνεχιστούν οι εργασίες για αυτές τις ιδέες, αλλά θα παραμείνουν μόνο σκεπτικιστικές υποθέσεις. Δεν ξέρουμε αν το Σύμπαν μας γεννήθηκε με τη δημιουργία μιας μαύρης τρύπας, αλλά σε αυτό το σημείο, είναι μια δελεαστική πιθανότητα να είμαστε ανόητοι να το αποκλείσουμε.

Ζήνων ο Ελεάτης-Hegel: Διαλεκτική

Ζήνων ο Ελεάτης: περ. 490-445 π.Χ.

§ 1. Εισαγωγικές επισημάνσεις

Ι. Ποιος ήταν ο Ζήνων από την Ελέα; Ήταν ο κατ’ εξοχήν ταλαντούχος μαθητής του Παρμενίδη, του πρώτου στοχαστή της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας που διατύπωσε τη θεωρία του Είναι και άνοιξε τον δρόμο στην οντολογική κατανόηση του συμπαντικού κόσμου. Η μεταξύ τους φιλοσοφική προσέγγιση ήταν τόσο στενή, ώστε να μοιάζει πως υπήρξε πράξη υιοθεσίας ανάμεσά τους[1], όπως λέει εμφατικά ο Burnet, μεθ-ερμηνεύοντας τη φράση του Σοφιστή του Πλάτωνα: «τον του πατρός Παρμενίδου λόγον». Με τα επιχειρήματά του ο Ζήνων επιχείρησε να στηρίξει την οντολογία του Παρμενίδη. Τα επιχειρήματα αυτά αποτελούν ένα είδος έμμεσων αποδείξεων.

ΙΙ. Ο Hegel μιλάει ως εξής για τον Ζήνωνα:

«Η χαρακτηριστική ιδιαιτερότητα του Ζήνωνα είναι η διαλεκτική. Είναι ο αριστοτέχνης της ελεατικής Σχολής, στον οποίο η καθαρή σκέψη μετουσιώνεται σε εσωτερική κίνηση της έννοιας, σε καθαρή ψυχή της επιστήμης. ‒είναι ο πρωτεργάτης της διαλεκτικής. Τουτέστι: στους Ελεάτες μέχρι τώρα συναντήσαμε μόνο την πρόταση: “το Μηδέν δεν έχει καμιά πραγματικότητα, διόλου δεν υπάρχει, και ό,τι είναι η γένεση και η φθορά εκπίπτει”. Αντίθετα, στον Ζήνωνα βλέπουμε τόσο την οντοθεσία όσο και την αναίρεση αυτού που αντιφάσκει σε τούτη την οντοθεσία· συγχρόνως βλέπουμε πως η απαρχή δεν γίνεται με τούτο τον ισχυρισμό αλλά με τον κατανοητικό Λόγο (Vernunft), ‒στο μεταξύ καταδείχνεται πως εκείνο που οντο-τίθεται [=τίθεται ως ον-είναι θέσει ον] αδιατάρακτα εκμηδενίζεται εσωτερικά, αυτο-αποσυντίθεται»[2].

§2. Η διαλεκτική μέθοδος του Ζήνωνα

Ι. Σύμφωνα με τον Hegel, ενώ η φιλοσοφία του Ζήνωνα, κατά τον θετικό της χαρακτήρα και κατά το περιεχόμενο, είναι η ίδια με εκείνη του Ξενοφάνη και του Παρμενίδη, διαφέρει μεθοδολογικά: οι επί μέρους στιγμές-αναπτύξεις και οι αντιθέσεις εκφράζονται ως έννοιες και ως δια-νοήματα[3]. Βασικό μεθοδολογικό στοιχείο είναι η απόδειξη δια της εις άτοπον απαγωγής: Τι σημαίνει η εις άτοπον απαγωγή; Σημαίνει καθ’ υπόθεση λήψη μιας θέσης ως αληθούς, με σκοπό να δειχθεί το αβάσιμό της εν ονόματι των απαράδεκτων συμπερασμάτων που προκύπτουν λογικά απ’ αυτήν. Ξεκινά από τις θέσεις των αντιπάλων της θεωρίας του Παρμενίδη. Αυτές οι θέσεις παίζουν ρόλο προκείμενων στο συλλογισμό του Ζήνωνα.

ΙΙ. Οι αντίπαλες θέσεις είναι:

α) υπάρχει πολλαπλότητα πραγμάτων και κίνηση του όντος.
β) το ον είναι διαιρετό.

