Τετάρτη 8 Αυγούστου 2018

ΗΓΕΤΕΣ, ΠΛΗΘΗ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ: Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΟΝ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Ο Θουκυδίδης αφιερώνει σημαντικό μέρος της Ιστορίας του στην παρουσίαση συζητήσεων που έγιναν δημόσια. Αποδίδει ίση σημασία στον διάλογο που διεξάγεται ενώπιον συλλογικών σωμάτων, επιφορτισμένων με την ευθύνη της λήψης αποφάσεων, και στις ενέργειες που πηγάζουν από τις αποφάσεις αυτές. Οι λόγοι των Κερκυραίων και των Κορινθίων στο 1° Βιβλίο (1.32-43) σχεδόν υπερβαίνουν σε έκταση την αφήγηση που ακολουθεί (1.44-55), ενώ τα γεγονότα που ακολουθούν μετά τον διάλογο για την τύχη της Μυτιλήνης (3.37-48) δεν καταλαμβάνουν περισσότερο από μία σελίδα των εκδόσεων της Οξφόρδης (3-49-50). Παρ’ όλα αυτά, ο Θουκυδίδης είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, ώστε πουθενά να μη δώσει την εντύπωση ότι η τεχνική ενός ρήτορα διαδραμάτιζε από μόνη της ρόλο καθοριστικό στη διαμόρφωση της πολιτικής στις πολιτικές κοινότητες της εποχής του. Δίχως αμφιβολία, όσοι λάμβαναν τον λόγο έδιναν τον καλύτερό τους εαυτό, ενώ και ο ίδιος ο ιστορικός καταβάλλει σημαντική προσπάθεια προκειμένου να εφοδιάσει όλους τους λόγους που περιέλαβε στο έργο του με τα δέοντα, τα κατάλληλα για κάθε περίσταση ρητορικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα επιχειρήματα. Είχε ωστόσο την άποψη ότι η συμπεριφορά των ανθρώπων την ώρα που ψηφίζουν καθορίζεται από πολύ βαθύτερα και πιο σύνθετα αίτια από ό,τι η δύναμη του προφορικού λόγου (ο Θουκυδίδης επισημαίνει λ.χ. ότι οι λόγοι δεν έπαιζαν μείζονα ρόλο στην απόφαση των Σπαρτιατών να κηρύξουν τον πόλεμο στην Αθήνα: 1.88, βλ. και 1.23.6).
 
Πώς λοιπόν κατέληγαν σε αποφάσεις τα πολυπληθή σώματα, και ιδιαίτερα οι συνελεύσεις των δημοκρατικών πόλεων όπως η Αθήνα; Το έργο του Θουκυδίδη περιέχει έναν μεγάλο όγκο πληροφοριών σχετικά με την πολιτική επικοινωνία και τον ρόλο της κοινής γνώμης στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Στο κεφάλαιο αυτό θα εξετάσουμε το φαινόμενο της αλληλεπίδρασης μεταξύ πολιτικών ηγετών και κοινού, σε μια προσπάθεια να δείξουμε πώς ο Θουκυδίδης συνέλαβε και αποτύπωσε τους μηχανισμούς της λήψης αποφάσεων στις Ελληνικές πόλεις-κράτη του 5ου αιώνα.
     
Ο έλεγχος του δημοσίου λόγου:
Κοινή γνώμη, δημόσιες αγορεύσεις και η αφήγηση του Θουκυδίδη
 
Οι αντιδράσεις του κοινού βρίσκονται πολύ συχνά στο επίκεντρο της αφήγησης, και φαίνεται ότι όντως απασχολούσαν αδιάκοπα πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους. Σε καιρό πολέμου η κοινή γνώμη επιδεικνύει ξεχωριστή ευαισθησία για τα ζητήματα της νίκης, της ήττας και της στρατιωτικής διοίκησης. Ο Νικίας απέκτησε μεγάλη φήμη χάρη στις επιτυχίες του ως στρατηγός στον Αρχιδάμειο πόλεμο,[1] γεγονός που εξηγεί την (όψιμη) είσοδό του στον πολιτικό στίβο τα επόμενα έτη. Από την άλλη πλευρά πάλι, η αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του Αλκιβιάδη από το κοινό οδηγεί τελικά στην κα­θαίρεσή του. Το γεγονός τονίζεται εύλογα από τον Θουκυδίδη, που επισημαίνει την πλήρη διάσταση αυτής της συμπεριφοράς με τις στρατιωτικές ικανότητες του Αλκιβιάδη: ‘...κράτιστα διαθέντι τά τοῦ πολέμου...’ [... αν και ... ήταν άριστος για τα πολεμικά ζητήματα ...] 6.15-4.[2] Οι στρατηγοί ήταν υποχρεωμένοι να υπολογίζουν τον αντίκτυπο που θα είχαν οι ενέργειες τους στην Αθήνα.[3] Το 426 ο Δημοσθένης απέφυγε να επιστρέφει στην Αθήνα ύστερα από μια αποτυχημένη επιχείρηση στην Αιτωλία. Παρέμεινε στην περιοχή της Ναυπάκτου ‘φοβούμενος την οργή των Αθηναίων’ (3.98.5). Ο Δημοσθένης ήταν προφανώς γνώστης συμβάντων, όπως αυτά που περιγράφονται στο 2.70: οι Αθηναίοι στρατηγοί που είχαν συνθηκολογήσει με την πολιορκημένη Ποτείδαια (χειμώνας του 429) κατηγορήθηκαν από τους Αθηναίους ότι δεν επέβαλαν αρκετά σκληρούς όρους στην εξουθενωμένη πόλη. Και στις δύο περιπτώσεις η κριτική κατά των επικεφαλής φαίνεται δικαιολογημένη, στον βαθμό που η αφήγηση μας επιτρέπει να κρίνουμε.[4] Ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί τον ρόλο της κοινής γνώμης, έστω και αν στις περιπτώσεις που αναφέραμε δεν φαίνεται η αντίδρασή της να έφθασε μέχρι τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων. Όταν πάλι ο Θουκυδίδης θεωρεί μια απόφαση λανθασμένη, ενδέχεται να την αποσιωπά ολοκληρωτικά. Η αφήγηση υποδηλώνει ότι η στρατηγία τού ιδίου στην Βόρειο Ελλάδα υπήρξε άμεμπτη, παρά την απώλεια της Αμφίπολης που πέρασε στα χέρια του Βρασίδα (4.103-108). Η εξορία του Θουκυδίδη θα αναφερθεί αργότερα (5.26.5, σε συμφραζόμενα που παραπέμπουν στον ευεργετικό της αντίκτυπο στη σύνταξη του έργου), όμως η αφήγηση στο 4° Βιβλίο στερεί από τους Αθηναίους την ευκαιρία να καταδικάσουν τον ιστορικό ως στρατηγό. Η εκδοχή του ιστορικού δεν επιδέχεται αντίλογο.
 
Πίσω από τις επιλεκτικές αναφορές και τις σημαίνουσες παραλείψεις στην παρουσίαση των δημόσιων αντιπαραθέσεων μπορεί κανείς να διακρίνει μια αρχή που διέπει τη σύνθεση του έργου. Ο Περικλής δεν έχει αντίπαλο στο έργο του Θουκυδίδη, ενώ καμία από τις δύο συμβουλευτικές δημηγορίες του δεν συνοδεύεται από έναν αντίλογο, παρά το γεγονός ότι ο ιστορικός αναφέρεται με συντομία στην ύπαρξη διαφορετικών απόψεων (1.139.4)[5] ή εχθρικών προς αυτόν αισθημάτων (2.59.3, 2.65.2-3). Επιπλέον, μέχρι τον θάνατο του Περικλή κανένας άλλος Αθηναίος δεν εμφανίζεται στην Ιστορία ως αξιόλογος πολιτικός.[6] Καταδικάζοντας κάθε άλλη φωνή σε σιγή, το έργο του Θουκυδίδη μετατρέπεται σε εύγλωττη μαρτυρία της πεποίθησης του συγγραφέα: ἐγίγνετό τε λόγῳ μέν δημοκρατία ἔργῳ δέ ὑπό τοῦ πρώτου ἀνδρός ἀρχή 2.65.9 [έτσι η πολιτεία φαινομενικά ήταν δημοκρατία, ενώ στην πραγματικότητα την κυβερνούσε ο πρώτος της πολίτης]. Ο Περικλής παρουσιάζεται ως ο πιο επιτυχημένος πολιτικός όσον αφορά τον έλεγχο της κοινής γνώμης. Ή αιτία ήταν ότι ο Περικλής, αντλώντας δύναμη από το κύρος και την πολιτική κρίση του, και καθώς ήταν ολοφάνερο πως δεν δεχόταν δώρα, επιβαλλόταν στο πλήθος χωρίς να του στερεί την ελευθερία του. Και περισσότερο τους κατηύθυνε παρά τον κατηύθυναν, γιατί τη δύναμή του δεν τη στήριζε σε μεθόδους ανάρμοστες λέγοντας αυτά που θα ευχαριστούσαν το πλήθος, αλλά με το κύρος του μπορούσε και να αντιταχθεί στις ορέξεις τους’ (2.65.8). Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε μια ανίχνευση των τεχνικών που επέτρεψαν μια τέτοια κυριαρχία στο πλαίσιο του δημοκρατικού συστήματος της Ελληνικής πόλεως, όπως αυτές εκτίθενται στο έργο του Θουκυδίδη.
 
Ι. Ο έλεγχος του πλήθους Ο έλεγχος των διαύλων της επικοινωνίας
 
Όπως ο Θουκυδίδης διατηρεί πλήρως τον έλεγχο της αφήγησής του, έτσι και οι πρωταγωνιστές στο έργο του πρέπει να ελέγχουν τις πολιτικές διεργασίες, ώστε να διασφαλίσουν την επίτευξη των στόχων τους. Σε μια δημοκρατική πόλη οι κύριοι δίαυλοι επικοινωνίας με το κοινό ήταν τα συλλογικά πολιτικά σώματα, που κάποτε ταυτίζονταν με το σύνολο των πολιτών, όπως στην Αθηναϊκή εκκλησία. Όταν ο Περικλής βρισκόταν αντιμέτωπος με την εχθρότητα ενός μεγάλου μέρους των πολιτών, απέφευγε να συγκαλέσει την εκκλησία του δήμου, έτσι ώστε να ελαχιστοποιήσει την αποτελεσματικότητα των διαμαρτυριών εναντίον του (2.22.1).[7] Δεν έδινε στο πλήθος την ευκαιρία να μετατραπεί σε όχλο.[8] Ο Περικλής ήταν πεπεισμένος ότι οι αντίπαλοί του θα ήταν σε θέση να βλάψουν το κύρος του, σε περίπτωση που τους παραχωρούσε το βήμα. Όταν τα πλήθη πιστεύουν ότι έχουν υποστεί βλάβη (στις λεγόμενες καταστάσεις ‘μετά την καταστροφή’), έχουν την τάση να προσάπτουν μομφές σε εκείνους που θεωρούν υπεύθυνους.[9] Για τον λόγο αυτόν ο Περικλής προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο, αποφεύγοντας την αρνητική δημοσιότητα. Οι πράξεις του βρίσκονται σε συμφωνία με τη βασική αρχή των δημοσίων σχέσεων: μεγιστοποίηση της θετικής δημοσιότητας και ελαχιστοποίηση της αρνητικής.[10]
 
Αντίθετα, η αναχώρηση του Αλκιβιάδη για τη Σικελία με την ιδιότητα του επικεφαλής της εκστρατείας τού στερεί κάθε δυνατότητα να διατηρήσει την κατάσταση υπό έλεγχο. Ενώ είχε λάβει υποσχέσεις ότι δεν θα δικαζόταν ερή­μην για κατηγορίες που εκκρεμούσαν, μόλις αναχώρησε, οι αντίπαλοί του βρήκαν την ευκαιρία να προκαλέσουν την καταδίκη του, στερώντας έτσι από την πόλη τις υπηρεσίες τού πιο καταλλήλου ηγέτη της επιχείρησης (6.29, 6.61).
 
      Ο έλεγχος των διαδικασιών ήταν επομένως το κλειδί για τον έλεγχο του δημόσιου λόγου, στο μέτρο που ήταν δυνατόν να επηρεασθούν τα γεγονότα. Οι Μήλιοι αξιωματούχοι φοβούνταν ότι οι επικεφαλής της Αθηναϊκής δύναμης θα ήταν ικανοί να παραπλανήσουν τους κατοίκους του νησιού και γι’ αυτό δεν τους έδωσαν την ευκαιρία να απευθυνθούν στο πλήθος. Το σκεπτικό τους εκτίθεται από τους Αθηναίους: ὅπως δή μή ξυνεχεῖ ῥήσει οἱ πολλοί ἐπαγωγά καί ἀνέλεγκτα ἐσάπαξ ἀκούσαντες ἡμῶν ἀπατηθῶσιν 5.85 [για να μην παρασυρ­θεί το πλήθος από τα πειστικά επιχειρήματα που θα εκθέταμε σε μια συνεχή αγόρευση και τα οποία δεν θα μπορούσαν να ελέγξουν]. Έτσι, οι άρχοντες των Μηλίων συνομίλησαν με τους Αθηναίους απεσταλμένους κεκλεισμένων των θυρών: Η μοναδικότητα του Διαλόγου των Μηλίων στο έργο του Θουκυδίδη υπογραμμίζει την ασυνήθιστη αυτή διαδικασία. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο δήμος θα κρατούσε την ίδια ‘περήφανη’ στάση, που, όπως φροντίζουν να δηλώσουν οι Αθηναίοι, και όπως θα αντιληφθεί από τα ίδια τα γεγονότα ο αναγνώστης, σήμαινε την βέβαιη εκτέλεση όλων των ανδρών και την αιχμαλωσία γυναικών και παιδιών. Η πλειονότητα των θυμάτων της Μήλου δεν είχε καν τη δυνατότητα επιλογής[11] - την ώρα του πολέμου, ωστόσο, ακόμη και σύγχρονες δημοκρατίες καταφεύγουν στη λογοκρισία.
     
Ο έλεγχος του περιεχομένου της επικοινωνίας
 
Ο όρος ἀνέλεγκτα, τον οποίον χρησιμοποιούν οι Αθηναίοι απεσταλμένοι στη Μήλο, στρέφει την προσοχή μας προς μια κρίσιμη παράμετρο διαδικασίας λήψης αποφάσεων: τον έλεγχο των διαθέσιμων πληροφοριών. Μιλώντας στους κατοίκους των πόλεων της Χαλκιδικής, ο Βρασίδας προβάλλει ψευδείς ισχυρισμούς σχετικά με τις πρόσφατες στρατιωτικές επιχειρήσεις στα Μέγαρα (4.66- 74), σε μια προσπάθεια να καλλιεργήσει παραπλανητικές εντυπώσεις ως προς την πολεμική ισχύ και το ηθικό Αθηναίων και Σπαρτιατών.[12] Το ακροατήριό του δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει ή να αντικρούσει όσα τους έλεγε, σε αντίθεση με τους αναγνώστες της Ιστορίας, οι οποίοι έχουν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι ψεύδεται (4.85.7, 4.108.5). Τα λόγια του Βρασίδα χαρακτηρίζονται ευθέως επαγωγά (με έναν όρο δηλαδή που χρησιμοποιούν και οι Αθηναίοι στη Μήλο) και ἐφολκά (4.108.5). Η άγνοια από μέρους των ακροατηρίων του επιτρέπει στον Βρασίδα να χρησιμοποιεί τα ίδια επιχειρήματα και τεχνάσματα σε διαφορετικές πόλεις (4.120.3).
 
Επειδή το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού δεν είχε πρόσβαση σε πηγές πληροφόρησης, οι πολιτικοί ηγέτες ήταν υπεύθυνοι για τη διάδοση πληροφοριών και γνώσεων. Ο Περικλής ποτέ δεν εκμεταλλεύτηκε την άγνοια του ακροατηρίου του. Οι λόγοι του πληροφορούσαν, συμβούλευαν, εξηγούσαν, προέβλεπαν γεγονότα, προειδοποιούσαν.[13] Αντίθετα ο Αλκιβιάδης εξαπατούσε τους Αθηναίους, δημιουργώντας ψευδείς προσδοκίες και πείθοντάς τους λ.χ. να επιτεθούν στη Σικελία, έναν τόπο μακρινό, για τον οποίο δεν γνώριζαν σχεδόν τίποτα (6.1).[14] Ο ιστορικός αφιερώνει μια αυτοτελή ενότητα, τη λεγάμενη Σικελική αρχαιολογία (6.205), στην ιστορία και τους κατοίκους της νήσου, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο στον αναγνώστη τη δυνατότητα να συλλάβει το μέγεθος της άγνοιας των Αθηναίων.[15] Ο αναγνώστης για πρώτη φορά ακούει για τον Αλκιβιάδη με αφορμή το τέχνασμα που επινόησε για να προωθήσει τη σύναψη συνθήκης με το Άργος και να υπονομεύσει τις διαπραγματεύσεις του Νικία με τη Σπάρτη (5.43-46). Το τέχνασμα συνίσταται στην παρεμπόδιση της ροής πληροφοριών προς τους συμπολίτες του: πείθει τους απεσταλμένους της Σπάρτης να αποσιωπήσουν στον λόγο τους προς τους Αθηναίους το γεγονός ότι έχουν πλήρη εξουσιοδότηση να διαπραγματευθούν και να συμφωνήσουν τους όρους της συνθήκης ειρήνης με τους Αθηναίους. Τους διαβεβαίωσε ότι θα ήταν καλύτερο να εξασφαλίσει ο ίδιος μια τέτοια απόφαση. Αντί γι’ αυτό εκ- μεταλλεύθηκε τη δημόσια δήλωση των Σπαρτιατών ότι δεν είχαν τέτοια εξουσιοδότηση προκειμένου να στρέψει τους Αθηναίους εναντίον τους, ώστε να απορρίψουν τη συμφωνία.
 
Υπάρχουν περιπτώσεις που οι πολιτικοί είναι υποχρεωμένοι να υπερασπιστούν την αξιοπιστία των πληροφοριών τους. Η πληροφορία είναι δύναμη και ως τέτοια προκαλεί συχνά τον φόβο: ο Κλέων επέμενε να αμφισβητεί την ορθότητα των πληροφοριών σχετικά με τις κακουχίες του Αθηναϊκού αποσπάσματος στην Πύλο, σκοπεύοντας να συντηρήσει την εντύπωση ότι ο πόλεμος ευνοούσε τους Αθηναίους. Η στάση του, παρ’ όλα αυτά, υπαγορευόταν από μια καιροσκοπική τακτική. Ο Κλέων γνώριζε πολύ καλά ότι οι Αθηναίοι δεν θα παρέμεναν απληροφόρητοι επί πολύ χρόνο και έτσι βρέθηκε σε δίλημμα: ή θα ορίζονταν νέοι απεσταλμένοι, οι οποίοι θα διαπίστωναν την πραγματική κατάσταση, ή θα αποστελλόταν ο ίδιος επί τόπου με μια επικουρική δύναμη. Γνωρίζοντας ότι η αποκάλυψη της αλήθειας θα αποδείκνυε την ανευθυνότητά του, ο Κλέων επέλεξε τη δεύτερη λύση. Όπως παρατηρεί ο Θουκυδίδης, η αδυναμία του προκάλεσε τα γέλια των Αθηναίων (4.27-28). Το γέλιο αποκαλύπτει περιφρόνηση και καταστρέφει την εικόνα σοβαρότητας του ρήτορα - στη συγκεκριμένη περίπτωση γελοιοποιεί τον ισχυρισμό του ότι έκρινε ορθά τα νέα από το πεδίο της μάχης. Στην περίπτωση του Κλέωνα ο χλευασμός του από το πλήθος φαίνεται δικαιολογημένος. Υπάρχει μία ακόμη περίπτωση στην Ιστορία στην οποία ένας πολιτικός έρχεται αντιμέτωπος με τα γέλια του πλήθους, σε εκείνην όμως την περίπτωση η γελοιοποίηση είναι άδικη. Ο Συρακούσιος Ερμοκράτης αξιοποίησε στο έπακρο πληροφορίες από διάφορες πηγές (πολλαχόθεν, 6.21.1) ότι το Αθηναϊκό ναυτικό έπλεε προς τη Σικελία: αντιδρώντας ακαριαία και συνετά, απηύθυνε έκκληση προς όλους τους Σικελούς να συνεργασθούν και να αρχίσουν να ετοιμάζονται με σοβαρότητα για τον πόλεμο (6.33-34). Παρ’ όλα αυτά βρίσκει απέναντι του τον δήμο των Συρακουσών διχασμένο. Αρκετοί πολίτες αμφέβαλλαν για την αξιοπιστία των ειδήσεων, ενώ άλλοι προσπάθησαν να υποβαθμίσουν τη σημασία της απειλής. Ο δημαγωγός Αθηναγόρας προσπάθησε να δυσφημίσει τον Ερμοκράτη, ισχυριζόμενος ότι εκφόβιζε το πλήθος με ιδιοτελή κίνητρα. Μάλιστα, ορισμένοι από το ακροατήριο προσπάθησαν να παρασύρουν το πλήθος σε γέλια σε βάρος του Ερμοκράτη. Χρειάστηκε η παρέμβαση ενός στρατηγού, ώστε να κλείσει ομαλά η σύνοδος της εκκλησίας (6.41). Σε αυτή τη σκηνή ο Ερμοκράτης, τον οποίον αργότερα ο Θουκυδίδης επαινεί με θέρμη για τη σύνεση και την ανδρεία του (6.72), αποδείχτηκε ανίκανος να πείσει το πλήθος για μια εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση. Αυτό το επεισόδιο επιβεβαιώνει την προβληματική αλληλεπίδραση μεταξύ του πλήθους και του Ερμοκράτη και είναι συμπτωματικό για τα πολιτικά ήθη που επικρατούσαν στις Συρακούσες εκείνη την εποχή.[16] Παρ’ όλα αυτά, ο αναγνώστης καταγράφει το γεγονός ότι δεν ήταν ο Ερμοκράτης, αλλά ο ανώνυμος στρατηγός εκείνος που τελικά διέσωσε την κατάσταση.
 
Σε τέτοιες περιστάσεις η διάκριση ανάμεσα στην αλήθεια και τις φήμες, τις ανεπιβεβαίωτες πεποιθήσεις του καθενός,[17] ήταν δύσκολη, καθώς δεν υπήρχαν θεσμοθετημένα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τεχνολογίες της πληροφόρησης. Έτσι, έσχατο κριτήριο προσανατολισμού των ανθρώπων παρέμενε σε στιγμές αμφιβολίας η αποτελεσματική τους επικοινωνία με τον ηγέτη. Αυτή σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από το κύρος του πολιτικού και την ικανότητά του να χειρίζεται το πλήθος.
 
Θεωρητική άποψη της ψυχολογίας του πλήθους
 
Ο Θουκυδίδης είχε αντιληφθεί πόσο σημαντικό ήταν για τους πολιτικούς να κατέχουν ειδικές γνώσεις για τη συμπεριφορά των μαζών. Σε αντίθεση με τον Κλέωνα, ο οποίος κατά τη συζήτηση για την Πύλο φαίνεται περισσότερο να υπόκειται ο ίδιος στον έλεγχο του πλήθους παρά να ασκεί έλεγχο επάνω του, ένας καλός πολιτικός δεν πρέπει να αυτοσχεδιάζει -  πριν από όλα πρέπει να είναι γνώστης των ιδιορρυθμιών της ψυχολογίας των μαζών. Το έργο του Θουκυδίδη μελετά την ανθρώπινη συμπεριφορά, στην οποία ο ιστορικός διακρίνει χαρακτηριστικά κατά το μάλλον ή ήττον σταθερά, που πηγάζουν από την ίδια την ανθρώπινη φύση.[18] Ο Θουκυδίδης αναφέρεται ρητά στη συλλογική συμπεριφορά και την ψυχολογία του όχλου (3.8) ως αντικείμενα ειδικής παρατήρησης.[19] Προσπαθεί ‘να αναγνωρίσει διαδικασίες που παρουσιάζονται με μεγάλη συχνότητα’.[20] Ο Περικλής ενσαρκώνει και ως προς αυτό το σημείο τον ιδανικό αναλυτή. Στηριζόμενος στη μελέτη της συλλογικής συμπεριφοράς μπορεί με ευχέρεια να κάνει εμπεριστατωμένες προβλέψεις. Επιχειρεί να αποτρέψει τις μεταπτώσεις στη διάθεση του κόσμου,[21] κάνοντας λόγο ανοικτά γι’ αυτό το ενδεχόμενο, και προλαβαίνει ή απαλύνει τις αντιδράσεις του ακροατηρίου επανερχόμενος στη συζήτηση του θέματος και υπενθυμίζοντας διαρκώς ότι ο ίδιος έχει σταθερές απόψεις (1.140.1, 1.141.1, 1.144.1, 2.61.2, 2.62.1, 2.64.1). Αυτός ο μετα-επικοινωνιακός, ελιτίστικος λόγος αποτελεί προσπάθεια εκλογίκευσης της συλλογικής συμπεριφοράς.[22] Με τη διδαxή και τη λογική ανάλυση ο Περικλής προσπαθεί να αποθαρρύνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες από την πλευρά του πλήθους και να μετατρέψει τη μάζα σε ένα σώμα υπεύθυνων ατόμων.
 
