Κυριακή 18 Αυγούστου 2019

Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Ε’)

Σε αυτό το πέμπτο μέρος, θα δούμε τα κάτωθι…

Επιμέρους ενότητες του πέμπου μέρους: 
 
Πίνακας περιεχομένων
 
 
  • 1. Σύνδεση Ελλήνων και Πελασγών
  • 2. Γλώσσα και γραφή
  • 3. Η ένσταση του Διόδωρου του Σικελιώτη
  • 4. Ηρόδοτος ή Διόδωρος;
  • 5. Θρησκεία


1. Σύνδεση Ελλήνων και Πελασγών


Σε αυτό το άρθρο, θα αναφερθούμε στον Ηρόδοτο και στις πληροφορίες που μας παρέχει, που αφορούν το θέμα που πραγματευόμαστε. Το έργο του είναι πλούσιο από πάσης απόψεως. Πληροφορίες για τα ήθη και τα έθιμα διαφόρων λαών, συμβάντα που καταγράφτηκαν στην μυθολογία με τις ποικίλες εκδοχές τους, λαογραφικά στοιχεία και εξιστόρηση των περσικών εισβολών και της απόκρουσής τους από τους Έλληνες. Η δομή, είναι περίτεχνη και ελκυστική. Ο Ηρόδοτος στην συγγραφή του, χρησιμοποίησε τόσο γραπτές πηγές, όσο και πολλά που προέκυψαν από πράγματα που ο ίδιος διερεύνησε, ταξιδεύοντας και λαμβάνοντας υπόψη διάφορες προφορικές παραδόσεις.

Ωστόσο, δεν λείπουν και οι σχετικές αδυναμίες. Και αυτό, διότι χρησιμοποιεί άκριτα τις πηγές του. Είναι σαν να προσπαθεί να διασώσει διάφορες παραδόσεις, παρά να ερευνήσει επισταμένως ώστε να βγάλει κάποιο ασφαλές συμπέρασμα, που να συμφωνεί με άλλους αρχαίους συγγραφείς. Δεν είναι λίγα τα σημεία που αναφέρει εκφράσεις όπως το «ως εμοί δοκέει», δηλαδή «όπως μου φαίνεται». Αλλού πάλι, δίνει παραπάνω από μια εκδοχές για το ίδιο θέμα. Σε άλλα σημεία, δεν παίρνει θέση. Απλά καταγράφει. Κοντολογίς, σε κάποια επιβεβαιώνεται και σε κάποια άλλα όχι.

Το έργο του Ηροδότου, όπως και κάθε άλλου συγγραφέα, πρέπει να εξετάζεται με σοβαρότητα και με πολύ προσοχή. Άλλωστε, ο ίδιος γράφει κάτι, το οποίο προσωπικά θεωρώ «κλειδί» για την μελέτη του έργου του. «Εγώ δε οφείλω λέγειν τα λεγόμενα, πείθεσθαί γε μεν ου παντάπασι οφείλω, και τούτο το έπος εχέτω ες πάντα λόγο» (Βιβλίο Ζ΄, 152). Εν ολίγοις, δεν αξιολογεί πάντα τις πηγές του.

Στο παρόν άρθρο, θα εξετάσουμε τι πραγματικά λέει ο Ηρόδοτος, πως διαστρέφεται από τους χριστιανούς απολογητές, τι επιβεβαιώνεται και τι όχι.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι το ελληνικό έθνος προέκυψε από την μεγάλη οικογένεια των Πελασγών, συμφωνώντας με αυτόν τον τρόπο με τους άλλους αρχαίους συγγραφείς και τις ελληνικές παραδόσεις. Για αυτόν τον λόγο γράφει επιγραμματικά, ότι «Της νυν Ελλάδος, πρότερον δε Πελασγίης καλευμένης της αυτής ταύτης» (Βιβλίο Β΄, 56).

Το πώς έγινε αυτό, μας το παραθέτει σε άλλα σημεία του έργου του…
Το δε Ελληνικόν γλώσση μεν επείτε εγένετο αιεί κοτε τη αυτή διαχράται, ως εμοί καταφαίνεται είναι· αποσχισθέν μέντοι από του Πελασγικού εόν ασθενές, από σμικρού τεο την αρχήν ορμώμενον αύξηται ες πλήθος των εθνέων βαρβάρων συχνών. Πρόσθε δε ων έμοιγε δοκέει ουδέ το Πελασγικόν έθνος, εόν βάρβαρον, ουδαμά μεγάλως αυξηθήναι.
(Βιβλίο Α΄, 58. 1)
Δηλαδή, το ελληνικό έθνος αποσχίστηκε από το πελασγικό. «Αποσχισθέν μέντοι από του Πελασγικού». Είναι ένα σημείο που παραβλέπεται από όσους διαστρέφουν τα γραφόμενα υπό του Ηροδότου, προκειμένου να αμφισβητήσουν τις ρίζες μας. Προκειμένου να αποσχιστεί κάτι από κάπου, πρέπει αυτό το κάτι να ήταν αρχικά ένα με αυτό. Αφού λοιπόν αποσχίστηκε, κατέστη δυνατό, και μετά προσχώρησαν σε αυτό οι λοιποί Πελασγοί αλλά και μερικοί βάρβαροι. Το ότι οι Πελασγοί που προσχώρησαν καλούνται «βάρβαροι» δεν πρέπει να μας μπερδεύει. Η λέξη δεν χρησιμοποιείται με την έννοια του «μη ελληνικού». Πώς, άλλωστε, θα μπορούσε να συμβαίνει αυτό, από την στιγμή που ήδη έχει αναφέρει σε απόσχιση; Χωρίς να φάσκει και να αντιφάσκει μέσα σε τρεις σειρές, πολύ απλά το κάνει αυτό για να δείξει πως ξεχώρισε το ελληνικό γένος. Και το πετυχαίνει αντιδιαστέλλοντας αυτό από το πελασγικό, χωρίς εντούτοις να το θεωρεί ξένο αλλά συγγενές.

Έτσι, οι Πελασγοί, «παρ’ Ηροδότω μνημονεύονται ως συγγενείς των Ελλήνων αλλά και εν αντιδιαστολή προς αυτούς» (Λεξικό Ι. Σταματάκου, σ. 766).

Ας αναφέρουμε ένα ακόμα απόσπασμα, στο οποίο ο Ηρόδοτος μιλάει για την απόσχιση του ελληνικού γένους από την μεγάλη οικογένεια των Πελασγών…
Επί μεν γαρ Δευκαλίωνος βασιλέως οίκεε γην Φθιώτιν, επί δε Δώρου του Έλληνος την υπό την Όσσαν τε και τον Όλυμπον χώρην, καλεομένην δε Ιστιαιώτιν· εκ δε της Ιστιαιώτιδος ως εξανέστη υπό Καδμείων, οίκεε εν Πίνδω Μακεδνόν καλεόμενον· εντεύθεν δε αύτις ες την Δρυοπίδα μετάβη και εκ της Δρυοπίδος ούτω ες Πελοπόννησον ελθόν Δωρικόν εκλήθη.
(Βιβλίο Α΄, 56)
Οι πρώτοι που αποκόπηκαν από τους Πελασγούς, ήταν ο Δώρος και οι ακόλουθοι του. Εκδιώχθηκε από τους Καδμείους και μετανάστευσαν στην Πίνδο. Αυτή η ομάδα ονομάστηκε «Μακεδνοί». Από εκεί, μετέβη στην περιοχή των Δρυόπων και από εκεί στην Πελοπόννησο. Η μερίδα που τον ακολούθησε από την Πίνδο, ονομάστηκε «Δωριείς» στην Πελοπόννησο.

Ο Ηρόδοτος, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, λέει ότι η Ελλάδα ονομάζονταν κάποτε Πελασγία. Είναι σαφές ότι ο Ηρόδοτος ταυτίζοντας Ελλάδα και Πελασγία ως ονομασίες του ίδιου τόπου, έπεται ότι ταυτίζει τους Έλληνες με τους Πελασγούς. Πουθενά στο έργο του δεν μιλάει για κάποια «κάθοδο» κάποιου άλλου φύλου που δήθεν εισέβαλε ως κατακτητής, και ότι από αυτό προέκυψαν οι Έλληνες. Με αυτόν τον τρόπο βρίσκεται σε συμφωνία με τον Θουκυδίδη και με όλους τους αρχαίους συγγραφείς.

Υπάρχουν επιπλέον στοιχεία, που διαφωτίζουν ακόμα περισσότερο το θέμα μας.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει πολύ καθαρά ότι οι Αιολείς, οι Αχαιοί, οι Ίωνες, και οι Δωριείς, είναι φύλα της μεγάλης οικογένειας των Πελασγών. Αυτοί ήταν απόγονοι του Έλληνος. Συνεπώς, και ο ίδιος ο Έλλην αλλά και ο προπάτοράς του ο Δευκαλίων, ήταν Πελασγοί και αυτόχθονες.

Παραθέτουμε τα αντίστοιχα χωρία:
Ίωνες δε όσον μεν χρόνον εν Πελοποννήσω οίκεον την νυν καλεομένην Αχαιίην, και πριν ή Δαναόν τε και Ξούθον απικέσθαι ες Πελοπόννησον, ως Έλληνες λέγουσι, εκαλέοντο Πελασγοί Αιγιαλέες, επί δε Ίωνος του Ξούθου Ίωνες.
(Βιβλίο Ζ΄, 94)
Νησιώται δε επτακαιδέκα παρείχοντο νέας, ωπλισμένοι ως Έλληνες, και τούτο Πελασγικόν έθνος. Ύστερον δε Ιωνικόν εκλήθη [..]. Αιολέες δε εξήκοντα νέας παρείχοντο, εσκευασμένοι τε ως Έλληνες και το πάλαι καλεόμενοι Πελασγοί, ως Ελλήνων λόγος.
(Βιβλίο Ζ΄, 95)
Μας παραδίδει ο Ηρόδοτος, ότι ο Κροίσος είχε ερευνήσει για να μάθει ποιοι είναι οι ισχυρότεροι Έλληνες, για να τους κάνει συμμάχους του. Και κατέληξε στους Λακεδαιμόνιους και στους Αθηναίους…
Μετά δε ταύτα εφρόντιζε ιστορέων τους αν Ελλήνων δυνατωτάτους εόντας προσκτήσαιτο φίλους. Ιστορέων δε εύρισκε Λακεδαιμονίους τε και Αθηναίους προέχοντας, τους μεν του Δωρικού γένεος, τους δε του Ιωνικού. Ταύτα γαρ ην τα προκεκριμένα, εόντα το αρχαίον μεν Πελασγικόν, το δε Ελληνικόν έθνος.(Βιβλίο Α΄, 56)
Ο Κροίσος ερεύνησε μεταξύ των Ελλήνων, και βρήκε ως ισχυρότερους τους Λακεδαιμόνιους και τους Αθηναίους. Οι μεν Λακεδαιμόνιοι προέρχονται από τους Δωριείς, οι δε Αθηναίοι από τους Ίωνες. Στα αρχαία χρόνια, ήταν πελασγικό το δεύτερο και ελληνικό το πρώτο. Οι γενάρχες τους ήταν ο Δώρος και ο Ίωνας. Ο Δώρος κατάγονταν από τον Έλληνα, και ο Ίωνας από τον Ξούθο, που κατάγονταν από τον Έλληνα. Συνεπώς, όλοι κατέληγαν στον ίδιο γενάρχη…
Αθηναίοι δε επί μεν Πελασγών εχόντων την νυν Ελλάδα καλεομένην ήσαν Πελασγοί, ονομαζόμενοι Κραναοί, επί δε Κέκροπος βασιλέος επεκλήθησαν Κεκροπίδαι, εκδεξαμένου δε Ερεχθέος την αρχήν Αθηναίοι μετενομάσθησαν, Ίωνος δε Ξούθου στρατάρχω γενομένου Αθηναίοισι εκλήθησαν από τούτου Ιώνες.
(Βιβλίο Η΄, 44)
Ο Ηρόδοτος αναφέρει τις διάφορες ονομασίες που έλαβαν οι Αθηναίοι κατά την προϊστορική εποχή. Οι Αθηναίοι ήταν Πελασγοί. Και επειδή κυβερνούσε ο Κραναός, ονομάστηκαν Κραναοί. Όταν κυβερνούσε ο Κέκροπας, ονομάστηκαν Κεκροπίδες. Όταν ο Ερεχθέας, Αθηναίοι. Όταν ο Ίωνας, Ίωνες…
του δε Ερμέω τα αγάλματα ορθά έχειν τα αιδοία ποιεύντες ουκ απ’ Αιγυπτίων μεμαθήκασι, αλλ΄ από Πελασγών πρώτοι μεν Ελλήνων απάντων Αθηναίοι παραλαβόντες, παρά δε τούτων ώλλοι. Αθηναίοισι γαρ ήδη τηνικαύτα ες Έλληνας τελέσουσι Πελασγοί σύνοικοι εγένοντο εν τη χώρη, όθεν περ και Έλληνες ήρξαντο νομισθήναι.
(Βιβλίο Β΄, 51)
Ο Ηρόδοτος στο παραπάνω χωρίο, δίνει την εντύπωση ότι διαχωρίζει τους Πελασγούς από τους Έλληνες και από τους Αθηναίους. Αυτό θα ήταν σοβαρή παρανόηση. Έχουμε ήδη δει χωρία που συνδέουν Πελασγούς-Έλληνες και Πελασγούς-Αθηναίους. Αλλά γιατί συμβαίνει αυτό; Η απάντηση είναι ότι οι Πελασγοί –όπως έχουμε δείξει-, δεν ήταν μια ομάδα. Αντιθέτως, ήταν πολλές ομάδες, που είχαν εξαπλωθεί από παλαιότατα όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο, αλλά και έξω από αυτόν. Η ομογενοποίηση δεν είχε συντελεστεί ακόμα. Άλλωστε, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, μετά τα Τρωικά είναι που άρχισε να επικρατεί το όνομα «Έλληνες». Διότι τότε ήταν που τα ελληνικά φύλα του ελλαδικού χώρου ενώθηκαν σε μια κοινή προσπάθεια. Ο Ηρόδοτος όμως εδώ, αναφέρεται σε εποχή πριν τα Τρωικά.

Από αυτούς παρέλαβαν συγκεκριμένη τεχνοτροπία όσον αφορά τα αγάλματα του Ερμή. Στο 6ο βιβλίο, αναφέρει ότι αυτοί αργότερα εκδιώχθηκαν από την Αττική. Πρέπει να προσέξουμε στον λόγο για τον οποίο αυτό συνέβη. Θα διαπιστώσουμε ότι δεν συνέβη εξαιτίας ενός βίαιου διωγμού για επεκτατικούς λόγους. «Πελασγοί επείτε εκ της Αττικής υπό Αθηναίων εξεβλήθησαν, είτε ων δη δικαίως είτε αδίκως· τούτο γαρ ουκ έχω φράσαι» (Βιβλίο ΣΤ΄, 137). Δηλαδή, ο Ηρόδοτος δεν γνωρίζει τον ακριβή λόγο της εκδίωξης των Πελασγών από την Αττική, για αυτό και δεν είναι σε θέση να κρίνει αν ήταν δίκαιο ή άδικο. Αυτό που παρουσιάζει στην συνέχεια, είναι δύο διαφορετικές εκδοχές. Μία των Αθηναίων, και η άλλη του Εκαταίου.

Ο Εκαταίος υποστηρίζει ότι οι Αθηναίοι είχαν δώσει στους Πελασγούς ένα κομμάτι γης που δεν ήταν καλής ποιότητας, ως ανταμοιβή επειδή έκτισαν ένα τείχος γύρω από την Ακρόπολη. Οι Πελασγοί με τις προσπάθειές τους, το βελτίωσαν. Οι Αθηναίοι βλέποντας ότι έγινε έφορο, θέλησαν να το πάρουν πίσω. Και έτσι τους έδιωξαν. Οι Αθηναίοι ισχυρίζονται ότι οι Πελασγοί επιδίδονταν σε άσεμνα πράγματα εναντίων των Αθηναίων θυγατέρων και ότι οι Πελασγοί συχνά συνωμοτούσαν εναντίον τους. Αυτό που έχει σημασία για την δική μας έρευνα, είναι ότι ο διωγμός αυτός δεν είχε την παραμικρή σχέση με την απόκρουση εισβολέων. Κάτι που πρέπει να επισημάνουμε ότι παραποιείται από τους Χριστιανούς απολογητές, οι οποίοι αναφέρουν μεν την εκδίωξη, δεν αναφέρουν όμως και τον λόγο ή το ότι ο Ηρόδοτος τους ονόμασε πριν συνοίκους τους Αθηναίους και τους Πελασγούς.

2. Γλώσσα και γραφή


Για την γλώσσα των Πελασγών, αναφέρει ο Ηρόδοτος…
Ήντινα δε γλώσσαν ίεσαν οι Πελασγοί, ουκ έχω ατρεκέως ειπείν. Ει δε χρεόν εστί τεκμαιρόμενον λέγειν τοισί νυν έτι εούσι Πελασγών των υπέρ Τυρσηνών Κρηστώνα πόλιν οικεόντων, οι όμουροι κοτέ ήσαν τοισί νυν Δωριεύσι καλεομένοισι (οίκεον δε τηνικαύτα γην την νυν Θεσσαλιώτιν καλεομένην), και των Πλακίην τε και Σκυλάκην Πελασγών οικησάντων εν Ελλησπόντω, οι σύνοικοι εγένοντο Αθηναίοισι, και όσα άλλα Πελασγικά εόντα πολίσματα το ούνομα μετέβαλε· ει τούτοισι τεκμαιρόμενον δειν λέγειν, ήσαν οι Πελασγοί βάρβαρον γλώσσαν ιέντες. Ει τοίνυν ην και παν τοιούτο το Πελασγικόν, το Αττικόν έθνος εόν Πελασγικόν άμα τη μεταβολή τη ες Έλληνας και την γλώσσαν μετέμαθε. Και γαρ δη ούτε οι Κρηστωνίηται ουδάμοισι των νυν σφέας περιοικεόντων εισί ομόγλωσσοι ούτε οι Πλακιηνοί, σφισί δε ομόγλωσσοι· δηλούσι τε ότι τον ηνείκαντο γλώσσης χαρακτήρα μεταβαίνοντες ες ταύτα τα χωρία, τούτον έχουσι εν φυλακή.
(Βιβλίο Α, 57)
Αυτό που πρέπει να προσέξουμε, είναι ότι ο Ηρόδοτος δεν είναι σίγουρος. «Ουκ έχω ατρέκτως ειπείν». «Τεκμαίρει» όμως την άποψή του για το ότι η γλώσσα των Πελασγών ήταν βαρβαρική (ή τουλάχιστον προσπαθεί), από δύο ομάδες Πελασγικές. Η μία που ζει στην Κρηστώνα και η άλλη που ζει στον Ελλήσποντο. Αυτή η δεύτερη μάλιστα, ήταν συμπατριώτες των Αθηναίων. Έτσι, «ει τούτοισι τεκμαιρόμενον δειν λέγειν, ήσαν οι Πελασγοί βάρβαρον γλώσσαν ιέντες». Και συνεχίζει, «Ει τοίνυν ην και παν τοιούτο το Πελασγικόν, το Αττικόν έθνος εόν Πελασγικόν άμα τη μεταβολή τη ες Έλληνας και την γλώσσαν μετέμαθε». Εάν λοιπόν, λέει ο Ηρόδοτος, όλοι οι Πελασγοί είχαν αυτήν την γλώσσα (την βάρβαρη), τότε όταν το Πελασγικό έθνος που ήταν Αττικό έγινε ελληνικό, έμαθε και την ελληνική γλώσσα.

Υπάρχουν δύο περιπτώσεις. Είτε οι πληροφορίες του Ηροδότου να είναι σωστές, είτε όχι. Αν υποθέσουμε ότι δεν είναι σωστές, τότε δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε παραπάνω. Εάν υποθέσουμε ότι είναι, πρέπει να αναλυθούν λίγο περισσότερο. Εμείς θα πάρουμε την δεύτερη περίπτωση. Οφείλουμε όμως να πούμε προκαταβολικά, ότι δεν επιβεβαιώνονται από την αρχαιολογική έρευνα, όπως επίσης ότι δεν έχουν την υποστήριξη άλλων αρχαίων συγγραφέων.

Η πελασγική γλώσσα, είναι «παλαιότατη πρωτοελληνική γλώσσα» (Λεξικό Δημητράκου, σ. 5624, τ. 11). Πρωτοελληνική, όχι προελληνική!

Ο Γερμανός ιστορικός Φον Πόττεκ υποστηρίζει ότι…
Αυτή η αλυσίδα της ενιαίας παραδόσεως και ακόμα περισσότερο της γλώσσας πρέπει να συνέδεσε σε ένα έθνος τα πολλά ελληνικά φύλα με την κύρια μάζα της βασικής φυλής, από την οποία προήλθαν, και τα συγκράτησε ενωμένα παρά τις εσωτερικές τους διχόνοιες.
Είναι σημαντικό που «ακούγεται» από Γερμανό.

Τι εννοεί όμως «βάρβαρο», ο Ηρόδοτος; Η λέξη «βάρβαρος», σύμφωνα με το λεξικό του Δ. Δημητράκου, ανάμεσα στα άλλα σημαίνει και αυτόν που μιλάει γλώσσα τραχεία και άγρια, και αυτόν που είναι αλλόφυλος (τόμος Γ΄, σ. 1335).

Αν πάρουμε την πρώτη περίπτωση, τότε ο Ηρόδοτος εννοεί ότι οι Πελασγοί μιλούσαν βαριά, αλλά όχι απαραίτητα ξενόγλωσσα. Όπως και σήμερα, η ίδια ελληνική γλώσσα μιλιέται διαφορετικά σε διάφορα μέρη της Ελλάδος, και με διαφορετικό ιδίωμα.

