Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ

Σχετική εικόναΣτην ιστορία αυτού που ονομάζουμε “δυτικός πολιτισμός” υπάρχει μια προνομιακή περίοδος, κατά την οποία γεννιούνται ταυτόχρονα το θέατρο, η φιλοσοφία και η δημοκρατία ως τριπλός πυρήνας του σκέπτεσθαι και του πράττειν με κοινό παρονομαστή τον διάλογο και κοινή αφετηρία τον μύθο. Και στα τρία αυτά τμήματα του πυρήνα συμβαίνει συχνά οι δημιουργοί τους να είναι ταυτοχρόνως αλλά και εναλλάξ οι “συγγραφείς”, οι “ηθοποιοί” και οι θεατές τους. Στο θέατρο αυτή η ταυτόχρονη ή εναλλασσόμενη δράση είναι αυτονόητη. Αλλά και στην περίπτωση της δημοκρατίας, οι συγγραφείς-δημιουργοί της είναι οι “ηθοποιοί” της, αυτοί που την επιτελούν μέσα από τους πολιτικούς θεσμούς, αλλά και οι θεατές της στις δημόσιες “παραστάσεις” και συνελεύσεις.
 
Το ίδιο θα λέγαμε και για τη φιλοσοφία, στο μέτρο που αυτή δημιουργείται ως δημόσιος λόγος και επιτελείται σε δημόσιους χώρους ως διαλογικό δρώμενο, στο οποίο μπορούν να συμμετάσχουν οι πολίτες ως θεατές, αλλά και ως ενεργητές. Αλλά σε αυτό το πολιτικό και θεατρικό δρώμενο, σε αντίθεση με τα άλλα δρώμενα, η φιλοσοφική σκέψη τρέπει την τραγωδία να εστιάσει όχι τόσο στην τυπική διαδικασία μετάβασης από τη μια σκηνή της ζωής σε μια άλλη, όσο στον ενδιάμεσο χώρο των δύο σκηνών, στην κοινή τους μεθόριο και στην αμφισημία τους.2 Στο τρίπτυχο αυτό, επομένως, ο πολίτης γίνεται ο ενεργός ηθοποιός της (προσωπικής, αλλά και συλλογικής) ιστορίας του.3 Ενεργός ηθοποιός δεν είναι μόνο αυτός που βρίσκεται πάνω στη σκηνή, αλλά και ο απλός θεατής που παίρνει μέρος στα Μεγάλα Διονύσια, και με τον τρόπο αυτόν συμμετέχει όχι μόνο στην εξύμνηση του αθηναϊκού ἄστεως και των ιδανικών του, αλλά και στην ταυτόχρονη αμφισβήτησή τους, αναπτύσσοντας μια κριτική για τους πολιτικούς θεσμούς και μια φιλοσοφική σκέψη για τη θέση του ανθρώπου μέσα στους θεσμούς αυτούς.4
 
Φυσικά, μολονότι τα διαθέσιμα στοιχεία μάς επιτρέπουν να μιλάμε για μια ισχυρή τάση των Αθηναίων πολιτών προς το θέατρο5 ή για την υψηλή διδαχή των πολιτών εκ μέρους των δραματουργών,6 δεν μπορούμε να μιλήσουμε για απόλυτη συγχρονία εμφάνισης των τριών πεδίων, αλλά για ένα μάγμα σημασιών,7 οι ρίζες των οποίων μπορούν να αναζητηθούν ήδη στα ομηρικά έπη, οι εμφανείς σχηματισμοί τους στη σκέψη των Ιώνων φιλοσόφων και των εκπροσώπων της προσωκρατικής σκέψης και οι πυκνότερες εκφάνσεις τους στα νομοθετικά και πολιτικά προτάγματα του Σόλωνα, του Κλεισθένη8 και του Εφιάλτη, καθώς και στα επιτεύγματα φιλοσόφων και δραματουργών καθ’ όλη τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ. Μιλώντας με τον τρόπο του Καστοριάδη θα λέγαμε ότι ο τριπλός αυτός πυρήνας του θεάτρου, της φιλοσοφίας και της δημοκρατίας διαθέτει μια πραγματική αναφορά, με την έννοια ότι δεν συνιστά ένα βολικό ιδεολογικό μύθευμα, ούτε ένα κληρονομημένο ιστορικό στερεότυπο, αλλά ότι συγκεντρώνει στον ίδιο τόπο και χρόνο και σε έναν βαθμό συνθέτει (όχι δομικά ή αιτιακά αλλά με την έννοια της δυναμικής σημασίας τους) μια απροσδιόριστη τάξη κοινωνικών, πολιτικών και καλλιτεχνικών φαινομένων, καθώς και ένα ευρύ σύνολο ιδεών, που διαφορετικά θα έμεναν ασύνδετα ή θα εθεωρούντο ότι έπεσαν από τον ουρανό.9 Η θέση αυτή για τον τριπλό πυρήνα που μόλις περιέγραψα συναντάται τμηματικά αλλά με επίμονη έμφαση και στη φιλοσοφία του Κορνήλιου Καστοριάδη. Ως προς τη σχέση της δημοκρατίας της πόλεως και της φιλοσοφίας, είναι γνωστή η αντίθεσή του προς τον J.-P. Vernant, ο οποίος είχε υποστηρίξει ότι “ο ελληνικός λόγος είναι γνήσιο παιδί της πόλης”.10 Ο Καστοριάδης αντιθέτως πρεσβεύει ότι “η δημιουργία της πολιτικής κοινότητας είναι ήδη φιλοσοφία στην πράξη”11 και ότι ακόμα και η σκέψη του τέλους της φιλοσοφίας ισοδυναμεί με τη σκέψη του τέλους της δημοκρατίας ως προτάγματος και της πολιτικής ως διαυγούς δραστηριότητας που στοχεύει στη θέσμιση της κοινωνίας.12
 
Επομένως, όταν στρέφουμε την προσοχή μας στο ένα τμήμα αυτού του τριπλού πυρήνα, στο θεατρικό, αναπόφευκτα θα πρέπει να μας απασχολούν και τα άλλα δύο, το φιλοσοφικό και το δημοκρατικό. Αυτό ακριβώς θεωρώ ότι κάνει προσφυώς ο Καστοριάδης κάθε φορά που αναφέρεται στην αττική τραγωδία. Είναι σαφές ότι δεν προσκολλάται στις φιλολογικές διαμάχες (εκτός και αν αυτές εμπίπτουν στο ερευνητικό του πεδίο), ούτε στις κατατάξεις, τις ειδολογικές κατηγοριοποιήσεις και σε όλα τα συναφή εγχειρήματα, στα οποία προβαίνουν οι ειδικοί μελετητές προκειμένου να συντάξουν ή να ανασυντάξουν τον χάρτη του αττικού δράματος. Αυτό που τον ενδιαφέρει πρωτίστως - και μας επιτρέπει να προσανατολιζόμαστε προς μία πολιτική και φιλοσοφική διάσταση του θεάτρου - είναι οι πυρήνες των σημασιών που παρουσιάζονται στα έργα και, ο φιλόσοφος το επισημαίνει σωστά, στην αθηναϊκή κοινωνία της εποχής. Διευκρινίζεται ότι δεν πρόκειται για θέσεις, “αλλά μάλλον για πόλους, για σχήματα που μας επιτρέπουν να συλλάβουμε τον κόσμο, να του δώσουμε νόημα, για σχήματα γύρω από τα οποία οργανώνονται τα πάντα”,13 και, βεβαίως, για τη δημιουργία ερωτημάτων που, όπως συμβαίνει στην τραγωδία, αντανακλούν το μυστήριο της ζωής.14 Όλο του το έργο άλλωστε εκτυλίσσεται γύρω από έναν κεντρικό άξονα: τις διαδικασίες με τις οποίες εκδιπλώνεται συνεχώς η κριτική εργασία της (δυτικής) κοινωνίας απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό, διαδικασίες που μας είναι γνωστές με τα ονόματα της φιλοσοφίας, στο επίπεδο της θεωρητικής σκέψης, και της δημοκρατίας, στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής πράξης. Δύο είναι πράγματι οι κεντρικοί στόχοι του: ο τρόπος με τον οποίο παράγονται τα νοήματα και οι διαδικασίες με τις οποίες αυτά τα νοήματα, όταν γίνουν κυρίαρχα και παγιωθούν, μπορούν να μεταβληθούν ή και να ανατραπούν. Εάν η κοινωνία μπορεί να ορίσει για τον εαυτό της τη δική της κοσμοθεώρηση, τότε θα μπορεί να συγκροτήσει ένα είδος αυτονομίας και αυτοθέσμισης,15 στο μέτρο που η δημιουργία της ιδέας της αυτονομίας και της αυτοθέσμισης ισοδυναμεί με μια στοχαστική επιστροφή στην ίδια την ύπαρξη της κοινωνίας μέσα στον κόσμο. Υπό το πρίσμα αυτό, μια αυτόνομη κοινωνία μπορεί όχι μόνο να θέτει αφ’ εαυτής τους νόμους που τη διέπουν, αλλά και να αμφισβητεί την ίδια της τη θέσμιση μέσα από την κριτική που απευθύνει στις δικές της κεντρικές φαντασιακές σημασίες για τον κόσμο και τη ζωή. Αυτός είναι και ο λόγος που ο φιλόσοφος στρέφεται από το 1978 και προς τη μελέτη της αθηναϊκής δημοκρατίας και δη προς το κοινωνικό, πολιτικό, φιλοσοφικό και καλλιτεχνικό της υπόστρωμα.16
 
Οι θέσεις του σχετικά με τον ρόλο της τραγωδίας στο διανοητικό σύμπαν της αθηναϊκής δημοκρατίας συμπυκνώνονται στο μελέτημά του “Αισχύλεια ανθρωπογονία και σοφόκλεια αυτοδημιουργία του ανθρώπου”,17 αλλά αναπτύσσονται και στα σεμινάριά του στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales την περίοδο 1982‒1984,18 καθώς και σε αρκετά άλλα κείμενά του με πιο σποραδικό όμως τρόπο.19 Εάν αληθεύει ότι, για να δανειστώ μια φράση του Jean-Luc Nancy, “στην τραγωδία πυκνώνουν τα στοιχειώδη δεσμά της ύπαρξης”,20 ο Καστοριάδης εκκινεί από την αρχή ότι αυτή η ύπαρξη ορίζεται στo πλαίσιo της πόλεως και ότι τα στοιχειώδη δεσμά με την πόλιν διαυγάζονται από τον θεατρικό και τον φιλοσοφικό λόγο και δεν επιβάλλονται από την πόλιν, αλλά τίθενται ως αυτοπεριορισμοί από τα μέλη της. Οι θέσεις του δεν έχουν συζητηθεί συστηματικά στους κόλπους της θεωρίας και της φιλοσοφίας της τραγωδίας. Τόσο οι Oudemans και Lardinois, όσο και οι Beistegui και Sparks21 δεν τις περιλαμβάνουν στις περιηγήσεις τους στα φιλοσοφικά τοπία της Αντιγόνης. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Steiner,22 ο δε Taminiaux, που γνωρίζει καλά τον γερμανικό ιδεαλισμό, σταματά τις έρευνές του στον Heidegger, ενώ και η Χαρά Μπακονικόλα αναφέρεται σε άλλους (Γάλλους κυρίως) φιλοσόφους.23 Είναι γνωστές όμως με σαφήνεια στον Pierre Vidal-Naquet.24 Προτού τις εξετάσουμε από κοντά, θα ήταν σκόπιμο να σταθούμε σε ένα ακόμα σημαντικό σημείο, που θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλή εισαγωγή στη σκέψη του Καστοριάδη για την αττική τραγωδία.
 
Η Edith Hall, αναφερόμενη σε κάποιες μαρξιστικές ερμηνείες που εστιάζουν στις ουτοπικές και φαντασιακές δυνάμεις της τέχνης που μπορούν να υπερβούν τα δεδομένα μιας κοινωνικής και ιστορικής πραγματικότητας25 (κάτι που αποτελεί φυσικά κοινό τόπο), διατείνεται ότι η αττική τραγωδία “ακολουθεί έναν τρόπο σκέψης απείρως πιο προχωρημένο σε πολιτικό επίπεδο από την κοινωνία που (την) παρήγαγε”.26 Αυτό είναι και σωστό και λάθος. Είναι σωστό, αν και διόλου πρωτότυπο, επειδή η αληθινή τραγωδία, όπως και η αληθινή τέχνη γενικότερα, μέσα και από το πρίσμα της πολιτισμικής ιστορίας και κριτικής, μεταθέτει τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας και λειτουργεί πάντα ως η εμπροσθοφυλακή της κοινωνικής και ιστορικής συνείδησης. Είναι επίσης σωστό διότι, όπως σημειώνει η Hall, τα τραγικά κείμενα και οι παραστάσεις τους προσέφεραν έναν πραγματικό τόπο εμφάνισης του απραγματοποίητου και της ρητής ενίοτε αμφισβήτησης των θεσμών και ιδεολογιών που συνδέονταν με την κοινωνική θέση των γυναικών, των δούλων και των ξένων της Αθήνας.27 Είναι όμως και λάθος, διότι προϋποθέτει ότι η τραγωδία, ως κοινωνικό προϊόν, δημιουργεί κοινωνικά πρότυπα που είναι αδιανόητα για την κοινωνία μέσα στην οποία γεννιέται η τραγωδία. Το αντιφατικό αδιέξοδο του επιχειρήματος είναι εδώ πρόδηλο: εάν τα πρότυπα αυτά ήταν όντως αδιανόητα, δηλαδή μη σκεπτά, μη αναπαραστάσιμα από τη σκέψη και τη γλώσσα της αθηναϊκής κοινωνίας του 5ου αιώνα, πώς γίνονται διανοητά και πώς προβάλλονται ρητά και θεατρικά μέσω ενός θεσμού υψηλού κύρους, μακράς διάρκειας και καθολικής αποδοχής, όπως είναι οι δραματικοί αγώνες; Εκ των δύο το ένα: είτε η τραγωδία δεν προβάλλει τέτοιου είδους φαντασιακά πρότυπα, όπερ ανακριβές κατά τεκμήριο αλλά και κατά την άποψη της ίδιας της Hall, είτε, όπως πιστεύει ο Καστοριάδης, τα πρότυπα αυτά, μάλλον ως κεντρικά σχήματα σημασιών, δεν ήταν καθόλου αδιανόητα για την πόλη και τους πολίτες της αλλά, αντιθέτως, συνιστούσαν τους πυρήνες του διεισδυτικού στοχασμού, της αμφιβολίας και της αυτοκριτικής που οδήγησαν στην αυτοθέσμιση της δημοκρατίας. Η τραγωδία, ο τραγικός λόγος, η ποίηση της σκέψης και της γλώσσας που εκφράζεται σε αυτόν τον λόγο δεν είναι φαινόμενα ξεκομμένα από τον βίο του δήμου. Ο δήμος εγκαθιδρύει τη δημοκρατία, “η οποία είναι συγχρόνως μια φιλοσοφία ἐνεργείᾳ”, αλλά εγκαθιδρύει και το θέατρο, που είναι επίσης μια φιλοσοφία ἐνεργείᾳ του ανθρώπου και της πόλης. “Όταν ο δήμος εγκαθιδρύει τη δημοκρατία”, γράφει ο Καστοριάδης, “κάνει φιλοσοφία: ανοίγει το ερώτημα της προέλευσης και τουθεμελίου του νόμου”.28 “Ανοίγω” ένα τέτοιο ερώτημα σημαίνει, αν μη τι άλλο, ότι διαισθάνομαι πως οι θεοί δεν είναι η αυτονόητη πηγή της Δίκης, πως ο δήμος έχει την ελευθερία, αλλά και την ευθύνη της αυτοθέσμισής του. Από την άλλη μεριά, “κάνω φιλοσοφία”, (και όχι απλώς: “φιλοσοφώ”), σημαίνει ότι το άνοιγμα του ερωτήματος δεν γίνεται στο σκοτεινό δωμάτιο του μυαλού μου ή στο ησυχαστήριο ενός μοναστηριού, αλλά επιτελείται ως τελετή, διακυβεύεται ως δρώμενο, διαδραματίζεται, θεατροποιείται στον δημόσιο χώρο, ενώπιον πολιτών, θεατών μαζί και πρωταγωνιστών, πάνω στη σκηνή του διαλόγου, σε αυτό που θα ονομάζαμε “θέατρο της δημοκρατίας”,29 όπου σκηνοθέτης είναι ο δήμος, όχι πια ο τύραννος, ούτε ο θεός, και αυτό που σκηνοθετείται, ακριβώς εξαιτίας του σκηνοθέτη, του είδους του ερωτήματος που ανοίγεται, αλλά και του χώρου της παράστασης, δεν είναι τίποτε λιγότερο από τα έργα της τραγωδίας.
 