– Ξεκινώντας απ’ αυτές τις θέσεις ο Ζήνων καταλήγει σε αντιφατικά συμπεράσματα ή σε «παράδοξα».
– Αυτά τα συμπεράσματα και τα «παράδοξα» στρέφονται κατά της πολλαπλότητας και της κίνησης του όντος. Το ερώτημα για το Είναι ο Ζήνων το μεθερμηνεύει [το μετατρέπει] σε ερώτημα για τα «σήματα» του όντος. Το ον ως τέτοιο περιπίπτει σε λήθη. Π.χ. στο απόσπασμα: «αν το ον δεν είχε μέγεθος ...μέγεθος και πάχος» το ον παρουσιάζεται να έχει μέγεθος. Αυτό παραπέμπει στο «σήμα» μέγεθος του όντος και όχι σε κάποια πολλαπλότητα. Έτσι παρατηρείται ένα ασύμβατο ανάμεσα στην πολλαπλότητα και το Είναι.

§3. Επιχειρήματα κατά της πολλαπλότητας

Ι. Για να επιχειρηματολογήσει ο Ζήνων κατά της πολλαπλότητας εξετάζει την ύπαρξη των πραγμάτων, δηλαδή τα όντα, ως προς το μέγεθος[4] και ως προς τον αριθμό[5] τους.

α) Ως προς το μέγεθος:

Παράδειγμα με τα πράγματα: αν δεχθούμε ότι υπάρχουν πολλά πράγματα, τότε αυτά πρέπει να έχουν διάφορα μεγέθη: να είναι μεγάλα και μικρά. Μεγάλα τόσο, ώστε να είναι άπειρα στο μέγεθος, δηλαδή να έχουν άπειρο μέγεθος. Μικρά τόσο, ώστε να μην έχουν καθόλου μέγεθος, δηλαδή να είναι μηδέν. Το μηδέν όμως δεν είναι πράγμα. Επομένως, αν δεχθούμε την ύπαρξη των πραγμάτων, δηλαδή την πολλαπλότητά τους, τότε αυτά πρέπει να έχουν άπειρο μέγεθος, αφού δεν μπορούν να υπάρχουν ως μηδέν. Το ίδιο και με την πραγματικότητα:

αν αυτή είναι πολλαπλό σύνολο, τούτο συνεπάγεται ότι αυτή αποτελείται από μέρη. Αν τα μέρη διαιρεθούν ως το έσχατο σημείο, γίνονται μονάδες χωρίς μέγεθος, άρα παύουν να είναι μέρη, δηλαδή δεν είναι σύνολα μονάδων. Συμπέρασμα: αν τα πράγματα είναι πολλά, είναι αναγκαστικά μικρά και μεγάλα. Μικρά σημαίνει ότι είναι μονάδες χωρίς μέγεθος και μεγάλα σημαίνει ότι είναι σε τέτοιο βαθμό που να καταλήγουν να είναι άπειρα. Ανασκευή: επειδή τα παραπάνω σχετικά (μικρά και μεγάλα) αποκλείονται, η αρχική υπόθεση της πολλαπλότητας των πραγμάτων ανασκευάζεται.

ΙΙ. β) Ως προς τον αριθμό:

Αν τα πράγματα είναι πολλά, ο αριθμός τους πρέπει να είναι πεπερασμένος. Γιατί; Επειδή τα πράγματα κατά τον αριθμό είναι τόσα όσα υπάρχουν: ούτε λιγότερα ούτε περισσότερα. Ταυτόχρονα όμως, αν τα πράγματα είναι πολλά, σημαίνει ότι κατά τον αριθμό είναι όχι μόνο πεπερασμένα, σύμφωνα με την παραπάνω συλλογιστική, αλλά και άπειρα σύμφωνα με την εξής συλλογιστική: πολλά κατά τον αριθμό σημαίνει ότι ανάμεσα τους υπάρχουν άλλα και άλλα ανάμεσα σε τούτα τα άλλα κ.ο.κ. ως το άπειρο. Η υπόθεση συνεπώς ότι η πραγματικότητα είναι ένα πεπερασμένο σύνολο πραγμάτων αίρεται, γιατί με την ίδια λογική μπορεί να αποδειχθεί ή να ανασκευασθεί η απειρότητά τους. Το πεπερασμένο και το άπειρο του αριθμού των πραγμάτων δεν μπορεί να ισχύει ταυτόχρονα: δεν αληθεύουν και τα δύο. Γι’ αυτό το λόγο αποκλείονται και τα δύο. Και με τον αποκλεισμό αυτό αποκλείεται συγχρόνως και η «διχοτομία» του όντος.