Αν εννοήσουμε το «βάρβαρος» ως «ξενόγλωσσος» (διότι η λέξη έχει και αυτήν την σημασία), τότε οφείλουμε να προσέξουμε την συλλογιστική πορεία του Ηρόδοτου. Ο Ηρόδοτος, ενώ το πελασγικό στοιχείο είναι πολυπληθέστατο και αναφέρεται σε πολλές ομάδες, επιλέγει μόνο δύο από αυτές. Για αυτό και ενώ είναι σίγουρος για αυτές τις δύο ομάδες, όταν φτάνει στο συμπέρασμά του, μιλάει με υπόθεση. «Ει τοίνυν ην και παν τοιούτο το Πελασγικόν». Εάν δηλαδή το αυτό συμβαίνει σε όλους τους Πελασγούς. Το συμπέρασμά του δεν είναι ασφαλές.

Αν πάρουμε την άλλη περίπτωση, τότε ο Ηρόδοτος θεωρεί τις πελασγικές ομάδες ως αλλόφυλες. Ο αλλόφυλος όμως δεν είναι απαραίτητα ο μη ελληνικός. Διότι και οι Ιώνες σε σχέση με τους Δωριείς, ανήκουν σε διαφορετικά φύλα. Είναι αλλόφυλοι μεταξύ τους. Όμως, είναι εξίσου Έλληνες, καθώς οι προπάτορές τους ανάγονται σε κοινούς προγόνους. Έχουν κοινή καταγωγή. Αυτό ενισχύεται από το πολύ σημαντικό στοιχείο που παραλείπεται κατά κανόνα από εκείνους που φέρουν τον Ηρόδοτο ως πηγή προκειμένου να κτυπήσουν τις ρίζες του Ελληνισμού. Αυτό είναι η αναφορά του Ηροδότου στο ότι το ελληνικό έθνος αποσχίστηκε από το πελασγικό. Αν είναι βάρβαρο το πρώτο, θα είναι βάρβαρο και το δεύτερο. Ίσως έτσι ξεκίνησε σε μια παλαιότατη εποχή.

Και συνεχίζει…
Το δε Ελληνικόν γλώσση μεν επείτε εγένετο αιεί κοτέ τη αυτή διαχράται, ως μοι καταφαίνεται είναι· αποσχισθέν μέντοι από του Πελασγικού εόν ασθενές, από σμικρού τεο την αρχήν ορμώμενον αύξηται ες πλήθος των εθνέων, Πελασγών μάλιστα προσκεχωρηκότων αυτώ και άλλων εθνέων βαρβάρων συχνών. Πρόσθε δε ων έμοιγε δοκέει ουδέ το Πελασγικόν έθνος, εόν βάρβαρον, ουδαμά μεγάλως αυξηθήναι.
(Βιβλίο Α΄, 58)
Η άποψη του Ηροδότου είναι ότι το ελληνικό έθνος μιλούσε πάντα την ίδια γλώσσα που μιλούσε και στην εποχή του ιστορικού. Αποσχίστηκε από το πελασγικό αρχικά, αυξήθηκε, και μετά προσχώρησαν σε αυτό οι Πελασγοί και «άλλων εθνέων βαρβάρων». Αυτά τα έθνη, είναι οι επυλίδες για τους οποίους έχουμε ήδη κάνει λόγο.

Ας εξετάσουμε το ζήτημα της γραφής.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει και άλλες προσωπικές του απόψεις, μετά την έρευνα που έκανε, οι οποίες όμως στηρίζονται σε λανθασμένες πληροφορίες.

Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, οι Γεφυραίοι «ως μεν αυτοί λέγουσι, εγεγόνεσαν εξ Ερετρίης την αρχήν». Λέει δηλαδή, ότι εκείνοι έλεγαν ότι ήταν από την Ερέτρια. Όμως, σύμφωνα με την έρευνά του, δεν ήταν. «Ως δε εγώ αναπυνθανόμενος ευρίσκω, ήσαν Φοίνικες των συν Κάδμω απικομένων Φοινίκων ες γην την νυν Βοιωτίην καλεομένην, οίκεον δε της χώρης ταύτης απολαχόντες την Ταναγρικήν μοίραν». Ήταν Φοίνικες που ήρθαν με τον Κάδμο. Εγκαταστάθηκαν στην Βοιωτία και πήραν μερίδιο την Τανάγρα. Μετά όμως, «υπό Βοιωτών εξαναστάντες ετράποντο επ’ Αθηνέων» (Βιβλίο Ε΄, 57).

Αυτοί λοιπόν, σύμφωνα πάντα με την έρευνα του Ηροδότου, «εσήγαγον διδασκαλία ες τους Έλληνας και δη και γράμματα, ουκ έοντα πριν Έλλησι ως εμοί δοκέειν». Και στην συνέχεια, αναφέρει ότι οι Ίωνες πήραν αυτά τα γράμματα, και τα μεταρρύθμισαν (Βιβλίο Ε΄, 58).

Μάλιστα, ισχυρίζεται ότι είδε στην Καδμεία (στην περιοχή που εγκαταστάθηκαν οι μετανάστες που ήρθαν με τον Κάδμο), «Καδμηία γράμματα εν τω ιρώ του Απόλλωνος του Ισμηνίου» (Βιβλίο Ε΄, 59).

3. Η ένσταση του ιστορικού Διόδωρου του Σικελιώτη


Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει…
Φησί τοίνυν παρ’ Έλλησι πρώτον ευρετήν γενέσθαι Λίνον ρυθμών και μέλους, έτι δε Κάδμου κομίσαντος εκ Φοινίκης τα καλούμενα γράμματα πρώτον εις την Ελληνικήν μεταθείναι διάλεκτον, και τας προσηγορίας εκάστω τάξαι και τους χαρακτήρας διατυπώσαι. Κοινή μεν ουν τα γράμματα Φοινίκεια κληθήναι δια το παρά τους Έλληνας εκ Φοινίκων μετενεχθήναι, ιδία δε των Πελασγών πρώτων χρησαμένων τοις μετατεθείσι χαρακτήρσι Πελασγικά προσαγορευθήναι.
(«Ιστορική βιβλιοθήκη», βιβλίο Γ΄, 67)
Δηλαδή, ο Λίνος είναι ο πρώτος που εφεύρε τους ρυθμούς και το τραγούδι. Ο Λίνος τροποποίησε/διόρθωσε τα γράμματα που έφερε ο Κάδμος από την Φοινίκη. Αυτά τα γράμματα ονομάστηκαν κοινώς «Φοινίκεια» διότι μεταφέρθηκαν από τους Φοίνικες. Οι χαρακτήρες αυτοί όμως, χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τους Πελασγούς.

Παρακάτω, γράφει ότι λέγεται ότι ο Λίνος συνέταξε στην πελασγική γραφή τις πράξεις του πρώτου Διονύσου και άλλες μυθολογίες. Άρα, πριν τροποποιήσει τα λεγόμενα «φοινικικά» γράμματα, ήξερε την γραφή που ήδη υπήρχε, την πελασγική.

Σε άλλο σημείο, αναφέρει ο ίδιος ιστορικός…
Προς δε τους λέγοντας, ότι Σύροι μεν ευρεταί των γραμμάτων εισί, παρά δε τούτων Φοίνικες μαθόντες τοις Έλλησι παραδεδώκασιν, ούτοι δ’ εισίν οι μετά του Κάδμου πλεύσαντες εις την Ευρώπην, και δια τούτο τους Έλληνας τα γράμματα Φοινίκεια προσαγορεύειν, φασί τους Φοίνικας ουκ εξ αρχής ευρείν, αλλά τους τύπους των γραμμάτων μεταθείναι μόνον, και τη τε γραφή ταύτη τους πλείστους των ανθρώπων χρήσασθαι και δια τούτο τυχείν της προειρημένης προσηγορίας.
(«Ιστορική βιβλιοθήκη», βιβλίο Ε΄, 74)
Δηλαδή, οι Σύριοι δεν ήταν εκείνοι που εφεύραν τα γράμματα, ούτε οι Φοίνικες τα έμαθαν από αυτούς και τα παρέδωσαν στους Έλληνες με την άφιξη του Κάδμου. Τα γράμματα που έφερε ο Κάδμος ονομάστηκαν φοινικικά, όχι επειδή τα εφεύραν οι Φοίνικες, αλλά επειδή τα τροποποίησαν για τις ανάγκες τους. Απλά άλλαξαν την μορφή των γραμμάτων για την δική τους χρήση. Αυτά τα γράμματα που τροποποίησαν οι Φοίνικες, ήταν πελασγικά. Η πελασγική γραφή που ήδη υπήρχε, είναι αυτή που σήμερα λέγεται «Γραμμική».

Στο κεφάλαιο 57 του ιδίου βιβλίου, αναφέρει την ιδιοποίηση ελληνικών γνώσεων από πλευράς των Αιγυπτίων, εκμεταλλευόμενοι τον κατακλυσμό που αφάνισε πολλά ελληνικά γραπτά μνημεία. Ανάμεσα στα άλλα, αναφέρει και την ιδιοποίηση των γραμμάτων από τους Φοίνικες: «Πολλαίς ύστερον γενεαίς Κάδμος ο Αγήνορος εκ της Φοινίκης πρώτος υπελήφθη κομίσαι γράμματα εις την Ελλάδα· και απ’ εκείνου το λοιπόν οι Έλληνες έδοξαν αεί τι προσευρίσκειν περί των γραμμάτων, κοινής τινός αγνοίας κατεχούσης τους Έλληνας».

Συνοψίζοντας, η θέση του ιστορικού Διόδωρου του Σικελιώτη, επιβεβαιωμένη από την σύγχρονη έρευνα και σε συμφωνία με την ελληνική παράδοση, έχει ως εξής:

Η πελασγική γραφή ήταν σε χρήση εντός του ελλαδικού χώρου. Τα γράμματα των Φοινίκων, δεν ήταν δική τους εφεύρεση εκ του μηδενός, αλλά ήταν τροποποίηση επί της πελασγικής γραφής. Εξ αιτίας του κατακλυσμού (αλλά και γενικότερα των φυσικών καταστροφών -στο οποίο έχουμε και την μαρτυρία του Πλάτωνος), πολλά γραπτά μνημεία αφανίστηκαν. Για αυτόν τον λόγο, αργότερα πολλοί θεώρησαν ότι τα γράμματα τα έδωσαν οι Φοίνικες στους Έλληνες. Σε αυτήν την πλάνη έπεσε και ο Ηρόδοτος.

4. Ηρόδοτος ή Διόδωρος;


Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε, η επιστημονική έρευνα δικαιώνει τον Διόδωρο και την ελληνική παράδοση και όχι τον Ηρόδοτο.

Πριν δούμε τι λέει η επιστήμη, καλό θα ήταν να πούμε κάποια πράγματα για τον Κάδμο.

Με βάση την ελληνική μυθολογία, ο Κάδμος ήταν Αργείος στην καταγωγή που γεννήθηκε στην Φοινίκη από τον Αγήνορα, που μετανάστευσε εκεί. Το Άργος ήταν πελασγικό. Συνεπώς, η γραφή που ήξερε ο Αγήνορας και που μετέφερε στην Φοινίκη, ήταν η πελασγική. Αυτή η πελασγική γραφή ήταν που τροποποιήθηκε από τους Φοίνικες. Αυτά τα τροποποιημένα γράμματα έφερε αργότερα ο Κάδμος με τους υπόλοιπους επυλίδες Έλληνες και Φοίνικες.

Τα ονόματα της οικογένειάς του είναι ελληνικά. Για παράδειγμα, ο γιος του Ωγύγη, του αρχαιότερου βασιλιά της Αττικής για τον οποίο διασώζονται πληροφορίες, ήταν ο Κάδμος. Συνονόματος του Κάδμου που ήρθε από την Φοινίκη. Το όνομα «Αγήνωρ» ετυμολογείται από το «άγαν» και το «ανήρ», και σημαίνει «ανδρείος, ηρωικός» (Λεξικό Δορμπαράκη, σ. 17). «Ευρώπη», σημαίνει το εύρος (ο. π. σ. 354). «Τηλέφασσα», αυτή που λάμπει από μακριά. «Φοίνικας», ο κόκκινος. Με το ίδιο όνομα απαντάται ο παιδαγωγός του Αχιλλέα και αρχηγός του τέταρτου πλοίου του στόλου των Μυρμιδόνων.

Ο Έβανς ανακάλυψε στην Κρήτη επιγραφές στην πελασγική γραφή, την οποία ονόμασε «Γραμμική». Ανακαλύφθηκαν παρόμοιες επιγραφές και σε άλλα μέρη, όπως στην Πύλο, στις Μυκήνες, στην Θήβα. Κατά συνέπεια, η πελασγική γραφή είναι αποδεδειγμένα ελληνική. Είναι η γραφή των Αργειών, κατά τον Όμηρο, που ονομάζονται από τους μεταγενέστερους αρχαίους συγγραφείς Έλληνες. Και οι Κρήτες, κατά τους αρχαίους συγγραφείς, είναι Έλληνες.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, αναφερόμενος στην σύσταση του πληθυσμού της Κρήτης, γράφει ότι αυτόχθονες είναι οι Ετεοκρήτες, που ήρθαν σε επιμειξία με τους Πελασγούς που ήρθαν αργότερα, μετέπειτα με τους Δωριείς, και τέλος «μιγάδες βαρβάρους» που ήρθαν από αλλού. Και γράφει ότι αυτοί εξομοιώθηκαν στην διάλεκτο «τοις εγχωρίοις Έλλησι», ονομάζοντας έτσι τους κατοίκους της Κρήτης, Έλληνες («Ιστορική Βιβλιοθήκη», βιβλίο Ε΄, 80,2). Το ίδιο υποστηρίζεται και από άλλους συγγραφείς, όπως τον Όμηρο, τον Πλάτωνα κ.ά. Η «Γραμμική» αυτή γραφή διακρίνεται σε δύο τύπους: α) στην Γραμμική Α΄ που γίνονται προσπάθειες προς αποκρυπτογράφηση της, και β) στην Γραμμική Β΄, που ήδη έχει αποκρυπτογραφηθεί από τον Βέντρις και τον γλωσσολόγο Chadwick ο οποίος απέδειξε ότι είναι ελληνική. Η πρώτη μορφή χρονολογείται μεταξύ 1800-1500 π.κ.ε., και η δεύτερη μεταξύ 1500-1200 π.κ.ε.
Ο Μιχαήλ Βέντρις με βάση τα στοιχεία της αποκρυπτογράφησης των Μινωικών και Μυκηναϊκών πινακίδων, απέδειξε ότι οι δημιουργοί του πρωτοποριακού Μινωικού πολιτισμού είναι οι πανάρχαιοι κάτοικοι της Κρήτης, οι οποίοι Ετεοκρήτες που πέρα από κάθε αμφισβήτηση ήταν Πελασγοί Έλληνες.
(«Ταξίδι στην ελληνική προϊστορία», σ. 177)
«Η αποκρυπτογράφηση της Κρητομυκηναϊκής Γραμικής γραφής Β΄ απέδειξε ότι τα αρχεία των Μυκηναϊκών κέντρων αλλά και εκείνα των Μινωικών Κέντρων ήταν γραμμένα σε αρχαϊκή Ελληνική γλώσσα».
(ο. π. σ. 214)
Το «φοινικικό» αλφάβητο, δεν είναι αλφάβητο στην πραγματικότητα. Και τούτο, διότι δεν υπάρχουν φωνήεντα. Ο Διονύσιος ο Θράξ, είναι ο πρώτος γνωστός γραμματικός της αρχαιότητας που συνέταξε συστηματικό εγχειρίδιο γραμματικής της ελληνικής γλώσσας. Δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο από πλευράς Φοινίκων.

Η διαφορά μεταξύ ελληνικών και «φοινικικών» γραμμάτων, είναι ποσοτική. Η κάθε πόλη-κράτος μέχρι τον 5ο αιώνα, είχε το δικό της αλφάβητο. Από τον 5ο αιώνα, καθιερώθηκε το ιωνικό ως κοινό. Και αυτό, διότι το ιωνικό είχε δύο παραπάνω γράμματα, το «ήτα» και το «ωμέγα». Οι Φοίνικες δεν έχουν γράμματα για τα φωνήεντα, αλλά μόνο σημεία. Δεν έχουν το «άλφα», το «έψιλον», το «γιώτα», το «όμικρον», το «ύψιλον», το «ήτα», το «ωμέγα», ούτε τα δίψηφα «ου», «αι», «ει», και «οι».

Στην ελληνική γραφή, υπάρχουν επίσης και παραλλαγές. Είναι τα ομόηχα γράμματα, όπως το «ο»-«ω», το «ε»-«αι», το «ι»-«υ»-«ει»-«οι». Τα κοινά γράμματα και στις δύο γραφές είναι δώδεκα.

Εκτός αυτών, στην αρχαία ελληνική γραμματεία έχουμε σαφείς αναφορές περί ύπαρξης γραφής, πολύ πριν τον Κάδμο.

Σύμφωνα με τον Ευριπίδη, ο Παλαμήδης (γνωστός από την Ιλιάδα), όρθωσε φάρμακο κατά της λήθης εφευρίσκοντας τα γράμματα…
Τα της γε λήθης φάρμακ’ ορθώσας μόνος, άφωνα και φωνούντα, συλλαβάς τιθείς, εξηύρον ανθρώποισι γράμματ’ ειδέναι.
(«Παλαμήδης», απ. 578)
Σαφής αναφορά σε γράμματα «άφωνα» και «φωνούντα», δηλαδή σε σύμφωνα και σε φωνήεντα, και σε συλλαβές.

Ο Αθανάσιος Σταγειρίτης, συμπληρώνει για τον Παλαμήδη…
Εκπαιδεύτηκε κι αυτός από τον Χείρωνα και έγινε άριστος επικός ποιητής και άριστος φιλόσοφος. Επινόησε πολλά από τα γράμματα: τα π, φ, και χ· ή τα α, β, γ, δ ,ε ,ι, κ, λ, μ, ν, ο, π, ρ, σ, τ, και υ.
(«Ωγυγία», τ. Δ΄, σ. 364)
Ο Όμηρος, αναφέρει ότι ο Βελλεροφόντης «γράψας εν πίνακι πυκτώ θυμοφθόρα πολλά» («Ιλιάδα», ραψωδία Ζ΄, στ. 169).

Ο Αισχύλος τοποθετεί την εύρεση των αριθμών και των γραμμάτων σε ακόμα παλαιότερη εποχή, από τον Προμηθέα: «Και μην αριθμόν, έξοχον σοφισμάτων, εξηύρον αυτοίς, γραμμάτων τε συνθέσεις, μνήμην απάντων» («Προμηθεύς δεσμώτης», στ. 471-472).

Ο Πλούταρχος αναφέρεται και αυτός σε παμπάλαια γράμματα, χαραγμένα στον τάφο της Αλκμήνης: «επάνω δε του μνήματος έκειτο πάναξ χαλκούς έχων γράμματα πολλά θαυμαστόν ως παμπάλαια» («Περί Σωκράτους δαιμονίου», 5).

Αναφέρεται και στην εποχή του Θησέα, ο οποίος «επιγράψας το διορίζον επίγραμμα την χώραν δυσί τριμέτροις, ων έφραζε το μεν προς έω» («Θησέας», 25).

Ο Παυσανίας αναφέρεται σε αρχαία γραφή κατά τα προϊστορικά χρόνια του Κύψελου. «επί τη λάρνακι επιγράμματα έπεστι τοις πλειόσι, γράμμασι τοις αρχαίοις γεγραμμένα» («Ηλιακά» Α΄, 17.5).

Όπως παρατηρούμε μιλούν για γράμματα και όχι για ιδεογραφική γραφή.

Ο Μουσαίος, σύμφωνα με το λεξικό «Σούδα», «ήκμαζε κατά τον δεύτερον Κέκροπα, και έγραψεν υποθήκας Ευμόλπω τω υιώ, έπη δε και άλλα πλείστα» (σ. 733, έκδοση Βερολίνου, 1854).

Η Πρόκνη ειδοποίησε την αδελφή της την Φιλομήλα για τις συμφορές της από τον Τηρέα, με γράμματα που ύφανε στο πέπλο. «Η δε υφήνασα εν πέπλω γράμματα δια τούτων εμήνυσε Πρόκνη τας ιδίας συμφοράς» («Μυθολογική βιβλιοθήκη», βιβλίο Γ΄, 14. 8).

Για την μάντισσα Μαντώ, κόρη του Τειρεσία, που ήξερε γραφή, αναφέρει ο Α. Σταγειρίτης…
Κατ’ άλλους, παρέμεινε για πολύ καιρό προφήτισσα στο μαντείο των Δελφών, βελτίωσε πολύ τη μαντική της τέχνη και έγραψε πολλούς χρησμούς, από τους οποίους πήρε ο Όμηρος για τον καλλωπισμό του ποιήματός του.
(«Ωγυγία», Α. Σταγειρίτης, τ. Δ σελ.39, εκδόσεις Διανόηση)

5. Θρησκεία


Οι Πελασγοί λάτρευαν ήδη από την παλαιότατη εκείνη εποχή τον Δία και την Ήρα. Για αυτό και αποκαλούνται ο Δίας και η Ήρα «Πελασγικοί». Αυτό στηρίζεται σε παλαιότερους συγγραφείς από τον Ηρόδοτο, τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Ο μεν Όμηρος αναφέρει ρητά ότι ο Αχιλλέας εύχεται στον Πελασγικό Δία της Δωδώνης, «Ζευ άνα, Δωδωναίε, Πελασγικέ τηλόθι ναίων» («Ιλιάδα», ραψωδία Π΄, στ. 233), ο δε Ησίοδος αναφέρει ότι «ένθα εν Δωδώνη τις επ’ εσχατίηι πεπόλισται· την δε Ζευς εφίλησεν και ον χρηστήριον είναι τίμιον ανθρώποις» («Γυναικών κατάλογος», απ. 66). Επιπροσθέτως, υπάρχει και η μαρτυρία του Απολλώνιου του Ρόδιου, ο οποίος στα «Αργοναυτικά» του αναφέρει· «Ήρης δε Πελασγίδος ουκ αλέγιζεν», δηλαδή, «την Πελασγίδα Ήρα, που δεν την τιμούσε» (Βιβλίο Α΄, 14).