Ο τρόπος με τον οποίο ο Περικλής χειρίζεται τον Αθηναϊκό λαό είναι εντελώς διαφορετικός από τις μεθόδους των επιγόνων του, οι οποίοι κολάκευαν τον δήμο (2.65.10) και προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν την υποστήριξή του υποθάλποντας την απληστία του! Από τους επιγόνους του Περικλή ο Νικίας διακατέχεται από μόνιμη ανησυχία για τις διαθέσεις των Αθηναίων, η γνώση του όμως σχετικά με την ανθρώπινη συμπεριφορά είναι στατική και επιπόλαια. Του λείπει η βαθύτερη κατανόηση της δυναμικής των κοινωνικών φαινομένων, η οποία θα του επέτρεπε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τον όχλο. Πριν από τη Σικελική εκστρατεία αποτιμά εσφαλμένα τον πιθανό αντίκτυπο της δεύτερης δημηγορίας του και προκαλεί έτσι την αντίθετη αντίδραση από εκείνην που επεδίωκε (6.24). Στη σύσκεψη των στρατηγών στη Σικελία η πρότασή του για την τακτική που θα έπρεπε να ακολουθηθεί είναι θεμελιωμένη στη μοιρολατρική υπόθεση ότι οι Αθηναίοι στρατιώτες, οι οποίοι πιεστικά ζητούσαν την επιστροφή στην πατρίδα, θα κατηγορούσαν αργότερα τους αρχηγούς τους ότι αποφάσισαν την επιστροφή του στρατεύματος έχοντας δωροδοκηθεί (7.48.4).[23] Ο φόβος της κοινής γνώμης τον καθιστά ανάπηρο. Αναφερόμενος διαρκώς στις δυσκολίες που αντιμετώπιζε κατά την επικοινωνία του με τους ανθρώπους, φαίνεται σαν να προσπαθεί να εξορκίσει το πρόβλημα παρά να το αντιμετωπίσει. Την ίδια στιγμή ορίζει το πρόβλημα με τρόπο πολύ στενό, περιορίζοντας τις αναφορές του στον Αθηναϊκό λαό (αλλά εννοώντας αναμφιβόλως τον δήμο). Η υποτιθεμένη ιδιαιτερότητα των Αθηναίων τού γίνεται εμμονή - και μετατρέπεται σε εφιάλτη (6.9.3, 7.14.4., 7.48.2, 7.48.4). Δαιμονοποιώντας τους Αθηναίους, ο Νικίας αποτυγχάνει να αναγνωρίσει ότι η ανθρώπινη φύση είναι σταθερή. Η αποτυχία του είναι ενδεχομένως σύμπτωμα της αριστοκρατικής του νοοτροπίας, καθώς οι αναφορές του στους Αθηναίους έχουν μια περιφρονητική χροιά. Αυτό γίνεται ακόμη πιο έκδηλο στην τελευταία του αποστροφή προς το ηττημένο στράτευμα, όταν με τραγικό τρόπο συγκρίνει την προηγούμενη ευημερία του με τα δεινά πάθη του παρόντος. Ο Νικίας υπαινίσσεται ότι αξίζει μια τέτοια τύχη πολύ λιγότερο από τους κοινούς στρατιώτες του:[24] νῦν ἐν τῷ αὐτῷ κινδύνῳ τοῖς φαυλοτάτοις αἰωροῦμαι (‘αλλά τώρα, να που βρίσκομαι κι εγώ στον ίδιο κίνδυνο με τους πιο ταπεινούς από σας’, 7.77.2). Σε αντίθεση με τον Περικλή ο αριστοκράτης Νικίας δεν είναι σε θέση να δείξει σεβασμό για το πλήθος, την πηγή της εξουσίας σε μια δημοκρατική πολιτεία. Ο Νικίας φαίνεται να αγνοεί ότι η αναγνώριση και η αποδοχή των κανόνων της πολιτικής επικοινωνίας είναι αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία στην πολιτική πράξη.[25]
     
Επικοινωνιακές δεξιότητες: τα σωστά λόγια τη σωστή στιγμή
 
Ηγέτες που φιλοδοξούν να ελέγχουν την κοινή γνώμη πρέπει να γνωρίζουν πότε και πώς θα παρουσιάσουν τις ιδέες τους σε ένα ακροατήριο. Ο Θουκυδίδης σκιαγραφεί την εικόνα χαρισματικών ηγετών, όπως ο Αλκιβιάδης και ο Βρασίδας, οι οποίοι είναι πειστικοί σε όλες τους τις εμφανίσεις, ακόμα και όταν εξαπατούν το ακροατήριό τους. Ο Αλκιβιάδης δηλώνει με αυτοπεποίθηση ότι ο φλογερός ενθουσιασμός του είναι σε θέση να εμπνεύσει ένα ακροατήριο και να το κάνει να υιοθετήσει τα επιχειρήματά του.[26] Ο Κλέων έχει εκ διαμέτρου αντίθετη ιδιοσυγκρασία και η αλληλεπίδρασή του με το πλήθος ήταν πάντα προβληματική. Σύμφωνα με το εισαγωγικό σχόλιο του ιστορικού που συνοδεύει την πρώτη του εμφάνιση στο έργο (3-36.6) ήταν ο μεγαλύτερος θιασώτης της βίας στην πόλη (βιαιότατος) και αυτός που την εποχή εκείνη έπειθε περισσότερο (πιθανότατος)’.[27] Ο αναγνώστης όμως γίνεται απλώς μάρτυρας της εξασθένησης αυτής της επιρροής, καθώς επίσης και της απόρριψης μιας πολιτικής υπέρμετρης βίας κατά των εχθρών και όσων συμμάχων αποστατούσαν. Η συζήτηση για τη Μυτιλήνη ήταν μια εκκωφαντική προσωπική ήττα του Κλέωνα, πράγμα που δείχνει ανάγλυφα ο Θουκυδίδης με τη λεπτομερή παρουσίαση της προσπάθειας του δημαγωγού να διατηρήσει σε ισχύ την αρχική απόφαση. Άλλη ευκαιρία για δημόσια αγόρευση δεν θα του δοθεί στο έργο. Στη συζήτηση για την Πόλο η εικόνα του ως δημόσιου άνδρα καταρρακώνεται, καθώς αυτό που γίνεται έκδηλο είναι ότι προσπαθεί απεγνωσμένα να συγκαλύψει την ανεπάρκειά του (επίσης 5.16.1). Οι πιο συνετοί πολίτες παίρνουν την εκδίκησή τους για τα περιφρονητικά του σχόλια στο 3.37.3: ‘Τα φαντασμένα αυτά λόγια (ενν. του Κλέωνα) προκάλεσαν και μερικά γέλια. Οι φρονιμότεροι, όμως, ήταν ικανοποιημένοι ότι ένα από τα δυο θα γινόταν οπωσδήποτε. Ή θα γλύτωναν από τον Κλέωνα - και αυτό θεωρούσαν πιθανότερο - ή αν διαψεύδονταν οι προβλέψεις τους, τότε θα αιχμαλώτιζαν τους Λακεδαιμονίους’ (4.28.5). Είναι αξιοσημείωτο ότι στο στρατιωτικό απόσπασμα που στάλθηκε στην Πύλο υπό τον Κλέωνα δεν περιλαμβάνονταν Αθηναίοι (αυτό δηλώνεται σαφώς στο 4.28.4), και επίσης ότι πριν από τη μάχη στην Αμφίπολη ακούμε τους στρατιώτες να συγκρίνουν ‘την «τόση απειρία» και την «τόση δειλία»’ με την ‘μεγάλη εμπειρία και την μεγάλη τόλμη’ του Βρασίδα· μαθαίνουμε επίσης ότι τον είχαν ακολουθήσει απρόθυμα (5-7.2)
 
Υπάρχουν επίσης ηγέτες οι οποίοι έχουν ορθές απόψεις, αλλά δεν είναι σε θέση να τις επιβάλουν. Ο Δημοσθένης, και κυρίως ο Νικίας, στρατηγοί με επιτυχίες κατά τον Αρχιδάμειο πόλεμο, αποτελούν εύγλωττα παραδείγματα για αυτό.
 
Στην αρχή του 4ου Βιβλίου διαβάζουμε ότι οι Αθηναίοι απέστειλαν δυνάμεις στη Δυτική Ελλάδα. Πρόκειται για την εκστρατεία που επρόκειτο να καταλήξει στη μεγάλη επιτυχία της Πύλου. Ωστόσο, μολονότι η εκκλησία είχε εξουσιοδοτήσει τον Δημοσθένη να χρησιμοποιήσει την εκστρατευτική δύναμη όπως αυτός έκρινε - παρά το γεγονός δεν είχε ακόμη αναλάβει τα καθήκοντά του ως στρατηγός (4.2.4)[28] - οι στρατηγοί και οι στρατιώτες αντιμετώπισαν με θυμηδία τις εισηγήσεις του. Απέρριψαν την πρότασή του να προσορμισθούν στην Πύλο, πράγμα το οποίο τελικά αναγκάστηκαν να κάνουν, όταν τους υποχρέωσε η κακοκαιρία (4.3.1). Αφού τελικά κατέπλευσαν εκεί, έστω και αν αυτό συνέβη από τύχη, ο Δημοσθένης πρότεινε την ανέγερση τείχους. Οι άλλοι’, σημειώνει ο Θουκυδίδης, ‘είπαν ότι υπάρχουν αρκετά έρημα ακρωτήρια στην Πελοπόννησο, εάν ήθελε να ανεβάσει το κόστος για την πόλη περιτειχίζοντας κάποιο από αυτά’. Αφού δεν ήταν σε θέση να πείσει ούτε τους στρατηγούς ούτε τους στρατιώτες, παρέμεινε εκεί άπρακτος, μέχρι που οι στρατιώτες, έχοντας βαρεθεί από την απραξία, βάλθηκαν να κτίζουν το οχυρό (4.33-4.4.1).   
 
Ο Δημοσθένης σκιαγραφείται ως Ανήμπορος να κατευθύνει ένα ακροατήριο διά της πειθούς. Παρουσιάζεται ως άνθρωπος που αναγκάζεται να συμμορφωθεί με τις επιθυμίες των άλλων, ανίκανος να επηρεάσει τη ροή των γεγονότων. Οι προτάσεις του απορρίπτονται δύο φορές, εφαρμόζονται όμως κατά σύμπτωση ή όταν ο χρόνος είναι κατάλληλος. 
   
Ο Νικίας έχει να αντιμετωπίσει ακόμη σοβαρότερα προβλήματα επικοινωνίας. Παρά την ευθυκρισία του οι παρεμβάσεις του τείνουν να εκδηλώνονται τη λάθος στιγμή. Αυτό σημαίνει ότι αγωνίζεται πάντοτε για υποθέσεις χαμένες. Επιτρέπει στα γεγονότα να εξελιχθούν και όταν επιχειρεί να παρέμβει, είναι ήδη πολύ αργά. Δεν ελέγχει ποτέ το πλήθος - το πλήθος είναι αυτό που τον ελέγχει.[29] Προσπαθεί να καλλιεργήσει σχέσεις με τη Σπάρτη, τη στιγμή που ο Αλκιβιάδης έχει ήδη υπονομεύσει κάθε προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση και έχει προωθήσει συμμαχία με τον εχθρό της Σπάρτης, το Άργος. Η αποτυχία του εκτίθεται με κάθε λεπτομέρεια και προξενεί την πρώτη ρωγμή στην εικόνα του ως επιτυχημένου στρατιωτικού και υποστηρικτή της ειρήνης (5.46.3). Ενώ άλλοι κατορθώνουν να έχουν τον χρόνο σύμμαχό τους, για τον Νικία οι συνθήκες είναι πάντοτε αντίξοες. Προσπαθεί να αποτρέψει τη Σικελική εκστρατεία, ενώ οι υποστηρικτές της έχουν ήδη προετοιμάσει το έδαφος κατάλληλα. Η αποστροφή του προς τον πρύτανιν στο τέλος της πρώτης του δημηγορίας (6.14) ισοδυναμεί με αποδοχή της αποτυχίας του να πείσει τον λαό (και έτσι στην περίπτωση αυτή δεν συμβαίνει αυτό που είχε συμβεί μετά τις συζητήσεις για την Κέρκυρα, 1.44.1, ή τη Μυτιλήνη, όταν η αρχική απόφαση είχε αναθεωρηθεί). Η δεύτερη δημηγορία του στη διάρκεια της συζήτησης φέρνει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που προσδοκούσε. Ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας του πλήθους και εντείνει την επιθυμία τους για περιπέτειες (6.24).
 
       Ο Νικίας είχε ίσως απόλυτα δίκιο να κατηγορεί τον Αλκιβιάδη για υπερβολική φιλοδοξία και καιροσκοπισμό, όταν ο τελευταίος εισηγήθηκε την εκστρατεία κατά της Σικελίας (6.12.206.13). Παρ’ όλα αυτά, ήταν ήδη πολύ αργά για να ματαιωθεί η εκστρατεία. Εξάλλου, ο χρόνος δεν ήταν πια ο κατάλληλος για την εξουδετέρωση του αντιπάλου του, και ο Νικίας άθελά του συντελεί στην υπονόμευση του Αλκιβιάδη σε μια στιγμή που η εκστρατεία έχει ήδη αποφασισθεί και ο Αλκιβιάδης πρόκειται να είναι ένας από τους επικεφαλής. Τελικά, ο Αλκιβιάδης καθαιρείται, και αυτό θα συμβάλει καθοριστικά στην αποτυχία της επιχείρησης.
     
Η αποφυγή διχασμού
 
Οι προηγούμενες διαπιστώσεις μας οδηγούν να διακρίνουμε μια ακόμη βασική αρχή που χαρακτηρίζει τον υπεύθυνο πολιτικό: η ορθή πολιτική είναι ασυμβίβαστη με τη διχόνοια (βλ. και τον λόγο του Ερμοκράτη στη Γέλα, 4.59-64). Η άστοχη διαίρεση του ακροατηρίου σε ομάδες από τον Νικία (οι μεγαλύτεροι στην ηλικία υποτίθεται ότι ήταν με το μέρος του, ενώ οι νεότεροι ήταν εχθρικοί προς αυτόν) προσφέρει στον Αλκιβιάδη την ευκαιρία να υποστηρίζει την ιδέα της ενότητας και της ομόνοιας. Ο Αλκιβιάδης συγκαλύπτει έτσι την εχθρότητα που έτρεφε για τον Νικία, υιοθετώντας ένα συναινετικό προσωπείο. Καλεί τον Νικία να συνεργασθεί μαζί του και τον λαό να εκμεταλλευθεί τις ικανότητες όλων (6.18.6). Φυσικά, τα λόγια αυτά δεν αποτελούν παρά ένα ρητορικό τέχνασμα. Σε αντίθεση με τον Περικλή ο Αλκιβιάδης δεν έχει - και, πολύ περισσότερο, δεν επιθυμεί να έχει - την υποστήριξη του συνόλου των πολιτών. Αντίθετα, αντλεί τη δύναμή του από μια συγκεκριμένη μερίδα του ακροατηρίου του, έχοντας μάλιστα οργανώσει από πριν ομάδες υποστηρικτών του.[30]
 
Ο Κλέων αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση του πολιτικού ο οποίος για να επιβιώσει χρειάζεται τη σύγκρουση. Πάντοτε προσωποποιεί τις πολιτικές διαμάχες και επιτίθεται κατά των αντιπάλων του (ή εάν δεν υπάρχουν αντίπαλοι, τους κατασκευάζει ο ίδιος), προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του. Στη συζήτηση για τη Μυτιλήνη, θέλοντας να αποφύγει μια προσωπική ήττα λόγω της αναθεώρησης της πρώτης απόφασης, επιτίθεται με πάθος εναντίον όλων όσοι διαφωνούν μαζί του. Αργότερα, θα επιτεθεί σφοδρά στους απεσταλμένους της Σπάρτης που μεταφέρουν έκκληση για ειρήνη (4.22.2), διότι οι προσωπικές του φιλοδοξίες εξυπηρετούνται καλύτερα από τη συνέχιση του πολέμου. Είναι προσβλητικός προς τους αγγελιαφόρους από την Πύλο (4.27.3), έτσι ώστε να αποσπάσει την προσοχή των Αθηναίων από τη δική του ευθύνη για το ναυάγιο των ειρηνευτικών συνομιλιών. Λόγω της αντιπάθειας που τρέφει για τον Νικία εξευτελίζει τους στρατηγούς ασκώντας ανούσια κριτική (4.27.4-5).
 
Το κύριο χαρακτηριστικό της κοινής γνώμης είναι η αστάθεια, και αυτή εντείνεται σε συνθήκες πόλωσης.[31] Στους Αχαρνείς ο Αριστοφάνης ασκεί κριτική στους συμπολίτες του, επειδή αλλάζουν εύκολα γνώμη (μετάβουλοι, Αχ. 632). Ο Περικλής, όπως και άλλοι ρήτορες, προσπαθούν να αμβλύνουν αυτή την τάση προβάλλοντας τη σταθερότητα των δικών τους απόψεων (1.140.1, 2.61.2, βλ. επίσης 2.13.2· για τον Κλέωνα: 3.38.1). Αντίθετα, οι πολιτικοί που καλλιεργούν τη διχόνοια θέτουν την πόλη σε κίνδυνο, διότι η διατήρηση της τάξης αποτελεί προϋπόθεση επιτυχίας στη συνέλευση, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη μάχη, ενώ η κατάρρευση της τάξης οδηγεί σε καταστροφή.[32] Η στάσις πρέπει να αποφεύγεται με οποιοδήποτε τίμημα. Η διχόνοια εύκολα μπορεί να βλάψει και τους ίδιους τους πολιτικούς που την υποδαυλίζουν, διότι από τη στιγμή που το πάθος θα υπερισχύσει της λογικής, οι άνθρωποι καθίστανται ανεξέλεγκτοι. Η ψυχολογική βία την οποία ασκούν οι οπαδοί του Αλκιβιάδη θα παραχωρήσει σύντομα τη θέση της στην τρομοκρατία των αντιπάλων τους. Και στη συζήτηση για τη Μυτιλήνη, η πρώτη, οριακή νίκη του Κλέωνα μετατρέπεται σε ήττα. Στο σημείο αυτό μπορούμε να κάνουμε τη σύγκριση με τον Περικλή, ο οποίος, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τις διχαστικές τάσεις του ανήσυχου πλήθους, έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να αποκαταστήσει την κοινωνική συνοχή και την αλληλεγγύη μεταξύ των Αθηναίων. Ο Επιτάφιος αποτελεί την κορυφαία έκφραση αυτού του εγχειρήματος.
 
2. Προσωπικό κύρος
 
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη αυτός που θέλει να επιτυγχάνει στη συμβουλευτική ρητορεία πρέπει να χαρακτηρίζεται από φρόνηση, ηθική ακεραιότητα και διάθεση να προωθήσει τα συμφέροντα του ακροατηρίου του: τοῦ μεν οὖν αὐτούς εἶναι πιστούς τούς λέγοντας τρία ἐστί τά αἴτια - τοσαῦτα γάρ ἐστι δι’ ἅ πιστεύομεν ἔξω τῶν άποδείξεων. Ἔστι δέ αὐτά φρόνησις καί ἀρετή καί εὔνοια (Υπάρχουν τρεις λόγοι, για τους οποίους οι ομιλητές γίνονται πιστευτοί - γιατί τόσα είναι αυτά που μας κάνουν να δείχνουμε εμπιστοσύνη, πέρα από τις αποδείξεις: η φρόνηση, ο ενάρετος χαρακτήρας και η φιλική διάθεση’· Ρητ. 1378 a 6-8). Αυτές οι ιδιότητες αποδεικνύονται και στο έργο του Θουκυδίδη σημαντικές για κάθε πολιτικό. Καθώς ο Θουκυδίδης δεν είναι λογογράφος αλλά ιστορικός, οι εκφάνσεις αυτών των ιδιοτήτων δεν περιορίζονται στο κείμενο των δημηγοριών, όπως επιτάσσει ο φιλόσοφος (1356a6-10), αλλά διαχέονται επίσης στην αφήγηση, στα συνοπτικά σχόλια που εισάγουν τους ομιλητές, στα προσωπικά σχόλια του συγγραφέα και. τις ανακεφαλαιώσεις της δράσης ηγετικών προσωπικοτήτων που συναντούμε στο έργο. Σύνεση (ξύνεσις) και ηθική ακεραιότητα (ἀρετή) είναι οι όροι που επανέρχονται στα λιγοστά χωρία στα οποία ο Θουκυδίδης διατυπώνει επαίνους για συγκεκριμένα πρόσωπα. Η αφήγηση περιλαμβάνει επίσης πλούτο πληροφοριών σχετικά με τις προθέσεις των δημόσιων ανδρών, τις οποίες μπορούμε να συγκρίνουμε με τις θέσεις που υποστηρίζουν δημόσια.
     
Σύνεση
 
Μαζί με τη χρήση τεχνικών επιχειρηματολογίας[33] η ορθή κρίση για μια κατάσταση και η διεισδυτική ανάλυση της δυναμικής που επηρεάζει το μέλλον είναι οι βασικές εκφάνσεις της ξυνέσεως κατά τον Θουκυδίδη. Η πεμπτουσία της περιέχεται στο εγκώμιο του Θεμιστοκλή: τῶν τε παραχρῆμα δι’ ἐλάχίστης βουλῆς κράτιστος γνώμων καί τῶν μελλόντων ἐπί πλεῖστον τοῦ γενησομένου ἄριστος εἰκαστής· καί ἅ μέν μετά χεῖρας ἔχοι, καί ἐξηγήσασθαι οἷός τε, ὧν δ΄ ἄπειρος εἴη, κρῖναι ἱκανῶς οὐκ ἀπήλλακτο, τό τε ἄμεινον ἤ χεῖρον ἐν τῷ ἀφανεῖ ἔτι προεώρα μάλιστα (1.138.3)[34] [ήταν σε θέση να κρίνει ταχύτατα ποια ήταν η καλύτερη λύση για τα προκείμενα ζητήματα και να προβλέπει τα μέλ­λοντα να συμβούν. Είχε την ικανότητα να εξηγεί καθαρά τις υποθέσεις που διαχειριζόταν, αλλά και όταν ακόμα δεν ήξερε ένα ζήτημα, ήταν πάντα σε θέση να εκφέρει μια σωστή κρίση και ήταν ικανός να προβλέπει τα ευνοϊκά ή αντί­ξοα στοιχεία που κρύβει το άδηλο μέλλον.] Η ξύνεσις του Περικλή (2.34.6) είναι ευδιάκριτη σε κάθε σημείο της αφήγησης, τόσο στους λόγους του όσο και στις πράξεις του (επίσης 1.140.1) και έτσι επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός ότι ήταν λέγειν τε και πράσσειν δυνατώτατος (1.139.4). Ο Θουκυδίδης εκθειάζει την πρόνοιάν του στον σχεδιασμό της πολεμικής τακτικής των Αθηναίων (2.65.5-6). Ο Περικλής στους υπολογισμούς του συνεκτιμά το παράλογο στοιχείο και αφήνει όσο γίνεται λιγότερα πράγματα στην τύχη. Στη δημηγορία που εκφωνεί πριν από την έκρηξη του πολέμου προσπαθεί να προετοιμάσει τους Αθηναίους με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν και τις απρόβλεπτες εξελίξεις.[35]
 
Διάφορες πτυχές της ξυνέσεως εκδηλώνονται στις σκέψεις, τους λόγους και τις πράξεις διαφόρων πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών στο έργο του Θουκυδίδη,[36] όμως η ορθότητα της κρίσης ενός ομιλητή δεν εκτιμάται πάντα. Μια χαρακτηριστική περίπτωση πρόβλεψης η οποία τείνει να αγνοηθεί, είναι η έγκαιρη προειδοποίηση - οι φόβοι του Νικία σχετικά με τη Σικελική εκστρατεία συνιστούν το κατ’ εξοχήν παράδειγμα. Η αγνόηση των προειδοποιήσεων είναι στερεότυπο θέμα της λογοτεχνίας (συμπεριλαμβανομένης και της αρχαιοελληνικής ιστοριογραφίας), ενώ η σύγχρονη κοινωνιολογία επιβεβαιώνει ότι ‘προειδοποιήσεις για πράγματα για τα οποία οι άνθρωποι δεν έχουν άμεση γνώση ή εμπειρία είναι ενδεχόμενο να αγνοούνται ως στερούμενες πραγματική βάση’.[37]
 
Η ορθή κρίση (ή η έλλειψή της) αποτελεί βασικό συστατικό της ευφυΐας, όπως την εννοεί ο Θουκυδίδης, έστω και εάν δεν κυριαρχεί πάντοτε στις δημηγορίες σε ευθύ λόγο. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σύντομα σε μη συνετούς ηγέτες, οι οποίοι διατυπώνουν εσφαλμένες εκτιμήσεις για την πραγματικότητα, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πολέμου, και στον χειρισμό του πλήθους.
 
Ενώ η εμπειρία (πείρα) βοηθά στη διατύπωση ορθών προγνώσεων, η επιφανειακή διάγνωση ιστορικών αναλογιών και η καταχρηστική επίκληση ιστορικών παραδειγμάτων είναι μια χαρακτηριστική πλάνη που προσιδιάζει ιδιαίτερα στις μάζες, αλλά κατευθύνει επίσης τη σκέψη ορισμένων πολιτικών. Η συμμετοχή του Αλκιβιάδη στην ιεροσυλία των Μυστηρίων οδήγησε τους Αθηναίους στην εσφαλμένη υποψία ότι ο ίδιος ήταν επίσης ένοχος για τον ακρωτηριασμό των Ερμών (6.61.1). Παρομοίως, αβάσιμες πεποιθήσεις σχετικά με την τυραννίδα των Πεισιστρατιδών υπέβαλαν παραπλανητικές ιστορικές αναλογίες, οι οποίες με τη σειρά τους προκάλεσαν υπερβολικούς φόβους πολιτικών συνωμοσιών και, εν τέλει, οδήγησαν στην ανάκληση του Αλκιβιάδη από τη Σικελία. Η εκστρατεία του Βρασίδα στη Βόρεια Ελλάδα έκανε πολλούς Έλληνες να πιστέψουν ότι όλοι οι Σπαρτιάτες συμπεριφέρονταν με τον ίδιο τρόπο: πρῶτος γάρ ἐξελθών καί δόξας εἶναι κατά πάντα ἀγαθός ἐλπίδα ἐγκατέλιπε βέβαιον ὡς καί οἱ ἄλλοι τοιοῦτοί εἰσιν, ‘καθώς ήταν ο πρώτος που μετακινήθηκε από τη Σπάρτη και έδινε την εντύπωση ότι είναι από όλες τις απόψεις ενάρετος, δημιούργησε τη βέβαια προσδοκία ότι και οι άλλοι είναι όπως αυτός’ (4.81.3).[38] Μετά την Πύλο η αυτοπεποίθηση των Αθηναίων βρίσκεται στο απόγειό της: τα πάντα τους φαίνονται τώρα δυνατά: οὕτω τῇ παρούςῃ εὐτυχίᾳ χρώμενοι ἠξίουν σφίσι μηδέν ἐναντιοῦσθαι, ἀλλά καί τά δυνατά ἐν ἴσῳ καί τά ἀπορώτερα μεγάλῃ τε ὁμοίως καί ἐνδεέστερᾳ παρασκευῇ κατεργάζεσθαι. Αἰτία δ’ ἦν ἡ παρά λόγον τῶν πλεόνων εὐπραγία αὐτοῖς ὑποτιθεῖσα ἰσχύν τῆς ἐλπίδος, 4.65.4. [Ήταν τόση η πεποίθησή τους ότι κάθε επιχείρησή τους θα ετύχαινε, ώστε δεν μπορούσαν ν’ ανεχθούν καμιά αποτυχία. Είχαν την αξίωση να έχουν παντού επιτυχίες και στα όσα ήσαν δυνατά και στα εξαιρετικά δύσκολα εγχειρήματα, ανεξάρτητα από το αν είχαν κάνει τις ετοιμασίες τους όπως έπρεπε ή όχι. Η αιτία ήταν οι πολλές και απροσδόκητες επιτυχίες τους που τους είχαν δημιουργήσει μεγάλες ελπίδες]. Με τη σειρά τους οι Σπαρτιάτες διακατέχονται από τον φόβο μήπως τους βρει και πάλι παρόμοια συμφορά (4.55·3). Ενώ όμως οι συνετοί πολιτικοί κατευνάζουν τις παράλογες ελπίδες του πλήθους (πρβλ. 2.65.9 για τον Περικλή), πολιτικοί όπως ο Κλέων τις συμμερίζονται και τις ενισχύουν. Η απρόβλεπτη επιτυχία στην Πύλο κάνει τον Κλέωνα να πιστεύει ότι η ίδια τακτική θα εγγυηθεί νέους στρατιωτικούς θριάμβους. Για αυτό εναντιωνόταν σε κάθε πρωτοβουλία για ειρήνη. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, συμπεριφερόταν όπως ένας χαρτοπαίκτης που παρασύρεται από την τύχη του και συνεχίζει να παίζει μέχρι να χάσει τα πάντα.
 