§4. Επιχειρήματα κατά της κίνησης[6]

Ι. α) Το παράδοξο του σταδίου ή της διχοτομίας

Η κίνηση είναι αδύνατη, κατά τον Ζήνωνα. Γιατί; Επειδή ένα κινούμενο σώμα, π.χ. ένας δρομέας, προτού φτάσει στο τέρμα του σταδίου, πρέπει κατ’ αρχήν να έχει διανύσει τη μισή απόσταση. Προτού ωστόσο διανύσει τη μισή απόσταση, πρέπει να έχει διανύσει το μισό διάστημα της μισής απόστασης κ.ο.κ. ως το άπειρο. Τι δείχνει αυτό; Δείχνει ότι ένας χώρος, που αποτελείται από άπειρη σειρά σημείων, είναι αδύνατο να διανυθεί σε πεπερασμένο χρόνο. Ο Ζήνων λαμβάνει ως προϋπόθεση ότι ο χώρος είναι ως το άπειρο διαιρετός και πως μια ορισμένη έκταση ορίζεται από άπειρη σειρά σημείων. Για να ολοκληρώσει έτσι ο δρομέας τη διαδρομή πρέπει να διανύσει μια άπειρη σειρά σημείων. Σε τούτη την άπειρη σειρά δεν υπάρχει πρώτος όρος και ο δρομέας, κατά το παράδοξο αυτό, δεν μπορεί να ξεκινήσει. Η κίνηση συνεπάγεται λογικές δυσχέρειες, που την καθιστούν προβληματική in mente [= στο νου].

ΙΙ. β) Το παράδοξο του Αχιλλέα

Ένα σώμα ταχύτατο, ας πούμε ο Αχιλλέας, δεν μπορεί να φτάσει ποτέ ένα βραδύτερο σώμα, π.χ. μια χελώνα, που κινείται μπροστά του. Γιατί; Επειδή η χελώνα, ως προπορευόμενο κινούμενο σώμα, χωρίζεται από το άλλο κινούμενο σώμα, τον Αχιλλέα, με άπειρες υποδιαιρέσεις του διαστήματος, τις οποίες ο Αχιλλέας δεν μπορεί να καλύψει. Υποθετικά, ο Αχιλλέας είναι χίλιες φορές ταχύτερος από την χελώνα, η δε τελευταία, κατά τη στιγμή της εκκίνησης, προηγείται του Αχιλλέα κατά 10.000 μέτρα. Όταν ο Αχιλλέας θα έχει διανύσει 10.000, η χελώνα θα προηγείται του Αχιλλέα κατά δέκα μέτρα. Όταν ο Αχιλλέας καλύψει την απόσταση των δέκα μέτρων, η χελώνα πάλι θα προηγείται κατά 1 εκ. κ.ο.κ. ως το άπειρο.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, το παράδοξο του Αχιλλέα δεν διαφέρει από εκείνο της διχοτομίας. Η μόνη διαφορά ανάμεσα στα δύο παράδοξα είναι ότι στο δεύτερο του Αχιλλέα τα μεσοδιαστήματα των δύο σωμάτων δεν διχοτομούνται ως το άπειρο, αλλά υποδιαιρούνται σε υποδιαστήματα ως το άπειρο. Λογικές δυσχέρειες [ή αντιφάσεις] συνεπάγεται η κίνηση και στο παράδοξο του Αχιλλέα: από τη μια η παρατήρηση δείχνει πως ο Αχιλλέας φτάνει τη χελώνα, από την άλλη όμως ο λόγος φαίνεται να αποδεικνύει το αντίθετο, δηλαδή δεν την φτάνει. Η προκείμενη έτσι: η κίνηση του όντος είναι δυνατή –αυτή είναι η θέση των αντιπάλων του Παρμενίδη που θέλει να καταρρίψει ο Ζήνων– συνεπάγεται μια αντιφατικότητα, από την οποία προκύπτει η αλήθεια της θέσης του Παρμενίδη περί ακινησίας του όντος.

