Κυριακή 21 Ιουλίου 2019

Ο Πλάτων, ο Μάρκος Αυρήλιος και οι φιλόσοφοι-βασιλείς

«τῆς δὲ ζημίας μεγίστη τὸ ὑπὸ πονηροτέρου ἄρχεσθαι, ἐὰν μὴ αὐτὸς ἐθέλῃ ἄρχειν». Πολιτεία, 347c
 
Πλάτων και Πολιτεία.
 
Μαθητής του Σωκράτη, καταγόμενος από αριστοκρατική αθηναϊκή οικογένεια και έχοντας λάβει από πολύ νωρίς προσεγμένη εκπαιδευτική αγωγή, ο Πλάτωνας (428/7-348/7 π.Χ.) υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους φιλοσόφους της ελληνικής αρχαιότητας. Η σκέψη του, έτσι όπως αποτυπώνεται στα έργα του μέσω του διαλόγου, συνυφαίνει θέματα ηθικής, πολιτικής επιστημολογίας και οντολογίας. Στο επίκεντρο της φιλοσοφίας του βρίσκεται η θεωρία των ιδεών, ο λόγος περί ψυχής, ο δεσμός ανάμεσα στην ψυχή και την πόλη και η συνεπακόλουθη ανάγκη ηθικοπολιτικού μετασχηματισμού τους, ο οποίος περιγράφεται με ενάργεια στο έργο του Πολιτεία.
 
Ως είδος συγγραφής η Πολιτεία αποτελεί μια διηγηματική αφήγηση του Σωκράτη σε κάποιον ή κάποιους μη κατονομαζόμενους ακροατές που τον ακούνε σιωπηλοί. Τους διηγείται την ενδιαφέρουσα και μακρά -ολονύκτια- συζήτηση, που είχε πραγματοποιηθεί την προηγούμενη μέρα στον Πειραιά, στο σπίτι ενός ηλικιωμένου πλούσιου μετοίκου από τις Συρακούσες της Σικελίας, του Κέφαλου, με κύριους συνομιλητές δύο ξεχωριστούς νέους, τον Γλαύκωνα και τον Αδείμαντο, μεγαλύτερους αδερφούς του Πλάτωνα. Θεματικός πυρήνας αυτής της συζήτησης είναι το ερώτημα περί της δικαιοσύνης και της αδικίας, αλλά και το αν και κατά πόσο ο άδικος ή δίκαιος άνθρωπος κατακτά την ευτυχία, τόσο σ’ αυτήν όσο και στην άλλη ζωή. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, αφού ο απόλυτα δίκαιος άνθρωπος είναι ο αγαθός και ευτυχισμένος σε κάθε τομέα της ζωής του, γίνεται σαφές ότι η ευτυχία και η δικαιοσύνη εμφανίζονται στην Πολιτεία ως έννοιες ταυτόσημες. Αφορμή για την εκκίνηση της συζήτησης στάθηκε η ανησυχία του Κέφαλου για την τύχη της ψυχής του μετά θάνατον και για το αν οι αδικίες που διέπραξε στην επίγεια ζωή σταθούν αιτίες για την τιμωρία του στον Άδη.
 
Ως και τα μέσα του δεύτερου βιβλίου, ο Γλαύκων, ο Αδείμαντος, ο Πολέμαρχος και ο σοφιστής Θρασύμαχος, αναζητούν την ουσία της δικαιοσύνης και προσπαθούν να προσδιορίσουν τα χαρακτηριστικά της. Πιο συγκεκριμένα, ο Κέφαλος υποστηρίζει ότι η δικαιοσύνη είναι η εντιμότητα στις συναλλαγές, -ο ίδιος ως πλούσιος μπορεί να είναι δίκαιος εφόσον δύναται να εξοφλά τα χρέη του- και συνίσταται στην τήρηση ορισμένων απλοϊκών κανόνων. Όταν τον λόγο παίρνει στη συνέχεια ο Πολέμαρχος, ισχυρίζεται ότι η δικαιοσύνη είναι ταυτόσημη με την απόδοση του καλού στο φίλο και του κακού στον εχθρό. Ωστόσο, η θεωρία του εμφανίζει πολλές αδυναμίες τις οποίες επισημαίνει ο Σωκράτης, καθώς παρακάμπτει εντελώς το ενδεχόμενο ότι ο φίλος μπορεί να είναι άδικος ενώ ο εχθρός να είναι δίκαιος, όπως επίσης ότι το δίκαιο είναι αρετή, άρα εκ φύσεως καλό, γεγονός που αντιτίθεται στην πιθανότητα ότι μπορεί να προκαλέσει κακό έστω και στον εχθρό. Σκληρότερος συνομιλητής αποδεικνύεται ο σοφιστής Θρασύμαχος, ο οποίος δηλώνει ότι ο όρος «δικαιοσύνη» καθορίζεται από το συμφέρον του ισχυρότερου, δηλαδή του άρχοντα. Ο ίδιος κατατάσσει τη δικαιοσύνη στην περιοχή της κακίας και της ανοησίας, ενώ την αδικία στην περιοχή της αρετής και της σοφίας. Χαρακτηρίζει τον άδικο ως ισχυρό, αυτάρκη και ευφυή, εφόσον προνοεί για το προσωπικό του συμφέρον, ενώ τον δίκαιο ως κακό και ανόητο, εφόσον ωφελεί τους άλλους και όχι τον εαυτό του. Οι άνθρωποι δηλαδή για τον σοφιστή, επιλέγοντας την αδικία, εξασφαλίζουν μια ζωή σαφώς καλύτερη. Όταν τον λόγο παίρνει ο Γλαύκων, φαίνεται ότι προσεγγίζει το ζήτημα της δικαιοσύνης βάσει της καθημερινότητας στην οποία δρουν και δραστηριοποιούνται οι πολίτες. Αποδέχεται ότι το δίκαιο είναι κάτι επιθυμητό, αλλά αντιπαρέρχεται την αντίληψη, ότι πρόκειται για έμφυτη αρετή του ατόμου. Υποστηρίζει ότι είναι αποτέλεσμα κοινωνικών συμβιβασμών, οι οποίοι επέρχονται μετά τις πιέσεις που ασκούν οι αδύναμοι στην κοινή γνώμη για την αποφυγή κάθε είδους αδικίας. Και αυτό γιατί δεν μπορούν να διαπράξουν αδικίες χωρίς μετά να υποστούν τις συνέπειές τους. Έτσι, ο Γλαύκων υποστηρίζει ότι όποιος θα μπορούσε να αδικήσει χωρίς να γίνει αντιληπτός, σε καμία περίπτωση δε θα το απέφευγε, καθώς κανείς δεν είναι από την φύση του δίκαιος, αλλά αναγκάζεται να γίνει προκειμένου να αποφύγει την τιμωρία. Σημασία δεν έχει λοιπόν να είναι κανείς δίκαιος, αλλά να φαίνεται δίκαιος. Τελευταίος που εκφράζει τη γνώμη του περί δικαιοσύνης και που ταυτόχρονα παρακινεί τον Σωκράτη να μην περιοριστεί σε μια αφηρημένη περιγραφή της, είναι ο Αδείμαντος. Στρέφεται εναντίον όσων προάγουν την αρετή της δικαιοσύνης, χωρίς όμως να εισχωρούν στην ουσία της, με την πρόφαση ότι η κατάκτησή της είναι έργο δύσκολο και κουραστικό. Αυτοί, είναι οι γονείς, οι δάσκαλοι και οι ιερείς, οι οποίοι ουσιαστικά διδάσκουν τους νέους να αποζητούν όχι την πραγματική δικαιοσύνη, αλλά την φαινομενική, (πχ μέσω ικεσιών και τελετών προς τους Θεούς) και να καρπώνονται τα οφέλη της αδικίας.
 
Η αρετή της δικαιοσύνης.
 
Αφού λοιπόν, οι συνομιλητές ολοκλήρωσαν την επιχειρηματολογία τους σχετικά με το θέμα της δικαιοσύνης, τον λόγο παίρνει ο Σωκράτης. Αποφασίζει να προσεγγίσει το θέμα αρχικώς από το γενικό, δηλαδή υπό το συλλογικό πρίσμα, μέσω της κοινωνίας, και να φτάσει στο επιμέρους, δηλαδή στο άτομο. Επιχειρεί να γνωρίσει την ουσία της δικαιοσύνης μέσα από τη δημιουργία της κοινωνίας και για την επίτευξη αυτού του σκοπού, επιδιώκει να αποδείξει ότι ο άνθρωπος είναι η αληθινή πολιτεία σε σμίκρυνση και ότι η πολιτεία είναι ο αληθινός άνθρωπος σε μεγέθυνση. Ο Πλάτων αντιμετωπίζει αρχικά τον άνθρωπο ως ον στην κοινωνική του διάσταση, του οποίου οι ανάγκες είναι εκ φύσεως κοινωνικά καθορισμένες και δεν είναι τυχαίο ότι στρέφεται στα κοινωνικά φαινόμενα πριν από τα ατομικά. Αντιλαμβάνεται ότι η μέθοδος αυτή μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα για την κατάκτηση της αλήθειας και έτσι ξεκινά τον συλλογισμό του από την σύσταση της πρώτης πολιτείας. Σύμφωνα με τον Σωκράτη, ο άνθρωπος δημιούργησε την πρώτη πολιτική κοινότητα προκειμένου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για την διαβίωση και την επιβίωσή του. Όμως η πραγματική ευημερία είναι αδύνατη χωρίς τον κατάλληλο άρχοντα να κυβερνά. Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν είναι, ποιος είναι ο κατάλληλος να αναλάβει τα ηνία του κράτους;
 
Οι φιλόσοφοι-βασιλείς.
 
«(πρέπει) ή να κυβερνήσουν στις πολιτείες οι φιλόσοφοι ή να ασχοληθούν με τη φιλοσοφία (οι βασιλείς)», 473c.
 
Στο χωρίο αυτό της Πολιτείας, ο Πλάτων εκθέτει ουσιαστικά τον χαρακτήρα αυτού που πρέπει να κυβερνά. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ο φιλόσοφος-βασιλιάς θα είναι ένα άτομο το οποίο θα συνδυάζει δυο δυνάμεις: τη φιλοσοφία με την πολιτική. Αυτή η ένωση είναι απαραίτητη καθώς ο φιλόσοφος, αν δεν είναι και βασιλιάς, δε θα μπορεί να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, επομένως δε θα μπορεί να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, για το οποίο ενδιαφέρεται από τη φύση του. Επίσης ο φιλόσοφος-βασιλιάς είναι αυτό το πρόσωπο που συνδυάζει την θεωρητική με την πρακτική πλευρά της φιλοσοφίας· από τη μια πλευρά ασχολείται με την πολιτική, δηλαδή με την πρακτική πλευρά της φιλοσοφίας, ενώ από την άλλη πλευρά δεν παραλείπει να φιλοσοφεί και να έχει το δικαίωμα της δημόσιας έκφρασης. Ο άνθρωπος λοιπόν κατέχει τον λόγο, την αλήθεια, και ακριβώς γι’ αυτό μπορεί να σώσει ένα κράτος. Με αυτήν τη λογική, ο φιλόσοφος δεν είναι απλά μόνο ένας μορφωμένος άνθρωπος, αλλά πρωτίστως είναι ένας άνθρωπος φιλαλήθης, με μεγάλη νοητική ικανότητα και ταχεία αντίληψη, ένας καλός καγαθός άνθρωπος.

Βασικό χαρακτηριστικό του φιλόσοφου-βασιλιά είναι η Δικαιοσύνη. Ο φιλόσοφος μπορεί να κυβερνήσει ένα κράτος διότι ως δίκαιος άνθρωπος έχει κάνει πρώτα καλό στον ίδιο του τον εαυτό. Επομένως, μπορεί να κάνει καλό και στους συνανθρώπους του μέσω της δικής του καλοσύνης. Έτσι, στο πρόσωπό του αντικατοπτρίζεται η γνώση του καλού και του κακού, η οποία ταυτίζεται με τη δικαιοσύνη, που αποτελεί ίσως το κυριότερο έργο του φιλόσοφου-βασιλιά. Η ηθική πλευρά του φιλόσοφου-βασιλιά έγκειται στα εξής χαρακτηριστικά του˙ είναι φιλαλήθης, ερωτευμένος με την αιώνια ουσία, είναι παιδιόθεν φιλομαθής, σώφρων, ελεύθερος, δε φοβάται τον θάνατο, δεν είναι ενάντιος στην ομορφιά, κα. Ένα πολύ βασικό ηθικό του γνώρισμα είναι ότι είναι το μόνο πρόσωπο το οποίο μπορεί να συμβάλλει πραγματικά στην ευδαιμονία της πόλης και των πολιτών της. Η ικανότητά του να διαχωρίζει την πολιτική, από την στρατιωτική και την οικονομική δύναμη, πηγάζει από το γεγονός ότι είναι το μόνο πρόσωπο που γνωρίζει έναν τρόπο ζωής που προσφέρει την πραγματική ευδαιμονία, και όχι την εικονική ευδαιμονία της χρηματιστικής κυβέρνησης. Εμμέσως, με τον τρόπο αυτό προβάλλεται η πρακτική πλευρά της φιλοσοφίας, σύμφωνα με την οποία η ίδια μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην άριστη και καλή ζωή. Έχοντας ο φιλόσοφος όλα αυτά τα ηθικά χαρακτηριστικά, διαθέτει αυτόματα εκ φύσεως τη φυσική εκείνη προδιάθεση που θα τον οδηγήσει εύκολα στην Ιδέα κάθε πραγματικού όντος.
 
Ως τέτοιος φιλόσοφος μνημονεύεται ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος ο οποίος δεν καταχράστηκε ποτέ την απόλυτη εξουσία που του προσέφερε ο τίτλος του αυτοκράτορα. Αποτέλεσε ίσως τον μοναδικό «αυτοκράτορα-φιλόσοφο» στην ιστορία και το ημερολόγιο που κρατούσε κατά τη διάρκεια των εκστρατειών του, «Τὰ εἰς ἑαυτὸν», αποτελεί τη «Βίβλο» του φιλοσοφικού ρεύματος του Στωικισμού…
 
«Μάρκος, ὁ καὶ Ἀντωνῖνος, βασιλεὺς Ῥωμαίων ὁ ἐπαινετὸς κατὰ πάντα φιλόσοφος..». -Λεξικό Σουίδα, 3.
 
Περί του Μάρκου Αυρηλίου.
 
Γνωστός ως ο μοναδικός «φιλόσοφος-βασιλέας» που πέρασε ποτέ από την ιστορία, ο Μάρκος Αυρήλιος (121-180 π.Χ.) κυβέρνησε επί 19 συναπτά έτη το ισχυρότερο κράτος του τότε κόσμου˙ μια αχανή αυτοκρατορία που εκτεινόταν από τη σημερινή Σκωτία μέχρι τη Σαχάρα και από την Ισπανία μέχρι το Ιράκ˙ ένα κράτος που περιελάμβανε όλην την Ευρώπη εντεύθεν του Ρήνου και του Δούναβη και όλη τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
 
Έχοντας χάσει πολύ νωρίς τον πατέρα του, ο Μάρκος Αυρήλιος “υιοθετήθηκε” από τον παππού του, ο οποίος ανέλαβε την επιμέλεια του εγγονού του και φρόντισε για τη μόρφωσή του. Καθώς ο Μάρκος προοριζόταν να ακολουθήσει πολιτική σταδιοδρομία, κρίθηκε σκόπιμο να διδαχθεί τη ρητορική τέχνη. Ο ίδιος, όμως, αποφάσισε να την εγκαταλείψει, προκειμένου να στραφεί στη φιλοσοφία. Μέσα από τα κείμενα του Κόιντου Ιουνίου Αρουληνού Ρουστικού και τις διδασκαλίες του Κίνα Κάτουλου και του Κλαύδιου Μάξιμου μυήθηκε στη στωική φιλοσοφία, η οποία έμελλε να γίνει ο μόνιμος και αξιόπιστος οδηγός του,  βοηθώντας τον να αντιμετωπίσει με αξιοπρέπεια τα αβάσταχτα βάσανα και τις αλλεπάλληλες ταλαιπωρίες που συνάντησε τόσο στην προσωπική και οικογενειακή ζωή του, όσο και στον δημόσιο βίο του –τους αλλεπάλληλους θανάτους των παιδιών του, τις επονείδιστες απιστίες της γυναίκας του, τις αγωνίες των μαχών, τις δολοπλοκίες και τις αποστασίες των υφισταμένων του, τις φονικές επιδημίες που σάρωναν την επικράτεια, παρασύροντας κάποια στιγμή και τον ίδιο στον θάνατο.
 
Ο Μάρκος Αυρήλιος και η Στωική Φιλοσοφία.
 
Χάρη στη στωική φιλοσοφία, κατέστειλε τα πάθη που θολώνουν το μυαλό και όπως απεφάνθη, πέτυχε, με τις φρόνιμες αποφάσεις που έλαβε τόσο την εποχή των μακροχρόνιων πολέμων, όσο και στα χρόνια της ειρήνης στη Ρώμη, η μικρούλα, όπως την έβλεπε, μέσα στο αχανές σύμπαν, ύπαρξή του να βρει μέσα της την ισορροπία της ψυχής του και να εναρμονιστεί, έτσι, με την παγκόσμια τάξη του κόσμου. Τις σκέψεις του, τις εμπειρίες του από τη ζωή του, το πώς και με πόση αποτελεσματικότητα μας βοηθάει η φιλοσοφία να αντιμετωπίσομε και την πιο δύσκολη ακόμη στιγμή, ο Μάρκος Αυρήλιος τα κατέγραψε σε ένα είδος ημερολογίου, στο οποίο αργότερα δόθηκε ο τίτλος «Τα εις εαυτόν». 
 
