Σάββατο 22 Ιουνίου 2019

Εντοπίστηκαν δύο πλανήτες σαν τη Γη γύρω από ένα κοντινό άστρο

Φαίνεται πως υπάρχουν πολλοί περισσότεροι πλανήτες κοντά στη Γη, οι οποίοι θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν ζωή από ότι αρχικά φανταζόμασταν. Μια ομάδα επιστημόνων ανακάλυψε δύο πλανήτες οι οποίοι βρίσκονται στην κατάλληλη απόσταση από τα δικά τους γονικά άστρα, στη «Ζώνη της Ζωής (ή τη ζώνη της Χρυσομαλλούσας – Goldlocks Zone)» όπως αποκαλείται,  ώστε να μπορεί να διατηρηθεί στην επιφάνειά τους νερό σε υγρή μορφή χωρίς να εξατμιστεί ή να παγώσει. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως σε εκείνα τα αστέρια θα μπορούσε -υπό προϋποθέσεις- να αναπτυχθεί ζωή.
 
Οι δύο πλανήτες περιστρέφονται γύρω από έναν ήλιο, γνωστό ως «αστέρι του Teegarden», ο οποίος απέχει μόλις 12,5 έτη φωτός από τη Γη (ένα έτος φωτός είναι 10 τρισεκατομμύρια χιλιόμετρα). Οι ειδικοί βρίσκουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στη Γη και τους δύο συγκεκριμένους πλανήτες.
 
Η συγκεκριμένη ανακάλυψη έγινε στα πλαίσια του προγράμματος CARMENES, όπου βρέθηκε πως οι δύο πλανήτες γυρίζουν με πολύ μεγάλη ταχύτητα γύρω από τον δικό τους ήλιο (πραγματοποιούν έναν ολοκληρωμένο κύκλο σε 5 και 11 μέρες αντίστοιχα). Στο δικό μας ηλιακό σύστημα, ακόμα και ο Ερμής χρειάζεται 88 ημέρες για να πραγματοποιήσει μια πλήρη περιστροφή γύρω από τον Ήλιο.
 
Το άστρο Teegarden είναι ένας νάνος Μ – ένας τύπος αστέρα που παράγει λιγότερο φως και ενέργεια από τον δικό μας ήλιο. Οποιοσδήποτε δυνητικά κατοικήσιμος κόσμος θα ήταν πιο κοντά σε αυτό το αστέρι από ό, τι είναι η Γη είναι στον ήλιο, αλλιώς το νερό θα παγώσει. Έτσι, οι κίνηση τους θα ήταν ταχύτερη.
 
Μάλιστα, οι ειδικοί αναφέρουν πως είναι πιθανό ακόμα περισσότεροι πλανήτες από το ηλιακό σύστημα του ήλιου Teegarden να διατηρούν τις κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη ζωής, καθώς πολλά από τα άστρα που υπάρχουν εκεί έχουν δύο ή και περισσότερους δορυφόρους.
 
«Οι δύο πλανήτες μοιάζουν με τους εσωτερικούς πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος», δήλωσε ο επικεφαλής της δημοσίευσης Mathias Zechmeister, ερευνητής στο Ινστιτούτο Αστροφυσικής του Πανεπιστημίου του Göttingen στη Γερμανία . «Είναι μόνο ελαφρώς βαρύτεροι από τη Γη και βρίσκονται στη λεγόμενη κατοικήσιμη ζώνη, όπου το νερό μπορεί να είναι σε υγρή μορφή».

Κατανοώντας τη βαρύτητα: Η αναζήτηση για επιπλέον διαστάσεις σε νανοκλίμακα

Το σύμπαν μας έχει τρεις χωρικές διαστάσεις – ή μάλλον, τρεις που οι ανθρώπινες αισθήσεις μας μπορούν να αντιληφθούν ενεργά. Μερικές θεωρίες υποδεικνύουν ότι θα μπορούσαν να υπάρχουν πολλές ακόμα διαστάσεις που δεν γνωρίζουμε, κυρίως επειδή είναι ανεπαίσθητα μικροσκοπικές. Τώρα, Ιάπωνες ερευνητές έκαναν αναζήτηση για επιπλέον διαστάσεις κάτω από τη νανοκλίμακα, χρησιμοποιώντας μια δέσμη νετρονίων για να μελετήσουν την βαρυτική δύναμη με τη μεγαλύτερη ακρίβεια που έγινε ποτέ.

Αρχή της πειραματικής δοκιμής του νόμου του αντιστρόφου τετραγώνου της βαρύτητας σε κλίμακα νανομέτρων μέσω της σκέδασης των νετρονίων. Η απόκλιση από το νόμο του αντιστρόφου του τετραγώνου θα παρατηρηθεί σαν την τροποποίηση στη γωνιακή κατανομή των σκεδασμένων νετρονίων.
 
Σύμφωνα με το Καθιερωμένο Μοντέλο της Φυσικής των σωματιδίων, ο κόσμος κυβερνάται από τέσσερις θεμελιώδεις δυνάμεις: τη βαρύτητα, τον ηλεκτρομαγνητισμό, την ασθενή και την ισχυρή πυρηνική δύναμη. Παρόλο που τα πράγματα είναι λίγο «τρομακτικά» κάτω από το κβαντικό επίπεδο, η επιστήμη έχει καταφέρει γενικά να περιγράψει όλες αυτές τις δυνάμεις τόσο σε μακροσκοπικές όσο και σε κβαντικές κλίμακες – εκτός από τη βαρύτητα.
 
Ο νόμος της παγκόσμιας βαρύτητας του Νεύτωνα λέει ότι η βαρυτική δύναμη μεταξύ δύο αντικειμένων γίνεται ισχυρότερη, καθώς η μάζα τους μεγαλώνει και πιο ασθενής όσο πιο μακριά βρίσκονται αυτά τα αντικείμενα. Αλλά είναι πραγματικά έτσι μόνο μέχρι την κλίμακα υπο-χιλιοστού (submillimeter), η οποία είναι ακόμα για αυτό το νόμο «μακρο». Σύμφωνα με ορισμένες θεωρίες της κβαντικής βαρύτητας, σε μικρότερα επίπεδα ο νόμος μπορεί να καταρρεύσει.
 
Η βαρύτητα είναι η ασθενέστερη από τις θεμελιώδεις δυνάμεις και έχει προταθεί ότι αυτό συμβαίνει επειδή μερικά γκραβιτόνια – τα υποθετικά σωματίδια που μεταφέρουν τη βαρυτική δύναμη – τείνουν να διαφεύγουν στις υποθετικές πρόσθετες διαστάσεις. Ενώ δεν είμαστε σίγουροι ότι υπάρχουν περισσότερες από τις τρεις χωρικές διαστάσεις που συνηθίζαμε, η θεωρία M (ένας από τους σημερινούς κορυφαίους υποψήφιους για μια θεωρία των πάντων ) λαμβάνει χώρα σε 11 διαστάσεις.
 
Αν είναι δύσκολο να καταλάβουμε πού κρύβονται αυτές οι άλλες διαστάσεις, ο καθηγητής Matt Strassler χρησιμοποιεί την εξαιρετική αναλογία των αγγείων σε ένα κανάλι. Ένα υποβρύχιο θα μπορούσε να κινηθεί μέσα από το κανάλι σε τρεις διαστάσεις, αλλά μια μικρή βάρκα στην επιφάνεια περιορίζεται σε δύο – δεν μπορεί να κινηθεί πάνω-κάτω. Εν τω μεταξύ ένα μεγάλο πλοίο θα βιώσει το κανάλι ως μονοδιάστατο, αφού μπορεί μόνο να κινηθεί προς τα εμπρός ή προς τα πίσω. Σε αυτή την αναλογία, εμείς οι άνθρωποι είμαστε αυτό το πλοίο – είμαστε απλά πάρα πολύ μεγάλοι για να ταξιδέψουμε ή να παρατηρήσουμε αυτές τις άλλες διαστάσεις.
 
Έτσι, για να μελετήσουν εάν αυτές οι επιπλέον διαστάσεις κρύβονται σε εξαιρετικά μικροσκοπικούς χώρους, οι ερευνητές από τα πανεπιστήμια της Οζάκα, του Πανεπιστημίου Kyushu και της Nagoya έθεσαν ως στόχο τη δοκιμή της βαρύτητας στην κλίμακα των νανο-μέτρων. Για να την εκτελέσουν, χρησιμοποίησαν μια δέσμη νετρονίων με την υψηλότερη ένταση στον κόσμο, η οποία στεγάζεται στο ερευνητικό συγκρότημα Ιαπωνικών Πρωτοποριακών Επιταχυντών (J-PARC).
 
Τα πειράματα αφορούσαν τη φωτογράφηση των παλμών των νετρονίων σε ένα θάλαμο γεμάτο με αέριο ξένον ή ήλιο και την παρατήρηση του χρόνου που χρειάζονταν τα νετρόνια για να κινηθούν μέσα στο θάλαμο, καθώς και των γωνιών σκέδασης τους. Επειδή τα νετρόνια δεν έχουν φορτίο, δεν επηρεάζονται από το ηλεκτρομαγνητικό υπόβαθρο που μπορεί να παρεμβαίνει σε παρόμοια πειράματα.
 
Η ομάδα διαπίστωσε ότι τα αποτελέσματα αντιστοιχούσαν σε προβλέψεις με βάση τους γνωστούς νόμους της φυσικής, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο νόμος του Νεύτωνα εξακολουθεί να ισχύει όπως αναμενόταν σε μια κλίμακα μικρότερη από 0,1 νανόμετρα. Δεν υπάρχει ανεξήγητη δύναμη – δηλαδή, άλλη διάσταση – που να ενεργεί σε αυτά τα σωματίδια σε αυτή την κλίμακα.
 
Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτές οι επιπλέον διαστάσεις δεν είναι εκεί, απλά ότι μπορεί να κρύβονται ακόμη και σε ακόμα μικρότερες κλίμακες. Οι ερευνητές εργάζονται επί του παρόντος για να βελτιώσουν περαιτέρω την ευαισθησία του εξοπλισμού, κάτι που μπορεί να τους βοηθήσει να δοκιμάσουν αυτούς τους μικροσκοπικούς χώρους.

«Καθώς θα βελτιώνονται οι επιδόσεις των ισχυρότερων δεσμών σωματιδίων στον κόσμο, θα είμαστε σε θέση να ενισχύσουμε σημαντικά τη γνώση και την κατανόησή μας βήμα βήμα,» λέει ο Tamaki Yoshioka, συγγραφέας της μελέτης. «Τέτοιες επαναληπτικές βελτιώσεις μπορούν να είναι πολύ αποκαλυπτικές. Στην περίπτωση των βαρυτικών αλληλεπιδράσεων έχουμε κάνει σημαντικά βήματα προς την κατανόηση των διαστάσεων του χώρου γύρω μας.»
 
Ελπίζεται ότι η μελέτη, μαζί με τις μελλοντικές εργασίες για τη βελτίωση της ευαισθησίας ακόμη περισσότερο, θα βοηθήσει να διαφωτιστεί εάν ο χώρος στον οποίο ζούμε περιορίζεται σε τρεις διαστάσεις.

Η «σιωπή του θεού»

Η «σιωπή του θεού» και η προπαγάνδα της πίστης
 
Ο θεός σιωπά.
 
Η «σιωπή του θεού» είναι το βασικό μοτίβο όλης της υπαρξιακής φιλοσοφίας – αλλά και θεολογίας – του περασμένου αιώνα. Ο θεός σώπασε στο Άουσβιτς και στην Ρουάντα, στην Καμπότζη και την Σερμπρένιτσα. Άφησε να εκτυλιχτούν απύθμενες βαρβαρότητες, χωρίς ποτέ να μας δώσει ούτε «ένα σημείον».
 
Ο θεός σωπαίνει όχι μόνο στις μεγάλες δημόσιες τραγωδίες αλλά και στις μικρές ιδιωτικές. Η μάνα που σπαράζει για τον χαμό του παιδιού της δεν παίρνει απάντηση.
 
Ο θεός σωπαίνει – είτε λέγεται θεός, είτε Αλλάχ, είτε Ιεχωβά, είτε αποκαλείται με άλλο όνομα από τα πολλά που του δίνουν οι άνθρωποι. Βλέπει το κακό να συμβαίνει και όχι μόνο δεν το σταματάει (αυτός ο παντοδύναμος) αλλά ούτε καν αντιδρά είτε για να το δικαιολογήσει είτε για να εκφράζει την συμπαράστασή του. Κι όμως στην χριστιανική θρησκεία τα κύρια επίθετα του θεού της, είναι πανάγαθος, ελεήμων και φιλάνθρωπος και στην μουσουλμανική «Αλ Ραχμάν» (ο οικτίρμων) και Αλ Ραχίμ (ο συμπονετικός).
 
Αντίθετα με τον θεό που σιωπά, οι προπαγανδιστές και απολογητές του υπήρξαν ανέκαθεν λαλίστατοι. Ιδρυτές θρησκειών, απόστολοι, προφήτες, ιερείς και αρχιερείς, μοναχοί και θεολόγοι, μας έχουν φιλοδωρήσει με χιλιάδες – ίσως και εκατομμύρια σελίδες κειμένων.
 
Κοινό στοιχείο όλων αυτών των λόγων είναι η προσπάθεια «να δικαιολογήσουν τους τρόπους του θεού τους, στους ανθρώπους» για να χρησιμοποιήσω τον περίφημο στίχο του Μίλτωνα: «to justify the ways of God to Men».
 
Ισχυρίζονται μερικοί ότι η τέχνη (και τεχνική) της προπαγάνδας, δημιουργήθηκε και άκμασε στον εικοστό αιώνα. Ξεχνώντας ότι η καταγωγή της λέξης είναι από τα εκκλησιαστικά λατινικά, και ότι επιτροπή «για την προπαγάνδα (διάδοση) της πίστης» (de propaganda fide) υπήρχε στην καθολική εκκλησία εδώ και πολλούς αιώνες.
 
Πραγματικά οι πρώτοι, πιο συστηματικοί – αλλά και πιο αποτελεσματικοί – προπαγανδιστές ήταν, από καταβολής κόσμου, οι ιδρυτές, ιερείς και απολογητές των θρησκειών. Η δουλειά τους ήταν δυσχερής και πολυσύνθετη. Απαιτούσε ευρηματικότητα, ευστροφία σχεδόν σοφιστική, φαντασία και ατέλειωτη πειθώ. Διότι είναι πολύ πιο εύκολο να διαδόσεις και να εξαπλώσεις μία ιδεολογία – παρά μία, αρκετά περίπλοκη, και σε πολλά σημεία απάνθρωπα σκληρή, θρησκευτική πίστη.
 
Είναι πιο απλό να προβάλλεις μία ευνοϊκή εικόνα για έναν ηγεμόνα ή πολιτικό αρχηγό – παρά να πείσεις δισεκατομμύρια ανθρώπους για την ύπαρξη ενός αόρατου (αλλά παντοδύναμου και πανάγαθου) πατέρα. Είναι πολύ πιο ευχερές να δικαιολογήσεις ή να συγκαλύψεις τις ατέλειες και τα εγκλήματα μίας διακυβέρνησης (ακόμα κι αν είναι του Χίτλερ ή του Στάλιν, του Λεοπόλδου ή των Αγγλοσαξονικών ερπετών) παρά να καταφέρεις το γένος των ανθρώπων να ξεχάσει τον πόνο, την αρρώστια, την φθορά, τον θάνατο και όλα τα βάσανα που περιέχει η ύπαρξή του – και επιπλέον να δοξολογεί κάποιον αόρατο ύψιστο επειδή «τα πάντα εν σοφία εποίησεν».
 
Τα πάντα εν σοφία… αλλά ποια σοφία;
 
Και ΤΙΝΟΣ ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ;
 
Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί πως πρόκειται για την ατέρμονη σοφία κάποιου-όποιου θεού. Μόνο μέσα από αυτή, την επουράνια οπτική γωνία, φαίνονται στον κόσμο όλα τέλεια. Αυτή όμως δεν την διαθέτει κανένας άνθρωπος – ούτε φυσικά κι εσύ. Έτσι θα αναλύσω αυτή την πρόταση (και τα παρεπόμενά της) με βάση την μόνη σοφία που μου βρίσκεται πρόχειρη, την ανθρώπινη.
 