ΙV. γ) Το παράδοξο του βέλους

Ένα βέλος, που φαίνεται ότι κινείται, σε κάθε χρονική στιγμή, σε κάθε χρονική στιγμή καλύπτει χώρο ίσο με τις διαστάσεις του και εντός αυτού του χώρου μένει ακίνητο. Η υποτιθέμενη διαδρομή του βέλους αποτελείται από τμήματα του χώρου που είναι ίσα προς τις διαστάσεις του. Από εδώ προκύπτει ότι το βέλος ηρεμεί [ή είναι ακίνητο] σε κάθε χρονική στιγμή, η οποία αντιστοιχεί σε κάθε τέτοιο τμήμα του χώρου. Τι σημαίνει αυτό; Πως το βέλος βρίσκεται πάντοτε σε ακινησία μέσα σε όλο το χώρο και καθ’ όλο το χρόνο. Σε όλο το χώρο, γιατί αυτός εδώ συντίθεται από μέρη ίσα κάθε φορά με τις διαστάσεις του βέλους. Και καθ’ όλο το χρόνο, γιατί αυτός εδώ συντίθεται από τις αντίστοιχες στιγμές, οι οποίες δεν έχουν διάρκεια και είναι αδιαίρετες και εντός των οποίων αναγκαστικά βρίσκεται το κινούμενο βέλος.

V. Ποια είναι η βάση αυτού του επιχειρήματος;

Είναι η προκείμενη, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ότι ο χρόνος συντίθεται από αδιαίρετες στιγμές χωρίς διάρκεια. Η πιο πάνω θέση είναι σύμφωνη με τη θέση του Παρμενίδη ότι το ον «ούτε ήταν ποτέ ούτε θα είναι, γιατί τώρα είναι όλο μαζί». Δηλαδή το ον ή ένα πράγμα μπορεί να θεωρείται μόνο ότι είναι [=αδιαίρετος χρόνος] και όχι ότι υπήρξε ή θα υπάρχει [=χρόνος χωρίς διάρκεια]. Στο παράδοξο του βέλους, εάν γίνει αποδεκτό ότι υπάρχει κίνηση, τότε το βέλος θα υπάρχει σε έναν τόπο και δεν θα υπάρχει συγχρόνως. Λαμβάνοντας λοιπόν ως προϋπόθεση ότι ο χρόνος έχει ατομική δομή, δεν μπορεί να καθίσταται καταληπτή η κίνηση εν γένει, το γίγνεσθαι. Σημαντική είναι η ιδέα του Ζήνωνα ότι ο χώρος και ο χρόνος συντίθενται από αδιαίρετα minima, γιατί προετοιμάζει τη γένεση της ατομικής θεωρίας.

§5. Γενικότερη σημασία του επιχειρήματος του Ζήνωνα

Ο λόγος αυτονομείται, δηλαδή παύει να υπηρετεί το Είναι. Το Είναι μεθερμηνεύεται ως εν και λειτουργεί ως ελεγκτική διαλεκτική. Αυτή η διαλεκτική προετοιμάζει τη μετάβαση στη σοφιστική ρητορική και την οντολογία. Από το είναι ο λόγος στρέφεται στην αντίθεση του ενός και των πολλών. Δια της εις άτοπον απαγωγής, ο λόγος δείχνει ότι θεμελιώδη δόγματα του κοινού νου, π.χ. ότι υπάρχει πολλαπλότητα και κίνηση, εμπεριέχουν αντίφαση ή οδηγούν σε μια πρόοδο ως το άπειρο. Ο λόγος δεν είναι πλέον προσδεδεμένος στο Είναι και διαμάχεται παρά πάντα τα λεγόμενα, δηλαδή αντιμάχεται την communis opinion [=την κοινή γνώμη] στις ποικίλες εκδοχές της. Επίσης ο λόγος, αποχωριζόμενος από το Είναι, ανακαλύπτει μέσα του το πεδίο της αλήθειας υπό τον χαρακτήρα της επιχειρηματολογίας που αυτο-θεμελιώνεται. Ερέθισμα για βαθύτερη έρευνα στα μαθηματικά και στη φυσική θεωρία αποτέλεσαν το πρόβλημα του συνεχούς και της διαιρετότητας συνεχών μεγεθών. Αυτό το πρόβλημα παίζει σημαντικό ρόλο στα «παράδοξα» του Ζήνωνα. Σε κάθε περίπτωση κύριος σκοπός των επιχειρημάτων του Ζήνωνα είναι να στηρίξουν τις βασικές θέσεις της οντολογίας του Παρμενίδη. Η όλη επιχειρηματολογία του Ζήνωνα διακρίνεται για λογική σαφήνεια. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης τον θεώρησε θεμελιωτή της Διαλεκτικής, ενώ παρόμοια περίπου αντήχησε και ο λόγος του Hegel μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας:

