Κυριακή 18 Αυγούστου 2019

Αμφικτυονίες στην Αρχαία Ελλάδα

ΑΜΦΙΚΤΙΟΝΙΕΣ: Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Με μιά πρώτη ματιά αν κάποιος θελήσει να συνδέσει το Δελφικό ιερατείο με πολίτικους σχεδιασμούς, θα συναντήσει την σχέση των Δελφών με τον θεσμό της Αμφικτιονίας. Αυτό μάλιστα που θα του γίνει σαφές μόλις προσπαθήσει να εξετάσει το ζήτημα είναι η παντελής έλλειψη ελληνικής βιβλιογραφίας γύρω από αυτό. Ναι, δεν υπάρχει ούτε ένα βιβλίο στα Ελληνικά που να πραγματεύεται αυτό το μεγάλο και, όπως αποδεικνύεται, παραμελημένο θέμα, εκτός μερικών ρομαντικών προσπαθειών για την αναβίωση μιας παγκόσμιας μορφής Αμφικτιονίας (Σικελιανός, Καρακώστας). Ακόμη και στα βιβλία που πραγματεύονται τα αρχαία ελληνικά πολιτεύματα ελάχιστες είναι οι αναφορές, για το πώς ή αν συνέβαλε στην ανάπτυξή τους το σύστημα της Αμφικτιονίας.

Κάτι που θεωρώ ότι κάθε μελετητής των πολιτειακών θεσμών της αρχαίας Ελλάδας θα έπρεπε να λάβει υπόψη του, διότι με το σύστημα της Αμφικτιονίας επιβλήθηκαν, αν όχι σε όλες, τότε στις περισσότερες πόλεις – κράτη, κανόνες δημοκρατικής πολιτειακής συμπεριφοράς και διακυβέρνησης. Δηλαδή, δεν μπορούμε να αναλύουμε και να εξετάζουμε την εμφάνιση της δημοκρατίας, αν πρωτίστως δεν αναγνωρίσουμε ότι ένα κομμάτι της ρίζας της προέρχεται από το σύστημα της Αμφικτιονίας.

Επίσης, δεν μπορούμε να μιλάμε για εθνική ελληνική στρατηγική και εθνικό πνεύμα, αν δεν γνωρίζουμε και αναγνωρίσουμε τον ρόλο της Αμφικτιονίας. Η έλλειψη, λοιπόν, σύγχρονης βιβλιογραφίας για τον θεσμό της Αμφικτιονίας αποδεικνύει, σε μένα τουλάχιστον, ότι όσες μελέτες έχουν γραφεί για τους πολιτειακούς θεσμούς της αρχαίας Ελλάδας είναι ελλιπείς.

Αλλά, για να καταλάβετε τι εννοώ, ας δούμε πρώτα τι ακριβώς ήταν ο θεσμός της Αμφικτιονίας. Η ίδια η λέξη έχει δυο τόπους γραφής ο ένας με υ, δηλαδή Αμφικτυονία και ο άλλος με ι, (ο οποίος και υιοθετείται στον παρόν βιβλίο). Το Αμφικτυονία ετυμολογείται από το όνομα Αμφικτΰων, ο οποίος θεωρείται ο ιδρυτής του θεσμού, ενώ το Αμφικτιονία προέρχεται από τις λέξεις «αμφί» και «κτίζω» και σημαίνει τους περίοικους, τους ανθρώπους που γειτονεύουν και χτίζουν μαζί. Ωστόσο και οι δυο τύποι γραφής είναι ορθοί.

Ο δεύτερος, μάλιστα, τύπος προϊδεάζει τους μελετητές ότι επρόκειτο για μια αρχική μορφή οικισμού και συγκατοίκησης της μεταγενέστερης πόλης. Δηλαδή αμφικτιονία ήταν ο συνοικισμός που με το πέρασμα του χρόνου μετατράπηκε σε πόλη. Ενώ αργότερα Αμφικτιονία έγινε τελικά η ένωση των ανεξάρτητων πόλεων – κρατών.

Ισως με την αναφορά στον ιδρυτή του θεσμού Αμφικτυωνα κάποιοι να αντιλήφθηκαν ότι οι αρχαίοι Έλληνες χρονολογούσαν την ύπαρξη της Αμφικτιονίας στους πανάρχαιους χρόνους. Ο Αμφικτΰων, ήταν γιος του Δευκαλίωνα και της Πΰρρας, αδελφός του Έλληνα, του γενάρχη μας. Ο Δευκαλίων και η Πυρρα μάλιστα, όταν σώθηκαν από τον κατακλυσμό, έλαβαν χρησμό από το μαντείο της Θέμιδας στην Πυθώ για το πώς θα συνεχιστεί το ανθρώπινο γένος και εκεί, στον Παρνασσό, απ’ όποια πέτρα έριχνε πίσω του ο Δευκαλίων γεννιόταν ένας άνδρας, ενώ από τις πέτρες που έριχνε η Πυρρα γυναίκες.

Η Αμφικτιονία ήταν το σύστημα με το οποίο οι πόλεις – κράτη της αρχαιότητας συνεδρίαζαν από κοινού για την ειρηνική επίλυση των μεταξύ τους προβλημάτων. Τα μέλη της έστελναν αντιπροσώπους, οι οποίοι έβγαζαν αποφάσεις ύστερα από συνεδρίαση, οι οποίες επικυρώνονταν και ακολουθούνταν απ’ όλες τις πόλεις-κράτη. Με τα σημερινά δεδομένα θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την Αμφικτιονία σαν τον Ο.Η.Ε. ή την Ευρωπαϊκή Ένωση της τότε εποχής, μεταξύ πάντα των ελληνικών πόλεων-κρατών.

Ο Στράβων στην αναφορά του για την Αμφικτιονία παρουσιάζει τον βασιλιά του Άργους Ακρίσιο, πατέρα της Δανάης και παππού του Περσέα (δηλαδή γύρω στο 1700 π.κ.ε.) σαν τον πρώτο από τους γνωστούς αρχαίους που διέταξε το καταστατικό της Αμφικτιονίας. Γράφει σχετικά: «Ο Ακρίσιος, από τα ονόματα που μνημονεύονται, φαίνεται ότι είναι ο πρώτος που διέταξε για τους Αμφικτύονες και καθόρισε τις πόλεις που θα μετείχαν στο συνέδριο, δίνοντας σε αυτές από μια ψήφο, ενώ σε άλλες σε συνδυασμό με άλλες (δηλαδή μερικές πόλεις είχαν έκαστη από μια ψήφο, ενώ άλλες, πιθανότατα μικρές, τις έβαλε να έχουν δικαίωμα μιας ψήφου σε συνδυασμό με άλλες μικρές πόλεις). Επίσης, έφτιαξε και το δίκαιο μεταξύ των Αμφικτυονικών πόλεων».

Το να μιλάμε για έναν τέτοιον διακρατικό θεσμό που ομοιάζει με την σύγχρονη Ευρωπαϊκή Ένωση και ο οποίος μάλιστα χαρακτηριζόταν από κανόνες και νόμους μεταξύ των μελών του, στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, ίσως σε κάποιους να φαίνεται απίθανο, αλλά τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι είναι πιθανό.

Εκείνη την εποχή, με τα επίσημα στοιχεία της αρχαιολογίας και της ιστορίας, στην νησιωτική Ελλάδα ο Μινωικός πολιτισμός βρίσκεται σε ακμή, ενώ στην ηπειρωτική ο Μυκηναϊκός αρχίζει να ακμάζει. Είναι γνωστό ότι ο Μινωικός πολιτισμός χαρακτηριζόταν από εμπορικούς νόμους, αλλά και από διπλωματικές συνθήκες όχι μονάχα μεταξύ των ομόφυλων πόλεων αλλά και με χώρες όπως η Φοινίκη, η Αίγυπτος, η Ασσυρία κ.ά. Τι το απίθανο, λοιπόν, βρίσκουμε στην ύπαρξη ενός τέτοιου θεσμού μεταξύ των ομόφυλων κρατών; Αλλά κι αν δεν δεχτούμε σαν χρονολογία λειτουργίας της Αμφικτιονίας το 1700 π.κ.ε. τότε σίγουρο είναι ότι λειτούργησε το 1300 π.κ.ε.

Ξεχάστε για μια στιγμή την μυθική αιτία του όρκου που έδωσαν όλοι οι βασιλιάδες – ήρωες που έλαβαν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο, δηλαδή ότι όλοι θα διαφυλάξουν τον γάμο της ωραίας Ελένης με τον Μενέλαο και θα εναντιωθούν σε όποιον τον προσβάλλει και βάλτε στην θέση του τον όρκο τους ως μέλη της Αμφικτιονίας τα οποία θα προστατεύσουν όποιο μέλος αδικηθεί από ομόφυλο ή ξένο κράτος-βασίλειο. Αν, δηλαδή, βγάλουμε από την ιστορία του Τρωικού Πολέμου το μυθώδες και το λογοτεχνικό στοιχείο, τότε μας φανερώνεται ξεκάθαρα η ύπαρξη μιας Αμφικτιονίας γύρω στο 1300 π.κ.ε. η οποία αποτελούνταν από όλα τα Αχαϊκά βασιλεία της εποχής και που έδωσε μάλιστα, υστέρα από συνέλευση, την εντολή έναρξης των εχθροπραξιών.

Με αυτόν τον τρόπο, μάλιστα, δικαιολογείται και η συμμετοχή του Αχιλλέα στον πόλεμο, ο οποίος δεν είχε ακόμη γεννηθεί όταν οι μνηστήρες της Ελένης είχανε δώσει όρκο για την διαφύλαξη του γάμου της με τον Μενέλαο. Ο Αχιλλέας, δηλαδή, ως μέλος της Αμφικτιονίας έπρεπε να ακολουθήσει την πλειοψηφία, η οποία ήθελε τον πόλεμο.

Όπως και να έχει όμως, έστω κι αν τα παραπάνω αμφισβητηθούν ή θεωρηθούν απίθανα, το σίγουρο είναι ότι κάποια στιγμή στα μέσα του 8ου αιώνα π.κ.ε. η Αμφικτιονία λειτουργούσε κανονικά με πλήρες θεσμοθετημένο καταστατικό. Αυτό το καταστατικό ήταν υπογεγραμμένο από τα κράτη – μέλη και διατύπωνε τις μεταξύ τους σχέσεις. Μέσω αυτου διευθετούνταν τα όποια οικονομικά, πολιτικά και θρησκευτικά προβλήματα υπήρχαν μεταξύ των κρατών – μελών.

Αναφέρει ο Στράβων: «Οι γειτονικές φυλές επειδή μαζεύονταν στο μαντείο των Δελφών, βρήκαν την ευκαιρία και οργάνωσαν το σύστημα της Αμφικτυονίας, ώστε να συνεδριάζουν για τα κοινά αλλά και για την επιμελητεία του ιερού και των αφιερωμάτων, που απαιτούσαν φύλαξη και μεγάλο σεβασμό».

Τα κράτη – μέλη της Αμφικτιονίας συνεδρίαζαν δυο φορές τον χρόνο κοντά στις Θερμοπύλες, αργότερα η μια συνέλευση γινόταν στους Δελφούς και η άλλη στην Ανθηλη κοντά στις Θερμοπύλες. Κάθε μέλος είχε δικαίωμα μιας ψήφου, ασχέτως του αριθμού των πολιτών του ή των υποτακτικών πόλεων. Ωστόσο, από κάποια στιγμή και έπειτα φαίνεται ότι οι πιο ισχυρές πόλεις άρχισαν να αντιπροσωπεύουν και τις υπόλοιπες πόλεις της φυλής τους, για παράδειγμα η Αθήνα τις Ιωνικές πόλεις, η Θήβα τις πόλεις των Βοιωτών κτλ.

«Οι πρώτες πόλεις που συνεδρίαζαν ήταν δώδεκα, αργότερα προστέθηκαν κι άλλες. Αυτές έστελναν έναν Πυλαγόρα στην συνέλευση, η οποία γινόταν δυο φορές τον χρόνο, άνοιξη και φθινόπωρο. Την συνέλευση την ονόμαζαν Πυλαία επειδή συνεδρίαζαν στις Πύλες, δηλαδή στις Θερμοπύλες. Οι Πυλαγόρες θυσίαζαν στην Δήμητρα», γράφει ο Στράβων. Ωστόσο το Λεξικό Σουΐδα αναφέρει ότι το Αμφικτιονικό συνέδριο αποτελούταν όχι από δώδεκα πόλεις αλλά φυλές: «Τωνες, Δωριείς, Περραιβοί, Βοιωτοί, Μάγνητες, Αχαιοί, Φθιώται, Μολιείς, Δόλοπες, Αινιάνες, Δελφοί, Φωκείς». Στην πραγματικότητα οι Δελφοί δεν ήταν φυλή, πιθανότατα ανήκαν στους Φωκείς, αυτή όμως η αναφορά καταδεικνύει ότι τους αντιμετώπιζαν σαν κάτι ξεχωριστό μεταξύ των υπολοίπων και ίσως τους έδιναν τον ηγετικό ρόλο μεταξύ των ελληνικών φυλών.

Το πρώτο, πολιτικό πνευματικό παιδί του Απολλώνιου ιερατείου ήταν οι Αμφικτιονίες.

Χρησιμοποίησα εδώ την λέξη «Απολλώνιου» αντί «Δελφικού», διότι αναφέρονται πολλές Αμφικτιονίες οι οποίες ήταν αρχαιότερες της γνωστής Δελφικής Αμφικτιονίας (7ος αιώνας π.κ.ε.) οι περισσότερες όμως ιδρυμένες από τους ιερείς του Απόλλωνα. Έτσι το σωστότερο θα ήταν να χρησιμοποιώ την λέξη «Απολλώνιου» αντί του «Δελφικού», αλλά εξαιτίας του ότι από ένα διάστημα και μετά την πρωτοκαθεδρία στους υπόλοιπους ιερούς τόπους που δρουσε το ιερατείο την έλαβαν οι Δελφοί, γι’ αυτό και χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο. Φανταστείτε την όλη κατάσταση σαν το σημερινό Βατικανό ή το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης στα οποία υπάγονται κατά κάποιον τρόπο στο μεν πρώτο όλες οι ρωμαιοκαθολικές αρχιεπισκοπές, στο δε δεύτερο όλα τα ορθόδοξα πατριαρχεία και οι ομόδοξες αρχιεπισκοπές.

Οι υπόλοιπες Αμφικτιονίες ήταν: α) των Θεσπρωτών – Χαόνων – Μολοσσών, που είχαν το κοινό όνομα Γραικοί, β) της Ναυπλίας – Πρασιών – Ερμιόνης – Επιδαύρου – Αθηνών – Ορχομενού, η οποία ήταν γνωστή σαν Καλαυριακή επειδή είχε έδρα της το ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαυρία – Πόρο, γ) της Δήλου, που αποτελούταν από τις πόλεις των νησιών και των αποικιών της Ιωνίας στο ιερό του Απόλλωνα, δ) η Μαλιακή στο ιερό της Δήμητρας, ε) των Παγασών στο ιερό του Απόλλωνα, στ) των Τεμπών στο ιερό του Απόλλωνα. ζ) του Ογχηστού της Βοιωτίας στο ιερό της Αθηνάς.

Πέρα από αυτές με την ανάπτυξη των αποικιών ιδρύθηκαν κι άλλες από τους αποίκους με πιο γνωστές: α) των Ιωνικών πόλεων στο ιερό του Ποσειδώνα στη Μυκάλη, β) των Δωρικών πόλεων στο ιερό του Απόλλωνα στο Τριόπιο, γ) των Αιολικών πόλεων στο ιερό του Απόλλωνα στο Γρύνειο και πολλές άλλες. Από αυτές οι αρχαιότερες θεωρούνται της Δήλου και των Θερμοπυλών. Της Δήλου όχι της εποχής του Πεισίστρατου (6ος αιώνας π.κ.ε.) αλλά της παλαιότερης την οποία ο τύραννος των Αθηνών, όπως λέγεται, αναβίωσε.

Ας δούμε τώρα αναλυτικότερα το πρώτο εν τάξει πνευματικό παιδί του Δελφικού ιερατείου. Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία, Αμφικτιονίες σχηματίστηκαν από τα πανάρχαια χρόνια και οι περισσότερες ιδρύονταν και λειτουργούσαν με κέντρο κάποιον ναό, άλλες του Ποσειδώνα, άλλες της Δήμητρας κι άλλες του Απόλλωνα.

Αυτό το στοιχείο ίσως κάνει κάποιους να θεωρήσουν ότι δεν ήταν ακριβώς το ιερατείο του Απόλλωνα που δημιούργησε τις Αμφικτιονίες, αλλά κάποιου άλλου Θεού. Εντούτοις το ότι οι περισσότερες Αμφικτιονίες λειτουργούσαν με κέντρο ναούς του Απόλλωνα και μόνο δυο τρεις είχαν κέντρο ναό κάποιου άλλου Θεού μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αν δεν τις ίδρυσε το Απολλώνιο ιερατείο, τότε τουλάχιστον τις προώθησε περισσότερο από κάθε άλλο ιερατείο.

Επίσης, αν θεωρήσουμε ότι η Δήμητρα είναι μια μεταγενέστερη μορφή της Μεγάλης Μητέρας Θεάς Γαίας, θυμηθούμε την θέση του Ποσειδώνα στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς και συνδυάσουμε αυτά με τον ιδρυτή της Αμφικτιονίας Αμφικτΰων που έδρασε στον Παρνασσό, τότε βλέπουμε ότι πίσω από κάθε Αμφικτιονία βρισκόταν το ιερατείο των Δελφών.

