Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018

Η ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Ἐρχόμαστε, σέ μία γενική ἐκτίμηση τῆς σκέψης τοῦ Θουκυδίδη. Ἡ λέξη «σκέψη» εἶναι κάπως ἀσαφής καί θά μποροῦσε νά ὑπονοεῖ ὁποιονδήποτε ἀπ’τούς  τρόπους πού μποροῦμε νά κοιτάξουμε τήν Ἱστορία. Πρῶτα πρῶτα ὑπονοεῖ τή διάταξη τοῦ ἔργου, τό ἀκριβές σχέδιο πού ὁ Θουκυδίδης εἶδε στά γεγονότα τοῦ καιροῦ του καί πού αἰσθανόταν ὅτι θά ἐπαναλαμβανόταν κατά παρόμοιο περίπου τρόπο σέ παρόμοιες ἐποχές τοῦ μέλλοντος. Ὕστερα. ἡ λέξη ὑπονοεῖ καί τίς βασικές ἀρχές πού ἐξυπακούονται στήν Ἱστορία ἀλλά ἐκφράζονται μόνο μερικά. Κανένας συγγραφέας, ὅσο ἐξονυχιστικά κι ἄν ἐξετάσει τό νοΰ του, δέν μπορεῖ νά ἐξηγήσει πλήρως στόν ἑαυτό του, καί πολύ λιγότερο στόν ἀναγνώστη, τό πλαίσιο ἀναφορᾶς μέσα στό ὁποῖο κάνει ὅλες τίς συνειδητές, ἄμεσες κρίσεις του. Μπορεῖ μερικές ἀπ’ αὐτές τίς ἀρχές νά συμπίπτουν μέ τίς ἀντιλήψεις τῆς ἔποχής του· ἄλλες μπορεῖ νά εἶναι ἀποκλειστικά δικές του· ἀλλά ὅλες εἶναι ζωτικῆς σημασίας γιά τό ἔργο του, γιατί ἀποτελοῦν τά θεμέλια κάτω ἀπό τή δομή τῶν ἐκπεφρασμένων ἰδεῶν. Παραδείγματα βρίσκουμε στή στάση τοῦ Θουκυδίδη ἀπέναντι στούς θεούς, ἀπέναντι στήν τύχη, ἀπέναντι στό στοιχεῖο τῆς ἀναγκαιότητας στά γεγονότα, ἀπέναντι στήν ἱκανότητα ὁποιουδήποτε ἀτόμου νά ἀναχαιτίσει ἤ νά χαλιναγωγήσει αὐτήν τήν ἀναγκαιότητα, ἀπέναντι στή σχέση μεταξύ οἰκονομικῶν καί πολιτικῶν παραγόντων στήν ἱστορία καί τέλος ἀπέναντι στά στοιχεῖα πού παίζουν ἀποφασιστικό ρόλο στόν ἐθνικό ἤ ἀτομικό χαρακτήρα·. Οἱ ἀπόψεις του πάνω σέ μερικά ἀπ’ αὐτά τά ζητήματα ἐκφράζονται ἐν μέρει στήν Ἱστορία ἤ τουλάχιστον ὑπονοοῦνται καί ἔτσι τίς ἔχουμε ἤδη συζητήσει κάπως. Ἀλλά ἡ συνολική διαπραγμάτευση τῆς σκέψης τοῦ Θουκυδίδη θά ἀπαιτοῦσε νά ἐξεταστοῦν ἀναλυτικότερα καί συγκεντρωμένες ὅλες μαζί. Τέλος, ὑπάρχει κι ἕνα τρίτο σημεῖο πού ὑπονοεῖται ὅταν μιλᾶμε γιά τή σκέψη τοῦ Θουκυδίδη καί τό ὁποῖο δέ θά προέκυπτε ἄν μιλούσαμε γιά ἕνα. σημερινό ἤ ἔστω νεότερο συγγραφέα, ἀλλά πού ἀναπόφευκτα προκύπτει σχετικά ἔντονα ὅταν πρόκειται γιά κάποιον πού ἔγραφε ὄχι μόνο πρίν ἀπό τόσον καιρό καί κάτω ἀπό τόσο διαφορετικές συνθῆκες, ἀλλά καί πού ἔγραφε μέ τή σκέψη ὅτι τό ἔργο του θά εἶχε ἀξία παντοτινή. Τό σημεῖο αὐτό ἀφορᾶ τούς περιορισμούς πού κατά τή γνώμη μας ἐπιβάλλονταν στό Θουκυδίδη ἀπό τή σχετικά περιορισμένη ἐμπειρία του τῆς ἱστορίας. Σίγουρα τό σημεῖο αὐτό δέν εἶναι παρά προέκταση ὅσων ἀναφέραμε μόλις πρίν, ἀφοῦ κι αὐτό συνεπάγεται τίς βασικές ἀρχές μέ τίς ὁποῖες προσέγγισε τό ἔργο του. Ἀλλά ἔχει εἰδική σημασία γιά μᾶς καί ὁπωσδήποτε καμιά διαπραγμάτευση τῆς σκέψης του δέν μπορεῖ νά ἀποφύγει νά ἐξετάσει μέ ποιούς τρόπους αὐτή δυναμώνει ἤ ἀδυνατίζει γιά τό σημερινό ἀναγνώστη ἀπό τή στενή ἀλλά ἀναλογικά ὁλοζώντανη προοπτική της. Χωρίς ἀμφιβολία ὑπάρχουν κι ἄλλοι τρόποι μέ τούς ὁποίους θά μπορούσαμε νά μελετήσουμε τό θέμα, ἀλλά αὐτοί εἶναι οἱ κυριότεροι. Ἔτσι στό κεφάλαιο αὐτό θά ἐξετάσουμε κατά σειρά τό διανοητικό σχέδιο τῆς Ἱστορίας, τίς βασικές ἀρχές μέ τίς ὁποῖες ὁ Θουκυδίδης προσέγγισε τό ἔργο του κι ἐκεῖνες τίς πλευρές τοῦ τελευταίου πού εἴτε πρός τό καλύτερο εἴτε πρός τό χειρότερο εἶναι προσκολλημένες στήν ἄμεση ἐμπειρία τῆς ἐποχῆς του.

Μιά καί τό σχέδιο τοῦ ἔργου ἐξετάστηκε κάπως ἀναλυτικά σέ προηγούμενα κεφάλαια, δέ χρειάζεται ἐδώ παρά νά ἀναφερθοϋμε σ’ αὐτο περιληπτικά. Τό θεμελιῶδες στοιχεῖο τῆς Ἱστορίας – αὐτό πού ὑπαγορεύει τό σχέδιό της καί ἀπό τό ὁποῖο ἐξαρτᾶται ἄμεσα ὁ χαρακτήρας καί τῶν δημηγοριῶν καί τῆς ἐξιστόρησης - εἶναι ἡ δήλωση τοῦ ἴδιου τοῦ Θουκυδίδη γιά τήν προγνωστική σκοπιμότητα της: «Ἀλλά θά εἶμαι ἱκανοποιημένος ἄν τό ἔργο μου κρίθεῖ ὠφέλιμο ἀπό ὅσους θελήσουν νά ἔχουν ἀκριβή γνώση τῶν γεγονότων πού συνέβησαν καί ἐκείνων πού θά συμβοῦν στό μέλλον, τά ὁποῖα, ἀπό τήν πλευρά τῆς ἀνθρώπινης φύσης, θά εἶναι ὅμοια ἤ παραπλήσια. Ἔγραψα τήν Ἱστορία μου γιά νά μείνει αἰώνιο κτῆμα τῶν ἀνθρώπων καί ὄχι σάν ἔργο ἐπίκαιρου διαγωνισμοῦ γιά ἕνα πρόσκαιρο ἀκροατήριο»[1]. Ὅλο αὐτό τό κεφάλαιο (I 22), στό ὁποῖο μιλάει ἐπίσης καί γιά τίς δημηγορίες καί γιά τήν ἐξιστόρηση τῶν γεγονότων, μπορεῖ κάλλιστα νά τό ἔχει γράψει ὁ Θουκυδίδης ἀφοῦ πρῶτα ἔγραψε τό ὑπόλοιπό της Ἱστορίας, ἀλλά ἡ ἱστοριογραφικῆ ἀντίληψη πού ἐκφράζεται στό παραπάνω χωρίο δέν μπορεῖ παρά νά ὑπῆρχε στό μυαλό του ἀπό τήν ἀρχή. Ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο καταπιάστηκε μέ τό ἔργο του - τόν ὁποῖο δίνει στίς πρῶτες γραμμές τῆς Ἱστορίας καί στή συνέχεια ἐπιχειρεῖ νά ἐπικυρώσει στήν «Ἀρχαιολογία» - εἶναι ὅτι συνέλαβε τή σημασία τῆς οἰκονομικῆς προόδου τῆς ἐποχῆς του - προόδου πού μέ τή σειρά της ἀντικατόπτριζε μία ἐποχή ἀνταγωνιστικῶν ἡγεμονιστικῶν συστημάτων - καί ὅτι ἔτσι προέβλεψε τό μέγεθος τοῦ ἀγώνα πού θά προέκυπτε ἄν τά δύο αὐτά συστήματα συγκρούονταν. Μ’ ἄλλα λόγια εἶχε ἀντιληφθεῖ ὅτι ἡ Ἑλλάδα στήν ἐποχή του εἶχε περάσει ἀπό ἀπό μια κατάσταση μικρῶν ἀνεξάρτητων πόλεων-κρατῶν σέ μία κατάσταση εὐρύτερων ἑνοτήτων, τῆς Πελοποννησιακῆς Συμμαχίας καί τῆς Συμμαχίας τῆς Δήλου, καί ὅτι αὐτό πού πάρακολουθοῦσε ἦταν ἡ δοκιμασία πού θά ἔδειχνε ἄν μία ἀπό αὐτές τίς εὐρύτερες ἑνότητες θά συνέτριβε τήν ἄλλη καί θά ἀποκτοῦσε ἀκόμη μεγαλύτερη δύναμη. Μέσα σ’ αὐτά τά πλαίσια πρέπει νά νοηθεῖ ἡ δήλωσή του γιά τήν προγνωστική σκοπιμότητα τοϋ ἔργου του. Σημαίνει ὅτι ἀνέμενε τήν ἐπανάληψη τέτοιων συγκρούσεων στό μέλλον, ἐπειδή, καθώς οἱ ἄνθρωποι θά ἀγωνίζονταν γιά νά πετύχουν ἀνώτερο ἐπίπεδο ὑλικῆς εὐημερίας, θά ἔβρισκαν ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά ἐπιτευχθεῖ αὐτό τό ἐπίπεδο παρά μόνο μέσω μίας εὐρύτερης πολιτικῆς ἐνοποίησης καί ἐπειδή ἡ προσπάθεια νά ἐπιτευχθεῖ μιά τέτοια εὐρύτερη ἐνοποίηση θά προκαλοῦσε πολέμους.
 
 Ό A. Grosskinsky[2] ἐξέτασε τό θέμα πῶς ἀκριβῶς φανταζόταν ὁ Θουκυδίδης τούς ἀναγνῶστες του νά χρησιμοποιοῦν τό ἔργο του γιά τά μελλοντικά γεγονότα. Ἄραγε ἐννοεῖ ὅτι τά γεγονότα, αὐτά εἶναι μελλοντικά γι’ αὐτόν, ἀλλά θά ἀποτελοῦν παρόν γιά τούς ἀναγνῶστες του, μ’ ἄλλα λόγια ὅτι, ὅταν θά ἐκτυλίσσονται τά γεγονότα, οἱ ἀναγνῶστες του θά τά ἀναγνωρίζουν ὡς παρόμοια μ’ αὐτά πού εἶχε περιγράφει ἐκεῖνος; Ἤ μήπως ἐννοεῖ ὅτι διαβάζοντας τό βιβλίο του οἱ ἄνθρωποι θά μποροῦν νά προβλέψουν ὅσα πρόκειται νά γίνουν; Τά λόγια του δέν εἶναι τόσο ἀναλυτικά ὥστε νά γίνεται εὔκολα μιά τέτοια διάκριση, ἀλλά φαίνεται ὅτι στήν οὐσία εἶχε στό νοῦ του τήν πρώτη ἄποψη. Δέν ὑποστηρίζει ὅτι θά γίνει ἀκριβής ἐπανάληψη τῶν γεγονότων. Τοῦ καιροῦ του στό μέλλον, ἀλλά ὑπονοεῖ ὅτι αὐτά πού θά γίνουν μπορεῖ νά εἶναι παρόμοια ἤ ἁπλῶς ἀναλογα[3]. Ὁπωσδήποτε λοιπόν δέν ἐννοοῦσε ὅτι ὁ ἀναγνώστης τῆς Ἱστορίας θά μποροῦσε νά προβλέψει τό μέλλον ἀκριβῶς, ἀκόμη κι ἄν αἰσθανόταν ὅτι, ἀφοῦ οἱ δυνάμεις πού περιέγραφε ἦταν μόνιμες, ὅποιος εἶχε γνώση αὔτων τῶν δυνάμεων θά μποροῦσε νά ἔχει κάποια προαίσθηση γιά τήν πορεία τῶν πραγμάτων. Συνοψίζοντας θά λέγαμε ὅτι ἡ δήλωσή του σημαίνει ὅτι συνειδητά περιέγραφε ἕνα στάδιο πολιτικῆς ἐξέλιξης κατά τό ὁποῖο ἡ καθυπόταξη τῶν μικρῶν πόλεων-κρατῶν σέ εὐρύτερα, λιγότερο ἤ περισσότερο ἡγεμονιστικά, συστήματα εἶχε ἐπιφέρει μεγάλες προόδους στόν ὑλικό πολιτισμό καί εἶχε ἑπομένως αὐξήσει τή στρατιωτική δύναμη· ὅτι ὁ ἴδιος πίστευε ὅτι τέτοια στάδια θά ἐπαναλαμβάνονταν ἀναπόφευκτα· ὅτι ἐξέθετε τίς κύριες δυνάμεις πού ἐπενεργοῦσαν τήν ἐποχή πού εἶχε μελετήσει" καί ὅτι οἱ ἀναγνῶστες του σέ ὁποιαδήποτε παρόμοια μελλοντική περίοδο θά ἔβρισκαν χρήσιμο τό ἔργο του γιατί θά τούς βοηθοῦσε νά κατανοήσουν ὅσα συνέβαιναν τότε καί ἀκόμη, σέ πολύ γενικές γραμμές, νά προβλέψουν ὅσα θά συνέβαιναν ἀργότερα.
 
Εἴπαμε πρίν ἀπό λίγο ὅτι αὐτή ἡ ἱστοριογραφική ἀντίληψη ὑπαγορεύει καί τό χαρακτήρα τῶν δημηγοριῶν καί τῆς ἐξιστόρησης ἀλλά καί τό σχέδιο τοῦ ἔργου συνολικά. Ἡ κύρια λειτουργία τῶν δημηγοριῶν εἶναι νά ἐκφράσουν τά ἀποφασιστικά στοιχεῖα στίς ἑκάστοτε περιστάσεις. Εἶναι λοιπόν τό κύριο μέσο τοῦ Θουκυδίδη γιά να ἐκθέσει ἐκεῖνες ἀπό τίς δυνάμεις πού ἐπενεργοῦσαν στήν ἐποχή του πού νόμιζε ὅτι θά ἐπαναλαμβάνονταν. Ὁ λόγος, τώρα, γιά τον ὁποῖο πίστευε στήν ἐπαναληπτικότητα τῶν γεγονότων ἦταν ὅτι θεωροῦσε τήν ἀνθρώπινη φύση ὁμοιόμορφη καί σταθερή. Αὐτό φαίνεται ἀπό τήν ἔκφραση κατά τό ἀνθρώπινον πού περιέχεται στή δήλωσή του γιά τό μέλλον[4]. Αὐτή ἡ ἀντίληψη τῆς σταθερῆς ἀνθρώπινης φύσης ἀποτελεΐ μέ τή σειρά της τόν κύριο δεσμό ἀνάμεσα στή δήλωση γιά τό σκοπό τῆς Ἱστορίας καί τή δήλωσή του γιά τίς δημηγορίες. IIιό συγκεκριμένα, συνδέεται μέ τήν ἔκφραση τά δέοντα, πού εἶπε ὅτι θά περιεῖχαν κυρίως οἱ δημηγορίες του[5]. Γιατί ἄν ἡ Ἱστορία πρόκειται να δώσει στόν ἀναγνώστη τή δυνατότητα νά κατανοήσει τά  ἐπαναλαμβανόμενα, ὡς φυσικά, προβλήματα τοῦ πολέμου καί ἄν οἱ δημηγορίες πρόκειται νά ἐκθέσουν τίς βασικές γραμμές τῆς σκέψης πού ἐμφανίζονται διαδοχικά σέ κάθε περίσταση, ἕπεται ὅτι αὐτές οἱ γραμμές τῆς σκέψης ἐκφράζουν τά ἐπαναλαμβανόμενα προβλήματα. Ἀλλά εἴδαμε ἐπίσης[6] ὅτι ἡ ἔκφραση τά δέοντα εἶχε ἴσως γιά τό Θουκυδίδη ρητορική σημασία: ὅτι δηλαδή ἀναφέρεται στήν ἐπιχειρηματολογία πού εἶχαν διαμορφώσει οἱ σοφιστές σάν μέσο ἀνάλυσης τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ὁ χαρακτήρας ἐκείνης τῆς ἐπιχειρηματολογίας ἦταν νατουραλιστικός καί ὡς ἕνα βαθμό μηχανιστικός, καθώς ἔβλεπε τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά ὡς τό γινόμενο, σάν νά λέμε, τῶν παραγόντων πού συνεπάγονται ἡ ἀνθρώπινη φύση καί τό περιβάλλον. Βασιζόταν ἔτσι στήν ὑπόθεση ὅτι μία, δεδομένη κατηγορία ἀνθρώπων θά ἀντιδροῦσε ὁμοιόμορφα σέ μία δεδομένη κατηγορία παραγόντων. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Θουκυδίδης ἔβλεπε σ’ αὐτόν τόν τρόπο σκέψης ἕνα διεισδυτικό, ἀξιόπιστο «κόμη καί (γι’ αὐτόν) ἐπιστημονικό μέσο ἀνατομίας τῶν πολιτικῶν γεγονότων. Σίγουρα δέ θά διάρθρωνε τό σκοπό καί τό μέλλον τοῦ ἔργου του γύρω ἀπ’ τήν ἰδέα τῆς ἐπαναληψης, ἄν δέν εἶχε στό νοῦ του κάποιο πολύ συγκεκριμένο μέσο καί γιά νά ἐκτιμήσει καί γιά νά διατυπώσει ὅ,τι πίστευε ὅτι θά ἐπαναλαμβανόταν ἀπ’ τά γεγονότα ἐκεῖνα. Γενικά, εἶναι φανερό ὅτι μέσω τῆς ἰδέας τῶν ὁμοιόμορφων ἀντιδράσεων σέ δεδομένες συνθῆκες, ἰδέα πού ἐφαρμόστηκε κατά τρόπο συγκεκριμένο στίς δημηγορίες, αὐτές οἱ τελευταῖες ἔγιναν γι’ αὐτόν τό ἰδεῶδες μέσο γιά νά ἐκφραστοῦν τά προγνωστικά διδάγματα τῆς Ἱστορίας. Χρησιμοποίησε τόν πόλεμο σάν ἕνα πειραματικό πεδίο, θά λέγαμε, στό ὁποῖο θά ἐφαρμόζονταν οἱ γενικοί νόμοι τῶν ἀνθρώπινων ἀντιδράσεων καί μέσω τοῦ ὁποίου θά ἀποδεικνυόταν ἡ ἰσχύς, τους.
 
Ὅταν ὅμως δηλώνουμε τή θεωρητική λειτουργία τῶν δημηγοριῶν στή σχέση τους μέ τό σκοπό τῆς Ἱστορίας, ὀφείλουμε ἀμέσως νά προσθέσουμε, ὅπως πρόσθεσε κι ὁ ἴδιος ὁ Θουκυδίδης, ὅτι οἱ δημηγορίες δέν εἶναι γενικά πραγματεῖες πάνω στούς παράγοντες πού κρύβονται κάτω ἀπό τίς κύριες ἀποφάσεις τοῦ πολέμου· περιορίζονται στίς πραγματικές ἀποψεις πού ἐξέφρασαν οἱ διάφοροι ὁμιλητές[7]. Καί τό σημεῖο αὐτό μας ὁδηγεῖ στή σύνδεση ὄχι τῶν δημηγοριῶν ἀλλά τῆς δράσης μέ τόν προγνωστικό σκοπό τῆς Ἱστορίας. Γιατί, ἄν ὁ Θουκυδίδης ἀνακάλυψε αὐτό ποῦ νόμιζε ὅτι ἦταν τό ἐπαναλαμβανόμενο σχέδιο κάτω ἀπ’ τά γεγονότα τοῦ καιροῦ του, ἕπεται ὅτι ἐκτός ἀπό τίς δημηγορίες καί ἡ πορεία ἁπλῶς τῶν ἴδιων τῶν γεγονότων θά μποροῦσε νά δείξει τά στοιχεῖα αὐτοῦ του σχεδίου. Ἀλλά ἕνας ζωτικός παράγοντας στή διαμόρφωση τῶν γεγονότων ἦταν φυσικά οἱ πολιτικοί πού ἦταν ὑπεύθυνοι γι’ αὐτά. Ὅταν λοιπόν ὁ Θουκυδίδης περιορίζει τίς δημηγορίες στίς ἀπόψεις αὐτῶν τῶν πολιτικῶν, δέ μειώνει τήν ἀντιπροσωπευτική ἤ προγνωστική ἀξία τῶν δημηγοριῶν. Γιατί, ἐφόσον ὁ Περικλῆς καί ὁ Κλέων ἦταν Ἀθηναῖοι πολιτικοί ἡγέτες καί ἡ πολιτική ἐξέλιξη τῆς Ἀθήνας ἀκολουθοῦσε, ὅπως πίστευε, κάποιο σχέδιο, τότε οἱ πραγματικές πολιτικές ἐπιλογές τοῦ Περικλῆ καί τοῦ Κλέωνα, ὅπως ἐκφράζονται στίς δημηγορίες, ἀποκαλύπτουν τό σχέδιο αὐτό. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τούς ἄλλους ὁμιλητές. Μ’ ἄλλα λόγια, χρησιμοποιώντας τίς δημηγορίες γιά νά παρουσιάσει ὄχι μόνο τά κύρια σημεῖα τῆς ἐπιχειρηματολογίας πού ἦταν δυνατό νά προβληθεῖ στίς διάφορες περιστάσεις, ἀλλά καί τίς πραγματικές θέσεις τῶν σημαντικότερων πολιτικῶν, κάνει στίς δημηγορίες αὐτό πού κάνει καί σ’ ὁλόκληρη τήν ἐξιστόρηση: ἐκθέτει μιά πορεία γεγονότων πού ἀπό μόνη της καί γιά τόν ἑαυτό της ἦταν διδακτική. Στήν προσπάθειά του αὐτή αἰσθάνθηκε ὅτι ἔπρεπε νά εἶναι ἀπόλυτα ἀκριβής, γιατί ἀλλιῶς τά διδάγματα πού θά ἔβγαιναν ἀπό τά γεγονότα θά νοθεύονταν. Γι’ αὐτό καί ἐξέφρασε τά πιό αὐστηρά κριτήρια γιά λεπτομερειακή πιστότητα καί στήν πράξη κατέβαλε ὑπέρμετρη προσπάθεια καί στή συλλογή καί στόν ἔλεγχο ὅλων τῶν πληροφοριῶν πού εἶχαν κάποια σημασία γιά τόν πόλεμο. Ἡ συνήθειά του νά ὑποστηρίζει συγκεκριμένες ἀπόψεις μέ παρεκβάσεις πού στά νεότερα χρόνια θά ἀποτελοῦσαν μεγάλες ὑποσημειώσεις ἤ παραρτήματα δέν εἶναι παρά μιά ἀκόμη συνέπεια αὐτού του ἴδιου ἰδανικοῦ τῆς ἀκρίβειας. Θα μπορούσαμε νά ποῦμε γί αὐτόν ὅτι ἐφάρμοσε στήν ἱστοριογραφία σχεδόν τίς ἴδιες ἀκριβῶς μεθόδους τοῦ ἐπαγω γικοῦ συλλογισμοῦ πού δ λίγο μεγαλύτερός του Σωκράτης ἐφάρμοσε στή φιλοσοφία. Καί οἱ δύο ἐπεδίωκαν νά διατυπώσουν νέες γενικεύσεις μέ βάση μιά πιό προσεκτική μελέτη τῶν λεπτομερειακῶν γεγονότων. Ὅπως σημειώσαμε προηγουμένως ἡ ἐπίδραση τῆς ἰατρικῆς θεωρίας (ποῦ καθαυτή ἦταν ἡ πιό ἐντυπωσιακή ἐκδήλωση τοῦ αἰσθήματος τῆς ἐποχῆς ὅτι ἡ πρόοδος σέ ὁποιοδήποτε τομέα μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ μόνο μέ τήν προσεκτικότερη παρατήρηση) εἶχε τό ἴδιο ἀποτέλεσμα. Ἑπομένως τό ἰδανικό της ἀκρίβειας πού συναντοῦμε στό Θουκυδίδη, δέν ἦταν ἕνα μεμονωμένο φαινόμενο, ἀλλά κάτι ριζωμένο στόν ὅλο χαρακτήρα τῆς ἐποχῆς του. Εἶναι ἐπίσης φανερό ὅτι τό ἰδανικό αὐτό, ὅπως ἐνσαρκώνεται καί στήν αὐστηρότητα τῆς ἀφήγησής του καί στό γεγονός ὅτι οἱ δημηγορίες του ἀντικατόπτριζαν τήν πραγματική πολιτική πραγματικῶν πολιτικῶν, ἐξυπηρέτησε ἔμμεσα τόν προγνωστικό σκοπό τοῦ ἔργου του.
 
Ἀλλά πῶς ἀκριβῶς συνδυάζονται οἱ δημηγορίες καί ἡ ἀφήγηση γιά νά πετύχουν αὐτό τό στόχο; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι καί οἱ δύο μαζί καλύπτουν ὅλο τό διάστημα ἀνάμεσα στό μεμονωμένο γεγονός καί στήν πλατιά γενίκευση. Ἄν καί εἶναι κατά κύριο λόγο πληροφοριακή, ἡ ἴδια ἡ ἄφηγηση συχνά ὑψώνεται στό ἐπίπεδό της ἑρμηνείας. Ἡ «Ἀρχαιολογία», ἡ «Πεντηκονταετία» καί τό κεφάλαιο γιά τά αἴτια τοῦ πολέμου[8] τοποθετοῦν ἀπό τήν ἀρχή τοῦ ἔργου τό εὐρύτερο πλαίσιο μέσα στό ὁποῖο ὁ Θουκυδίδης βλέπει τήν ἄνοδο τῆς δημοκρατικῆς Ἀθήνας καί τή θέση στήν δποία ἡ ἄνοδος αὐτή ἔβαζε τούς ξεπερασμένους ὀλιγαρχικούς ἀντιπάλους της. Ὕστερα, ὅταν ὁ πόλεμος εἶχε ἀρχίσει καί οἱ πολιτικές ἀδυναμίες τῆς Ἀθήνας εἶχαν ἐμφανιστεῖ, ἄλλα τέτοια ἑρμηνευτικά μέρη ὅπως ἡ περιγραφή τοῦ λοιμοῦ, ἡ ἀναφορά στούς διαδόχους του Περικλῆ καί πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ἀνάλυση τῶν ἐμφύλιων σπαραγμῶν[9] προβάλλουν κατά τόν εὐρύτερο τρόπο τά αἴτια καί τή φύση τῆς ἐσωτερικῆς ἀποσύνθεσης τῆς Ἀθήνας. Ἄν ὁ Θουκυδίδης εἶχε ζήσει γιά νά διαπραγματευτεῖ τά τελευταία στάδια τοῦ πολέμου, ἀναμφίβολα θά ἐξέταζε ἀκόμη περισσότερο τίς ρίζες αὐτῆς τῆς διχόνοιας. Ἐπιπλέον ἕνας μεγάλος ἀριθμός παναλαμβανόμενων θεμάτων μικρῶν καί μεγάλων φωτίζουν καί δίνουν συνοχή στή ἀφήγηση, ὅπως γιά παράδειγμα ἡ βραδύτητα τῆς Σπάρτης[10], ἡ ἐσφαλμένη πεποίθησή της ὅτι θά κέρδιζε γρήγορα τόν πόλεμο[11], ἡ ἐκπληκτική ἀποκάλυψη (παράλογος) τῆς δύναμης τῆς Ἀθήνας[12], ὁ πόθος τῶν ἀθηναϊκῶν μαζῶν γιά κατάκτηση[13], τό μέγεθος τῆς ὅλης σύγκρουσης[14]. Ὅλα αὐτά τά χωρία ἐπιτελοῦν μιά οὐσιαστικά, διαφορετική λειτουργία ἀπό ἐκείνη τῆς συνηθισμένης πληροφοριακῆς ἀφήγησης, μιά λειτουργία καθοοηγητική καί ἑρμηνευτική.
 