Νομίζω πως σε αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να στραφούμε, δεδομένου ότι η τραγωδία (όπως άλλωστε και η κωμωδία), ως εξέχουσα μορφή του δημοσίου διαλόγου, δεν υπερβαίνει τη φαντασία των Αθηναίων, αλλά την προϋποθέτει και συνυφαίνεται με αυτήν. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι οι αθηναϊκές τραγωδίες δεν έθεταν υπό αμφισβήτηση τα λεγόμενα και τις δοξασίες της πόλης, ότι δεν αποτελούσαν ένα οριακό πέρασμα30 ανάμεσα στο γνωστό και το άγνωστο, το οικείο και το ‘άσκεπτο’, ότι δεν αποτελούσαν την αιχμή του δόρατος στη σκέψη της εποχής τους σε πολλά ζητήματα, τα οποία διερευνούσαν με πρωτοποριακό τρόπο, ούτε ότι δεν ασκούσαν ρηξικέλευθη κριτική στις πολιτικές πρακτικές και στα κοινωνικά ήθη31 (αφού η τέχνη και η φιλοσοφία είναι πάντα η εμπροσθοφυλακή της ανθρώπινης διανόησης) σημαίνει όμως ότι οι αθηναϊκές τραγωδίες είναι ένα αναπόσπαστο τμήμα του κοινωνικού φαντασιακού της πόλεως. Ειδάλλως πώς θα εξηγούσαμε τη διδασκαλία του Αντιφώντα του σοφιστή, (αλλά και των άλλων επιφανών εκπροσώπων της σοφιστικής), τις μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη (ο οποίος δολοφονείται λίγο καιρό πριν από την παρουσίαση της Ορέστειας) ή εν τέλει την εμφάνιση του θεατρικού δημοσίου διαλόγου όπως τον γνωρίζουμε μέχρι σήμερα; Πίσω από το επιχείρημα της Hall βρίσκεται η παραδοχή ότι “η αθηναϊκή τραγωδία είχε την αξίωση να είναι μια αληθινά δημοκρατική μορφή τέχνης, πολύ περισσότερο – παραδόξως - απ’ όσο το ίδιο το αθηναϊκό κράτος είχε την αξίωση να είναι δημοκρατία”.32
 
Είναι αυτονόητο ότι ο Καστοριάδης θα προέβαλλε πολλές ενστάσεις στο δεύτερο σκέλος αυτής της πρότασης. Η εξέτασή τους όμως θα μας απομάκρυνε από το αντικείμενο της μελέτης μας. Θα αρκεστούμε εδώ να παραπέμψουμε μόνο στο μικρό αλλά πυκνότατο βιβλίο του Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα33 και να σημειώσουμε ότι ο ίδιος θα πρότεινε την αρχή ότι δεν μπορούμε να επιβάλουμε αναδρομικά εννοιολογικά σχήματα και ιδεολογικές συλλήψεις της σύγχρονης εποχής ως κριτήρια δημοκρατικότητας μιας κοινωνίας άλλης εποχής και διαφορετικής κλίμακας, μιας κοινωνίας που η ίδια συλλαμβάνει για πρώτη φορά την έννοια της δημοκρατίας και δημιουργεί εν σπέρματι34, έστω και σε ένα περιορισμένο πλαίσιο, εκπληκτικούς θεσμούς που εμπεδώνουν το περιεχόμενό της ως αυτόνομης και αυτοθεσμιζόμενης πολιτείας.35 Ήδη το 1982 μοιάζει να δίνει προκαταβολικά την απάντησή του: “ορισμένοι, σήμερα πιστεύουν ότι η δημοκρατία ή η ορθολογική έρευνα είναι αυτονόητες, προβάλλοντας αφελώς σ’ όλη την ιστορία την τελείως εξαιρετική κατάσταση της δικής τους κοινωνίας - και, καθώς τον κάνουν αυτό, γίνονται ανίκανοι να καταλάβουν τι μπορούσε να σημαίνει η δημοκρατία ή η ορθολογική έρευνα για την κοινωνία όπου δημιουργήθηκαν για πρώτη φορά”.36 Δεν μπορούν επίσης να καταλάβουν ή αποσιωπούν το γεγονός ότι παράγοντας ορθολογικά επιχειρήματα (του τύπου “η ανδροκρατική ή η δουλοκτητική κοινωνία δεν μπορεί να ονομάζεται δημοκρατική” - κάτι απόλυτα ακριβές και αυτονόητο για εμάς σήμερα), προκειμένου να αμφισβητήσουμε ή να απορρίψουμε μιαν ελληνοδυτική-ευρωπαϊκή παράδοση, επιβεβαιώνουμε eo ipso αυτήν την παράδοση που αρνούμαστε, της δίνουμε μια συνέχεια και ταυτόχρονα επιβεβαιώνουμε τη συνεχή θέση μας μέσα σε αυτήν.37 Θα πρέπει, τέλος, να υπογραμμιστεί ότι ένα από τα κεντρικά αντεπιχειρήματα του Καστοριάδη θα ήταν ακριβώς η παρουσία της τραγωδίας ως δημιουργίας του ριζικού φαντασιακού αυτής της κοινωνίας. Ας δούμε λοιπόν εκ του σύνεγγυς πώς συνυφαίνεται, κατά την άποψή του, η τραγωδία με τη δημοκρατία και, βεβαίως, με τον φιλοσοφικό στοχασμό του ανθρώπινου όντος μέσα στην πόλη και απέναντι στο θείο.
 
Η πρώτη γενική αρχή είναι ότι η αυθεντική τέχνη (με εξαίρεση ορισμένες εκφάνσεις του ευρωπαϊκού μοντερνισμού) δεν είναι ποτέ “καθαρή”, αλλά συνυφασμένη με τον πυρήνα των φαντασιακών σημασιών μιας κοινωνίας.38 Υπό το πρίσμα αυτό, αποδεχόμενοι ως αυτονόητη τη δημιουργικότητα της τέχνης, αποδεχόμαστε (ή οφείλουμε να αποδεχθούμε) και τη δημιουργικότητα της κοινωνίας, στους κόλπους της οποίας αναφύεται και η τέχνη. Έτσι, εισερχόμεθα στον “πρωταρχικό κύκλο” της δημιουργίας: η δημιουργία (εν προκειμένω της τραγικής τέχνης) προϋποθέτει τη δημιουργία39 (της κοινωνίας) και την ανατροφοδοτεί συνεχώς. Με την έννοια αυτήν άλλωστε αληθεύει ότι η ιστορία είναι δημιουργία40 και ότι η δημοκρατική κοινωνία είναι αυτοδημιουργία. Αληθεύει όμως επίσης ότι “η τραγωδία (σε αντίθεση προς το απλό ‘θέατρο’) δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί παρά μόνο στην πόλη όπου η δημοκρατική διαδικασία, η διαδικασία αυτοθέσμισης, έφτασε στο απόγειότης”.41
 
Η δεύτερη γενική αρχή είναι ότι η τραγωδία διαθέτει μια πρωτεύουσα (αλλά όχι μοναδική) πολιτική διάσταση, που συνδέεται, κατά πρώτο λόγο, με την οντολογική βάση της ως έργου τέχνης απέναντι στο χάος και, κατά δεύτερο λόγο, με τον ρόλο που διαδραματίζει στο πλαίσιο των θεσμών αυτοπεριορισμού της δημοκρατίας.42 Και στις δύο περιπτώσεις, όπως γράφει ο Vernant, ο άνθρωπος εμφανίζεται ως αναπάντητο ερώτημα, ως νόημα αινίγματος προς αποκρυπτογράφηση.43 Ως προς το δεύτερο σκέλος, ο Καστοριάδης σημειώνει επιγραμματικά: “Στην τραγωδία ο αθηναϊκός δήμος βλέπει τον εαυτό του και ταυτόχρονα τον αρνείται και τον επιβεβαιώνει. Ίσως από αυτήν ακριβώς την άποψη η τραγωδία μπορεί να οριστεί ως ολική εκδήλωση της ζωής αυτής της κοινότητας”.44 Ως προς το πρώτο σκέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό στη συνειδητοποίηση του οποίου μας οδηγεί η τραγωδία, ως δραματική σύνθεση και ως παράσταση, είναι το συνταρακτικό γεγονός ότι το Είναι δεν είναι μόνο Κόσμος (δηλαδή μια οργανωμένη ολότητα μορφών), αλλά και Χάος. Πώς ‘παροντοποιείται’ το χάος στην τραγωδία; Ως απουσία τάξης για τον άνθρωπο, ως έλλειψη θετικής αντιστοιχίας ανάμεσα στις ανθρώπινες προθέσεις και ενέργειες, αφενός, και, αφετέρου, στα αποτελέσματα των ενεργειών αυτών. Εάν ο δρόμος για την κόλαση είναι σπαρμένος με καλές προθέσεις, όπως θα λέγαμε σήμερα, είναι γιατί ο άνθρωπος σαφώς και δεν μπορεί να ελέγχει ούτε την πραγματοποίηση των προθέσεών του στις πράξεις του, ούτε τις συνέπειες των πράξεών του αλλά ούτε και τη σημασία των συνεπειών αυτών, διότι απλούστατα δεν είναι κύριος του νοήματος των πράξεών του. Η τραγωδία πραγματεύεται ανθρώπινα προτάγματα που τείνουν προς μια νέα τάξη πραγμάτων και συχνά μετασχηματίζονται καθ’ οδόν, αλλά πάντα προσκρούουν στο χάος του Είναι. Αυτό συμβαίνει διότι ένας από τους καίριους τρόπους παροντοποίησης του χάους στην τραγωδία είναι η ὕβρις, που θα μπορούσε να ονομαστεί και χάος μέσα στο ανθρώπινο ον. “Και, όπως συμβαίνει και στον Αναξίμανδρο, η τάξη που επικρατεί στο τέλος είναι τάξη διαμέσου της καταστροφής — τάξη ‘στερούμενη νοήματος’”45 - αυτός ο Άλλος της αρχαίας αθηναϊκής σκέψης που δεν είναι οι θεοί, αλλά η ανάγκη, η ειμαρμένη, η μοίρα ή η δίκη, ο νόμος του κόσμου και ο νόμος της ύπαρξης.46 Θα πρέπει να προσέξουμε τη διάκριση που κάνει ο Καστοριάδης σε σχέση με την ὕβριν, διάκριση που ενίοτε αποσιωπάται από αρκετούς μελετητές. Η ὕβρις δεν συνίσταται στην παραβίαση ενός νόμου: αυτό αποτελεί ένα ορισμένο και περιορισμένο παράπτωμα ή μια αμαρτία με τη χριστιανική ή εβραϊκή έννοια. Η ὕβρις υπάρχει όταν παραβιάζονται όρια που δεν είναι πουθενά ορισμένα, όταν δηλαδή παραβιάζεται η νόρμα του αυτοπεριορισμού.47 Η ὕβρις εγκυμονείται, λ.χ., στην άκαμπτη θέληση να εφαρμοστούν οι νόρμες, οι νόμοι και οι κανονισμοί. Η ὕβρις μού αποκαλύπτει το οντολογικό χάος της ύπαρξής μου, επειδή εμφιλοχωρεί σε κάθε άκαμπτη προσπάθειά μου να την αποφύγω. Η άτεγκτη επιμονή τήρησης ενός νόμου ή ενός θέσμιου είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για να αρθεί αυτός ο νόμος και αυτό το θέσμιο και να αναδυθεί εκ νέου πανίσχυρο το χάος, το οποίο νόμοι και θέσμια υποτίθεται ότι περιστέλλουν. Το πεδίο της ὕβρεως είναι το πεδίο της αβεβαιότητας, της αμφισημίας των κινήτρων, του ελάχιστα τελειωτικού χαρακτήρα των συλλογισμών, πάνω στους οποίους θεμελιώνουμε τις πράξεις μας.48 Γι’ αυτό και η ὕβρις συνυφαίνεται αρνητικά πάντα με τον αυτοπεριορισμό της βούλησης και της πράξης, με αυτό που οι αρχαίοι ονόμαζαν φρόνησιν, (όρος ουσιαστικά αμετάφραστος και από το λατινικό prudentia), και θετικά με την εκπληκτική φράση της σοφόκλειας Αντιγόνης, που απευθύνει ο Αίμων στον Κρέοντα: μόνος φρονεῖν (στ.707-709), το θεμελιώδες αξίωμα της δημοκρατικής πολιτικής.
 
Σε αυτό το έργο κυρίως συγκεντρώνει την προσοχή του ο Καστοριάδης (καθώς το θεωρεί, από την πλευρά της πολιτικής φιλοσοφίας, ως το πλέον βαθύ) αλλά και στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου, όπου συναντά τις υψηλότερες ποιητικές στιγμές της τραγωδίας. Ήδη κατά την περίοδο 1979‒1983 ο Καστοριάδης στρέφεται προς την Αντιγόνη. Ένα χρόνο μετά παραδίδει το πρώτο του σεμινάριο για τον Προμηθέα Δεσμώτη.49 Ας ξεκινήσουμε με αυτό το έργο.
 
Ο Προμηθέας Δεσμώτης (όπως άλλωστε και η Αντιγόνη) θέτει υπόρρητα το ερώτημα που αποτελεί τη λυδία λίθο του φιλοσοφικού λόγου: τι είναι ο άνθρωπος; Η απάντηση που επιχειρεί ο Αισχύλος είναι μια ανθρωπογονική αφήγηση, αξιοποιεί δηλαδή ένα μυθικό υπόστρωμα για να φωτίσει την προέλευση του ανθρώπινου όντος. Ο άνθρωπος είναι αυτό που είναι, διότι κάποτε, σε έναν ανεπιβεβαίωτο χρόνο, ο Προμηθέας, ένας Τιτάνας, ένα υπεράνθρωπο ον, έδωσε στους ανθρώπους τα συστατικά της υπόστασής τους. Ο Καστοριάδης εντοπίζει στο έργο πέντε πόλους σημασιών: 1. Ο πρόσκαιρος χαρακτήρας της θεότητας, 2. η άρνηση κάθε ηθικής διάστασης στην εξουσία, 3. γενικές θεωρήσεις περί την εξουσία, όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται κυρίως στο πρόσωπο του Δία, 4. η ουσία της ανθρωπότητας, το τόδε τι του ανθρώπου, και 5. η αντίθεση της ωμής βίας και της σκέψης.50
 
Ο πρόσκαιρος χαρακτήρας του θείου εξάγεται από τη διαδοχή των θεών στην εξουσία: Ουρανός, Κρόνος, Δίας. Η διαδοχή προδίδει το πρόσκαιρο της θεϊκής εξουσίας και προεξοφλεί, για τον Προμηθέα, την εκθρόνιση του Δία, όμως για τον Καστοριάδη παραπέμπει και στη φιλοσοφία του Αναξίμανδρου, η οποία παρεμβάλλεται ανάμεσα στον Ησίοδο και τη δραματουργία του Αισχύλου, και ειδικότερα στο περίφημο απόσπασμα 12 Α9 και Β1 D.-Κ., όπου ορίζεται το άπειρο ως η πηγή των όντων (εννοείται και των θεϊκών), τα οποία καταστρέφονται μέσα στην ίδια την πηγή τους: Ἀναξίμανδρος […] ἀρχὴν […] εἴρηκε τῶν ὄντων τὸ ἄπειρον […], ἐξ ὧν δὲ ἡ γένεσίς ἐστι τοῖς οὖσι, καὶ τὴν φθορὰν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατὰ τὸ χρεών διδόναι γὰρ αὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατὰ τὴν τοῦ χρόνου τάξιν. Ο Καστοριάδης μάς δίνει μια υποδειγματική ανάλυση του αποσπάσματος,51 συνδυάζοντάς το με τις απειλητικές προειδοποιήσεις που εκτοξεύονται εναντίον της εξουσίας του Δία στον Προμηθέα Δεσμώτη. Το ἄπειρον, και στις δύο σημασίες του, το ατέρμον (δεν γνωρίζει πείρατα), το απροσδιόριστο, το μη αναπαραστάσιμο και το άσκεπτο, από τη μια μεριά, και, από την άλλη, αυτό που δεν μπορούμε να γνωρίσουμε εμπειρικά, καθώς τίθεται έξω και πάνω από την πείρα το ἄπειρον λοιπόν, που ο Αριστοτέλης αργότερα στη Φυσικὴ ἀκρόασιν (203b 10-13) θα το εκλάβει ως μία αρχή “αθάνατη και ακατάλυτη”, είναι αυτό στο οποίο υπάγονται οι θεοί, αυτό στο οποίο καταποντίζονται σύμφωνα με τη δίκην και κατά τήν τοῦ χρόνου τάξιν - ακόμα και αν αυτή η τελευταία φράση αποτελεί μεταγενέστερη στωική προσθήκη. Αυτό ακούγεται υπόρρητα από τον Προμηθέα, αλλά μπορούμε να καταλάβουμε τις συνέπειές του για την κοσμοθεωρία ενός λαού που οικοδομεί ναούς για τους θεούς του και θύει στους βωμούς τους, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζει ότι οι θεοί του δεν είναι άπειροι, ότι υπάγονται και αυτοί στην τίσιν της αδικίας τους και στην τάξιν του χρόνου και, για να διακινδυνεύσουμε ένα παράτολμο βήμα (που θα ενισχυθεί με την εξέταση της Αντιγόνης), ότι δεν είναι παρά δημιουργήματα του ριζικού φαντασιακού της πόλεως, άρα η σημασία τους περιστέλλεται σε αυτό που τους αποδίδουν οι άνθρωποι. Αλλιώς πώς να ερμηνεύσουμε τη ρήση του χορού των Ωκεανίδων (στ. 164-165), αυτών των εκπροσώπων της παλαιάς τάξης των Τιτάνων, Τιτανίδες και αυτές, αλλά και του ίδιου του Προμηθέα, που την επαναλαμβάνει ποικιλοτρόπως, (στ. 166-167, 189-190, 516, 756, 939-940) ότι ο παντοδύναμος Ζευς πρόκειται να εκπέσει; Μπροστά στις διαβεβαιώσεις αυτές οι κεραυνοί του Δία ωχριούν.
 