Ο Α. Σταγειρίτης, βάση πηγών πάντα, αναφέρεται και αυτός στην λατρεία όχι μόνο του Διός, αλλά και των δώδεκα θεών που ήξερε και ασκούσε ο Δευκαλίωνας…
Ο Δευκαλίων περιέπλεε εννέα μερόνυχτα στα ύδατα και βγήκε στον Άθωνα ή στην Δωδώνη, ή κατά την κοινά αποδεκτή εκδοχή στον Παρνασσό, όπου θυσίασε στον Φρύξιο Δία. [..] Μετά τον κατακλυσμό, έκτισε δώδεκα βωμούς των θεών στο ιερό των Δελφών.
(Α. Σταγειρίτης, «Ωγυγία», τ. Δ, σελ. 229, εκδ. Διανόηση)
Σύμφωνα με τις παραδόσεις που μας μεταφέρει ο Παυσανίας, «του δε Ολυμπίου Διός Δευκαλίωνα οικοδομήσαι λέγουσι το αρχαίον ιερόν, σημείον αποφαίνοντες ως Δευκαλίων Αθήνησιν ώκησε τάφον του ναού του νυν ου πολύ αφεστηκότα» («Αττικά», 18). Δηλαδή, ο Δευκαλίων είχε οικοδομήσει στην Αθήνα τον ναό του Διός. Αυτό δείχνει την στενή σχέση Πελασγών και Αθηναίων.

Όμως, ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Πελασγοί, εύχονταν αρχικά στους θεούς στην Δωδώνη, χωρίς να τους δίνουν κάποιο ιδιαίτερο όνομα. Τα ονόματα των θεών τα έμαθαν αργότερα οι Πελασγοί από τους Αιγυπτίους, εκτός του Διονύσου. Και από τους Πελασγούς, τα δέχτηκαν οι Έλληνες.

Ο Ηρόδοτος πρέπει να αναφέρεται σε εποχές παλαιότερες από τις εποχές στις οποίες αναφέρονται ο Όμηρος, ο Ησίοδος, και ο Απολλώνιος. Διαφορετικά, ερχόμαστε μπροστά σε μια αντίφαση. Τρείς αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν ότι ο Δίας ήταν γνωστός στους Πελασγούς, έναντι μιας (του Ηροδότου) που ισχυρίζεται ότι δεν ήξεραν κανένα όνομα.

Ας δούμε το κείμενο…
Έθυον δέ πάντα πρότερον οι Πελασγοί θεοίσι επευχόμενοι, ως εγώ εν Δωδώνη οίδα ακούσας, επωνυμίην δέ ουδ’ ούνομα εποιεύντο ουδενί αυτών’ ου γάρ ακηκόεσάν κω. Θεούς δέ προσωνόμασάν σφεας από τού τοιούτου ότι κόσμω θέντες τά πάντα πρήγματα καί πάσας νομάς είχον. Έπειτε δέ χρόνου πολλού διεξελθόντος επύθοντο εκ τής Αιγύπτου απικόμενα τά ουνόματα τών θεών τών άλλων, Διονύσου δέ ύστερον πολλώ επύθοντο καί μετά χρόνον εχρηστηριάζοντο περί τών ουνομάτων εν Δωδώνη τό γάρ δή μαντήιον τούτο νενόμισται αρχαιότατον τών εν Έλλησι χρηστηρίων είναι, καί ήν τόν χρόνον τούτον μούνον. Επεί ών εχρηστηριάζοντο εν τή Δωδώνη οι Πελασγοί ει ανέλωνται τά ουνόματα τά από τών βαρβάρων ήκοντα, ανείλε τό μαντήιον χράσθαι. Από μέν δή τούτου τού χρόνου έθυον τοίσι ουνόμασι τών θεών χρεώμενοι’ παρά δέ Πελασγών Έλληνες εδέξαντο ύστερον.
(Βιβλίο Β΄ 52)
Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Αιγύπτιοι του είπαν ότι εκείνοι είναι οι πρώτοι που ανακάλυψαν το ηλιακό ημερολόγιο: «έλεγον ομολογέοντες σφίσι, πρώτους Αιγυπτίους ανθρώπων απάντων εξεύρειν τον ενιαυτόν, δυώδεκα μέρεα δασαμένους των ωρέων ες αυτόν· ταύτα δε εξεύρειν εκ των αστέρων έλεγον» (Βιβλίο Β΄, 4.1).

Επίσης, του είπαν ότι πρώτοι αυτοί χώρισαν τους μήνες σε δώδεκα: «Αιγύπτιοι δε τρικοντημέρους άγοντες τους δυώδεκα μήνας επάγουσι» (Βιβλίο Β΄, 4.1). Καθιέρωσαν επίσης, τα ονόματα των δώδεκα θεών, τα οποία οι Έλληνες ανέλαβαν από εκείνους. Επίσης, πρώτοι οι Αιγύπτιοι απένειμαν βωμούς, αγάλματα, ναούς: «δυώδεκά τε θεών επωνυμίας έλεγον πρώτους Αιγυπτίους νομίσαι και Έλληνας παρά σφέων αναλαβείν, βωμούς τε και αγάλματα και νούς θεοίσι απονείμαι» (Βιβλίο Β΄, 4.2).

Οι Πελασγοί, κατά τις πληροφορίες του Ηροδότου, λάτρευαν θεούς, αλλά χωρίς να τους έχουν αποδώσει κάποιο όνομα. Ούτε είχαν ανθρώπινες μορφές ακόμα. «έλεγον θεόν ανθρωποειδέα ουδένα γενέσθαι» (Βιβλίο Β΄, 142).
έθυον δε πάντα πρότερον οι Πελασγοί θεοίσι επευχόμενοι, ως εγώ εν Δωδώνη οίδα ακούσας, επωνυμίην δε ουδ’ ούνομα εποιεύντο ουδενί αυτών· ου γαρ ακηκόεσαν κω. Θεούς δε προσωνόμασαν σφέας από του τοιούτου, ότι κόσμω θέντες τα πάντα πρήγματα και πάσας νομάς είχον.
(Βιβλίο Β΄, 52)
Απλά, οι Πελασγοί τους καλούσαν με την ελληνική λέξη «θεούς», επειδή έβλεπαν την τάξη στον φυσικό κόσμο. Αυτό μοιάζει με όσα αναφέρει και ο Πλάτων στον Κρατύλο: «Φαίνονταί μοι οι πρώτοι των ανθρώπων των περί την Ελλάδα τούτους μόνους τους θεούς ηγείσθαι ούσπερ νυν πολλοί των βαρβάρων, ήλιον και σελήνην και γην και άστρα και ουρανόν· άτε ουν αυτά ορώντες πάντα αεί ιόντα δρόμω και θέοντα, από ταύτης της φύσεως της του θείν “θεούς” αυτούς επονομάσαι» («Κρατύλος», 397 d).

Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, σε μια αρχαιότατη εποχή, οι πρώτοι κάτοικοι περί την Ελλάδα, ονόμαζαν τον ήλιο, τα άστρα κ.λπ., «θεούς», το οποίο ο Πλάτων το ετυμολογεί από το «θείν», που συνδέεται με την ταχεία κίνηση. Όπως ακριβώς έκαναν και οι βάρβαροι στην εποχή του, που απέδιδαν θεϊκές ιδιότητες στην φύση. Βέβαια, ο Πλάτων στο έργο του, δεν αναφέρει πουθενά περί Αιγυπτίων. Αντιθέτως, ετυμολογεί τα ονόματα των «θεών» από την ελληνική γλώσσα.

Συνεχίζοντας με τον Ηρόδοτο, αναφέρει ότι τα ονόματα που εφεύραν οι Αιγύπτιοι, τα παρέλαβαν οι Πελασγοί (που όπως είδαμε ήταν πολυπλάνητες) με την συγκατάθεση του μαντείου της Δωδώνης, και από την οικογένεια των Πελασγών τα παρέλαβαν οι Έλληνες: «Επεί ων εχρηστηριάζοντο εν τη Δωδώνη οι Πελασγοί ει ανέλωνται τα ουνόματα τα από των βαρβάρων ήκοντα, ανείλε το μαντήιον χράσθαι. Από μεν δη τούτου του χρόνου έθυον τοίσι ουνόμασι των θεών χρεώμενοι· παρά δε Πελασγών Έλληνες εξεδέξαντο ύστερον». (Βιβλίο Β΄, 52.3).

Αξίζει να παρατηρήσουμε εδώ, ότι ο Ηρόδοτος δεν αναφέρεται σε κάποια βίαιη επιβολή. Οι προγονικοί «θεοί» των Ελλήνων, ήταν οι «θεοί» των Πελασγών, εφόσον όπως μας λέει πάλι ο Ηρόδοτος, το ελληνικό έθνος προέκυψε από το πελασγικό.

Ο Ηρόδοτος θεωρεί ότι τα ονόματα ήρθαν στην Ελλάδα εξ Αιγύπτου: «Σχεδόν δε και πάντων τα ουνόματα των θεών εξ Αιγύπτου ελήλυθε ες την Ελλάδα. Διότι μεν γαρ εκ των βαρβάρων ήκει, πυνθανόμενος ούτω ευρίσω εόν· δοκέω δ’ ων μ’αλιστα απ’ Αιγύπτου απίχθαι» (Βιβλίο Β΄, 50.1).

Εξαιρεί στην συνέχεια, το όνομα του Ποσειδώνα, των Διοσκούρων, της Ήρας, της Εστίας, της Θέμιδας, των Χαρίτων και των Νηρηίδων.

Στην συνέχεια, λέει ο Ηρόδοτος ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος είναι που έδωσαν στους «θεούς» τις επωνυμίες που έχουν σήμερα και τους επιμέρισαν τις ασχολίες τους και τις τιμές, καθώς και την μορφή του κάθε ένα. Εφόσον όμως ο Όμηρος και ο Ησίοδος μέσα από τις θεογονίες τους, έδωσαν τα ονόματα και τις τιμές και τις τέχνες στους «θεούς», αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό δωδεκάθεο δεν είναι το ίδιο με το αιγυπτιακό. «Ησίοδον γαρ και Όμηρον ηλικίην τετρακοσίοισι έτεσι δοκέω μευ πρεσβυτέρους γενέσθαι και ου πλέοσι· ούτοι δε εισί οι ποιήσαντες θεογονίην Έλλησι και τοισι θεοίσοι τας επωνυμίας δόντες και τιμάς τε και τέχνας διελόντες και είδεα αυτών σημήναντες» (Βιβλίο, Β΄, 53.2). Δεν πήραν οι Έλληνες ούτε την θρησκεία, ούτε τους τύπους λατρείας, ούτε τους «θεούς» από την Αίγυπτο. Διαφορετικά, θα έπρεπε να συμπίπτουν οι γενεαλογίες των «θεών» με αυτών των Αιγυπτίων, όπως και η ιεραρχία τους, και οι ασχολίες τους.

Ο Ηρόδοτος δεν λέει ότι οι Έλληνες πήραν την θρησκεία των Αιγυπτίων, σαν να μην είχαν θρησκεία προηγουμένως. Αυτό είναι παραποίηση και ψεύδη των διαφόρων απολογητικών ομάδων τύπου Ο. Ο. Δ. Ε. Δεν λέει ότι ήταν άθεοι ή άθρησκοι, ή ότι άλλαξαν την θρησκεία τους. Αντιθέτως, αναφέρει καθαρά ότι πριν είχαν θεούς οι Πελασγοί, είχαν λατρεία. Αυτό που δεν είχαν, ήταν τα ονόματα. Οι Αιγύπτιοι, σύμφωνα με όσα είπαν στον Ηρόδοτο κατά την έρευνά του, καθόρισαν τον αριθμό των «θεών» σε δώδεκα, τις επωνυμίες, και την μορφή. Ο Όμηρος και ο Ησίοδος είναι που διαμόρφωσαν τις θεότητες. Αυτά λοιπόν ισχυρίζεται ο Ηρόδοτος.

Υπάρχει όμως και ο αντίλογος στην έρευνα του Ηροδότου.

Ο ελληνικός και ο αιγυπτιακός πολιτισμός είναι κάτι σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, οι Έλληνες είχαμε πάρα πολλές αποικίες περί την Μεσόγειο: «Ημάς οικείν τους μέχρι Ηρακλείων στηλών από Φάσιδος εν σμικρώ τινί μορίω, ώσπερ περί τέλμα μύρμηκας ή βατράχους περί την θάλατταν οικούντας» («Φαίδων», 109 b). Επίσης, ο ίδιος μας πληροφορεί ότι ο ελληνικός πολιτισμός προηγείται του αιγυπτιακού κατά χίλια χρόνια. Ο Αιγύπτιος ιερέας πληροφορεί τον Σόλωνα ότι…
Φθόνος ουδείς, ω Σόλων, αλλά σου τε ένεκα ερώ και της πόλεως υμών, μάλιστα δε της θεού χάριν, ή την τε υμετέραν και τήνδε έλαχεν και έθρεψεν και επαίδευσεν, προτέραν μεν την παρ’ υμίν έτισιν χιλίοις, εκ Γης τε και Ηφαίστου το σπέρμα παραλαβούσα υμών, τήνδε δε υστέραν. Της δε ενθάδε διακοσμήσεως παρ’ ημίν εν τοις ιεροίς γράμμασιν οκτακισχιλίων ετών αριθμός γέγραπται. Περί δη των ενακισχίλια γεγονότων έτη πολιτών σοι δηλώσω διαβραχέων νόμους, και των έργων αυτοίς ο κάλλιστον επράχθη.
(«Τίμαιος», 23 d-e)
Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει δύο φορές στο έργο του, ότι οι Αιγύπτιοι προσπάθησαν να οικειοποιηθούν ελληνικές γνώσεις: «Πολλά δε και άλλα τούτοις παραπλήσια λέγοντες φιλοτιμότερον ήπερ αληθιώτερον», ισχυριζόμενοι ότι η Αθήνα ήταν δική τους αποικία κάποτε. Και συνεχίζει ο Διόδωρος: «Υπέρ ων μήτε αποδείξεως φερομένης μηδεμίας ακριβούς μήτε συγγραφέως αξιοπίστου μαρτυρούντος, ουκ εκρίναμεν υπάρχειν τα λεγόμενα γραφής άξια» («Ιστορική βιβλιοθήκη», βιβλίο Α΄, 29.5-6). Σε άλλο σημείο γράφει για τους Ηλιάδες που έφυγαν από την Ρόδο και πήγαν στην Αίγυπτο, ιδρύοντας την Ηλιούπολη και μεταφέροντας εκεί τις αστρονομικές γνώσεις τους…
Ύστερον δε παρά τοις Έλλησι γενομένου κατακλυσμού, και δια την επομβρίαν των πλείστων ανθρώπων απολομένων, ομοίως τούτοις και τα δια των γραμμάτων υπομνήματα συνέβη φθαρήναι· δι’ ην αιτίαν οι Αιγύπτιοι καιρόν εύθετον λαβόντες εξιδιοποιήσαντο τα περί της αστρολογίας, και των Ελλήνων δια την άγνοιαν μηκέτι των γραμμάτων αντιποιουμένων ενίσχυσεν, ως πρώτοι αυτοί την των άστρων εύρεσιν εποιήσαντο.
(«Ιστορική βιβλιοθήκη», βιβλίο Ε΄, 57.3-4)
Δηλαδή, εκμεταλλεύτηκαν τον κατακλυσμό κατά τον οποίο χάθηκε πολύτιμη γνώση από τον ελλαδικό χώρο, και παρουσίασαν ελληνικά πράγματα ως δικά τους. Σε άλλο σημείο, γράφει ότι οι Αιγύπτιοι δεν είναι παλαιότεροι των Ελλήνων: «Ουκ αρχαιότερους αυτούς ηγούμενοι των Ελλήνων» («Ιστορική βιβλιοθήκη», βιβλίο Α΄, 9.5). Στα «Ορφικά», παραδίδεται ότι ο Ορφέας ήταν που τους κήρυξε τον θρησκευτικό λόγο, μεταδίδοντάς τους θρησκευτικές γνώσεις: «Ήδ’ όσον Αιγυπτίων ιερόν λόγον εξελόχευσα» («Αργοναυτικά», στ. 43). Ο Πλούταρχος αναφέρει στο έργο του «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», ότι το όνομα «Ίσις» και «Τυφών» -πρόσωπα της αιγυπτιακής μυθολογίας-, είναι ελληνικά. Από το «ίσημι» που σημαίνει γνωρίζω, και το «τυφόω» που σημαίνει τυφλώνω, αντίστοιχα…
Σοφήν και φιλόσοφον ούσαν, ως τούνομα γε φράζειν έοικε παντός μάλλον αύτη το ειδέναι και την επιστήμην προσήκουσαν. Ελληνικόν γαρ η Ίσις εστί και ο Τυφών πολέμιος τη θεώ και δι’ άγνοιαν και απάτην τετυφωμένος και διασπών και αφανίζων τον ιερόν λόγον.
(351 F)
Στο ίδιο έργο αναφέρονται αιγυπτιακές πόλεις με ελληνικά ονόματα, όπως Ηλιούπολη, Θήβα, Μέμφιδα, Άβυδος,Διοχίτη, Ερμούπολη. Αναφέρεται σε πολλά εξελληνισμένα ονόματα, και γράφει…
Ου δει δε θαυμάζειν των ονομάτων την εις το Ελληνικόν ανάπλασιν· και γαρ άλλα μύρια τοις μεθισταμένοις εκ της Ελλάδος συνεκπεσόντα μέχρι νυν παραμένειν και ξενιτεύειν παρ’ ετέροις.
(375 C)
Οι Έλληνες με τις πολλές αποικίες -ήδη από την αρχαιότητα-, ασκούσαν τεράστια επιρροή με αποτέλεσμα πολλές περιοχές να εξελληνίζονται, να αποκτούν δηλαδή την ελληνική παιδεία, τον ελληνικό τρόπο· το «ελληνίζειν». Όσοι μη Έλληνες υιοθέτησαν αυτό, κλήθηκαν «Ελληνιστές».

Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι πολλές πόλεις της Αιγύπτου έχουν ελληνικά ονόματα, ενώ στην Ελλάδα δεν είχαμε ποτέ καμία πόλη με αιγυπτιακό όνομα.

Συναντάμε πολλούς «θεούς» και «ημιθέους» στην Αίγυπτο με ελληνικά ονόματα. Στο ίδιο έργο, αναφέρει ο Πλούταρχος: «Ο δε “Όσιρις” εκ του “οσίου” και “ιερού” τούνομα μεμιγμένον έσχηκε» (375 D). Ο Όσιρις είναι ο Διόνυσος και ο Ώρος ο Απόλλων.

Ο Άπις ήταν γιος του Φορωνέα και της Τηλεδίκης και αδελφός της Νιόβης. Βασίλευσε στο Άργος, αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει και πήγε στην Αίγυπτο όπου θεοποιήθηκε. Παππούς του Άπεως, ο Αιγιαλέας. Ο Άπις πλέον ανήκε στο αιγυπτιακό πάνθεον. Όπως γράφει και ο Αθανάσιος Σταγειρίτης…
Ο Άπις έγινε αυστηρός τύραννος ολόκληρης της Πελοποννήσου και την ονόμασε από τον εαυτό του Απία. Για τον λόγο αυτόν φονεύθηκε από τον Τελχίνα και τον Θεξίνοο και έγινε ο θεός Σέραπις. Κατ’ άλλους, έφυγε στην Αίγυπτο , όπως έχει αναφερθεί, όπου μετέφερε αποίκους και τιμήθηκε εκεί, αφήνοντας το Άργος στον Αιγιαλέα.
(Αθ. Σταγειρίτης, «Ωγυγία» τ. Δ΄, σ. 353)
Ο Πλάτων στον «Τίμαιο», αναφέρει μια ιστορία για τον Σόλωνα που ρώτησε τους Αιγύπτιους ιερείς για την αρχαία ιστορία τους. Η ιστορία, λέει ο Πλάτων, είναι πραγματική. Όταν ο Σόλων ήταν στην πόλη Σάιδα (αθηναϊκή αποικία, σύμφωνα με τον Διόδωρο), ρώτησε τους Αιγύπτιους. Και αυτά που έμαθε από αυτούς, ήταν άγνωστα τόσο στον ίδιο όσο και στους υπόλοιπους Έλληνες. Τότε του είπαν την περίφημη ρήση «Ω, Σόλων, Σόλων, Έλληνες αεί παίδες εστέ» («Τίμαιος», 22 b).