Η αρχική τους μορφή εικάζεται ότι είχε περισσότερο θρησκευτικό παρά πολιτικό χαρακτήρα. Μέσω, δηλαδή, των συνελεύσεων διευθετούνταν ζητήματα που είχαν σχέση με θρησκευτικές εορτές όπως, για παράδειγμα, Πυθία, Νέμεα, «Ισθμια, Ολυμπιακοί Αγώνες κτλ. την συντήρηση των ναών και την προστασία των αφιερωμάτων. Αργότερα προστέθηκαν και τα πολιτικά ζητήματα με την σύνταξη νόμων που διευθετούσαν τα όποια προβλήματα.

Δυο τέτοιοι νόμοι μας είναι γνωστοί: α) μια πόλη – μέλος της Αμφικτιονίας απαγορευόταν να καταστραφεί από μια άλλη πόλη – μέλος σε περίοδο αναμεταξύ τους πολέμου και β) απαγορευόταν η καταστροφή του υδραγωγείου μιας πόλης – μέλους, τόσο στον πόλεμο όσο και κατά την διάρκεια ειρήνης. Πιθανότατα ακόμη και οι κανόνες που υπήρχαν στους πολέμους, όπως, για παράδειγμα, να γίνονται μονάχα τους θερινούς μήνες, να μην καταστρέφονται τα σπαρτά, οι αντίπαλοι να μάχονται μονάχα μ’ έναν ορισμένο αριθμό ανδρών κ.ά. να ήταν νόμοι της Αμφικτιονίας. Όταν δεν τηρούνταν αυτοί οι νόμοι, επιβάλλονταν πρόστιμα χρηματικής και θρησκευτικής μορφής.

Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της Αμφικτιονίας και των Δελφών ήταν, όπως αναφέρει ο Ξενοφών στο έργο του Ελληνικά, η Ολυμπιακή Εκεχειρία. Δηλαδή, η παύση των εχθροπραξιών κατά την περίοδο που τελούνταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Αυτός ο θεσμός τον οποίο ακόμη οι σύγχρονοι λαοί δεν έχουν αποδεχτεί, ήταν ένα δεύτερο βήμα στην προσπάθεια ενοποίησης των Ελληνικών φυλών που προώθησε το ιερατείο. Το πρώτο, όπως καταλαβαίνετε, ήταν ο ίδιος ο θεσμός της Αμφικτιονίας.

Το κάθε μέλος της Αμφικτιονίας έστελνε στο συνέδριο έναν Πυλαγόρα, δηλαδή πολιτικό ρήτορα – διπλωμάτη, και έναν Ιερομνήμονα, ο οποίος είχε καθήκον να διευθετεί τα θρησκευτικά προβλήματα. Επίσης, αναφέρεται ότι συμμετείχαν Γραμματείς και Ιεροκήρυκες.

Εκτός των πολιτικών και θρησκευτικών ζητημάτων στα συνέδρια εκδικάζονταν και επιβάλλονταν πρόστιμα για υποθέσεις μεταξύ των μελών. Στο Λεξικό Σουΐδα αναφέρεται το εξής: «Αμφικτυόνες – αιρετοί εκ πολλών πόλεων δικασταί». Οι δικαστικές αποφάσεις έβγαιναν μέσω των νόμων που ήταν γραμμένοι, όπως γράφει ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεΰς: «Αυτοί ήταν κοινοί νόμοι για όλους και ονομάζονταν αμφικτυονικοί και εξαιτίας αυτών έμεναν φίλοι μεταξύ τους και διαφυλαξαν με έργα παρά με λόγια το ότι ήταν συγγενικές φυλές».

Βλέπουμε, δηλαδή, ότι στο αμφικτιονικό συνέδριο υπήρχε μια δημοκρατική οργάνωση όπου τα μέλη είχαν μονάχα μια ισοδύναμη ψήφο και έλυναν τις όποιες διαφορές τους ή έπαιρναν τις αποφάσεις τους από κοινού, ασχέτως της οικονομικής ή στρατιωτικής τους δύναμης. Σκοπός του αμφικτιονικου συνεδρίου ήταν η ειρηνική διευθέτηση των προβλημάτων και η ενοποίηση των Ελλήνων. Σε περιπτώσεις, ωστόσο, που ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος, τα μέλη τον επικύρωναν, ειδικά όταν επρόκειτο για την ανεξαρτησία και την φύλαξη των Δελφών. Μονάχα στα χρόνια της παρακμής, μετά τον τρίτο ιερό πόλεμο το 346 π.κ.ε. έχουμε το φαινόμενο της «διαφθοράς» όπου ο Φίλιππος του Αμΰντα είχε δυο ψήφους, αφού οικειοποιήθηκε εκείνη των ιερόσυλων Φωκέων.

Έβαλα την λέξη διαφθορά μέσα σε εισαγωγικά, διότι λίγο πριν και μετά τον τρίτο ιερό πόλεμο η κατάσταση είχε ως εξής: οι Σπαρτιάτες είχαν χάσει δυο σημαντικές μάχες και είχαν αποτραβηχτεί «κεκλεισμένων των θυρών» στον Ταΰγετο, οι Φωκείς συγγενείς των Δελφών μπήκαν μέσα στην πόλη και την κατέστρεψαν ανεπανόρθωτα, οι Θηβαίοι προσπάθησαν να βοηθήσουν, αλλά ηττήθηκαν οικτρά από τους Φωκείς, ενώ οι Αθηναίοι συμμάχησαν με τους ιερόσυλους και τους βοήθησαν να διατηρήσουν την κυριαρχία τους στους Δελφούς.

Ο μοναδικός προστάτης που απέμεινε ήταν οι Μακεδόνες. Αυτοί όμως μόλις απελευθέρωσαν τους Δελφούς, ήρθαν αντιμέτωποι με τους συνασπισμένους Θηβαίους και Αθηναίους στην μάχη της Χαιρώνειας. Με το τέλος της μάχης ο Φίλιππος διαλαλούσε προς τους πάντες ότι η Ελλάδα ενώθηκε. Ισως, λοιπόν, στο πρόσωπό του οι Δελφοί είδαν αυτόν που θα υλοποιούσε το όνειρο της ένωσης των Ελλήνων και γι’ αυτόν τον λόγο του πρόσφεραν και την ψήφο των Φωκέων.

Αυτές οι συνεδριάσεις των ισότιμων μελών άνοιξαν και τον δρόμο προς την καθιέρωση της δημοκρατίας, μα προπάντων της ισότητας των πολιτών και των Ελλήνων. Από αυτόν τον θεσμό σφυρηλατήθηκε η ιδέα της ισοτιμίας και της ισονομίας στις πόλεις – κράτη των Ελλήνων. Μέσα στους κόλπους της Αμφικτιονίας έμαθαν όλοι την δύναμη της πλειοψηφικής διαδικασίας. Εκεί γνώρισαν την διπλωματική οδό επίλυσης των προβλημάτων και ανέπτυξαν την πολιτική ρητορεία, καθώς και τα κόλπα, θεμιτά και αθέμιτα, που επιφέρει ο δημοκρατικός αυτός θεσμός.

Φυσικά δεν έλειψαν οι ακρότητες, τα μίση και τα πάθη μεταξύ των ελληνικών φυλών, αλλά το Δελφικό ιερατείο είχε βάλει γερά θεμέλια στους κατά τόπους Έλληνες, με αποτέλεσμα όταν ήρθε ο καιρός να ενωθούν, το έπραξαν, τουλάχιστον οι περισσότεροι. Μια τέτοια μεγάλη δοκιμασία ήταν οι Περσικοί Πόλεμοι. Εκείνα τα χρόνια του αφανισμού οι Έλληνες μπόρεσαν να συνεννοηθουν μεταξύ τους, να ενωθούν και τελικά να νικήσουν τους Πέρσες, επειδή έδωσε καρπούς το σύστημα της Αμφικτιονίας.

Αν δεν υπήρχε το σύστημα της Αμφικτιονίας, οι Ελληνικές πόλεις, αυτόνομες και ανεξάρτητες όπως ήταν, θα έπεφταν η μια μετά την άλλη στους Πέρσες, παρά την όποια αντίσταση θα έφερναν, αφού δεν θα είχαν την ενωτική συμβολή των Δελφών. Κάποιες σίγουρα θα συμμαχούσαν με άλλες στην προσπάθεια να αντισταθούν, αλλά επειδή το πιο πιθανό είναι οι περισσότερες να συμμαχούσαν με τους Πέρσες, διότι δεν θα τους συνέδεε τίποτα, αντιθέτως θα έβγαιναν στην επιφάνεια προαιώνια μίση και πάθη που είχαν αναμεταξύ τους, τελικά θα υπέκυπταν στην λαίλαπα της τεράστιας ορδής. Κάτι που δεν έγινε εξαιτίας της Αμφικτιονίας και των Δελφών.

Μέσω όμως του συστήματος της Αμφικτιονίας άνοιξε και ο δρόμος για το ιερατείο να προωθήσει και να καθιερώσει τα υπόλοιπα σχέδια που είχε για τους Έλληνες. Ως διαιτητές μεταξύ των πόλεων – κρατών, οι Δελφοί άρχισαν να καταρτίζουν νόμους, να επικυρώνουν νομοθεσίες, να επιλύουν κρατικά προβλήματα, να προωθούν ανθρώπους στην εξουσία και να μεταδίδουν κηρύγματα αδελφοσύνης.

Οι περίφημοι νόμοι του Ζάλευκου των Επιζεφύριων Λοκρών στην Ιταλία, περίπου το 664 π.κ.ε. της πρώτης γραπτής νομοθεσίας των Αρχαϊκών Χρόνων, ο Πίνδαρος και ο Στράβων αναφέρουν ότι δόθηκαν από τον Απόλλωνα όταν ο λαός ξεσηκώθηκε εναντίον των αριστοκρατών. Επίσης, οι περισσότεροι μονάρχες και τύραννοι των πόλεων έλαβαν το χρίσμα της εξουσίας από τους Δελφούς.

Αυτό το τελευταίο δεν πρέπει να το εκλάβουμε ως μαύρη σελίδα στον ρόλο που έπαιξε το ιερατείο, δηλαδή το ότι προώθησε τους τυράννους των αρχαίων ελληνικών πόλεων. Η τυραννία σαν θεσμός στην αρχαία Ελλάδα, απ’ όσα μπορούμε να καταλάβουμε, στην αρχή δεν ξεκίνησε σαν κάτι το κακό. Αντιθέτως οι τύραννοι τις περισσότερες φορές ήταν άνδρες που έλαβαν την εξουσία με παράκληση του ίδιου του λαού που έδιωχνε τους αριστοκράτες ή τους βασιλιάδες. Συνήθως μάλιστα οι τύραννοι προέρχονταν από την λαϊκή τάξη και δεν είχαν σχέση με τις αριστοκρατικές οικογένειες και μόνο αργότερα, όταν σφετερίζονταν πράγματι την εξουσία, επινοούσαν ιστορίες που τους συνέδεαν με γενάρχες και ήρωες.

Τέτοιους τυράννους προώθησαν αρκετούς, αν όχι όλους, οι Δελφοί. Οι τύραννοι αυτοί είχαν σκοπό να διευθετήσουν τα πολιτειακά ζητήματα προς μια πιο δημοκρατική κατεύθυνση και τοποθετούνταν εκ των συνθηκών, διότι εκείνη την εποχή το αριστοκρατικό και το βασιλικό πολιτικό σύστημα είχαν αρχίσει να φθίνουν και η ανερχόμενη μεσαία τάξη των Ελληνικών πόλεων ήθελε μια νέα μορφή πολιτεύματος. Έτσι μέσα από τους κόλπους της αναδεικνυόταν κάποιος στον οποίο εμπιστεύονταν τους εαυτούς τους και περίμεναν από αυτόν δικαιότερη νομοθεσία.

Αντιλαμβανόμαστε, δηλαδή, ότι ο θεσμός της τυραννίας εμφανίστηκε κατά την μεταβατική περίοδο της Αρχαϊκής Εποχής όπου η μεσαία τάξη ήθελε να αμβλύνει τις διαφορές της με την τάξη των αριστοκρατών, ώστε να αποκτήσει πολιτικό λόγο και θέση στην διακυβέρνηση της πόλης. Όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, οι περισσότεροι αρχαίοι σοφοί διατέλεσαν τύραννοι και νομοθέτησαν στις πόλεις τους. Ταυτόχρονα έδειξαν και τον σωστό τρόπο του θεσμού της τυραννίας, ότι, δηλαδή, όταν νομοθετούσαν παραιτούνταν της εξουσίας αφήνοντάς την σε συμβούλια πολιτών. Απ’ όσους γεύονταν την εξουσία και δεν ήθελαν να την αφήσουν διαμορφώνοντας ένα μοναρχικό ή ολιγαρχικό σύστημα και ξεκινώντας εκδιώξεις και σφαγές πολιτών, προήλθε η κακή έννοια της λέξης και του θεσμού. Ειδικότερα οι τύραννοι που έδρασαν κατά τον 6ο και 5ο αιώνα π.κ.ε. κι ενώ είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται τα δημοκρατικά πολιτεύματα, θεωρήθηκαν κακοί και στυγεροί.

Μια έμφαση στην κακή έννοια της τυραννίας έδωσαν οι ίδιοι οι Αθηναίοι, που μετά την εδραίωση της δημοκρατίας προσπαθούσαν να διαδώσουν το πολίτευμά τους στους υπόλοιπους Έλληνες μεγαλοποιώντας τα κακά της τυραννίας των Πεισιστρατιδών. Από τα στοιχεία, όμως, που δίνουν ο Θουκυδίδης και ο Αριστοτέλης φαίνεται ότι τόσο ο Πεισίστρατος όσο και ο Ιππίας πριν από την προσπάθεια δολοφονίας του, κυβέρνησαν με σύνεση και αγαπήθηκαν από τον λαό. Ειδικά ο Πεισίστρατος θεωρείται απ’ όλους τους μελετητές καλός κυβερνήτης, που μάλιστα έδωσε τέλος σε αιματηρές πολιτικές διαμάχες δεκαετιών. Επίσης, ο γιος του Ιππίας, ενώ ήταν ένας μετριοπαθής πολιτικός, μόνο μετά την δολοφονία του αδελφού του Ίππαρχου από τον Αρμόδιο και Αριστογείτονα, έδειξε έναν σκληρό και κακό χαρακτήρα.

«Έχει απομείνει στο άδυτο του Απόλλωνα ένα μυστήριο που μας υπερβαίνει» -Γ. Σεφέρης

Ο Θεσμός της Τυραννίας

Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας την αλυσιδωτή αντίδραση που υπάρχει μεταξύ των συστημάτων, η διαφορετικά ειπωμένο με πιο σύγχρονο λεξιλόγιο, το διαδραστικό αποτέλεσμα μεταξύ των συστημάτων, που σημαίνει ότι η ύπαρξη νόμων πρόνοιας, για παράδειγμα, στο κομουνιστικό σύστημα ή νόμων εργασίας έκανε την αντίπαλη πλευρά να γίνεται διαλλακτικότερη και να νομοθετεί ίδιους ή και καλυτέρους. Ενώ τώρα δίχως πολιτικό αντίπαλο ή αντίλογο, η όξυνση των κοινωνικών προβλημάτων και η άμβλυνση των ταξικών διαφορών δεν βρίσκουν άμεση επίλυση. Έτσι και σε εκείνη την εποχή η αποδοχή και η ταχύτατη δημοκρατικοποίηση των πόλεων ήρθε σαν αντιστάθμισμα ή εξαιτίας του φόβου των τυραννίδων.

Ας γυρίσουμε στην αρχική μορφή του θεσμού της τυραννίας. Φαίνεται, λοιπόν, από τα στοιχεία ότι η τυραννία ήταν ένα μεταβατικό στάδιο από την ολιγαρχία και την μοναρχία προς την δημοκρατία. Ο εκάστοτε τύραννος τοποθετούταν στον θώκο της ηγεσίας ώστε να νομοθετήσει και να δημιουργήσει νέες συνθήκες διακυβέρνησης. Γι’ αυτόν τον λόγο οι Δελφοί έδωσαν εντολή και χρίσμα στους περισσότερους από τους τυράννους.

Τώρα το αν κάποιοι από αυτούς, οι περισσότεροι, πέρασαν κληρονομικά την εξουσία που τους δόθηκε από τον λαό στους απογόνους τους και έδωσαν στην τυραννία μοναρχική ή ολιγαρχική μορφή, αυτό δεν οφείλεται στους Δελφούς, αλλά στον κάθε άνδρα ξεχωριστά που παρ’ όλες τις ηθικές διδαχές των Δελφικών ρητών αλλοτριώθηκε από την δύναμη της εξουσίας.

Στην περίπτωση του Κύψελου, τυράννου της Κορίνθου, οι Δελφοί είχαν προβλέψει την άνοδό του στον θρόνο της πόλης πριν ακόμη γεννηθεί, όταν ο πατέρας του πήγε να ζητήσει χρησμό για την ατεκνία της γυναίκας του καθώς και όταν οι αριστοκράτες συγγενείς του θέλησαν να μάθουν πόσο χρόνο θα κυβερνούν την Κόρινθο. Επίσης, όταν ο ίδιος ο Κύψελος πήγε στους Δελφούς για να μάθει για το μέλλον του, η Πυθία του είπε τα εξής: «Ευτυχισμένος αυτός ο άνδρας που μπαίνει στον ναό μου, ο Κύψελος του Ηετίωνα, βασιλιάς της ξακουστής Κόρινθου, ο ίδιος και τα παιδιά του, όχι όμως τα παιδιά των παιδιών του».