Ας ξεκαθαρίσω από την αρχή, πως το κείμενο αυτό δεν πραγματεύεται το πρόβλημα της ύπαρξης του θεού. Όπως έδειξε ο Καντ, (και πολλοί μετά από αυτόν) δεν υφίσταται λογική δυνατότητα για απόδειξη. Έτσι που έχει διαμορφωθεί η έννοια του θεού, από την προπαγάνδα του Βατικανού και των συν αυτώ, βρίσκεται έξω από κάθε είδους λογική απόδειξη ή διάψευση. Και όπως τόσο σωστά είπε ο Πρωταγόρας: «Περί μεν θεών ουκ έχω ειδέναι, ουθ’ ως εισίν, ουθ’ ως ουκ εισίν ουθ οποίοι τίνες ιδέαν• πολλά γαρ τα κωλύοντα ειδέναι η τ’ αδηλότης και βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου».
 
Άλλωστε η ύπαρξη – η μη – του θεού, δεν επηρεάζει καθόλου την ανάλυση αυτή. Εξετάζω την θρησκεία ως ανθρώπινο δημιούργημα, ως ένα στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Θέμα μου είναι δεν είναι ο θεός, αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι προσλαμβάνουν τον θεό και η σχέση τους με αυτόν – όπως διαμορφώθηκε από τους ιδιοφυείς προπαγανδιστές και απολογητές όλων των θρησκειών. Φυσικό είναι βέβαια τα περισσότερα παραδείγματά μου να προέρχονται από τον χώρο της χριστιανικής θρησκείας, απλά και μόνο επειδή μας είναι πιο οικεία.
 
Ο θεός σιωπά.
 
Ο Albert Camus το είπε με άλλα λόγια: «Ο άνθρωπος ρωτάει, ο κόσμος δεν απαντάει». Από την δυσαρμονία αυτή, εκλύεται το absurde – που εμείς, λανθασμένα, μεταφράζουμε με την λέξη παράλογο. Δεν πρόκειται τόσο για την έλλειψη λογικής όσο για την έλλειψη νοήματος. Η κοσμική σιωπή στερεί τον κόσμο από νόημα.
 
Τόσους αιώνες οι άνθρωποι προσπαθούσαν μέσα από τη θρησκεία να δώσουν νόημα στην ζωή τους και στον κόσμο τους. Ώσπου, πριν εκατόν είκοσι χρόνια ο Ζαρατούστρας του Nietzsche αφού μίλησε με έναν ασκητή, αναρωτήθηκε: «Είναι δυνατόν! Αυτός ο γέροντας άγιος στο δάσος του, δεν άκουσε ακόμα τίποτα για το ότι ο θεός είναι νεκρός!».
 
Φυσικά δεν είχε πεθάνει ο θεός (γιατί ένας θεός εξ ορισμού δεν πεθαίνει – μπορεί να μην υπάρχει, αλλά δεν μπορεί να πεθάνει). Είχε πεθάνει το νόημα που έδινε στον κόσμο η πίστη στο θεό. Αυτό βέβαια δεν είναι κάτι που θα το δέχονταν οι απανταχού εκπρόσωποι, απολογητές και προπαγανδιστές του.
 
Τελευταία συνάντησα δύο εντυπωσιακές εκδηλώσεις της ευρηματικότητας τους. Διαπρεπής Γάλλος θεολόγος, ο καθηγητής Bernard Sesboüé, σε μελέτη του για την σιωπή του θεού, αφού αναλύσει διεξοδικά όλες της περιπτώσεις όπου ο θεός παρέμεινε απών, καταλήγει στο εξής: είναι πλάνη να θεωρούμε ότι ο θεός σιωπά – διότι ο θεός μίλησε, άπαξ και δια παντός, όταν έστειλε το γιο του να σταυρωθεί και να υποφέρει για μας. Μέσα από την σταύρωση συμμετέχει στα πάθη μας – και άρα είναι παρών. (sic)
 
Δεν ξέρω αν, το γεγονός ότι πριν δύο χιλιάδες χρόνια σταυρώθηκε κάποιος και που μετά όμως αναστήθηκε -όπως λέει η χριστιανική προπαγάνδα- κάνει κατανοητό και υποφερτό το σημερινό συλλογικό ή και ατομικό μαρτύριο των ανθρώπων. Δεν γνωρίζω πόσο το δικαιολογεί. Τα υπόλοιπα ποιητικά που αναφέρει ο καθηγητής Sesboüé ότι, π. χ. η σιωπή του θεού βοηθάει τους ανθρώπους να τον νιώσουν μέσα στην δική τους σιωπή …και λοιπές γραφικότητες, δεν τα σχολιάζω γιατί δεν τα θεωρώ σοβαρά.
 
Ούτε το δεύτερό μου πρόσφατο παράδειγμα προπαγάνδας με βοηθάει να κατανοήσω την λογική της. Γνωστός έλληνας κληρικός, με υψηλή εξω-θεολογική πανεπιστημιακή παιδεία, μίλησε πριν από καιρό σε καρκινοπαθή παιδιά και τους γονείς τους. Θέμα: «θεέ μου, γιατί σε μένα;». Φυσικά η ομιλία δεν απαντούσε στο ερώτημα, ίσα-ίσα που κατέληγε στην αδυναμία όλων μας να κατανοήσουμε τους τρόπους του θεού. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο ιερωμένος είχε την δύναμη να αντιμετωπίσει το ερώτημα, θαυμάστηκε από πολλούς ως ένδειξη θάρρους και φωτισμένης σκέψης.
 
Θα με συγχωρήσετε, αλλά εμένα δεν μου φαίνεται ένδειξη τόσο θάρρους όσο θράσους κι αλαζονίας. Μπορεί να μοιάζει με εκδήλωση συμπαράστασης, αλλά μπορείτε να το δείτε και αλλιώς: εκπρόσωπος ενός παντοδύναμου μιλάει στα καταδικασμένα σε μαρτύριο και πρόωρο θάνατο παιδιά – όπως ένας εκπρόσωπος των Ναζί θα μιλούσε στους έγκλειστους του Άουσβιτς, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την εξόντωσή τους. lol
 
Η θεοδικία (δικαιολόγηση του θεού) είναι βασικός κλάδος της θεολογίας.
 
Πρόκειται για μία από τις πρώτες και πιο σύνθετες νοητικές ασκήσεις που συνέλαβε ο άνθρωπος. Κάθε θεοδικία απαιτεί απέραντη στρεψοδικία. Για να καλύψεις π. χ. τον καθημερινό θάνατο χιλιάδων αθώων παιδιών, πρέπει να εφεύρεις μέλλουσα ζωή, δεύτερη παρουσία, το επιχείρημα της «δοκιμασίας», το προπατορικό αμάρτημα, για να οδηγηθείς, κάποτε στο τέλος, στην παράθεση δύο εντελώς αντιφατικών φράσεων: «Τα πάντα εν σοφία εποίησεν» και «Ανεξερεύνητοι αι βουλαί του υψίστου» και κάμποσες αναλόγου κάλλους μαλακίες.
 
Ότι «σοφία» ενυπάρχει μέσα στην οργάνωση και την δομή των όντων, από το απλό λουλούδι μέχρι τον περίπλοκο ανθρώπινο εγκέφαλο, είναι αναμφισβήτητο. Δεν γνωρίζουμε αν είναι η συνειδητή σοφία ενός δημιουργού, σχεδιαστή (οι τέκτονες τον ονομάζουν μέγα αρχιτέκτονα του σύμπαντος) ή η αυτόματη (με την μέθοδο της δοκιμής και του λάθους) εξελικτική μηχανική ευφυΐα των δαρβινιστών. Σίγουρα όμως αυτή η σοφία δεν φαίνεται να είναι διαποτισμένη με παναγαθότητα.
 
Τίποτα μέσα στην Φύση δεν δείχνει καλοσύνη ή ηθική βούληση.
 
Αντίθετα κυριαρχεί ο πόλεμος πάντων εναντίον πάντων.
 
Η ύπαρξη του πόνου και του κακού στον κόσμο δεν συμβιβάζεται με την παρουσία ενός πανάγαθου και παντοδύναμου θεού. Η αρχαία διάζευξη (αν δεν μπορεί να εκριζώσει το κακό δεν είναι παντοδύναμος – αν δεν το θέλει, δεν είναι πανάγαθος) ισχύει πάντα. Οι διάφορες (εκατοντάδες) προσπάθειες των απολογητών δεν λύνουν το πρόβλημα. Οι αφελείς θεωρίες ότι ο θεός έδωσε στον άνθρωπο την ελευθερία να πράττει και άρα δεν είναι υπεύθυνος γι αυτόν (είμαι άραγε ελεύθερος να μην πονώ και να μην πεθάνω;) ή ότι άφησε το κακό στον κόσμο για να μας δοκιμάσει (τι – και τα βρέφη; Θεός βασανιστής;) δεν πείθουν κανέναν, παρά μόνον όσους παραιτούνται από την λογική. Η τελευταία καταφυγή: το Credo quia absurdum (πιστεύω διότι είναι παράλογο) του Τερτουλιανού. Αλλά, αν ανοίξω την πόρτα στο παράλογο, κανείς δεν θα με εμποδίσει να πιστεύω και στον Εκατόγχειρα και στον Άργος τον Πανόπτη.
 
Στην ελληνική μυθολογία οι Εκατόγχειρες ήταν τέρατα, παιδιά του Ουρανού και της Γαίας. Οι Εκατόγχειρες ήταν τρεις: ο Βριάρεως ή Αιγαίων, ο Κόττος και ο Γύγης. Το όνομά τους οφείλεται στο ότι είχαν εκατό χέρια ο καθένας. Επιπλέον, ο κάθε Εκατόγχειρας είχε 50 κεφάλια και ήταν γιγαντόσωμος. Η δύναμή τους ήταν υπερφυσική. Μόλις γεννήθηκαν οι Εκατόγχειρες, ο πατέρας τους τους έκλεισε στα βάθη της γης. Από εκεί τους ελευθέρωσε ο Δίας για να τον βοηθήσουν κατά την Τιτανομαχία. Αφού οι Τιτάνες νικήθηκαν, ο Δίας τους έκλεισε στα Τάρταρα και έβαλε τους Εκατόγχειρες να τους φυλάγουν. Τα τεράστια αυτά όντα με τη μεγάλη δύναμη ήταν προσωποποιήσεις των βίαιων φυσικών φαινομένων.
 
Ο Άργος ο Πανόπτης στην αρχαία ελληνική μυθιστορία, ήταν τερατόμορφος γίγαντας, απόγονος (όχι όμως ο γιος) του ομώνυμου ιδρυτή του Άργους, γιος του Ινάχου ή του Αγήνορα ή του Αρέστορα και της κόρης του Ασωπού ή του Ινάχου Ισμήνης. Θρυλικός φρουρός της ερωμένης του Δία Ιούς, την οποία ο Δίας είχε μεταμορφώσει σε αγελάδα για να αποφύγει τις σκηνές ζηλοτυπίας της Ήρας (κατ’ άλλους η μεταμόρφωση έγινε από τη ζηλιάρα Ήρα), ο Άργος αυτός ανήκει στα ισχυρότερα και φοβερότερα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας: ήταν γνωστός ως πανόπτης ή μυριωπός γιατί είχε εκατό μάτια διάσπαρτα σε όλο του το σώμα. Μόνο μερικά από τα μάτια «κοιμούνταν» σε κάθε στιγμή, ενώ πάντα υπήρχαν κάποια που έμεναν ανοικτά. Σε αγγειογραφίες εμφανίζεται ως διπρόσωπος και με σώμα γεμάτο από μάτια.
 
Ο Άργος ήταν υπηρέτης της Ήρας και φρουρούσε την Ιώ μετά από εντολή της. Η μεγαλύτερη υπηρεσία του στους Ολύμπιους Θεούς ήταν η σφαγή του χθόνιου ερπετόμορφου τέρατος, της Έχιδνας, καθώς αυτή κοιμόταν στη σπηλιά της. Τον Άργο σκότωσε, εκτελώντας διαταγή του Δία, ο Θεός Ερμής με πέτρα ή ξίφος ή δηλητήριο, αφού πρώτα, μεταμφιεσμένος σε βοσκό, τον αποκοίμισε με τη μουσική του. Η Ήρα, για να τιμήσει τον άγρυπνο φύλακα, διατήρησε για πάντα τα εκατό του μάτια στην ουρά των παγωνιών, των ιερών της πουλιών. Ο θάνατος του Άργου ελευθέρωσε την Ιώ, που άρχισε να τρέχει σε όλη τη γη κεντριζόμενη από τον Οίστρο, αλογόμυγα που της έστειλε η Ήρα.
 
Κι όμως, αυτό που δεν λύνεται λογικά και δεν αντέχεται βιωματικά, συσκοτίζεται και μεταμορφώνεται προπαγανδιστικά. Μπροστά στην δεξιοτεχνία των απολογητών θεολόγων, ακόμα και ένας Γκαίμπελς φαντάζει αφελής και πρωτόγονος. Ένας απόλυτα παρθένος παρατηρητής (εξωγήινος;) που θα μελετούσε τον κόσμο μας, θα έβλεπε μία γιγάντια συσσώρευση οδύνης η οποία ξεκινάει από τα κατώτερα ζωικά είδη (που αλληλοσπαράσσονται για να επιβιώσουν) και φτάνει μέχρι τον άνθρωπο – το αποκορύφωμα μίας εντελώς σαδιστικής δημιουργίας.
 
Ο άνθρωπος πλάστηκε (από κάποιους θεούς ή την τύχη – αδιάφορο) με δύναμη ζωής, ένστικτο αυτοσυντήρησης, αίσθηση ανεπανάληπτης ατομικότητας, ανάγκη διάρκειας – ενώ η μοίρα του είναι να φθαρεί, να γεράσει και να πεθάνει. Η ατομικότητά του, η γνώση και η εμπειρία που συσσωρεύει όλη του τη ζωή – όλα αυτά είναι αναλώσιμα και αδιάφορα. Αρκεί να αναπαράγεται για να συντηρείται το είδος – σαν να είναι αμοιβάδα.
 
Αν ο δημιουργός μιας τέτοιας εκρηκτικής αντίφασης δεν είναι η τυφλή εξέλιξη – τότε πρέπει να είναι ένας ιδιοφυής σαδιστής.
 
Από την αρχή της ιστορίας, οι απολογητές των θρησκειών πάσχιζαν – όπως ο Γκαίμπελς και οι ομότεχνοί του – να οδηγήσουν τον κόσμο στην αποδοχή αυτού του παραλογισμού, σε παραίτηση, και υποταγή. Να τον κάνουν να δέχεται την μοίρα του, με υπομονή και καρτερία. Η λογική της προπαγάνδας είναι ίδια, είτε ενεργείς για λογαριασμό του υποτιθέμενου ηγεμόνα των ουρανών, είτε κάποιου επίγειου. Άλλωστε η οργανωμένη θρησκεία υπήρξε πάντα εξουσία, που συνήθως συμπορευόταν με την κοσμική. Το συμφέρον και των δύο είναι ένα «πλήρωμα» από πρόβατα (εξ ου και η παρομοίωση του «ποιμένα»). Δηλαδή άνθρωποι ταπεινοί, υποταγμένοι «υπήκοοι» που δεν αμφισβητούν, δεν ρωτάνε και δεν επαναστατούν.
 
Ο ιδεώδης πιστός είναι ακριβές αντίγραφο του ιδανικού υπηκόου.
 
Το newspeak (νεογλώσσα) και το doublethink (διπλοσκέψη) δεν είναι εφεύρεση του Όργουελ. Πριν από τα συνθήματα: «ο πόλεμος είναι ειρήνη, η ελευθερία είναι σκλαβιά» κλπ. του «1984», η πρώτη αποκορύφωση του προπαγανδιστικού ψεύδους ήταν το σλόγκαν: «Τα πάντα εν σοφία εποίησεν». Μια απλή ματιά γύρω μας αρκεί για να διαψευσθεί σε δευτερόλεπτα αυτή η ρήση.
 
Κι όμως υπάρχουν εκατοντάδες εκατομμύρια πιστοί στον κόσμο που την αποδέχονται. Τίποτα δεν θα μπορούσε να δείξει περισσότερο την αφέλεια και την απελπισία των ανθρώπων, αλλά και την δεινότητα των προπαγανδιστών, από αυτό το γεγονός. Το μέγιστον ψεύδος βαφτίζεται αλήθεια και επάνω του θεμελιώνονται τεράστια εξουσιαστικά οικοδομήματα – οι εκκλησίες.
 