«Ο Ζήνων συνέλαβε τους καθορισμούς, που περιέχει η παράστασή μας για τον χώρο και τον χρόνο· είχε συναίσθηση και γνώση αυτών και κατέδειξε τον αντιφατικό τους χαρακτήρα… Το γενικό στοιχείο της διαλεκτικής, η γενική πρόταση της ελεατικής σχολής ήταν: “το αληθές είναι μόνο το Ένα, όλα τα άλλα είναι αναληθή” … Το νόημα της διαλεκτικής του Ζήνωνα έχει μεγαλύτερη αντικειμενικότητα από τη σύγχρονη διαλεκτική»[7].
-----------------------------
[1] Hegel: Vorlesungen über die Geschichte der Philosophie I, W 18, σ. 295.
[2] Hegel, ό.π.
[3] Ό.π., σ. 297.
[4]Hegel, ό.π., σσ. 304 κ.εξ.
[5] Ό.π.
[6] Ό.π., σσ. 305 κ.εξ.
[7] Ό.π., σσ. 317-318.

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (486a-487d)

[486a] Καὶ μήν που καὶ τόδε δεῖ σκοπεῖν, ὅταν κρίνειν μέλλῃς φύσιν φιλόσοφόν τε καὶ μή.Τὸ ποῖον;
Μή σε λάθῃ μετέχουσα ἀνελευθερίας· ἐναντιώτατον γάρ που σμικρολογία ψυχῇ μελλούσῃ τοῦ ὅλου καὶ παντὸς ἀεὶ ἐπορέξεσθαι θείου τε καὶ ἀνθρωπίνου.
Ἀληθέστατα, ἔφη.
Ἧι οὖν ὑπάρχει διανοίᾳ μεγαλοπρέπεια καὶ θεωρία παντὸς μὲν χρόνου, πάσης δὲ οὐσίας, οἷόν τε οἴει τούτῳ μέγα τι δοκεῖν εἶναι τὸν ἀνθρώπινον βίον;
Ἀδύνατον, ἦ δ᾽ ὅς.
[486b] Οὐκοῦν καὶ θάνατον οὐ δεινόν τι ἡγήσεται ὁ τοιοῦτος;
Ἥκιστά γε.
Δειλῇ δὴ καὶ ἀνελευθέρῳ φύσει φιλοσοφίας ἀληθινῆς, ὡς ἔοικεν, οὐκ ἂν μετείη.
Οὔ μοι δοκεῖ.
Τί οὖν; ὁ κόσμιος καὶ μὴ φιλοχρήματος μηδ᾽ ἀνελεύθερος μηδ᾽ ἀλαζὼν μηδὲ δειλὸς ἔσθ᾽ ὅπῃ ἂν δυσσύμβολος ἢ ἄδικος γένοιτο;
Οὐκ ἔστιν.
Καὶ τοῦτο δὴ ψυχὴν σκοπῶν φιλόσοφον καὶ μὴ εὐθὺς νέου ὄντος ἐπισκέψῃ, εἰ ἄρα δικαία τε καὶ ἥμερος ἢ δυσκοινώνητος καὶ ἀγρία.
Πάνυ μὲν οὖν.
[486c] Οὐ μὴν οὐδὲ τόδε παραλείψεις, ὡς ἐγᾦμαι.
Τὸ ποῖον;
Εὐμαθὴς ἢ δυσμαθής. ἢ προσδοκᾷς ποτέ τινά τι ἱκανῶς ἂν στέρξαι, ὃ πράττων ἂν ἀλγῶν τε πράττοι καὶ μόγις σμικρὸν ἀνύτων;
Οὐκ ἂν γένοιτο.
Τί δ᾽ εἰ μηδὲν ὧν μάθοι σῴζειν δύναιτο, λήθης ὢν πλέως; ἆρ᾽ ἂν οἷός τ᾽ εἴη ἐπιστήμης μὴ κενὸς εἶναι;
Καὶ πῶς;
Ἀνόνητα δὴ πονῶν οὐκ οἴει ἀναγκασθήσεται τελευτῶν αὑτόν τε μισεῖν καὶ τὴν τοιαύτην πρᾶξιν;
Πῶς δ᾽ οὔ;
[486d] Ἐπιλήσμονα ἄρα ψυχὴν ἐν ταῖς ἱκανῶς φιλοσόφοις μή ποτε ἐγκρίνωμεν, ἀλλὰ μνημονικὴν αὐτὴν ζητῶμεν δεῖν εἶναι.
Παντάπασι μὲν οὖν.