Ο Κύψελος, ο οποίος ονομάστηκε έτσι επειδή όταν ήταν βρέφος ήρθαν οι συγγενείς του αριστοκράτες για να τον σκοτώσουν και η μητέρα του, Λάβδα, τον έκρυψε μέσα σε μια κυψέλη, κυβέρνησε την Κόρινθο διώχνοντας και σκοτώνοντας τους αριστοκράτες, όπως και ο γιος του Περίανδρος, ο επονομαζόμενος σοφός. Τα παιδιά του Περίανδρου όμως δεν κατάφεραν να ηγηθούν της πόλης.

Ένας άλλος τύραννος που έφερε την σφραγίδα των Δελφών ήταν ο Κλεισθένης της Σικυώνας. Ο Κλεισθένης ήταν ένας εκκεντρικός και μνησίκακος ηγεμόνας, ο οποίος είχε Ιωνική καταγωγή και κυβέρνησε την δωρική Σικυώνα. Νομοθέτησε και για την καλύτερη διακυβέρνηση της πόλης του χώρισε τους κατοίκους σε φυλές. Ωστόσο, τους πολίτες που είχαν δωρική καταγωγή εξαιτίας του φθόνου και του μίσους του γι’ αυτούς, τους χώρισε σε τρεις φυλές και τους έδωσε ονόματα ζώων (Υάτες = αγριόχοιροι, Ονεάτες = γαϊδουράνθρωποι, Χοιρεάτες = γουρουνάνθρωποι), κάτι για το οποίο η Πυθία τον επέπληξε προβλέποντάς του κακό μέλλον.

Παρενθετικά να προσθέσω ότι και ο θεσμός της δικτατορίας στην Ρώμη ήταν υγιής τρόπος διακυβέρνησης, μέχρι που ορισμένοι τον καταχράστηκαν και η έννοιά του άλλαξε και έγινε συνώνυμη της τυραννίας (με την σημερινή έννοια της λέξης). Στην Ρώμη οι δικτάτορες χρίζονταν από την σύγκλητο σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, ώστε να διευθετούνται γρήγορα και άμεσα τα προβλήματα. Ο δικτάτορας αναλάμβανε έτσι όλες τις εξουσίες και μπορούσε χωρίς να χρονοτριβεί σε συνελεύσεις και ψηφοφορίες να επιλύει τα ζητήματα στην στιγμή. Ωστόσο και οι δυο όροι σήμερα, «δικτάτορας» και «τύραννος» έχουν άλλη έννοια από τότε.

Τελικά, όπως καταλαβαίνετε, οι Δελφοί συμμετείχαν ενεργά και στην μεταβατική φάση των πολιτευμάτων της Αρχαίας Ελλάδας που εκφράστηκε με τις τυραννίες, οι οποίες από ένα διάστημα και μετά όμως παραποιήθηκαν και μετατράπηκαν σε ολιγαρχίες ή μοναρχίες. Το ενδοξότερο, όμως, πολίτευμα που εδραίωσε το Δελφικό ιερατείο ήταν η Λακωνική Πολιτεία.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1097b-1098b)

Ἀλλ᾽ ἴσως τὴν μὲν εὐδαιμονίαν τὸ ἄριστον λέγειν ὁμολογούμενόν τι φαίνεται, ποθεῖται δ᾽ ἐναργέστερον τί ἐστιν ἔτι λεχθῆναι. τάχα δὴ γένοιτ᾽ ἂν τοῦτ᾽, εἰ ληφθείη τὸ ἔργον τοῦ ἀνθρώπου.

ὥσπερ γὰρ αὐλητῇ καὶ ἀγαλματοποιῷ καὶ παντὶ τεχνίτῃ, καὶ ὅλως ὧν ἔστιν ἔργον τι καὶ πρᾶξις, ἐν τῷ ἔργῳ δοκεῖ τἀγαθὸν εἶναι καὶ τὸ εὖ, οὕτω δόξειεν ἂν καὶ ἀνθρώπῳ, εἴπερ ἔστι τι ἔργον αὐτοῦ. πότερον οὖν τέκτονος μὲν καὶ σκυτέως ἔστιν ἔργα τινὰ καὶ πράξεις, ἀνθρώπου δ᾽ οὐδέν ἐστιν, ἀλλ᾽ ἀργὸν πέφυκεν; ἢ καθάπερ ὀφθαλμοῦ καὶ χειρὸς καὶ ποδὸς καὶ ὅλως ἑκάστου τῶν μορίων φαίνεταί τι ἔργον, οὕτω καὶ ἀνθρώπου παρὰ πάντα ταῦτα θείη τις ἂν ἔργον τι; τί οὖν δὴ τοῦτ᾽ ἂν εἴη ποτέ; τὸ μὲν γὰρ ζῆν κοινὸν εἶναι φαίνεται καὶ τοῖς φυτοῖς, ζητεῖται δὲ τὸ ἴδιον. ἀφοριστέον

[1098a] ἄρα τήν τε θρεπτικὴν καὶ τὴν αὐξητικὴν ζωήν. ἑπομένη δὲ αἰσθητική τις ἂν εἴη, φαίνεται δὲ καὶ αὐτὴ κοινὴ καὶ ἵππῳ καὶ βοῒ καὶ παντὶ ζῴῳ. λείπεται δὴ πρακτική τις τοῦ λόγον ἔχοντος· τούτου δὲ τὸ μὲν ὡς ἐπιπειθὲς λόγῳ, τὸ δ᾽ ὡς ἔχον καὶ διανοούμενον. διττῶς δὲ καὶ ταύτης λεγομένης τὴν κατ᾽ ἐνέργειαν θετέον· κυριώτερον γὰρ αὕτη δοκεῖ λέγεσθαι. εἰ δ᾽ ἐστὶν ἔργον ἀνθρώπου ψυχῆς ἐνέργεια κατὰ λόγον ἢ μὴ ἄνευ λόγου, τὸ δ᾽ αὐτό φαμεν ἔργον εἶναι τῷ γένει τοῦδε καὶ τοῦδε σπουδαίου, ὥσπερ κιθαριστοῦ καὶ σπουδαίου κιθαριστοῦ, καὶ ἁπλῶς δὴ τοῦτ᾽ ἐπὶ πάντων, προστιθεμένης τῆς κατὰ τὴν ἀρετὴν ὑπεροχῆς πρὸς τὸ ἔργον· κιθαριστοῦ μὲν γὰρ κιθαρίζειν, σπουδαίου δὲ τὸ εὖ· εἰ δ᾽ οὕτως, ἀνθρώπου δὲ τίθεμεν ἔργον ζωήν τινα, ταύτην δὲ ψυχῆς ἐνέργειαν καὶ πράξεις μετὰ λόγου, σπουδαίου δ᾽ ἀνδρὸς εὖ ταῦτα καὶ καλῶς, ἕκαστον δ᾽ εὖ κατὰ τὴν οἰκείαν ἀρετὴν ἀποτελεῖται· εἰ δ᾽ οὕτω, τὸ ἀνθρώπινον ἀγαθὸν ψυχῆς ἐνέργεια γίνεται κατ᾽ ἀρετήν, εἰ δὲ πλείους αἱ ἀρεταί, κατὰ τὴν ἀρίστην καὶ τελειοτάτην. ἔτι δ᾽ ἐν βίῳ τελείῳ. μία γὰρ χελιδὼν ἔαρ οὐ ποιεῖ, οὐδὲ μία ἡμέρα· οὕτω δὲ οὐδὲ μακάριον καὶ εὐδαίμονα μία ἡμέρα οὐδ᾽ ὀλίγος χρόνος.

Περιγεγράφθω μὲν οὖν τἀγαθὸν ταύτῃ· δεῖ γὰρ ἴσως ὑποτυπῶσαι πρῶτον, εἶθ᾽ ὕστερον ἀναγράψαι. δόξειε δ᾽ ἂν παντὸς εἶναι προαγαγεῖν καὶ διαρθρῶσαι τὰ καλῶς ἔχοντα τῇ περιγραφῇ, καὶ ὁ χρόνος τῶν τοιούτων εὑρετὴς ἢ συνεργὸς ἀγαθὸς εἶναι· ὅθεν καὶ τῶν τεχνῶν γεγόνασιν αἱ ἐπιδόσεις· παντὸς γὰρ προσθεῖναι τὸ ἐλλεῖπον. μεμνῆσθαι δὲ καὶ τῶν προειρημένων χρή, καὶ τὴν ἀκρίβειαν μὴ ὁμοίως ἐν ἅπασιν ἐπιζητεῖν, ἀλλ᾽ ἐν ἑκάστοις κατὰ τὴν ὑποκειμένην ὕλην καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἐφ᾽ ὅσον οἰκεῖον τῇ μεθόδῳ. καὶ γὰρ τέκτων καὶ γεωμέτρης διαφερόντως ἐπιζητοῦσι τὴν ὀρθήν· ὃ μὲν γὰρ ἐφ᾽ ὅσον χρησίμη πρὸς τὸ ἔργον, ὃ δὲ τί ἐστιν ἢ ποῖόν τι· θεατὴς γὰρ τἀληθοῦς. τὸν αὐτὸν δὴ τρόπον καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις ποιητέον, ὅπως μὴ τὰ πάρεργα τῶν ἔργων πλείω γίνηται. οὐκ ἀπαιτητέον

[1098b] δ᾽ οὐδὲ τὴν αἰτίαν ἐν ἅπασιν ὁμοίως, ἀλλ᾽ ἱκανὸν ἔν τισι τὸ ὅτι δειχθῆναι καλῶς, οἷον καὶ περὶ τὰς ἀρχάς· τὸ δ᾽ ὅτι πρῶτον καὶ ἀρχή. τῶν ἀρχῶν δ᾽ αἳ μὲν ἐπαγωγῇ θεωροῦνται, αἳ δ᾽ αἰσθήσει, αἳ δ᾽ ἐθισμῷ τινί, καὶ ἄλλαι δ᾽ ἄλλως. μετιέναι δὲ πειρατέον ἑκάστας ᾗ πεφύκασιν, καὶ σπουδαστέον ὅπως διορισθῶσι καλῶς· μεγάλην γὰρ ἔχουσι ῥοπὴν πρὸς τὰ ἑπόμενα. δοκεῖ γὰρ πλεῖον ἢ ἥμισυ τοῦ παντὸς εἶναι ἡ ἀρχή, καὶ πολλὰ συμφανῆ γίνεσθαι δι᾽ αὐτῆς τῶν ζητουμένων.

***
Ίσως όμως το να λέμε ότι το υπέρτατο αγαθό φέρει το όνομα ευδαιμονία, είναι —ολοφάνερα— κάτι το αυτονόητο, κάτι στο οποίο βρίσκονται σύμφωνοι όλοι· μια πιο ξεκάθαρη, ωστόσο, απάντηση στο ερώτημα «Ποιά είναι η ουσία του υπέρτατου αγαθού;», εξακολουθεί να είναι επιθυμητή.

Αυτό θα πετυχαινόταν ίσως, αν πρώτα προσδιοριζόταν το έργο του ανθρώπου. Όπως δηλαδή στην περίπτωση του αυλητή, του γλύπτη, του κάθε τεχνίτη, γενικά σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κάποιο έργο και κάποια πράξη, το αγαθό και το τέλειο ενυπάρχει, κατά την αντίληψη όλων, σ᾽ αυτό το έργο, το ίδιο θα πρέπει να γίνει αποδεκτό και για τον άνθρωπο, αν φυσικά είναι αλήθεια ότι έχει και ο άνθρωπος το δικό του έργο. Αλήθεια, τί θα πούμε; πως ο μαραγκός και ο τσαγκάρης έχουν κάποιο δικό τους έργο και κάποιες δικές τους πράξεις, αυτό όμως δεν ισχύει για τον άνθρωπο, και ότι η φύση τον έκανε ένα ον δίχως έργο; Ή μήπως θα πούμε ότι, όπως το μάτι, το χέρι, το πόδι και γενικά κάθε μέλος του σώματος έχει —ολοφάνερα— κάποιο δικό του έργο, έτσι και ο άνθρωπος έχει, πέρα από όλα αυτά, κάποιο δικό του έργο; Ποιό θα μπορούσε λοιπόν να είναι άραγε αυτό το έργο; Φυσικά όχι η ζωή, αφού είναι φανερό ότι αυτή αποτελεί κοινό γνώρισμα του ανθρώπου και των φυτών — και εμείς ζητούμε να βρούμε αυτό που προσιδιάζει μόνο στον άνθρωπο. Πρέπει, επομένως, να αποκλεισθεί

[1098a] η θρεπτική και η αυξητική ζωή. Αμέσως μετά θα ερχόταν αυτή που θα τη λέγαμε «αισθητική» ζωή, είναι όμως φανερό ότι και αυτή αποτελεί κοινό γνώρισμα του ανθρώπου, του αλόγου, του βοδιού και γενικά του κάθε ζώου. Μένει λοιπόν αυτή που θα τη λέγαμε «πρακτική», αυτή δηλαδή που εκδηλώνεται ως ενέργεια του λογικού μέρους του ανθρώπου. Αυτό όμως πρέπει να εκληφθεί με διπλό νόημα: αφενός με το νόημα ότι υπακούει στον λόγο και αφετέρου με το νόημα ότι είναι κάτοχος του λόγου και λειτουργεί νοητικά. Αφού λοιπόν και αυτή η ζωή εκλαμβάνεται με διπλό νόημα, πρέπει να θεωρήσουμε ότι αυτό που εμείς εννοούμε είναι η ζωή ως ενέργεια· γιατί αυτό είναι, κατά την κοινή παραδοχή, το κυριότερο νόημα της λέξης «ζωή». Αν όμως το έργο του ανθρώπου είναι κάποια ενέργεια της ψυχής σύμφωνη με τον λόγο ή, εν πάση περιπτώσει, που τον προϋποθέτει, και αν το έργο του τάδε όντος και του τάδε εξαίρετου όντος (ενός κιθαριστή π.χ. και ενός εξαίρετου κιθαριστή — και έτσι γενικά σε όλες τις περιπτώσεις) είναι ίδιο ως προς το γένος, με την υπεροχή ως προς την αρετή/δεξιότητα απλώς να προστίθεται στο έργο (γιατί έργο του κιθαριστή είναι το να παίζει κιθάρα, ενώ έργο του εξαίρετου κιθαριστή είναι το να παίζει το όργανο αυτό καλά), αν έτσι έχει το πράγμα και αν έργο του ανθρώπου θεωρούμε έναν ορισμένο τρόπο ζωής, που το περιεχόμενό του είναι ενέργεια και πράξεις της ψυχής βασισμένες στον λόγο, και έργο του εξαίρετου ανθρώπου θεωρούμε ότι είναι το να κάνει τα πράγματα αυτά τέλεια και ωραία· τέλος, αν το καθετί γίνεται τέλεια και ωραία αν εκτελείται κατά τη δική του αρετή· αν λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, το ύψιστο, τότε, για τον άνθρωπο αγαθό καταντάει να είναι ενέργεια της ψυχής σύμφωνη με την αρετή, και αν υπάρχουν περισσότερες αρετές, τότε σύμφωνη με την καλύτερη και πιο τέλεια από αυτές. Με μια προσθήκη ακόμη: «σε μια τέλεια ζωή». Ένα, πράγματι, μόνο χελιδόνι δεν κάνει την άνοιξη, ούτε και μια μόνο μέρα· έτσι ακριβώς δεν φτάνει να κάνει ευτυχισμένο και ευδαίμονα τον άνθρωπο μια μόνο μέρα ή μια μικρή περίοδος χρόνου. Ας είναι λοιπόν αυτό ένα πρώτο —σε γενικές γραμμές— σχεδίασμα ορισμού του υπέρτατου αγαθού· γιατί είναι ίσως απαραίτητο πρώτα να κάνουμε ένα πρόχειρο χοντρικό σχεδίασμα και ύστερα πια να προχωρούμε στην προσθήκη των επιμέρους λεπτομερειών. Φαίνεται, άλλωστε, ότι ο καθένας είναι ικανός να προωθήσει και να οργανώσει ό,τι έχει πρωτοσχεδιαστεί καλά, και ότι ο χρόνος είναι ένας καλός ευρετής ή συνεργός σ᾽ αυτού του είδους τις δουλειές· έτσι έγινε και των επιμέρους τεχνών η πρόοδος· γιατί ο καθένας, πράγματι, μπορεί να προσθέσει αυτό που λείπει. Πέρα από όλα αυτά πρέπει να θυμηθούμε και όσα είπαμε παραπάνω, και να μη ζητούμε την ακρίβεια σε όλα τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο, αλλά ξεχωριστά στην κάθε περίπτωση ανάλογα με το συγκεκριμένο υλικό και, πάντως, στον βαθμό που επιτρέπει το θέμα που αποτελεί αντικείμενο της έρευνάς μας. Ο ξυλουργός π.χ. και ο γεωμέτρης ασχολούνται με την ορθή γωνία με διαφορετικό ο καθένας τους τρόπο: ο πρώτος στον βαθμό που η ορθή γωνία τού είναι χρήσιμη στη δουλειά του, ενώ ο δεύτερος διερευνά την ουσία της ή τις ιδιότητες που τη χαρακτηρίζουν· γιατί αυτός ο δεύτερος είναι ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στη θέαση του αληθινού. Το ίδιο λοιπόν πρέπει να κάνουμε και σε όλα τα άλλα, αν δεν θέλουμε τα πάρεργα να γίνουν πιο πολλά από τα κύρια έργα μας. Και ούτε πρέπει να ζητούμε

[1098b] σε όλα τα θέματα με τον ίδιο τρόπο την αιτία· σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αρκετό να αποδειχθεί και να παρουσιαστεί με σωστό τρόπο το ότι, όπως π.χ. στην περίπτωση των πρώτων αρχών — το ότι είναι η αφετηρία, η πρώτη αρχή. Από τις πρώτες, τώρα, αρχές άλλες τις αντικρίζουμε με την επαγωγή, άλλες με την αντιληπτική μας ικανότητα, άλλες με ένα είδος εθισμού και άλλες με κάποιον άλλο τρόπο. Την κάθε, πάντως, κατηγορία τους πρέπει να προσπαθούμε να τη συλλάβουμε με τον τρόπο που προσιδιάζει στη φύση της· πρέπει, επίσης, να κάνουμε κάθε προσπάθεια να τις ορίζουμε σωστά, γιατί έχουν μεγάλη σημασία για ό,τι έρχεται μετά. Όλοι το ξέρουν ότι η αρχή είναι κάτι παραπάνω από το μισό του συνόλου, και πολλά από τα ερωτήματα που θέτουμε διαφωτίζονται και λύνονται με τη βοήθειά της.