Μέ τόν ἴδιο τρόπο παρέχουν τό κλειδί γιά τήν κατανόηση τῶν δημηγοριῶν. Γιατί ὅταν ὁ Θουκυδίδης διαγράφει τίς κύριες κατά τή γνώμη του γραμμές τῶν γεγονότων, εἶναι φανερό ὅτι προόριζε τίς δημηγορίες γιά τήν κάλυψη τῶν κενῶν τοῦ διαγράμματος καί τόν τονισμό τῶν κρίσιμων σημείων του. Πολλά παραδείγματα τῆς σχέσης ἀνάμεσα στίς δημηγορίες καί τά ἑρμηνευτικά μέρη σημειώθηκαν προηγουμένως. Γιά παράδειγμα, ὅταν ἡ «’Ἀρχαιολογία» καί ἡ «Πεντηκονταετία» ἔχουν ἤδη προβάλει σέ γενικές γραμμές τή σημασία τῆς ναυτικῆς δύναμης καί τῆς ναυτικῆς ἡγεμονίας στήν Ἑλληνική ἱστορία, οἱ λόγοι τοῦ Περικλῆ δείχνουν τή λειτουργία αὐτῶν τῶν ἴδιων δυνάμεων μέ περισσότερες λεπτομέρειες καί ἰδιαίτερα ἀποσαφηνίζουν πῶς ἐπιδροῦν στή διαμόρφωση τῆς τότε θέσης τῆς Ἀθήνας καί τῆς πολιτικῆς της. Ἀντίστροφα οἱ βλαβερές ἐπιπτώσεις αὐτῆς τῆς ἱστορικῆς μεταβολῆς πάνω στή Σπάρτη ἐμφανίζεται στούς λόγους πού ἐκφωνήθηκαν στή Σπάρτη πρίν ἀπό τήν ἔναρξη τοῦ πολέμου, ὅπου δ Θουκυδίδης δίνει ἕνα παράδειγμα γιά τήν ἄποψη πού εἶχε διατυπώσει προηγουμένως, ὅτι οἱ Πελοποννήσιοι ἤθελαν συνειδητά τόν πόλεμο σέ μία προσπάθεια νά συντρίψουν τήν Ἀθήνα πρίν εἶναι πολύ ἀργά[15]. Ἐξάλλου ἡ συζήτηση γιά τήν τύχη τῶν Μυτιληναίων ἀποτελεῖ παράδειγμα γιά ὅσα εἶχαν λεχθεῖ στό χωρίο γιά τούς διαδόχους τοῦ Περικλῆ γιά τόν ἐκφυλισμό τῆς ἀθηναϊκῆς πολιτικῆς, καί τό κεφάλαιο γιά τόν ἐμφύλιο σπαραγμό ἀπηχεῖται στό Διάλογο τῶν Μηλίων καί στό λόγο τοῦ Ἀλκιβιάδη στή Σπάρτη.
 
Παρόμοιες παρατηρήσεις θά μποροῦσαν νά γίνουν γιά κάθε δημηγορία, ἀλλά εἶναι πιό σημαντικό νά παρατηρήσουμε ὅτι ὁ Θουκυδίδης δέν ἀπέδιδε ἁπλῶς τίς ἰδέες του στούς ὁμιλητές του. Γιατί, ὅπως εἴδαμε, ἐφόσον τά γεγονότα τῆς ἐποχῆς ἀκολουθοῦσαν ἕνα σχέδιο καί αὐτά τά ἴδια γεγονότα ἦταν ἀξεχώριστα ἀπό τήν πολιτική τῶν πολιτικῶν, τότε ἡ πολιτική αὐτή ἀποτελοῦσε σαφῶς μέρος τῶν ἀποδεικτικῶν στοιχείων μέσω τῶν ὁποίων ὁ Θουκυδίδης εἰσέδυε στό σχέδιο αὐτό. Ἔτσι εἶναι φυσικότερο νά πιστέψουμε ὅτι γνώριζε τήν πολιτική τῶν διαφόρων πόλεων καί τῶν πολιτικῶν καί ἔτσι ἔφτασε στή κατανόηση ὅσων συνέβαιναν, παρά ὅτι συνέλαβε μιά ἰδέα γιά τό τί συνέβαινε καί ὕστερα τήν ἀπέδωσε στίς πόλεις καί στούς ἡγέτες. Χωρίς ἀμφιβολία, ὅπως τονίσαμε ἐπανειλημμένα, ἁπλοποιεῖ τίς πραγματικές ὁμιλίες καί ἀκόμη προσθέτει διασαφητικά ἐπιχειρήματα γενικοῦ χαρακτήρα. Ἀλλά ἀκόμη καί οἱ νεότεροι ἱστορικοί πού μεταφέρουν ἀκριβῶς τά λόγια κάποιου πολιτικοῦ δέ μεταφέρουν ὅλα τά λόγια του καί στό βαθμό πού κάνουν ἐπιλογή προβαίνουν σέ κάποιο εἶδος ἑρμηνείας. Γιατί ἡ ἐπιλογή ἰσοδύναμεῖ μέ τό νά λές ὅτί κάποια πλευρά τῆς σκέψης κάποιου ἀνθρώπου εἶναι πιό σημαντική ἀπό μιά ἄλλη. Κανένας ἱστορικός δέν μπορεῖ νά ἀποφύγει τήν ἐπιλογή, ἡ ὁποία ἔτσι εἶναι ἀξεχώριστη ἀπό τήν ἑρμηνεία καί τήν κρίση. Ἄν λοιπόν ὁ Θουκυδίδης ἀνακάλυψε ἕνα καθοδηγητικό σχέδιο κάτω ἀπό τόν πόλεμο, τόνισε στίς δημηγορίες του αὐτό πού στηρίζει αὐτό τό σχέδιο καί ἐπιπλέον ἐνίσχυσε τίς δημηγορίες μέ ἐπιχειρήματα πού κατά τή γνώμη του ἔδειχναν τίς βασικές παρορμήσεις τοῦ ἀνθρώπου, δέν ἔκανε τίποτε ἄλλο παρά ἐκτελοῦσε κατά τρόπο σαφῆ καί κατηγορηματικό τίς ὑποχρεώσεις τῆς κρίσης καί τῆς ἑρμηνείας πού κανείς ἱστορικός δέν μπορεῖ νά ἀποφύγει. Σέ τελευταία ἀνάλυση δέν μπορεῖ νά ὑπάρςει ἀπόδειξη ὅτι ὁποιαδήποτε μεγάλη ἑρμηνεία τῆς ἱστορίας εἶναι ἤ δέν εἶναι ὀρθή. Γενικές προϋποθέσεις γιά τήν ἀλήθεια μποροῦν νά βρεθοῦν στήν προτίμηση ἑνός ἱστορικοῦ γιά ἀποδείξιμα στοιχεῖα, στήν αὐστηρότητα τῶν μέθοδων του, στήν ἀμεροληψία του, στό βάθος καί στό φάσμα τῶν ἱστορικῶν παραγόντων πού ἐπικαλεῖται. Στήν περίπτωση τοῦ Θουκυδίδη οἱ προϋποθέσεις αὐτές εἶναι εὐνοϊκές, ἄν καί θά ποῦμε περισσότερα γι’ αὐτό σέ λίγο. Ἀλλά αὐτό πού πρέπει νά τονιστεῖ τώρα εἶναι ὅτι ἡ μέθοδός του νά ἐκφράζει τήν πορεία τῆς ἱστορίας σέ διάφορα ἐπίπεδα, ἀπό τή λεπτομερειακή ἀφήγηση στίς γενικότερες δημηγορίες ὡς τίς γενικότατες ἀναλύσεις, ἄν καί διαφέρει ἀπό τή νεότερη πρακτική, εἶναι καθαυτή μία μορφή ἱστοριογραφίας λογική καί μέ συνοχή.
 
Τέλος, ὁ προγνωστικός στόχος τῆς Ἱστορίας ὑπαγορεύει ὄχι μόνο τό χαρακτήρα τῶν δημηγοριῶν καί τῆς ἀφήγησης ἀλλά καί τό σχέδιο τοῦ ἔργου συνολικά. Τό πλαίσιο τῶν ἀνταγωνιστικῶν ἡγεμονιστικῶν συστημάτων μέσα στό ὁποῖο ὁ Θουκυδίδης εἶδε τή σύγκρουση τοῦ καιροῦ του, ἀναφέρθηκε προηγουμένως. Αὐτά τά δύο συστήματα, τό σπαρτιατικό καί τό ἀθηναϊκό διέφεραν θεμελιωδῶς στή συνείδησή του καί ὡς πρός τήν ἀρχή τους καί ὡς πρός τά ἔργα τους καί τίς ὑποσχέσεις τους. Οἱ Σπαρτιάτες ἦταν γιά πολύν καιρό οἱ ἀναγνωρισμένοι ἡγέτες τῆς Ἑλλάδας. Εἶχαν κάνει πρῶτοι τίς κατακτήσεις τους, εἶχαν ὀργανωθεῖ αὐστηρά γιά νά διατηρήσουν αὐτές τίς κατακτήσεις, ἦταν φοβεροί καί ἄριστα ἐκπαιδευμένοι πολεμιστές καί ἡγοῦνταν μίας συμμαχίας ὀλιγαρχικῶν πόλεων οἱ ὁποῖες ἦταν κυρίως ἀγροτικές (μέ ἐξαίρεση τήν Κόρινθο) καί ἑπομένως κάπως φτωχές καί καθυστερημένες, ἀλλά διέθεταν σημαντικό πληθυσμό. Ἡ Σπάρτη ἦταν ἀπό πολλές ἀπόψεις τό λείψανο ἑνός παλιότερου σταδίου τῆς Ἑλληνικῆς πόλης-κράτους, ὅταν οἵ κοινότητες ἐξαρτῶνταν ἀπό τίς ἐντόπιές τους συγκομιδές. Τό περίφημο πεζικό της μποροῦσε νά νικήσει ὁποιονοηποτε ἐχθρό καί ἔτσι νά τόν ἐξαναγκάσει σέ ὑποταγή κυριαρχώντας στή γῆ του. Τό ὀλγαρχικό τῆς πολίτευμα, ἐξίσου μέ τό γεγονός ὅτι στηριζόταν στο πεζικό, ἦταν ἡ ἔκφραση μίας γεωργικῆς ἐποχῆς καί ἄν ἡ Σπάρτη ἦταν περισσότερο συντηρητική καί δυσκίνητη ἀπ’ ὅ,τι χρειαζόταν, ἐξαιτίας ταῆς ἐξαιρετικά καταπιεστικῆς πολιτικῆς της πρός τους ὑπηκόους της στή Λακωνία καί τή Μεσσηνία, καί πάλι ἕνας ὑψηλός βαθμός συντηρητισμοῦ ἦταν σύμφυτος μέ τό εἶδος τῆς κοινωνίας πού ἀντιπροσώπευε. Ἐξάλλου μολονότι ἡ δημιουργία τῆς Πελοποννησιακῆς Συμμαχίας ἀντικατοπτρίζει ὡς ἕνα βαθμό τίς προοδευτικές, συγκεντρωτικές τάσεις τοῦ 5ου αἰώνα, δ χαλαρός χαρακτήρας τῆς Συμμαχίας δείχνει ὅτι ἡ Σπάρτη ἦταν γενικά ἱκανοποιημένη μέ μία κατάσταση τοπικισμοῦ ποὐ ἦταν ἐχθρικός προς τήν οἰκονομική καί κοινωνική πρόοδο ἀλλά εὐνοϊκός γιά τήν ὀλιγαρχία. Ἀπέναντι στή Σπάρτη καί τούς συμμάχους τῆς ἔστεκε ἡ δημοκρατική Ἀθήνα, ἐπικεφαλῆς μίας συμμαχίας τήν ὁποία, ἀντίθετα μέ τήν ἀντίπαλό της, εἶχε μετατρέψει σ’ ἕνα ἰσχυρό, συγκεντρωτικό ὄργανο πού ἐξυπηρετοῦσε τήν ἴδια. Ἡ σταδιοδρομία της Ἀθήνας ὡς δύναμης πρώτης γραμμῆς ξεκίνησε μόλις κατά τούς Περσικούς πολέμους, ἀλλά στό διάστημα τῶν λιγότερο ἀπό πενήντα χρόνων πού μεσολάβησε ἀπό τότε ὡς τόν Πελοποννησιακό πόλεμο εἶχε ἤδη ἀναρριχηθεῖ σέ μία θέση πού ἐπισκίαζε καί ἀπειλοῦσε τήν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα. Πράγματι, ἡ περίοδος τῶν μεγαλύτερων ἐδαφικῶν της κατακτήσεων ἦταν τά εἴκοσι πέντε χρόνια μετά τή ναυμαχία τή; Σαλαμίνας. Ἡ δύναμη ποῦ τήν εἶχε ὠθήσει σ’ αὐτά τά ὕψη ἦταν ἡ δημοκρατία, πού τήν ἐπίδρασή της τήν προσδιορίσαμε ἐσωτερικά στήν ἀπελευθερωμένη ἐνέργεια τῶν πολιτῶν τῆς Ἀθήνας καί στήν ὑλική πρόοδο πού ἦταν δ καρπός της καί ἐξωτερικά στή νομιμοφροσύνη τῶν κατώτερων τάξεων τῆς ἡγεμονίας καί ἀκόμη καί στή φιλική διάθεση τῶν ἴδιων τάξεων σέ ἄλλες πόλεις Ἔτσι ὁ πόλεμος γιά τό Θουκυδίδη δέν ἦταν ἡ σύγκρουση δύο παρόμοιων καί ἁπλῶς ἀνταγωνιστικῶν συστημάτων. Ἦταν μᾶλλον ἡ ἀναπόφευκτη σύγκρουση ἀνάμεσα σ’ ἕνα ἀνερχόμενο σύστημα καί σ’ ἕνα σύστημα σέ παρακμή. Τό πρῶτο ἀντιπροσώπευε ὅλες τίς ἐπαναστατικές δυνάμεις τῆς ἐποχῆς, τή δημοκρατία, τόν ἡγεμονισμό, τήν ὑλική πρόοδο, τήν ἐμπορευματική οἰκονομία, ἐνῶ τό δεύτερο ὑπερασπιζόταν τήν ὀλιγαρχική, ἀγροτική καί χωρισμένη σέ κρατίδια Ἑλλάδα τοῦ παρελθόντος.      
 
Αὐτή ἡ τεράστια ἀντίθεση ἀνάμεσα στίς ἐμπόλεμες πολιτεῖες ἦταν ἕνα ἀκόμη ζωτικῆς σημασίας στοιχεῖο αὐτοῦ πού δ Θουκυδίδης θεωροῦσε τό ἐπαναλαμβανόμενο σχέδιο τοῦ πολέμου. Ἔτσι εἶναι ἐπίσης βασικό καί γιά τό σχέδιο τῆς Ἱστορίας και πράγματι εἶναι τό κυρίαρχο θέμα της ἀπό τήν ἀρχή ὡς τούς λόγους τοῦ Περικλῆ καί ἐξακολουθεῖ νά ὑφίσταται ὡς δευτερεῦον θέμα ὡς τό τέλος. Πρέπει νά ἔχουμε ὑπόψη μας ὅτι ἡ μέθοδος τοῦ Θουκυδίδη νά παρουσιάζει τά κρίσιμα ζητήματα τοῦ πολέμου ζωντανά μέ τή μορφή δημηγοριῶν ἀποκλείει τή δυνατότητα νά ἐκφράσει αὐτήν τήν ἀντίθεση διεξοδικά μέ δικά του λόγια, μέ ἐξαίρεση παρεκβάσεις ὅπως ἡ «Ἀρχαιολογία» καί ἡ «Πεντηκονταετία». Ἁπλῶς ἐμφανίζεται ὡς τό σημαντικότερο γεγονός πού ἔχουν νά ἀντιμετωπίσουν οἱ πολιτικοί τῆς περιόδου, τό γεγονός πού ἐπισκιάζει ὅλες τους τίς ἀποφάσεις καί ὑπαγορεύει τίς πολιτικές τους ἐπιλογές. Ἔτσι οἱ πρῶτες δημηγορίες τῆς Ἱστορίας πρώτιστα ἐκθέτουν τή φύση καί τά ἀποτελέσματα - κοινωνικά, οἰκονομικά, ψυχολογικά, στρατιωτικά – ταῆς λαμπρῆς ἀνάπτυξης τῆς Ἀθήνας, καθώς καί τή θέση στήν ὁποία αὐτή ἡ ἀνάπτυξη ὑποβίβαζε τή Σπάρτη. Αὐτές οἱ δημηγορίες συγκεκριμενοποιοῦν τήν ἄποψη τοῦ Θουκυδίδη ὅτι οἵ Σπαρτιάτες γιά δικούς τους λόγους ἄρχισαν τόν πόλεμο μ’ ἄλλα λόγια ὅτι αἰτία τοῦ πολέμου ἦταν ἡ διατάραξη τῆς παλιᾶς ἰσορροπίας, συνέπεια τῶν προοδευτικῶν δυνάμεων πού εἶχε ἀπελευθερώσει ἡ ἀθηναϊκή δημοκρατία. Ἰδού λοιπόν αὐτή πού μπορεῖ δίκαια νά χαρακτηριστεῖ ἡ πρώτη ἀπό τίς δυό βασικές ἰδέες τῆς Ἱστορίας: ἡ ἀντίληψη ὅτί ὁ ἀγώνας για ἐπίτευξη ἀνώτερου ἐπιπέδου ὑλικῆς εὐημερίας προκαλεῖ νέα πολιτειακά καί κοινωνικά μορφώματα πού ἡ ἐπίδρασή τους μέ τή σειρά της διαταράσσει τήν ὑπάρχουσα ἰσορροπία δυνάμεων καί ἐπιβάλλει τή σύγκρουση ἀνάμεσα στούς ἀπολογητές τῆς παλιᾶς καί τῆς νέας κοινωνίας. Αὐτή ἡ ἰδέα, θεμελιώδης γιά τήν προγνωστική διδασκαλία τῆς Ἱστὁρίας, προδιαγράφει ἐπίσης τό σχέδιό της.
 
Ἡ δεύτερη βασική ἰδέα τῆς Ἱστορίας εἶναι, ὅπως παρατηρήσαμε ἐπανειλημμένα, ἡ ὁλοένα αὐξανόμενη διχόνοια πού ἐμφανιζόταν στήν ἀθηναϊκή δημοκρατία κάτω ἀπό τήν πίεση τοῦ πολέμου, καί μέ τήν ἰδέα αὐτή προσεγγίζουμε αὐτό πού χαρακτηρίσαμε προηγουμένως ὡς τό δεύτερο βασικό στοιχεῖο στή σκέψη τοΰ; Θουκυδίδη, δηλαδή τό πλαίσιο τῶν καθόλου ἤ μερικά ἐκπεφρασμένων ἀρχῶν μέ τίς ὁποῖες ἔβλεπε τά γεγονότα τῆς ἐποχῆς του. Ἡ ἀρχή στήν περίπτωση αὐτή ἔχει σχέση μέ τή λέξη δημοκρατία. Ὅπως εἴδαμε[16], κάλυπτε ἀκόμη καί γιά τό Θουκυδίδη δύο οὐσιαστικά διαφορετικές ἔννοιες τῆς πολιτείας: πρῶτον ὅτι ἡ ἐξουσία βρίσκεται στά χέρια ὅλου τοῦ λαοῦ κι ὄχι στά χέρια μίας ἀριστοκρατικῆς μειοψηφίας (ἡ ἔννοια τῆς ἑνωμένης πόλης, ξύμπασα πόλις, πού προβάλλεται στόν Ἐπιτάφιο) καί δεύτερον ὅτι ἡ ἐξουσία ἀσκεῖται ἀποκλειστικά γιά τό συμφέρον τῶν κατώτερων τάξεων, τοῦ δήμου μέ τήν πιό στενή σημασία τοῦ ὅρου (εἶναι ἡ γνώμη τοῦ συγγραφέα τῆς Ψευδοξενοφώντειας Ἀθηναίων Πολιτείας ἀλλά καί τοῦ ἴδιου τοῦ Θουκυδίδη γιά τήν περίοδο μετά το θάνατο τοῦ Περικλῆ). Ἐμεῖς βέβαια ἔχουμε ἐμπειρίες ἀπδ διαφορετικοῦ τύπου ἀντιπροσωπευτικά πολιτεύματα, κατά τά ὁποῖα στή Βουλή δέ μετέχει ὅλος ὁ λαός ἀλλά ἐκλεγμένοι ἀντιπρόσωποι καί στά ὁποῖα τά μέλη τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας - εἴτε ἐκλέγονται ἀπό τή Βουλή αὔτη εἴτε κάπως ἀλλιῶς - ἔχουν στήν οὐσία ἐξασφαλισμένη τήν παραμονή τους στό ἀξίωμά τους γιά μερικά χρόνια. Αὐτό πού τώρα ἔχει σημασία νά προσέξουμε εἶναι ὅτι σέ σχέση μέ αὐτές τίς νεότερες μορφές δημοκρατίας, ἡ μορφή πού εἶχε στό νοῦ του ὁ Θουκυδίδης ἦταν στήν καλύτερη περίπτωση ἀσύγκριτα πιό ἀκροσφαλής, γιατί ἦταν ἀσύγκριτα πιό ἐκτεθειμένη στίς διακυμάνσεις τοῦ λαϊκοῦ αἰσθήματος. Ὁ λόγος ἦταν ἐν μέρει ὅτι καθώς ἡ πόλη-κράτος ἦταν μικρή, ἡ συνέλευση μποροῦσε ἀκόμη νά θεωρηθεῖ συγκέντρωση ὅλου τοῦ λαοῦ (ἄν καί στήν πραγματικότητα δέν ἦταν κάτι τέτοιο, ἀφοῦ οἱ κάτοικοι τῶν περιοχῶν πού ἦταν ἔξω ἀπό τό ἄστυ ὅπωσδήποτε δέν μετεῖχαν τακτικά στίς συνελεύσεις), καί ἐν μέρει γιατί τό ἐκτελεστικό σῶμα τῶν στρατηγῶν ἐκλεγόταν μέ ἐνιαύσια θητεία. Ἐπιπλέον σέ μιά μιά ὁρισμένη μηνιαία σύγκληση τῆς ἐκκλησίας τοῦ δήμου αὐτοί οἱ στρατηγοί ὑπόκεινταν σέ ἔλεγχο κι ἀκόμη μποροῦσε νά τούς ἀπαγγελθεῖ κατηγορία καί νά καθαιρεθοῦν ἤ καί νά τούς ἐπιβληθεῖ κάποια ποινή. Ἡ διαδικασία αὐτή εἶναι φανερό πώς ἀκολουθήθηκε στήν περίπτωση καί τοῦ Περικλῆ καί τοῦ Θουκυδίδη. Ἡ πρακτική αὐτή γινόταν ἀκόμη πιό ἐπικίνδυνη γιατί, ὅπως παρατηρήσαμε, στήν ἐκκλησία κυριαρχοῦσε ὁ πληθυσμός τοῦ ἄστεως. Τό ἴδιο αὐτό στοιχεῖο δέν ἦταν λιγότερο σημαντικό γιά τόν καθορισμό τῆς πολιτικῆς, τήν ἔγκριση πολέμου ἤ εἰρήνης καί τή λήψη ἀπόφασης γιά ἐκστρατεία. Εἶναι φανερό λοιπόν ὅτι οἱ ἀπόψεις τοῦ Θουκυδίδη γιά τή δημοκρατία ἀναφέρονται σ’ αὐτή τήν ἐξαιρετικά μεταβλητή καί εὐαίσθητη μορφή λαϊκοδ πολιτεύματος, πού ἦταν καί ἡ μόνη ποῦ εἶχε γνωρίσει. Ἔτσι, ὅταν βασίζει ὁλόκληρο τό δεύτερο μέρος τῆς Ἱστορίας του στήν ἰδέα ὅτι ὅσο κι ἄν ἦταν θεμελιώδης ἡ δημοκρατία γιά τήν ἀνάπτυξη καί τή δύναμη τῆς Ἀθήνας, ἀποδείχθηκε ἀνίκανη μετά τό θάνατο τοῦ Περικλῆ νά ἐπιδείξει μετριοπαθῆ πολιτική ἤ νά ἀναδείξει συνεπῆ ἡγεσία, πρέπει νά ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἀπαιτοῦσε αὐτή τή μετριοπάθεια καί τή συνέπεια ἀπό μία μορφή δημοκρατικοῦ πολιτεύματος πού ἦταν ἴσως ἐλάχιστα ἱκανό νά τίς δώσει, ἰδίως κάτω ἀπό τίς συνθῆκες πολιορκίας ἤ λοιμοῦ στίς ὁποῖες βρέθηκε ἡ Ἀθήνα σέ διάφορες περιόδους κατά τή διάρκεια τοῦ πολέμου.
 
Καί γιά νά καταλήγουμε σχετικά μέ τό σχέδιο τῆς Ἱστορίας, μετά τήν ἐντυπωσιακή ἔναρξη μέ τή δύναμη τῆς Ἀθήνας, ὁ Θουκυδίδης εἰσάγει μέ τήν περιγραφή τοῦ λοιμοῦ καί των συνεπειῶν του κι ἀκόμη σαφέστερα μέ τίς κρίσεις του γιά τούς διαδόχους τοῦ Περικλῆ τό δεύτερο μεγάλο θέμα του γιά τήν πολιτική  ἀδυναμία τῆς Ἀθήνας. Τό θέμα αὐτό φτάνει μέ τή σειρά του σέ δυό ξεχωριστές κορυφώσεις, πρῶτα μέ τήν ἀπόρριψη τῶν προτάσεων εἰρήνης τόν καιρό τῆς Πύλου μαζί μέ τά ἀποτελέσματά της στό Δήλιο καί στήν Ἀμφίπολη καί κατόπιν μέ τή Σικελική ἐκστρατεία. Ὅπως σημειώσαμε παραπάνω, ἄν εἶχε προλάβει νά τελειώσει τήν Ἱστορία, θά εἶχε φτάσει σέ μιά τρίτη παρόμοια κορύφωση μέ τά τελευταία γεγονότα τοῦ πολέμου. Ὁ τόνος ὡστόσο στό καθένα ἀπό αὐτά τά δύο ἐξέχοντα μέρη τῆς Ἱστορίας εἶναι κάπως διαφορετικός. Στό πρῶτο σκιαγραφεῖ βαθμιαία τήν αὐξάνόμενη ἀποσύνθεση τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν στήν Ἑλλάδα καί ἰδίως στήν Ἀθήνα. Τά κεφάλαια γιά τό λοιμό καί γιά τούς διαδόχους του Περικλῆ ὁδηγοῦν στήν ἀνησυχητική συζήτηση γιά τήν τύχη τῶν Μυτιληναίων κι αὐτή στήν τρομερή ἀνάλυση τῶν ἐμφύλιων σπαραγμῶν, ἀλλά ὅλα αὐτά τά κεφάλαια βρίσκονται πρίν ἀπό τή νίκη στήν Πύλο, πού ἦταν ἡ ἀπόδειξη τῆς διορατικότητας τοῦ Περικλῆ καί τῆς δύναμης τῆς Ἀθήνας. Ὕστερα, μέ τήν ἀπόρριψη τῆς προσφορᾶς τῆς Σπάρτης ἀπό τόν Κλέωνα, πράγμα πού μέ ὁποιαδήποτε περίκλεια ἀντίληψη τοῦ πολέμου θά ἔπρεπε νά σημαίνει τόν τερματισμό τῶν ἐχθροπραξιῶν καί τήν ἔναρξη μίας νέας περιόδου ἀνασυγκρότησης καί σταθεροποίησης, ὁ σκοπός τῶν προηγούμενων κεφαλαίων γίνεται φανερός. Εἶχαν προβάλει τό φαῦλο κύκλο ὅπου ὁ πόλεμος προκαλοῦσε δεινά, τά δεινά κοινωνική ἀναταραχή, ἡ κοινωνική ἀναταραχή πολιτική βία καί αὐτή ἡ βία ἕνα τύπο ἡγεσίας πού θυσίαζε τήν πολιτεία στά δικά της παραταξιακά συμφέροντα. Ἡ καταστρεπτική ἐπεκτατική πολιτική τοῦ Κλέωνα δέν ἦταν παρά ἀποτέλεσμα τῆς κοινωνικῆς ἀναταραχῆς πού εἶχε περιγραφεῖ προηγουμένως.
 
Ἄλλα μέ τή δεύτερη μεγάλη κορύφωσή τῆς Ἱστορίας, τή Σικελική ἐκστρατεία, αὐτή ἡ νέα βίαιη διάθεση, ὅπως δείχνει ὁ Διάλογος τῶν Μηλίων, εἶναι πιά ἑδραιωμένη κατάσταση. Τό ἐρώτημα τώρα δέν εἶναι ἄν ἡ Ἀθήνα θά προχωρήσει ἀδίστακτη γιά τήν ἀπόκτηση ἀκόμη μεγαλύτερης δύναμης ἀλλά ἄν αὐτή ἡ ἀπόπειρα θά στεφθεῖ μέ ἐπιτυχία. Ἡ κλίμακα τῆς ἐκστρατείας πιστοποιεῖ καλύτερα ἀπό καθετί ἄλλο τίς τεράστιες δυνατότητες ταῆς Ἀθήνας πού εἶχαν ἐκτεθεῖ στήν ἀρχή. Ἀλλά καί πάλι τώρα ἡ ἀστάθεια πού εἶχε προηγουμένως ἐκδηλωθεῖ μέ τήν ἡγεσία τοῦ Κλέωνα, ἐπανεμφανίζεται μέ τή διαφωνία τῶν στρατηγῶν σχετικά μέ τή Σικελία, μέ τήν ἰδιοτελή κομματικοποίηση πού ἐπικρατοῦσε στήν Ἀθήνα καί πού βρισκόταν κάτω ἀπό τή διαφωνία, μέ τόν ἴδιο τό χαρακτήρα τοῦ Ἀλκιβιάδη καί πάνω ἀπ’ ὅλά μέ τή μοιραία ἀπόφαση νά τόν ἀνακαλέσουν ἐνῶ ἤθελαν νά συνεχιστεῖ ἡ ἐκστρατεία. Ὁ ὀλέθριος κύκλος πού εἶχε ξεκινήσει ἀπό πρίν ἔφτάσε ἔτσι στό ἀποκορύφωμά του καί παρόλο πού ἡ ἀρχική ὑπεροχή τῆς Ἀθήνας ἀπέναντι στούς ἀντιπάλους της τῆς ἐπέτρεψε νά συνεχίσει τόν πόλεμο μερικά χρόνια ἀκόμη καί μάλιστα νά κερδίσει καί μερικές νίκες, οἱ ἴδιες δυνάμεις πού τήν εἶχαν φέρει σ’ αὐτήν τήν κατάσταση θά τήν καταδιώκουν ὡς τό τέλος.
 