Ακόμα και οι άνθρωποι που πολέμησαν αυτό το ψεύδος, έπεσαν θύματα ευφυών προπαγανδιστών οι οποίοι είτε τους εξαφάνισαν, είτε -το χειρότερο- διαστρέβλωσαν σε τέτοιο βαθμό τις απόψεις τους, ώστε να τους εντάξουν μέσα στο σύστημα. Ένας τέτοιος ήταν ο Βούδας. Από άθεος παρηγορητής όπου η διδασκαλία του ήταν απλά μία μέθοδος για το ξεπέρασμα της οδύνης, μετετράπη -με την βοήθεια προπαγανδιστών- σε ιδρυτή θρησκείας, με χιλιάδες τεμένη και μυριάδες αγάλματα ενώ ο ίδιος είχε απαγορεύσει τις απεικονίσεις. Ένας άλλος ήταν ο Ιησούς. Η διδασκαλία του, που είναι φάρμακο κατά της ατέλειας ενός άδικου και άπονου κόσμου, χρησιμεύει τώρα για να ασκεί εξουσία ένα τεράστιο και πάμπλουτο ιερατείο.
 
Αλλά η μεγαλύτερη διαστρέβλωση κάθε λογικής ήταν η ιουδαϊκή και μετέπειτα χριστιανική θεωρία της πτώσης. Σύμφωνα με αυτήν, εμείς φταίμε για τα χάλια του κόσμου. Ο θεός είχε φτιάξει ένα κόσμο τέλειο – χωρίς πόνο, φθορά, κακία και θάνατο. Δηλαδή ένα παράδεισο. Αυτόν τον χάσαμε από σφάλμα δικό μας. Ο θεός είναι απόλυτα ανεύθυνος για τα δεινά της ζωής. Εμείς, από αθάνατοι και όλβιοι πρωτόπλαστοι, γίναμε όντα που τρώνε τον άρτο τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους, για να φθαρούν, να γεράσουν και να πεθάνουν.
 
Η, όπως το είπε ο Μίλτων στους πρώτους στίχους του Paradise Lost, του «Απολεσθέντος Παραδείσου»:
 
Of Mans First Disobedience, and the Fruit
Of that Forbidden Tree, whose mortal taste
Brought Death into the World, and all our woe,
(Για την πρώτη ανυπακοή του ανθρώπου
και τον καρπό του απαγορευμένου δέντρου
του οποίοι η θνητή γεύση
έφερε τον θάνατο στον κόσμο και όλες μας τις συμφορές). lol
 
Κατά την παραδοσιακή λοιπόν χριστιανική θεολογία, ο σημερινός μας κόσμος δεν είναι δημιούργημα του θεού -αλλά των ανθρώπων. Προέκυψε από την ανυπακοή των πρωτοπλάστων κι εμείς πληρώνουμε ακόμα το προπατορικό αμάρτημα. Με αυτό τον τρόπο δικαιολογείται και η παρουσία του κακού μέσα στον κόσμο.
 
Αλλά είναι συμβατή η ύπαρξη αυτού του πρώτου κόσμου με την σημερινή μας γνωστική εμπειρία; Δεν θα πρέπει να άφησε πίσω του ίχνη ανιχνεύσιμα; Η επιστήμη γνωρίζει πως από την αρχή της ζωής, την συνόδευε ο θάνατος. Αν ο παραδείσιος κόσμος υπήρξε πραγματικά – και οι πατέρες της εκκλησίας ισχυρίζονται πως, ναι – θα έπρεπε να έχουμε βρει κάποια ένδειξη.
 
Όμως το τερατωδώς παράλογο σε αυτή την ιστορία, είναι η σύλληψη του προπατορικού αμαρτήματος. Που μας βαρύνει όλους, από την γέννησή μας. Είναι η απόλυτα τρομοκρατική παγίδα. Όλοι ένοχοι, όλοι υπαίτιοι και ο παντοδύναμος ανεύθυνος. Μα αυτός δεν μας έφτιαξε; Είναι δυνατόν ο πλάστης να μην ευθύνεται για το πλάσμα, ο κατασκευαστής για το κατασκεύασμά του; Ακόμα και για τις δυσλειτουργίες του;
 
Υπάρχουν ευτυχώς και έντιμοι χριστιανοί θεολόγοι που ομολογούν αδυναμία να αιτιολογήσουν την παρουσία του κακού στον κόσμο. Ο Χρήστος Γιανναράς γράφει: «Δεν έχουμε πειστική ερμηνεία για τον παραλογισμό του κακού που κυριαρχεί στην ανθρώπινη επίγεια βιοτή και ιστορία, με καμία από τις γνωστικές μας δυνατότητες δεν μπορούμε να συνάγουμε αιτία ή σκοπό του κακού, κάθε δικανική ερμηνεία που θέλει να το αποδώσει σε απρόσωπες συλλογικές ενοχές και προπατορικές παραβάσεις εντολών καταντάει αφελής στην θλιβερή ανεπάρκειά της».
 
Ακόμα και ένας τόσο πιστός χριστιανός δεν μπορεί να αποδεχθεί ένα κραυγαλέο παραλογισμό, τόσο γνωστικό, όσο και ηθικό. Διότι δεν είναι ηθικά αποδεκτό με οποιαδήποτε ηθικά κριτήρια (σκεφθείτε τα ανθρώπινα δικαιώματα) να τιμωρούνται παιδιά και αμέτοχοι άνθρωποι για μία παλαιολιθική αμαρτία άλλων; Και τι αμαρτία! Απλή ανυπακοή σε μία παράλογη εντολή. Γιατί να μην δοκιμάσουν το καρπό του Δέντρου της Γνώσης; Τι τότε τους έδωσε την γνωστική και την κριτική ικανότητα ο πανάγαθος; Πρόκειται ξεκάθαρα για μέθοδο τρομοκράτησης που θέλει να υποτάξει όλους στην ενοχή.
 
Δεν είναι τυχαίο πως ένα από τα βασικά ρητά των χριστιανών προπαγανδιστών είναι το «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Initio sapientiae, timor Domini). Άλλο ένα doublethink, που σημαίνει το αντίθετο από αυτό που δηλώνει. Όσο οι ερευνητές είχαν τον φόβο του θεού τους, δεν κατάφεραν να προωθήσουν τις γνώσεις μας ούτε μία αράδα. Έπρεπε να περάσει ο Μεσαίωνας για να ανοιχτούν οι προοπτικές μίας κάποιοας γνώσης πέρα από τον φόβο.
 
Ωστόσο ο φόβος είναι λέξη κλειδί. Σε αυτόν στηρίζεται όλο το θρησκευτικό ψεύδος. Στο δέος του θανάτου εδράζεται το θρησκευτικό φαινόμενο. Στο δέος που οφείλεται στην άγνοια και – νομοτελειακά – οδηγεί και πάλι σε αυτή. Όχι βέβαια στην σοφία.
 
Αλλά οι προπαγανδιστές είναι μάστορες στο doublethink. Έτσι και την άγνοια την έβγαλαν πάνω από την γνώση, τους συμφέρει. Θεία άγνοια την είπαν «θείος γνόφος» και ευλογημένη. Πολέμησαν την γνώση όσο κανείς άλλος στην ιστορία. Γιατί η γνώση ελευθερώνει, δίνει δύναμη και ανεξαρτησία. Και η θρησκεία πάνω από όλα μας θέλει δέσμιους, ένοχους και εξαρτημένους.
 
Όχι μόνο η γνώση, ακόμα και η αλήθεια, αν αντιπαρατεθεί στην πίστη, οφείλει να υποχωρήσει. Είναι πασίγνωστη η φράση που είπε ο Ντοστογιέφσκι το 1850: «Αν κάποιος μου έδινε την απόδειξη πως ο Χριστός είναι έξω από την αλήθεια και πράγματι ήταν γεγονός ότι η αλήθεια είναι εκτός Χριστού, εγώ θα έμενα με τον Χριστό και όχι με την αλήθεια». Από ένα αξιόλογο ποιητή – μία επώδυνη δήλωση σκοταδισμού.
 
Προς μεγάλη δόξα των προπαγανδιστών, οι περισσότεροι άνθρωποι εκχωρούν την κρίση, την αυτονομία, την ελευθερία τους και παραμένουν όλοι τους την ζωή «δούλοι» του θεού (τι έκφραση!). Σε αντίθεση με τη φράση του Αντρέ Μπρετόν που γράφει στα 1928 «Πάντοτε στοιχημάτιζα εναντίον του θεού και θεωρώ το λίγο που κέρδισα σε αυτόν τον κόσμο ως το αποτέλεσμα αυτού του στοιχήματος. Όσο κι ήταν ασήμαντο το διακύβευμα (η ζωή μου) έχω την συνείδηση ότι κέρδισα τα πάντα».
 
Η κατάσταση στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα δείχνει τον άνθρωπο να χειραφετείται από τους ηγεμόνες, τους βασιλιάδες και τους δικτάτορες που τον ήθελαν σκλάβο ή έστω υπήκοο δηλαδή υπάκουο. Πριν χίλια χρόνια δεν υπήρχε στον πλανήτη ούτε ένας ελεύθερος άνθρωπος. Κι όσους δεν καταπίεζαν οι ηγεμόνες και οι άρχοντες, τους καταδυνάστευαν ο φόβος και η δεισιδαιμονία. Πριν εκατό χρόνια υπήρχαν μόνο έξη δημοκρατικά κράτη και χωρίς ψήφο γυναικών. Το 2000 ήταν 117 που κάλυπταν το 54% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ατελείς δημοκρατίες πολλές από αυτές, αλλά καλύτερες κι από τις πιο «φωτισμένες» απολυταρχίες.
 
Ωστόσο, στον τομέα της θρησκείας, οι προπαγανδιστές έχουν κάνει τόσο καλά την δουλειά τους, ώστε η χειραφέτηση δεν είναι καν ακόμα στο ξεκίνημα. Οι άνθρωποι, που δεν υποκύπτουν στην θρησκευτική προπαγάνδα, είναι μειοψηφίες και στα πιο προηγμένα κράτη. Οι πλειοψηφίες δεν πολυπιστεύουν μεν, ούτε ασκούν ενεργά την θρησκεία, ούτε υπακούουν στις ηθικές εντολές της – αλλά (αχ! ο καταραμένος ο φόβος) κοιτάνε να τα έχουν καλά με το επουράνιο αφεντικό και τους εκπροσώπους του επί γης. Που ξέρεις τι γίνεται – κι αν υπάρχουν τα καζάνια;
 
Οι προπαγανδιστές έχουν μάλιστα καταφέρει να δώσουν μία αρνητική χροιά στην λέξη άθεος. Ακόμα και ο ορθολογιστής, ο άθρησκος, ή ο αγνωστικιστής, ταυτίζονται με τα κακοποιά στοιχεία της αστικής μυθολογίας: τον αναρχικό, τον ανατροπέα, τον ελευθεριάζοντα. Σε τρία αμερικάνικα λεξικά που κοίταξα, στο λήμμα «άθεος» υπάρχει, ως δευτερεύων ορισμός, το «ανήθικος». Αλλά και ο δικός μας λαός μιλάει για αυτόν που «δεν έχει τον θεό του» εννοώντας άτομο ανήθικο και ικανό για όλα.
 
Αυτό είναι το άλλο εφεύρημα των προπαγανδιστών: ότι οι μόνες ηθικές αξίες με απόλυτη ισχύ προέρχονται από τον θεό, δηλαδή τους ερμηνευτές του (ιερατεία) και ότι η πίστη είναι προϋπόθεση για μία ηθική ζωή. «Αν δεν υπάρχει Θεός είναι όλα δυνατά», έγραψε ο Ντοστογιέφσκι. (sic)
 
Η θέση αυτή μου θυμίζει τον ισχυρισμό των βασιλοφρόνων ότι μόνον ένας Βασιλιάς μπορεί να είναι εγγυητής του πολιτεύματος. Και οι Βασιλείς από τον θεό έπαιρναν την νομιμοποίησή τους – «ελέω Θεού» μονάρχες. Ότι χωρίς Βασιλέα η πολιτική ζωή μετατρέπεται σε αναρχικό χάος.
 
Θαυμάσια μπορεί να υπάρχει και ηθική και πολιτική τάξη χωρίς θεϊκή (ή βασιλική) παρουσία. Οι χειραφετημένοι άνθρωποι είναι σε θέση να θεσπίσουν νόμους και κανόνες με βάση τις αρχές του σεβασμού της ελευθερίας του άλλου. Να γιατί η Εκκλησία σας και οι θεολόγοι της μισούν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δεν χρειάζονται μύθοι και παραμυθιάσματα για να ζήσουν οι άνθρωποι σωστά μεταξύ τους.
 
Η θρησκεία έχει τις ρίζες της στον φόβο και την δεισιδαιμονία του πρωτόγονου ανθρώπου. Με την έρευνα και την γνώση οι θεοί άρχισαν να λιγοστεύουν, τα φυσικά φαινόμενα – βροντές, κεραυνοί, εκλείψεις – εξηγήθηκαν και έπαψαν να είναι ένθεα. Κάποια στιγμή μάλιστα ο Ρωμαίος ποιητής Λουκρήτιος, υμνώντας τον δάσκαλό του τον Επίκουρο, δήλωσε ότι religio obteritur (η θρησκεία συνετρίβη).
 
Αξίζει να θυμηθούμε τους στίχους από το De Rerum Natura: «Όταν η ανθρώπινη ζωή επάνω στην γη κείτονταν συντριμμένη κάτω από το φοβερό βάρος της θρησκείας (opressa gravi sub religione) όταν η θρησκεία έδειχνε το φοβερό της πρόσωπο από τους ουρανούς ψηλά τρομοκρατώντας τους θνητούς, ήταν ένας έλληνας που τόλμησε να σηκώσει τα θνητά του μάτια επάνω της και να της αντισταθεί. Ούτε οι μύθοι περί θεών, ούτε οι κεραυνοί τον τρόμαζαν ούτε ο απειλητικός ψίθυρος των ουρανών».
 
Από τότε που ο Λουκρήτιος ανήγγειλε θριαμβευτικά τον θάνατο της θρησκείας, έχουν περάσει δυο χιλιάδες και εβδομήντα χρόνια. Πενήντα πέντε χρόνια μετά τον δικό του θάνατο γεννήθηκε ο ιδρυτής της μεγαλύτερης θρησκείας και οι εποχές του μεγάλου θρησκευτικού φανατισμού δεν είχαν ακόμα αρχίσει.
 
Η επιστήμη βέβαια, την οποία υμνούσε ο Λουκρήτιος, άνοιξε ακόμα πιο πολύ τις θύρες της φύσης (naturae portarum claustra cupiret), έλυσε τα περισσότερα μυστήρια που προκαλούσαν δέος και τρόμο, τροφοδοτώντας την δεισιδαιμονία και την πίστη. Αλλά ακόμα μένουν άλυτα πολλά – με πρώτο το πρόβλημα του θανάτου. Και επιπλέον η επιστήμη είναι πάντα ο χώρος των πιθανοτήτων, ενώ ο άνθρωπος χρειάζεται σιγουριά. Η ανάγκη του να ακουμπάει σε βεβαιότητες, να πιστεύει στο απόλυτο, να παρηγορείται με μύθους, παραμένει ίδια εδώ και χιλιάδες χρόνια. Και οι προπαγανδιστές της πίστης την εκμεταλλεύονται με την ίδια δεξιοτεχνία που οι διαφημιστές εκμεταλλεύονται την ανάγκη του να αρέσεις ή να διακρίνεσαι.
 
Μετά τον Διαφωτισμό, που ξεκαθάρισε μερικά πράγματα, η ανθρωπότητα δεν προχώρησε σε μία νοητική χειραφέτηση. Για κάποιο διάστημα υποκατέστησε τις θρησκείες με ομοειδείς ιδεολογίες (είχαν κι αυτές δόγμα, προφήτες, ιερατείο και υπόσχεση παραδείσου) αλλά όταν αυτές κατέρρευσαν, οι θρησκείες επανήλθαν δριμύτερες. Μπορεί ο Νίτσε να κήρυξε το θάνατο του θεού αλλά, έστω και αν ο θεός έχει πεθάνει, οι θρησκείες ζουν και βασιλεύουν.
 