Ο Κλέων αποδίδει παραδειγματική αξία σε ορισμένα γεγονότα, και μάλιστα αυτό του γίνεται σχεδόν εμμονή. Σύμφωνα με τον τρόπο σκέψης του η σκληρή τιμωρία των Μυτιληναίων θα λειτουργούσε ως αποτρεπτικό παράδειγμα για επίδοξους αποστάτες.[39] Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός και μόνο ότι χρησιμοποιεί αναλογίες και παραδείγματα μαρτυρεί περιορισμένη δυνατότητα κατανόησης των ιστορικών συνθηκών και των αλλαγών που συντελούνταν.[40] Αφού οι Λακεδαιμόνιοι είχαν προηγουμένως ζητήσει ειρήνη, ο Κλέων και οι Αθηναίοι ανέμεναν ότι η πολιτική τους θα παρέμενε αμετάβλητη (4.21.2)· και όσο μια νέα πρόταση ειρήνης καθυστερούσε, οι Αθηναίοι κυριεύονταν από φόβο, πιστεύοντας ότι οι Σπαρτιάτες τώρα αισθάνονταν (και ήταν) πιο ισχυροί (4.27.2). Αυτή η προσέγγιση οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο: όταν μετά τα γεγονότα της Πύλου οι Σπαρτιάτες επιδιώκουν και πάλι τη σύναψη ειρήνης, η πρότασή τους ενισχύει για μια ακόμη φορά την αυτοπεποίθηση των Αθηναίων, οι οποίοι την απορρίπτουν, διεκδικώντας περισσότερα (4.41.4).
 
Είναι φανερό ότι ηγέτες που εκφράζουν λογικές απόψεις και πείθουν τον αναγνώστη δεν είναι εξίσου αποτελεσματικοί στο να πείθουν το πλήθος. Η σύνθεση και η οικονομία του έργου απαιτούν προικισμένους ηγέτες, όπως ο Περικλής, αλλά και τραγικούς προάγγελους συμφορών, όπως ο Νικίας. Το δραματικό του σχέδιο χρειάζεται επίσης ανθρώπους που παρά τις ορθές απόψεις τους αδυνατούν να πείσουν με την πρώτη προσπάθεια το ακροατήριό τους, όπως ο Συρακούσιος Ερμοκράτης· χρειάζεται και ανερμάτιστους δημαγωγούς που εξασφαλίζουν την πρόσκαιρη υποστήριξη των μαζών, όπως ο Κλέων. Η αλληλεπίδραση μεταξύ ηγετών και πλήθους αντικατοπτρίζει τις περιπέτειες της λογικής στη διάρκεια ενός πολέμου. Ο πόλεμος αρχίζει ως αναγκαιότητα, αλλά συνεχίζεται ως επιλογή. Ανανεώνεται, τέλος, από την επιθυμία.
     
Αρετή
 
Δεν είναι πάντα δυνατόν να διακρίνει κανείς μεταξύ του διανοητικού σφάλματος και της έλλειψης ήθους, καθώς στη ρίζα τους βρίσκεται μια παρόμοια πνευματική νωχέλεια: το πάθος υπερισχύει της λογικής. Η επιδίωξη του Κλέωνα για νέες επιτυχίες μετά την Πύλο πηγάζει από την πλεονεξίαν του. Προηγουμένως η πλεονεξία είχε προβληθεί από τον Θουκυδίδη ως μια από τις βασικές αιτίες της στάσεως και όλων των συνακόλουθων δεινών (3.82.8). Τώρα αποδεικνύεται ότι είναι το πρωταρχικό κίνητρο για τη συνέχιση του πολέμου. Ο Κλέων μοιράζεται τον ίδιο φιλόδοξο χαρακτήρα με τον Σπαρτιάτη αντίπαλό του, τον Βρασίδα, μολονότι ο δεύτερος είναι χαρισματικός ηγέτης και ακολουθεί εμφανώς μετριοπαθέστερη πορεία πλεύσης. Και ο Βρασίδας, ωστόσο, αντιμάχεται την ειρήνη επιθυμώντας περισσότερη δόξα, η οποία πιστεύει ότι θα προέλθει από μια νέα σειρά νικηφόρων επιχειρήσεων. Όπως έχουμε διαπιστώσει, ο λαός της Αθήνας είχε προσβληθεί από τον ιό της πλεονεξίας των ηγετών του (4.21.3, 4.27.4), παρ’ όλη την περιορισμένη εκτίμησή του για τις ικανότητές τους. Αντίθετα, οι στρατιωτικές πρωτοβουλίες του Βρασίδα έρχονται σε αντίθεση με την επιφυλακτικότατα των αξιωματούχων της Σπάρτης (4.108.7). Μόλις όμως εκλείπουν οι δύο πολεμοχαρείς ηγέτες, οι Αθηναίοι προσχωρούν στην πολιτική του Νικία, ο οποίος επιζητεί την ειρήνη παρά τις διαδοχικές επιτυχίες που είχε γνωρίσει ως στρατηγός. Ο Νικίας επιθυμεί περισσότερο να ‘σώσει την καλή του τύχη’ με τον έγκαιρο τερματισμό της σύγκρουσης, πράγμα που θα του επέτρεπε να αποσυρθεί τη στιγμή που η φήμη του βρίσκεται στα ύφη (5.16.1). Επαινώντας τον Νικία περισσότερο για την ἀρετην παρά για την ξύνεσίν του (7.86.5) ο Θουκυδίδης επιβεβαιώνει αναδρομικά το ηθικό έρεισμα της πολιτικής του. Επομένως, η αφήγηση της επίπονης πορείας προς την ειρήνη επιτρέπει στον αναγνώστη να διαμορφώσει μια ηθική κρίση για τους πρωταγωνιστές των γεγονότων. Ότι όλοι οι πολίτες επιθυμούσαν την ειρήνη δεν χρειάζεται να τονισθεί ιδιαίτερα.
 
Το πάθος είναι το βασικό κίνητρο του άλλου αντιπάλου του Νικία στην Ιστορία, του Αλκιβιάδη, της πιο αντιφατικής προσωπικότητας στο έργο του Θουκυδίδη. Ο Αλκιβιάδης είναι εθισμένος στην εξουσία, τις τιμές και τα υλικά αγαθά. Ο συνδυασμός ενός φιλοδόξου χαρακτήρα με εξαιρετικές ικανότητες εξηγεί την ασυνήθιστη σταδιοδρομία του. Η (δικαιολογημένη) αυτοπεποίθησή του και η διάθεσή του να εντυπωσιάζει - η Αχίλλειος πτέρνα του - τον ωθούν να παραγνωρίζει τα όρια. Ο Θουκυδίδης συμψηφίζει όλες τις εκδηλώσεις του εγωισμού του Αλκιβιάδη στον όρο παρανομία - περιφρόνηση του νόμου και της ευπρέπειας (6.15-4, 6.28.2). Η εκζήτηση και η υπερβολή αποτελούν τρόπο ζωής για τον Αλκιβιάδη (ταῖς ἐπιθυμίαις μείζοσιν ἤ κατά τήν ὑπάρχουσαν οὐσίαν ἐχρῆτο [έκανε πολυτελή ζωή, ανώτερη από τα μέσα του]), διακατέχει μάλιστα και το πολιτικό του όραμα (οἱ γάρ Ἕλληνες καί ὑπέρ δύναμιν μείζω ἡμῶν τήν πόλιν ἐνόμισαν, [οι Έλληνες αποδίδουν τώρα στην πολιτεία μας μεγαλύτερη δύναμη από ό,τι πραγματικά έχει], 6.16.2). Το αποτέλεσμα είναι να καταστεί τρωτός: η επιρροή του στο πλήθος και η έκδηλη ιδιωτική του πολυτέλεια προκαλούν τον φθόνον των αντιπάλων του και τον φόβον των κοινών πολιτών.
 
Εκτός από τον φθόνο και τον φόβο, η καχυποψία του πλήθους είναι ένας άλλος παράγοντας που υποσκάπτει την επιρροή αδύνατων ηθικά χαρακτήρων, όπως ο Αλκιβιάδης ή ο Κλέων. Η καχυποψία είναι μια παράλογη αντίδραση των ανθρώπων και είναι σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπισθεί ευθέως, καθώς είναι δύσκολο να διαψεύσει κανείς αποτελεσματικά φήμες και ανησυχίες. Έτσι εύκολα οι υποψίες μπορούν να διογκωθούν ως προς την ένταση (6.61.4 για τις υποψίες σε βάρος του Αλκιβιάδη) ή και το εύρος των ζητημάτων που καλύπτουν. Τα έσχατα επακόλουθα της ηθικής διαφθοράς καταγγέλλονται εύστοχα από τον Διόδοτο: ὁ γάρ διδούς φανερῶς τι ἀγαθόν ἀνθυποπτεύεται ἀφανώς πῃ πλέον ἕξειν (3.43.3) [αυτός που ανοιχτά προσφέρει κάτι καλό, αντιμετωπίζεται με καχυποψία μήπως αποκτήσει κρυφά κάποιο πλεονέκτημα]: η απληστία των πολιτικών θεωρείται πλέον δεδομένη. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό: η απληστία των Αθηναίων πολιτικών οδηγεί στην τιμωρία των στρατηγών Πυθόδωρου, Σοφοκλή και Ευρυμέδοντα, οι οποίοι είχαν προχωρήσει στη σύναψη συνθήκης τερματίζοντας τις επιχειρήσεις στη Σικελία το 424 (4.65.3). Οι Αθηναίοι καταδίκασαν τους στρατηγούς για δωροδοκία, ενώ η αφήγηση του Θουκυδίδη διαψεύδει σιωπηρά αυτήν την κατηγορία.
 
Η υπερβολική προκατάληψη απέναντι στους πολιτικούς ηγέτες είναι χαρακτηριστική μιας κοινωνίας η οποία βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση. Ο βασιλιάς της Σπάρτης Πλειστοάναξ επιδιώκει την ειρήνη με τους Αθηναίους, διότι συνειδητοποιεί ότι σε καιρό πολέμου οι αρχηγοί ύστερα από κάθε αντιξοότητα είναι εκτεθειμένοι στη δυσφήμιση (5.17.1). Τη μεγαλύτερη, βέβαια, ευθύνη για τη δυσφήμιση και τη διαβολήν την έχουν οι ίδιοι οι πολιτικοί. Ο Κλέων υπήρξε διαβόητος για πρακτικές αυτού του είδους (5-16.1). Τόσο ο Κλέων όσο και ο Αθηναγόρας, ο άλλος δημαγωγός του οποίου τη φωνή ακούμε στην Ιστο­ρία, προσπαθούν να μειώσουν τους αντιπάλους τους αμφισβητώντας εκ των προτέρων την τιμιότητά τους (κέρδει ἐπαιρόμενος 3.38.2).[41] Η αφήγηση του Θουκυδίδη δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας για το πόσο βλαπτική ήταν η επιρροή τέτοιων δημαγωγών στο πλήθος και για το πόσους κινδύνους εγκυμονούσαν οι ενέργειες τους για την εύρυθμη λειτουργία μιας πολιτικής κοινότητας.[42]
 
Στον κόσμο του Θουκυδίδη η ηθική ακεραιότητα πιο εύκολα διαψεύδεται παρά επιβεβαιώνεται, πιο εύκολα διακηρύσσεται με λόγια παρά μετατρέπεται σε πράξη. Η άσκηση μιας πολιτικής της ισχύος, η διεξαγωγή του πολέμου και η διαχείριση των κρατικών υποθέσεων σε ένα τόσο ανταγωνιστικό περιβάλλον όπως αυτό της ελληνικής πόλης δεν είναι τομείς στους οποίους εκδηλώνεται συνήθως η αρετή.
     
Προθέσεις
 
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός (που συμφωνεί και με όσα διαβάζουμε στο κεφάλαιο 2.65) ότι οι περισσότερες σημαντικές πολιτικές μορφές της Ιστορίας θέτουν τους προσωπικούς τους στόχους πάνω από το δημόσιο συμφέρον. Στο προηγούμενο κεφάλαιο είδαμε ότι οι πολεμοχαρείς στρατηγοί Κλέων και Βρασίδας και οι ειρηνοποιοί Νικίας και Πλειστοάναξ ακολουθούσαν με συνέπεια τα προσωπικά τους σχέδια, ακόμη και όταν κατά περίπτωση συνέβαινε η πολιτική τους να επιδοκιμάζεται από τον Θουκυδίδη ή να εγκρίνεται από τις πόλεις τους. Όταν ο Νικίας κατηγορεί τον Αλκιβιάδη για προσωπική φιλοδοξία και πλεονεξία,[43] ο δεύτερος υπεραμύνεται της συμπεριφοράς του με τη δικαιολογία ότι συντελούσε στην ενίσχυση της πόλης. Σύμφωνα με την ερμηνεία του η νέα στρατιωτική επιχείρηση θα απέφερε στην πόλη σημαντικά οφέλη, εξασφαλίζοντας παράλληλα στον ίδιο μια σειρά από προσωπικά κέρδη. Από αυτή την άποψη η επιχείρηση εμφανίζεται ως ένα συμβόλαιο μεταξύ του φιλόδοξου πολιτικού και του άπληστου δήμου. Με την απόφασή τους οι Αθηναίοι νομιμοποιούν τις αξιώσεις του Αλκιβιάδη. Όταν όμως αργότερα τον καταδικάζουν, γίνεται φανερό ότι ‘πολλοί πολίτες συγχέουν τα ιδιωτικά και τα δημόσια ζητήματα’.[44] Η αναντιστοιχία ανάμεσα στις αντιλήψεις του Αλκιβιάδη και του πλήθους έχει ιδεολογικές ρίζες. Ο Αλκιβιάδης προωθεί ένα παρωχημένο, αριστοκρατικό πρότυπο ηγεσίας, στο οποίο η καταγωγή νομιμοποιεί την αξίωσή του για εξουσία, άποψη ασύμβατη με δημοκρατικές αρχές.[45] Επιπλέον ο Θουκυδίδης υπογραμμίζει ότι η επιδίωξη προσωπικού κέρδους ήταν συνυφασμένη με μεγάλους κινδύνους για την πόλη της Αθήνας στη μετά τον Περικλή εποχή (2.65.7).        
 
Σε ορισμένες περιπτώσεις ένας ομιλητής αναγκάζεται να διευκρινίσει την πραγματική διάθεσή του απέναντι στο ακροατήριό του. Στην αρχή της ομιλίας του στη Σπάρτη ο Αλκιβιάδης διασκεδάζει αμφιβολίες και αντικρούει προκαταλήψεις, οι οποίες υπέθετε ότι υπήρχαν μεταξύ των ακροατών του και οι οποίες ίσως τους εμπόδιζαν να εκτιμήσουν πλήρως τις συμβουλές του (6.89.1). Αργότερα τονίζει ότι κύριό του μέλημα δεν είναι να βοηθήσει τους Σπαρτιάτες, αλλά να ενεργήσει με τρόπο εχθρικό προς τον δήμον των Αθηναίων, πράγμα στο οποίο πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι είναι ειλικρινής (6.92.3). Ο Περικλής διακηρύσσει την προσήλωσή του σε ένα ηγετικό πρότυπο που συνδυάζει την ορθή κρίση με μια προσπάθεια αυτή να γίνει γνωστή στους πολίτες: ὅ τε γάρ γνούς καί μή σαφῶς διδάξας ἐν ἴσῳ καί εἰ μή ἐνεθυμήθη ὅ τε ἔχων ἀμφότερα, τῇ δέ πόλει δύσνους, οὐκ ἄν ὁμοίως τι οἰκείως φράζοι 2.60.6 [εκείνος που ξέρει τι πρέπει να γίνει κι όμως δεν έχει την ικανότητα να πείσει τους άλλους, είναι σαν μην ξέρει τίποτε. Όποιος έχει και τα δύο αυτά χαρίσματα, αλλά δεν έχει φιλοπατρία, δεν μπορεί να δώσει τις συμβουλές που πρέπει]. Δύο ομιλητές που οι ίδιοι παραδέχονται ότι επιθυμούν να βοηθήσουν την πόλη τους, ο Αρχίδαμος και ο Διόδοτος, δεν εκθειάζουν απλώς το ιδανικό της εὐβουλίας (ορθές συμβουλές, υγιής κρίση, σύνεση σύμφωνα με το LSJ, λ. I.) (1.84.3, 3.44.1), αλλά με τη λεπτομερή επιχειρηματολογία προς τους συμπολίτες τους προσφέρουν έμπρακτο παράδειγμά της.[46] Στο συνέδριο των Σικελών στη Γέλα ο Ερμοκράτης ο Συρακούσιος βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα ακροατήριο αποτελούμενο και από εχθρούς και από φίλους. Απευθύνει λοιπόν θερμή έκκληση για συνετή και απροκατάληπτη διαβούλευση, ώστε να επικρατήσει αυτό που απαιτεί το κοινό συμφέρον. Το εὖ βουλεύεσθαι (4.59.4, 4.62.1) και το σωφρονεῖν (4.60.1, 4.61.1., 4.64.4) παρουσιάζονται από τον ομιλητή ως προαπαιτήσεις για τη συμφιλίωση όλων των Σικελών. Η αξιοπιστία και η καλή διάθεση του ίδιου του ομιλητή προκύπτει από την επισήμανσή του ότι αντιπροσωπεύει τη μεγαλύτερη πόλη του νησιού (4.59.1,4.64.1), η οποία ως εκ τούτου εξαρτάται λιγότερο από τη βοήθεια άλλων.[47] Μια δόλια επίκληση του εὖ βουλεύεσθαι γίνεται και από τον Αθηναγόρα, τον Συρακούσιο δημαγωγό, ο οποίος αμφισβητεί την ορθότητα της πληροφορίας ότι ο Αθηναϊκός στόλος πλησιάζει (6.36.3). Αποδίδει ύπουλες προθέσεις σε όσους διαφωνούν με τις απόψεις του (το ρήμα βούλεσθαι επαναλαμβάνεται σε φράσεις οι οποίες επιχειρούν να υπονομεύσουν την ειλικρίνεια των άλλων: 6.36.1, 6.36.2, 6.38.2, 6.38.4, 6.38.5, 6.40.1). Στην πράξη η διαβολή γίνεται ένδειξη για τη δική του έλλειψη ακεραιότητας (πρβλ. και 2.65.11). Η επιθετικότητα κατά του ακροατηρίου είναι το αποκορύφωμα της ανέντιμης παρουσίας του Αθηναγόρα (6.39.2), ένα χαρακτηριστικό το οποίο μοιράζεται με τον Κλέωνα (3.39). Η παραπλανητική τους ρητορεία σκοπό έχει να αιφνιδιάσει το ακροατήριο και να το υποτάξει στον ομιλητή. Εδώ ακριβώς έγκειται η ποιοτική διαφορά της από την εποικοδομητική κριτική του Περικλή, με την οποία ο ρήτορας προσπαθεί να αντιμετωπίσει τη διάσταση απόψεων ανάμεσα στον ίδιο και το ακροατήριό του, κάνοντας αναφορά στις κοινές αποφάσεις του παρελθόντος (1.140.1, 2.60.4., 2.64.1). Αυτές οι κοινές αποφάσεις αποτελούν ένα διαφορετικό είδος συμβολαίου μεταξύ του ηγέτη και του λαού από εκείνο που επισημάναμε προηγουμένως στην περίπτωση του Αλκιβιάδη. Ο Περικλής συνδέει εντελώς την προσωπική του τύχη με εκείνην της πόλης (2.60.2-4).[48]
 
Ο πιο αποτελεσματικός ρήτορας ως προς τη διαφήμιση των προθέσεων του στο έργο του Θουκυδίδη είναι με απόσταση ο Βρασίδας.[49] Ανέσυρε το παραδοσιακό σύνθημα της Σπαρτιατικής πολιτικής, την απελευθέρωση της Ελλάδας, το οποίο αποδείχτηκε πολύ ελκυστικό για τους Έλληνες του Βορρά. Ο αναγνώστης, παρ’ όλα αυτά, δεν αφήνεται ποτέ σε αμφιβολία ως προς τις αληθινές προθέσεις του Βρασίδα. Η ρητορεία του καυτηριάζεται από τον ιστορικό ως δόλια και υστερόβουλη, αλλά τα ακροατήριά του δεν το αντιλαμβάνονται. Οι άνευ προηγουμένου τιμές που αποδόθηκαν στον Βρασίδα στην Αμφίπολη αποτυπώνουν την καταπληκτική εντύπωση που άφηνε στους άλλους Έλληνες αυτός ο καθόλου χαρακτηριστικός Σπαρτιάτης. Το μίσος όλων για την Αθήνα και η αναζήτηση ενός ισχυρού συμμάχου διευκόλυναν τον Βρασίδα στο να πεί­θει ότι ο ίδιος ήταν διαφορετικός. Όσο και αν μοιάζει εξωπραγματικό, οι Έλληνες είχαν γοητευθεί από την εξιδανικευμένη εικόνα της Σπάρτης: μια αντίληψη, η οποία δεν ήταν αναγκαστικά αληθής, αλλά υποκαθιστούσε την πραγματικότητα.
     
3. Δημόσια εικόνα
 
Το βασικό χαρακτηριστικό της δημόσιας εικόνας είναι η εξάρτησή της από τη γνώμη των άλλων και όχι από την πραγματικότητα. Μπορεί να γίνει υποκατάστατο της γνώσης,[50] και έτσι είναι δυνατόν να είναι ανακριβής, ή ακόμη και λανθασμένη. Όταν λείπει η γνώση και η πληροφόρηση, οι διαδόσεις, οι φήμες και οι εντυπώσεις είναι πολύ πιο αποτελεσματικές. Οι φήμες καθίστανται συστατικό ενός συνόλου κοινών αντιλήψεων που κυκλοφορούν στο εσωτερικό μιας ομάδας και ενισχύουν τους δεσμούς αλληλεγγύης μεταξύ των μελών της.
 
Αντίθετα με την εντύπωση που επικρατεί, η Αθήνα δεν ήταν μια κοινωνία όπου όλοι γνώριζαν όλους (face-to-face society).[51] Οι πολίτες συνήθως δεν γνώριζαν προσωπικά όλα τα δημόσια πρόσωπα, και συνεπώς η δημόσια εικόνα των προσώπων αυτών έπαιζε αποφασιστικό ρόλο στη σταδιοδρομία τους. Ο πιο επιτυχημένος πολιτικός από την άποψη της δημόσιας επικοινωνίας ήταν αναμφισβήτητα ο Περικλής. Η επανεκλογή του ως στρατηγού για δεκατέσσερα συνεχή έτη ήταν ένα απαράμιλλο επίτευγμα, αποτέλεσμα του συνδυασμού πολλών παραγόντων. Όπως είδαμε, ο Θουκυδίδης υπογραμμίζει πολλούς από αυτούς τους παράγοντες, ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο Περικλής ήταν υπεράνω xρημάτων (χρημάτων δέ διαφανῶς ἀδωρότατος, 2.65-8). Οι προεκτάσεις αυτής της διαπίστωσης είναι περισσότερο πολιτικές παρά ηθικές. Αν ο Θουκυδίδης υπογραμμίζει την ακεραιότητα του Περικλή, δεν το κάνει μόνο για να τονίσει ότι ως πολιτικός ήταν έντιμος, αλλά και επειδή αυτό το χαρακτηριστικό ήταν ιδιαίτερα έκδηλο και συντελούσε στην πρωτοφανή αποδοχή του από το πλήθος. Για τον Περικλή είχε ιδιαίτερη σημασία η συγκρότηση μιας δημόσιας εικόνας στο επίκεντρο της οποίας βρισκόταν η συγκεκριμένη ιδιότητα· αυτήν ακριβώς την εικόνα στη συνέχεια θα προσπαθήσει να μεγεθύνει, να υπερασπιστεί και να ελέγξει.
 
Όταν οι Αθηναίοι εξέφραζαν δυσφορία για τις συνθήκες διαβίωσης που τους επέβαλε ο πόλεμος, ο Περικλής βρέθηκε στην ανάγκη να υπερασπιστεί την πολιτική του παραπέμποντας στην εικόνα του: ‘Και όμως οργίζεσθε με έναν άνθρωπο όπως εγώ, που μπορώ καλύτερα από τον καθέναν, πιστεύω, να καταλάβω τι πρέπει να γίνει σε κάθε περίσταση και να σας το εξηγήσω, αγαπώ την πόλη και είμαι υπεράνω χρημάτων’ (2.60.5). Βέβαια, η ανωτερότητα σε σχέση με τα χρήματα ήταν ζήτημα μάλλον άσχετο με το θέμα της συζήτησης, δηλαδή την υπευθυνότητα του Περικλή για τον πόλεμο και την αμυντική του στρατηγική. Παρ’ όλα αυτά, ο Περικλής επικαλείται και πάλι την εικόνα του, η οποία λειτουργούσε ως ‘σήμα κατατεθέν’ της πολιτείας του.
 
Και σε άλλα σημεία της Ιστορίας ο Θουκυδίδης υπογραμμίζει το πόσο σημαντικό ήταν για τον Περικλή να αποδείξει την ανωτερότητά του απέναντι στα υλικά αγαθά: Όταν οι Πελοποννήσιοι συγκεντρώνονταν ακόμα στον Ισθμό και προτού εισβάλουν στην Αττική, ο Περικλής του Ξανθίππου, που ήταν τότε ένας από τους Δέκα Στρατηγούς των Αθηναίων, βλέποντας ότι επίκειται η εισβολή, φοβήθηκε μήπως ο Αρχίδαμος, που τύχαινε να είναι φίλος του, για να του κάνει χάρη, δώσει από δική του πρωτοβουλία διαταγή να μην καταστραφούν τα κτή­ματά του είτε ακόμα και μετά από διαταγή των Λακεδαιμονίων για να τον εκθέσουν στους Αθηναίους, όπως το είχαν προσπαθήσει, απαιτώντας να εξαγνιστεί η πολιτεία από το Κυλώνειο άγος. Για τον λόγο αυτόν ο Περικλής ανακοίνωσε στην Εκκλησία του Λαού ότι ο Αρχίδαμος ήταν φίλος του, αλλά ότι αυτό δεν θα προκαλούσε καμιά βλάβη στα συμφέροντα της πολιτείας και ότι, αν ο εχθρός δεν κατέστρεφε τα κτήματά του και τα εξοχικά του, τότε τα χάριζε στο Δημόσιο για να μην δημιουργηθεί, από τον λόγον αυτόν, καμιά υποψία εναντίον του’ (2.13.1). Και πάλι γίνεται εδώ εμφανής η συνειδητή μέριμνα του Περικλή να προβάλει και να διαφυλάξει συγκεκριμένες όψεις της δημόσιας εικόνας του.[52] Η εικόνα μπορεί εύκολα να καταστραφεί, ακόμη και άδικα. Ο Περικλής είχε καλή γνώση αυτών των μηχανισμών, όπως φυσικά και οι αντίπαλοί του. Η εικόνα ενός πολιτικού είναι σαν να έχει δική της ζωή, και μπορεί να επηρεασθεί από τρίτους.
 
Αξίζει να σημειώσουμε ότι και άλλες πηγές επιβεβαιώνουν τη σημασία της δημόσιας εικόνας για τη σταδιοδρομία του Περικλή. Ο Βίος Περικλεούς του Πλουτάρχου περιέχει κάποιες πληροφορίες για την ιδιωτική ζωή του Περικλή, θέμα που ο Θουκυδίδης θεωρούσε ότι δεν ανήκει στο πεδίο του έργου του: ὁδόν τε γάρ ἐν ἄστει μίαν ἑωρᾶτο τήν ἐπ’ ἀγοράν καί τό βουλευτήριον πορευόμενος, κλήσεις τε δείπνων καί τήν τοιαύτην ἅπασαν φιλοφροσύνην καί συνήθειαν ἐξέλιπεν, ὡς ἐν οἷς ἐπολιτευσατο χρόνοις μακροῖς γενομένοις πρός μηδένα τῶν φίλων ἐπί δεῖπνον ἐλθεῖν πλήν Εὐρυπτολέμου τοῦ ἀνεψιοῦ γαμοῦντος ἄχρι τῶν σπονδών παραγενόμενος εὐθύς ἐξανέστη’ ,7.4. [τον έβλεπαν να ακολουθεί ένα δρόμο, αυτόν που οδηγούσε στην αγορά και το βουλευτήριο. Απαρνήθηκε τις προσκλήσεις σε δείπνο και τις φιλικές συναναστροφές και τις παρέες αυτού του είδους, ώστε στα χρόνια που βρισκόταν στην πολιτική, που ήταν μάλιστα πολλά, δεν πήγε για δείπνο σε κανέναν από τους φίλους του. Πήγε μόνο στου εξαδέλφου του του Ευρυπτόλεμου, όταν παντρευόταν. Έμεινε μέχρι να γίνουν οι σπονδές και αμέσως μετά σηκώθηκε κι έφυγε]. Σε αυτό το παράδειγμα είναι δυνατόν να αναγνωρίσουμε χαρακτηριστικά, τα οποία είχαμε διαπιστώσει νωρίτερα: σταθερότητα και επιμονή για τη δημιουργία μιας δημόσιας εικόνας, ακόμη και αν αυτό απαιτεί χρόνο, όπως επίσης προσοχή ώστε να μη δοθεί καμία αφορμή για την καταστροφή αυτής της εικόνας - πράγμα το οποίο ήταν δυνατόν να συμβεί ανά πάσα στιγμή.
 
