Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

Κοινή Χρονολογία (χρονολόγηση)

Αποσαφήνιση του όρου  «Π.Κ.Ε.» και «Κ.Ε.»

Οι όροι Κοινή Χρονολογία (Κ.Χ.) Κοινή Εποχή (Κ.Ε.), Χριστιανική Εποχή (Χ.Ε.) ή Παρούσα Εποχή (Π.Ε.) αφορούν την περίοδο που ξεκινάει από το έτος 1 κι εντεύθεν. Xρησιμοποιούνται για το σύστημα υπολογισμού των ετών το οποίο είναι χρονολογικά ταυτόσημο με το σύστημα «έτος του Κυρίου» (Anno Domini, A.D.) στα λατινικά, με λιγότερο, όμως, θρησκευτικό χρωματισμό. Αντίστοιχα, στην ελληνική γραμματεία είναι το ισοδύναμο της «μετά Χριστόν» (μ.χ.) χρονικής περίοδου.

Για αναφορά σε χρονολογίες πριν από το έτος 1, το οποίο για τις χριστιανικές θρησκείες συμπίπτει με την εμφάνιση του Ιησού στη Γη, χρησιμοποιείται είτε η συντομογραφία π.Χ. (προ Χριστού), είτε κάποια θρησκευτικά ουδέτερη εναλλακτική, όπως οι συντομογραφίες Π.Κ.Χ. (Πριν από την Κοινή Χρονολογία), Π.Κ.Ε. (προ Κοινής Εποχής) ή Π.Κ.Π. (πριν από την Κοινή Περίοδο). Όσον αφορά χρονολογίες μετά το έτος 1, οι οποίες αναφέρονται συνήθως ως μ.χ. (μετά Χριστόν), χρησιμοποιούνται επίσης οι συντομεύσεις Κ.Χ. (της Κοινής Χρονολογίας), Κ.Ε. (Κοινής Εποχής) ή Κ.Π. (της Κοινής Περιόδου). Στα αγγλικά οι αντίστοιχοι όροι είναι B.C.E. ή BCE που σημαίνει “Before Common Era” και C.E. ή CE που σημαίνει “Common Era”. Για την συντομογραφία Π.Κ.Π./Κ.Π. βλέπε για παράδειγμα στην [Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, Ιακώβ Μπενμαγιόρ http://www.jmth.gr/web/thejews/pages/pages/historyGR.htm] του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης]

Αν και η «κοινή χρονολογία», ή αλλιώς «κοινή εποχή», ήταν όρος που χρησιμοποιήθηκε αρχικά από ορισμένους χριστιανούς σε μια χρονική περίοδο που ο χριστιανισμός ήταν η πιο ευρέως διαδεδομένη θρησκεία στη Δύση, αυτός ο όρος χρησιμοποιείται πλέον ως θρησκευτικά ουδέτερος εναλλακτικός όρος ο οποίος έχει τα αντίστοιχά του και σε άλλες γλώσσες. Για παράδειγμα, στην κινεζική γλώσσα χρησιμοποιείται μια μετάφραση αυτού του όρου, γκονγκ γιουάν (公元) για την χρονολογική καταγραφή. Ο όρος γίνεται όλο και περισσότερο αποδεκτός ως πολιτικά ορθός (politically correct) και θρησκευτικά ουδέτερος, για την αποδέσμευση της περιοδολόγησης και των χρονολογικών συστημάτων από τις θρησκειολογικές τους προεκτάσεις, προκειμένου να καθιερωθεί ένα παγκόσμιο σύστημα χρονολόγησης αποδεκτό από τις διαφορετικές θρησκείες του κόσμου.

Η χρονολογία και η καταγραφή της
Η ημερολογιακή πρακτική που έκανε αναγκαίο τον όρο “κοινή χρονολογία” είναι το σύστημα αρίθμησης των ετών, με εκκίνηση το έτος που υποτίθεται ότι γεννήθηκε ο υποτιθέμενος Χριστός. Ωστόσο η εκτίμηση εκείνη αποδείχτηκε ανακριβής, καθώς είναι πλέον γνωστό ότι ο Χριστός υποτίθεται ό,τι γεννήθηκε περίπου το 2 με 7 Π.Κ.Χ. Το ημερολογιακό σύστημα βάσει της γέννησης του Χριστού επινοήθηκε από τον μοναχό Διονύσιο τον Μικρό το έτος 525 κατόπιν εντολής του Πάπα Ιωάννη Α’ χρησιμοποιώντας τη λατινική συντομογραφία A.D. (στη λατινική, anno Domini, που σημαίνει στο έτος του Κυρίου [μας] το οποίο στην ελληνική γραμματεία αντιστοιχήθηκε με το “μ.χ.” μετά Χριστόν) για τον προσδιορισμό των ετών.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτοί οι όροι δεν χρησιμοποιήθηκαν ευρέως για αιώνες καθώς γύρω στον όγδοο αιώνα άρχισε η ευρύτερη χρήση τους. Ο πρώτος χρονικογράφος που χρησιμοποίησε τον όρο “A.D.” (μ.χ.) ήταν ένας αφρικανός ιστορικός του έβδομου αιώνα. Λίγο αργότερα, ο αγγλοσάξωνας ιστορικός και θεολόγος Βέδας έκανε χρήση του λατινικού όρου “ante incarnationis dominicae” (που σημαίνει “πριν την ενσάρκωση του Κυρίου”) η οποία αποτελεί αντίστοιχο αντίστοιχο του όρου B.C. (π.χ.) για να προσδιορίσει τα έτη που προηγούνται του πρώτου έτους αυτής της περιόδου, στο έργο του Εκκλησιαστική Ιστορία του Αγγλικού Λαού.

Ο όρος “κοινή χρονολογία/εποχή” αποτελεί έναν εναλλακτικό τρόπο αναφοράς σε αυτή την χρονική περίοδο. Σύμφωνα με αυτή την ονοματολογική σύμβαση, η Γαλλική επανάσταση έγινε το έτος 1789 και ο άνθρωπος πάτησε στο Φεγγάρι το έτος 1969. Όσοι χρησιμοποιούν την ονοματολογία της «κοινής χρονολογίας» θεωρούν ότι αυτές είναι χρονολογίες «της κοινής [μας] χρονολογίας».

Όταν χρησιμοποιείται ως αντικατάσταση της σήμανσης “π.Χ./μ.Χ” ο όρος «της κοινής [μας] χρονολογίας» συντομογραφείται ως «Κ.Χ.» και είναι το ακριβές αριθμητικό αντίστοιχο του «μ.Χ.» Αντίστοιχα, η περίοδος πριν από την κοινή μας χρονολογία καλείται «Π.Κ.Χ.» (πριν την Κοινή [μας] Χρονολογία) και είναι το ακριβές αντίστοιχο του «π.Χ.» Και στις δύο περιπτώσεις, η συντομογραφία τοποθετείται μετά το έτος, οπότε γράφουμε πως ο Αριστοτέλης γεννήθηκε το 384 Π.Κ.Χ. (ή 384 π.Χ.) και ότι η Ελληνική Επανάσταση ξεκίνησε το έτος 1821 Κ.Χ. (ή 1821 μ.Χ.).

Σε κάποιες (σπάνιες) περιπτώσεις, μπορεί κανείς να βρει τη συντομογραφία “e.v.” ή “EV” (Era Vulgaris) αντί του «Κ.Ε.» που σημαίνει «κοινή εποχή» στα λατινικά. Χαρακτηριστικά παραδείγματα θεολογικών έργων αναφοράς είναι το The Anchor Bible Dictionary (Doubleday, 1992) και η Encyclopedia of Christianity (Oxford University Press, 2005).

Οι πηγές προέλευσης
Σύμφωνα με τον Πίτερ Ντάνιελς (γλωσσολόγο εκπαιδευμένο στα πανεπιστήμια του Κορνέλ και του Σικάγο): Τα ΚΕ και ΠΚΕ άρχισαν να χρησιμοποιούνται τις τελευταίες δεκαετίες, πιθανώς αρχικά από τις μελέτες της Αρχαίας Εγγύς Ανατολής, όπου (α) υπάρχουν πολλοί Εβραίοι μελετητές και (β) η ονομασία των ετών βάσει μιας χριστιανικής εποχής είναι άσχετη. Είναι, πράγματι, θέμα ευαισθησίας.

Ωστόσο, ο όρος “κοινή εποχή” έχει προϊστορία. Σε βιβλίο του, ο Άγγλος επίσκοπος Χάμφρεϊ Πριντό (Humphrey Prideaux) έγραψε το 1716: «Η κοινή εποχή, με την οποία υπολογίζουμε τα χρόνια από την ενσάρκωσή του». Το 1835, στο βιβλίο του, “Ζωντανοί χρησμοί” (Living Oracles), ο Αλεξάντερ Κάμπελ έγραψε “η κοινή Εποχή, ή Anno Domini (το έτος του Κυρίου)· το τέταρτο έτος του Χριστού, το πρώτο εκ των οποίων δεν ήταν παρά οκτώ ημέρες.” Στο άρθρο της για την Χρονολόγηση, η Καθολική Εγκυκλοπαίδεια του 1908 χρησιμοποιεί την πρόταση: “Πρώτη ανάμεσα σε αυτές [τις χρονολογικές εποχές], είναι αυτή που έχει υιοθετηθεί τώρα από όλους τους πολιτισμένους λαούς και είναι γνωστή ως η Χριστιανική Κοινή εποχή, στης οποίας τον εικοστό αιώνα ζούμε τώρα”. Στα αγγλικά αποσπάσματα που παρατίθενται στην προηγούμενη παράγραφο, το πρωτότυπο έχει τη λέξη vulgar, που έχει φτάσει να σημαίνει “άκομψος”, “χυδαίος”, αλλά για λόγους που αναλύονται αμέσως μετά, μεταφράστηκε “κοινός”.

Ο όρος “κοινός” προέρχεται από το λατινικό vulgāris (από το vulgus, ο κοινός, συνηθισμένος κόσμος), που σημαίνει “σχετικός με τον κοινό κόσμο, καθημερινός, συνηθισμένος”, και δείχνει ότι το σύστημα χρησιμοποιούταν ευρέως, ακόμα και από ανθρώπους που δεν πίστευαν στην θεότητα του Ιησού.

Η πρώτη Εβραϊκή χρήση του όρου είναι στην επιγραφή μιας ταφόπλακας σε ένα Εβραϊκό νεκροταφείο, στο Πλύμουθ της Αγγλίας: Ενθάδε κείται η εντιμότητά του, ο Ιούδα, υιός της εντιμότητάς του, του Ιωσήφ, πρίγκηπας και τιμημένος ανάμεσα στους φιλανθρώπους, ο οποίος διέπραξε καλές πράξεις, πέθανε στην οικία του στην Πόλη του Μπαθ, Τρίτη, και θάφτηκε εδώ την Κυριακή, 19 του Σίβαν το έτος 5585. Εις μνήμη του Λάιον Ιωσήφ Εσκ (έμπορο από το Φάλμουθ της Κορνουάλη), που πέθανε στο Μπαθ τον Ιούνιο ΑΜ 5585/ VE 1825. Αγαπητός και αξιοσέβαστος.

Αυτή η επιγραφή, όπως οι περισσότερες, χρησιμοποιεί το Εβραϊκό ημερολόγιο (5585), αλλά στο τέλος του καθορίζει το αντίστοιχο στην κοινή χρονολόγηση του δοθέντος στο Εβραϊκό ημερολόγιο έτους, δηλαδή το 1825. Η συντομογραφία VE σημαίνει όπως καθορίστηκε παραπάνω Vulgar Era (“κοινή εποχή”), και πιθανώς χρησιμοποιήθηκε αντί του AD (λατινικό αντίστοχο του μΧ), για να αποφευχθούν Χριστιανικές επιπλοκές.

Σύγχρονοι Ιουδαίοι, Μουσουλμάνοι, Ρωμαιοκαθολικοί, Ορθόδοξοι, Μάρτυρες του Ιεχωβά, Μεννονίτες και άλλων αποχρώσεων συγγραφείς, λόγιοι, θεολόγοι και άλλοι προτιμούν αυτή την ουδέτερη χρονολογική σήμανση “Π.Κ.Χ./Κ.Χ.”, ή τον παρόμοιο όρο “Χριστιανική εποχή” (“C.E.”, ή “Χ.Ε.”). Πολλοί ακαδημαϊκοί στα πεδία της Ιστορίας, της θεολογίας, της αρχαιολογίας, της κοινωνιολογίας και της ανθρωπολογίας χρησιμοποιούν αυτό το σύστημα σήμανσης αρκετές δεκαετίες. Επί παραδείγματι, η Complete Jewish Bible αναφέρει στην Εισαγωγή της: «Οι συντομογραφίες “B.C.E.” [δηλ. Π.Κ.Χ.] και “C.E.” [δηλ. Κ.Χ.], που σημαίνουν “Πριν την Κοινή Χρονολογία” και “Κοινή Χρονολογία” αντίστοιχα, χρησιμοποιούνται από την Ιουδαϊκή κοινότητα αντί των “B.C.” [δηλ. π.Χ.] και “A.D.” [δηλ. μ.Χ.]». (Jewish New Testament Publications, 1998, σελ. xvii) Βλέπε επί παραδείγματι το άρθρο “Ο Βιβλικός Κανόνας” (Αγγλικά) του καθηγητή Θεολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Πέτρου Βασιλειάδη. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά χρησιμοποιούν στα έντυπά τους τις πρόσφατες δεκαετίες αποκλειστικά τη μορφή “Π.Κ.Χ./Κ.Χ.” και συνήθως εξηγούν σε υποσημείωση ότι αυτοί οι όροι σημαίνουν «πριν από την Κοινή μας Χρονολογία» και «της Κοινής μας Χρονολογίας» αντίστοιχα

Οι περισσότερο εμφανείς χρήσεις της σημειολογίας της Κοινής Χρονολογίας έκαναν την εμφάνισή τους πρόσφατα σε μεγάλα μουσεία στον αγγλόφωνο κόσμο: το καναδικό Βασιλικό Μουσείο του Οντάριο υιοθέτησε το σύστημα της Κοινής Χρονολογίας το 2002, το Ίδρυμα Σμιθσόνιαν κ.α. αν και ανεξάρτητα μουσεία δεν υποχρεούνται να την χρησιμοποιούν. Ακόμη, πολλοί συγγραφικοί οδηγοί τώρα προτιμούν ή επιβάλουν την χρήση της. Ορισμένοι από αυτούς, οι οποίοι αναφέρονται σε χριστιανικές εκκλησίες την καθιστούν υποχρεωτική: για παράδειγμα, αυτός του Επισκoπικού Αββαείου του Μαίρυλαντ.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η χρήση της σήμανσης ΠΚΧ/ΚΧ είναι αυξανόμενη στη βιβλιογραφία. Χρησιμοποιείται από το Συμβούλιο Κολεγίων (College Board) στα τεστ ιστορίας, όπως επίσης και σε εκδόσεις της National Geograpic Society και από το Αστεροσκοπείο των Η.Π.Α. Το History Channel χρησιμοποιεί επίσης αυτή την σήμανση σε κάποια από τα θέματά του.

Αντίθετες απόψεις
Η αλλαγή των ημερομηνιών από την π.Χ. ορολογία στην π.Κ.Χ. έχουν δημιουργήσει αντιδράσεις. Ίσως η πιο αξιοσημείωτη, όταν μια π.Χ. αλλάχθηκε σε π.Κ.Χ. ημερομηνία σε μια εξεταστική ερώτηση στην Νέα Νότια Ουαλία, προκάλεσε ερωτήματα και επιθετικές διαμαρτυρίες και στις δύο παρατάξεις του Κρατικού Κοινοβουλίου και την αποδοχή από τον Υπουργό Παιδείας ότι η αλλαγή δεν έπρεπε να έχει γίνει. Όταν η διδασκαλία του τι σήμαινε το σύστημα π.Χ./π.Κ.Χ. εισάχθηκε στην Αγγλική Εθνική Διδακτέα Ύλη το 2002, προέτρεψε την αποστολή γραμμάτων που εξέφραζαν αμηχανία στις εθνικές εφημερίδες.

Επιχειρήματα κατά της ανάδειξης της Κοινής Χρονολογίας περιλαμβάνουν:
*Οι π.Χ. και μ.Χ. χρονολογίες έχουν χρησιμοποιηθεί για τόσο πολύ χρονικό διάστημα, ώστε έχουν απαλλαχθεί κάπως από τις θρησκευτικές τους εννοιολογικές αποχρώσεις, επιμένουν οι φανατικοί χριστιανοί.
*Το νεότερο σύστημα π.Κ.Χ./Κ.Χ. δεν έχει χρησιμοποιηθεί αρκετά ευρέως ώστε να γίνει κοινά κατανοητό.
*Τα ονόματα για τους μήνες και τις ημέρες της εβδομάδας προέρχονται από τις ρωμαϊκές και νορβηγικές θρησκευτικές παραδόσεις, οπότε η ονομασία εποχών με βάση την χριστιανική παράδοση δεν θα έπρεπε να βλέπεται ως υποκειμενική.
*Υποβαθμίζει την σημασία της ανάδειξης του Χριστού σε κοινωνίες που έχουν μεγάλη χριστιανική παρουσία.

Η  ΛΟΓΙΚΗ αντιτίθενται στην διατήρηση του έτους 1 ως απαρχή της Κοινής Χρονολογίας, επειδή συντηρεί μια χριστοκεντρική παγκόσμια όψη ως εκδαπάνηση ενός θρησκευτικά ουδέτερου συστήματος χρονομέτρησης. Οι υποστηρικτές της σημειολογικής μορφής της Κοινής Χρονολογίας την προωθούν ως μια θρησκευτικά ουδέτερη μορφή, κατάλληλη για διαπολιτισμική χρήση.

Επιχειρήματα υπέρ της καθιέρωσης της Κοινής Χρονολογίας περιλαμβάνουν:
*Το ημερολόγιο που χρησιμοποιείται από την Δύση έχει γίνει ένα διεθνές πρότυπο. Θα πρέπει να είναι θρησκευτικά και πολιτισμικά ουδέτερο λαμβάνοντας υπόψη τις κουλτούρες που υποχρεώθηκαν να το χρησιμοποιούν από ανάγκη.
*Χρησιμοποιείται ήδη ευρέως από ακαδημαϊκές και επιστημονικές κοινότητες για πάνω από έναν αιώνα και δεν υπάρχει πλήρης έλλειψη εξοικείωσης με αυτό το σύστημα χρονολόγησης. Η παγκόσμια χρήση της χρονολόγησης των ετών σύμφωνα με τη χριστιανική θεολογία έχει την τάση να είναι πολιτισμικά διχαστική. Η χρονολόγηση των μηνών και των ημερών με βάση τους ρωμαϊκούς και σκανδιναβικούς θεούς, όμως, δεν πρέπει να αποτελεί λόγο ανησυχίας καθώς οι ρωμαϊκές και οι σκανδιναβικές θρησκείες είναι στην πραγματικότητα εξαφανισμένες.
*Προωθεί οικουμενικά πρότυπα. Στην αγγλική γλώσσα ο όρος C.E μπορεί επίσης να διαβαστεί και ως Christian Era (χριστιανική εποχή) αντί του Common Era (κοινή εποχή). Ανταποκρίνεται στο οξφορδιανό στυλ και χρησιμοποιείται στα OED και ODWR.

Καίρος ν’ αλλάξουν τα ΛΟΓΙΚΑ κι αυτονόητα

Η Χρονολογία γέννησης του Χριστού κατά τους Χρονικογράφους
[Χρήστος Βασιλειάδης /Θεολόγος Φιλόλογος]
Μέσα στο διάβα της ιστορίας και για τη μέτρηση περιορισμένου χρονικού διαστήματος είναι πασίγνωστο ότι ο άνθρωπος επινόησε και εχρησιμοποίησε σαν μονάδα μέτρησης του χρόνου το έτος, είτε αυτό είναι σεληνιακό, είτε ηλιακό. Για δε τη μέτρηση κάπως περισσοτέρων εκτετα­μένων χρονικών διαστημάτων, επινόησε τις λεγόμενες «Χρονολογικές εποχές», που τις μετρούσε με τους ονομαζόμενους «κύκλους ετών», που επίσης ο ίδιος επινόησε.