Εἴπαμε παραπάνω ὅτι δ Θουκυδίδης ἀπαιτοῦσε ὁμόνοια καί μετριοπάθεια ἀπό μία μορφή δημοκρατίας στήν ὁποία αὐτές οἱ ἰδιότητες ἦταν δύσκολο νά ἐπιτευχθοῦν. Ἀλλά, παρόλο πού συνηθίζεται στίς μέρες μας νά τονίζονται ἄλλες πλευρές τῆς δημοκρατίας μᾶλλον παρά ἡ ἀνάγκη της γιά ἑνότητα καί σωστή ἡγεσία, αὐτή ἡ ἀνάγκη εἶναι τό ἴδιο σημαντική στή δημοκρατία ὅσο καί σ’ ὁποιοδήποτε ἄλλο πολίτευμα κι ἴσως καί περισσότερο, ἀφοῦ ἡ δημοκρατία ἐξαρτᾶται ἄμεσα ἀπό τήν κοινή γνώμη. Ὅταν λοιπόν ὁ Θουκυδίδης ἀποδίδει τήν ἥττα τῆς Ἀθήνας στή διχόνοια, θίγει ἕνα πρόβλημα πού ἀφορᾶ κάθε εἶδος δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, παρόλο πού δέν μποροῦσε νά ξέρει ὅτι τό συγκεκριμένο εἶδος πού ἐπικρατοῦσε στήν Ἀθήνα φαίνεται στό φῶς τῆς ἱστορίας ἰδιαίτερα ἐπιρρεπές σ’ αὐτό τό σφάλμα. Γιατί τό σφάλμα μπορεῖ νά προκύψει, ὅποιο καί νά ’ναι τό εἶδος, καί τό ἔργο του εἶναι τόσο μεγάλο ὅσο εἶναι, γιατί τά δύο μεγάλα θέματά του, ἡ δημιουργική, ἐπαναστατική δύναμη τῆς δημοκρατίας καί ἡ «δυνάμει» ὑπάρχουσα ἀποσύνθεσή της ἀπό τή φανατισμένη σύγκρουση συμφερόντων, ἔχουν μιά ἰσχύ κι ἕνα κύρος διαχρονικό, πού ξεπερνᾶ τά ἰδιαίτερα γεγονότα καί τά συγκεκριμένα πολιτικά μορφώματα πού εἶχε στό νοῦ του.
 
Αὐτά λοιπόν γιά τό σχέδιο τῆς Ἱστορίας. Στρεφόμαστε τώρα στό πρόβλημα τῶν βασικῶν ἀρχῶν τοῦ Θουκυδίδη. Ἴσως ἡ πιό σημαντική ἀπ’ αὐτές γιά τήν κατανόηση τοῦ ἔργου του εἶναι ὁ βαθμός τῆς ἀναγκαιότητας καί τοῦ ἀναπόφευκτου πού θεωροῦσε ὡς δεδομένα στήν ὅλη πορεία πού περιγράψαμε προηγουμένως. Ἡ ἰδέα τῆς ἀναγκαστικῆς παρόρμησης ἐκφράζεται ἐπανειλημμένα σ’ ὅλο το ἔργο. Οἱ Σπαρτιάτες, λέει στό κεφάλαιο γιά τά αἴτια τοῦ πολέμου, «ἀναγκάστηκαν» νά κάνουν πόλεμο, ἐπειδή φοβοῦνταν τούς Ἀθηναίους (τούς Ἀθηναίους ἡγοῦμαι μεγάλους γιγνομένους καί φόβον παρέχοντας τοῖς Λακεδαιμονίοις ἀναγκάσαι ἐς τό πολεμεῖν)[17]· οἱ Ἀθηναῖοι, λένε οἱ πρέσβεις στή Σπάρτη, ἦταν «ἀναγκασμένοι» νά συνεχίσουν νά ἔχουν τήν ἡγεμονία τους, ἀφοῦ τήν ἀπέκτησαν (ἐξ αὐτοῦ δέ τοῦ ἔργου κατηναγκάσθημεν τό πρῶτον προαγαγεῖν αὐτήν (τήν ἀρχήν) εἰς τόδε, μάλιστα μέν ὑπό δέους, ἔπειτα καί τιμῆς, ὕστερον καί ὠφελίας)[18]· «δέν εἶναι πιά δυνατόν», λέει ὁ Περικλῆς στόν τελευταῖο λόγο του, νά παραιτηθεῖτε ἀπό τήν ἡγεμονία σας (ἧς οὐ ὁ’ ἐκστῆναι ἔτι  ὑμῖν  ἔστιν) , χωρίς νά χάσετε τά παντα[19]· στόν καιρό τῆς εἰρήνης, λέει ὁ Θουκυδίδης στό ἀποφασιστικῆς σημασίας κεφάλαιο γιά τούς ἐμφύλιους σπαραγμούς, οἱ ἄνθρωποι εἶναι καλύτεροι γιατί δέν ὑπόκεινται σέ ἀναγκαστικές παρορμήσεις (διά τό μή ἐς ἀκουσίους ἀνάγκας πίπτειν) , «ἀλλ’ ὅταν ἔρθει ὁ πόλεμος πού φέρνει στούς ἀνθρώπους τήν καθημερινή στέρηση, γίνεται δάσκαλος τῆς βίας κι ἐρεθίζει τά πνεύματα τοῦ πλήθους σύμφωνα μέ τίς καταστάσεις πού δημιουργεῖ.»[20] Θά θυμόμαστε ὡστόσο ὅτι ἡ ὅλη περιγραφή τῆς κοινωνικῆς ἀλλαγῆς, ἀπ’ ὅπου εἶναι παρμένη αὐτή ἡ φράση εἶχε χρησιμεύσει προηγουμένως γιά νά παρουσιάσει τήν ἔννοια τῶν ὁμοιόμορφων ἀντιδράσεων σέ ὁρισμένες συνθῆκες. Ἡ ἔννοια ἐκείνη λοιπόν ἐνυπάρχει στήν ἰδέα ὅτι ὑπῆρχαν δυνάμεις ἐκείνη τήν ἐποχή πού βρίσκονταν πέρα ἀπό τόν ἔλεγχο τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἴδια ἰδέα φαίνεται ἐξίσου καλά καί στήν πεποίθηση τοῦ Θουκυδίδη ὅτι ὁ πόλεμος ἀκολουθοῦσε ἕνα σχέδιο πού, ἐπειδή ἦταν ριζωμένο στήν ἀνθρώπινη φύση, θά ἐπαναλαμβανόταν κι ἑπομένως οἱ μεταγενέστεροι ἔπρεπε νά τό γνωρίζουν. Ἔτσι, ὅταν περιγράφει κανείς τήν Ἱστορία σάν ἕνα ἔργο πού ἀνιχνεύει μία ἐπαναλαμβανόμενη διαδικασία, παραδέχεται σιωπηρά ὅτι ἡ διαδικασία αὐτή βρίσκεται στή φύση τῆς κοινωνίας καί ὅτι, ὅσον ἀφορᾶ τό ἄτομο, εἶναι ὡς ἕνα βαθμό ἀναπόφευκτη.
 
Ὡστόσο θά δδηγούμασταν σέ λανθασμένα συμπεράσματα ἄν ὑπερτονίζαμε αὐτήν τήν ἔννοια τῆς ἱστορικῆς ἀναγκαιότητας ἤ τουλάχιστον ἄν τήν βλέπαμε ἀνεξάρτητα ἀπό τά συμφραζόμενά της, μία καί δέν εἶναι παρά τό ἀντίστροφο, θά λέγαμε, μίας ἄλλης βασικῆς ἰδέας τῆς Ἱστορίας, τῆς ἰδέας τῆς ὀρθῆς πρόγνωσης (πρόγνωσις) . Ὅταν λές ἀπ’ τή μία ὅτί τά γεγονότα ἀκολουθοῦν κάποιο σχέδιο, κι ἀπ’ τήν ἄλλη ὅτί τό σχέδιο αὐτό μπορεῖ καί πρέπει νά γίνει κατανοητό, ὑπονοεῖς ὅτι μιά τέτοια κατανόηση θά ἀποτελέσει τή βάση γιά δράση, ἡ ὁποία μέ τή σειρά τῆς θά ἐπηρεάσει τά γεγονότα. Μ’ ἄλλα λόγια ὁ διδακτικός σκοπός τῆς Ἱστορίας βασίζεται στήν ἀρχή ὅτι γνωρίζοντας τίς φυσικές τάσεις τῆς κοινωνίας μπορεῖς, ἄν ὄχι νά τίς ἀλλάξεις, τουλάχιστον νά τίς χαλιναγωγήσεις καί νά τίς κατευθύνεις. Ὁπωσδήποτε τίποτε δέ χαρακτηρίζει περισσότερο τό Θουκυδίδη ἀπό τήν πίστη του στό νοῦ τοῦ ἀνθρὤπου ἤ ἀπό τό θαυμασμό του γιά τούς ἱκανούς ἡγέτες. Θά θυμόμαστε ἴσως μέ πόσο θαυμασμό ἐπαινεῖ τήν ἔμφυτη ἱκανότητα τοῦ Θεμιστοκλῆ νά προβλέπει τήν πορεία τῶν πραγμάτων[21] καί ὅτι λέει ὅτι οἱ δημηγορίες του ἐκφράζουν «τά  δέοντα» - δηλαδή τά οὐσιαστικά σημεῖα στή δεδομένη περίσταση - ὅπως ἀκριβῶς δηλώνει ρητά ὅτι μποροῦσαν νά κάνουν ὁ Περικλῆς καί ὁ Ἀντιφώντας[22]. Πράγματι ἡ φράση ἀπό τίς κρίσεις του γιά τούς διαδόχους του Περικλῆ, «Φαίνεται λοιπόν καθαρά ὅτι στήν ἀρχή τοῦ πολέμου οἱ δυνάμεις τῆς Ἀθήνας ἦταν περίσσιες καί δικαιολογοῦσαν τίς προβλέψεις τοῦ Περικλῆ ὅτι εὔκολα θά μποροῦσε νά νικήσει μόνους τους Πελοποννησίους,»[23] δείχνει ὅτι ἡ Ἱστορία εἶναι ἐν μέρει δικαίωση τῆς διορατικότητας τοῦ Περικλῆ.
 
Ἐφόσον εἶναι ἔτσι, εἶναι σαφές ὅτι τό στοιχεῖο τῆς ἀναγκαιότητας στά γεγονότα δέν ἦταν γι’ αὐτόν τέτοιο πού νά μήν μπορεῖ νά ἐλεγγθεῖ ἤ νά κατευθυνθεῖ. Ἡ ἀντίληψή του γι’ αὐτό μοιάζει κατά κάποιο τρόπο μέ τήν ἰδέα τῆς ἐλευθερίας τῆς βουλήσεως τοῦ Πλάτωνα καί τοῦ Ἀριστοτέλη, ὅτι δηλαδή ὁ ἄνθρωπος ἀρχικά εἶναι ἐλεύθερος νά κάνει κάποια ἐκλογή, ἀλλά ἀπό τή στιγμή πού τήν ἔχει κάνει εἶναι δεσμευμένος[24]. Ἀλλά κατά το Θουκυδίδη ἡ Ἀθήνα φυσικά δέν ἦταν ποτέ τελείως ἐλεύθερη. Ὅπως φαίνεται καθαρά ἀπό τό λόγο τῶν πρέσβεων στή Σπάρτη, δέν μποροῦσε νά παραιτηθεῖ ἀπό τή δημοκρατία ἤ τήν ἡγεμονία ἀπό τή στιγμή πού εἶχε συνδέσει τήν τύχη τῆς μ’ αὐτές. Ἦταν ἐλεύθερη μόνο στό βαθμό πού ἕνας ἱκανός ἡγέτης θά μποροῦσε νά κατευθύνει αὐτές τίς ἤδη ὑπάρχουσες δυνάμεις στό σωστό δρόμο. Νά ποιά εἶναι ἡ σημασία, τῆς ἀπόρριψης τῆς εἰρήνης ἀπό τόν Κλέωνα τόν καιρό τῆς Πύλου. Ἄν ἦταν στή θέση του ὁ Περικλῆς, θά ἀναχαίτιζε ἐκεῖνον τόν καιρό τίς δυνάμεις πού ἀντιστρατεύονταν τή σωστή δημοκρατία. Ἀλλά ὁ Κλέων δέν ἔκανε κάτι τέτοιο καί ἡ Ἀθήνα παρέμεινε δέσμια τῶν δυνάμεων ἐκείνων μέ ἀποτέλεσμα, τόν καιρό τῆς Σικελικῆς ἐκστρατείας νά μήν ἔχει πιά τήν ἐλευθερία νά ἀποφασίσει γιά εἰρήνη ἀλλά μόνο νά πάρει τά κατάλληλα μέτρα γιά συνεχῆ ἐπέκταση. Ἀλλά κι ἐδῶ ἀπέτυχε καί τό φάσμα τῶν ἐπιλογῶν τῆς στένεψε ἀκόμη περισσότερο. Ἕνας ντετερμινιστής θά μποροῦσε σίγουρα νά πεῖ ὅτι στήν πραγματικότητα δέν εἶχε ποτέ ἐλευθερία ἐκλογῆς σέ κανένα ἀπ’ αὐτά τά στάδια, ἀλλά ἡ ἀπόρριψη τῆς εἰρήνης ἀπό τόν Κλέωνα καί ἡ ἀνάκληση τοῦ Ἀλκιβιάδη ἀπό τό λαό, ἦταν ἁπλῶς ἀναπόφευκτα συμπτώματα τῶν καιρῶν. Αὐτή ἡ ἄποψη εἶναι ἴσως σωστή, ἀλλά δέν εἶναι ἡ ἄποψη τοῦ Θουκυδίδη. Ὅπως εἴδαμε, παρουσιάζει τόν Ἑρμοκρατη σάν ἄνθρωπο πού μποροῦσε νά ἀντιμετωπίσει ἀποφασιστικά - καί πράγματι ἀντιμετώπισε τίς δυνάμεις πού ἐκφράζονται στό πρόσωπο τοῦ λαϊκιστή Ἀθηναγόρα καί πού εἶναι ἴδιες μ’ ἐκεῖνες πού ἐκδηλώνονταν στήν Ἀθήνα[25]. Αἰσθάνεται σαφῶς ὅτι, ἄν ἡ Ἀθήνα εἶχε παραγάγει ἄλλον ἕνα Περικλῆ, ἡ τραγική διαδικασία πού περιγράφει δέ θά εἶχε ὑπάρξει. Κι οὔτε θά ἰσχυριστεῖ ὅτι ἡ Ἀθήνα δε θά μποροῦσε νά παραγάγει ἕνα τέτοιον πολιτικό. Ἀντίθετα ὁ διδακτικός ρόλος τῆς Ἱστορίας εἶναι ἀκριβῶς νά διαμορφώσει τέτοιους ἄνδρες στό μέλλον. Σ’ αὐτήν λοιπόν τήν ἀνισότητα ἀνάμεσα στό φάσμα, τῶν θετικῶν ἐπιλογῶν πού ἦταν δυνατές καί σ’ ἐκεῖνες πού πραγματικά ἔγιναν, ὑπεισέρχεται ἡ ἔννοια τῆς τραγωδίας. Ή Ἱστορία εἶναι δδηγός γιά μελλοντικούς ἀναγνῶστες μέ σκοπό νά τούς διδάξει γιά τή λειτουργία δυνάμεων πού, ἄν γίνουν ἐσφαλμένες ἐπιλογές, θά ἔχουν τά ἀποτελέσματα πού περιγράφει, ἀλλά πού θά εἶχαν ἄλλα ἀποτελέσματα, ἄν γίνονταν σωστές ἐπιλογές. Καί γιά τήν Ἀθήνα τά ἀποτελέσματα θά μποροῦσαν νά εἶναι διαφορετικά, ἄν διέθετε τούς ἡγέτες πού θά μποροῦσε νά εἶχε. Ὁ Θουκυδίδης αἰσθανόταν ἔντονα τίς ἀναγκαστικές δυνάμεις τῆς ἱστορίας, ἀλλά ἡ ἴδια ἡ συγκέντρωση τοῦ ἐνδιαφέροντός του σ’ αὐτές καθώς καί ἡ χαρακτηριστική του (καί χαρακτηριστικά ἑλληνική) ἐμπιστοσύνη στό νοῦ, τόν ὤθησε νά τίς ὁρίσει μέ τόση ἀκρίβεια ὥστε νά τίς φέρει στό ἐπίπεδο της κατανόησης καί ἔτσι καί τῆς κατεύθυνσης. Κι αὐτή ἡ κατεύθυνσή τους ἔγινε μέ τή σειρά της γι’ αὐτόν τό ἔργο τοῦ πολιτικοῦ πού εἶναι προικισμένος μέ διορατικότητα. Γι’ αὐτόν ἡ ἱστορία εἶναι μιά διαδικασία κατά τήν ὁποία τά ἄτομα καί οἱ κοινωνικές δυνάμεις ἀσκοῦν σχεδόν ἴσες δυνάμεις.
 
Ἐρχόμαστε ἔτσι σέ μερικές δευτερεύουσες ἀρχές, πού εἶναι κατά κάποιο τρόπο ἀναγκαῖες συνέπειες τῶν προηγουμένων, καί συγκεκριμένα σ’ ἐκεῖνες πού ἔχουν σχέση μέ τούς θεούς καί τήν τύχη. Δέ χρειάζεται σχεδόν νά ποῦμε ὅτι στήν Ἱστορία οἱ θεοί λάμπουν μέ τήν ἀπουσία τους. Στίς γεμάτες πάθος, ἀναπάντητες ἐκκλήσεις πρός αὐτούς πού βάζει στό στόμα ἄνθρωπων πού βρίσκονται σέ δυστυχία, πρῶτα τῶν Πλαταιέων, ὕστερα τῶν Μηλίων, ὕστερα τοῦ Νικία στήν ὑποχώρηση ἀπό τίς Συρακοῦσες[26], φαίνεται πώς βγαίνει ἀπό τίς συνήθειές του γιά νά ἀρνηθεῖ τήν ἐπέμβασή τους στίς ἀνθρώπινες ὑπόθεσεις. Ὁπωσδήποτε τίποτε δέ θά μποροῦσε νά τονίσει περισσότερο τήν πεποίθησή του γιά τό ἀναπόφευκτο τῶν καθαρά ἀνθρώπινων δυνάμεων στήν ἱστορία, ἀπό αὐτές τίς μάταιες κραυγές. Μέ τό ἴδιο πνεῦμα μιλᾶ ὑποτιμητικά για καθετί πού ἔδειχνε πρόληψη: γιά τούς χρησμούς πού πρόβλεπαν δῆθεν τή διάρκεια, τοῦ πολέμου[27], γιά σημάδια πού ἔλεγαν πώς συνόδευαν ἤ πρόβλεπαν τήν πορεία του[28], γιά, τήν πίστη σέ μαντεῖες ὅπως ἔκανε ὁ Νικίας ὅταν ἔγινε ἔκλειψη[29], γιά τούς φόβους τῶν στρατιωτῶν γιά τά παράξενα φαινόμενα[30]. Ἀντίστροφα, δίνει φυσιοκρατικές ἐξηγήσεις γιά πράγματα ὅπως οἱ καταιγίδες καί οἱ ἀρρώστιες καί ὑποδηλώνει μία παρόμοια ἐξήγηση γιά τήν ἔκλειψη[31]. Ὁ κατάλογος τῶν συμφορῶν, πού περιλαμβάνει στό κεφάλαιο γιά τά αἴτια τοῦ πολέμου[32], θυμίζει πάρα πολύ ἔντονα τά Ἱπποκρατικά συγγράμματα πού ἀναφέραμε προηγουμένως, καί ἰδίως τό ἔργο Ἐπιδημίαι στό ὁποῖο ὁ συγγραφέας καταγράφει πολύ προσεκτικά τίς καιρικές συνθῆκες, τήν ἐποχή καί τά παρόμοια πού συνόδεψαν τήν πορεία ὁρισμένων ἀσθενειῶν. Μολονότι εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ὁ Θουκυδίδης δέ φανταζόταν καμιά παρόμοια αἰτιώδη σχέση ἀνάμεσα στόν πόλεμο καί τούς σεισμούς καί τίς ξηρασίες πού ἀναφέρει, τουλάχιστον τά βλέπει αὐτά μέ παρόμοιο πνεῦμα, δηλαδή ἀπό αὐστηρά φυσιοκρατική ἄποψη.
 
Ἡ πεποίθησή του ὅτι οἱ θεοί μποροῦν ἁπλῶς νά παραλειφθοῦν ἀπό τήν ἱστορία φαίνεται κι ἀπό τή σαφή ψυχρότητά του πρός τήν παραδοσιακή θρησκευτικότητα τῶν Σπαρτιατῶν τήν ὁποία εἶναι φανερό πώς θεωροῦσε ἐντελῶς ἐπιφανειακή. Ἔτσι, τονίζει ὅτί ἡ ὑποστήριξη τῶν Δελφῶν στόν πόλεμο ἦταν γι’ αὐτούς χρήσιμη ἀπό οἰκονομική ἀποψη[33], ὅτι ἔβγαλαν καί πάλι στήν ἐπιφάνεια τό παλιό ἄγος τῶν Ἀλκμεωνιδῶν μόνο καί μόνο γιά νά βλάψουν τόν Περικλῆ[34], ὅτι ἡ εὐσεβής ἐπίκλησή τους τῶν ἱερῶν δεσμῶν πού εἶχαν μέ τίς Πλαταιές δύσκολα μποροῦσε νά κρύψει τόν πραγματικό χαρακτήρα τῆς ἐπίθεσής τους[35], ὅτι οἱ ἴδιοι ἀναγνώριζαν κατά βάθος τήν ἀδικία, πού εἶχαν κάνει λύνοντας τήν Τριαντάχρονη Εἰρήνη[36]. Αὐτό πού λένε οἱ Ἀθηναῖοι ἀντιπρόσωποι στό Διάλογο τῶν Μηλίων[37], ὅτι οἱ Σπαρτιάτες ὅσο μεγάλη φήμη κι ἄν εἶχαν ἐνεργοῦσαν πάντοτε μέ βάση τό συμφέρον τους, ἀναμφίβολα ἐκφράζει τή δίκιά του γνώμη καί, ὅπως εἴδαμε, ἡ ἀντιπαρατιθέμενη εἰλικρίνεια τῶν Ἀθηναίων σχετικά μέ τά κίνητρά τους ἦταν πιθανότατα ἀληθινή γιά τήν Ἀθήνα τῆς ἐποχῆς καί ὁπωσδήποτε πολύ πιό ταιριαστή σ’ αὐτόν. Ὅλα αὐτά δέ σημαίνουν ὅτι δέν πίστευε ἴσως στούς θεούς. Ἀναφέρει τήν ἀπιστία ὡς σύμπτωμα κοινωνικῆς ἀποσύνθεσης καί μέ τρόπο ἀσυνήθιστο γι’ αὐτόν ἐπαινεῖ τό ὑψηλό ἦθος τοῦ εὐσεβοῦς Νικία[38]. Ἁπλῶς δέν πίστευε ὅτι οἱ θεοί παρενέβαιναν στή διαμόρφωση τῶν πολιτικῶν δυνάμεων πού πίστευε πώς δροῦσαν στήν ἱστορία. Θά μποροῦσε μάλιστα νά πεῖ κανείς ὅτι τό ἔργο του ἦταν ἕνα εἶδος τραγωδίας στήν ὁποία ἡ δράση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπινων δυνάμεων παίρνει τή θέση τῶν θείων δυνάμεων· ἀλλά θά ξαναμιλήσουμε γι’ αὐτο στό τέλος.
 
Ὡστόσο, μολονότι οἱ θεοί δέν ἔπαιζαν κανένα ρόλο στήν ἱστορία, ἕνα στοιχεῖο πού δέν μποροῦσε νά ὑπολογιστεῖ, παρέμενε, καί αὐτό τό στοιχεῖο τό ὀνομάζει τύχη. Τή λέξη αὐτή δέν πρέπει νά τήν ἐννοήσουμε μέ τή σημασία, πού κατέληξε νά ἔχει στούς ἑλληνιστικούς χρόνους ἤ μέ τή σημασία τῆς fortuna ὅπως μεταφράστηκε στούς ρωμαϊκούς χρόνους. Σ’ αὐτές τίς περιόδους, στίς ὁποῖες οἱ ξαφνικές καί μεγάλες ἀλλαγές μποροῦσαν νά προκαλέσουν ἐξίσου ξαφνική καί μεγάλη εὐημερία, ἡ τύχη μποροῦσε νά θεωρηθεῖ σάν μιά ἀρχή σύμφυτη μέ τό σύμπαν, ἡ ὁποία κατά κάποιο τρόπο προκαλοῦσε καί ἑπομένως ἐξηγοῦσε τέτοιες ἐπιτυχίες. Οὔτε ἔχει ἡ λέξη τό νόημα πού ἔχει στόν Εὐριπίδη, ὅπου οὐσιαστικά ἀντικατοπτρίζει τή βαθιά αἴσθηση τοῦ ποιητῆ γιά τό παράλογό της ζωῆς. Ὁ Θουκυδίδης, ὅπως εἴδαμε, δέ θεωροῦσε τή ζωή παράλογη, ἀλλά ἀντίθετα βάσισε ὁλόκληρο τό ἔργο του στήν προϋπόθεση ὅτι ἀκολουθεῖ καί θά ἀκολουθεῖ μιά πορεία πού χαρακτηρίζεται ἀπό τάξη. Ἡ τύχη γι’ αὐτόν σήμαινε τά δευτερεύοντα, ἄν καί καμιά φορά ἀποφασιστικῆς σημασίας, συμβάντα τά ὁποῖα δέν μποροῦσε νά ἐκτιμήσει κανείς εὔκολα, ἄν καί μποροῦσε νά σημαίνει καί ἀπρόβλεπτα γεγονότα, ὅπως ὁ λοιμός, πού ἡ αἰτία τούς ἦταν σκοτεινή. Ἔτσι οἱ δημηγορίες εἶναι γεμάτες ἀπό ἀναφορές στήν ἀβέβαιη πορεία τοῦ πολέμου ἀπό τή στιγμή πού ξεσπάει, καί στά δύο κύρια γεγονότα τοῦ πολέμου, τήν Πύλο καί τή Σικελία, ὑπάρχει, σύμφωνα μέ τήν περιγραφή τοῦ Θουκυδίδη κάποιο τυχαῖο περιστατικό: στό πρῶτο ἡ τρικυμία πού ἀνάγκασε τά πλοῖα νά μείνουν στήν Πύλο καί ἔδωσε ἔτσι τή δυνατότητα στό Δημοσθένη νά ὀχυρωθεῖ ἐκεῖ, καί στό δεύτερο ἡ ἄκαιρη περικοπή τῶν Ἐρμῶν καί ἡ ἀκόμη πιό ἄκαιρη ἔκλειψη. Ἀλλά θά ἦταν ἐντελῶς ἐσφαλμένο νά δώσουμε μεγάλη σημασία ἤ νά πιστεύουμε ὅτι ὁ Θουκυδίδης ἔδωσε μεγάλη σημασία σ’ αὐτά τά τυχαῖα περιστατικά, ἰδίως στήν περίπτωση τοῦ Δημοσθένη[39], τό σχέδιο τοῦ ὅποιου ἦταν ἕξ ὁλοκλήρου περικλειο καί ὁ ὁποῖος ἐξαρτιόταν ἀπό τήν τύχη μόνο καί μόνο γιατί δέν εἶχε ἀναλάβει ἀκόμη τά καθήκοντά του καί γι’ αὐτό δέν μποροῦσε νά κάνει ὅ,τι ἤθελε.
 
Παρ’ ὅλ’ αὐτά, σ’ ἕνα φιλοσοφικότερο ἐπίπεδο, δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Θουκυδίδης ἀναγνώριζε μία περιοχή τῆς ζωῆς πού δέ θά μποροῦσε ποτέ νά προβλεφθεῖ ἀκριβῶς καί ἡ στάση του στό ζήτημα αὐτό εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἑλληνική. Ὁ Σόλωνας, γιά παράδειγμα, στό περίφημο ποίημά του γιά τά ἀνθρώπινα δεινά[40], τά χωρίζει σ’ ἐκεῖνα πού εἶναι δυνατόν νά ἐξηγηθοῦν ὡς συνέπειες ἁμαρτίας, ἀκόμη κι ἁμαρτίας πού εἶχε γίνει σέ προηγούμενες γενιές, καί σ’ ἐκεῖνα πού ὀφείλονται ἁπλῶς στήν ἀναπόφευκτη καί φυσική ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου νά προβλέψει τήν ἔκβαση ἀκόμη καί ἀθώων πράξεων. Μέ τό ἴδιο πνεῦμα ὁ Πλάτωνας ἐμφανίζει στόν Τίμαιο ἕνα μή λογικό ὑλικό στοιχεῖο στό σύμπαν τό ὅποιο δέν τό ἀφήνει νά ἀντικατοπτρίσει πλήρως τή σφραγίδα τοῦ πνεύματος τοῦ δημιουργοῦ. Αὐτές οἱ δύο ἰδέες, ὅσο κι ἄν διαφέρουν καί μεταξύ τους καί ἀπό τήν ἀντίληψη τοῦ Θουκυδίδη γιά τήν τύχη, ἔχουν τό ἑξῆς κοινό μέ τήν ἀντίληψή του, ὅτι ἀναγνωρίζουν τήν ἀδυναμία τῆς σκέψης νά ἐξουσιάσει πλήρως τή ζωή. Δείχνουν ἐπίσης ὅτι ὁ νοῦς, μολονότι δέν μπορεΐ νά φτάσει σ’ αὐτήν τήν ἀπόλυτη κυριαρχία, μπορεῖ ὡστόσο νά δεῖ κάποιο σχέδιο στή ζωή - μ’ ἄλλα λόγια ὅτι ἡ ζωή εἶναι σέ μεγάλο βαθμό λογική καί διέπεται ἀπό τάξη. Κανένας δέν ἐξέφρασε ἴσως πληρέστερα ἀπό τό Θουκυδίδη αὐτήν τή χαρακτηριστικά ἑλληνική πίστη στό νοῦ, καί ἡ ἀντίληψή του γιά τήν τύχη, ἐνῶ δηλώνει μία περιοχή ὅπου ἡ σκέψη, ἤ τουλάχιστον ἡ προγνωστική σκέψη δέν μπορεΐ νά λειτουργήσει, τονίζει ἁπλῶς πιό καθαρά τίς μεγαλύτερες καί πολύ σημαντικότερες περιοχές στίς ὁποῖες λειτουργεῖ μέ ἐπιτυχία, θά μποροῦσε κανείς νά προσθέσει ὅτι ὁ ἱκανός στρατηγός ἤ τό ἱκανό ἄτομο ἦταν γι’ αὐτόν ὁ ἄνθρωπος που μποροῦσε νά προσαρμοστεῖ ταχύτατα στά τυχαῖα περιστατικά[41]. Πίστευε πώς αὐτη ἡ εὐελιξία χαρακτήριζε πολύ περισσότερό τούς Ἀθηναίους παρά τούς Σπαρτιάτες[42].
 