Φυσικά οι πραγματικοί πιστοί παραμένουν μικρές (αλλά δυναμικές) μειονότητες – όμως οι μεγάλες μάζες είναι αδρανείς ή και συμπαθούσες μπροστά στην άσκηση της ιδεολογικής και εξουσιαστικής πίεσης των εκκλησιών. Ιδιαίτερα στην χώρα μας όπου η εκκλησία έχει περιβληθεί με άλλον ένα μύθο –ότι είναι το βασικό συστατικό της εθνικής μας ταυτότητας. Το χαρακτηριστικό δείγμα του εθνικού ποιμνίου είναι ο βολεψάκιας μεσο- και μικροαστός, που χωρίς να εκκλησιάζεται συχνά και χωρίς να ασκεί τις χριστιανικές αρετές, παραμένει «πιστός», πρόσωπο αξιοσέβαστο, όσο κι αν καθημερινά παραβιάζει πολλές ηθικές επιταγές. Όπως δείχνουν οι έρευνες, αποτελεί την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού.
 
Έτσι με λίγους φανατικούς και πολλούς αδιάφορους, οι θρησκείες επιβιώνουν, πλουτίζουν και καταδυναστεύουν τον άνθρωπο.
 
Καταδυναστεύουν; Εδώ μπορεί να αντιπαρατεθεί ένα βασικό επιχείρημα πολλών μη-πιστών που υπερασπίζονται τις θρησκείες: Ότι με αυτό τον τρόπο οι άνθρωποι νιώθουν ευτυχέστεροι, ή, έστω, λιγότερο δυστυχείς. Πως η πίστη σε κάτι, ακόμα και αναληθής, τους παρηγορεί για τις δυστυχίες του βίου. Ζωτικόν ψεύδος.
 
Αναρωτιέμαι αν θα χρησιμοποιούσαν το ίδιο επιχείρημα για να υπερασπιστούν τις επίγειες απολυταρχίες… Ας υποθέσουμε ότι οι άνθρωποι που ζούσαν μέσα στο ψέμα του υπαρκτού σοσιαλισμού ήταν ευτυχέστεροι στην ανελευθερία τους (πράγμα που αμφισβητείται) αποτελεί αυτό δικαιολογία για να παραταθεί το ψέμα;
 
Αλλά πέρα από όλα αυτά, το επιχείρημα είναι έωλο: οι θρησκείες, που επανήλθαν τόσο δυναμικά τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο δεν συνέβαλαν στην ευτυχία των ανθρώπων, αλλά τους οδηγούν στον όλεθρο. Από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας μέχρι σήμερα, εκατοντάδες εκατομμύρια έχουν σκοτωθεί σε θρησκευτικές διαμάχες και πολέμους. Είναι, βεβαιωμένα, η πρώτη αιτία βίαιου θανάτου στην ιστορία. Και ο πρόξενος άφατης οδύνης σε όλο τον κόσμο – όπως αποκαλύπτει η ανάγνωση της καθημερινής εφημερίδας. Ο θρησκευτικός φανατισμός και φονταμενταλισμός αποτελεί το πρώτο μας πρόβλημα σήμερα.
 
Προσωπικά, ως φιλελεύθερος άνθρωπος, δεν έχω, ούτε μπορώ να έχω, καμία αντίρρηση στο να πιστεύει ο κάθε άνθρωπος ό,τι θέλει, στο να ασκεί ελεύθερα την πίστη του, να λατρεύει όπως θέλει το θεό του και να ζει σύμφωνα με τις εντολές της θρησκείας του. Φτάνει να μην επιβάλει την πίστη του στους άλλους, και να μην επεμβαίνει θετικά η αρνητικά στη ζωή τους.
 
Και επίσης ως ελεύθερα σκεπτόμενος άνθρωπος, επιφυλάσσω στον εαυτό μου το δικαίωμα να πάρω την δική μου στάση απέναντι στο υπαρκτό μυστήριο του κόσμου. Να μην το οριοθετήσω, να μην του δώσω αυθαίρετα όνομα και υπόσταση, να μην το υποτάξω στην λογική και την εξουσία των προπαγανδιστών. Αρνούμαι να νιώθω ενοχές για πράγματα που δεν έκανα, να δοξολογώ αντί να θρηνώ, να ικετεύω αντί να σκέπτομαι.
 
Ενώ έγραφα το κείμενο αυτό, φανατικοί ισλαμιστές μπήκαν σε χριστιανικό νοσοκομείο στο Πακιστάν δολοφονώντας νοσοκόμες σε ένα παρεκκλήσιο…
 
Πράγματι, σκέπτομαι, «τα πάντα εν σοφία εποίησεν»…
 
Το παράδοξο του θεού
 
Θέλει ο θεός να αποτρέψει το κακό και δεν μπορεί;
Τότε δεν είναι παντοδύναμος…
Μπορεί, αλλά δεν το επιθυμεί;
Τότε είναι κακός.
Είναι και ικανός και το επιθυμεί;
Τότε από πού προέρχεται το κακό;
Μήπως είναι και ανίκανος και δεν το θέλει;
Τότε γιατί τον αποκαλούμε θεό;

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ Ἡμέραι (47-82)

Οι μύθοι της Πανδώρας και των πέντε ανθρωπίνων γενών

ἀλλὰ Ζεὺς ἔκρυψε, χολωσάμενος φρεσὶ ᾗσιν,
ὅττι μιν ἐξαπάτησε Προμηθεὺς ἀγκυλομήτης·
τοὔνεκ᾽ ἄρ᾽ ἀνθρώποισιν ἐμήσατο κήδεα λυγρά,
50 κρύψε δὲ πῦρ· τὸ μὲν αὖτις ἐὺς πάις Ἰαπετοῖο
ἔκλεψ᾽ ἀνθρώποισι Διὸς παρὰ μητιόεντος
ἐν κοίλῳ νάρθηκι, λαθὼν Δία τερπικέραυνον.
τὸν δὲ χολωσάμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς·
«Ἰαπετιονίδη, πάντων πέρι μήδεα εἰδώς,
55 χαίρεις πῦρ κλέψας καὶ ἐμὰς φρένας ἠπεροπεύσας,
σοί τ᾽ αὐτῷ μέγα πῆμα καὶ ἀνδράσιν ἐσσομένοισιν.
τοῖς δ᾽ ἐγὼ ἀντὶ πυρὸς δώσω κακόν, ᾧ κεν ἅπαντες
τέρπωνται κατὰ θυμὸν ἑὸν κακὸν ἀμφαγαπῶντες.»
Ὣς ἔφατ᾽, ἐκ δ᾽ ἐγέλασσε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε·
60 Ἥφαιστον δ᾽ ἐκέλευσε περικλυτὸν ὅττι τάχιστα
γαῖαν ὕδει φύρειν, ἐν δ᾽ ἀνθρώπου θέμεν αὐδὴν
καὶ σθένος, ἀθανάτῃς δὲ θεῇς εἰς ὦπα ἐίσκειν
παρθενικῆς καλὸν εἶδος ἐπήρατον· αὐτὰρ Ἀθήνην
ἔργα διδασκῆσαι, πολυδαίδαλον ἱστὸν ὑφαίνειν·
65 καὶ χάριν ἀμφιχέαι κεφαλῇ χρυσῆν Ἀφροδίτην
καὶ πόθον ἀργαλέον καὶ γυιοβόρους μελεδώνας·
ἐν δὲ θέμεν κύνεόν τε νόον καὶ ἐπίκλοπον ἦθος
Ἑρμείην ἤνωγε διάκτορον Ἀργειφόντην.
Ὣς ἔφαθ᾽, οἳ δ᾽ ἐπίθοντο Διὶ Κρονίωνι ἄνακτι.
70 αὐτίκα δ᾽ ἐκ γαίης πλάσσε κλυτὸς Ἀμφιγυήεις
παρθένῳ αἰδοίῃ ἴκελον Κρονίδεω διὰ βουλάς·
ζῶσε δὲ καὶ κόσμησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
ἀμφὶ δέ οἱ Χάριτές τε θεαὶ καὶ πότνια Πειθὼ
ὅρμους χρυσείους ἔθεσαν χροΐ, ἀμφὶ δὲ τήν γε
75 Ὧραι καλλίκομοι στέφον ἄνθεσι εἰαρινοῖσιν·
πάντα δέ οἱ χροῒ κόσμον ἐφήρμοσε Παλλὰς Ἀθήνη·
ἐν δ᾽ ἄρα οἱ στήθεσσι διάκτορος Ἀργειφόντης
ψεύδεά θ᾽ αἱμυλίους τε λόγους καὶ ἐπίκλοπον ἦθος
τεῦξε Διὸς βουλῇσι βαρυκτύπου· ἐν δ᾽ ἄρα φωνὴν
80 θῆκε θεῶν κῆρυξ, ὀνόμηνε δὲ τήνδε γυναῖκα
Πανδώρην, ὅτι πάντες Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες
δῶρον ἐδώρησαν, πῆμ᾽ ἀνδράσιν ἀλφηστῇσιν.

***
Μα ο Δίας τα ᾽κρυψε έχοντας στην καρδιά του οργιστεί,γιατί τον εξαπάτησε ο πανούργος Προμηθέας.Έτσι σχεδίασε για τους ανθρώπους ολέθριες θλίψεις:50έκρυψε τη φωτιά. Και πάλι αυτήν ο γενναίος ο γιος του Ιαπετούτην έκλεψε για χάρη των ανθρώπων από το συνετό το Δίασε κούφιο καλάμι μέσα, αφού από την προσοχή του κεραυνόχαρου Δία ξέφυγε.Κι ο Δίας ο συννεφοσυνάχτης οργισμένος του ᾽πε:«Γιε του Ιαπετού, που πιότερο απ᾽ όλους ξέρεις από πανουργίες,χαίρεσαι που ᾽κλεψες τη φωτιά και το νου μου εξαπάτησες,μεγάλη συμφορά για σε τον ίδιο και τους μελλοντικούς ανθρώπους.Αντί φωτιά κακό εγώ σ᾽ αυτούς θα δώσω: μ᾽ αυτό θα χαίρονται όλοι τουςμες στην καρδιά, καθώς θ᾽ αγκαλιάζουν με στοργή την ίδια τους τη συμφορά.Έτσι είπε και γέλασε ηχηρά ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων.60Και πρόσταξε τον Ήφαιστο τον ξακουστό όσο πιο γρήγορανα σμίξει χώμα με νερό, μέσα να βάλει λαλιά και ανθρώπου δύναμη,να μοιάζει στην όψη με τις αθάνατες θεές η κοπελιάμε την ωραία, τη λαχταριστή μορφή. Κι έπειτα έβαλε την Αθηνάνα της διδάξει τέχνες, τον πολυποίκιλτο ιστό να υφαίνει.Την Αφροδίτη τη χρυσή να περιχύσει το κεφάλι της με χάρη,πόθο σκληρό, φροντίδες που κατατρών τα μέλη.Και τον Ερμή, τον υπηρέτη των θεών, του Άργου το φονιά,τον πρόσταξε να βάλει μέσα της μυαλό αναίσχυντο και δόλιο χαρακτήρα.Έτσι είπε κι εκείνοι υπάκουσαν στο Δία, τον άνακτα, το γιο του Κρόνου.70Κι αμέσως έπλασε από χώμα ο ξακουστός Χωλόςμε τη βουλή του Δία πλάσμα που ᾽μοιαζε παρθένα σεβαστή.Την έζωσε και τη στόλισε η θεά Αθηνά η αστραπομάτα.Οι Χάριτες, οι θεές, και η σεβαστή Πειθώ γύρω στο δέρμα τηςτης έβαλαν περιδέραια χρυσά. Κι από τριγύρωοι Ώρες οι καλλίκομες τη στέφανε με άνθη εαρινά.Και τα στολίδια όλα της τα ταίριαξε στο κορμί η Αθηνά Παλλάδα.Μέσα στα στήθη της ο υπηρέτης των θεών, του Άργου ο φονιάς,ψεύδη, θωπείας λόγια και δόλιο χαρακτήραετοίμασε με τη βουλή του Δία του βαρύβροντου. Και μέσα της80φωνή τής έβαλε των θεών ο κήρυκας κι ονόμασε τούτη τη γυναίκαΠανδώρα, μια κι όλοι οι θεοί που κατοικούν στα Ολύμπια δώματαδώρο τη δώρισαν, συμφορά για τους σιτοφάγους τούς ανθρώπους.

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (222-262)

ΣΤ. ὦ Σώκρατες,
ὦ Σωκρατίδιον. ΣΩΚΡΑΤΗΣ. τί με καλεῖς, ὦφήμερε;
ΣΤ. πρῶτον μὲν ὅ τι δρᾷς, ἀντιβολῶ, κάτειπέ μοι.
225 ΣΩ. ἀεροβατῶ καὶ περιφρονῶ τὸν ἥλιον.
ΣΤ. ἔπειτ᾽ ἀπὸ ταρροῦ τοὺς θεοὺς ὑπερφρονεῖς,
ἀλλ᾽ οὐκ ἀπὸ τῆς γῆς, εἴπερ; ΣΩ. οὐ γὰρ ἄν ποτε
ἐξηῦρον ὀρθῶς τὰ μετέωρα πράγματα,
εἰ μὴ κρεμάσας τὸ νόημα καὶ τὴν φροντίδα
230 λεπτὴν καταμείξας εἰς τὸν ὅμοιον ἀέρα.
εἰ δ᾽ ὢν χαμαὶ τἄνω κάτωθεν ἐσκόπουν,
οὐκ ἄν ποθ᾽ ηὗρον· οὐ γὰρ ἀλλ᾽ ἡ γῆ βίᾳ
ἕλκει πρὸς αὑτὴν τὴν ἰκμάδα τῆς φροντίδος.
πάσχει δὲ ταὐτὸ τοῦτο καὶ τὰ κάρδαμα.
235 ΣΤ. τί φῄς;
ἡ φροντὶς ἕλκει τὴν ἰκμάδ᾽ εἰς τὰ κάρδαμα;
ἴθι νυν, κατάβηθ᾽, ὦ Σωκρατίδιον, ὡς ἐμέ,
ἵνα με διδάξῃς ὧνπερ οὕνεκ᾽ ἐλήλυθα.
ΣΩ. ἦλθες δὲ κατὰ τί; ΣΤ. βουλόμενος μαθεῖν λέγειν.
240 ὑπὸ γὰρ τόκων χρήστων τε δυσκολωτάτων
ἄγομαι, φέρομαι, τὰ χρήματ᾽ ἐνεχυράζομαι.
ΣΩ. πόθεν δ᾽ ὑπόχρεως σαυτὸν ἔλαθες γενόμενος;
ΣΤ. νόσος μ᾽ ἐπέτριψεν ἱππική, δεινὴ φαγεῖν.
ἀλλά με δίδαξον τὸν ἕτερον τοῖν σοῖν λόγοιν,
245 τὸν μηδὲν ἀποδιδόντα· μισθὸν δ᾽ ὅντιν᾽ ἂν
πράττῃ μ᾽ ὀμοῦμαί σοι καταθήσειν τοὺς θεούς.
ΣΩ. ποίους θεοὺς ὀμεῖ σύ; πρῶτον γὰρ θεοὶ
ἡμῖν νόμισμ᾽ οὐκ ἔστι. ΣΤ. τῷ γὰρ ὄμνυτ᾽; ἢ
σιδαρέοισιν ὥσπερ ἐν Βυζαντίῳ;
250 ΣΩ. βούλει τὰ θεῖα πράγματ᾽ εἰδέναι σαφῶς
ἅττ᾽ ἐστὶν ὀρθῶς; ΣΤ. νὴ Δί᾽, εἴπερ ἔστι γε.
ΣΩ. καὶ ξυγγενέσθαι ταῖς Νεφέλαισιν εἰς λόγους,
ταῖς ἡμετέραισι δαίμοσιν; ΣΤ. μάλιστά γε.
ΣΩ. κάθιζε τοίνυν ἐπὶ τὸν ἱερὸν σκίμποδα.
255 ΣΤ. ἰδοὺ κάθημαι. ΣΩ. τουτονὶ τοίνυν λαβὲ
τὸν στέφανον. ΣΤ. ἐπὶ τί στέφανον; οἴμοι, Σώκρατες,
ὥσπερ με τὸν Ἀθάμανθ᾽ ὅπως μὴ θύσετε.
ΣΩ. οὔκ, ἀλλὰ ταῦτα πάντα τοὺς τελουμένους
ἡμεῖς ποοῦμεν. ΣΤ. εἶτα δὴ τί κερδανῶ;
260 ΣΩ. λέγειν γενήσει τρῖμμα, κρόταλον, παιπάλη.
ἀλλ᾽ ἔχ᾽ ἀτρεμεί. ΣΤ. μὰ τὸν Δί᾽, οὐ ψεύσει γέ με·
καταπαττόμενος γὰρ παιπάλη γενήσομαι.