Αυτοί, λοιπόν, οι τελευταίοι δεν ήσαν τίποτε άλλον παρά μία επαναλαμβανό­μενη σειρά ετών, κατά την οποία, είτε εναρμονιζότα, όσον αυτό ήταν δυνατόν, το ηλιακό με το σεληνιακό έτος, είτε δια της περιοδικής επανάληψής τους επαναλαμβα­νόταν η σύμπτωση της ίδιας μέρας της βδομάδας με την ίδιαν ημερομηνίαν τού μήνα και την ίδια φάση της σελήνης, κάτι, εκτός των άλλων, χρήσιμο και για τις θρησκευτικές γιορτές.

Για τη λειτουργία όμως αυτών των «επο­χών» και των «κύκλων» χρειαζόταν να ορισθεί η αφετηρία των. Αλλά, βέβαια, η ίδια η Φύση δεν μας παρουσιάζει κανένα ιδιαίτερο γεγονός, προκειμένου αυτό να μας χρησιμεύσει σαν η αρχή τόσο μιας «Χρονολο­γικής εποχής», όσον και ενός «κύκλου ετών». Γι’ αυτό και ποτέ δεν πρέπει να μας διαφεύγει, ότι, κάθε τέτοια μέτρη­ση χρόνου είναι συμβατική, είναι δηλαδή ζή­τημα παραδοχής εκ των προτέρων και ανθρώ­πινης συμφωνίας και, άρα, κάτι το τελείως αυθαίρετο και υποκειμενικό. Περιττεύει, επομένως, να παρατηρήσουμε ότι ο άνθρωπος στην πορεία του κατασκεύασε πολλές και διάφο­ρες τέτοιες «Χρονολογικές εποχές», καθώς και πολλαπλούς «κύκλους ετών», που αμφό­τερα τα ερευνά η προαναφερθείσα νέα επι­στήμη της Χρονολογίας. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, θα αναφέρουμε μόνο μερικά σχετικά παραδείγματα:

Απ’ την αρχαιότητα, λοιπόν, μας είναι γνωστό ότι διάφοροι συγγραφείς, αστρονόμοι, ηγεμόνες ή ιερείς επέλεγαν ένα σημαντικό κατ’ αυτούς γεγονός και μ’ αυτό σαν αφετηρίαν άρχιζαν να μετρούν το χρόνο, χρονολογώντας τα μετέπειτα γεγονότα. Έτσι π.χ. απ’ τους αλεξανδρινούς συγγραφείς του γ’ π.κ.ε. αιώνα εισήχθη η χρονολόγηση κατά Ολυμπιάδες με αφετηρίαν την Ολυμπιάδα, στην οποίαν αναδείχτηκε ολυμπιονίκης ο Κόροιβος και η οποία αντιστοιχεί στο έτος 776 π.κ.ε. Οι αρχαίοι Έλληνες χρονολογούσαν επίσης «από Αλεξάνδρου» (323 π.κ.ε.) ή «από Σελευκιδών» (312 π.κ.ε.) Ο δε Κλαύδιος Πτολεμαίος (β’ αιώνας μ.κ.ε.), ο μεγάλος αυτός Έλληνας αστρονόμος της αρχαιότητας, χρονολογούσε «από της βασιλείας Ναβονοσάρου» (συγκεκριμένα από 26 Φλεβάρη του έτους 747 π.κ.ε. κατά το Ιουλιανόν ημερολόγιον) αφότου δηλαδή ανακηρύχθηκε αυτός βασιλιάς της Βαβυλώνας.

Οι Ρωμαίοι, έπειτα, ως αρχή χρονολόγησης τους είχαν καθιερώσει το έτος κτίσης της Ρώμης (Ab Urbe Condita. ή A.U.C.) που είχε λάβει τόπον το 753 π.κ.ε. ένας τρόπος χρονολόγησης, που, σημειωτέον, διατηρήθηκε μέχρι τον 6ο μ.κ.ε. αιώνα. Κατά δε τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η πλειοψηφία χρονολογούσε από της «εποχής Διοκλητιανού», δηλαδή από τις 29 Αυγούστου του 284 μ.κ.ε. κατά το Ιουλιανόν ημερολόγιον, ημέραν ανακήρυξης του Διοκλητιανού σε Αυτοκράτορα. Μερικοί μάλιστα χριστιανοί χρονολογούσαν με αφετηρίαν το 19ον έτος της βασιλείας τού Διοκλητιανού. Αλλ’ επειδή ο τελευταίος αυτός απεδείχθη ένας από τους σκληρότερους διώκτες του Χριστιανισμού, άρχισε να εδραιώνεται στους Χριστιανούς η αντίληψη ότι κάποτε θα έπρεπε να σταματήσουν να τον αναφέρουν και να τον μνημονεύουν.

Η Γέννηση του Εβραίου Χριστού υπολογιζόμενη «από κτίσεως κόσμου»
Ιδιαίτερην σπουδαιότητα, λόγω της χριστιανικής μετεξέλιξής του έχει ο εβραϊκός τρόπος χρονολόγησης. Είναι δε εντυπωσιακός, διότι ισχυρίζεται ότι αρχίζει απ’ το ίδιον το έτος Δημιουργίας του κόσμου (Anno Mundi. ή Α.Μ.). Έτσι, μολονότι η Παλαιά Διαθήκη δεν δίνει χρονολογίες ή ημερομηνίες για τη Δημιουργία, η Ιερά Παράδοση των Εβραίων τοποθετεί τη Δημιουργία στις 7 Οκτώβρη του έτους 3761 π.κ.ε. (!!)

Και αφού μιλάμε για εβραϊκή παράδοση, ένας απ’ τους μάρτυρές της, το λεγόμενο βιβλίον των Ιωβηλαίων, έργον Ιουδαίου ιερέα του β’ π.κ.ε. αιώνα, χρονολογεί τα γεγονότα με αφετηρία τη Δημιουργία του κόσμου και οιονεί κατά ένα 50ετη κύκλον (Ιωβηλαίον): τοποθετεί συγκεκριμένα τη μεν παράδοση του Νόμου από το Θεόν στον Μωϋσή επί του όρους Σινά στον γ’ μήνα του έτους 2410, τη δε είσοδον των Εβραίων στη Γη της Επαγγελίας (τη Χαναάν) στο 50ον Ιωβηλαίον. Εφόσον δε σαν Ιωβηλαίον έτος στους Εβραίους ήταν και γιορταζόταν το κάθε 50ον έτος, το 50ον Ιωβηλαίον ήταν το κατ’ εξοχήν Ιωβηλαίον (50×50 = 2.500 έτη από κτίσεως κόσμου).

Μετά δύο περίπου αιώνες, ένας άλλος μάρτυρας της εβραϊκής Παράδοσης, ο ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος υπολόγιζε το χρόνο Δημιουργίας του κόσμου βάσει της Παλαιάς Διαθήκης και της εβραϊκής παράδοσης, για λόγους όμως απολογητικούς: Είχε, δηλαδή, σαν στόχο του δια της αρχαιότητας της Παλαιάς Διαθήκης και δια της χρονικής προτεραιότητας του Μωϋσή να αποδείξει τη θρησκευτικήν ανωτερότητα των Εβραίων σε σχέση με τους «μεταγενέστερους» και άρα «κατωτέρους» Έλληνες φιλόσοφους και ποιητές. Θα πρέπει πάντως να σημειώσουμεν ότι δεν ήσαν μόνον oι Εβραίοι, που χρησιμοποιούσαν αυτό το περί «αρχαιότητας» και άρα, «ανωτερότητας» θρησκευτικούς επιχείρημα των Εβραίων σε σχέση με τους Έλληνες σοφούς. Το ίδιον έκαναν πολλοί Χριστιανοί και μάλιστα Ελληνες.

Περιοριζόμαστε στο Θεόφιλον, επίσκοπον Αντιοχείας, ο οποίος στο γ’ βιβλίον του έργου του «Προς Αυτόλυκον» αναπτύσσει μία λεπτομερή χρονολόγηση της βιβλικής Ιστορίας, υπολογίζοντας ότι από τον Αδάμ μέχρι τον αυτοκράτορα Μάρκον Αυρήλιο διέρρευσαν 5695 έτη. Δεδομένου δε ότι, ως είναι γνωστό, ο Μάρκος Αυρήλιος πέθανε το έτος 180 μ.κ.ε. η Δημιουργία, κατά το Θεόφιλο, έγινε το 5515 π.κ.ε. αριθμός, που συνάμα αποτελεί την από κτίσεως κόσμου χρονολογία γέννησης του Χριστού, κατά το Θεόφιλο. Ο επίσκοπος αυτός έκανε τους υπολογισμούς του χωρίς καμίαν συνειδητή και ρητή αναφορά εις την χρονολογία του Χριστού, ούτε, επομένως, ειδικά εις τη γέννησή του, την οποίαν όμως εμείς, μελετώντας τους δικούς του υπολογισμούς, συμπεραίνομε. Αλλ’ ούτε και οδηγήθηκε ο Θεόφιλος σ’ αυτούς τους υπολογισμούς ελαυνόμενος από κάποια μυστικιστική ιδέα ή διάθεση, όπως έκαναν άλλοι, καθώς θα δούμε παρακάτω. Ο επίσκοπος Αντιόχειας απλώς προχώρησε εκτιμώντας προσωπικά και εξηγώντας κατά την κρίση του, όσα χρονολογικά δεδομένα του παρέσχε η μελέτη της Βίβλου.

Ο προαναφερθείς όμως αυτός απολογητικός σκοπός Ιουδαίων και Χριστιανών διανοούμενων, ήταν το ένα μόνον ελατήριο, που κινούσε τους αρχαίους Χρονολόγους και Χρονογράφους. Αλλ’ όπως ήδη υπαινιχτήκαμε, υπήρχε και άλλον αποδειχθέν παντοδύναμο κίνητρο σ’ αυτούς, καθώς προκύπτει από τα ακόλουθα: Ενωρίς ήδη επεκράτησαν σε αρχαίους χριστιανούς συγγραφείς κάποιες παράξενες αντιλήψεις και τουταυτό μυστικιστικές ιδέες, προερχόμενες απ’ το χώρον του Ιουδαϊσμού, και που συχνά είχαν αιρετικές προεκτάσεις και διαστάσεις. Δημιουργήθηκε, δηλαδή, συγκεκριμένα η πεποίθηση ότι η διάρκεια ύπαρξης και ζωής του κόσμου αντιστοιχεί στις εξ ημέρες της Δημιουργίας του. Αλλά, πως έφθαναν σ’ αυτό το συμπέρασμα;

Η Παλαιά Διαθήκη, για να δείξει την αιωνιότητα και το χρονικά απεριόριστο του Θεού, πράγματι λέγει ότι «χίλια έτη στα μάτια του Θεού είναι σαν μια μέρα», άρα και αντίστροφα, μια μέρα σαν χίλια έτη. Βασιζόμενοι, λοιπόν, σ’ αυτόν το λεκτικό και εκφραστικό τρόπον της Γραφής, και επειδή, κατ’ αυτήν, η Δημιουργία διάρκεσε μόνον εξ ημέρες, συμπέραιναν ότι, άρα, η διάρκεια του κόσμου θα είναι συνολικά (6 χ 1.000 = ) 6.000 έτη. Και συνέχιζαν: Με το τέλος των 6.000 ετών, όπως στη Δημιουργία η έβδομη μέρα ήταν ημέρα ανάπαυσης του Δημιουργού, έτσι και στην ζωή του κόσμου, θα επακολουθήσει η λεγόμενη σαββατική ανάπαυση της αιωνιότητας, ή η συντέλεια του κόσμου, δηλαδή, η δεύτερη παρουσία του Χριστού, ή η έναρξη της βασιλείας του Χριστού. Επρόκειτο, δηλαδή, για ύποπτες αντιλήψεις, που προέρχονταν από, αλλά και οδηγούσαν, σε ένα εβραϊκής καταγωγής κρυπτοχιλιασμόν. Το περίεργο δε είναι ότι τέτοιες αντιλήψεις κάνουν την εμφάνισή τους απ’ αυτά τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού και ότι τις συναντάμε ήδη στη λεγόμενη «Επιστολή Βαρνάβα», στον άγιο Ειρηναίο, στον Κλήμεντα Αλεξανδρέα και στον άγιο Ιππόλυτο.

Επί πλέον, δύο απ’ αυτούς, ο Κλήμης Αλεξανδρέας και ο Ιππόλυτος, είναι και οι πρώτοι, που διατυπώνουν την άποψη ότι η γέννηση του Χριστού πρέπει να τοποθετηθεί μέσα σ’ αυτήν την έκτη χιλιετία από κτίσεως κόσμου. Φαίνεται δε ότι οδηγήθηκαν σ’ αυτό το συμπέρασμα εκ της μελέτης της μακραίωνης Ιστορίας της ανθρωπότητας, όπως τη διηγείται η Βίβλος και την οποίαν ιστορία μας την παρουσιάζουν σαν μία μακράν προετοιμασία της ανθρωπότητας και μίαν εναγώνια αναμονή του Λυτρωτή. Και οι δύο αυτοί συγγραφείς προσδιορίζουν με διαφορετικό τρόπον ο ένας απ’ τον άλλον, όπως θα δούμε, τη χρονολογία της γέννησης του Χριστού.

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να παρατηρήσουμε αμέσως ότι γενικότερα και εκτός κάποιων εξαιρέσεων, αυτή η χρονολογία της γέννησης του Χριστού αποκρυσταλλώθηκε ακριβώς εις το μέσον της έκτης χιλιετίας. Έτσι, το έτος 5.500 από κτίσεως κόσμου σημαίνει το χωρισμό ανάμεσα στο χρόνο υπόσχεσης και αναμονής του Μεσσία, απ’ τη μιαν και στο χρόνο της εκπλήρωσης και πραγματοποίησης της υπόσχεσης έλευσης του μεσσία Χριστού, απ’ την άλλην.

Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στους Χρονολογικούς Πίνακες των δύο πρώτων μ.κ.ε. αιώνων συνήθως δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπον του Χριστού, ούτε ειδικότερα στη γέννησή του, είτε καθ’ αυτήν είτε και σαν αφετηρία μιας νέας περιόδου, διότι οι χρονολογήσεις αφορούσαν σφαιρικά στη βιβλικήν Ιστορία, δηλαδή στο σύνολό της. Μόνον αργότερα, στον Κλήμεντα και στους Χρονολογικούς Πίνακες τού Ιουλίου Αφρικανού και τού Ιππόλυτου συμπεριελήφθη και η Γέννηση τού Χριστού.

1) Κλήμης ο Αλεξανδρέας για τη χρονολογία γέννησης τού Χριστού
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας (πέθανε ολίγον προ τού 215 μ.κ.ε.) πραγματεύεται για την αρχαία χρονολογία με την προοπτικήν, που προαναφέραμε. Παρουσιάζει την αρχαιότητα τού κόσμου και μας δίνει επίσης ορισμένες ενδείξεις περί της χρονολογίας γενικότερα του Χριστού. Βέβαια, το ενδιαφέρον του γι’ αυτήν του το προσήλκυσε η τότε έριδα περί του Πάσχα. Σχετικά λοιπόν με τη Χρονολογία γέννησης του Χριστού, κατά τον Κλήμεντα, μαθαίνομε απ’ το μεταγενέστερο βυζαντινό χρονογράφο Μαλάλαν, ο οποίος δυστυχώς δεν παραθέτει αυτούσιο το κείμενο τού Κλήμεντα, ότι ο Κλήμης την τοποθετούσε «τη έκτη ημέρα της χιλιάδος». Μολονότι δε η διατύπωση δεν είναι σαφής, όμως η έκφραση αυτή ανακλά την ίδια μυστικιστική ιδέαν περί της 6000ετούς διάρκειας τού κόσμου, σαν αντίστοιχης της εξαήμερης Δημιουργίας.

Πιο συγκεκριμένα όμως, εκείνο που θέλει να δηλώσει ο Μαλάλας μ’ αυτήν την πληροφορία, όπως δείχνουν τα συμφραζόμενά του, είναι το ίδιον το έτος 6000, στο οποίον ο ίδιος τοποθετεί την σταύρωση και ανάσταση του Χριστού. Είναι όμως περισσότερο από αμφίβολο να διακρίνουμε σ’ αυτόν τον υπολογισμό του Μαλάλα τη γνήσια σκέψη του Κλήμεντα, ο οποίος διετύπωσε την άποψή του στο σύγγραμμά του «Περί τού Πάσχα», το οποίον όμως δυστυχώς και χάθηκε για μας, ενώ για το Μαλάλα ήταν κάτι το προσιτό.

Η αρχαιότερη, πάντως, εκτός Καινής Διαθήκης, γνωστή μας μαρτυρία για το έτος (χρονολογίαν) και την ημέραν (ημερομηνίαν) της γέννησης του Χριστού ανάγεται στο 210 μ.κ.ε και προέρχεται απ’ αυτόν τον Κλήμεντα Αλεξανδρέα, ο οποίος, σ’ ένα άλλο έργον του, τους «Στρωματείς», για το μεν έτος γέννησης του Χριστού σημειώνει σαν και δικήν του γνώμη την εξής: «Εγεννήθη δε ο Κύριος ημών τω ογδόω και εικοστώ έτει, ότε πρώτον εκέλευσαν απογραφάς γενέσθαι επί Αυγούστου». Για δε την ημερομηνία της γέννησης, γράφει στην συνέχεια: «Εισί δε οι περιεργότερον τη Γενέσει τού Σωτήρος ημών ου μόνον το έτος, αλλά και την ημέραν προστιθέντες, ην φάσιν έτους κη’ Αυγούστου εν Πέμπτη Πα­χών και εικάδι» (20 Μαΐου), άποψη, που δεν φαίνεται να υιοθετεί ο Κλήμης, διότι την αναφέρει κάπως μειωτικά, απαξιωτικά και απορριπτικά («εισί δε οι περιεργότερον φασίν»). Στην συνέχεια ο ίδιος ο Κλήμης αναφέρει και κάποιους άλλους, οι οποίοι υποστήριζαν ως ημερομηνία Γέννησης του Χριστού τη 19ην,ή την 20ην Απρίλη («και μην τινές αυτών φασι Φαρμουθί γεγενήσθαι κδ’ και κε’»).

Εξ άλλου, και για να ολοκληρώσουμε τη θεώρησή μας για τον Κλήμεντα, παρατηρούμε και τα εξής:
Σ’ εκείνα τα χρονολογικά συστήματα, που τοποθετούν κατά τρόπο μυστικιστικό τη γέννηση του Χριστού, είτε, δηλαδή, στο 5.500, είτε στο 5501 από κτίσεως κόσμου, οι χρονολογίες αυτές δεν αποτελούν ούτε αρχήν κύκλου, ούτε συνάμα αρχήν αιώνα. Γεννιέται, λοιπόν, εύλογο το ερώτημα: Άραγε δεν υπήρξαν άλλα «συστήματα Χρονολογικών Εποχών», που να τοποθετούσαν τη γέννηση του Χριστού στην αρχήν κύκλου, που να ήταν αυτός συνάμα και αρχή αιώνα; Μια καταφατική απάντηση θα διαφώτιζε δύο περιπτώσεις «Χρονολογικών Εποχών», που εκ πρώτης όψης φαίνονται παράξενες: αυτήν τού Κλήμεντα Αλεξανδρέα, ο οποίος τοποθετεί τη γέννηση τού Χριστού στο 5590 από κτίσεως κόσμου και εκείνην τού Ευσέβιου, ο οποίος χρονολογεί το ίδιο γεγονός με το έτος 5199, επίσης από κτίσεως κόσμου.

Ο Κλήμης, επίσης, στο σύγγραμμα του «Στρωματείς» χρονολογεί τη γέννηση του Χριστού 194 έτη από το θάνατον του Κομμόδου και 5784 από κτίσεως κόσμου μέχρι αυτό το ίδιο γεγονός. Ο Grumel διορθώνει ένα ψηφίο του έτους αυτού, ώστε ο αριθμός από 5784 να διορθωθεί σε 5794, έτσι ώστε να μεσολαβήσουν από τη Δημιουργία του κόσμου μέχρι τη γέννηση του Χριστού 5.600 χρόνια (δηλαδή, = 5794 – 194). Αλλά, γιατί ο αριθμός 5600 αντί του γνωστού 5500;

Ασφαλώς γιατί ο αριθμός 5600 συνδυάζει δύο πλεονεκτήματα: Απ’ τη μιαν επειδή αναμφίβολα αντιστοιχεί στον κύκλο 8 ετών, του οποίου ο αριθμός αυτός είναι πολλαπλάσιο, και, δεύτερο, για το λόγο ότι αυτός είναι το πλησιέστερο στο μέσον της έκτης χιλιετίας επαιώνιο πολλαπλάσιό του. Έτσι, η γέννηση του Χριστού θα τοποθετείτο στο 5601 από κτίσεως κόσμου, που είναι ταυτόχρονα και αρχή αιώνα και αρχή κύκλου. Είναι η υπόθεση, που κάνει ο Grumel.