Εἶναι δύσκολο νά ἀφήσουμε τήν ἐξεταση τῶν βασικῶν ἀρχῶν τοῦ Θουκυδίδη χωρίς νά ποῦμε κάτι καί γιά τό ζήτημα ποιά πράγματα, θεωροῦσε σημαντικά γιά τήν ἱστορία, ἕνα ζήτημα κάπως ἀσαφές. Συχνά οἱ μελετητές ἔχουν ἐκφράσει τήν ἔκπληξή τους γιά τό γεγονός ὅτι μέ ἐξαίρεση μιά-δυό φράσεις στόν Ἐπιτάφιο, δέ λέει τίποτε γιά, τά καλλιτεχνικά ἤ λογοτεχνικά ἐπιτεύγματα τῆς Ἀθήνας σ’ αὐτήν τή λαμπρή περίοδο, ἤ, πράγμα ποῦ εἶναι τό ἴδιο, γιά τό ὅτι ἦταν τόσο ἀπορροφημένος ἀπό τά ὑλικά καί πολιτικά της ἐπιτεύγματα, στά ὁποῖα ὁ πόλεμος ἔθεσε τέρμα κατά κάποιο τρόπο, ὥστε νά παραβλέψει τά πολιτιστικά της ἐπιτεύγματα τά ὁποῖα δέν ἐπηρέασε ὁ πόλεμος[43]. Οἱ ἐπικρίσεις αὐτές ἐμφανίζουν τό Θουκυδίδη ὡς ἕναν ὑλιστή πού δέν κατάλαβε καθόλου σέ ποιά σφαίρα ἔγκεινται οἱ μεγαλύτεροι θρίαμβοι τῆς Ἀθήνας. Ἐξάλλου ἕνας τελείως ἀντίθετος τύπος ἐπίκρισης ἔχει διατυπωθεῖ ἐναντίον του: ὅτι, ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ἦταν ὑλιστής, ἦταν κακός ὑλιστής, μιά καί δέν εἶχε καταλάβει καθόλου τή σημασία τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων[44].
 
Ἀπ’ αὐτές τίς δύο ἐπικρίσεις ἡ πρώτη, ἀναμφίβολα εἶναι πιό βάσιμη ἀπό τή δεύτερη, ἡ ὁποία στήν πραγματικότητα εἶναι τελείως ἀβάσιμη. Στίς ἀρχές τοῦ αἰώνα προβλήθηκε ἡ καινοφανής θέση[45] ὅτι πρέπει νά ὑπῆρχε μιά ἰσχυρή κλίκα ἐμπόρων στόν Πειραιᾶ πού εἶχε συμφέροντα ἀπό τήν ἐπέκταση, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἐπηρέαζαν ὅλους τους πολιτικούς της περιόδου καί ὅτι ἡ Σικελική ἐκστρατεία, εἰδικά, ἦταν ἔργο δικό τους - μέ λίγα λόγια ὅτι ὁ πόλεμος ἀκολούθησε τή γνωστή πορεία τοῦ καπιταλιστικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ πού δ Θουκυδίδης δέν καταλάβαινε. Βέβαια εἶναι δυνατόν νά ὑπῆρχε μιά ἰσχυρή ἐμπορική τάξη αὐτοῦ τοῦ εἴδους σέ μερικές ἀρχαῖες πόλεις, ὅπως γιά παράδειγμα στήν Καρχηδόνα, καί ἴσως στίς πολεμικές ἐνέργειες αὐτῶν τῶν πόλεων πρέπει νά δοῦμε τό δάκτυλό της. Ἀλλά σίγουρα δέν ἴσχυε τό ἴδιο στήν περίπτώση τῆς Ἀθήνας. Ἀκόμη κι ἄν παραμερίσουμε τήν ἐξαιρετικά ἀμφίβολη ἄποψη ὅτι μεγάλες ἐμπορικές οἰκογένειες σάν κι αὐτές πού ἄκμασαν στήν Καρχηδόνα ἤ κατά τήν ἰταλική Ἀναγέννηση ἤ στούς νεότερους χρόνους, ὑπῆρξαν στίς ἑλληνικές πόλεις-κράτη, σίγουρα δέν ἦταν τό κυρίαρχο στοιχεῖο στήν Ἀθήνα πού γνώρισε ὁ Θουκυδίδης. Πράγματι, ὅπως δείχνουν σαφῶς τά γεγονότα τοῦ καιροῦ μας, εἶναι σφάλμα νά θεωροῦμε ὅτι οἱ οἰκονομικές δυνάμεις ἐκδηλώνονται κανονικά μέσω τῶν ἐνεργειῶν τῶν μεμονωμένων καπιταλιστών, καί τό νά ἐφαρμόζουμε μία τέτοια ἄποψη στήν κρίση μας γιά τό Θουκυδίδη δέ σημαίνει παρά ὅτι τόν κρίνουμε κι αὐτόν καί τήν ἐποχή του μέ τίς ἰδιαίτερες συνθῆκες πού ἐπικράτησαν στό 19ο αἰώνα. Ὑπάρχουν ἐνδεχομένως περίοδοι κατά τίς ὁποῖες ὁ καπιταλιστικός ἰμπεριαλισμός εἶναι τό κύριο αἴτιο τῶν πολέμων, ἀλλά ὑπάρχουν, ὅπως ξέρουμε, κι ἄλλες περίοδοι κατά τίς ὁποῖες οἱ οἰκονομικές δυνάμεις ἐκδηλώνονται κοινωνικά καί πολιτικά μέ τόν πόθο τῶν μαζῶν γιά βελτίωση τῶν συνθηκῶν τῆς ζωῆς τους. Στό βαθμό λοιπόν πού οἱ μάζες γίνονται ἰσχυρές πολιτικά καί πάνω ἀπ’ ὅλα διαμορφώνουν ἡγέτες πού εἶναι δεσμευμένοι νά βελτιώσουν τό ἐπίπεδο εὐημερίας μέ στρατιωτική ἐπέκταση (πράγμα πού μέ τή σειρά του εἶναι τό μέσο γιά νά παραμένουν στήν ἐξουσία οἱ ἡγέτες αὐτοί) , ὁ πόλεμος πού ἀκολουθεῖ ἔχει βέβαια οἰκονομικά αἴτια, ἀλλά τά αἴτια αὐτά λειτουργοῦν κυρίως μέσω τῶν ἡγετῶν και τῶν ὀπαδῶν τους κι ὄχι μέσω τῶν μεμονωμένων καπιταλιστών. Τέτοιος ἦταν ὁ πόλεμος πού περιέγραφε ὁ Θουκυδίδης, τουλάχιστον στίς τελευταῖες φάσεις του· στήν ἀρχική του φάση ἦταν, ὅπως εἴδαμε, μιά προσπάθεια κατασταλτικοῦ χαρακτήρα, μίας ὀλιγαρχικής, ἀγροτικῆς κοινωνίας νά ξεφύγει ἀπό τήν ἀπειλή μίας δῆμοκρατικῆς ἐμπορικῆς κοινωνίας. Εἶναι παράλογο λοιπόν νά λέει κανείς ὅτι ὁ Θουκυδίδης δέν κατανοοῦσε τά οἰκονομικά αἴτια, ὅταν ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους θριάμβους του ἦταν ὅτι παρουσίασε μέ τή μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια τή σχέση ἀνάμεσα στήν κοινωνική ἀναταραχή, την πολιτική βία καί τό στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό πού ὅλα τους ἀνάγονταν ἐξίσου σέ οἰκονομικά αἴτια.
 
Ἐρχόμαστε τώρα στήν ἄλλη καί πιό βάσιμη ἐπίκριση ὅτι ὁ Θουκυδίδης δέ θέλησε νά δεῖ τά ἀληθινά ἐπιτεύγματα τῆς Ἀθήνας, πού ἦταν πολιτιστικά. Ἀλλά κι αὐτή ἡ ἐπίκριση εἶναι σέ μεγάλο βαθμό λανθασμένη γιά δυό λόγους. Ὁ πρῶτος εἶναι ἡ ψευδής αἴσθηση πού μᾶς δίνει ἡ δική μας προοπτική. Ξέρουμε πολλούς ἄλλους μεταγενέστερους λαούς πού εἶχαν πολύ καλύτερες προϋποθέσεις καί ἀπό γεωγραφική καί ἀπό πληθυσμιακή ἄποψη ἀπό τούς Ἀθηναίους γιά νά πετύχουν τό εἶδος τῆς ἡγεμονίας πού ὁ Θουκυδίδης πίστευε ὅτι ἤ Ἀθήνα θά ’πρεπε νά πετύχει. Κρίνοντας λοιπόν τήν Ἀθήνα μέ τά μέτρα τῆς Μακεδονίας καί τῆς Ρώμης λέμε ὅτι ἡ ἐνοποίηση τῆς Ἑλλάδας, δηλαδή πολύ μικρότερης σέ ἔκταση περιοχῆς, ἦταν πέρα ἀπό τίς δυνάμεις της καί ἑπομένως ἡ σπουδαιότητά της ἔγκειται σέ ἄλλους τομεῖς κι ὄχι στήν πολιτική. Ἀλλά ὁ Θουκυδίδης, δέ χρειάζεται νά τό ποῦμε, δέν εἶχε αὐτήν τήν προοπτική.
 
Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι λεπτότερος. Μέ ὅσα λέει γιά τήν ἀπελευθερωτική δύναμη τῆς δημοκρατίας ἐξηγεῖ σέ μεγάλο βαθμό τά πολιτιστικά ἐπιτεύγματα τῆς ’Ἀθήνας, ἄν καί μέ τρόπο πού εἶναι ἀσυνήθιστος γιά μας. Ὅταν θαυμάζουμε ἐμεῖς τήν ἑλληνική τέχνη καί σκέψη, ἔχουμε συχνά τήν τάση νά σκεφτόμαστε τόν Ἰκτίνο καί τό Φειδία, τό Σοφοκλῆ καί τό Σωκράτη σάν νά ζοῦσαν σ’ ἕνα κόσμο ἰδανικό, ἀφοσιωμένο σέ ἀνώτερα πράγματα. Ἀλλά ὁ Θουκυδίδης, ξεπερνώντας σ’ αὐτό ὁποιονδήποτε ἀρχαῖο συγγραφέα, μᾶς ἀνακαλεῖ στήν ἁπλή ἀλήθεια ὅτι τά ἐπιτεύγματα αὐτῆς τῆς λαμπρῆς ἐποχῆς μποροῦν νά νοηθοῦν μόνο ὡς μέρος τῆς ὅλης ἀνόδου τοΰ ἀθηναϊκοῦ κράτους καί τοῦ ἀθηναϊκοῦ λαοῦ, ἰδίως ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε προηγουμένως, ἡ τέχνη καί ἡ λογοτεχνία ἦταν σέ ἐξαιρετικό βαθμό ριζωμένες στήν κοινοτική ζωή τῆς Ἑλληνικῆς πόλης-κράτους. Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀθήνας τοῦ Περικλῆ πού μᾶς δίνει, σάν μίας πόλης πού ἀπ’ τή μία φλέγεται ἀπό τό συλλογικό αἴσθημα καί εἶναι δοσμένη στίς συλλογικές ἐπιχειρήσεις, ἀλλά ἀπό τήν ἄλλη κεντρίζει τό ἄτομο να κατανοήσει και νά ἀξιοποιήσει στό ἔπακρο τίς δυνάμεις του, εἶναι θεμελιώδης γιά τήν κατανόηση τῶν ὕψιστων δημιουργημάτων τῆς ἐποχῆς. Ἄν ὁ Θουκυδίδης, μολονότι ἐξήγησε, δέν ἀσχολήθηκε μ’ αὐτά τά δημιουργήματα, ὁ λόγος πρέπει νά ἀναζητηθεῖ στήν προοπτική του, πού ἀναφέραμε μόλις πρίν, καί ἀκόμη περισσότερο στήν ἐποχή του. Μόνο ὅταν ἡ Ἀθήνα εἶχε ἀποτύχει στήν προσπάθειά της γιά πολιτική ἡγεσία ἄνδρες σάν τόν Ἰσοκράτη ἔφτασαν σιγά-σιγά νά καταλαβαίνουν τούς λιγότερο αἰσθητούς τομεῖς στούς ὁποίους δέν εἶχε ἀποτύχει. Ἀλλά ὁ Θουκυδίδης, ζώντας τόν καιρό τῆς ἀποτυχίας της ἦταν φυσικά ἀπορροφημένος πάνω ἀπ’ ὅλα μέ τό ἐρώτημα γιατί ἐπῆλθε αὐτή ἡ ἀποτυχία. Ὅτι δέν εἶχε ἔλλειψη εὐαισθησίας γιά ζητήματα τῆς τέχνης καί τῆς λογοτεχνίας, τό δείχνει τό ἴδιο του τό ὕφος, ἀλλά αὐτά δέν εἶχαν γι’ αὐτόν τή μεγαλύτερη σημασία.
 
Ξαναγυρίζοντας λοιπόν στό ἐρώτημα ποιά θέματα θεωροῦσε σημαντικά, γιά τήν ἱστορία, θά λέγαμε ὅτι σαφῶς θεωροῦσε σημαντικά ὅσα σχετίζονταν ἄμεσα μέ τόν πόλεμο καί τήν πολιτική. Ὅπως παρατηρήσαμε προηγουμένως, δέ λέει, ἀκόμη καί στήν περίπτωση σημαντικῶν ἀνδρῶν. τίποτε πού νά μήν ἔχει ἄμεση σχέση μέ τά γεγονότα. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά χάνει ἕνα εἶδος διπλῆς ἐπιλογῆς, διαλέγοντας πρῶτα τά θέματα πού ἦταν σημαντικά γιά τόν πόλεμο μέ τήν ἔννοια πού περιγράψαμε καί κατόπιν, γιά ἔμφαση, διασαφηνίζοντας μέσω τῶν δημηγοριῶν καί τῶν ἀναλύσεων του ποιά ἀπ’ αὐτά τά θέματα ἦταν τά σημαντικότερα. Ἔτσι ἡ Ἱστορία δέν ἔχει ἐκείνη τήν ποικιλία καί τήν ἀφθονία λεπτομερειῶν πού κάνουν τόσο ἑλκυστικό τό ἔργο τοῦ Ἡροδότου καί ἀπό αὐτήν τήν ἄποψη εἶναι ἴσως πιό ξένη ἀπό ἐκεῖνο στά νεότερα γοῦστα καί στίς νεότερες μεθόδους. Οἱ λεπτομέρειες πού περιλαμβάνει ὁ Ἡρόδοτος χρησιμεύουν στό νά ἐξοικειώσουν ἄμεσα τόν ἀναγνώστη μέ τή ζωή τῆς ἐποχῆς καί ἔτσι νά τοῦ ἐπιτρέψουν ὡς ἕνα βαθμό νά συναγάγει τά δικά του συμπεράσματα σχετικά μέ τό τί ἦταν σημαντικό σ’ ἐκείνη τή ζωή. Ὁ Θουκυδίδης ἀντίθετα μέσω τῆς διαδικασίας ἐπιλογῆς, ὑποδεικνύει τά συμπεράσματα πού πρέπει νά βγάλει ὁ ἀναγνώστης, συμπεράσματα πού μέ τή σειρά τους δείχνουν τό σχέδιο τῶν γεγονότων πού ἔβλεπε ὁ ἴδιος ὁ ἱστορικός. Μποροῦμε λοιπόν νά ποῦμε ὅτι στό βαθμό πού ἦταν ἀπορροφημένος σ’ αὐτό τό σχέδιο στόν ἴδιο βαθμό τό ἔργο γινόταν στενότερο καί ἐντονότερο ἤ, μ’ ἄλλα λόγια, ὅτι ἡ ἀποφυγή λεπτομερειῶν ἀπορρέει ἀπό τούς διδακτικούς στόχους τοῦ Θουκυδίδη.
 
Ἐρχόμαστε τέλος στό τελευταῖο ἀπό τά ζητήματα ποῦ θέσαμε στήν ἀρχή τοῦ κεφαλαίου καί συγκεκριμένα στούς περιορισμούς πού ἐπιβάλλονταν στό Θουκυδίδη ἀπό τή σχετικά στενή ἐμπειρία του τῆς ἱστορίας. Μερικοί ἀπό αὐτούς τούς περιορισμούς ἔχουν ἀναφανεῖ ἤδη - γιά παράδειγμα τό γεγονός ὅτι θειοροῦσε ὡς δεδομένο ὅτι ἡ ἐξαιρετικά ἀσταθής μορφή δημοκρατίας πού γνώριζε ἦταν ἡ ἀναγκαία καί τελική μορφή δημοκρατίας. Ἕνα παρόμοιο σφάλμα φαίνεται στήν ἄποψή του ὅτι ἡ καταπίεση καί ἡ πειθαρχία εἶναι κυρίως χαρακτηριστικά της ἀριστοκρατικῆς ὀλιγαρχίας. Προφανῶς μποροῦν νά ἔμφανιστοῦν καί κάτω ἀπό ἄλλες μορφές ὀλιγαρχίας. Ἐξάλλου, ὅπως εἴδαμε, ὑπάρχει κάποια, δυσαναλογία στήν πεποίθησή του ὅτι ἀκόμα καί ἡ ἰσχυρότερη ἑλληνική πολιτεία, περιορισμένες ὅπως ἦταν ὅλες σέ ἔκταση καί σέ πληθυσμό, εἶχε τίς προϋποθέσεις γιά νά διαδραματίσει μεγάλο πολιτικό ρόλο στήν ἱστορία. Θά μποροῦσε ἀκόμη νά ὑποστηρίξει κανείς ὅτι τό μικρό μέγεθος τῆς Ἑλληνικής πόλης-κράτους περιόρισε ἀκόμη πιό βαθιά τόν τρόπο πού ἔβλεπε τά πράγματα, γιατί μέ τό νά κάνει τήν πόλη μιά μονάδα πιό κατανοητή ἀπό τά τεράστια ἔθνη τῶν νεότερων χρόνων, ἔκανε καί τήν ὅλη διαδικασία τῆς ἱστορίας «πάρα πολύ» κατανοητή, παρέχοντας δηλαδή τό ἔδαφος γιά γενικεύσεις πού δέν ἦταν δυνατόν νά ἐπαληθευτοῦν.
 
Θά μποροῦσε νά συνεχίσει κανείς ἀπαριθμώντας πολλές ἄλλες περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες ἡ κρίση του ἔφερε τά ἰδιαίτερα σημάδια τοῦ καιροῦ του καί τοῦ τόπου του. Ὡστόσο αὐτοί οἱ περιορισμοί, ὅσο μεγάλοι κι ἄν εἶναι, εἶναι περισσότερο ποσοτικοί παρά ποιοτικοί. Παρ’ ὁλο πού τό πολίτευμα τῆς Ἀθήνας ἦταν ἰδιαίτερα εὐαίσθητο στήν κοινή γνώμη, ὅλα τά δημοκρατικά πολιτεύματα, ὅσο κι ἄν προστατεύονται ἀπό τά συντάγματά τους, ἐξαρτῶνται ἀπό τήν κοινή γνώμη καί μποροῦν νά ἐξαρθρωθοῦν ὅταν αὐτή διχάζεται· ὅσο γιά τήν ἀδυναμία τῆς Ἀθήνας, ἦταν ἰσχυρή μέ τά μέτρα τῆς ἐποχῆς καί ἀπό τήν ἄποψη τῶν ἡμερῶν ταξιδιοΰ π.χ. ἀπεῖχε ἀπό τή Σικελία τουλάχιστον ὅσο ἀπέχει ἡ Εὐρώπη ἀπό τήν Ἀμερική. Ἐξάλλου ἡ σχετικά μεγάλη δυνατότητα κατανόησης πού προσφέρει ἡ ἑλληνική πόλη-κράτος, ἐνῶ ὁδηγεῖ ἴσως σέ ἀπλουστευτική θεώρηση τῆς ἱστορίας εἶχε ἄλλα ἀντισταθμιστικά πλεονεκτήματα γιά ἕναν ἱστορικό. Πράγματι, αὐτός ὁ ἴδιος ὁ παράγοντας τοῦ μεγέθους τοῦ ἀντικειμένου πού εἶχε νά κατανοήσει ἐξηγεῖ ἴσως περισσότερο ἀπό ὁτιδήποτε ἄλλο τή μεγαλοσύνη τοῦ Θουκυδίδη. Γιατί τοῦ ἐπέτρεψε νά φτάσει σέ δύο ζωτικῆς σημασίας ἐπιτεύγματα: πρῶτον νά συνδέσει ἄμεσα ὅλες τίς πολιτικές καί κοινωνικές ἀφηρημένες ἔννοιες πού συνελάμβανε μέ τήν πραγματική συμπεριφορά τῶν ἀνθρώπων, καί δεύτερον νά δεῖ τόσο καθαρά τή φύση τῶν δυνάμεων πού ἐπενεργοῦσαν σέ κάθε πολιτεία ἤ ἀνάμεσα σέ περισσότερες πολιτεῖες, ὥστε αὐτές οἱ δυνάμεις νά μπορέσουν νά ἀποκτήσουν γι’ αὐτόν ἀντιπροσωπευτική ἀξία ὡς δυνάμεις πού κινοῦν τήν ἱστορία. Ἐξαιτίας τοῦ πρώτου, τό ἔργο του ὅσο κι ἄν εἶναι ἀφηρημένο, ἰδίως στίς δημηγορίες καί στίς ἀναλύσεις, φανερώνει μιά πιστότητα πρός τήν ἐμπειρία, μιά οἰκειότητα μέ τήν ἀνθρώπινη φύση, μιά σύλληψη τῶν κινήτρων πού ἐλέγχουν τήν κοινωνική μιά καί ἐλέγχουν τήν ἀτομική συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου. Κι αὐτές τίς ἀρετές δέ θά μποροῦσε νά τίς ἔχει, ἄν ὁ Θουκυδίδης ἔγραφε γιά μεγαλύτερης κλίμακας γεγονότα καί, ὅπως εἴδαμε στό προηγούμενο κεφάλαιο, τό ὕφος του ἀντικατοπτρίζει ὁλοζώντανα τή σκέψη του ἀπ’ τήν ἄποψη αὐτή. Ἐξαιτίας τοΰ δεύτερου ἐπιτεύγματος, τό ἔργο του ὅπως κι ἄλλα μεγάλα ἑλληνικά λογοτεχνήματα, ἀνάγεται μερικές φορές σ’ ἕνα ἐπίπεδο ἁπλούστευσης ὅπου φαίνεται νά ἔρχεται σέ ἄμεση ἐπαφή μέ ὁρισμένες ἀπό τίς βασικές δυνάμεις πού κάνουν τή ζωή νά εἶναι αὐτό πού εἶναι. Στήν περίπτωση τοῦ Θουκυδίδη αὐτές οἱ δυνάμεις ἐκδηλώνονται στήν ἱστορία· στήν περίπτωση τοῦ Αἰσχύλου καί τοῦ Σοφοκλῆ, εἶναι οἱ δυνάμεις πού εἶναι σύμφυτες μέ τήν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου. Καί στίς δυό περιπτώσεις τόσο ὑψηλοῦ ἐπιπέδου ἀπλούστευσεις ἦταν δυνατές μόνο γιατί οἱ συγγραφεῖς αὐτοί ἔχοντας κάτω ἀπό τήν ἐποπτεία τούς ἕνα περιορισμένο ἀλλά ἀναλογικά γεμάτο ἔνταση πεδίο ἐμπειρίας, μπόρεσαν νά ἀπομονώσουν τά πιό σταθερά καί παραμόνιμα χαρακτηριστικά του. Αὐτός ὁ ἴδιος λοιπόν ὁ περιορισμός τῆς προοπτικῆς τοῦ Θουκυδίδη, ἐνῶ ἀπ’ τή μιά τόν ὠθοῦσε νά γένικεύει βασιζόμενος σέ ἀνεπαρκῆ στοιχεῖα, ἀπ’ τήν ἄλλη τοῦ ἔδινε τή δυνατότητα νά ὑπερβαίνει αὐτά τά στοιχεῖα, γιατί τόν ἔσπρωχνε νά ἀνακαλύψει τίς βαθύτερες, πιό οὐσιαστικές αἰτίες τους.
 
Ἡ ἀναφορά στήν ἑλληνική δραματική ποίηση πού κάναμε μόλις πρίν, μᾶς φέρνει σέ μιά τελευταία πλευρά τῆς κληρονομιᾶς τοῦ Θουκυδίδη, ἡ ὁποία εἴτε ὡς περιορισμός εἴτε ὡς πλεονέκτημα ὑπῆρξε ἀποφασιστικῆς σημασίας γιά τό ἔργο του. Ἄν διαβάσει κανείς διαδοχικά πρῶτα τήν περιγραφή τῆς ναυμαχίας τῆς Σαλαμίνας ἀπό τόν Ἡρόδοτο καί ὕστερα τίς ἀγγελικές ρήσεις μερικῶν τραγωδιῶν - γιά παράδειγμα τήν περιγραφή τῆς ναυμαχίας τῆς Σαλαμίνας στούς Πέρσες  τοῦ Αἰσχύλου ἤ τίς περιγραφές μαχῶν στούς Ἡρακλεῖδες, στις  Ἱκέτιδες ἤ στίς Φοίνισσες τοῦ Εὐριπίδη - φαίνεται ἀμέσως μέ ποιές ἀπ’ τίς δύο μοιάζουν περισσότερο οἱ περιγραφές τοῦ Θουκυδίδη. Ὁ Ἡρόδοτος χάνεται στίς λεπτομέρειες, δέν καταφέρνει νά ἐξισορροπήσει μεταξύ τους τά μέρη τῆς ἀφήγησής του καί δέν πετυχαίνει νά κρατήσει τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀναγνώστη ἤ νά τόν συναρπάσει. Τό ἀντίθετο ἰσχύει γιά τόν Αἰσχύλο πού ἡ περιγραφή του τῆς ναυμαχίας τῆς Σαλαμίνας ἔχει πράγματι πολλές καί χτυπητές ὁμοιότητες μέ τήν περιγραφή τῆς μεγάλης τελικῆς ναυμαχίας στό λιμάνι τῶν Συρακουσῶν ἀπό τό Θουκυδίδη[46]. Καί οἱ δύο παρακολουθοῦν τήν πορεία τῆς ναυμαχίας ἀπό τίς προτροπές στήν ἀρχή, στίς πρῶτες ἐπιτυχίες αὐτῶν πού τελικά νικήθηκαν, ὡς τήν ἀποκορύφωση τῆς ἀγωνίας γιά τή σύγκρουση καί τέλος ὡς τήν τροπή καί τή φυγή. Ἡ μορφή καί ἡ κίνηση τῶν δύο περιγραφῶν εἶναι παρόμοιες καθώς καί ὁ γενικός τόνος τους καί σέ ὁρισμένα σημεῖα ἀκόμη καί ἡ γλώσσα τους. Ὁ Θουκυδίδης διαφέρει ἀπό τόν Αἰσχύλο κυρίως ὡς πρός τίς ἀκριβέστερες λεπτομέρειες καί τή μεγαλύτερη ψυχολογική παρατηρητικότητα καί εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι καί ὁ Εὐριπίδης ἀποκλίνει ἀπό τόν προκάτοχό του στά ἴδια περίπου σημεῖα. Ἔτσι, ὅπως ὁ Θουκυδίδης, σημειώνει κι αὐτός τίς κραυγές, τό θόρυβο καί τις διακυμάνσεις τῆς μάχης[47]· δημιουργεῖ τήν ἐντύπωση πολλῶν ταυτόχρονων γεγονότων[48]· κι ἀκόμη παρατηρεῖ, ὁπως κάνει κι ὁ Θουκυδίδης στό ἀποκορύφωμα τοῦ ἀγώνα στίς Συρακοῦσες, τά ἐναλλασσόμενα. συναισθήματα τῶν θεατών[49].
 