«Μην ενεργείς δίχως την θέλησή σου, δίχως το πνεύμα της κοινής ωφελείας, δίχως συγκρότηση ή από αντίδραση. Μην προσπαθείς να κάνεις πιο όμορφη την σκέψη σου με ψεύτικα στολίδια ή πολυλογίες και μην καταπιάνεσαι με τα πάντα. Ο Θεός που είναι μέσα σου, ας είναι ο προστάτης ενός όντος αρσενικού, μεστωμένου, πολιτικού, πολιτισμένου, αρχοντικού και συγκροτημένου, ωσάν εκείνον που περιμένει ήρεμα τη λήξη του βίου, δίχως να χρειάζεται με όρκους να το αποδείξει ή με την ανθρώπινη μαρτυρία. Γαλήνιος, δίχως την ανάγκη της έξωθεν βοηθείας ή της παρηγορίας που παρέχουν οι άλλοι. Διότι όρθιος πρέπει να στέκεις, όχι ορθωμένος από τους άλλους». -Τὰ εἰς ἑαυτόν, 3.5
 
Στο μακροσκελές διάστημα της βασιλείας του, από το 161 έως το 180 π.Χ., ο Μάρκος Αυρήλιος άσκησε με επιτυχία τα καθήκοντά του τόσο στον στρατιωτικό όσο και στον πολιτικό τομέα έτσι, ώστε να αναγνωριστεί ως άξιος ηγέτης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ως προς τη στρατιωτική δράση του, προκειμένου να διατηρήσει τα σύνορα της αυτοκρατορίας, πολέμησε για πολλά χρόνια στην Ανατολή, όταν οι Πάρθοι εισέβαλαν στην Αρμενία, και στη Δύση, όταν οι Μαρκομάνοι Γερμανοί παραβίασαν τα βόρεια σύνορα. Σε πολιτικό επίπεδο, πήρε πρωτοβουλίες και έλαβε μέτρα στοχεύοντας στη δημιουργία μιας δικαιότερης και πιο ήπιας κοινωνίας. Εισήγαγε ένα πιο αντιπροσωπευτικό των αναγκών των πολιτών σύστημα φορολόγησης και διεύρυνε τα δικαιώματα των δούλων, καθώς γενίκευσε τις απελευθερώσεις των, τους έδωσε το δικαίωμα να κληρονομούν τον κύριό τους εφόσον ο τελευταίος αυτός δεν είχε συγγενείς και απαγόρευσε τη σωματική τιμωρία και τον φόνο από τον κύριό τους. Συνέστησε ειδικό ταμείο για τους απόρους και ειδική υπηρεσία για τη μέριμνα των ορφανών και οργάνωσε ένα αποτελεσματικό σύστημα επισιτισμού. Φρόντισε για την απαλλαγή των φρενοβλαβών που παρανόμησαν και θέσπισε νόμο σύμφωνα με τον οποίο, στις δίκες, σε περίπτωση αμφιβολιών, να δίνεται μια πιο ευνοϊκή υπέρ του κατηγορούμενου ερμηνεία για την ανθρώπινη ελευθερία. Επιπλέον, περιόρισε τις βαναυσότητες στις δημόσιες μονομαχίες συναντώντας γι’ αυτό την έντονη αντίδραση των πολιτών, οι οποίοι, μάλιστα, στασίασαν εναντίον του όταν αποφάσισε να επιστρατεύσει τους μονομάχους για τον πόλεμο κατά των Μαρκομάνων φωνάζοντάς του ότι ήθελε να τους αποσπάσει από τις διασκεδάσεις για να τους στρέψει στην πληκτική φιλοσοφία. Ο Μάρκος Αυρήλιος άσκησε τα καθήκοντά του ως πολιτικός και ως στρατιωτικός ηγέτης έχοντας σαν γνώμονα των επιλογών του την αλληλεγγύη. Η ανεκτικότητα και η ανεξικακία που τον χαρακτήριζαν υπαγορεύονταν από την πεποίθηση που του καλλιεργήθηκε μέσα του από την αδιάκοπη ενασχόλησή του με την στωική φιλοσοφία.
 
Για τους λόγους αυτούς, τη στοχαστική δηλαδή φύση του και τη διακυβέρνησή του που οριζόταν από τη λογική και τη δικαιοσύνη, σχεδόν ταυτίστηκε με τον «φιλόσοφο-βασιλέα» της πλατωνικής Πολιτείας.
 
«Αν οι φιλόσοφοι δεν γίνουν βασιλείς στις πόλεις, ή αυτοί που ονομάζονται σήμερα βασιλείς και δυνάστες, δεν φιλοσοφήσουν γνήσια κι όσο χρειάζεται, σε τρόπο που να συμπέση στο ίδιο πρόσωπο και δύναμη και φιλοσοφία, και δεν αποκλειστούν αναγκαστικά οι πολλές και διάφορες φύσεις ανθρώπων, που τραβούν σήμερα χωριστά τον ένα ή τον άλλο απ’ αυτούς τους δυο δρόμους, είναι αδύνατο, φίλε μου Γλαύκων, να σταματήση το κακό στις πόλεις και σ’ όλο, νομίζω, το ανθρώπινο γένος, ουδέ να ξεφυτρώση όσο είναι κατορθωτό και να δη το φως του ήλιου και αυτή η πολιτεία που εμείς τώρα χαράξαμε το σχέδιό της». Πλάτων, Πολιτεία 473c-d 
 
Ο Μάρκος Αυρήλιος ως «φιλόσοφος-βασιλέας»
 
Τι είναι αυτό που πραγματικά εμποδίζει ένα φιλόσοφο-βασιλιά να εκτελέσει το έργο του; Η απάντηση βρίσκεται σε πολλούς παράγοντες, όμως αυτός που φαίνεται εμπόδισε το έργο του Μάρκου Αυρηλίου, είναι η κακή κοινωνία. Οι φιλόσοφοι ζώντας σε μια διεφθαρμένη κοινωνία, παρεκκλίνουν από τη φιλοσοφική φύση τους, ζώντας μια κίβδηλη ζωή, ενώ, παράλληλα, πλήττεται και η ίδια η φιλοσοφία, καθώς εξευτελίζεται από τους ανάξιους φιλοσοφούντες. Έτσι, ο φιλόσοφος δεν τελειοποιείται και πολιτικά, καθώς παρασύρεται από το σύνολο της κοινωνίας, το οποίο ακολουθεί εκείνο το οποίο θεωρεί καλό. Ένας τρόπος διαφυγής από την επιρροή της μάζας, τον οποίο ακολούθησε ο Μάρκος Αυρήλιος, είναι η απομόνωση.
 
Ο Πλάτων αναφέρει ότι οι φιλόσοφοι απομονώνονται διότι βλέπουν τη μανία και την κακία της πόλης τους από την οποία θέλουν να ξεφύγουν. Αποτέλεσμα αυτής της απομόνωσης είναι η ζωή των φιλοσόφων να είναι σημαντική διότι ζώντας κατά αυτόν τον τρόπο έχουν κατορθώσει κάτι πολύ σημαντικό και σπάνιο, αλλά παράλληλα η ζωή τους είναι ασήμαντη διότι μένουν ανωφελείς για την πολιτεία. Ο Πλάτων επισήμανε πως η απομόνωση του φιλόσοφου από την πολιτική είναι μόνο το «δεύτερο καλύτερο» πράγμα, διότι ο φιλόσοφος βρίσκει την πλήρη και τελική λειτουργία του μόνο στην πολιτεία ως ηγέτης της, σώζοντας κατά αυτόν τον τρόπο και τον εαυτό του και την πολιτεία. Αυτή η επισήμανση του Πλάτωνα ίσχυε απόλυτα στην περίπτωση του Μάρκου Αυρηλίου˙ ο Μάρκος Αυρήλιος συμμετείχε ενεργά στην πολιτική αλλά παράλληλα ήταν απομονωμένος στο παλάτι του, ακολουθώντας έναν δικό του τρόπο ζωής, βασισμένο στη στωική φιλοσοφία. Προσπάθησε να απομακρυνθεί από τη βαρβαρότητα και την ποταπότητα της πολιτικής διότι ένιωθε ότι πρέπει να ακολουθήσει έναν βίο, ο οποίος θα στόχευε στην ατομική του ευδαιμονία, ωστόσο δεν παρέμεινε αποκομμένος από την πολιτική.

Ο εστεμμένος φιλόσοφος και ο φιλόσοφος-βασιλιάς της πλατωνικής Πολιτείας.
 
Όπως στην Πολιτεία του Πλάτωνα το βασικότερο χαρακτηριστικό που έπρεπε να διέπει έναν ηγεμόνα ήταν η Δικαιοσύνη, έτσι και ο Μάρκος Αυρήλιος χαρακτηριζόταν από ένα βαθύ ήθος σύμφωνα με το οποίο εκδίκαζε υποθέσεις.
 
«Εάν έχεις βεβαιωθεί ότι ο Αίλιος Πρίσκος είναι τόσο φρενοβλαβής ώστε διατελεί μονίμως σε κατάσταση παράνοιας, και επομένως ήταν ανίκανος να συνειδητοποιήσει τι έκανε όταν σκότωνε τη μητέρα του, και δεν την σκότωσε προσποιούμενος τον τρελό, δεν χρειάζεται να σε απασχολεί ο τρόπος τιμωρίας του, αφού η τρέλα από μόνη της αποτελεί τιμωρία, και με το παραπάνω. Ταυτοχρόνως, θα πρέπει να τελεί υπό στενή επιτήρηση και, αν το θεωρείς ενδεδειγμένο, να είναι ακόμη και αλυσοδεμένος. Κι αυτό όχι εν είδει τιμωρίας, παρά για την ασφάλεια των γειτόνων του αλλά και του ιδίου. Αν ωστόσο- όπως συχνά συμβαίνει- υπάρχουν φάσεις όπου έρχεται στα συγκαλά του, θα πρέπει να ερευνήσεις αν διέπραξε το έγκλημά του σε μια τέτοια φάση, και επομένως δεν μπορεί να ζητήσει συγχώρεση επικαλούμενος πνευματική ασθένεια. Αν είχε έτσι το πράγμα, να μας το αναφέρεις, ώστε να εξετάσουμε αν θα πρέπει να τιμωρηθεί σύμφωνα με το μέγεθος του εγκλήματός του- αν όντως το διέπραξε ενόσω ήταν στα συγκαλά του. Εφόσον όμως- όπως γράφεις στην επιστολή σου- η κατάστασή του είναι τέτοια που επιβάλλεται να τον προσέχουν φίλοι, κι ακόμη, να παραμείνει υπό κατ’ οίκον περιορισμό, η σωστή πορεία που θα πρέπει να ακολουθήσεις είναι να καλέσεις εκείνους που ήταν υπεύθυνοι γι’ αυτόν τις μέρες εκείνες, να ερευνήσεις για ποιο λόγο υπήρξαν τόσο αμελείς, και να αποφανθείς για τον καθένα ξεχωριστά, κατά πόσο υπάρχουν ελαφρυντικά ή αν επιβαρύνονται για την αμέλειά τους. Σκοπός της φύλαξης των φρενοβλαβών είναι το να εμποδίζονται, όχι μόνο να βλάπτουν τον εαυτό τους αλλά και να καταστρέφουν τους άλλους· και να συμβεί κάτι τέτοιο, δικαιούμαστε να ρίχνουμε το φταίξιμο σ’ εκείνους που υπήρξαν κάπως αμελείς στην άσκηση των καθηκόντων τους» Απόφαση του Μάρκου Αυρηλίου σε εκδίκαση εγκλήματος.
(Αίλιος Αριστείδης, Εις Ρώμην)
 
Από το χωρίο αυτό γίνεται κατανοητό πως τον Μάρκο Αυρήλιο διέκρινε η δικαιοσύνη τού φιλόσοφου-βασιλιά του Πλάτωνα. Ο φιλόσοφος-βασιλιάς πρέπει να είναι δίκαιος ώστε να μπορεί να κυβερνήσει μια πολιτεία καθώς η δικαιοσύνη αποτελεί μια από τις βασικότερες αρετές που διαθέτει ο άνθρωπος. Ο Μάρκος Αυρήλιος, λοιπόν, όπως φαίνεται και από το εν λόγω απόσπασμα ανταποκρίνεται στον δίκαιο του Πλάτωνα κατά τρόπο απόλυτο.
 
Μοναδικό κεφάλαιο στη ζωή του και βασικός στόχος της πλατωνικής Πολιτείας, είναι η γνωριμία του Μάρκου Αυρηλίου με τη στωική φιλοσοφία καθώς τον επηρέασε τόσο στον τρόπο ζωής του όσο και στον τρόπο διακυβέρνησης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κατάφερε να ενώσει τη φιλοσοφία με την πολιτική και έτσι στην καθημερινότητά του υπήρξε λιτοδίαιτος, απλός, χωρίς μάλιστα να του λείπουν και οι ασκητικές τάσεις. Ήταν μετριόφρων, υποχωρητικός στους παλιούς συμβούλους του θρόνου, πιστός στους φίλους του, ευγνώμων προς τους διδασκάλους του. Πολλές φορές στα συγγράμματά του εκθείαζε τον ρόλο της οικογένειας ενώ εξέφραζε τον αποτροπιασμό του για κάθε «ελεύθερο» έρωτα.
 
Συμπερασματικά και συγκρίνοντας τα χαρακτηριστικά του φιλόσοφου-βασιλιά του Πλάτωνα με εκείνα του Μάρκου Αυρηλίου, διαπιστώνεται πως ο Μάρκος Αυρήλιος για την εποχή του υπήρξε ο φιλόσοφος-βασιλιάς του Πλάτωνα. Αν και ήρθε αντιμέτωπος με μια κοινωνία που κάθε άλλο παρά ενάρετη ήταν, κατάφερε εν τούτοις να εφαρμόσει τη στωική φιλοσοφία στην πολιτική και να ανταποκριθεί εξίσου καλά στη φιλοσοφία και την πολιτική, δίνοντας πολλές φορές την αίσθηση ότι αυτό που επιτελεί είναι από μόνο του αντιφατικό, ίσως γιατί ο φιλόσοφος-βασιλιάς του Πλάτωνα είχε δημιουργήσει λανθασμένα αυτήν την εντύπωση…
 
«Ἔνδον σκάπτε, ἔνδον ἡ πηγὴ τοῦ ἀγαθοῦ καὶ ἀεὶ ἀναβλύειν δυναμένη, ἐὰν ἀεὶ σκάπτῃς». Τὰ εἰς ἑαυτόν, Ζ.59

Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα - Η κληρονομική ευθύνη της αμαρτίας στον Χριστιανισμό

«Ο Κύριος, είναι δίκαιος και αγαπάει τη δικαιοσύνη…».
(Ψαλμοί, 11: 7)

Μάλιστα... Ο Θεός είναι δίκαιος...
Μα για να δούμε κι ένα άλλο εδάφιο της Παλαιάς Διαθήκης, για να διαπιστώσουμε ιδίοις όμμασι, πως ακριβώς τεκμηριώνεται η «δικαιοσύνη» που αποδίδει ο Κύριος...

«Εγώ ο Κύριος ο Θεός σου είμαι Θεός ζηλότυπος, που ανταποδίδω τις αμαρτίες των πατέρων επάνω στα παιδιά, μέχρι τρίτης και τετάρτης γενεάς εκείνων που με μισούν· και κάνω έλεος σε χιλιάδες γενεές εκείνων που με αγαπούν, και τηρούν τα προστάγματά μου» (Έξοδος, 20: 5-6 & Δευτερονόμιον, 5: 9-10).

[Μετάφραση Ο': «ἐγὼ γάρ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλωτής, ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων ἐπὶ τέκνα, ἕως τρίτης καὶ τετάρτης γενεᾶς τοῖς μισοῦσί με καὶ ποιῶν ἔλεος εἰς χιλιάδας τοῖς ἀγαπῶσί με καὶ τοῖς φυλάσσουσι τὰ προστάγματά μου».]

Οι απολογητές εδώ, προσπαθώντας να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα, επιχειρούν να τετραγωνίσουν τον κύκλο. Ξεκινούν με την ερμηνεία της φράσης «Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα», εστιάζοντας στο ότι η αρχική σημασία του «παιδεύουσι» ήταν «εκπαιδεύουν», «διδάσκουν». Δηλαδή, ότι τα παιδιά διδάσκονται από τις αμαρτίες των γονέων τους. Αυτό είναι σωστό. Βεβαίως, και η αρχική σημασία της «αμαρτίας», δεν ήταν ακριβώς αυτή που έχει καθιερωθεί σήμερα από την Εκκλησία.

Στα αρχαία ελληνικά, αμαρτία σήμαινε την αστοχία, την αποτυχία. Δηλαδή, τα παιδιά διδάσκονται από τα λάθη των γονέων τους. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί, ότι αυτή φράση, που πολλοί συνδέουν άμεσα με το προαναφερθέν κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, δεν υπάρχει εκεί μέσα. Πρόκειται για λαϊκή έκφραση -παροιμία. Οπότε, ας το αφήσουμε αυτό και πάμε παρακάτω...