***
ΣΤΡ. Σωκράτη, Σωκρατάκη!
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Τί με καλείς, εφήμερο εσύ πλάσμα;
ΣΤΡ. Πες πρώτα, να χαρείς· εκεί τί κάνεις;
ΣΩΚ. Ανάερα πάω ξετάζοντας τον ήλιο.
ΣΤΡ. Κι από κοφίνι ανάγκη είναι να κάνεις
τον έλεγχο των θεών; Γιατί όχι, τέλος,
από τη γη; ΣΩΚ. Ποτέ δε θα μπορούσα
σωστά τα υπέργεια νά ᾽βρω, αν δεν κρεμνούσα
το πνεύμα μου, αν δεν έσμιγα τη φίνα
230 σκέψη μου με τον όμοιο της αέρα.
Αν από χαμηλά ερευνήσω τα ύψη,
πώς να τα βρω; Του στοχασμού τη δρόσο
η γη με ορμή τραβά προς τον εαυτό της.
Συμβαίνει το ίδιο και στα κάρδαμα. ΣΤΡ. Έτσι;
Ο στοχασμός
στα κάρδαμα λοιπόν τραβά τη δρόσο;
Μα τώρα Σωκρατάκη μου, κατέβα
κι έλα σ᾽ εμέ να με διδάξεις όσα
ήρθα να μάθω. ΣΩΚ. Ποιός ο λόγος που ήρθες;
Κατεβαίνει.
ΣΤΡ. Ρητορική θέλω να μάθω. Οι τόκοι
240 κι οι δανειστές μου οι ζόρικοι με σέρνουν
και παίρνουνε το βιος μου για αμανάτι.
ΣΩΚ. Πώς σαν τυφλός βουτήχτηκες στα χρέη;
ΣΤΡ. Μ᾽ έφαγε η ιππική, φαγάνα αρρώστια.
Μα απ᾽ τους δυο λόγους που έχεις δίδαξέ με
τον ένα, αυτόν που δεν τα δίνει πίσω·
κι όποια αμοιβή γυρεύεις, θα ορκιστώ
στους θεούς πως θα σ᾽ τη δώσω. ΣΩΚ. Ποιούς θεούς;
Σ᾽ εμάς τέτοια μονέδα δεν περνάει.
ΣΤΡ. Κι ορκίζεστε σε ποιά; Στου Βυζαντίου
τις σιδερένιες; ΣΩΚ. Θέλεις για τα θεία
250 να ᾽χεις μια καθαρή σωστήν ιδέα;
ΣΤΡ. Ναι, αν είναι τρόπος, θέλω, μά τον Δία.
ΣΩΚ. Και να συντύχεις τις Νεφέλες που είναι
οι θεότητές μας; ΣΤΡ. Ναι, πολύ το θέλω.
ΣΩΚ. Κάθισε τότε στο ιερό ντιβάνι.
Του δείχνει ένα ντιβάνι που κουνιέται.
ΣΤΡ. Κάθισα. ΣΩΚ. Πάρε τούτο το στεφάνι.
ΣΤΡ. Στεφάνι; Αχ μη με κάμετε θυσία
κι εμέ σαν τον Αθάμαντα, Σωκράτη.
ΣΩΚ. Όχι θυσία· σ᾽ αυτούς που κατηχούμε
τα κάνουμε όλ᾽ αυτά. ΣΤΡ. Και ποιό το κέρδος;
260 ΣΩΚ. Θα γίνεις μάνα ρήτορας, ροδάνι,
φίνος σαν άχνη. Μη σαλεύεις.
Το ξερό στεφάνι που φόρεσε ο Στρεψιάδης τρίβεται πάνω στο κεφάλι του και τον γεμίζει σκόνη.
ΣΤΡ. Όσο
γι᾽ αυτό, δε με γελάς· με πασπαλίζει
τόση σκόνη, που αλήθεια γίνομαι άχνη.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΑΝΤΕΙΣ - ΦΙΝΕΑΣ

Καταγωγή

Ο Φινέας ήταν γιος του Ποσειδώνα ή του Αγήνορα, γιου του Ποσειδώνα, ή του Φοίνικα, γιου του Αγήνορα, και της Κασσιέπειεας, θυγατέρας του Άρατου, αδελφός του Κηφέα. Άλλοτε πατέρας του θεωρείται ο αδελφός του Αγήνορα Βήλος, και μητέρα του η Αχγινόη, κόρη του Νείλου· άλλοτε τα παιδιά του Βήλου ήταν πέντε, ο Φινέας, ο Αίγυπτος, ο Δαναός, ο Φοίνικας, ο Αγήνορας. Ο γενεαλογικός αυτός «πλούτος», που προκαλεί σύγχυση, οφείλεται στο γεγονός ότι ο Φινέας ήταν αρχικά αρκαδικός ήρωας με αυτόνομο μυθολογικό κύκλο, αλλά μετατέθηκε στην Ανατολή και συνδέθηκε με τον αργοναυτικό κύκλο. Γι’ αυτό και κάποιοι μυθογράφοι αναφέρουν τον Φινέα των Αργοναυτικών ως έβδομο απόγονο του Φοίνικα και εχθρό του Περσέα.

Η τυφλότητα του Φινέα

Ο Φινέας της Ανατολής ζούσε στη Σαλμυδησσό, στα παράλια των ευρωπαϊκών θρακικών ακτών του Εύξεινου Πόντου, και ήταν Θράκας βασιλιάς. Είχε μαντικές ικανότητες που του έδωσε ο θεός Απόλλων και ήταν τυφλός, όπως ο Θηβαίος Τειρεσίας. Για τις αιτίες της τυφλότητάς του παραδίδονται διάφορες εκδοχές. Σε αυτές ο Φινέας μετεξελίσσεται από φιλάνθρωπο μάντη σε βάρβαρο πατέρα που αδιαφορεί εγκληματικά για τα παιδιά του· και στις δύο περιπτώσεις οι θεοί τον τιμωρούν.

1. Τον τύφλωσε ο Δίας, επειδή έκαμνε κατάχρηση των μαντικών του ικανοτήτων προφητεύοντας στους ανθρώπους όσα ήταν να συμβούν και δίνοντας ευκολοεξήγητες προφητείες αποκαλύπτοντας έτσι τις προθέσεις του Δία. Τον τιμώρησε και με μακροζωΐα και στέλνοντας εναντίον του τις ρυπαρές Άρπυιες, τους φτερωτούς δαίμονες , τις Άρπυιες, που άρπαζαν το φαγητό του και το λίγο που του άφηναν, ώστε να επιβιώνει και να μακροημερεύει, το ρύπαιναν αφήνοντας τα περιττώματά τους επάνω. Πλούσιο φαγητό του άφηναν οι κάτοικοι των γύρω περιοχών του με αντάλλαγμα τις μαντείες του, όμως χωρίς κανένα όφελος για τον Φινέα. Εξάλλου, η αφόρητη μυρωδιά που αναδυόταν γύρω του τον καταδίκαζε σε μοναξιά. Παραδίδεται ότι ως και τον ίδιο τον άρπαξαν οι Άρπυιες και τον έφεραν στους Γαλακτοφάγους Σκύθες (Ησ. απ. 151 και Στρ. 7.3.9).

2. Τον τύφλωσε ο Ποσειδώνας, επειδή φανέρωσε στον Φρίξο τον δρόμο προς τη χώρα των Κόλχων και στα παιδιά του Φρίξου και της Χαλκιόπης τη ρότα από τη χώρα των Κόλχων προς την Ελλάδα.

3. Τον τύφλωσαν ο Βορέας και οι Αργοναύτες, επειδή έβγαλε τα μάτια των παιδιών που απέκτησε από την αδελφή τους Κλεοπάτρα, παρασυρμένος από τη μητριά τους, τη δεύτερη γυναίκα του Φινέα. Ονομαζόταν Ιδαία και ήταν κόρη του Δάρδανου και τα παιδιά Πλήξιππος και Πανδίονας (Απολλόδωρος), αν και παραδίδονται και άλλα ονόματα ή παραμένουν ανώνυμα κάτω από το πατρωνυμικό Φινείδες. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, τα παιδιά τα τύφλωσε η ίδια η Ιδαία ή και η Κλεοπάτρα, η φυσική τους μητέρα, για να τιμωρήσει τον πατέρα τους για τον δεύτερο γάμο του. Ο Ασκληπιός, που συμμετείχε στην εκστρατεία, ξαναέδωσε το φως στους Φινείδες, όμως ο Δίας τον κεραυνοβόλησε.

4. Τον τύφλωσε ο Δίας, γιατί είχε κατηγορήσει τα παιδιά του χωρίς επαρκείς αποδείξεις ότι κακοποιούσαν τη μητριά τους, με σκοπό να ευχαριστήσουν τη μητέρα τους, ή ότι θέλησαν να τη βιάσουν, όπως είχε μαρτυρήσει εκείνη. Και τη μεν Κλεοπάτρα την έριξε στη φυλακή, τα δε παιδιά τους τα τιμώρησε ρίχνοντάς τα σε ένα αυλάκι με την εντολή να τα μαστιγώνουν καθημερινά· ή τα τύφλωσε και τα πέταξε στα βράχια για να τα φάνε τα αραπακτικά ζώα και πουλιά.

5. Τον τύφλωσε ο Δίας, γιατί ανέχθηκε την κακοποίηση των παιδιών του από τη δεύτερη γυναίκα του. Σε αυτή τη σοφόκλεια εκδοχή, το όνομα της γυναίκας είναι Ειδοθέα και είναι κόρη του Κάδμου. Τύφλωσε τους Φινείδες με τις μυτερές σαΐτες του αργαλιού της και τους έριξε στη φυλακή ή να περιπλανιούνται στα μυτερά βράχια της Σαλμυδησσού θρηνώντας για την τύχη τη δική τους και της μητέρας τους. Οργισμένος ο Δίας, έβαλε στον Φινέα το δίλημμα να πεθάνει ή να ζήσει χωρίς να βλέπει το φως του ήλιου. Ο Φινέας προτίμησε τη μακροζωΐα με αντάλλαγμα την όρασή του, και ο Ήλιος, ο θεός του φωτός, οργισμένος με την επιλογή, έστειλε εναντίον του Φινέα τις Άρπυιες.

6. Πολύ νεότερη είναι η άποψη ότι η τυφλότητά του οφείλεται στο γεγονός ότι επιβουλευόταν τον Περσέα. Ή ότι, αφού τον τύφλωσαν οι Βορεάδες, ο πατέρας τους Βορέας άρπαξε τον Φινέα και τον έφερε στα δάση των Βιστόνων, όπου τον άφησε να πεθάνει εξαθλιωμένος.

7. Νεότερη είναι και η άποψη ότι τον Φινέα τον τύφλωσε ο Φαέθοντας και έστειλε εναντίον του τις Άρπυιες να τον βασανίζουν με τον γνωστό τρόπο, γιατί συναγωνίστηκε τον Φοίβο στη μαντική και τον νίκησε (Οππιανός [αρχές 3ου αι. μ.Χ.], Κυνηγετικά 2.617-629). Και όταν οι Βορεάδες έδιωξαν τις Άρπυιες, ο Φαέθοντας συνέχισε να βασανίζει τον Φινέα: τον μεταμόρφωσε σε τυφλοπόντικα και έκανε γενάρχη του ζωικού αυτού είδους.

Φινέας και Άρπυιες

Με τις μαντικές του ικανότητες ο Φινέας γνώριζε ότι θα απαλλασσόταν από τις Άρπυιες, όχι και από την τυφλότητά του, όταν θα έφταναν στη χώρα του ο Αργοναύτες. Πράγματι, οι Αργοναύτες έφτασαν εκεί, θέλοντας να μάθουν από αυτόν τον δρόμο προς τους Κόλχους, και τον βρήκαν γέρο, σε άθλια κατάσταση, υποσιτισμένο και χωρίς τη δυνατότητα να πεθάνει, μια και είχε «κερδίσει» τη μακροζωία. Ο Φινέας υποσχέθηκε στους Αργοναύτες ότι θα τους υποδείξει την πορεία τους και τρόπους να αποφύγουν κινδύνους, αν και αυτοί, με τη σειρά τους, δεσμεύονταν να τον απαλλάξουν από τις Άρπυιες. Και οι Αργοναύτες οργάνωσαν το εξής σχέδιο για να προσελκύσουν τα φτερωτά τέρατα: Παρέθεσαν στον Φινέα πλούσιο τραπέζι, και εκείνες όρμησαν ξαφνικά από πάνω με πολύ βουή και άρπαξαν την τροφή. Μόλις τις είδαν οι φτερωτοί γιοι του Βορέα και της νύμφης Ωρείθυιας, ο Ζήτης και ο Κάλαης, αδελφοί της γυναίκας του Φινέα, της Κλεοπάτρας, γύμνωσαν τα ξίφη και τις καταδίωκαν στον αέρα. Και υπήρχε χρησμός οι Άρπυιες να πεθάνουν από τους Βορεάδες και εκείνοι να πεθάνουν αν δεν τις έφταναν. Για την εξέλιξη της ιστορίας υπάρχουν δύο εκδοχές, στη μία, τη νεότερη, οι Άρπυιες πεθαίνουν (Ίβυκος, απ. 11P), στην άλλη επιβιώνουν αλλά κρύβονται.

Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, καθώς οι Βορεάδες τις κυνηγούσαν, η μία έπεσε στην Πελοπόννησο, στον Τίγρη ποταμό, που μετονομάστηκε από εκείνη σε Άρπυ ή Άρπυια. Η άλλη έφυγε προς την πλευρά της Προποντίδας και μετά έφτασε μέχρι τις Πλωτές νήσους, δυτικά της Πελοποννήσου ή κοντά στη Ζάκυνθο ή στο Σικελικό πέλαγος, που μετονομάστηκαν σε Στροφάδες, Νησιά της επιστροφής, γιατί, μόλις έφτασε εκεί, στράφηκε προς τα πίσω και έπεσε κοντά στην ακτή από εξάντληση μαζί με τον διώκτη της· εξάλλου, οι ίδιες ονομάζονται στροφάδες ἂελλαι στα Ορφικά (677). Παραδίδεται ακόμη ότι οι Βορεάδες έφτασαν κυνηγώντας τες μέχρι την Κεφαλληνία και στην κορυφή του όρους Αίνος, όπου λατρευόταν ο Δίας με το επίθετο Αινήιος, τον παρακάλεσαν να τους βοηθήσει για να πιάσουν τις Άρπυιες. Κι εκείνος τους βοήθησε εμψυχώνοντάς τους και ανανεώνοντας τις δυνάμεις στα πόδια τους. Άλλες παραδόσεις θέλουν την προσευχή αυτή να την κάνουν στις Πλωτές νήσους που μετονομάστηκαν σε Στροφάδες, επειδή οι Βορεάδες στράφηκαν στον Δία.

Σύμφωνα με τον Απολλώνιο Ρόδιο οι Βορεάδες τις καταδίωξαν μέχρι τις Πλωτές νήσους, τις έφτασαν αλλά δεν τις πείραξαν. Γιατί μπήκε μπροστά τους η Ίριδα, η αδελφή των Αρπυιών, ή ο Ερμής (Ησ. απ. 156), εμποδίζοντάς τους να σκοτώσουν πλάσματα που υπηρετούσαν τον Δία. Και εκείνες ορκίστηκαν να μην ενοχλήσουν ξανά τον Φινέα και κρύφτηκαν σε μια σπηλιά στην Κρήτη, στο όρος Δίκτη. Η Ίριδα επέστρεψε στον ουρανό και οι Βορεάδες στράφηκαν προς τα πίσω για να συναντήσουν ξανά τους Αργοναύτες· από την κίνησή τους αυτοί μετονομάστηκαν τα νησιά από Πλωτές σε Στροφάδες. Άλλοι μεταφέρουν την ιστορία της διάσωσης των Αρπυιών στο σικελικό πέλαγος και παραδίδουν ότι ήταν ο ίδιος ο πατέρας τους που σταμάτησε τους Βορεάδες, ο Τυφώνας (Βαλ. Φλ. 4.428 κ.ε., 507 κ.ε.)