Φαίνεται λοιπόν ἀναμφισβήτητο πώς ὅταν ὁ Θουκυδίδης καταπιάστηκε μέ τήν περιγραφή τῶν πολεμικῶν γεγονότων ἀσυνείδητα ἤ τό πιθανότερο συνειδητά ἀκολούθησε τήν τεχνοτροπία τῶν τραγικῶν μᾶλλον παρά τοῦ Ἡρόδοτου ἤ ὅποιου ἄλλου πεζογράφου. Κι οὔτε εἶναι παράξενο πού ἔκανε κάτι τέτοιο. Ὅπως εἴδαμε ὁ ἀντιθετικός πεζός λόγος, καθώς ἦταν ὁ πρῶτος συνειδητά ἔντεχνος πεζός λόγος, ἐλλείψει ἄλλου προτύπου ἀναπόφευκτα πῆρε τά περισσότερα ἀπό τά ἐντυπωσιακά του στοιχεῖα ἀπό τήν ποίηση. Ἐπιπλέον αὐτή ἡ ὑφολογική συγγένεια ἀνάμεσα στό Θουκυδίδη καί τούς τραγικούς εἶναι ἕνα μέρος μόνο μίας ἀκόμη εὐρύτερης συγγένειας. Ἔτσι οἱ ζευγαρωτές δημηγορίες τοῦ Θουκυδίδη καί πολλά ἐπιχειρήματα τους βρίσκουν τά ἀντίστοιχά τους στόν Εὐριπίδη καί ἡ πυκνότητά του σέ σχέση μέ τόν Ἡρόδοτο εἶναι σχεδόν ἀκριβῶς ἡ ἴδια μέ τήν πυκνότητα τοῦ Σοφοκλῆ σέ σχέση μέ τόν Αἰσχύλο. Ἐξάλλου ὑπάρχει κάτι τό σίγουρα θεατρικό στήν ἀπότομη ἀντιπαράθεση σκηνῶν μέ ἐντελῶς ἀντίθετη σημασία, ὅπως ὁ Ἐπιτάφιος καί ὁ λοιμός, ὁ ἀλαζονικός Διάλογος τῶν Μηλίων καί ἡ συντριπτική ἥττα στίς Συρακοῦσες. Παρόμοια καί ὁ Σοφοκλῆς συχνά τοποθετεῖ μιά σκηνή χαρᾶς ἤ ἀνακούφισης πρίν ἀπό τήν τελική καταστροφή. Κι ἀκόμη ἡ μέθοδος τοῦ Θουκυδίδη νά τονίζει στούς ἄνδρες πού παρουσιάζει - ἀκόμη καί τούς πιό σημαντικούς ὅπως ὁ Περικλῆς - μόνο λίγα κύρια χαρακτηριστικά πού προβάλλουν μέ τή σειρά τούς τίς βασικές ἰδέες τοῦ ἔργου, εἶναι σχεδόν ἴδια μέ τή μέθοδο τοῦ Σοφοκλῆ. Ὅπως μαθαίνουμε ἐλάχιστα γιά τόν Περικλῆ ἐκτός ἀπό τήν ἀκεραιότητά του, τόν πατριωτισμό του, τήν ἱκανότητά του νά κυριαρχεῖ στό λαό καί πάνω ἀπ’ ὅλα τήν ὀρθή ἐκτίμησή του τῆς δύναμης τῆς Ἀθήνας - ἀρετές πού συνδέονχαι ἄμεσα, μέ τά βασικά διδάγματα τῆς Ἱστορίας - ἔτσι δέν ξέρουμε σχεδόν τίποτε γιά τήν Ἀντιγόνη ἐκτός ἀπό ὅτι ἔχει σχέση μέ τή σύγκρουση θείων καί ἀνθρώπινων νόμων ἡ γιά τόν Οἰδίποδα, ἐκτός ἀπ’ ὅ,τι δείχνει τή θανάσιμή του αὐτοπεποίθηση.. Σάν ἀποτέλεσμα αὐτοί οἱ ἥρωες συγχωνεύονται, θά λέγαμε, μέ τά ὑψηλότερα νοήματα τῶν ἔργων μέ τέτοιο τρόπο ὥστε νά γίνονται σύμβολα σχεδόν τῶν νοημάτων αὐτῶν. Κι αὐτό δέν ἰσχύει λιγότερο γιά τόν Περικλῆ καί τόν Κλέωνα, τό Νικία καί τόν Ἀλκιβιάδη, ἀπ’ ὅσο ἰσχύει γιά τήν Ἀντιγόνη ἤ τόν Οἰδίποδα. Κι αὐτό σίγουρα δείχνει ἐκεῖνο πού εἴπαμε προηγουμένως γιά τήν ἱκανότητα τῶν μεγαλύτερων Ἑλλήνων συγγραφέων νά ἀπομονώνουν τά σταθερά στοιχεῖα τῆς ἐμπειρίας. Ἀλλά τό γεγονός ὅτι ὁ Θουκυδίδης καί οἱ τραγικοί ἔχουν ἀπό κοινοῦ αὐτην τήν ἱκανότητα, εἶναι ἡ σημαντικότερη ἔνδειξη γιά τή συγγένειά τους.
 
Τό σχεδόν καθολικό αἴσθημα ὅτι ὑπάρχει ἔντονο τό στοιχεῖο τῆς τραγωδίας στήν Ἱστορία εἶναι λοιπόν σωστό. Στό κάτω κάτω κανένα ἀθηναϊκό σύγγραμμα τόν καιρό τοῦ Θουκυδίδη καί γιά τέτοιο θέμα δέ θά μποροῦσε νά μήν ἐπηρεαστεῖ ἀπό τό λαμπρό λογοχεχνικό εἶδος πού ἦταν ἀποκλειστική ἀνακάλυψη τῆς Ἀθήνας καί τό πιό χαρακχηριστικό μέσο ἔκφρασής της. Ἀπ' τήν ἄλλη μεριά θά ἦταν λάθος νά ὑπερχονίσουμε, ὅπως ἔκαναν μερικοί[50], αὐτό τό χραγικό σχοιχεῖο τῆς Ἱστορίας καί ἰδίως νά τό θεωρήσουμε ὡς κλειδί ὄχι ἁπλῶς γιά τή μέθοδο καί τό πνεῦμα τῆς Ἱστορίας ἀλλά ἀκόμη καί γιά τό νόημα της. Εἰδικότερα θά ἦταν λάθος νά πιστεύουμε ὅτι, ὅταν ὁ Θουκυδίδης παρουσιάζει τούς Ἀθηναίους νά ὁδηγοῦνται ἀπό σφάλμα στήν ὑπέρμετρη αὐτοπεποίθηση καί στήν τελική καταστροφή, προβάλλει ἁπλῶς τή γνωστή ἀπό τήν τραγωδία παλιά διαδικασία τῆς θεϊκῆς ἀνταπόδοσης, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ὕβρις, δηλαδή ἡ ἀλαζονική συμπεριφορά, ἡ ὑπέρβαση τοῦ ἀνθρώπινου μέτρου καταλήγει σχήν ἅτην, τήν καταστροφή. Γιατί ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκει ἐφαρμογή τό συμπέρασμα πού βγάλαμε προηγουμένως, ὅτι δηλαδή οἱ εὐρύτερες κοινωνικές δυνάμεις πού εἶδε ὁ Θουκυδίδης νά ἐκδηλώνονται στήν ἐποχή του καί πίστεψε ὅτι θά ἐπαναλαμβάνονταν στό μέλλον, παίρνουν στήν Ἱστορία τή θέση πού ἔχουν οἱ θεοί στήν τραγωδία. Ἔτσι τό δράμα τῆς Ἱστορίας ἐκτυλίσσεται μέ φόντο αὐτές τίς κατανοητές γι’ αὐτόν δυνάμεις παρά μέ φόντο τούς ἀνεξιχνίαστους θεούς. ΙΙαρά τά σκοτεινά του χρώματα εἶναι ἕνα δράμα πού βασίζεται στήν πίστη στίς ἀνθρώπινες δυνάμεις κι ὄχι στήν ἀμφισβήτησή τους. Ὁπωσδήποτε εἶναι ἕνα δράμα πού παίζεται σέ καθαρά ἐγκόσμιο ἐπίπεδο, ἀφοῦ οἱ εὐρύτερες δυνάμεις πού ἐπιδροῦν στόν ἄνθρωπο εἶναι τουλάχιστον μέρος τοΰ κόσμου του καί ὡς ἕνα βαθμό μπορεῖ νά τίς ἐλέγξει. Κατά συνέπεια, παρ’ ὅλο πού ὁ Θουκυδίδης χρησιμοποιεῖ τά μέσα τῆς τραγωδίας γιά νά φέρει στό φῶς τήν ἀλληλεπίδραση ἀνάμεσα στίς δυνάμεις αὐτές καί στούς ἀνθρώπους πού τίς ὑλοποιοῦν καί παρ’ ὅλο πού τό σχέδιο πού ἐκθέτει εἶναι ἕνα σχέδιο τυφλότητας πού καταλήγει στήν καταστροφή, ὡστόσο ἡ ὕλη αὐτοῦ τοῦ σχεδίου εἶναι ἡ ὕλη τῆς ἱστορίας, ὄχι τοΰ δράματος. Ὁ Ἀριστοτέλης στήν Ποιητική[51] χαρακτήρισε τήν τραγωδία φιλοσοφικότερη ἀπό τήν ἱστορία, ἐπειδή κατά τή γνώμη του ἡ τραγωδία ἦταν ἱκανή νά ἀποκαλύψει τίς βαθύτερες σχέσεις ποῦ ἐπιδροῦν στήν ἀνθρώπινη ζωή, ἐνῶ ἡ ἱστορία δέν ἦταν. Ἀλλά στήν κρίση του αὐτή, ὅπως καί σέ πολλά ἄλλα. ὁ Ἀριστοτέλης δέ λαμβάνει ὑπόψη του τό Θουκυδίδη. Γιατί αὐτός ὅπως ὅποιοσδήποτε τραγικός ποιητής ἤ καλύτερα ὅπως κάθε Ἕλληνας συγγραφέας διέθετε τή μεγαλύτερη ἑλληνική ἱκανότητα, τήν ἱκανότητα νά παρατηρεῖ ὅσα συνέβαιναν στή ζωή μέ ἄφοβη εἰλικρίνεια ἀλλά ταυτόχρονα, χωρίς νά παραποιεῖ αὐτά πού συμβαίνουν, νά τά ἀνάγει στούς γενικούς καί ἔτσι σταθερούς τους τύπους. Τό ὅτι πέτυχε αὐτόν τόν ἄθλο τόσο τῆς καταγραφῆς ὅσο καί τῆς ἁπλούστευσης σ’ ἕνα ἐπίπεδο ἀπόλυτης ἀλήθειας καί σέ μία ἐποχή ὅπου τά βασικά πολιτικά ἰδεώδη τοῦ δυτικοῦ ἀνθρώπου διακυβεύονταν, εἶναι ὁ μνημειώδης θρίαμβος τοῦ Θουκυδίδη.
-------------------
[1]  ΙΙ 22. 4.
[2] A. Grosskinsky, «Das Progranun des Thukydides», Neue Deutsche Forschungen, A b t. Klass. P h i I I o g i e, Berlin, 1936. Βλ. καί κρίσεις ἀπό τούς J.E. Powell, Glass. R e v. 50 (1936), σέλ. 174 καί A.R.W. Harrison, στό ἴδιο 51 (1937), σέλ. 6-7. 
[3] 3. I 22. 4. 
[4] Ι 22. 4. Τό σημεῖο αὐτό ἀναλύεται, ἀπό τόν Grosskilisky στή μονογραφία πού σημειώσαμε παραπάνω, καθώς καί ἀπό τόν Η. Patzor, «Das Problem des Geschichtsschroiimug des Thukydides und die thukydideische Frage», X e u e Deutsche Forschungen, A b I. Klass. Pliilologie, Berlin, 1937.
[5] I 22. 1. 
[6] Στό τρίτο κεφάλαιο. 
[7] 7. 1 22. 1 
[8] Ἀντίστοιχα, I 1-19, 89-118, καί 23. 
[9] Ἀντίστοιχα, II 47-54, 65, καί III 82-83. 
[10] I 70, 118. 2, 132. 5, IV 55. 2, V 63. 2, 88. 10, VIII 96.5. 
[11] I 121. 4, IV 85. 2, V 14. 3, VII 28.3, V ΙΙ 24. 5. 
[12] II 85.2, III 16.2, IV 12.3, 40.1, 55.3, 108.4, V 14.3, Ἱ 31.1, VII 55.1. 
[13] I 144.1, II 65.7, TV 17.4, 21.2, 41.4, 92.2, V 97, V Ι 18.3, 24.3-4, 31.6, VI7 75.2 καί 7. 
[14] Ἕνα θέμα ποῦ δηλώνεται στίς πρῶτες γραμμές τοῦ ἔργου, ἐπιβε- βαιώνεται στήν Ἀρχαιολογία καί κορυφώνεται στά βιβλία τῶν Σικελικῶν (VΙ - VII). 
[15] I 23.6, 88. 
[16] Σχολιάζοντας τό II 65 στό 5ο κεφάλαιο. 
[17] I 23. 6. Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον ἔχει ἡ διαπραγμάτευση τῆς ἰδέας τῆς ἀναγκαστικῆς ποφόρμησης ἀπό τόν W. W Jeager στό ἔργο του Π α ι δ ε ί α, α’ τόμ., σέλ. 426-434 τῆς ἑλλην. μετάφρασης. 
[18] I 75. 3. 
[19] II 63. 2. 
[20] III 82. 2. 
[21] I 138. 3. 
[22] II 60. 5, 65. 5, VIII 68. 1. 
[23] II 65. 13. 
[24] Πολιτεία X, 617e. Ἠθικά Νικομάχεια III 1-5. 
[25] Βλ. ἰδίως VI 33-41. 
[26] Ἀντίστοιχα, III 54, V 104-105, VII 77. 3-4. 
[27] V 26. 
[28] II 8. 2, 17. 2, 54. 
[29] VII 50. 4. 
[30] V 70. 1, VII 79. 3. 
[31] Ἐκτος ἀπό τήν περιγραφή τοῦ λοιμοῦ, βλ. VII 47. 2, 79. 3, 87. 2 καί γιά τήν ἔκλειψη τό VII 50. 4 φωτίζεται μέ τό II 28. 
[32] I 23. 
[33] I 118. 3, 121. 3, 143. 1. 
[34] I 127. 1. 
[35] Σύγκρινε ΙΙ 74. 2 καί III 68. 4. Βλ. ἐπίσης III 52.2. 
[36] VII 18. 2. 
[37] V 105. 4. 
[38] II 53. 4, III 82. 6, VII 86. 5. 
[39] Ὅπως ἔκανε ὁ F.M. Cornford στό ἔργο του Thucydides Mylhistoricus, σέλ. 82-109. Ἡ παρατήρηση γιά τήν ἄφιξη τῶν Μεσσηνίων στήν Πύλο, ο ἱ ἔ  τ υ χ ο ν  π α ρ α γ ε ν ό μ ε ν ο ι (IV 9.1) δέν πρέπει, ἐξάλλου, νά θεωρηθεῖ ὅτι σημαίνει ὅτι ἔφτασαν κατά τύχη, ἀλλά ὅτι εἶχαν φτάσει τότε μόλις. Βλ. Classen-Steup, ad loc., καί παράλληλα χωρία ὅπως II 9ο. 3, III 105. 3, VΙ1Ι 17. 3.
[40] Ἀπόσπ. I (Diehl). 
[41] Τά περισσότερα ἀπό τά σημαντικότερα πρόσωπα πού ἐμφανίζονται στό ἔργο τοῦ ἔχουν τήν ἱκανότητα νά βλέπουν τήν ἀνάγκη νά ἀντιμετωπιστοῦν οἱ καινούργιες περιστάσεις μέ γρήγορη καί ἀποφασιστική δράση: γιά παράδειγμα ὁ Περικλῆς (I 143.5), ὁ Ἑρμοκράτης (Ι 34), ὁ Δημοσθένης καί στήν Πύλο καί στίς Συρακοῦσες (VII 42. 3-5) καί ὁ Βρασίδας (ἰδίως IV 81. 1). Βλ. ἐπίσης τό μοναδικό μικρό λόγο τοῦ Τευτίαπλου τοϋ Ἠλείου (III 30). 
[42] I 70, II 41. 4. 
[43] Α.Ε. Zimmern, Solon a 11 d C roes 11 s, Oxford, l928, σέλ. 81-104. 
[44] Βλ. F.M. Cornford, T hucydides M y t h i s t o r i c u s, σελ. 1-70 καί. G.B. Grundy, Thucydides itnd the History of his Age, σέλ. 315-332. 
[45] Ἀπό τόν F.M. Cornford, ο.π. 
[46] VII 71. Πέρσες 3 01-432. Σύγκρινε ἐπίσης VII 69. 2 καί Π έ ρ σ ε ς 403-405. 
[47] Ἡρακλεῖδες 839-840, Ἱ κ έ τ ι δ ε ς 702, 711-7 I 2, Φ ο ί ν ι σ σ ε ς 1145. 
[48] Ἱ κ έ τ ι δ ε ς 683-693. 
[49] Ἱ κ έ τ ι δ ε ς 719-720, Φοίνισσες 1388-1389. 
[50] Cornford , .π., σέλ. 129 - 152. 
[51] 1451b 6,

Οι βαθύτερες πτυχές της ανθρώπινης φύσης

Ζήσε τη ζωή σου στο μέγιστο βαθμό. Καθώς και το οτιδήποτε κάνεις. Μην αφήσεις τίποτα και κανέναν, και ιδίως τον εαυτό σου, να σε απορροφήσει ή να σου αποσπάσει την προσοχή από αυτό που κάθε φορά κάνεις. Ζήσε το στο φουλ, όσο πιο έντονα μπορείς, συγκεντρώσου σε αυτό και πάρε όσα περισσότερα έχει να σου δώσει. Και αναφέρεται σε κάθε γεγονός της ζωής σου.

Μπορείς να επιλέξεις πάντα ανάμεσα σε ασφάλεια και ωρίμανση. Όλοι τείνουμε να επιλέγουμε το πρώτο και να έχουμε τις safe επιλογές πάνω πάνω στις λίστες μας. Και όμως, είναι οι πιο ριψοκίνδυνες αυτές που θα μας βοηθήσουν να ωριμάσουμε, να μάθουμε καλύτερα ποιοι είμαστε και να κάνουμε ένα μεγάλο βήμα προς την αυτοπραγμάτωση. Η επιλογή είναι δική μας…

Προετοιμάσου να γίνεις αντιδημοφιλής. Και αυτό γιατί, όσο περισσότερο μαθαίνεις τον εαυτό σου, τόσο λιγότερο θα πηγαίνεις με τους πολλούς, με το ρεύμα. Και αυτό γιατί θα αποφασίζεις πλέον εσύ για τον εαυτό σου, και δεν θα αφήνεις τους άλλους να επιλέξουν τι είναι καλό για σένα. Οπότε, όταν τους αφαιρέσεις αυτή τη δυνατότητα, ε δεν θα χαρούν και ακριβώς… Αλλά για σένα δεν θα έχει καμία σημασία. Γιατί θα νοιάζεσαι όλο και λιγότερο για το τι έχουν να πουν για σένα…

Προετοιμάσου να κάνεις την ειλικρίνεια δεύτερη φύση σου. Και αντίθετα από αυτό που περιμένουν οι άλλοι να ακούσουν από εσένα, και θα τους χαϊδέψει τα αυτιά, εσύ να τους λες την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Η απόλυτη εντιμότητα βέβαια φέρνει και αυτή αντιδημοφιλία, αλλά σημαίνει και απόλυτη ετοιμότητα να αναλάβεις την ευθύνη των λόγων σου. Και αυτή είναι η καλύτερη μορφή αυτοπραγμάτωσης και βγάζει έναν εαυτό πραγματικά πολύτιμο. Όσοι τον εκτιμήσουν, θα έχουν πάρα πολλά να κερδίσουν από αυτόν…

Ακολούθα το ένστικτό σου. Κλείσε τα αυτιά σε όλες τις εξωτερικές φωνές και άφησε μόνο τη δική σου να σου πει τι πρέπει να κάνεις. Ο Maslow πίστευε ακράδαντα ότι μόνο το να ακολουθείς το ένστικτο σου και να κάνεις αυτό που εσύ και μόνο θεωρείς σωστό, θα σε φέρει αντιμέτωπο με τις πλέον σωστές και ακριβείς επιλογές στη ζωή σου.

Να βελτιώνεσαι διαρκώς. Το ξανάπαμε: δεν πρόκειται για ένα ταξίδι με τελικό προορισμό, αλλά για ταξίδι διαρκείας. Στο οποίο οφείλεις να βελτιώνεσαι μέρα με την μέρα και να ανεβαίνεις ένα ένα τα σκαλιά, για να έχει και κάποια αξία και να σε οδηγήσει εκεί που θες να φτάσεις. Για αυτό, μην μένεις στάσιμη!

Αναζήτησε τις απόλυτες εμπειρίες. Που σε φτάνουν στο σχετικό peak και σου δίνουν το μέτρο για να αντιμετωπίσεις και όλες τις υπόλοιπες. Με αυτές σκεφτόμαστε και δρούμε πιο καθαρά. Με αυτές ενεργοποιούμαστε θετικά. Και με αυτές μπορούμε να κατευθύνουμε όλη μας την ενέργεια προς τους καλύτερους δυνατούς σκοπούς.

Μείωσε τις άμυνες του εγώ σου. Γιατί μόνο έτσι θα μπορέσεις να γνωρίσεις 100% τον εαυτό σου και να τον στρέψεις προς όλη εκείνη τη δραστηριότητα που θα σε ανεβάσει επίπεδο και θα σου βγάλει ότι καλύτερο έχεις από μέσα σου. Αυτός είναι και ο τελικός στόχος, για να μην πω και ο σκοπός της ζωής ενός ανθρώπου νοήμονος και αληθινού. Και με πραγματικό νόημα στη ζωή.
Κάθε άλλος δρόμος είναι καταδικασμένος, σε αποτυχία:  “Αν σχεδιάζεις να είσαι κάτι το πολύ λιγότερο από αυτό για το οποίο είσαι ικανός, τότε θα είσαι δυστυχισμένος για όλη σου τη ζωή”

Οκτάβιο Πας: Καθένας έχει τον παράδεισο που του αξίζει

Εσείς τι λέτε πιο εύκολα στη ζωή σας: το «ναι» ή το «όχι»; «Το "όχι". Το διαπιστώσατε νομίζω και εσείς εμπράκτως. Για να σας πω αυτό το "ναι", για μια συνάντηση, είπα πολλά "όχι" πρώτα!».
 
Γιατί σήμερα οι άνθρωποι λένε τόσο εύκολα «ναι»;
«Η μοναξιά… Φοβούνται τη μοναξιά του "όχι"! Ξέρετε είναι πολύ εύκολο να πέσεις στο ποτάμι και, χωρίς να κάνεις τίποτε, να αφεθείς να παρασυρθείς από το ρεύμα! Είναι πολύ δύσκολο να αντισταθείς. Γι’ αυτό τιμώ τους αντιφρονούντες όπου και αν βρίσκονται. Αυτός που λέει "όχι" είναι ένας αντιφρονών! Σε μια κοινωνία που βολεύεται να συμφωνεί, αυτός που διαφωνεί φωτίζει με διαφορετικότητα την πληκτική ομοιομορφία! Αν θέλετε, αυτός ήταν ο θάνατος του καλλιτέχνη στην εποχή μας!».
 
Υπάρχει ελπίδα;

«Το είπα και στην αρχή. Η μόνη ελπίδα μας είναι να βγάλουμε την ψυχή μας από το "μπαούλο". Μόνο έτσι θα μπει φρένο στο τρεχαλητό του μυαλού μας. Το μυαλό είναι ένα σκυλί που αν δεν το δέσεις από την ψυχή ικανοποιεί τις επιθυμίες του όπως τα ζώα. Αρα οδηγεί τον άνθρωπο με ιλιγγιώδη ταχύτητα στον θαυμαστό κόσμο των ζώων. Με ρωτήσατε αν υπάρχει ελπίδα… Ναι, υπάρχει ελπίδα, αρκεί να πονέσουμε ξανά»!

Δ. Λιαντίνης: Γιατί υπάρχει ο έρωτας στη φύση και στη ζωή μας;

"Ο έρωτας και ο θάνατος είναι δύο στιγμές απόλυτα μοναδικές για τον καθένα μας. Ποτέ δε γίνεται να ζήσουν δύο άνθρωποι την ερωτική τους βίωση με όμοιο τρόπο. Αλλά με όμοιο τρόπο ποτέ δε γίνεται να ζήσουν και τη βίωση θανάτου."
 
"Γιατί υπάρχει ο έρωτας στη φύση και στη ζωή μας;

Ο έρωτας υπάρχει, για να διαιωνίζεται η συνέχεια των ειδών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η φύση έχτισε ετούτη τη συναρπαστική λειτουργία.

Τη φύση ποσώς την ενδιαφέρει, αν υπάρχουμε εμείς σα μονάδες, σαν ατομικότητες. Αν υπάρχεις εσύ κι εγώ, και περπατάς και χαίρεσαι- αν υπάρχει μια λεμονιά στον κάμπο και στα όρη λειώνει το χιόνι για να ποτίζουνται οι τρυφεροί της κλώνοι- αν υπάρχει απάνω στο δέντρο το μήλο και το ρόδι, η φύση αδιαφορεί ολοτελώς. Δε φροντίζει για σένα, τίμιε αναγνώστη, η φύση περισσότερο, απ' όσο φροντίζει για σένα μια πέτρα που την πατάς μπροστά σου, ή τη βλέπεις χτισμένη στον τοίχο.

Τη φύση ένα την ενδιαφέρει, η διαιώνιση των ειδών. Να ζήσει το κάθε είδος όσο γίνεται πιο πολύ χρόνο. Δύο, πέντε, δέκα εκατομμύρια χρόνια. Κι όταν θα εξαφανισθεί το κάθε είδος, αφού συντελεσθεί ο χρόνος που του ορίστηκε να ζήσει, η φύση θα το ταφιάσει και θα το κλάψει χωρίς δάκρυα και, γόους. Και ταυτόχρονα θα μεριμνήσει να το αντικαταστήσει με το καινούριο είδος.

Θα γνωρίζεις βέβαια πως από τότε που εμφανίσθηκε η ζωή στην επιφάνεια του πλανήτη, πριν εξακόσια εκατομμύρια χρόνια, το 99% των έμβιων όντων που έζησαν και άκμασαν, σήμερα έχουν εξαφανισθεί. Τα αντικατάστησαν άλλα, και αυτά με τη σειρά τους θα παραχωρήσουν τη θέση τους σε άλλα.

Στη φύση ανώλεθρο και αχάλαστο δε μένει τίποτα, παρά μονάχα ένα: η βούληση της φύσης να οικονομεί και να φροντίζει την αλυσίδα των ειδών. Όπως φροντίζει και την αλυσίδα της ανόργανης ύλης. Την αλυσίδα των αστέρων, για παράδειγμα. (Αστέρες πρώτης γενεάς, δεύτερης γενεάς κ.λ.π.).

Πώς πετυχαίνει η φύση τη διαιώνιση των ειδών; Με το πιο απλό, το πιο πανούργο, αλλά και το πιο ελκυστικό δέλεαρ. Με τη γενετήσια ηδονή. Με τον ίμερον των ελλήνων, τη voluptas και τη libido των λατίνων.

Επομένως η ηδονή που τρυγούν και καρπώνουνται δύο δυνατοί και τρυφεροί εραστές, όταν αγκαλιάζουνται μέλος με μέλος, σφιχτά και βαθιά, και γίνουνται τα δύο ένα, δεν είναι ο αυτοσκοπός της γενετήσιας πράξης.

Δεν αγκαλιαζόμαστε, για να ζήσουμε εκείνο το σύντονο αλλά και ωκεάνειο αίσθημα του ίλιγγου και του αποκεφαλισμού που το λέμε ηδονή. Όχι.

Αγκαλιαζόμαστε, για να γεννήσουμε την καινούργια ζωή, το παιδί μας, που θα προωθήσει την υπόθεση του είδους μας. Του είδους άνθρωπος στο προκείμενο.

Σύμφωνα μ' αυτή την αυτονόητη και κατάδηλη θεώρηση της φυσιολογίας, οι άνθρωποι έπρεπε να ζευγαρώνουμε τόσες φορές, όσες είναι για να γεννήσουμε τη νέα ζωή.

Αυτό είναι το άγιο θέλημα της φύσης. Και αυτό γίνεται με τα ζώα που ζουν φυσικά.

Οι κατσίκες, λένε οι χωρικοί μας, «ζητούν» το Σεπτέμβριο. Οι γάτες «ζητούν» το Γενάρη. Όλοι έχουμε ακούσει πόσο εύμουσα και καλεστικά νιαουρίζουν στα κεραμίδια το καταχείμωνο. Ούτε ο βιολιστής στη στέγη έτσι. Αυτό συνέβαινε και με τον άνθρωπο. Αλλά με τον άνθρωπο εσυνέβηκε και κάτι άλλο. Ήρθε μια στιγμή μέσα στην εξελικτική του διαδρομή, που κατανόησε ότι είναι ωραίο πράμα να αγκαλιάζεται. Είδε ότι καλόν το ίόείν και κατανοήσαι, και άψασθαι, και δοκιμάσαι το σώμα του έρωτα.

Από την άλλη όμως είδε ότι είναι κακό και ψυχρό και ανάποδο το προϊόν που έδινε αυτή η τερπνή ώρα, από έναν αριθμό προϊόντων και ύστερα. Είδε ότι η κύηση, ο τοκετός, το παιδί που θα 'ρχότανε είναι μπελάς και μπαλαούρα, είναι σκοτούρα και έγνοια, και κίνδυνος κάποτε μεγάλος.

Οι μισές γυναίκες παλαιά πεθαίνανε στη γέννα. Ετότες λοιπόν ήταν που ο άνθρωπος έκαμε τη μοιραία επιλογή. Εψήφισε φιλί και ηδονή, και καταψήφισε τοκετό και κύηση. Έτσι εδιάσπασε την ενότητα της πανίερης πράξης, και την εδιαχώρισε στα δύο μισά της. Επροσκύνησε το ένα, εβλαστήμησε το άλλο.

Είπε ναι στο πήδημα, είπε όχι στο γκάστρωμα.

Ευρήκε, λοιπόν, τη λύση ο πανούργος. Αυτό το «δεινόν» τέρας, όπως λέει ο Σοφοκλής. Ο τετραπέρατος, ο μπαγαμπόντης, ο πάντα καταφερτζής. Αυτός ο καιροσκόπος και υστερόβουλος, ο πολυπράγμονος και πονηρός. Αλλά μαζί ο μωρός και ο μύωπας. Ο κωμικός και ο ασήμαντος, ο ανεύθυνος, ο άτσαλος και ο υβριστής ανθρωπάκος.

Γιατί αποφάσισε να εκτρέψει τη γενετήσια ορμή του από το φυσικό της ρείθρο. Και ελογάριασε ανόητα πως η νέα κατάσταση που θα δημιουργήσει θα είναι εξίσου έγκριτη και νόμιμη με την παλαιά. Ότι ημπορεί ο ίδιος ο άνθρωπος να δημιουργήσει φύση!