2) Ιούλιος Αφρικανός και η γέννηση τού Χριστού
Ο Σέξτος Ιούλιος Αφρικανός γεννήθηκε στην Aeliam Capitolinam, δηλαδή στην Ιερουσαλήμ, όπως αυτή ονομάστηκε από τους Ρωμαίους κατακτητές της Παλαιστίνης. Δεν είναι δε τυχαίο ότι, όσοι αυτήν ειδικά την περίοδο ασχολήθηκαν με την ιστορία και χρονολογία, προέρχονταν από την Παλαιστίνη, όπου προφανώς υπήρχε κάποια παράδοση, αλλά και ενδιαφέρον για την ιστορία της εκκλησίας και του Χριστού. Ο Αφρικανός με το έργο του, που, κατά τον Ευσέβιον, το ονόμασε «Χρονογραφίαι» αναδείχθηκε σε «πατέρα της χριστιανικής χρονογραφίας». Αλλ’ όπως διαμορφώθηκε αυτή απ’ τον Αφρικανό, αποτελεί προέκταση τού εβραϊκού χιλιασμού, κατά τον οποίον η ανθρώπινη Ιστορία θα ολοκληρωνόταν στο τέλος της έκτης χιλιετίας.

Εξ επόψεως, πάντως, χριστιανικής η χρονογραφία του ή, όπως αλλιώς ονομάζεται: η «Περιγραφή των χρόνων» από Δημιουργίας του Αδάμ και όχι ab origine mundi μέχρι υπατείας Γκράτου και Σέλευκου (221 μ.κ.ε.), είναι σημαντικότατη. Απ’ αυτήν σώζονται μόνο μερικά αποσπάσματα. Πρόκειται για παράλληλη ιστορία των βιβλικών γεγονότων με την ελληνική και ρωμαϊκή ιστορία από Αδάμ μέχρι το 221 μ.κ.ε.

Ο Αφρικανός υιοθετεί την προγενέστερη του χιλιαστική αντίληψη ότι ο κόσμος επρόκειτο να διαρκέσει 6.000 χρόνια, οπότε και θα εισέλθει στην τελική του φάση, που είναι η χιλιετής βασιλεία του Χριστού. Ως προς δε τη χρονολογία της ζωής τού Χριστού, ο Αφρικανός τοποθετούσε στο 5531 από κτίσεως κόσμου την «παρουσία και ανάστασι τού Χριστού», εννοώντας μ’ αυτά την σταύρωση και ανάσταση. Τη δε γέννηση έθετε εις το μέσον της έκτης χιλιετίας. Οι αντιλήψεις όμως του Αφρικανού απαιτούσαν τα μεν 5500 έτη να έχουν ήδη παρέλθει, η δε έλευση τού Χριστού να έλαβε τόπο όχι στο 5500, αλλά στις αρχές τού 5501. Μόνον έτσι πρέπει να αντιληφθεί κανείς την τοποθέτηση του Αφρικανού. Πράγματι, έτσι κατανόησε την άποψη τού Αφρικανού και ο Γεώργιος Σύγκελλος, ο οποίος μας διευκρινίζει ότι ο Ιούλιος Αφρικανός τοποθετούσε στον έτος 5500 όχι τη γέννηση, αλλά τη θεία ενσάρκωση, πράγμα – λέγει ο Σύγκελλος -σύμφωνο με την αποστολική παράδοση. Ο Σύγκελλος όμως ψέγει τον Αφρικανό μόνο για το ότι έπεσε έξω στους υπολογισμούς του για την Σταύρωση, που την τοποθετούσε στο 5531 από κτίσεως κόσμου.

Αλλά, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Γεώργιος Σύγκελλος εκτιμώντας τις χρονολογίες των προκατόχων του Χρονογράφων δεν βλέπει παρά μόνον τους αριθμούς των χρονολογιών, χωρίς να ασχοληθεί με την αληθινή ιστορική αντιστοιχία των, που μάλλον δε την εγνώριζε. Έτσι, π.χ. εγκωμιάζει τον Αφρικανό, επειδή θέτει την ενσάρκωση του Χριστού στο 5500, όπως δηλαδή κάνει και ο ίδιος και δεν συνειδητοποιεί ότι η μεν δική του χρονολογία, 5500, αντιστοιχεί στο έτος 8 της χρονολογίας μας, ενώ εκείνη του Αφρικανού αντιστοιχεί στο έτος -2.

Εξ άλλου, συγκρίνοντας γενικότερα τον Αφρικανό με τον Κλήμεντα, βλέπομε ότι στο ζήτημα της χρονολογίας ο πρώτος είναι πολύ πιο προχωρημένος απ’ το δεύτερον. Κι’ αυτό διότι ο Αφρικανός χρησιμοποίησε χρονολογικούς Πίνακες και δεδομένα χρονολογικά από τον Αλέξανδρον τον Πολυΐστορα, τον Κάστορα το Ρόδιον και το Μανέθωνα. Στην πραγματικότητα όμως απώτερος στόχος του ήταν να εντάξει την Ιστορία σε ένα χιλιαστικό σχήμα, σύμφωνα με το οποίον η συντέλεια των αιώνων θα ερχόταν στο τέλος της έκτης χιλιετίας. Για τον Αφρικανό, τα ιστορικά γεγονότα από μόνα τους δεν είχαν καθοριστικό ρόλο, ούτε είχαν ιδιαίτερη σημασία. Ό,τι προείχε στο σχέδιό του ήταν η χρονολογική ακολουθία και η διαδοχή των γεγονότων με αποκορύφωμα το τέλος της έκτης χιλιετίας.

3) Ιππόλυτος και χρονολογία γέννησης τού Χριστού
Την ίδιαν σχεδόν εποχή με τον Ιούλιο Αφρικανό και μετά μόλις μερικά χρόνια απ’ αυτόν, έχομε την συγγραφή τριών έργων, που μέχρι προ τίνος αποδίδονται ασυζητητί στον Ιππόλυτο. Οι τρεις αυτές ιστορικές πηγές είναι:
1) Το (Υπόμνημα) εις Δανιήλ, που χρονολογείται από το 203 – 204 μ.κ.ε.
2) Το «Χρονικό» τού Ιππόλυτου.
3) Ο «Πασχάλιος Πίνακας», εγχαραγμένος στο βάθρο ανακαλυφθέντος αγάλματος, που θεωρείται από πολλούς ότι παριστάνει τον Ιππόλυτο. Έτσι είχαν τα πράγματα, μέχρι που το 1947 πρώτος ο P. Nautin18 αμφισβήτησε σχεδόν απόλυτα στον Ιππόλυτο την πατρότητα του «Χρονικού», καθώς και του «Πασχάλιου Κανόνα». Ο Nautin συγκεκριμένα υποστήριξε ότι υπό το όνομα Ιππόλυτος πρέπει να δεχθούμε ότι κρύπτονται δύο διαφορετικοί συγγραφείς. Ο ένας, ονόματι Ιώσηπος, ο οποίος ήταν ρωμαίος πρεσβύτερος και έγινε αντιπάπας, τον οποίο είναι δυνατό να παριστά το ανακαλυφθέν άγαλμα και ο οποίος είναι ο συγγραφέας τού «Χρονικού», καθώς και των έργων, που αναφέρονται χαραγμένα στο βάθρον τού αγάλματος. Ο άλλος, ονόματι Ιππόλυτος, είναι, κατά το Nautin, ανατολίτης επίσκοπος και ο οποίος, μεταξύ άλλων, έγραψε το Υπόμνημα εις Δανιήλ.

Κατά της θεωρίας του Nautin αντεπεξήλθαν οι G. Bardy, J. Danielou, Μ. Richard, Β. Botte, Β. Capelle και St. Giet, για να περιοριστούμε στους πιο διάσημους, οι οποίοι ομιλούν για ένα και μόνον Ιππόλυτο, συγγραφέα όλων αυτών των έργων και αναίρεσαν την υπόθεση περί Ιώσηπου. Σ’ αυτούς ανταπάντησε ο Nautin επιμένοντας να υποστηρίζει τη θέση του εξ άλλου, ο J. Μ. Hansens υποστήριξε μίαν άλλη θέση, ότι δηλαδή ο Ιππόλυτος ήταν μεν ένας, ήταν και συγγραφέας όλων των έργων, που τού αποδίδονταν μέχρι το 1947, άλλ’ ήταν πρεσβύτερος αλεξανδρινός και μάλιστα μέλος της αίρεσης των Νοβατιανών.

Οι δε V. Loi και Μ. Simonetti, έπειτα, στο συνέδριο εν Ρώμη τού 1976 περί τού Ιππόλυτου, πρότειναν παρόμοια με τις άποψεις τού Nautin. Και αρνούνται μεν αυτοί την ύπαρξη του Ιώσηπου του Nautin, αλλά ομιλούν για δύο συνώνυμους Ιππόλυτους: ένα Ιππόλυτο, ρωμαίο πρεσβύτερο και μάρτυρα, που έγραψε το «Περί Πάσχα» και τον «Πασχάλιον Πίνακα», δεύτερο Ιππόλυτο, ανατολίτη επίσκοπο, συγγραφέα των (Υπομνημάτων) εις Δανιήλ. Μολονότι, λοιπόν, η επιστημονική έριδα συνεχίζεται μέχρι των ημερών μας, εμείς θα χρησιμοποιήσουμε τις αναφερθείσες τρείς ιστορικές πηγές, διότι κι’ αν υποθέσουμε ότι δεν προέρχονται από τη γραφίδα τού Ιππόλυτου, όμως είναι της ίδιας εποχής. Ούτως η άλλως, δηλαδή, δεν αίρεται η ιστορική τους αξία.

α) Το Υπόμνημα εις Δανιήλ και η Γέννηση τού Ιησού
Οι χρονολογίες τού «Ιππόλυτου» σε σχέση μ’ εκείνες των προκατόχων του βασίζονται σε έδαφος κατά πολύ στερεότερον. Στο Υπόμνημα εις Δανιήλ ο «Ιππόλυτος» μας πληροφορεί ότι ο Χριστός γεννήθηκε ολομεσίς της έκτης χιλιετίας από κτίσεως κόσμου. Ο ίδιος μάλιστα βρίσκει προς τούτο μίαν συμβολική ένδειξη στις διαστάσεις της Κιβωτού τού Νώε: Καθώς μας είναι γνωστόν από την Παλαιά Διαθήκη, αυτή είχε 300 πήχεις μήκος, 50 πλάτος και 30 ύφος. Αυτές, λοιπόν, οι πήχεις, κατά τον «Ιππόλυτο», αντιστοιχούν σε 5500 έτη από κτίσεως κόσμου, «χρόνο, κατά τον οποίον ο Σωτήρας δημιούργησε το δικόν του σώμα, το οποίον είναι κιβωτός χρυσωμένη με καθαρό χρυσάφι, έσωθεν μεν υπό τού Λόγου, έξωθεν δε υπό τού Αγίου Πνεύματος». Επομένως, από το χρονικό σημείο της γέννησης τού Χριστού, πρέπει να υπολογίσουμε 500 έτη ακόμη, για να ολοκληρωθούν τα 6.000 έτη, οπότε και θα επέλθει η συντέλεια τού κόσμου.

β) Ο «Πασχάλιος Πίνακας» στο βάθρο τού αγάλματος τού «Ιππόλυτου»
Ο συγγραφέας τού Πασχάλιου Πίνακα μας δίδει ρητώς την ημερομηνία Γέννησης τού Χριστού στη δεύτερη σειράν της πρώτης δεκαεξαετίας τού 112ετούς κύκλου του. Πρόκειται συγκεκριμένα για μίαν Τετάρτη, 2 τού Απρίλη. Αυτήν δε την ημέραν της εβδομάδας μ’ αυτήν την ημερομηνία την έχομε κατά το έτος 224 μ.κ.ε. Πρέπει, επομένως, να υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτήν την ημερομηνία και σ’ εκείνην της γέννησης του Χριστού ή ένα μεσοδιάστημα 112 ετών, ή ένα πολλαπλάσιο των 112 ετών. Δεν είναι, λοιπόν, δυνατόν παρά να πρόκειται εδώ για το έτος 224 (112×2). Άρα, αυτή η διαφορά καταλήγει να τοποθετήσει τη γέννηση του Χριστού στο 5502. Δηλαδή αυτή θέτει το γεγονός της γέννησης στο έτος -2 της «Χρονολογικής Εποχής» τού «Ιππόλυτου». Αυτά κατά τον Πασχάλιο Πίνακα τού «Ιππόλυτου».

γ) «Χρονικό Ιππόλυτου» και χρονολογία γέννησης τού Χριστού
Ο «Ιππόλυτος» έγραψε τα πέντε βιβλία τού «Χρονικού» του πιθανότατα εμπνεόμενος από το έργον τού Αφρικανού καθώς και από το χρονολογικό τμήμα των «Στρωματέων» του Κλήμεντα του Αλεξανδρέα. Ευθύς όμως εξ αρχής πρέπει να σημειώσουμε ότι ο «Ιππόλυτος» συνέθεσε το σύγγραμμα του προκειμένου να δώσει απάντηση στις εσχατολογικές και χιλιαστικές προσδοκίες, τις οποίες διάφοροι σύγχρονοι του με αυτοσχέδιους χρονολογικούς υπολογισμούς προκαλούσαν τότε σε κάποιες χριστιανικές κοινότητες και τις ετάραζαν.

Κατά το «Χρονικό», λοιπόν, τού «Ιππόλυτου», το σύνολον των ετών από Δημιουργίας μέχρι της Εξόδου είναι 3811, στα οποία, προσθέτοντας τα 1688 έτη από της Εξόδου μέχρι τη γέννηση του Χριστού, έχομε το σύνολον 5499 (= 3811 + 1688) ετών. Αυτός είναι ο συνολικός αριθμός ετών, που διέρρευσαν από της Δημιουργίας μέχρι το προ της γέννησης του Χριστού έτος. Άρα και κατά το «Χρονικό» του «Ιππόλυτου» η ίδια η γέννηση του Χριστού φαίνεται να επισυνέβη το 5.500 από κτίσεως κόσμου. Αυτή, λοιπόν, είναι η «Χριστιανική Εποχή» τού «Ιππόλυτου», εάν βέβαια έχουμε ως αφετηρία ότι η πασχαλινή σελήνη κατά τη Δημιουργία έλαβε χώρα, κατά τον ίδιον «Ιππόλυτο», στις 29 Μάρτη, ημέραν Πέμπτη. Διερωτώμεθα πάντως: μας είναι δυνατό να υποθέσουμε και άλλον σύστημα υπολογισμού, που κι’ αυτό να τοποθετεί τη γέννηση του Χριστού στο έτος 5.500 από κτίσεως κόσμου;

Ο Grumel στο σημείο αυτό δίνει την εξής λύση: μειώνει κατά δύο έτη την παραδοσιακή ημερομηνία σταματώντας μας στο 7ο έτος της 7ης δεκαεξαετίας: η κατά «κύκλους», δηλαδή, επανάληψη μας οδηγεί, σ’ αυτήν την περίπτωση, στο έτος 324 της δικής μας χρονολογίας. Τούτο μας δίνει μία Χρονολογική Εποχή του «Ιππόλυτου» από κτίσεως κόσμου των 5501 ετών, όπου το έτος 1 της Διονυσιακής Εποχής αντιστοιχεί προς το έτος 5.502 της εποχής του «Ιππόλυτου». Επομένως, η Χριστιανική Εποχή του «Ιππόλυτου» μειώνεται επίσης κατά δύο έτη. Έτσι, φθάνομε στο έτος 5500, έτος που μας υποδεικνύει ο «Ιππόλυτος» και στο Υπόμνημα εις Δανιήλ.

Άρα, κατά τον «Ιππόλυτο», ο Χριστός γεννήθηκε μία 2 Απρίλη και πέθανε μίαν 25 Μάρτη. Επομένως, πέθανε το έτος 5530 της Χρονολογικής Εποχής του «Ιππόλυτου» που την υποθέσαμε και που είναι το έτος 31 της Χριστιανικής Εποχής τού «Ιππόλυτου», και το 29 της δικής μας χρονολογίας. Τέλος δε, κατά το «Χρονικό» του, η γέννηση τού Χριστού είναι το 5.500 αντί τού 5502 και η Χρονολογική Εποχή από κτίσεως κόσμου είναι το 5501 αντί τού 5503.

4) Ανατόλιος, επίσκοπος Λαοδικείας της Συρίας
Έζησε τον γ’ αιώνα και πέθανε περί το 282 μ.κ.ε. Γεννήθηκε στη Αλεξάνδρεια, όπου ίδρυσε μίαν αριστοτελίζουσα Φιλοσοφική Σχολή και πέτυχε να καταλάβει έδρα εις την Σύγκλητο. Κατά δε την πολιορκία τού αλεξανδρινού προαστίου, τού Βρούχιου, με την επανάσταση επί Έπαρχου Αιμιλιανού (262 μ.κ.ε.) επινόησε ένα στρατήτηγημα, για να ανακουφίσει τους συμπολίτες του Χριστιανούς. Αμέσως μετά χειροτονήθηκε υπό του Θεότεκνου, επίσκοπου Καισαρείας της Παλαιστίνης βοηθός επίσκοπος του. Αλλά ταξιδεύοντας το 268, για να λάβει μέρος στην σύνοδο της Αντιόχειας, προκειμένου να αντιμετωπισθεί ο αιρετικός Παύλος ο Σαμοσατέας, και διερχόμενος από τη Λαοδίκειαν της Συρίας, κρατήθηκε σχεδόν βίαια σαν επίσκοπος αυτής της πόλης από τους εκεί χριστιανούς, επειδή πρόσφατα είχε αποθάνει ο επίσκοπος τους Ευσέβιος.

Ο Ανατόλιος υπήρξε ανήρ υψηλότατης μόρφωσης με εξ ίσου μεγάλη φήμη και διασημότητα και εθεωρείτο κορυφή υπό τού Ευσέβιου και υπό τού άγιου Ιερώνυμου, δυστυχώς όμως τα συγγράμματα του δεν εσώθησα. Πάντως οι χρονολογικές και αστρονομικές του απόψεις επηρέασαν τις αποφάσεις ακόμη και της μεταγενέστερης του Α’ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας. Σε δική του δε εισήγηση αποδίδεται και η κατόπιν επικρατήσασα βυζαντινή «Χρονολογική Εποχή» και ο αντίστοιχος «κύκλος ετών», που τελικά επιβλήθηκε.

Μεταξύ, λοιπόν, των έργων του περιλαμβανόταν και μία πραγματεία περί υπολογισμού της ημερομηνίας του εκάστοτε Πάσχα, βασισμένου στο 19ετή κύκλο, που είχε επινοηθεί από τον αρχαίο Αθήναιον αστρονόμο Μέτωνα, αλλά που αποτέλεσε αντικείμενο πρότασης και εισήγησης τού ίδιου τού Ανατόλιου στους σύγχρονους του. Ο Ιστορικός Ευσέβιος, μάλιστα, μας διασώζει ένα απόσπασμα απ’ αυτό το σύγγραμμα του επίσκοπου Λαοδίκειας. Μελετώντας τον υπό του Ανατόλιου εισαχθέντα 19ετή κύκλον, οδηγούμεθα και στη Χρονολογική Εποχή από κτίσεως κόσμου, δηλαδή στο 5788, που αντιστοιχεί στο έτος 287 της δικής μας χρονολογίας. Τέλος επισημαίνομε ότι ο κύκλος, που υιοθέτησε ο Ανατόλιος, δεν είχε θεμέλιο και βάση συμβατική, αλλ’ εβασίζετο εις το φυσικό φαινόμενο της Ισημερίας, ως δε έτος γέννησης του Χριστού εδέχετο το 5501 από κτίσεως κόσμου.