Οι απόψεις που ο Θουκυδίδης βάζει στο στόμα του Περικλή βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος. Μιλώντας προς τους Αθηναίους κατά τη διάρκεια των διπλωματικών διεργασιών που προηγήθηκαν του πολέμου, ο στρατηγός επιμένει ότι ακόμη και η μικρότερη υποχώρηση εκ μέρους των Αθηναίων θα εκληφθεί ως αδυναμία και θα τονώσει το φρόνημα του αντιπάλου. Αντίθετα, πώς θα κατέβαλαν οι Αθηναίοι το ηθικό των Σπαρτιατών; Ο Περικλής προτείνει: καί εἰ ᾤμην πείσειν ὑμᾶς, αὐτούς ἄν ἐξελθόντας ἐκέλευον αὐτά δῃῶσαι καί δεῖξαι Πελοποννησίοις ὅτι τούτων γε ἕνεκα οὐχ ύπακούσεσθε, 1.143.5 [και αν πίστευα ότι μπορώ να σας πείσω, θα σας έλεγα να τρέξετε, σεις οι ίδιοι, να τα καταστρέψετε για να δείξετε στους Πελοποννησίους ότι δεν θα υποκύψετε για να τα σώσετε]. Ο Περικλής εμμέσως εισηγείται μια ενέργεια με υπολογίσιμο κόστος, η οποία δεν εξυπηρετεί κανέναν άλλο σκοπό εκτός από τη δημιουργία εντυπώσεων. Η δημόσια εικόνα αντιμετωπίζεται ως αυθύπαρκτη πραγματικότητα.
 
Μια άλλη πηγή μας δίνει μια επιπλέον δυνατότητα να επιβεβαιώσουμε τη μαρτυρία του Θουκυδίδη: ένα απόσπασμα, το οποίο αποδίδεται στον σοφιστή Πρωταγόρα, σύγχρονο του Περικλή, και το οποίο παραδίδεται στο ψευδο-πλουτάρχειο σύγγραμμα Παραμυθητικός προς Ἀπολλώνιον (118e). Πρόκειται και πάλι για ένα γεγονός της ιδιωτικής ζωής του Περικλή, συγκεκριμένα για την αντίδρασή του στον θάνατο των δύο γιων του, του Παράλου και του Ξανθίππου, εξαιτίας του λοιμού: τῶν γάρ υἱέων νεηνιῶν ὄντων καί καλῶν, ἐν ὀκτώ δέ ταῖς πάσησιν ἡμέρησιν ἀποθανόντων, νηπενθέως ἀνέτλη. Εὐδίης γάρ εἴχετο ἐξ ἧς πολλόν ὤνητο κατά πᾶσαν ἡμέρην εἰς εὐποτμίην καί ἀνωδυνίην καί τήν ἐν τοῖς πολλοῖσι δόξαν, πᾶς γάρ τις μιν ὁρῶν τά ἑαυτοῦ πένθεα ἐρρωμένως φέροντα, μεγαλόφρονά τε καί ἀνδρεῖον ἐδόκει εῖναι καί ἑαυτοῦ κρείσσω, κάρτα εἰδώς τήν ἑαυτοῦ ἐν τοιοῖσδε πράγμασιν ἀμηχανίην’ (Πρω­ταγόρας, απ. Β 9 DK) [Οι δύο γιοί του πέθαναν παλικάρια νέα και ωραία μέσα σε οκτώ μέρες όλες κι όλες. Εκείνος όμως άντεξε σφίγγοντας την καρδιά του. Κράτησε την ψυχική του γαλήνη, κι αυτό τον ωφέλησε πολύ, προκαλώντας καθημερινά την καλή του τύχη, διώχνοντάς του τον πόνο και χαρίζοντάς του την εκτίμηση του κόσμου. Γιατί ο καθένας τον έβλεπε να υπομένει με εσωτερική δύναμη τον πόνο του και τον θεωρούσε άνθρωπο με ισχυρό φρόνημα και γενναία ψυχή και δυνατότερο από τον ίδιο, ξέροντας καλά τη δική του απόγνωση σε ανάλογες περιστάσεις]. Μια λίγο διαφορετική εκδοχή βρίσκουμε και στον Βίο του Πλουτάρχου (36.9). Ο βιογράφος αναφέρει ότι ο Περικλής επέδειξε καρτερία πενθώντας πολλούς συγγενείς και φίλους τους οποίους είχε χάσει από τον λοιμό, μεταξύ των οποίων ο γιος του Ξάνθιππος και η αδελφή του. Αλλά στο άκουσμα του θανάτου του Παράλου, του μοναδικού νόμιμου γιού του, λύγισε και ξέσπασε σε θρήνο για μοναδική φορά στη ζωή του. Είναι προφανώς άνευ σημασίας να θέσουμε το ερώτημα ποια από αυτές τις εκδοχές είναι αυθεντική. Το ενδιαφέρον έγκειται στις ιδέες και τις αντιλήψεις που εκφράζει η κάθε μία από αυτές. Η εκδοχή του Πρωταγόρα φαίνεται να προσαρμόζει τα γεγονότα στις ανάγκες μιας γενικότερης ιδέας την οποία υπηρετεί. Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται να παρουσιάσει τον αντίκτυπο της στάσης του Περικλή στους συγχρόνους του. Αυτή η στάση ενισχύει την εκτίμηση του κόσμου χάρη στην ψυχολογική αντίδραση την οποία προκαλεί σε όσους τον παρατηρούν.
 
Η απόδοση του αποσπάσματος στον Πρωταγόρα μας φέρνει εμμέσως αντιμέτωπους με τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις μιας τέτοιας συζήτησης. Η ιδέα, την οποίαν εκφράζει εδώ ο Πρωταγόρας, ότι δηλαδή κάθε πολίτης συγκρίνει τον Περικλή με τον εαυτό του και αξιολογούσε τη στάση του χρησιμοποιώντας ως μέτρο τον εαυτό του ανακαλεί ασφαλώς τη βασική γνωσιολογική αρχή του συγγραφέα, σύμφωνα με την οποία κάθε άνθρωπος κρίνει τα πάντα - και επομένως και τους άλλους ανθρώπους - με μέτρο τον εαυτό του (πά­ντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος). Η ανθρώπινη αντίληψη - και ίσως, κατ’ επέκταση, η ανθρώπινη κρίση - γίνεται μέτρο της γνώσης. Το ενδιαφέρον του Πρωταγόρα για τον Περικλή δείχνει όχι απλώς ότι ο σοφιστής βρήκε στο περιστατικό αυτό ένα πρόσφορο παράδειγμα για την ορθότητα της διδασκαλίας του, αλλά ενδεχομένως αποκαλύπτει, αντίστροφα, την επίδραση του Πρωταγόρα στη σκέψη του ίδιου τον Περικλή.
 
Αυτό θα επιβεβαιωθεί από έναν συλλογισμό που βάζει ο Θουκυδίδης στο στόμα του ίδιου του Περικλή στο προοίμιο του Επιτάφιου: χαλεπόν γάρ τό μετρίως εἰπεῖν ἐν ᾧ μόλις καί ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας βεβαιοῦται. ὅ τε γάρ ξυνειδώς καί εὔνους ἀκροατής τάχ΄ ἄν τι ἐνδεεστέρως πρός ἅ βουλεύεταί τε καί ἐπίσταται νομίσειε δηλοῦσθαι, ὅ τε ἄπειρος ἐστιν ἅ καί πλεονάζεσθαι, δια φθό­νον, εἴ τι ὑπέρ τῇ αὐτοῦ φύσιν ἀκούοι. μέχρι γάρ τοῦδε ἀνεκτοί οἱ ἔπαινοί εἰσι περί ἑτέρων λεγόμενοι, ἐς ὅσον ἄν καί αὐτός ἕκαστος οἴηται ἱκανός εἶναι δρᾶσαί τι ὧν ἤκουσεν. τῷ δέ ὑπερβάλλοντι αὐτῶν φθονοῦντες ἤδη καί ἀπιστοῦσιν (2.35.2) [Δύσκολο είναι να μιλήσει κανείς όπως ταιριάζει σε θέμα που χρειάζεται κόπος για να γίνει πιστευτή και η απλή αλήθεια. Γιατί ο ευνοϊκός ακροατής που ξέρει τα πράγματα θα θεωρήσει τα όσα ακούει κατώτερα από όσα θέλει και περιμένει ν’ ακούσει, ενώ ο ακροατής που δεν τα ξέρει θα νομίσει, από φθόνο, πως λέγονται υπερβολές, αν τύχει κι ακούσει κάτι που είναι ανώτερο από τις δυνάμεις του. Τον έπαινο για τους άλλους τον ανεχόμαστε τόσο μόνο όσο πιστεύουμε πως κι εμείς οι ίδιοι θα μπορούσαμε να τον αξίζουμε. Καθετί που είναι ανώτερο μας, από φθόνο, δεν το πιστεύουμε], Η διαδικασία που περιγράφεται στον Επιτάφιο και στο απόσπασμα του Πρωταγόρα είναι ακριβώς η ίδια. Ο άνθρωπος αξιολογεί τη συμπεριφορά των άλλων με γνώμονα την εικόνα που έχει για τις δικές του δυνατότητες, για τα δικά του όρια. Και στις δύο περιπτώσεις ο αποδέκτης της εικόνας αποτελεί το μέτρο της αξιολόγησης. Στο απόσπασμα του Πρωταγόρα ο Περικλής εξασφαλίζει την αποδοχή των άλλων, καλλιεργώντας τους την εντύπωση ότι είναι καλύτερος. Η δημόσια εικόνα του τους πείθει για αυτό.
 
Στο έργο του Θουκυδίδη γίνεται εμφανής όχι τόσο η επίδραση του Πρωταγόρα στον ιστορικό όσο στον Περικλή. Οι τεχνικές που σύμφωνα με τον Θουκυδίδη διέπουν τη δημιουργία, συντήρηση και υπεράσπιση της εικόνας ενός πολιτικού έναντι του πλήθους συμφωνούν με τις γνωσιολογικές αρχές του σοφιστή, αν δεν αποτελούν και συνειδητή εφαρμογή τους. Ένα απόσπασμα από τον τελευταίο λόγο του Περικλή λειτουργεί ως ένα ακόμα παράλληλο στο πρωταγόρειο απόσπασμα και στην άποψη ότι η καρτερία σε αντίξοες περιστάσεις εκλαμβάνεται από τους γύρω ως τεκμήριο υπεροχής σε σχέση με τους ίδιους: μήτε ἔνδηλοί ἐστε τοῖς παροῦσι πόνοις βαρυνόμενοι, ὡς οἵτινες πρός τάς ξυμ­φοράς γνώμῃ μέν ἥκιστα λυποῦνται, ἔργῳ δέ μάλιστα ἀντέχουσιν, οὗτοι καί πόλεων καί ἰδιωτῶν κράτιστοί εἰσιν (2.64.6) [μην δείχνετε ότι οι τωρινές συμφορές σάς έχουν καταβάλει. Άριστοι είναι εκείνοι - είτε πρόκειται για πολιτεία είτε πρόκειται για ανθρώπους - που δεν κλονίζεται το ηθικό τους από τις συμφορές, εκείνοι που δείχνουν τη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στη δράση].
 
Συμπέρασμα
 
Είδαμε ότι η στρατηγική δημοσίων σχέσεων του Περικλή, όπως την περιγράφει ο Θουκυδίδης, δεν βασιζόταν στον αυτοσχεδιασμό, αλλά ακολουθούσε συγκεκριμένη μέθοδο,[53] παρέμενε προσηλωμένη σε συγκεκριμένους στόχους και προ πάντων εκμεταλλευόταν τη γνωσιοθεωρία της εποχής του στην πιο ριζοσπαστική μάλιστα εκδοχή της. Στο πρόσωπο του Θουκυδίδη ο Περικλής βρίσκει έναν εξαιρετικά οξυδερκή παρατηρητή, που όχι μόνο διέκρινε τους μηχανισμούς της πολιτικής επικοινωνίας, όπως λειτουργούσαν στον κόσμο γύρω του, αλλά κατανόησε επίσης τη σημασία τους. Ακόμη περισσότερο, οι δυνατότητες της πολιτικής επικοινωνίας προσέφεραν στον ιστορικό ένα περαιτέρω μέσο εξατομίκευσης και χαρακτηρισμού των πρωταγωνιστών του έργου του. Η αλληλεπίδραση ενός ηγέτη με το πλήθος είναι δυνατόν να γνωρίσει διαβαθμίσεις με γνώμονα διάφορα κριτήρια: από τον απόλυτο έλεγχο μέχρι την έλλειψη επιρροής από την ηγεσία που εμπνέει χάρη στο κύρος μέχρι τον ανεύθυνο λαϊκισμό ή την ιδιοτελή χειραγώγηση, από τη δημόσια αποδοχή μέχρι την παραίτηση.
 
Αν ο R. Collingwood χαρακτήρισε τον Θουκυδίδη πατέρα της ψυχολογικής ιστοριογραφίας,[54] προετοιμάζοντας ουσιαστικά το έδαφος για μια σειρά από σημαντικές μελέτες που διερεύνησαν αυτήν την πτυχή του έργου του, σημερινοί μελετητές, όπως ο J. Ober στον ανά χείρας τόμο, χαρακτηρίζουν τον Θουκυδίδη πατέρα της πολιτικής επιστήμης. Όπως δείχνει και η συζήτηση που προηγήθηκε, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός δεν μπορεί παρά να καλύπτει και τη συνεισφορά του Θουκυδίδη στη μελέτη της ανατομίας και λειτουργίας της πολιτικής επικοινωνίας.
------------------------------
[1] Βλ. Geske (2005). Πάντως ο Νικίας δεν επαινείται ποτέ από τον Θουκυδίδη για τις στρατιωτικές του ικανότητες· πρβλ. Kallet (2001) 151-59. 
[2] Οι μεταφράσεις είναι του συγγραφέα.
[3] Για την επιρροή των στρατιωτών στις αποφάσεις και διαταγές των στρατηγών τους βλ. Hamel (1998) 71-73.
[4] Για τον Δημοσθένη βλ. Stahl (1066) 130 κ.ε. για την Ποτείδαια Kallet (1993) 120-23.
[5] Η πληροφορία αυτή επιτείνει την εντύπωσή μας για την αποτελεσματικότητα του Περικλή ως ρήτορα (1.140-144)· μετά την εκφώνηση της δημηγορίας η αποδοχή των απόψεών του από τους Αθηναίους είναι πλήρης (1.145).
[6] Μέχρι την εμφάνιση του Κλέωνα στο 3° Βιβλίο δεν υπάρχουν αναφορές στην ηγετική παρουσία κάποιου άλλου πολιτικού ή σε σύγκληση της εκκλησίας του δήμου. Πρβλ. Connor (1984) 76 κ. ε.: ‘Στο πρώτο μέρος του βιβλίου [2ου] δόθηκε μεγάλη έμφαση στη διαδικασία με την οποία η Αθήνα λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις σχετικά με τον πόλεμο... Αποκτούμε μια αίσθηση των διαθέσεων που επικρατούσαν στους Αθηναίους πολίτες και ρίχνουμε μια ματιά στη συνέλευση τη στιγμή της λειτουργίας της. Μετά το κεφάλαιο 65 η αφήγηση αναφέρει τις σημαντικότερες αποφάσεις, αλλά δεν λέγονται πολλά για τη διαδικασία με την οποία αυτές λαμβάνονταν. Η συνέλευση εξαφανίζεται, και μαζί της τα άτομα που επεδίωκαν να κυριαρχήσουν σε αυτήν’· βλ. επίσης Rood (1998) 136 κ.ε. Για ‘τις επιλογές, τη συμπύκνωση και τις παραλείψεις’ που χαρακτηρίζουν τους λόγους βλ. Hornblower (1987) 55 
[7] Δεν διαθέτουμε επαρκή στοιχεία από αλλού, ώστε να υιοθετήσουμε την εύλογη υπόθεση (πρβλ. 2.59.3) ότι ο Περικλής ενεργούσε με την ιδιότητά του ως στρατηγού. Για αυτό το πρόβλημα βλ. Hamel (1998) 5-12.
[8] Σύμφωνα με τη διάκριση που εισηγείται η V.J. Hunter (1988/89) 18 με τη σημ. 6 (όπου και η σχετική βιβλιογραφία) όχλος είναι μια ομάδα η οποία συναθροίζεται και τείνει να ομογενοποιηθεί. Ο όρος ‘μάζα’ αφορά ένα σύνολο ανθρώπων που είναι πολύ εκτεταμένο, ώστε να συναθροισθεί.
[9] Marx - McAdam (1994) 68 κ.ε.
[10] McNair (1995) 7. 
[11] Αντίθετα με τους Αθηναίους στη Μήλο ο Βρασίδας είχε την ευκαιρία να απευθυνθεί στον λαό των πόλεων της Βόρειας Ελλάδας και κατόρθωσε να τον πείσει να εγκαταλείψει τους συμμάχους του. Η επιτυχία του οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην εξαπάτηση και στον εκφοβισμό μέσω απειλών (4.87.2-5· βλ. επίσης 4.88.1: οι Ακάνθιοι ανησυχούσαν για τη συγκομιδή). Τα ακροατήρια του Βρασίδα παρουσιάζουν τη χαρακτηριστική συμπεριφορά του όχλου: ‘οι πολίτες ξεσηκώθηκαν ακόμη περισσότερο και ήθελαν να αποστατήσουν’ (ἐπήρθησαν, πρβλ. Connor [1984] 135, σημ. 68), επιθυμούσαν να είναι οι πρώτοι που θα το κάνουν (4.108.4), εκτίμησαν εσφαλμένα το μέγεθος της Αθηναϊκής δύναμης (4.108.4), παρασύρονταν από ευσεβείς πόθους και απωθούσαν κάθε αρνητικό ενδεχόμενο (4.108.6). Ο Βρασίδας δημιουργεί ψευδείς προσδοκίες και υποθάλπει άλογη συμπεριφορά (4.108.6)· πρβλ. επίσης Connor (1984) 131, σημ. 57. Εξάλλου, στην Αμφίπολη οι άνθρωποι σταματούν να υπακούουν στον Αθηναίο στρατηγό εκεί (4.106.2· για την παράλειψη του ονόματος του πρβλ. Hornblower, Comm. 2.337).
[12] Για τα παραπλανητικά στοιχεία της ομιλίας του Βρασίδα βλ. Debnar (2001) 188 κ.ε., 192-Price (2001) 251-54.
[13] Πρβλ. 2.60.6· βλ. Yunis (1991). 
[14] Οι Εγεσταίοι, οι οποίοι είχαν επισήμως καλέσει τους Αθηναίους να επέμβουν στη Σικελία, χρησιμοποιούν λόγια τα οποία χαρακτηρίζονται από τον ίδιο τον Θουκυδίδη ως ἐπα­γωγά καί οὐκ ἀληθῆ (6.8.2). Ο Αλκιβιάδης παρουσιάζει μια υπερβολικά μονόπλευρη εικόνα των συνθηκών στη Σικελία (6.17.2-6)· πρβλ. Stahl (1973) 64 κ.ε. Αντιπαράβαλλε το 6.93.1: οι Σπαρτιάτες δείχνουν εμπιστοσύνη στον Αλκιβιάδη, ‘διότι πίστεψαν ότι είχαν ακούσει τον άνθρωπο ο οποίος διέθετε την πιο ακριβή πληροφόρηση’.
[15] Βλ. Stahl (1973) 70-72· Tsakmakis (1995a) 159-75. 
[16] Πρβλ. Connor (1984) 168-71.
[17] Φήμες οι οποίες κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα (άκογι) έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της μαζικής υστερίας που οδήγησε στην ανάκληση του Αλκιβιάδη. Ο φόβος των Αθηναίων για την τυραννίδα ενισχύθηκε από λανθασμένες ιστορικές εικασίες· βλ. Τsakmakis (1995a) 186 κ.ε. Οι φήμες υπόκεινται σε αλλαγές και παραμορφώσεις που είναι τριών ειδών: διαγραφή λεπτομερειών (‘ισοπέδωση’), προϊούσα οργάνωση της ύλης γύρω από ένα δεσπόζον θέμα (‘όξυνση’) και παρουσίαση του μηνύματος με τρόπο που να το καθιστά συμβατό με προϋπάρχουσες ατομικές και συλλογικές απόψεις (‘αφομοίωση’)· βλ. Marx - McAdam (1994) 27. Το επεισόδιο των Πεισιστρατιδών περιέχει πολλές λεπτομέρειες, θέματα και δομές δράσης που αγνοούνται στη διαδεδομένη εκδοχή του περιστατικού· στόχος του είναι να αμφισβητήσει την απλοϊκή σύνδεση της τυραννίδας με τη βία.
[18] Βλ. Rechenauer (1991) 144-57.
[19] Η σημασία αυτού του γεγονότος δεν αναιρείται από την παρατήρηση της V.J. Hunter (1998/89) ότι ο Θουκυδίδης δεν συγγράφει μια ‘κοινωνιολογία’ του όχλου, αλλά εφαρμόζει τους κανόνες της ατομικής ψυχολογίας στη συμπεριφορά του.
[20] Πρόκειται για πολύ φιλόδοξο στόχο, ακόμη και για σύγχρονους ερευνητές, καθώς δεν εξαντλείται στην εξέταση στατικών τεκμηρίων, αλλά απαιτεί την κατανόηση κοινωνικών δυναμικών βλ. Marx - McAdam (1994) 25f. 
[21] Είναι προετοιμασμένος για τις αντιδράσεις τους: 2.59.3 - 2.60.1· πρβλ. 1.140.1.
[22] Δεδομένου ότι ο Περικλής δεν έχεt αντίπαλο στις δημόσιες αγορεύσεις του, ο πραγματικός του αντίπαλος είναι το πλήθος: ο βαθμός αποδοχής της ηγεσίας του είναι o  μόνος μεταβλητός παράγοντας. Η αντίσταση στην επιχειρηματολογία του Περικλή εκφράζεται ως αντιπαράθεση συναισθήματος-λογικής (2.65.1: ὀργή - γνώμη, 2.65 3-4: ὀργή - νομίζειν· βλ. ολόκληρο τον τελευταίο λόγο του Περικλή). Με παρόμοιο τρόπο η εγκατάλειψη της πολιτικής του Περικλή περιγράφεται ως αποτέλεσμα ηθικής διαφθοράς ή ως ελάττωμα των ηγετών, οι οποίοι εκμεταλλεύονται τα συναισθήματα και τα πάθη των μαζών (2.65.10).
[23] Φαντάζει ειρωνικό το γεγονός ότι ο Νικίας τελικά εκτελείται, επειδή οι Συρακούσιοι θα φοβηθούν μήπως δωροδοκήσει τους φρουρούς του (7.86.4)
[24] Ο Νικίας δεν είναι σε θέση να σκεφθεί με όρους πολιτικούς. Η πολιτική του κρίση δεν μπορεί ποτέ να αποσυνδεθεί από τη στενή μέριμνα για την προσωπική του σταδιοδρομία (5.16.1, 6.9.2.). 
[25] Κατά παρόμοιο τρόπο ο Κλέων δεν διστάζει να εισηγηθεί τη διάκριση μεταξύ συνετών και ασήμαντων πολιτών (φαυλότεροι, 3.37.3) στο ακροατήριό του (για να εκφράσει, ωστόσο, την αποδοκιμασία του για τους πρώτους· πρβλ. Rengakos [1984] 58-63‘ Connor [1971] 94-96· Hornblower, Comm. 1.424), με σκοπό να εξυπηρετήσει τις άμεσες βλέψεις του στη διάρκεια της συζήτησης για τη Μυτιλήνη. Χαρακτηριστικό είναι ότι στη συνέχεια της επιχειρηματολογίας του αρνείται μια θεμελιώδη αρχή της πολιτικής επικοινωνίας σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, τον δημόσιο διάλογο, υπερτονίζοντας τα αρνητικά επακόλουθα της ρητορικής πειθούς· πρβλ. Connor (1984) 82 κ.ε.
[26] Ποβλ. 6.1 7.1 (για την υποστήριξη της συμμαχίας εναντίον της Σπάρτης: 5.45.3).
[27] Βία και πειθώ είναι όροι αντίθετοι στην ελληνική σχεφη- ποβλ. Buxton ί 1982) 58-63. Αυτή, ωστόσο, η αντίφαση χαρακτηρίζει ευρύτερα την πολιτική ζωή της εποχής στην Αθήνα: η πειθώ κυριαρχούσε μέσω της ρητορικής στα εσωτερικά των Αθηναίων, ενώ η βία ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της πολιτικής τους απέναντι στους συμμάχους. 
[28] Πρβλ. Hornblower. Comm. 2.152.
[29] Στη διένεξη για την Πύλο γίνεται ο ίδιος θύμα της δυναμικής που αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ενώ στη Σικελική εκστρατεία ορίζεται επικεφαλής παρά τη θέλησή του (6.8.4). 
[30] Η αξιοπιστία της αφήγησης στο σημείο αυτό υποστηρίζεται από αντίστοιχα φαινόμενα που επισημαίνονται στην αφήγηση της επιστροφής του Αλκιβιάδη στην Αθήνα από τον Ξενοφώντα (Ελλ. 1-4. 18-20).
[31] Πρβλ. επίσης Zaller (1992) 53-75.
[32] Πρβλ. Pouncey (1986)
[33] Πρβλ. Hornblower (1987) 73-110· Thomas (2000) 168-212· Kallet (στον ανά χείρας τόμο).
[34] Ο Θεμιστοκλής είναι ο μόνος πολιτικός ο οποίος στο έργο του Ηροδότου εμφανίζεται ενώπιον της συνέλευσης και πείθει τους πολίτες να υιοθετήσουν τις προτάσεις του (Ηρόδ. 8.109.2-8.110.1· η στρατιωτική του παρακέλευση στο 8.83 είναι επίσης αποτελεσματική). 
[35] Αναγνώριση της σύνεσης και της ευφυΐας άλλων πολιτικών από τον Θουκυδίδη: 2.97.6· 4.81.2· 6.54.5· 6.72.2· 8.68.1. Επίσης βλ. Rood (1998α) 184, σημ. 8.
[36] Διεξοδικά πραγματεύεται το θέμα ο Edmunds (1975). Για τη συσχέτιση σκέψεων, προβλέψεων, προθέσεων και γεγονότων βλ. V.J. Hunter (1973α)· Stahl (1973)· Schneider (1974) 69-125.
[37] Marx - McAdam (1994) 69.
[38] Η βοήθεια του Βρασίδα προς τη Σκιώνη ενεθάρρυνε τους Μενδαίους να αποστατήσουν από τους Αθηναίους (4.123.2). Η έντονη εντύπωση των κατορθωμάτων του Βρασίδα είναι ακόμη ζωντανή και στους Μηλίους (5.110). Οι Μυτιληναίοι εξάλλου δηλώνουν ότι αποστάτησαν σκεπτόμενοι το παράδειγμα της μεταχείρισης άλλων συμμάχων από τους Αθηναίους (3.10.6, 3.11.8· πρβλ. επίσης την έκκληση προς τους Σπαρτιάτες στα χωρία 3.13.2 και 3.13.7). Η δημηγορία των Μυτιληναίων αξιοποιεί ευρέως ρητορικές τεχνικές του συρμού, αλλά δεν εμποδίζει τους Λακεδαιμονίους να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι Μυτιληναίοι δεν έλεγαν την αλήθεια και ζητούσαν πράγματα αδύνατα (3.16.2· επίσης HTC 2.268-69 στο 3.13.4).
[39] Πρβλ. 3.39.3: Παράδειγμα δέ αὐτοῖς οὔτε αἱ ταῶν πέλας ξυμφοραί ἐγένοντο (‘δεν έχουν διδαχθεί ούτε από το παράδειγμα των γειτόνων τους’)· το παράδειγμα απαντά στους ισχυρισμούς των Μυτιληναίων (3.10.6, 3.11.8), αλλά αντικρούεται από τον Διόδοτο στο 3.47.3: προδειξάντων ὑμῶν τήν αὐτήν ζημίαν τοῖς τε ἀδικοῦσιν ὁμοίως κεῖσθαι καί τοῖς μή (‘γιατί εσείς θα έχετε προλάβει να δείξετε ότι η ίδια ποινή επιβάλλεται και σε εκείνους που είναι ένοχοι και σε όσους δεν είναι’). Η χρήση του παραδείγματος ταιριάζει με μια ρητορική χρήση του παρελθόντος, η οποία παραγνωρίζει τις πραγματικές σχέσεις ισχύος. Οι Πλαταιείς υπενθυμίζουν στους Σπαρτιάτες ότι θεωρούνται παράδειγμα ανδραγαθίας (3.57.1· βλ. και 3.59.1 για την ιδέα της φήμης). Οι Μήλιοι προειδοποιούν ότι η τιμωρία των Αθηναίων σε περίπτωση ήττας θα είναι παραδειγματική για άλλους ηγεμόνες (5.90).
[40] Πρβλ. τις προσεκτικές παραινέσεις του Κνήμου και του Βρασίδα (2.87.1) και τον αντίστοιχο λόγο του Φορμίωνα προς τους Αθηναίους (2.89): Ο Φορμίων έχει επίγνωση των δυσκολιών και δεν ολισθαίνει προς μια επιπόλαια ρητορική εκμετάλλευση της προηγούμενης νίκης των Αθηναίων. 
[41] Βλ. επίσης Connor (1984) 170 με τη σημ. 30.
[42] Αντίθετα, η υπερβολικά πρόστυχη συμπεριφορά ενός πολιτικού είναι δυνατόν να προκαλέσει την αποστροφή των πολιτών, όπως στην περίπτωση του Υπέρβολου· βλ. 8.73.3.
[43] 6.12· για τις δημηγορίες πριν από τη Σικελική εκστρατεία πρβλ. Kallet (2001) 24-48.
[44] Connor (1984) 164.
[45] Για αυτή την ιδέα βλ. Crane (1996) 118-26. Οι οικογενειακοί δεσμοί είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που εξηγεί τις ιδέες τις οποίες εκφράζει ο Αλκιβιάδης· 5-43.2· 6.16.1· 6.89.4. Ο Αλκιβιάδης επιμένει να θεμελιώνει τις αξιώσεις του στην παραδοσιακή έννοια της ἀξίας: ἀξιοῦν: 6.92.2, 6.92.5· ἀνταξιοῦν: 6.16.1· ἀξίως: 6.16.2.
[46] Σύγκριση μπορεί να γίνει στο σημείο αυτό με την απουσία επιχειρημάτων στον λόγο του Σθενελαΐδα ή με την επιθετική στάση του Κλέωνα προς το ακροατήριό του. 
[47] Πρβλ. Landmann (1932) 23-27.
[48] Πρβλ. επίσης 2.64.6 με το σχόλιο του Hornblower, Comm. 1.340· βλ. Rusten (1989) 197 κ.ε. Για τις διαφορές μεταξύ Περικλή και Αλκιβιάδη πρβλ. Price (2001) 2S4-6V
[49] Βλ. Debnar (2001) 172,183-93. 
[50] McNair (1995) 42 κ.ε.  
[51] Βλ. Ober (1989) 31-33.
[52] Ορισμένες πηγές αναφέρονται σε μομφές κατά του Περικλή για δωροδοκία, δια- ψεύδονται όμως έμμεσα στην Ιστορία του Θουκυδίδη: πρβλ. Will (2003) 238 και σημ. 52. Για τη δωροδοκία στην Αθηναϊκή πολιτική βλ. Ober (1989) 236-38.
[53] Πρβλ. επίσης Connor (1971) 127 κ.ε. Για τον Νικία και τη δημόσια εικόνα του βλ. Geske (2005) 84.
[54] Collingwood (1961) 20.