Εδώ ο άνθρωπος δεν εσκέφθηκε ότι όσο μηχανικός και ευρεσιτέχνης και νά 'ναι, δεν ημπορεί να υψωθεί στην περιωπή της δύναμης και της τελειότητας που έχει η φύση. Το λάθος του ήταν που πίστεψε πως θά 'φτανε να εξισώσει τη δύναμη του με τη δύναμη της φύσης. Αλλά αυτό είναι Ύβρις με την έννοια της αττικής τραγωδίας. Είναι η μεγαλύτερη Ύβρις που διέπραξε ο άνθρωπος σε όλη την εξέλιξη της ιστορίας του. Μαζί με την άλλη, την Ύβρι του θανάτου, που θα ειπούμε.

Δε γνωρίζουμε πότε συνέβηκε αυτή η τομή. Σε ποια στιγμή της ιστορικής πορείας του ανθρώπου.

Όπως δε γνωρίζουμε την ακριβή στιγμή, που ο εγκέφαλος του ζώου έγινε νους στον άνθρωπο. Τη στιγμή, δηλαδή, που ξεφεύγοντας από τη σφαίρα του ζώου ο άνθρωπος διατύπωσε την πρώτη ερώτηση.

Το πρώτο τι; ή γιατί; που ο Καντ το λέει: «Η στιγμή του όφι των πρωτοπλάστων».

Είναι η στιγμή του Αυνάν.
Ο συγγραφέας της Γένεσης στο τριάντα οχτώ κεφάλαιο διηγείται μυθικά το κοσμοϊστορικό γεγονός.
Ένας γιος του Ιούδα έλαβε γυναίκα μία νέα και τρυφερή κόρη, τη Θάμαρ. Ο άντρας νιόπαντρος ακόμη πέθανε. Σύμφωνα με το νόμο τη χήρα έπρεπε να τη νυμφευθεί ο δευτερότοκος αδερφός του νεκρού. Αυτός ήταν ο Αυνάν.

Τον εφώναξε λοιπόν ο πατέρας του και του είπε.
- Αυνάν, ο νόμος ορίζει να πάρεις γυναίκα τη χήρα του αδερφού σου. Να συνομιλείς μαζί της, και να γεννήσεις παιδιά, που θα λάβουν το όνομα του νεκρού. Να αναστήσεις το σπέρμα του.
Έτσι και έγινε. Ο Αυνάν νυμφεύθηκε τη Θάμαρ, και ζούσε μεγάλες περιπέτειες μέσα στους ηδονικούς της κόλπους.

Σε μια στιγμή όμως σήκωσε το κεφάλι της η φαρμακερή οχιά του εγωισμού, και τού 'δωκε συμβουλή κακή.
-Είσαι λοιπόν τόσο ανυπόστατος, ώστε θα γίνεις το εργαλείο που θα γεννήσει κόρες και γιους σ' έναν ξένο; Έστω κι αν είναι ο αδερφός σου αυτός; Όχι βέβαια.
-Μα με μαγεύει της ψυχής και του κορμιού της ο τρόπος, παρατήρησε έντρομος στον εαυτό του. Έχει ένα λαιμό σαν το απάλαφρο σείσμα του κύκνου. Και οι μηροί της είναι τορνευτό δαχτυλίδι μεγάλου τεχνίτη.
-Μην είσαι λιπόψυχος και προπέτης, τον αντίσκοψε η οχιά. Όλα ετούτα ημπορείς να τα χαίρεσαι και να τα τρυγάς.
-Μα πώς; απόρησε ο Αυνάν. Και το σπέρμα που θα αναστήσω στον αδερφό μου;
-Είσαι και βλακόμετρο, τον εσάρκασε η οχιά. Ησύχασε, και δε θα αναστήσεις κανένα σπέρμα στον αδερφό σου.
- Πώς;
- Να πώς: Κάθε φορά που η γιορτή σου θα γίνεται όργιο, να φροντίζεις να μη δροσίζει το σπέρμα σου τον κόλπο της. Λίγη προσοχή χρειάζεται, τετράποδο. Λίγη τέχνη, και λίγη προπόνηση. Άειντε και με σκότισες! απόσωσε η οχιά.
Και ο συγγραφέας της Γένεσης κλείνει την ιστορία: «Αυνάν όέ δταν είσήρχετο προς την γυναίκα τοϋ άδελφοϋ αύτοϋ, έξέχεεν έπι την γήν τοϋ μη δοϋναι σπέρμα».


Ιδού γιατί, τίμιε αναγνώστη, όλοι οι άντρες ήμαστε αυνάνες. Και στο έγκλημα έχουμε συνεργούς όλες τις γυναίκες.
Κυριολεκτώ."
 
Δημήτρης Λιαντίνης - Γκέμμα

Tο Εγώ στις ερωτικές σχέσεις

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του Εγώ είναι η αίσθηση της ανεπάρκειας και του ανολοκλήρωτου. Για να αντισταθμίσει αυτή την αίσθηση το Εγώ αναπτύσσει διάφορες στρατηγικές και ψάχνει για ευκαιρίες που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Κάθε φορά που "γεμίζει το κενό" αισθάνεται μια παροδική πληρότητα, η οποία όμως λήγει πολύ σύντομα, και έτσι η προσπάθειά του να το ξαναγεμίσει συνεχίζεται.

Αυτή η αίσθηση της ανεπάρκειας εκφράζεται με λόγια όπως "δεν είμαι ο εαυτός μου", "δεν είμαι ολοκληρωμένος όπως είμαι", "δεν αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου" ή "δεν έχω φτάσει ακόμα εκεί που θέλω".

Μεταξύ άλλων λοιπόν, ένας τομέας που χρησιμοποιεί πολύ συχνά το Εγώ για να αντισταθμίσει την αίσθηση της ανεπάρκειάς του είναι οι ερωτικές σχέσεις.

Μόλις το Εγώ βρει ένα άτομο που κρίνει ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να γεμίσει το κενό του, εστιάζει όλη την προσοχή του πάνω του και ασυνείδητα το εξιδανικεύει.

Πιστεύει πλέον ότι βρήκε το άτομο που θα του γεμίσει αυτό το κενό και θα το ολοκληρώσει.

Εξού και η έκφραση "αυτός (ή αυτή) είναι ο ένας και μοναδικός (ή η μία και μοναδική)".

Δημιουργείται μια εμμονή με την εικόνα του άλλου ατόμου.

Και τότε λέει κανείς ότι είναι ερωτευμένος.

Και μερικές φορές, αν είσαι τυχερός, θα βρεις έναν άνθρωπο που θα νιώθει το ίδιο για σένα: δηλαδή εσύ θα είσαι εκείνος που θα τον ολοκληρώνει.

Και θα αισθάνεσαι τέλεια.

Μπορεί να τον παντρευτείς κιόλας, αφού πρώτα βέβαια τον βάλεις να υπογράψει ένα συμβόλαιο που θα λέει ότι για την υπόλοιπη ζωή του θα ολοκληρώνει και εκείνος εσένα και δεν θα σε εγκαταλείψει.

Και σ' αυτό το σημείο τελειώνει συνήθως η ρομαντική ταινία. Εδώ είναι που ο σκηνοθέτης λέει "cut".

Αλλά η πραγματική ζωή συνεχίζεται.

Και αφού παντρευτείτε, ή ακόμα και κατά τη διάρκεια του γαμήλιου ταξιδιού, εμφανίζονται οι πρώτες αμφιβολίες για το αν ο άλλος θα μπορέσει να ικανοποιήσει αυτή την τεράστια απαίτηση να σε ολοκληρώσει.

Σιγά-σιγά επιστρέφεις στην καθημερινότητά σου, στη δουλειά σου ή στην οικογένειά σου, και βλέπεις ότι η αίσθηση της ανεπάρκειας είναι ακόμα εκεί.

Σταδιακά αντιλαμβάνεσαι ότι ο άλλος δεν συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις προσδοκίες σου για να σε κάνει ευτυχισμένο.

Την προσδοκία αυτή τη βλέπεις γραμμένη ακόμα και σε αγγελίες: π.χ. "άντρας μόνος ψάχνει γυναίκα που θα τον κάνει ευτυχισμένο".

Με τον καιρό λοιπόν, η ίδια αίσθηση της ανεπάρκειας και του φόβου επιστρέφει, ενώ η αυταπάτη της εξιδανίκευσης του άλλου σβήνει.

Με τον νου σου όμως, αρχίζεις να κατηγορείς τον άλλον για τη δυστυχία σου και λες "αυτός φταίει που εγώ είμαι δυστυχισμένος".

Αναβιώνεις και ξαναβιώνεις την ίδια κατάσταση του Εγώ, αυτή τη φορά όμως σε πιο έντονο βαθμό, γιατί για αρκετό καιρό την είχες καταπιέσει.

Κάθε φορά που ο άλλος δεν ικανοποιεί την ανάγκη σου να νιώσεις ολοκληρωμένος, η υποτιθέμενη αγάπη μετατρέπεται σε μίσος ή επιθετικότητα.

Μπορεί να κλείνεσαι στον εαυτό σου και να σε ρωτάει ο άλλος "τι έχεις;" και εσύ να μη μιλάς, ή μπορεί ακόμα και να του πετάς αντικείμενα για να τον εκδικηθείς.

Και έτσι η σχέση μπορεί να λειτουργεί καλά για ένα διάστημα και μετά να περνάει μια κρίση, μετά να ξαναλειτουργεί για λίγο και μετά να ξαναπερνάει μια κρίση, κ.ο.κ. Και όσο περνάει ο καιρός οι περίοδοι που δεν λειτουργεί η σχέση μεγαλώνουν και διαρκούν περισσότερο.

Η ευτυχία του γάμου μετατρέπεται σε δυστυχία μέσα στη σχέση και πολλές φορές ακολουθεί και το διαζύγιο.

Όλα αυτά είναι οι διάφορες μορφές που πηγάζουν από την ίδια αιτία: την προσπάθειά σου να ολοκληρωθείς μέσα από έναν άλλον άνθρωπο, μια άλλη μορφή.

Και ο πόνος που αναδύεται είναι ο πόνος του Εγώ.

Στις περιπτώσεις όπου το ενδιαφέρον και ο έρωτας δεν βρίσκουν αντίκρυσμα στον άλλον, ο νους δημιουργεί διάφορες φαντασιώσεις και ιστορίες, όπου ο εαυτός και το Εγώ νιώθουν πολύ άσχημα και μειονεκτικά.

Γι' αυτό είναι πολύ πιθανό μετά τον μονόδρομο έρωτα να ακολουθήσει το μίσος και η αντιπάθεια για το άλλο πρόσωπο.

Και εκεί φαίνεται ξεκάθαρα ότι ποτέ δεν υπήρχε αγάπη, αλλά ήταν απλά μια βαθιά ανάγκη του Εγώ που ήθελε να ικανοποιηθεί.

Αν πιστεύεις πως αν θα κάνεις τα πάντα για τους άλλους εκείνοι θα αλλάξουν, σημαίνει πως δεν εκτιμάς αρκετά τον εαυτό σου

Αν πιστεύεις πως, αν θα τα κάνεις τα πάντα για τους άλλους, εκείνοι θα αλλάξουν, σημαίνει πως δεν εκτιμάς αρκετά τον εαυτό σου ώστε να σκεφτείς τις δικές σου ανάγκες, τις επιθυμίες σου, τα συναισθήματά σου.

Έχεις μάθει να δίνεις προτεραιότητα στους άλλους, πιστεύοντας πως δεν αξίζεις ώστε να ασχοληθεί κάποιος μαζί σου και νομίζεις πως μόνο αν κάνεις τα πάντα για εκείνους, θα σε προσέξουν.

Οι ανάγκες σου παραμελήθηκαν και αυτό που χρειάζεσαι είναι να ασχοληθείς εσύ μαζί τους, να φροντίσεις αυτό το μικρό παιδί μέσα σου, αντί για αυτό όμως νομίζεις πως μπορείς να μεταμορφώσεις τους άλλους αν εσύ μεταμορφωθείς σε αυτό που θέλουν εκείνοι.

Ζεις σε μια φαντασίωση ότι οι άλλοι μπορούν να πλαστούν, να πάρουν τη μορφή που θέλεις, δεν κοιτάς όμως σε εκείνους που έχουν αυτή τη δυνατότητα.

Σου είναι πιο εύκολο να αλλάξεις τους άλλους, ίσως γιατί δεν έχεις μάθει να σκέφτεσαι για σένα.

Κάθε φορά που ασχολείσαι μαζί σου, με τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τα συναισθήματά σου, νιώθεις πως πρέπει να λογοδοτήσεις. Σαν να μην σου επιτρέπεται να το κάνεις.

Δεν εκτιμάς αρκετά την αξία σου, για αυτό και επιλέγεις ανθρώπους που δεν εκτιμούν αυτό που είσαι, ανθρώπους που δεν ταιριάζετε για να αντιληφθούν αυτό που είσαι.

Κάθε φορά που υποστηρίζεις το δίκιο σου, αμφιβάλλεις.

Κάθε φορά που εκφράζεις μια αντίθετη θέση, νιώθεις ένοχος.

Κάθε φορά που αισθάνεσαι πως δεν σε εκτιμούν, δεν σε σέβονται, αναρωτιέσαι μήπως δεν έκανες αρκετά και σκέφτεσαι πως μπορείς να διορθώσεις τους άλλους ώστε τελικά να σε σεβαστούν και να σε εκτιμήσουν.

Όταν σε προσέχουν, όταν κάποιος ενδιαφέρεται για σένα, νιώθεις άβολα, αισθάνεσαι πως δεν είδε κάτι καθαρά και όταν το δει θα φύγει. Γεμίζεις αμφιβολίες, ψάχνεις για ελαττώματα, φοβάσαι πως αυτό θα κρατήσει για λίγο και στη συνέχεια θα συμβεί αυτό που φοβάσαι.

Αν πιστεύεις πως αν θα κάνεις τα πάντα για τους άλλους, εκείνοι θα αλλάξουν, ξοδεύεις την ενέργεια σου και δεν την διοχετεύεις σε σένα, στους ανθρώπους που αλλάζουν μαζί με σένα.

Εκείνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να εκτιμήσεις τον εαυτό σου κι όταν το κάνεις δεν θα αναζητάς ανθρώπους να σε εκτιμήσουν αλλά θα αφήνεσαι σε συναισθήματα που ενισχύουν την αξία σου. Θα παρατηρείς τις ομοιότητες, θα εκτιμάς τις αλλαγές που κάνουν οι άνθρωποι για να σε συναντήσουν.

Το «να κάνεις» για να σε προσέξουν έχει γίνει ένας καταναγκασμός που δεν σε αφήνει να εμπιστευτείς τα συναισθήματά σου. Όσο αφήνεσαι σε αυτά, μαθαίνεις να τα ακούς, να τα εκτιμάς, να τα σέβεσαι.

Μη φοβηθείς τη θλίψη που θα κάνει την εμφάνισή της, όσο έρχεσαι σε επαφή με τα συναισθήματά σου. Είχε μείνει απωθημένη χρόνια τώρα και έχει ανάγκη να εκφραστεί και εκείνη ώστε να την ακούσεις.

Αν δεν φοβηθείς τα συναισθήματά σου, δεν θα παραμείνουν καταπιεσμένα να καταπιέζουν κι εσένα. Θα μπορείς πιο εύκολα να αφεθείς στους ανθρώπους που νιώθουν για σένα, που νιώθουν μαζί με σένα.

Δεν θα αναρωτιέσαι πια «μα γιατί δεν αλλάζουν οι άνθρωποι όσες προσπάθειες κι αν κάνω», αλλά θα εκτιμάς εκείνους που σε προσεγγίζουν επειδή θέλουν να σε γνωρίσουν, εκείνους που ανοίγουν την καρδιά τους για να σε δεχτούν, που κάνουν υπερβάσεις γιατί ενδιαφέρονται αληθινά για σένα.

Θα τους αναγνωρίσεις όμως μόνο αν έρθεις σε επαφή με τα συναισθήματά σου. Μόνο αν τα αγκαλιάσεις χωρίς να απορρίψεις εκείνα που δεν σου αρέσουν.

Αν δεν τα αποδεχτείς, θα απορρίψεις τους ανθρώπους που σε εκτιμούν γιατί η ενασχόλησή μαζί τους θα σε φέρουν σε επαφή με τον πόνο που έχεις μέσα σου.

Το ενδιαφέρον τους, η αγάπη τους θα σε φέρει σε επαφή με συναισθήματα που έχουν μείνει απωθημένα και προκειμένου να προφυλάξεις τον εαυτό σου από αυτά θα απορρίψεις εκείνους.

Θα τους υποτιμήσεις με τα λόγια σου, με τον τρόπο ζωής σου, με την αδυναμία σου να αναλάβεις την ευθύνη των συναισθημάτων σου.

Αν τολμήσεις να δεις αυτό που είσαι, αν ακούσεις την αλήθειά σου και τη δεχτείς, θα παρατηρήσεις τις αλλαγές που γίνονται σε σένα όταν συναντιέσαι με ανθρώπους οι οποίοι βλέπουν σε σένα αυτό που είσαι, που εκτιμούν αυτό που είσαι και μοιράζεσαι μαζί τους.

Ακόμα κι αν αρχικά δεν θα σου αρέσει αυτή η αλήθεια γιατί θα δεις έναν εαυτό παραμελημένο από άλλους, όπως και από σένα, αν την αντέξεις, θα έρθεις σε επαφή με κάθε γεμάτο συναίσθημα που νιώθεις όταν συναντιέσαι με ανθρώπους που το ενδιαφέρον τους σε περιβάλλει, που σου δίνουν σημαντική θέση στη ζωή τους.

Αν επιτρέψεις στην ανθρώπινη αδυναμία να υπάρχει μέσα σου και δεν σε επικρίνεις για τους δρόμους που ακολούθησες από άγνοια, δεν θα σταθείς στις αδυναμίες των άλλων αλλά μόνο σε αυτό που νιώθεις μαζί τους.

Αν πιστεύεις πως αν θα κάνεις τα πάντα για τους άλλους εκείνοι θα αλλάξουν, αναρωτήσου ειλικρινά μήπως προσφέροντας, αναζητάς από τους άλλους εκείνα που σου έλειψαν.

Μήπως γυρεύεις στην ένταση τη λησμονιά του πόνου σου, στην προσφορά χωρίς ανταπόκριση ένα άλλοθι ώστε να καταφεύγεις στη φαντασίωση νομίζοντας πως έτσι θα διαγραφεί το κενό μέσα σου από όσα δεν έλαβες.

Αν έζησες σε συναισθηματική στέρηση είτε ως παιδί είτε σε κάποια μακροχρόνια σχέση, δεν σου είναι εύκολο να υποστηρίζεις τις ανάγκες σου, να εκφράζεις τα συναισθήματά σου, να τα σέβεσαι στις αποφάσεις σου. Αυτή η συμπεριφορά έχει γίνει στερεότυπο που υπαγορεύει τις κινήσεις σου.

Αλλάζεις όταν πειστείς ότι το να κοιτάς τις ανάγκες σου και να ασχολείσαι με αυτές, είναι δικαίωμά σου.

Αλλάζεις όταν συνειδητοποιήσεις ότι οι άνθρωποι που σε εκτιμούν αληθινά αλλάζουν για να σε συναντήσουν.

Αλλάζεις όταν δεν αναρωτιέσαι μήπως φταις εσύ που οι άλλοι δεν αλλάζουν και απευθύνεσαι σε ανθρώπους που αλλάζουν, που κάνουν υπερβάσεις γιατί σε επιθυμούν αληθινά.

Επικουρισμός και Πλάτων

Ως ‘επικουρισμός’ εννοείται γενικά το συνεπές σύστημα φιλοσοφικών θέσεων στους τομείς της φυσικής/μεταφυσικής, γνωσιοθεωρίας και ηθικής που παρήγαγε πρωτίστως ο φιλόσοφος της ελληνιστικής εποχής Επίκουρος (341-270 π.Χ.). Ο επικουρισμός πέτυχε σημαντική διάδοση κατά την ελληνιστική περίοδο, η δε επιρροή του ανιχνεύεται μέχρι και τους χρόνους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αν και υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρούμε ότι ο Επίκουρος αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της πνευματικής του ενέργειας σε θέματα φυσικής/μεταφυσικής και γνωσιοθεωρίας, ο ‘επικουρισμός’ συναρτάται σήμερα κυρίως με τις απόψεις του Επίκουρου στον χώρο της ηθικής.

Επίκουρος: η χαρά αποτελεί το ανώτατο αγαθό μιας ευτυχισμένης ζωής

Εκ πρώτης όψεως οι φιλοσοφικές θέσεις του Πλάτωνα δεν φαίνεται πιθανό να επηρέασαν τη σκέψη του Επίκουρου. Στα περισσότερα, αν όχι όλα, τα θέματα οι δύο στοχαστές έχουν διαμετρικά αντίθετες απόψεις.
 
Όπως θα περίμενε κανείς, οι απόψεις του Πλάτωνα στον χώρο της ηθικής απέχουν πολύ από τις αντίστοιχες του Επίκουρου, αν και είναι σαφές, χωρίς να έχει επαρκώς τονιστεί, ότι η ηθική αποτελεί τον τομέα εκείνο στον οποίο ο Επίκουρος έχει τις περισσότερες οφειλές στην πλατωνική σκέψη. Οι κύριες έννοιες εδώ είναι: η ευχαρίστηση/χαρά/ηδονή (ἡδονή), η λύπη/οδύνη/στενοχώρια (λύπη) και ο ηδονισμός.
 
Οι αρχαιοελληνικές ηθικές θεωρίες ήταν “ευδαιμονιστικές”.
Όλοι οι ηθικοί φιλόσοφοι της αρχαιότητας συμφωνούν ότι η εὐδαιμονία, την οποία μπορούμε να μεταφράσουμε με ασφάλεια ως γενική ευτυχία και ευδοκίμηση, αποτελεί τον δικαιολογημένο έσχατο στόχο κάθε ανθρώπινου όντος.
 
Βασική μέριμνα κάθε ηθικού στοχαστή ήταν να καταλήξει σε μια συνεπή θέση σχετικά με το τι στην πραγματικότητα περιλαμβάνει η ανθρώπινη ευτυχία και πώς μπορεί αυτή να επιτευχθεί. Η χαρά, η οποία κατανοείται τόσο από τον Πλάτωνα όσο και από τους επικούρειους ως μια συνειδητή κατάσταση στον νου ενός ανθρώπου την οποία ο εν λόγω άνθρωπος αντιλαμβάνεται ως ευχάριστη, καθίσταται, σε αυτά τα συμφραζόμενα, ζήτημα σημαντικό.
 
Μια ευτυχισμένη ζωή πρέπει, μεταξύ άλλων, να είναι ευχάριστη για το άτομο που την ζει, και η χαρά είναι προφανώς ευχάριστη για όποιον την έχει. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αριστοτέλη(Ηθικά Νικομάχεια 1101b27-31, 1172b9-15), ο Εύδοξος ο Κνίδιος , ένας μαθητής του Πλάτωνα, ήταν μάλλον ο πρώτος που υποστήριξε μια ηθική θεωρία κατά βάση ηδονιστική.
 
Ο ηδονισμός υποστηρίζει ότι η χαρά είναι το μόνο καθαυτό αγαθό (δηλ. αγαθό από μόνο του γι᾽αυτό που είναι και όχι για κάποιον άλλο λόγο) και η λύπη το μόνο καθαυτό κακό (δηλ. κακό από μόνο του και όχι για κάποιον άλλο λόγο). Όλα τα άλλα πράγματα είναι αγαθά ή κακά με παράγωγο τρόπο στον βαθμό που βοηθούν το άτομο να αποκτήσει τη χαρά και να αποφύγει τη λύπη.
 
Ο ηδονισμός ως φιλοσοφική θέση ενισχύεται αποφασιστικά από τη φυσική τάση των ανθρώπων, που αποτελεί μέρος της ψυχολογικής σύστασής τους, να επιδιώκουν τη χαρά και να αποφεύγουν τη λύπη. Ωστόσο, η ύπαρξη μιας τάσης για κάτι δεν εξασφαλίζει από μόνη της την αγαθότητα του πράγματος προς το οποίο η τάση ρέπει.
 
Το τυπικό αντεπιχείρημα των ηθικών ηδονιστών προς αυτή την αντίρρηση, επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, πρώτη φορά από τον Εύδοξο και τελειοποιήθηκε κατόπιν από τους επικούρειους, λέει ότι αφού αποτελεί αναντίρρητο δεδομένο της ανθρώπινης φύσης ότι επιδιώκουμε τη χαρά και αποφεύγουμε την οδύνη, είναι επίσης καλό να φερόμαστε με τον τρόπο αυτό – γιατί είναι καλό να ακολουθούμε τη φύση μας.
 
Ο Πλάτων δεν είναι ηδονιστής αλλά πραγματεύεται το ζήτημα του ηδονισμού και της ευχαρίστησης σε σημαντικούς διαλόγους όπως ο Πρωταγόρας , ο Γοργίας , το ένατο βιβλίο της Πολιτείας και ο Φίληβος , για τον απλούστατο λόγο ότι ο ηδονισμός φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι μια ελκυστική θεωρία.
 
Ο Πλάτων αντιτείνει στον ηδονιστή τη θέση ότι το να επικεντρώνει κανείς την προσοχή του αποκλειστικά στην ευχαρίστηση είναι αποδεδειγμένα κάτι κακό γι’ αυτόν που το κάνει. Ταυτόχρονα ο Πλάτων αναγνωρίζει τη σημασία της ευχαρίστησης ως κινήτρου και δέχεται ότι η χαρά είναι αγαθό και η λύπη κακό, αν και αρνείται ότι η χαρά είναι το μοναδικό καθαυτό αγαθό και η λύπη το μοναδικό καθαυτό κακό.
 
Υποστηρίζει, μάλλον σωστά, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δέχονται την ύπαρξη αγαθών και κακών ηδονών – άποψη που δύσκολο μπορεί να εναρμονιστεί με τη θέση του ηδονιστή που θεωρεί ότι μόνον η ευχαρίστηση είναι αγαθό και μόνον η οδύνη κακό.
 
Υπέρτατος στόχος του ηθικού στοχαστή, κατά τον Πλάτωνα, είναι η κατασκευή μιας συνολικής θεωρίας περί ηθικής αξίας η οποία να παρέχει, εκτός των άλλων, κριτήρια ανεξάρτητα από τη χαρά και τη λύπη με βάση τα οποία ο άνθρωπος να μπορεί να επιλέγει τις αγαθές ηδονές και να αποφεύγει τις κακές, κάνοντας το αντίστοιχο και με τις οδύνες.
 
Ο Επίκουρος αποδέχτηκε την πλατωνική άποψη που έλεγε ότι η απομάκρυνση από τη φυσιολογική κατάσταση ισορροπίας βιώνεται ως οδυνηρή και η αποκατάστασή της ως ευχάριστη. Ωστόσο, αυτή η χαρά, η οποία συχνά αποκαλείται στις σχετικές συζητήσεις ‘κινητική’ για να φανεί η προέλευσή της από κινήσεις φυσιολογίας, αποτελεί το ένα από τα δύο είδη χαράς που αναγνώριζε ο Επίκουρος.
 
Συμπέρασμα
Η επιρροή του Πλάτωνα στον επικουρισμό περιορίστηκε βασικά στον χώρο της ηθικής. Ο Επίκουρος και οι οπαδοί του υιοθέτησαν επιχειρήματα από τον Φίληβο , αλλά τα μετασχημάτισαν (ή τα μεθερμήνευσαν) έτσι ώστε η στόχευσή τους να είναι τελικά, εν όλω ή εν μέρει, αντιπλατωνική. Με αυτόν τον τρόπο κατόρθωσαν να χρησιμοποιήσουν τα κεντρικά στοιχεία μιας από τις πιο πλήρεις και αποτελεσματικές κριτικές του ηδονισμού στην ιστορία της φιλοσοφίας για να υποστηρίξουν την ηδονιστική θέση ότι η χαρά αποτελεί το ανώτατο αγαθό μιας ευτυχισμένης ζωής.

Η φιλοσοφία ως τρόπος ζωής

Η φιλοσοφική πράξη του Σωκράτη έδινε προτεραιότητα στην αληθινή γνώση. Όμως, δεν την κατανοούσε ως μια αφηρημένη θεωρία γνώσης, αλλά ως συγκεκριμένη γνώση του καλού, η οποία ενδιάθετα συνδέεται με τη λογική εξήγηση των πραγμάτων και υπαγορεύει ανάλογο τρόπο ζωής.
 
Γι’ αυτό, τη θεωρούσε αναγκαία συνθήκη για το ηθικό πράττειν των ανθρώπων. Έτσι, η αρετή είναι γνώση και υπερέχει των άλλων επιμέρους μορφών γνώσης, διότι είναι γνώση του αγαθού, προς το οποίο πρέπει να αποβλέπει κάθε άλλη γνώση.
 
Το αγαθό όμως εγκατοικεί κυριολεκτικά στην ψυχή μας και δεν ταυτίζεται με τα υλικά αγαθά. Η πραγμάτωση του αγαθού, λοιπόν, είναι ίδιον του ανθρώπου και η φιλοσοφία έχει αποστολή να μεταδίδει την επιθυμία αυτής της πραγμάτωσης στην ψυχή του και να διαμορφώνει συνειδήσεις που μπορούν να πορεύονται προς αυτό.
 
Η πορεία προς το αγαθό, λέει ο Σωκράτης στον Φίληβο, είναι ο καλύτερος δρόμος στη ζωή,και αυτού του δρόμου ο φιλόσοφος δηλώνει αιώνιος εραστής. Πρόκειται για ένα δρόμο τον οποίο εύκολα υποδεικνύει ο καθένας, αλλά δύσκολα μπορεί να τον ακολουθήσει.
 
Για πρώτη φορά, λοιπόν, η φιλοσοφία ορίζεται από αυτό που δεν κατέχει και δεν γνωρίζει. Αυτό που γνωρίζει ο φιλόσοφος είναι ότι δεν γνωρίζει. Πότε, όμως,γνωρίζει ότι δεν γνωρίζει; Όταν αρχίζει να κινείται προς την ιδέα του αγαθού και του ωραίου, την οποία φέρει δυνάμει μέσα του.
 