Το ότι και οι θεοί υπάγονται στη δίκην και την τίσιν επιτείνεται και από τη διήγηση εκ μέρους του Προμηθέα (στ. 231-233) του τρόπου με τον οποίο ο Δίας έλαβε την εξουσία και από τις συμφορές που επεδίωξε να φέρει - και ενίοτε επέφερε - στο ανθρώπινο γένος. Αυτός ο δεύτερος πόλος σημασιών του έργου που αναφέρεται στη διάκριση της εξουσίας ως τέτοιας από κάθε ηθική ιδιότητα, προετοιμάζει εύλογα και ενισχύει έναν τρίτο, ως προς τη φύση της εξουσίας γενικότερα, ως προς τον αυθαίρετο και αδικαιολόγητο χαρακτήρα της. Ακούγοντας όσα λέγονται για τον ίδιο τον Δία δεν μπορούμε παρά να σκεφτούμε ότι αυτά ισχύουν πολύ περισσότερο για κάθε άλλη, ασφαλώς ελάσσονα εξουσία. Τι μας λένε οι Ωκεανίδες στον στ. 151; νεοχμοῖς δὲ δὴ νόμοις Ζεὺς ἀθέτως κρατύνει ότι ο Δίας ασκεί μιαν εξουσία χωρίς κανόνες, ἰδίοις νόμοις κρατύνων θα πουν αργότερα (στ. 402-403), ο Προμηθέας από την πλευρά του συμπληρώνει (στ. 186) ότι ο Δίας είναι σκληρός και ανελέητος παρ᾽ ἑαυτῷ τὸ δίκαιον ἔχων, ενώ και ο Ωκεανός (στ. 324) θα μιλήσει για ανευθυνότητα του μονάρχη, καθώς αυτός δεν λογοδοτεί σε κανέναν. Το δίκαιο του Δία επομένως, δηλαδή το επισήμως θείο δίκαιο, είναι δίκαιο που απορρέει από την εξουσία του και μόνο, είναι το δίκαιο της εξουσίας του, αυτοαναφερόμενο, αυθαίρετο και άμεσα συνδεδεμένο με ό,τι αποτρόπαιο και άδικο έχει αυτός διαπράξει. Γύρω στα 460 π.Χ. οι Αθηναίοι άκουγαν από τον μαραθωνομάχο και μεγάλο τους ποιητή ότι οι νόμοι της αυτοαναφερόμενης και ανεύθυνης εξουσίας, ακόμα και αν αυτή είναι θεϊκή, είναι καταχρηστικοί και άδικοι. Ο απόηχος των λόγων του Αναξίμανδρου είναι εδώ ευδιάκριτος.Ο Καστοριάδης θα συνδέσει έτσι την αυθαιρεσία της εξουσίας, της εξουσίας χωρίς διερώτηση για τον εαυτότης και χωρίς λογοδοσία στον δήμο, στη συλλογικά αυτοθεσμισμένη συλλογικότητα,52 με τη σωτήρια παρεμβολή του Προμηθέα, ο οποίος προσφέρει στους ανθρώπους τη γνώμη και την τέχνη για να τους απαλλάξει από το οντολογικό καθεστώς στο οποίο ακριβώς ο Δίας, με την αυθαίρετη εξουσία του, ήθελε να τους κρατήσει δέσμιους. Ποιο είναι αυτό το καθεστώς; Περιγράφεται σε διαφορετικούς στίχους (248-254, 443-506) περίπου ως μια προ-ανθρώπινη κατάσταση, όπου οι άνθρωποι, ὀνειράτων ἀλίγκιοι μορφαῖσι, ζούσαν κάτω από τη γη σε σπηλιές, χωρίς καμία τάξη και ἄτερ γνώμης τὸ πᾶν ἔπρασσον. Και το πιο σημαντικό: δεν γνώριζαν τον θάνατό τους, δεν ήταν θνητοί αλλά ζώντα υποκείμενα και τίποτα περισσότερο. Ιδού η εικόνα του ανθρώπου σε μια φανταστική απεικόνιση, εάν του στερούσαμε, όπως επεδίωκε ο Δίας, τη γνώμην και την τέχνην. Την γνώμη και την τέχνη που για τον Αισχύλο είναι τα δώρα του Προμηθέα (στ. 506: πᾶσαι τέχναι βροτοῖσιν ἐκ Προμηθέως) και για τον Καστοριάδη είναι δημιουργίες του κοινωνικού φαντασιακού της πόλεως. Από τα δώρα του Προμηθέα συνήθως προβάλλεται η φωτιά (στ.252), η τεχνική δηλαδή που θα επιτρέψει στον άνθρωπο να επιβιώσει και που για τον Πρωταγόρα είναι ἔντεχνος σοφία σὺν πυρί.53 Ο Καστοριάδης όμως εστιάζει προσφυώς στη σύλληψη και μέτρηση του χρόνου, στην ικανότητα ίδρυσης μιας σχέσης με το παρελθόν, καθώς και στις ικανότητες της μαντικής και της ερμηνείας των ονείρων (στ. 484-489), οι οποίες εξασφαλίζουν μιαν οπτική προς το μέλλον. Σε αυτήν την οπτική όμως υπάρχει πλέον και ο θάνατος. Θνητοὺς γ’ ἔπαυσα μὴ προδέρκεσθαι μόρον (στ. 248), λέει ο Προμηθέας προς τον Χορό, και σε αντιστάθμισμα, ως φάρμακο αυτής της νόσου, τυφλὰς ἐν αὐτοῖς ἐλπίδας κατῴκισα (στ. 250). Παραλλάσσοντας κάπως τη σκέψη του Καστοριάδη, θα λέγαμε ότι ο Προμηθέας είναι η ενσάρκωση της κεφαλαιώδους συνειδητοποίησης της ανθρώπινης θνητότητας, δηλαδή της συνειδητοποίησης του ανθρώπου ως τέτοιου. Το τυφλὰς ἐλπίδας για τον φιλόσοφο θα μπορούσε να συμπεριλάβει κάθε αναμονή και κάθε προσδοκία που πνίγεται στη ματαιότητα εν τέλει, αλλά και να προτάξει τη δυνατότητα ενός ποιεῖν-πράττειν, την οποία η ματαιότητα αυτή κεντρίζει και δεν εξαλείφει. Με το ποιεῖν εννοείται εδώ, λ.χ., η ίδια η τραγωδία του Προμηθέα Δεσμώτη που γράφει ο Αισχύλος και με το πράττειν ο ίδιος ο θεσμός της πόλης που αναδεικνύει την τραγωδία ως τραγικό λόγο και ως καλλιτεχνικό-κοινωνικό γεγονός όχι απλώς πάνω, αλλά ακριβώς μέσα από αυτό το προδέρκεσθαι μόρον. Κάνοντας έτσι ένα ακόμα βήμα, θα μπορούσαμε ίσως να δεχθούμε ότι η προμηθεϊκή ανθρωπογονία μας οδηγεί πρώτα σε μία σημαντική αυτοαναφορά του τραγικού λόγου, (γιατί και ο τραγικός λόγος είναι παιδί του προδέρκεσθαι μόρον και των τυφλών ελπίδων), και, μέσω αυτής της αυτοαναφοράς, στην κεντρική αντινομία της ανθρώπινης ύπαρξης. “Η αρχαία Ελλάδα είναι η λαμπρότερη απόδειξη της δυνατότητας να μετατραπεί αυτή η αντινομία σε πηγή δημιουργίας”,54 γιατί μας έδωσε κοινωνικούς και πολιτικούς σχηματισμούς που στηρίζονταν στη συνειδητή αποδοχή της θνητότητας και, ακριβώς εξαιτίας αυτής της αποδοχής, κατάφεραν να φθάσουν στην ελευθερία και την αυτονομία: “ο θάνατος είναι πάντα η τιμή που πληρώνουμε για την ελευθερία”, θα σημειώσει εμφατικά ο Καστοριάδης.55
 
Εάν ο Προμηθέας είναι ένα σύμβολο της βίαιης απόσπασης από τον κόσμο των υπεράνθρωπων δυνάμεων στον κόσμο των βροτών, από το υπερβατικό είναι στη χθόνια ύπαρξη, μένει να δούμε ποιο είναι το καθεστώς αυτής της χθόνιας ύπαρξης. Ο Προμηθέας, τιτάνας επαναστατημένος, αποσπασμένος μέσω της κλοπής από το θεϊκό βασίλειο, τίθεται στο μεταίχμιο μεταξύ θεών και ανθρώπων, δεν είναι ούτε θεός, ούτε και άνθρωπος, άρα ούτε θεός που αγαπά τους ανθρώπους, ούτε άνθρωπος με υπεράνθρωπες δυνάμεις. Ίσως ο ενδιάμεσος αυτός χώρος να μπορούσε να αποτελέσει έναν ιστορικό αναβαθμό προς την πορεία συνειδητοποίησης της ανθρώπινης ύπαρξης ως αυτοδημιουργίας, δηλαδή ως ελευθερίας, ανεξάρτητης από τα δώρα του Προμηθέα. Βρισκόμαστε ήδη στη χώρα της Αντιγόνης. Εδώ, “οι άνθρωποι δεν πήραν τίποτε απ’ τους θεούς, και κανένας θεός δεν τους έδωσε τίποτε. Αυτό είναι το πνεύμα του 5ου αιώνος, κι αυτή είναι η τραγωδία που εβράβευσαν οι Αθηναίοι”.56 Αρκεί κανείς να συγκρίνει τα δώρα του Προμηθέα προς τους ανθρώπους με τα επιτεύγματα που αναφέρει ο σοφόκλειος χορός στο πρώτο στάσιμο, όπου ακούγεται ήδη και το πνεύμα του Ξενοφάνη (απόσπ. 21 Β 18D-K), για να διαπιστώσει τις πρόδηλες ομοιότητες, αλλά και τη θεμελιώδη διαφορά, ότι τώρα έχουμε να κάνουμε με ανθρώπινες δημιουργίες.57
 
Ως προς την Αντιγόνη, ο Καστοριάδης διαφοροποιείται αμέσως από τις μανιχαϊστικές απόψεις που έβλεπαν μιαν αγνή, ηρωική και απελπισμένη κοπέλα, από τη μια μεριά και από την άλλη έναν άτεγκτο, φιλύποπτο και αυταρχικό άνακτα, διότι εξελάμβαναν μάλλον απλοϊκά το έργο ως αποτύπωση της διαμάχης μεταξύ του ανθρώπινου και του θείου νόμου. Βεβαίως, από τη διαπίστωση του George Steiner ότι δεν υπάρχει κανείς σύγχρονος σοβαρός στοχασμός περί της φύσεως της τραγωδίας που να μην οφείλει να δεχθεί τον εγελιανό “δυϊσμό”,58 μάλλον δεν θα πρέπει να εξαιρέσουμε ούτε τον Καστοριάδη, με τη διαφορά όμως ότι εδώ η εστίαση γίνεται υπό το πρίσμα της αυτοδημιουργίας και της αυτοθέσμισης της πόλεως και όχι στην προοπτικής μιας συνολικής θεώρησης της ιστορίας ή μιας πραγμάτωσης του πνεύματος-του-κόσμου (Weltgeist). Άλλωστε, είναι παντού στα γραπτά του εμφανής η επιφύλαξη απέναντι στις μοντέρνες θεωρίες που αναδρομικά ρίχνουν τη σκιά τους στο αρχαίο κείμενο: η ηθική εναντίον της raison d’Etat, το άτομο εναντίον του κράτους, το δίκαιο της οικογένειας εναντίον του νόμου της πολιτείας, όπως θα το ήθελε ο Hegel, όλες αυτές οι αντιθέσεις, που διαβλέπουν στο πρόσωπο της Αντιγόνης μια παραδειγματική μορφή στασιαστικής και εξεγερτικής πολιτικής συμπεριφοράς έναντι του κρατικού ή ανδροκρατικού αυταρχισμού,59 μπορούν να διερευνηθούν με κάποιο μέτρο60 στο κείμενο, αλλά δεν εξαντλούν το θέμα της τραγωδίας που είναι, πέρα από όλα αυτά, η ὕβρις. Οι αντιμαχόμενες αρχές υπάρχουν, τόσο ο “ορθολογιστής” Κρέων61 όσο και η ευσεβής Αντιγόνη μας δίνουν μια μονοσήμαντη εικόνα του τι πραγματικά διακυβεύεται, καθώς η δράση του ενός μας δείχνει σημαντικές αξίες που ο άλλος έχει αρνηθεί να συνυπολογίσει,62 αλλά αυτές τις αξίες ο ποιητής δεν τις θεωρεί ασυμβίβαστες, στο μέτρο που ο άνθρωπος μπορεί να γίνει ὑψίπολις μόνο συνυφαίνοντάς τες - κάτι που τόσο ο Κρέων, όσο και η Αντιγόνη αδυνατούν να κάνουν και γίνονται υβριστές και ἀπόλιδες -.63
 
Υπενθυμίζεται ότι η ταφή των νεκρών, που είναι ο στόχος της Αντιγόνης, υπήρξε ανέκαθεν μέριμνα τόσο του ανθρώπινου, όσο και του θείου νόμου, η δε υπεράσπιση των συμφερόντων της πατρίδας, που είναι ο στόχος του Κρέοντα, αποτελεί για τους Αθηναίους όχι μόνο ανθρώπινο, αλλά και θείο νόμο - στο σημείο αυτό η αναφορά του Κρέοντα είναι ρητή.64 Αλλά ήδη ο Όμηρος δεν μιλά για ἱερὸν πτολίεθρον;65 Όπως καμία πόλη δεν μπορεί να υπάρξει, εάν οι νόμοι της δεν γίνονται σεβαστοί, έτσι και οι θείοι νόμοι καταρρέουν, εάν δεν υπάρχει η πόλη που τους θεσπίζει ως τέτοιους και τους κατοχυρώνει.66 Γι’ αυτό και ο ἄπολις είναι περίπου μισός άνθρωπος. Και ούτε καν αυτό: ο Φιλοκτήτης, στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, ταυτίζει σχεδόν τη ζωή του ανθρώπου εκτός πόλης με τον θάνατο (ἄπολιν … νεκρός, στ. 1018).
 