Σάββατο 17 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (954-991)

ΠΙ. νὴ τὸν Δί᾽ ἀλλ᾽ ἤδη πέφευγας ταυταγὶ
955 τὰ κρυερὰ τονδὶ τὸν χιτωνίσκον λαβών.
τουτὶ μὰ Δί᾽ ἐγὼ τὸ κακὸν οὐδέποτ᾽ ἤλπισα,
οὕτω ταχέως τοῦτον πεπύσθαι τὴν πόλιν.
αὖθις σὺ περιχώρει λαβὼν τὴν χέρνιβα.
εὐφημία ᾽στω. ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ. μὴ κατάρξῃ τοῦ τράγου.
960 ΠΙ. σὺ δ᾽ εἶ τίς; ΧΡ. ὅστις; χρησμολόγος. ΠΙ. οἴμωζέ νυν.
ΧΡ. ὦ δαιμόνιε, τὰ θεῖα μὴ φαύλως φέρε·
ὡς ἔστι Βάκιδος χρησμὸς ἄντικρυς λέγων
εἰς τὰς Νεφελοκοκκυγίας. ΠΙ. κἄπειτα πῶς
ταῦτ᾽ οὐκ ἐχρησμολόγεις σὺ πρὶν ἐμὲ τὴν πόλιν
965 τήνδ᾽ οἰκίσαι; ΧΡ. τὸ θεῖον ἐνεπόδιζέ με.
ΠΙ. ἀλλ᾽ οὐδὲν οἷον εἰσακοῦσαι τῶν ἐπῶν.
ΧΡ. ἀλλ᾽ ὅταν οἰκήσωσι λύκοι πολιαί τε κορῶναι
ἐν ταὐτῷ τὸ μεταξὺ Κορίνθου καὶ Σικυῶνος,—
ΠΙ. τί οὖν προσήκει δῆτ᾽ ἐμοὶ Κορινθίων;
970 ΧΡ. ᾐνίξαθ᾽ ὁ Βάκις τοῦτο πρὸς τὸν ἀέρα.
πρῶτον Πανδώρᾳ θῦσαι λευκότριχα κριόν·
ὃς δέ κ᾽ ἐμῶν ἐπέων ἔλθῃ πρώτιστα προφήτης,
τῷ δόμεν ἱμάτιον καθαρὸν καὶ καινὰ πέδιλα—
ΠΙ. ἔνεστι καὶ τὰ πέδιλα; ΧΡ. λαβὲ τὸ βιβλίον.
975 καὶ φιάλην δοῦναι καὶ σπλάγχνων χεῖρ᾽ ἐνιπλῆσαι,—
ΠΙ. καὶ σπλάγχνα διδόν᾽ ἔνεστι; ΧΡ. λαβὲ τὸ βιβλίον.
κἢν μέν, θέσπιε κοῦρε, ποῇς ταῦθ᾽ ὡς ἐπιτέλλω,
αἰετὸς ἐν νεφέλῃσι γενήσεαι· αἰ δέ κε μὴ δῷς,
οὐκ ἔσε᾽ οὐ τρυγών, οὐ λάιος, οὐ δρυκολάπτης.
980 ΠΙ. καὶ ταῦτ᾽ ἔνεστ᾽ ἐνταῦθα; ΧΡ. λαβὲ τὸ βιβλίον.
ΠΙ. οὐδὲν ἄρ᾽ ὅμοιός ἐσθ᾽ ὁ χρησμὸς τουτῳί,
ὃν ἐγὼ παρὰ τἀπόλλωνος ἐξεγραψάμην·
αὐτὰρ ἐπὴν ἄκλητος ἰὼν ἄνθρωπος ἀλαζὼν
λυπῇ θύοντας καὶ σπλαγχνεύειν ἐπιθυμῇ,
985 δὴ τότε χρὴ τύπτειν αὐτὸν πλευρῶν τὸ μεταξὺ—
ΧΡ. οὐδὲν λέγειν οἶμαί σε. ΠΙ. λαβὲ τὸ βιβλίον.
καὶ φείδου μηδὲν μηδ᾽ αἰετοῦ ἐν νεφέλῃσιν,
μήτ᾽ ἢν Λάμπων ᾖ μήτ᾽ ἢν ὁ μέγας Διοπείθης.
ΧΡ. καὶ ταῦτ᾽ ἔνεστ᾽ ἐνταῦθα; ΠΙ. λαβὲ τὸ βιβλίον.
990 οὐκ εἶ θύραζ᾽; ἐς κόρακας. ΧΡ. οἴμοι δείλαιος.
ΠΙ. οὔκουν ἑτέρωσε χρησμολογήσεις ἐκτρέχων;

***
Φεύγει.ΠΙΣ. Σωστά, μα έχεις γλιτώσει απ᾽ τις τρεμούλες
με το πουκαμισάκι αυτό που πήρες.
Τέτοιο κακό δεν το περίμενα, έτσι
γρήγορ᾽ αυτός να μάθει για την πόλη.
Στο βοηθό.
Πιάσε ξανά τον αγιασμό και γύρνα.
Σιωπή!
Ενώ ετοιμάζονται να ξαναρχίσουν την θυσία, παρουσιάζεται ένας χρησμολόγος μ᾽ έναν πάπυρο στο χέρι.
Ο ΧΡΗΣΜΟΛΟΓΟΣ
Σταμάτα τη θυσία του τράγου.
960 ΠΙΣ. Ποιός είσαι; ΧΡΗ. Χρησμολόγος. ΠΙΣ. Τότε, σκάσε.
ΧΡΗ. Μην αψηφάς τα θεία, ευλογημένε·
ξεκάθαρα μιλεί χρησμός του Βάκη
για τις Νεφελοκοκκυγίες. ΠΙΣ. Πώς τότε
δε χρησμολόγαες, πριν εγώ να ιδρύσω
την πόλη αυτή; ΧΡΗ. Με μπόδιζαν τα θεία.
ΠΙΣ. Πες τη μαντεία ωστόσο· ας την ακούσω.
ΧΡΗ., διαβάζοντας.
Όταν, Σικυώνα και Κόρινθο ανάμεσα, πάνε και στήσουν
συντροφικά τις φωλιές τους οι γριές οι κουρούνες κι οι λύκοι,
ΠΙΣ. Και τί έχω εγώ να κάνω με Κορίνθιους;
970 ΧΡΗ. Του Βάκη υπαινιγμός για τον αέρα.
Συνεχίζει το διάβασμα.
πρώτα ασπρομάλλικο κριάρι θυσία να δοθεί στην Πανδώρα·
κι όποιος προφήτης θα πάει πρώτος πρώτος να πει τους χρησμούς μου,
ένα σκουτί καθαρό και παπούτσια καινούρια να λάβει,
ΠΙΣ. Και για παπούτσια λέει;
ΧΡΗ., δείχνοντάς του τον πάπυρο.
Ιδού η φυλλάδα.
κούπα κρασί, μα κι εντόσθια πολλά να του βάλουν στα χέρια·
ΠΙΣ. Και για τα εντόσθια λέει; ΧΡΗ. Ιδού η φυλλάδα.
τις εντολές μου αν αυτές εκτελέσεις, θεϊκό παλικάρι,
τότε θα γίνεις αϊτός μες στα σύννεφα· αν όμως δε δώσεις,
ούτε τρυγόνα ούτε τσίχλα ούτ᾽ απλή τσιγκλιτάρα θα γίνεις.
980 ΠΙΣ. Κι αυτά ο χρησμός τα λέει; ΧΡΗ. Ιδού η φυλλάδα.
ΠΙΣ. Ο χρησμός σου δε μοιάζει μ᾽ έναν άλλον,
του Απόλλωνα, που εγώ ᾽χω ξεσηκώσει.
Κάνει πως διαβάζει.
Όταν κανείς κατεργάρης ακάλεστος πάει κι ενοχλήσει
κείνους που κάνουν θυσίες και ζητά να μαζέψει τα εντόσθια,
πρέπει αυτουνού να του δίνεις γροθιές δυνατές στα παΐδια,
ΧΡΗ. Αυτά σωστά δεν είναι.
ΠΙΣ., κάνοντας πως του δίνει ένα χαρτί.
Ιδού η φυλλάδα.
Συνεχίζει την απαγγελία.
και να μη δείχνεις σπλαχνιά, μήτε αν είναι και αϊτός μες στα νέφη
μήτε κι ο Λάμπωνας ή κι ο Διοπείθης, τρανοί χρησμολόγοι.
ΧΡΗ. Κι αυτά ο χρησμός τα λέει; ΠΙΣ. Ιδού η φυλλάδα.
Τον κυνηγά για να τον δείρει.
990 Γκρεμίσου! Στα τσακίσματα! ΧΡΗ. Αχ ο δόλιος.
ΠΙΣ., ενώ ο χρησμολόγος φεύγει τρέχοντας.
Αλλού να πας να ψάλλεις τους χρησμούς σου.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΓΟΡΓΩ / ΜΕΔΟΥΣΑ

ΓΟΡΓΩ / ΜΕΔΟΥΣΑ
(τέρατα)
 
Καταγωγή - Όψη
 
Η κατεξοχήν Γοργόνα / Γοργὼ ήταν η Μέδουσα, η μόνη θνητή από τις τρεις αδελφές Γοργόνες. Κόρη του Φόρκου και της Κητώς, που ήταν αδέλφια μεταξύ τους, είχε την ίδια όψη με τις αδελφές της: στο κεφάλι της περιελίσσονταν φίδια, από το στόμα εξείχαν μεγάλα δόντια όμοια με των αγριόχοιρων, είχε χάλκινα χέρια και χρυσές φτερούγες, με τις οποίες πετούσε, μάτια σπινθηροβόλα και βλέμμα διαπεραστικό. Με το βλέμμα της απολίθωνε όποιον τολμούσε να την κοιτάξει, ακόμη και οι θεοί την απέφευγαν, εκτός από τον Ποσειδώνα, που ενώθηκε μαζί της και την άφησε έγκυο. Η γέννηση των παιδιών της έγινε την ώρα του θανάτου της που τον προκάλεσε ο Περσέας, ο γιος του Δία και της Δανάης.
 
Το κορίτσι Μέδουσα
 
Ο μύθος της Μέδουσας εξελισσόταν μέχρι τα ελληνιστικά χρόνια και φυσικά οι όποιες προσθήκες, αφαιρέσεις, μετατροπές συμβάδιζαν με τις επιταγές και την ιδεολογία του χρόνου και των τόπων. Έτσι, η Μέδουσα από αρχέγονο προολύμπιο τέρας μετατράπηκε σε μια κοπελίτσα όμορφη αλλά περήφανη και υπεροπτική, που τόλμησε να συγκρίνει την ομορφιά της με της Αθηνάς και να τη βρει ανώτερη. Και η Αθηνά άλλαξε τα μαλλιά της σε φίδια. Λεγόταν ακόμη ότι η αιτία γι' αυτήν τη μεταμόρφωση ήταν η αναγκαστική για το κορίτσι συνεύρεσή της με τον θεό Ποσειδώνα μέσα σε ένα ιερό αφιερωμένο στην Αθηνά. Φυσικά, η οργή της θεάς δεν θα μπορούσε να ξεσπάσει σε έναν θεό· στη συνάντηση των θεών με τους θνητούς χαμένοι βγαίνουν οι τελευταίοι.

Οι προσδοκίες στις σχέσεις

«Γι' αυτό διαλέγουμε συχνά ένα χώρο στενό που να μας προστατεύει απ' το ίδιο μας το απέραντο.» -Γιάννης Ρίτσος.
 
Αλληλοεπιδρούν συναισθηματικά δυο άνθρωποι και σχετίζονται μεταξύ τους, όταν τα κοινά τους βιώματα τούς φέρνουν κοντά και η ανάγκη για σχέση τούς οδηγεί στην επιθυμία∙ μια επιθυμία που, όταν είναι δυνατή, προσπερνά τις δύσκολες στιγμές και επανορθώνει τις ρωγμές που θα παρουσιαστούν στο πέρασμα του χρόνου.

Τι συμβαίνει όμως, άραγε, όταν η ανάγκη να καλύψουμε τα ελλείμματά μας, είναι πιο δυνατή από την επιθυμία να δεσμευτούμε με το σύντροφο μας; Όταν η ανάγκη παίρνει τα ηνία, τότε αποζητάμε στον άλλο άνθρωπο ένα γονιό που θα μας αναλάβει, θα φροντίσει τα τραύματά μας, θα μαντεύει τις σκέψεις μας, θα προλαβαίνει τις επιθυμίες μας, θα καλύψει την έλλειψη, θα διορθώσει την απουσία, θα γιατρέψει τις πληγές που μας προκάλεσαν άλλοι.

Τα ελλείμματα της ψυχής μας νοθεύουν την επιθυμία μας, η οποία μετατρέπεται σε ανάγκη να μεταμορφωθεί ο άνθρωπος μας, στον πρίγκιπα των παραμυθιών ή στη νεράιδα που με το μαγικό της ραβδάκι, θα μας χαρίσει όλα όσα επιθυμούμε, όλα όσα δεν είχαμε ποτέ, όσα φαντασιώσαμε αλλά δεν φτάσαμε ποτέ στην πηγή τους ως παιδιά.

Δημιουργούμε προσδοκίες πως ο άλλος θα θεραπεύσει τις πληγές που έχουν δημιουργηθεί στα μονοπάτια της μνήμης και ελπίζουμε πως θα αποκαταστήσει το παρόν, δημιουργώντας τέτοιες συνθήκες που θα εξαφανίσουν με ένα μαγικό τρόπο ό,τι έχουμε υποστεί μέχρι τώρα. Έτσι, με τους ανθρώπους που ερχόμαστε σε επαφή και μας κάνουν να νιώθουμε συναισθήματα που παρέμεναν ξεχασμένα στο σεντούκι της καρδιάς, ενώ θα μπορούσαμε να αφεθούμε σε αυτό το συναίσθημα και να περιοριστούμε στον ρόλο που εξυπηρετεί η συγκεκριμένη σχέση, πιάνουμε τον εαυτό μας να επιθυμεί να μεταμορφωθεί η σχέση σε κάτι άλλο πιο πολυδιάστατο που να καλύπτει περισσότερες ανάγκες, διαφορετικές από αυτές για τις οποίες δημιουργήθηκε. Φανταζόμαστε πως ο άνθρωπος μας μπορεί να μεταμορφωθεί με το μαγικό ραβδάκι της φαντασίας μας, σε μια μητέρα ή σε έναν πατέρα, που σε αντίθεση με τους δικούς μας γονείς, εκείνοι θα μας αποδέχονται περισσότερο, θα μας ακούν με πιο συναισθηματικό τρόπο, θα ανέχονται τα καπρίτσια μας και θα ικανοποιούν τις επιθυμίες μας χωρίς όρια.

Όταν, λοιπόν, δεν το κάνουν, γινόμαστε παιδιά όλο πείσμα και οργή και ξεσπάμε πάνω τους, ζητώντας από εκείνους να αποκαταστήσουν ένα θεατρικό έργο, για το οποίο δεν είναι καν ενήμεροι. Κάποιες φορές τους μιλάμε με τέτοιο απαιτητικό τρόπο, παραμένοντας παιδιά που δεν ενηλικιωθήκαμε ποτέ και περιμένουμε με την ίδια παράλογη εμμονή να ανταποκριθούν στα αιτήματά μας ή εκβιάζουμε συναισθηματικά πως θα τους εγκαταλείψουμε ή φεύγουμε από τη σκηνή, ελπίζοντας πως θα μας αναζητήσουν και θα τρέξουν κοντά μας σα γονείς.

Με αυτόν τον τρόπο όμως ξεφεύγουμε από τη δέσμευση και από αυτό που μας ζητάει και ενώ αρχικά νιώθαμε ικανοποιημένοι από ό,τι μας έδινε, ξαφνικά ο ουρανός αρχίζει να γεμίζει πυκνά σύννεφα απογοήτευσης και απομακρυνόμαστε με παράπονο από κάτι που με τόση αισιοδοξία είχαμε ξεκινήσει.

Πολλοί άνθρωποι έχουν κρυμμένη μέσα τους μια παιδική ψυχή που δεν τους χαρίζει όμως ένα κόσμο γεμάτο παιχνίδια, με τα οποία μπορούν να έρχονται σε επαφή με την δημιουργική τους πλευρά απελευθερώνοντας την, ώστε να πάρουν μια χούφτα σύννεφο να το απλώσουν στον ορίζοντά τους και να γίνουν δημιουργοί του ονείρου τους. Αυτή η παιδική ψυχή έχει ναυαγήσει σε έναν κόσμο που φαντάζεται πως όλοι οι άνθρωποι της χρωστούν κάτι, που θα πρέπει να τους το δώσουν, και απαιτούν από εκείνους πράγματα που είναι δικές τους ανικανοποίητες ανάγκες και κανείς δεν μπορεί να τις καλύψει. Τρέφονται αδιάκοπα από αυτήν την προσδοκία και αδημονούν για την ημέρα που κάποιος θα τους επιστρέψει, όλα όσα δεν τους δόθηκαν. Έτσι, στις συναναστροφές τους απαιτούν όλο και περισσότερα από τους άλλους, κάνοντάς τους να λυγίζουν από το βάρος των αιτημάτων τους και να μην μπορεί κανείς να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις τους.