Όταν ο Σόλων ρώτησε, τί σημαίνει ότι οι Έλληνες είναι πάντα παιδιά, τότε του αποκρίθηκαν:
Νέοι εστέ, ειπείν, τας ψυχάς πάντες· ουδεμίαν γαρ εν αυταίς έχετε δι’ αρχαίαν ακοήν παλαιάν δόξαν ουδέ μάθημα χρόνω πολιόν ουδέν. Το δε τούτων αίτιον τόδε. Πολλαί κατά πολλά φθοραί γεγόνασιν ανθρώπων και έσονται, πυρί μεν και ύδατι μέγισται, μυρίοις δε άλλοις ετέραι βραχύτεραι.
(22 b- c)
Αναγνωρίζει άγνοια στους Έλλήνες για τις αρχαιότατες παραδόσεις που έχουν διασωθεί υπό μορφή μύθου. Παρακάτω, αναφέρει τον μύθο του Φαέθοντος και τον ερμηνεύει ως μεταβολές των ουρανίων σωμάτων που είχαν ως αποτέλεσμα διάφορες φυσικές καταστροφές. Η άγνοια οφείλεται στις φυσικές καταστροφές που συνέβησαν και που θα συμβούν, οι οποίες αφανίζουν τα γραπτά μνημεία και μαζί την ανθρώπινη γνώση. «ώστε πάλιν εξ αρχής οιόν νέοι γίγνεσθε, ουδέν ειδότες ούτε των τήδε ούτε των παρ’ υμίν, όσα ην εν τοις παλαιοίς χρόνοις» (23 b).

Για την χαμένη προϊστορική γνώση, αναφέρεται επίσης στον «Κριτία»…
Τα μεν ονόματα σέσωται, τα δε έργα δια τας των παραλαμβανόντων φθοράς και τα μήκη των χρόνων ηφανίσθη. Το γαρ περιλειπόμενον αεί γένος, ώσπερ και πρόσθεν ερρήθη, κατελείπετο όρειον και αγράμματον, των εν τη χώρα δυναστών τα ονόματα ακηκοός μόνον και βραχέα προς αυτοίς των έργων. Τα μεν ουν ονόματα τοις εκγόνοις ετίθεντο αγαπώντες, τας δε αρετάς και τους νόμους των έμπροσθεν ουκ ειδότες, ει μη σκοτεινάς περί εκάστων τινάς ακοάς, εν απορία δε των αναγκαίων επί πολλάς γενεάς όντες αυτοί και παίδες, προς οις ηπόρουν τον νουν έχοντες, τούτων πέρι και τους λόγους ποιούμενοι, των εν τοις πρόσθεν και πάλαι ποτέ γεγονότων ημέλουν. Μυθολογία γαρ αναζήτησις τε των παλαιών μετά σχολής αμ’ επί τας πόλεις έρχεσθον, όταν ιδητόν τισίν ήδη του βίου ταναγκαία κατασκευασμένα, πριν δε ου. Ταύτη δη τα των παλαιών ονόματα άνευ των έργων διασέσωται.
(Κριτίας, 109 d- 110 a)

 ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ:
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Α’)
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Β’)
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Γ’)
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Δ’)
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος ΣΤ’)
  • Η ιστορική συνέχεια Πρωτοελλήνων και Ελλήνων (Μέρος Ζ’ -τελευταίο)

  • Αλμπέρ Kαμύ: Μια μέρα όμως γεννιέται το «γιατί»

    Ακόμα και η σκέψη, με τον δικό της τρόπο, με πείθει πως αυτός ο κόσμος είναι παράλογος. Η καθαρή λογική, σ' αντίθεση με το παράλογο, ισχυρίστηκε πως το κάθε τι είναι σαφές. Ευχόμουν το δίκιο της αλλά μάταια περίμενα αποδείξεις. Έπειτα από τόσους αιώνες αναζητήσεων και τόσους εκφραστικούς και πειστικούς ανθρώπους, ξέρω πως αυτό είναι λάθος. Σ' αυτό το πεδίο τουλάχιστον, αφού δεν μπορώ να μάθω, δεν υπάρχει ευτυχία.

    Η παγκόσμια λογική, πρακτική, ηθική, η αιτιοκρατία, οι θεωρίες που εξηγούν τα πάντα κάνουν τον συνεπή με τον εαυτό του άνθρωπο να γελά. Δεν έχουν καμιά σχέση με το πνεύμα. Αρνούνται να δεχτούν την ουσιαστική του αλήθεια -το ότι είναι δέσμιο. Μέσα σ' αυτό το ανεξήγητο και περιορισμένο σύμπαν, το πεπρωμένο του ανθρώπου παίρνει λοιπόν το νόημά του.

    Ένα πλήθος από παραλογισμούς υψώνεται και περικυκλώνει τον άνθρωπο ως το τέλος. Απ' τη στιγμή που θ' αποφασίσει να βλέπει σωστά, διακρίνει κι αισθάνεται το συναίσθημα του παράλογου. Έλεγα πως ο κόσμος είναι παράλογος και προχωρούσα πολύ γρήγορα. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι πως αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Παράλογο είναι το χάσμα ανάμεσα στο ό,τι δεν δικαιολογείται και στο μάταιο, μα δυνατό πόθο του ανθρώπου για σαφήνεια. Το παράλογο ισχύει και για τον άνθρωπο και για τον κόσμο. Για την ώρα είναι το μόνο που τους συνδέει.

    Καμιά φορά, οι μεγάλες πράξεις και οι μεγάλες σκέψεις αρχίζουν κάπως αστεία. Τα μεγάλα έργα γεννιούνται συχνά στη στροφή κάποιου δρόμου ή στο καθάρισμα ενός καφενείου. Έτσι και με το παράλογο. Περισσότερο από κάθε άλλον, ο παράλογος κόσμος έχει τις ρίζες του σ' αυτή την άθλια γέννηση.

    Όταν μερικές φορές, σε μια ερώτηση που αφορά στις σκέψεις σου, απαντάς «τίποτε», ίσως να προσποιείσαι. Οι αγαπημένες υπάρξεις το ξέρουν καλά. Αν όμως αυτή η απάντηση είναι ειλικρινής, αν εκφράζει αυτό το μοναδικό ψυχικό συναίσθημα της σιωπηλής ευγλωττίας που σπάζει την αλυσίδα των καθημερινών χειρονομιών ενώ η καρδιά ψάχνει μάταια να βρει τον κρίκο που θα την ξανασυνδέσει, τότε αυτό φαίνεται πως είναι το πρώτο σημάδι του παραλογισμού.

    Καμιά φορά τα σκηνικά καταρρέουν. Ξύπνημα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες γραφείο ή εργοστάσιο, γεύμα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες δουλειά, φαγητό, ύπνος και Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, αυτός ο κύκλος επαναλαμβάνεται εύκολα στον ίδιο ρυθμό τον περισσότερο καιρό. Μια μέρα όμως γεννιέται το «γιατί» κι όλα αρχίζουν σ' αυτή την πληκτική κούραση. «Αρχίζουν», αυτό είναι ενδιαφέρον.

    Στο τέλος μια μηχανικής ζωής έρχεται η κούραση, την ίδια όμως στιγμή βάζει σε κίνηση τη συνείδηση. Τη σηκώνει απ' τον ύπνο και προξενεί τη συνέχεια. Η συνέχεια είναι η ασυνείδητη επιστροφή στην αλυσίδα ή η οριστική αφύπνιση. Στο τέλος της αφύπνισης βρίσκεται το αποτέλεσμα που φτάνει με τον καιρό: αυτοκτονία ή αναθεώρηση. Η κούραση κλείνει μέσα της κάτι το αποκαρδιωτικό. Εδώ, είμαι υποχρεωμένος να πω πως είναι καλή. Γιατί με τη συνείδηση αρχίζουν όλα και μονάχα αυτή αξίζει.

    Οι παρατηρήσεις αυτές δεν έχουν καμία πρωτοτυπία. Είναι όμως φανερές: κι αυτό φτάνει γιατί μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε καθολικά το παράλογο στις πηγές του. Με το «ενδιαφέρον» αρχίζουν όλα.

    Friedrich Nietzsche: Η καλύτερη δοκιμή της ανεξαρτησίας μας

    Πρέπει να θέσει υπό έλεγχο κανείς τον εαυτό του για να διαπιστώσει αν είναι προορισμένος για ανεξαρτησία και διοίκηση- και πρέπει να το κάνει αυτό την κατάλληλη στιγμή. Δεν πρέπει να αποφύγει κανείς τους ελέγχους του, αν και ίσως να είναι το πιο επικίνδυνο παιχνίδι που μπορεί να παίξει κανείς, και τελικά είναι έλεγχοι που γίνονται μπροστά σε μας ως μάρτυρες και σε κανέναν άλλο δικαστή.

    Να μην προσκολλόμαστε σε ένα πρόσωπο: κι ας είναι το πιο αγαπημένο — κάθε πρόσωπο είναι μια φυλακή και μαζί μια γωνιά.

    Να μην προσκολλόμαστε σε μια πατρίδα: κι ας είναι η πιο βασανισμένη κι ας χρειάζεται επειγόντως βοήθεια — είναι ήδη λιγότερο δύσκολο να αποκόψει κανείς την καρδιά του από μια θριαμβεύουσα πατρίδα.

    Να μην προσκολλόμαστε σε ένα αίσθημα οίκτου: έστω κι αν πρόκειται για ανώτερους ανθρώπους των οποίων το σπάνιο μαρτύριο και την αίσθηση του αβοήθητου μπορέσαμε να δούμε κατά τύχη.

    Να μην προσκολλόμαστε σε μια επιστήμη: έστω κι αν μας γοητεύει με τις πιο πολύτιμες ανακαλύψεις που φαινομενικά κρατήθηκαν για μας.

    Να μην προσκολλόμαστε στην ίδια μας την απόσπαση, σ' εκείνο το φιλήδονο ξεμάκρεμα και ξένωση του πουλιού, που πετά ολοένα και περισσότερο στα ύψη, ώστε να βλέπει ολοένα και περισσότερα πράγματα κάτω του — ο κίνδυνος εκείνου που πετάει.

    Να μην προσκολλόμαστε στις ίδιες μας τις αρετές και να γινόμαστε ως σύνολο θύματα κάποιου μέρους του εαυτού μας, για παράδειγμα της «φιλοξενίας» μας, που είναι ο κίνδυνος των κινδύνων για ανώτερες και πλούσιες ψυχές, οι οποίες ξοδεύονται σπάταλα, σχεδόν αδιάφορα, και φέρνουν την αρετή της γενναιοδωρίας στο σημείο να γίνει ελάττωμα.

    Πρέπει να ξέρουμε πώς να συντηρούμε τους εαυτούς μας: αυτή είναι η καλύτερη δοκιμή της ανεξαρτησίας.
     
    Friedrich Wilhelm Nietzsche, Πέρα από το καλό και το κακό

    Φιλόδημος: Θυμώνουν οι θεοί;


    Και ο σοφός έχει αισθήματα. Έτσι θα εχθρεύεται, από ό,τι μας λέει ο Φιλόδημος, σε ακραίο βαθμό αυτόν που του έκανε κακό και θα τον μισεί. Επειδή θα τον έχει βλάψει σε μεγάλο βαθμό. Όμως δεν θα ταραχθεί. Διότι θα θεωρήσει την οργή ως στιγμιαία. Και φυσικά δεν θα επιδιώξει εκδίκηση. Διότι η εκδίκηση κατά τον σοφό είναι γνώρισμα κατώτερου ανθρώπου. Και επιπλέον, ότι η εκδίκηση στρέφεται ενάντια στον εκδικητή.

    Στις εξορίες βρίσκουν άλλους οργίλους. Και σχετίζονται με αυτούς που ο θυμός τους δεν έχει τελειωμό. Αυτούς τους οργίλους-θυμωμένους που παραλογίζονται και πικραίνονται και αγανακτούν. Και συχνά μιμούνται άτοπα την οργή των θεών. Όπως τουλάχιστον μας έχει παραδοθεί ο θυμός των θεών μέσα από την μυθολογία.

    Και σαν από θεϊκή έμπνευση, καθυβρίζουν τους γονείς τους. Όπως πραγματικά καθύβρισαν στην μυθολογία τους γονείς τους, οι συγγενείς και οι γιοί του Οιδίποδα, του Πέλοπα, του Πλεισθένη. Όπως ακριβώς καθυβρίζουν μυριάδες άλλοι γιοί τους γονείς τους, και στο παρελθόν και στο τώρα.

    Σίγουρα αυτό το κακό είναι πιο κραυγαλέο ακόμα και από την ερωτική επιθυμία. Και, ενώ ξεκινά ο θυμός από ασήμαντη αφορμή, οδηγεί τους ανθρώπους ώστε να εξοκείλουν ως τα έσχατα. Γιατί οδηγεί ακόμα καί σε ασέβεια εναντίον των ιερέων. Επίσης οδηγεί καί σε εξύβριση καί σε παροξυσμό εναντίον των ικετών. Καί τους οργίλους πιάνει μία βακχική μανία εναντίον πολλών άλλων παρομοίων καταστάσεων.

    Γι’ αυτό οι ψυχές των οργίλων-θυμωμένων συνταράσσονται με πολλά απ’ όλα όσα συντελούνται και συμβαίνουν. Και λένε πως έχουν πάντα δίκιο. Και δεν πρέπει να αμφισβητείς την γνώμη τους εάν με θυμό, σου την λένε.

    Επιπλέον, δεν μετανοούν για όσα έκαναν ακόμα κι αν περάσει πολύς καιρός. Αλλά, μόλις το θυμηθούν, αμέσως κάθονται και τραβούν τα μαλλιά τους και κλαίνε γι αυτούς με τους οποίους ερεθίστηκαν. Και τέλος, κάποτε αυτοτραυματίζονται.

    Επίσης, τόσο τους παρασύρει το πάθος αυτό του θυμού, που κάνει τον θυμωμένο να βάζει στην άκρη ακόμα και τις σφοδρότερες επιθυμίες του.

    Για παράδειγμα, ο θυμωμένος έχει μια κάποια οικονομική συναλλαγή με κάποιον άπληστο και απατεώνα άνθρωπο από την Φοινίκη σε ένα πλοίο. Και πάνω στην συναλλαγή ο Φοίνικας έχει χάσει ένα χάλκινο νόμισμα που χρωστά στον θυμωμένο. Τότε αυτός τον βρίζει λέγοντάς του “βαδίζεις χάσκοντας και δεν προσέχεις”. Και μετά αναγκάζει τον Φοίνικα να μετρήσει πολλές φορές τα χρήματά του για να συμπληρώσει το τετράδραχμο που χρωστάει ο Φοίνικας στον θυμωμένο. Αλλά ο θυμωμένος από τα νεύρα του ρίχνει μία μπουνιά στο χέρι του Φοίνικα, με αποτέλεσμα να του πέσουν όλα τα χρήματα του στο πέλαγος.

    Έτσι λοιπόν είναι φανερό πως και τον εαυτό του έβλαψε, αφού δεν πήρε αυτά που του χρώσταγε ο Φοίνικας, και ο φιλοχρήματος Φοίνικας έχασε τα λεφτά του.

    Ο Δίας κανονικά, αν ανακατευότανε στα ανθρώπινα, θα έπρεπε να ρίξει σε όλους τους κεραυνούς του, για να πουν όλοι “θαύμα ιδέσθαι” (θαύμα οφθαλμών).

    Αυτά λοιπόν γίνονται ένεκα του θυμού. Και εκδικούνται με φόνο οι θυμωμένοι, όπως ακριβώς μας λέει ο μύθος ότι ο Απόλλωνας, όταν φόνευσε τα αγόρια της Νιόβης επειδή φώναζαν “να ντρέπεστε και τον ιερέα” και η αδελφή του η Άρτεμις [1]όταν σκότωσε τα κορίτσια της Νιόβης.

    Επίσης το ίδιο έκανε και Διόνυσος [2] όταν έβαλε την μάνα του την Σεμέλη να κομματιάσει με τα ίδια της τα χέρια τον εγγονό του Κάδμου, Πενθέα και την μητέρα του. Την μητέρα του Πενθέα την Αγαύη που ήταν η αδελφή της μάνας του, της Σεμέλης.

    Ακόμα οι οργίλοι καταντούν, όπως και οι θεοί, να ταράσσονται εύκολα από το πάθος του θυμού και να είναι επιρρεπείς στον παραλογισμό. Και πιστεύουν οι θεοί στις συκοφαντίες των τυχόντων. Και καμιά φορά πιστεύουν και τις συκοφαντίες των εχθρών τους ενάντια στα αγαπημένα τους πρόσωπα.
    ------------------------
    [1] Η Νιόβη ήταν κόρη του βασιλιά της Φρυγίας Ταντάλου και της Διώνης. Ήταν σύζυγος του Θηβαίου Αμφίονα και μητέρα από τον ίδιο, πολλών και ωραίων τέκνων. Κάποτε η Νιόβη υπερηφανεύτηκε για την ευγονία και την ομορφιά των τέκνων της έναντι των παιδιών της Λητούς. Την Άρτεμη και τον Απόλλωνα. Τότε η Λητώ παρακινεί τα παιδιά της να σκοτώσουν τα παιδιά της Νιόβης. Οι δύο θεοί τόξευσαν με τα αλάθητα βέλη τους, η μεν Άρτεμη τις κόρες, ο δε Απόλλων τους γιους.
    [2] Ο Διόνυσος επανήλθε στη Βοιωτία. Δηλαδή στον τόπο καταγωγής της μητέρας του. Στη Θήβα τότε βασίλευε ο Πενθέας, ο διάδοχος του Κάδμου. Ο Διόνυσος τότε καθιέρωσε τα Βακχανάλια. Βακχικές γιορτές, στις οποίες όλος ο λαός, αλλά κυρίως οι γυναίκες, καταλαμβανόταν από μυστική έκσταση. Διέσχιζαν τους αγρούς βγάζοντας τελετουργικές κραυγές. Ο Πενθέας αντιστάθηκε στην εισαγωγή τόσο επικίνδυνων τελετουργιών. Γι’ αυτό τιμωρήθηκε και ο ίδιος και η μητέρα του Αγαύη, η οποία ήταν αδελφή της Σεμέλης. Ως γνωστό η Σεμέλη ήταν η μάνα του Διονύσου. Η Σεμέλη λοιπον, μέσα στην έκστασή της, κομμάτιασε με τα ίδια της τα χέρια τον Πενθέα και την Αγαύη στον Κιθαιρώνα.

    Ποια είναι η πατρίδα των Ορθόδοξων χριστιανών;

    Μην είναι η χώρα της Ελλάδος; Δεν είναι. Μην είναι το Βυζάντιο; Όχι. Τότε ποια είναι;
     
    Θα μας την δείξει ένας ευσεβής και γνήσιος Ορθόδοξος χριστιανός στο μπλοκ του: http://trelogiannis.blogspot.gr/.

    Όλοι οι χριστιανοί σχίζουν τα ιμάτιά τους και κόπτονται υπέρ της πατρίδας τους που εκτός από την νυν επικράτεια της Ελλάδος θεωρούν πατρίδες τους και τις πατρίδες των προγόνων τους που βρίσκονται τώρα εκτός ελληνικής επικράτειας, όπως ο Πόντος, τα παράλια της Μικράς Ασίας κλπ.

    Την χοντρομαλακία όμως του Τρελογιάννη που θα διαβάσετε παρακάτω, ο οποίος θεωρεί πατρίδα του την έρημο του Σινά, δεν την σχολιάζουν καν!

    Γιατί όμως αυτή τους η στάση; Διότι δεν σχολιάζουν καν την μάνα της χοντρομαλακίας αυτής, η οποία λέει: «Των αγίων προπατόρων ημών Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ», την οποία ψάλλει ανελλιπώς το παπαδαριό του στις θείες λειτουργίες.

    Μάλιστα, διότι η θρησκεία των Εβραίων, κόρη της οποίας είναι η χριστιανική, γεννήθηκε στην έρημο του Σινά, κι αυτό ο Τρελογιάννης το γνωρίζει πολύ καλά.

    (Δεν είμαι σίγουρος αλλά βλέπω στην φωτογραφία την πατρίδα αυτή ανάμεσα στα κέρατα του Σατανά)

    Δείτε τώρα την πατρίδα του Τρελλογιάννη (στο τέλος της αρχικής του σελίδας):

    Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ

    ΠΟΙΑ ΚΑΙ ΤΙ ΛΟΓΗΣ ΟΜΩΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΑΥΤΗ; ΑΣ ΤΗΝ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΙΒΛΟ:

    Η «ΓΕΕΝΝΑ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣ»
    ΚΑΙ Η ΠΑΝΔΩΤΕΙΡΑ ΔΗΜΗΤΡΑ (ΓΗ-ΜΗΤΗΡ)
    Ο ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΣ ΗΛΙΟΣ ΤΗΣ ΕΡΜΟΥ
    ΚΑΙ Ο ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ ΗΛΙΟΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

    Εάν μελετήσει κανείς την παλαιά διαθήκη, το ιερό αυτό βιβλίο των Εβραίων και των χριστιανών και το τελευταίο βιβλίο της, την καινή λεγόμενη διαθήκη, το ιερό βιβλίο των απανταχού της γης χριστιανών (με τις χιλιάδες των αιρέσεών τους), αλλ’ ουχί των Εβραίων, θα παρατηρήσει ότι η φράση «γέεννα του πυρός» ή άλλως πως «το πυρ το εξώτερον» αναφέρεται κατά κόρον, με την έννοια πάντοτε της κόλασης δηλαδή της τιμωρίας.

    «Γέεννα, Εβραϊκή λέξη σύνθετος ge- hinnom, κοιλάς Εννόμ, ήτις παριστά τον τόπον της μελλούσης κολάσεως Ευαγγ. κ. Ματθ. ε΄22 κ. αλλ. (λεξ. LIDDELL- SCOTT).

    Ασφαλώς πρόκειται για τοποθεσία της ερήμου όπου οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν στα ύψη.