Στο επόμενο βήμα, οι απολογητές επιδίδονται στο αγαπημένο τους άθλημα: Το παιχνίδι με τις λέξεις και τα νοήματα -δηλαδή κάνουν ερμηνείες. Γράφει λοιπόν, η κατέχουσα την μοναδική «αλήθεια», ΟΟΔΕ:
Ας πάμε όμως και στο θέμα της δήθεν «αδικίας», για την οποία κατηγορούν τον Θεό οι ειδωλολάτρες. Μόνο όσα θέλουνε βλέπουνε. Την ανταπόδοση μέχρι τρίτης και τετάρτης γενεάς την είδανε. Τη φράση: «τοις μισούσι με» δεν την είδανε! Γιατί άραγε αν και την έγραψαν οι ίδιοι δεν την πρόσεξαν; Μήπως παραείναι προκατειλημμένοι; Μήπως μισούν πολύ τον Θεό; Γιατί το εδάφιο είναι σαφέστατο, ότι η ανταπόδοση της αμαρτίας, γίνεται μέχρι τρίτης και τετάρτης γενεάς, ΑΥΤΩΝ ΠΟΥ ΤΟΝ ΜΙΣΟΥΝ, και όχι σε όλους! Όχι σε αθώους. Γιατί αυτοί που τον μισούν, είναι οι υπεύθυνοι όλης της κακής κατάστασης του κόσμου, και συμμέτοχοι της αμαρτίας. Γιατί η ανταπόδοση, γίνεται όπως σαφώς λέει το εδάφιο, ΓΙΑ ΑΜΑΡΤΙΑ. Πού είναι λοιπόν η αδικία; Άρα είναι άδικα και τα δικαστήρια όταν καταδικάζουν τους παρανόμους. Φοβερή Παγανιστική λογική!
Ο θεολόγος Ιωάννης Δήμου, θέτει το ζήτημα, ακόμη πιο γλαφυρά:
Τα τέκνα δεν έχουν ευθύνη για τις αμαρτίες των γονέων τους. Αντιθέτως μάλιστα, εάν τα όποια βάσανα που τους κληρονόμησαν αυτοί, τα υπομείνουν ως σταυρό, θα τους βγουν σε καλό.
Φυσικά, οι απολογητές, παρά την «φιλότιμη» προσπάθειά τους, να θολώσουν τα νερά και ν' απαλύνουν τις εντυπώσεις, πατώντας στην όποια -κατ' αυτούς- ασάφεια του κειμένου (λες κι ότι αυτό, αλλάζει δραματικά την ουσία του), γνωρίζουν πολύ καλά ότι ματαιοπονούν.

Διαβάζουμε λοιπόν στους «Αριθμούς» (14: 18):
 
«Ο Κύριος είναι μακρόθυμος και πολυέλεος, που συγχωρεί ανομία και παράβαση, και με κανέναν τρόπο δεν θα αθωώσει τον ένοχο, ανταποδίδοντας την ανομία των πατέρων επάνω στα παιδιά, μέχρι τρίτης και τέταρτης γενεάς».


Σ' αυτό το κείμενο υπογραμμίζεται και το ότι ο Θεός «με κανέναν τρόπο δεν θα αθωώσει τον ένοχο», για να τονιστεί η αυθαιρεσία των επί γης «αντιπροσώπων» του, οι οποίοι μοιράζουν αφειδώς «άφεση αμαρτιών» (βλέπε και «συγχωροχάρτια»), όταν ο «εργοδότης» τους, ουσιαστικά, αποκλείει κατηγορηματικά κάτι τέτοιο.

Αλλά, ας το παρακάμψουμε αυτό. Μας ενδιαφέρει η ανταπόδοση των αμαρτιών των γονέων στα παιδιά τους, από τον «δίκαιο» Θεό...

Εδώ βλέπουμε λοιπόν, ότι από το παρόμοιο αυτό κείμενο, η επίμαχη φράση «τοις μισούσι με», απουσιάζει, κάνοντας έτσι πιο διαυγή τα πράγματα. Λίγες γραμμές μάλιστα παρακάτω, διαβάζουμε και τα εξής διαφωτιστικά (14: 22-30):
 
«Επειδή, όλοι οι άνδρες, που είδαν τη δόξα μου, και τα σημεία μου, που έκανα στην Αίγυπτο και στην έρημο, με παρόργισαν ήδη δέκα φορές, και δεν υπάκουσαν στη φωνή μου...τα πτώματά σας θα πέσουν σ' αυτή την έρημο...και τα παιδιά σας θα περιπλανιώνται στην έρημο 40 χρόνια, και θα φέρουν επάνω τους την ποινή της πορνείας σας, μέχρις ότου διαφθαρούν τα πτώματά σας στην έρημο».

Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο ξεκάθαρα στον Ησαΐα (14: 21):
 
«Ετοιμάστε σφαγή στα παιδιά του εξαιτίας τής ανομίας των πατέρων τους, για να μη σηκωθούν και κληρονομήσουν τη γη, και γεμίσουν το πρόσωπο της οικουμένης από πόλεις».

Μήπως δεν καταλαβαίνουμε σωστά; Μην το διαβάζουμε λάθος; Μάλλον όχι...

Ακόμα όμως κι αν δεχτούμε αυτά που υποστηρίζουν οι απολογητές (παραβλέποντας ακόμα και τα εδάφια των «Αριθμών», που χαλάνε τη «συνταγή»), θα πρέπει να εξηγήσουν και κάτι άλλο: Το πως, δηλαδή, μέχρι και σήμερα, η ανθρωπότητα «βαρύνεται» με το «αμάρτημα» μιας μουρόχαυλης που δάγκωσε ένα μήλο. Μιλάμε, βεβαίως, για τον θεμέλιο λίθο του Ιουδαιοχριστιανισμού· για την «αμαρτία των αμαρτιών» και τον ορισμό της κληρονομικής ευθύνης: Το «προπατορικό αμάρτημα»...

Ο Παύλος είναι σαφέστατος (Προς Ρωμαίους, 5: 12):
Διαμέσου ενός ανθρώπου η αμαρτία μπήκε μέσα στον κόσμο, και με την αμαρτία ο θάνατος, και με τον τρόπο αυτό ο θάνατος πέρασε μέσα σε όλους τούς ανθρώπους, για τον λόγο ότι όλοι αμάρτησαν»...
Και για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία, για τη θέση της Εκκλησίας, ως προς αυτό το θέμα, ας δούμε και τι λέει και μία εκ των κεφαλών της, ο μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος:
Κανείς άνθρωπος δεν γεννάται απηλλαγμένος από το προπατορικό αμάρτημα. Η πτώση του Αδάμ και της Εύας και οι συνέπειες αυτής της πτώσεως κληρονομήθηκαν σε όλο το ανθρώπινο γένος. Φυσικό ήταν και η Παναγία να μην είναι απηλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι σαφής: «πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμ. γ', 23).
Αναμένωμεν λοιπόν διακαώς τις «ερμηνείες» των «φωτισμένων» απολογητών επί του θέματος...
 

Είμαστε άραγε ικανοί να κάνουμε το μεγάλο βήμα προς την αληθινή αγάπη;

Η ιστορία αυτή διαδραματίζεται στη Γαλλία του 1900, στις αρχές ενός δριμύτατου χειμώνα.

Η Μαρί ήταν ένα κοριτσάκι 11 χρόνων που ζούσε σ’ ένα παλιό σπίτι στο Παρίσι. Από τη στιγμή που το κρύο έγινε ιδιαιτέρως αισθητό, η Μαρί άρχισε να παραπονιέται για έναν έντονο πόνο στην πλάτη, που γινόταν ανυπόφορος όποτε έβηχε. Ο γιατρός που ήρθε να τη δει διέγνωσε αυτό ακριβώς που φοβόταν η μητέρα της: φυματίωση.

Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ακόμη αντιβιοτικά, κι αυτή η λοίμωξη σήμαινε σίγουρο θάνατο. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν οι γιατροί ήταν να γράψουν κάτι για ν’ ανακουφίσουν τον πόνο, κάποιες γενικές οδηγίες για τη φροντίδα της ασθενούς, ανάπαυση… και πίστη στο Θεό.

«Οι ασθενείς αυτοί, όπως όλοι άλλωστε» είπε ο γιατρός, «έχουν περισσότερες πιθανότητες να γιατρευτούν αν παλέψουν την αρρώστια. Αν η Μαρί σταματήσει ν’ αγωνίζεται για τη ζωή της, θα πεθάνει μέσα σε μερικές εβδομάδες.» Ξέροντας πως ήταν περισσότερο ευχή παρά πρόγνωση, ο γιατρός πρόσδεσε: «Είμαι σίγουρος πως αν της εξασφαλίσουμε ζεστασιά, καλή τροφή και μεγάλη επιθυμία να ζήσει, όταν περάσει ο χειμώνας θα βρίσκεται εκτός κινδύνου, και η φυματίωση θα είναι μόνο μια κακή ανάμνηση».

Όταν έφυγε ο γιατρός, η μητέρα της μικρής κοίταξε το ημερολόγιο. Ήθελαν ακόμη δύο ολόκληρους μήνες μέχρι την άνοιξη…

Ξέροντας ότι κανένας συμμαθητής της δε θα ερχόταν να τη δει, από φόβο —κατανοητό αν και αδικαιολόγητο— μήπως κολλήσει, η μητέρα πήγε στο σχολείο της Μαρί να παρακαλέσει τη δασκάλα να πηγαίνει στο σπίτι για να της κάνει μερικά μαθήματα, όχι τόσο για να μη μείνει πίσω, όσο για να την απασχολεί τις ώρες της πλήξης. Η δασκάλα τής είπε ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Λυπόταν, αλλά είχε άλλα τέσσερα παιδιά στην τάξη που ήταν στην ίδια κατάσταση, Και δεv μπορούσε ν’ ασχοληθεί με όλα· έπρεπε ν’ αφοσιωθεί σ’ εκείνα που ακόμη πήγαιναν σχολείο.

Την επόμενη μέρα, ενώ στολίζει το σπίτι με αυτοσχέδιες γιρλάντες σε μια προσπάθεια να μεταδώσει μια γιορτινή χαρά που δε νιώθει ούτε η ίδια, η μητέρα βλέπει το χλωμό πρόσωπο της κόρης της, και η θλίψη την καταβάλλει. Ξάφνου, της έρχεται μια ιδέα. Με τη βοήθεια του θυρωρού μετακινεί όλα τα έπιπλα του σπιτιού, και βάζει το κρεβάτι της Μαρί μπρος στο παράθυρο του δωματίου που έχει θέα στην κοινόχρηστη αυλή. Από δω, σκέφτεται η μητέρα, θα βλέπει τουλάχιστον τη μικρή αυλή, το κυπαρίσσι στη μέση, τα αναρριχητικά φυτά στους τοίχους και τα παράθυρα των άλλων δύο κτιρίων. Το δίχως άλλο, λέει μέσα της, θα περνάει καλύτερα την ώρα της χαζεύοντας το πήγαιν’-έλα του κόσμου στη δουλειά ή στα ψώνια των τελευταίων ημερών τον χρόνου.

Μόλις μπήκε ο Ιανουάριος, το κρύο έγινε πιο τσουχτερό και η κατάσταση της μικρής επιδεινώθηκε. Συχνά, τις νύχτες, οι κρίσεις βήχα κατέληγαν σε μια νέα αιμόπτυση, κι αυτό έκανε την κόρη και τη μαμά να χάνουν κάθε ελπίδα.

Ένα πρωί που γυρίζει από τα ψώνια, η μητέρα βλέπει τη Μαρί με το βλέμμα χαμένο μπροστά στο παράθυρο, και συνειδητοποιεί πως αυτό το κοριτσάκι δε θυμίζει σε τίποτα τη δική της Μαρί, όπως την ήξερε μέχρι πριν λίγες εβδομάδες. Η μητέρα πλησιάζει και τη ρωτάει πώς αισθάνεται, και η μικρή τής λέει ότι φοβάται πως θα πεθάνει. Η μητέρα την αγκαλιάζει με δύναμη. Σφίγγει στο στήθος της το κεφαλάκι της κόρης της και προσπαθεί να κρύψει τα δάκρυά της. Το κοριτσάκι δείχνει την αυλή και της λέει:

«Κοίτα μαμά, βλέπεις τον κισσό στον τοίχο του απέναντι κτιρίου; Πριν από μερικές βδομάδες ήταν γεμάτος φύλλα, άλλα πιο πράσινα, άλλα πιο κίτρινα. Κοίτα τώρα πόσο λίγα φύλλα τον έχουν μείνει. Πριν λίγο μου πέρασε απ’ το μυαλό ότι, όταν πέσει και το τελευταίο φύλλο του κισσού, θα τελειώσει κι η δική μου ζωή».

«Αυτό, δεν πρέπει ούτε να το σκέφτεσαι» της λέει η μητέρα της, που προσπαθεί να τακτοποιήσει τα μαξιλάρια και να σκουπίσει τα δάκρυά της πίσω από την πλάτη της μικρής.

«Την άνοιξη όλα τα φυτά βγάζουν καινούργια φύλλα, κι η ζωή ξαναγεννιέται.»

Ναι, μόνο που αυτά είναι καινούργια φύλλα… σκέφτεται η μικρή χωρίς να πει τίποτε.

Η αρρώστια συνεχίζει την πορεία της με διακυμάνσεις, αλλά κάθε φορά που ο γιατρός έρχεται να την ακροαστεί, παρατηρεί ότι η διάθεση της ασθενούς φθίνει — όπως ακριβώς και η ίδια.

Ώσπου, ένα πρωί, η μητέρα βρίσκει τη Μαρί να κοιτάζει όλο περιέργεια προς τον ουρανό, έξω απ’ το παράθυρο. Προσπαθώντας να μην της αποσπάσει την προσοχή, η μητέρα πλησιάζει αθόρυβα για να δει τι είναι αυτό που της κέντρισε το ενδιαφέρον. Είναι ένας νεαρός ζωγράφος ο οποίος, κοντά στο παράθυρο του τρίτου ορόφου του απέναντι κτιρίου, ζωγραφίζει με ζωηρά χρώματα εικόνες απ’ το Παρίσι: την Παναγία των Παρισίων, τη Μονμάρτρη, το Μουλέν Ρουζ…

Πρώτη φορά μετά από πολλές μέρες, η μητέρα βλέπει τη Μαρί να είναι ενθουσιασμένη και χαρούμενη. Η μητέρα χαίρεται με τη σειρά της. Επιτέλους! Κάτι τράβηξε το ενδιαφέρον της μικρής! Ίσως θα μπορούσε να πείσει τον ζωγράφο να τη βοηθήσει.

Το ίδιο απόγευμα πηγαίνει απέναντι και χτυπάει την πόρτα του. Της ανοίγει ένας ιδιόρρυθμος νεαρός, κι εκείνη αρχίζει να του λέει πως είναι η μητέρα μιας μικρής που μένει στο ισόγειο του απέναντι κτιρίου, και πως η κόρη της πάσχει από μια σοβαρή ασθένεια, και πως ο γιατρός τής είπε…

«Με συγχωρείτε, κυρία» της λέει ο ζωγράφος, «όμως δεν καταλαβαίνω γιατί ήρθατε ως εδώ και γιατί μου τα λέτε όλ’ αυτά.»

«Ήρθα να σας παρακαλέσω να κάνετε μερικά μαθήματα σχεδίου ή ζωγραφικής στη Μαρί. Ξέρετε… πάντα την ενδιέφερε η ζωγραφική και… αν μπορούσατε να έρχεστε στο σπίτι πότε πότε να της μιλάτε και… εννοείται πως θα σας δώσω ό,τι μου ζητήσετε…». Και, εκλιπαρώντας, καταλήγει: «Η ζωή της… ξέρετε… μπορεί να εξαρτάται από το αν θα δεχτείτε να κάνετε αυτό που σας ζητάω».

Όχι για τα χρήματα, αλλά επειδή ήδη του φέρνει θλίψη η εικόνα μιας μικρής που τον κοιτάζει απ’ το παράθυρο, ο νεαρός ζωγράφος αρχίζει να κατεβαίνει μέρα παρά μέρα στο σπίτι του κοριτσιού. Κουβαλάει καμβάδες, μολύβια και μπογιές. Κουβεντιάζει με τη Μαρί για ζωγραφική και προσπαθεί να την ενθαρρύνει να γεμίσει με σχέδια και ζωγραφιές το χρόνο που περνάει στο κρεβάτι.

Τις επόμενες εβδομάδες, αναπτύσσεται ανάμεσά τους μια περίεργη φιλία.

Ένα βράδυ που ο ζωγράφος κατεβαίνει να δει τη Μαρί, τη βρίσκει να κλαίει στο κρεβάτι της.

«Τι συμβαίνει, ma chere;» τη ρωτάει.

Η Μαρί τού εξηγεί τη σχέση που θεωρεί ότι την συνδέει με τον κισσό, και μετά του λέει:

«Χθες, αφότου έφυγες, έβαλε αέρα κι έπεσαν πολλά φύλλα. Όταν πέρασε η καταιγίδα μέτρησα αυτά που απομένουν. Από τα χιλιάδες που είχε, έχουν μείνει είκοσι οκτώ. Κι εγώ ξέρω τι σημαίνει αυτό: αν πέσουν όλα σήμερα, για μένα δε θα υπάρξει αύριο».

Ο ζωγράφος προσπαθεί να πείσει τη Μαρί πως αυτός ο συσχετισμός είναι χαζός:

«Η ζωή θα συνεχίσει όπως και να ’χει» της λέει. «Δεν πρέπει να σκέφτεσαι έτσι. Πρέπει να εξασκηθείς με την κλίμακα των χρωμάτων και να ζωγραφίσεις τα μήλα που σου ζήτησα. Αν δεν το κάνεις, δεν πρόκειται ποτέ να εκθέσεις τη δουλειά σου. Η αλήθεια είναι ότι επειδή εγώ έχω κάνει πολλή εξάσκηση στη ζωή μου, μόλις έλαβα μια πρόσκληση να εκθέσω τα έργα μου στην Αμερική».

«Θα φύγεις;» τον ρωτάει η Μαρί, τρέμοντας για την απάντηση.

«Μέχρι το Μάιο, το πολύ» της λέει ο ζωγράφος. «Ως τότε, αν έχεις εξασκηθεί, θα σε πάω να ζωγραφίσεις στην εξοχή, θα γυρίσουμε τα μουσεία και θα σου μάθω πώς να ζωγραφίζεις με λάδια».

«Δεν ξέρω αν θα είμαι εδώ όταν θα γυρίσεις, δάσκαλε» απαντά η Μαρί. «Εξαρτάται από τον κισσό…»

Ο ζωγράφος, γεμάτος στοργή για το κοριτσάκι, την αγκαλιάζει και αφήνει ασχολίαστη τη φαντασίωσή της. Τη φιλάει στο μέτωπο και της δίνει οδηγίες για το τι πρέπει να κάνει μέχρι να γυρίσει.

Με το που φεύγει, η Μαρί αισθάνεται τον κόσμο να γκρεμίζεται. Ερμηνεύει σαν κακό προμήνυμα το ότι, ενώ ο ζωγράφος πηγαίνει προς το σπίτι του, ο αέρας αρπάζει τρία φύλλα απ τον κισσό και τα πετάει με ορμή στην αυλή.