Η θέση του Κρέοντα είναι στη βάση της μη ανασκευάσιμη,67 παρά την καταπάτηση των αδιαμφισβήτητων ορίων που διαπράττει.68 Εξίσου μη ανασκευάσιμη είναι και η θέση της Αντιγόνης. Και οι δύο έχουν δίκιο, αλλά και άδικο,69 διότι στις δημοκρατίες δεν υπάρχει ποτέ μια έσχατη λογική αιτία ή ο έσχατος λογικός σκοπός, ο έσχατος λόγος, λοιπόν, που να θεμελιώνει απόλυτα μια απόφαση και μια πράξη. Το θείο και το ανθρώπινο συνυφαίνονται ήδη σε μια αξεδιάλυτη ενότητα εντός και διά της πόλεως. Ήδη στην πανθομολογούμενη ευσέβεια της Αντιγόνης πρέπει να αντιπαραβληθεί και η αφοσίωση του Κρέοντα στην πόλη, αλλά και στους θεϊκούς νόμους. Σε αντίθεση με ό, τι πίστευε ο Goethe, ο Κρέων δεν έχει τους πάντες εναντίον του.70 Ο Χορός, που τον υποστηρίζει σε όλη τη διάρκεια του έργου (στ. 100-61, 471-2, 681-2, 852-6, 872-5, 929-30, 955-87), όχι αποκλειστικά επειδή σέβεται την εξουσία του, αλλά ακόμα και ο Τειρεσίας (στ. 992-994), του αναγνωρίζουν αυτήν την αφοσίωση.71 Γι’ αυτό και ο χορός σε όλη τη διάρκεια του έργου αμφιταλα-
ντεύεται, χωρίς να μπορεί (ή να θέλει) να πάρει το μέρος του ενός ή της άλλης: οι δύο θέσεις τοποθετούνται πάντα στο ίδιο επίπεδο, η μία προϋποθέτει την άλλην. Υπάρχει δε ένα επιπλέον επιχείρημα που δεν λανθάνει της προσοχής του φιλοσόφου.72 Πρόκειται για το τέλος των Επτά επί Θήβας, της τραγωδίας που, στη λογική της μυθικής αφήγησης, τοποθετείται ακριβώς πριν από την Αντιγόνη, και συγκεκριμένα τους στίχους 1065-1075, όπου ο χορός διαιρείται σε δύο αντιθετικά μεταξύ τους ημιχόρια. Το πρώτο ημιχόριο δηλώνει ότι θα υποστηρίξει τους εξ αίματος αλληλέγγυους (γενεά), με το σκεπτικό ότι το δίκαιο της πόλεως αλλάζει σύμφωνα με τις εποχές, ότι είναι δηλαδή προϊόν της ιστορίας, ενώ το δίκαιο του αίματος είναι αιώνιο. Είναι το ημιχόριο που θα συντασσόταν στο πλευρό της Αντιγόνης. Το δεύτερο ημιχόριο όμως θα συντασσόταν στο πλευρό του Κρέοντα, καθώς υποστηρίζει το δίκαιο της πόλεως. Το εκπληκτικό είναι ότι το πρώτο ημιχόριο δεν αναφέρεται καθόλου σε κάποιον θείο νόμο, όπως θα ήταν αναμενόμενο, ενώ και το δεύτερο ημιχόριο, που θα περίμενε κανείς να επικαλεστεί το δίκαιο της πόλεως, δεν το κάνει, αλλά, αντιθέτως, αναφέρει τους μακάριους, ενδεχομένως τους προστάτες ήρωες της πόλεως και τον ίδιον τον Δία. Το τμήμα αυτό του έργου αποτελεί πιθανότατα προσθήκη στο αρχικό κείμενο ή διασκευή του73, που λαμβάνει χώρα γύρω στα 409‒405 π.Χ. και μας προσφέρει, θα λέγαμε, αφενός μια μεικτή εικόνα πρόσληψης τόσο των Επτά επί Θήβας, όσο και κυρίως της Αντιγόνης και αφετέρου μια ερμηνευτική εκδοχή του σοφόκλειου έργου.
 
Ο Χορός λοιπόν δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση και αυτό δεν εξηγείται μόνο μέσα από τη στρατηγική των σημασιολογικών εντάσεων και αμφιλογιών που διέπουν τα κείμενα της τραγωδίας.74 Εάν το έκανε, θα προσέκρουε στο όριο της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας της (αλλά και του θεάτρου που γεννούν), που είναι αυτό το φρονεῖν μόνος δοκεῖ του Αίμονα, φράση που υποδεικνύει ότι “η ελευθερία μου αρχίζει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου”,75 δεν τελειώνει σε αυτήν, αλλά την προϋποθέτει θεσμικά, λογικά και οντολογικά. Τι σημαίνει αυτό για τους νόμους και τους θεσμούς; Εάν η ελευθερία μου τελειώνει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου, περήφανη κατάκτηση της φιλελεύθερης νεωτερικότητας, τότε η δημοκρατία θα μπορούσε να αρκεστεί σε μια μετατόπιση από τις εμμενείς αβεβαιότητες του πολιτικού βίου προς μία συμφιλίωση των πολιτών76 - κάτι βεβαίως καθόλου αμελητέο, πλην όμως ανεπαρκές. Εάν, αντιθέτως, η ελευθερία μου προϋποθέτει την ελευθερία του άλλου, τότε οι θεσμοί που προασπίζονται την ελευθερία των πολιτών δεν μπορεί να τίθενται υπεράνω κριτικής και οι νόμοι, που απορρέουν από τους θεσμούς και τους κατοχυρώνουν, δεν έχουν τίποτα το ιερό, κανένα θεμέλιο υπερβατικό ως προς την κοινωνία, αλλά είναι δημιούργημα αυτής της κοινωνίας, η οποία μπορεί να τους ελέγχει, να τους αναθεωρεί και να τους μετασχηματίζει. Ο Αίμων δεν είναι απλώς ένα τρίτο, συλλειτουργόν πρόσωπο, που τίθεται μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών ενός δίπτυχου έργου77 για να φωτίσει έμμεσα την ηθική φυσιογνωμία τους, αλλά ένα πρόσωπο κλειδί για την κατανόηση της βαθύτητας του έργου, τουλάχιστον από τη σκοπιά της πολιτικής φιλοσοφίας της δημοκρατικής θέσμισης και του συμμετοχικού χαρακτήρα78 του διαλόγου για τη λήψη σημαντικών αποφάσεων στην Αθήνα ή στον σκιώδη εαυτό της, που είναι η Θήβα.79 Για τον Αίμονα υπάρχει και μία εναλλακτική, πιο αυθεντική και δημοκρατική οδός ανάμεσα, αφενός, στην άγνοια ή την αυθαιρεσία της αδιαμεσολάβητης ατομικής γνώμης και, αφετέρου, στη βεβαιότητα της a priori αλήθειας. Και αυτή η οδός είναι η ικανότητα να μαθαίνεις από αυτούς που μπορούν να συμβουλεύσουν με φρόνηση, να επιζητείς την πρακτική σοφία που κατακτάται μέσα από την επισταμένη δημόσια διαβούλευση.80
 
Ο Καστοριάδης συναντά τον Πρωταγόρα καθώς υποστηρίζει ότι η δημοκρατία (θα προσθέταμε εδώ τόσο τη φιλοσοφία, όσο και την τραγωδία) δεν μπορεί να θεμελιωθεί παρά στην ανυπαρξία της απόλυτης γνώσης,81 αυτού του απόλυτου εχέγγυου των ουρανών, των βασιλιάδων, των ιερατείων, των παλαιών και σύγχρονων φεουδαρχών ή των ειδημόνων. Το φρονεῖν μόνος δοκεῖ του Αίμονα, που εδώ συνηχεί αντιστικτικά με το πάντων χρημάτων ἄνθρωπος, επιχειρεί να διώξει από τον πατέρα του τη δόξα της απόλυτης γνώσης και να τον τρέψει προς τη φρόνηση: στην πραγματικότητα να τον αποτρέψει, όχι μόνο από το παραλήρημα του αυταρχισμού,82 αλλά, ακόμα βαθύτερα, και από την ὕβριν.83 Δεν είναι τυχαίο ότι οι τελευταίοι στίχοι του Χορού (στ. 1348-1355) δεν εξυμνούν τον θείο νόμο, αλλά το φρονεῖν, ενώ στην αρχή ακόμα του έργου, στον περίφημο ύμνο του ανθρώπου (στ. 332-375), το εγκώμιο ολοκληρώνεται προς εκείνον που είναι ικανός να συνυφαίνει (παρείρειν) τους νόμους της χώρας και τη δικαιοσύνη των θεών.
 
“Η δημοκρατία, όταν είναι αληθινή, είναι το καθεστώς που αρνείται ρητά κάθε έσχατη ‘εγγύηση’, και που δεν γνωρίζει άλλον περιορισμό από τον αυτοπεριορισμό του. […] Με άλλα λόγια, η δημοκρατία είναι το μόνο τραγικό πολιτικό καθεστώς — είναι το μόνο καθεστώς που διακινδυνεύει, που αντιμετωπίζει ανοιχτά τη δυνατότητα αυτοκαταστροφής του”.84 Με τη σκέψη αυτή συνδέεται τώρα ο αυτοπεριορισμός και η φρόνηση με την ὕβριν, το εγγενές πρόβλημα του ελεύθερου ανθρώπου, και έτσι ο Καστοριάδης επανέρχεται στο πρώτο στάσιμο, τον άλλον ισχυρό νοηματικό πυλώνα του έργου. Εφόσον δεν υπάρχει ο έσχατος λόγος, ούτε καν η θεῶν ἔνορκος δίκα που θα μπορούσενα περιστείλει την ανθρώπινη δεινότητα, που κορυφώνεται και αυτοκαταστρέφεται με την ύβρη, ο αυτοπεριορισμός, το ἶσον φρονεῖν, είναι ο μόνος τρόπος για να αποφύγει ο άνθρωπος την ύβρη, δηλαδή την παροντοποίηση του χάους, όπως προαναφέρθηκε, ανάμεσα στις ενεργοποιήσεις των προθέσεών του και στα αποτελέσματα των ενεργειών αυτών και, συνυφαίνοντας το θείο δίκαιο με τους νόμους της πόλεως, να φτάσει στο ύψος του ὑψιπόλιδος. Με την έννοια αυτή λοιπόν, ο ὑψίπολις είναι δεινός, διότι από τη μια πλευρά έχει την ύβρη και το χάος του κόσμου ως εγγενή χαρακτηριστικά του85 και τίποτα δεν τον προστατεύει από αυτά και από την άλλη έχει τη συμμετοχή στην πόλιν και τη φρόνηση που απορρέει από αυτήν.
 
Πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει (στ. 332-333). Προσεκτικός πάντα στη δυναμική των λέξεων, ο Καστοριάδης παραδέχεται δικαιολογημένα ότι το δεινός είναι ουσιαστικά αμετάφραστο. Ούτε το Unheimliche του Heidegger, ούτε το γαλλικό inquietant, ούτε το αγγλικό uncanny,86 ούτε το ελληνικό “ανοίκειο”, που πρότεινε ο Γρυπάρης και υιοθέτησε ο Μαλεβίτσης μεταφράζοντας τον Heidegger,87 είναι όροι που μπορούν να πλησιάσουν τον τρομακτικό πλούτο της αρχαίας ελληνικής λέξης, που ο Καστοριάδης προσπαθεί να περιγράψει εν συντομία. Γιατί οὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον; Πιο τρομερός ο άνθρωπος και από τους θεούς; Ασφαλώς ναι, και μάλιστα δια στόματοςκαι ενώπιον ευσεβών πολιτών. Ο άνθρωπος εφευρίσκει τη γλώσσα, τους νόμους, τις τέχνες και την τεχνική, χτίζει πόλεις, δημιουργεί θεσμούς. Είναι πολυμήχανος, πολύτροπος, επιδέξιος, αξιοθαύμαστος, τρομερός και φοβερός, ενίοτε ανοίκειος και επικίνδυνος. Οι μεταφραστές καλούνται να επιλέξουν κάποιο από αυτά τα μεταφράσματα, ο Σοφοκλής όμως μπορεί να τα υποδηλώσει όλα μαζί και το καθένα χωριστά με μία και μόνη λέξη: δεινός και μάλιστα δεινότερος των δεινών. Ας μη γελιόμαστε: οι θεοί είναι ισχυρότεροι από τους ανθρώπους, αλλά δεν είναι δεινοί. Γιατί άραγε, ρωτάει ο Καστοριάδης, και δίνει μόνος του ευθύς αμέσως μιαν απάντηση, που παραδόξως μας θυμίζει τον σαρτρικό υπαρξισμό: “Επειδή είναι αυτό που είναι και έχουν τις δυνάμεις που έχουν εκ γενετής και εκ φύσεως”,88 μια για πάντα, “σε οποιονδήποτε χρόνο έκαναν, κάνουν και θα κάνουν τα ίδια πράγματα”.89 Εκπροσωπούν, στη σαρτρική ορολογία, ένα en-soi, ένα καθ’ εαυτόν είναι. Το τί ἐστίν, στην αριστοτελική ορολογία, των θεών, των πραγμάτων, των φυσικών δυνάμεων, που τα καθορίζει οντολογικά και που αναπτύσσεται αργότερα στα εκάστοτε κατηγορήματά τους, δεν πηγάζει από αυτά τα ίδια, ενώ το τί ἐστίν των ανθρώπων είναι έργο των ίδιων των ανθρώπων, αφού αυτοί οι ίδιοι επινοούν την ουσία τους, (άρα η ουσία τους, ως όντα pour-soi, έπεται της ύπαρξής τους, για να συνεχίσω τη σαρτρική αναλογία), οι άνθρωποι επινοούν, θεσμίζουν, δημιουργούν τους εαυτούς τους, και γι’ αυτό είναι τρομεροί και υπέροχοι, δίπλα ακριβώς στο χάος και στη φρόνηση, στην ύβρη και στον αυτοπεριορισμό. Όλα αυτά συμπυκνώνονται σε μία και μόνη λέξη του στίχου 354: ἐδιδάξατο. Η πλήρης φράση: καὶ φθέγμα καὶ ἀνεμόεν φρόνημα καὶ ἀστυνόμους ὀργὰς ἐδιδάξατο, όπου επισημαίνεται η μέση φωνή του ρήματος, γιατί αυτή μας οδηγεί στο φιλοσοφικό και ανθρωπολογικό παράδοξο που απασχολεί τον Σοφοκλή: ο άνθρωπος δεν διδάχθηκε από κανέναν, δεν απόλαυσε κάποιο δώρο ή έναν έτοιμο καρπό, αλλά δίδαξε ο ίδιος τον εαυτό του, έδωσε στον εαυτό του κάτι που ο εαυτός του δεν είχε (αλλιώς γιατί να του το δώσει;), αλλά είχε ο ίδιος (αλλιώς ποιος το δίνει;). “Ο φαινομενικός παραλογισμός”, γράφει ο Καστοριάδης, “αίρεται άμα καταλάβουμε ότι η αυτοενέργεια του αυτοδιδασκόμενου ανθρώπου δημιουργεί (φέρνει σε ύπαρξη) και το ‘περιεχόμενο’ και το ‘υποκείμενό’ της, που αλληλοπροσδιορίζονται και αλληλουπάρχουν”.90 Τι δίδαξε λοιπόν ο άνθρωπος τον εαυτό του; Δίδαξε τη γλώσσα, τη σκέψη και τη φρόνηση, αλλά και τις ἀστυνόμους ὀργάς, τα πάθη και τις ορμές που γεννούν τους νόμους στα ἄστεα (και όχι βέβαια το πάθος κυριαρχίας πάνω στις πόλεις, όπως μας λέει η ναζιστική, κατά τον Καστοριάδη, μετάφραση του Heidegger: “den Mut der Herrschaft uber die Stadte”). To ἀστυνόμους ὀργὰς βρίσκει μάλλον την προσφυέστερη μετάφραση στο θεσμίζοντα πάθη, καθώς τα πάθη δεν αντίκεινται στους νόμους της πόλεως, οι νόμοι είναι προϊόντα του πάθους της αυτοθέσμισης και του αυτοπροσδιορισμού και χωρίς αυτό το πάθος κινδυνεύουν, προϊόντος του χρόνου, να παγιωθούν, να αποστεωθούν και να φαλκιδευτούν.91 Ένα τέτοιο εγκώμιο του ανθρώπου ισοδυναμεί με μια θεώρηση της ανθρώπινης πολιτικής ζωής και ιστορίας ως μίας συνεχούς αυτοθέσμισης και αναδημιουργίας, και χρειαζόμαστε πράγματι “όλες τις σύγχρονες παρωπίδες” για να αποφανθούμε, με τρόπο συμπεριληπτικό και καθ’ υπερβολήν γενικευτικό, ότι οι αρχαίοι Έλληνες “είχαν μια κυκλική αντίληψη για την ιστορία”.92
 
Δεινός, δεινότερος των δεινών, επειδή κυριαρχεί πάνω στις φοβερές δυνάμεις της φύσης, αλλά δεν μπορεί να κυριαρχήσει πάνω σε δύο πράγματα: στον θάνατό του (Ἅιδα μόνον φεῦξιν οὐκ ἐπάξεται, στ. 361) και στον δικό του ριζικό διχασμό ανάμεσα στο καλό και το κακό (τοτὲ μὲν κακόν, ἄλλοτ᾽ ἐπ᾽ ἐσθλὸν ἕρπει, στ. 366). Αυτό, ως γνωστόν, το διδάσκει και ο μύθος, και οι τραγικοί ποιητές περνούν από δάση μύθων93 για να φτάσουν στη δημιουργία έστω και ενός ημιστιχίου. Η ανθρώπινη φύσις, που όπως είδαμε είναι κάτι ουσιωδώς διαφορετικό από τη γενικώς εννοούμενη δεδομένη φύση των πραγμάτων, περιέχει ουσιαστικά το έγκλημα και την αμετροέπεια, την ανομία και την ὕβριν· αυτό ακριβώς “αναπαριστά” η τραγωδία, το κακόν και το ἐσθλόν, αλλά αποβλέπει συγχρόνως και στην τροποποίηση αυτής της φύσης του ανθρώπου δι’ ἐλέου καί φόβου.94 Επομένως, η τραγωδία γενικά και η Αντιγόνη ειδικότερα επιτελούν ένα δισήμαντο έργο: αφενός αναδεικνύουν αυτό που είναι ο άνθρωπος μέσα από τη ριζική του αντινομία, της ζωής και του θανάτου, του καλού και του κακού, και αφετέρου τον αγώνα του, μέσω της θέσμισης και της δημιουργίας, να υπερβεί τη φύση του, να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι. Υπάρχει λοιπόν ένα πεδίο, όπου το πολιτικό πράττειν συνυφαίνεται με το ποιεῖν της φιλοσοφίας και της τέχνης και όπου το ανθρώπινο είναι διαφοροποιείται από τη φύση. Αυτό το πεδίο είναι η τραγωδία ως τέχνη του ποιητή, επίσης όμως και ως τέχνη της πόλεως και της φιλοσοφίας που θεσμίζει την πόλιν και θεσμίζεταιμέσω αυτής. Όπως γράφει ο Αριστοτέλης στα Φυσικά (Β 8.199a 15-17): ὅλως δὲ ἡ τέχνη τὰ μὲν ἐπιτελεῖ ἃ ἡ φύσις ἀδυνατεῖ ἀπεργάζεσθαι, τὰ δὲ μιμεῖται.
 