Οι προφητείες του Φινέα

Ο Φινέας, τηρώντας την υπόσχεσή του, έδειξε τον δρόμο στους Αργοναύτες και τους είπε πώς να περάσουν τις Συμπληγάδες πέτρες που ανοιγόκλειναν με μεγάλη ταχύτητα –να αφήσουν πρώτα ένα περιστέρι να περάσει και ύστερα, αν το περιστέρι καταφέρει να διασχίσει το πέρασμα, να περάσει και η Αργώ. Αρνήθηκε όμως να αποκαλύψει οτιδήποτε για το ταξίδι της επιστροφής, παρά τις επίμονες ερωτήσεις του τρομοκρατημένου από τους ενδεχόμενους κινδύνου Ιάσονα. Το μόνο που του είπε είναι ότι θα επέστρεφε με πολύτιμο βοηθό τη θεά Αφροδίτη. Οι Αργοναύτες θυσίασαν στον θεό της μαντικής Απόλλωνα, ίδρυσαν στην παραλία βωμό και για τους δώδεκα Ολύμπιους και απέπλευσαν προς την Κολχίδα.

Παραλλαγές του μύθου

Διάφορες παραλλαγές παραδίδουν τον μύθο διαφορετικά και με άλλες λεπτομέρειες, περισσότερο «κοσμικές» και με παραμερισμό του υπερφυσικού στοιχείου:

1. Αυτές που άρπαζαν το φαγητό από τον Φινέα δεν ήταν κάποιοι φτερωτοί δαίμονες αλλά οι κόρες του, η Αρπύρεια και η Εράσεια (Τζετζ. Σχόλ. Λυκοφρ. Αλεξ. 165).

2. Μυθιστορηματική πλοκή στον μύθο έδωσε ο Διονύσιος Σκυτοβραχίων εξελίσσοντας τον μύθο από την τραγωδία. Ο Φινέας εγκατέλειψε την πρώτη του γυναίκα, τη φυλάκισε και παντρεύτηκε την κόρη του βασιλιά των Σκυθών Δάρδανου, την Ιδαία. Αυτή διαβάλλει τους προγονούς της στον πατέρας τους κατηγορώντας τους για απόπειρα βιασμού, κι εκείνος τους κλείνει σε υπόγεια φυλακή με την εντολή να τους μαστιγώνουν ακατάπαυστα. Οι Αργοναύτες που αποβιβάζονται στη χώρα του Φινέα πληροφορούνται τα καθέκαστα κα ζητούν εξηγήσεις από τον Φινέα. Αυτός αρνείται να τους πει οτιδήποτε, υπαινίσσεται βαρύ έγκλημα των παιδιών του που προκάλεσαν τη βαριά τιμωρία τους και τους απαγορεύει οποιαδήποτε ανάμειξη στα οικογενειακά του. Μόνο που τα παιδιά του είναι και ανίψια των Βορεάδων, αδελφών της πρώτης του γυναίκας, οπότε είναι και αυτοί μέλη της οικογένειάς του και με δικαίωμα σε αυτήν. Αψηφώντας τις απειλές του Φινέα, οι Βορεάδες σκοτώνουν τους φρουρούς και ελευθερώνουν τα παιδιά. Και ο Φινέας ορμά με στρατό εναντίον των Αργοναυτών στην παραλία, σκοτώνεται όμως από τον Ηρακλή, που διακρίνεται στη μάχη. Ύστερα, ελευθερώνει την Κλεοπάτρα, αποκαθιστά στον θρόνο τους Φινείδες και τους συμβουλεύει να μην σκοτώσουν τη μητριά τους αλλά να τη στείλουν πίσω στον πατέρα της, κι εκείνος να αποφασίσει για την τύχη της. Και ο μεν Δάρδανος καταδίκασε την κόρη του Ιδαία σε θάνατο, οι δε Φινείδες απέκτησαν φήμη επιεικών αρχόντων.

3. Σε άλλη εκδοχή, απήχηση από κάποια τραγωδία, οι Φινείδες σκοτώνουν την Ιδαία, ενώ νωρίτερα ηλικιωμένος άνδρας είχε υποστηρίξει την αθωότητά τους από την κατηγορία του βιασμού.

Η θλίψη, παίρνει την μορφή που θα της δώσεις

Η θλίψη έχει την μορφή που της δίνουμε εμείς! Άλλοτε σπαρακτική και βίαιη και άλλοτε ήρεμη και βουβή. Δεν έχει μία μορφή. Δεν μπορείς να την καταλάβεις αμέσως.

Κάποιες φορές κρύβεται πίσω από όμορφα χαμόγελα. Κάποιες φορές αγγίζει απαλά το κορμί που θέλει να υποτάξει και το κάνει δικό της με αργό ρυθμό. Δίχως ενοχές, δίχως φόβο, δίχως τύψεις.

Τι τρελή φίλη η θλίψη και τι τεράστια δύναμη της δίνουμε! Όχι καλή μου δεν σε θέλω, κουράστηκα μαζί σου. Κουράστηκα να βηματίζω, να χορεύω με βάση τον δικό σου ρυθμό. Κουράστηκα να σε βλέπω κάθε πρωί στον καθρέφτη. Κουράστηκα να σε φοράω. Κουράστηκα με την πάρτη σου.

Και το χέρι πέφτει αυτόματα πάνω στον καθρέφτη και γίνεται θρύψαλα. Και η μπουνιά που έριξα στο είδωλό μου έχει γεμίσει με αίμα. Και εκείνη κλαίει. Κλαίει πολύ. Ουρλιάζει! Και ύστερα σιωπή.

Πονάει ο αποχωρισμός. Πονάει να σκοτώνεις έναν σου εαυτό. Μα για δες πόσο καλύτερα είναι τώρα! Εκείνη έφυγε κλαίγοντας. Μια θλίψη που φεύγει. Πόσο γνώριμη αυτή η μορφή της. Ύστερα από κάθε παράστασή της, ύστερα από κάθε χαμόγελό της εκείνη έκλαιγε. Έλεγε είμαι καλά και γέλαγε η άτιμη γιατί ήξερε. Και τώρα, τώρα που ματώνει κλαίει. Όπως εγώ όταν ταυτίστηκα μαζί της. Τώρα κλαίει εκείνη και γελάω εγώ!

Τι φίλη και αυτή η θλίψη. Δεν θα πω χάρηκα μα ούτε και λυπάμαι που σε γνώρισα μονάχα χαίρομαι που σε αποχωρίστηκα.

Στη θλίψη που λείπει. Στη λύπη που πήρε μαζί της. Στο χαμόγελο που υποδέχτηκα. Στο ματωμένο μου εαυτό, ένα ευχαριστώ που αντέξαμε και ένα θα συνεχίσουμε παρέα με το χαμόγελο από εδώ και πέρα σαν υπόσχεση.

Η θλίψη αντλεί δύναμη από εσένα. Αν εσύ της προσφέρεις τη δύναμή σου τότε και εκείνη με τη σειρά της απλόχερα θα σε καταστρέφει! Γι’ αυτό πάψε να την τροφοδοτείς!

Εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε το πεπρωμένο μας

Στην ελληνική γλώσσα υπάρχουν διάφορες λέξεις για την έννοια του πεπρωμένου. Μία από αυτές είναι η ειμαρμένη, λέξη η οποία ετυμολογείται από το είμαρμαι του ρήματος μείρομαι = λαμβάνω μερίδιο.

Γράφει ο Πλούταρχος σχετικά: «Μόνα δ’ ειμαρμένα και καθ’ ειμαρμένην τα ακόλουθα τοις εν τη θεία διατάξει προηγησαμένοις», δηλαδή: Ειμαρμένα και σύμφωνα με την ειμαρμένη πρέπει να αποκαλούμε τα όσα είναι επακόλουθα εκείνων που προηγήθηκαν σύμφωνα με τη διάταξη των πραγμάτων από το θείο. Όμως, εφόσον είναι επακόλουθα, τότε είναι αποτελέσματα.

Συνεπώς μοίρα (από το ρήμα μερίζω = δίνω μέρη) και ειμαρμένη είναι η λήψη των μεριδίων (αποτελεσμάτων) τα οποία είναι ανάλογα με τις αιτίες που έχουν προηγηθεί• και αυτή η μοιρασιά γίνεται σύμφωνα με τα διατεταγμένα από τον θεό, δηλαδή είναι καθορισμένα από συμπαντικούς νόμους (εν προκειμένω, τον νόμο αιτίας – αποτελέσματος).

Παρόμοια, το πεπρωμένο παράγεται από το ρήμα πόρω, που σημαίνει φέρω/ παρέχω/ δίδω, ενώ η τύχη παράγεται από το ρήμα τεύχω = κατασκευάζω. Την τύχη μας δηλαδή την κατασκευάζουμε μόνοι μας, το ίδιο επίσης και την ειμαρμένη και το πεπρωμένο. Όλα τους συνιστούν ό,τι είναι επακόλουθο της φύσης και των πεπραγμένων της ψυχής μας και όχι ό,τι μοιραία μέλλει γενέσθαι. Με λίγα λόγια, δεν φταίει ούτε ο Θεός ούτε κάποια τυφλή και κουφή μοίρα για όσα μας συμβαίνουν.

Είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, εμείς οι ίδιοι έχουμε παίξει πρωτεύοντα ρόλο στον σχεδιασμό του σχεδίου της ζωής μας, του πεπρωμένου μας. Το είδος της ζωής που είναι αναγκαίο να ζήσουμε το έχουμε επιλέξει όχι από το επίπεδο της προσωπικότητας αλλά από αυτό της ψυχής μας.

Τι καθορίζει αυτή την ανάγκη; Σύμφωνα με την αντίληψη περί κάρμα (αντιπεπονθός είναι η ελληνική λέξη γι’ αυτού του τύπου την ανταποδοτική δικαιοσύνη), η παρούσα αλλά και άλλες ζωές μας καθορίζονται από τα προηγούμενα πεπραγμένα μας. Ανάλογα με τις αγαθές ή δυσαρμονικές πράξεις μας τιμωρούμεθα ή ανταμειβόμεθα αντίστοιχα στην επόμενη ζωή μας.

Παρ’ όλα αυτά, αυτή είναι μια υπεραπλούστευση που μοιάζει με έναν αυτόματο μηχανισμό απονομής δικαιοσύνης και εξισορρόπησης. Στην πραγματικότητα, η διαδικασία έχει πολλά επίπεδα. Δεν πρόκειται για έναν συμπαντικό νόμο που ζητά οφθαλμόν αντί οφθαλμού και προσφέρει δωρεάν αντί δωρεάς σαν άτεγκτος δικαστής. Πρόκειται για την ανάγκη αφύπνισης της ψυχής, η οποία μαθαίνει να αποφεύγει τις αρνητικές επιλογές λόγω του πόνου που νιώθει βιώνοντας τις συνέπειές τους.

Δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε αν δεν αφήσουμε πίσω μας παλιές επιθυμίες

Οι Σειρήνες χαρακτηρίζονται ως «Μούσες του κάτω κόσμου». Μητέρα των Μουσών ήταν η Τιτανίδα Μνημοσύνη, η «φρουρός της ανάμνησης», μια από τις έξι αδερφές του μεγάλου Κρόνου, πατέρα του Δία. Το αποτέλεσμα της ένωσης της «φωτεινής τεκνοποιού δύναμης» του Δία με την ικανότητα της ανάμνησης είναι οι Μούσες –αυτό είναι εύκολα αντιληπτό. Ό,τι ξεχωρίζει από το παρελθόν μας για το μεγαλείο του και παραμένει φωτεινό, αυτό οι Μούσες μπορούν να μας το φανερώσουν.

Γι’ αυτό και κάθε ποιητής, κάθε καλλιτέχνης του αρχαίου κόσμου ξεκινούσε το έργο του, μόνο αφού πρώτα είχε καλέσει τις Μούσες. Γιατί με τη βοήθεια των Μουσών το έργο θα μπορούσε να γίνει εξαιρετικό, λαμπερό και να συνεχίζει να φωτίζει στο μέλλον θυμίζοντάς μας την ύπαρξη θεού και ανθρώπου. Σήμερα, 3.000 χρόνια μετά, έχουμε χάσει τη σχέση μας με την ουσία.

Πλέον ο συγγραφέας ή ο ποιητής δεν «ποιεί», αλλά μας διασκεδάζει. Οι καλλιτέχνες και ηθοποιοί δεν μας «υπενθυμίζουν» το θεϊκό στοιχείο μέσα μας, αλλά τους φτάνει να γίνονται αρεστοί. Κάποιοι μουσικοί και τραγουδιστές μεταδίδουν ίσως ακόμη κάτι από εκείνη την «ουράνια αρμονία», με την οποία τους έχει προικίσει ο Δίας. Δεν χρησιμεύει ωστόσο σε τίποτα να δικαιολογούμε όλα αυτά με το γνωστό πρόσχημα «αυτά ζητάει το κοινό» ή με τον ισχυρισμό, ότι αν οι ποιητές, οι καλλιτέχνες και οι μουσικοί ήταν αλλιώς, το κοινό θα έμενε μακριά τους.

Όποιος μιλά με αυτόν τον τρόπο μιλά με τη φωνή των Σειρήνων. Ηχεί όμορφα, αλλά δεν μας πάει παρακάτω. Απεναντίας μια τέτοια στάση προκαλεί τη δημιουργία «νησιών, όπου κατοικούν Σειρήνες» και γεννά το τραγούδι τους. Υπηρετούμε την άνεση και τη συνήθεια, όμως ποτέ την πνευματική, ψυχική εξέλιξή μας. “Panem et circenses”, αυτό ήταν το σύνθημα των αρχαίων Ρωμαίων, όταν ο πολιτισμός τους είχε ήδη περάσει το ζενίθ του.

Σήμερα, 2.000 χρόνια αργότερα, εξακολουθούμε να παρουσιάζουμε «άρτο και θεάματα» σε ενήλικες ανθρώπους ως σκοπό ζωής, γεγονός που δείχνει ξεκάθαρα πόσο δίκαιο έχει ο Όμηρος: όποιος πατήσει το πόδι του στο νησί των Σειρήνων δεν θα γυρίσει ποτέ ξανά στο σπίτι του. Η γνώση είναι εξουσία – αυτό προσφέρουμε στα παιδιά μας ως εφόδιο ζωής, χωρίς ωστόσο να σκεφτόμαστε τι συνέπειες μπορεί να έχει η εξουσία. Η εξουσία χωρίς σοφία είναι ανελέητη, έχει προκαλέσει στον άνθρωπο και την ανθρωπότητα ανείπωτο πόνο.

Οι ρίζες αυτού του πόνου όμως βρίσκονται στην απληστία του «θέλω να ξέρω όλο και περισσότερα». Αποκτούμε μια γνώση χωρίς να βιώνουμε τις αντίστοιχες εμπειρίες. Έτσι μας λείπει ο εσωτερικός συσχετισμός, εκείνος που μας δίνει τη δύναμη, για να διαχειριστούμε σωστά την αποκτηθείσα γνώση. Είναι στ’ αλήθεια πολύ σαγηνευτικό να ανοίγουμε το βράδυ την τηλεόραση, για να ρίξουμε μια ματιά σε ό,τι συμβαίνει στον κόσμο. Καθισμένοι άνετα στην πολυθρόνα με τα πόδια ακουμπισμένα ψηλά βρισκόμαστε στο μέσο ενός σκηνικού πολέμου και «ξεπλένουμε» τις εικόνες που βλέπουμε με μια γερή γουλιά.

Μερικά λεπτά αργότερα ξέρουμε επιτέλους τι νεότερο συμβαίνει στο μέτωπο και ήσυχοι πηγαίνουμε για ύπνο –χαρούμενοι που γύρω μας δεν πέφτουν βόμβες. Συλλέγουμε γνώσεις αποκομμένες από κάθε βίωμα και αποσυνδεδεμένες από κάθε προσωπικό σημείο αναφοράς. Αυτό αποτελεί γνώση χωρίς σοφία, μάθημα χωρίς επίγνωση, θέαση χωρίς κατανόηση.