Όταν αποζητάμε από το άλλο πρόσωπο, να επανορθώσει με μαγικό τρόπο ό,τι χάθηκε, προσδοκώντας μέσα από εκείνον να αποκαταστήσουμε τα ραγίσματά μας με τρόπο που να μην φαίνεται καμία ρωγμή, όταν στρεφόμαστε σε εκείνον με απαιτητικό τρόπο, ένα κομμάτι μας ποθεί όχι να χαρεί αυτό που γεύεται, αλλά να διεκδικήσει όλα όσα του λείπουν απαιτώντας από τον άλλον να αναστρέψει την ανεπάρκεια που νιώθουμε. Η εξάρτηση, η προσκόλληση και ο έλεγχος παίρνουν τον έλεγχο και αποφασίζουν για την οπισθοδρόμηση της σχέσης, ώσπου κάποια στιγμή ανακαλύπτουμε ότι η ερωτική επιθυμία έχει υποχωρήσει, γιατί την θέση της την έχει καταλάβει η απαιτητική ανάγκη να καλυφθούν τα χαοτικά ελλείμματα που καταπίνουν κάθε ελεύθερη βούληση.

Όταν αναλαμβάνουμε τον σύντροφο μας, όχι για να δεσμευτούμε μαζί του αλλά για να τον αλλάξουμε και να αλλάξουμε και εμείς μέσα από αυτόν, να τον εκπαιδεύσουμε ή να εκπαιδευτούμε από εκείνον, να τον θεραπεύσουμε ή να θεραπευτούμε από εκείνον, τότε η σχέση υποφέρει, νοσεί. Όταν προσπαθούμε μέσα από εκείνον να πραγματώσουμε ό,τι αδυνατούμε να καταφέρουμε από μόνοι μας, να χρησιμοποιήσουμε τη δική του δυναμική για να αρχίζουν να γυρίζουν οι δικοί μας τροχοί, να ενωθούμε αράγιστα μαζί του, για να διαγραφεί η συναισθηματική δυσφορία του κενού μέσα μας, η σχέση γίνεται αδηφάγα και μεταμορφωνόμαστε σε μέσο ο ένας για τον άλλον, προκειμένου να αναστηθεί ό,τι είναι ήδη νεκρό.

Ο έρωτας είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας, με τη μεταφορική σημασία του όρου όμως, με την έννοια ότι η αγάπη που κυλάει ανάμεσα σε δυο ανθρώπους τους αφήνει πιο ήρεμους να ασχοληθούν με τους ίδιους, με τη σχέση τους αλλά και με τον περίγυρό τους, αφού καθετί που μας κάνει να αισθανόμαστε καλά, επιστρέφεται και στους γύρω μας. Τα συναισθήματα κυλούν αυθόρμητα και όπως ρέουν, περιβάλλουν θεραπευτικά. Δεν ερωτευόμαστε για να μεταμορφωθούμε, η οποιαδήποτε αλλαγή έρχεται από μόνη της, χωρίς να την προσκαλέσουμε και κυρίως χωρίς να την απαιτήσουμε, ακριβώς γιατί έρχεται σαν απόρροια της αγάπης που αισθανόμαστε ο ένας για τον άλλον.

Κάποιοι άνθρωποι όμως ενώ νιώθουν να ανθίζει η καρδιά τους από τον πλούτο που με τόση γενναιοδωρία τους πρόσφερε μια συναισθηματική σχέση, τη μετατρέπουν σε κάτι δυσβάσταχτο από το σαράκι της απαίτησης και της αμφιβολίας.

Ο έρωτας μάς αποχωρίζεται όταν απαιτούμε ληστρικά από τον άλλο να προσαρμοστεί σε μια επιταγή, σε ένα χρέος που έχει μείνει μέσα μας ακάλυπτο. Τα χρέη του παρελθόντος ανήκουν σε ένα άλλο χρόνο. Κανείς και τίποτα δεν μπορεί να επαναφέρει τις στιγμές, για να τις ζήσουμε, να αναγεννηθούμε μέσα από αυτές. Όσο το πιστεύομε αυτό, ο άλλος άνθρωπος γίνεται ένα μέσο προσδοκίας, ένα μέσο ελέγχου, όπου ξεσπάμε ανεύθυνα τον εγωισμό μας απαιτώντας να προσαρμοστεί σε αυτό που μαγικά ελπίζουμε. Κι όταν δεν το κάνει, τον μειώνουμε, υποτιμάμε την αξία του, ακυρώνουμε αυτό που ζούμε, παύουμε να τον αναγνωρίζουμε. Το οποιοδήποτε ερέθισμα που αντηχεί μέσα μας την διάψευση ότι το παρελθόν μπορεί να επανορθωθεί με ψευδαισθησιακό τρόπο, το καταδικάζουμε ως ύποπτο και η ετυμηγορία είναι έτοιμη να απευθύνει την καταδίκη.

Η αγάπη θυσιάζεται, το πρόσωπο γίνεται μέσο, ο έρωτας μετατρέπεται σε ένα χρηστικό αντικείμενο. Απαιτούμε από τον έρωτα να καλύψει μια ανάγκη που έμεινε ξέπνοη στο χρόνο και προσδοκούμε να γίνει η ανάσα μας. Πεισματικά σαν παιδιά ζητάμε από εκείνον να δικαιώσει ότι έμεινε αδικαίωτο από άλλα πρόσωπα που ποδοπάτησαν τη ζωή μας. Σα να του ζητάμε να παίξει ένα έργο, για να εξαγνίσει την παρουσία των άλλων στη ζωή μας που μας άφησαν με ένα ξεριζωμό, με μια ντροπή να σημαδεύει τη ζωή μας σα στίγμα. Είτε παρακλητικά είτε προστακτικά θέλουμε να γίνει εκείνος ο ήρωας που θα σηκώσει στις πλάτες του το παρελθόν μας και εμείς αλαφροΐσκιωτοι θα αιωρούμαστε σε ένα ουρανό γεμάτο αταξίδευτα όνειρα, όπου θα συντροφεύουμε τις αυταπάτες μας. Η σχέση παύει να είναι σχέση και μετατρέπεται σε χρήση, όπου ο άλλος γίνεται ένα εργαλείο μαγικής επανόρθωσης, προκειμένου να αποκατασταθεί το 'λάθος' στον ψυχισμό μας.

Η θλίψη για ότι παραμελήθηκε, για ό,τι προδόθηκε και εγκαταλείφθηκε, είναι τόσο μεγάλη, που θεωρούμε τον εαυτό μας στιγματισμένο και τρέμουμε στην ιδέα της ξεφτισμένης εικόνας που απειλεί τα ερείπια του ψυχικού μας κόσμου. Γυρεύουμε μια αναστύλωση, ώστε να μπορέσουμε να αντέξουμε τους κλυδωνισμούς της ζωής, όταν οι καταιγίδες κτυπούν την πόρτα μας. Επειδή τα τραύματά μας όμως έχουν προσδιορίσει την εικόνα μας, νιώθουμε αδύναμοι να κάνουμε τις υπερβάσεις μας και να περιορίσουμε την διάστασή τους μέσα μας, οπότε ο απόηχός τους πλήττει την αξία μας. Έτσι, το σημάδι από ένα γεγονός, το οποίο το υποστήκαμε αναίτια στο παρελθόν, στιγματίζει ολάκερο τον ψυχισμό μας.

Με αυτόν τον τρόπο όμως αδυνατούμε να έρθουμε σε επαφή με την πραγματικότητα και να την αντιμετωπίσουμε Τα τραύματα, όσο βαθιά κι αν μας έχουν διαπεράσει, είναι πολύτιμος σύμμαχος στην ζωή μας, γιατί η κάθε εμπειρία ακόμη κι αν δεν είχε την έκβαση που επιθυμούσαμε, αποτελεί μάθημα ζωής και εφόδιο στον αγώνα μας. Όσο εμείς προσπαθούμε να εξαφανίσουμε, να διαγράψουμε από το χάρτη του παρελθόντος μας, καθετί που θεωρούμε πως μας στιγμάτισε, όσο γυρεύουμε μια μαγική επανόρθωση που θα σβήσει μονοκοντυλιάς ό,τι μας πλήγωσε, για να αποδεχτούμε τον εαυτό μας, χωρίς πληγές, χωρίς τραύματα, χωρίς εγγραφές, χωρίς παρελθόν, τόσο θυμώνουμε και ματώνουμε, γιατί διαπιστώνουμε πως δεν μπορούμε να διαγράψουμε τις θύμησές μας, αλλά το μόνο που θα μπορούσε να μας βοηθήσει είναι, να συμφιλιωθούμε με το 'λάθος' και να ανοίξουμε δρόμο στην ζωή μας.

Η μνήμη μάς χρειάζεται, γιατί αποτελεί μια πυξίδα, ώστε να μη χανόμαστε ξανά και ξανά σε ανώφελους προσδιορισμούς. Χάρη στην εμπειρία, ακόμα και χάρη στον πόνο που δοκιμάσαμε, αν τον δεχτούμε και τον αξιοποιήσουμε, τότε αποφεύγουμε διαδρομές που μας παραπλανούν και διαλέγουμε πορείες, όπου συναντάμε την αλήθεια μας, όπου η εικόνα μας γίνεται αποδεκτή, όπου νιώθουμε αυθεντικός εαυτός. Καθετί που συνέβηκε στη ζωή μας έχει το νόημα του, την αξία του και αν χαθεί, αν το σβήσουμε μονοκοντυλιάς, μαζί του σβήνουμε και την ζωή μας, η οποία σφραγίστηκε από κομμάτια, όπου όλα τους αποτελούν την ενότητά μας. Καθετί που ζήσαμε, είτε χαρούμενο, είτε λυπημένο, είμαστε εμείς. Κάθε στοιχείο μας που είτε το αξιοποιήσαμε είτε το αφήσαμε παραπονεμένο, συνεχίζει να υπάρχει μέσα μας και να μας περιμένει με προσμονή.

Είχαμε δικαίωμα στα λάθη και στα σωστά της καρδιάς μας, ενώ οτιδήποτε προσπαθούμε να σβήσουμε από ντροπή, από θυμό ή ενοχή, μάς ακολουθεί σαν ένα θρύμμα που αποζητά να ενωθεί μαζί μας, για να απολογηθεί και να βρει τη θέση του στη ζωή μας, ώστε να μην πορεύεται απομονωμένο και αποσπασμένο από μας. Κάθε συναίσθημα ή σκέψη, που επιτίθεται στα κομμάτια του εαυτού μας, επιζητά την ένωση του με τον πυρήνα του εαυτού μας προκειμένου να αισθανθούμε ολάκεροι και ενωμένοι με τον εαυτό μας. Οι εμπειρίες της ζωής μας αφήνουν το απόσταγμά τους στο ψυχικό μας σύστημα, και εμείς διυλίζουμε την ουσία τους, για να αποβάλουμε το τοξικό τους περιεχόμενο και να ευφρανθούμε με το νέκταρ τους.

Ο Μπέρτραντ Ράσελ: Το όριο της λογικής

Φανταστείτε ότι ζείτε σε ένα χωριό, όπου ισχύει ένας πολύ περίεργος νόμος. Ο νόμος λέει: 1) Όλοι οι κάτοικοι πρέπει να κυκλοφορούν καλοξυρισμένοι 2) Οι κάτοικοι δεν πρέπει να ξυρίζονται μόνοι τους, αλλά από τον κουρέα του χωριού.

Αμέσως, έχουμε το εξής παράδοξο: Ποιος θα ξυρίσει τον κουρέα; Δεν μπορεί να ξυριστεί μόνος του, γιατί απαγορεύεται από τον κανονισμό, αλλά δεν μπορεί να κυκλοφορήσει και αξύριστος.

Αυτό το παράδειγμα αναφέρεται ένα από τα γνωστότερα σφάλματα της λογικής και είναι γνωστό σαν παράδοξο του Ράσελ. Ο Μπέρτραντ Ράσελ γνωστός μαθηματικός και φιλόσοφος, ήταν από τους πρωτεργάτες, της θεμελίωσης της Λογικής ως ξεχωριστής επιστήμης. Δημοσίευσε το εν λόγω παράδοξο στη μαθηματική του μορφή το 1901, και έβαλε βόμβα στη θεωρία των συνόλων του Καντόρ. Αναφέρεται ότι είχε ανακαλυφθεί ένα χρόνο νωρίτερα από τον Έρνστ Ζερμέλο, ο οποίος όμως δεν το δημοσίευσε και έχασε και τη δόξα.

Λίγο πολύ αυτό που λέει αυτό το παράδοξο είναι ότι είναι προβληματικό να μιλάμε για σύνολα πραγμάτων, που περιέχουν τον εαυτό τους, δηλαδή την αυτοαναφορικότητα. Για παράδειγμα ας πάρουμε τον κατάλογο όλων των βιβλίων που δεν έχουν αναφορά προς τον εαυτό τους. Αυτός ο κατάλογος θα συμπεριελάμβανε τον εαυτό του; Αν τον συμπεριελάμβανε, θα δημιουργούσε παράδοξο, όπως επίσης και αν δεν τον συμπεριελάμβανε.

Μια βασική απόρροια είναι ότι δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ένα σύνολο όλων των συνόλων, τουτέστιν για το άπειρο....

Το παράδοξο του Ράσελ βάζει ένα σαφές όριο, σε αυτό που καλούμε ανθρώπινη λογική. Tο τελειωτικό κτύπημα όμως το έδωσε ο Κουρτ Γκέντελ, με τα δύο θεωρήματα του, της μη πληρότητας.
 
Με αυτά αποδεικνύει με απλά λόγια, ότι πάντα σε οποιοδήποτε λογικό οικοδόμημα πάμε να χτίσουμε, πρέπει να πάρουμε κάποιες προτάσεις σαν αξιώματα, δηλαδή αναπόδεικτες, και πάνω εκεί θα θεμελιώσουμε. Αντιστρόφως αν τα αξιώματα αποδεικνύονται εντός του συστήματος, υπάρχουν προτάσεις, οι οποίες δεν μπορούν να αποδεικτούν!

Πράγματα, για τα οποία δεν μπορούμε να μιλήσουμε, πράγματα τα οποία δεν μπορούμε να αποδείξουμε. Και όλα αυτά στην καθαρότερη των επιστημών...τα μαθηματικά! Και όμως ήδη από τις αρχές του αιώνα έχουν αποδεικτεί τα ανθρώπινα όρια της λογικής. Αντιστοίχως στη φυσική έχουν μετατοπιστεί τα όρια από τον ντετερμινισμό, προς την στοχαστικότητα, με την κβαντική φυσική. Στη φύση, η θέση και η ταχύτητα ενός σωματιδίου, δεν μπορεί να καθοριστούν ποτέ με ακρίβεια ταυτόχρονα, όπως μας είπε και ο Χάιζενμπεργκ. Αλλά και η συμπεριφορά του είναι μυστηριώδης, άλλοτε σαν κύμα, άλλοτε σαν σωματίδιο, άλλες φορές και τα δυο ταυτόχρονα.

Σε όλα τα φάσματα της επιστήμης πια η στροφή έχει γίνει προς στη στοχαστικότητα. Αυτό είναι το νέο πεδίο δόξας. Οι πιθανότητες. Η βεβαιότητα είναι κάτι, που δεν μπορούμε πια να αναζητούμε, από την επιστήμη. Οι βεβαιότητες είναι ίδιον θρησκειών.

Επομένως για τον επόμενο που θα δηλώσει απολύτως σίγουρος, για κάτι, δεν είναι σωστό να είμαστε καχύποπτοι;

THOMAS HOBBES: Περί των παθών του νου – Η ΔΟΞΑ

Η ΔΟΞΑ (glory), ή μύχια υπερηφάνεια ή θρίαμβος του πνεύματος, είναι το πάθος το οποίο απορρέει από τη φαντασίωση ή την αντίληψη ότι η προσωπική μας ισχύς είναι μεγαλύτερη από εκείνη του ανταγωνιστή μας. Οι ενδείξεις αυτής της μεγαλύτερης ισχύος, πέραν των σωματικών εκδηλώσεών της που δεν μπορούν να περιγραφούν, είναι η επιδεικτικότητα στα λόγια και η θρασύτητα στα έργα.

Το πάθος αυτό ονομάζεται υπερηφάνεια από εκείνους τους οποίους δυσαρεστεί. Εκείνοι τους οποίους ευχαριστεί το αποκαλούν δίκαιη αυτοεκτίμηση. Αυτή η φαντασίωση της προσωπικής δύναμης ή αξίας μας μπορεί να βασίζεται στη βεβαιότητα μιας πείρας προερχόμενης από τις ίδιες μας τις πράξεις- τότε η δόξα είναι δίκαιη και θεμελιωμένη, και δημιουργεί την άποψη ότι μπορεί να επαυξηθεί από νέες πράξεις.