***
Όπως βλέπουμε ακόμη και η γέννηση του Χριστού είναι το ίδιο μυθολογική όπως και η ίδια η ύπαρξη του. Κάθε ερευνητής και μια ημερομηνία, κάθε ιστορικός και το δικό του μπαϊράκι. Δεν ξαφνιάζει όμως, έτσι γίνεται όταν τα ανθρώπινα ζώα θέλουν να επιβάλουν ψέματα και αρλούμπες ως «μοναδικές αλήθειες», ειδικά όταν αυτές τις Μεγάλες Αλήθειες τις εξέφρασαν απολύτως όλοι οι Μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι. Μέχρι σήμερα τίποτε νεότερο δεν έχει προστεθεί στα λεγόμενα τους. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι η χρονολόγηση είναι απολύτως αυθαίρετη κι ανθρώπινη επινόηση !! γι’ αυτό εμείς στον Ερεβοκτόνο χρησιμοποιούμε την ΛΟΓΙΚΗ χρονολόγηση ως π.κ.ε. και μ.κ.ε. γνωρίζοντας ότι ακόμη κι αυτό είναι αυθαίρετο, χρειαζόμαστε όμως ένα μέτρο χρονολογικής γραφής για να μπορούμε να συνεννοηθούμε, επιλέγουμε να μην αναφερόμαστε σε θρησκευτικές και δη χριστιανικές μπούρδες!

Χρόνος και Αιωνιότητα

ΑΙΩΝΙΟ ΤΩΡΑ, ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ
“Τίποτα δεν γεννιέται και τίποτα δεν πεθαίνει. Τίποτα δεν έγινε μέσα στο χρόνο ούτε θα γίνει στο μέλλον… Όλα τα όντα είναι αόρατα πριν γεννηθούν και μετά το θάνατο γίνονται και πάλι αόρατα. Είναι θεατά ανάμεσα σε δύο αθέατα. Γιατί σε πικραίνει αυτή η αλήθεια, ω Αρτζούνα;” -Μπαγκαβάτ Γκίτα

Ο Κρόνος ήταν ο έβδομος και ο μικρότερος από τους Τιτάνες, γιους του Ουρανού και της Γαίας. Σύμφωνα με τον Ησίοδο, ο Κρόνος (ο πατέρας Χρόνος) κατά τη διάρκεια της μάχης για την απελευθέρωση των Κυκλώπων, ευνούχισε με το δρεπάνι τον πατέρα του Ουρανό κι έτσι απέκτησε την εξουσία στην Ελλάδα. Όμως ο φοβερός Κρόνος (Χρόνος) ήταν φοβισμένος από την προφητεία που έλεγε ότι θα χάσει την εξουσία νικημένος από τον γιο του και γι’ αυτό το λόγο έτρωγε τα παιδιά του. Μόνον ο Δίας σώθηκε και τελικά νίκησε το Κρόνο με ένα χτύπημα κεραυνού. Το κατάφερε βέβαια αυτό έχοντας στο πλευρό του τους αδελφούς του, τον Ποσειδώνα, το θεό της Θάλασσας, και τον Πλούτωνα, θεό του Κάτω Κόσμου…

Ο χρόνος ήταν ένα απόβλητο της αιωνιότητας που δημιουργήθηκε με την πρώτη κίνηση της ίδιας δημιουργίας του σύμπαντος. Κρύβοντας μέσα του το σπόρο και την ανυπομονησία της δημιουργίας, έμοιαζε σαν να μην άντεχε αυτήν την αιώνια και μακάρια ακίνητη στιγμή της αιωνιότητας. Για τους Ιθαγενείς της Αυστραλίας ο χρόνος δεν υπάρχει και η κάθε μέρα βιώνεται ως ανάμνηση της πρώτης μέρας της δημιουργίας. Γι’ αυτούς υπάρχει ο ονειρόχρονος, όπου ο κόσμος παρουσιάζεται ως ενότητα και όλα τα πλάσματα, από τα άστρα ως τους ανθρώπους και τα έντομα, μοιράζονται την βαθιά επίγνώση της πρωτογενούς δημιουργικής δύναμης.

Συνήθως το ζήτημα του χρόνου τίθεται ως ένα από τα βασικά προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Θα έλεγα ότι ο χρόνος δεν είναι απλά ένα πρόβλημα, αλλά ένα ερώτημα και ίσως το πιο σπουδαίο ερώτημα που έχει βρεθεί ποτέ μπροστά μας, στο μονοπάτι της ζωής μας. Όταν μιλάμε για ένα πρόβλημα εννοούμε κάτι που μπορούμε να αντιμετωπίσουμε, που θα μας αναγκάσει να δράσουμε για να αλλάξουμε τα δεδομένα και τελικά να λύσουμε το πρόβλημα. Ωστόσο στο πρόβλημα του χρόνου, όσο κι αν προσπαθούμε, δεν μπορούμε να βρούμε μία ορθολογική λύση, χρησιμοποιώντας τη λογική μας, όπως κάνουμε για να λύσουμε ένα μαθηματικό πρόβλημα. Εδώ υποψιαζόμαστε πως το ζήτημα του χρόνου συνδέεται άμεσα με το μεγάλο ζήτημα του Εαυτού.

Για να λύσουμε το πρόβλημα του χρόνου πρέπει να ασχοληθούμε μαζί του πολύ πιο βαθιά, να το αισθανθούμε «με τη καρδιά μας», ολοκληρωτικά, διεισδύοντας μέσα στο ασυνείδητο μας. Βαθιά μέσα στον εαυτό μας, εκεί που βρίσκονται έμφυτες όλες οι απαντήσεις πάνω στο ερώτημα: τι είναι ο χρόνος; Πόσο αντικειμενικός και πόσο σχετικός είναι από την γωνία του παρατηρητή;

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι δυο από τους μεγαλύτερούς Ευρωπαίους φιλόσοφους, ο Bergson και ο Heidegger τοποθέτησαν το πρόβλημα του χρόνου στο επίκεντρο της φιλοσοφίας τους. Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ον που γνωρίζουμε να λέει «πότε»; και «πού»; ενώ ο χώρος και ο χρόνος είναι μορφές εποπτείας έμφυτες μέσα του. Η μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης πραγματοποιείται μέσα στο χρόνο και σημαδεύεται από το χρόνο.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΑΙΩΝΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕΣΑ ΜΑΣ
Η ουσία του χρόνου βιώνεται μέσα μας, επειδή, σύμφωνα με τα μεγάλα φιλοσοφικά αξιώματα, είμαστε ό,τι πιστεύουμε. Όλη μας η ύπαρξη προέρχεται από τις σκέψεις μας. Η σκέψη που μας οδηγεί στην αναζήτηση του ανώτερου εαυτού μας δεν θα έπρεπε να είναι μία παρήγορη σκέψη στην οποία στρεφόμαστε μόνο όταν έχουμε δυσκολίες. Η αλήθεια είναι πως ο στοχαστής δεν παρηγορείται από την σκέψη πως η ψυχή είναι αθάνατη, εφόσον θα έρθει η ώρα της μεγάλης κρίσης, όπου θα κριθεί για τα επίγεια έργα του και ανάλογα με το αποτελέσματα θα βρεθεί στο παράδεισο ή στην κόλαση, χωρίς να έχει την ευκαιρία της επανόρθωσης.

Η μοναδική ουσιαστική παρηγοριά για τον αναζητητή είναι ότι εδώ και τώρα, σ’ αυτήν τη ζωή, παρ’ όλες τις πιέσεις και τα βάσανά της, μπορεί να υπάρχει ένα βαθύ νόημα όλων των πραγμάτων που συνδέονται μεταξύ τους έχοντας ως καταλύτη την ίδια την ύπαρξή του η οποία είναι ταυτόχρονα αιώνια και παροδική, ανάλογα πάντα από την γωνία της παρατήρησης. Ο επίμονος και προσεκτικός αναζητητής και παρατηρητής κάποια στιγμή θα αναγνωρίσει μέσα του ένα κέντρο, μία πηγή της συνείδησης και παρατηρήσεις. Αυτό το κέντρο είναι αιώνιο και είναι ο Εαυτός.

Στην Μπαγκαβάτ Γκίτα, ένα επεισόδιο του μεγάλου Ινδικού έπους Μαχαμπχαράτα, ο Κρίσνα καθοδηγεί τον Αρτζούνα προς τον μεγάλο Εαυτό μέσα του, προφέροντας το όνομα του Άτμαν, φέρνόντας τον ταυτόχρονα σε ένα νέο είδος υπερβατικής προσοχής μέσα του, που ξεπερνάει όλους τους περιορισμούς του χρόνου: «Όλοι μας υπάρχουμε για πάντα, κι εγώ κι εσύ κι αυτοί οι βασιλιάδες των ανθρώπων. Και όλοι θα υπάρχουμε για πάντα, μέχρι το τέλος της αιωνιότητας. Όσοι μπορούν να δουν την Αλήθεια, έχουν δει και την αλήθεια αυτήν. Το Αιώνιο στον άνθρωπο δεν μπορεί να σκοτώσει, το Αιώνιο στον άνθρωπο δεν μπορεί να πεθάνει»

Στην ινδική μυθολογία η προσωποποίηση του χρόνου είναι η Θεά Kala που αντιπροσωπεύει «το δημιουργικό πνεύμα και τη δημιουργική εξέλιξη» του σύμπαντος. Οι Αβατάροι (Avatari), μεγάλοι μύστες, είναι οι εκδηλώσεις του Sutr-Atman, του κοσμικού πνεύματος που εκδηλώνεται μέσα στην ανθρωπότητα. Έτσι είναι και ο Θεός Κρίσνα ένας από τους Αβατάρους που κατεβαίνει κατά καιρούς στον κόσμο των φαινομένων, όταν οι ανθρώπινες αξίες περνάνε κρίση και οι άνθρωποι βρίσκονται σε σύγχυση. Με αυτό συσχετίζεται και η ινδική διδασκαλία για τις Κάλπες, δηλαδή τις περιόδους δημιουργίας και καταστροφής.

Η κάθε Κάλπα έχει τις υπο-περιόδους της. Ο Κρίσνα, ως ένας από τους Αβατάρους ή ένας από τα συμπαντικά πνεύματα, έρχεται στη σκηνή της ανθρώπινης ζωής και αναλαμβάνει την πνευματική οδήγηση ενός λαού. Η θεμελιώδης σκέψη της ινδικής κοσμολογίας βρίσκεται στο εξής λόγο του Κρίσνα: «Να ξέρεις, όπως ο δυνατός αέρας μένει στον αιθέρα και από κει πηγαίνει σε όλες τις κατευθύνσεις, έτσι επίσης όλα τα όντα μένουν μέσα μου. Όταν τελειώνει μία Κάλπα (ένας χρονικός κύκλος), ο γιε του Κούντα, όλα τα όντα μπαίνουν μέσα μου και όταν ένας κύκλος ξαναρχίζει, εγώ τα ξαναδημιουργώ». Από εκεί πηγάζει και η θεωρία για την μετεμψύχωση και το Κάρμα.

Αυτή η περιοδική δημιουργία και καταστροφή ολόκληρων κύκλων του χρόνου, μπορεί να εφαρμοστεί όχι μόνο στην κοσμική ζωή, αλλά και στην πορεία της κάθε μεμονωμένης ζωής. Ο χρόνος αλλάζει σε δύο κατευθύνσεις –προς την άνοδο της ζωής και προς τον άνοδο του θανάτου. «Στον γεννημένο ο θάνατος είναι το πεπρωμένο του και στον πεθαμένο η γέννα δεδομένη, γι’ αυτό μην λησμονάς για το αναπόφευκτο» -Bhagavad-Gita.

Σύμφωνα με τη βουδιστική παράδοση, ο άνθρωπος εξακολουθεί να είναι παγιδευμένος στο φαύλο κύκλο των γεννήσεων και των θανάτων μέχρις ότου απελευθερωθεί από τα πέπλα της άγνοιας και βγει από το κύκλο της Σαμσάρα, φτάνοντας έτσι στην Νιρβάνα και στην τέλεια γνώση που ονομάζεται Φώτιση. Όμως, για να φτάσει κανείς στη Φώτιση πρέπει να εισέλθει βαθιά μέσα στο Ντάρμα (Αλήθεια) και να ασκηθεί σκληρά πάνω στις διδασκαλίες του Βούδα, πάντα βέβαια κάτω από την ορθή καθοδήγηση των δασκάλων (λάμα).

Το πρώτο βήμα προς αυτή τη γνώση που θα μας βοηθήσει να φτάσουμε στο αιώνιο μας εαυτό απελευθερωμένο από τα πέπλα της άγνοιας και να βγούμε από το κύκλο της Σαμσάρα και τη παγίδα του χρόνου, είναι να καταλάβουμε το νόμο του Κάρμα. Ο νόμος του Κάρμα τοποθετεί τον άνθρωπο σε μία θέση αμείωτης και προσωπικής ευθύνης για ό,τι συμβαίνει σε ολόκληρο πια το σύμπαν. Για την Θιβετιανή παράδοση ο χρόνος είναι πολύ σχετικός και απατηλός, όπως και τα φαινόμενα.

Ο χρόνος δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία όσο ο χώρος μέσα στον οποίον υπάρχει και κινείται το αθάνατο πνεύμα. Όσο πιο ελεύθερος και αποστασιοποιημένος είναι ένας νους από τις σκέψεις τόσο πιο πολύ χώρο και χρόνο κατέχει. Όμως ένας συνηθισμένος ανθρώπινος νους είναι μονίμως πολιορκημένος από τις άπειρες σκέψεις και αναμνήσεις, εικόνες από το παρελθόν, «προβλήματα» της καθημερινότητας με τα οποία «κολλάει», σχέδια και ελπίδες για το μέλλον, φόβους, θυμούς κλπ. Το αποτέλεσμα είναι να βλέπει τη ζωή του και το χρόνο του να φεύγει ασυγκράτητα, θυμίζοντας του ένα ποτάμι που περνάει δίπλα του.

Το Τώρα απομακρύνεται και μαζί του και το Εγώ είμαι, υπάρχω και ζω τώρα, που σημαίνει ότι έχω τη συνείδηση, τη συγκέντρωση και την επίγνωση της κάθε κατάστασης στην οποία βρίσκομαι. Το υπάρχω εδώ και τώρα σημαίνει ότι είμαι στην εγρήγορση και εκεί ακριβώς βιώνω την Αιωνιότητα! Βρίσκομαι μέσα στο μεγάλο Τώρα, όπου συνυπάρχουν όλοι οι χρόνοι μαζί, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Ο Bergson προσδιόρισε τη διαφορά ανάμεσα στο χρόνο και στο «durée». Μέσα από την διάρκεια («durée») κατά τη γνώμη του, αποκαλύπτεται η αληθινή ύπαρξη. Ο αντικειμενικός κόσμος είναι ο κόσμος του χώρου. Ο Heidegger συμφωνεί με τον Bergson, αλλά συμπληρώνει ότι ο αντικειμενικός κόσμος είναι χρονοποιημένος χώρος. Η διαλυμένη αιωνιότητα μετατράπηκε σε αντικειμενικό χρόνο, μέσα στον οποίον το παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι κατακερματισμένοι. Οπότε το επόμενο ερώτημα που εμφανίζεται μπροστά μας είναι αν το παρελθόν είναι αληθινό;

Αν υπήρξε και τι σημαίνει για την ύπαρξή μας; Οντολογικά το παρελθόν δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει και το μέλλον, αλλά το μόνο που πραγματικά υπάρχει είναι το Τώρα -το αιώνιο παρόν. Ό,τι υπήρχε στο παρελθόν μπαίνει στο πλαίσιο του παρόντος. Όλο το προηγούμενο της ζωής μας, όλη η ιστορία της ανθρωπότητας μπαίνει στο δικό μας παρόν και μόνο με αυτό το τρόπο υπάρχει. Το παρόν μέσα στο παρελθόν υπήρχε διαφορετικά από ότι υπάρχει παρελθόν μέσα στο παρόν.

Σ’ αυτό το σημείο βρίσκεται και το βασικό παράδοξο του χρόνου. Σύμφωνα με τον μεγάλο Ρώσο φιλόσοφο, που τοποθετεί τον άνθρωπο στο κέντρο της φιλοσοφίας του, τον Νίκολαϊ Μπερντγιάεβ υπάρχουν δύο παρελθόντα: το παρελθόν που υπήρχε και εξαφανίστηκε και το παρελθόν που υπάρχει και τώρα για μας ως αναπόσπαστο μέρος του παρόντος μας. Αυτό το δεύτερο παρελθόν υπάρχει στην ανάμνηση του παρόντος και είναι ένα παρελθόν μεταμορφωμένο και φωτισμένο, ένα παρελθόν πάνω στο οποίο έχει γίνει η δημιουργική πράξη μας μετά από την οποία μπήκε στο πλαίσιο του δικού μας παρόντος. Η ανάμνηση δεν σημαίνει ακριβώς την αποθήκευση του παρελθόντος μας. Πρόκειται για ένα πάντα καινούργιο και μεταμορφωμένο παρελθόν. Επομένως η ανάμνηση έχει δημιουργικό χαρακτήρα.

Το παράδοξο του χρόνου είναι στο εξής: Το παρελθόν δεν υπήρξε ποτέ στο παρελθόν. Στο παρελθόν υπήρξε μόνο το παρόν, ένα διαφορετικό παρόν, ενώ το παρελθόν υπάρχει μόνο στο παρόν! Το παρελθόν και το παρόν έχουν εντελώς διαφορετικές υπάρξεις. Και όπως λέει και ο κ. Γρηγόριος Κωσταράς, καθηγητής φιλοσοφίας του Πανεπιστήμιου Αθηνών, ο χρόνος ουσιαστικά δεν υπάρχει: «Εκείνο που πέρασε δεν είναι πλέον και εκείνο που δεν ήρθε δεν είναι ακόμη. Επομένως το πεδίο περιορίζεται. Προφέρω, για παράδειγμα, μία λέξη. Ποιο γράμμα της ανήκει στο παρελθόν, ποιο στο παρόν και ποιο στο μέλλον; Δεν το ξέρουμε.»

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΩΣ ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΑ ΑΡΡΩΣΤΙΑ
Σύμφωνα με τον Ρώσο φιλόσοφο και θεολόγο, το Ν. Μπερντγιάεβ ο χρόνος είναι μία θανατηφόρα αρρώστια: «Ο χρόνος εκτός αιωνιότητας είναι απόβλητο της αιωνιότητας γι’ αυτό το λόγο έχει την αξία του μόνο ως ένα κομμάτι της αιωνιότητας. Ό,τι δεν είναι αιώνιο και ό,τι δεν είναι της αιωνιότητας ή δεν ανήκει στην αιωνιότητα δεν έχει πραγματική αξία και αναγκαστικά θα εξαφανιστεί.
Το μέλλον θα του φέρει θάνατο, το τέλος μέσα στο χρόνο που είναι ένα αντίθετο τέλος από το τέλος του χρόνου» (N.Berdjaev, Εγώ κι ο Κόσμος των Αντικειμένων).

Το θεμελιώδες παράδοξο του χρόνου και της αιωνιότητας όπως και η σύγκρουση τους, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτό που κοινά ονομάζουμε Αποκάλυψη. Κάθε άνθρωπος βιώνει τη δική του προσωπική Αποκάλυψη, η οποία συμβαίνει στην διάρκεια της προσωπικής πραγματοποίησης του κάθε ατόμου. Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται κάπου στη μέση της ζωής του, ζει πλήρως την αρρώστια του χρόνου. Το παρελθόν προκαλεί μέσα του την αίσθηση της πλήξης και της θλίψης, ενώ το μέλλον, προκαλεί το φόβο από το θάνατο που μετατρέπεται σε φρίκη από τη κόλαση.