Ο Αληθινός Κόσμος και ο κόσμος των ανθρώπων

Υπάρχει Μια Άλλη, Διαφορετική Πραγματικότητα, από την πραγματικότητα που αντιλαμβάνονται και βιώνουν οι άνθρωποι. Υπάρχει Μια Κοινότητα Ανθρώπων (που είναι Αληθινοί Άνθρωποι, Αυθεντικοί Άνθρωποι) που Αντιλαμβάνονται την Πραγματικότητα τελείως διαφορετικά από αυτό που αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι.
 
Υπάρχει Ένας Αληθινός Κόσμος, πέρα από τον κόσμο των ανθρώπων. Είναι Ένας Κόσμος Φωτός, Ένας Κόσμος Αγάπης, Ένας Κόσμος Πιο Πραγματικός από τον πραγματικό κόσμο που βιώνουν οι άνθρωποι, καθημερινά, στον πλανήτη.
 
Είναι Ένας Κόσμος Όπου τα Φυσικά Περιστατικά Ονομάζονται με το Όνομά τους. Το Αληθινό Είναι Αληθινό. Το Δίκαιο Είναι Δίκαιο. Η Ομορφιά Είναι Ομορφιά, η Ζωή Είναι Ζωή.
 
Οι άνθρωποι δεν Ζουν στον Αληθινό Κόσμο, ζουν σε ένα ψεύτικο κόσμο, σε ένα κατασκευασμένο κόσμο (από την διανόηση και τον ψευτοπολιτισμό τους) σύμφωνα με τα συμφέροντα λίγων…
 
Οι άνθρωποι ζουν σε μια φυλακή που φτιάχνει το μυαλό τους, η κοινωνία, οι περιστάσεις.
 
Οι άνθρωποι ζουν σε ένα μαντρί, ιδεολογικό-οικονομικό-πολιτικό-κοινωνικό, που θέλουν να ονομάζουν κοινωνία και πολιτισμένο κόσμο. Ο κόσμος τους είναι ένα μαντρί κι ο πολιτισμός τους είναι «πολιτισμός της σαβούρας».
 
Στο κόσμο των ανθρώπων η Αλήθεια δεν είναι Αλήθεια (αλήθεια είναι ό,τι μας συμφέρει). Το Δίκαιο είναι δίκαιο όταν στηρίζει τα δικά μας συμφέροντα. Η Ομορφιά επιβάλλεται  από την κοινωνία κι από «εταιρείες». Όλα είναι «συναλλαγή», κι όλα, ψυχές, αισθήματα, ζωή, επιβίωση, όλα είναι εμπορεύσιμα.
Ο Κόσμος μας, το «Βασίλειο της Φύσης» όπως έλεγε παλιά ο Λάο Τσε, το «Βασίλειο της Αλήθειας» όπως έλεγε παλιά ο Σιντάρτα, είναι πιο αληθινός από τον κόσμο των ανθρώπων.
 
Αντιλαμβανόμαστε τα Φυσικά Περιστατικά, «αυτά που είναι», «αυτά που συμβαίνουν» και τα ονομάζουμε με το όνομά τους. Δεν κρυβόμαστε πίσω από ιδεολογήματα και λέξεις.
 
Δεν λατρεύουμε κανέναν θεό, ούτε τον θεό της σκέψης ή των θεσμοποιημένων θρησκειών που είναι ένα «είδωλο». Είμαστε Ένα, με όλα, με όλους, με τον κόσμο – γιατί Όλα Είναι Ένα.
 
Δεν οχυρωνόμαστε σε ένα εγώ, δεν κηρύσσουμε πόλεμο στους άλλους και στο σύμπαν, για προσωπικά συμφέροντα.
 
Ζούμε «χωρίς εγώ» και συμπορευόμαστε με όλα, ακόμα και με ο κακό που κυριαρχεί στον κόσμο. Το βλέπουμε, ούτε το αγνοούμε, ούτε το πολεμάμε, απλά το αποφεύγουμε, ακολουθώντας τον Δικό μας Δρόμο.
 
Δεν ζούμε σε μυστικιστικούς κόσμους, απορροφημένοι σε προσωπικά υποκειμενικά βιώματα (που όλα είναι φαντασία). Ζούμε στον Αντικειμενικό Κόσμο.
 
Ζούμε με Ελεύθερο Νου (από τις προκαταλήψεις που τον φορτώνει η περιοριστική φύση του, η κοινωνία, οι περιστάσεις).
 
Ζούμε με Ελεύθερες Αισθήσεις.
 
Είμαστε Ένα με τον Κόσμο, την Φύση, τον Ουρανό, τη Θάλασσα, τους Ανθρώπους, την Ζωή, την Γη. Συμπορευόμαστε με το Ρεύμα της Ζωής.
Ασφαλώς αγαπητέ αδελφέ (που είσαι εδώ αυτή την στιγμή, σε αυτό το βιβλίο και διαβάζεις) έχεις κάθε δικαίωμα να νομίζεις ότι ζούμε σε ένα κόσμο φαντασίας (που ίσως φτιάξαμε από αδυναμία να ζήσουμε και να αγωνιστούμε στον πραγματικό κόσμο)… κι ότι ο δικός σου κόσμος της καθημερινής ζωής είναι ο πραγματικός κόσμος.
 
Λάθος!
 
Είχαμε το θάρρος να πάμε «πέρα από την σκέψη», να εγκαταλείψουμε το εγώ… για να Ενωθούμε με το Παγκόσμιο, με Όλα.
 
Έχουμε Αιώνιες Αξίες που τις Βιώνουμε και τις Υπερασπιζόμαστε.
 
Την Αλήθεια, την Ελευθερία, την Γνώση,
 
την Ενότητα των Πάντων, την Ισότητα Όλων,
 
την Αδελφοσύνη των Όντων,
 
την Αγάπη Χωρίς Όρια,
 
την Ταπεινή Προσφορά.
 
Θέλει Δύναμη, κόπο, για να τα Υπερασπιστείς αυτά. Έχεις απογοητεύσεις – είναι ο τεθλιμμένος δρόμος – ο δρόμος που Οδηγεί στην Ζωή, στην Αληθινή Ζωή.
 
Ο κόσμος των ανθρώπων σε τι είναι πραγματικός; Τον έχτισαν με την σκέψη που παραπλανά, έφτιαξαν ένα πολιτισμό φυλακή… Φύλακες και φυλακισμένοι όλοι στην ίδια φυλακή…

Σε τι είναι πραγματικός ο κόσμος των ανθρώπων; Στον εγωισμό; Στην αδικία; Στην σκλαβιά; Στη σύγκρουση; Στο πόλεμο; Στην δυστυχία; Όχι αδελφέ! Όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας – και τα αφήνουμε να συμβαίνουν – είναι όλα λάθος.

Οι απογοητεύσεις βγαίνουν σε καλό

Μια ερωτική απογοήτευση είναι κάτι δύσκολο. Γίνεται ένας πόνος που σε αποσυντονίζει τόσο πολύ ώστε να χάνεις τη γη κάτω απ’ τα πόδια σου. Η καρδιά σου θρυμματίζεται, σπας κι εσύ. Νιώθεις θλίψη, δεν υπάρχει πλέον θυμός, καμία χαρά και κανένα συναίσθημα. Όλα σου φαίνονται ίδια κι η μονοτονία αυτή σε επηρεάζει έντονα.

Μια πνευματική ασφυξία, με το μυαλό σου να σφυρηλατείται από εκείνες τις στιγμές που θα ήθελες να ζήσεις και δεν πρόλαβες. Θυμάσαι όλες τις υποσχέσεις που τελικά αποδείχτηκαν απατηλές. Μένεις στη σιωπή επειδή προτιμάς να αφουγκραστείς τη δική σου εκδοχή της ιστορίας. Κι ας γνωρίζεις ότι μπορεί να σε ξεγελάει.

Κάθε βράδυ, κάποια θλιμμένα τραγούδια σε συντροφεύουν καθώς διαβάζεις παλιά μηνύματα που δεν έχεις τη δύναμη ακόμα να διαγράψεις. Κοιτάζεις φωτογραφίες και βρίσκεις τον εαυτό σου να χαμογελάει, εκστασιασμένος από μια ευτυχία που όμοιά της δεν είχες ξαναζήσει. Μα έκανε τον κύκλο της. Τέλειωσε. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που δεν αλλάζει. Όταν την αποδεχτείς, τότε θα έχεις κάνει το πρώτο και το σπουδαιότερο βήμα. Θα ξεφύγεις απ’ ό,τι σε βασανίζει.

Κι όλα αυτά, πίστεψέ με, είναι απολύτως φυσιολογικά. Δεν υπάρχει τίποτα κακό σ’ αυτά. Δείχνουν ότι είσαι άνθρωπος που επενδύει στα συναισθήματά του χωρίς να λογαριάζει τίποτα. Με τον καιρό θα αρχίσεις να αισθάνεσαι αισιόδοξος ξανά.

Θα εξακολουθήσει, βέβαια, να υπάρχει η παρατεταμένη αίσθηση πως ήσουν με κάποιον άνθρωπο που ήταν απ’ τους σημαντικότερους της ζωής σου και τώρα έγινε μια ανάμνηση, αλλά θα έχουν επουλωθεί αρκετά οι πληγές σου για να μην τις αφήνεις να παρεμβαίνουν στην καθημερινότητά σου. Σύμμαχός σου θα είναι η μοναξιά. Όσο περίεργο κι αν σου ακούγεται, υπάρχει εκεί για να σε βοηθήσει.

Καθώς θα βρίσκεις και πάλι τα πατήματά σου, θα ξεκινήσεις να εστιάζεις σε όλα αυτά που είναι σημαντικά για την ψυχική ηρεμία σου. Θα καταλάβεις το πραγματικό νόημα του διδάγματος που πήρες μέσα απ’ τη θλίψη, βλέποντας ότι όλοι πρέπει να εκτεθούν σ’ αυτή, έστω και μία φορά τελικά.

Ο πόνος αλλάζει τον άνθρωπο. Κι εκεί μπαίνει το δίλημμα για τον ποιον δρόμο αξίζει να επιλέξεις. Σίγουρα δεν είναι καλό να διαβείς εκείνον που σε κάνει να χάσεις την προσωπικότητά σου, αλλά εκείνον που θα σε διδάξει και θα σε εξελίξει. Η σοφία έρχεται μέσα απ’ τα προβλήματα. Μπορεί να σε φοβίζουν, όμως υπάρχουν εκεί για κάποιον λόγο. Σου υπενθυμίζουν ότι τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο.

Ένας χωρισμός μπορεί να μεταβληθεί σε κάτι το θαυμάσιο. Για πολλούς θεωρείται ένας δάσκαλος που σου μαθαίνει την τέχνη της ευτυχίας, υπό την έννοια ότι σου επιτρέπει να εκτιμήσεις τα όμορφα πράματα που μπορείς να κάνεις μόνος σου. Να θαυμάσεις όλες τις υπέροχες πτυχές του χαρακτήρα σου. Συνειδητοποιείς πως ο μόνος άνθρωπος στον οποίο δύνασαι πραγματικά να κρατηθείς είσαι εσύ και κανένας άλλος. Αυτή είναι η καλή πλευρά του εγωισμού. Η μεγαλύτερη πρόκληση που έχεις κι αυτή που θα σε οδηγήσει να σε ερωτευτείς ξανά.

Κάθε αντίο έρχεται με μια αρχή καλύτερη απ’ την προηγουμένη. Η φυγή κάποιου που σήμαινε πολλά για σένα αρχικά θα σε πονέσει, αλλά τελικά θα σε βοηθήσει να σε μάθεις. Θα την αντικαταστήσεις με κάτι πιο εκπληκτικό και σημαντικό. Σου υπενθυμίζει όλες τις κερδισμένες μάχες σου. Οτιδήποτε αξιόλογο που προορίζεται για σένα έχει έναν τρόπο να ρέει ομαλά μέσα σου. Αρκεί να έχεις αφομοιώσει πλήρως τη λειτουργία του. Ο σκοπός του είναι να σου δώσει να καταλάβεις ότι δεν πρέπει να σε κατηγορείς.

Ευχαρίστησε, λοιπόν, τον άνθρωπο που σε πλήγωσε, επειδή σε δίδαξε να συνεχίζεις το ταξίδι σου με χαμόγελο. Έμαθες ότι υπάρχουν πολλά περισσότερα πράγματα για τη ζωή και την αγάπη που τα είχες αφήσει κλειδωμένα σ’ ένα μπαούλο στην άκρη του μυαλού σου. Όταν αγγίζουμε τον πάτο γινόμαστε καλύτεροι. Κι αυτό είναι πραγματικά κάτι σπουδαίο.

Η δύναμη της Κίρκης

Ποτέ δεν μεταμόρφωσα κάποιον σε γουρούνι.
Κάποιοι άνθρωποι είναι γουρούνια· εγώ τους έδωσα και του γουρουνιού την όψη.   
Με έχει κουράσει ο δικός σου κόσμος
Που επιτρέπει σε μια μάσκα να συγκαλύπτει αυτό που υπάρχει από μέσα. Οι ναύτες σου δεν ήταν κακοί άνθρωποι·
Η απείθαρχη ζωή
Τούς το έκανε αυτό. Ως γουρούνια,
Με τις δικές μου και των κοριτσιών μου τις φροντίδες, γλύκαναν αμέσως.
Τότε τα μάγια αντέστρεψα,
την καλοσύνη μου σου έδειξα
Μα και τη δύναμή μου. Είδα
Ότι θα μπορούσαμε να είμαστε ευτυχισμένοι εδώ,
Όπως ευτυχισμένοι είναι οι άντρες και οι γυναίκες
Όταν οι ανάγκες τους είναι απλές. Την ίδια στιγμή,
Προέβλεψα την αναχώρησή σου,
Οι άντρες σου με τη βοήθεια μου να αντικρίζουν πλέον θαρρετά τον λυγμό και την οργή της θάλασσας.
Πιστεύεις πως
Μερικά δάκρυα με αναστάτωσαν; Καλέ μου, 
Κάθε μάγισσα έχει στην καρδιά της μια πραγματίστρια. Δεν μπορεί να δει την ουσία εκείνος που αδυνατεί να αποδεχτεί τον περιορισμό. Αν ήθελα μόνο να μείνεις κοντά μου
Θα σε είχα κρατήσει φυλακισμένο.

Η γενετική βάση της «σωστής» και «λάθος» ευτυχίας

Ο βασικός κανόνας της Ψυχολογίας είναι ότι ο καθένας πρέπει να είναι ευτυχισμένος, ενώ το κεντρικό αξίωμα της ψυχοσωματικής ιατρικής είναι ότι η ευτυχία κάνει καλό στον οργανισμό και την υγεία. Η μανία για την επίτευξη της ευτυχίας είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο τα τελευταία χρόνια και είναι ενδεικτικό ότι στο μεγαλύτερο ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο, το Amazon.com, μόνο κατά το τελευταίο τρίμηνο εμφανίστηκαν πάνω από 1.000 νέα βιβλία με θέμα την ευτυχία (του τύπου «Ευτυχία για αρχάριους», «Ευτυχισμένο χρήμα» κ.α.).
 
Τα γονίδια, η ευδαιμονία και η ηδονή
Όμως για πρώτη φορά μια αμερικανική επιστημονική έρευνα διαπίστωσε ότι δεν αρκεί να είναι κανείς γενικά ευτυχισμένος, καθώς, όπως υποστηρίζει, τα ανθρώπινα γονίδια με έναν μυστηριώδη τρόπο ξεχωρίζουν σε μοριακό επίπεδο το «σωστό» από το «λάθος» είδος ευτυχίας.

Έτσι, όσοι νιώθουν την «καλή», πιο βαθιά και ενάρετη ευτυχία (που λέγεται και «ευδαιμονία»), βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση από άποψη υγιούς λειτουργίας των γονιδίων τους, σε σχέση με όσους αισθάνονται την «κακή» και πιο ρηχή ευτυχία (τη λεγόμενη «ηδονή»).

Με άλλα λόγια, μια ζωή με νόημα είναι ανώτερη (ακόμα και σε βιολογικό- γονιδιακό επίπεδο) από μια απλώς ευτυχισμένη ζωή.

Εδώ και χρόνια, οι επιστήμονες έχουν επικεντρώσει την προσοχή τους στο πώς επηρεάζεται το γονιδίωμα από την αρνητική ψυχολογία, δηλαδή από το στρες, το άγχος, τον φόβο, τη στενοχώρια κ.α.

Δεν είναι όλες οι μορφές ευτυχίας ίσες
Όμως αυτήν τη φορά, οι επιστήμονες εστίασαν στην επίπτωση της θετικής ψυχολογίας στη βιολογική λειτουργία και διαπίστωσαν ότι όλες οι μορφές ευτυχίας δεν είναι τελικά ίσες στα «μάτια» των γονιδίων.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Ιατρικής Στίβεν Κόουλ του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες (UCLA) και την καθηγήτρια Ψυχολογίας Μπάρμπαρα Φρέντρικσον του Πανεπιστημίου της Β. Καρολίνας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στην επιθεώρηση της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS), συσχέτισαν τις διαφορετικές μορφές ευτυχίας με τον τρόπο έκφρασης και λειτουργίας των γονιδίων στους ανθρώπους.

Το βασικό συμπέρασμά τους ήταν ότι οι άνθρωποι που νιώθουν την «ευδαιμονικού» τύπου ευτυχία, που έχουν δηλαδή ένα αίσθημα ανιδιοτέλειας, ευγενικού σκοπού και ενός βαθύτερου νοήματος στη ζωή τους (κοινωνική υπηρεσία, φιλανθρωπία, πνευματική αναζήτηση κ.λ.π), έχουν ταυτόχρονα μια πιο ευνοϊκή έκφραση γονιδίων στον οργανισμό τους, με αποτέλεσμα το ανοσοποιητικό σύστημά τους να είναι πιο αποτελεσματικό και το σώμα τους να προστατεύεται καλύτερα από τις ασθένειες.

Η ηδονική ευτυχία εγκυμονεί ασθένειες
Αντίθετα, όσοι άνθρωποι νιώθουν μεν ευτυχισμένοι, αλλά με «ηδονικό» τρόπο, δηλαδή αρκούνται συνήθως σε εγωκεντρικές, εφήμερες και υλικές ικανοποιήσεις (φαγητό, σεξ, ψυχαγωγία κλπ), εμφανίζουν αρνητική έκφραση γονιδίων στο σώμα τους, με συνέπεια ο οργανισμός τους να είναι πιο ευάλωτος στις χρόνιες φλεγμονές, στις λοιμώξεις και σε άλλες ασθένειες (καρδιαγγειακές, νευροεκφυλιστικές κ.α.).

Οι ερευνητές επισήμαναν πως ενώ οι «ηδονικοί» άνθρωποι υποκειμενικά νιώθουν πολύ ωραία, τα γονίδια τους αντικειμενικά αντιδρούν πολύ διαφορετικά από ό,τι στην περίπτωση των «ευδαιμονικών» ανθρώπων.

«Αυτό που διαπιστώσαμε, είναι πως το ανθρώπινο γονιδίωμα είναι πολύ πιο ευαίσθητο στους διαφορετικούς τρόπους επίτευξης της ευτυχίας από ό,τι είναι το μυαλό μας» δήλωσε ο Στίβεν Κόουλ.
 

«Στο κυτταρικό επίπεδο, τα σώματά μας φαίνονται να αντιδρούν καλύτερα σε εκείνο το είδος ευτυχίας που μας δίνει ένα αίσθημα σύνδεσης με τους άλλους και ανώτερου σκοπού» πρόσθεσε η Μπάρμπαρα Φρέντρικσον.

Η «ευδαιμονικού» τύπου ευτυχία χαρίζει χρόνια ζωής
Προηγούμενες έρευνες των ίδιων και άλλων επιστημόνων έχουν συσχετίσει τα θετικά συναισθήματα -ιδίως του «ευδαιμονικού» τύπου- με ένα μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής, δηλαδή η «σωστή» ευτυχία χαρίζει περισσότερα χρόνια ζωής.

Ίσως επειδή, όπως είπε ο μεγάλος ψυχολόγος Καρλ Γιουνγκ«το πιο μικρό πράγμα που έχει νόημα, αξίζει περισσότερο στη ζωή από το πιο μεγάλο χωρίς νόημα».

Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Η μοναξιά κι ο έρωτας

Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη. Ένας παραπάνω λόγος για να επιχειρήσουμε κάτι, πρέπει νά 'ναι η δυσκολία που το κάτι αυτό παρουσιάζει. Γόνιμος είναι κι ο έρωτας: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος. Έρωτας του ανθρώπου για τον άνθρωπο: ίσως αυτό νά 'ναι το δυσκολότερο απ' όσα μάς έταξεν η μοίρα, το πιο απόμακρο, η τελευταία δοκιμασία, το έργο που όλα τ' άλλα δεν είναι παρά προετοιμασία και προπαρασκευή του.
 
Ρώμη, 14 του Μάη 190
 
Αγαπητέ μου Κύριε Kappus,
 
Πέρασε τόσος καιρός από τότε που πήρα το τελευταίο γράμμα σας!... Μη με συνεριζόσαστε: δουλειά στην αρχή, καθημερνές έγνοιες έπειτα, κακοδιαθεσίες τέλος, μ' εμπόδιζαν ολοένα να σας γράψω˙ κι ήθελα η απάντησή μου νά 'ναι καρπός καλών και γαλήνιων ημερών. Τώρα νιώθω πάλι κάπως καλύτερα (νιώσαμε κι εδώ έντονα τις απότομες κι οδυνηρές εναλλαγές που φέρνει πάντα η άνοιξη στην ψυχική μας διάθεση), κι έρχομαι να σας σφίξω το χέρι και να σας πω, όσο μπορώ πιο καλά (και μ' όλη μου την καρδιά), τόσα και τόσα γύρω στο τελευταίο σας γράμμα.
 