Η τραγωδία για τον Καστοριάδη δεν είναι απλώς ένα είδος στο οποίο γράφτηκαν ορισμένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αλλά μια ζωντανή πρόκληση για τη δημιουργία ενός κοινού κόσμου νοημάτων και σημασιών εντός και δια της πόλεως. Η ενεργή συμμετοχή στην πολιτική ζωή ισοδυναμεί, υπό το πρίσμα αυτό, με τη συμμετοχή στη δημιουργία της ίδιας της κοινωνικής πραγματικότητας. Γι’ αυτό και η γνήσια δημοκρατία, αυτή που εμφανίζεται εν σπέρματι στην αρχαία Αθήνα, είναι ένα τραγικό πολίτευμα, καθώς θεμελιώνεται στην ‘ανοιχτότητα’ των θεσμίσεών της, άρα στον αυτοπεριορισμό της ελευθερίας και της βούλησης, εκεί όπου δεν υπάρχουν ασφαλή και δεδομένα όρια. Παράλληλα, η τραγωδία έχει έναν έντονο δημοκρατικό χαρακτήρα, στον βαθμό που η κύρια διδασκαλία της είναι η θνητότητα του ανθρώπου και άρα ο ριζικός περιορισμός του στο πλαίσιο της ὕβρεως.95 Τραγική δημοκρατία και δημοκρατική τραγωδία είναι δύο έννοιες που συνυφαίνονται αξεδιάλυτα με εκείνη της φιλοσοφίας στην προοπτική του προτάγματος για την αυτοδημιουργία του ανθρώπου - το μόνο πρόταγμα που αχνοφέγγει εν τέλει μέσα στο σκοτάδι των τυφλών ελπίδων που μας χάρισε ο Προμηθέας.
-----------------------
1. Castoriadis (2002) 320.
2. Segal (1986) 60. Για τα οριακά πεδία στην τελετουργική ζωή και στη μελέτη της
βλ. ενδεικτικά Turner (1967) 93-111 και van Gennep (1981).
3. Πρβλ. Meier (1991). Μια πρώτη επεξεργασία αυτού του τριπτύχου είχε επιχειρη-
θεί στο Πεφάνης (1994) 295-322. Ας θυμίσουμε εδώ ότι η έννοια του ενεργού πο-
λίτη ως ηθο-ποιού βρίσκει γλωσσικά ερείσματα τόσο στον αγγλικό όρο “actor”,
όσο και στον γαλλικό “acteur”, όπου σημαίνεται ταυτόχρονα ο ηθοποιός, αλλά και
ο δρων, ο συμμετέχων σε ένα (κοινωνικό ή ιστορικό) γεγονός.
4. Πολλά σχετικά στοιχεία ως προς τα εν άστει Διονύσια στον Goldhill (1990).
5. Πούχνερ (1988) 31. Πρβλ. Moretti (2004) 240 κ.ε.
6. Από την εκτεταμένη σχετική βιβλιογραφία βλ. ενδεικτικά Stanford (1983),
Salkever (1986) Gregory (1991) Meier (1991) Croally (1994) και (2005) Lada
(1996) Konstan (1999). Για την πρόσληψη της τραγωδίας στους κλασικούς χρό-
νους βλ. Halliwell (1991). Ενδιαφέρον υλικό για την αποτύπωση της τραγικής δι-
δασκαλίας στην καθημερινή ζωή των αθηναίων πολιτών προσφέρει η Sternberg
(2006).
7. Πρόκειται για τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που, χωρίς να συγκροτούν
ένα σύστημα, διαποτίζουν τον κοινωνικό βίο, καθώς εμφανίζονται με τη μορφή
του μάγματος, το οποίο ενσαρκώνεται προσωρινά μόνο στις θεσμίσεις των δεδο-
μένων κοινωνιών Καστοριάδης (1995) 117. Οι σημασίες αυτές δεν είναι ποτέ κλει-
στές στον εαυτό τους, είναι απεριόριστα καθορίσιμες, χωρίς να είναι καθορισμένες,
γιατί οι εκάστοτε καθορισμοί δεν τις εξαντλούν ποτέ, δεν εξαντλούν ποτέ αυτό το
μάγμα στον πυρήνα τους που τις κάνει να παραπέμπουν αδιαλείπτως σ’ έναν α-
προσδιόριστο αριθμό άλλων σημασιών. Βλ. Καστοριάδης (1985) 481-489 και Castoriadis
(1997) 227.
8. Για τη θεατροποίηση του αστικού χώρου και για τις γεωμετρικές όσο και διανοη-
τικές αναλογίες μεταξύ πόλεως και θεάτρου κατά τη μεταρρύθμιση του Κλεισθέ-
νη βλ. Πεφάνης (1994).
9. Καστοριάδης (1995) 165. Η τάξη αυτών των φαινομένων, καθώς και οι ιδέες που
συνυφαίνονται με αυτά θα μπορούσαν να προσδιοριστούν σε αυτήν τους τη συνύ-
φανση ως μάγμα: “Μάγμα είναι αυτό από το οποίο μπορούμε να εξαγάγουμε […]
συνολιστικές οργανώσεις απροσδιόριστου αριθμού, αλλά που δεν μπορεί ποτέ να
ανασυγκροτηθεί (ιδεατά) με συνολιστική (πεπερασμένη ή άπειρη) σύνθεση αυτών
των οργανώσεων” (Castoriadis [1985] 479).
10. Vernant (1989) 362.
11. Castoriadis (2007a) 96.
12. Castoriadis (2002) 277-278. Μόνο στο πλαίσιο αυτό μπορεί να θεωρηθεί η φιλοσο-
φία του Καστοριάδη υπό το πρίσμα μιας “νέας οντολογίας” της δημιουργίας, ό-
πως εννοούν τον όρο λ.χ. οι Tovar (2006) 206 κ. εξ. και Poirier (2011): η δημιουρ-
γία είναι πρωτίστως δημιουργία νοημάτων στη βάση φαντασιακών σημασιών ε-
ντός και δια της πόλεως.
13. Καστοριάδης (2008) 341.
14. Πατσαλίδης (1997) 434.
15. Tormey ‒ Townshend (2006) 28. Κάπως βεβιασμένα οι μελετητές αυτοί θεωρούν
τον Καστοριάδη έναν νοσταλγικό φιλόσοφο, διότι προτάσσει έναν κόσμο που η
εποχή μας καθιστά όλο και πιο απομακρυσμένο (31). Έναν κόσμο απομακρυσμέ-
νο σήμερα, γιατί; Διότι μια κοινωνία είναι δημοκρατική όχι μόνο όταν είναι αυτό-
νομη, (όπως υποτίθεται ότι είναι οι δικές μας κοινωνίες, αλλά ρητά αυτόνομη,
τουτέστιν όταν γνωρίζει και το διατυπώνει επίσημα ότι οι νόμοι είναι ανθρώπινοι,
δηλαδή ανοιχτοί, και υπό αίρεση και ότι σε αυτούς βρίσκει την πηγή και το θεμέ-
λιό της. Βλ. την επισήμανση Simeon (1989) 384. Αλλά οι ίδιοι οι Tormey και
Townshend, λίγο παρακάτω στο μελέτημά τους, απαντούν από μόνοι τους στην
υποτιθέμενη νοσταλγικότητα: “Ο Καστοριάδης ήταν για τον πολιτικό συντηρη-
τισμό […] ένας προάγγελος που ανήγγειλε τη δυνατότητα, τωόντι την αναγκαιό-
τητα, ‘άλλων κόσμων’, […] οι οποίοι μας υπενθυμίζουν ότι ο τρόμος και η σπα-
τάλη της σύγχρονης ύπαρξης, καπιταλιστικής ή κομμουνιστικής, αδιάφορο, δεν ήταν γραμμένα στα αστέρια, αλλά μπορούσαν να αποφευχθούν με τη συλλογική
δράση” (34).
16. Κείμενο ορόσημο για τούτη τη στροφή θα πρέπει ίσως να θεωρηθεί το μελέτημα
του 1978 με τον τίτλο “Κοινωνικός μετασχηματισμός και πολιτισμική δημιουρ-
γία”. Βλ. Castoriadis (1986a) 299-318.
17. Castoriadis (1993) 11-32. Το κείμενο συμπεριελήφθη αργότερα στο Castoriadis
(2009).
18. Castoriadis (2007a) και (2008).
19. Βλ. κυρίως Castoriadis (1995) 202-206 (1999) 41-75 (2007b) 97‒121.
20. Nancy (2006) 20.
21. Oudemans – Lardinois (1987) Beistegui – Sparks (2005).
22. Steiner (2001). Ο Καστοριάδης, αντιθέτως, γνωρίζει το έργο του Steiner από την
πρώτη του έκδοση και παραπέμπει σε αυτό. Βλ. Castoriadis (1993) 13 σημ. 2.
23. Taminiaux (1967) και (1995) Μπακονικόλα-Γεωργοπούλου (1997). Μια σχετική α-
ναφορά γίνεται και από τον McGrath (2001). Στην ελληνική θεατρολογική βιβλι-
ογραφία ο Καστοριάδης είναι σχεδόν απών. Βλ. Πεφάνης (2003) 559-571, (2010) 190-
214 και Λαμπρόπουλος (2011).
24. Vidal-Naquet (2007a). Πρώτη δημοσίευση στο περ. Esprit, 12 Δεκεμβρίου 1999.
25. Η αναφορά γίνεται στους Jameson (2002), (η παραπομπή, στην πρώτη έκδοση του
1981) Ryan (1989) Rose (1992).
26. Hall (2007) 186.
27. Βλ. επίσης Hall (1989) Zeitlin (1996).
28. Castoriadis (1995) 148.
29. Πεφάνης (1994).
30. Vidal-Naquet (2007b) 46.
31. Cartledge (2007) 30.
32. Hall (2007) 188.
33. Castoriadis (1986a). Θα άξιζε τον κόπο μάλιστα οι καίριες αυτές θέσεις του να
συνδυαστούν με τις αναλύσεις του στη Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας (1985)
και, αφετέρου, με τις πολιτικές αναπτύξεις που επιχειρεί σε δύο τουλάχιστον βι-
βλία του, (1986) και (1987). Δεν θα είναι δύσκολο να διαπιστωθεί ότι, ιδίως ως
προς το πρώτο, υφίσταται ένας στενός σύνδεσμος ανάμεσα στην ιδέα της άμεσης
δημοκρατίας και στο θέμα της ριζοσπαστικής αυτοδιαχείρισης. Βλ. τη σχετική
παρατήρηση του Vidal-Naquet (2007a) 39.
34. Ο Καστοριάδης εύλογα χρησιμοποιεί τη λέξη “σπέρμα” όταν αναφέρεται στη δη-
μιουργία της δημοκρατίας στην Αθήνα. Βλ. Castoriadis (1989) 514. Πιο αναλυτι-
κά βλ. Castoriadis (1995) 162: “η Ελλάδα είναι για μας ένα σπέρμα: ούτε ένα ‘μο-
ντέλο’, ούτε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα ανάμεσα σε άλλα, αλλά ένα σπέρμα”.
Σε άλλο σημείο, γράφει: “η ουσία αυτού που μετράει στην πολιτική ζωή της αρ-
χαίας Ελλάδας — το σπέρμα — είναι ασφαλώς η θεσμίζουσα ιστορική διαδικασία: η
δραστηριότητα και η πάλη που αναπτύσσονται γύρω από την αλλαγή των θε-
σμών, η ρητή (έστω κι αν παραμένει μερική) αυτοθέσμιση της πόλεως ως μόνιμη
διαδικασία, Η διαδικασία αυτή συνεχίζεται τέσσερις περίπου αιώνες” (187). Τέ λος, δηλώνει ρητά: “Όταν λέω ότι οι Έλληνες είναι για μας ένα σπέρμα, θέλω να
πω, πρώτα πρώτα, ότι δεν έπαψαν ποτέ να σκέφτονται αυτό το ερώτημα: τι οφεί-
λει να πραγματοποιήσει η θέσμιση της κοινωνίας; Και, κατά δεύτερο λόγο, ότι
στην παραδειγματική περίπτωση, την Αθήνα, έδωσαν αυτήν την απάντηση: τη
δημιουργία ανθρώπινων όντων που ζουν μαζί με την ομορφιά, που ζουν μαζί με
τη σοφία και που αγαπούν το κοινό καλό” (σ. 209).
35. Για μια περαιτέρω κριτική συζήτηση των καστοριαδικών θέσεων περί της εν
σπέρματι δημιουργίας της δημοκρατίας και της αυτονομίας στην πόλιν των Αθη-
ναίων και, αργότερα, περιστασιακά στον δυτικό κόσμο βλ. Klooger (2009) 271
κ.εξ. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί στο πλαίσιο της κριτικής αυτής ότι ο Κα-
στοριάδης ουδέποτε ταύτισε αυτό που ονομάζει “ελληνοδυτική δημιουργία” με
τον δυτικό πολιτισμό εν συνόλω. Αντιθέτως στο Castoriadis (1987) 88, διευκρινί-
ζει ότι η δημιουργία αυτή ανήκει σε όλον τον κόσμο, όχι όμως και στους λευκούς
της Νότιας Αφρικής. Όπως σημειώνει σχετικά και ο Prat (2009) 121, “η έννοια
της ευρωπαϊκής ή ελληνοδυτικής δημιουργίας δεν ανήκει στην ιστορία των πολι-
τισμών ούτε στη γεωπολιτική, ορίζει ένα πολιτικό πρόταγμα, το οποίο προτείνει
τη χειραφέτηση όλων των ανθρώπινων όντων, όποιος κι αν είναι ο πολιτισμός που
τα διαμόρφωσε […]. Για το άτομο, αυτονομία […] σημαίνει ότι είναι ικανό να οι-
κειοποιείται έναν πολιτισμό χωρίς να υποτάσσεται στο βάρος των παραδόσεων”.
36. Castoriadis (1995) 165-166.
37. Castoriadis (1995) 167.
38. Castoriadis (1995) 175-176.
39. Castoriadis (1995) 174.
40. Η εκ του μηδενός δημιουργία, (η ex nihilo, όχι η cum nihilo δημιουργία) δεν πα-
ραπέμπει σε κανενός είδους παρθενογένεση, αλλά σημαίνει τη μέσα από το χάος
ανάδυση μιας νέας μορφής, ενός νέου έργου, μιας νέας σύνθεσης, ενός νέου κό-
σμου, ο οποίος δεν θα μπορούσε να αναχθεί σε μία αιτιώδη αλύσωση, ούτε όμως
σε μία απόλυτη τυχαιότητα. Βλ. Castoriadis (1997) 212, 228, 262 και Πεφάνης
(2010) 192.
41. Castoriadis (1995) 202. “Φυσικά”, θα προσθέσει στα σεμινάριά του, “χρησιμοποί-
ησε προϋπάρχοντα υλικά, μερικές φορές ξενόφερτα: τον μύθο, τη γλώσσα, τη
στιχοποιία, την ίδια την αναπαράσταση — τον διθύραμβο με τον χορό του —,
πλην όμως τη στιγμή που εμφανίζεται σε όλο της το μεγαλείο, στην πληρότητα
της μορφής της, η τραγωδία είναι και δεν μπορεί παρά να είναι αθηναϊκή. Ανήκει
λοιπόν στην άνθιση της δημοκρατίας”. Βλ. και Castoriadis (2008) 333.
42. Castoriadis (2008) 209.
43. Vernant (1991) 104.
44. Vernant (1991) 337.
45. Castoriadis (1995) 202.
46. Castoriadis (2002) 219.
47. Ο Καστοριάδης γράφει στον τέταρτο τόμο του Carrefours du labyrinth: “Η αμαρ-
τία, είτε εβραϊκή είτε χριστιανική, προϋποθέτει την ύπαρξη καλοχαραγμένων
(και μάλιστα από κάποιον άλλον) συνόρων ανάμεσα σ’ αυτό που πρέπει και σ’ αυ-
τό που δεν πρέπει να κάνουμε. Ίδιον της ὕβρεως είναι ότι δεν υπάρχει χαραγμένο
σύνορο κανείς δεν ξέρει από ποια στιγμή αρχίζει η ὕβρις, κι όμως υπάρχει ένα
σημείο, από το οποίο κι ύστερα βρίσκεται κανείς μέσα στην ὕβριν, και τότε οι θεοί
ή τα πράγματα επεμβαίνουν και σε συντρίβουν” (Castoriadis [2000] 210).
48. Castoriadis (2000) 199, 205-206.
49. Castoriadis (2008) 340-349.
50. Castoriadis (2008) 341-342.
51. Castoriadis (2007a) 281-305.
52. Raynaud (2008) 33.
53. Πλάτων Πρωταγόρας 321d.
54. Castoriadis (1993) 22 (1986b) 20-23.
55. Castoriadis (2002) 148.
56. Castoriadis (1993) 23.
57. Diels-Kranz (2007) 305 Lesky (1987) 231.
58. Steiner (2001) 78.
59. Βλ. ενδεικτικά Nussbaum (1986) 65 κ.ε. Butler (2000) Barker (2009).
60. Το μέτρο μας προφυλάσσει λ.χ. από τις υπερβολές των Tyrrell και Bennett (1998)
42, 72, 103, 109, που καταφέρνουν να δουν στην Αντιγόνη μια εκδοχή της αμαζό-
νας πολεμίστριας. Μας κάνει επίσης επιφυλακτικούς απέναντι σε εκείνες τις ερ-
μηνείες που θέλουν τον Κρέοντα έναν εκπρόσωπο του ανδροκεντρικού πολιτικού
ορθολογισμού και, μαζί με τον Τειρεσία, της πατριαρχικής αυθεντίας βλ. Segal
(1981) 183-184, 194-195, 200-201 (1995) 125-127, 134-136.
61. Για την Scodel (2011) 112 ο Κρέων εμφανίζεται παντού ορθολογιστής και παρου-
σιάζει και τους θεούς να σκέπτονται με ορθολογικό τρόπο.
62. Nussbaum (1986) 67.
63. Castoriadis (1993) 24-25.
64. Castoriadis (2008) 213 (1995) 203.
65. Οδύσσεια α 2.
66. Castoriadis (2008) 217.
67. Castoriadis (1995) 205.
68. Βλ. Lane – Lane (1986) 169-170.
69. Ξέρουμε, λ.χ., ότι οι περισσότεροι μελετητές αποδίδουν εύλογα έναν ανδροκρατι-
κό αυταρχισμό και έναν πολιτικό συντηρητισμό στον Κρέοντα. Αλλά και στην
Αντιγόνη έχει αποδοθεί μια μορφή “συντηρητισμού”, με βάση τις επικλήσεις της
των άγραφων νόμων. Βλ. Ehrenberg (1954) 22-33.
70. Goethe (1984) 143.
71. Βλ. και Ahrensdorf (2009) 88.
72. Castoriadis (1995) 206 (2008) 219-220.
73. Βλ. τις παρατηρήσεις του Lesky (1987) 167 με τις σχετικές αναφορές. Από τις πιο
πρόσφατες μελέτες βλ. Barrett (2007) 87-103 και Sommerstein (2010) 90-93.
74. Stanford (1972), κεφ. X-XII Oudemans-Lardinois (1987) Vernant (1991) 23‒47.