    Μόνο εάν περιπλανηθεί κανείς μέσα στην έρημο επί σαράντα χρόνια, όπως οι Εβραίοι όταν διέφυγαν από την Αίγυπτο, μπορεί να γνωρίζει άριστα τι πάει να πει «το πυρ το εξώτερο» ή «γέεννα του πυρός».

    Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσουμε δυο δεδομένα: πρώτον ότι εάν είναι κάποιος χριστιανός, οποιασδήποτε αίρεσης, τότε αυτομάτως δέχεται την Παλαιά Διαθήκη ως ιερό βιβλίο, εκτός αν έχει δηλώσει το αντίθετο.

    Όσο για το δεύτερο ότι εάν η Καινή Διαθήκη είναι το τελευταίο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, αρκεί και μόνον η εξής δήλωση του Χριστού: (Ματθ. 5. 17-18) «Μη νομίσετε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τους προφήτας, ουκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι. αμήν λέγω υμίν έως αν παρέλθει ο ουρανός και η γη, ιώτα εν ή μία κεραία ου μη παρέλθη από του νόμου έως αν πάντα γένηται».

    Πώς τώρα ένας χριστιανός να μη δέχεται την Παλαιά Διαθήκη ως ιερό βιβλίο του, παρ’ όλες τις φρικαλεότητες και τις γενοκτονίες των λαών της Παλαιστίνης που περιγράφει, από την πλευρά του εκλεκτού λαού του θεού; Πώς να του προτείνουμε να την αποβάλλει από τα ιερά βιβλία του!

    Αλλά ας επανέλθουμε στο κυρίως θέμα μας. Πράγματι τα δεινά, οι κακουχίες, οι δίψες, οι λιμοί και οι λοιμοί, υπό τη μουσική υπόκρουση των συνεχών διαμαρτυριών των εξοδούχων, κατά του Μωυσέως και των διαδόχων του, για το άστοχο της εξόδου από την Αίγυπτο και μ’ έναν λόγο η κόλαση αυτή στην οποία κατακάηκαν οι Εβραίοι της περίφημης Εξόδου, μέχρι την εγκατάστασή τους στην γη της επαγγελίας, περιγράφονται τόσο  παραστατικά μέσα στα βιβλία της Βίβλου: Έξοδος, Λευιτικόν, Αριθμοί και Δευτερονόμιον, ώστε αρκεί μια απλή ανάγνωσή τους για να αισθανθεί κανείς το μέγεθος της κολάσεως αυτής.

    Σχετικά χωρία δια του λόγου το αληθές: Έξοδος, ιε΄. 22, ιστ΄. 3, ιζ΄. 2, Αριθμοί, ια΄. 1-5, ιδ΄. 3 και 34, ιστ΄. 13, κα΄. 5, κζ΄. 14.

    Αντιγράφουμε μερικά εξ αυτών:

    «και επορεύοντο τρεις ημέρας εν τη ερήμω και ουχ ηύρισκον ύδωρ ώστε πιείν, ήλθον δε εις Μερρά και ουκ ηδύναντο πιείν εκ Μαρράς, πικρόν γαρ ην… και διεγόγγιζεν ο λαός επί Μωυσή». «διεγόγγυζε πάσα συναγωγή υιών Ισραήλ επί Μωυσή και Ααρών και είπαν προς αυτούς, όφελον απεθάνομεν πληγέντες υπό Κυρίου εν τη γη Αιγύπτω, όταν εκαθίσαμεν επί των λεβήτων των κρεών και ησθίομεν άρτους εις πλησμονήν. ότι εξηγάγετε ημάς εις την έρημον ταύτην πάσαν την συναγωγήν ταύτην εν λιμώ». «και ινατί τούτο;ανηγάγετε ημάς εξ Αιγύπτου παραγενέσθαι εις τον τόπον τον πονηρόν τούτον, τόπος ού ου σπείρεται ουδέ συκαί, ουδέ άμπελοι, ούτε ροαί, ούτε ύδωρ εστί πιείν».

    Και δεν έφτανε το πυρ της ερήμου! Ο ίδιος ο θεός τους ο Γιαχβέ συναγωνίζονταν την έρημο στην  κατάκαυση του λαού του, του Ισραήλ! Ιδού η απόδειξη:

    «Και ην ο λαός γογγύζων πονηρά έναντι Κυρίου, και ήκουσε Κύριος και εθυμώθη οργή και εξεκαύθη εν αυτοίς πυρ παρά Κυρίου και κατέφαγε μέρος τι της παρεμβολής…και εκλήθη το όνομα του τόπου εκείνου Εμπυρισμός, ότι εξεκαύθη εν αυτοίς παρά Κυρίου,,, και έκλαιον και οι υιοί Ισραήλ και είπαν: τις ημάς ψωμιεί κρέας; εμνήσθημεν τους ιχθύας, ους ησθίομεν εν Αιγύπτω δωρεάν, και τους σικύους και τους πέπονας και τα πράσα και τα κρόμμυα και τα σκόρδα. νυνί δε η ψυχή ημών κατάξηρος, …

    Το μαρτύριο όμως για τον εκλεκτό λαό του Γιαχβέ περιλαμβάνει και τα τρις χειρότερα: σαράντα χρόνια καταδίκη στην κόλαση της ερήμου και θάνατος εντός αυτής όλων των άνω των είκοσι ετών Ισραηλιτών για κάποιες ψιλοαμαρτίες τους.

    «λέγει Κύριος… εν τη ερήμω ταύτη πεσείται τα κώλα υμών, και πάσα η επισκοπή υμών… από εικοσαετούς και επάνω, όσοι εγόγγυζον επ’ εμοί … κατά τον αριθμόν των ημερών, όσας κατεσκέψασθαι την γην, τεσσαράκοντα ημέρας, ημέραν του ενιαυτού, λήψεσθε τας αμαρτίας υμών τεσσαράκοντα έτη και γνώσεσθε τον θυμόν της οργής μου».

    Θεός να σου πετύχει!! Κύριε χριστιανέ αυτός ο σαδιστής θεός είναι και θεός δικός σου, διότι είναι ο πατέρας του Χριστού και βεβαίως βεβαίως ένα από τα τρία πρόσωπα της αγίας τριάδος σου. Μάλιστα, τέτοιον θεό σου φορέσανε. Τον θεό της ερήμου. Για να σε κατακάψουν. Θα μάθεις λίγο πιο κάτω ποιο είναι το αληθινό του πρόσωπο.

    Είναι λογικό λοιπόν οι άνθρωποι αυτοί, οι κατακαυμένοι ( από τι άραγε άλλο πλήν του ηλίου της ερήμου;) να μη μπορούσαν να φανταστούν κάτι χειρότερο από την κόλαση στην οποία έζησαν όλ’ αυτά τα σαράντα χρόνια της περιπλάνησής τους. Ποιος όμως είναι ο αληθινός αίτιος, τον οποίον αναγνωρίζουν έτσι κι αλλιώς οι πάντες και ο οποίος ανάβει το καμίνι του εξώτερου πυρός; Μα ποιος άλλος εκτός από τον ήλιο;

    Κάποιοι Βεδουΐνοι κάθε πρωί εκτοξεύουν κατάρες προς τον ήλιο, τον αίτιο αυτόν της δυστυχίας τους. τι νόημα θα είχε γι’ αυτούς μια ηλιοκεντρική λατρεία, όπως αυτή των Ευρωπαϊκών λαών, για τους οποίους ο ήλιος είναι η πηγή της ζωής των πάντων τους;

    Μια γη λοιπόν καταραμένη. Ένα σωστό καμίνι. Για να βρεις νερό πρέπει να βαδίσεις πολλά χιλιόμετρα. Πώς ο κατακαυμένος αυτός Βεδουΐνος να λατρέψει την γη όπως ο Ευρωπαίος λατρεύει τη Γη – Μητέρα (Δήμητρα, γ>δ), η οποία του παρέχει τα πάντα;

    Οι Ευρωπαίοι θεοποίησαν τον φωτοδότη και ζωοδότη ήλιο (Απόλλων), την πανδότειρα και μάνα γη τους (Δήμητρα), τους ποταμούς και όλα τα στοιχεία της φύσης, τα οποία τους χορηγούσαν απλόχερα τα πάμπολλα αγαθά τους. Ήταν μιά πράξη ευγνωμοσύνης.

    Ο περιπλανόμενος όμως και κατακαυμένος, εντός της ερήμου, Ισραηλίτης ποιο στοιχείο της φύσης θα μπορούσε να θεοποιήσει; Σε ποιο στοιχείο απέναντι θα έπρεπε να αισθανθεί ευγνώμων;

    Ωστόσο έπρεπε να βρεθεί θεός και γι’ αυτόν. Και πώς ο θεός αυτός να ήταν του κόσμου αυτού: αυτής της κόλασης του εξωτέρου πυρός;

    Και να! Έπλασε ο Μωυσής θεό τον Γιαχβέ. Θεό άϋλο, θεό πνεύμα. Θεό που έχει το βασίλειό του εκτός του πλανήτη γη, εκεί στους ουρανούς. Θεό εκδικητικό, διότι έπρεπε να δαμάσει το συρφετό αυτό των εξοδούχων. Θεόν έναν.

    Η έρημος είναι μονοθεϊστική. Μια σκέτη πυρωμένη άμμος. «Ουκ έσσονται θεοί έτεροι πλην εμού». Για πρώτη φορά στην οικουμένη των ανθρώπων ακούγεται η βδελυρή και απάνθρωπη αυτή διακήρυξη!! Πρέπει να σιχαίνεται κανείς κάθε φορά που ακούει αυτή την βρομερή απαίτηση εάν θέλει να κρατήσει ακέρια την ανθρωπιά του.

    Όταν κανείς ψήνεται για δεκαετίες στο καμίνι της ερήμου καταταλαιπωρημένος, καθώς φαίνεται, αποξηραίνεται μάλλον η φαιά ουσία του και τα εξ ανάγκης καμωμένα όνειρά του, καρφώνονται σαν σφήνα στον αποξηραμένο εγκέφαλό του ανεπιστρεπτί. Οι επιθυμίες και οι βλέψεις του, λόγω της παντελούς ανέχειας, συγχέονται με την πραγματικότητα, ωσμώνονται και διαπιδούνται μ’  αυτήν, οδηγώντας τον στην παράνοια τον φανατισμό και την μισαλλοδοξία.

    Ο θεός αυτός έταξε στον λαό του Ισραήλ την γη της επαγγελίας, όπου ρέει μέλι και γάλα. Την γη των γειτόνων του. Ο λαός αυτός στο εξής θα είναι ο εκλεκτός λαός του θεού. Άρα οι λοιποί πρέπει να καταστούν, μ’  οποιοδήποτε τίμημα, υποπόδιο των ποδών του εκλεκτού αυτού λαού του Ισραήλ!

    Όλα τα εγκλήματα και οι γενοκτονίες του λαού αυτού της εξόδου περιγράφονται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες στην Βίβλο, παράλληλα με τις ιδεολογικοθρησκευτικές υποστηρίξεις  των απάνθρωπων αυτών συμπεριφορών. Αρρωσταίνει κανείς και μόνον από την απλή ανάγνωσή τους.

    Και μόνο ένα χωρίο από το βιβλίο των Αριθμών (λα΄. 7) αρκεί για να γνωρίσει κανείς το μέγεθος της κτηνωδίας «…και απέκτειναν παν αρσενικόν και τους βασιλείς Μαδιάν απέκτειναν άμα τοις τραυματίες αυτών… και επρονόμευσαν τας γυναίκας Μαδιάν και την αποσκευή αυτών, και τα κτήνη αυτών και πάντα τα έγκητα αυτών και την δύναμιν αυτών επρονόμευσαν, και πάσας τας πόλεις τας εν ταις κατοικίες αυτών και τας επαύλεις αυτών ενέπρησαν πυρί».

    [Παρέκβαση τεράστιας σημασίας ανεξάρτητης από την γνώμη του γράφοντος: Σε έκδοση της Βίβλου από την αδελφότητα Θεολόγων « ΖΩΗ» εγκρίσει της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλλάδος , ο Ι. Θ. Κολιτσάρας αποδίδει ερμηνευτικά το νόημα του προαναφερθέντος χωρίου «…και τους βασιλείς Μαδιάν απέκτειναν άμα τοις τραυματίες αυτών..» ( = σκότωσαν μαζί και τους τραυματίες αυτών, μάλλον δε σωστότερα δολοφόνησαν τους τραυματίες αυτών) ως εξής: «Εκτός των άλλων φονευθέντων, εφόνευσαν  συγχρόνως και τους βασιλείς των Μαδιανιτών».

    Θαυμάστε παρακαλώ  ήθος ανθρώπου ασύστολου ψεύτη και συνειδητού διαστρευλωτή, χάριν της απόκρυψης των κτηνωδιών του εκλεκτού λαού του Ισραήλ!!! Θεολόγος ο οποίος στους χριστιανικούς κύκλους θεωρείται κορυφή!! Ιδού το δείγμα της κατακαύσεως της ψυχής του Ευρωπαίου από το πυρ το εξώτερο της ερήμου του μονοθεϊσμού. Ο εξευτελισμός του Έλληνα χάριν του εκλεκτού λαού και του θεού του].

    Κι όλη αυτή η απανθρωπιά (δεκάδες εκατοντάδων παρόμοια μακελειά αναφέρονται στο ιερό βιβλίο) αυτό το μελανότερο και ειδεχθέστερο τμήμα της ιστορίας του ανθρώπινου είδους, να θεωρείται ιερό βιβλίο των χριστιανών Ευρωπαίων ανθρώπων και των χριστιανών Ελλήνων, οι οποίοι διέθεταν κάποιες από τις ανώτερες θρησκείες που υπήρξαν ποτέ σ’  αυτόν τον κόσμο!

    Πρέπει να είναι κανείς ανεκτικός προς την Ιουδαϊκή νοοτροπία. Αυτή που διαμορφώθηκε μέσα στο καμίνι της ερήμου και η οποία στη συνέχεια διαμόρφωσε την θρησκεία της.

    Ωστόσο από την ανεκτικότητα και την κατανόηση της νοοτροπίας αυτής, μέχρι του σημείου της αποδοχής της πλησιάζουμε πλέον στα όρια της σχιζοφρένειας και της ηλιθιότητας.

    Κι όμως, ο παραλογισμός αυτός είναι μια πραγματικότητα αναμφισβήτητη! Δηλαδή ποια πραγματικότητα ρωτάει κάποιος; Η πραγματικότητα του να προσπαθείς να πείσεις κάποιους ότι η δολοφονία τραυματιών είναι ό,τι το χειρότερο θα μπορούσε να προκύψει στην συμπεριφορά των οποιονδήποτε ανθρώπων και αντί ν’ ακούσεις έναν καλό λόγο, να εισπράττεις (είδη τυγχάνουμε αυτής της συμπεριφοράς) ύβρεις, λοιδορίες κι όλο το κακό συναπάντημα.

    Εκατομμύρια χριστιανών ψάλλουν και εξυμνούν στις εκκλησίες τους τα κατορθώματα του εκλεκτού λαού ο οποίος μεταξύ των άλλων δολοφονούσε και τραυματίες.

    Όσοι δεν έχουν λησμονήσει παντελώς την έννοια της συνυπευθυνότητας, ας αναλογισθούν την παραπέρα στάση τους έναντι αυτού του καταντήματος.

    Ο ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ λοιπόν αυτήν την πατρίδα διαλέγει.

    Δεν είναι τρελός ο άνθρωπος.

    Ξέρει πολύ καλά τι του γίνεται. Λέει την αλήθεια. Όλη την αλήθεια. Κι επειδή νομίζετε ότι σας δουλεύω, θα καταθέσω αμέσως τα ντοκουμέντα, τα υπέρ της αληθείας του:


    Η μεθοδευμένη δολοφονία του  αισθήματος της φιλοπατρίας από τον ιουδαιοχριστιανισμό

    (Για του πάσχοντες αλλεργία στο άκουσμα της λέξης πατρίδα: ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΓΑΠΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΣΕΒΕΤΑΙ ΕΞ ΙΣΟΥ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ)

    ΚΟΣΜΑΣ ΑΙΤΩΛΟΣ: ”«Εμείς, χριστιανοί μου, ΔΕΝ ΕΧΟΜΕΝ ΕΔΩ ΠΑΤΡΙΔΑ… Δια τούτο και ο Θεός μας έβαλε τον νουν εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμεθα πάντοτε την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας.» (Διδαχή Α , 1, Ι. Μενούνου.). Αυτός ο καλόγερος την πήγε την πατρίδα όσο πιο μακριά μπορούσε!

    Για ποιους λόγους τα χριστιανικά ιερατεία επιχείρησαν και κατάφεραν να αμβλύνουν στα ποίμνιά τους το φυσιολογικότατο και πανανθρώπινο φιλοπατριδικό  αίσθημα; Η απάντηση είναι πολύ απλή ισχυρίζομαι. Αιτία της εμμονής τους αυτής είναι η απληστία που μαστίζει την φύση τους. Είναι ο άκρατος κηφηνισμός τους. Δεν επιθυμούν μόνον να περνάνε καλά, εις βάρος των άλλων, αλλά να περνάνε όσο γίνεται καλύτερα.

    Για να αυξήσουν λοιπόν τις προϋποθέσεις της καλοπέρασής τους, τους είναι αναγκαίο να αυξάνουν τον αριθμό των προβάτων του κοπαδιού τους. Μπορεί τα πρόβατα να ανήκουν σε διαφορετικές ράτσες, αλλά γενικώς τα γαλατάκια, τα μαλλάκια και κρεατάκια τους έχουν σχεδόν την ίδια αξία. Εδώ που τα λέμε, το κάθε διαφορετικό, όπως και να το κάνουμε,  έχει και την χάρη του. Τα ολλανδέζικα, φερ’ ειπειν, κατεβάζουν πολύ γάλα, τα σαμοθρακίτικα είναι λουκούμια στη σούβλα, τα ασιατικά δίνουν καλό μαλλί… και πάει λέγοντας.

    Έτσι λοιπόν δεν τους συμφέρει να υπόσχονται ότι το κοπάδι τους δέχεται μόνον ελληνικά προβατάκια, διότι θα παραμένει συνεχώς μικρό σε αριθμό. Ο αρχιαπατεώνας Παύλος το είπε έξω από τα δόντια: δεν υπάρχει Έλληνας ή Ιουδαίος, αρσενικό ή θηλυκό (πρόβατο)…

    Επομένως, προβατάκια αφήστε κατά μέρος πατρίδες, φύλο, φυλή, χρώμα… ξεχάστε τους τόπους σας και τις ιστορίες σας και τους πολιτισμούς σας. Εδώ είμαστε όλοι το ίδιο. Μάζα. Πρόβατα. Δούλοι του θεού. Χέστε πατρίδες και προγόνους. Ένας αριθμός και πολύ σας πέφτει. Το χιλιοστό εκατοστό τεσσαρακοστό τρίτο πρόβατο του ποιμνίου των δούλων του θεού. Κι αν είσαι μαύρο ή άσπρο ή ζυγούρι ή βετούλι, σιγά τα λάχανα.

    Ο Παύλος αποκλήθηκε απόστολος των Εθνών. Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι σκοπός του ήταν η διάδοση του χριστιανισμού στους εθνικούς τού τότε γνωστού κόσμου. Η πρόθεσή του αυτή αναλύεται, ξεκάθαρα και στα ίσα, μέσα στις επιστολές του και στις πράξεις των αποστόλων. Μάλιστα τσακώθηκε με τον Πέτρο, μέχρι και ανόητο τον αποκάλεσε, επειδή αυτός ήταν της γνώμης ότι η διδασκαλία του Ευαγγελίου έπρεπε να απευθυνθεί κυρίως προς τους Εβραίους.

    Δυο μυστήρια όμως προηγούνται πριν την εκδήλωση της πρόθεσής του αυτής. Το πρώτο έχει να κάνει με την θεαματική του στροφή, που από ανελέητος διώκτης του χριστιανισμού, κατέληξε ως ο ποιο φανατικός απόστολός του. Διότι οι εξηγήσεις του ίδιου περί του γεγονότος αυτού δεν μπορούν να πείσουν, πλην των πιστών, κανέναν νοήμονα άνθρωπο. Το δεύτερο μυστήριο είναι η στροφή του προς την διδασκαλία του Ευαγγελίου κυρίως στους εθνικούς. Μάλλον δεν επρόκειτο για μια επιλογή, λόγω διαφορετικού γούστου, από τους λοιπούς αποστόλους, αλλά για τη εφαρμογή ενός στρατηγικού σχεδίου.

    Την ερμηνεία των δύο αυτών μυστηρίων – αλλά και την εξήγηση του μυστηρίου της διάδοσης του χριστιανισμού στον Ευρωπαϊκό χώρο, δηλαδή το πώς μια θρησκεία «πτωχών τω πνεύματι» επιβλήθηκε σ’ ανθρώπους και έθνη κατά πολύ σοφότερων ανθρώπων – μας τη δίνει με καθαρό και τεκμηριωμένο τρόπο, ο Γεώργιος Ιεροδιάκονος, στο βιβλίο του «Η ΜΕΘΟΔΕΥΜΈΝΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ», εκδ. «Νέα Θέσις». Από τα πολλά σχετικά βιβλία που διαβάσαμε, νομίζουμε ότι αυτό ξεχωρίζει αρκετά ως προς το ειδικό βάρος του. Θεωρούμε το βιβλίο αυτό ανεκτίμητο.
     