Βλέπετε: έχω αντιγράψει εδώ το σονέτο σας, επειδή βρίσκω πως είναι όμορφο κι απλό και πως η φόρμα, όπου το ποίημά σας γεννήθηκε, του επιτρέπει να πορεύεται με τόσο γαλήνια σεμνότητα. Οι στίχοι αυτοί είν' οι καλύτεροί σας — απ' όσους έχω διαβάσει ως σήμερα. Και τώρα σάς στέλνω τούτο το αντίγραφο, επειδή ξέρω πόσο σπουδαίο, πόσο διδαχτικό είναι να ξαναβρίσκεις το έργο σου γραμμένο από ξένο χέρι. Διαβάστε αυτούς τους στίχους, σα νά 'ταν ξένοι, και θα νιώσετε μέσ' στα εσώτατα βάθη σας πόσο είναι δικοί σας.
 
Χαιρόμουν αληθινά σαν διάβαζα και ξαναδιάβαζα το σονέτο αυτό και το γράμμα σας. Σας ευχαριστώ και για τα δυο.
 
Μην αφήσετε να σας κυριέψει στη μοναξιά σας ανησυχία και ταραχή, επειδή νιώθετε μέσα σας έναν αόριστο πόθο να ξεφύγετε απ' τη μόνωσή σας. Ίσα-ίσα, αυτός ο πόθος — αν τον μεταχειριστείτε γαλήνια και στοχαστικά, σα μέσο για κάποιο σκοπό — θα σας βοηθήσει ν' απλώσετε τη μοναξιά σας σε πιο πλούσιο και πιο πλατύ χώρο. Οι άνθρωποι έχουν βρει για το κάθε τι την ευκολότερη (συμβατική) λύση, την ευκολότερη απ' όλες τις εύκολες λύσεις. Είναι, ωστόσο, φανερό πως πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο˙ κάθε ζωντανή ύπαρξη σ' αυτό στέκεται. Το κάθε τι στη φύση αξαίνει κι "αμύνεται" κατά το δικό του τρόπο˙ από μέσα του ξεπηδάει μια ατομικότητα ολότελα δική του, που μάχεται να μείνει δική του με κάθε μέσο κι ενάντια σ' όλα τα εμπόδια. Λίγα πράματα ξέρουμε˙ όμως, για το ότι πρέπει να στεκόμαστε στο Δύσκολο, θά 'μαστε πάντα σίγουροι. Είναι γόνιμη η μοναξιά, επειδή είναι δύσκολη. Ένας παραπάνω λόγος για να επιχειρήσουμε κάτι, πρέπει νά 'ναι η δυσκολία που το κάτι αυτό παρουσιάζει.
 
Γόνιμος είναι κι ο έρωτας: επειδή κι ο έρωτας είναι δύσκολος. Έρωτας του ανθρώπου για τον άνθρωπο: ίσως αυτό νά 'ναι το δυσκολότερο απ' όσα μάς έταξεν η μοίρα, το πιο απόμακρο, η τελευταία δοκιμασία, το έργο που όλα τ' άλλα δεν είναι παρά προετοιμασία και προπαρασκευή του. Γι' αυτό κι οι νέοι — που είναι "αρχάριοι" στο κάθε τι — δεν ξέρουν ακόμα ν' αγαπούν: πρέπει να διδαχτούν τον έρωτα. Με όλο τους το είναι, με όλες τους τις δυνάμεις συμμαζεμένες γύρω στην ερημική φοβισμένη καρδιά τους, που οι χτύποι της ψηλώνουν ολοένα, πρέπει να μάθουν ν' αγαπούν. Ο καιρός όμως της μαθητείας είναι πάντα καιρός μακρόχρονου "εγκλεισμού". Έτσι είναι, για πολύν καιρό, κι ο έρωτας: μοναξιά, ολοένα και πιο έντονη και πιο βαθιά μόνωση. Έρωτας δε θα πει ν' ανοίγεσαι ευθύς, να δίνεσαι, να ενώνεσαι με κάποιον Άλλον (τι θα ήταν, άλλωστε, η ένωση δυο όντων ακαθόριστων ακόμα, ατέλειωτων, ανοργάνωτων;)˙ είναι μια σπάνια ευκαιρία για να ωριμάσεις, ν' αποχτήσεις μιαν υπόσταση δική σου, να γίνεις εσύ ένας ολόκληρος Κόσμος, για χάρη κάποιου άλλου, αγαπημένου προσώπου˙ είναι μια υψηλή, ακράτητη αξίωση, που σε χρίζει εκλεκτό της και σε σπρώχνει προς τ' απέραντα πλάτη. Μόνο έτσι θά 'πρεπε να μεταχειρίζονται οι νέοι τον έρωτά τους: σαν ένα καθήκον που τους υποχρεώνει να εργάζονται αδιάκοπα στο μέσα τους κόσμο ("ν' ακρομάζονται και να σφυροκοπάνε νύχτα-μέρα"). Δεν είναι ακόμα ώριμοι για το δόσιμο του εαυτού τους, για την εγκατάλειψη και το σβήσιμό τους μέσα σ' ένα άλλο άτομο, για οποιοδήποτε τρόπο Ένωσης. (Πρέπει, πρώτα, και για πολύν-πολύν καιρό, να μαζεύουν και να θησαυρίζουν ολοένα.) Η Ένωση αυτή, το δόσιμο αυτό, είναι το στερνό σκαλοπάτι˙ ίσως η ανθρώπινη ζωή να μη μπορεί ακόμα να το χωρέσει.
 
Εδώ όμως λαθεύουν οι νέοι τόσο συχνά και τόσο βαριά: ορμάνε ακράτητοι ο ένας προς τον άλλον, όταν τους αγγίξει η αγάπη (είναι στη φύση τους να μη μπορούν να περιμένουν), σκορπίζονται εδώ κι εκεί, ενώ η ψυχή τους είναι γεμάτη ακεφιά, ακαταστασία και ταραχή... Τι μπορεί όμως να βγει απ' αυτό; Τι μπορεί να κάνει η ζωή τούτο το μπερδεμένο σωρό τών μισοσπασμένων υλικών, που αυτοί τα ονομάζουν "ένωσή" τους και πολύ θά 'θελαν να τα ονομάσουν "ευτυχία" τους; Και τι τούς μέλλεται το αύριο; Καθένας τους αφανίζεται για χάρη τού άλλου κι αφανίζει σύγκαιρα τον άλλον κι άλλους πολλούς ακόμα, που ίσως να 'ρχόντουσαν κατόπι. Χάνει το νόημα τής απεραντοσύνης, χάνει όλες του τις δυνατότητες˙ ανταλλάζει το "πήγαιν'-έλα" των σιωπηλών, γεμάτων υποσχέσεις, πραγμάτων, με ένα στείρο ανακάτεμα, απ' όπου δε μπορεί να βγει άλλο τίποτα παρά σιχασιά, απογοήτευση και φτώχεια. Δεν του μένει παρά να γυρέψει σωτηρία σε μιαν απ' τις άπειρες συμβατικές καταστάσεις που είναι παντού στημένες, σα δημόσια καταφύγια, γύρω απ' αυτόν τον επικίνδυνο δρόμο. Καμιά περιοχή τής ανθρώπινης υπόστασης δεν είναι τόσο πολύ γεμάτη από συμβατικότητες, όσο τούτη εδώ: σωσίβια, βάρκες και ναυαγοσωστικά είναι στη διάθεσή του, κάθε είδους βοήθεια που η κοινωνία έχει επινοήσει για τούτο το σκοπό. Για τους ανθρώπους ο έρωτας δεν είναι παρά μια απόλαυση, τον κατάντησαν λοιπόν κάτι εύκολο και φτηνό, ακίνδυνο και σίγουρο, όμοιο με τις απολαύσεις τών δρόμων.
 
Αλήθεια, πόσοι και πόσοι νέοι στάθηκαν ανίκανοι να βρουν το σωστό δρόμο τής αγάπης, για πόσους τα σύνορα τού έρωτα σταματάνε στο εύκολο, βιαστικό δόσιμο του εαυτού τους! (Οι περισσότεροι, άλλωστε, δε θα προχωρήσουν — σίγουρα — πιο πέρα από κει.) Νιώθουν, πολλοί, να λυγίζουν κάτ' απ' το βάρος αυτού τού λάθους και πασχίζουν να κάνουν βιώσιμη και γόνιμη, με το δικό τους προσωπικό τρόπο, την κατάσταση αυτή όπου βρέθηκαν ριγμένοι. Η φύση τους τούς λέει πως τα προβλήματα του έρωτα — λιγότερο από άλλα, που είναι το ίδιο σημαντικά — δε μπορούν να λυθούν σύμφωνα με τούτον ή εκείνον το γενικό κανόνα που εφαρμόζεται σ' όλες τις περιπτώσεις˙ νιώθουν πως τα προβλήματα αυτά — άμεσα προβλήματα ανθρώπου προς άνθρωπο — χρειάζονται, για κάθε περίπτωση, καινούρια, ιδιαίτερη, αποκλειστικά προσωπική απάντηση. Πώς όμως αυτοί — μια και μπερδεύτηκαν πια έτσι αναμεταξύ τους που δεν ξεχωρίζουν ο ένας απ' τον άλλον, μια και δεν έχουν πια τίποτα Δικό τους — πώς θα μπορούσαν να βρουν μέσα τους κάποιαν έξοδο, για να ξεφύγουν απ' την άβυσσο όπου έχει βουλιάξει η μοναξιά τους;
 
Έρημοι κι αβοήθητοι, πορεύονται στα τυφλά κι ο ένας κι ο άλλος. Σκορπάνε τις καλύτερες δυνάμεις τους για να γλιτώσουν από συμβατικότητες όπως ο γάμος, και πέφτουν σ' άλλες συμβατικές λύσεις, λιγότερο χτυπητές, το ίδιο όμως θανάσιμες. Επειδή μονάχα για συμβατικότητες είναι άξιοι. Ό,τι βγαίνει απ' αυτές τις βιαστικές κι ανυπόμονες, θολές και ταραγμένες ενώσεις, είναι πάντα συμβατικό. Κάθε σχέση που είναι καρπός αυτής της πλάνης έχει κάτι το συμβατικό, ακόμα κι αν είναι ασυνήθιστη (ή, όπως λέει ο κόσμος, ανήθικη). Κι ο χωρισμός ακόμα θά 'ταν μια συμβατική χειρονομία, μια απρόσωπη τυχαία απόφαση, αδύναμη κι άκαρπη.
 
Στο δρόμο τού Έρωτα (όπως και στο δρόμο τού Θανάτου, που είναι δύσκολος κι αυτός) δε θα βρεις — άμα τον αντικρύζεις σοβαρά — κανένα φως, καμιάν απόκριση, ούτε σημάδι, ούτε χαραγμένο δρόμο, για να σε βοηθήσουν. Και για τα δυο τούτα καθήκοντα, που κρατάμε κρυμμένα μέσα μας και τα παραδίνουμε στους άλλους χωρίς να φωτίσουμε το μυστικό τους, δεν υπάρχουν γενικοί κανόνες. Όσο όμως πιο πολύ αποζητάμε τη μοναξιά στη ζωή μας, τόσο περισσότερο ζυγώνουμε το μεγάλο νόημα τού έρωτα και τού θανάτου. Οι απαιτήσεις που, τραχύς και δύσκολος, ο έρωτας έχει απ' τη ζωή μας σ' όλη της την πορεία, είναι πάρα πολύ βαριές, κι εμείς, στα πρώτα μας βήματα, είμαστε πολύ αδύναμοι μπροστά τους. Αν όμως σταθούμε καρτερικοί και δεχτούμε τον έρωτα αυτόν σαν τραχιά μαθητεία — αντίς να χανόμαστε σ' όλα εκείνα τα εύκολα και κούφια παιχνίδια, που επινόησε ο άνθρωπος για να μην αντικρύζει κατάματα τη βαθύτερη σοβαρότητα της ζωής — ίσως τότε, κείνοι που θά 'ρθουν καιρό έπειτ' από μάς, να νιώσουν μια κάποια πρόοδο κι ένα ξαλάφρωμα˙ και θά 'ταν σημαντικό τούτο.
 
Σήμερα μόλις, μπορούμε κι αντικρύζουμε χωρίς προκατάληψη τις σχέσεις τού ενός ανθρώπου με τον άλλον˙ οι προσπάθειές μας να "ζήσουμε" αυτές τις σχέσεις δεν έχουν μπροστά τους κανένα πρότυπο, κανένα παράδειγμα για να τις οδηγήσει. Κι όμως μέσα στο διάβα τού καιρού υπάρχουν μερικά πρότυπα, που άλλο δε θέλουν παρά να βοηθήσουν τα δισταχτικά πρώτα μας βήματα.
 
Η Νέα Κοπέλα κι η Γυναίκα, στην καινούργια τους, την ατομική τους εξελικτική πορεία, μονάχα για λίγον καιρό θ' αντιγράφουν τις αντρικές συνήθειες, καλές και κακές, μονάχα για λίγον καιρό θα μαϊμουδίζουν τ' αντρικά επαγγέλματα. Άμα περάσει η αβεβαιότητα των μεταβατικών αυτών περιόδων, τότε θ' αποφανεί πως οι γυναίκες διάβηκαν απ' όλα αυτά τα (συχνά γελοία) μασκαρέματα, μόνο και μόνο για να ξεπλύνουν την εσώτατη ύπαρξή τους απ' τις παραμορφωτικές επιδράσεις τού άλλου φύλου. Οι γυναίκες — που μέσα τους κατοικεί μια ζωή πιο αυθόρμητη, πιο γόνιμη, γεμάτη από περισσότερη εμπιστοσύνη — είναι, σίγουρα, πιο ώριμες, πιο "ανθρώπινες" απ' τον άντρα — το φαντασμένο κι ανυπόμονον αρσενικό, που καταφρονάει ό,τι νομίζει πως αγαπάει, επειδή δε γνώρισε ποτέ την τραχιά καρποφορία τών σπλάχνων, που θα του ξάνοιγε (όπως στη γυναίκα) τα μυστικά βάθη τής ζωής. Αυτή η "ανθρωπιά" τής γυναίκας, ωριμασμένη μέσα στον πόνο και την καταφρόνια, θα βγει στο φως τής μέρας, όταν η γυναίκα λυτρωθεί απ' τις κοινωνικές συμβατικότητες, όπου την καταδικάζει η αποκλειστικά θηλυκή υπόστασή της. Κι οι άντρες, που δε νιώθουν ακόμα σήμερα πως η ώρα αυτή ζυγώνει, θα ξαφνιαστούν με τον ερχομό της και θα νικηθούν. Δεν αργεί η μέρα (σίγουρα σημάδια το μαρτυράνε κιόλας, προπάντων στις χώρες του βορρά), δεν αργεί η μέρα που η Νέα Κοπέλα θα υπάρξει, η Γυναίκα θα υπάρξει˙ που οι λέξεις "νέα κοπέλα" και "γυναίκα" δε θα σημαίνουν πια μονάχα το αντίθετο του αρσενικού, μα κάτι ξεχωριστό, που θά 'χει δική του αξία κι υπόσταση, κάτι που δε θά 'ναι απλό συμπλήρωμα άλλου, μα ολοκληρωμένη μορφή τής ζωής και της ύπαρξης — : η γυναίκα-γνήσιος άνθρωπος.
 
Αυτή η πρόοδος (ενάντια στη θέληση του άντρα, που θα μείνει, στην αρχή, πίσω) θα μεταμορφώσει ριζικά την ερωτική ζωή, πλημμυρισμένην από τόσες πλάνες σήμερα: ο έρωτας δε θά 'ναι πια σχέση άντρα με γυναίκα, αλλά Ανθρώπου με Άνθρωπο˙ θα στέκει πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση (γεμάτος άπειρη απαλότητα και σεβασμό, καλός και καθάριος σε όλα κείνα που σμίγει και χωρίζει). Θά 'ναι ο έρωτας που προετοιμάζουμε μ' αγωνία και μόχθο: δυο Μοναχικοί Άνθρωποι, που θα προστατεύουν, θα συμπληρώνουν, θα περιορίζουν και θα σέβονται ο ένας τον άλλον.
 
Και τούτο ακόμα: μη νομίσετε πως χάθηκε ο μεγάλος έρωτας που σας κυρίεψε κάποτε στα εφηβικά σας χρόνια˙ δε μέστωσαν, τότε, εντός σας τρανοί κι ευγενικοί πόθοι και σχέδια που, σήμερα ακόμα, τροφοδοτούν τη ζωή σας; Πιστεύω πως αυτός ο έρωτας μένει έτσι άφθαρτος και δυνατός μέσα στη θύμησή σας, επειδή στάθηκε η πρώτη σας βαθιά μόνωση, ο πρώτος εσώτερος μόχθος που κάνατε στη ζωή σας.
 
Σας εύχομαι κάθε καλό, αγαπητέ Κύριε Kappus.
 
Δικός σας,

RAINER MARIA RILKE
-----------------
Ράινερ Μαρία Ρίλκε - Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή
 Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε (4 Δεκεμβρίου 1875-29 Δεκεμβρίου 1926) ήταν λυρικός ποιητής και πεζογράφος του 20ού αιώνα. Οι εικόνες του εστιάζονται στη δυσκολία της κοινωνίας σε μια εποχή δυσπιστίας, μοναξιάς και βαθιάς ανησυχίας -θέματα που τον τοποθετούν ως ποιητή μεταξύ της παραδοσιακής και νεότερης ποίησης. Τα δύο διασημότερα έργα του είναι τα Σονέτα στον Ορφέα και οι Ελεγείες του Ντουίνο. Έγραψε επίσης περισσότερα από 400 ποιήματα στα γαλλικά, που τα αφιέρωσε στην πατρίδα επιλογής του, το καντόνι Βαλέ (Valais) στην Ελβετία.

Κ. Καστοριάδης: Η πολιτική διάσταση της ψυχανάλυσης

Η ψυχανάλυση και η πολιτική, ουσιαστικά, έχουν το ίδιο αντικείμενο: την αυτονομία των ανθρώπινων όντων. Εάν αναγνωρίσουμε τον θεμελιωδώς κοινωνικό χαρακτήρα των ανθρώπων, τότε, βλέπουμε ότι η αυτονομία (και η ελευθερία) είναι υποχρεωτικά ατομική και συλλογική.
 
Δεν μπορώ να ζήσω εντελώς μόνος- και μόνος δεν θα μπορούσα ποτέ να είχα γίνει ανθρώπινο όν. Δεν μπορώ, επιπλέον, να εξαφανίσω τους άλλους. Συνεπώς, το ερώτημα τίθεται ως εξής: πώς μπορώ να είμαι ελεύθερος, εάν είμαι υποχρεωμένος να ζω σε μία κοινωνία στην οποία ο νόμος καθορίζεται από κάποιον άλλον; Η μόνη αποδεκτή απάντηση συνίσταται στο να πω: έχω την ουσιαστική δυνατότητα να συμμετέχω ισότιμα με οποιονδήποτε άλλον στη διαμόρφωση και στην εφαρμογή του νόμου. Και αυτό είναι το πραγματικό νόημα της δημοκρατίας.

Πώς μπορώ όμως να είμαι ελεύθερος εάν με κυβερνά το ασυνείδητό μου; Αφού δεν γίνεται ούτε να το εξαφανίσω ούτε να το απομονώσω, η μόνη απάντηση είναι: μπορώ να είμαι ελεύθερος εάν διαμορφώσω μία άλλου τύπου σχέση με το ασυνείδητό μου∙ μία σχέση χάρη στην οποία θα είμαι σε θέση να ξέρω, στο μέτρο του δυνατού, τι μου συμβαίνει∙ μία σχέση που θα μου επιτρέπει να ελέγχω, στο μέτρο του δυνατού, ό,τι από το ασυνείδητό μου περνάει στην καθημερινή εξωτερική μου δραστηριότητα. Και αυτό ακριβώς είναι που ονομάζω εδραίωση μιας στοχαστικής και αποφασίζουσας υποκειμενικότητας.

Είναι εύκολο να δείξουμε ότι μια αυτόνομη κοινωνία είναι εφικτή μόνο εφόσον αποτελείται από αυτόνομα άτομα. Είναι εύκολο να δείξουμε, επίσης, ότι αυτόνομα άτομα μπορούν να υπάρξουν μόνο μέσα σε μία αυτόνομη κοινωνία. Κι αυτό, διότι μόνο με την ουσιαστική άσκηση της αυτονομίας αναπτύσσεται η αυτονομία∙ εξάλλου, μία εκπαίδευση προσανατολισμένη προς την αυτονομία των ατόμων μπορεί να υπάρξει μόνο σ’ αυτό τον τύπο κοινωνίας.

Είναι σαφές ότι την αυτονομία δεν μπορούμε ούτε να την επιβάλουμε ούτε να τη «διδάξουμε». Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε ως ψυχαναλυτές είναι να βοηθήσουμε τον ψυχαναλυόμενο να προχωρήσει προς την αυτονομία, πράγμα που προϋποθέτει ταυτόχρονα μία ορισμένη γνώση και μία ορισμένη δραστηριότητα.

Η επίτευξη της μεταφοράς αυτής της γνώσης είναι ο σκοπός της ψυχαναλυτικής ερμηνείας, η οποία θα επιτρέψει ακριβώς στον ψυχαναλυόμενο να προσεγγίσει τα κρυφά και απωθημένα κίνητρα και ορμές του. Όμως πρέπει να οδηγήσουμε τον ψυχαναλυόμενο με τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνει σταδιακά ο ίδιος ικανός να αναπαράγει την ψυχαναλυτική ερμηνεία μόνος του.

Η ψυχανάλυση είναι μία δραστηριότητα πάνω στον εαυτό μας, ένας στοχασμός του εαυτού μας για τον εαυτό μας. Η ψυχανάλυση είναι η επίτευξη της ατομικής αυτονομίας, μέσω της αποτελεσματικής άσκησής της με τη βοήθεια κάποιου άλλου προσώπου. Η δραστηριότητα αυτού του άλλου προσώπου, δηλαδή του ψυχαναλυτή – που τα όριά της καθορίζονται ανάλογα με τις ανάγκες της ψυχαναλυτικής διαδικασίας, από τον ψυχαναλυόμενο, σε σχέση με την εξέλιξη της πορείας του -, δεν είναι εφαρμογή μιας τεχνικής αλλά μιας πράξης.

Δηλαδή είναι η δράση ενός προσώπου που προσφέρεται να βοηθήσει ένα άλλο πρόσωπο ώστε να κατακτήσει τη δυνατότητά του για αυτονομία. Στο βαθμό που το συγκεκριμένο περιεχόμενο αυτού του σκοπού δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένο – και δεν μπορεί να είναι, αφού προυποθέτει την απελευθέρωση των δημιουργικών ικανοτήτων του ριζικού φαντασιακού του ψυχαναλυόμενου – η δραστηριότητα αυτή είναι δημιουργία∙ με άλλα λόγια, είναι ποίησις.


Βλέπω λοιπόν στην ψυχανάλυση μία πρακτικό-ποιητική δραστηριότητα. Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό της ψυχανάλυσης καθορίζει, επίσης, και τα άλλα δύο επαγγέλματα που ο Φρόυντ θεωρούσε «αδύνατα»: την παιδαγωγική και την πολιτική.

Η ψυχανάλυση – όπως η πολιτική και όπως η παιδαγωγική – είναι η δραστηριότητα μίας αυτονομίας σε μία άλλη δυνητική αυτονομία. Ο σκοπός και των τριών επαγγελμάτων συνίσταται στο να δημιουργήσουν αυτές τις νέες μορφές που είναι τα αυτόνομα άτομα και η αυτόνομη κοινωνία.
 
Κορνήλιος Καστοριάδης,  Les carrefours du labyrinthe VI – Figures du Pensable 

Σχέσεις που έχουν πάψει πια να είναι ερωτικές

Έχουν πάψει πια να είναι ερωτικές, συχνά είναι αδύνατον να θεωρηθούν έστω συντροφικές, γιατί όμως τόσοι άνθρωποι δεν χωρίζουν;  Οι ατέρμονες σχέσεις ουσιαστικά εκφράζουν την ανάγκη μας για το μαζί. Παρ’ όλο που συνήθως λέμε «δυνατός είναι αυτός που συμβιώνει», δηλαδή αυτός που καταφέρνει να ζει το μαζί, πολλές φορές δυνατός είναι εκείνος που καταφέρνει να λύσει μια σχέση. Ομως πώς επιλέγουμε τον σύντροφό μας; Πότε μια σχέση δυσλειτουργεί και ποιο είναι τότε το κόστος για τα μέλη της; Τι σημαίνει «είμαστε καλά μαζί» και πόσο μύθος είναι το σεξ μέσα στη μακροχρόνια σχέση; 
 
Η σχέση του ζευγαριού είναι ένα καζάνι που βράζει και που τα τελευταία χρόνια εκρήγνυται όλο και πιο συχνά, όλο και πιο νωρίς. «Παράλληλα, έρευνες αποδεικνύουν ότι το οικογενειακό πλαίσιο προσφέρει ασφάλεια και ψυχοκοινωνικά στηρίγματα απέναντι στη μοναξιά και στην κοινωνική απομόνωση, ότι ενίοτε προσφέρει ακόμη και καλή υγεία. Ετσι το ερώτημα είναι με ποια κριτήρια επιλέγουμε συγκεκριμένες σχέσεις και συντρόφους». 
 
Το άτυπο συμβόλαιο
Υπάρχουν συνειδητές αλλά κυρίως ασυνείδητες σκέψεις και αντιλήψεις για τον άνθρωπο που επιλέξαμε», πιστεύει η ψυχολόγος. «Σε κάθε σχέση υπάρχει ένα άτυπο συμβόλαιο που συνυπογράφουμε με τον σύντροφό μας. Το πρώτο πράγμα που ψάχνουμε λοιπόν είναι το ασυνείδητο μέρος αυτού του συμβολαίου. Στο συνειδητό κομμάτι του καταγράφονται επιλογές όπως: “Θέλω έναν σύντροφο για να πορεύομαι μαζί του στη ζωή. Επιλέγω τον συγκεκριμένο γιατί είναι ειλικρινής, έχει χιούμορ, είναι αισιόδοξος”. Στην πράξη όμως λειτουργούν ασυνείδητα μέρη του συμβολαίου και αυτά αφορούν ό,τι κουβαλάει ο καθένας μαζί του μέσα στη σχέση. Δηλαδή τα βιώματα και οι καταβολές του.
 
Μια μορφή ατέρμονης σχέσης που συναντώ συχνά είναι εκείνη στην οποία ο άντρας έχει επιλέξει μια γυναίκα πολύ νωρίς, στα 19 του. Και ενώ τα μέλη του ζευγαριού έχουν φτάσει σε ηλικία 50 ετών και ζουν σε μια σχέση διόλου λειτουργική, παραμένουν σε αυτή και αποκλείουν το ενδεχόμενο του χωρισμού. Ειδικότερα, ο άντρας της σχέσης είναι εγκλωβισμένος επειδή ως παιδί βίωσε την εγκατάλειψη από τον πατέρα, ταυτίστηκε με τα συναισθήματα της μητέρας και είπε “ εγώ δεν θα εγκαταλείψω ποτέ την οικογένειά μου”. Η γυναίκα, από την άλλη μεριά, που επίσης επέλεξε να μπει στη συγκεκριμένη σχέση, έχασε τον πατέρα της νωρίς και γρήγορα έψαξε για ένα υποκατάστατό του. Αυτό είναι λοιπόν το ασυνείδητο κομμάτι του συμβολαίου που ενώνει τους δύο συγκεκριμένους ανθρώπους.
 