Ἀλλ᾽ οὐ μὴν τό γε τῆς ἀμούσου τε καὶ ἀσχήμονος φύσεως ἄλλοσέ ποι ἂν φαῖμεν ἕλκειν ἢ εἰς ἀμετρίαν.
Τί μήν;
Ἀλήθειαν δ᾽ ἀμετρίᾳ ἡγῇ συγγενῆ εἶναι ἢ ἐμμετρίᾳ;
Ἐμμετρίᾳ.
Ἔμμετρον ἄρα καὶ εὔχαριν ζητῶμεν πρὸς τοῖς ἄλλοις διάνοιαν φύσει, ἣν ἐπὶ τὴν τοῦ ὄντος ἰδέαν ἑκάστου τὸ αὐτοφυὲς εὐάγωγον παρέξει.
Πῶς δ᾽ οὔ;
[486e] Τί οὖν; μή πῃ δοκοῦμέν σοι οὐκ ἀναγκαῖα ἕκαστα διεληλυθέναι καὶ ἑπόμενα ἀλλήλοις τῇ μελλούσῃ τοῦ ὄντος ἱκανῶς τε καὶ τελέως ψυχῇ μεταλήψεσθαι;
[487a] Ἀναγκαιότατα μὲν οὖν, ἔφη.
Ἔστιν οὖν ὅπῃ μέμψῃ τοιοῦτον ἐπιτήδευμα, ὃ μή ποτ᾽ ἄν τις οἷός τε γένοιτο ἱκανῶς ἐπιτηδεῦσαι, εἰ μὴ φύσει εἴη μνήμων, εὐμαθής, μεγαλοπρεπής, εὔχαρις, φίλος τε καὶ συγγενὴς ἀληθείας, δικαιοσύνης, ἀνδρείας, σωφροσύνης;
Οὐδ᾽ ἂν ὁ Μῶμος, ἔφη, τό γε τοιοῦτον μέμψαιτο.
Ἀλλ᾽, ἦν δ᾽ ἐγώ, τελειωθεῖσι τοῖς τοιούτοις παιδείᾳ τε καὶ ἡλικίᾳ ἆρα οὐ μόνοις ἂν τὴν πόλιν ἐπιτρέποις;
[487b] Καὶ ὁ Ἀδείμαντος, Ὦ Σώκρατες, ἔφη, πρὸς μὲν ταῦτά σοι οὐδεὶς ἂν οἷός τ᾽ εἴη ἀντειπεῖν. ἀλλὰ γὰρ τοιόνδε τι πάσχουσιν οἱ ἀκούοντες ἑκάστοτε ἃ νῦν λέγεις· ἡγοῦνται δι᾽ ἀπειρίαν τοῦ ἐρωτᾶν καὶ ἀποκρίνεσθαι ὑπὸ τοῦ λόγου παρ᾽ ἕκαστον τὸ ἐρώτημα σμικρὸν παραγόμενοι, ἁθροισθέντων τῶν σμικρῶν ἐπὶ τελευτῆς τῶν λόγων μέγα τὸ σφάλμα καὶ ἐναντίον τοῖς πρώτοις ἀναφαίνεσθαι, καὶ ὥσπερ ὑπὸ τῶν πεττεύειν δεινῶν οἱ μὴ τελευτῶντες ἀποκλείονται καὶ οὐκ ἔχουσιν ὅτι [487c] φέρωσιν, οὕτω καὶ σφεῖς τελευτῶντες ἀποκλείεσθαι καὶ οὐκ ἔχειν ὅτι λέγωσιν ὑπὸ πεττείας αὖ ταύτης τινὸς ἑτέρας, οὐκ ἐν ψήφοις ἀλλ᾽ ἐν λόγοις· ἐπεὶ τό γε ἀληθὲς οὐδέν τι μᾶλλον ταύτῃ ἔχειν. λέγω δ᾽ εἰς τὸ παρὸν ἀποβλέψας. νῦν γὰρ φαίη ἄν τίς σοι λόγῳ μὲν οὐκ ἔχειν καθ᾽ ἕκαστον τὸ ἐρωτώμενον ἐναντιοῦσθαι, ἔργῳ δὲ ὁρᾶν, ὅσοι ἂν ἐπὶ φιλοσοφίαν ὁρμήσαντες μὴ τοῦ πεπαιδεῦσθαι ἕνεκα ἁψάμενοι νέοι ὄντες [487d] ἀπαλλάττωνται, ἀλλὰ μακρότερον ἐνδιατρίψωσιν, τοὺς μὲν πλείστους καὶ πάνυ ἀλλοκότους γιγνομένους, ἵνα μὴ παμπονήρους εἴπωμεν, τοὺς δ᾽ ἐπιεικεστάτους δοκοῦντας ὅμως τοῦτό γε ὑπὸ τοῦ ἐπιτηδεύματος οὗ σὺ ἐπαινεῖς πάσχοντας, ἀχρήστους ταῖς πόλεσι γιγνομένους.
Καὶ ἐγὼ ἀκούσας, Οἴει οὖν, εἶπον, τοὺς ταῦτα λέγοντας ψεύδεσθαι;
Οὐκ οἶδα, ἦ δ᾽ ὅς, ἀλλὰ τὸ σοὶ δοκοῦν ἡδέως ἂν ἀκούοιμι.
Ἀκούοις ἂν ὅτι ἔμοιγε φαίνονται τἀληθῆ λέγειν.