Σε αυτό συνίσταται η επιθυμία την οποία αποκαλούμε ΦΙΛΟΔΟΞΙΑ (aspiring) ή επιθυμία αναβάθμισης της ισχύος. Το ίδιο πάθος μπορεί να προέρχεται όχι απ’ την όποια συνείδηση των πράξεών μας, αλλά από το γεγονός ότι οι άλλοι άνθρωποι μας εξυμνούν και μας εμπιστεύονται. Εξ αυτών μπορεί κάποιος να έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, και όμως να αυταπατάται. Αυτό ονομάζεται ΨΕΥΔΗΣ ΔΟΞΑ (false glory), και η φιλοδοξία που πηγάζει από αυτήν οδηγεί σε αποτυχία. Επιπλέον, η φαντασίωση κατορθωμάτων που στην πραγματικότητα ποτέ δεν επιτελέσαμε είναι τρόπος αυτοπροβολής, καθώς όμως δεν εμπνέει καμία επιθυμία ή προσπάθεια για κάτι ουσιαστικό, είναι κούφια και ανώφελη.

Όπως όταν κάποιος φαντάζεται ότι είναι ο ίδιος πρωταγωνιστής ενός ρομάντζου που διαβάζει ότι μοιάζει σε κάποιον άλλο, τις πράξεις του οποίου θαυμάζει. Αυτό ονομάζεται ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ (vain glory). Ένα παράδειγμα βρίσκουμε στο μύθο με τη μύγα που κάθεται στον άξονα της άμαξας και σκέφτεται: «Πόση σκόνη σηκώνω!». Η έκφραση της ματαιοδοξίας είναι αυτό που ονομάζουμε ευσεβή πόθο, τον οποίο κάποιες Σχολές εξέλαβαν λανθασμένα ως μια διακριτή επιθυμία και την ονόμασαν «ψευδή προδιάθεση», δημιουργώντας έναν νέο όρο, και άρα ένα νέο πάθος που δεν υπήρχε πριν. Ενδείξεις έκδηλης ματαιοδοξίας ορισμένων ανθρώπων είναι η μίμηση των άλλων, η προσποιητή προσήλωση σε πράγματα που δεν κατανοούν καν, οι επιτηδευμένοι τρόποι, η προσπάθεια καταξίωσης απ’ τα όνειρά τους και τις μικρές ιστορίες της ζωής τους ή από τη χώρα τους, το όνομά τους κλπ.

THOMAS HOBBES, ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Όσο πιο πολύ μαθαίνουμε, τόσο πιο πολύ συνειδητοποιούμε ότι δεν ξέρουμε

Ο Πλάτωνας θα έλεγε ότι όποιος αδυνατεί να καταλάβει τα μικρά ερωτήματα – όπως “Πόσο κάνει 1+1;” – έχει μικρές πιθανότητες για τα μεγαλύτερα.

Είναι επίσης αληθινό ότι όσο πιο πολύ μαθαίνουμε, τόσο πιο πολύ συνειδητοποιούμε ότι δεν ξέρουμε. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ξέρουμε τίποτα! Ο ανθρώπινος κόσμος είναι ένα αυξανόμενα σύνθετο πράγμα, όλο και πιο δύσκολο να το καταλάβεις.

Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι παλεύουν ακατάπαυστα να καταλάβουν πώς έχουν τα πράγματα. Πώς το κάνουμε αυτό;

– Αρχικά στηριζόμενοι πάνω σε αξιόπιστη γνώση. Ο Πλάτωνας είχε μια διάσημη επιγραφή τοποθετημένη έξω από την Ακαδημία του (το πρώτο πανεπιστήμιο), που έλεγε “Κανείς στερούμενος της γεωμετρίας να μην εισέλθει”. Γιατί; Επειδή ο Πλάτωνας πίστευε ότι οι μαθηματικές αλήθειες ήταν τα πιο σίγουρα πράγματα και έπρεπε να μαθαίνονται, πριν κάποιος πλησιάσει πιο αβέβαια θέματα όπως η ηθική και η πολιτική.

Πίστευε ότι τα μεγαλύτερα ερωτήματα στη ζωή (όπως αυτά για την ορθότητα και τη δικαιοσύνη) δεν θα μπορούσαν καν να διατυπωθούν προτού τα μικρότερα (όπως αυτά στη γεωμετρία) απαντηθούν.

Εκατομμύρια άνθρωποι καταπιάνονται με πολλά θέματα στο πλανητικό χωριό, θέματα που μας αφορούν όλους και μπορούν να μας προκαλέσουν σημαντική δυσαρέσκεια: από την οικονομία μέχρι την οικολογία, από το σύστημα υγείας μέχρι την έλλειψη στέγης, από την ανεκτικότητα μέχρι την τρομοκρατία.

Ο Πλάτωνας θα έλεγε ότι όποιος αδυνατεί να καταλάβει τα μικρά ερωτήματα – όπως “Πόσο κάνει 1+1;” – έχει μικρές πιθανότητες για τα μεγαλύτερα. Εάν δεν μπορείτε να κάνετε αριθμητική, που είναι εύκολη, πώς μπορείτε ακόμη και να αρχίσετε να διακρίνετε το σωστό από το λάθος, κάτι που μπορεί να είναι πολύ δύσκολο ορισμένες φορές;

Ο Πλάτωνας θα έλεγε ακόμη ότι κάθε σύστημα εκπαίδευσης που αποτυγχάνει να οδηγήσει τους μαθητές του έξω από τη σπηλιά πρέπει είτε να αναμορφωθεί είτε να αντιμετωπίσει τη διάλυση.

Ένας πολιτισμός που μπορεί κατ’ αυτόν τον τρόπο να παραδοθεί στον ηττημένο εχθρό του πρέπει πρώτα να υποστεί τέτοιον εκφυλισμό που ούτε οι διορισμένοι του ιερείς και δάσκαλοι ούτε κανείς άλλος να έχει την ικανότητα ή να αναλαμβάνει την ευθύνη να τον υπερασπίσει.

ΑΛΑΙΝ ΝΤΕ ΜΠΟΤΤΟΝ: Μετρήστε τον χωρίς τα ξυλοπόδαρά του

Παρόμοια διάθεση να αμφισβητήσει τις ιδέες της αξιοκρατίας είχε και ο Τζον Ράσκιν, που στο Unto This Last *[Προς τα τελευταία] (1862), περιέγραψε με εμφανή σαρκασμό τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει ως προς το χαρακτήρα φτωχών και πλουσίων, βασισμένος στις εκατοντάδες γνωριμίες του με μέλη και των δύο ομάδων σε πολλές χώρες και σε διάστημα τεσσάρων δεκαετιών: «Εκείνοι που αποκτούν πλούτο είναι εν γένει φιλόπονοι, αποφασιστικοί, υπερήφανοι, ζηλότυποι, ευέλικτοι, μεθοδικοί, λογικοί, προσγειωμένοι, άνευ φαντασίας και ευαισθησιών, αδαείς. Φτωχοί παραμένουν οι ολωσδιόλου άφρονες, οι απολύτως σοφοί, οι οκνηροί, οι ευαίσθητοι, οι καλλιεργημένοι, οι μη προνοητικοί, οι παρορμητικά και άστατα αχρείοι, ο αδέξιος αγύρτης, ο κατάφωρος κλέφτης και ο άνθρωπος ο βαθύτατα φιλεύσπλαχνος, δίκαιος και ενάρετος».

Με άλλα λόγια, κάθε καρυδιάς καρύδι μπορεί να γίνει πλούσιος ή φτωχός – πράγμα που σημαίνει ότι - πριν το επαναλάβουν οι πολιτικοί στοχαστές σε όλη τη διάρκεια του 19ου και 20ού αιώνα, το εισόδημα δε συνιστά κριτήριο για την καταξίωση. Για να γίνει ο τάδε πλούσιος και ο δείνα άπορος συντρέχουν αναρίθμητα εξωτερικά γεγονότα και εσωτερικά χαρακτηριστικά. Και πέρ’ από αυτά πρέπει να συνυπολογίσουμε τις συγκυρίες, την τύχη, τις ασθένειες και το φόβο, τα απρόοπτα και την όψιμη βελτίωση, την καλή εκτίμηση των συνθηκών και τα δυστυχήματα.

Τον καθοριστικό ρόλο που ασκούν οι αστάθμητοι παράγοντες στο πεπρωμένο μας τον είχε τονίσει τρεις αιώνες πριν από τον Ράσκιν και τον Σο -αλλά στο ίδιο πνεύμα- ο Μισέλ ντε Μονταίνι. Μας συμβούλευε να θυμόμαστε ότι «Η μοίρα μάς ταιριάζει τη δόξα ανάλογα με το πώς της έρχεται. Την είδα πολύ συχνά να βαδίζει πριν την αξία και συχνά να ξεπερνάει την αξία κατά μεγάλη απόσταση». Η ψυχρή αποτίμηση της επιτυχίας ή της αποτυχίας μας θα έπρεπε να μας δημιουργεί την αίσθηση ότι υπάρχουν σαφείς λόγοι για να νιώθουμε λιγότερο περήφανοι ή στενοχωρημένοι με τον εαυτό μας, αφού μεγάλο ποσοστό αυτών που μας συμβαίνουν δεν απορρέουν από δικές μας ενέργειες. Ο Μονταίνι ζητούσε να χαλιναγωγούμε τον ενθουσιασμό που νιώθουμε κατά τη γνωριμία μας με πλούσιους και ισχυρούς, καθώς επίσης και τις επικρίσεις μας κατά τις συναντήσεις με φτωχούς και αφανείς. «Γιατί δεν κρίνουμε έναν άνθρωπο για γνωρίσματα που είναι πράγματι δικά του; Ζει μεγάλη ζωή, έχει πλούσιο ανάκτορο, τόση επιρροή, τόσο εισόδημα: όλα αυτά είναι γύρω του, όχι μέσα του… Μετρήστε τον χωρίς τα ξυλοπόδαρά του- ας βάλει στην άκρη τα πλούτη και τις τιμές του, ας παρουσιαστεί με την πουκαμίσα του… Τι ψυχή έχει; Είναι όμορφη, ικανή και κατ’ ευχήν εφοδιασμένη με όλες της τις λειτουργίες; Είναι πλούσια από δικό της πλούτο ή από πλούτο άλλου; Έχει να κάνει σε τίποτα η τύχη με αυτά;… Αυτό πρέπει να βλέπετε και από εκεί να κρίνετε τις τεράστιες διαφορές που υπάρχουν ανάμεσά σας».

Το στοιχείο που συνδέει μεταξύ τους τις πολλές αντιρρήσεις για το αξιοκρατικό ιδεώδες της κοινωνίας της αγοράς είναι η έκκληση όλων των αντιπάλων της να πάψουμε να προσδίδουμε ηθικές συνεκδοχές σε κάτι που διανέμεται με τρόπο τόσο αλλοπρόσαλλο όσο το χρήμα· να καταργήσουμε τους δογματικούς δεσμούς που είθισται να συνδέουν τον πλούτο με την αξία – και να κάνουμε μια προσπάθεια να διασφαλίσουμε ότι δεν κρίνουμε τους άλλους όταν φορούν ακόμη τα ξυλοπόδαρά τους.

ΑΛΑΙΝ ΝΤΕ ΜΠΟΤΤΟΝ, Περί του κοινωνικού Status

ΡΕΝΕ ΝΤΕΚΑΡΤ: Μήπως ονειρεύεστε;

Ακούτε το ξυπνητήρι, το κλείνετε, σέρνεστε για να σηκωθείτε από το κρεβάτι, ντύνεστε, τρώτε πρωινό, ετοιμάζεστε για την ημέρα. Αλλά συμβαίνει κάτι αναπάντεχο: ξυπνάτε και συνειδητοποιείτε ότι ήταν απλώς ένα όνειρο. Στο όνειρό σας ήσασταν ξύπνιοι και συνεχίζατε τη ζωή σας, ενώ στην πραγματικότητα ήσασταν ακόμα κουλουριασμένοι κάτω από το πάπλωμα και ροχαλίζατε. Αν είχατε μια παρόμοια εμπειρία, ξέρετε τι εννοώ. Συνήθως ονομάζεται «ψεύτικο ξύπνημα» και είναι πολύ πειστικό. Ο Γάλλος φιλόσοφος Ρενέ Ντεκάρτ (1596-1650) είχε ένα παρόμοιο ξύπνημα που τον έβαλε σε σκέψεις. Πώς μπορούσε να είναι βέβαιος ότι δεν ονειρευόταν;

Για τον Ντεκάρτ η φιλοσοφία ήταν ένα από τα πολλά πνευματικά του ενδιαφέροντα. Ήταν εξέχων μαθηματικός, γνωστός σήμερα περισσότερο για τις «καρτεσιανές συντεταγμένες» – λέγεται ότι τις επινόησε καθώς παρακολουθούσε μια μύγα να περπατά στο ταβάνι και αναρωτήθηκε πως θα μπορούσε να περιγράψει τη θέση της σε διάφορα σημεία. Η επιστήμη τον συνάρπαζε, ήταν επίσης αστρονόμος και βιολόγος. Η φιλοσοφική του φήμη έγκειται περισσότερο στα έργα του Στοχασμοί και Λόγος περί της μεθόδου: βιβλία στα οποία διερεύνησε τα όρια του πόσα μπορεί να γνωρίζει.

Όπως οι περισσότεροι φιλόσοφοι, ο Ντεκάρτ δεν ήθελε να πιστεύει σε κάτι δίχως να διερευνά γιατί το πίστευε –  του άρεσε επίσης να θέτει παράξενα ερωτήματα, τα οποία οι άλλοι δεν ξόδευαν χρόνο για να τα θέτουν. Φυσικά, ο Ντεκάρτ καταλάβαινε πως δε θα ήταν δυνατόν να περνάμε τη ζωή μας επερωτώντας διαρκώς τα πάντα. Θα ήταν τρομερά δύσκολο να ζει κανείς αν τον περισσότερο καιρό δεν εμπιστευόταν κάποια πράγματα, όπως αναμφίβολα ανακάλυψε ο Πύρρων (βλ. Κεφάλαιο 3). Ωστόσο ο Ντεκάρτ σκέφτηκε πως θα άξιζε να προσπαθήσει μια φορά στη ζωή του να επεξεργαστεί τι θα μπορούσε να γνωρίζει -αν όντως υπάρχει κάτι- στα σίγουρα. Για να το κάνει αυτό, ανέπτυξε μια μέθοδο. Είναι γνωστή ως Μέθοδος της Καρτεσιανής Αμφιβολίας!

Η μέθοδος είναι σαφής: μην αποδέχεστε τίποτα ως αληθές αν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να μην είναι αληθές.

Παίρνετε μια πεποίθηση, όπως «Τώρα είμαι ξύπνιος και διαβάζω αυτό», την εξετάζετε, και την αποδέχεστε μόνο αν είστε βέβαιοι πως δεν μπορεί να είναι εσφαλμένη ή παραπλανητική. Αν υπάρχει έστω και η παραμικρότερη αμφιβολία, απορρίψτε την. Ο Ντεκάρτ εξέτασε πολλά από αυτά που πίστευε, αμφισβητώντας το κατά πόσο είναι ακριβώς έτσι όπως μοιάζουν να είναι. Ήταν πράγματι ο κόσμος έτσι όπως του φαινόταν; Ήταν σίγουρος πως δεν ονειρεύεται;

Ο Ντεκάρτ ξεκινά την αναζήτηση της βεβαιότητας σκεπτόμενος πρώτα τα τεκμήρια που μας δίνουν οι αισθήσεις: η όραση, η αφή, η οσμή, η γεύση και η ακοή. Μπορούμε να εμπιστευόμαστε τις αισθήσεις; Όχι, συμπέρανε. Οι αισθήσεις ενίοτε μας ξεγελούν. Κάνουμε λάθη. Σκεφτείτε αυτό που βλέπετε. Είναι αξιόπιστη η όρασή σας σε σχέση με τα πάντα; Πρέπει πάντα να πιστεύετε στα μάτια σας;

Ένα ίσιο ραβδί μες στο νερό μοιάζει λυγισμένο αν το κοιτάξετε από πλάγια. Ένας τετράγωνος πύργος από μακρινή απόσταση μπορεί να μοιάζει στρογγυλός. Συχνά όλοι κάνουμε λάθη σε όσα βλέπουμε. Και, όπως επισημαίνει ο Ντεκάρτ, δεν είναι σοφό να εμπιστευόμαστε κάτι που μας έχει ξεγελάσει στο παρελθόν. Έτσι, απορρίπτει τις αισθήσεις ως πιθανή πηγή βεβαιότητας. Δε γίνεται ποτέ να είναι βέβαιος πως oι αισθήσεις του δεν τον ξεγελούν. Τις περισσότερες φορές μάλλον δεν τον ξεγελούν, αλλά η παραμικρή πιθανότητα ότι μπορεί να τον ξεγελούν σημαίνει ότι ο ίδιος δεν μπορεί να βασιστεί απόλυτα σε αυτές. Πού καταλήγει λοιπόν;

Η πεποίθηση «Τώρα είμαι ξύπνιος και διαβάζω αυτό» μοιάζει μάλλον σίγουρη σ’ εσάς.

Είστε σίγουροι ότι δε βλέπετε τώρα ένα όνειρο; Πώς το ξέρετε; Ίσως τσιμπήσατε τον εαυτό σας για να δείτε αν κοιμάστε. Αν δεν το κάνατε, κάντε το. Τι αποδεικνύει; Τίποτα. Θα μπορούσατε να ονειρεύεστε πως τσιμπάτε τον εαυτό σας. Συνεπώς, μπορεί να ονειρεύεστε.