75. Castoriadis (1985) 138.
76. Για την έννοια της συμφιλίωσης των πολιτών ως προς το πλαίσιο του δημοκρατι-
κού διαλόγου που υποδεικνύει ο Αίμων βλ. Barker (2009). Στη συνάφεια αυτήν,
νομίζω, θα πρέπει να διαβαστεί και η άποψη του Steiner (2001) 462: “Η συμπερι-
φορά των πρωταγωνιστών, αυτό δεν ισχύει και για τον Αίμονα, μοιάζει να σπα-
ταλάει με εξωφρενικό τρόπο τις ευκαιρίες αμοιβαίας κατανόησης που προσφέρει
ο θεατρικός λόγος”.
77. Για την έννοια του συλλειτουργού προσώπου βλ. Carter (2005) 161-182. Για την
έννοια του δίπτυχου έργου βλ. Kirkwood (1958) 48 κ.ε.
78. Sinclair (1988).
79. Zeitlin (1990) 130‒167. Η φράση “shadow self”, στη σ. 144. Βλ. και Vidal-Naquet:
“Ο Οιδίπους ανάμεσα σε δύο πόλεις. Δοκίμιο πάνω στον Οιδίποδα επί Κολωνώ”,
στο Vernant ‒ Vidal-Naquet (1991) 218-221. Για μια μελέτη της σκιώδους αυτής
Αθήνας ως ενός ευρύτερου χωρικού σημειακού συστήματος που διέπει όλα τα έρ-
γα του Θηβαϊκού κύκλου βλ. Διαμαντάκου-Αγάθου (2007) 121-159.
80. Barker (2009) 142.
81. Prat (2009) 164.
82. “Η φρόνηση δεν θεμελιώνει την αυτονομία, ούτε ανάγεται σε αυτήν. Αλλά χωρίς
φρόνηση δεν υπάρχει πραγματική αυτονομία, ούτε πράξις, με το νόημα που δίνω
στον όρο. Επίσης δεν υπάρχει ούτε θεωρητική σκέψη που να αντέχει πραγματικά.
Χωρίς θεωρητική φρόνηση εγκύπτει το παραλήρημα” (Castoriadis [1989] 496).
83. Ανάλογη παρατήρηση κάνει και ο Harn (2009) 317.
84. Castoriadis (1995) 335 και (2000) 203-204. Για τραγική δημοκρατία, αυτή τη φο-
ρά ως προς τον Αισχύλο, μιλάει και ο Vidal-Naquet στο “Ο Αισχύλος. Το παρελ-
θόν και το παρόν”, στο Vernant ‒ Vidal-Naquet (1991) 118-123.
85. Castoriadis (2008) 210.
86. Η Nussbaum (1986) 52 παραδέχεται ότι δεν υπάρχει διαθέσιμος στην αγγλική
γλώσσα ένας μοναδικός όρος για να αποδώσει τον σημασιολογικό πλούτο της λέ-
ξης.
87. Heidegger (1973) 181.
88. Castoriadis (2007b) 103.
89. Castoriadis (1993) 27.
90. Castoriadis (1993) 28 (1999) 49 κ.ε. Στο τελευταίο αυτό μελέτημα παρατηρείται
προσφυώς ότι η φράση ἀστυνόμους ὀργὰς ἐδιδάξατο συμπυκνώνει το περιεχόμενο
μιας ολόκληρης φιλοσοφικής πραγματείας, που θα κάλυπτε κεντρικά ζητήματα της
πολιτικής φιλοσοφίας από τον Αριστοτέλη μέχρι τον Rousseau και εντεύθεν (σ. 51).
91. Castoriadis (1993) 29 (2000) 236. Η γρυπαρική μετάφραση, “και την καλή μες σε
πόλεις κυβέρνια του έμαθε νάχει”, για το ἀστυνόμους ὀργάς, με την ανώδυνη ουδε-
τερότητά της, που επιλέγει ο Μαλεβίτσης για να αποδώσει τη χαϊντεγγεριανή
μετάφραση, προφυλάσσει τον γερμανό φιλόσοφο στην ελληνική έκδοση της Εισαγω-
γής στη μεταφυσική του ([1973] 182).
92. Castoriadis (2008) 214.
93. Herington (1985) 64.
94. Castoriadis (1991) 274.
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 
Ahrensdorf, P.J. (2009), Greek Tragedy and Political Philosophy. Rationalism and Religion
in Sophocles’ Theban Plays, Cambridge.
Arendt, H. (1983), La condition de l’homme moderne, Paris.
Barrett, W.S. (2007), “Seven against Thebes: The Final Scene”, στο W.S. Barrett (ed.
M.L. West), Greek Lyric, Tragedy, and Textual Criticism, Oxford, 87-103.
Barker, D.W.M. (2009), Tragedy and Citizenship. Conflict, Reconciliation, and Democracy
from Haemon to Hegel, New York.
95. Castoriadis (2000) 204.
Beistegui, M. de ‒ S. Sparks (eds), (2005), Philosophy and Tragedy, London – New York.
Busino, G. (επιμ.) (1989), Autonomie et autotransformation de la societe. La philosophie
militante de Cornelius Castoriadis, (Travaux de droit, d’economie, de sciences politiques,
de sociologie et d’anthropologie 162) Geneve.
Butler, J. (2000), Antigone’s Claim. Kinship Between Life and Death, New York.
Carter, D.M. (2005), “The Co-Operative Temper: A Third Dramatic Role in Sophoclean
Tragedy”, Mnemosyne 58, 161-182.
Cartledge, P. (2007), “‘Θεατρικά έργα με βάθος’: Το θέατρο ως διαδικασία στη ζωή
των πολιτών της αρχαίας Ελλάδας”, στο P.E. Easterling (επιμ.), Οδηγός για την αρ-
χαία ελληνική τραγωδία, από το Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ, Ηράκλειο, 3-52.
Castoriadis, C. (1979), Le contenu du socialisme, Paris.
Castoriadis, C. (1989), “Faits et a faire”, στο Busino (1989) 457-514.
Castoriadis, C. (1997), Fait et a faire. Les carrefours du labyrinthe V, Paris.
Castoriadis, C. (1999), “Notes sur quelques moyens de la poesie”, στο C. Castoriadis, Figures
du pensable: Les carrefours du labyrinthe, VI, Paris, 41-75.
Castoriadis, C. (2002), Sujet et verite dans le monde social-historique. Seminaires
1986‒1987. La creation humaine I, Paris.
Castoriadis, C. (2005), “Tragedy’s Teaching”, στο Justina Gregory (ed.), A Companion to
Greek Tragedy, London, 55-70.
Καστοριάδης, Κ. (1985), Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μετ. Σ. Χαλικιάς, Γ.
Σπαντιδάκη, Κ. Σπαντιδάκης, Αθήνα.
Καστοριάδης, Κ. (1986a), Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού, μετ. Γ.Δ. Ιωαννίδης, Μ.
Λαμπρίδης, Μ. Παπαντωνίου-Φραγκούλη, Αθήνα.
Καστοριάδης, Κ. (1986b), Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα,
Αθήνα.
Καστοριάδης, Κ. (1987a), Σύγχρονος καπιταλισμός και επανάσταση, μετ. Κ. Κουρεμένος,
Α. Στίνας, Αθήνα.
Καστοριάδης, Κ. (1987b), Καιρός, μετ. Κ. Κουρεμένος, Αθήνα.
Καστοριάδης, Κ. (1991), Τα σταυροδρόμια του λαβύρινθου, μετ. Ζ. Σαρίκας, Αθήνα.
Καστοριάδης, Κ. (1993), “Αισχύλεια ανθρωπογονία και σοφόκλεια αυτοδημιουργία
του ανθρώπου”, στο Κ. Καστοριάδης, Ανθρωπολογία, πολιτική, φιλοσοφία. Πέντε
διαλέξεις στη Βόρειο Ελλάδα, Αθήνα, 11-32.
Καστοριάδης, Κ. (1995), Χώροι του ανθρώπου, μετ. Ζ. Σαρίκας, Αθήνα.
Καστοριάδης, Κ. (2000), Η άνοδος της ασημαντότητας, μετ. Κ. Κουρεμένος, Αθήνα.
Καστοριάδης, Κ. (2007a), Η ελληνική ιδιαιτερότητα, τόμ. Α΄, Από τον Όμηρο στον Ηρά-
κλειτο, Σεμινάρια 1982‒1983, μετ. Ξ. Α. Γιαταγάνας, Αθήνα.
Καστοριάδης, Κ. (2007b), “Ο συγγραφέας και η δημοκρατία” (1988), στο Κ. Καστο-
ριάδης, Παράθυρο στο χάος, Αθήνα, 97-121.
Καστοριάδης, Κ. (2008), Η ελληνική ιδιαιτερότητα, τόμ. Β΄, Η πόλις και οι νόμοι, Σεμινά-
ρια 1983‒1984, μετ. Ζ. Καστοριάδη, Αθήνα.
Croally, N.T. (1994), Euripidean Polemic: The Trojan Women and the Function of Tragedy,
Cambridge.
Διαμαντάκου-Αγάθου, Κ. (2007), Περί τραγωδίας και τρυγωδίας. Οκτώ διαδρομές στο
τραγικό και το κωμικό θέατρο, Αθήνα.
Ehrenberg, V. (1954), Sophocles and Pericles, Oxford.
Euben, J.P. (ed.) (1986), Greek Tragedy and Political Theory, Berkeley.
Goethe, J.W. von (1984), Conversations with Eckermann, San Francisco.
Goldhill, S. (1990), “The Great Dionysia and Civic Ideology”, στο J.J. Winkler and F.
Zeitlin (eds), Nothing to Do with Dionysus? Athenian Drama in Its Social Context,
Princeton, NJ., 97-129.
Gregory, J. (1991), Euripides and the Instruction of the Athenians, Ann Arbor.
Gregory, J. (ed.) (2005), A Companion to Greek Tragedy, London.
Hall, E. (1989), Inventing the Barbarian: Greek Self-Definition through Tragedy, Oxford.
Hall, E. (2007), “Η κοινωνιολογία της αθηναϊκής τραγωδίας”, στο P.E. Easterling (ε-
πιμ.), Οδηγός για την αρχαία ελληνική τραγωδία, από το Πανεπιστήμιο του Καί-
μπριτζ, μετ. Λ. Ρόζη, Κ. Βαλάκας, Ηράκλειο, 137-188.
Halliwell, St. (2005), “Learning from Suffering: Ancient Responses to Tragedy”, στο
Gregory (2005) 394-412.
Harn, James (2009), Oedipal Reflections: Tragedy as a Philosophic Concept, Diss., New
School for Social Research, University of Michigan, Ann Arbor.
Heidegger, M. (1973), Εισαγωγή στη μεταφυσική, μετ. Χ. Μαλεβίτσης, Αθήνα.
Herington, J. (1985), Poetry into Drama. Early Tragedy and the Greek PoeticTradition,
Berkeley.
Jameson, F. (2002), The Political Unconscious: Narrative as a Socially Symbolic Act, London
& New York.
Kirkwood, G.M. (1958), A Study of Sophoclean Drama, Ithaca, NY.
Klooger, J. (2009), Castoriadis: Psyche, Society, Autonomy, Leiden-Boston.
Konstan, D. (1999), “The Tragic Emotions”, Comparative Drama 33, 1-21.
Lada, Ι. (1996), “Emotion and Meaning in Tragic Performance”, στο M.S. Silk (ed.),
Tragedy and the Tragic: Greek Theatre and Beyond, Oxford, 397-413.
Λαμπρόπουλος, Β. (2011), “Τραγωδία και αυτονομία”, στο Θ. Γραμματάς – Γ. Παπα-
δόπουλος (επιμ.): Τραγικό και τραγωδία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, Αθήνα
2011, 390-409.
Lane, W.J. – A.M. Lane (1986), “The Politics of the Antigone”, στο J. Peter Euben (ed.),
Greek Tragedy and Political Theory, Berkeley, 162-182.
Lesky, A. (1987), Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων, τόμ. Α΄, Από τη γένεση του εί-
δους ως και τον Σοφοκλή, μετ. Ν.Χ. Χουρμουζιάδης, Αθήνα.
McGrath, J. (2001), “Theatre and Democracy”, στο Ed. Batley – D. Bradby (eds), Morality
and Justice: The Challenge of European Theatre, Amsterdam 2001, 133-139.
Meier, Chr. (1991), De la tragedie grecque comme art politique, Paris.
Moretti, J.-Ch. (2004), Θέατρο και κοινωνία στην αρχαία Ελλάδα, μετ. Ελ. Δημητρακο-
πούλου, Αθήνα.
Μπακονικόλα-Γεωργοπούλου, Χ. (1997), Το τραγικό, η τραγωδία και ο φιλόσοφος στον
εικοστό αιώνα, Αθήνα.
Nancy, Jean-Luc (2006), “Μετά την τραγωδία”, στο Α. Γιαννακούλας ‒ Μ. Χρυσανθό-
πουλος (επιμ.), Η τραγωδία τότε και τώρα. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου για την
τραγωδία και τον Αριστοτέλη, Αθήνα, 13-28.
Nussbaum, M. (1986), The Fragility of Goodness: Luck and Ethics in Greek Tragedy and
Philosophy, Cambridge.
Oudemans, Th.C.W. – A.M.H. Lardinois (1987), Tragic Ambiguity. Anthropology, Philosophy
and Sophocles’ Antigone, Leiden κ.α.
Πατσαλίδης, Σ. (1997), (Εν)τάσεις και (Δια)στάσεις. Η ελληνική τραγωδία και η θεωρία
του εικοστού αιώνα, Αθήνα.
Πεφάνης, Γ.Π. (1994), “Θεατρική γεωμετρία ή το πολιτικό φάντασμα του Κλει-
σθένη”, Παρουσία Ι, 295-322.
Πεφάνης, Γ.Π. (2003), “H φιλοσοφική σημασία του θεάτρου στην παιδεία του 21ου
αιώνα. Σκέψεις και υποθέσεις με αφορμή τον Evreinov και τον Kαστοριάδη”, στο
Γ.Π. Πεφάνης, Τοπία της δραματικής γραφής. Δεκαπέντε μελετήματα για το ελληνικό
θέατρο, Αθήνα, 559-571.
Πεφάνης, Γ.Π. (2010), “Σκηνές της κοινωνικής φαντασίας. Η σκέψη του Κορνήλιου
Καστοριάδη περί κοινωνικής φαντασίας στο πλαίσιο των θεωριών για το θέατρο”,
Θέματα Λογοτεχνίας 43, 190-214.
Poirier, N. (2011), L’ontologie politique de Cornelius Castoriadis. Creation et Institution,
Paris.
Πούχνερ, Β. (1988), “Τα όρια στην ερμηνεία του αρχαίου δράματος”, στο Β. Πούχνερ,
Ελληνική θεατρολογία. Δώδεκα μελετήματα, Αθήνα, 25-52.
Prat, J.-L. (2009), Εισαγωγή στον Καστοριάδη, μετ. Γ. Καράμπελας, Αθήνα.
Raynaud, Ph. (2008), “Ο Καστοριάδης και η ελληνική κληρονομιά”, στο Castoriadis (2008)
25-41.
Rose, P.W. (1992), Sons of the Gods, Children of Earth: Ideology and Literary Form in Ancient
Greece, Ithaca & London.
Ryan, K. (1989), Shakespeare, London & New York.
Salkever, S.G. (1986), “Tragedy and the Education of the Demos: Aristotle’s Response to
Plato”, στο J.P. Euben (ed.), Greek Tragedy and Political Theory, Berkeley, 274-303.
Scodel, R. (2011), An Introduction to Greek Tragedy, Cambridge.
Segal, Ch. (1981), Tragedy and Civilization: An Interpretation of Sophocles, Cambridge, MA.
Segal, Ch. (1986), “Greek Tragedy and Society: A Structuralist Perspective”, στο J.P.
Euben (ed.), Greek Tragedy and Political Theory, Berkeley, 43-75.
Segal, Ch. (1995), Sophocles’ Tragic World, Cambridge, MA.
Simeon, J.-P. (1989), “La pensee de la democratie chez Castoriadis”, στο Giovanni Busino
(dir.), Autonomie et autotransformation de la societe, ό.π., 375-392.
Sinclair, R.K. (1988), Democracy and Participation in Athens, Cambridge.
Sommerstein Alan H. (2010), Aeschylean Tragedy, London, (11996).
Stanford, W.B. (1972), Ambiguity in Greek Literature, New York.
Stanford, W.B. (1983), Greek Tragedy and the Emotions. An Introductory Study, London.
Steiner, G. (2001), Οι Αντιγόνες, μετ. Β. Μάστορης – Π. Μπουρλάκης, Αθήνα.
Sternberg, R.H. (2006), Tragedy Offstage. Suffering and Sympathy in Ancient Athens,
Austin.
Taminiaux, J. (1967), La nostalgie de la Grece a l’aube de l’idealisme allemand, La Haye.
Taminiaux, J. (1995), Le theatre des philosophes, Grenoble.
Tormey, S. – J. Townshend (2006), “Cornelius Castoriadis: Magmas and Marxism”, στο
S. Tormey – J. Townshend (eds), Key Thinkers from Critical Theory to Post-Marxism,
London, 13-37.
Tovar Marcela (2006), Fields of Inclusion and Exclusion in the Configuration of Anthropology.
The Case of Cornelius Castoriadis, Diss., Ann Arbor.
Turner, V. (1967), The Forest of Symbols, Ithaca, N.Y.
Tyrrell, B. ‒ L.J. Bennett (1998), Recapturing Sophocles’ Antigone, Lanham, MD.
van Gennep, A. (1981), Les rites de passages, Paris.
Vernant, J.-P. (1989), Μύθος και σκέψη στην αρχαία Ελλάδα, μετ. Στ. Γεωργούδη, Αθήνα.
Vernant, J.-P. ‒ P. Vidal-Naquet (1991), Μύθος και τραγωδία στην αρχαία Ελλάδα