Υπάρχουν δύο βασικές θεωρήσεις του χρόνου: α) Ως βίωμα του παρόντος χωρίς κανένα στοχασμό ή αμφισβήτηση του μέλλοντος και της αιωνιότητας και β) ως βίωμα του παρόντος σαν αιωνιότητας. Η πρώτη αντίληψη του χρόνου έχει να κάνει με την προϋπόθεση ότι το άτομο έχει λήθη του εαυτό του και παραμένει μέσα σε μια στιγμή. Η δεύτερη στάση απέναντι στο χρόνο προϋποθέτει την υπέρβαση της αρρώστιας του χρόνου, και ακριβώς αυτή η υπέρβαση εισάγει το πρόσωπο στην αιωνιότητα. Εδώ δεν πρόκειται για μία στιγμή, όπου ο άνθρωπος ξεχνάει. Αντίθετα, πρόκειται για μια στιγμή όπου η λήθη δεν απομονώνει ένα κομμάτι του συνόλου της ζωής, αλλά η μνήμη φωτίζει το σύνολο της ζωής και η κάθε στιγμή είναι γεμάτη φως και αξία.

Η απάντηση στο πρόβλημα και τη θλίψη του χρόνου βρίσκεται στην εμπειρία του νοήματος. Το νόημα εμφανίζεται μόνο όταν το Εγώ που σκέφτεται, μιλάει, κάνει συναντά τον Εαυτό που είναι, που υπάρχει πραγματικά. Πρόκειται για δύο ποιότητες, δύο κόσμους και χρόνους: το Εγώ που είναι το κέντρο της προσωπικότητάς και ο εαυτός που είναι κέντρο του πραγματωμένου είναι. Η επαφή του Εγώ και του Εαυτού στον άνθρωπο δίνουν την αίσθηση ότι έχει ατέλειωτο χρόνο, ότι έχει χρόνο να απελευθερωθεί από το φόβο του θανάτου όπως και από την ψεύτικη ικανοποίηση.

Όταν φτάσει σε αυτό το σημείο ο άνθρωπος βλέπει που βρίσκεται πραγματικά, αποστασιοποιείται από τις ελπίδες και φόβους και ξεκινάει να βλέπει τα πράγματα έχοντας την εγρήγορση και την επίγνωση. Αυτή είναι και η αρχή μίας καινούργιας αξιολόγησης της πραγματικότητας, η οποία πραγματεύεται ανά πάσα στιγμή, μέσα στην καθημερινότητα και ανάμεσα στον υπόλοιπο κόσμο που ψάχνει απελπισμένα να βρει χρόνο.

Ο ΓΙΟΥΝΓΚ ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ
Ο καθένας μας έχει την εμπειρία της αίσθησης και της έκπληξης που δημιουργείται μέσα μας, όταν κάποια στιγμή βρεθούμε αντιμέτωποι με κάποια σύμπτωση που μας αφήνει άφωνους. Η συγχρονικότητα λαμβάνει χώρα όταν ένα άτομο βλέπει μέσα από το μυαλό του τη σχέση ανάμεσα στις σκέψεις του ή τα γεγονότα της ζωής του και τα αντικειμενικά γεγονότα στον εξωτερικό κόσμο.

Όμως την Αρχή της Συγχρονικότητας (synchronicity) που συνδέει γεγονότα, τα οποία δεν συνδέονται με κάποια φανερή σχέση αιτίας-αποτελέσματος, για πρώτη φορά την εισήγαγε ο μεγάλος ψυχαναλυτής και εξερευνητής της ανθρώπινης ψυχής, ο Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ (Carl Gustav Jung, 1875-1961). Με τον όρο αυτό ονομάζει μία συγκεκριμένη περίεργη αρχή που διαμετρικά διαφέρει από την αρχή της αιτιότητας, της αρχής σύμφωνα με την οποία το κάθε γεγονός που συμβαίνει βρίσκεται κάτω από την επιρροή του πανίσχυρου κοσμικού νόμου της αιτίας και του αποτελέσματός της. Όμως το ερώτημα είναι κατά πόσο πραγματικά μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι το κάθε γεγονός το οποίο δεν ξέρουμε την αιτία είναι αναίτιο;

Σύμφωνα πάντα με τον Γιουνγκ η εμπειρία της συγχρονικότητας είναι βαθιά προσωπική. Υπάρχουν άπειρες ατομικές αποδείξεις ότι οι συμπτώσεις των γεγονότων μέσα στο χώρο και χρόνο έχουν ένα νόημα μεγαλύτερο από μία απλή σύμπτωση. Συνήθως ένα πρόσωπο παίζει το ρόλο του παρατηρητή και είναι ταυτόχρονα και ο συνδετικός κρίκος, που συνδέει τα συμπτωματικά γεγονότα. Ο Γιουνγκ δέχονταν την ύπαρξη μιας «περίεργης αλληλεξάρτησης των αντικειμενικών στοιχείων μεταξύ τους, καθώς και με τις υποκειμενικές (ψυχικές) καταστάσεις του παρατηρητή». Μάλιστα εντόπισε δείγματα αυτής της αλληλεξάρτησης, που θεωρούσε άρρηκτα δεμένη με την έννοια της Συγχρονικότητας.

Θα σας μεταφέρω μία από τις πολλές ενδιαφέρουσες ιστορίες που καταγράφει ο μεγάλος αυτός ψυχίατρος και αναζητητής του ασυνείδητου, στην αυτοβιογραφία του που είναι ταυτόχρονα και το τελευταίο του βιβλίο: «Αυτές τις ημέρες ερευνούσα το σύμβολο του ψαριού μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Κανείς δεν γνώριζε για την έρευνά μου ακόμη. Σήμερα για γεύμα είχαμε ψάρι. Ένας φίλος μου ανέφερε το έθιμο με το απριλιάτικο ψάρι. Το πρωί παρατήρησα τυχαία μία επιγραφή που έλεγε: Est homo totus medius piscis ab imo. Ο απόγευμα ένας ασθενής μου έδειξε μερικές πολύ όμορφες εικόνες ψαριών που είχε ζωγραφίσει. Το βράδυ μου έδειξαν ένα κέντημα που απεικόνιζε ιχθυόμορφα τέρατα. Μία ασθενής μου διηγήθηκε ένα όνειρό της στο οποίο καθόταν στην όχθη μιας λίμνης και ένα ψάρι κολυμπούσε μέχρι τα πόδια της. Άκουσα στο ραδιόφωνο μία διαφήμιση για ψαροκονσέρβες, τη στιγμή που έβλεπα την ίδια διαφήμιση σε ένα περιοδικό. Γνώρισα έναν κηπουρό ο οποίος είχε στο μπράτσο του ένα τατουάζ με μία γοργόνα. Ένα αυτοκίνητο με ψάρια, έμεινε από λάστιχο στο δρόμο μπροστά στο σπίτι. Είδα μία γάτα που κρατούσε ένα ψάρι στο στόμα της. Κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει.» -Κ.Γ. Γιουνγκ, Αναμνήσεις, Σκέψεις, Όνειρα.

Ο μαθηματικός Warren Weaver, στο βιβλίο του Lady Luck: The Theory of Probability (Γουόρεν Γουίβερ, Η κυρία Τύχη: η θεωρία των πιθανοτήτων) καταγράφει μία απίθανη ιστορία. Το περιστατικό, αρχικά είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Life: «Και τα δεκαπέντε μέλη κάποιας εκκλησιαστικής χορωδίας στο Beatrice της Νεμπράσκα καθυστέρησαν στη συνάντηση που είχαν καθορίσει για τις 7.20 το βράδυ, της 1ης Μαρτίου το 1950. Ο εφημέριος, η σύζυγος και η κόρη τους είχαν ένα λόγο (η σύζυγος καθυστέρησε να σιδερώσει το φόρεμα της κόρης). Κάποιο κορίτσι περίμενε μέχρι να τελειώσει ένα δύσκολο πρόβλημα γεωμετρίας. Κάποιας άλλης το αμάξι δεν έπαιρνε μπρος, ενώ άλλες δύο καθυστερούσαν, θέλοντας να ακούσουν το τέλος κάποιου ενδιαφέροντος ραδιοφωνικού προγράμματος. Μία μητέρα και η κόρη της άργησαν, διότι η μητέρα έπρεπε να τηλεφωνήσει δύο φορές στην κόρη, για να την ξυπνήσει απ’ τον ύπνο της κλπ.

Όλοι οι λόγοι φαινόταν κάπως συνηθισμένοι. Μολαταύτα, υπήρχαν δέκα ξεχωριστοί και ασύνδετοι λόγοι για την αργοπορία των δεκαπέντε ατόμων. Και όμως, ήταν τυχερό που κανείς απ’ τους δεκαπέντε δεν έφτασε στην ώρα του, στις 7.20, μια και το κτίριο της εκκλησίας καταστράφηκε από έκρηξη στις 7.25! Τα μέλη της χορωδίας, αναφέρει το Life, αναρωτήθηκαν μήπως η αργοπορία τους ήταν ‘θεϊκή παρέμβαση’ Ο Γουίβερ υπολόγισε τις πιθανότητες να συμβεί ένα τέτοιο περίεργο γεγονός και τις βρήκε μία στο εκατομμύριο!!!» Ντέμης Κυριάκου, Συγχρονότητα, μία ευρύτερη ματιά στον κόσμο, περιοδικό Άβατον, τεύχος 3

ΣΚΟΠΙΜΕΣ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ;
Ο Γιουνγκ στο έργο του Δομή και Δυναμική της Ψυχής, αναφέρει πώς άρχισε να παρατηρεί συμπτώσεις που προκαλούσαν ανοιχτά τους υπολογισμούς των πιθανοτήτων, στη διάρκεια των ερευνών του για το συλλογικό ασυνείδητο. Πίστευε ότι το φαινόμενο της συγχρονικότητας συνδέονταν με ψυχικές καταστάσεις που αναπτύσσονται μέσω της επιρροής των αρχετύπων, τα οποία όριζε σαν πρότυπα (μοντέλα) έμφυτα στην ανθρώπινη ψυχή και κοινά για όλη την ανθρωπότητα. Ο Γιουνγκ αναφέρει συχνά τα αρχέτυπα ως «αρχέγονες εικόνες» που παρέχουν την αναπαράσταση όλων των ανθρώπινων στάσεων απέναντι στον θάνατο, τη σύγκρουση, το σεξ, τη μετενσάρκωση και τη μυστικιστική εμπειρία.

Κάποιες φορές ένα αρχέτυπο ενεργοποιείται από ένα συναισθηματικά φορτισμένο γεγονός και τότε τείνει να έλκει γεγονότα παρόμοιας φύσης, ανοίγοντας δρόμο στα γεγονότα που ονομάζουμε «συμπτώσεις». Επίσης θεωρούσε την κινέζικη μαντική μέθοδο του Ι Τσινγκ, με την οποία ασχολήθηκε τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του, ως έκφραση της Αρχής της Συγχρονικότητας. Θεωρούσε ότι αυτό που θεωρούμε εμείς, στη Δύση, τυχαίο και ασήμαντο, είναι το κύριο ενδιαφέρον της κινέζικης σκέψης, ενώ αυτό που εμείς λατρεύουμε σαν αιτιότητα περνάει σχεδόν απαρατήρητο.

Ενώ η Δυτική σκέψη προσεκτικά ζυγιάζει, επιλέγει, ταξινομεί και απομονώνει, η αρχαία Κινέζικη έχει μια πιο ολιστική εικόνα του κόσμου, δίνοντας σημασία και στην παραμικρή λεπτομέρεια που συνθέτει μια στιγμή.  Κάθε στιγμή απαρτίζεται από όλα αυτά τα «ασήμαντα» συστατικά. Αργότερα, ο Γιουνγκ προέκτεινε την έννοια της συγχρονικότητας και στην αστρολογία. Όταν μάλιστα ανέφερε το ενδιαφέρον του για την αστρολογία και την πεποίθησή του για τη μελλοντική της χρησιμότητα, με ένα γράμμα του στον Φρόιντ, ο τελευταίος αντέδρασε, κατηγορώντας τον Γιουνγκ ότι είχε πέσει θύμα της «μαύρης παλίρροιας του βούρκου του αποκρυφισμού».

Μην εγκαταλείποντας τις θέσεις του ο Jung κατέγραψε στην αυτοβιογραφία του άλλο ένα συνταρακτικό συμβάν εμφάνισης συγχρονικότητας, που μάλιστα συνέβη ενώ ήταν μαζί με το Freud: Στέκονταν μαζί δίπλα σε μια βιβλιοθήκη όταν ο Jung ένιωσε το διάφραγμά του να γίνεται σαν από σίδερο και να καίει, να πυρακτώνεται. Ταυτόχρονα ακούστηκε ένας δυνατός κρότος σαν να επρόκειτο να πέσει πάνω τους η βιβλιοθήκη. Ο Jung βρήκε την ευκαιρία να παρουσιάσει το συμβάν σαν ένα παράδειγμα φαινομένου καταλυτικής εξωτερίκευσης. Ο Freud αντέδρασε αποκαλώντας τα «ανοησίες». Τότε, ο Jung τον προκάλεσε, υποστηρίζοντας ότι μπορούσε να προβλέψει ότι το πολύ σε ένα λεπτό ο κρότος θα ξανακούγονταν. Πριν καν τελειώσει τα λόγια του ο κρότος ξανακούστηκε, αφήνοντας τον Freud εμβρόντητο.

Σύμμαχό του στην προσπάθεια να διατυπώσει τη θεωρία του για τη συγχρονικότητα, ο Γιουνγκ βρήκε τη Κβαντική Φυσική, στα πλαίσια της οποίας είχε διατυπωθεί η θεωρία ότι ένα πεδίο του χώρου μπορεί να γίνει αντικειμενικά γνωστό, μόνο με την ύπαρξη ενός παρατηρητή, ο οποίος όμως επεμβαίνει (αναγκαστικά, με την παρουσία του) στην κατάσταση του χώρου. Οι ανακαλύψεις αυτές βοήθησαν τον Γιουνγκ να καταλάβει διαισθητικά ότι ύλη και συνείδηση συνδέονται με ουσιώδη τρόπο, σαν δυο συμπληρωματικές όψεις μιας ενοποιημένης πραγματικότητας.

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ
“Κατά κύματα με καταλαμβάνει μία ολοκληρωτική ψευδαίσθηση ότι μέσα από τη φοβερή καταστροφή και παροδικότητα όλων των πραγμάτων γύρω μου, μου χαρίστηκαν πέντε λεπτά ζωής για να αναπνέω και να σκέφτομαι ελεύτερα και ήρεμα. Και εγώ χαρούμενος, με δύναμη και ηρεμία ενός φυτού, εκμεταλλεύομαι αυτό το χρόνο, χωρίς να περνάει από το μυαλό μου ούτε μια σκέψη για το πότε ξεκίνησε και πότε θα τελειώσει αυτός ο χρόνος. Αυτά τα πέντε λεπτά η σκέψη μου τα τεντώνει ως το άπειρο, πέρα από όλες τις κινήσεις, συγκρούσεις και θύελλες ενώ εγώ υπάρχω μέσα στη λαμπερή, βαθιά ζωή των σκέψεων μου, χωρίς να μπορώ ούτε ενός των πέντε λεπτών να δω το τέλος, γιατί είναι πιο μεγάλο από το κόσμο και πιο βαθύ από την ευτυχία” -Ivo Andric, Znakovi Pored Puta

Ο μεγάλος Γερμανός υπαρξιστής Karl Jaspers “Ο χρόνος έχει την έννοια της ύπαρξης. Η έννοια του χρόνου είναι έννοια της ιστορίας, ιστορίας δικής μου και του κόσμου. Ο χρόνος έχει νόημα μόνο μέσα από το πεπρωμένο του ανθρώπου. Για μένα είναι το μεγαλύτερο θαύμα. Η αντίληψη του χρόνου, η χρήση του χρόνου, η αίσθηση του χρόνου, όλα αυτά είναι πραγματικά αινίγματα που εκθέτονται μπροστά μου καθημερινά. Ανά πάσα στιγμή στη μέρα ή τη νύχτα, στο όνειρο ή στο ξύπνιο, αισθάνομαι το χρόνο σαν ένα στοιχείο, απαλό και χρήσιμο ή καταστροφικό και βλαβερό.

Ακριβώς με το τρόπο που ο άνθρωπος αισθάνεται τον αέρα, τη φωτιά και το νερό. Πνίγομαι από την έλλειψη χρόνου ή νιώθω πως με καίει και λιώνει, πλέω μέσα του με ένα συναίσθημα θεϊκής απόλαυσης. Και ανά πάσα στιγμή ξέρω ότι ο χρόνος είναι μία οδυνηρή ψευδαίσθηση, ότι πρόκειται στην ουσία για ένα συγκεκριμένο αριθμό χτυπημάτων της καρδιάς μας και ότι αλλιώς δεν υπάρχει. Πριν το πρώτο χτύπημα όπως και μετά το τελευταίο, απλώνεται ως το άπειρο η αιωνιότητα της ανυπαρξίας μας, αμέτρητη, αφώτιστη, ακατανόητη και ανείπωτη, και όμως παρούσα σε κάθε σκέψη, αναπνοή και γουλιά.”

Υπάρχει μόνο ένας απόλυτος χρόνος;

Τι είναι ο Χρόνος; Κάθε παιδί που πάει σχολείο μαθαίνει τι είναι ο χρόνος. Αλλά επίσης για κάθε παιδί φτάνει μια στιγμή, που βρίσκεται αντιμέτωπο με τα παράδοξα που γεννάει η καθημερινή μας αντίληψη για τον χρόνο. Θυμάμαι όταν ήμουν και ο ίδιος παιδί, πως ξαφνικά μου καρφώθηκε στο μυαλό η ερώτηση αν ο χρόνος θα μπορούσε να τελειώνει κάπου ή να συνεχίζεται επ' άπειρον.
Πρέπει να τελειώνει κάποτε, γιατί πως να συλλάβουμε την άπειρη παρουσία του που θα εκτείνεται μπροστά μας, αν ο χρόνος δεν έχει τέλος; Αλλά πάλι αν έχει τέλος τι συμβαίνει ύστερα; Μελετώ την ερώτηση τι είναι ο χρόνος, κατά το μεγαλύτερο διάστημα της ενήλικης ζωής μου. Αλλά πρέπει να παραδεχτώ από την αρχή ότι δεν βρίσκομαι κοντύτερα στην απάντηση απ' ότι όταν ήμουν παιδί. Πράγματι μετά από αυτή όλη τη μελέτη, δεν νομίζω ότι μπορούμε ν” απαντήσουμε ούτε στην απλή ερώτηση: Τι πράγμα είναι αυτός ο χρόνος;

Ίσως το καλύτερο πράγμα που μπορώ να πω για τον χρόνο είναι να εξηγήσω πως βάθυνε για μένα το μυστήριο του χρόνου καθώς προσπαθώ να το αντιμετωπίσω. Να ένα ακόμη παράδοξο του χρόνου, που το ανακάλυψα μόνο όταν μεγάλωσα. Όλοι μας ξέρουμε ότι τα ρολόγια μετράνε το χρόνο. Αλλά τα ρολόγια είναι σύνθετα φυσικά συστήματα και ως εκ τούτου υπόκεινται σε ατέλειες, φθορές και εξάντληση της πηγής ενέργειάς τους. Αν πάρω δύο πραγματικά ρολόγια, τα συγχρονίσω και τα αφήσω να λειτουργήσουν, μετά από λίγο καιρό θα διαφωνούν ως προς τον χρόνο που δείχνουν.

Ποιο από αυτά λοιπόν μετράει τον αληθινό χρόνο; Υπάρχει πράγματι μόνο ένας απόλυτος χρόνος, ο οποίος αν και μετρείται με ατέλειες από τα πραγματικά ρολόγια, είναι ο αληθινός χρόνος του Κόσμου; Μοιάζει πως μάλλον έτσι πρέπει να είναι, αλλιώς τι νόημα έχει να λέμε ότι ένα ρολόι πάει μπροστά ή πίσω; Από την άλλη μεριά πάλι, τι νόημα έχει να λέμε ότι υπάρχει ένας απόλυτος χρόνος, αν κανένας ποτέ δεν μπορεί να τον μετρήσει με ακρίβεια; Η πίστη σ” έναν απόλυτο χρόνο γεννά άλλα παράδοξα. Θα υπήρχε ροή του χρόνου αν δεν υπήρχε τίποτα στο Σύμπαν; Αν κάθε τι σταματούσε, αν τίποτα δεν εξελισσόταν, θα συνέχιζε να ρέει ο χρόνος;

Από την άλλη πλευρά, ίσως δεν υπάρχει ένας μοναδικός απόλυτος χρόνος. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος είναι μόνο ότι μετράνε τα ρολόγια, και καθώς υπάρχουν πολλά ρολόγια τα οποία τελικά διαφωνούν, υπάρχουν και πολλοί χρόνοι. Χωρίς έναν απόλυτο χρόνο, μπορούμε μόνο να πούμε, ότι ο χρόνος ορίζεται σχετικά με κάποιο ρολόι που επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε. Αυτό σαν ιδέα φαίνεται ελκυστικό, διότι δεν απαιτείται να πιστέψουμε σε κάποια απόλυτη ροή του χρόνου την οποία δεν παρατηρούμε. Μας οδηγεί όμως σε κάποιο πρόβλημα αν γνωρίζουμε έστω και λίγα από φυσική.