    Ποια όμως η σχέση της «πολιτικής» αυτής του Παύλου, με το πατριωτικό αίσθημα των εθνών και των λαών του κόσμου; Αυτή τη σχέση λοιπόν θα προσπαθήσουμε να φωτίσουμε στο παρόν πόνημα. Διότι έχουμε την γνώμη ότι δίχως τη δολοφονία του πατριωτικού αισθήματος, το οποίο είναι εγγενές και φυσιολογικότατο σ’ όλους τους ανθρώπους, θα ήταν αδύνατη η επικράτηση του χριστιανισμού, και προπαντός η διαιώνισή του.

    Εάν ο Παύλος αναγκάζονταν να διατυπώσει ολόκληρη την τακτική του στρατηγικού του στόχου θα την έλεγε ως εξής: «δεν υπάρχει Έλλην ή Ιουδαίος». Πράγματι έτσι ακριβώς το διατύπωσε ο ίδιος, όπως είναι καταγεγραμμένο μέσα στη Καινή Διαθήκη. Για τον Παύλο δυο λαοί-έθνοι υπάρχουν μπροστά του: οι Έλληνες και οι Ιουδαίοι. Οι υπόλοιποι δεν τον ενδιαφέρουν. Γνωρίζει άριστα, ότι, για να κερδίσει τον πόλεμο, πρέπει οπωσδήποτε να πείσει τους Έλληνες.

    Πώς όμως μπορεί να πείσει τους Έλληνες ένας Ιουδαίος και μάλιστα για μια Ιουδαϊκή υπόθεση, όταν οι Έλληνες παθαίνουν αλλεργία και μόνο στο άκουσμα της λέξης Ιουδαίος!

    Μόνον ένας τρόπος υπήρχε: να ξεκοπεί ο Έλληνας από την παράδοσή του, από τον πολιτισμό του, από τους δεσμούς με τους προγόνους του, από το πατριωτικό του αίσθημα. Εάν κανείς ξεπέσει σ’ αυτήν την κατάσταση τότε είναι ορφανός, ανίσχυρος και ανήμπορος. Χρειάζεται έναν θετό πατέρα, έναν κηδεμόνα. Και τότε είναι η στιγμή να του πασάρει κανείς έναν τέτοιο πατέρα που χρειάζεται.

    Προσέξτε πώς ακριβώς δουλεύει αυτή τη μηχανή ο Παύλος: (Προς Ρωμαίους 8, 15-17) «… αλλ’ ελάβετε πνεύμα που σας κάνει υιούς, δια του οποίου φωνάζουμε ‘ Αββά, Πατέρα’. Αυτό το Πνεύμα μαρτυρεί μαζί με το πνεύμα μας ότι είμεθα παιδιά του θεού…». Ξέρεται ποιος είναι ο πατέρας αυτός; Είναι ο Γιαχβέ, ο θεός των Ιουδαίων.

    Πράγματι ο Παύλος υπήρξε μέγας αρχιστράτηγος στην τακτική αυτή, όπως και στις υπόλοιπες, όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια. Μπροστά στο ταλέντο του αυτό, θα έπρεπε κανείς να του βγάλει το καπέλο!

    Το τέχνασμα πέτυχε απόλυτα. Ιδού η απόδειξη: εδώ και μιάμιση χιλιετία, αλλά ακόμα και σήμερα, ποιός γνωρίζει και μέχρι πότε, οι Έλληνες έψαλλαν και ψάλουν στις εκκλησίες τους το τροπάριο, «των αγίων πατέρων ημών Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ»! Έλληνες άνθρωποι με Εβραίους πατέρες!!!

    Ας δούμε τώρα πως μεθόδευσε την τακτική της υποβάθμισης των πατέρων των Ελλήνων, ώστε ν’ ανοιχτεί ο δρόμος για το σπάσιμο των δεσμών των Ελλήνων από τους προγόνους τους. Έπρεπε να γελοιοποιηθεί η ύψιστη αρετή των προγόνων αυτών. Σ΄ όποιο μήκος και πλάτος της υφηλίου, αν κάνει κανείς την ερώτηση, ποια ήταν η μεγάλη αγάπη των Ελλήνων, θα πάρει την απάντηση: η φιλοσοφία. Ότι οι Έλληνες είχαν πολλούς φιλοσόφους, σ’ όλα τα μέρη που ζούσαν και σ΄ όλες τις αποικίες τους. Ότι είχαν πολλές φιλοσοφικές σχολές, όπου μάθαιναν γράμματα, αριθμητική και τρόπους κοινωνικής συμπεριφοράς. Σχολές όπου μορφώνονταν.

    Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που ο Παύλος διάλεξε τους Κορίνθιους, για να τους απευθύνει τον κατάπτυστο λόγο του, με τον οποίο επιχειρεί να εξευτελίσει την σοφία και φυσικά τους σοφούς, δηλαδή τους φιλοσόφους προγόνους των Ελλήνων. Διότι κανένα άλλο έθνος δεν διέθετε τέτοιου είδους ανθρώπους. Εάν δε υπήρχαν φιλόσοφοι άλλης εθνικότητας, αναγκαστικά ήταν σπουδαγμένοι σε ελληνικές σχολές ή ήταν μαθητές Ελλήνων φιλοσόφων. Οι Ρωμαίοι φιλόσοφοι ήταν ή Επικούρειοι ή Πλατωνικοί ή Στωικοί ή Πυθαγόρειοι, κλπ.

    Για πρώτη φορά, λοιπόν, στην ιστορία του ανθρώπινου είδους, παρουσιάζεται ένας τόσο ποταπός άνθρωπος, ο οποίος αποτολμά να περιφρονήσει, την κατ΄ εξοχήν ανθρώπινη επίδοση! Την ενασχόληση των ανθρώπων με την προσπάθεια του εξανθρωπισμού τους. Την καλλιέργεια των ανώτερων ανθρώπινων δυνατοτήτων. Την τάση των ανθρώπων να μορφωθούν, δηλαδή από άτομα να γίνουν προσωπικότητες. Αυτό το ελεεινό ανθρωπάριο είναι μέγιστος αρχιάγιος του χριστιανισμού. Τον τιμούν άνθρωποι που φέρουν το όνομα των Ελλήνων. Ας τον ακούσουμε πόσο χυδαία υβρίζει τη σοφία, αυτή τη Θεά των Ελλήνων, αλλά και την σύνεση και πώς εξυμνεί τη χριστιανική μωρία. Αποκλείεται να πέρασε άλλος άνθρωπος απ΄ αυτόν τον κόσμο, που να διέθετε τέτοιο απίστευτο θράσος και τόση χαμερπή αγένεια:

    (Προς Κορινθίους Α΄ 1, 18-31) «διότι είναι γραμμένο (εννοείται στην Π.Δ,). Θα εξαφανίσω την σοφίαν των σοφών και την σύνεσιν των συνετών θα εκμηδενίσω’. Πού είναι ο σοφός; Πού ο γραμματεύς; Πού ο συζητητής του κόσμου τούτους; Δεν εμώρανε ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου; Διότι αφού, κατά την σοφίαν του Θεού, ο κόσμος δεν εγνώρησε με την σοφίαν του τον Θεόν, ευδόκησεν ο θεός δια της μωρίας του κηρύγματος να σώσει εκείνους που πιστεύουν. Οι Ιουδαίοι θέλουν θαύματα, οι δε Έλληνες σοφίαν, εμείς όμως κηρύττουμε Χριστόν σταυρωμένον, ο οποίος εις μεν τους Ιουδαίους είναι σκάνδαλον, εις δε τους ΄Ελληνας μωρία, αλλά σ’ εκείνους που είναι καλεσμένοι, Ιουδαίους και Έλληνας, ο Χριστός είναι θεού δύναμις και Θεού σοφία.

    Διότι εκείνο που θεωρείται θεία μωρία είναι σοφώτερον από την σοφίαν των ανθρώπων, και εκείνο που θεωρείται αδυναμία του Θεού είναι δυνατώτερον από την δύναμιν των ανθρώπων».

    Αμέσως στη συνέχεια γίνεται η τέλεια περιγραφή του χριστιανικού συρφετού:

    «Παρατηρήσατε αδελφοί, ποιοί είσθε σεις που ο Θεός εκάλεσε. Δεν υπάρχουν μεταξύ σας πολλοί σοφοί κατ’ άνθρωπον, ούτε πολλοί δυνατοί, ούτε πολλοί ευγενείς την καταγωγήν, αλλά τους μωρούς του κόσμου εδιάλεξε ο θεός δια να καταισχύνη τους σοφούς, και τους αδύνατους κατά κόσμον εδιάλεξε ο Θεός δια να καταισχύνη τους δυνατούς, και ανθρώπους που έχουν ταπεινήν καταγωγήν κατά κόσμον και τους περιφρονημένους εδιάλεξε ο Θεός, ακόμα και πράγματα που δεν υπάρχουν δια να καταργήση εκείνα που υπάρχουν».

    Αυτό το τελευταίο «εδιάλεξε ο Θεός, ακόμα και πράγματα που δεν υπάρχουν δια να καταργήση εκείνα που υπάρχουν», όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, περικλείει ολοκληρωτικά την πεμπτουσία της ιουδαιοχριστιανικής τακτικής. Δηλαδή με την φοβέρα ενός ανύπαρκτου θεού (κάτι που δεν υπάρχει), ο χριστιανισμός επιχείρησε να καταργήσει ότι ωραίο, αληθινό και βεβαίως υπαρκτό είχαν επιτύχει οι άνθρωποι, μέχρι εκείνη την στιγμή: Κατάργησε τις φιλοσοφικές σχολές, κατάργησε τους Ολυμπιακούς αγώνες, γκρέμισε κάθε καλλιτεχνικό επίτευγμα των Ελλήνων, αγάλματα, ναούς, δημόσια κτήρια, έκαψε βιβλιοθήκες.

    Έπρεπε η ανθρωπότητα να βυθιστεί στην χριστιανική αρετή της μωρίας. Η ευγενική καταγωγή έπρεπε να εξαφανιστεί από το πρόσωπο τη γης. Η παιδεία έπρεπε να ριχτεί στο «πυρ το εξώτερον», η δημοκρατία να αποβληθεί ακόμα κι από το λεξιλόγιο. Πράγματι, από την επικράτηση του χριστιανισμού μέχρι και την απελευθέρωση του 1821, δεν έπεσε ούτε μια ψήφος μέσα σε κάλπη!

    Ο σκοταδισμός που πλανιόνταν μιάμιση χιλιετία στους τόπους των Ελλήνων, άφησε ίχνη ορατά μέχρι και σήμερα. Η φρικτή καταπίεση του ιερατείου, το οποίο πάντοτε συνέπραττε με την εκάστοτε εξουσία, δεν έχει παρά δυο δεκαετίες που ξεθύμανε στη χώρα της Ελλάδας. Μέχρι την δεκαετία του 1970, λόγου χάρη, μαθητές της μέσης εκπαίδευσης τιμωρούνταν εάν δεν εκκλησιάζονταν την Κυριακή.

    Πρόκειται λοιπόν για το ολοκληρωτικό αναποδογύρισμα των αξιών του ελληνικού πολιτισμού. Εδώ τίθενται υπό καταλυτική κατηγορία όλες οι αρετές των Ελλήνων. Η χυδαιότητα στο μέρος της ευγένειας. Η μωρία στο μέρος της σοφίας. Η σύνεση αντικαθίσταται από την απερισκεψία και η δύναμη από την αδυναμία. Η ευγενική καταγωγή θεωρείται κατάρα. Δεν νομίζουμε ότι μπορεί να υπάρξει πιο παραστατική περιγραφή του χριστιανικού πνεύματος. Μ’ αυτό το πνεύμα κλήθηκαν ν΄ ανταλλάξουν οι Έλληνες τον λαμπρό τους πολιτισμό. Ποτέ η χυδαιότητα δεν ρίχτηκε με τόση μανία κατά της μόρφωσης.

    Τι προτείνει λοιπόν ο βάρβαρος αυτός; Έλληνες, αν δεν απαρνηθείτε την ταυτότητά σας, τη ευγενική σας καταγωγή, δηλαδή τις αρετές των προγόνων σας και τελικά τους ίδιους τους προγόνους σας, είστε χαμένοι από το χέρι του Θεού. Οι περισσότερες επιστολές του Παύλου διακατέχονται απ’ αυτό το πνεύμα.

    Υπάρχει όμως ένα είδος ανθρώπου που συγκεντρώνει όλ’ αυτά τα χαρακτηριστικά, τα οποία περιέγραψε προηγουμένως ο Παύλος. Τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που κάλεσε ο Θεός στις τάξεις του. Το είδος αυτό φέρει όνομα. Λέγεται δούλος. Πράγματι, ο ποταπός αυτός άνθρωπος υπήρξε ο ύπατος εγκωμιαστής της δουλείας.

    Προς Ρωμαίους, 13. 1 «Ας υποτάσσεται ο καθένας στις ανώτερες εξουσίες, διότι δεν υπάρχει εξουσία παρά από τον θεόν… Ώστε εκείνος που αντιτάσσεται εις την εξουσίαν, αντιτάσσεται εις την διαταγήν του θεού και εκείνοι που αντιστάθηκαν θα κατακριθούν… Αυτός είναι ο λόγος που πληρώνεται τους φόρους, διότι οι αρχές είναι υπηρέται του θεού».

    Εφεσίους 6. 5 «Οι δούλοι να υπακούετε εις τους κυρίους σας του κόσμου αυτού με φόβον και τρόμον».

    Τιμόθεον 6. 1 «Όσοι είναι υπό τον ζυγόν της δουλείας, ας θεωρούν τους κυρίους των αξίους κάθε τιμής, δια να μη δυσφημείται το όνομα του θεού και η διδασκαλία».

    Τίτον 2. 9 «Οι δούλοι να υποτάσσονται εις τους κυρίους τους, να είναι εις όλα ευάρεστοι».

    Φαίνεται όμως ότι το σχέδιο ήταν γενικό:

    Πέτρου 2. 13 «Υποταχθείτε λοιπόν, σε κάθε ανθρώπινη εξουσία χάριν του Κυρίου, διότι αυτό είναι το θέλημα του θεού».

    Πέτρου 2. 13 «Οι υπηρέται, να υποτάσσεσθε εις τους κυρίους σας, με τον οφειλόμενο σεβασμό, κι όχι μόνον εις τους καλούς και επιεικείς αλλά και εις τους διεστραμμένους».

    Μάλιστα οι κατοπινοί τελειοποίησαν το σχέδιο σε αξιοθαύμαστο βαθμό:

    Εις Α΄ Κορινθίους Ομιλία, ΙΘ΄ σελ. 535, Ιωάννου Χρυσοστόμου, («ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ», εκδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς» 1980): «Όπως ακριβώς δεν ωφελεί καθόλου η περιτομή ούτε βλάπτει η έλλειψις περιτομής, έτσι ούτε βλάπτει η δουλεία ούτε ωφελεί η ελευθερία. Και για να καταδείξει τούτο με μεγαλυτέραν σαφήνειαν λέγει (αναφέρεται σε λεγόμενα του Αποστόλου Παύλου): Αλλά και αν ημπορείς να γίνεις ελεύθερος, χρησιμοποίησε περισσότερο την δουλείαν, δηλαδή να είσαι περισσότερο δούλος. Και διατί τέλος πάντων αυτόν που δύναται να ελευθερωθεί τον συμβουλεύει να μείνη δούλος. Διότι θέλει να δείξη ότι δεν βλάπτει καθόλου η δουλεία αλλ’ ωφελεί μάλιστα».

    Πώς είπατε; Ότι άλλα εννοεί! Μη βιάζεστε, μας το εξηγεί αμέσως στη συνέχεια ο πατέρας Χρυσόστομος. Φρόντισε και γι’ αυτό μην τυχόν του ξεφύγει κανείς με αμφιβολίες. «Και γνωρίζω μεν ότι μερικοί ισχυρίζονται, ότι το χρησιμοποίησε περισσότερο το είπε περί ελευθερίας, υποστηρίζοντες ότι σημαίνει, εάν ημπορείς να ελευθερωθείς, ελευθερώσου… Δεν λέγει λοιπόν τούτο, αλλ’ εκείνο που είπα προηγουμένως, θέλων να δείξη ότι δεν κερδίζει τίποτε περισσότερον αυτός που γίνεται ελεύθερος, και επομένως, λέγει, και αν ακόμα εξαρτάται από σένα να ελευθερωθείς, μάλλον μένε ως δούλος».

    Μας προτείνει λοιπόν ο χριστιανισμός να γίνουμε δούλοι, όσοι δεν έτυχε ακόμα να είμαστε. Ο δούλος δεν έχει πατρίδα. Είναι άπατρις. Βρίσκεται εκεί που τον έχουν σύρει. Δεν έχει πάτρια. Ποιου λαού πατριώτης θα μπορούσε να είναι; Κανενός. Εξ ου και το «όπου γης και πατρίς».

    Όμως πατρίδα δεν είναι μόνο η γη της πατρίδας. Είναι και κάτι, κατά πολύ, περισσότερο. Αυτό που θα προσπαθήσουμε να υποστηρίξουμε, στη συνέχεια, το λέμε τώρα αμέσως:

    Δεν μπορεί, δεν γίνεται ένας σωστός χριστιανός να είναι πατριώτης. Τελεία και παύλα. Εάν όμως παρουσιαστεί μια τέτοια περίπτωση, όπου πράγματι κάποιος που δηλώνει χριστιανός, έχει δείξει όντως πατριωτική συμπεριφορά, τότε αυτομάτως καθίσταται αιρετικός. Απλούστατα διότι έχει παραβεί βασικές εντολές του Ευαγγελίου. Είναι ή δεν είναι θεόπνευστη η Καινή Διαθήκη; Ασφαλώς και είναι. Για να δούμε τη λέει η θεοπνευστία, για το ζήτημα αυτό: μα δεν τα έχουμε ήδη αναφέρει. Δεν είναι γραμμένα πριν από δεκαριά αράδες;

    Είναι ή δεν είναι μέγιστος άγιος της χριστιανοσύνης ο Χρυσόστομος; Και μάλιστα προστάτης της παιδείας των Ελλήνων! Τι λέει λοιπόν αυτός για το συγκεκριμένο θέμα: «και αν ακόμα εξαρτάται από σένα να ελευθερωθείς, μάλλον μένε ως δούλος». Όταν αυτή την χυδαιότητα την ανέχεται κανείς πώς μπορεί να λέγεται Έλλην; Μωρέ καλοί χριστιανοί ξέρεται ότι οι Έλληνες δίδασκαν στα παιδιά τους ότι ο θάνατος είναι προτιμότερος από την δουλεία; Ξέρεται ότι στον γραπτό και προφορικό λόγο εάν τοποθετηθούν οι δυο αυτές λέξεις η μια δίπλα στην άλλη, πρέπει η μια από τις δυο να αυτοκτονήσει. Ακούσατε ποτέ την έκφραση, Έλλην δούλος ή δούλος Έλλην;

    Ιδού ένας σωστός χριστιανός και άγιος του έθνους (τρομάρα του) πως ξεκαθαρίζει το ζήτημα:

    Από το βιβλίο του Ι.Θ.Κακριδή «ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΆΔΟΣΗ» έκδ. Εθνικής Τραπέζης, σελ. 13 διαβάζουμε: «Είναι χαρακτηριστικό ότι ως τον 18ο ακόμη αιώνα το χριστιανικό κήρυγμα αμφισβητεί την ελληνικότητα από το εκκλησίασμά του, που το αποτελούσαν ωστόσο Έλληνες. Αδελφοί μου, λέει ο Κοσμάς, έμαθα πως με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού δεν είσθε Έλληνες, δεν είσθε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ’είσθε ορθόδοξοι χριστιανοί…». Κοσμά Αιτωλού 1779, Διδαχαί, εκδ. Αρχιμανδρίτου Α.Ν.Καντιώτου 1959, σελ. 59.

    Ο παππούλης αυτός μας το λέει στα ίσα: ή χριστιανός ή Έλληνας. Δεν γίνεται και τα δυο μαζί.

    Ποιά είναι η αλήθεια για τον ρόλο της εκκλησίας στη επανάσταση του 1821; Το ζήτημα έχει ήδη διαλευκανθεί. Δεν είναι πρόθεσή μας εδώ να παρουσιάσουμε τα σχετικά ντοκουμέντα. Είναι πολλά και ξεκάθαρα. Η εκκλησία αφόρισε επανειλημμένως τους επαναστάτες.

    Ο Αθανάσιος Διάκος, ο Παπαφλέσσας και οι λοιποί επαναστάτες, αφού έλαβαν τους αφορισμούς, τους έγραψαν εκεί που ταίριαζε στους εαυτούς τους. Εις αρχή δια των Ελληνοπρεπών των πράξεων, αγώνων υπέρ σωτηρίας του γένους, όπως αληθώς πιστοποίησαν.

    Κι όμως, πατριώτης δεν είναι τόσο και κυρίως αυτός που μόνον πολεμά υπέρ της πατρίδας του. πώς γίνεται αυτό; Ας το κυττάξουμε καλύτερα το ζήτημα. Στον πόλεμο είτε αυτός είναι απελευθερωτικός είτε αμυντικός, λαμβάνει μέρος κανείς και για την υποστήριξη των συμφερόντων του. Είτε για να απελευθερώσει την περιουσία του ή για να αποκτήσει περιουσία. Όταν λοιπόν έχει κανείς μόνο τέτοιες βλέψεις, τότε δεν μπορεί να ονομαστεί πατριώτης.

    Για τον προσδιορισμό αυτό, του πατριώτη, χρειάζονται επί πλέον στοιχεία και χαρακτηριστικά. Στοιχεία και χαρακτηριστικά τα οποία τα διέθεταν μεν οι επαναστάτες του 1821, αλλά όχι σε βαθμό ικανό, ώστε να πετύχουν ολοκληρωτικά. Γι’ αυτό τον λόγο απελευθέρωσαν μεν οι άνθρωποι αυτοί τη γη της Ελληνικής πατρίδος, αλλά όχι και την ελληνική ψυχή. Η ψυχή αυτή παρέμεινε χτικιασμένη από την χριστιανική φυματίωση. Την απάτριδα αυτή ανθελληνική χολέρα: «Των αγίων πατέρων ημών Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ».