Ό,τι έχεις αισθανθεί δεν μπορεί απλά να ξεχαστεί

Αποτέλεσμα εικόνας για Ό,τι έχεις αισθανθεί δεν μπορεί απλά να ξεχαστεί«Δεν μπορώ να σε ξεχάσω!». Άραγε ποιοι είναι οι λόγοι που δεν μπορούμε να διαγράψουμε έναν άνθρωπο που δεν είναι πια στην καθημερινότητά μας; Η απάντηση απλή: Άνθρωποι που μας έχουν κάνει να νιώσουμε και μας έχουν γεμίσει συναισθήματα, δεν μπορούν να ξεχαστούν, δε σβήνονται από μέσα μας -και με την πρώτη ευκαιρία, με την πρώτη συνάντηση θα αναβιώσουν μνήμες και συναισθήματα της περιόδου με την οποία τους έχουμε συσχετίσει.
H συναισθηματική νοημοσύνη είναι η ικανότητα των ατόμων να αναγνωρίζουν τα δικά τους, καθώς και τα συναισθήματα των άλλων, να κάνουν διάκριση μεταξύ διαφορετικών συναισθημάτων και να τα ονομάσουν κατάλληλα, καθώς και να χρησιμοποιούν τη συναισθηματική πληροφορία ως οδηγό σκέψης και συμπεριφοράς.

Σας έχει συμβεί να αισθανθείτε αυτό που λέμε «όταν χάνεις κάτι καταλαβαίνεις την αξία του» ή η συνήθεια είναι κάτι που δεν μπορείτε να προσπεράσετε; Κι απ’ την άλλη πόσες φορές πιστεύουμε πως ο χρόνος είναι μεγάλος γιατρός κι όταν ξαφνικά βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την παλιά κι απούσα για καιρό «πάθησή» μας νιώθουμε ξανά το ίδιο άρρωστοι;

Δεν ξεχνάει η καρδιά, το μυαλό μπορεί και να ξεγελαστεί μα εκείνη έχει νιώσει κι αυτό δεν αλλάζει. Όσος χρόνος κι αν περάσει, όσα γιατρικά και αν της δώσεις. Αυτός που έκανε την καρδούλα σου να φτερουγίσει ή και να κλάψει, αυτός που σε νευρίασε ή εκείνος που μια έκπληξη σου είχε κάποτε φυλάξει, κρύβονται βαθιά μέσα σου και ας μην τους βλέπεις.

Κάποιες φορές υπάρχουν λεπτές ισορροπίες στις σχέσεις που αν διαταραχτούν, νιώθουμε έξω απ’ τα νερά μας με συνέπεια να χάνουμε τον έλεγχο. Αντικρουόμενα συναισθήματα, αναμνήσεις, μια συνάντηση με το παρελθόν που νόμιζες είχες ξεφορτωθεί κι όλα έρχονται τούμπα!

Μα ξέρετε κάτι; Γιατί ταραζόμαστε; Γιατί τρελαινόμαστε; Γιατί τα χάνουμε μόλις καταλάβουμε πως νοιαζόμαστε ακόμη για κάποιον που νομίζαμε πως είχαμε ξεπεράσει; Και γιατί προσπαθούμε απεγνωσμένα να αποβάλουμε την αντιπάθεια που μας προκάλεσε κάποιος αφού στην τελική δεν τον γουστάραμε ποτέ;

Να χαιρόμαστε πρέπει, να χαιρόμαστε και να το ζούμε. Γιατί νιώθουμε κι όταν νιώθεις είσαι ζωντανός. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευλογία απ’ τα συναισθήματα, γι’ αυτό αφήστε τα ελεύθερα να σας κατακλύσουν, γιατί δεν υπάρχει τρόπος να τα νικήσετε, να τα κρύψετε, να τα αλλάξετε.
Άπαξ κι έχεις νιώσει, έχει περάσει μέσα σου, γραμμένο πια στο dna σου, για πάντοτε αξέχαστο συναίσθημα που με το που αντικρίσεις αυτόν που στο προκάλεσε, θα αναβιώσει. Δε γίνεται να ξεχάσει η καρδιά, είναι μεγάλη ρουφιάνα. Κρύβει καλά στις πιο κρυφές γωνιές της άτομα, καταστάσεις, τόπους, ιστορίες∙ ντυμένα όλα με συναισθήματα. Σε ετοιμότητα, μόλις βρεθεί ταύτιση πραγματικότητας, τότε φέρνει στο φως τη θύμηση.

Τα συναισθήματα είναι πολύ δύσκολο να ελέγχονται με συνειδητή προσπάθεια. Δεν μπορείς να ξε-αγαπήσεις ούτε να συμπαθήσεις με το ζόρι. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την καρδιά μας την παραπονιάρα αλλά και με το ότι ασυναίσθητα κι υποσυνείδητα συνδέουμε πρόσωπα με καταστάσεις, με άλλα πρόσωπα, με τοπία, με περιόδους.

Έτσι όσα χρόνια και αν περάσουν και τους ξανασυναντήσουμε κάπου, ναι, θα ξανανιώσουμε όπως τότε, όπως νιώσαμε την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε μαζί τους, ή έστω θα νιώσουμε μια νοσταλγία για το τότε.

Άλλα ακόμη και κάτι κακό αν μας θυμίζουν, μην προσπαθούμε άδικα να ξορκίσουμε το κακό, αυτό είναι, αυτό μας έχουν δώσει και με αυτό ας πορευτούμε, δεν αλλάζει και γι’ αυτό ας μην μας πειράζει. Στην τελική καλά με όλους δεν μπορούμε και να τα έχουμε και μάλλον δεν πρέπει κιόλας.
Ας αφήσουμε, λοιπόν, τον εαυτό μας ελεύθερο να βγάλει από μέσα του ό,τι εκείνος νιώθει. Βασικά ας τον αφήσουμε να νιώθει. Ό,τι θέλει, όπως το θέλει, όποτε το θέλει.

Γιατί ένα συναίσθημα είναι κι η ζωή, ατέρμονο, ανεξάντλητο. Μην προσπαθούμε να εξηγήσουμε το τι και το πώς. Νιώσαμε μία φορά, θα νιώθουμε για πάντα. Μπορεί όχι με την ίδια ένταση, ούτε και με τον ίδιο τρόπο, αλλά το συναίσθημα υπάρχει, υπήρξε κάποτε κι απλά δε χάθηκε ποτέ.
Και ας μη φοβόμαστε να νιώσουμε, ας μη φοβόμαστε να πούμε αυτό που νιώθουμε. Ας εκφράζουμε πια ξεκάθαρα τα συναισθήματά μας, όποια κι αν είναι αυτά, ακόμη και τα αρνητικά -ιδιαίτερα κι αυτά. Γιατί ίσως και να είναι και τα πιο ξεκάθαρα.

Ας το πάρουμε χαμπάρι, λοιπόν. Ένιωσες μία φορά, θα νιώθεις για πάντα.

Αναβλητικότητα: Η σύγκρουση του παροντικού με τον μελλοντικό εαυτό

Τι είναι η αναβλητικότητα

Η αναβλητικότητα αναφέρεται στην εθελοντική, περιττή καθυστέρηση εκτέλεσης μίας προγραμματισμένης πράξης, παρά τις αναμενόμενες αρνητικές συνέπειες που θα προκαλέσει η καθυστέρηση αυτή και έχει διαπιστωθεί ότι συνδέεται στενά με συναισθήματα όπως η ενοχή και η ντροπή.

Αυτά τα ισχυρά αρνητικά συναισθήματα αντανακλούν μία επικριτική διάθεση για τον εαυτό σε σχέση με τις ηθικές ευθύνες του ατόμου και αφορούν ειδικά την αναβλητική συμπεριφορά σε αντίθεση με άλλες μορφές καθυστέρησης.

Σε αντίθεση με την αιτιολογημένη καθυστέρηση που στοχεύει στην διευκόλυνση της επίτευξης του επιδιωκόμενου στόχου ή στις εξωτερικές καθυστερήσεις πέρα από τα όρια του ελέγχου που μπορεί να ασκήσει το άτομο, η αναβλητικότητα αντιπροσωπεύει ένα περιττό κενό μεταξύ πρόθεσης και δράσης που είναι ενδεικτικό της αποτυχημένης λειτουργίας του συστήματος της αυτορρύθμισης (Sirois και Pychyl, 2013).

Πειραματική Φιλοσοφία και αναβλητικότητα

Από τη σκοπιά της πειραματικής φιλοσοφίας, τα ευρήματα δείχνουν ότι το άτομο είναι πιο πιθανό να αντιληφθεί τους ανθρώπους γύρω του ως υπεύθυνους για ηθικά μη αποδεκτές συμπεριφορές, που θεωρούνται σκόπιμες, όταν έχουν αρνητικές συνέπειες οι οποίες οδηγούν στη δημιουργία αισθημάτων ενοχής και τιμωρίας (Knobe, 2003). Ομοίως, η κοινωνικοψυχολογική έρευνα που βασίζεται στη θεωρία της απόδοσης υποστηρίζει ότι η αντίληψη των ανθρώπων γύρω μας ως υπεύθυνων για τις αρνητικές τους εμπειρίες, που θεωρούνται ως προσωπικά ελεγχόμενες, οδηγεί το άτομο να αισθανθεί μεγαλύτερο θυμό και έχει λιγότερο βοηθητικό χαρακτήρα (Weiner, 2006).

Η αναβλητικότητα και η ψυχολογική έρευνα

Στην ψυχολογική έρευνα, η αναβλητικότητα ορίζεται ως η εθελοντική καθυστέρηση μίας προγραμματισμένης πορείας δράσης, παρά το γεγονός ότι το άτομο έχει επίγνωση των αρνητικών συνεπειών που θα επιφέρει η καθυστέρηση αυτή (Steel, 2007).

Η αναβλητικότητα συνδέεται επίσης με την κάλυψη των άμεσων αναγκών του ατόμου, παρά τις πιθανές αρνητικές συνέπειες, ενδεχομένως για λόγους κινήτρων ή για λόγους συναισθηματικής φύσεως.

Η έρευνα για την αναβλητική συμπεριφορά υποστηρίζει περαιτέρω ότι το άτομο είναι πιο πιθανό να αναβάλει καθήκοντα που του είναι δυσάρεστα ή όταν τα «κέρδη» από την επιτέλεση των καθηκόντων αυτών έχουν απώτερο χαρακτήρα.

Ως εκτούτου, η αναβλητικότητα θεωρείται ευρέως ότι εκδηλώνεται όταν το άτομο επικεντρώνεται στη σημερινή αντίληψη του εαυτού του, που αντιτίθεται στον μελλοντικό εαυτό του, και με τον τρόπο αυτό, υπονομεύει την μακροπρόθεσμη συναισθηματική ευημερία και επιτυχία του, μεταθέτοντας το συμπεριφορικό και ψυχολογικό βάρος στον μελλοντικό εαυτό. Επιπλέον, η αναβλητικότητα εκτιμάται συνήθως σε σχέση με συναισθηματικούς παράγοντες, καθώς το άτομο είναι πιο πιθανό να εκδηλώσει ανάλογη συμπεριφορά, όταν, για παράδειγμα, πλησιάζει η λήξη κάποιας προθεσμίας, με σκοπό να ελαχιστοποιήσει το μέγεθος της εμφάνισης αρνητικών συναισθημάτων, όπως η ντροπή και η ενοχή.

Ο παροντικός εαυτός έναντι του μελλοντικού

Αυτή η πρωτοκαθεδρία του παροντικού εαυτού έναντι του μελλοντικού, η τάση να ενδίδουμε στο να νιώθουμε καλά, χαρακτηρίζεται ευρύτερα από την ψυχολογική έρευνα ως αποτυχία του συστήματος της αυτορρύθμισης (Baumeister κ.ά., 1994, Tice και Bratslavsky, 2000). Η αποτυχία του συστήματος αυτού συμβαίνει, παρά τον καθορισμό των στόχων και παρά την αυτοπαρακολούθηση, λόγω της υπέρμετρης επικέντρωσης στη διαφυγή από τις αρνητικές συναισθηματικές διαθέσεις (Baumeister και Heatherton, 1996). Κατά συνέπεια, το άτομο συχνά επιλέγει να «φτιάχνει» τη διάθεσή του μέσω της εκδήλωσης συμπεριφορών αποφυγής, όπως η αναβλητικότητα, σε αντίθεση με τις συμπεριφορές προσέγγισης που είναι προσανατολισμένες σε κάποιο συγκεκριμένο στόχο.