Από κείνη την μέρα, κάθε πρωί, η μικρή ελέγχει από το παράθυρό της πόσα φύλλα μένουν πάνω στον κισσό. Ένας έντονος πόνος τής σκίζει το στήθος κάθε φορά που διαπιστώνει ότι, μες στη νύχτα, όλο και κάποιος απ’ τους συντρόφους της έχει χαθεί οριστικά.

«Τι συμβαίνει, κοριτσάκι μου;» τη ρωτάει η μητέρα της, μετά από μια ανήσυχη νύχτα με υψηλό πυρετό.

«Κοίτα, μαμά» της λέει η Μαρί, δείχνοντας έξω απ’ το παράθυρο. «Μένουν μόνο τρία φυλλαράκια: ένα κάτω, κοντά στο παρτέρι, ένα στη μέση του τοίχου κι ένα μόνο του, πάνω απ’ όλα τ’ άλλα, δίπλα στο παράθυρο του ζωγράφου. Φοβάμαι, μαμά».

«Μη φοβάσαι» απαντά η μητέρα της με μια αυτοπεποίθηση που δεν διαθέτει στ’ αλήθεια. «Αυτά τα φυλλαράκια θ αντέξουν. Είναι τα πιο δυνατά. Καταλαβαίνεις; Δυο βδομάδες έμειναν μέχρι να έρθει η άνοιξη.»

Το βλέμμα της Μαρί παίρνει τη σκοτεινή έκφραση της εμμονής και καθηλώνεται πάνω στα τρία τελευταία φυλλαράκια. Μια νύχτα του Φλεβάρη ξεσπά μια άγρια καταιγίδα με δυνατό αέρα και βροχή, και το μεσαίο φύλλο κόβεται από το κλαδί του και πετάει μακριά. Η Μαρί δε λέει τίποτα, μόνο διπλασιάζει τις προσευχές της και παρακαλάει τον Θεό να φυλάει τα φυλλαράκια της.

«Μαμά» φωνάζει μια μέρα. «Μαμά, έλα να δεις.»

«Τι είναι, κόρη μου;»

«Μόνο ένα έμεινε, μαμά, μόνο ένα. Εκείνο εκεί, το κάτω κάτω, έπεσε απόψε. Θα πεθάνω, μαμά… θα πεθάνω. Σε παρακαλώ, αγκάλιασέ με… φοβάμαι, μανούλα μου. Φοβάμαι πολύ.»

«Πρέπει να έχεις πίστη, κοριτσάκι μου» λέει η μητέρα και ξεροκαταπίνει για να πνίξει τα δάκρυά της. Κι εκείνη φοβάται. «Εξάλλου» συνεχίζει, «λίγες μέρες μένουν μόνο για την άνοιξη κι ένα φύλλο αντέχει ακόμα. Ξέρεις, αυτό είναι το φύλλο-πρωταθλητής που σου έλεγα…»

«Ναι, αλλά πριν λίγο το είδα να τρέμει… Σκέπασέ με, μαμά, κρυώνω.»

H μητέρα τη σκεπάζει με τις κουβέρτες και πάει να πάρει μερικές βρεγμένες κομπρέσες. Η μικρή έχει ανεβάσει υψηλό πυρετό.

Κάθε στιγμή που μένει ξύπνια, η Μαρί κοιτάζει απ’ το παράθυρο το μοναδικό φύλλο που συνεχίζει ν’ αντέχει. Στην άκρη του κισσού το μικρό καφεπράσινο φύλλο κρατιέται ακόμα στη βάση του, και το κοριτσάκι κάνει ενστικτωδώς το σταυρό του παρακαλώντας το ν’ αντέξει για να σωθεί κι η ίδια.

Και το φύλλο αντέχει.

Αντέχει στο χιόνι, στη βροχή, στον αέρα.

Οι μέρες περνάνε και το φύλλο αντέχει…

Ώσπου, μια μέρα, ενώ η Μαρί κοιτάζει την ελπίδα της, βλέπει μια αχτίδα ήλιου να φωτίζει το φύλλο, και ανακαλύπτει ότι δίπλα του, λίγο πιο κάτω, πάνω στον κορμό του κισσού έχουν αρχίσει να εμφανίζονται πράσινα μπουμπουκάκια.

«Μαμά, μαμά… το φύλλο άντεξε! Ήρθε η άνοιξη, μαμά. Δεν είναι υπέροχο;»

Η μαμά τρέχει δίπλα στην κόρη της και την αγκαλιάζει με δάκρυα στα μάτια. Δεν έχει στο μυαλό της τον κισσό, αλλά το παιδί της που έχει σωθεί.

«Ναι, κοριτσάκι μου. Είναι υπέροχο!»

Οι μέρες περνάνε, και η μικρή αρχίζει σιγά σιγά ν’ ανακτά δυνάμεις.

Στην πρώτη έξοδο που της επιτρέπει ο γιατρός, η Μαρί τρέχει στο απέναντι κτίριο να ρωτήσει για τον φίλο της, τον
ζωγράφο.

Ο θυρωρός εκπλήσσεται που τη βλέπει, ίσως γιατί δεν είναι συνηθισμένο να γλιτώνει κάποιος από τη φυματίωση.

«Χαίρομαι που είσαι καλά» της λέει και της δίνει ένα θερμό φιλί. «Ο φίλος σου δεν έχει γυρίσει ακόμα, αλλά με διαβεβαίωσε ότι θα τον έχουμε κοντά μας σε μερικές εβδομάδες. Έστειλε αυτό για σένα.»

Βάζει το χέρι μέσα στο σακάκι του και βγάζει έναν φάκελο που γράφει:

ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΙΛΗ ΜΟΥ, ΤΗ MAPI

«Γεια σου Μαρί.

Όπως βλέπεις, πέρασαν όλα.

Όταν θα διαβάζεις αυτό το γράμμα θα μένουν μόνο λίγες μέρες ώσπου να ξαναρχίσουμε τα μαθήματα ζωγραφικής.

Έχω αγοράσει καινούργιες μπογιές και πινέλα, και θέλω να σου χαρίσω αυτά που χρησιμοποιούσα ως τώρα.

Πες στο θυρωρό να σου ανοίξει το διαμέρισμά μου και πάρε τα πράγματά μου.

Κάνε πολλή εξάσκηση. Να θυμάσαι τα μήλα και τις χρωματικές κλίμακες.»

Η μικρή αρχίζει να χοροπηδάει από τη χαρά της, ζητάει από τον θυρωρό το κλειδί κι ανεβαίνει στη μικρή σοφίτα για να πάρει τα υλικά της ζωγραφικής.

Μπαίνει στο διαμέρισμα και πλησιάζει το καβαλέτο που βρίσκεται, όπως πάντα, δίπλα στο παράθυρο. Κοιτάζει έξω και βλέπει από ψηλά το κρεβάτι της στο απέναντι κτίριο.

Χωρίς να το πολυσκεφτεί, η Μαρί ανοίγει το παράθυρο και, ενστικτωδώς, ψάχνει τον φίλο της, το ηρωικό φυλλαράκι που άντεξε τόσο πολύ… Το πιο δυνατό απ’ όλα τα φύλλα…

Και το βλέπει.

Είναι εκεί, πάνω στον τοίχο, στην άκρη, πολύ κοντά στην ξύλινη κάσα του παραθύρου.

Είναι εκεί. Μόνο που… δεν είναι πραγματικό φύλλο. Είναι μια ζωγραφιά που έχει φιλοτεχνήσει στον τοίχο ο φίλος της, ο ζωγράφος…

Αυτή είναι μια ιστορία που αρχικά γράφτηκε πριν από έναν αιώνα από έναν μεγάλο λογοτέχνη, γνωστό ως Ο’ Χένρι.

Μπορούμε ν’ αγαπήσουμε έτσι;
Μπορούμε να ζωγραφίσουμε φύλλα στα παράθυρά μας για να εμπνεύσουμε, να ενθαρρύνουμε και να συντροφεύσουμε αυτούς που αγαπάμε, ακόμη κι αν είμαστε μακριά;

Είμαστε άραγε ικανοί να κάνουμε το μεγάλο βήμα προς την αληθινή αγάπη;

Μεταφέροντας δεδομένα με μουσική

Ένα μουσικό κομμάτι που αποθηκεύει δεδομένα στις νότες του συνέθεσαν επιστήμονες από το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Ζυρίχης. Η εργασία τους, που παρουσιάστηκε στο πρόσφατο 44ο Διεθνές Συνέδριο για την Ακουστική, την Ομιλία και την Επεξεργασία Σήματος του διεθνούς Ινστιτούτου Ηλεκτρολόγων και Ηλεκτρονικών Μηχανικών (ΙΕΕΕ) στο Μπράιτον, ανοίγει τον δρόμο για την έξυπνη «επικοινωνία» των ηλεκτρονικών συσκευών που διαθέτουν μικρόφωνο με ένα κομμάτι μουσικής.

Σύνδεση στο WiFi μέσω μουσικής

Για να κρύψουν δεδομένα πίσω από τις νότες, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μια ευρέως διαδεδομένη τεχνική, η οποία χρησιμοποιείται στις τηλεπικοινωνίες με σκοπό να ενσωματώσει την ψηφιακή πληροφορία σε συχνότητες που χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση πληροφοριών.

Η τεχνολογία αυτή που ονομάζεται OFDM (Orthogonal Frequency-Division Multiplexing) χρησιμοποιείται, για παράδειγμα, στο ασύρματο δίκτυο που αξιοποιούμε για να συνδεθούμε στο Διαδίκτυο. Με τη συγκεκριμένη τεχνική, οι ερευνητές ενσωμάτωσαν μέχρι και 200 bps (bits per second – bits το δευτερόλεπτο) σε ένα κομμάτι μουσικής. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί σε 25 γράμματα, κάτι που έδωσε την έξυπνη ιδέα στους επιστήμονες να ενσωματώσουν σε ένα κομμάτι μουσικής έναν κωδικό WiFi.

Πώς θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αυτό το έξυπνο μουσικό κομμάτι; «Θα μπορούσε να είναι πολύ εύχρηστο σε ένα ξενοδοχείο» εξηγεί ο Σάιμον Τάνερ, διδακτορικός ερευνητής που εμπλέκεται στο ερευνητικό σχέδιο. Κι αυτό επειδή όταν μπαίνει κάποιος επισκέπτης σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, η μουσική που παίζει από τα ηχεία θα μπορεί να στέλνει τον κωδικό WiFi στο κινητό κι αυτό να συνδέεται αμέσως στο Διαδίκτυο, χωρίς ανθρώπινη διαμεσολάβηση.

Κρύβοντας τις πληροφορίες

Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο, θα πρέπει η πληροφορία που ενσωματώνεται στο μουσικό κομμάτι να μην αλλοιώνει τη μελωδία, κάτι που δεν είναι ακόμη αυτονόητο με τα τεχνολογικά μέσα που διαθέτουν οι επιστήμονες. Μέχρι στιγμής, μόνο η ενσωμάτωση πληροφορίας με ρυθμό μετάδοσης 200 bps ανά κομμάτι μπορεί να διασφαλίσει κάτι τέτοιο.

Ο δρ Τάνερ σημειώνει στην ιστοσελίδα του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Ζυρίχης ότι «θεωρητικά θα μπορούσαμε να ενσωματώσουμε πληροφορία με πολύ μεγαλύτερο ρυθμό μετάδοσης. Ωστόσο όσο αυτός αυξάνεται τόσο η ποιότητα της πληροφορίας εξασθενεί». Παράλληλα, σε μεγάλους ρυθμούς μετάδοσης η μελωδία του κομματιού αλλοιώνεται.

Για να αποφύγουν την τροποποίηση της μελωδίας, οι ερευνητές αφενός χρησιμοποίησαν μικρούς ρυθμούς μετάδοσης, αφετέρου «έκρυψαν» τις συχνότητες που μεταφέρουν την πληροφορία πίσω από νότες που ακούγονται έντονα σε σχέση με τις υπόλοιπες. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο διδακτορικός φοιτητής Μάνιουελ Αϊχελμπέργκε, που συμμετείχε στη μελέτη, «όταν ακούμε μία έντονη νότα, δεν αντιλαμβανόμαστε άλλες πιο χαμηλές νότες με ελαφρώς υψηλότερη ή χαμηλότερη συχνότητα. Αυτό σημαίνει πως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις έντονες νότες ενός κομματιού για να κρύψουμε την ηχητική πληροφορία».

Κι αν εμείς δίνουμε μεγαλύτερη σημασία σε συγκεκριμένο εύρος συχνοτήτων, το έξυπνο τηλέφωνό μας μπορεί να ρυθμιστεί ώστε να «ακούει» συχνότητες από 9.8-10 Hz. Έτσι, αντικαθιστώντας στο κομμάτι αυτό το εύρος με την πληροφορία που επιθυμούν, οι επιστήμονες δημιούργησαν έναν δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ κινητού και μουσικού κομματιού.

Το αποτέλεσμα της έρευνας είναι εντυπωσιακό, αφού η μπάντα του Πανεπιστημίου (ETH Big Band) εκτέλεσε ένα κομμάτι στο οποίο οι ερευνητές ενσωμάτωσαν την… ηλεκτρονική διεύθυνση του δελτίου Τύπου που αφορά την έρευνά τους.

Μια έρευνα που ανοίγει τον δρόμο για τη δημιουργία διαύλων επικοινωνίας μεταξύ μιας πηγής ήχου και των ηλεκτρονικών συσκευών που διαθέτουν μικρόφωνα.

Η Αντίληψη Περί Πατρίδας

Η Αρχαιοελληνική Αντίληψη Περί Πατρίδας και ο Σημερινός Ευτελισμός της
 
H περί πατρίδας πολιτική αντίληψη των κλασικών ελλήνων και η νεώτερη προπαγανδιστική διαστροφή της σε “πατριωτισμό”, “εθνική ενότητα” και “εθνική ομοψυχία”. Οι έλληνες δεν μάχονταν για «ιδέες», «ιδανικά» και άλλες ιδεολογικοποιημένες αυταπάτες, αλλά για απόλυτα καθορισμένες και χειροπιαστές σημασίες, όπως  η πόλη – πατρίδα. Η τελευταία σε πλήρη αντίθεση με τον σημερινό συσκοτισμό της («έθνος – κράτος») δεν ήταν μια ιδεολογική αφαίρεση· ήταν πρωταρχικά μια αυτοκυβερνώμενη ανθρώπινη κοινότητα, η οποία αυτοπροσδιοριζόταν  βιολογικά (κοινός γεννήτορας και πρόγονοι) χρονικά (κοινή ιστορική διαδρομή), συνειδησιακά (κοινά έθιμα, θεσμοί, σημασίες  κ.λπ.) και μόνο δευτερευόντως, γεωγραφικά.
 
Ο γεωγραφικός προσδιορισμός της πατρίδας φαίνεται, ότι ιεραρχείτο ως δευτερεύων, αφού αρκετές φορές υποχωρούσε υπό το βάρος άλλων, κοινωνικών, πολιτικών κ.ά. παραγόντων. Οι αναρίθμητες αποικίες των ελλήνων ιδρύθηκαν σε περιοχές, όπου αυτοί δεν μπορούσαν να επικαλεστούν κανένα γεωγραφικό παρελθόν και οι νέες ελληνικές πόλεις εγκαθιδρύθηκαν βασισμένες αποκλειστικά στους άλλους παράγοντες.
 
Επίσης ο Θεμιστοκλής θεωρούσε δευτερεύοντα τον γεωγραφικό προσδιορισμό της Αθήνας, όταν απείλησε, πως αν οι υπόλοιποι έλληνες δεν επιθυμούσαν να δώσουν ναυμαχία στη Σαλαμίνα, οι αθηναίοι θα πήγαιναν να ξαναϊδρύσουν την πόλη τους στην Ιταλία. Βλ. επίσης τη ρήση στον Θουκυδίδη «άνδρες γαρ πόλις» («η πόλη είναι οι άνδρες της», Ζ΄ 77) δηλαδή οι πολίτες της, που φέρουν παντού και πάντα την πολιτική τους διαπαιδαγώγηση και με αυτόν τον τρόπο δίνουν ύπαρξη στη πόλη.
 
Αλλά και γενικότερα οι έλληνες δεν προσδιόριζαν την πόλη-πατρίδα με γεωγραφικούς όρους, αφού έλεγαν π.χ. «οι αθηναίοι», ή «οι κορίνθιοι» και ποτέ «η Αθήνα», ή «η Κόρινθος». Ήταν, κατά συνέπεια, κάτι απολύτως συγκεκριμένο, για το οποίο άξιζε να πεθάνει κάποιος, ακριβώς επειδή δέν άξιζε να ζει χωρίς αυτό.  Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι οι αρχαίοι έλληνες, σαν ο πρώτος πολιτικά ελεύθερος λαός της ιστορίας, είναι οι εφευρέτες της πατρίδας. Η αυτοκυβερνώμενη πατρίδα – πόλη αποτελούσε για τους έλληνες έννοια κατ’ εξοχήν πολιτική.
 
Στον Επιτάφιο του Περικλέους (όπως τον αποδίδει ο Θουκυδίδης) κατονομάζονται οι χειροπιαστές αιτίες, για τις οποίες καλούνταν να πολεμήσουν οι αθηναίοι: η επιβεβαιωμένη στην πράξη ευνομία τους, οι απεριόριστες ευκαιρίες που είχε ο καθένας σε αυτή την πόλη για να αναπτύξει τις δυνατότητές του, οι  θεσμοί τους ως προϊόν αυθεντικής (=αυτόνομης) συλλογικότητας, η πολιτικώς θεσμισμένη (=έμπρακτη) ταύτιση ατομικού και συλλογικού συμφέροντος, η αναμφισβήτητη πληρότητα της ζωής τους.
 