Αυτό δείχνει ότι δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε πλήρως τις αισθήσεις μας. Δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως βέβαιοι πως δεν ονειρευόμαστε. Αλλά σίγουρα, λέει ο Ντεκάρτ, ακόμα και στα όνειρα, 2+3= 5. Εδώ ο Ντεκάρτ χρησιμοποιεί ένα νοητικό πείραμα, μια φανταστική ιστορία για να δείξει αυτό που θέλει. Φτάνει την αμφιβολία στα όρια της και καταλήγει σε μια δοκιμασία για κάθε πεποίθηση ακόμα δυσκολότερη από τη δοκιμασία«Μήπως ονειρεύομαι;». Λέει: Φανταστείτε έναν πανίσχυρο και πανέξυπνο δαίμονα αλλά και εχθρικό. Αυτός ο δαίμονας, αν υπήρχε, θα σας έκανε να νομίζετε άτι 2+ 3 =5 κάθε φορά που κάνατε την πρόσθεση, ακόμα κι αν ισούται με 6. Δε θα ξέρατε ότι αυτό σας το κάνει ο δαίμονας. Εσείς απλώς θα προσθέτατε αφελώς τους αριθμούς. Όλα θα έμοιαζαν φυσιολογικά.

Το νοητικό πείραμα με τον κακό δαίμονα είναι ο τρόπος του Ντεκάρτ να φτάσει την αμφιβολία στα όριά της. Αν υπήρχε ένα πράγμα για το οποίο θα μπορούσαμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο δαίμονας δε μας ξεγελά αυτό θα ήταν θαυμάσιο. Θα έδινε επίσης μιαν απάντηση στους ανθρώπους που ισχυρίζονται πως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τίποτα με βεβαιότητα.

Η επόμενη κίνηση του Ντεκάρτ κατέληξε σε μία από τις διασημότερες φράσεις στη φιλοσοφία, αν και πολλοί ξέρουν το παράθεμα δίχως να καταλαβαίνουν τι σημαίνει. Ο Ντεκάρτ κατάλαβε ότι, ακόμα κι αν υπάρχει ο δαίμονας και τον ξεγελά, πρέπει να υπάρχει κάτι σε σχέση με το οποίο ο δαίμονας ξεγελά. Εφόσον έχει έστω και μία σκέψη, αυτός, ο Ντεκάρτ, πρέπει να υπάρχει. Ο δαίμονας δε θα μπορούσε να τον κάνει να πιστεύει ότι υπάρχει, αν δεν υπήρχε. Κι αυτό επειδή κάτι που δεν υπάρχει δεν μπορεί να κάνει σκέψεις. «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω» (στα λατινικά, cogito ergo sum): αυτό ήταν το συμπέρασμα του Ντεκάρτ. Σκέφτομαι, επομένως πρέπει να υπάρχω. Δοκιμάστε το. Όσο έχετε μία σκέψη ή μία αίσθηση, αποκλείεται να αμφιβάλλετε ότι υπάρχετε. Το τι είστε είναι άλλο θέμα – μπορεί να αμφιβάλλετε ότι έχετε σώμα, ή το σώμα που βλέπετε και αγγίζετε. Αλλά δε γίνεται να αμφιβάλλετε ότι υπάρχετε ως ένα είδος σκεπτόμενου όντος. Αυτή η σκέψη θα αυτοαναιρούταν. Μόλις αρχίσετε να αμφιβάλλετε για την ύπαρξή σας, η πράξη της αμφιβολίας αποδεικνύει ότι υπάρχετε ως ένα σκεπτόμενο ον.

Ο Ντεκάρτ ήταν πιο βέβαιος για την ύπαρξη του νου του παρά του σώματός του. Μπορούσε να φανταστεί πως δεν έχει σώμα, αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί πως δεν έχει νου. Αν φανταζόταν πως δεν έχει νου, θα εξακολουθούσε να σκέφτεται, και έτσι αυτό θα αποδείκνυε πως είχε έναν νου αφού δε θα μπορούσε να κάνει σκέψεις χωρίς νου.

Ομάδα επιστημόνων δημιούργησε τον πρώτο δακτύλιο καθαρού άνθρακα

Μια ομάδα επιστημόνων στην Ευρώπη κατάφερε για πρώτη φορά να συνθέσει το πρώτο μόριο καθαρού άνθρακα με τη μορφή δακτυλίου, που περιλαμβάνει 18 άτομα. Το επίτευγμα επιτεύχθηκε μετά από επίπονες προσπάθειες, και αφού οι περισσότεροι χημικοί στη Γη είχαν εγκαταλείψει την προσπάθεια.

Το κυκλικό μόριο ονομάζεται «κυκλο-άνθρακας» και μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα για τη δημιουργία τρανζίστορ μοριακής κλίμακας και άλλων ηλεκτρονικών νανοσυσκευών, καθώς το νέο μόριο, όπως έδειξε η πρώτη μελέτη των ιδιοτήτων του, δρα ως ημιαγωγός. Οι ερευνητές ξεκίνησαν με ένα τριγωνικό μόριο άνθρακα και οξυγόνου, το οποίο στη συνέχεια «χειραγώγησαν» με ηλεκτρικό ρεύμα, ώστε να καταλήξουν σε ένα δακτύλιο καθαρού άνθρακα.

Οι επιστήμονες του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και της IBM Research στη Ζυρίχη έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό Science. Για «απολύτως εντυπωσιακό έργο που ανοίγει ένα νέο πεδίο έρευνας», έκανε λόγο ο Ιάπωνας χημικός Γιοσίτο Τόμπε του Πανεπιστημίου της Οσάκα, σύμφωνα με το Nature. «Πολλοί επιστήμονες, μεταξύ αυτών κι εγώ, είχαμε προσπαθήσει να δημιουργήσουμε κυκλο-άνθρακες και να προσδιορίσουμε τις μοριακές δομές τους, αλλά μάταια», πρόσθεσε.

Ο καθαρός άνθρακας συναντάται σε διάφορες μορφές, όπως στα διαμάντια, στο γραφίτη και στους νανοσωλήνες άνθρακα. Τα άτομα άνθρακα μπορούν να σχηματίσουν χημικούς δεσμούς μεταξύ τους με διάφορους τρόπους, όπως τετραπλούς δεσμούς που οδηγούν σε πυραμιδοειδές σχήμα (διαμάντια) ή τριπλούς δεσμούς που δημιουργούν εξάγωνα (γραφένιο). Η δημιουργία όμως δακτυλίων άνθρακα, όπου το κάθε άτομο συνδέεται μόνο με δύο «γείτονες» του, είχε αποδειχθεί αδύνατη έως τώρα.

Οι επιστήμονες θα μελετήσουν πλέον τις βασικές ιδιότητες του νέου μορίου, από το οποίο μπορούν μέχρι στιγμής να συνθέσουν μόνο ένα κάθε φορά. Στόχος τους είναι επίσης να βρουν μια νέα μέθοδο για να παράγουν κυκλο-άνθρακες σε μεγαλύτερες ποσότητες. Προς διερεύνηση είναι ακόμη κατά πόσο ο κυκλο-άνθρακας είναι σταθερός στην πράξη.

Πλανήτης μεγαλύτερος από τη Γη είχε συγκρουσθεί με το Δία

Ένας νεαρός εμβρυικός πλανήτης με μάζα δεκαπλάσια από της Γης είχε κάποτε προσκρούσει πάνω στο γίγαντα του ηλιακού μας συστήματος, τον Δία, ένα βίαιο γεγονός που φαίνεται πως άφησε μόνιμο αποτύπωμα στον πυρήνα του γιγάντιου πλανήτη, σύμφωνα με νέες εκτιμήσεις επιστημόνων. Η νέα θεωρία προβάλλεται ως η καλύτερη εξήγηση για τα στοιχεία που συνέλεξε το σκάφος Juno της NASA και δείχνουν ότι ο πυρήνας του Δία εμφανίζει μια απρόσμενη αραίωση και ανάμιξη.
 
Η σύγκρουση μεταξύ του νεαρού Δία και ενός τεράστιου πρωτοπλανήτη που σχηματίστηκε στο πρώιμο ηλιακό σύστημα φαίνεται σε αυτή την εικονογράφηση.
 
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις ο πυρήνας, που είναι το 5% ως 15% της συνολικής μάζας του πλανήτη, αποτελείται από πετρώδη και παγωμένα υλικά αναμιγμένα με ελαφριά στοιχεία όπως υδρογόνο και ήλιο.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή αστρονομίας Shang-Fei Liu του κινεζικού Πανεπιστημίου Sun Yat-sen στο Zhuhai.

«Πιστεύουμε ότι οι προσκρούσεις και ιδίως οι γιγάντιες προσκρούσεις, ήσαν μάλλον συχνές στη διάρκεια της βρεφικής ηλικίας του ηλιακού μας συστήματος. Για παράδειγμα, πιστεύουμε ότι ο δορυφόρος μας (σ.σ. Σελήνη) σχηματίστηκε μετά από ένα τέτοιο συμβάν. Όμως η πρόσκρουση που εικάζουμε για τον Δία, θα ήταν πραγματικά τερατώδης», δήλωσε ο αστρονόμος Andrea Isella του Πανεπιστημίου Ράις του Χιούστον-Τέξας.

Οι ερευνητές «έτρεξαν» χιλιάδες σενάρια προσομοίωσης σε υπολογιστές και εκτιμούν ότι υπάρχει πιθανότητα τουλάχιστον 40% να συνέβη η πρόσκρουση (η οποία προς το παρόν πάντως είναι μια υπόθεση) αρκετά εκατομμύρια χρόνια μετά τη δημιουργία του ηλιακού συστήματος πριν περίπου 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια.

Ένα έμβρυο μεγάλου πλανήτη ακόμη υπό διαμόρφωση (ένας πρωτοπλανήτης), που προοριζόταν να γίνει αέριος γίγαντας, θα έπεσε πάνω στον Δία και τελικά θα απορροφήθηκε από αυτόν, αφήνοντας μέχρι σήμερα τα ίχνη του στον πυρήνα του τελευταίου.

Ο κατά βάση αέριος πλανήτης Δίας καλύπτεται από πολύχρωμα νέφη και έχει διάμετρο περίπου 143.000 χιλιομέτρων (έναντι μόνο 12.742 χλμ. της Γης), ενώ η μάζα του είναι περίπου 320 φορές μεγαλύτερη από εκείνη της Γης.

Αριστοτέλης: Φιλοσοφία και πρακτική σοφία για τη ζωή

Φιλοσοφία και ζωή

§1

     Ι. Η αριστοτελική φιλοσοφία, πολυσχιδής και πολύπτυχη καθώς είναι, δεν αποτελεί άθροισμα προγραμματικών φιλοσοφικών προτάσεων, τις οποίες θα μπορούσε κανείς να απομνημονεύσει και στη συνέχεια να αναπαραγάγει εν είδει αντιγράφου. Δεν ανήκε στις προθέσεις του μεγάλου αυτού Έλληνα φιλόσοφου να σχεδιάσει εκ των προτέρων εγκεφαλικά σχήματα, μέσα από τα οποία θα ατένιζε το σύμπαν και τον κόσμο. Απεναντίας, όλη η σκέψη του ξετυλίχτηκε ως μια ακατάπαυστη φιλοσοφική ανάγνωση της ζωής: ως μια φιλοσοφική μάθηση, που τελικά θα εξελισσόταν σε ερευνητική αναζήτηση της πρώτης φιλοσοφίαςˑ αυτής δηλαδή που μεταγενέστεροι σχολιαστές του αποκάλεσαν: Μετά τα φυσικά. Η πραγματεία Μετά τα φυσικά ονομάστηκε έτσι, γιατί κατατάχτηκε μετά την πραγματεία Φυσικά.

    ΙΙ. Από την πλευρά των περιεχομένων της ωστόσο αποτέλεσε μια πρώτη επιστημονική άρθρωση της φιλοσοφικής κατεύθυνσης, που σήμερα είναι γνωστή ως μεταφυσική. Γιατί ο ίδιος ο Αριστοτέλης ονομάζει την τελευταία τούτη πρώτη φιλοσοφία; Πέραν του ότι ο όρος μεταφυσική ήταν άγνωστος στην εποχή του, με την πρώτη φιλοσοφία δίνει προτεραιότητα στη διερεύνηση των πρώτων αρχών ή της πρώτης αρχής του όντος:

«Αν δεν υπήρχε καμιά άλλη ουσία πέρα από τις ουσίες που έχουν συσταθεί από τη φύση, τότε η φυσική θα ήταν η πρώτη επιστήμη. Αν όμως υπάρχει κάποια ουσία ακίνητη, τότε η επιστήμη που τη μελετάει θα προηγείται της φυσικής και θα είναι η πρώτη φιλοσοφία· και θα είναι καθολική επιστήμη, ακριβώς γιατί είναι πρώτη» (Μετά τα φυσικά E 1026a27-32)

 Η διερεύνηση αυτή, μεθοδολογικά, ακολουθεί δυο πτυχές. Πρώτα-πρώτα διασαφηνίζονται όροι και σημασίες τους, ώστε η προχωρητική διαδικασία να φωτίζει την αλήθεια και να επιτρέπει τη συγκρότηση εννοιώνˑ δεύτερο η σκέψη εκδιπλώνεται απορητικά και όχι δογματικά, γραμμικά. Έτσι η έννοια της αλήθειας αποκτά ουσιαστικό σημασιολογικό και δια-νοηματικό περιεχόμενο: αποτελεί την αντικειμενική, υποστασιακή σταθερά της πραγματικότητας και συνάμα την εναρμονισμένη με τούτη την πραγματικότητα γνώση του υποκειμένου.

§2

     Ι. Πώς συγκεκριμενοποιείται περαιτέρω η εν λόγω φιλοσοφία; Προχωρεί στην εξέταση θεμελιωδών εννοιών και στην εύρεση/ανακάλυψη, διασάφηση και αποτύπωση των καθολικών –και κοινών– χαρακτηριστικών που συνθέτουν την πραγματικότητα των όντων. Τούτο υποδηλώνει την πρόθεση του Αριστοτέλη να εισχωρήσει στην κατανόηση της πραγματικότητας ως ενός όλου και να καταστήσει συναφώς τη φιλοσοφία πρωταρχικό και αδιάψευστο τρόπο βίωσης για τους ανθρώπους. Η ανθρώπινη ύπαρξη παύει έτσι να έρπει ανήμπορη μέσα στα θραύσματά της που πολλαπλασιάζονται αθώρητα και αντικρίζεται στην πληρότητα του Είναι της. Πλησιάζεται μέσα από την καθαρή θεωρία, που συνιστά θανάσιμο εχθρό για τον στείρο διανοητικισμό. Η διανοητική/εγκεφαλική γνώση περιορίζει τον πνευματικό ορίζοντα του ανθρώπου σε μια λογοκρατική θεώρηση του κόσμου, άκρως πνιγηρή και πλαστή: αποτελματώνει το φυσικό ορέγεσθαι του ανθρώπου για γνώση, του αφαιρεί και το παραμικρό σκίρτημα χαράς και ευφορίας, τον αδρανοποιεί, τον ρίχνει σε μια παραλυτική αβουλία, σε απόλυτη αστοχασιά, που όλα «τα παγώνει, τα ζαρώνει και τελικά τα απονεκρώνει» (Βρεττάκος), ως εκ τούτου σε αφόρητη πλήξη, που τον κλείνει ερμητικά στον εαυτό του.

   ΙΙ. Απέναντι σε μια τέτοια παραλυσία, ο Αριστοτέλης διατυπώνει το φιλοσοφικό αίτημα: να εξετάζονται οι πρώτες αιτίες και αρχές. Απ’ αυτή την άποψη, η φιλοσοφική σκέψη, η μεθοδικά οργανωμένη γνώση, δεν ασχολείται μονοσήμαντα και αποσπασματικά με το ένα ή το άλλο τεμάχιο του πραγματικού· αυτό το «έργο» το αφήνει για τους/στους διάσπαρτους σήμερα, εντός και εκτός ελληνικών μορφωτικών ιδρυμάτων, επαγγελματίες στην «επιστημονική» τους φλυαρία, άκρως απαίδευτους φιλοσοφικά, πολύ «ικανούς» όμως στις μικροπολιτικές τους επιδόσεις. Απεναντίας, η φιλοσοφική θεωρία και πράξη του Αριστοτέλη προβάλλει πολύ συγκεκριμένα και καλλιεργεί ένα είδος φιλοσοφικής-διαφωτιστικής μύησης: εισχωρεί σε μια ενοποιητική σύλληψη του χωρόχρονου και της ολότητας των πραγμάτων, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν όντα.