Ο φιλόσοφος, σε αυτή την αναλογία, είναι το ον το οποίο έχει επίγνωση ότι δεν κατέχει καμιά σοφία και μπορεί να κάνει μόνο τούτο: να πορευτεί το δρόμο του αγαθού, να μετάσχει στην ιδέα του. Η πορεία αυτή συνιστά στάση ζωής και ακριβώς γι’ αυτό είναι και δεν είναι μοναχική. Είναι μοναχική, επειδή ο πραγματικός φιλόσοφος δεν ανήκει ούτε στον κόσμο της μωρίας, ούτε στον κόσμο της σοφίας, αλλά «βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και τη μωρία».
 
Η αληθινή του παρουσία διαβαθμίζεται εδώ σε σχέση με το δικό του φιλοσοφικό τρόπο ζωής, τον οποίο μόνο αυτός ξέρει και μπορεί να κατακτά. Γι’ αυτό και είναι μοναδικός. Είναι τόσο μοναδικός, ώστε να συγκεντρώνει συχνά την εχθρότητα των πολιτικά ισχυρών. Γι’ αυτό και οι πολλοί δείχνουν απρόθυμοι ή ανίκανοι να τον αποδεχτούν.
 
Για παράδειγμα, γνωρίζουμε πως και οι πιο αφοσιωμένοι σύντροφοι του Σωκράτη δυσκολεύτηκαν ως ένα βαθμό να κατανοήσουν το βάθος του τρόπου ζωής του δασκάλου τους. Λίγο πριν πεθάνει, ο Σωκράτης εμφανίζεται στο διάλογο του Πλάτωνα, Κρίτων, να υπερασπίζεται με τη δύναμη του θεωρητικού λόγου τη φιλοσοφική ζωή που ο ίδιος διάλεξε να ζήσει και για την αληθινότητα της οποίας οι σύντροφοί του έδειχναν να μην είναι απόλυτα πεπεισμένοι.
 
Ταυτόχρονα, όμως, η πορεία προς τη σοφία, προς το αγαθό δεν είναι μοναχική, αλλά διαλογική και παιδευτική. Ο Πλάτων, στο Συμπόσιο, παρουσιάζει το φιλόσοφο να είναι ο γονιμοποιός έρως, που «είναι εύγλωττος στα λόγια για την αρετή και για το πώς πρέπει να είναι ο ανώτερος άνθρωπος και τι πρέπει να τον απασχολεί, και ο οποίος επιχειρεί να τον εκπαιδεύσει».
 
Η φιλοσοφία, έτσι όπως την ορίζει εδώ ο φιλόσοφος, ασκεί τους ανθρώπους σε γνώσεις με γενικό κύρος και σε έννοιες που δίνουν στα εμπειρικά αντικείμενα και στις αισθητηριακές αντιλήψεις την αυθεντική τους ερμηνεία. Παράλληλα, παρέχει τη γνωσιακή δυνατότητα στους μετέχοντες της φιλοσοφικής παιδείας να αυτοεξελίσσονται και μέσω της διαλεκτικής, δηλαδή της πνευματικής άσκησης, να χρησιμοποιούν πρακτικά το φιλοσοφικό λόγο.
 
Το ζητούμενο για τον Πλάτωνα είναι πώς θα μπορεί σε κάθε περίπτωση ο άνθρωπος να διαλέγεται για την ουσία των πραγμάτων και να ατενίζει μέσα από τη λογική εκδίπλωση των συλλογισμών του την αδιάφθορη ιδέα, η οποία είναι η ιδέα του αγαθού.
 
Αυτή η ιδέα δεν είναι μια διάδοχη ιδέα, αλλά το νόημα ή η νοηματική ισχύς του κόσμου των ιδεών, η οποία μας επιτρέπει να μην διασκορπιζόμαστε στο επιμέρους, το μεταβλητό, το εφήμερο, αλλά να σκεφτόμαστε το πιο γενικό, το πιο καθολικό,το πιο αδιάψευστο.
 
Η φιλοσοφία, λοιπόν, αναλαμβάνει το έργο να πραγματοποιεί τον καθολικό λόγο συγκεκριμένα:΄μέσα από την πράξη του διαλόγου, αποκαθιστά ανάμεσα στους συνομιλητές μια πνευματική επικοινωνία, η οποία είναι συνάμα εμβάθυνση στην ανιδιοτέλεια της σκέψης και πρακτικά μεταστρέφει ολόκληρη την ψυχή σε ανώτερες συγκινήσεις και πιο αναλλοίωτες μορφές ζωής.
 
Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο Πλάτων διατυπώνει μια νέα αντίληψη για τη ζωή της φιλοσοφίας, η οποία θα επηρεάσει έμμεσα ή άμεσα το σύνολο του ελληνικού στοχασμού. Η ζωή της φιλοσοφίας δεν είναι απλώς μια θεωρητική ενασχόληση με ιδέες και έννοιες, ούτε εξαντλείται σε έναν αυστηρά θεωρητικό λόγο. Έχει πραγματική αξία στο βαθμό που ο θεωρητικός της λόγος συμβάλλει αποφασιστικά στην οργάνωση μιας κατά φρόνηση ζωής.
 
Στο πλαίσιο μιας τέτοιας πνευματικής κοινότητας, ο καθημερινός άνθρωπος έλκεται προς μια πιο ορθολογική πρακτική, η οποία αξιολογείται από την ορθότητα των σκοπών. Η αλήθεια τουκρίνεται από τη σωστή σύλληψη του σκοπού και από τη σωφροσύνη με την οποία επιλέγει τις μεθόδους για την επίτευξη του σκοπού.
 
Στο έργο του Πολιτεία, ο Πλάτων τονίζει την αναγκαιότητα της ενότητας φιλοσοφικού λόγου και φιλοσοφικής ζωής. Η αλήθεια του φιλοσοφικού λόγου έγκειται σε τούτο: κατά πόσο μπορεί να εναρμονιστεί με ένα φιλοσοφικό τρόπο ζωής και να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά μιας αλλότριας εξουσίας.
 
Στην περίφημη αλληγορία του σπηλαίου, η κατάσταση του αλυσοδεμένου σκλάβου παριστάνει τον άνθρωπο-σκλάβο μιας κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας αψευδώς ψευδεπίγραφης. Είναι σκλάβος των ψευδαισθήσεων, των απατηλών αντιλήψεων, των ιδεολογικών δογματισμών και, ακόμα πιο πολύ, είναι σκλάβος γιατί, ως ψευδής συνείδηση, υπερασπίζεται τη σαθρότητα της πολιτικοκοινωνικής εξουσίας ενάντια σε εκείνους ακριβώς που ζητούν να τον ανασύρουν από αυτή τη σαθρότητα.
 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δολοφονία του Σωκράτη από τους πολιτικά κυρίαρχους της Αθήνας. Η απόδραση από το σπήλαιο, δηλαδή η έλξη προς τη φιλοσοφική αλήθεια της ζωής, αντλεί το νόημά της όχι από τον εαυτό της, ήτοι από τη φιλοσοφική ενασχόληση ως αυτοσκοπό, αλλά από την επιστροφή στο σπήλαιο, δηλαδή από την εσωτερική υποχρέωση του φιλοσόφου να οδηγήσει τους αλυσοδεμένους σε έναν άλλον, πιο αληθινό τρόπο ζωής.
 
Σε ολόκληρη την ιστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας παρατηρείται σύζευξη του φιλοσοφικού λόγου με συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Ανεξάρτητα από το περιεχόμενο ή τις κατευθύνσεις της κάθε σχολής, κοινό είναι το στοιχείο της ορθόφρονης πρακτικής που υπαγορεύεικαι συνάμα προϋποθέτει έναν βαθύ, εμπνευσμένο λόγο, ικανό να ερμηνεύει, να παιδαγωγεί και να συμφιλιώνει. Αυτό σημαίνει ότι η συνέχεια και η συνέπεια της σκέψης οφείλει να αποδεικνύεται στην άμεση πράξη της φιλοσοφικής ζωής.
 
Δεν αρκεί να μιλά κανείς περί ενάρετης ζωής, αλλά χρειάζεται και ο ίδιος να ζει ενάρετα. Δεν μπορεί κανείς να διατυπώνει θεωρίες χωρίς να λαμβάνει υπόψη την ενεργό πραγματικότητα του ανθρώπου.
 
Ακόμη και οι πιο αφηρημένες φιλοσοφικές συλλήψεις ξεκινούν από την ανάγκη να ερμηνεύσουν τον κόσμο. Παράλληλα, αυτή η πράξη δεν έχει νόημα εάν δεν λαμβάνει υπόψη το φιλοσοφικό λόγο.

Ανάλογα με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής, αλλά και το επίπεδο του πολιτισμού, η φιλοσοφική ζωή συνδέει την ανάπτυξή της με τις δυνατότητες που της παρέχει ο φιλοσοφικός λόγος να επιλέγει σωστά, να εφαρμόζει τις επιλογές της, να εξηγεί τις συνέπειες αυτής της εφαρμογής, να αναγιγνώσκει τα διακριτά σημεία της καθημερινής επικοινωνίας, να συγκροτεί το γλωσσικό της κώδικα (Είναι, γίγνεσθαι, Ιδέα, νους, ουσία, ηδονή, αταραξία κ.λπ.), να κατανοεί την ενδότερη λογική των γενικών σχέσεων ζωής και κοινωνίας και να αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με θεωρητική επάρκεια.

Ό,τι δεν είναι αλήθεια δεν θα επιβιώσει

Σχεδόν τα πάντα σε αυτόν τον κόσμο των ψευδαισθήσεων είναι ένα ψέμα. Γι’ αυτό ζητώ από τους μαθητές μου να ακολουθήσουν τρεις κανόνες θέασης της αλήθειας. Ο πρώτος είναι: Μη με πιστεύετε. Δεν χρειάζεται να με πιστεύετε- απλά σκεφτείτε και κάντε τις επιλογές σας. Πιστέψτε ό,τι θέλετε από αυτά που σας λέω και μόνο αν σας ακούγεται λογικό, αν σας κάνει χαρούμενους. Αν σας οδηγεί στην αφύπνισή σας, τότε επιλέξτε να το πιστέψετε. Είμαι υπεύθυνος για όσα λέω, αλλά όχι για αυτό που καταλαβαίνετε. Ζούμε σε εντελώς διαφορετικό όνειρο. Αυτό που λέω, ακόμη και αν είναι αλήθεια για μένα, δεν είναι απαραίτητα και για σας. Ο πρώτος κανόνας, λοιπόν, είναι εύκολος: Μη με πιστεύετε.

Ο δεύτερος κανόνας είναι πιο δύσκολος: Μην πιστεύετε τον εαυτό σας. Μην πιστεύετε τα ψέματα που λέτε στον εαυτό σας – τα ψέματα που δεν επιλέξατε, αλλά σας προγραμμάτισαν να πιστεύετε. Μην πιστεύετε τον εαυτό σας όταν λέτε ότι δεν είστε αρκετά καλοί, δυνατοί ή ευφυείς. Μην πιστεύετε τα όρια και τους περιορισμούς που βάζετε στον εαυτό σας. Μην πιστεύετε ότι δεν αξίζετε την ευτυχία ή την αγάπη. Μην πιστεύετε ότι δεν είστε όμορφοι. Μην πιστεύετε ό,τι σας κάνει να υποφέρετε. Μην πιστεύετε στο δράμα σας. Μην πιστεύετε τον Κριτή ή το Θύμα που έχετε μέσα σας. Μην πιστεύετε την εσωτερική σας φωνή που σας λέει πόσο ανόητοι είστε, που σας λέει να αυτοκτονήσετε. Μην τα πιστεύετε, γιατί δεν είναι αλήθεια. Ανοίξτε τα αυτιά σας, ανοίξτε την καρδιά σας και ακούστε. Όταν ακούτε την καρδιά σας να σας οδηγεί στην ευτυχία, επιλέξτε να την ακολουθήσετε μέχρι το τέλος. Όμως, μην πιστεύετε τον εαυτό σας μόνο και μόνο επειδή σας λέει κάτι, γιατί πάνω από το 80% όσων πιστεύετε είναι ψέματα – απλά δεν είναι αλήθεια. Ο δεύτερος κανόνας, λοιπόν, είναι δύσκολος: Μην πιστεύετε τον εαυτό σας.

Ο τρίτος κανόνας είναι: Μην πιστεύετε κανέναν άλλο. Μην πιστεύετε τους άλλους, γιατί ούτως ή άλλως λένε συνεχώς ψέματα. Όταν δεν έχετε πια συναισθηματικές πληγές, όταν δεν έχετε την ανάγκη να πιστέψετε τους άλλους για να γίνετε αποδεκτοί, βλέπετε τα πάντα πιο καθαρά. Βλέπετε αν κάτι είναι μαύρο ή άσπρο, αν είναι αλήθεια ή όχι. Κάτι που είναι αλήθεια τώρα, μπορεί σε λίγο να μην είναι, και το αντίστροφο. Όλα αλλάζουν τόσο γρήγορα, αν, όμως, έχετε επίγνωση αντιλαμβάνεστε την αλλαγή. Μην πιστεύετε τους άλλους, γιατί θα χρησιμοποιήσουν την αφέλειά σας για να σας χειραγωγήσουν. Μην πιστεύετε κανέναν που σας λέει ότι ήρθε από τις Πλειάδες και θέλει να σώσει τον κόσμο. Δεν έχουμε ανάγκη από σωτήρες. Ο κόσμος δεν έχει ανάγκη από εξωγήινους που θα έρθουν από κάπου αλλού για να μας σώσουν. Ο κόσμος είναι ζωντανός- είναι ένα ζωντανό ον και είναι ευφυέστερος από όλους εμάς μαζί. Αν πιστεύουμε ότι ο κόσμος έχει ανάγκη από σωτήρες, αργά ή γρήγορα κάποιος θα έρθει και θα πει: “Ακούστε, έρχεται ένας κομήτης, πρέπει να φύγουμε από τον πλανήτη. Αυτοκτονήστε, και ιδού! Η ψυχή σας θα ανέβει στον κομήτη και θα πάει στον παράδεισο”. Μην πιστεύετε αυτούς τους μύθους. Εσείς δημιουργείτε το δικό σας όνειρο για τον παράδεισο και κανείς δεν μπορεί να το δημιουργήσει για σας. Το μόνο που χρειάζεστε για να φτάσετε στην ευτυχία σας, στο δικό σας δημιούργημα, είναι κοινή λογική. Ο τρίτος κανόνας είναι δύσκολος, γιατί έχουμε την ανάγκη να πιστεύουμε τους άλλους. Μην τους πιστεύετε.

Μην πιστεύετε εμένα, μην πιστεύετε τον εαυτό σας, μην πιστεύετε κανέναν άλλο. Όταν δεν πιστεύετε κανέναν, ό,τι δεν είναι αλήθεια σε αυτόν τον κόσμο των ψευδαισθήσεων θα εξαφανιστεί. Τα πράγματα είναι όπως είναι. Δεν χρειάζεται να δικαιολογήσετε την αλήθεια· δεν χρειάζεται να την εξηγήσετε. Η αλήθεια δεν χρειάζεται τη στήριξη κανενός. Τα ψέματα χρειάζονται τη στήριξή σας. Πρέπει να δημιουργήσετε ένα ψέμα για να στηρίξετε το προηγούμενο και ούτω καθεξής, μέχρι που δημιουργείτε ένα οικοδόμημα από ψέματα και, όταν αποκαλύπτεται τελικά η αλήθεια, όλα καταρρέουν. Όμως, αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν χρειάζεται να νιώσετε τύψεις επειδή λέτε ψέματα.

Τα περισσότερα ψέματα εξανεμίζονται όταν σταματήσουμε να τα πιστεύουμε. Ό,τι δεν είναι αλήθεια δεν θα επιβιώσει μιας σκεπτικιστικής διάθεσης, αλλά η αλήθεια πάντα επιβιώνει. Η αλήθεια ισχύει πάντα, είτε την πιστεύετε είτε όχι. Το σώμα σας είναι φτιαγμένο από άτομα. Δεν χρειάζεται να το πιστέψετε. Είτε το πιστεύετε είτε όχι, είναι αλήθεια. Μόνο η αλήθεια θα μείνει, και αυτό ισχύει και για τις απόψεις που έχετε για τον εαυτό σας.

Είπαμε ότι όταν ήμασταν παιδιά, δεν είχαμε την ευκαιρία να επιλέξουμε τι θα πιστέψουμε και τι όχι. Τώρα, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τώρα που μεγαλώσαμε, έχουμε τη δύναμη να επιλέξουμε. Μπορούμε να πιστέψουμε ή να μην πιστέψουμε. Ακόμη κι αν κάτι δεν είναι αλήθεια, μπορεί να επιλέξουμε να το πιστέψουμε απλά και μόνο επειδή το θέλουμε.

Μπορείτε να επιλέξετε πώς να ζήσετε τη ζωή σας. Κι αν είστε ειλικρινείς με τον εαυτό σας, θα ξέρετε ότι είστε πάντα ελεύθεροι να κάνετε νέες επιλογές.

Τα μετέωρα και οι κομήτες

Ετησίως έχουμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε πολλές οικογένειες διαττόντων αστέρων κάθε φορά που η Γη περνάει κοντά από την τροχιά ενός κομήτη. Η σκόνη και τα άλλα υλικά που έχει αφήσει ο κομήτης καθώς περνάει από την τροχιά της Γης, πέφτουν με μεγάλη ταχύτητα στην ατμόσφαιρα της Γης και εξαερώνονται από τη θερμότητα που αναπτύσσεται λόγω τριβής, αφήνοντας έτσι φωτεινά ίχνη. Η Γη κινείται στην τροχιά της με ταχύτητα περίπου 30 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο (108.000 χιλιόμετρα την ώρα) κι έτσι οι κρούσεις γίνονται με μεγάλη σφοδρότητα.
 
Οι βροχές των μετεώρων παίρνουν το όνομα του αστερισμού, ο οποίος βρίσκεται στην περιοχή του ουρανού στην οποία εκδηλώνονται. Έτσι έχουμε τις Ωριωνίδες, τις Αιγοκερίδες και τις Yδροχοΐδες. Οι τελευταίες βροχές σχετίζονται με τις περιοχές του Αιγόκερου και του Υδροχόου, αλλά οι διάττοντες αστέρες από αυτές τις βροχές είναι πιο αμυδροί και σαφώς λιγότεροι. Η οπτική παρατήρηση όμως των βροχών αυτών είναι πιο δύσκολη.
 
Μια από τις πιο εντυπωσιακές οικογένειες είναι αυτή των Λεοντιδών, επειδή έχει τους λαμπρότερους διάττοντες αστέρες. Αυτό το χαρακτηριστικό των Λεοντιδών οφείλεται στο γεγονός ότι η τροχιά του κομήτη Tempel-Tuttle, από τον οποίο προέρχονται οι Λεοντίδες, έχει αντίθετη φορά από αυτήν της Γης. Έτσι τα συντρίμμια του, τα οποία ακολουθούν την ίδια τροχιά με αυτήν του κομήτη, συγκρούονται με τη Γη μετωπικά με ταχύτητα που φθάνει τα 70 km/s. Η ταχύτητα αυτή είναι διπλάσια από αυτήν των άλλων διαττόντων, με αποτέλεσμα να αναπτύσσεται μεγαλύτερη θερμοκρασία λόγω τριβής και να φωτοβολούν πιο έντονα.
 
Οι τυπικοί κόκκοι της σκόνης έχουν διάμετρο λίγα δέκατα του χιλιοστού και ζυγίζουν λιγότερο από 10-4 γραμμάρια. Όταν όμως τέτοιος κόκκος κτυπήσει ένα δορυφόρο, όλος το μετέωρο συνήθως εξατμίζεται αφήνοντας μια λεπτή σχισμή στον δορυφόρο. Ηλεκτρόνια και ιόντα σε αυτό το ‘αέριο’ μπορούν να ηλεκτρίσουν ευαίσθητα ηλεκτρονικά στοιχεία του δορυφόρου, δημιουργώντας προβλήματα στο software και λάθη στις διαδικασίες ελέγχου. Μέχρι στιγμής μόνο ένας δορυφόρος έχει καταστραφεί από βροχή διαττόντων, το 1993.  Για αυτόν το λόγο πολλοί δορυφόροι τίθενται προσωρινά, για προληπτικούς λόγους, εκτός λειτουργίας κατά τη διάρκεια που προβλέπεται το μέγιστο της δραστηριότητας της βροχής των μετεώρων.
 
Το 1999 οι αστρονόμοι κατάλαβαν ότι τα συντρίμμια που αφήνει κάθε κομήτης όταν περνάει κοντά από τον Ήλιο δεν ακολουθούν ακριβώς την ίδια τροχιά. Το αποτέλεσμα είναι ότι έχουν δημιουργηθεί πολλοί στενοί διάδρομο» υλικών και ο αριθμός των διαττόντων αστέρων αυξάνεται, δημιουργώντας το φαινόμενο της βροχής των διαττόντων όταν η Γη περνάει μέσα από έναν από αυτούς.
 
Είσοδος μέσα σε την ατμόσφαιρα
Όταν εισέρχονται στην ατμόσφαιρα οι μετεωρίτες θερμαίνονται σε μια θερμοκρασία πάνω από 1600 βαθμούς Κελσίου και φυσικά καίγονται. Οι μετεωρίτες δεν θερμαίνονται από την τριβή, όπως πιστεύεται συνήθως. Η αιτία είναι ένα φαινόμενο που λέγεται πίεση εμβολισμού. Ένας μετεωρίτης συμπιέζει τον αέρα μπροστά του. Ο αέρας θερμαίνεται και στη συνέχεια θερμαίνεται και ο μετεωρίτης.
 
Η έντονη θερμότητα ατμοποιεί τους περισσότερους μετεωρίτες, δημιουργώντας αυτό που ονομάζουμε καλούμε διάττοντες αστέρες. (Οι περισσότεροι γίνονται ορατοί περίπου σε ένα ύψος 100 χιλιομέτρων. Μερικοί μεγάλοι μετεωρίτες διασκορπίζονται, σαν μια πιτσιλιά, προκαλώντας έτσι μια φωτεινότερη λάμψη. Αυτό είναι που ονομάζουμε βολίδα και δημιουργείται μια έκρηξη, που μπορούν συχνά να ακουστούν μέχρι και σε απόσταση 50 χιλιομέτρων. Όταν οι μετεωρίτες χτυπούν το έδαφος, ονομάζονται μετεωρίτες. Μερικοί μετεωρίτες είναι κομμάτια αστεροειδών, άλλα — κοσμική σκόνη — πετιούνται μακριά από τους κομήτες. Υπάρχει και ο μετεωροειδής  που είναι ένα αντικείμενο στο διάστημα που μπορεί, εάν εισέλθει στην ατμόσφαιρά μας, να γίνει ένας μετεωρίτης.
 
Αποσύνθεση μετεωριτών
Η διάσπαση ενός αντικειμένου εξαρτάται από τη σύνθεση, την ταχύτητα και τη γωνία εισόδου του. Ένας γρηγορότερος μετεωρίτης με μια πλάγια γωνία εισόδου υφίσταται μεγαλύτερη πίεση. Οι μετεωρίτες που αποτελούνται από σίδηρο αντιστέκονται στην πίεση καλύτερα από αυτούς που είναι φτιαγμένοι από πέτρα. Ακόμη και ένας μετεωρίτης από σίδηρο θα διασπαστεί μόλις η ατμόσφαιρα γίνει πυκνότερη — περίπου 8 έως 10 χιλιόμετρα ψηλά.
 
Μερικές φορές ένας μετεωρίτης εκρήγνυται επάνω από την επιφάνεια, προκαλώντας τεράστια καταστροφή από την βίαιη έκρηξη και επόμενος πυρκαγιά. Αυτό συνέβη και το 1908 πάνω από τη Σιβηρία.
 
Σύγκρουση με τη γη
Τα εξωγήινα αντικείμενα που χτύπησαν στο έδαφος, η ταχύτητά τους κατά προσέγγιση ήταν η μισή που ήταν κατά την είσοδο τους στην ατμόσφαιρα, και η βίαιη έκρηξη δημιουργεί κρατήρες 12 έως 20 φορές το μέγεθός τους. Οι κρατήρες στη γη σχηματίζονται όπως στο φεγγάρι ή οποιοδήποτε άλλο βραχώδη πλανήτη. Τα μικρότερα αντικείμενα δημιουργούν απλούς, σε μορφή ενός νιπτήρα, κρατήρες. Οι μεγαλύτερες συγκρούσεις προκαλούν και μια αναπήδηση του εισερχόμενου αντικειμένου που δημιουργεί έτσι ένα κεντρικό βαθούλωμα. Έπειτα ολισθαίνει κατά μήκος των άκρων σχηματίζοντας πλαίσια. Οι μεγαλύτερες συγκρούσεις σχηματίζουν λεκάνες στις οποίες γίνονται πολλαπλές αναπηδήσεις, οι οποίες διαμορφώνουν διάφορες εσωτερικές αιχμές.
 
Χαρακτηριστική σύνθεση μετεωριτών
Στην αρχαιότητα τα αντικείμενα στον νυχτερινό ουρανό δημιούργησαν δεισιδαιμονίες και συνδέθηκαν με τους Θεούς και τη θρησκεία. Αλλά οι παρανοήσεις για τους μετεωρίτες διάρκεσαν περισσότερο από τα περισσότερα άλλα ουράνια αντικείμενα. 
 
Οι μετεωρίτες (τα κομμάτια που φτάνουν στη γη) πολύ καιρό πριν πιθανά θεωρούνταν ότι πετάχτηκαν κάτω σαν δώρα από τους αγγέλους. Άλλοι νόμιζαν ότι οι Θεοί επεδείκνυαν το θυμό τους. Αργά τον 17ο αιώνα, πολλοί πίστευαν ότι έπεφταν από καταιγίδες. Πολλοί επιστήμονες ήταν δύσπιστοι ότι οι πέτρες αυτές θα μπορούσαν να πέσουν από τα τα νέφη ή τον ουρανό, και συχνά δεν πίστευαν τους ανθρώπους που ισχυρίζονταν ότι έχουν δει τέτοια αντικείμενα.
 
Το 1807, μια βολίδα εξερράγη πάνω από το Κοννέκτικατ, και διάφοροι μετεωρίτες έπεσαν κάτω σαν βροχή. Έτσι ανακαλύφθηκαν οι αστεροειδείς και προέκυψε  έτσι μια νέα θεωρία που πρότεινε ότι οι μετεωρίτες ήταν σπασμένα κομμάτια από αστεροειδείς ή άλλους πλανήτες. Μια θεωρία που ακόμα κρατάει.
 
Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα πτώσεως μετεωρίτη στην πρόσφατη ιστορία, που κατέστρεψε εκατοντάδες τετραγωνικών χιλιομέτρων δάσους στη Σιβηρία, είναι αυτό στις 30 Ιουνίου του 1908, Σε μια έκταση εκατοντάδων χιλιομέτρων οι μάρτυρες του συμβάντος αυτού στην Tunguska είδαν μια πύρινη σφαίρα που κινιόταν γρήγορα στον ουρανό, κάτι που δείχνει ότι ένας μετεωρίτης είχε εισέλθει στην ατμόσφαιρα πλαγίως. Όταν εξερράγη, έστειλε καυτούς ανέμους και δυνατούς κρότους τόσο ώστε να σπάσει τα παράθυρα στα κοντινά χωριά. Μικρά σωματίδια που εξερράγησαν στην ατμόσφαιρα φώτιζαν τον ουρανό τη νύχτα για αρκετές ημέρες. Κανένας μετεωρίτης δεν βρέθηκε ποτέ, και για χρόνια πολλοί επιστήμονες νόμιζαν ότι η ερήμωση προκλήθηκε από έναν κομήτη. Τώρα, η επικρατούσα θεωρία υποστηρίζει ότι ένας μετεωρίτης εξερράγη ακριβώς επάνω από την επιφάνεια.
 
Ο μεγαλύτερος μετεωρίτης που βρέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες έπεσε στη νότια Νεμπράσκα το 1948. Μάρτυρες είδαν μια γιγαντιαία βολίδα το απόγευμα και μερικοί λένε ότι ήταν φωτεινότερο από τον ήλιο. Ο μετεωρίτης ήταν θαμμένος σε βάθος 3 μέτρων μέσα στο έδαφος, ενώ ζύγιζε πάνω από ένα τόνο.
 
Ο πιο διάσημος κρατήρας από πτώση μετεωρίτη στις Ηνωμένες Πολιτείες αποκαλείται Κρατήρας Μετεωρίτη. Είναι στην Αριζόνα, και είναι τεράστιος. Το χείλος του είναι 45 μέτρα πιο ψηλό από την περιβάλλουσα πεδιάδα, και η τρύπα που άνοιξε έχει βάθος 180 μέτρα και διάμετρο σχεδόν 1500 μέτρα. Ήταν ο πρώτος κρατήρας που αποδείχθηκε ότι προκλήθηκε από μια σύγκρουση μετεωρίτη, που έγινε μεταξύ 20.000 και 50.000 ετών πριν.
 
Όταν ένας κομήτης πλησιάζει στον ήλιο, ένα ίχνος της σκόνης και άλλων συντριμμιών καίγεται και παραμένει σε ηλιακή τροχιά. Καθώς η Γη είναι σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο, περνά κάθε χρόνο μέσα από αυτό το χώρο με τα συντρίμμια και τη σκόνη. Τα μικρά κομμάτια καίγονται καθώς συναντάνε την ατμόσφαιρα της Γης, δημιουργώντας έτσι τα μετέωρα Τα μετέωρα προέρχονται και από άλλες πηγές, αλλά τα ρεύματα των συντριμμιών από κομήτες δημιουργούν ωραίες βροχές μετεωριτών.
 
Κομήτες
Οι κομήτες είναι παράξενα φωτεινά σώματα μεγάλων διαστάσεων τα οποία κινούνται μεταξύ των ακίνητων απλανών αστεριών, πέραν της εκλειπτικής, αφήνοντας τις περισσότερες φορές πίσω τους ουρές μεγάλων μεν διαστάσεων, πολύ μικρής όμως πυκνότητας. Τα σώματα αυτά έχουν ως χαρακτηριστικό τους γνώρισμα την κόμη, δηλαδή μια φωτεινή νεφέλη, που συνήθως περιβάλλει έναν μικρό στερεό πυρήνα.
 