***
[486a] Ακόμη πρέπει να έχεις υπόψη σου και τούτο, όταν πρόκειται να ξεχωρίσεις την αληθινή φιλοσοφική φύση από την αντίθετή της.
Το ποιό;
Μήπως σε γελάσει κι έχει τίποτα το ταπεινό και το ανελεύθερο μέσα της· γιατί η μικρολογία είναι ολωσδιόλου ασυμβίβαστη με μια ψυχή που είναι προορισμένη να λαχταρά στο σύνολό τους τα θεία και τα ανθρώπινα πράγματα.
Έχεις δίκιο.
Μια λοιπόν διάνοια, προικισμένη με τέτοια μεγαλοπρέπεια και με την ικανότητα να οραματίζεται την αιωνιότητα του χρόνου και το σύνολο της ουσίας, νομίζεις πως μπορεί ποτέ να δίνει καμιά μεγάλη σημασία στην ανθρώπινη ζωή;
Αδύνατο.
[486b] Ώστε και το θάνατο θα τον θεωρεί σαν ένα φοβερό [486c] Ούτ᾽ αυτό όμως θα παραλείψεις, υποθέτω.
Το ποιό;
Αν έχει γρήγορη αντίληψη να μαθαίνει εύκολα ή όχι· ή περιμένεις να βρίσκει κανείς αρκετή ευχαρίστηση σ᾽ ένα πράγμα που θα το έκανε με κόπους και με βάσανα και με ασήμαντη σχεδόν πρόοδο;
Δε μπορεί βέβαια να γίνει αυτό.
Τί δε; αν δεν μπορεί να κρατήσει τίποτε απ᾽ όσα μαθαίνει, γιατί δεν τον βοηθά η μνήμη του, θα είναι δυνατόν να γίνει ποτέ κάτοχος επιστήμης;
Και πώς;
Αν λοιπόν κοπιάζει χωρίς καμιά ωφέλεια, δε θ᾽ αναγκαστεί στο τέλος και τον εαυτό του να σιχαθεί και κάθε τέτοια ενασχόληση;
Πώς όχι;
[486d] Ώστε δεν μπορούμε να εγκρίνομε να καταταχθεί μέσα στους ικανούς για τη φιλοσοφία μια ψυχή που δεν είναι προικισμένη με μνήμη και με ισχυρή μάλιστα μνήμη.
Εξάπαντος.
Αλλά για μια φύση άμουση και αφιλόκαλη πού αλλού θα πούμε πως τραβά φυσικά παρά στην ασυμμετρία.
Πού αλλού βέβαια;
Νομίζεις όμως πως η αλήθεια έχει περισσότερη σχέση με τη συμμετρία ή την ασυμμετρία;
Με τη συμμετρία.
Πρέπει λοιπόν εκτός από τ᾽ άλλα να ζητούμε μια διάνοια προικισμένη από τη φύση έτσι που ν᾽ αγαπά τη συμμετρία και τη χάρη, και που η έμφυτη προδιάθεσή της θα την οδηγά εύκολα προς το καθαυτό ον.
Πώς όχι;
[486e] Αλλά στάσου· μήπως σου περνά κάπως η ιδέα πως όλες αυτές οι ιδιότητες που απαριθμήσαμε δεν είναι και συνέπεια η μία της άλλης και απαραίτητες για την ψυχή που πρόκειται να μεταλάβει, όσο παίρνει αρκετά, από το ον;
[487a] Και πολύ μάλιστα απαραίτητες.
Μπορείς λοιπόν να βρεις κανένα ψεγάδι σ᾽ ένα επιτήδευμα, που δε θα ήταν άξιο να το εξασκήσει κανείς ικανοποιητικά, αν δεν είναι από τη φύση προικισμένος με μνήμη, με ευμάθεια, με μεγαλοπρέπεια, με φιλοκαλία και δεν είναι συγγενής και φίλος της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της ανδρείας, της σωφροσύνης;
Ούτε ο ίδιος ο Μώμος θα μπορούσε να του βρει κανένα ψεγάδι.
Αλλά όταν τελειοποιηθούν οι τέτοιοι με την εκπαίδευση και με την πείρα της ηλικίας, δε θ᾽ αναθέσεις λοιπόν σ᾽ αυτούς και μόνους την κυβέρνηση της πολιτείας;