§3

     Ι. Όποιος συμβαίνει να εγκλωβίζεται μέσα στους συσσωρευμένους ογκόλιθους του διανοητικισμού, με την ελπίδα να φτάσει στις κορφές του Ολύμπου, αν ποτέ φτάσει εκεί, δεν θα βρει καμιά θεία βουλή, καμιά εκ θεών σωτηρία. Είναι ακριβώς, μέσω της ανώφελης ελπίδας, που αυτός ο διανοητικισμός, από την εποχή ακόμη του Ηράκλειτου, στερείται παντελώς την τέχνη του Λόγου και του στοχασμού και όσο υποφέρει από τούτη τη στέρηση, τόσο διεκδικεί μια απόλυτη κυριαρχία. Αυτό συμβαίνει κυρίως σε περιβάλλοντα ζωής, καθυστερημένα κοινωνικά, πολιτικά, πολιτισμικά και πνευματικά, περίπου σαν αυτό της νεοελληνικής πραγματικότητας, όπου η ζωή των ανθρώπων, θεμελιωδώς στη σφαίρα κατευθυνόμενων «διανοουμένων», είναι διαμελισμένη, ασύνταχτη, α-συν-εννόητη ως την έσχατη κατάπτωση κάθε όμορφου και ωραίου. Ο Αριστοτέλης βρίσκεται σε διαρκή αντι-παράθεση με τέτοια αστόχαστα περιβάλλοντα. Κατά την παραμονή και διαμονή του στην Αθήνα, ως δασκάλου πλέον και όχι μόνο την πρώτη περίοδο ως μαθητή του Πλάτωνος, νιώθει ξένος. Παράλληλα στρέφει τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις στη βαθιά στοχαστική θεώρηση των όντων, ήτοι των πραγμάτων που διακρίνονται για την αυθεντική τους ύπαρξη, για την ουσιαστική τους υπόσταση, χωρίς ποτέ να πιστεύει ότι μπορεί να φτάσει σε μια οριστική και τελεσίδικη γνώση του κόσμου. Κατά το ίδιο πνεύμα ενδιαφέρεται και για τον άνθρωπο όχι ως μοναχικό ον ‒γιατί τότε δεν είναι άνθρωπος παρά θηρίο‒ αλλά ως πολίτη, στον οποίο αποδίδει ως ύψιστη αρετή για μια αυθεντική πορεία στη ζωή του τη φρόνηση:

«Πιστεύουμε πως το χαρακτηριστικό του φρόνιμου ανθρώπου είναι να μπορεί να σκέφτεται και να αποφασίζει σωστά για αυτά που είναι καλά και συμφέροντα για τον ίδιο, αλλά όχι γι’ αυτά που είναι εν μέρει καλά (τι είναι καλό για την υγεία του ή την ισχύ του), αλλά γι’ αυτά που συμβάλλουν εν γένει στην καλή ζωή» (Hθικά Nικομάχεια 1140a25-28).

     ΙΙ. Χωρίς ο Αριστοτέλης να ταυτίζει την πρακτική σοφία με την έγκυρη γνώση, δηλ. με τη φιλοσοφική επιστήμη, την πρώτη φιλοσοφία, αναζητεί συγκεκριμένα περιεχόμενα και με μελετημένα βήματα μεθόδου διαγιγνώσκει πως, χωρίς το τόδε τι της φιλοσοφικής έρευνας και της γενικότερης φιλοσοφικής στάσης στη ζωή, ο κόσμος αποβαίνει το πιο επικίνδυνο και υποχθόνιο φράγμα: εμποδίζει την ανθρώπινη ύπαρξη να αναπτύξει, εδώ και τώρα, το σύνολο των δυνατοτήτων δράσης της και να μετατοπιστεί στον ξάστερο ορίζοντα της οντολογικής θεώρησης του Eαυτού. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε πως ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζει τη φιλοσοφία, σε όλα τα επίπεδά της, ως ένα αγώνισμα, κατά κάποιο τρόπο, της ζωής· κάτι που του επιτρέπει να διαλέγεται φιλοσοφικά τόσο με αντί-παλες φιλοσοφικές θεωρήσεις όσο και με τον εαυτό του:

«Διεξάγουμε μια έρευνα όχι προσβλέποντας στο αντικείμενό της, αλλά έχοντας κατά νου εκείνον που υποστηρίζει τα αντίθετα από µας. Μα και όταν ερευνούµε µόνοι µας κάτι, φτάνουμε ως εκείνο το σημείο, όπου δεν έχουμε πια να αντιτάξουμε τίποτα στον εαυτό µας. Γι’ αυτό και όποιος πρόκειται να ερευνήσει κάτι σωστά πρέπει να προβάλει εκείνες τις ενστάσεις που ταιριάζουν στο ίδιο το αντικείμενό του, και αυτήν τη δεξιότητα την αποκτά όταν έχει εξετάσει όλες τις σχετικές διαφορές» (Περί ουρανού 294b6-13).

Αυτό που αποτυπώνει εδώ ο κορυφαίος Έλληνας φιλόσοφος συνδέεται με την πρόθεσή του να ανυψώσει τη φιλοσοφία σε μια διαρκή κίνηση στοχασμού και αναστοχασμού και να συγκροτήσει μια φιλοσοφική γλώσσα, που θα μένει απρόσβλητη από τις ασχήμιες της μαζικής κοινωνίας, όχι όμως και ακατανόητη.

   ΙΙΙ. Στη συνάφεια τούτη η αριστοτελική φιλοσοφία, μέσα και από πολλαπλές δομές εγκυκλοπαιδικών γνώσεων που μας προσφέρει, τείνει να μας εξοικειώνει με μια αναφορική σχέση νοήματος: το αποκλεισμένο ον εντός των συρματοπλεγμάτων, με τα οποία τον φιλοδωρεί ο διανοητικισμός, αναζητεί τον αληθινό εαυτό του, την αληθινή του ύπαρξη, στο έξω ον, σε μια άλλη ενδοκοσμική πραγματικότητα, που θα συνιστά υπέρβαση της μαζικής συνείδησης και θα επιτρέπει στον Εαυτό να σκέπτεται εν ελευθερία τον εαυτό του: νοήσεως νόησις. Ό,τι υπάρχει τώρα δεν είναι ο ελαφρόμυαλος ισχυρισμός του υποκειμένου –πολιτικού, διανοητικού, επιστημονικού κ.λπ.– αλλά η επιτευχθείσα αντιστοιχία σκέψης και πραγματικότητας. Τούτο σημαίνει πως όλη η φιλοσοφική ζήτησις προς το έξω ον, κατά την επίπονη ανέλιξή της, ερευνά την ουσία που δηλώνει τι είναι το τόδε τι, την ουσία δηλαδή ως το κατ’ Αριστοτέλη υπο-κείμενο, ως αυτό που υφίσταται σταθερά και συγκεντρώνει όλες εκείνες τις ιδιότητες, που κάνουν το συγκεκριμένο ον να είναι ον. Αυτή η ουσία ως υποκείμενο, με σημερινούς όρους, είναι η υπόσταση. Με τούτο το νόημα και ο Χέγκελ στη Φαινομενολογία του πνεύματος γράφει: «το παν εξαρτάται από τούτο: να συλλαμβάνουμε και να εκφράζουμε το αληθές όχι μόνο ως υπόσταση, αλλά και ως υποκείμενο» (Φαινομενολογία του πνεύματος, εκδ. Δωδώνη, §17). Δηλαδή εσωτερική διαλεκτική, ήτοι αλληλο-νοηματοδότηση, υπόστασης και υποκειμένου.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1097a-1097b)

[VII] Πάλιν δ᾽ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τὸ ζητούμενον ἀγαθόν, τί ποτ᾽ ἂν εἴη. φαίνεται μὲν γὰρ ἄλλο ἐν ἄλλῃ πράξει καὶ τέχνῃ· ἄλλο γὰρ ἐν ἰατρικῇ καὶ στρατηγικῇ καὶ ταῖς λοιπαῖς ὁμοίως. τί οὖν ἑκάστης τἀγαθόν; ἢ οὗ χάριν τὰ λοιπὰ πράττεται; τοῦτο δ᾽ ἐν ἰατρικῇ μὲν ὑγίεια, ἐν στρατηγικῇ δὲ νίκη, ἐν οἰκοδομικῇ δ᾽ οἰκία, ἐν ἄλλῳ δ᾽ ἄλλο, ἐν ἁπάσῃ δὲ πράξει καὶ προαιρέσει τὸ τέλος· τούτου γὰρ ἕνεκα τὰ λοιπὰ πράττουσι πάντες. ὥστ᾽ εἴ τι τῶν πρακτῶν ἁπάντων ἐστὶ τέλος, τοῦτ᾽ ἂν εἴη τὸ πρακτὸν ἀγαθόν, εἰ δὲ πλείω, ταῦτα. μεταβαίνων δὴ ὁ λόγος εἰς ταὐτὸν ἀφῖκται· τοῦτο δ᾽ ἔτι μᾶλλον διασαφῆσαι πειρατέον. ἐπεὶ δὲ πλείω φαίνεται τὰ τέλη, τούτων δ᾽ αἱρούμεθά τινα δι᾽ ἕτερον, οἷον πλοῦτον αὐλοὺς καὶ ὅλως τὰ ὄργανα, δῆλον ὡς οὐκ ἔστι πάντα τέλεια· τὸ δ᾽ ἄριστον τέλειόν τι φαίνεται. ὥστ᾽ εἰ μέν ἐστιν ἕν τι μόνον τέλειον, τοῦτ᾽ ἂν εἴη τὸ ζητούμενον, εἰ δὲ πλείω, τὸ τελειότατον τούτων. τελειότερον δὲ λέγομεν τὸ καθ᾽ αὑτὸ διωκτὸν τοῦ δι᾽ ἕτερον καὶ τὸ μηδέποτε δι᾽ ἄλλο αἱρετὸν τῶν ‹καὶ› καθ᾽ αὑτὰ καὶ δι᾽ αὐτὸ αἱρετῶν, καὶ ἁπλῶς δὴ τέλειον τὸ καθ᾽ αὑτὸ αἱρετὸν ἀεὶ καὶ μηδέποτε δι᾽ ἄλλο. τοιοῦτον δ᾽ ἡ εὐδαιμονία μάλιστ᾽ εἶναι δοκεῖ·

[1097b] ταύτην γὰρ αἱρούμεθα ἀεὶ δι᾽ αὐτὴν καὶ οὐδέποτε δι᾽ ἄλλο, τιμὴν δὲ καὶ ἡδονὴν καὶ νοῦν καὶ πᾶσαν ἀρετὴν αἱρούμεθα μὲν καὶ δι᾽ αὐτά (μηθενὸς γὰρ ἀποβαίνοντος ἑλοίμεθ᾽ ἂν ἕκαστον αὐτῶν), αἱρούμεθα δὲ καὶ τῆς εὐδαιμονίας χάριν, διὰ τούτων ὑπολαμβάνοντες εὐδαιμονήσειν. τὴν δ᾽ εὐδαιμονίαν οὐδεὶς αἱρεῖται τούτων χάριν, οὐδ᾽ ὅλως δι᾽ ἄλλο. φαίνεται δὲ καὶ ἐκ τῆς αὐταρκείας τὸ αὐτὸ συμβαίνειν· τὸ γὰρ τέλειον ἀγαθὸν αὔταρκες εἶναι δοκεῖ. τὸ δ᾽ αὔταρκες λέγομεν οὐκ αὐτῷ μόνῳ, τῷ ζῶντι βίον μονώτην, ἀλλὰ καὶ γονεῦσι καὶ τέκνοις καὶ γυναικὶ καὶ ὅλως τοῖς φίλοις καὶ πολίταις, ἐπειδὴ φύσει πολιτικὸν ὁ ἄνθρωπος. τούτων δὲ ληπτέος ὅρος τις· ἐπεκτείνοντι γὰρ ἐπὶ τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς ἀπογόνους καὶ τῶν φίλων τοὺς φίλους εἰς ἄπειρον πρόεισιν. ἀλλὰ τοῦτο μὲν εἰσαῦθις ἐπισκεπτέον· τὸ δ᾽ αὔταρκες τίθεμεν ὃ μονούμενον αἱρετὸν ποιεῖ τὸν βίον καὶ μηδενὸς ἐνδεᾶ· τοιοῦτον δὲ τὴν εὐδαιμονίαν οἰόμεθα εἶναι· ἔτι δὲ πάντων αἱρετωτάτην μὴ συναριθμουμένην — συναριθμουμένην δὲ δῆλον ὡς αἱρετωτέραν μετὰ τοῦ ἐλαχίστου τῶν ἀγαθῶν· ὑπεροχὴ γὰρ ἀγαθῶν γίνεται τὸ προστιθέμενον, ἀγαθῶν δὲ τὸ μεῖζον αἱρετώτερον ἀεί. τέλειον δή τι φαίνεται καὶ αὔταρκες ἡ εὐδαιμονία, τῶν πρακτῶν οὖσα τέλος.

***
[7] Ας ξαναγυρίσουμε λοιπόν, άλλη μια φορά, στο αγαθό που αποτελεί το αντικείμενο της έρευνάς μας: Ποιά μπορεί άραγε να είναι η ουσία του;

Ασφαλώς το αγαθό είναι άλλο στη μια και άλλο σε άλλη πράξη, άλλο στη μια και άλλο σε άλλη τέχνη: άλλο στην ιατρική και άλλο στη στρατηγική τέχνη· παρόμοια και στις άλλες τέχνες. Ποιό είναι λοιπόν το αγαθό στην περίπτωση της καθεμιάς τους; Δεν είναι αυτό που για χάρη του γίνονται όλα τα άλλα; Στην ιατρική αυτό είναι η υγεία, στη στρατηγική η νίκη, στην οικοδομική το σπίτι, σε μιαν άλλη τέχνη κάτι άλλο· σε κάθε πράξη, σε κάθε διαδικασία επιλογής και προτίμησης αγαθό είναι το τέλος: για χάρη του όλοι οι άνθρωποι κάνουν ό,τι άλλο κάνουν. Αν λοιπόν υπάρχει ένα τέλος για όλες τις πράξεις των ανθρώπων, αυτό θα είναι το αγαθό που οι άνθρωποι μπορούν να αποκτήσουν με τις πράξεις τους, και αν υπάρχουν περισσότερα από ένα, αυτά θα είναι τα αγαθά που μπορούν να αποκτήσουν με τις πράξεις τους οι άνθρωποι.

Έτσι, προχωρώντας ο λόγος μας, έφτασε στο ίδιο σημείο· αυτό όμως πρέπει τώρα να προσπαθήσουμε να το κάνουμε σαφέστερο.


Αφού είναι προφανές ότι υπάρχουν περισσότερα από ένα τέλη, και ότι μερικά από αυτά (τον πλούτο, π.χ., τους αυλούς και γενικά τα όργανα) τα επιλέγουμε για χάρη κάποιου άλλου τέλους, είναι φανερό ότι όλα τους δεν είναι τελικά τέλη· το ύψιστο όμως αγαθό είναι φανερό ότι είναι ένα τελικό τέλος.


Συμπέρασμα: Αν ένα μόνο από τα τέλη είναι τελικό, αυτό θα είναι το αγαθό που αναζητούμε· αν, πάλι, είναι περισσότερα από ένα, τότε το αγαθό που αναζητούμε θα είναι το πιο τελικό από αυτά.

Το αγαθό που το επιδιώκουμε γι᾽ αυτό που είναι το ίδιο το λέμε πιο τελικό από αυτό που το επιδιώκουμε για χάρη κάποιου άλλου αγαθού. Επίσης, το αγαθό που δεν επιλέγεται ποτέ για χάρη κάποιου άλλου αγαθού το λέμε πιο τελικό από αυτά που επιλέγονται και γι᾽ αυτό που είναι τα ίδια και για χάρη αυτού του άλλου αγαθού. Γενικά ονομάζουμε τελικό το αγαθό που επιλέγεται πάντοτε γι᾽ αυτό που είναι το ίδιο και ποτέ για χάρη κάποιου άλλου αγαθού.


Ένα τέτοιο αγαθό είναι κατά τη γνώμη όλων ανεξαίρετα η ευδαιμονία,


[1097b] γιατί αυτήν την επιλέγουμε πάντοτε γι᾽ αυτό που είναι η ίδια και ποτέ για χάρη κάποιου άλλου αγαθού, ενώ την τιμή, την ηδονή, τη διανοητική δραστηριότητα και γενικά κάθε αρετή τις επιλέγουμε, βέβαια, και γι᾽ αυτό που είναι (γιατί, ακόμη και αν δεν προέκυπτε κανένα άλλο όφελος από αυτές, εμείς θα τις επιλέγαμε), τις επιλέγουμε όμως και για χάρη της ευδαιμονίας, επειδή θεωρούμε ότι μέσω αυτών θα γίνουμε ευδαίμονες. Την ευδαιμονία όμως κανείς δεν την επιλέγει για χάρη αυτών, ούτε —γενικά— για χάρη οποιουδήποτε άλλου αγαθού.

Στο ίδιο αποτέλεσμα μας οδηγεί και η έννοια της αυτάρκειας· γιατί κατά την κοινή αντίληψη το τελικό αγαθό είναι αύταρκες. Με το «αύταρκες» όμως δεν εννοούμε κάτι που είναι αρκετό μόνο για το ίδιο το άτομο, για κάποιον δηλαδή που ζει μοναχική ζωή, αλλά και για τους γονείς του, τα παιδιά του, τη γυναίκα του και, γενικά, για τους φίλους και συμπολίτες του, δεδομένου ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος από τη φύση να ζει σε πόλη — μόνο που εδώ πρέπει να βάλουμε ένα όριο· γιατί αν επεκταθούμε σε προγόνους και απογόνους και σε φίλους των φίλων, θα φτάσουμε στο άπειρο.


Για το θέμα όμως αυτό θα μιλήσουμε παρακάτω· για «αύταρκες», πάντως, μιλούμε, όταν ο λόγος μας είναι για κάτι που και μόνο του κάνει τη ζωή επιθυμητή και δίχως καμιά απολύτως έλλειψη. Τέτοια πιστεύουμε πως είναι η ευδαιμονία. Επιπλέον πιστεύουμε πως είναι το πιο επιθυμητό από όλα τα αγαθά — όχι να μετριέται σαν ένα και αυτή αγαθό μεταξύ άλλων· αν μετριόταν έτσι, είναι φανερό ότι θα γινόταν ένα πιο επιθυμητό αγαθό με την προσθήκη και του πιο μικρού ακόμη αγαθού· γιατί κάθε προσθήκη οδηγεί σε μια υπεροχή αγαθών, και μεταξύ διάφορων αγαθών το μεγαλύτερο είναι πάντοτε αυτό που αξίζει πιο πολύ να επιλέγεται. Γίνεται λοιπόν έτσι φανερό ότι η ευδαιμονία είναι ένα τελικό αγαθό, κάτι που και από μόνο του είναι αρκετό για τον άνθρωπο: είναι το τέλος των πράξεών μας.