    Εάν πετύχαινε ολοκληρωτικά η επανάσταση, τότε θα έπρεπε να ακούγονταν, αντί του κατάπτυστου προαναφερθέντος τροπαρίου, το «Των αγίων πατέρων ημών Δευκαλίωνος και Πύρρας, των αγίων προπατόρων Θαλή, Δημόκριτου, Επίκουρου, των αγίων Ρήγα Φεραίου, Καΐρη, Ροΐδη, Ίωνος Δραγούμη και πάντων των υπέρ πατρίδος πεσόντων και διωκομένων υπό του δουλικού χριστιανικού ιερατείου».

    Ξέρουμε ότι σας ακούγονται από παράξενα μέχρι και γελοία τα λόγια αυτά. Έχετε δίκιο, διότι μετά από μιάμιση χιλιετία χριστιανικού κυριελέησον, Αβράμηδων, εν Βηθλεέμ, Σιων, Καπερναούμ, Ιορδάνη ποταμό και κάθε αποκλειστικά εβραϊκό άκουσμα, είναι φυσικό να ξινίζονται τ’ αυτιά σας όταν ακούσουν κάτι το Eλληνικό.

    Πατριώτης λοιπόν είναι αυτός που είναι τέτοιος 365 μέρες το χρόνο, κι όχι απαραιτήτως και κυρίως αυτός που πηγαίνει στον πόλεμο. Το σπεύδειν εις τον πόλεμον είναι αναγκαία μεν προϋπόθεση αλλά όχι ικανή.

    Αλλά ακόμα και στον πόλεμο βρήκε τρόπο να μας εξευτελίζει η συμμορία του χριστιανικού ιερατείου. Μας αντικατέστησε τον τρομερό των Ελλήνων Θεό του πολέμου Άρη, με την κυρά κατίνα αγία Βαρβάρα!!! Να βλέπουμε το ελεεινό αυτό θέαμα, Στρατηγοί και αξιωματικοί να προσκυνούν και να ασπάζονται τα βρόμικα χέρια του δουλικού χριστιανικού ιερατείου!! Όταν απαγορεύονταν στους Έλληνες, ρητώς και κατηγορηματικώς, να προσκυνούν ακόμα και τους Θεούς τους. Οποίος εξευτελισμός για την ελληνική ψυχή.

    Είναι προς ντροπή σας κύριοι στρατιωτικοί να προσκυνάτε το ιουδαιοχριστιανικό ιερατείο. Σας απευθύνουμε ένα μεγάλο κατηγορώ. Πρέπει να μας απαντήσετε ξεκάθαρα με ποιό δικαίωμα προσκυνάτε ανθρώπους που πιστεύουν σε αρετές του είδους:

    «και αν ακόμα εξαρτάται από σένα να ελευθερωθείς, μάλλον μένε ως δούλος», «Αδελφοί μου, έμαθα πως με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού δεν είσθε Έλληνες, δεν είσθε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ’είσθε ορθόδοξοι χριστιανοί…», «Υποταχθείτε λοιπόν, σε κάθε ανθρώπινη εξουσία χάριν του Κυρίου, διότι αυτό είναι το θέλημα του θεού», «Οι υπηρέται, να υποτάσσεσθε εις τους κυρίους σας, με τον οφειλόμενο σεβασμό, κι όχι μόνον εις τους καλούς και επιεικείς αλλά και εις τους διεστραμμένους».

    Αφού γνωρίζουμε ότι, ευτυχώς, το φρόνημά σας είναι ελληνικότατο, γιατί άραγε χρειάζεστε τις ευλογίες του δουλοπρεπούς παπαδαριού; Γιατί ανέχεστε να σας ταλαιπωρούν, σε κάθε εθνική γιορτή, στήνοντάς σας, με τις ώρες, μπροστά στα ιουδαϊκά λάβαρα;

    Οι Έλληνες δεν πολέμησαν ποτέ κινούμενοι από τα χριστιανικά τους αισθήματα, αλλά από τα ελληνικά. Διότι το ελληνικό μεδούλι τους δεν μπόρεσε ποτέ να το φθείρει η δουλική χριστιανική πανούκλα. Έφθειρε όμως τις σάρκες του ελληνικού σώματος. Απ’ έξω χριστιανικό κι από μέσα ελληνικό. Μια σχιζοφρενική ύπαρξη.

    Το παπαδαριό με ψυχή και με δόντια προσπαθεί, μάταια πλέον, ν’ αποκρύψει τα αμαρτήματα που διέπραξε κατά του ελληνικού λαού. (Μέσα από την παρούσα ιστοσελίδα, έχουμε παρουσιάσει, και θα παρουσιάσουμε κι άλλα ντοκουμέντα, που φωτίζουν τις σκοτεινές πτυχές και γωνιές του θέματος. Επίσης κι άλλοι πολλοί πράττουν ανάλογα).

    Μέχρις ότου ο ελληνικός λαός θα παραμένει μέσα στο ιστορικό σκοτάδι, ο πατριωτισμός του θα τυγχάνει κουτσός και ελλιπής. Θα περιορίζεται στον πόλεμο, κάτι που είναι σίγουρο, κι όχι και στην καθημερινότητα. Επείγει λοιπόν η απελευθέρωση της ελληνικής ψυχής.

    Δὲν φταῖνε οἱ ἄνθρωποι σήμερα ὅταν δὲν μποροῦν νὰ ἐρωτευθοῦν

    Ἡ διαφθορὰ ὡς δικαίωμα

    ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ἔχουμε δύο λέξεις γιὰ νὰ σημάνουμε τὰ ἀντι-κείμενα τῆς ἐμπειρικῆς μας πιστοποίησης: τὴ λέξη «πράγματα» καὶ τὴ λέξη «χρήματα».

    «Πράγματα» εἶναι τὰ παράγωγα τοῦ πράττειν, τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς ποιητικῆς ἐνέργειας, τὰ πεπραγμένα ἑνὸς δημιουργοῦ προσώπου.

    «Χρήματα» εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ καθορίζονται κυρίως ἀπὸ τὴ χρήση τους, ἐξυπηρετοῦν χρηστικὲς ἀνάγκες, εἶναι χρήσιμα στὴν πρακτικὴ τοῦ βίου.

    Τὰ πράγματα ἐνδέχεται νὰ διασώζουν τὴν ἑτερότητα (μοναδικότητα καὶ ἀνομοιότητα) ἑνὸς προσωπικοῦ δημιουργικοῦ λόγου, νὰ παραπέμπουν στὸ πρόσωπο τοῦ δημιουργοῦ τους (ὅπως ἡ ζωγραφιὰ στὸν ζωγράφο καὶ τὸ ποίημα στὸν ποιητή).

    Τὰ χρήματα ταυτίζονται ἁπλῶς μὲ τὴ χρηστική τους σκοπιμότητα, παραπέμπουν στὴν ἴδια γιὰ ὅλους ὠφέλιμη διευκόλυνση.

    Ἔχουμε καὶ μιὰ τρίτη λέξη στὰ ἑλληνικά: τὴ λέξη «νομίσματα».

    Εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ χρήματα ποὺ τὴ χρήση τους τὴν καθορίζουμε ἐμεῖς (κάθε ἀνθρώπινη κοινωνία) μὲ κοινὴ συμφωνία-σύμβαση.

    Ἀντιπροσωπεύουν τὴ σύμβαση (τὸν δικό μας «νόμο»), δὲν ἔχουν δική τους «φύση-οὐσία», γι' αὐτὸ καὶ τὰ λέμε «νομίσματα»: εἶναι τὰ νομιζόμενα, «ὅτι οὐ φύσει, ἀλλὰ νόμῳ κεῖνται», καθὼς ὅρισε ὁ Ἀριστοτέλης.

    Μὲ τὰ νομίσματα κατορθώνουμε οἱ ἄνθρωποι νὰ «ἰσάζωμεν» τὶς ἀνταλλακτικές μας σχέσεις, νὰ κοινωνοῦμε τὶς ἀνάγκες μας «κατὰ λόγον», μὲ τρόπο λογικό: τὸν τρόπο τῆς συμπαντικῆς ἁρμονίας καὶ κοσμιότητας.

    Στόχος εἶναι οἱ ἁρμονικές, κόσμιες σχέσεις μας (στόχος ὑπαρκτικῆς ἀλήθειας καὶ γνησιότητας τόσο γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ὅσο —ὡς ἐλευθερία ἀγάπης— καὶ γιὰ τοὺς Χριστιανούς).

    Τὸ νόμισμα εἶναι ἁπλῶς τὸ μέσο, τὸ ἐργαλεῖο ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ λογικότητα τῶν σχέσεών μας.

    Γι' αὐτὸ καὶ μοιάζει ἀδιανόητο (τουλάχιστον γιὰ τὸν Ἀριστοτέλη) νὰ αὐτονομεῖται τὸ νόμισμα, νὰ λειτουργεῖ ἄσχετα ἀπὸ τὶς σχέσεις, γιὰ παράδειγμα νὰ αὐτοπολλαπλασιάζεται μὲ τὸν «τόκο»: ὁ τόκος, τὸ νὰ «τίκτει» τὸ νόμισμα, «παρὰ φύσιν τῶν χρηματισμῶν ἐστι».

    Τὰ «πράγματα» προσφέρονται στὴ σχέση, τὰ «χρήματα» καὶ τὰ «νομίσματα» στὴ χρήση ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ σχέση (ὅταν ἀποβλέπει ἡ χρήση στὴν «κοινωνία τῆς χρείας»).

    Ὅμως σήμερα ζοῦμε σὲ κοινὸ τρόπο βίου (δηλαδὴ πολιτισμό) ποὺ μειώνει συνεχῶς τὸ πεδίο τῶν σχέσεων, τὸ ἐνδιαφέρον ἢ τὴν ἀνάγκη τῆς σχέσης, γιὰ χάρη τῆς προτεραιότητας τῶν χρήσεων.

    Στὸν πολιτισμό μας ἡ χρήση αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴ σχέση, τείνει νὰ ὑποκαταστήσει τὴν κοινωνία τῆς χρείας μὲ παράλληλες ἄπληστες χρήσεις.

    Διαμορφώνει ἀνεπαίσθητα τὸν ψυχισμό μας αὐτὸς ὁ πολιτισμός, μᾶς μπολιάζει μὲ ἀντανακλαστικὰ κυρίως χρησιμοθηρικά, μὲ προϊούσα ἀνικανότητα σχέσης, ἀνέραστη συμπεριφορά.

    Δὲν φταῖνε οἱ ἄνθρωποι σήμερα ὅταν δὲν μποροῦν νὰ ἐρωτευθοῦν, ὅταν ταυτίζουν τὸν ἔρωτα μόνο μὲ τὴ χρήση τοῦ ἄλλου.

    Δὲν φταῖνε, γιατὶ δὲν ἀσκήθηκαν ποτὲ στὴ σχέση, δὲν ξέρουν νὰ σχετίζονται, κάθε ἐπιθυμία τους ἐκπληρώνεται πατώντας ἕνα κουμπί.

    Δὲν ἔμαθαν νὰ μοιράζονται τὸ θέλημά τους, νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ ἐγώ τους.

    Ξέρουν μόνο τὴ χρήση, ὄχι τὴ σχέση, μόνο τὰ χρήματα, ὄχι τὰ πράγματα.

    Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τι είναι η ψυχή

    Πώς μπορεί η νευροεπιστήμη να αποδείξει την ύπαρξη της ψυχής; Τα αποδεικτικά στοιχεία βρίσκονται σε όσα ήδη γνωρίζουμε για τον τρόπο που η ανθρώπινη βιολογία – ο εγκέφαλος και ο νους μας – λειτουργεί.

    Η ψυχή, στο απλούστερο επίπεδο, είναι μια προέκταση της προσπάθειας του σώματος για συνδεσιμότητα. Χωρίς την ικανότητα της δημιουργίας δεσμών, η ψυχή μένει απόμακρη και εγγενώς άγνωστη, ακόμα και στον ίδιο της τον εαυτό. Η ψυχή αποκαλύπτεται μέσα από τη βούληση και τη δέσμευσή της, μια δέσμευση που αποδέχεται ότι η ζωτικότητα και η έκφρασή της καθορίζονται από τη σχέση της με αυτό που βρίσκεται πέρα από τον εαυτό της.

    Δεν πρόκειται για νέο ιδεολόγημα. Κάποιες από τις παλαιότερες θέσεις περί ψυχής δηλώνουν τη σχέση της με το σώμα. Πρώιμοι διανοητές είδαν την ψυχή ως ένα έμβιο πνεύμα, ένα πνεύμα που δίνει ζωή στο σώμα, αλλά δεν είναι απόλυτα «του σώματος».

    Οι Έλληνες χρησιμοποίησαν τον όρο ψυχή με τη σημασία της πνοής, της ανάσας που δίνει ζωή (από το ρήμα ψύχω, που σήμαινε «πνέω, φυσώ»). Για τον Θωμά τον Ακινάτη και τον Αριστοτέλη, η ψυχή (anima στα λατινικά) είναι αυτό που δίνει ζωογόνο πνοή στο σώμα, χωρίς όμως να εξαντλείται από αυτό. Ο Ισαάκ Νεύτων είδε την ψυχή ως ενέργεια, αναπνοή και Πνεύμα.

    Ο Νεύτων προσέδωσε επιστημονική οξυδέρκεια σε ό,τι αφορά τον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπινου σώματος, η οποία παρείχε τις βάσεις και το ειδικό βάρος στην άποψη ότι η ψυχή είναι η δύναμη της ζωής. Περιέγραψε την ψυχή ως ενέργεια, και αυτή η περιγραφή ακούγεται ακόμα αληθινή.

    Η ψυχή είναι η οντότητα που διατηρεί τη ζωτικότητα του ανθρώπινου σώματος⋅ διαχέει ζωή στα όργανα και στα άκρα. Η ψυχή επίσης είναι αυτή που δίνει πνοή σε κάτι που εκείνος ονόμασε «νόηση» και σε αυτό που εμείς θα αποκαλέσουμε «νου» – τη δύναμη και τη βούληση να δημιουργήσουμε, να κατανοήσουμε και να έχουμε σχέσεις.

    Ο νους/ η νόηση είναι που μας δίνει την αίσθηση του προσωπικού εαυτού μας και, μέσω αυτής της ατομικότητας, έναν τρόπο να συνδεθούμε και να διατηρήσουμε τη ζωτικότητα πέρα από τα όρια του σώματος. Μια σημείωση πόσον αφορά στους όρους. Χρησιμοποιώ τους όρους νους και ψυχή σχεδόν αδιάκριτα. Όπως ανέφερε παραπάνω, η καίρια διάκριση που θέλω να κάνω είναι μεταξύ του υλικού (σώμα) και του άυλου (ψυχή).

    Η ψυχή δεν μπορεί να περιοριστεί στο σώμα, και υπάρχει κάτι περισσότερο από απλώς και μόνο σώμα. Αλλά είτε ονομάσουμε αυτό το κάτι «νου» είτε «νόηση» είτε «ψυχή», είναι λιγότερο σημαντικό, αναφορικά με το συνολικό επιχείρημα, από το να κατανοήσουμε τον τρόπο που ο νους/ η νόηση/ η ψυχή υπερβαίνει τις αμιγώς σωματικές διεργασίες ενώ παραμένει σε σύνδεση με αυτές.

    Πρώτο βήμα για την επιλογή της ευτυχίας: αποφυγή της ακινητοποίησης

    Να έχετε υπόψη σας τη λέξη ακινητοποίηση ως δείκτη των αρνητικών συναισθημάτων στη ζωή σας. Μπορεί να πιστεύετε ότι ο θυμός, η εχθρότητα, η ντροπαλότητα κι άλλα παρόμοια συναισθήματα αξίζει τον κόπο να τα νιώθουμε πότε πότε κι έτσι να θέλετε να προσκολληθείτε σ’ αυτά. Οδηγός σας θα έπρεπε να είναι ο βαθμός της όποιας ακινητοποίησής σας από ένα συναίσθημα.

    Η ακινητοποίηση μπορεί να κυμαίνεται από την ολική αδράνεια ως την ήπια αναποφασιστικότητα και διστακτικότητα. Ο θυμός σας, σας συγκρατεί από το να λέτε, να νιώθετε ή να κάνετε κάτι; Αν ναι, τότε είστε ακινητοποιημένοι. Η ντροπαλότητά σας, σας εμποδίζει να γνωρίζετε ανθρώπους που θα θέλατε; Αν είναι έτσι, τότε είστε ακινητοποιημένοι και στερείσθε από εμπειρίες που θα σας ταίριαζαν. Το μίσος κι η ζήλια σας συντείνουν ώστε ν’ αναπτύξετε έλκη και ν’ ανεβεί η πίεσή σας;

    Σας εμποδίζουν να ασκείτε αποδοτικά το επάγγελμά σας; Είστε ανίκανοι να κοιμηθείτε ή να κάνετε έρωτα εξαιτίας κάποιου αρνητικού συναισθήματος της στιγμής; Όλα αυτά είναι σημάδια ακινητοποίησης. Ακινητοποίηση είναι μια κατάσταση στην οποία, είτε ήπια είναι είτε σοβαρή, δεν μπορείτε να λειτουργήσετε στο επίπεδο που θα θέλατε. Αν τα συναισθήματά σας, σας οδηγούν σε μια τέτοια κατάσταση, δεν χρειάζεται ν’ αναζητήσετε άλλη δικαιολογία για ν’ απαλλαγείτε απ’ αυτά.

    Σας δίνω παρακάτω ένα σύντομο κατάλογο μερικών περιπτώσεων στις οποίες πιθανόν ακινητοποιείστε. Κυμαίνονται από μικρότερες σε μεγαλύτερες καταστάσεις ακινησίας.

    Ακινητοποιήστε όταν…

    – Δεν μπορείτε να μιλήσετε τρυφερά στο/στη σύζυγό σας ή και στα παιδιά σας, έστω κι αν το θέλετε.
    – Δεν μπορείτε να επεξεργαστείτε κάτι που σας ενδιαφέρει πολύ.
    – Δεν κάνετε έρωτα, ενώ θα θέλατε.
    – Κάθεστε όλη μέρα στο σπίτι βυθισμένοι σε μελαγχολικές σκέψεις.
    – Δεν ασχολείστε με σπορ, ή άλλες ευχάριστες δραστηριότητες, εξαιτίας κάποιων συναισθημάτων βαριεστημάρας.
    – Δεν μπορείτε να συστηθείτε σε κάποιο πρόσωπο που σας γοητεύει.
    – Αποφεύγετε να μιλήσετε σε κάποιον όταν συνειδητοποιείτε ότι μια απλή χειρονομία θα βελτίωνε τη σχέση σας.
    – Δεν μπορείτε να κοιμηθείτε επειδή κάτι σας απασχολεί.
    – Ο θυμός σας, σας εμποδίζει να σκεφτείτε καθαρά.
    – Λέτε κάτι προσβλητικό σε κάποιον που αγαπάτε.
    – Κάνετε γκριμάτσες ή είστε τόσο νευρικοί ώστε δεν ενεργείτε με τον τρόπο που θα προτιμούσατε.

    Η ακινητοποίηση δημιουργεί ένα βαθύ αυλάκι. Κυριολεκτικά όλα τα’ αρνητικά συναισθήματα καταλήγουν σε κάποιο βαθμό αυτοακινητοποίησης κι αυτό από μόνο του αποτελεί μια γερή δικαιολογία για να τα εξαλείψετε ολότελα από τη ζωή σας.

    Μην ξεκινήσετε μια αντιπαράθεση με τον πρώτο τυχόντα

    Οξύνοντας το πνεύμα, η αντιπαράθεση είναι πράγματι ωφέλιμη και για τις δύο πλευρές, προκειμένου να διορθώσει κανείς εσφαλμένες σκέψεις και να αντιληφθεί νέες απόψεις.

    Όμως στη μόρφωση και την πνευματική δύναμη, οι δύο αντίπαλοι πρέπει να είναι σε κάποιο βαθμό ισοδύναμοι. Αν ένας εκ των δύο στερείται παιδείας, δεν θα μπορέσει να καταλάβει τον άλλον, καθώς δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τον ανταγωνιστή του. Εάν στερείται πνευματικής δύναμης, θα πικραθεί, θα οδηγηθεί σε ανέντιμα τεχνάσματα και θα καταλήξει να γίνει αγενής.

    Άρα, λοιπόν, ο μόνος ασφαλής κανόνας είναι να μην ξεκινήσετε μια αντιπαράθεση με τον πρώτο τυχόντα, παρά μόνο με όσους γνωστούς σας ξέρετε πως κατέχουν αρκετή ευφυΐα και αυτοσεβασμό ώστε να μην προβούν σε παραλογισμούς· με εκείνους που επικαλούνται τη λογική κι όχι την εξουσία, που υπακούουν στη λογική και ακολουθούν τις επιταγές της, και, τέλος, εκείνους που αγαπούν την αλήθεια, που είναι πρόθυμοι να δεχτούν τη λογική ακόμα κι από το στόμα του αντιπάλου τους, ενώ είναι αρκετά δίκαιοι ώστε να αντέξουν την ήττα σε περίπτωση που η αλήθεια είναι με το μέρος του άλλου.