Η σχέση τους είναι βέβαια δυσλειτουργική για τους ίδιους ασυνείδητους λόγους που οδήγησαν στη δημιουργία της. Σε καθημερινή βάση η γυναίκα εκφράζει το άγχος της απώλειας που έχει βιώσει, με ανασφάλειες του τύπου “άργησες, πού ήσουν, κοίταξες άλλη γυναίκα, δεν με βοηθάς στο σπίτι”. Ο άντρας, από την πλευρά του, βλέποντας τη γυναίκα του να υποφέρει, αναβιώνει τα συναισθήματα της εγκαταλελειμμένης μητέρας του και νιώθει ένοχος ή θυμώνει ή κάνει και τα δύο μαζί. Σε μια τέτοια σχέση η ενοχή δημιουργεί θυμό και ο θυμός ενοχή· τα μέλη του ζευγαριού δεν καταλαβαίνουν γιατί τσακώνονται. Από την άλλη, πολλά ζευγάρια με άλλου τύπου βιώματα επιβιώνουν με συγκρούσεις, με καθημερινούς τσακωμούς – με τέτοιον τρόπο σχετίζονται. Αρα το θέμα δεν είναι το αν διαρκεί μια σχέση ή όχι, αλλά το κόστος που απαιτείται γι’ αυτή η διάρκεια».
 
Σχέσεις χωρίς σεξ
Συμβόλαιο σχέσης δεν υπάρχει χωρίς ερωτική επιθυμία. Ωστόσο, η σεξουαλική δυσλειτουργία μέσα στη σχέση είναι μια διαδεδομένη πραγματικότητα.
 
Είναι εντυπωσιακό πόσο πολλά ζευγάρια διατηρούνται ενωμένα χωρίς ερωτική σχέση», λέει η ψυχολόγος. «Είναι καιρός να το πούμε ξεκάθαρα: η πλειονότητα των ζευγαριών δεν έχει σεξουαλικές επαφές στο πλαίσιο της σχέσης. Το σώμα δεν λέει ψέματα· αν δεν αισθάνεσαι καλά, δεν λειτουργείς στο σεξ. Ετσι, όσοι δεν μπορούν να χωρίσουν, μένουν μαζί χωρίς σεξ. Επιπλέον, πολλά ζευγάρια εκτονώνονται με εξωσυζυγικές σχέσεις αλλά δεν χωρίζουν, γιατί μέσω της δέσμευσης διατηρούν πράγματα που τα θεωρούν πολύ σημαντικά. Αλλωστε αυτό που λέμε οικογένεια, το να είμαστε μαζί -από τα τραπέζια μέχρι τις διακοπές- έχει μεγάλη σημασία. Ειδικά για εμάς τους Ελληνες.
 
Γι’ αυτό πολλά ζευγάρια συνεχίζουν την κοινή πορεία ασχέτως κόστος. Οχι ότι δεν υπάρχουν και ζευγάρια με ισχυρό σεξουαλικό δεσμό. Οπως και άλλα με ισχυρή συντροφικότητα, η οποία καλύπτει τις όποιες ανάγκες και ελλείψεις. Απειρα τα μοτίβα των σχέσεων».
 
Ξέρουμε τι θέλουμε;
Η συντροφικότητα, το μοίρασμα, η συμπαράσταση, η τρυφερότητα είναι σημαντικοί παράγοντες για να είμαστε καλά με κάποιον. Ομως ξέρουμε να αναγνωρίζουμε πότε είμαστε καλά με κάποιον;
 
Ξέρουμε τι δεν θέλουμε σε μία σχέση, αλλά δεν ξέρουμε τι θέλουμε», τονίζει η ψυχολόγος. «Γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολες οι σχέσεις μας: δεν συνεννοούμαστε επειδή δεν επικοινωνούμε. Για την ακρίβεια, τα ζευγάρια κυρίως λύνουν πρακτικά προβλήματα καθημερινότητας. Οσο για την ουσιαστική διαπραγμάτευση μεταξύ των μελών τους, αυτή γίνεται με προβληματισμούς του τύπου: «Πόσο σημαντικός είμαι άραγε για σένα;». Ωστόσο, σήμερα είναι δύσκολο να αισθανθείς σημαντικός για τον άλλον. Τις περισσότερες ώρες της μέρας ο καθένας μας βρίσκεται με άλλους ανθρώπους, ο καθένας κάνει πράγματα που αφορούν τον εαυτό του. Και όταν φύγουν τα παιδιά από το προσκήνιο, τα οποία λειτουργούν για πολλούς ως βασικό συγκολλητικό στοιχείο της σχέσης, το ζευγάρι μένει μόνο και κυριαρχείται από τον φόβο και την ανασφάλεια. Ο δε φόβος να αποχωρήσεις από μία σχέση είναι αυτός που τελικά πυροδοτεί τις συγκρούσεις».
 
Η σχέση ως τραμπάλα
Το μόνο σίγουρο είναι ότι τέλεια σχέση δεν υπάρχει. Στις μέρες μας, ωστόσο, δεν είναι αδικαιολόγητη μια κάποια αισιοδοξία.  Το αισιόδοξο είναι ότι σήμερα συνειδητοποιούμε ευκολότερα τις προσωπικές μας ευθύνες στη σχέση μας. Αντιλαμβανόμαστε, δηλαδή, ότι δεν φταίει πάντα ο άλλος. Οταν μάλιστα βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα από τα μάτια του άλλου, συνειδητοποιούμε ότι η σχέση είναι μια διαδικασία αλληλοκαθορισμού, ότι σε αυτή ο ένας καθορίζει τη συμπεριφορά του άλλου σαν να βρισκόμαστε πάνω σε τραμπάλα.
 
Επίσης, σημαντικό είναι και το γεγονός ότι σήμερα οι άνθρωποι είναι πιο αυτόνομοι μέσα στη σχέση – διόλου τυχαία, λέμε πια “ο σύντροφός μου” και όχι “ο σύζυγός μου”. Σήμερα οι σύντροφοι καθορίζουν λοιπόν την απόσταση που επιθυμούν να έχουν μεταξύ τους, τις μεταξύ τους δοσοληψίες, τους κοινούς στόχους και τον βαθμό ελευθερίας κινήσεων. Αισιοδοξία προκαλεί και κάτι ακόμη: οι άντρες λένε πλέον “θέλω επαφή, συναίσθημα, αγκαλιές”. Παλεύουν εξίσου για τη σχέση τους και τολμούν να πουν “εγώ είμαι το πρόβλημα”. Εν κατακλείδι, σε μεγάλο βαθμό ξέρουμε πια ότι η σχέση του ζευγαριού είναι η πιο δύσκολη διότι δεν υπάρχει τρίτος να τη ρυθμίζει. Εκτός ίσως από τα παιδιά. Ωστόσο βλέπω συχνά παιδιά χωρισμένων γονιών με λιγότερα προβλήματα σε σύγκριση με παιδιά που οι γονείς τους μένουν μαζί. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν.

ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Η ιστορία της κινεζικής φιλοσοφίας χωρίζεται σε τρεις περιόδους, την κλασική, που διήρκησε από τον 6ο μέχρι το 2ο αιώνα π.Χ. (τους τέσσερις τελευταίους αιώνες της δυναστείας των Ζου), τη μεσαιωνική, η οποία κράτησε μέχρι τον 110 αιώνα μ.Χ. (καλύπτοντας τη δυναστεία των Τσιν και των Χαν, την περίοδο των έξι δυναστειών, τις δυναστείες των Σούι και των Τάνγκ, την περίοδο των πέντε δυναστειών και τις αρχές της δυναστείας των Σονγκ), και τη σύγχρονη περίοδο (η οποία καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της δυναστείας των Σονγκ, τις δυναστείες των Γιουάν, των Μινγκ και των Μαντσού, καθώς και τη σύγχρονη περίοδο, κατά την οποία δεν υπάρχουν δυναστείες).

Η κλασική εποχή ήταν μια περίοδος ταραχών και αναστατώσεων, καθώς η δυναστεία των Ζου είχε εισέλθει σε μια βασανιστικά αργή, επίπονη και συχνά βίαιη διαδικασία αποσύνθεσης. Την εποχή αυτή έζησαν ο Κομφούκιος, ο Μο-τσι, ο Μέγκιος, ο Χον Φέι-τσι και ο Λάο-τσε. Τα τέσσερα μεγάλα συστήματα της κινεζικής σκέψης έχουν την καταγωγή τους στην περίοδο αυτή. Ο Κομφούκιος έθεσε τις βάσεις ενός ηθικού και πολιτικού συστήματος, του κομφουκιανισμού, το οποίο περίπου διακόσια χρόνια αργότερα ο Μέγκιος το ανέπτυξε ακόμα περισσότερο, προσπαθώντας ολόκληρη τη ζωή του να εισαγάγει τη θεωρία του Κομφούκιου στην καρδιά της κινεζικής κυβέρνησης. Την ίδια περίπου εποχή εμφανίστηκε ένα ακόμα πιο μυστικιστικό σύστημα (αν και εξίσου φυσιοκρατικό), το σύστημα του νταοϊσμού ή ταοϊσμού, το οποίο αποδίδεται στο μυστικιστή φιλόσοσφο Λάο-τσε. Πάντως, το βιβλίο που φέρει το όνομά του δεν γράφτηκε πριν το 300 π.Χ.. Το θεωρητικό αυτό σύστημα αναπτύχθηκε ακόμα περισσότερο από τον Ζουάνγκ-τσι, του οποίου το ομώνυμο βιβλίο παρέχει ένα μείγμα επιχειρημάτων και ανεκδότων σε μια προσπάθεια να υπερασπιστεί τη βασική θέση του ταοϊσμού σύμφωνα με την οποία ό,τι είναι φυσικό είναι καλό και όσο μικρότερη κυβέρνηση έχουμε τόσο το καλύτερο. Το βιβλίο αυτό παρουσιάζει τον Κομφούκιο ως ταοϊστή. Ο Μο-τσι ανέπτυξε την έννοια του οικουμενικού έρωτα και την άποψη ότι ο καλύτερος τρόπος για να εξελιχτεί και να προοδεύσει μια κοινωνία είναι η εξασφάλιση του συμφέροντος του συνόλου. Ίδρυσε μάλιστα μια κοινότητα η οποία ακολουθώντας τις βασικές γραμμές της θεωρίας του, έγινε οικονομικά και στρατιωτικά ανεξάρτητη.

Τελικά στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. έκανε την εμφάνισή του ένα καινούριο σύστημα σκέψης, το οποίο απέρριπτε την αφελή και υπεραισιόδοξη αντίληψη για την ανθρώπινη φύση που χαρακτήριζε τις υπόλοιπες σχολές. Η θεωρία αυτή ονομάστηκε λεγκαλισμός και ο κυριότερος εκπρόσωπός του ήταν ένας φιλόσοφος που έζησε τον 3ο αιώνα π.Χ. και λεγόταν Χαν Φέι-τσι. Σύμφωνα με τον λεγκαλισμό οι άνθρωποι είναι κατά βάση κακοί και για να πειθαρχήσουν πρέπει να υπάρχει ένα σύστημα αυστηρών νόμων και ποινών. Συνέπεια της φιλοσοφίας αυτής είναι μια πολιτική θεωρία που συγγενεύει με τον ολοκληρωτισμό και άσκησε μεγάλη επίδραση στην κινεζική πολιτική για αιώνες.

ΑΡΕΤΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΝΟΜΟΥ
Μιλώντας πολύ απλά, θα λέγαμε ότι ο κομφουκιανισμός και ο μοϊσμός υποστηρίζουν την άποψη ότι ο νόμος πρέπει να στηρίζεται στην αρετή (η ανθρώπινη φύση είναι ουσιαστικά καλή) ο λεγκαλισμός θεωρεί ότι ο νόμος πρέπει να είναι αυστηρός και να επιβάλλονται σκληρές ποινές, ενώ ο ταοϊσμός δεν ενδιαφέρεται τόσο για τα ζητήματα αυτά και, ενίοτε, υποστηρίζει τον μοναχισμό και την απόσυρση από την κοινωνία.

Εκ πρώτης όψεως, η κινεζική φιλοσοφία εμφανίζεται να ασχολείται κυρίως με κοινωνικά, ηθικά και πολιτικά ζητήματα. Ωστόσο, υπήρξαν πολλοί στοχαστές που ασχολήθηκαν με τα ζητήματα της λογικής (οι Μοϊστές ιδιαίτερα καλλιέργησαν πολύ τη λογική, αν και το έργο τους δεν εκτιμήθηκε τόσο από τους άλλους φιλοσόφους) και της μεταφυσικής (παρ’ ότι οι θέσεις τους είχαν δεχτεί έντονες επιρροές από μυστικιστικές και θρησκευτικές τάσεις ανάλογες εκείνων του Πυθαγόρα του Σάμιου).

Δύο ακόμα σχολές πρέπει να αναφερθούν εδώ, οι οποίες αν και θεωρούνται ελάσσονος σημασίας, παρουσιάζουν σχετικό ενδιαφέρον. Η Σχολή Γιν-Γιανγκ διαμόρφωσε μια κοσμολογική θεωρία και μια φιλοσοφία της ιστορίας, οι οποίες θεμελιώθηκαν πάνω στο θεωρητικό σχήμα των Πέντε Δυνάμεων που αντιστοιχούσαν στα πέντε βασικά «στοιχεία», το νερό, τη φωτιά, το ξύλο, το μέταλλο και τη γη. Παράλληλα με τη σχολή αυτή, αναπτύχθηκε και εκείνη του Γι Τζινγκ ή Σχολή των Ονομάτων. Η σχολή αυτή επικέντρωσε το ενδιαφέρον της σε γλωσσολογικά κυρίως ζητήματα. Δυστυχώς, ελάχιστα γραπτά των διαφόρων εκπροσώπων της έχουν διασωθεί, ενώ γενικά οι υπόλοιποι φιλόσοφοι δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα μαζί της.

Η ιστορία της φιλοσοφίας στην Κίνα μετά την κλασική εποχή είναι περισσότερο μια προσπάθεια αφενός παγίωσης και σχολιασμού των μεγάλων συστημάτων του παρελθόντος (ιδιαίτερα του κομφουκιανισμού) και αφετέρου εισαγωγής ξένων θεωριών και αντιλήψεων παρά προσπάθεια δημιουργίας πρωτότυπης και αυθεντικής θεωρητικής σκέψης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν παράγονται σημαντικά και ενδιαφέροντα φιλοσοφικά έργα- όπως για παράδειγμα το έργο του μεσαιωνικού φιλοσόφου Γουάνγκ Τσονγκ καθώς και αυτά των  σύγχρονων φιλοσόφων Τζου Σι και Γουάνγκ φου-τσι.

Και αφού υπερπηδήσει αυτά τα εμπόδια θα διαπιστώσει ότι η μεγαλύτερη και καλύτερη ιδιοκτησία είναι η γνώση

Η άγνοια, που σημαίνει αγνωσία, αμάθεια και έλλειψη πληροφόρησης είναι μία κατάσταση τόσο διαδεδομένη όσο τ’ αγριόχορτα στη επιφάνεια της γης. Στους περισσότερους ανθρώπους, που διάγουν μία βιολογική ζωή χωρίς πνευματικούς προβληματισμούς, ο ψυχισμός (ο εγκέφαλος) αδρανεί ως προς την αναζήτηση της γνώσης, της αλήθειας . Και επειδή η άγνοια είναι μία πολύτοκη μητέρα της πλάνης, του λάθους, του ψεύδους, του σφάλματος, των προλήψεων, της δεισιδαιμονίας, της θρησκοληψίας, του σκοταδισμού κ.λ.π.  γίνεται το βασικότερο εμπόδιο για την επιστήμη και τον πολιτισμό.

Ο Θουκυδίδης το είχε επισημάνει αυτό και γράφει «Αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας, και επί τα έτοιμα μάλλον τρέπονται» (Ιστορ. Α 20). Δεν θέλουν να ταλαιπωρηθούν με τη σκέψη οι άνθρωποι και καταφεύγουν στα έτοιμα. Όπως τα βρήκαν έτσι τ’ αφήνουν (:τέλμα και στασιμότητα). Γι' αυτό τον λόγο και η γνώμη των πολλών δεν έχει κύρος. Και αυτή η γνώμη που στηρίζεται στην άγνοια και όχι στη γνώση, πρέπει να είναι ανεκτή, αλλά όχι σεβαστή γιατί δεν πρέπει να τιμούμε την αμάθεια. Αντίθετα πρέπει ( με πολιτισμένο τρόπο) να την καταδικάζουμε.

Στη διαμόρφωση σωστής γνώμης χρειάζεται εκτός από τη συνεχή ενημέρωση και η σπουδή της ιστορίας, αφού το παρελθόν φωτίζει το παρόν, και ανοίγει τις προοπτικές για το μέλλον. Ωστόσο, για να είναι αμερόληπτος και πειστικός ένας φιλίστορας που αναφέρεται σε ένα ιστορικό γεγονός πρέπει να έχει διαβάσει όλες τις ιστορικές εκδοχές και ερμηνείες αυτού του γεγονότος. Τις θετικές και τις αρνητικές ερμηνείες, τις σύμφωνες ή ασύμφωνες με τις προσωπικές του ιδεολογίες.

Όπως υπάρχει μια Ψυχολογία του βάθους (που ερευνά το υποσυνείδητο) έτσι θα έπρεπε να υπάρχει και μια Ιστορία του βάθους (που να ερευνά τα βαθύτερα αίτια των γεγονότων). Μια τέτοια ιστορία θα έκανε χρέη ψυχολογίας ομαδικής και ατομικής( της απρόσωπης μάζας και της προσωπικότητας) φωτίζοντας τις γενεσιουργές αιτίες του ψυχισμού των ανθρώπων, όπου φωλιάζουν τα ένστικτα.
Η ιστορία αυτή θα εντόπιζε τα ένστικτα της επιθετικότητας  σε συνάρτηση προς τις κοινωνικο – οικονομικές συνθήκες, που θα τα έκαναν να εκδηλώνονται καταστροφικά. Ίσως τότε η ιστορία θα μπορούσε να διδάξει και να συμβουλέψει, ενώ με την απλή περιγραφή των γεγονότων αντί να αποτρέψει, συνδαυλίζει τα πάθη. Πάντως το γεγονός είναι ένα : «Κάτω απ’ το δέντρο της γνώσης γεννήθηκε το δικαίωμα της ελευθερίας» (Κ. Τσάτσος).

Θύρα της γνώσης είναι η διδαχή (η αγωγή, η εκπαίδευση, το παράδειγμα). Παράθυρο της γνώσης είναι το βιβλίο. Η αγωγή που στοχεύει στη σωστή μάθηση, μπορεί να επιδράσει στον χαρακτήρα και στην κληρονομική σύσταση (DNA) του νέου ανθρώπου. Έτσι, η αγαθή διδαχή και επιρροή που εμφυτεύει στον νέο την αρετή, με τον καιρό γίνεται συνήθεια = «έξις, Δευτέρα φύσις», που σημαίνει ένα νέο DNA. Ο Δημόκριτος είχε συλλάβει πρώτος τη διαδικασία αυτή, σε εποχές που δεν είχε ανακαλυφθεί το κληρονομίσιμο DNA. Στο σωζόμενο απόσπασμα 33 του έργου του αναφέρει: « Η φύση και η αγωγή είναι παραπλήσια. Γιατί και η αγωγή μεταπλάθει τον άνθρωπο, και μεταπλάθοντάς τον, τον φτιάχνει φύση».

Η καθημερινή άσκηση και επανάληψη του θετικού θεωρητικού και πρακτικού στοιχείου της αγωγής επιδρά στο DNA και προσδένεται σ’ αυτό όπως και το αντίθετο: η αδράνεια ή η προσφορά του αρνητικού στοιχείου επιδρά καταστροφικά και στο ήδη υπάρχον σωστό DNA.

Όταν όλα έρθουν κατ’ ευχήν και η γνώση γίνει κτήμα του ανθρώπου, ενός ανθρώπου που καλλιεργεί την “δια βίου παιδεία” τότε απολαμβάνει και τους καρπούς της, που συνοψίζονται σε δύο λέξεις : πνευματική ευδαιμονία. Αυτή ακριβώς η διανοητική και συναισθηματική χαρά είναι το δώρο της γνώσης. Ο Arthour Koestler μας λέει πως « η απόλαυση του ειδήμονα  είναι υψηλότερου επιπέδου, στα Γράμματα, στις Τέχνες, και ιδιαίτερα στον Λόγο και στη Μουσική».Ωστόσο ο καλλιεργημένος άνθρωπος πρέπει να υπερπηδήσει πολλά εμπόδια για να φτάσει στο ποθητό τέρμα. Ο Roger Bacon στο «Μείζον έργον» του μας υπενθυμίζει μερικά: “Εμπόδια για τη γνώση είναι: α) η μεγάλη εξάρτησή μας από τις προσωπικότητες β) ο φόβος μήπως πούμε κάτι πολύ κοινό γ) το να αφήνουμε να μας επηρεάζει πολύ το παραδεδεγμένο δ) η προσποίηση γνώσης για να αποκρύψουμε την άγνοιά μας ε) η πνευματική οκνηρία “.

Και αφού υπερπηδήσει αυτά τα εμπόδια θα διαπιστώσει ότι η μεγαλύτερη και καλύτερη ιδιοκτησία είναι η γνώση.

Η ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ. Γιατί το να περιμένουμε χωρίς να κάνουμε τίποτα είναι μαρτύριο

Η προτίμηση της δράσης εκδηλώνεται κυρίως μπροστά σε μια πρωτόγνωρη συγκεχυμένη κατάσταση.

Η πλάνη αυτή παρατηρείται στα πιο μορφωμένα άτομα. ‘Ένας γιατρός έχει μπροστά του έναν ασθενή με συγκεχυμένα κλινικά συμπτώματα. Μην ξέροντας αν πρέπει να παρέμβει η όχι, δηλαδή να του γράψει ένα φάρμακο η να περιμένει, έχει την τάση να διαλέγει τη συνταγή, όχι για οικονομικούς λόγους, αλλά απλώς διότι παρακινείται από την προτίμηση της δράσης.

Από που προέρχεται αυτή η στάση μας; Την εποχή που οι άνθρωποι ήταν κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες η δράση ήταν πιο επικερδής από τη σκέψη. Η γρήγορη αντίδραση ήταν ζήτημα επιβίωσης. Και η σκέψη μπορούσε να αποβεί μοιραία. Όταν οι πρόγονοί μας έβλεπαν να ξεπροβάλλει στην άκρη του δάσους μια σιλουέτα που έμοιαζε πολύ με τίγρη με κοφτερά δόντια, δεν κάθονταν σε έναν βράχο, όπως ο Σκεπτόμενος του Ροντέν, για να στοχαστοὐν πάνω στην ταξινόμηση των ειδών. Το έβαζαν στα πόδια. Είμαστε όλοι απόγονοι αυτών των ανθρώπων, που αντιδρούσαν άμεσα για να αποφύγουν τον κίνδυνο. Όμως ο σημερινός μας κόσμος είναι τελείως διαφορετικός – ανταμείβει αυτούς που σκέφτονται δυο φορές προτού δράσουν. Μια επανεκπαίδευση που μας είναι πολύ επίπονη.

Δε λαμβάνετε καμία διάκριση, κανένα μετάλλιο, κανένα άγαλμα με το όνομά σας αν πάρετε τη σωστή απόφαση διαλέγοντας την αναμονή για το καλό της εταιρείας, του κράτους, της ανθρωπότητας. Αντιθέτως, αν δείξετε αποφασιστικότητα, δράσετε αμέσως και δείτε την κατάσταση να βελτιώνεται (ίσως εντελώς τυχαία), έχετε όλες τις πιθανότητες να δεχτείτε τιμές στην πλατεία του χωριού σας η να ανακηρυχτείτε «καλύτερος συνεργάτης της χρονιάς». Η κοινωνία προτιμά την απερίσκεπτη δράση από τη στοχαστική αναμονή.

Συμπέρασμα: Στις δύσκολες η πρωτόγνωρες καταστάσεις κινούμαστε από την παρόρμηση να κάνουμε κάτι, είτε συμβάλλουμε στη βελτίωση της κατάστασης είτε όχι. Έπειτα αισθανόμαστε πολύ καλύτερα, ακόμα κι αν δεν υπήρξε καμία βελτίωση. Συχνά, μάλιστα, η κατάσταση έχει χειροτερέψει. Με δυο λόγια, έχουμε την τάση να ενεργούμε πολύ γρήγορα και πολύ συχνά. Συνεπώς, αν είστε μέσα σε ομίχλη, μην κάνετε τίποτα προτού μπορέσετε να δείτε πιο καθαρά. Συγκρατηθείτε και μη δράσετε. «Όλη η ανθρώπινη δυστυχία προέρχεται από ένα και μοναδικό πράγμα, το ότι δεν ξέρουμε να μένουμε ήσυχοι σε ένα δωμάτιο» έγραφε ο Μπλάιζ Πασκάλ. Για τον ίδιο, το δωμάτιο αυτό ήταν το γραφείο του.

ΡΟΛΦ ΝΤΟΜΠΕΛΛΙ, Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

Μόνο οι δημιουργικοί άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι

Άσε το να πάει βαθιά μέσα στην καρδιά σου αυτό: μόνο οι δημιουργικοί άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι.

Η ευτυχία είναι υποπροϊόν της δημιουργικότητας. Δημιούργησε κάτι και θα είσαι ευτυχισμένος.

Δημιούργησε έναν κήπο, άφησε τον κήπο να ανθίσει και κάτι θα ανθίσει μέσα σου. Δημιούργησε ένα πίνακα ζωγραφικής και κάτι θα αρχίσει να αναπτύσσεται μέσα σου καθώς αναπτύσσεται ο πίνακας. Όπως φτάνει στο τέλος του ο πίνακας, όπως βάζεις τις τελευταίες πινελιές στον πίνακα, θα δεις ότι δεν είσαι πια ο ίδιος άνθρωπος. Βάζεις τις τελευταίες πινελιές σε κάτι που είναι πολύ καινούργιο μέσα σου.

Γράψε ένα ποίημα, πες ένα τραγούδι, χόρεψε έναν χορό και δες: αρχίζεις να γίνεσαι ευτυχισμένος.

Του συνέστησε να φυλάγεται και να φοβάται την “αλαζονεία, που είναι συγκάτοικος της μοναξιάς”.

Σε ποιες περιπτώσεις, λοιπόν, πρέπει να είναι σφοδρός ο φίλος και πότε πρέπει να παίρνει τον τόνο της παρρησίας;

Όταν, μπροστά στις επιθέσεις της λαγνείας, της οργής ή της αλαζονείας, οι περιστάσεις απαιτούν ή να κόψει κανείς τα φτερά της φιλαργυρίας ή να αναχαιτίσει τον παραλογισμό και την αναισθησία.

Αυτή την παρρησία υιοθετούσε ο Σόλων απέναντι στον Κροίσο, που είχε διαβρωθεί από την εφήμερη ευτυχία και ζούσε τρυφηλά, όταν τον προέτρεψε να κοιτάζει το τέλος.

Έτσι ο Σωκράτης συγκρατούσε τον Αλκιβιάδη, τον έκανε να χύνει αληθινά δάκρυα, καθώς άκουγε την κριτική του, και να μεταστραφεί.

Παρόμοια ήταν τα λόγια του Κύρου προς τον Κυαξάρη και του Πλάτωνα προς τον Δίωνα· όταν εκείνος ήταν στις δόξες του και έκανε τους ανθρώπους όλους να στρέφουν το βλέμμα πάνω του με τις ωραίες και σπουδαίες πράξεις του, του συνέστησε να φυλάγεται και να φοβάται την “αλαζονεία, που είναι συγκάτοικος της μοναξιάς”.

Αλλά και ο Σπεύσιππος του έγραφε να μην παίρνουν τα μυαλά του αέρα, αν γίνεται πολύς λόγος για το άτομό του ανάμεσα στα παιδάκια και τις γυναικούλες, αλλά να κοιτάζει πώς να στολίσει τη Σικελία με ευλάβεια, δικαιοσύνη και νόμους άριστους ώστε να τιμήσει την Ακαδημία.