Όσα μας υπόσχονται οι Σειρήνες είναι στ’ αλήθεια πολύ βολικά. Μας καλούν στο άνετο σπιτικό τους και μας αφηγούνται όσα επιθυμεί η καρδιά μας. Ως αγγελιαφόροι του κόσμου των νεκρών μάς διηγούνται φόνους και θανάτους, ατυχία και πόνο, χτυπήματα της μοίρας και κακοτοπιές, ενόσω μας προσφέρουν ασφάλεια στην αγκαλιά τους. Ακόμη και σήμερα ακούγονται σειρήνες, όταν συμβαίνει ατύχημα, και με περιέργεια θέλουμε να ξέρουμε τι έχει συμβεί.

Παρομοίως λειτουργούμε σε ευτυχή γεγονότα. Οι περιπτώσεις μεγάλης ευτυχίας μάς διεγείρουν το ενδιαφέρον με έναν εξίσου μαγικό τρόπο. Ανεξαρτήτως από το αν πρόκειται για έναν λαμπρό γάμο σε κάποιο παλάτι, ένα εξωπραγματικό κέρδος ή μια ευτυχή σύμπτωση, τα μέσα φέρνουν την είδηση στο σπίτι μας και μας τη σερβίρουν σε ασημένιο δίσκο.

Γιατί θέλουμε να τα ξέρουμε όλα αυτά; Γιατί αυτό μας δίνει χαρά; Μας κάνει η ευτυχία ή η δυστυχία των άλλων πιο ικανοποιημένους ή πιο ευτυχείς; Ούτε κατά διάνοια. Επομένως ο λόγος δεν μπορεί να είναι αυτός. Ας ψάξουμε λίγο πιο βαθιά. Τι έχει να μας προσφέρει η γνώση των Σειρήνων; Τίποτα δεν είναι ευκολότερο από αυτό, λέει η περιορισμένη λογική μας. Ασφαλώς και θέλουμε να φτάσουμε από τη δυστυχία στα αίτια της δυστυχίας, για να μπορούμε στη δική μας ζωή να αποφεύγουμε πιο αποτελεσματικά παρόμοιες δυστυχίες.

Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να παίρνουμε τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα, ώστε να μην επαναλαμβάνονται παρόμοια δυσάρεστα γεγονότα. Στην περίπτωση της ευτυχίας τα πράγματα είναι αντίστροφα, λέει από την άλλη η στενή αντίληψή μας. Εδώ θα μπορούσαμε να μάθουμε πώς και οι ίδιοι μπορούμε να πετύχουμε τέτοια ευτυχία. Όμως ισχύουν στ’ αλήθεια αυτά; Έχουμε πράγματι μπροστά μας να αντιμετωπίσουμε κάποια παρόμοια ευτυχία ή δυστυχία; Ίσως και να προαισθανόμαστε γιατί ο Όμηρος συστήνει μέσω της Κίρκης να αποφευχθεί η γνώση των Σειρήνων.

Το ομηρικό πνεύμα, όπως μπορούμε να υποθέσουμε, είναι – σε αντίθεση με την περιορισμένη μας λογική – πιο ευρύ. Αυτό έχει αποδειχθεί πολλές φορές μέχρι τώρα. Σε αντίθεση με τις «επουράνιες Μούσες», οι «Μούσες του κάτω κόσμου» ανήκουν στο βασίλειο του Άδη. Έτσι δεν προκαλεί εντύπωση ότι στο νησί τους υπάρχουν μόνο λείψανα και κουφάρια. Ό,τι έχει βιωθεί κάποια μέρα τελειώνει και πεθαίνει, άψυχο κατεβαίνει τότε στο βασίλειο των νεκρών. Όμως αντί να το αφήσουν εκεί να βρει γαλήνη, οι Σειρήνες μάς αφηγούνται εκείνα που έχουν παρέλθει εδώ και πολύ καιρό.

Αν φοβόμαστε μια δυστυχία, μας παρουσιάζουν τολμηρούς ήρωες του παρελθόντος. Αν έχουμε ανεκπλήρωτες ανάγκες, μας μιλούν για ευτυχισμένους ανθρώπους, που οι επιθυμίες τους πραγματοποιήθηκαν. Αν είμαστε άτυχοι, αναφέρονται στην τύχη. Αν πάλι βρισκόμαστε σε σύγκρουση με άλλους ανθρώπους, διηγούνται τις χαρές της ζωής. Αν είμαστε μοναχικοί, περιγράφουν τρυφερές συναντήσεις.

Οι Σειρήνες ξέρουν όλα όσα θέλουμε να ακούσουμε και μας αφήνουν να γίνουμε συμμέτοχοι σε αυτά. Για ό,τι κι αν μας στεναχωρεί ή μας χαλάει τη διάθεση οι Σειρήνες βρίσκονται εκεί και θα μας παρηγορήσουν. Όμως η παρηγοριά αυτή δεν είναι αληθινή. Μας βγάζει από τον δρόμο μας, επειδή υπόσχεται ψεύτικη ευτυχία. Είναι η παρηγοριά του συμπληρωμένου δελτίου λόττο, που κάθε εβδομάδα μάς δελεάζει με ένα υπέρογκο κέρδος, μα ταυτόχρονα μάς εμποδίζει με ύπουλο τρόπο να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας.

Καθένας μας ορίζει την τύχη του, λέμε χαρακτηριστικά. Αυτό σημαίνει ότι καθένας παίρνει την ύλη, την επεξεργάζεται με τη δύναμη που διαθέτει, μέχρι να φτάσει σε κάποιο αποτέλεσμα. Τέτοιες εικόνες μάς δίνουν αληθινή παρηγοριά, γιατί μας θυμίζουν πόσες θαυμάσιες δυνάμεις διαθέτουμε. Εικόνες, όπως το νικηφόρο δελτίο του λόττο, ούτε ενισχύουν ούτε κινητοποιούν τις δυνάμεις μας. Βουλιάζοντας στην πολυθρόνα παρακολουθούμε την κλήρωση των αριθμών, για να καταλήξουμε με απογοήτευση να ανοίξουμε άλλο ένα μπουκάλι. Οι Σειρήνες μπορεί να είναι καλές και συμπαθητικές και άλλοτε άσχημες και κακές. Το πρόσωπο που μας δείχνουν δεν παίζει κανέναν ρόλο. Όλα όσα μας λένε απλώς μας αποπροσανατολίζουν από την ουσία.

Ο Οδυσσέας έμαθε κοντά στην Κίρκη να αποχωρίζεται. Αποχωρίστηκε ψεύτικες εικόνες ανεκπλήρωτων πόθων, γιατί πλέον γνώριζε τον δρόμο του. Παρόλα αυτά χρειάστηκε να δεθεί σφιχτά στο κατάρτι του, για να μην βγει εκτός πορείας. Επιπλέον, ανακάλυψε ότι η επιθυμία του να γυρίσει στην πατρίδα είναι κάτι παραπάνω από μια επιθυμία μεταξύ των πολλών. Είναι η μοναδική, διαρκής επιθυμία της ψυχής του. Όλες οι άλλες είναι επιφανειακές, σχετίζονται με την προσωπικότητα και έχουν μικρότερη σημασία. Είναι οι πολλές καθημερινές ανάγκες, από τις οποίες μόνο λίγων η εκπλήρωση τελικά μας ικανοποιεί.

Όλες οι υπόλοιπες είναι απλώς υποκατάστατα για την επιθυμία της ψυχής και δεν πρέπει σώνει και καλά να εκπληρωθούν. Μπορούν λοιπόν να διαγραφούν οριστικά. Μας αρκεί να γνωρίζουμε ότι οι επιθυμίες δεν χρειάζεται να ικανοποιούνται πάντα. Ακολουθώντας με συνέπεια τον δρόμο μας, τέτοιες επιθυμίες διαλύονται από μόνες τους – δεν υπήρξαν έτσι κι αλλιώς κάτι παραπάνω από ένα «φαίνεσθαι», δεν ήταν ποτέ πραγματικές. Οι Σειρήνες είναι εκείνες οι γλυκές φωνές εκεί έξω που μας παρασύρουν να «θέλουμε να ξέρουμε».

Σε αυτές ανήκει και το «εσωτερικό μας αυτί», εκείνο που δίνει άκουσμα στις φωνές. Είναι το αυτί του συντρόφου, που ο Οδυσσέας βουλώνει με κερί. Με την ικανοποίηση των επιθυμιών μας συνδέουμε την ελπίδα μας για λίγη ευτυχία και χαρά. Όλες οι εμπειρίες που συγκεντρώνουμε μέχρι το μέσο της ζωής θα μπορούσαν να μας υποδείξουν με τη βοήθεια της ανάμνησης ότι η εκπλήρωση μιας επιθυμίας δεν συνδέεται πάντα με το αναμενόμενο βίωμα της ευτυχίας.

Συχνά μάλιστα εισπράττουμε απογοητεύσεις, γιατί η πραγματικότητα μας τα φέρνει πολύ διαφορετικά. Οι περισσότερες επιθυμίες γεννιούνται από το «εδώ και το τώρα» και από την πληρότητα της ζωής. Είναι σαν σπόροι στη φύση· κάποιοι φυτρώνουν, κάποιοι πέφτουν σε πετρώδες έδαφος και κάποιοι άλλοι δεν μπορούν να αναπτυχθούν εκεί που έχει ήδη ριζώσει ένας άλλος σπόρος. Αν στόχος μας είναι να αλλάξουμε, δεν έχει κανένα νόημα να αγκυλωνόμαστε σε επιθυμίες που δεν πραγματοποιούνται. Στην αλλαγή μας εξάλλου ανήκει και η «αλλαγή των επιθυμιών και των αναγκών μας». Ή για να το θέσουμε αλλιώς: αν παραμένουμε αγκυλωμένοι σε παλιές ανάγκες, δεν θα μπορέσουμε να αλλάξουμε.

Πάντοτε μπορούμε να αφήνουμε παλιές επιθυμίες να περνούν και να φεύγουν. Νέες, προσαρμοσμένες στην ανάπτυξή μας θα παρουσιαστούν από μόνες τους. Με την εξέλιξή μας λοιπόν «ωριμάζουν» και οι επιθυμίες μας. Οι παλιές, άψυχες επιθυμίες ας αφεθούν να ησυχάσουν στο βασίλειο του Άδη. Αφήνοντας πίσω το νησί των Σειρήνων κανείς δεν θα μας τις θυμίσει και κανείς δεν χρειάζεται να μας παρηγορήσει. Δεν θέλουμε να ξέρουμε τίποτα πλέον γι’ αυτούς τους παλιούς πόθους και για την εκπλήρωσή τους. Και συνεχίζουμε ευτυχείς και χωρίς επιθυμία προς τον προκαθορισμένο στόχο μας.

Γιατί δεν μπορούμε να σταματήσουμε να δημιουργούμε προβλήματα στο νου μας

Οι εγκέφαλοί μας είναι σχεδιασμένοι να ανησυχούν και είναι πολύ καλοί σε αυτό. Είναι σχεδιασμένοι έτσι ώστε να ανησυχούν για το πώς και πότε θα χρειαστεί να «διορθώσουν» κάτι. Πρόκειται για ένα γνωστικό χαρακτηριστικό που μας βοήθησε να εξελιχθούμε.

Έχουμε αναπτύξει κάθε μεγάλη βιομηχανία (γεωργία, φαρμακευτική, θρησκεία) λόγω κάποιου φόβου: φόβο θανάτου, ασθένεια, πείνα, έλλειψη νοήματος. Το μέρος του εγκεφάλου που ελέγχει την περισυλλογή ελέγχει επίσης και τη δημιουργικότητα. Αυτό δεν είναι σύμπτωση.

Αν νιώθετε ότι δεν μπορείτε να σταματήσετε να ανησυχείτε, να δημιουργείτε από το πουθενά προβλήματα, να χαλαρώσετε και να απολαμβάνετε, δεν είναι επειδή κάτι πάει στραβά με εσάς. Το λάθος βρίσκεται στην αδυναμία σας να κατανοήσετε τον ανθρώπινο εγκέφαλο και την ευτυχία.

Δεν έχουμε σχεδιαστεί για να είμαστε «χαρούμενοι» με τον τρόπο που σκεφτόμαστε την ευτυχία: ανεμελιά, ευγνωμοσύνη, ενθουσιασμός. Έχουμε γεννηθεί για να επιβιώνουμε, δηλαδή να δημιουργούμε. Ο πόνος διαλύεται όταν εστιάζουμε στη δημιουργία παρά στο να νιώθουμε. Αντί να ψάχνουμε το πώς μας κάνει να νιώθουμε ο κόσμος, εστιάζουμε στο πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε αυτό που θέλουμε από αυτό που υπάρχει.

Το καλό και το κακό γίνονται αδιάφορα εδώ, όταν η εστίαση δεν βρίσκεται στο «Τι μπορώ να απολαύσω;», αλλά καλύτερα στο «Τι μπορώ να δημιουργήσω;».

Τα εμπόδιο μετατρέπονται σε ευκαιρίες. Η ζωή γίνεται ένα εξαιρετικό ταξίδι. Τα πάντα είναι δημιουργία. Άλλωστε, ο οργανισμός μας δημιουργεί κύτταρα και σκέψεις (ακόμα και καθώς διαβάζετε αυτό το κείμενο). Δημιουργούμε διοξείδιο του άνθρακα καθώς εκπνέουμε.

Όταν περνάμε χρόνο με κάποιον που αγαπάμε, δημιουργούμε τη σχέση μας. Κάθε φορά που εργαζόμαστε, δημιουργούμε χρήματα και δεξιότητα. Συνεχώς και πάντα δημιουργούμε.

Ο πόνος έρχεται όταν σταματάμε να δημιουργούμε. Αντί λοιπόν να καταστρώνουμε το επόμενο βήμα στη ζωή μας, εμείς υπεραναλύουμε το προηγούμενο. Αντί να φανταστούμε πρωτότυπες ιδέες, υποθέτουμε ότι τίποτε καλύτερο δεν είναι δυνατό. Αντί να λαμβάνουμε τον έλεγχο της ζωής μας, υποθέτουμε ότι είμαστε αδύναμοι. Γινόμαστε έτσι αδύναμοι. Και ο πόνος χάνει οποιαδήποτε ουσία.

Όταν εστιάζουμε στη δημιουργία, ο πόνος ενσωματώνεται στη διαδικασία. Και αξίζει τον κόπο. Δεν χωρίζουμε τις συναισθηματικές μας εμπειρίες ανάμεσα στα «πράγματα που δημιουργούν ωραίες αισθήσεις και «σ’ εκείνα που δεν δημιουργούν». Η δημιουργία δεν αφορά αποκλειστικά τις τέχνες, όπως συνηθίζουμε να θεωρούμε. Όλα είναι δημιουργικά. Κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας. Σε αυτή την επιλογή, υπάρχει ένα διαφορετικό είδος ευτυχίας – ένα ενεργητικό και όχι παθητικό.

Όποιος έχει κοιτάξει μέσα του, δε φοβάται τίποτα

Εγώ και ο εαυτός μου. Αναμέτρηση χρόνων. Πορεία σταθερή. Στόχος ένας! Να σε συναντήσω. Να αποκτήσω σχέση μαζί σου. Να συνδεθώ, να επικοινωνήσω. Να βουτήξω να πιάσω το πολύτιμο πετράδι σου, να φέρω στο φως το θησαυρό σου. Δύσκολο έργο. Τεράστια πρόκληση. Κρύβω όμως έναν άσσο στο μανίκι μου. Ξέρω ότι το πετράδι υπάρχει. Ο θησαυρός είναι εκεί. Αυτό που μένει είναι να τον φέρω στην επιφάνεια.

Πέρασε πολύς καιρός από τότε που έπαιζες με τον θησαυρό σου, τον θαύμαζες και τον έδειχνες στους ανθρώπους χωρίς φόβο. Ήσουν πολύ μικρός τότε κι εσύ και ο θησαυρός σου ήσασταν ένα! Καθόσουν στο πάτωμα και τον άπλωνες όλο καμάρι μαζί με τα παιχνίδια σου και έπαιζες και γινόσουν ένα μαζί του και όλοι, ότι και να έκανες, ακόμα και αταξία και ζαβολιά, είχαν ένα καλό λόγο, ένα χαμόγελο στα χείλη τους για σένα. Ο θησαυρός σου ήταν ανεκτίμητος, όσο κι εσύ. Δεν χρειαζόταν να αποδείξεις τίποτα και σε κανένα, έδινες τόση χαρά και μόνο με την παρουσία σου… εσύ ήσουν ο ίδιος ο θησαυρός!