Πουθενά στο συναρπαστικό αυτό κείμενο δεν θα βρει κανείς τον μεταγενέστερο πατριδοκάπηλο μελοδραματισμό, ύποπτους συλλογιστικούς ακροβατισμούς (στους οποίους ανέκαθεν επεδίδετο η εθνικιστική προπαγάνδα, βλ. «έθνος – κράτος») συγκινησιακά φορτισμένες κοινοτοπίες και λοιπά ιδεολογικοποιημένα ξεροκόκαλα, από αυτά, που πετούν συχνότατα οι έμποροι του πολέμου στις αποβλακωμένες ανθρωπομάζες/κρέας για τα κανόνια τους.
 
Ακόμα και η παραδοσιακή ομηρική έννοια της εξιδανικευμένης πολεμικής δόξας, απέκτησε στην κλασική εποχή υλικό σημείο αναφοράς: οι πεσόντες, π.χ. του Μαραθώνα, θεωρούνται πλέον δοξασμένοι ήρωες, όχι απλώς επειδή πολέμησαν γενναία, αλλά γιατί πολέμησαν για χειροπιαστά πράγματα, π.χ. για την πολιτική κοινότητά τους. Αλλά και από την Ιλιάδα (Β΄ 212 κ.ε.) δεν λείπει το πρωτόλειο  μιας  υλιστικής και πολιτικής αντίληψης περί πολέμου.
 
Ο Θερσίτης, ένας συνηθισμένος πολεμιστής, που θέλει να επιστρέψουν οι αχαιοί στην Ελλάδα αντί να συνεχίσουν τον πόλεμο, απευθύνεται με παρρησία στον Αγαμέμνονα λέγοντάς του, ότι: «οι σκηνές σου είναι γεμάτες από χαλκό και γυναίκες, εκλεκτά λάφυρα, που εμείς οι αχαιοί σου δίνουμε όποτε κατακτάμε μια πόλη. Είσαι άπληστος για το χρυσάφι, που οι αλογάρηδες Τρώες θα σου φέρουν ως λύτρα για τον γιό τους, που εγώ, ή κάποιος άλλος αχαιός θα αιχμαλωτίσει; Ή για κάποια γυναίκα που θα κοιμάσαι μαζί της και θα κρατάς μόνο για τον εαυτό σου;»
 
Στη συνέχεια λέει, ότι είναι ανάρμοστο να παρατείνεται ο πόλεμος μόνο και μόνο για να οικειοποιείται ένας βασιλιάς τη μερίδα του λέοντος από τα  λάφυρα. Ο Θερσίτης, σαν συνειδητοποιημένος  πολίτης, απαιτεί να έχει λόγο στα τής εκστρατείας, στην πορεία της, στη διανομή των ωφελημάτων της κ.λπ.
 
Το αντιπροσωπευτικότερο επιχείρημα, που μπορεί να επικαλεστεί κανείς σχετικά με το πώς οι έλληνες της κλασικής εποχής αντιλαμβάνονταν την κατ’ εξοχήν πολιτική διάσταση της πατρίδας, βρίσκεται στον Ηρόδοτο «Φαίνεται δε όχι μόνο από ένα παράδειγμα αλλά γενικώς πόσο σπουδαίο πράγμα είναι η ισηγορία. Διότι όταν οι αθηναίοι διοικούντο τυραννικά  δεν ήσαν καθόλου καλύτεροι στα πολεμικά από κανέναν από τους γείτονές τους, απαλλαγέντες όμως από τους τυράννους έγιναν οι καλύτεροι όλων. Τούτο φανερώνει, ότι όταν ήσαν υποταγμένοι συμπεριφέρονταν εκουσίως ως δειλοί, σκεπτόμενοι, ότι εργάζονται για τον δεσπότη τους, όταν όμως ελευθερώθηκαν, ο καθένας έδειχνε προθυμία να εργαστεί σκεπτόμενος, ότι εργάζεται για τον εαυτό του».
 
Με άλλα λόγια ο άνθρωπος αποκτά πατρίδα μόνο όταν γίνεται πολίτης. Και τότε, αν χρειαστεί, πολεμάει για τον εαυτό του κι άρα για την πατρίδα του (και όχι το αντίστροφο). Καμία σχέση με υπηκόους, που σύρονται στα πεδία των μαχών ωθούμενοι από το ιδεολογικό («εθνικό») κουτόχορτο, που τούς έχει ταΐσει κάποιος πατριδοκάπηλος εξουσιαστής.
 
Ακόμα και μετά τον πελοποννησιακό πόλεμο, όπου  παρατηρείται μια όξυνση των κοινωνικών συγκρούσεων εντός των εξασθενημένων πόλεων και όπου η κοινωνική συνοχή τίθεται συχνά υπό αίρεση, οι έλληνες παραμένουν υποψιασμένοι πολίτες και  δεν συγκινούνται από καμιά υποκριτική επίκληση για κοινωνική ειρήνη στο όνομα δήθεν της πατρίδας-πόλης. Εξ άλλου τέτοιου είδους επικλήσεις είναι ανύπαρκτες στην ελληνική αρχαιότητα: η όποια επίκληση της πατρίδας γινόταν πάντα συνοδεία επιχειρημάτων, όπως π.χ. στον Επιτάφιο του Περικλή.
 
Σε κάθε άλλη περίπτωση (π.χ. τυραννίας, κοινωνικής ανισότητας κ.λπ.) η στάσις (και ό,τι αυτή συνεπαγόταν, π.χ, τον φόνο «συμπολιτών» – αρπακτικών, δηλαδή ομοεθνών) θεωρείται όχι μόνο δικαιολογημένη, αλλά και αυτονόητη (σε πλήρη αντίθεση με τη σημερινή εποχή, όπου θεωρείται σεμνότυφα «εθνική προδοσία» -σημειωτέον, ότι για «εθνική προδοσία» δεν είχαν κατηγορηθεί ούτε οι μηδίσαντες έλληνες). Tα αρχαία πολιτικά συγγράμματα πραγματεύτηκαν το φαινόμενο της στάσεως, χωρίς υποκρισία, ως προϊόν της κοινωνικής ανισότητας (βλ. Αριστοτέλους, Πολιτικά,V,1301 a25-1301 b 18. Αλλά και Αινεία Τακτικού, Πολιορκητικά XIV, 1).
 
Οι αρχαίοι έλληνες διέθεταν ανέκαθεν πλήρη επίγνωση, ότι αποτελούν έθνος με κοινή καταγωγή, γλώσσα, πολιτισμό κ.λπ. Ωστόσο, αυτό δεν τους έλεγε και πολλά πράγματα από πολιτικής πλευράς. Γνώριζαν, ότι η κοινωνική συνοχή απαιτεί πολύ περισσότερα πράγματα από απλοϊκές ιδεολογικές καταφυγές σε κάποιο «κοινό αίμα» κι ότι εξασφαλίζεται μόνο εάν η έμφαση δοθεί στο πολιτικό μέρος του προβλήματος.
 
Ο ελληνικός πολιτικός στοχασμός αναδύθηκε από αυτό ακριβώς το «κοινό αίμα» που έχυναν αλύπητα οι έλληνες στις μεταξύ τους «αντεθνικές» συγκρούσεις και, κυρίως, στον συχνό κοινωνικό πόλεμο εντός των πόλεων. Η κοινή εθνική καταγωγή μπορεί να βοηθήσει στην κοινωνική συνοχή, αλλά δεν μπορεί ούτε να τη δημιουργήσει, ούτε να την διατηρήσει. Γνώριζαν, ότι η επίκληση της κοινής καταγωγής δεν επαρκεί για να αποτρέπει τις κοινωνικές συγκρούσεις κι ότι ήταν επισφαλής βάση, ώστε να θεμελιώσουν επάνω της την πολιτική τους αναζήτηση και πρακτική.
 
Αυτό το έκανε πολύ αργότερα ο νεώτερος εξουσιασμός επινοώντας το φαιδρό υβρίδιο του «έθνους-κράτους». Το εθνοκράτος παγίωσε στη συλλογική συνείδηση μια αποϊεροποιημένη και  χυδαία εδαφική/συνοριακή αντίληψη της πατρίδας.
 
Πολεμικό συμβούλιο.
 
Στις κλέφτικες ομάδες που πολλές φορές συγκέντρωναν εκατοντάδες παλληκάρια, ξαναέζησε το πνεύμα των περίφημων συμβουλίων των πολεμιστών της Ιλιάδας, αλλά και των λαϊκών συνελεύσεων (εκκλησιών του Δήμου) της κλασικής εποχής. Έτσι, ο πόλεμος διεξάγεται ελληνικότατα, από μια στοιχειωδώς πολιτική κοινότητα και όχι από έναν στρατό σκλάβων.

Στην αρχαία ελληνική πόλη η στράτευση  γινόταν περισσότερο αντιληπτή ως τιμή παρά ως υποχρέωση. Αυτό συνέβαινε, διότι ο στρατός ήταν στρατός πολιτών και όχι υπηκόων, ή σκλάβων. Οι οπλίτες/πολίτες, σε αντίθεση με σήμερα, είχαν μια πραγματική -και όχι ιδεολογική- πατρίδα να υπερασπίσουν π.χ. ως άτομα είχαν ολοκληρωμένη πολιτική οντότητα και όχι τα σημερινά καχεκτικά «πολιτικά δικαιώματα».
 
Κατά τον ίδιο τρόπο οι αγωνιστές του 1821 αντιλαμβάνονταν την πατρίδα ως κάτι χειροπιαστό κι όχι ως μια αφηρημένη ιδέα. Γι΄ αυτό, η μισθοδοσία των παλληκαριών τους και η δίκαιη διανομή των λαφύρων, απασχολούσαν τούς οπλαρχηγούς το ίδιο με τον σχεδιασμό των συγκρούσεων. Αυτό δεν οφειλόταν στον ελλιπή, λόγω ανυπαρξίας τακτικού στρατού, εφοδιασμό (ο τακτικός στρατός ήταν άλλωστε κάτι, που τους προξενούσε αποστροφή).
 
Απλώς δεν δέχονταν να  πολεμήσουν για την «πατρίδα» των κοτσαμπασήδων και των φαναριωτών, που ήσαν αραγμένοι στα μετόπισθεν (αναλόγως έπρατταν και τα πληρώματα των πλοίων). Επίσης, από ένα σημείο και μετά, απαιτούσαν και συμμετοχή στην πολιτική εξουσία. Όποιος διαβάσει, έστω και επί τροχάδην, τα απομνημονεύματα των διαφόρων οπλαρχηγών του 1821 θα διαπιστώσει την πλήρη ομοφωνία τους στο να μήν πολεμούν, κατά το κοινώς λεγόμενο, «για την ψυχή της μάνας τους» αλλά, για «πεζά» υλικά πράγματα, τόσο για τους ίδιους, όσο και για τους πολεμιστές τους: χρήματα, λάφυρα, αγροτικές εκτάσεις, πολιτική συμμετοχή. Κάτι, που (κακώς) θα απογοητεύσει τους γαλουχημένους με τις προπαγανδιστικές αγιογραφίες, που προωθεί το νεοελληνικό εθνοκράτος.
 
Χιλιετίες πρωτύτερα, ο -ολιγαρχικός- Πλάτων (Πολιτεία VIII, 551 d-e) είχε παραδεχθεί, ότι οι ολιγαρχικοί δεν είναι ικανοί να κάνουν πόλεμο «γιατί είναι αναγκασμένοι, ή να οπλίσουν το πλήθος, οπότε θα το φοβούνται περισσότερο από τους εχθρούς, ή να μην το χρησιμοποιήσουν καθόλου». Το οπλισμένο πλήθος του 1821, σε πλήρη αντίθεση με τους νεοέλληνες απογόνους του, γνώριζε ενστικτωδώς αυτή την αλήθεια και πολεμούσε για τους δικούς του λόγους, οι οποίοι συνήθως δεν είχαν καμία σχέση με τα πολιτικά «μαγειρέματα» των ελληνικών εξουσιαστικών ομάδων της εποχής.
 
Η ρίζα αυτής τής εντελώς αντιιδεολογικής αντίληψης περί πατρίδας, πολέμου και στρατού είναι κοινή τόσο στους αρχαίους, όσο και στους νεώτερους.  Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ανθρώπους, που γνωρίζουν γιατί πολεμούν και δεν έχουν πέσει θύματα ιδεολογικοποιημένης εξαπάτησης. Παρά την έλλειψη μόρφωσης των Κλεφτών, ο  πόλεμός τους είχε πάντα ως κυρίαρχη μια ενστικτώδη υγιή πολιτική διάσταση, αντί για μια περιορισμένη και νεφελώδη «εθνική» και εδαφική.

Γαλουχημένοι με κείμενα όπως η συναρπαστική Ελληνική Νομαρχία τού Ανωνύμου του Έλληνος, οι εξεγερμένοι του 1821 ένιωθαν, ότι:
 
«Πατρίς είναι μια λέξις, διά της οποίας όλοι κοινώς εννοούσι την γην, εις ήν εγεννήθησαν, οι μόνον ελεύθεροι όμως δύνανται να καταλάβωσι τήν μεγάλην αυτής σημασίαν, και δια τούτο οι δούλοι αδιαφόρως προφέρουσι τοιούτον όνομα. Τα ονόματα αγαπητοί μου, λαμβάνουν την σημασίαν από την ιδιότητα των πραγμάτων, εις τα οποία αναφέρονται. Όθεν, αν τινάς δεν γνωρίζει το πράγμα εις ουδέν του χρησιμεύει η ονομασία του. Και καθώς ο εκ γενετής αόμματος, προφέροντας τα ονόματα των χρωμάτων ουδέν εννοεί, επειδή δεν είδε ποτέ τα χρώματα, ούτως και οι νυν Έλληνες με το «Πατρίς» άλλο δεν εννοούσι ειμή τήν γην εις την οποίαν εγεννήθησαν, επειδή τούς λείπει η ελευθερία. Ω! πόσον διαφέρομεν από τους προγόνους μας οι ταλαίπωροι! Η  λέξις «Πατρίς» ερέθιζε εις την ενθύμησιν τών προγόνων μας όλας τας ιδέας τών καλών της ελευθερίας και όλην την ευδαιμονίαν της ζωής των.»
 
Στη σημερινή εποχή η  έννοια της πατρίδας (ίσως η  μόνη, για την οποία άξιζε ανέκαθεν να πολεμήσει κανείς) έχει ευτελιστεί σε μια ιδεοληψία για όσους αρέσκονται να στριμώχνουν την πραγματικότητα σε απλοϊκά θρησκευτικά, ή εθνικιστικά σχήματα. Είναι αξιοσημείωτο, ότι οι αρχαίοι έλληνες, που πολέμησαν για πραγματικά ιερά πράγματα, τα οποία -θεωρητικά τουλάχιστον- αποδέχεται ως ιερά και ο σημερινός κόσμος, δεν το διατυμπάνισαν και δεν τα ιδεολογικοποίησαν ποτέ. Σε αντίθεση με τους ευρεσιτέχνες των διαφόρων ιδεολογιών του πολέμου.
 
Γι’ αυτό ένας πολίτης, που θέλει να είναι πραγματικά τέτοιος, αν ποτέ κληθεί να πολεμήσει, είναι απαραίτητο να αναρωτηθεί ποιός και γιατί πραγματικά του ζητά να το κάνει κι ας διεξάγει όπως μπορεί τον δικό του αντιιδεολογικό πόλεμο. Στην πράξη αυτό μόνο με έναν τρόπο μεταφράζεται: μετατροπή του ιδεολογικοποιημένου «εθνικού» πολέμου σε υλιστικό κοινωνικό, δηλαδή, κατά την απατηλή ορολογία του εθνοκράτους, σε «εμφύλιο» ή «ανταρσία» ή στα αρχαία ελληνικά στάση.
 
Δηλαδή ταυτόχρονος πόλεμος όσων θέλουν να λέγονται πολίτες, εναντίον, τόσο των «εξωτερικών» όσο και (κυρίως) των εσωτερικών εχθρών – εξουσιαστών της κοινωνίας. Μια σύρραξη με έναν «εξωτερικό» εχθρό, αποτελεί πάντα μια καλή ευκαιρία για τους εκμεταλλευόμενους, να διευθετήσουν γρήγορα και εύκολα όλη την ανώμαλη κοινωνική κατάσταση, στην οποία ζούν αλαζονικώς επαναπαυμένα τα κοινωνικώς κυρίαρχα παράσιτα.
 
Έτσι οι νικητές του κοινωνικού πολέμου θα έχουν αποκτήσει μια πραγματική (και όχι ιδεολογική) πατρίδα για να υπερασπίσουν. Η θέση περί μετατροπής των «εθνικών» πολέμων σε κοινωνικούς αποτελεί μια μεγάλη συνεισφορά της κλασικής πολιτικής σκέψης, που εγκαινίασαν οι ελληνικές δημοκρατίες και έφτασε ως εμάς διαμέσου της Γαλλικής Επανάστασης και του επαναστατικού σοσιαλισμού του 19ου αιώνα.

Μην πιστεύετε όλα όσα σκέφτεστε

Οι σκέψεις ταξιδεύουν στο μυαλό μας συνεχώς. Μερικές φορές έρχονται και ξαναεπιστρέφουν. Όπως είναι ένας δρόμος με κίνηση. Κάποιες στιγμές υπάρχει ροή, συνέχεια και λογικό επακόλουθο, ενώ άλλες στιγμές «κυκλοφοριακό» και συνωστισμός. Όταν συμβαίνει αυτό, επηρεαζόμαστε τόσο πολύ ψυχολογικά, που είναι δυνατόν να αλλάξει όλη η ψυχοσύνθεση και ο συναισθηματικός μας κόσμος – άγχος, κατάθλιψη, δυσφορία.
 
Ωστόσο, επειδή οι σκέψεις κυκλοφορούν μέσα στο μυαλό, αυτό δε σημαίνει ότι αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα. Συχνά είναι προϊόν φαντασίας παρά παρατήρησης. Επομένως, με σκοπό την ομαλή ροή των σκέψεων, είναι ουσιώδες να μη πιστεύετε όσα σκέφτεστε.
 