Ένα από τα αντικείμενα που περιγράφει η φυσική είναι η κίνηση, και δεν μπορούμε να συλλάβουμε την έννοια της κίνησης χωρίς το χρόνο. Έτσι η έννοια του χρόνου είναι βασική για τη φυσική. Ας θεωρήσουμε τον πιο απλό νόμο κίνησης που ανακαλύφθηκε από τον Γαλιλαίο και τον Καρτέσιο και τυποποιήθηκε από τον Νεύτωνα. Ένα σώμα στο οποίο δεν δρα καμιά δύναμη, κινείται σε ευθεία γραμμή με σταθερή ταχύτητα. Ας μην απασχοληθούμε εδώ με το τι είναι η ευθεία γραμμή, (αυτό είναι το πρόβλημα του χώρου, το οποίο είναι τελείως ανάλογο με το πρόβλημα του χρόνου, αλλά δεν θα το θίξω εδώ.) Για να καταλάβουμε τι λέει αυτός ο νόμος, χρειάζεται να ξέρουμε τι σημαίνει να κινείσαι με σταθερή ταχύτητα. Η έννοια αυτή απαιτεί την έννοια του χρόνου, καθώς κάτι κινείται με σταθερή ταχύτητα όταν διανύει ίσα διαστήματα σε ίσους χρόνους.

Μπορούμε τότε ν’ αναρωτηθούμε: Ως προς ποιο χρόνο είναι η κίνηση σταθερή; Πρόκειται για τον χρόνο κάποιου ιδιαίτερου ρολογιού; Αν ναι πως θα ξέρουμε ποιο ρολόι να διαλέξουμε, αφού όπως παρατηρήσαμε λίγο πριν, όλα τα πραγματικά ρολόγια βαθμιαία θα αποσυγχρονιστούν το ένα με το άλλο. Ή μήπως ο νόμος αναφέρεται σε έναν ιδανικό απόλυτο χρόνο;

Ας υποθέσουμε ότι υιοθετούμε την άποψη πως ο νόμος αναφέρεται σ’ έναν ιδανικό απόλυτο χρόνο. Αυτό λύνει το πρόβλημα της επιλογής ρολογιού, αλλά θέτει άλλο πρόβλημα αφού κανένα ρολόι δεν μετράει αυτόν τον φανταστικό, ιδεατό χρόνο. Πως θα μπορούσαμε να είμαστε στ' αλήθεια σίγουροι ότι η διατύπωση του νόμου αυτού είναι σωστή, αν δεν έχουμε πρόσβαση σ’ αυτόν τον απόλυτο ιδεατό χρόνο; Πως θα μπορούσαμε να διακρίνουμε αν κάποια φαινομενική επιτάχυνση ή επιβράδυνση ενός σώματος οφείλεται στην αποτυχία του νόμου, η απλώς στην ατέλεια του ρολογιού που χρησιμοποιούμε;

Ο Νεύτωνας όταν διατύπωσε τους νόμους της κίνησης, διάλεξε να λύσει το πρόβλημα της επιλογής ρολογιού, δεχόμενος την ύπαρξη ενός απόλυτου χρόνου. Κάνοντας κάτι τέτοιο βρέθηκε αντίθετος με την άποψη άλλων συγχρόνων του, όπως ο Descartes και ο Gottfried Leibniz, οι οποίοι πρέσβευαν ότι ο χρόνος είναι μόνο μια όψη των σχέσεων μεταξύ των πραγματικών αντικειμένων και των πραγματικών διαδικασιών στον Κόσμο. Ίσως η δική τους να είναι η καλύτερη φιλοσοφία, αλλά ο Νεύτωνας ήταν η αυθεντία του καιρού του, κι επικράτησε η άποψή του.

ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ Η ΑΠΟΨΗ ΠΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥΜΕ ΝΑ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙ ΚΙ ΟΧΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ Η ΣΩΣΤΗ

Ο Albert Einstein κατέρριψε την άποψη του Νεύτωνα για τον χρόνο, επαινούσε το θάρρος και την κρίση του Νεύτωνα να πάει κόντρα σ’ αυτό που ήταν ξεκάθαρα η καλύτερη φιλοσοφική επιλογή και έκανε τις συγκεκριμένες υποθέσεις για να επινοήσει μια φυσική που (δεν) είχε νόημα. Αυτή η διαμάχη, μεταξύ της άποψης του χρόνου ως απόλυτου και προϋπάρχοντος και του χρόνου ως μιας αντανάκλασης των σχέσεων μεταξύ των πραγμάτων, μπορεί να δοθεί γλαφυρά με τον παρακάτω τρόπο.

Φαντασθείτε ότι το Σύμπαν είναι μια σκηνή όπου ένα κουαρτέτο εγχόρδων η ένα γκρουπ της τζαζ πρόκειται να παίξει. Η σκηνή και η αίθουσα είναι προς το παρόν άδεια, αλλά εμείς ακούμε ένα τικ-τακ, σαν κάποιος να έχει ξεχάσει μετά την τελευταία δοκιμή, να κλείσει ένα μετρονόμο, που βρίσκεται σε μια γωνιά του κοίλου της ορχήστρας.

Ο μετρονόμος που χτυπάει στην άδεια αίθουσα είναι το αντίστοιχο του φανταστικού απόλυτου χρόνου του Νεύτωνα, ο οποίος προχωράει αιώνια με σταθερό ρυθμό, πριν και ανεξάρτητα από καθετί που υπάρχει πραγματικά η συμβαίνει στο Σύμπαν. Οι μουσικοί εισέρχονται, το Σύμπαν ξαφνικά δεν είναι άδειο αλλά μπαίνει σε κίνηση, και αρχίζουν να παίζουν υφαίνοντας ο καθένας τη δική του ρυθμική τέχνη. Τώρα ο χρόνος που εισέρχεται στη μουσική τους δεν είναι ο απόλυτος προϋπάρχων χρόνος του μετρονόμου. Είναι ένας σχετικός χρόνος βασισμένος στην ανάπτυξη πραγματικών σχέσεων μεταξύ των μουσικών φράσεων. Το ξέρουμε ότι είναι έτσι επειδή οι μουσικοί δεν ακούνε το μετρονόμο. Ακούνε ο ένας τον άλλο και ανάμεσα στις μουσικές εναλλαγές τους, παράγουν ένα χρόνο στη συγκεκριμένη θέση και στην παρούσα στιγμή μέσα στο Σύμπαν.

Όμως πάντα ο μετρονόμος βρίσκεται στη γωνιά του και χτυπάει χωρίς ν” ακούγεται από τους μουσικούς. Για τον Νεύτωνα ο χρόνος των μουσικών, ο σχετικός χρόνος δεν είναι παρά μια σκιά του πραγματικού, απόλυτου χρόνου του μετρονόμου. Κάθε ρυθμός που ακούγεται, όπως και ο χτύπος κάθε πραγματικού φυσικού ρολογιού, ακολουθεί ατελώς τον πραγματικό, απόλυτο χρόνο. Από την άλλη πλευρά, για τον Leibniz και άλλους φιλοσόφους, ο μετρονόμος είναι μια φαντασία που μας τυφλώνει μπροστά σ” αυτό που συμβαίνει πραγματικά. Ο μόνος χρόνος είναι αυτός που υφαίνουν οι μουσικοί με την μουσική τους.

Η διαμάχη μεταξύ απόλυτου και σχετικού χρόνου αντανακλά την ιστορία της φυσικής και φιλοσοφίας και ορθώνεται μπροστά μας στις μέρες μας, καθώς προσπαθούμε να καταλάβουμε ποια έννοια του χώρου και του χρόνου πρόκειται ν” αντικαταστήσει αυτήν του Νεύτωνα. Αν δεν υπάρχει απόλυτος χρόνος, τότε οι νόμοι της κίνησης του Νεύτωνα δεν έχουν νόημα. Αυτό που πρέπει να τους αντικαταστήσει πρέπει να είναι ένα διαφορετικό είδος χρόνου που να έχει νόημα όταν κανείς μετράει τον χρόνο με οποιοδήποτε ρολόι. Αυτό που μας χρειάζεται είναι ένας «δημοκρατικός» μάλλον χρόνος, παρά ένας «αριστοκρατικός» χρόνος, σύμφωνα με τον οποίο η ένδειξη οποιουδήποτε ρολογιού όσο ατελής και αν είναι, είναι ισότιμη με οποιουδήποτε άλλου. Ο Leibniz βέβαια δεν μπόρεσε ποτέ να επινοήσει ένα τέτοιο νόμο. Ο Einstein όμως μπόρεσε και πρόκειται για μια από τις μεγάλες επιτυχίες της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας, ότι βρέθηκε ένας τρόπος να εκφράσουμε τους νόμους κίνησης κατά τρόπο ώστε να έχουν νόημα οποιοδήποτε ρολόι και αν χρησιμοποιήσει κανείς.

Κατά παράδοξο τρόπο αυτό γίνεται με την απαλοιφή κάθε αναφοράς στο χρόνο μέσα στις βασικές εξισώσεις της θεωρίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για τον χρόνο γενικά και αφηρημένα. Μπορούμε μόνο να περιγράφουμε πως αλλάζει το Σύμπαν με τον χρόνο αν όμως πούμε πρώτα στην θεωρία, ακριβώς ποιές πραγματικές φυσικές διαδικασίες θα χρησιμοποιηθούν ως ρολόγια για να μετρούν το πέρασμα του χρόνου.

Αν είναι έτσι λοιπόν τα πράγματα, γιατί λέω πως δεν γνωρίζω τι είναι πραγματικά ο χρόνος; Το πρόβλημα είναι ότι η Γενική Σχετικότητα είναι μόνο η μισή επανάσταση της φυσικής του 20ου αιώνα, γιατί υπάρχει επίσης και η κβαντική θεωρία. Και η κβαντική θεωρία που αναπτύχθηκε αρχικά για να εξηγήσει τις ιδιότητες των ατόμων και των μορίων, χρησιμοποιεί την σύμβαση του Νεύτωνα για έναν απόλυτο χρόνο. Έτσι στη θεωρητική φυσική έχουμε επί του παρόντος, όχι μία αλλά δύο θεωρίες. Την Σχετικότητα και την Κβαντομηχανική, και αυτές βασίζονται σε διαφορετικές συμβάσεις για τον χρόνο.

Το κεντρικό πρόβλημα της θεωρητικής φυσικής επί του παρόντος είναι να συνδυάσει την Γενική Σχετικότητα και την Κβαντομηχανική σε μια ενιαία θεωρία της φυσικής, η οποία να μπορεί τελικά ν’ αντικαταστήσει τη Νευτώνεια θεωρία που ξεπεράστηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Και πράγματι το εμπόδιο κλειδί για να το πετύχουμε αυτό είναι ότι οι δύο θεωρίες περιγράφουν τον Κόσμο με διαφορετικές σημασίες του χρόνου. Αν κάποιος δεν θέλει να πάει πίσω και να στηρίξει αυτή την ενοποίηση στην παλιά Νευτώνεια σημασία του χρόνου, είναι καθαρό ότι πρέπει να φέρουμε την αντίληψη του Leibniz για τον χρόνο μέσα στην κβαντική θεωρία. Κάτι τέτοιο δεν είναι ατυχώς και τόσο εύκολο.

Το πρόβλημα είναι ότι η κβαντική μηχανική επιτρέπει πολλές διαφορετικές και φαινομενικά αντιφατικές καταστάσεις να υπάρχουν συγχρόνως, όσο αυτές υπάρχουν σ’ ένα είδος «σκιάς» δηλαδή «δυνάμει πραγματικότητας». (Για να το εξηγήσω αυτό θα έπρεπε να γράψω άλλη μια πραγματεία μεγέθους όπως η παρούσα πάνω στην κβαντική θεωρία). Αυτό εφαρμόζεται επίσης και στα ρολόγια, κατά τον ίδιο τρόπο που η γνωστή γάτα του Schrodinger της κβαντικής θεωρίας, μπορεί να υπάρχει σε μια κατάσταση ώστε να είναι συγχρόνως δυνάμει νεκρή και δυνάμει ζωντανή. Παρόμοια ένα ρολόι μπορεί να υπάρχει σε μια κατάσταση στην οποία αυτό δουλεύει με τον συνηθισμένο τρόπο αλλά συγχρόνως τρέχει και προς τα πίσω.

Έτσι αν υπήρχε μια κβαντική θεωρία του χρόνου θα είχε να κάνει όχι μόνο με την ελευθερία επιλογής διαφορετικών φυσικών ρολογιών για να μετρούν το χρόνο, αλλά και με τη σύγχρονη παρουσία, τουλάχιστον δυνητικά, πολλών διαφορετικών ρολογιών. Το πρώτο, το μάθαμε από τον Einstein πως να το κάνουμε. Το δεύτερο έχει μέχρι τώρα αποδειχθεί ότι βρίσκεται πέρα από τη φαντασία μας. Έτσι το πρόβλημα τι είναι ο χρόνος παραμένει άλυτο. Αλλά πρόκειται για κάτι ακόμα χειρότερο, αφού η σχετικότητα φαίνεται να απαιτεί άλλες μεταβολές στη σύλληψη του χρόνου. Μια από αυτές αφορά την εισαγωγική μου ερώτηση, αν ο χρόνος μπορεί ν” αρχίζει ή να τελειώνει ή αν ρέει αιώνια. Η Σχετικότητα πάντως είναι μια θεωρία στην οποία ο χρόνος μπορεί ν” αρχίζει και να σταματάει. Μια περίσταση στην οποία συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας.

Μια μαύρη τρύπα είναι το αποτέλεσμα της κατάρρευσης ενός άστρου μεγάλης μάζας, όταν πια έχουν τελειώσει όλα τα πυρηνικά καύσιμά του και παύει να παράγει ενέργεια ως άστρο. Άπαξ και δεν παράγει πια θερμότητα, τίποτα δεν μπορεί να συγκρατήσει ένα άστρο μεγάλης μάζας από την κατάρρευση που προκαλεί η ίδια η βαρυτική έλξη του άστρου. Αυτή η διαδικασία αυτοτροφοδοτείται, διότι νόσο πιο μικρό γίνεται το άστρο τόσο πιο ισχυρή είναι η δύναμη με την οποία έλκονται μεταξύ τους τα μέρη του. Μια συνέπεια αυτού είναι ότι φθάνει σ” ένα σημείο στο οποίο για να διαφύγει κάτι από τη βαρυτική έλξη του άστρου πρέπει να κινείται ταχύτερα από το φως. Επειδή λοιπόν τίποτα δεν κινείται ταχύτερα από το φως, τίποτα δεν μπορεί να διαφύγει. Αυτός είναι και ο λόγος που το αποκαλούμε μαύρη τρύπα, γιατί ούτε ακόμα και το φως δεν μπορεί να διαφύγει απ” αυτό.

Παρόλα αυτά, ας αφήσουμε αυτό το θέμα και ας δούμε τι συμβαίνει στο ίδιο το άστρο. Μόλις γίνει αόρατο σε μας, χρειάζεται ακόμα λίγο χρόνο για να συμπιεστεί το άστρο στο σημείο όπου απειρίζεται η πυκνότητά του και απειρίζεται επίσης και το βαρυτικό του πεδίο. Το πρόβλημα είναι, τι συμβαίνει στη συνέχεια; Αλλά τι σημαίνει στ’ αλήθεια η φράση: «στη συνέχεια»; Αν ο χρόνος αποκτά σημασία μόνο με την κίνηση των φυσικών ρολογιών, τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο χρόνος σταματάει στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας. Διότι όταν το άστρο φτάσει την κατάσταση της άπειρης πυκνότητας και άπειρου βαρυτικού πεδίου, καμιά περαιτέρω μεταβολή δεν μπορεί να συμβεί, και καμιά φυσική διεργασία δεν μπορεί να συνεχιστεί, που να δίνει νόημα στον χρόνο. Έτσι η θεωρία απλά επιβεβαιώνει ότι ο χρόνος σταματάει.

Το πρόβλημα είναι στην πραγματικότητα χειρότερο απ’ αυτό, διότι η Γενική Σχετικότητα επιτρέπει σε ολόκληρο το Σύμπαν να καταρρεύσει σαν μαύρη τρύπα. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος σταματάει παντού. Μπορεί επίσης να επιτρέψει στον χρόνο να ξεκινήσει. Στην πραγματικότητα έτσι εννοούμε το Big Bang, την πιο δημοφιλή σημερινή θεωρία για την προέλευση του Σύμπαντος.

Ίσως το κεντρικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε όλοι εμείς που προσπαθούμε να συνδυάσουμε την Σχετικότητα με την Κβαντομηχανική να είναι: τι συμβαίνει στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας; Αν ο χρόνος πραγματικά σταματάει εκεί, τότε πραγματικά πρέπει να σκεφτούμε ότι ο χρόνος σταματάει παντού στο Σύμπαν όταν αυτό καταρρεύσει. Απεναντίας αν δεν σταματάει, τότε πρέπει να σκεφτούμε έναν ολόκληρο αέναο κόσμο, στο εσωτερικό μιας μαύρης τρύπας, ο οποίος βρίσκεται για πάντα έξω από την όρασή μας. Επιπλέον αυτό δεν είναι ένα θεωρητικό πρόβλημα, διότι μια μαύρη τρύπα σχηματίζεται κάθε φορά που ένα αστέρι μεγάλης μάζας φτάνει στο τέλος της ζωής του και καταρρέει. Το μυστήριο αυτό λοιπόν συμβαίνει κάπου στο αχανές Σύμπαν που παρατηρούμε, ίσως και 100 φορές το δευτερόλεπτο.

Τι είναι λοιπόν ο χρόνος; Είναι το μεγαλύτερο μυστήριο; Όχι, το μεγαλύτερο μυστήριο πρέπει να είναι, ότι ο καθένας μας είναι εδώ για ένα σύντομο χρονικό διάστημα και αυτό που το Σύμπαν μας επιτρέπει στο πλαίσιο της ύπαρξής μας είναι να θέτουμε τέτοιες ερωτήσεις. Και να μεταβιβάζουμε από παιδική ηλικία σε παιδική ηλικία τη χαρά της αναζήτησης, της ερώτησης και της μεταβίβασης της γνώσης για το τι ξέρουμε και τι δεν ξέρουμε.

Το Σύμπαν δεν έχει ρολόι

Ένα Σύμπαν ρολόι ή ένα σύμπαν που φοράει ρολόι;
Οι εποχές γύρω μας αλλάζουν, η φύση, οι άνθρωποι, τα ζώα, οι πέτρες, η θάλασσα, ο αέρας, όλα αλλάζουν και λέμε ότι ο χρόνος περνάει. Τι θα κάναμε αν ο χρόνος δεν περνούσε; Παρά το ότι κάτι τέτοιο θα μας άρεσε δεν μπορούμε ούτε να γυρίσουμε πίσω, ούτε να ξετυλίξουμε προς τα εμπρός την ταινία της ζωής μας. Υπάρχει μέσα μας μια ισχυρή αίσθηση ότι ο χρόνος κυλάει προς τα εμπρός με σταθερό ρυθμό, και υποθέτουμε ότι το ίδιο θα συμβαίνει σε κάθε μέρος του Σύμπαντος ή ό,τι αυτό είναι και αληθινό, επειδή έτσι νομίζουμε.