Πέρασαν όμως τα χρόνια και τον θησαυρό σου τον ξέχασες σε μια γωνιά μέσα σου, όπως ξέχασες τα περισσότερα παιχνίδια σου. Άρχισες να ασχολείσαι τότε με άλλα πράγματα γιατί αναπόφευκτα έπρεπε να ενταχθείς στο κοινωνικό σύνολο και να αναπτύξεις κοινωνικές σχέσεις. Εκεί ξέχασες λιγάκι να παίζεις, αν και πάντα μέσα σου ένιωθες την ανάγκη να το κάνεις.

Σιγά–σιγά άρχισες να τα βρίσκεις σκούρα. Άρχισες να συνειδητοποιείς ότι τέλειωσαν τα παιχνίδια και άρχισε η αληθινή ζωή. Οι περισσότεροι άνθρωποι πιπίλαγαν μια καραμέλα “Οι σχέσεις είναι δύσκολες!”, μέχρι που τη γεύτηκες κι εσύ και δεν σου άρεσε καθόλου. Ενώ εσύ ήθελες να παίξεις και να εκτιμήσουν αυτό που είσαι, ξαφνικά τα λάθη σου ήταν κατακριτέα και άξια τιμωρίας, δύσκολα κάποιος σου συγχωρούσε ένα παράπτωμα, μία λάθος κίνησή σου, μέχρι που έφτασες στο σημείο εσύ πρώτος να τιμωρείς τον εαυτό σου και χωρίς να το καταλάβεις άρχισες κάποιες φορές να φοράς μάσκες, γιατί αυτό που ήσουν, φοβόσουν να το φέρεις στην επιφάνεια.

Οι σχέσεις ξεκινούσαν με παιχνίδι αλλά κατέληγαν να σε πληγώνουν με τις προεξοχές τους. Κι εσύ όχι μόνο ξέχασες τον θησαυρό σου, αλλά φρόντισες να τον θάψεις βαθιά μέσα σου. Κι αν κάτι έφερνες στην επιφάνεια κάποιες φορές και γυάλιζε, ήταν κάτι που λαμπύριζε και θάμπωνε στην αρχή αλλά μετά έχανε την λάμψη του γιατί δεν ήταν ατόφιο, δεν ήταν μασίφ. Ακόμα κι αν κάτι ερχόταν από μέσα σου και ξεπηδούσε πηγαία, το είχες κουκουλώσει τόσο καλά, που δεν το άφηνες να βγει στην επιφάνεια.

Έτσι, με τα χρόνια που πέρασαν, κατάλαβες ότι αντί να ριχτείς στη δουλειά να ανασύρεις τον θησαυρό από μέσα σου, εσύ από φόβο τον έθαβες όλο και περισσότερο, όπως τσιμεντώνουν τη γη. Φέρε στο νου σου την εικόνα. Το χώμα θα βγάλει χορταράκια, άνθη, αγριολούλουδα. Αν το φυτέψεις, θα σου δώσει καρπούς. Τη ζωή την ίδια. Κι εσύ αντί να κάνεις αυτό, άρχισες να πετάς με το τσουβάλι προς την λάθος κατεύθυνση, δηλαδή μέσα σου, ότι σε πόνεσε από τους ανθρώπους, ότι σε απογοήτευσε, ότι σε παίδεψε. Ξέχασες να ποτίσεις, να ξεχορταριάσεις, να οργώσεις για να ανασάνει το χώμα, να φυτέψεις για να πάρεις καρπούς. Ξέχασες να απολαμβάνεις το παιχνίδι με το ίδιο σου τον εαυτό.

Άφησες τη γη σου απεριποίητη, χωρίς ούτε ένα φράχτη τριγύρω της και επέτρεπες στον καθένα μα πιο πολύ στον εαυτό σου να την ποδοπατάει. Ξέχασες θησαυρό, τα ξέχασες όλα. Ζιζάνια φυτρώνανε το ένα μετά το άλλο μέσα σου, κάποιοι περαστικοί πέταγαν τα σκουπίδια τους στο εγκαταλελειμμένο μέρος, κάποιοι άλλοι άδειασαν τα μπάζα τους εκεί γιατί ήταν εύκολο αφού δεν τους έλεγε κανένας όχι και το μέρος παρέμενε απροστάτευτο.

Ανάσα δεν έπαιρνες από πουθενά. Τον ένιωθες όμως το θησαυρό ότι ήταν κάπου μέσα σου και σου ζητούσε να βγει στην επιφάνεια, όπως το αγριολούλουδο που ζητά να ανθίσει. Η γη όσο και να την μπαζώσεις, θα βρει τον δρόμο της. Πόσες φορές έχεις δει στην άκρη ενός τσιμεντένιου δρόμου, να ξεπροβάλει θαρραλέα η δύναμη της φύσης! Ένα χορτάρι, ένα λουλούδι μπορεί να φυτρώσει στα πιο απίθανα μέρη, σε τόσο δα λίγο χώμα, θα βγει να δηλώσει περίτρανα την παρουσία του, θα βγει στο φως να δείξει όλο καμάρι το θησαυρό του.

Η ζωή λοιπόν στα έφερε έτσι, που το πήρες τελικά το μήνυμα. Ήρθε η ώρα να ψάξεις το θησαυρό σου. Μέσα σου. Ήρθε η ώρα να θυμηθείς ό,τι είχες ξεχάσει, ήρθε η ώρα να αναμετρηθείς με τον εαυτό σου σοβαρά και με υπευθυνότητα. Χρειάστηκες εργαλεία. Ένα καλέμι κι ένα σφυρί για να σπάσεις το σκληρό τσιμέντο, χέρια δυνατά για να πετάξεις μακριά ότι άχρηστο κουβάλησες και σε βάραινε χρόνια ολόκληρα, μια αξίνα για να σκάψεις. Χρειάστηκες επίσης μεγεθυντικό φακό για να δεις στην πραγματική τους διάσταση αυτά που θεωρούσες μικρά μέσα σου. Δυό τρεις καρδιακούς φίλους να σου υποδείξουν με αγάπη αυτό που εσύ δεν έβλεπες ξεκάθαρα, μία επιστημονική προσέγγιση να σε ταρακουνήσει, το Θεό τον ίδιο να σε ξυπνήσει!

΄Οσο πιο βαθιά έσκαβες μέσα σου, τόσο περισσότερο ήθελες να πας. Η διαφορά ήταν πως τώρα δεν ήθελες να βυθιστείς για να πονέσεις, αλλά για να λυτρωθείς! Χρειάστηκε να καθαρίσεις παλιές βαθιές πληγές, να βγάλεις επιδέσμους από πληγές που κακοφόρμισαν γιατί δεν τις περιποιήθηκες, να επουλώσεις τραύματα. Πόνεσες κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, τράβηξες τσιρότα, με χαρά είδες ότι κάποιες πληγές ήταν έτοιμες να κλείσουν, με ακόμα μεγαλύτερη ότι κάποιες έκλεισαν και δεν σου καθόριζαν πια τη ζωή σου και ξαφνικά… η αξίνα σου έφτασε στο στόχο! Χτύπησε το κουτί του θησαυρού σου κι εκεί άφησες το εργαλείο και έσκυψες πάνω από το πολύτιμο κουτί με την καρδιά σου να χτυπάει σαν τρελή και με τα χέρια σου, άρχισες να σκάβεις με λαχτάρα γύρω του για να το φέρεις στην επιφάνεια.

'Εκανες βουτιά μέσα σου και μαγεύτηκες από αυτό που είσαι! Βρήκες τον θησαυρό σου και τον έφερες στο φως! Άρχισες να χαίρεσαι όπως όταν ήσουν παιδί. Τον πήρες στην αγκαλιά σου, τον χάιδεψες, τον φίλησες, δάκρυσες από χαρά κι από συγκίνηση, του ζήτησες συγγνώμη που τον ξέχασες τόσα χρόνια. Ένιωσες την ευλογία αυτής της ανακάλυψης να πλημυρίζει ολόκληρο το είναι σου, ένιωσες το κάθε κύτταρό σου να γεμίζει από χαρά, ένιωσες απέραντη ευγνωμοσύνη για το Θείο αυτό δώρο και μια φωνή μέσα σου να φωνάζει… «Ελευθερώθηκα!»…

Ξανάγινες παιδί… άπλωσες τον θησαυρό μπροστά σου να τον χαίρεσαι εσύ και οι άνθρωποι χωρίς να φοβάσαι πια τίποτα απολύτως… γιατί ο θησαυρός δεν είναι μόνο δικός σου και δεν είναι μόνο πολύτιμος για σένα. Είναι για όλους τους ανθρώπους και συνειδητά πια τον αποκάλυψες και τον άπλωσες στο πάτωμα κι έκατσες να παίξεις μαζί του και με τους ανθρώπους, χωρίς να φοβάσαι αν θα χτυπήσεις ή αν θα πονέσεις. Γιατί κατάλαβες ότι και αυτό μέρος του παιχνιδιού είναι, αρκεί να το δεις έτσι και να μην επιτρέψεις ξανά, κανένας φόβος να σου καθορίσει το ποιος είσαι. Γιατί τελικά όποιος τολμά να πετάξει τους φόβους του και να μπει στο παιχνίδι της ζωής, ξέρει και να το απολαμβάνει. Γιατί τελικά… όποιος έχει κοιτάξει μέσα του, δε φοβάται τίποτα!

Από μια υψηλή νόηση, μέχρι αυτή που πλησιάζει τη μωρία, οι διαβαθμίσεις είναι ατέλειωτες

Από μια υψηλή νόηση, μέχρι αυτή που πλησιάζει τη μωρία, οι διαβαθμίσεις είναι ατέλειωτες. Είναι κατ’ αρχήν και ο πνευματικός ορίζοντας του καθενός πολύ διαφορετικός, δηλαδή από αυτόν της απλής αντίληψης του παρόντος, που έχει ακόμα και το ζώο, σε αυτόν ο οποίος περιλαμβάνει την επόμενη ώρα ή ακόμα την επόμενη μέρα, την εβδομάδα, το έτος, τη ζωή, τους αιώνες, τις χιλιετίες, μέχρι αυτόν μιας συνείδησης η οποία σχεδόν διαρκώς έχει παρόντα τον, αν και θαμπά ανατέλλοντα, ορίζοντα του απείρου. Οι σκέψεις του καθενός σε κάθε περίπτωση παίρνουν τον χαρακτήρα που αναλογεί στον πνευματικό του ορίζοντα.

Ακόμα, εκείνη η διαφορά της ευφυΐας διαφαίνεται στην ταχύτητα της σκέψης τους, η οποία είναι σημαντική και τόσο διαφορετικά διαβαθμισμένη, όπως τα σημεία από το κέντρο μέχρι την εξωτερική γραμμή ενός περιστρεφόμενου δίσκου. Ο ορίζοντας των συμπερασμάτων και αιτιών μέχρι τον οποίο μπορεί να φτάσει η σκέψη του καθενός, φαίνεται να βρίσκεται σε μια ορισμένη σχέση με την ταχύτητα της σκέψης του· γιατί η μεγαλύτερη ένταση της δύναμης της σκέψης διαρκεί γενικώς μόνο ένα πολύ σύντομο διάστημα, και μόνο όσο διαρκεί, μια σκέψη μπορεί να προσπελαστεί στην πλήρη της ενότητα. Γι’ αυτό είναι σημαντικό το κατά πόσο η νόηση, σε ένα τόσο σύντομο διάστημα, μπορεί να την παρακολουθήσει, δηλαδή πόσο δρόμο μέσα σε αυτήν μπορεί να διανύσει.

Τέλος, η μεγάλη ατομική διαφορά της ευφυΐας, για την οποία μιλάμε, γίνεται φανερή κατά τον καλύτερο τρόπο στον βαθμό διαύγειας της αντίληψης, και συνεπώς στη σαφήνεια της όλης σκέψης. Στον έναν είναι ήδη αντίληψη ενός αντικειμένου ό,τι στον άλλον είναι η κάποια στροφή της προσοχής του προς αυτό- ο ένας έχει ήδη τελειώσει και έχει φτάσει στον σκοπό, όταν ο άλλος ακόμα βρίσκεται στην αρχή- αυτό που στον έναν είναι η λύση, στον άλλον είναι το πρόβλημα. Αυτό απορρέει από την ποιότητα της σκέψης και της γνώσης, που αναφέραμε ήδη προηγουμένως. Όπως στα δωμάτια ο βαθμός φωτεινότητας είναι διαφορετικός, έτσι και στα κεφάλια.

Επομένως, σε σχέση με τη νόηση, η φύση είναι εξόχως αριστοκρατική. Οι διαφορές που έχει δημιουργήσει σε αυτήν είναι μεγαλύτερες από εκείνες που δημιουργούν η γέννηση, τα πλούτη, οι διαφορές των κοινωνικών ομάδων σε οποιαδήποτε χώρα- αλλά, όπως και σε άλλες αριστοκρατίες, έτσι και σε αυτή της φύσης αντιστοιχούν πολλές χιλιάδες αγροίκοι σε έναν ευγενή, πολλά εκατομμύρια σε έναν άρχοντα, και ο μεγάλος σωρός είναι απλός όχλος, συρφετός, λωποδύτες, στενόμυαλοι, ποταποί. Όμως ανάμεσα στη σειρά των διαφορών της φύσης και αυτής των κοινωνικών υπάρχει μια κραυγαλέα αντίθεση, για την εξισορρόπηση της οποίας θα πρέπει να ελπίσουμε σε μια χρυσή εποχή. Στο μεταξύ, και εκείνοι που βρίσκονται πολύ ψηλά στη σειρά της νόησης που επέβαλε η φύση, και οι άλλοι στην κοινωνική σειρά, έχουν κοινό το ότι συνήθως βρίσκονται σε ευγενή απομόνωση, την οποία υπονοεί ο Μπάιρον όταν λέει:

Τη μοναξιά των βασιλέων να νιώθω, όμως χωρίς την εξουσία που τους επιτρέπει να φέρουν το στέμμα. (Prophecy of Dante, κεφ. 1, στίχ.166)

Γιατί η νόηση είναι μια αρχή που διαφοροποιεί και διαχωρίζει- οι διάφορες διαβαθμίσεις της προσφέρουν στον καθένα πολύ περισσότερο διαφορετικές αντιλήψεις από ό,τι η απλή μόρφωση, με συνέπεια, κατά κάποιο τρόπο, καθένας να ζει σε έναν άλλο κόσμο, στον οποίο μόνο τους ομοίους του συναντά άμεσα, στους άλλους, όμως, μόνο από μακριά μπορεί να πει κάτι και να προσπαθήσει να τους γίνει κατανοητός. Μεγάλες διαφορές στον βαθμό και στην εξέλιξη της διανοητικής ικανότητας ανοίγουν από άνθρωπο σε άνθρωπο ένα μεγάλο χάσμα, το οποίο μόνο η καλοσύνη της καρδιάς μπορεί να γεφυρώσει, η οποία, αντίθετα προς τη διανοητική ικανότητα, είναι η ενοποιητική αρχή που ταυτίζει κάθε άλλον με τον ίδιο τον εαυτό του. Η ενότητα όμως παραμένει ηθική- δεν μπορεί να γίνει διανοητική. Ακόμα και με αρκετά παρόμοιο βαθμό μόρφωσης, η συζήτηση ανάμεσα σε ένα μεγάλο πνεύμα και ένα συνηθισμένο μυαλό μοιάζει με το συντροφικό ταξίδι ενός άνδρα που κάθεται σε ένα ζωηρό άλογο, με έναν πεζοπόρο. Το ταξίδι θα γίνει και για τους δύο σε λίγο οχληρό, και με τον χρόνο αδύνατο. Για μια μικρή διαδρομή βέβαια, μπορεί ο έφιππος να κατέβει από το άλογο για να βαδίσει με τον άλλον, αν και η ανυπομονησία του αλόγου του θα του δημιουργήσει προβλήματα.

ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, Οι ατέλειες της νόησης και η μεγαλοφυΐα