Οι άνθρωποι έχουν πολλών ειδών σκέψεις. Συχνά είναι διεκπαιρεωτικές, διαδικαστικές και κατευθύνονται από τους ίδιους, αλλά αρκετά συχνά απλώς συμβαίνουν ή έρχονται στο μυαλό. Σε αυτή την περίπτωση αναφερόμαστε στο ασυνείδητο. Αυτές οι σκέψεις μπορεί να είναι θετικές, αρνητικές ή ουδέτερες. Παρόλα αυτά, μπορεί να μας αναστατώσουν όταν αφορούν κριτική προς τον εαυτό ή δυσφορία για μία κατάσταση, όπως η σκέψη, «Δεν κάνω τίποτα σωστά. Το αφεντικό μου νομίζει ότι είμαι χαζός και ότι δε θα ολοκληρώσω ποτέ την εργασία μου».
 
Εάν δώσετε προσοχή στις σκέψεις σας, θα ανακαλύψετε ότι δεν είναι 100% αληθινές. Για παράδειγμα, ίσως σκέφτεστε ότι το αφεντικό σας σας θεωρεί χαζό και να νιώθετε ότι αυτό είναι αλήθεια. Αλλά, όταν σας επαινεί για κάτι που κάνετε, τότε καταλαβαίνετε ότι τελικά ίσως και να μην ισχύει απαραίτητα η αρνητική σκέψη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι καλό να υπενθυμίζετε στον εαυτό σας: «Επειδή αισθάνομαι ότι αυτή η σκέψη είναι αληθής, δε σημαίνει ότι είναι και πραγματικότητα».
 
Μπορείτε να αποδυναμώσετε πολλές ανακρίβειες και δυσάρεστες πεποιθήσεις που λέτε από μέσα σας, με το να σημειώσετε τις διαφορές ανάμεσα στην αλήθεια που αισθάνεστε και σε αυτό που παρατηρείτε στην πραγματικότητα. Με αυτό τον τρόπο είναι σημαντικό να έχετε υπομονή και επιμονή. Πρώτα, εξασκηθείτε στο να αναγνωρίζετε τις δυσάρεστες σκέψεις που εισέρχονται στη συνείδησή σας. Μπορείτε να τις συνειδητοποιήσετε λίγο πιο εύκολα, μέσω του διαλογισμού ή των τεχνικών χαλάρωσης.
 
Μετά θα χρειαστεί να υπενθυμίσετε στον εαυτό σας ότι απλώς η σκέψη ενός γεγονότος/πράγματος, δεν το κάνει αληθινό. Επίσης, προσπαθήστε να ανταποκριθείτε με την εξής δήλωση: «Όχι μόνο δε πιστεύει ότι είμαι χαζός, αλλά έχει δείξει και σεβασμό στο αντικείμενο της δουλειάς μου». Με την επανάληψη, η ανακρίβεια και η ανασφαλής σκέψη που είχατε κάνει στο παρελθόν θα είναι λιγότερο ισχυρή και, μετά από καιρό, θα φτάσετε το σημείο να μην την πιστεύετε καθόλου.
 
Όταν θα έρθετε σε επαφή με τις δυσάρεστες σκέψεις, ίσως κάποιες από αυτές να θεωρήσετε ότι αξίζουν λίγο παραπάνω προσοχή και προβληματισμό, ενώ άλλες θα ανακαλύψετε ότι είναι πιο πολύ προϊόν αντιληπτικού σφάλματος παρά πραγματικότητα. Όσο πιο πολύ αυξάνετε τη συνειδητότητα για τη σκέψη σας, ιδιαίτερα την αρνητική, τόσο λιγότερο θα είναι το «κυκλοφοριακό» μέσα στο μυαλό σας.
Επιπλέον, με την παρατήρηση των σκέψεων, ίσως καταφέρετε να αναπτύξετε συμπονετική αυτογνωσία. Με άλλα λόγια, η συνειδητοποίηση ότι αυτές οι αρνητικές σκέψεις σας προκαλούν πόνο θα σας οδηγήσει στη συμπόνια για τον εαυτό σας και τις προσωπικές σας δυνάμεις, όπως ακριβώς θα κάνατε σε περίπτωση που ένας φίλος σας είχε το ίδιο πρόβλημα.
 
Στο τέλος, όχι μόνο θα απομακρύνετε τις ανακρίβειες απ΄ το κεφάλι σας, αλλά θα αναπτύξετε και έναν πιο αισιόδοξο, φροντιστικό τρόπο συσχέτισης με τον εαυτό σας.

Fr. Hölderlin: H ποιητική ελευθερία της ύπαρξης

Friedrich Hölderlin:1770–1843
                    
Άρτος και Οίνος: Από τις σκιές στο φως

§1

Προς μια ποιητική ερμηνευτική

Με την παρούσα ποιητική πράξη ερμηνεύουμε την τέταρτη ακολουθία από το συνθετικό ποίημα του Χαίλντερλιν: Άρτος και Οίνος. Τι αξία έχει μια τέτοια ερμηνεία; Την ίδια ακριβώς που έχει εν γένει ο μεγάλος ποιητής ως τέτοιος και ο Χαίλντερλιν ειδικότερα ως τέτοιος ποιητής. Έχει, στ’ αλήθεια, την αξία της οδού, που μας άγει προς τις αρχέγονες πηγές της ανθρώπινης ύπαρξης και την οποία μόνο η υψηλή ποίηση μπορεί να μας εγγυηθεί. Όσο θνητή, πεπερασμένη, στην καθημερινή της βίωση, είναι η ύπαρξή μας, τόσο αθάνατη, απέραντη, αιώνια γίνεται στις προοπτικές και τον προορισμό της. Τέτοιες όμως προοπτικές δεν είναι ούτε άμεσα ορατές ούτε ευκολοδιάβατες: είναι δύσβατες, αν όχι άβατες.

Προκύπτουν από τη συνάντηση με τον ποιητή. Η συνάντηση με τον Χαίλντερλιν προς ένα τέτοιο Δύσβατο μας οδηγεί: μακριά και πέρα από την εύπεπτη ποίηση ως χθαμαλή πολιτιστική διεκπεραίωση, ως επιβράβευση με πολλά κοσμητικά επίθετα της μιας ή της άλλης υποκειμενικότητας, που θέλει να ορίζει την υφιστάμενη πραγματικότητα του ποιείν [=δημιουργείν] και συνάμα να ορίζεται απ’ αυτή ως ο αδιαφιλονίκητος αυθέντης της. Μας οικειώνει με εκείνη τη δυναμική πνοή της ποίησης, που μεταμορφώνει το ποίημα από ένα εργαλειακό αντι-κείμενο σε ουσιακή πράξη ελευθερίας και εμάς τους αναγνώστες, ως διψώντες και πεινώντες, σε αναζητητές της ιδίας ημών αρχέγονης πηγής. Η αρχέγονη πηγή μας στο ποίημα που ακολουθεί είναι η μακάρια Γη των Ελλήνων, η μακάρια Ελλάδα. Και τούτη όχι ως ένας κενός, σχηματικός λόγος, ως βάναυση προγονοπληξία αλλά ως ποιητικός τόπος μιας άλλης σκέψης, ως ένα ιστορικό συμβάν, που εισέρχεται στη ζωή μας ως μια αιφνίδια και άκρως προνομιακή στιγμή αποκάλυψης του Είναι μας: του Άρτου και του Οίνου μας: της ημέρας, του φωτός, και της νύχτας μας, του σκότους της ζωής.

§2

Άρτος και Οίνος:

Μακάρια Γη των Ελλήνων! Κατοικία πάντων των Ουρανίων εσύ,
Είναι αλήθεια, λοιπόν, αυτό που κάποτε στη νιότη μας ακούσαμε;
Εορταστικό δώμα! Το δάπεδο είναι θάλασσα! Και τα βουνά τραπέζια,
Αληθινά για μια γιορτή μοναδική από παλιά φτιαγμένα!
Αλλά πού τώρα οι θρόνοι; Οι ναοί, και πού οι αμφορείς,
Πού οι μεστοί από νέκταρ, πού τα άσματα για των θεών την τέρψη;
Πού, πού λάμπουν άραγε , οι μεγαλεπήβολοι χρησμοί;
Καθεύδουν οι Δελφοίˑ και πού η μεγάλη μοίρα αντηχεί;
Πού είναι η γρήγορη; Πού ξεσπά γεμάτη πανταχού παρούσα ευδαιμονία,
Βροντώντας, από ευφρόσυνο αγέρα εκκινώντας, μπροστά στα μάτια μας;
Πατέρα Αθέρα! Έτσι αντιλάλησε και πέταξε από γλώσσα σε γλώσσα
Χίλιες φορές ο λόγος, κανείς δεν άντεχε μονάχος τη ζωή,
Μοιρασμένο με άλλους τέτοιο αγαθό δίνει χαρά και σαν ανταλλαχθεί, με ξένους,
Γίνεται αγαλλίαση, αυξάνει, καθώς κοιμάται, η δύναμη του λόγου:
Πατέρα! Χαρούμενα! και αντηχεί, όσο γίνεται πιο μακριά, το πανάρχαιο
Σημείο, απ’ τους γονείς κληρονομιά, το στόχο βρίσκοντας προς τα
κάτω εδώ και δημιουργώντας.
Έτσι επιστρέφουν οι Επουράνιοι, συγκλονιστική βαθιά φτάνει έτσι
μέσα απ’ τις σκιές προς τα κάτω, ανάμεσα στους ανθρώπους, η μέρα τους.  


§3

Ερμηνεία ‒κατανόηση

     1. Ο ποιητής οραματίζεται την ευδαίμονα γη των Ελλήνων ως έναν τόπο [=εορταστικό δώμα με δάπεδο τη θάλασσα και τα βουνά τραπέζια], όπου όλα είναι φτιαγμένα για να συν-τελείται η πνευματική ευωχία, που είναι μοναδική πατρογονική στιγμή ευτυχίας: μοναδικό συμβάν αποκάλυψης της αλήθειας του Είναι μας.

     2. Αλλά μια τέτοια ευωχία/ευτυχία δεν είναι συμβατή με τον δικό μας αργό ρυθμό, με τον ράθυμο βηματισμό του μαζικού πολιτισμού. Αυτή η ραθυμία εμποδίζει την έγκαιρη εσωτερική συμμετοχή μας στην ως άνω ευωχία [=αλλά πού …μπροστά στα μάτια μας]: απώλεια της αποκαλυπτικής δυνατότητας του ανθρώπινου Dasein να βρεθεί στο φωτεινό μονοπάτι προς το Είναι [του]ˑ να βρεθεί πλησίον των θεών.

     3. Αυτό το Πλησίον, μας λέει ο Χάιντεγκερ, είναι το ίδιον χαρακτηριστικό της Πατρίδας. Όταν είναι μακριά, όταν δηλαδή η φυγή των θεών είναι γεγονός, τότε περισφίγγει ανέκκλητα τη ζωή μας το σιδηρουργείο της επιτηδευμένης γλώσσας του ως άνω μαζικού πολιτισμού: στα ρείθρα της βιοπορείας μας λιμνάζουν τα στυγερά ύδατα του υπολογισμού, του σκοταδισμού, της καταθλιπτικής ερήμωσης.

       4. Όλα τούτα είναι σήματα ακριβώς της απουσίας του Ιερού. Την υπέρβαση μιας τέτοιας απουσίας αναγγέλλει στη συνέχεια ο ποιητής. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να πορεύεται μονάχος στη ζωή του. Χρειάζεται την εύηχη γλώσσα των θεών, τα σήμαντρα των χρησμών, που μεταφράζουν τη βούληση των θεών για μια ανθρώπινη ζωή με νόημα και προ-οπτική, για ένα δεσμό με τον συμπαντικό ρυθμό της φύσης και του κόσμου [=του Είναι και του γίγνεσθαι], για ένα άνοιγμα των ανθρώπων στους ανθρώπους και στους θεούς.

     5. Το Πλησίον της φυγής των θεών (Χάιντεγκερ) έτσι τείνει να μας αποκαλύπτεται ως επι-στροφή τους (Ein-kehr) μέσα στη ζωή μας: οι άνθρωποι συνειδητοποιούν βαθμιαία πως είναι παρών ο λόγος των θεών, ο αυθεντικά δηλαδή ποιητικός λόγος ως ισόθεος λόγος, στην ερημωμένη ύπαρξή τουςˑ και όσο το συνειδητοποιούν γίνονται οι ίδιοι δημιουργοί και γράφουν την ιστορία τους ως ιστορία ακατάλυτων ‒ένθεων έργων.

     6. Πρόκειται καθαρά για τη διεργασία ποιητικού μετα-λογισμού, όπου το κάθε δημιούργημα καταφάσκεται ως δωρεά των θεών προς τους ανθρώπουςˑ τουτέστι ως μετουσίωση, σε επίπεδο κοινωνικής οντολογίας, του ίδιου του υπαρκτικού Είναι μας. Σ’ αυτά τα ένθεα έργα, για παράδειγμα, ανήκει και η ποίηση του Χαίλντερλιν, αλλά και όλα τα μεγαλουργήματα της ιστορίας, ας πούμε η αρχαία τραγωδία, η φιλοσοφία, τα έργα του Μπετόβεν κ.λπ.: Ιδού η μέρα των θεών!

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (116-153)

Από τον Ουρανό έως τον Κρόνο

ἤτοι μὲν πρώτιστα Χάος γένετ᾽· αὐτὰρ ἔπειτα
Γαῖ᾽ εὐρύστερνος, πάντων ἕδος ἀσφαλὲς αἰεὶ
ἀθανάτων οἳ ἔχουσι κάρη νιφόεντος Ὀλύμπου,
Τάρταρά τ᾽ ἠερόεντα μυχῷ χθονὸς εὐρυοδείης,
120 ἠδ᾽ Ἔρος, ὃς κάλλιστος ἐν ἀθανάτοισι θεοῖσι,
λυσιμελής, πάντων τε θεῶν πάντων τ᾽ ἀνθρώπων
δάμναται ἐν στήθεσσι νόον καὶ ἐπίφρονα βουλήν.
ἐκ Χάεος δ᾽ Ἔρεβός τε μέλαινά τε Νὺξ ἐγένοντο·
Νυκτὸς δ᾽ αὖτ᾽ Αἰθήρ τε καὶ Ἡμέρη ἐξεγένοντο,
125 οὓς τέκε κυσαμένη Ἐρέβει φιλότητι μιγεῖσα.
Γαῖα δέ τοι πρῶτον μὲν ἐγείνατο ἶσον ἑωυτῇ
Οὐρανὸν ἀστερόενθ᾽, ἵνα μιν περὶ πάντα καλύπτοι,
ὄφρ᾽ εἴη μακάρεσσι θεοῖς ἕδος ἀσφαλὲς αἰεί,
γείνατο δ᾽ οὔρεα μακρά, θεᾶν χαρίεντας ἐναύλους
130 Νυμφέων, αἳ ναίουσιν ἀν᾽ οὔρεα βησσήεντα,
ἠδὲ καὶ ἀτρύγετον πέλαγος τέκεν οἴδματι θυῖον,
Πόντον, ἄτερ φιλότητος ἐφιμέρου· αὐτὰρ ἔπειτα
Οὐρανῷ εὐνηθεῖσα τέκ᾽ Ὠκεανὸν βαθυδίνην
Κοῖόν τε Κρεῖόν θ᾽ Ὑπερίονά τ᾽ Ἰαπετόν τε
135 Θείαν τε Ῥείαν τε Θέμιν τε Μνημοσύνην τε
Φοίβην τε χρυσοστέφανον Τηθύν τ᾽ ἐρατεινήν.
τοὺς δὲ μέθ᾽ ὁπλότατος γένετο Κρόνος ἀγκυλομήτης,
δεινότατος παίδων, θαλερὸν δ᾽ ἤχθηρε τοκῆα.
γείνατο δ᾽ αὖ Κύκλωπας ὑπέρβιον ἦτορ ἔχοντας,
140 Βρόντην τε Στερόπην τε καὶ Ἄργην ὀβριμόθυμον,
οἳ Ζηνὶ βροντήν τ᾽ ἔδοσαν τεῦξάν τε κεραυνόν.
οἱ δ᾽ ἤτοι τὰ μὲν ἄλλα θεοῖς ἐναλίγκιοι ἦσαν,
μοῦνος δ᾽ ὀφθαλμὸς μέσσῳ ἐνέκειτο μετώπῳ·
Κύκλωπες δ᾽ ὄνομ᾽ ἦσαν ἐπώνυμον, οὕνεκ᾽ ἄρά σφεων
145 κυκλοτερὴς ὀφθαλμὸς ἕεις ἐνέκειτο μετώπῳ·
ἰσχὺς δ᾽ ἠδὲ βίη καὶ μηχαναὶ ἦσαν ἐπ᾽ ἔργοις.
ἄλλοι δ᾽ αὖ Γαίης τε καὶ Οὐρανοῦ ἐξεγένοντο
τρεῖς παῖδες μεγάλοι ‹τε› καὶ ὄβριμοι, οὐκ ὀνομαστοί,
Κόττος τε Βριάρεώς τε Γύγης θ᾽, ὑπερήφανα τέκνα.
150 τῶν ἑκατὸν μὲν χεῖρες ἀπ᾽ ὤμων ἀίσσοντο,
ἄπλαστοι, κεφαλαὶ δὲ ἑκάστῳ πεντήκοντα
ἐξ ὤμων ἐπέφυκον ἐπὶ στιβαροῖσι μέλεσσιν·
ἰσχὺς δ᾽ ἄπλητος κρατερὴ μεγάλῳ ἐπὶ εἴδει.