Ο Εύκτος και ο Εύλαιος, οι φίλοι του Περσέα, όσο ήταν ευνοούμενος της τύχης τον ακολουθούσαν, λέγοντάς του συνεχώς λόγια ευχάριστα και συμφωνώντας με τις απόψεις του όπως και οι υπόλοιποι. Όταν όμως συγκρούστηκε με τους Ρωμαίους κοντά στην Πύδνα, υπέπεσε σε σφάλματα και τράπηκε σε φυγή, του επιτέθηκαν, τον επιτιμούσαν με τα χειρότερα λόγια και του θύμιζαν τα λάθη και τις παραλείψεις του, κατηγορώντας τον για το καθετί, μέχρι που ο άνθρωπος, βαθιά πληγωμένος, από τη θλίψη και την οργή του χτύπησε και τους δύο με το ξίφος και τους σκότωσε.

Έτσι, λοιπόν, προσδιορίζεται εκ των προτέρων για τις γενικές περιπτώσεις η κατάλληλη στιγμή. Όσο για τις ευκαιρίες που προσφέρονται από μόνες τους, πολλές φορές ο φίλος που νοιάζεται δεν πρέπει να τις παραβλέπει αλλά να τις εκμεταλλεύεται. Κάποια ερώτηση μερικές φορές, κάποια διήγηση και κατηγορία για τις ίδιες πράξεις προκειμένου για διαφορετικά πρόσωπα, ή κάποιος έπαινος είναι έναυσμα για να μιλήσει κανείς με παρρησία.

Όπως λένε ότι έγινε με τον Δημάρατο, που πήγε από την Κόρινθο στη Μακεδονία, όταν ο Φίλιππος είχε διαφορές με τη γυναίκα και το γιο του· αφού τον υποδέχτηκε ο Φίλιππος και τον ρώτησε πώς τα πάνε στο θέμα της ομόνοιας μεταξύ τους οι Έλληνες, απάντησε ο Δημάρατος, που ήταν καλοπροαίρετος φίλος του: “Στ’ αλήθεια, ωραίο είναι, Φίλιππε, να ζητάς πληροφορίες για την ομοφροσύνη μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων και να μην κοιτάς το σπίτι σου που είναι όλο αντίδραση και διχόνοια”.

Καλά μίλησε και ο Διογένης, ο οποίος, όταν πήγε στο στρατόπεδο του Φιλίππου, τότε που εκείνος βάδιζε για να πολεμήσει τους Έλληνες, οδηγήθηκε μπροστά του και, καθώς, ο Φίλιππος δεν τον ήξερε και τον ρώτησε αν είναι κατάσκοπος, του απάντησε: “Κατάσκοπος, πράγματι, Φίλιππε, της απερισκεψίας και της αμυαλιάς σου, που σε κάνουν, χωρίς να σε εξαναγκάζει τίποτε, να έρθεις για να παίξεις σε μιαν ώρα στα ζάρια το βασίλειο και τη ζωή σου”.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

Η μεγαλύτερη έκρηξη σούπερ νόβα

Οι αστρονόμοι εντόπισαν την πιο μακρινή στο χώρο και το χρόνο έκρηξη σούπερ νόβα που έχουν ποτέ ανακαλύψει στο σύμπαν.

Το επίτευγμα τους κάνει αισιόδοξους ότι μια ημέρα θα καταφέρουν να «δουν» το θάνατο των πρώτων άστρων που δημιουργήθηκαν μετά τη «Μεγάλη Έκρηξη» (Μπιγκ Μπανγκ) και τα οποία «έσπειραν» τα πιο βαριά στοιχεία έως τις κοσμικές εσχατιές, καθιστώντας έτσι εφικτή τη δημιουργία των γαλαξιών, των πλανητών και τελικά της ζωής.

Συνδυάζοντας εικόνες από το τηλεσκόπιο Καναδά - Γαλλίας - Χαβάης, που βρίσκεται στο όρος Μάουνα Κέα της τελευταίας, οι επιστήμονες ανακάλυψαν δύο σούπερ - νόβα, μία που συνέβη πριν από 10,4 δισεκατομμύρια χρόνια και άλλη μία πριν από περίπου 12,1 δισεκατομμύρια χρόνια. Έως τώρα η πιο μακρινή και παλαιότερη σούπερ - νόβα που είχε γίνει αντιληπτή, είχε συμβεί πριν από 10,8 δισ. χρόνια.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον αστρονόμο Τζεφ Κουκ του Κέντρου Αστροφυσικής του Πανεπιστημίου Τεχνολογίας Σουίνμπερν, κοντά στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature», σύμφωνα με το «Science» και το «New Scientist». Οι μελλοντικές έρευνες σε τόσο απομακρυσμένες και ισχυρές εκρήξεις μπορεί να ρίξουν περισσότερο φως στην εξέλιξη του πρώιμου σύμπαντος.

Οι πιο ισχυρές θερμοπυρηνικές εκρήξεις σούπερ - νόβα, όπως αυτές που μόλις ανακάλυψαν οι αστρονόμοι, είναι τόσο ισχυρές που για ένα διάστημα ξεπερνούν σε φωτεινότητα κάθε άλλο άστρο στους γαλαξίες τους. Την τελευταία δεκαετία, οι επιστήμονες έχουν ανακαλύψει αυτή τη νέα κατηγορία «σούπερ-υπέρλαμπρων» σούπερ-νόβα, έως 100 φορές πιο φωτεινών από τις υπόλοιπες. Πρόκειται για πολύ σπάνια γεγονότα, τα οποία παράγουν τρομακτικές ποσότητες ενέργειας και συνεπώς έχουν δυνητικά μεγάλη καταστροφική ισχύ. Μία και μόνο τέτοια έκρηξη θα μπορούσε να σπείρει τον θάνατο σε ένα μεγάλο μέρος του μητρικού γαλαξία, αν αυτός είναι σχετικά μικρός, ή να τον «γονιμοποιήσει» με πολύτιμα χημικά στοιχεία, αν είναι αρκετά μεγάλος.

Η προέλευση αυτών των υπέρλαμπρων σούπερ νόβα παραμένει μυστηριώδης. Μια πιθανή αιτία είναι η έκρηξη τεράστιων άστρων με μάζα 100 έως 250 φορές μεγαλύτερη του Ήλιου μας, τα οποία είναι πολύ μεγαλύτερα από αυτά που σήμερα παρατηρούν οι αστρονόμοι, αλλά πιστεύεται ότι ήσαν πολύ πιο κοινά στο πρώιμο σύμπαν (η ηλικία του οποίου σήμερα υπολογίζεται στα 13,7 δισ. χρόνια περίπου).

Η Γη κινδυνεύει να μπει σε μία αμετάκλητη φάση «θερμοκηπίου»

Ο πλανήτης Γη διατρέχει κίνδυνο να εισέλθει σε μια φάση συνθηκών «θερμοκηπίου», με τον μέσο όρο των θερμοκρασιών παγκοσμίως να είναι 4 ως 5 βαθμούς Κελσίου υψηλότερος, ακόμη κι αν οι στόχοι για τη μείωση των εκπομπών αερίων που προκαλούν την υπερθέρμανση του πλανήτη οι οποίοι ορίστηκαν στη συμφωνία του Παρισιού επιτευχθούν, προειδοποίησαν επιστήμονες σε μελέτη που δόθηκε στη δημοσιότητα τη Δευτέρα 6 Αυγούστου 2018.

Aπέχουμε 1-2 βαθμούς από το «Hothouse earth» και την καταστροφή της ανθρωπότητας.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε εν μέσω κυμάτων καύσωνα –η θερμοκρασία ανέβηκε πάνω από τους 40° Κελσίου φέτος σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης– ξηρασίας και δασικών πυρκαγιών, ανάμεσά τους αυτές του Ιουλίου στην Ελλάδα, οι οποίες στοίχισαν τη ζωή σε 91 ανθρώπους.

Περίπου 200 χώρες συμφώνησαν στο Παρίσι να περιορίσουν την αύξηση της θερμοκρασίας «πολύ κάτω» από τους 2 βαθμούς Κελσίου πάνω από το επίπεδο της προβιομηχανικής εποχής—το όριο αυτό θεωρείται κρίσιμο για να αποφευχθεί μια δραματική κλιματική αλλαγή.
 
Όμως δεν είναι σαφές εάν το κλίμα της γης μπορεί να παραμείνει σταθερό και ασφαλές 2 βαθμούς Κελσίου πάνω από τα επίπεδα της προβιομηχανικής εποχής, ή εάν αυτό το σενάριο θα πυροδοτήσει άλλες διεργασίες και τελικά την υπερθέρμανση του πλανήτη, ακόμη και σε περίπτωση που ο κόσμος φρενάρει ή σταματήσει τις εκπομπές αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, σύμφωνα με τη μελέτη.Σήμερα, ο παγκόσμιος μέσος όρος της θερμοκρασίας υπολογίζεται ότι ξεπερνά κατά 1 βαθμό Κελσίου το επίπεδο της προβιομηχανικής εποχής κι ανεβαίνει με ρυθμό 0,17° Κελσίου ανά δεκαετία.
 
Επιστήμονες ινστιτούτων και πανεπιστημίων της Στοκχόλμης, της Κοπεγχάγης, του Πότσδαμ αλλά και του Εθνικού Πανεπιστημίου της Αυστραλίας θεωρούν πως είναι πολύ πιθανό, αν ξεπεραστεί ένα κρίσιμο όριο, να υπάρξουν αλυσιδωτές αντιδράσεις και διεργασίες που θα οδηγήσουν σε βίαιες αλλαγές του κλίματος της Γης.
 
Τέτοιες διεργασίες είναι: η τήξη των στρωμάτων μόνιμου πάγου· η απώλεια των υδριτών μεθανίου από τους βυθούς των ωκεανών· η χαμηλότερη απορρόφηση διοξειδίου του άνθρακα από τη γη και τους ωκεανούς· η απώλεια μεγάλων στρωμάτων πάγου στην Αρκτική και στην Ανταρκτική.
 
Όλα αυτά μπορεί να αρχίσουν να ανατρέπονται σαν «σειρά από ντόμινο», προειδοποιεί ο Γιόχαν Ρόκστρεμ, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης που δημοσιεύεται στα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών (PNAS) και εκτελεστικός διευθυντής του Κέντρου της Στοκχόλμης για την Ανθεκτικότητα.
 
«Μπορεί να είναι πολύ δύσκολο, ή αδύνατο, να σταματήσουμε όλα τα ντόμινο πριν ανατραπούν. Ολόκληρα τμήματα της Γης μπορεί να ερημοποιηθούν, να γίνουν μη κατοικήσιμα, εάν η «Γη-Θερμοκήπιο» γίνει πραγματικότητα», συμπλήρωσε.
 
Για να αποφευχθεί η μετατροπή του πλανήτη σε «θερμοκήπιο» δεν αρκεί η μείωση των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο, τονίζεται στη μελέτη. Προτείνεται η καλύτερη διαχείριση των δασών, των αγροτικών καλλιεργειών και των καλλιεργούμενων εδαφών· η προστασία της βιοποικιλότητας· και η ανάπτυξη τεχνολογιών για την αφαίρεση διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα.
 
Ερωτηθέντες για την έρευνα, ειδικοί σημείωσαν ότι η ανεξέλεγκτη υπερθέρμανση του πλανήτη δεν είναι βέβαιη μεν, αλλά ούτε μπορεί να αποκλειστεί.
 
«Μιλώντας με το καλοκαίρι του 2018 στο φόντο, ασφαλώς δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι πρόκειται για λαθεμένο συναγερμό: τους βλέπουμε τους λύκους πλέον», σχολίασε ο Φιλ Ουίλιαμσον, ερευνητής για το κλίμα στο University of East Anglia.

Ανακαλύφθηκε ο πιο μακρινός ραδιογαλαξίας στο σύμπαν, σε απόσταση 12 δισεκατομμυρίων ετών

Ευρωπαίοι αστρονόμοι κατέρριψαν, μετά από σχεδόν 20 χρόνια (το 1999), το ρεκόρ του πιο μακρινού ραδιογαλαξία που έχει ποτέ ανακαλυφθεί. Ο νέος κάτοχος του ρεκόρ απέχει περίπου 12 δισεκατομμύρια έτη φωτός από τη Γη και το φως του που έφθασε στον πλανήτη μας, προέρχεται από μια εποχή, όταν το σύμπαν είχε μόνο το 7% της σημερινής ηλικίας του, δηλαδή ήταν περίπου ενός δισεκατομμυρίου ετών.
 
Oι λευκοί κύκλοι πάνω στην εικόνα υποδεικνύουν τη θέση των εκπομπών από τον πιο μακρινό ραδιοηλεκτρικό γαλαξία που ανακαλύφθηκε ποτέ. 
 
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Huub Rottgering του ολλανδικού Αστεροσκοπείου του Λέιντεν, χρησιμοποίησαν αρχικά το Γιγάντιο Ραδιοτηλεσκόπιο (GMRT) στην Ινδία για να κάνουν την ανακάλυψη και την επιβεβαίωσαν στη συνέχεια με τη βοήθεια των τηλεσκοπίων Gemini North στη Χαβάη και Large Binocular Telescope στην Αριζόνα.
 
Οι ραδιογαλαξίες είναι πολύ σπάνια αντικείμενα στο σύμπαν. Πρόκειται για κολοσσιαίους γαλαξίες που έχουν μια τεράστια μαύρη τρύπα στο κέντρο τους, η οποία «ρουφάει» συνεχώς αέρια και σκόνη από τον περίγυρό της, ενώ παράλληλα εκτοξεύει στο διάστημα «ριπές» υψηλής ενέργειας, που επιταχύνουν φορτισμένα σωματίδια σχεδόν στην ταχύτητα του φωτός. Αυτoί οι «πίδακες» είναι έντονα αισθητοί από τη Γη στο μήκος κύματος των ραδιοσυχνοτήτων.
 
Το γεγονός ότι τέτοιοι γαλαξίες υπάρχουν στο μακρινό στο χώρο και στο χρόνο -δηλαδή στο πρώιμο- σύμπαν, έχει εκπλήξει τους αστρονόμους. «Είναι εκπληκτικό πώς αυτοί οι γαλαξίες πρόλαβαν να «χτίσουν» τη μάζα τους σε τόσο σύντομη περίοδο του χρόνου», δήλωσε ο Huub Rottgering. Η επόμενη γενιά ραδιοτηλεσκοπίων, μαζί με τα μελλοντικά ακόμη ισχυρότερα οπτικά και υπέρυθρα τηλεσκόπια, θα επιτρέψει στους επιστήμονες να ανιχνεύσουν ραδιογαλαξίες σε ακόμη μεγαλύτερες αποστάσεις στο χωροχρόνο.

Ρητορεία και ρητορική: Ἐνθύμημα

(enthymema, commentum/commentatio, epichirema, argumentum)
 
Πρόκειται για αποδεικτικό μέσο που προκύπτει από τα δεδομένα της υπόθεσης με βάση μια λογική διαδικασία εξαγωγής συμπεράσματος - τη μέθοδο του συλλογισμοῦ (ratiocinatio) (Αριστοτέλης, Ῥητορική 1.2.1356b.2-4). O Κοϊντιλιανός, που χρησιμοποιεί και τον όρο ἐπιχείρημα (epichirema, Institutio oratoria 5.14.14), ονομάζει το ἐνθύμημα (enthymema) «ρητορικό συλλογισμό» (rhetoricus syllogismus, Institutio oratoria, 1.10.38, 5.10.1-6), που αποβλέπει στην ανάδειξη του πιθανού και πειστικού, σε διάκριση από τον φιλοσοφικό συλλογισμό, που απoβλέπει στην ανάδειξη του αληθούς. Ο Αριστοτέλης τo χαρακτηρίζει στη Ῥητορική του ως σῶμα τῆς πίστεως (1.1.1354a15) και διακρίνει μεταξύ δεικτικῶν και ἐλεγκτικῶν ἐνθυμημάτων (ἔστι δὲ τὸ μὲν δεικτικὸν ἐνθύμημα τὸ ἐξ ὁμολογουμένων συνάγειν, τὸ δὲ ἐλεγκτικὸν τὸ τὰ ἀνομολογούμενα συνάγειν, Ῥητορική 2.22.1396b25-27, «Στο αποδεικτικό ενθύμημα συνάγεται συμπέρασμα από προτάσεις που το περιεχόμενό τους είναι κοινής αποδοχής, ενώ στο ελεγκτικό ενθύμημα συνάγεται συμπέρασμα που δεν είναι αποδεκτό από τον αντίπαλο»).
 
Γι' αυτή τη διαδικασία απαιτείται καταρχήν μια διαπίστωση που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ή, τουλάχιστον, δύσκολα αμφισβητείται (μία μείζων προκειμένη πρότασις, propositio). Πάνω σε αυτήν την εκτίμηση (που έχει κανονικά γενικά αναγνωρισμένη ισχύ, αφού αφορά οφθαλμοφανείς και σαφείς συνθήκες ή ηθικές και πολιτικές αρχές λειτουργίας μιας κοινότητας, ό,τι π.χ. προστατεύεται ή προβλέπεται από το φυσικό ή/και το θετό δίκαιο, όπως η αρχή «οφείλεται σεβασμός στους γονείς»), θα στηριχτεί η συλλογιστική του ομιλητή, για να στερεώσει με τη σειρά της ό,τι κατά βάσιν επιδέχεται αμφισβήτηση και ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο προκαλεί τον προβληματισμό ή ερίζεται. O συλλογισμόςοδηγεί σε ένα εύλογο και πιθανό συμπέρασμα (εἰκός, credibile), που φέρει το κύριο βάρος της απόδειξης όπως και το όνομά της (ἀπόδειξις, conclusio).
 
Είναι προφανές ότι βάσει μιας απλής συνεκδοχής μπορεί το ἐνθύμημα να ονομάζεται συλλογισμός ή ἀπόδειξιςή ἐπιχείρημα και κατ' αναλογία το argumentum να χαρακτηρίζεται ως ratiocinatio ή syllogismus (rhetoricus) ή probatio ή epichirema (Κοϊντιλιανός, Institutiooratoria 5.10.1-6). Γενικά, η χρήση των όρων παρουσιάζει πολύ μεγάλη και δύσκολα εποπτεύσιμη ποικιλία.
Δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του ἐνθυμήματος: η συντομία και η αληθοφάνεια. Συγκεκριμένα, σε έναν ρητορικό συλλογισμό (ἐνθύμημα) δεν είναι απαραίτητη η εμφάνιση της μείζονος προκειμένης, κάποτε ούτε καν του συμπεράσματος, όταν αυτό εννοείται εύκολα - είναι προφανές ότι η συνθήκη αυτή δεν ισχύει για τους φιλοσοφικούς συλλογισμούς. Εξάλλου οι (ρητορικοί) συλλογισμοί δεν οδηγούν κατά κανόνα σε απολύτως ασφαλή και αληθή συμπεράσματα. Ας υποθέσουμε για παράδειγμα ότι πρέπει να αποδειχθεί η θέση «η αρετή αποτελεί αγαθό». Ο πλήρης συλλογισμός θα έχει την ακόλουθη μορφή: «Αγαθό είναι μόνο ό,τι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς για να κάνει κακό. Κανείς δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει την αρετή για να κάνει κακό. Άρα, η αρετή είναι αγαθό». Ο συλλογισμός «Κανείς δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει την αρετή, για να κάνει κακό. Άρα, η αρετή είναι αγαθό» είναι βραχυλογικός - έχει τη μορφή που διακρίνει κατεξοχήν τα ἐνθυμήματα, όπου η μείζων προκείμενη πρόταση παραλείπεται για λόγους οικονομίας, ακριβώς γιατί εννοείται εύκολα.
 
Αὔξησις-μείωσις
(amplificatio, minutio)
 
Ο Αριστοτέλης εντάσσει στα ἐνθυμήματα -και όχι στους τόπους (τα στοιχεῖα) των ἐνθυμημάτων- το αὔξειν και το μειοῦν, τη μέθοδο που χρησιμοποιεί ο ομιλητής, για να δείξει ότι κάτι είναι μεγάλο ή μικρό (Ῥητορική 2.26.1403a16-21). Οι όροι θα αποδοθούν στα λατινικά με τους αντίστοιχους amplificatio (αὔξησις, δείνωσις) και minutio (μείωσις, ἐλάττωσις) (Κοϊντιλιανός, Institutio oratoria 8.4.3, 8.4.28). Στην πρώτη περίπτωση δίνεται έμφαση στο αντικείμενο του λόγου, που προβάλλεται ως ιδιαίτερα σημαντικό και σπουδαίο -ο ομιλητής αξιοποιεί γι'αυτόν τον σκοπό το περιεχόμενο και το ύφος του λόγου, τη φωνή του, την έκφρασή του και τη στάση του σώματός του-, ενώ στη δεύτερη η σημασία του περιορίζεται και αποδυναμώνεται. Και οι δύο τακτικές συμβάλλουν στην ενίσχυση της πειθούς.
 
Τέσσερις είναι οι μορφές της αύξησης:
 
-η κλιμάκωση (incrementum): η περιγραφή του αντικειμένου του λόγου γίνεται με όρους που έχουν σταδιακά αύξουσα επιτατική σημασία: «Είναι ανοσιούργημα να δέσεις ρωμαίο πολίτη, είναι έγκλημα να τον μαστιγώσεις, είναι σχεδόν πατροκτονία το να τον σκοτώσεις. Τι να πω ότι είναι το να τον σταυρώσεις;» (Κικέρων, In Verrem 2.5.170, Κοϊντιλιανός, Institutio oratoria 8.4.4.).
 
-η σύγκριση (comparatio): γίνεται σύγκριση με μια λιγότερο σημαντική περίπτωση, ώστε να συμπεράνουμε ἐκ τοῦ ἥσσονος τὸ μεῖζον.
 
-ο συλλογισμός, το επιχείρημα (ratiocinatio): το συμπέρασμα μιας λογικής διεργασίας συμβάλλει στην εμφατική προβολή της θέσης του ομιλητή.
 
-η συσσώρευση (congeries): χρησιμοποιείται ένα πλήθος συνωνύμων λέξεων και φράσεων. Hσυσσώρευση ενδέχεται να μην παρουσιάζει μια ιδιαίτερη δομή, μπορεί όμως να έχει τα χαρακτηριστικά της κλίμακας.
 
Αύξηση επιτυγχάνεται εξάλλου με τη χρήση κοινών τόπων που χρησιμοποιούνται για να ενισχύσουν την προηγούμενη επιχειρηματολογία. Η αύξηση που αποβλέπει στη διέγερση του πάθους ονομάζεται δείνωσις (Κοϊντιλιανός, Institutio oratoria 6.2.24, 8.3.88, 9.2.104). Η αξιοποίησή της αναμένεται ιδιαιτέρως στον επίλογο.
 
Παράδειγμα
(exemplum)
 
Η χρήση του παραδείγματος, η μνεία μιας ανάλογης πραγματικής ή πλαστής αλλά αληθοφανούς περίπτωσης, στηρίζεται στη μέθοδο της ἐπαγωγῆς (inductio) (Αριστοτέλης, Ῥητορική 1.2.1356b2-3), που, όπως και ο συλλογισμός, οδηγεί σε ένα εύλογο και πιθανό συμπέρασμα (εἰκός, credibile) με αποδεικτική δύναμη (ἀπόδειξις). Η ἐπαγωγή, η μέθοδος της εξαγωγής ενός λογικού συμπεράσματος βάσει του παραδείγματος, η πορεία από το ειδικό προς το γενικό, ονομάζεται και ἐπιχείρημα. Άλλωστε και το ίδιο το παράδειγμα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ἀπόδειξις ή ἐπιχείρημα.
 
Το παράδειγμα λειτουργεί εξάλλου ως όρος σύγκρισης για την υπόθεση που απασχολεί τον ομιλητή, ώστε να καταστήσει προφανές ή πιθανό -χάρη στον δικό του αναμφισβήτητο και προφανή χαρακτήρα- ό,τι ο ομιλητής επιθυμεί να προβάλει με πειθώ και σαφήνεια. Η χρήση του παραδείγματος μπορεί λοιπόν να έχει, πέρα από αποδεικτική, και διδακτική λειτουργία.
 
Στον βαθμό που το παράδειγμα δεν αποτελεί απαραιτήτως επινόηση του ομιλητή, ταιριάζει με τις ἀτέχνους πίστεις. Ωστόσο, ενώ οι ἄτεχνοι πίστεις έχουν προφανή και άμεση σχέση με την ίδια την υπόθεση, η σχέση του παραδείγματος με την υπόθεση θα πρέπει αφενός να διαγνωσθεί αφετέρου να αναδειχθεί από τον ίδιο τον ομιλητή.
 
Κιόλας ο Αριστοτέλης διακρίνει δύο κατηγορίες παραδειγμάτων:
 
-το ιστορικό παράδειγμα (προέρχεται από το ιστορικό παρελθόν ή το ιστορικό παρόν, μεταφέρει, επομένως, στοιχεία μιας ιστορικής πραγματικότητας). Η αξιοπιστία του είναι μεγάλη, γιατί στηρίζεται σε ιστορικά δεδομένα που το ακροατήριο μπορεί να γνωρίζει από προσωπική πείρα - σε αυτή την περίπτωση το παράδειγμα έχει ιδιαίτερο συναισθηματικό βάρος και σημασία. Έτσι στον Γ΄ Ὀλυνθιακόν του λόγο (24) ο Δημοσθένης, που ζητά να προβάλει με μεγαλύτερη έμφαση την παρακμή της σύγχρονης αθηναϊκής δημοκρατίας εξαιτίας των λαϊκιστών δημαγωγών, που χαϊδεύουν το πλήθος, αναφέρεται στον «χρυσό αιώνα» της Αθήνας, όταν οι ρήτορες δεν κολάκευαν, όπως υποστηρίζει, τον λαό.
 
-το πλαστό παράδειγμα: η παραβολή ή ο μύθος. Αυτός ο τύπος παραδείγματος μεταφέρει συνήθως μια γενικά αποδεκτή αλήθεια. Η αξιοπιστία του παραδείγματος που προέρχεται από τη λογοτεχνία εξαρτάται από το κύρος του δημιουργού του λογοτεχνικού έργου απ' όπου αντλείται το παράδειγμα.
 
Γνώμη
(sententia)
 
Πρόκειται για αποφθεγματικές, συνήθως επιγραμματικές φράσεις με αποδεικτικό κύρος, που μπορεί να αξιοποιηθούν και ως μέσα καλλωπισμού του λόγου. Έτσι στην τελευταία παράγραφο του αποδεικτικού τμήματος του Ὑπὲρ Μαντιθέου (19) ο Λυσίας βάζει τον Μαντίθεο να υποστηρίζει την εξής γενική θέση ὥστε οὐκ ἄξιον ἀπ᾽ ὄψεως, ὦ βουλή, οὔτε φιλεῖν οὔτε μισεῖν οὐδένα, ἀλλ᾽ ἐκ τῶν ἔργων σκοπεῖν· («επομένως, κύριοι βουλευτές, δεν είναι πρέπον ούτε να αγαπάς ούτε να μισείς κάποιον με βάση την εξωτερική του εικόνα, αλλά πρέπει να τον εξετάζεις έχοντας υπόψη τα έργα του»). Η γνώμη μπορεί να αξιοποιηθεί ως αφετηρία ή ως συμπέρασμα ενός συλλογισμού.