Το βέλος του χρόνου
Ο χρόνος εμφανίζεται να προχωρεί προς μια μόνο κατεύθυνση και αυτή η ασυμμετρία του επηρεάζει μια σειρά από φυσικά φαινόμενα γύρω μας. Οι φυσικοί αποκαλούν αυτή την ασυμμετρία «το βέλος του χρόνου» και εννοούν ένα κοσμικής κλίμακας δείκτη που δείχνει σε μια μόνο κατεύθυνση. Ένα Σύμπαν ρολόι ή ένα σύμπαν που φοράει ρολόι; Έχουμε τόσο πολύ συνηθίσει να ακολουθούμε το βέλος του χρόνου ώστε το δεχόμαστε πια ως προφανές. Η δουλειά όμως των φυσικών είναι να εξηγούν το κάθε τι στο φυσικό κόσμο και η εξήγηση του βέλους του χρόνου ήταν πάντα ένα μόνιμο πρόβλημα. Οι άνθρωποι πάντα σκέφτονταν ή τους βόλευε να σκέφτονται, ότι το Σύμπαν είναι ένα ρολόι και μάλιστα ένα καλοκουρδισμένο ρολόι.

Οι αστρονόμοι πρόβλεπαν τις κινήσεις των πλανητών και τις εμφανίσεις των κομητών σύμφωνα με χρονικούς πίνακες. Ένα Σύμπαν ρολόι; Έχουμε τόσο πολύ συνηθίσει να ακολουθούμε το βέλος του χρόνου ώστε το δεχόμαστε πια ως προφανές το θεωρούμε αληθινό. Η δουλειά όμως των φυσικών είναι να εξηγούν το κάθε τι στο φυσικό κόσμο, και η εξήγηση του βέλους του χρόνου ήταν πάντα ένα μόνιμο πρόβλημα. Οι άνθρωποι πάντα σκέφτονταν το Σύμπαν σαν ένα καλοκουρδισμένο ρολόι. Οι αστρονόμοι πρόβλεπαν τις κινήσεις των πλανητών και τις εμφανίσεις των κομητών σύμφωνα με χρονικούς πίνακες.

Ο Ισαάκ Νεύτων (1642-1727) «ανακάλυψε» τους νόμους της κίνησης των σωμάτων σε συνδυασμό με τις δυνάμεις που ενεργούν σ’ αυτά. Οι νόμοι της κίνησης που διατύπωσε εφαρμόζονται σε κάθε τι, από τις μπάλες του μπιλιάρδου ως τους πλανήτες. Επίσης διατύπωσε τον πρώτο ακριβή νόμο της βαρύτητας δηλαδή της δύναμης μεταξύ οποιονδήποτε σωμάτων στο Σύμπαν σε σχέση με τις μάζες τους και την απόστασή τους.

Αλλά οι ανακαλύψεις του Νεύτωνα δεν είχαν καμιά εξήγηση για το βέλος του χρόνου. Οι νόμοι του δουλεύουν εξίσου καλά και προς τις δύο κατευθύνσεις του χρόνου. Αν βιντεοσκοπήσετε μια κόκκινη μπάλα του μπιλιάρδου καθώς συγκρούεται με μια άσπρη μπάλα και μετά παίξετε την ταινία προς τα πίσω στον χρόνο δεν θα δείτε τίποτα παράδοξο. Με τον ίδιο τρόπο ένα Σύμπαν που δουλεύει σαν ρολόι θα μπορούσε να εξελίσσεται και κατά την αντίθετη φορά του χρόνου. Το πρόβλημα του βέλους του χρόνου φάνηκε μόλις το 19ο αιώνα, όταν οι άνθρωποι άρχισαν να σκέπτονται με όρους ενέργειας και όχι με το μοντέλο σφαιρών του μπιλιάρδου ή ρολογιών.

Μια μπάλα που σπάει μια τζαμαρία καθώς περνάει μέσα από αυτήν είναι ένα φαινόμενο με μια μόνο χρονική κατεύθυνση. Μέρος από την κινητική ενέργεια της μπάλας που μεταβιβάζεται στο γυαλί γίνεται θερμότητα και δεν μπορεί ν΄ ανακτηθεί με την αντίστροφη πορεία της μπάλας. Με άλλα λόγια η τακτική οργανωμένη κίνηση της μπάλας μετατράπηκε εν μέρει σε άτακτη κίνηση των μορίων του αέρα και αυτό δεν μπορεί να αναστραφεί. Λένε!!!

Η Ερώτηση παραμένει: Τι είναι ο χρόνος;
Η διάρκεια μιας ημέρας καθορίζεται από την περιστροφή της Γης, αλλά τι συμβαίνει με τις ώρες τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα; Αυτά είναι τελείως ανθρώπινες επινοήσεις που έγιναν πριν από αιώνες και διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα από ιστορικές συμπτώσεις. Μέχρι σήμερα έχουμε υιοθετήσει το δεκαδικό σύστημα σε πάρα πολλές μονάδες μέτρησης γιατί έτσι γίνονται ευκολότερα οι υπολογισμοί, αλλά έχουμε μείνει προσκολλημένοι στον χωρισμό της ημέρας σε 24 ώρες, της ώρας σε 60 λεπτά και του λεπτού σε 60 δευτερόλεπτα.

Γιατί άραγε; Σήμερα τα πιο πολλά ρολόγια βασίζουν τη χρονομέτρησή τους στις ταλαντώσεις κρυστάλλων quartz. Για πολύ μεγάλη ακρίβεια χρησιμοποιούμε τις κβαντικές ιδιότητες ατομικών ρολογιών. Αυτές βασίζονται στις ταλαντώσεις ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που εκπέμπεται κατά τις μεταπτώσεις μεταξύ των ενεργειακών σταθμών ενός ατόμου Καισίου 133. Ο επίσημος διεθνής ορισμός του ενός δευτερολέπτου είναι η διάρκεια 9,192,631,770 τέτοιων ταλαντώσεων.

Το Διεθνές Γραφείο Χρόνου στο Παρίσσι χρησιμοποιεί 80 τέτοια ατομικά ρολόγια σε 24 ώρες για να ορίσει τον Συντονισμένο Παγκόσμιο Χρόνο (UTC) με ακρίβεια 1/1000 του δευτερολέπτου. Επειδή ο χρόνος περιστροφής της Γης δεν είναι απολύτως σταθερός αλλά κυμαίνεται λίγο από χρόνο σε χρόνο, προστίθεται κάθε τόσο ένα δευτερόλεπτο στον Παγκόσμιο Χρόνο για να βρίσκεται σε σύμπτωση με τον μέσο χρόνο του Greenwich. Ακριβώς όπως προσθέτουμε κάθε 4 χρόνια μια ημέρα στη διάρκεια του έτους για να εξισορροπήσουμε το γεγονός ότι η διάρκεια του έτους δεν είναι ακριβώς 365 ημέρες.

Ο Συγχρονισμός
Η ιδέα ότι ο χρόνος θα μπορούσε να συγχρονιστεί σε διαφορετικά μέρη είναι σχετικά πρόσφατη. Τον 19ο αιώνα στη Βρετανία ως μεσημέρι όριζαν την χρονική στιγμή που ο ήλιος βρίσκεται ακριβώς πάνω από το κεφάλι μας και τη στιγμή εκείνη χτυπούσαν τα ρολόγια στις γειτονικές εκκλησίες. Με τον ερχομό όμως του σιδηροδρόμου πρόκυψε η ανάγκη του συγχρονισμού των ρολογιών για να μπορέσουν να φτιαχτούν αξιόπιστοι πίνακες ωρών δρομολογίων. Το 1847 οι πιο πολλές σιδηροδρομικές εταιρίες στη Βρετανία χρησιμοποιούσαν την ώρα Greenwich η οποία το 1880 έγινε η επίσημη ώρα στη Βρετανία εκτός από τη θερινή περίοδο όπου προστίθεται μια ώρα.

Άρα ο χρόνος στα ρολόγια μας είναι φτιαγμένος κατά πως μας βολεύει.
Η ακριβής χρονομέτρηση είναι κρίσιμη για το Παγκόσμιο Σύστημα Εύρεσης Θέσης (GPS) το οποίο βασίζεται στους δορυφόρους και χρησιμεύει για να βρίσκουν με ακρίβεια τα πλοία τις συντεταγμένες τους. Οι χρηματαγορές σε όλο τον πλανήτη από τη Ν. Υόρκη ως το Τόκυο βασίζονται σε ακριβείς χρονικές στιγμές ανοίγματος και κλεισίματος και οι τράπεζες σας δανείζουν το χρήμα τους, βασιζόμενες σε ακριβείς χρόνους αποπληρωμής, το ίδιο και στις ασφαλιστικές εταιρίας, αυτό που τις πληρώνετε είναι ο χρόνος. Τα φανάρια κυκλοφορίας στους δρόμους χρειάζονται να είναι συγχρονισμένα για να γίνεται ομαλά η κυκλοφορία και τέλος εσείς χρειάζεται να ξέρετε τι ώρα ακριβώς να ανοίξετε την τηλεόρασή σας για να παρακολουθήσετε το πρόγραμμα της.

Που θα βρισκόμουν αν δεν υπήρχε ο χρόνος;
Δεν είναι δύσκολο να απαντήσουμε. Όπως και πολλές άλλες ερωτήσεις γύρω από τη θεμελιακή έννοια του χρόνου, μπορεί να έχει πολλές σωστές αλλά και εξίσου πολλές λανθασμένες απαντήσεις, η οπτική του παρατηρητή κάνει την διαφορά. Θα έλεγα ότι η ζωή χρειάζεται χρόνο για να υπάρξει, συνεπώς δεν θα μπορούσαμε να υπάρχουμε χωρίς χρόνο. Η ζωή εμπεριέχει την σταθερή εξέλιξη και αλλαγή των βιολογικών συστημάτων: μεμονωμένες μονάδες όπως εμείς αναπτύσσονται και τελικά πεθαίνουν όπως και όλα τα είδη κάνουν το ίδιο. Ο νόμος που το καθορίζει αυτό είναι ο δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος που λέει ότι στο Σύμπαν κυριαρχεί η τάξη η οποία τείνει όμως σε αταξία.

Στην πορεία τους αυτή οι δομές εξελίσσονται αλλά τίποτα δεν μένει στατικό. Αυτό που αποκαλούμε χρόνο είναι ένα πράγμα που σηματοδοτεί αυτή την αλλαγή κι έτσι ο χρόνος είναι αυτό που συμβαίνει καθώς το Σύμπαν και εμείς εξελισσόμαστε. Έτσι λοιπόν αν δεν υπήρχε ο χρόνος ούτε εμείς θα υπήρχαμε, όχι σε αυτό το Σύμπαν, μιας και όλα όσα γνωρίζει ο άνθρωπος, άπτονται μονάχα αυτού του Σύμπαντος και όχι όλου και όχι όλα. Υποθέσεις κάνει και με Υποθέσεις πορεύεται.

Όταν ο Ερμής κινείται, όπως και όλα τα αντικείμενα στον κόσμο, υπακούοντας -θεωρητικά- στις εξισώσεις της θεωρίας της Σχετικότητας και όχι της θεωρίας του Νεύτωνα, οι προβλέψεις για την κίνηση του Ερμή που βασίζονται στους νόμους του Νεύτωνα είναι λανθασμένες – το λάθος αυτό είναι αξιοσημείωτο στην περίπτωση του Ερμή διότι η τροχιά του επηρεάζεται σημαντικά από το ισχυρό βαρυτικό πεδίο του Ήλιου. Για κινούμενα αντικείμενα επί της Γης όπως λόγου χάριν το παλιό αυτοκίνητό, η επίδραση της Σχετικότητας είναι μικρή κι έτσι οι εξισώσεις του Νεύτωνα εργάζονται θαυμάσια αν και το αυτοκίνητό δεν δουλεύει και τόσο καλά.

Άρα τίποτε δεν είναι μονοσήμαντο, όλα είναι σχετικά και ρευστά.
Αν μια μύγα χτυπήσει στο μπροστινό μέρος ενός κινούμενου τρένου, για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου τη στιγμή ακριβώς που χτυπάει η μύγα, τόσο η μύγα όσο και το τραίνο θα σταματήσουν στιγμιαία; Όσον αφορά το αν θα σταματήσει το τραίνο, η απάντηση είναι όχι, αν και αυτό θα αποτελούσε μια θαυμάσια δικαιολογία για την αργοπορία των τραίνων. Η συνολική ορμή του τραίνου και της μύγας διατηρείται – το τραίνο συνεχίζει την κίνησή του προς τα εμπρός, πιθανόν με λίγο μικρότερη ταχύτητα και η μύγα αλλάζει στιγμιαία την κατεύθυνση της κίνησής της. Αν υποθέσουμε ότι η μύγα έχει λίγη ελαστικότητα (σαν μια λαστιχένια μπάλα) θα λέγαμε ότι καθώς συντρίβεται στο τραίνο, ένα μέρος από αυτήν, στιγμιαία σταματάει, αλλά αυτό δεν είναι σημαντικό φαινόμενο, εκτός βέβαια από τη σκοπιά της νεκρής μύγας.

Ο συνήθης χρόνος του ρολογιού είναι ένα μέτρο της περιόδου μεταξύ γραμμικών γεγονότων.
Ο ωρολογιακός χρόνος μεταξύ δύο γεγονότων που επαναλαμβάνονται κανονικά μπορεί να αλλάξει από κάποια δύναμη, που δρα στα γεγονότα, παραδείγματος χάριν ένα ρολόι εκκρεμές μπορεί να κατασκευαστεί να κινείται γρηγορότερα αλλά και πάλι με κανονικό ρυθμό. Αλλά μπορεί η περίοδος μεταξύ δύο κανονικών συμβάντων όπως μετρείται συνήθως από τον ωρολογιακό χρόνο, να μεταβληθεί από την παραμόρφωση του χρόνου; Είναι δηλαδή ο χρόνος μια δύναμη από μόνος του; Θα άλλαζα την αρχική διαπίστωσή για να πω ότι ο κανονικός ωρολογιακός χρόνος είναι το μέτρο της περιόδου μεταξύ συμβάντων, χωρίς καμιά αναφορά σε γραμμικότητα ή όχι.

Δυο ρολόγια μπορούν να διαφωνούν το ένα με το άλλο διότι (α) το ένα έχει κάποιο μηχανικό πρόβλημα, πχ τελειώνει η μπαταρία. Ή (β) διότι το ένα κινείται σχετικά με το άλλο. (Στην περίπτωση (α) ο χρόνος δεν έχει αλλάξει για κανένα ρολόι, αυτά απλώς είναι αναξιόπιστοι καταγραφείς του περάσματος του χρόνου. Η περίπτωση (β) είναι όμως τελείως διαφορετική – ο χρόνος είναι ο ίδιος παραμορφωμένος ενώ τα ρολόγια είναι απολύτως αξιόπιστοι καταγραφείς του περάσματός του. Στις περισσότερες περιπτώσεις – σχεδόν σε όλες – της καθημερινής μας ζωής τα ρολόγια διαφωνούν το ένα με το άλλο εξαιτίας της περίπτωσης (α).

Είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν ταξίδια στον χρόνο;
Ταξίδια στον χρόνο γίνονται ήδη, στο μέλλον ή στο παρελθόν, απλώς είναι απόλυτα απαγορευμένα για όποιον δεν είναι ανώτατο μέλος των γνωστών «Μυστικών Εταιριών» Μπορούμε να στείλουμε μηνύματα μέσα στο χρόνο αφού αυτά ταξιδεύουν ως φωτεινά κύματα, ραδιοκύματα, μικροκύματα, κύματα φωτός κλπ είναι όλα ηλεκτρομαγνητικά κύματα που ταξιδεύουν με την ταχύτητα του φωτός . Αν έχουμε λοιπόν τις αισθήσεις μας σε επιφυλακή για παράξενα μηνύματα, πιθανόν να τα αντιληφθούμε.

Είναι δυνατόν από φυσική άποψη να περνάει ο χρόνος κατά την αντίστροφη φορά;
Υπάρχουν μερικές θεωρίες που λένε, ότι υπάρχουν θύλακες στο Σύμπαν όπου ο χρόνος κυλάει αντίστροφα και θύλακες που ο χρόνος όπως τον γνωρίζουμε, είναι ανύπαρκτος. Είναι δύσκολο να ελέγξουμε αυτές τις θεωρίες, για να ξέρουμε αν υπάρχει καμιά αλήθεια σ’ αυτές, εδώ αναιρούνται οι αλήθειες αυτού του σύμπαντος που είναι ήδη σχεδόν γνωστές. Οι εποχές αλλάζουν ο χρόνος περνάει, «αεί γίγνεσθαι και μεταβάλλεσθαι και μη ουδέποτε το αυτό μένειν» κατά τον Μέγα Ηράκλειτο.

Το παρελθόν είναι πίσω μας και το μέλλον δεν έχει έλθει ακόμα. Υπάρχει μια ισχυρή αίσθηση ότι ο χρόνος περνάει και μάλιστα με σταθερό ρυθμό και γενικεύοντας λέμε, ότι αυτό συμβαίνει και σε κάθε γωνιά του Σύμπαντος, του γνωστού και μην ξεχνάμε πως το Σύμπαν είναι άπειρο και ταυτόχρονα φρακταλικό. Άρα;

Ομοίως, ανταλλαγές ενέργειας συμβαίνουν κάθε φορά που τα αντικείμενα αλληλεπιδρούν το ένα με το άλλο, αναδιανέμουν προοδευτικά το συνολικό ποσό ενέργειας στο Σύμπαν. Αυτός είναι ο Δεύτερος Θερμοδυναμικός Νόμος. Μας λέει ότι η θερμότητα (ή η ενέργεια) μπορεί να κινηθεί αυθόρμητα από θερμότερα αντικείμενα σε ψυχρότερα, αλλά ποτέ αντίστροφα. Γι' αυτό και οι άνθρωποι που «παγώνουν» είναι εξαιρετικά σπάνιο θα «θερμανθούν» ξανά, μιλώντας σε συνειδησιακό-πνευματικό επίπεδο.

Χρειάζεται ενέργεια για να κρατηθούν τα πράγματα σε τακτοποιημένη δομή όπως αυτές που βλέπουμε γύρω μας – σπίτια, πόλεις, πλανήτες, αστέρια, γαλαξίες. Καθώς η ενέργεια αναδιατάσσεται η τάξη καταρρέει, σαν ερημωμένο χωριό που προοδευτικά καταρρέει. Ως αναπόφευκτη συνέπεια του Δεύτερου νόμου, το συνολικό ποσό της αταξίας – η εντροπία – πάντα αυξάνει στο Σύμπαν. Θεωρητικά το Σύμπαν θα φτάσει σε μια κατάσταση θερμοδυναμικής ισορροπίας, στην οποία κάθε τι βρίσκεται στην ίδια θερμοκρασία και όλες οι δομές έχουν καταρρεύσει. Το βέλος του χρόνου δείχνει από το χάος, την οριστική μοίρα του Σύμπαντος.

Το Σύμπαν είναι μια Μεγάλη Τράπουλα

Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων έδινε κάποτε μία διάλεξη για την αστρονομία.

Έλεγε ότι η Γη είναι ένας σφαιρικός πλανήτης του ηλιακού συστήματος που κινείται γύρω από το κέντρο του, τον Ήλιο, και ότι ο Ήλιος είναι ένα άστρο που, με την σειρά του, κινείται γύρω από το κέντρο του αστρικού συστήματος, που ονομάζουμε Γαλαξία.

Στο τέλος της διάλεξης, η Ντάμα την κοίταξε θυμωμένη με επιτιμητικό ύφος.

«Αυτά που λες είναι ανοησίες. Η Γη δεν είναι παρά ένα Μεγάλο Τραπουλόχαρτο. Είναι λοιπόν επίπεδη σαν όλα τα Τραπουλόχαρτα.» της είπε, και στράφηκε περήφανα προς τα μέλη της συνοδείας της, που έδειχναν φανερά ικανοποιημένα από την εξήγηση της.