Λόγω της κόμης τους ονομάζονται κομήτες και διακρίνουμε σε αυτά δύο βασικές περιοχές τους, μία κεντρική, σχεδόν σφαιρική συμπύκνωση, που ονομάζεται κεφαλή, και την ουρά τους.
 
Η ακτίνα του κομητικού πυρήνα κυμαίνεται από 1 έως 10 χιλιόμετρα., ενώ η μάζα του είναι κατ’ εκτίμηση της τάξης των 1.016 έως 1.021 gr και η επιφανειακή του θερμοκρασία υπολογίζεται θεωρητικώς σε 150 έως 250 K. Το υλικό το οποίο σχηματίζει τους κομήτες, όπως πιστεύουμε σήμερα, είναι μέρος του πρωταρχικού πλανητικού νεφελώματος, από το οποίο δημιουργήθηκε ολόκληρο το πλανητικό μας σύστημα.
 
Η μεν κεφαλή τους περιέχει CN, C2, C3, OH, NH, NH2, CH, O, ενώ η ουρά τους ρίζες CO+, N2+, OH+, CO2+, CH+. Ο πυρήνας τους δε αποτελείται κυρίως από παγοκρυστάλλους νερού και αμμωνίας, που περιλαμβάνουν διάφορες προσμίξεις μετάλλων. Οι τελευταίες μελέτες των λαμπρών κομητών Halley, Hyakutake και Hale-Bopp, από τον IUE, το Hubble Space Telescope, το ROSAT και τον IRAS, έδειξαν ότι οι κομήτες περιέχουν παγοκρυστάλλους νερού (H2O), αμμωνίας (NH3) και διοξειδίου του άνθρακα (CO2)· μεθάνιο (CH4), μεθυλική αλκοόλη (CH3OH), αιθάνιο (C2H6), ακετυλένιο (C2H2), κυανοακετυλένιο (HC3N), υδροκυάνιο (HCN) κ.ά. Όλα αυτά αναμιγνύονται μεταξύ τους, καθώς και με μόρια σκόνης, και γι’ αυτόν τον λόγο φαίνεται ότι είναι επιτυχής η ονομασία «βρώμικες χιονόμπαλες», που δόθηκε από τον διάσημο αστροφυσικό Fred Whipple στους κομήτες και από τότε αναφέρεται χαρακτηριστικά σε όλα τα άρθρα ή τα βιβλία που κάνουν λόγο γι’ αυτούς.
 
Φαντασμαγορικές ουρές των κομητών
Όταν οι κομήτες πλησιάζουν τον Ήλιο, η ηλιακή ακτινοβολία θερμαίνει τον πυρήνα τους και ο πάγος εξαχνώνεται. Τότε σχηματίζεται η κόμη γύρω από τον πυρήνα και κατόπιν η ουρά του. Η ακτίνα της κόμης εκτείνεται σε ακτίνα 105-106 χλμ. και διαστέλλεται με ταχύτητα της τάξης των 0,5 χλμ. ανά δευτερόλεπτο.
 
Οι φαντασμαγορικές ουρές των κομητών συνήθως έχουν κατεύθυνση αντίθετη από τον Ήλιο, μερικοί όμως παραβιάζουν τον γενικό κανόνα προσανατολίζοντας τις ουρές τους προς τον Ήλιο, που στην περίπτωση αυτή ονομάζονται «πώγωνες».
 
Η θερμοκρασία των κομητών στο αφήλιο της τροχιάς τους είναι μόνο λίγοι βαθμοί πάνω από το απόλυτο μηδέν, ενώ στο περιήλιό τους μπορεί να προσεγγίσει τους 4.500° C.
 
Κάθε χρόνο ανακαλύπτονται 5 έως 10 κομήτες, από τους οποίους περίπου οι τρεις είναι περιοδικοί, δηλαδή εμφανίζονται σε σχεδόν τακτά χρονικά διαστήματα.
 
Σήμερα είναι γνωστοί περισσότεροι από 1.000 κομήτες, από τους οποίους οι 400 έχουν παρατηρηθεί πριν ανακαλυφθεί το τηλεσκόπιο. Mε την πάροδο του χρόνου, οι κομήτες εξατμίζονται ή διασπώνται σε πολλά κομμάτια, τροφοδοτώντας συνεχώς με τα υπολείμματά τους τα μετεωρικά σμήνη.
 
Πώς δημιουργούνται;
Οι επικρατέστερες θεωρίες, οι οποίες προσπαθούν να εξηγήσουν τις φυσικές διαδικασίες που γέννησαν τους κομήτες, είναι δύο. Η πρώτη δέχεται ότι οι κομήτες δημιουργήθηκαν τα πρώτα 109 έτη της δημιουργίας του πλανητικού μας συστήματος σε μια περιοχή, που η πυκνότητα του πλανητικού πρωτονεφελώματος ήταν πολύ μικρή για να σχηματιστεί κάποιος σταθερός πρωτοπλανήτης.
 
Σύμφωνα με τις απόψεις του διάσημου Ολλανδού αστρονόμου Jan Oort, οι κομήτες συγκροτούν μια ομάδα 2×1011 περίπου αντικειμένων, το λεγόμενο Νεφέλωμα του Oort, που η συνολική τους μάζα είναι μικρότερη του ενός εκατοστού της μάζας της Γης. Το νέφος αυτό των κομητών τοποθετείται σε μια απόσταση 5-15×104 α.μ., και κάθε ένας από αυτούς διαγράφει τροχιές γύρω από τον Ήλιο μας, με πολύ μεγάλη εκκεντρότητα.
 
Σύμφωνα με μια δεύτερη θεωρητική άποψη, που υποστηρίχτηκε από τους Lyttleton, Bondi και Hoyle, οι κομήτες δεν δημιουργήθηκαν από το πρωτοπλανητικό υλικό, αλλά από συμπυκνώσεις ομογενούς μεσοαστρικής σκόνης, πυκνότητας 10-24 gr.cm-3.
 
Aρχικά, σύμφωνα μ’ αυτήν την άποψη, οι τροχιές των κομητών ήταν υπερβολικές με εστία τον Ήλιο μας. Αργότερα, όμως, κάτω από τις παρελκτικές δυνάμεις που ασκούσαν οι μεγάλοι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος, μετατράπηκαν σε παραβολικές ή ελλειπτικές.

Πιστές στο ραντεβού τους οι διάττοντες αστέρες Περσείδες στις 10-11 Αυγούστου

Για μια ακόμη χρονιά ένα φαντασμαγορικό φαινόμενο – μια βροχή εκατοντάδων διαττόντων αστέρων – θα εμφανιστεί στον ουρανό μετά τις 12 τα μεσάνυχτα 10 προς 11 Αυγούστου. Φέτος, μάλιστα, αναμένεται να είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό, λόγω του ότι συμπίπτει με τη Νέα Σελήνη (11/8). Ο αναμενόμενος αριθμός διαττόντων ανα ώρα (ZHR: Zenithal Hourly Rate) υπολογίζεται για φέτος να φτάσει στους 80. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που ήδη έχει ξεκινήσει από τον Ιούλιο και θα κρατήσει μέχρι το τέλος Αυγούστου. Η εμφάνιση των Περσειδών οφείλεται στον κομήτη Swift-Tuttle, ο οποίος περνάει κοντά στον Ήλιο περίπου κάθε 130 χρόνια. 
 
Την αιτία του φαινομένου της φωτεινής βροχής – που μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη νύχτα του Σαββάτου αν βρισκόμαστε στην ύπαιθρο και σε σκοτεινό μέρος- αποτελούν σωματίδια της σκόνης και υπολείμματα από τον πιο πάνω κομήτη. Φέτος ευνοείται η παρατήρηση τους γιατί το φεγγάρι θα βρίσκεται πριν το πρώτο τέταρτο, άρα δεν θα είναι τόσο έντονο και επιπλέον, θα δύει την ώρα που το φαινόμενο θα γίνεται πιο έντονο. Η κατεύθυνση των παρατηρητών θα πρέπει να είναι στραμμένη στα βορειοανατολικά, όπου βρίσκεται το ακτινοβόλο σημείο, δηλαδή προς τον αστερισμό του Περσέα. Το σημείο αυτό ανατέλλει μετά τα μεσάνυχτα. 
 
Συγκεκριμένα, κάθε Αύγουστο η Γη εισέρχεται σε ένα νέφος σωματιδίων σκόνης που άφησε πίσω του ο κομήτης Swift-Tuttle. Μπαίνοντας στην ατμόσφαιρα με ταχύτητα 60 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο, διαλύονται αφήνοντας ένα φωτεινό ίχνος στο σκοτεινό ουρανό. Αν είναι πολλά θα σχηματίσουν μια βροχή από μικρές, φευγαλέες λάμψεις. Τα μικρά σωματίδια της σκόνης έχουν τον όγκο των κόκκων της άμμου και βάρος ένα γραμμάριο. Υπολογίζεται ότι το βράδυ της Παρασκευής και του Σαββάτου οι διάττοντες θα πέφτουν με μία συχνότητα 60 έως 80 την ώρα.
 
Οι μετεωρίτες αυτοί φαίνεται να προέρχονται όλοι περίπου από τον αστερισμό του Περσέα, γι αυτό και ονομάστηκαν Περσείδες. Στην ουσία αποτελούν ένα τμήμα της ουράς του κομήτη Swift-Tuttle, ο οποίος πέρασε τελευταία φορά κοντά από τη Γη το 1992.
 
Η Γη κινούμενη στην τροχιά με ταχύτητα περίπου 30 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο (108.000 χιλιόμετρα την ώρα) περνά κάθε έτος αυτή την εποχή μέσα από ένα σύννεφο σωματιδίων που αφήνει πίσω του ο τακτικός κομήτης Swift-Tuttle. Τα σωματίδια αυτά είναι πολύ μικρά σε διαστάσεις με μέγεθος μερικών χιλιοστών αλλά επίσης ταχέως κινούμενα. Το νέφος και τα υπολείμματα της ουράς του κομήτη έχουν τεράστια έκταση που εκτιμάται ότι φτάνει έως και τα 80 εκατομμύρια χιλιόμετρα. Έτσι, το φαινόμενο επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο την ίδια εποχή, αλλά με διαφορετική ένταση. Το καλοκαίρι του 1993 ο αριθμός των μετεώρων έφτασε τα 500 την ώρα.
 
Σαν αποτέλεσμα της εισόδου της Γης στο νέφος αυτό είναι ένας μεγάλος αριθμός από τα σωματίδια του να προσκρούει στη γήινη ατμόσφαιρα με ταχύτητες 59 χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο, να υπερθερμαίνονται (όχι όμως λόγω της τριβής) μόλις φτάσουν στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας, σε ύψος 100 χιλιομέτρων, και να τα βλέπουμε σαν φωτεινές γραμμές στον ουρανό, σαν  μια φλεγόμενη ουρά μήκους δύο έως τριών μέτρων, δηλαδή σαν μια βροχή μετεωριτών.  Είναι δε απίθανο κάποιο από αυτά να φτάσει τελικά στην επιφάνεια της Γης.
 
Επειδή τα σωματίδια κτυπούν την ατμόσφαιρα από μπροστά ο αριθμός των μετεωριτών είναι μεγάλος λίγο πριν την ανατολή του Ηλίου. Μπορεί όμως οι περισσότεροι Περσείδες να φαίνονται νωρίς το πρωί, αλλά οι πιο εντυπωσιακοί φαίνονται μετά τα μεσάνυκτα και μέχρι τις 5 πμ. Αυτό γίνεται επειδή εκείνες τις ώρες φαίνονται τα σωματίδια που κτυπούν την ατμόσφαιρα με πολύ μικρές γωνίες και η προβολή του ίχνους τους στον ουρανό (η λεγόμενη ουρά) είναι πολύ μακριά και αναδεικνύει όλα της τα χρώματα.
 
Για πρώτη φορά το φαινόμενο παρατηρήθηκε το 36 μ.X., οπότε και καταγράφηκε στα αρχεία της κινεζικής Δυναστείας των Xαν. Οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι θα είναι έντονο κάθε καλοκαίρι, τουλάχιστον ως το 2126 που ο κομήτης Swift-Tuttle θα προσπεράσει την τροχιά της Γης.
 
Ο κομήτης αυτός παρατηρήθηκε για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1862 από τους αμερικανούς Λιούις Σουίφτ και Oρας Tατλ από τους οποίους και πήρε το όνομά του. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, ο κομήτης είναι αρκετά μεγάλος, όπως ο κομήτης που προσέκρουσε πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια στη Γη και ήταν υπεύθυνος για τον αφανισμό των δεινοσαύρων. Μάλιστα ορισμένοι αστρονόμοι είχαν υπολογίσει λανθασμένα ότι θα συγκρουστεί με τη Γη στις 14 Αυγούστου του 2126.
 
Το 2028 οι αστρονόμοι περιμένουν το φαινόμενο να είναι άκρως εντυπωσιακό, γιατί τότε αναμένεται μια βροχή 1.000 διάττοντων αστεριών την ώρα, καθώς η Γη θα απέχει περίπου 60.000 χιλιόμετρα από τον πυρήνα της σκόνης του κομήτη, που ευθύνεται για το φαινόμενο.

Ρητορεία και ρητορική: Οι αρετές του ύφους

(ἀρεταὶ τῆς λέξεως, virtutes elocutionis)

Oρθοέπεια
(ἑλληνίζειν, hellenismos / latinitas, puritas, Latine atque emendateloqui)
 
Η γραμματική ορθότητα και η γλωσσική καθαρότητα (η αποφυγή δηλαδή ξένων όρων) αποτελούν την πρώτη αρετή που πρέπει να διακρίνει το ύφος του λόγου, καθώς επιβεβαιώνουν ότι ο ομιλητής γνωρίζει καλά τη γλώσσα που χρησιμοποιεί για να συντάξει το κείμενό του (Κοϊντιλιανός, Institutio οratoria 1.5.1, 8.1.2, Κικέρων, De oratore 3.38). Η ύπαρξη της συγκεκριμένης αρετής ελέγχεται με σημείο αναφοράς τους μεμονωμένους όρους (verba singula) και τη σύνταξή τους, τη σύνθεση των λέξεων (verba coniuncta), και με κριτήρια α) τους κανόνες της γλώσσας (ratio), β) τη γλωσσική παράδοση (vetustas), γ) τη μαρτυρία των όρων που χρησιμοποιεί ο ομιλητής σε κείμενα σημαντικών ποιητών και συγγραφέων (auctoritas), δ) το έθος της ομιλίας (consuetudo).
 
Είναι προφανές ότι οι τρεις τελευταίες προϋποθέσεις-εγγυήσεις του κύρους λέξεων ή φράσεων μπορεί να βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους: για παράδειγμα, η αρχαιότητα μιας λέξης ή φράσης ή η χρήση της από σημαντικούς εκπροσώπους των Γραμμάτων εγγυάται καταρχήν την ορθότητά της, ωστόσο, είναι το γλωσσικό έθος, το αν δηλαδή η συγκεκριμένη λέξη ή φράση έχει ή όχι πολιτογραφηθεί γλωσσικά, που τελικά θα επισφραγίσει την εκφραστική αξία και τη δύναμή της. Στην περίπτωση που πρόκειται για (εξαιρετικά) σπάνια λέξη, είναι πιθανό η χρήση της να προκαλέσει στο ακροατήριο την εντύπωση ότι ο λόγος είναι ανοίκειος, ενώ δεν αποκλείεται να εγείρει και την αίσθηση της εκζήτησης. Σε κάθε περίπτωση έχει ενδιαφέρον η παρατήρηση του Κοϊντιλιανού (Institutio οratoria 1.6.2) ότι ακόμη και ένα γλωσσικό λάθος -μια απόκλιση από τη συμβατική και συνήθη χρήση της γλώσσας- μπορεί να προσδώσει τιμή σε εκείνον που υπέπεσε στο σφάλμα, αν για το ολίσθημά του έχει σημαντικούς προδρόμους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει εξάλλου και η παρατήρησή του ότι το γλωσσικό έθος διαμορφώνεται όχι με βάση τις γλωσσικές προτιμήσεις του απαίδευτου πλήθους των πολλών, αλλά τη συμφωνία των μορφωμένων (consensus eruditorum).
 
Λάθη στη χρήση των λέξεων χαρακτηρίζονται ως βαρβαρισμοί, ενώ όσα σχετίζονται με τη σύνταξη των όρων ονομάζονται σολοικισμοί. Ωστόσο η σαφής διάκριση του τύπου των λαθών δεν είναι πάντα δυνατή, για τον λόγο ότι συχνά τα λάθη στη γραμματική των μεμονωμένων όρων διακρίνονται, όταν ελέγξει κανείς τα συμφραζόμενά τους, δηλαδή τη σύνταξή τους.
 
Συμμετρία, Αναλογία, Ευπρέπεια
(πρέπον, aptum / decorum)
 
Ο όρος εμφανίζεται με ιδιαίτερη τεχνική σημασία κιόλας στη Ῥητορικὴ του Αριστοτέλη (3.7.1408a10-11): «Το ύφος θα είναι το πρέπον, αν πετυχαίνει να εκφράσει τα πάθη και τους χαρακτήρες και αν είναι ανάλογο προς το προκείμενο θέμα». Ωστόσο η αρχή του πρέποντος, που ορίζει τι πρέπει, τι ταιριάζει και ενδείκνυται, δεν αφορά μόνο το ύφος του λόγου. Πολύ περισσότερο αποτελεί τη βάση σύνθεσης της ομιλίας ως συνόλου, αφού διέπει κατά τις επιταγές της τέχνης όλα τα έργα του ρήτορα (την εύρεση, τη διάταξη, τη λέξη, την υπόκριση), κάθε στοιχείο του λόγου χωριστά αλλά και όλα μαζί ως ενότητα: οι ιδέες και τα επιχειρήματα θα πρέπει να συνάδουν προς το έργο της εύρεσης· η έκφραση θα πρέπει να είναι σύμμετρη προς τα αποτελέσματα αυτού του έργου: τα επιχειρήματα και οι θέσεις πρέπει να αποδίδονται με τους κατάλληλους λεκτικούς τρόπους, το ύφος να αντιστοιχεί με ακρίβεια στο πάθος, το ήθος και το θέμα του λόγου· οι κινήσεις του σώματος και ο τόνος της φωνής θα πρέπει να ανταποκρίνονται στη διάθεση που αποπνέει κάθε τμήμα του λόγου και να την υπογραμμίζουν. Επιπλέον, όλα τα στοιχεία της ομιλίας, όσα αφορούν κάθε έργο του ρήτορα χωριστά, θα πρέπει να συμφωνούν αρμονικά μεταξύ τους. Ο ομιλητής οφείλει ακόμη, όταν συνθέτει τον λόγο του, να συνεκτιμά τις συνθήκες εκφώνησής του (τον χρόνο, τον τόπο, την πολιτική συγκυρία) και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ακροατηρίου του. Ο λόγος θα πρέπει άλλωστε να ανταποκρίνεται στην προσωπικότητα, την ηλικία και τη θέση του ομιλητή. Ο ίδιος θα αντιληφθεί και θα τηρήσει όλες αυτές τις λεπτές αντιστοιχίες και συμμετρίες με βασικό κριτήριο και οδηγό την οξεία κριτική δύναμη (iudicium) και τη γνώμη του για τις γενικότερες συνθήκες γέννησης και παρουσίασης του λόγου του (consilium).
 
Σαφήνεια
(σαφήνεια, perspicuitas)
 
Η αρετή της σαφήνειας διακρίνει τον λόγο που κατανοούν όχι μόνο οι ειδικοί αλλά και οι αδαείς (Κοϊντιλιανός, Institutio oratoria 8.2.22). Η συγκεκριμένη αρετή θα πρέπει να διέπει, όπως και η αρετή του πρέποντος, όλα τα έργα του ρήτορα. Στη σαφήνεια του περιεκτικού και συγκροτημένου τρόπου έκφρασης συμβάλλει η σαφής και εύλογη δομή του λόγου, η απουσία ελλείψεων και πλατειασμών, η καθαρή, εκφραστική και κατάλληλα χρωματισμένη εκφώνηση όπως και η ενδεδειγμένη κίνηση και γλώσσα του σώματος. Η σκοτεινότητα συνιστά καταρχήν το σφάλμα που βρίσκεται στον αντίποδα της συγκεκριμένης αρετής. Ωστόσο, μπορεί κάποτε ο ομιλητής να επιδιώκει τη σκοτεινή και αινιγματική διατύπωση, όταν, για παράδειγμα, θα πρέπει να επικοινωνήσει μέσα από υπαινιγμούς με ένα συγκεκριμένο ακροατήριο, χωρίς δηλαδή να γίνει αντιληπτός από το σύνολο των ακροατών (ή των αναγνωστών) του. Υπάρχουν μάλιστα λογοτεχνικά είδη, όπως η σάτιρα, όπου η υπαινικτική-προστατευτική διατύπωση είναι σκόπιμη και μάλιστα αναμενόμενη.
 
Όταν κάνουμε λόγο για σαφή χρήση κάθε όρου χωριστά, εννοούμε ότι για τη δήλωση κάθε προσώπου, πράγματος ή γεγονότος χρησιμοποιούνται οι αντίστοιχες κατάλληλες, κυριολεκτικές ονομασίες. Ωστόσο, ακόμη και η μεταφορική χρήση της γλώσσας μπορεί να υπηρετεί τη σαφήνεια του λόγου, όταν ένας όρος, δηλαδή η έκφραση μιας εικόνας που μεταφέρεται από άλλο σημασιολογικό περιβάλλον, αποδίδει με ενάργεια ό,τι πρέπει να δηλωθεί.
 
Καλλιέπεια
(κόσμος, ornatus)
 
Όποιος απλώς εκφράζεται ορθά, με σαφήνεια και βάσει των αρχών του πρέποντος δεν κατέχει ακόμη την τέχνη της γλωσσικής διατύπωσης σε όλη της την έκταση. Μάλιστα ο ρήτορας μπορεί να επιδιώκει με άλλα έργα του -την εύρεση, τη διάταξη, την υπόκριση- να κερδίσει την κρίση του εξειδικευμένου κοινού του, με τον καλλωπισμό όμως του λόγου του, τους ιδιαίτερους και εντυπωσιακούς εκφραστικούς του τρόπους ζητά να προκαλέσει τον θαυμασμό του μεγάλου πλήθους γι' αυτόν τον ίδιο και το έργο του (Κοϊντιλιανός, Institutio οratoria 8.3.2). Αυτοί οι εκφραστικοί τρόποι, που δεν αποτελούν απλώς δυνατά αλλά επιπλέον λαμπερά όπλα, συνθέτουν τον κόσμον του λόγου, τον στολισμό του, που αποβλέπει στο να γοητεύσει το κοινό και τελικώς να το πείσει τέρποντάς το. Η καλλιέπεια έχει λοιπόν διττή λειτουργία: αισθητική και πρακτική. Συμβάλλοντας με την εντύπωση που προκαλεί, στη διέγερση του ενδιαφέροντος του ακροατηρίου ενισχύει την πειθώ και την αποτελεσματικότητα του λόγου.
 
Όπως και οι άλλες αρετές του ύφους έτσι και η συγκεκριμένη αναδεικνύεται τόσο μέσα από τις μεμονωμένες λέξεις όσο και μέσα από τη σύνθεση των λέξεων, τις εκτενέστερες φράσεις. O ρήτορας καλλωπίζει τον λόγο του χρησιμοποιώντας ρητορικά σχήματα και τρόπους, κυρίως τη μεταφορά, αλλά και εύηχες λέξεις, επιπλέον σε κάποιες περιπτώσεις λέξεις αρχαίες αλλά και νεολογισμούς. Στην πραγματικότητα οι τρόποικαι τα σχήματα εμφανίζονται σε μια μεγάλη ποικιλία μορφών και η χρήση τους στον λόγο αναδεικνύει τη φαντασία και την ευστροφία του ομιλητή.
 
Υπάρχουν άλλωστε διάφοροι τύποι και ποιότητες κόσμου: ο αδρός, που προφυλάσσει από την εκζήτηση και την υπερβολή και προσδίδει αρρενωπότητα, δύναμη και αυστηρότητα στον λόγο, ο λαμπρός, που συνίσταται στην αποφυγή ευτελών όρων και φράσεων, μπορεί όμως να αποπνέει, όταν υπάρχει υπερβολή, και μια αίσθηση ματαιοδοξίας, ο οξύνους, που προβλέπει τη χρήση σχημάτων, όπως η ειρωνεία, η παρονομασία, το πολύπτωτον, η υποφορά και η ανθυποφορά, ο άφθονος, εδώ έχουμε, μεταξύ άλλων, περιφράσεις, ισόκωλα, ο ιλαρός, συγγενής του οξύνου, που αναδεικνύει την πνευματώδη διάθεση του ομιλητή, o τερπνός, που διακρίνεται από χρήση εύηχων και ρυθμικών λέξεων και φράσεων, ο επιμελής, που προβάλλει τη φροντίδα και την προσοχή του ρήτορα, ο ανθηρός, που χαρακτηρίζεται από ποικιλία, ο οξυδερκής, με κύριο γνώρισμά του τη διεισδυτική σαφήνεια που είναι ικανή να αναδείξει όλες τις πτυχές του θέματος.

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Εὐμενίδες (1021-1047)

ΕΞΟΔΟΣ

ΑΘ. αἰνῶ τε μύθους τῶνδε τῶν κατευγμάτων
πέμψω τε φέγγει λαμπάδων σελασφόρων
ἐς τοὺς ἔνερθε καὶ κατὰ χθονὸς τόπους
ξὺν προσπόλοισιν αἵτε φρουροῦσιν βρέτας
1025 τοὐμόν, δικαίως. ὄμμα γὰρ πάσης χθονὸς
Θησῇδος ἐξίκοιτ᾽ ἄν, εὐκλεὴς λόχος
παίδων, γυναικῶν, καὶ στόλος πρεσβυτίδων,
. . .
φοινικοβάπτοις ἐνδυτοῖς ἐσθήμασι
τιμᾶτε, καὶ τὸ φέγγος ὁρμάσθω πυρός,
1030 ὅπως ἂν εὔφρων ἥδ᾽ ὁμιλία χθονὸς
τὸ λοιπὸν εὐάνδροισι συμφοραῖς πρέπῃ.

ΠΡΟΠΟΜΠΟΙ
βᾶτε νόμῳ, μεγάλαι φιλότιμοι [στρ. α]
Νυκτὸς παῖδες ἄπαιδες, ὑπ᾽ εὐθύφρονι πομπᾷ,
1035 (εὐφαμεῖτε δέ, χωρῖται.)

γᾶς ὑπὸ κεύθεσιν ὠγυγίοισιν, [ἀντ. α]
[καὶ] τιμαῖς καὶ θυσίαις περίσεπται τύχᾳ τε.
(εὐφαμεῖτε δὲ πανδαμεί.)

ἵλαοι δὲ καὶ εὐθύφρονες γᾷ [στρ. β] 1040
δεῦρ᾽ ἴτε, Σεμναὶ ‹θεαί›, πυριδάπτῳ
λαμπάδι τερπόμεναι καθ᾽ ὁδόν.
(ὀλολύξατε νῦν ἐπὶ μολπαῖς.)

†σπονδαὶ δ᾽ ἐς τὸ πᾶν ἔνδαιδες οἴκων† [ἀντ. β]
1045 Παλλάδος ἀστοῖς· Ζεὺς ‹ὁ› πανόπτας
οὕτω Μοῖρά τε συγκατέβα.
(ὀλολύξατε νῦν ἐπὶ μολπαῖς.)

***
ΑΘΗΝΑ
Τους καλούς λόγους δέχομαι και τις ευχές σας
και με φεγγόβολες λαμπάδες θα οδηγήσω
το δρόμο σας στης γης μες στους βαθείς τους τόπους
μαζί με τις ιέρειες που τ᾽ άγαλμά μου
φυλάγουν· κι είναι δίκιο· γιατί πρέπει τ᾽ άνθος
όλης της χώρας του Θησέα να ᾽ρθει μαζί μας,
τ᾽ αρχοντολόι το διαλεχτό, κόρες, γυναίκες
και συνοδειά κι οι σεβαστές οι πρεσβυτέρες.

με πορφυροβαμμένους στολισμένες πέπλους
τιμάτε τις θεές. Εμπρός, κι ας ξεχυθούνε
τα φέγγη της φωτιάς, που έτσι να πρέπει πάντα
1030 καλόγνωμη κι η παρουσία των στη γη μας
με τ᾽ άνθισμα γενιάς αντρείας κι ευτυχισμένης.

ΟΙ ΣΥΝΟΔΕΥΤΡΕΣ
Κινήσετε το δρόμο σας, μεγάλες, δοξαστές
παρθένες κόρες της Νυχτός,
που οι συνοδειές μας με τιμή σας προβοδούν,
— Κι όλα τα πλήθη σιωπή
μ᾽ ευλάβεια ας κρατούν —

μες στα πανάρχαια τ᾽ άδυτα της γης, όπου τιμές
περίσσια απ᾽ άλλες ζηλευτές,
θυσίες αγνές και προσφορές σάς καρτερούν.
— Κι όλα τα πλήθη σιωπή
μ᾽ ευλάβεια ας κρατούν.

Καλοπροαίρετες σ᾽ αυτή τη χώρα και πιστές
1040 ελάτε, θέαινες σεβαστές, κι η φεγγερή
στο δρόμο σας λαμπάδ᾽ ας σας ευφραίνει
— Κι ας συνοδεύει τους ψαλμούς
τώρα ο λαός μ᾽ αλαλαγμούς.

Παντοτινή ευτυχία αυτές θα μένουνε οι σπονδές
για της Παλλάδας το λαό· γιατ᾽ έτσι ο δυνατός
ο Δίας κι η Μοίρα ᾽ναι συμφωνημένοι.
— Κι ας συνοδεύει τους ψαλμούς
1047 τώρα ο λαός μ᾽ αλαλαγμούς.