    Ως εκ τούτου, μετά βίας ένας στους εκατό είναι άξιος αντίπαλος σας για μια αντιπαράθεση. Αφήστε τους υπόλοιπους να λένε ό,τι θέλουν, καθώς όλοι έχουν δικαίωμα στη βλακεία. Θυμηθείτε τα λόγια του Βολταίρου: La paix vaut encore mieux que la vérité (Η ειρήνη αξίζει περισσότερο από την αλήθεια). Θυμηθείτε επίσης μια αραβική παροιμία που μας λέει πως από το δέντρο της σιωπής κρέμεται κι ο καρπός του, η ειρήνη.

    ARTHUR SCHOPENHAUER, Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο

    Η αρετή είναι ένα τεχνητό ανακάτεμα και δεν είναι ούτε ακέραιη, ούτε ξεκάθαρη, ούτε σταθερή, ούτε εντελώς αθώα

    Σε τι χρησιμεύουν αυτές oι ύψιστες κορυφές της φιλοσοφίας, όπου κανένα ανθρώπινο ον δεν μπορεί να φτάσει, και οι κανόνες που ξεπερνούν τη συνήθειά μας και τις δυνάμεις μας; Βλέπω συχνά να μας προτείνουν παραδείγματα ζωής τα οποία ούτε εκείνοι που τα προτείνουν ούτε οι ακροατές τους έχουν ποτέ καμιά ελπίδα να ακολουθήσουν, και προπαντός τη διάθεση. Από το ίδιο χαρτί, στο οποίο μόλις έγραψε την απόφαση καταδίκης εναντίον ενός μοιχού, ο δικαστής κόβει ένα κομμάτι για να γράψει ραβασάκι στη γυναίκα του συναδέλφου του. Η γυναίκα με την οποία μόλις πριν λίγη ώρα βρεθήκατε παράνομα, μετά από λίγο και μπροστά σας μάλιστα, θα βάλει τις φωνές εναντίον μιας φίλης της που έκανε το ίδιο σφάλμα, κι ακόμη πιο άγριες απ’ όσο θα φώναζε η Πόρσια. Και κάποιος άλλος καταδικάζει ανθρώπους σε θάνατο για εγκλήματα που ο ίδιος ούτε καν θεωρεί λάθη.

    Έτσι κάνουν οι άνθρωποι. Αφήνουμε τους νόμους και τις εντολές να ακολουθούν το δρόμο τους, εμείς παίρνουμε έναν άλλο- όχι μόνο από χαλάρωση των ηθών, αλλά συχνά και λόγω αντίθετης γνώμης και κρίσης. Παρακολουθήστε την ανάγνωση ενός φιλοσοφικού λόγου: η εφευρετικότητα, η ευγλωττία, η ακρίβεια εντυπωσιάζουν αμέσως το πνεύμα σας και σας συγκινούν- δεν υπάρχει όμως τίποτα που να προκαλεί ή να κεντρίζει τη συνείδησή σας- αλήθεια, σ’ αυτήν δεν απευθύνονται; Ο Αρίστων έλεγε όμως ότι κανένα πλύσιμο και κανένα μάθημα δεν ωφελεί αν δεν καθαρίζει και δεν απομακρύνει τη βρομιά.

    Σε όλες τις σχολές της αρχαίας φιλοσοφίας θα βρεις ότι το ίδιο άτομο επεξεργάζεται και δημοσιεύει κανόνες εγκράτειας και συγχρόνως γραπτά έρωτα και ακολασίας. Και ο Ξενοφώντας, στον κύκλο του Κλινία, έγραψε εναντίον της ηδονής εκείνης που εκθείαζε ο Αρίστιππος. Δεν υπάρχει κάποια θαυμαστή μεταλλαγή που τους ταρακουνάει. Όμως στην περίπτωση του Σόλωνα, παρουσιάζεται άλλοτε ως ο εαυτός του κι άλλοτε ως νομοθέτης: άλλοτε μιλάει για το λαό, άλλοτε για το άτομό του- και υιοθετεί για τον εαυτό του τους ελεύθερους και φυσικούς κανόνες, αισθανόμενος τη σιγουριά μιας σταθερής και σιδερένιας υγείας.

    Ο Αντισθένης επιτρέπει στο σοφό να αγαπά και να κάνει με τον τρόπο του αυτό που θεωρεί σωστό, χωρίς να δίνει σημασία στους νόμους, δεδομένου ότι είναι πιο συνετός από αυτούς και έχει μεγαλύτερη γνώση της αρετής. Ο μαθητής του ο Διογένης έλεγε να αντιπαραθέτουμε στις ταραχές τη λογική, στη μοίρα το θάρρος, στους νόμους τη φύση.

    Για τα ευαίσθητα στομάχια χρειάζονται δίαιτες αυστηρές και μελετημένες. Τα γερά στομάχια ακολουθούν απλά τις οδηγίες της φυσικής τους όρεξης. Έτσι κάνουν οι γιατροί μας που τρώνε το πεπόνι και πίνουν το φρέσκο κρασί ενώ επιβάλλουν στους ασθενείς τους το σιρόπι και το νεροζούμι.

    Δεν ξέρω για τα βιβλία τους, έλεγε η εταίρα Λαΐς, για τις γνώσεις τους, για τη φιλοσοφία τους, αλλά αυτοί οι άνθρωποι χτυπάνε εξίσου συχνά την πόρτα μου με οποιονδήποτε άλλον. Από τότε που η ελευθερία των ηθών μάς παρασύρει συνεχώς πέρα από αυτό που είναι νόμιμο και επιτρεπτό, έχουμε συχνά περιορίσει τους κανόνες και τους νόμους της ζωής μας πέρα από κάθε λογική.

    Όλος ο κόσμος θεωρεί ότι αυτά τα σφάλματα βρίσκονται μέσα στα όρια του επιτρεπτού.

    Θα ήταν ευχής έργον να υπήρχε μεγαλύτερη αντιστοιχία ανάμεσα στην εντολή και την υπακοή και μοιάζει άδικος ο στόχος που δεν μπορούμε να φτάσουμε.Η ανθρώπινη σοφία δεν κατόρθωσε ποτέ να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που η ίδια καθόρισε για τον εαυτό της και, αν το είχε καταφέρει, θα όριζε άλλα πιο πέρα, τα οποία πάντα θα επιθυμούσε και θα διεκδικούσε, τόσο εχθρική προς τη σταθερότητα είναι η φύση μας. Ο άνθρωπος ορίζει ότι πρέπει ο ίδιος αναγκαστικά να βρίσκεται στην αμαρτία. Δεν είναι αρκετά επιδέξιος για να κόψει το καθήκον του στα μέτρα μιας διαφορετικής φύσης από τη δική του. Σε ποιόν λοιπόν επιβάλλει κάτι που από κανένα δεν περιμένει να το πράξει; Βρίσκει άδικο να μην κάνει ο άλλος αυτό που του είναι αδύνατο; Οι ίδιοι νόμοι που μας καταδικάζουν στην αδυναμία, είναι οι ίδιοι που μας κατηγορούν γιατί δεν μπορούμε.

    Στη χειρότερη περίπτωση, αυτή η κακοφορμισμένη ελευθερία, να παρουσιάζεται δηλαδή κανείς με δυο όψεις, οι πράξεις με έναν τρόπο, τα λόγια με έναν άλλο, ας επιτρέπεται σε εκείνους που μιλούν για τα πράγματα- όμως δεν μπορεί να επιτρέπεται σε εκείνους που μιλούν για τον εαυτό τους, όπως κάνω εγώ: πρέπει να ακολουθώ με την πέννα το βηματισμό των ποδιών μου. Η κοινωνική ζωή πρέπει να σχετίζεται με τις ζωές των άλλων. Η αρετή του Κάτωνα ξεπερνούσε σε σθένος το μέτρο της εποχής του- και για έναν άνθρωπο που ανακατευόταν με τη διακυβέρνηση άλλων, αφιερωμένο στην υπηρεσία της κοινωνίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι νόμοι του ήταν, αν όχι άδικοι, τουλάχιστον μάταιοι και εκτός εποχής. Η ίδια η συμπεριφορά μου, που αν και μόλις που αποκλίνει κατά ένα δαχτυλάκι από τις συνήθεις συμπεριφορές, με κάνει εντούτοις κάπως απρόσιτο και ελάχιστα κοινωνικό για την εποχή μου. Δεν ξέρω αν είναι χωρίς λόγο που αισθάνομαι αηδιασμένος από τον κόσμο που συναναστρέφομαι, αλλά ξέρω καλά ότι θα ήταν αδικαιολόγητο να παραπονιέμαι γιατί ο κόσμος είναι περισσότερο αηδιασμένος από μένα απ’ ό,τι είμαι εγώ από εκείνον.

    Η αρετή που αρμόζει στις υποθέσεις των ανθρώπων είναι μια αρετή με πολλές πτυχές, εσωτερικές και εξωτερικές γωνίες, για να μπορέσει να προσαρμοστεί και να ταιριάξει με την ανθρώπινη αδυναμία, είναι ένα τεχνητό ανακάτεμα και δεν είναι ούτε ακέραιη, ούτε ξεκάθαρη, ούτε σταθερή, ούτε εντελώς αθώα.

    Michel de Montaigne, ΠΕΡΙ ΔΟΞΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑΣ

    Κασσάνδρα

    Στην Ελληνική μυθολογία, η Κασσάνδρα, αναφερόμενη και ως Κασάνδρα ή Αλεξάνδρα, ήταν κόρη του βασιλιά της Τροίας Πριάμου και της Εκάβης.

    Ο θεός Απόλλων έδωσε στην Κασσάνδρα το χάρισμα της μαντικής και ζήτησε τον έρωτά της ως αντάλλαγμα. Η Κασσάνδρα όμως αρνήθηκε. Τότε ο θεός την εκδικήθηκε δίνοντάς της την κατάρα του να μη δίνει κανένας πίστη στις προφητείες της. Μία άλλη παράδοση ερμηνεύει αλλιώς την απόκτηση του προφητικού χαρίσματος από την Κασσάνδρα: όταν ήταν ακόμα παιδί, οι γονείς της τέλεσαν μια τελετή στον ναό του Θυμβραίου Απόλλωνα έξω από τις πύλες της Τροίας και το βράδυ αποχώρησαν αφήνοντάς τη μαζί με τον αδελφό της Έλενο μέσα στον ναό. Την άλλη μέρα πήγαν να πάρουν τα παιδιά και τα βρήκαν να κοιμούνται έχοντας δίπλα τους δύο φίδια που τους έγλειφαν το πρόσωπο. Ο Πρίαμος και η Εκάβη άρχισαν να φωνάζουν και τα φίδια αποτραβήχθηκαν, αλλά είχαν προλάβει, ως όργανα του θεού, να τους δώσουν το χάρισμα της μαντικής. Για την Κασσάνδρα λεγόταν ότι προέλεγε το μέλλον μετά από θεϊκή έμπνευση, όπως η Σίβυλλα και η Πυθία. Από την άλλη, ο Έλενος το έπραττε ερμηνεύοντας τις κινήσεις και τις κραυγές των πουλιών (οιωνοσκοπία).

    Η πρώτη από τις συγκεκριμένες προφητείες της Κασσάνδρας που αναφέρονται από τις πηγές ήταν ότι ο Πάρις θα έφερνε καταστροφή στην πόλη, όταν αυτός επέστρεψε για πρώτη φορά στην Τροία, χωρίς να είναι γνωστή η πριγκηπική του ιδιότητα. Αργότερα, όταν έφερε και την Ωραία Ελένη στην πόλη, η Κασσάνδρα είπε πως η απαγωγή αυτή θα προκαλούσε τον αφανισμό της Τροίας, αλλά κανένας δεν την πίστευε. Η Κασσάνδρα ήταν η πρώτη που γνώριζε ότι ο πατέρας της επέστρεφε από τον Αχιλλέα με τη σορό του Έκτορα. Η Κασσάνδρα και ο Λαοκόων προσπάθησαν με κάθε τρόπο να πείσουν τους Τρώες να μη βάλουν μέσα στην πόλη τον Δούρειο Ίππο. Η Κασσάνδρα τους είπε μάλιστα «καθαρά και ξάστερα» ότι το ξύλινο εκείνο άλογο ήταν γεμάτο με οπλισμένους εχθρούς, αλλά και πάλι δεν έγινε πιστευτή.

    Μετά την άλωση της Τροίας, η Κασσάνδρα κατέφυγε στον ναό της Αθηνάς. Εκεί έφθασε ο Αίας ο Λοκρός με κακές διαθέσεις. Η Κασσάνδρα αγκάλιασε το άγαλμα της θεάς και ικέτευε έλεος. Ο Αίας την τράβηξε από τα μαλλιά, οπότε το άγαλμα σείσθηκε από τη βάση του. Η Κασσάνδρα βιάστηκε μέσα στο ναό. Οι άλλοι Έλληνες που το είδαν αυτό αγανάκτησαν από τη φοβερή ιεροσυλία, τόσο ώστε είχαν σκοπό να λιθοβολήσουν τον Αίαντα. Τότε ο Αίας βρήκε καταφύγιο στον βωμό της ίδιας θεάς την οποία πριν από λίγο είχε προσβάλει με τη συμπεριφορά του.

    Οι κατακτητές μοιράσθηκαν τις γυναίκες των ηττημένων, οπότε η Κασσάνδρα έπεσε στον κλήρο του Αγαμέμνονα, ο οποίος την ερωτεύθηκε σφοδρά. Κάποιος Τρωαδίτης ήρωας, ο Ορθυονέας, την είχε ζητήσει σε γάμο δίνοντας την υπόσχεση στον Πρίαμο ότι θα έδιωχνε τους πολιορκητές από την Τροία, αλλά σκοτώθηκε στη μάχη από τον Ιδομενέα. Είναι πιθανό ότι η Κασσάνδρα απέκτησε δύο γιους με τον Αγαμέμνονα, τον Τηλέδαμο και τον Πέλοπα. Τελικώς η τύχη της ενώθηκε με τη δική του: όταν έφθασαν στις Μυκήνες δολοφονήθηκαν και οι δύο από την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο.

    Εκφράσεις

     Στη σύγχρονη εποχή έχουν επικρατήσει από τον παραπάνω μύθο, ιδίως μάλιστα στον ελληνικό πολιτικό λόγο, εκφράσεις όπως «θα διαψευσθούν οι ποικιλώνυμες Κασσάνδρες» ή «μην ακούτε τις Κασσάνδρες», κλπ.. Αυτές οι εκφράσεις είναι λογικά αναντίστοιχες προς τον αρχαίο μύθο, αφού όλες οι προφητείες της Κασσάνδρας αποδεικνύονταν αληθινές, ασχέτως εάν δεν τις πίστευαν όσοι τις άκουγαν.

    Η ασυνειδησία της αδυναμίας μας συνιστά τη δύναμή μας

    Μόνο η ασυνειδησία και η άγνοια επιτρέπουν στον άνθρωπο να είναι ευτυχής. Το πρότυπο της ευτυχίας είναι το παιδί. Η μόνη στιγμή που ένα παιδί δεν είναι ευτυχισμένο είναι όταν είναι άρρωστο. Και μια οικουμενική συνείδηση του εαυτού του συνδέεται με αυτήν την αρρώστια.

    Ο άνθρωπος στην αρχή δεν έχει συνείδηση της μικρότητάς του απέναντι στο χώρο και δεν καταλαβαίνει ποτέ καθαρά την ασημαντότητά του απέναντι στο χρόνο.

    Η ασυνειδησία της αδυναμίας μας συνιστά τη δύναμή μας. Η ασυνειδησία του κινδύνου συνιστά την τόλμη μας. Η ασυνειδησία του μυστηρίου και της φρίκης που αντιπροσωπεύει ο θάνατος συνιστά το θάρρος μας ενώπιόν του.

    Τι μπορεί να μας δώσει απόλαυση ή μεγαλείο; Οι αισθήσεις; Τίποτε απ’ αυτά` διότι …

    Η γνώση; Η μόνη ευτυχία της γνώσης είναι η άγνοια, είναι η ασυνειδησία όσων δεν ξέρουμε και δεν θα μάθουμε ποτέ. Η απόλαυσή μας στη δράση προέρχεται από το ότι δεν υπολογίζουμε μέχρι ποίου σημείου κάθε ανθρώπινη πράξη είναι ριζικά περιορισμένη και ανώφελη.

    Αλλά, μας λένε, χωρίς αυτή την ασυνειδησία, χωρίς αυτή την αμόρφωτη πίστη, τι θα κάνουμε; Τίποτα. Αλλά ό, τι είναι καμωμένο τι είναι, αν όχι τίποτα; Τι αξίζει στο σύστημα του κόσμου και των όντων η ελάχιστη δραστηριότητά μας;

    Να γνωρίζουμε; Τι λοιπόν; Την εξωτερική όψη των πραγμάτων; Ο δρόμος είναι ακαθόριστος` η εξωτερική όψη είναι αστείρευτη και δεν υπάρχει παρά μία βεβαιότητα: δεν γνωρίζουμε ποτέ τα πάντα, και δεδομένου ότι για να γνωρίζουμε πραγματικά, γιατί η γνώση είναι σύνθεση, θα έπρεπε όντως να γνωρίζουμε τα πάντα, συνεπάγεται ότι η γνώση μας είναι συνθετική, κοινότοπη, απατηλή, τιποτένια.

    Να γνωρίζουμε την ουσία των πραγμάτων; Κανένα τους δεν έχει ουσία. Δεν βλέπουμε παρά το εξωτερικό τους` και θα έπρεπε να γνωρίζουμε όλο τους το εξωτερικό για να μπορέσουμε να συναγάγουμε την ουσία. Ακόμη κι αν γνωρίζαμε τη σύνθεση του εξωτερικού – θα μας ανοιγόταν άραγε το πραγματικό;

    Μήπως τότε καταλαβαίνουμε ενστικτωδώς την ουσία του κόσμου; Πώς; Η αλήθεια είναι μία. Αν ήταν στο χέρι μας να τη βρούμε θα την είχαμε ήδη βρει. Θα ήμασταν εντός της εξαρχής.

    Τι με νοιάζει αν συσσωρεύονται επινοήσεις επί επινοήσεων, εμπειρίες επί εμπειριών, που καθιστούν πιο περίπλοκη τη ζωή και τη σκέψη… Παραμένουμε στην ίδια άπειρη απόσταση από την αλήθεια και την ευτυχία.

    ΑΡΧΥΤΑΣ

    Επιφανής πυθαγόρειος φιλόσοφος, καταγόμενος από τον Τάραντα της Μεγάλης Ελλάδας (Magna Graecia). Ανήκει στη δεύτερη γενιά πυθαγορείων και υπήρξε μαθητής του Φιλολάου του Κροτωνιάτη, που ανήκει στην προηγούμενη γενιά πυθαγορείων. Οι πιο γνωστοί μαθητές του είναι ο Εμπεδοκλής και ο Εύδοξος ο Κνίδιος. Θαυμαζόταν από όλους για τις αρετές του σε όλους τους τομείς και υπήρξε στρατηγός στην πόλη του επτά φορές, τη στιγμή που ο νόμος απαγόρευε σε όλους τους άλλους να πάρουν τη θέση αυτή για δεύτερη φορά. Ο Αριστόξενος μάλιστα αναφέρει ότι ποτέ δεν ηττήθηκε σε καμία μάχη. Την εποχή που ήταν αρχηγός του κράτους του Τάραντα (380-345 π.Χ.), καταγράφεται από όλους τους ιστορικούς ότι η πόλη του Τάραντα έφθασε στη μεγαλύτερη ακμή της και γνώρισε τη μεγαλύτερη οικονομική άνθηση.

    Ήταν αξιόλογος αστρονόμος, μαθηματικός, μουσικός και πολιτικός. Θεωρείται από τους μεγαλύτερους διανοητές της ελληνικής αρχαιότητας. Ο Αριστοτέλης έγραψε γι’ αυτόν ειδική πραγματεία, η οποία δεν έχει διασωθεί: Η Φιλοσοφία του Αρχύτα. Είναι αυτός που έσωσε τον Πλάτωνα με επιστολή του προς τον τύραννο των Συρακουσών Διονύσιο τον Β΄, ο οποίος ήταν έτοιμος να τον σκοτώσει. Ο Αρχύτας πιθανολογείται ότι είναι εκείνος που μύησε τον Πλάτωνα στον πυθαγορισμό.

    Ήταν ο πρώτος που εφάρμοσε μαθηματικές αρχές στη μηχανική και ο πρώτος που χρησιμοποίησε την αρχή της αντίδρασης, πάνω στην οποία στηρίζεται η λειτουργία των πυραύλων και των αεριωθούμενων αεροπλάνων. Σύμφωνα με μαρτυρία του Φαβωρίνου, ιστορικού των αρχαίων παραδόσεων, και του Ρωμαίου Αύλου Γέλλιου – που μεταφέρει τις απόψεις του Πλίνιου του Πρεσβύτερου από το βιβλίο του Φυσική Ιστορία-, ο Αρχύτας επινόησε και κατασκεύασε ένα αεριοπροωθούμενο περιστέρι, που αποκλήθηκε «πετομηχανή» ή «περιστερά».

    Ήταν δεινός γεωμέτρης και ο πρώτος ιστορικά που έλυσε το πρόβλημα του διπλασιασμού του κύβου, γνωστό και ως Δήλιο πρόβλημα, που ήταν ένα από τα τρία άλυτα γεωμετρικά προβλήματα. Άφησε γραπτό έργο του οποίου έχουν διασωθεί μόνο αποσπάσματα. Από πολλούς μελετητές θεωρείται πιθανό ο Πλάτωνας στην Πολιτεία του να έχει εμπνευστεί ή επηρεαστεί από τα γραπτά του Αρχύτα και τη μεγάλη φιλία που συνέδεε τους δύο άνδρες.