Γιατί οι φιλόσοφοι αχρηστεύονται και μερικοί διαφθείρονται μέσα στις σύγχρονες πόλεις
[487b] Εδώ πήρε ο Αδείμαντος το λόγο και: Σωκράτη, είπε, όσο γι᾽ αυτά, κανείς βέβαια δε θα μπορούσε να σου φέρει αντίρρηση. Αλλά νά τί παθαίνουν όσοι ακούνε κάθε φορά αυτά που τώρα λες: νομίζουν ότι, επειδή δεν είναι αρκετά γυμνασμένοι να ερωτούν και ν᾽ αποκρίνουνται, παρασέρνονται λίγο λιγάκι από κάθε ερώτημα πάνω στη συζήτηση, κι από μικρό σε μικρό παραστράτημα, στο τέλος όταν μαζευτούν όλ᾽ αυτά τα μικρά, παρουσιάζεται ένα μεγαλότατο σφάλμα και ολωσδιόλου αντίθετο με όσα στην αρχή παραδέχουνταν, και όπως στο παιχνίδι των πεσσών τους μέτριους παίχτες τους κλείνουν στο τέλος οι ξεσκολισμένοι και δεν ξέρουν τί [487c] να σύρουν, έτσι κι αυτοί κλείνονται και δεν έχουν τί να πουν σ᾽ αυτό το άλλο είδος παιχνίδι, που δεν παίζεται με πεσσούς αλλά με λόγια· μ᾽ όλα ταύτα δεν παραδέχονται μέσα τους πως η αλήθεια είναι όπως εσύ την παρουσιάζεις· και το λέω αυτό σχετικά με την τωρινή μας συζήτηση· γιατί κανείς βέβαια δε θα μπορούσε να μην παραδεχτεί πως με τα λόγια δεν θα ήταν δυνατόν να σου φέρει αντίρρηση σε καθεμιά χωριστά ερώτησή σου, στην πραγματικότητα όμως βλέπομε πως όσοι επιδίδονται στη φιλοσοφία όχι μόνο στη νεότητά τους και απλώς για να συμπληρώσουν τη μόρφωσή τους, [487d] αλλά και κατόπι σ᾽ όλη τους τη ζωή εξακολουθούν να καταγίνουνται, οι περισσότεροι καταντούν ολωσδιόλου αλλόκοτοι, για να μην πω και τίποτα χειρότερο· και κείνοι πάλι που μεταξύ τους περνούν για καλύτεροι γίνονται ολότελα άχρηστοι στις πόλεις των, απ᾽ αυτήν ακριβώς την ενασχόληση που εσύ επαινείς.
Και νομίζεις άραγε, Αδείμαντε, πως έχουν άδικο όσοι το λένε αυτό;
Δεν ξέρω, θα μου έκανε όμως ευχαρίστηση ν᾽ ακούσω ποιά είναι η δική σου η ιδέα.
Θ᾽ ακούσεις λοιπόν πως όσο για μένα, μου φαίνεται να λένε την αλήθεια.