***
Στ᾽ αλήθεια πρώτα‒πρώτα το Χάος έγινε. Κι ύστερα
η πλατύστερνη η Γη, η σταθερή πάντοτε έδρα όλων των αθανάτων
που την κορφή κατέχουνε του χιονισμένου Ολύμπου,
και τα ζοφώδη Τάρταρα στο μυχό της γης με τους πλατιούς τους δρόμους.
120 Αλλά κι ο Έρωτας που ο πιο ωραίος είναι ανάμεσα στους αθάνατους θεούς,
αυτός που παραλύει τα μέλη και όλων των θεών κι ανθρώπων την καρδιά
δαμάζει μες στα στήθη και τη συνετή τους θέληση.
Κι από το Χάος έγινε το Έρεβος κι η μαύρη Νύχτα.
Κι από τη Νύχτα πάλι έγιναν ο Αιθέρας και η Ημέρα:
αυτούς τους γέννησε αφού συνέλαβε σμίγοντας ερωτικά με το Έρεβος.
Και η Γη γέννησε πρώτα ίσον μ᾽ αυτή
τον Ουρανό που ᾽ναι γεμάτος άστρα, να την καλύπτει από παντού τριγύρω
και να ᾽ναι έδρα των μακαρίων θεών παντοτινά ασφαλής.
Γέννησε και τα όρη τα ψηλά, τις όλο χάρη κατοικίες των θεών Νυμφών
130 που κατοικούνε στα βουνά τα φαραγγώδη,
μα και το πέλαγος το άκαρπο γέννησε που ορμάει με το κύμα,
τον Πόντο, δίχως ζευγάρωμα ευφρόσυνο. Κι έπειτα
ξάπλωσε με τον Ουρανό και γέννησε τον Ωκεανό το βαθυδίνη
τον Κοίο, τον Κρείο, τον Υπερίονα, τον Ιαπετό,
τη Θεία, τη Ρέα, τη Θέμιδα, τη Μνημοσύνη,
τη χρυσοστέφανη τη Φοίβη και την εράσμια Τηθύ.
Μαζί μ᾽ αυτούς γεννήθηκε, πιο νέος απ᾽ όλους, ο δολοπλόκος Κρόνος,
ο πιο δεινός απ᾽ τα παιδιά. Και το γονιό του το θαλερό εχθρεύτηκε.
Γέννησε και τους Κύκλωπες, που ᾽χουν πανίσχυρη καρδιά,
140 το Βρόντη, το Στερόπη και τον Άργη με τη δυνατή ψυχή,
που δώσανε στο Δία τη βροντή και του ᾽φτιαξαν τον κεραυνό.
Αυτοί σε όλα τ᾽ άλλα με τους θεούς παρόμοιοι ήταν,
μα ένα μονάχα μάτι στη μέση του μετώπου τους βρισκόταν.
Και πήραν το φερώνυμο όνομα Κύκλωπες,
γιατί στο μέτωπό τους ένα βρισκόταν μάτι κυκλικό.
Και ισχύς, δύναμη και τεχνάσματα στα έργα τους υπήρχαν.
Και άλλοι πάλι από τη Γη κι από τον Ουρανό γεννήθηκαν
τρεις γιοι, μεγάλοι κι ισχυροί, ακατονόμαστοι,
ο Κόττος, ο Βριάρεως κι ο Γύγης, τέκνα αλαζονικά.
150 Από τους ώμους τους χέρια εκατό σαλεύανε,
απλησίαστοι, και στον καθένα κεφαλές πενήντα
φυτρώνανε απ᾽ τους ώμους πάνω στα στιβαρά τους μέλη.
Και δύναμη άπλετη και κρατερή στο μέγα ανάστημά τους.

Σάββατο 20 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (1321-1344)

ΣΤ. ἰοὺ ἰού.
ὦ γείτονες καὶ ξυγγενεῖς καὶ δημόται,
ἀμυνάθετέ μοι τυπτομένῳ πάσῃ τέχνῃ.
οἴμοι κακοδαίμων τῆς κεφαλῆς καὶ τῆς γνάθου.
1325 ὦ μιαρέ, τύπτεις τὸν πατέρα; ΦΕ. φήμ᾽, ὦ πάτερ.
ΣΤ. ὁρᾶθ᾽ ὁμολογοῦνθ᾽ ὅτι με τύπτει. ΦΕ. καὶ μάλα.
ΣΤ. ὦ μιαρὲ καὶ πατραλοῖα καὶ τοιχωρύχε.
ΦΕ. αὖθίς με ταὐτὰ ταῦτα καὶ πλείω λέγε.
ἆρ᾽ οἶσθ᾽ ὅτι χαίρω πόλλ᾽ ἀκούων καὶ κακά;
1330 ΣΤ. ὦ λακκόπρωκτε. ΦΕ. πάττε πολλοῖς τοῖς ῥόδοις.
ΣΤ. τὸν πατέρα τύπτεις; ΦΕ. κἀποφανῶ γε, νὴ Δία,
ὡς ἐν δίκῃ σ᾽ ἔτυπτον. ΣΤ. ὦ μιαρώτατε.
καὶ πῶς γένοιτ᾽ ἂν πατέρα τύπτειν ἐν δίκῃ;
ΦΕ. ἔγωγ᾽ ἀποδείξω καί σε νικήσω λέγων.
1335 ΣΤ. τουτὶ σὺ νικήσεις; ΦΕ. πολύ γε καὶ ῥᾳδίως.
ἑλοῦ δ᾽ ὁπότερον τοῖν λόγοιν βούλει λέγειν.
ΣΤ. ποίοιν λόγοιν; ΦΕ. τὸν κρείττον᾽ ἢ τὸν ἥττονα.
ΣΤ. ἐδιδαξάμην μέντοι σε, νὴ Δί᾽, ὦ μέλε,
τοῖσιν δικαίοις ἀντιλέγειν, εἰ ταῦτά γε
1340 μέλλεις ἀναπείσειν, ὡς δίκαιον καὶ καλὸν
τὸν πατέρα τύπτεσθ᾽ ἐστὶν ὑπὸ τῶν υἱέων.
ΦΕ. ἀλλ᾽ οἴομαι μέντοι σ᾽ ἀναπείσειν, ὥστε γε
οὐδ᾽ αὐτὸς ἀκροασάμενος οὐδὲν ἀντερεῖς.
ΣΤ. καὶ μὴν ὅ τι καὶ λέξεις ἀκοῦσαι βούλομαι.

***
Ο Στρεψιάδης βγαίνει από το σπίτι του βιαστικός και κλαμένος· τον κυνηγά ο γιος του. ΣΤΡ. Βάι βάι!
Γειτόνοι, συγγενείς μου, χωριανοί μου,
με δέρνουνε· βοηθάτε όπως μπορείτε.
Ωχ το κεφάλι μου, το σαγόνι μου, ωχ!
Στο Φειδιππίδη.
Τον πατέρα σου δέρνεις, σιχαμένε;
ΦΕΙ., ατάραχος.
Πατέρα, ναι.
ΣΤΡ., στο Χορό και στους θεατές.
Με δέρνει, δεν τ᾽ αρνιέται·
το βλέπετε. ΦΕΙ. Και βέβαια. ΣΤΡ. Σιχαμένε,
διαρρήχτη, πατροκτόνε. ΦΕΙ. Ξαναπές τα·
πες κι άλλα. Σα με βρίζουν, πίνω μέλι.
1330 ΣΤΡ. Ξεπατωμένε. ΦΕΙ. Ραίνε με με ρόδα.
ΣΤΡ. Τον κύρη σου χτυπάς; ΦΕΙ. Και θ᾽ αποδείξω
πως, μά το θεό, είχα δίκιο να σε δείρω.
ΣΤΡ. Α, σιχαμένε· πώς μπορεί με δίκιο
κανένας τον πατέρα του να δέρνει;
ΦΕΙ. Θα σε κατατροπώσω με αποδείξεις.
ΣΤΡ. Εσύ, σ᾽ αυτό; ΦΕΙ. Και με πολλή ευκολία.
Απ᾽ τους δυο λόγους διάλεξε όποιον θέλεις.
ΣΤΡ. Ποιούς δυο; ΦΕΙ. Το δυνατό ή τον άλλον· όποιον.
ΣΤΡ. Α, μά το Δία, θα πει πως σ᾽ έχουν μάθει
καλά, μωρέ, στα δίκια ν᾽ αντιλέγεις,
1340 πως είν᾽ ωραίο και δίκαιο αν αποδείξεις
ξύλο να τρώει από το γιο ο πατέρας.
ΦΕΙ. Και τόσο θα σε πείσω, εγώ πιστεύω,
που, σα μ᾽ ακούσεις, δε θα βγάλεις άχνα.
ΣΤΡ. Θέλω ν᾽ ακούσω τί θα πεις· ορίστε

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΡΕΘΟΥΣΑ

ΑΡΕΘΟΥΣΑ
(πηγή)
 
Ο Αλφειός, σύμφωνα με μια εκδοχή, ήταν κυνηγός, ερωτευμένος με τη Νύμφη της Αχαΐας Αρέθουσα από τη στιγμή που είδε την ορκισμένη παρθένα της Άρτεμης να κολυμπά στα νερά του ύστερα από ένα έντονο κυνήγι. Εκείνη, όμως, δεν ανταποκρίθηκε στο ερωτικό του κάλεσμα και για να γλιτώσει από τις οχλήσεις του επίμονου εραστή και την καταδίωξή του, ζήτησε τη βοήθεια της Άρτεμης. Η θεά την τύλιξε σε σύννεφο και, καθώς ο Αλφειός αρνούνταν να φύγει από το μέρος όπου η νύμφη είχε χαθεί, χώρισε τη γη στα δύο, ώστε τα νερά της πηγής, στην οποία μεταμόρφωσε τη νύμφη της η θεά, να μην ενωθούν με τα νερά του ποταμού, στον οποίο μεταμόρφωσε τον νεαρό κυνηγό ο Δίας, επειδή λυπήθηκε την απελπισία του. Ύστερα, η Άρτεμη έδειξε στην Αρέθουσα υπόγειους δρόμους μέχρι την Ορτυγία, νησάκι απέναντι από τις Συρακούσες, αφιερωμένο στην Άρτεμη (μια εκδοχή του μύθου λέει ότι εκεί έγινε η μεταμόρφωση της κόρης σε πηγή). Ο Αλφειός, ποταμός πια, διέσχισε το πέλαγος και έφθασε στη Σικελία, όπου και ενώθηκε με τα νερά της «καλλίρροης» Αρέθουσας.
 
Παραλλαγή της ερωτικής ιστορίας αναφέρει στη θέση της Αρέθουσας την ίδια την Άρτεμη. Επειδή η θεά αντιστεκόταν στον έρωτά του, ο Αλφειός αποφάσισε να την κλέψει. Την πλησίασε μια μέρα που η Άρτεμη και οι Νύμφες γιόρταζαν κάποια γιορτή στις εκβολές του ποταμού στους Λετρινούς της Ηλείας· όμως η θεά πασάλειψε το πρόσωπό της με λάσπη και ο Αλφειός δεν την αναγνώρισε. Ύστερα την καταδίωξε ως την Ορτυγία, όπου όμως ερωτεύτηκε και μία από τις ακόλουθες της θεάς, την Αρέθουσα -έτσι εξηγείται το γεγονός ότι η Άρτεμη-Αρέθουσα αποτυπωνόταν στα νομίσματα των Συρακουσών. Η Αρέθουσα, υποκατάστατο της θεάς παρθένου, μεταμορφώθηκε σε πηγή και ο Αλφειός από έρωτα ανακάτεψε τα νερά του με τα δικά της. Ο μύθος, στις παραλλαγές του, διαφυλάσσει την παρθενία της Άρτεμης.
 
Με το ερωτικό κυνηγητό της Νύμφης ή της ίδιας της θεάς του κυνηγιού από τον κυνηγό Αλφειό οι μυθογράφοι αιτιολόγησαν την ομωνυμία των πηγών στην Ήλιδα και τη Σικελία.
 
Υπάρχει και μια άλλη Αρέθουσα, για την οποία ο σχολιαστής του Ομήρου (ν 408) αναφέρει ότι, όταν ο γιος της Κόρακας γκρεμίστηκε από βράχο σε κυνήγι, παραλυμένη η μάνα από τον πόνο μεταμορφώθηκε σε πηγή. Κοντά σε αυτή την πηγή ο Εύμαιος είχε κατασκευάσει μια ευρύχωρη πέτρινη στάνη, όπου φύλαγε ένα μεγάλο κοπάδι χοίρων. Εκεί έφτασε ο Οδυσσέας.

Νίτσε: Εμείς οι άφοβοι

Σκέλεθρο, τρέμεις; Θα έτρεμες ακόμη περισσότερο αν ήξερες πού σε πηγαίνω.  - Τυρέν (Γάλλος στρατηγός (1611-1675), που έλεγε αυτό στον εαυτό του πριν από κάθε μάχη.)
 
Τι σημαίνει η ευδιαθεσία μας.

-Το μεγαλύτερο πρόσφατο γεγονός -το ότι «ο Θεός είναι νεκρός», το ότι η πίστη στον χριστιανικό θεό έχει χάσει κάθε αξιοπιστία- έχει αρχίσει να ρίχνει τις πρώτες του σκιές πάνω στην Ευρώπη.

Στους λίγους τουλάχιστον, που τα μάτια τους, που η υποψία στα μάτια τους είναι αρκετά δυνατή και λεπτή γι' αυτό το θέαμα, δημιουργείται η εντύπωση πως κάποιος ήλιος έχει δύσει και πως κάποια αρχαία και βαθιά εμπιστοσύνη έχει μετατραπεί σε αμφιβολία: ο γέρικος κόσμος μας πρέπει να τους φαίνεται κάθε μέρα πιο όμοιος με δειλινό, πιο φιλύποπτος, πιο ξένος, πιο «γέρος».

Γενικά όμως μπορούμε να πούμε: το ίδιο το γεγονός είναι πάρα πολύ μεγάλο, πάρα πολύ μακρινό, πάρα πολύ απομακρυσμένο από την ικανότητα των πολλών να το συλλάβουν, για να μπορούμε να ισχυριστούμε απλώς πως έχει ήδη φτάσει η είδηση αυτού του γεγονότος· κι ακόμη λιγότερο ότι πολλοί γνωρίζουν ήδη τι συνέβη πραγματικά και τι θα γκρεμιστεί, τώρα που υπονομεύτηκε αυτή η πίστη, επειδή είχε χτιστεί πάνω σ αυτή, στηριχτεί σ' αυτή, αναπτυχθεί μέσα σ' αυτή: παραδείγματος χάρη, όλη η ευρωπαϊκή ηθική μας στο σύνολό της.

Αυτή η πληθώρα και η σειρά από καταρρεύσεις, καταστροφές, αφανισμούς και ανατροπές μας απειλεί σήμερα- ωστόσο, ποιος είναι σε θέση να μαντέψει αρκετά απ' αυτό το πράγμα, ώστε να γίνει ο δάσκαλος και ο προάγγελος αυτής της τρομερής λογικής του τρόμου, ο προφήτης ενός σκοτεινιάσματος και μιας έκλειψης ηλίου που όμοιά της ίσως δεν συνέβη μέχρι τώρα στη γη;...

Ακόμη κι εμείς, που είμαστε γεννημένοι για να λύνουμε αινίγματα, εμείς που περιμένουμε πάνω στα βουνά, τοποθετημένοι ανάμεσα στο αύριο και στο σήμερα, τεντωμένοι πάνω στην αντίφαση ανάμεσα στο αύριο και στο σήμερα, εμείς τα πρωτότοκα, τα πρόωρα γεννημένα παιδιά του αιώνα που έρχεται, εμείς που από τώρα πρέπει πράγματι να μπορούμε να διακρίνουμε τις σκιές που σύντομα θα σκεπάσουν την Ευρώπη -πώς είναι δυνατόν να βλέπουμε το σκοτάδι που πλησιάζει χωρίς να νιώθουμε πως μας αφορά και μας και ιδίως χωρίς να ανησυχούμε και να φοβόμαστε για μας;

Ίσως εξακολουθούμε να βρισκόμαστε κάτω από την επίδραση των εγγύτερων συνεπειών αυτού του γεγονότος - κι αυτές οι εγγύτερες συνέπειες, οι συνέπειές του για μας, είναι το αντίθετο εντελώς απ' ό,τι θα μπορούσε κανείς να περιμένει: δεν είναι καθόλου θλιβερές και ζοφερές, αλλά μοιάζουν με ένα καινούργιο και δύσκολο να περιγραφεί είδος φωτός, ευτυχίας, ανακούφισης, ιλαρότητας, ενθάρρυνσης, χαραυγής...

Πράγματι, εμείς οι φιλόσοφοι και «ελεύθερα πνεύματα», νιώθουμε, όταν ακούμε την είδηση ότι «ο παλιός θεός είναι νεκρός», σαν να λάμπει μπροστά μας μια καινούργια χαραυγή· η καρδιά μας ξεχειλίζει από ευγνωμοσύνη, έκπληξη, προαισθήματα, προσδοκία.

Επιτέλους, ο ορίζοντας μας φαίνεται πάλι ανοιχτός, παρόλο που δεν είναι φωτεινός· επιτέλους, μπορούν να σαλπάρουν πάλι τα πλοία μας, να βγουν στ' ανοιχτά για να αντιμετωπίσουν οποιονδήποτε κίνδυνο· επιτρέπεται πάλι κάθε παρακινδυνευμένο εγχείρημα του ανθρώπου της γνώσης· η θάλασσα, η δική μας θάλασσα, είναι ανοιχτή πάλι κι ίσως να μην έχει ξαναγίνει ποτέ τόσο «ανοιχτή θάλασσα».
 
Friedrich Nietzsche, Χαρούμενη επιστήμη

Πώς οι συμπτώσεις της καθημερινότητας μπορούν να μας βοηθήσουν να λύσουμε άλυτα προβλήματα

Η αγγλική γλώσσα ευτύχησε να έχει μια όμορφη λέξη (serendipity) που αποδίδει τη δύναμη των καλότυχων περιστασιακών συμπτώσεων. Έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή της το 1754, σε μια επιστολή του Άγγλου μυθιστοριογράφου Horace Walpole προς τον Horace Mann, και η καταγωγή της είναι από ένα περσικό παραμύθι με τίτλο «Οι τρεις πρίγκιπες της Σερεντίπ», οι πρωταγωνιστές του οποίου «έκαναν συνεχώς νέες ανακαλύψεις κατά τύχη, αλλά και με σύνεση, πράγματα που δεν γύρευαν να βρουν”.