Η Αλίκη χαμογέλασε υπεροπτικά. «Και σε τι στηρίζεται αυτό το Τραπουλόχαρτο;» ρώτησε με ειρωνεία. Η Ντάμα δεν έδειξε να αιφνιδιάζεται. «Είσαι έξυπνη, πολύ έξυπνη», απάντησε. «Μάθε λοιπόν μικρή μου πως αυτό το Τραπουλόχαρτο στηρίζεται σε ένα άλλο, και εκείνο το άλλο σε ένα άλλο άλλο και εκείνο το άλλο άλλο σε ένα άλλο άλλο άλλο…»

Σταμάτησε λαχανιασμένη. «Το Σύμπαν δεν είναι παρά μια Μεγάλη Τράπουλα» τσίριξε.
Φυσικά, οι περισσότεροι θα έβρισκαν γελοία αυτήν την εικόνα για το Σύμπαν και τη Γη που στηρίζεται σε μια άπειρη σειρά από τραπουλόχαρτα. Θα μπορούσαν όμως να εξηγήσουν το γιατί; Θα μπορούσαν να περιγράψουν τη δική τους εικόνα για το Σύμπαν και να αποδείξουν πως είναι η σωστή;

Τι γνωρίζουν οι άνθρωποι για το Σύμπαν και πώς το γνωρίζουν;
Από πού προέρχεται το Σύμπαν και πού πηγαίνει;
Υπήρξε αρχή του Σύμπαντος και, αν ναι, τι υπήρξε πριν από αυτήν;
Θα υπάρξει τέλος του Σύμπαντος και, αν ναι, τι θα υπάρξει μετά από αυτό;
Τι γνωρίζουν οι άνθρωποι για το χρόνο;
Υπήρξε αρχή του χρόνου;
Θα υπάρξει τέλος του χρόνου;

Η σύγχρονη φυσική, με τη βοήθεια και των καταπληκτικών νέων τεχνολογιών, προτείνει απαντήσεις σε αυτά τα αιώνια ερωτήματα. Στο μέλλον αυτές οι απαντήσεις θα μας φαίνονται τόσο ευνόητες όσο μας φαίνεται σήμερα ότι η Γη είναι σφαιρική και κινείται γύρω από τον Ήλιο — ή τόσο ανόητες όσο ότι η Γη είναι επίπεδη και στηρίζεται σε μία άπειρη σειρά από τραπουλόχαρτα.

Ευνόητες ή ανόητες; Μόνον ο χρόνος θα δείξει, ό,τι και αν είναι αυτό που ονομάζεται «χρόνος» και αν ακόμη υπάρχει άνθρωπος για να δώσει τον ανθρώπινο ορισμό του χρόνου.

Πόσο αμφιβάλεις γι’ αυτά που νομίζεις ότι γνωρίζεις για το Σύμπαν;

Τι κι αν δεν γνωρίζουν
«Oι Κινέζοι δεν έχουν κάποια επίσημη κρατική θρησκεία, όπως την καταλαβαίνουμε εμείς εδώ στη Δύση, αλλά ένα ιδιόρρυθμο μείγμα Ταοϊσμού, Βουδισμού και Κουμφουκιανισμού. Δείχνουν να ενστερνίζονται τις τελετουργίες που τους βολεύουν, να εύχονται όλα να πάνε καλά και να συνεχίζουν τη ζωή τους.

Αυτό σημαίνει ότι ζουν μια χαρά και δίχως χρυσοστόλιστους Πάπες κι εφημέριους, υποκριτές τηλευαγγελιστές με περούκες που στα κρυφά πεθαίνουν από λαγνεία, νεαρούς Μορμόνους με κουρεμένα κεφάλια και μονοκόμματα εσώρουχα κατά του πειρασμού, τρελαμένους αιμοδιψείς αγιατολάδες, τύπους που τριγυρίζουν με πλακάτ στις πλατείες και ωρύονται πως έρχεται η συντέλεια του κόσμου, ανθρώπους που κάνουν δολοφονίες επειδή είναι κατά των αμβλώσεων, ανθρώπους γεμάτους ενοχές και εμφανώς τα καταφέρνουν μια χαρά». -Τζόε Μπένετ

Από την άλλη και χωρίς καθόλου αμφιβολία
Οι επαγγελματίες σοφοί λένε ότι όλα έχουν ειπωθεί από καιρό. Μπορεί να είναι κι έτσι. Μπορεί όμως να είναι κι αλλιώς. Άλλωστε όλα όσα έχουν ειπωθεί αφορούν τον κόσμο αυτόν μοναχά και ίσως κάποιες από τις αισθητές πτυχές του.

Αλλά οι άλλοι κόσμοι έχουνε κι αυτοί τις δικές τους ιστορίες να διηγηθούν.
Που ίσως να’ναι πολύ πιο πραγματικές από το ονείρεμά μας.

Κόσμοι μέσα σε κόσμους, μέσα σε κόσμους !
Διπλώνουν ή καταργούν το χωρόχρονο για να ακουστούν απ’ όσους ξέρουν να ακούνε.

Αν ζούμε σε ένα ολογραφικό σύμπαν τότε θα είναι η μεγαλύτερη επανάσταση του 21ου αιώνα.

Μια παράξενη θεωρία, που λέγεται ολογραφική αρχή, απασχολεί ολοένα και περισσότερους φυσικούς. Ισχυρίζεται ότι το σύμπαν μας είναι σαν ένα ολόγραμμα. Όπως το φως μας επιτρέπει να απεικονίσουμε ένα τρισδιάστατο είδωλο πάνω σε ένα επίπεδο φιλμ, έτσι και το φαινομενικά τρισδιάστατο Σύμπαν μπορεί να είναι τελείως ισοδύναμο με κάποια κβαντικά πεδία και φυσικούς νόμους, “σχεδιασμένους” σε μια τεράστια μακρινή επιφάνεια στην άκρη του σύμπαντος.

Με άλλα λόγια, είμαστε πραγματικοί, ή μήπως είμαστε κβαντικές αλληλεπιδράσεις που προέρχονται από τις άκρες του σύμπαντος;

Η φυσική των μαύρων τρυπών μας δίνει κάποια ένδειξη ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είναι αληθές. Η μέγιστη εντροπία ή πληροφορία αυτών των περίεργων αντικειμένων, είναι ανάλογη με την επιφάνειά τους, και όχι με τον όγκο τους. Ίσως λοιπόν και ολόκληρο το Σύμπαν να είναι σαν ένα γιγάντιο ολόγραμμα.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Όμηρος και ιστορία, Πώς ήταν μια «πόλη» στα «ομηρικά» χρόνια;

Δεν είναι σαφές αν στα χρόνια από τον 11ο μέχρι τον 8ο αι. π.Χ. υπάρχουν πόλεις με την έννοια που τις αντιλαμβάνεται κανείς σήμερα. Ίσως είναι προτιμότερο, λοιπόν, να γίνεται λόγος για οικισμούς.
 
Η αρχαιολογική έρευνα διαπιστώνει μια εξέλιξη στη μορφή αυτών των πόλεων-οικισμών κατά τη διάρκεια των παραπάνω αιώνων (Μαζαράκης-Αινιάν 2009: 29). Κατά τον 10ου αι. π.Χ., μια ενιαία επιμήκης οικία, τύπου Λευκαντιού, που αποτελούνταν από δωμάτια το ένα πίσω από το άλλο, δέσποζε ως η κατοικία (;) του άρχοντα σ' έναν οικισμό, όντας απομονωμένη μερικές φορές από αυτόν. Από το 900 μέχρι το 700 π.Χ., στην περίοδο που στο τέλος της φαίνεται πως καταγράφονται τα έπη δηλαδή, παρατηρείται από την ίδια έρευνα, κάτω από την επίδραση, ίσως, και της ομηρικής αφήγησης και έρευνας, παρουσία σύνθετων «οίκων», που αποτελούνται από ανεξάρτητες μονάδες οργανωμένες μέσα σε περιβόλους. Στα τέλη του 8ου αι. π.Χ. και στις αρχές του 7ου αι. π.Χ., τέλος, σε μια άλλη πιθανή περίοδο «γέννησης» των επών, οι οικίες έχουν περισσότερα δωμάτια και είναι προσανατολισμένες, περιμετρικά, προς μια κεντρική στον οικισμό αυλή. Ελλειψοειδή, αψιδωτά και κυκλικά κτίρια μέσα στους οικισμούς επιτελούν, παράλληλα διάφορες λειτουργίες από αποθηκευτικές μέχρι λατρευτικές.
 
Η περίπτωση του Ωρωπού της Αττικής απέναντι από την Ερέτρια της Εύβοιας είναι χαρακτηριστική περίπτωση των παραπάνω «οίκων». Ο ανασκαφέας της αρχαιολογικής αυτής θέσης θεωρεί ότι ο οικισμός επιμερίζεται σε ανεξάρτητες ή ημιαυτόνομες οικογενειακές μονάδες, σε «οίκους», που διαφοροποιούνται μεταξύ τους από περιβόλους οι οποίοι περικλείουν ένα ή περισσότερα σπίτια μιας οικογένειας (Μαζαράκης-Αινιάν 2009: 26). Μαζί με τα σπίτια βρίσκονταν και άλλα κτίσματα που περιλάμβαναν αποθηκευτικούς και εργαστηριακούς χώρους, χώρους σταβλισμού των ζώων, αλλά, ακόμα και λατρευτικούς χώρους. Κάποια από τα παραπάνω σπίτια αναγνωρίζονται, εξάλλου, με βάση τις διαστάσεις τους ως χώροι κατοικίας της ελίτ της συγκεκριμένης κοινωνίας. Ανάλογη οργάνωση πιθανολογείται, επίσης, για τους οικισμούς των ίδιων χρόνων στη Λαθούριζα Αττικής και στην Ερέτρια της Εύβοιας.
 
Ένα καλό παράδειγμα της μορφής των πόλεων-οικισμών στα ομηρικά χρόνια προσφέρει η Ζαγορά της Άνδρου). Ο γεωμετρικός οικισμός της βρίσκεται σε υψόμετρο 160μ., στο οροπέδιο ενός απόκρημνου ακρωτηρίου στα νοτιοδυτικά του νησιού. Είναι λιθόκτιστος και το εμβαδόν του προσεγγίζει τα 64 στρέμματα. Όπως προέκυψε από τις ανασκαφές που έγιναν εκεί από το 1960 μέχρι το 1975, περίπου, από μια Αυστραλιανή αρχαιολογική αποστολή, η Ζαγορά κατοικήθηκε, κυρίως, κατά τον 8ο αι. π.Χ. Οι κάτοικοι οχύρωσαν τον οικισμό τους προς τη μεριά της ξηράς με ισχυρό τείχος. Από τη μεριά της θάλασσας ήταν προσβάσιμος από δυο μικρούς κολπίσκους που πλαισιώνουν και σήμερα το ακρωτήριο που υπάρχει εκεί. Το γεγονός ότι στη Ζαγορά εντοπίστηκε επείσακτη ευβοϊκή, κυρίως, κεραμική αποδεικνύει τις εμπορικές δραστηριότητες των Ευβοέων και προς τις Κυκλάδες. Θεωρήθηκε, μάλιστα, ότι μπορεί να ήταν και αποικία των Ερετριέων. Το γεγονός, μάλιστα, ότι η πόλη εγκαταλείπεται ξαφνικά γύρω στο 700 π.Χ. συνδέεται με την κατάρρευση του ευβοϊκού εμπορίου εξαιτίας του πολέμου στο Ληλάντιο πεδίο.
 
Το τείχος που χτίστηκε προς την ενδοχώρα είχε μήκος 110 μέτρα και πάχος που σε ορισμένα του σημεία φτάνει τα επτά μέτρα, ενώ φαίνεται πως είχε μόνο μια πύλη συνοδευόμενη από πύργο στο νότιο άκρο του, μέσω της οποίας ένας δρόμος οδηγούσε στα σπίτια της πόλης. Στην κορυφή του ακρωτηρίου υπήρχε ναός που ανακατασκευάστηκε τον 6ο αι. π.Χ. μετά την εγκατάλειψη της πόλης. Τα σπίτια στη Ζαγορά ήταν κυρίως τετράγωνα, ενώ μερικές φορές είχαν προστώο, όπως τα μέγαρα. Εντοπίστηκαν αρκετές υπαίθριες αυλές, μια από τις οποίες οδηγεί σε μια εντυπωσιακή αίθουσα που είναι εξοπλισμένη με λίθινο πάγκο που περιτρέχει τους τρεις της τοίχους, με μια κεντρική εστία από σχιστολιθικές πλάκες, με μια λεκάνη, πάλι από σχιστόλιθο, στο δάπεδο και μια πλακόστρωτη πλατφόρμα που θεωρήθηκε βάση για σκάλα που κατέληγε στον επάνω όροφο. Η κεντρική θέση του οικήματος και η γειτνίασή του με το ιερό του οικισμού πιθανολογεί την απόδοσή του στην κατοικία κάποιου αρχηγού. Μέσα στις οικίες της Ζαγοράς βρέθηκαν ίχνη των δραστηριοτήτων των κατοίκων της. Η διασπορά αγνυθών και σφοντυλιών, για παράδειγμα, σε όλα σχεδόν τα σπίτια του οικισμού δείχνουν ότι η υφαντική και το γνέσιμο, τόσο γνωστά από τα ομηρικά έπη, αποτελούσαν σημαντική ενασχόληση των κατοίκων.
 
Σύμφωνα με ένα αρχαίο επίγραμμα η Σμύρνη θεωρούνταν μια από τις πιθανές πατρίδες του Ομήρου. Γύρω στο 850 π.Χ. χρονολογούνται τα πρώτα ευρήματα της γεωμετρικής πόλης, ή καλύτερα αγροτικής κωμόπολης, της αρχαίας Σμύρνης, η οποία καταλάμβανε ένα ακρωτήριο κοντά στη σημερινή ομώνυμη πόλη της Μικράς Ασίας. Το εντυπωσιακό στοιχείο που συνδέεται μαζί της ήταν ότι η πυκνοκατοικημένη αυτή πόλη περιβαλλόταν από ένα δυσανάλογο σε σχέση με τις φτωχικές κατοικίες τείχος.
 
Το τελευταίο δίνει την εντύπωση μιας ογκώδους οχυρωματικής, σχεδόν κυκλώπειας, κατασκευής με πύργους, ενώ τα σπίτια αποτελούν ένα συνονθύλευμα, ένα ανακάτεμα διαφόρων τύπου κατασκευών (εικ. 4.141α). Άλλα είναι καμπυλόγραμμα, αψιδωτά, και ωοειδή, άλλα ορθογώνια, δεν ακουμπούν το ένα στο άλλο, ενώ σπάνια, περιλαμβάνουν και μια αυλή. Ένα από αυτά αναγνωρίστηκε ως σιταποθήκη. Μέχρι το 700 π.Χ. αυτή η εικόνα των στριμωγμένων μέσα στο τείχος οικιών φαίνεται πως κυριαρχεί. Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν, όμως, ότι είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν διαφορετικές οικίες στο κεντρικό τμήμα της οχυρωμένης πόλης που παραμένει ανεξερεύνητο.
 
Η ανασκαφή στο Εμποριό της Χίου προσέφερε, επίσης, την εικόνα ενός τειχισμένου γεωμετρικού οικισμού, στον οποίο δεσπόζει ένα ορθογώνιο επίμηκες οικοδόμημα, το αποκαλούμενο "Megaron Hall" (αίθουσα Μεγάρου), μέσα σε μια οχυρωμένη ακρόπολη με τα υπόλοιπα σπίτια να βρίσκονται έξω από αυτήν.
 
Οι τειχισμένοι οικισμοί φαίνεται, λοιπόν, πως ήταν ο κανόνας στο Ανατολικό Αιγαίο κατά τη γεωμετρική περίοδο, ενώ στην ηπειρωτική Ελλάδα και στις Κυκλάδες κυριαρχούσαν τα μικρά χωριά κοντά σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις ή οι οικισμοί με άμεση πρόσβαση σε βοσκοτόπια και στη θάλασσα. Μια ιδιαίτερη και ενδιαφέρουσα κατηγορία αποτελούν οι λεγόμενοι «οικισμοί φυγάδων» στην Κρήτη των Σκοτεινών Χρόνων (Κούρου 1997, 11). Πρόκειται για βραχύβιους οικισμούς, ιδρυμένους στα ορεινά της ανατολικής Κρήτης (π.χ. στις τοποθεσίες Καβούσι και Καρφί) με αρκετό πληθυσμό και πολεοδομική οργάνωση. Στο Καρφί, για παράδειγμα, σε υψόμετρο πάνω από 1100 μέτρα, τα οικήματα χτίζονται σε σχέση με έναν δρόμο, ενώ μεγαρόσχημα κτίσματα συσχετίζονται με την παρουσία αρχηγού, αλλά και δημόσιων θρησκευτικού χαρακτήρα κτιρίων. Πήλινα είδωλα στο κεντρικό από αυτά τα κτίρια μαρτυρούν τον ισχυρό ρόλο της θρησκείας για τη διατήρηση της συνοχής της κοινότητας κατά τη διάρκεια της μετάβασής της προς την αστική ζωή των μεταγενέστερων χρόνων. Το αν οι οικισμοί αυτοί σχετίζονται με τις αναστατώσεις που παρατηρούνται στο Αιγαίο στις αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ. και με πιθανή άνθιση της πειρατείας, παραμένει υπό διερεύνηση.
 
Η επισκόπηση των οικισμών αυτής της περιόδου, πάντως, δείχνει ότι οι «οίκοι» που περιγράφονται στο ομηρικά έπη είναι δύσκολο να αναγνωριστούν. Υφίστανται, όμως, διαφοροποιήσεις μεταξύ των κατοικιών, και υπάρχουν και ειδικά κτίσματα όπως τα ιερά, οι αποθήκες, καθώς και σπίτια πιθανών αρχηγών.
 
Οι πρώτοι αυτόνομοι ναοί κάνουν, επίσης, την εμφάνιση τους. Πρόκειται στην αρχή για υπαίθρια ιερά, για κτίσματα, δηλαδή, που έχουν δημόσιο χαρακτήρα και μοιάζουν περισσότερο με μεγάλες κατοικίες σε σχήμα μεγάρου. Κατά τον 8ο αιώνα γίνονται πιο ευρύχωρα για να δεχθούν και τα λατρευτικά, ξύλινα στην αρχή, αγάλματα των θεών, τα ξόανα. Ένα ομοίωμα ανάλογου «ιερού» που είχε αφιερωθεί στο Ηραίο, ναό της Ήρας, στο Άργος είναι χαρακτηριστικό αυτών των κτισμάτων. Στην Ερέτρια μνημειακά αψιδωτά δημόσιου χαρακτήρα κτίσματα της Μέσης και Ύστερης Γεωμετρικής Περιόδου αντικαθίστανται τον 7ο αι. π.Χ. από τον αψιδωτό εκατόμπεδο, μήκους εκατό ποδών (1 πόδι = 0,3048 μέτρα) δηλαδή, ναό του Δαφνηφόρου Απόλλωνα, ο οποίος θεωρείται ο παλαιότερος ναός πόλης στον ελλαδικό χώρο,
 
Στο Ηραίο της Σάμου στις αρχές του 8ου αι. π.Χ. οικοδομείται ο πρώτος μεγάλος διαστάσεων, εκατόμπεδος, επίσης, ξύλινος ναός. Στις αρχές του 7ου αιώνα ο λεγόμενος «Οίκος των Ναξίων» στη νήσο Δήλο, στο κέντρο του Αιγαίου, διαιρείται από δυο ξύλινες κιονοστοιχίες σε τρία κλίτη. Εκτός από τους πρώτους ελεύθερους ναούς εμφανίζονται και τα πρώτα υπαίθρια τεμένη που περιβάλλουν βωμούς και «ιερούς» χώρους σε πανελλήνια ιερά όπως αυτό της Δωδώνης στην Ήπειρο, όπου τον 8ο αι. π.Χ. η «βελανιδιά» του Δία περικλείεται για πρώτη φορά σε περίβολο μαζί με ένα υποτυπώδες ιερό κτίσμα.
 
Ναοί και ιερά αναφέρονται, άλλωστε, και στα ομηρικά έπη με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τον ναό της Αθηνάς στην Τροία και κάποια ιερά στους Δελφούς, στη Δήλο, στην Ολυμπία και στην Κύπρο. Όλα αυτά δεν μπορούν να ταυτιστούν απόλυτα, βέβαια, με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα. Η ιστορία του ιερέα Χρύση και της κόρης του Χρυσηίδας που αποτελεί και το αρχικό επεισόδιο της Ιλιάδας είναι σαφές ότι καταδεικνύει την ύπαρξη ανθρώπων επιφορτισμένων με την τέλεση της λατρείας σε «ειδικούς» χώρους, κατασκευασμένους για αυτόν τον σκοπό.