Ο σύγχρονος πεζογράφος John Barth την περιγράφει με ναυτικούς όρους: «Δεν θα φτάσεις ποτέ στη Σερεντίπ καταστρώνοντας ένα ειδικό δρομολόγιο για να την πλησιάσεις. Θα χρειαστεί να ανοιχτείς με καλή πίστη στο πέλαγος έχοντας κάποιον άλλο προορισμό και να χάσει καλότυχα (serendipitously) στην πορεία τον μπούσουλά σου».

Μιλώντας όμως για καλότυχες συμπτώσεις δεν εννοούμε ότι καλωσορίζουμε τα τυχαία συναπαντήματα απλώς και μόνο για το κέφι και την καλή διάθεση που μας χαρίζουν. Οι καλότυχες συμπτώσεις είναι βέβαια ευτυχή τυχερά συμβάντα, αλλά αυτό που τα κάνει ευπρόσδεκτα και ευχάριστα είναι η αίσθηση ότι η καινούρια τυχαία ανακάλυψη που κάναμε έχει μια ιδιαίτερη σημασία για μας.

Συμπληρώνει τη διαίσθηση που είχαμε ή ανοίγει μια πόρτα στην παρακείμενη δυνατότητα που δεν είχαμε προσέξει. Ο γεωλόγος που εξερευνά το Διαδίκτυο, συναντώντας τυχαία μια νησίδα Σερεντίπ – η οποία εν προκειμένω είναι ένα δοκίμιο για τη μεταρρύθμιση του υγειονομικού συστήματος -, θα βρει ενδεχομένως το κείμενο ενδιαφέρον και κατατοπιστικό.

Συμπτωματικά καλότυχο όμως δεν θα είναι παρά μόνο αν τον βοηθά να συμπληρώσει κάποιο παζλ που τον παιδεύει. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οι γεωλόγοι μπορούν να κάνουν συμπτωματικά καλότυχες ανακαλύψεις μελετώντας αποκλειστικά κιτάπια γεωλογίας. Απεναντίας, οι εκ συμπτώσεως καλότυχες ανακαλύψεις συναντώνται συχνά στο πεδίο των ανταλλαγών μεταξύ γνωστικών αντικειμένων.

Ας θυμηθούμε πώς το μυθικό ερπετό του Kekule συνέλαβε επέφερε την επανάσταση στο πεδίο της οργανικής χημείας. Γνήσια καλότυχη σύμπτωση ήταν το ότι το παραδομένο στα όνειρα μυαλό του Kekule συνέλαβε εκείνη ειδικά τη στιγμή την εικόνα του ουροβόρου όφεως. Αν όμως ο Kekule δεν καταπιανόταν με θάρρος εκείνο τον καιρό με τη δομή του βενζόλιου, το σχήμα του φιδιού πιθανότατα δεν θα είχε προκαλέσει χρήσιμους συνειρμούς στο μυαλό του (Όπως θα έλεγε μάλλον και ο Φρόυντ, ένα φίδι που καταπίνει την ουρά του είναι απλώς ένα φίδι που καταπίνει την ουρά του).

Οι ευνοϊκές συμπτώσεις προϋποθέτουν αναπάντεχες συγκρούσεις και ανακαλύψεις, είναι όμως επίσης αναγκαίο να μπορούν κάπου να προσγειωθούν ή να αγκυροβολήσουν. Διαφορετικά οι ιδέες μας είναι σαν τα άτομα του άνθρακα που συγκρούονται τυχαία με άλλα άτομα μέσα στην αρχέγονη σούπα, δίχως να μπορούν να σχηματίσουν αλυσίδες και πλέγματα οργανικής ζωής.

Ένας κόσμος με ωραίους ανθρώπους

Θα ήταν μαγικό το να ζούσαμε ανάμεσα σε ένα κόσμο που δεν θα επικρατούσε κακία, φθόνος, ζήλια, υποκρισία, προδοσία, συμφέρον… Σε ένα κόσμο που θα υπερτερούσαν μόνο τα καλά η αλληλοβοήθεια, η καλοσύνη, η ευγένεια, η ποιότητα, ο σεβασμός, η αληθινή αγάπη... Σε ένα κόσμο ανάμεσα σε ωραίους ανθρώπους.

Κι όμως, να μην παραμυθιαζόμαστε... όλα αυτά έχουν χαθεί...

Λείπει τόσο πολύ το γεγονός να νιώσεις πως αυτοί που σε περιτριγυρίζουν όταν σου χαμογελάνε είναι αληθινοί , όταν σου λένε μια γλυκιά κουβέντα την εννοούν στα αλήθεια, είναι γνήσιοι, χωρίς καν να είσαι επιφυλακτικός και καχύποπτος. Πλέον ζούμε σε ένα κόσμο που όταν προσφερθεί κάποιος να σε βοηθήσει το θεωρείς παράξενο και διερωτάσαι αν όντως αυτό συμβαίνει στα αλήθεια, αν όντως θέλει να το κάνει πραγματικά από ευγένεια ψυχής χωρίς να έχει στο πίσω μέρος του μυαλού του κάποιο συμφέρον ή αντάλλαγμα. Δυστυχώς ζούμε σε ένα κόσμο με ανθρώπους που το μόνο που ξέρουν να κάνουν καλά είναι να ασχολούνται με τις ζωές των άλλων, να κατακρίνουν, να διαδίδουν όλων των ειδών ψέματα για να δυσφημήσουν τον δικό σου χαρακτήρα και που μόνο η κατινιά και το κουτσομπολιό είναι μέρος της ζωής τους..

Έχω κουραστεί να ζω σε αυτό τον κόσμο! Σε ένα κόσμο που δεν φημίζεται πια για τους καλούς του ανθρώπους. Έχω κουραστεί να απογοητεύομαι!

Μου λείπει ένας κόσμος με όμορφους ανθρώπους, όμορφους ΑΛΛΑ στην ψυχή. Έντιμους, να ξέρεις πως ποτέ δεν θα σε προδώσουν, ανθρώπους που είναι αυτό που φαίνονται στα αλήθεια, ότι κι αν σου δείχνουν να είναι αληθινό, να μην σου δίνουν το δικαίωμα να αμφιβάλλεις.. Κι όμως η ανθρωπιά πλέον είναι είδος προς εξαφάνιση..

Είναι μεγάλη η απογοήτευση που σε πλημμυρίζει και ένα μεγάλο παράπονο. Γιατί να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι , γιατί να έχουν αυτή την συμπεριφορά γιατί να είναι έτσι; Τι απέγιναν οι ‘’ωραίοι’’ άνθρωποι; Οι ντόμπροι, που δεν κρύβονται πίσω απ' το δάκτυλο τους, που μισούνε τα ψέματα, που σέβονται. ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ.

Όσες φορές κι αν αναρωτηθείς όσες φορές κι αν ευελπιστείς για το αντίθετο δυστυχώς δεν υπάρχει καμία απάντηση, τίποτα δεν θα αλλάξει, γιατί ο κόσμος πλέον δεν επενδύει στην ψύχη του αλλά στο να είναι αρεστός εξωτερικά, άδικα αναζητάς ένα κόσμο με ωραίους ανθρώπους εσωτερικά.. Αυτός ο κόσμος δεν υπάρχει πια. Γι' αυτό να μην βάζεις το χέρι σου στη φωτιά για κανένα, να μην δένεσαι εύκολα, να μην ανοίγεσαι , τίποτα δεν είναι ότι φαίνεται να προφυλάγεις τον εαυτό σου για να μην πληγώνεσαι.

Γιατί η ομορφιά είναι κάτι που πηγάζει από βαθιά μέσα στον κάθε άνθρωπο, εκεί βρίσκεται η πραγματική ομορφιά στην ψυχή του που δεν γερνάει ποτέ και τίποτα δεν μπορεί να κατορθώσει να την νικήσει, ούτε το εντυπωσιακό πρόσωπο ,ούτε τα ωραία μάτια, ούτε το καλλίγραμμο σώμα, ούτε το ακριβό αυτοκίνητο. ΤΙΠΟΤΑ... τι απέγινε όμως;...

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ ΝΑ ΟΝΕΙΡΕΥΕΣΑΙ ΚΑΛΑ

Να αναβάλλεις τα πάντα. Ποτέ δεν πρέπει να κάνουμε σήμερα ό,τι μπορούμε μια χαρά να αμελήσουμε να κάνουμε κι αύριο.

Δεν είναι καν ανάγκη να κάνουμε οτιδήποτε, ούτε σήμερα ούτε αύριο.

Μη σκέφτεσαι ποτέ αυτό που πρόκειται να κάνεις. Μην το κάνεις.

Να ζεις τη ζωή σου. Όχι να ζει αυτή εσένα.

Μέσα στην αλήθεια και το σφάλμα, μέσα στην απόλαυση και την πλήξη, να είσαι αυτό που πραγματικά είσαι. Ο μόνος τρόπος να τα καταφέρεις είναι να ονειρεύεσαι, γιατί η πραγματική ζωή σου, η ανθρώπινη ζωή σου, είναι αυτή που όχι μόνο δεν ανήκει σε σένα, αλλά ανήκει στους άλλους. Θα αντικαταστήσεις λοιπόν τη ζωή με το όνειρο, και η μόνη σου φροντίδα θα είναι να ονειρεύεσαι στην εντέλεια. Σε καμιά απ’ τις πράξεις της πραγματικής ζωής, απ’ τη γέννηση ως το θάνατο, δεν ενεργείς στ’ αλήθεια εσύ: ενεργούν άλλοι πάνω σου. Δεν ζεις· απλώς σε ζουν.

Γίνε στα μάτια των άλλων μια αλλόκοτη σφίγγα. Κλείσου, χωρίς όμως να βροντήξεις την πόρτα πίσω σου, μέσα στον φιλντισένιο πύργο σου. Κι αυτός ο φιλντισένιος πύργος είσαι εσύ ο ίδιος.

Κι αν έρθουν και σου πουν πως όλα αυτά είναι ψεύτικα και παράλογα, μην πιστέψεις τίποτα. Αλλά μην πιστέψεις ούτε αυτά που σου λέω, γιατί δεν πρέπει να πιστεύουμε σε τίποτα.

Να περιφρονείς τα πάντα, αλλά με τέτοιον τρόπο που αυτή η περιφρόνηση να μη σ’ ενοχλεί. Μην πιστέψεις ότι η περιφρόνησή σου σε καθιστά ανώτερο. Όλη η τέχνη της ευγενούς περιφρόνησης βρίσκεται εκεί.

Ο χωρισμός είναι ακρωτηριασμός

Ο χωρισμός είναι ακρωτηριασμός.

Πονάει αφόρητα. Συνθλίβει τον άνθρωπο.

Όπως λένε οι ειδικοί, «Το μέγεθος του ψυχολογικού πόνου είναι μεγαλύτερο μόνο σε πραγματικά φρικιαστικά γεγονότα, όπως η απώλεια ενός παιδιού».

Τι φταίει στη διάρρηξη μιας σχέσης;

Στην ουσία τίποτα, αν δεν υπάρχει κάποιο εμφανές ατόπημα, αλκοολισμός, ναρκωτικά, τζόγος, βία, απιστία. Απλώς δεν γεφυρώθηκε το χάσμα των δύο φύλων. Αυτό το χάσμα είναι η εγγενής κατάρα, αρρώστια, αδυναμία του ανθρώπινου είδους.

Οι εκατέρωθεν κατηγορίες δεν αρκούν· «δεν είναι πια αυτός πού ήταν», «δεν τρέχει μέλι πια από τα μάτια της». Πίσω από κάθε χωρισμό υπάρχει σταθερά το ίδιο ρητό ή άρρητο απλό μοτίβο «γιατί δεν είσαι αυτό που θα ‘θελα να είσαι».

Όταν η ερωτική πανδαισία τελειώσει, μπορούμε να χτυπιόμαστε˙ βροχή τα παράπονα και οι κατάρες, «μαύρη η ώρα πού σε γνώρισα», «τι ήθελα κι έμπλεκα μαζί σου».

Εκείνη η μέρα και η ώρα ήταν η ευτυχέστερη στη ζωή σου· είχες μεγάλη και πολύ βαθιά ανάγκη αυτό το πρόσωπο, ευχόσουν ολόψυχα να συμβεί.

Τα ήμουν μικρός, ήμουν μικρή, δεν περνάνε.

Αυτό ακριβώς ήθελες.

Δεν ισχύει το «μου έφαγες τα καλύτερά μου χρόνια».

Αυτά τα χρόνια ήταν όντως τα καλύτερα γιατί ήσασταν μαζί. Το πάθος, οι αγωνίες, τα καρδιοχτύπια, ο πόνος που βιώσατε είναι εντελώς σύμφυτα με την ανθρώπινη ύπαρξη˙ αυτό που ζήσατε σας πλούτισε τη ζωή ανυπολόγιστα.

Ο πόνος εξανθρωπίζει. Μας φέρνει σε επαφή με τον εσώτερο εαυτό μας. Ανακαλύπτουμε πτυχές μας που δεν γνωρίζαμε. Δεν θα υποφέρουμε μόνο για τα οικονομικά, τη δουλειά ή τα κιλά μας. Ελέγχουμε με αξιοπρέπεια τον πόνο μας, με την επίγνωση ότι μόνο όσοι δεν έζησαν δεν έχουν πονέσει.

Ο χωρισμός είναι πιο επώδυνος για τον άντρα.

Είναι αρκετά πιθανόν έναν άντρα που πρόδωσε και εγκατέλειψε η γυναίκα του, να τον προδώσει και η καρδία του˙ αυτό το συχνό φαινόμενο οι επιστήμονες το αποκαλούν «Σύνδρομο Ραγισμένης Καρδιάς». Κι αν δεν συμβεί αυτό, τα ποσοστά αυτοκτονίας των αντρών που βίωσαν την απόρριψη είναι τετραπλάσια από των γυναικών.

Ο χωρισμός δεν είναι καταστροφή. Αφορά μια μικρή περίοδο της ζωής μας, κάποια χρόνια που βραχυκυκλώσαμε, ξεμυαλιστήκαμε, είδαμε οράματα. Δεν αφορά ολόκληρη τη ζωή μας.

Όπως χάθηκε η χαρά, θα χαθεί κι ο πόνος. Νέος έρωτας θα μας προκύψει, είναι βέβαιο.

Μας διασώζει η φύση μας. Είμαστε φτιαγμένοι να ερωτευόμαστε, οι επιθυμίες μας δεν τελειώνουν˙ κι όπως λέει ένα ποίημα «Επιθυμούμε με τον ίδιο τρόπο που ένας σκύλος δηλητηριασμένος δυο φορές αντικρίζει ένα τρίτο κομμάτι κρέας».

Arthur Schopenhauer: Τα πραγματικά μεγάλα πνεύματα -όπως οι αετοί- φωλιάζουν ψηλά στους αιθέρες

Είναι αξιοθαύμαστο το πόσο εύκολα και γρήγορα φανερώνεται στην συνομιλία η ομοιότητα ή η διαφορετικότητα του πνεύματος και του θυμικού των ανθρώπων: γίνεται αισθητή σε κάθε λεπτομέρεια. Όταν συνομιλούν δύο άνθρωποι πού διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους, τότε η κάθε μία φράση του ενός, οσοδήποτε ξένο ή αδιάφορο και αν είναι γι’ αυτούς το θέμα στο οποίο αφορά ο διάλογός τους, θα προκαλεί μικρότερη ή μεγαλύτερη απαρέσκεια στον άλλον, μερικές μάλιστα φράσεις θα τον εξοργίζουν. Παρεμφερείς άνθρωποι, αντίθετα, διαισθάνονται αμέσως και παντού μία κάποια συμφωνία, η οποία, σε περίπτωση μεγάλης ομοιότητας, καταλήγει σύντομα σε τέλεια αρμονία, μάλιστα σε απόλυτη ομοφωνία.

Από τούτα εξηγείται, πρώτον, γιατί οι εντελώς συνηθισμένοι είναι τόσο κοινωνικοί και βρίσκουν παντού τόσο εύκολα πολύ καλή συντροφιά, ανθρώπους καλούς, συμπαθητικούς και γενναιόψυχους. Για τους ασυνήθιστους, ισχύει το αντίθετο, και μάλιστα τόσο περισσότερο όσο πιο έκτακτοι είναι, ούτως ώστε κάποτε, μέσα στην απομόνωσή τους, να νιώθουν μεγάλη χαρά, όταν διακρίνουν σ’ έναν άλλον μία κάποια ίνα, οσοδήποτετε μικροσκοπική, που να είναι της αυτής φύσεως με τη δική τους˙ διότι, βέβαια, ο καθένας δεν μπορεί να είναι για τον άλλον παρά ό,τι κι εκείνος για τον ίδιο. Τα πραγματικά μεγάλα πνεύματα -όπως οι αετοί- φωλιάζουν ψηλά στους αιθέρες, μοναχικά.

Από τα ανωτέρω, γίνεται κατανοητό, δεύτερον, πως οι ομόφρονες άνθρωποι καταφέρνουν να σμίγουν τόσο γρήγορα, σαν να ασκούν εκατέρωθεν μαγνητική έλξη – verwandte Seelen grüßen sich von ferne [συγγενείς ψυχές αλληλοχαιρετώνται από μακριά]. Συχνότερα, ωστόσο έχει κανείς την ευκαιρία να παρατηρήσει το φαινόμενο αυτό σε ανθρώπους χαμηλού ποιού ή χωρίς χαρίσματα˙ ο λόγος, ωστόσο, δεν είναι παρά το γεγονός ότι  από τούς τελευταίους αυτούς υπάρχουν στρατιές ολόκληρες, ενώ οι ανώτερου ποιού κι εξαίρετοι είναι και ονομάζονται σπάνιοι.

Arthur Schopenhauer, Εγχειρίδιο πρακτικής σοφίας