Στη φιλοσοφική βιβλιογραφία, εδώ και πολύ καιρό, η αναβλητικότητα έχει περιγραφεί ως αδυναμία θέλησης, ή αλλιώς «ακρασία», όπου ο άνθρωπος ενεργεί αντίθετα από κάποια καλύτερη κρίση την οποία ο ίδιος έχει διατυπώσει (Searle, 2001, Kalis κ.ά., 2008, Pychyl, 2011). Αντίστοιχα, η αποτυχία του συστήματος της αυτορρύθμισης, μπορεί να εξηγηθεί ως μία σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που κάποιος αισθάνεται ότι πρέπει να κάνει (καθήκον), και σε αυτό που κάνει πραγματικά (ενέργεια). Επιπλέον, αυτή η αναβολή της προσπάθειας θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει την έλλειψη ηθικού χαρακτήρα, δηλαδή την άμεση παραβίαση των ευθυνών του ατόμου τόσο σε σχέση με τον εαυτό του όσο και σε σχέση με τους άλλους, υπογραμμίζοντας έτσι την μη ηθικά αποδεκτή φύση της αναβλητικότητας.

Η αναβλητική συμπεριφορά σε μαθητές και φοιτητές

Στα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, οι μαθητές και οι φοιτητές που εκδηλώνουν αναβλητική συμπεριφορά τείνουν να παρουσιάζουν περισσότερα αρνητικά συναισθήματα, όπως ενοχή και ντροπή, ανεπαρκέστερες συνήθειες μελέτης και χαμηλότερους βαθμούς σε σχέση με τους συμμαθητές και συμφοιτητές τους που δεν συμπεριφέρονται κατά αυτόν τον τρόπο.

Η ακαδημαϊκή αναβλητικότητα θεωρείται επίσης ότι προκύπτει από την ύπαρξη χαμηλών κινήτρων, από την τελειομανία και συμβαίνει, συνήθως, όταν οι φοιτητές δεν αντλούν ευχαρίστηση από τα ακαδημαϊκά τους καθήκοντα και θεωρούν ότι έχουν ελάχιστο προσωπικό κέρδος από την επιτέλεση αυτών. Ως εκτούτου, η ακαδημαϊκή αναβλητικότητα συνδέεται συνήθως με επιζήμιες συμπεριφορικές επιλογές καθώς και συναισθήματα που ενέχουν προσωπική ενοχή, δικαιολογώντας την περαιτέρω διερεύνηση των ηθικών αντιλήψεων αυτής της αρνητικής στρατηγικής προσαρμογής.

Κάνοντας απολογισμό

Αποτέλεσμα εικόνας για περιμενοντασ να ερθεισ εφυγαΚι έρχεται η στιγμή που οι συνθήκες μας αναγκάζουν να κάνουμε τον απολογισμό της μέχρι τώρα ζωής μας.
 
Για όλους όσους πέρασαν. Φίλους… Εχθρούς… Γνωστούς… Απλούς περαστικούς… Τους δήθεν που μας χρησιμοποίησαν… Τους άσχετους που θέλησαν να περάσουν καλά… Τους περίεργους…
 
Ακόμα και αυτούς, που δεν έβρισκαν τίποτα ενδιαφέρον στη δική τους ζωή κι επέλεξαν να βολτάρουν στη δική μας, μήπως και καταφέρουν να δώσουν νόημα στη δική τους.
 
Λίγοι είναι οι άνθρωποι που θα μείνουν κοντά σου ουσιαστικά. Που θα σε αντέξουν. Θα σε νοιαστούν. Θα σε αγαπήσουν πραγματικά.
 
Ο χρόνος δικάζει. Άλλοτε γράφει κι άλλοτε διαγράφει. Και το συμπέρασμα;
 
Είναι ακόμα εδώ. Εδώ, για να μη σου λείψει τίποτα.
 
Σε αγάπησαν γι’ αυτό που είσαι και είναι συνοδοιπόροι στο ταξίδι σου. Γι’ αυτό προσπάθησε να μη τους πληγώσεις. Μη τους προδώσεις. Έχε τους πάντα ψηλά!
 
Οι παρείσακτοι απλά κρυφοκοιτάζουν.

Η ζωή μας κάνει δώρα, μας εκπλήσσει και μας προκαλεί

Αυτοί οι άγνωστοι της ζωής μας
άλλοτε περνούν ξυστά από δίπλα μας
μας κοιτάζουν περίεργα ή σχεδόν αδιαφορούν
για το τι είμαστε, τι κάνουμε, πώς τα περνάμε
και άλλοτε διασταυρώνεται με τέτοιο τρόπο η ζωή μας
με τη δική τους, βρίσκουμε κοινά ή αποκτούμε στην πορεία
έτσι επειδή ένας άνεμος το ’φερε
φύσηξε προς εμάς, προς εκείνους
κι ένωσε τις ζωές μας για λίγο ή πολύ ή καμιά φορά και για πάντα.
 
Έτσι η ζωή μας κάνει δώρα, μας εκπλήσσει και μας προκαλεί.
Κι εμείς έτσι σπάμε αν θελήσουμε τη μοναξιά μας
αποκτώντας την επιλογή να μοιραστούμε, να συνυπάρξουμε
να δούμε γύρω μας κι άλλες πραγματικότητες
να καταλάβουμε πως δεν είμαστε κλεισμένοι σε γυάλα
πως δεν είμαστε μόνο εμείς
και μόνο για τους εαυτούς μας.
 
Η ζωή κρατά πολλά κρυμμένα μυστικά
και αν δεν τα ανακαλύψουμε
αργά ή γρήγορα τα φανερώνει!

Ο μύθος του μικρού ψαριού που είχε μέσα του θυμό

Αποτέλεσμα εικόνας για goldfish artΜια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα ψαράκι που το έλεγαν Μάτεο. Το ψαράκι αυτό ζούσε σε μια θάλασσα μακρινή, λίγο μικρή μεν, αλλά γεμάτη ψάρια, πολλά άλλα ψάρια. Πρέπει ακόμα να σας πω ότι αυτό το ψαράκι έμενε με τους γονείς του. Κι ότι ο ψαρομπαμπάς του και η ψαρομαμά του ήταν πολύ αυστηροί μαζί του.

Δεν ξέρουμε γιατί, αλλά το εμπόδιζαν να κάνει ένα σωρό πράγματα*. Του καταλόγιζαν ότι κολυμπούσε, ότι έπαιζε, ότι έκανε θόρυβο με το στόμα του, με δυο λόγια, το ψαράκι αυτό είχε πάντα την αίσθηση ότι δεν έκανε ποτέ αυτό που έπρεπε. Συχνά αναρωτιόταν εάν οι γονείς του ήταν οι αληθινοί γονείς του, τόσο αυστηροί φαίνονταν. Αλλά πρώτα απ΄όλα τους φοβόταν πολύ, κυρίως τον μπαμπά του, τη μαμά του λιγότερο, αλλά τη φοβόταν λίγο κι αυτή. Αυτό το φόβο τον έκρυβε πολύ βαθιά μέσα του, ποτέ, ποτέ δεν θα τον ομολογούσε σε κανέναν. Σε ποιον να μιλήσει άλλωστε; Τα άλλα ψάρια δεν έδειχναν να φοβούνται.

Έτσι κάθε πρωί, αυτό το ψαράκι που το έλεγαν Μάτεο, όταν έφτανε στο σχολείο των ψαριών, ξέρετε τι έκανε; Ε, λοιπόν, έδινε μια και κολυμπούσε προς τα άλλα ψάρια που βρίσκονταν στην αυλή του σχολείου και τα δάγκωνε. Ναι, τα δάγκωνε με το ψαρόστομά του, έτσι, χρατς, χρατς! Τα χτύπαγε κιόλας με τα πτερύγια του, με την ουρά του. Τους έριχνε νερό στα μάτια για να κλαίνε. Ναι, ναι τα ψάρια κλαίνε. Δεν το βλέπουμε γιατί τα δάκρυά τους ανακατεύονται με το νερό της θάλασσας, αλλά τα ψάρια όντως κλαίνε.

Προφανώς, όλοι, όλα τα ψάρια, έμεναν κάθε φορά έκπληκτοι βλέποντας το Μάτεο το ψαράκι να δαγκώνει και να χτυπάει έτσι. Τα άλλα ψαράκια τον φοβόντουσαν. Έτσι ήταν! Αφού αυτό φοβόταν τον μπαμπά του και λίγο τη μαμά του, ήταν πολύ λυπημένο. Αν ξέρατε πόσο λυπητερή είναι η λύπη ενός μικρού παιδιού ψαριού! Είναι τόσο λυπητερή, που καμιά φορά κάνει το νερό της θάλασσας γκρίζο, μπορεί και μαύρο.

Καμιά φορά βλέπουμε τη θάλασσα έτσι μαύρη, καθόλου γαλάζια, ούτε πράσινη, ούτε ευτυχισμένη, μαύρο κατράμι. Ε λοιπόν, σας το λέω, είναι εξαιτίας της λύπης των μικρών παιδιών ψαριών!

Κάποια μέρα, η δασκάλα του σχολείου των ψαριών πλησίασε το Μάτεο και του είπε:

– Σ’ έχω δει να χτυπάς τα άλλα ψαράκια. Τις περισσότερες μάλιστα φορές σ’ εμπόδισα να το κάνεις. Εγώ δε θέλω να σε φοβούνται τα άλλα ψαράκια. Πρόσεξα καλά ότι συχνά έχεις πολύ θυμό μέσα σου. Είναι μέρες που γίνεσαι κατακόκκινος από το θυμό σου. Χτες το βράδυ, πριν πάω για ύπνο, σε σκέφτηκα, και προβληματίστηκα πολύ, και μετά μου ήρθε μια ιδέα! Σου έφερα ένα κουτί για να βάζεις το θυμό σου. Είναι ένα κουτί όπου μπορούν να αφήνουν το θυμό τους τα ψαράκια. Το πρωί όταν έρχεσαι, μπορείς να βάζεις το θυμό σου στο κουτί, και το βράδυ, αν θέλεις, θα σου τον επιστρέφω, για να γυρνάς στο σπίτι. Αν πάλι το επιθυμείς, ο θυμός σου μπορεί τη νύχτα να κοιμάται εδώ, στο σχολείο. Έτσι, το επόμενο πρωί θα είναι ξεκούραστος…

Ο Μάτεο, το ψαράκι, έμεινε να κοιτάει έκπληκτο τη δασκάλα των ψαριών. Δεν ήξερε ότι υπήρχαν θυμοκούτια, φοβοκούτια, λυποκούτια, όπου μπορείς να βάζεις τους θυμούς, τις λύπες ή τους φόβους σου.
Εκείνο το πρωί δεν είπε τίποτα, αλλά την άλλη μέρα έφτασε μ’ ένα πολύ μικρό κοχυλάκι, που είχε βρει στο δρόμο για το σχολείο, στο βυθό της θάλασσας.

Είπε στη δασκάλα του σχολείου των ψαριών:
-Κυρία, θα ήθελα να βάλω τη σημερινή πρωινή μου λύπη στο κουτί του θυμού…

Η δασκάλα πήρε το κοχυλάκι, το κοίταξε πολλή ώρα και είδε ότι έκρυβε μέσα του μεγάλη λύπη όντως. Κατάλαβε ότι οι θυμοί είναι λύπες που δεν μπορούν να εκφραστούν αλλιώς. Έβαλε το κοχυλάκι στο κουτί του θυμού, όπως της είχες ζητήσει ο Μάτεο, το ψαράκι. Νομίζω μάλιστα ότι τον φίλησε, αλλά δεν είμαι και σίγουρος, γιατί δεν ξέρω πως φιλιούνται τα ψάρια!

Η συνέχεια της ιστορίας; Ε, λοιπόν, δεν την ξέρω ακόμα.

Η δασκάλα του σχολείου των ψαριών μου είπε ότι θα μου την έλεγε κάποια μέρα.

Έκτοτε έμαθα ότι και άλλες δασκάλες, στα σχολεία των ψαριών, είχαν υιοθετήσει τη συνήθεια να προτείνουν κουτιά για να βάζει κανείς τα οδυνηρά αισθήματα. Έτσι ώστε τα ψαράκι να μην παραμένουν φορτωμένα, φορτισμένα ή μολυσμένα από αρνητικές σκέψεις ολόκληρη τη μέρα. Κάτι μου λέει ότι αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει και με τα μικρά των ανθρώπων.

Έτσι τελειώνει προς το παρόν ο μύθος του μικρού ψαριού που είχε τόσο θυμό μέσα του… που θα μπορούσε να καταπιεί ολόκληρη τη θάλασσα.
-------------------
* Μπορεί να φοβόνταν μη χτυπήσει ή μη χαθεί! Ποτέ δεν το είπαν γιατί οι ψαρογονείς δεν μιλάνε πολύ για τον εαυτό τους. Δεν έχετε ακούσει που λένε: «Σιγή ιχθύος»!

Κάθε φορά που γυρνάς από ένα ταξίδι δεν είσαι πια ο ίδιος άνθρωπος

Δεν είναι δύσκολο να το καταλάβεις αν βρεθείς σε κάποια αίθουσα αφίξεων ή αναχωρήσεων ενός αεροδρομίου, άλλωστε βγάζει μάτι.

Σε κανέναν άλλο χώρο στον κόσμο δεν παρατηρεί κανείς μαζεμένο τόσο αληθινό συναίσθημα, τόσες ουσιαστικές αγκαλιές, τόση ατόφια προσμονή στα βλέμματα των παρευρισκομένων. Γονείς αποχαιρετούν τα παιδιά τους, παρέες υποδέχονται τους φίλους τους, κατοικίδια κουνάνε την ουρά στους ιδιοκτήτες τους κι άνθρωποι ξανασμίγουν ή χωρίζονται μέσα στο χαμό.

Είναι σχεδόν ασύλληπτο να βλέπεις τόση αλήθεια σε έναν κόσμο που ξεχάστηκε στην επιφάνεια του κι έγινε σκλαβάκι του εφήμερου, κι αυτό το μέρος αναμφίβολα υπάρχει για να μας υπενθυμίζει πως οι άνθρωποι δεν έχουν σταματήσει να νιώθουν και πως ίσως να γίνονται ακόμα θαύματα.

Επειδή τα αεροδρόμια έχουν κάτι μαγικό, μια ενέργεια καλά κρυμμένη στο βαθύ συμβολισμό τους. Δεν είναι απλά κτήρια, είναι πύλες στο χωροχρόνο, μέρη μετάβασης και προσωπικής ψυχικής ανακατανομής. Εκεί μέσα έχουν παρθεί μεγάλες αποφάσεις, φτιάχτηκαν και καταστράφηκαν καριέρες από «φεύγω» και «δεν πάω πουθενά» της στιγμής, σχέσεις τελείωσαν κι άλλες άρχισαν ξανά με μια αγκαλιά.

Δεν έχει σημασία πόσο συχνά βρίσκεσαι εκεί, αν ταξιδεύεις συνέχεια ή μια στο τόσο, αρκεί να έχεις την ελάχιστη συναισθηματική ευφυΐα ώστε να ξέρεις να παρατηρείς τα μάτια και τις κινήσεις των ανθρώπων γύρω σου, να ξέρεις να τους διαβάζεις.

Η δυναμική ενέργεια που εκπέμπουν τα αεροδρόμια καθίσταται εμφανής πριν ακόμα φτάσεις εκεί, τόση είναι η ένταση που κρύβουν. Σκέψου λίγο· ίσως το βράδυ πριν το ταξίδι σου να μην κοιμηθείς καλά, ίσως να έχεις υπερένταση, ίσως στο δρόμο προς αυτά να σε πιάσει εκείνο το γνωστό σφίξιμο στο στομάχι που νιώθεις όταν πας να συναντήσεις κάποιον που αγαπάς πολύ κι έχεις να δεις καιρό. Νιώθεις με λίγα λόγια ανήσυχος, ζωντανός μα πάνω απ’ όλα ελεύθερος κι αυτό είναι συναίσθημα που σοκάρει ευχάριστα οποιονδήποτε συνήθισε με τον καιρό να ζει μια ζωή 9 με 5.

Είναι που τα ταξίδια με αεροπλάνο, κοντινά ή στην άλλη άκρη της γης, σηματοδοτούν τέλη κι αρχές με τέτοιο τρόπο που δεν μπορεί να το καταφέρει κανένα άλλο μέσο στη γη ή στο νερό. Άνθρωποι κλείνουν σελίδες κι ανοίγουν καινούριες, σε άλλες πόλεις, σε άλλες χώρες, ακόμα και σε άλλες ηπείρους. Αφήνουν πίσω τους ζωές στρωμένες, καθημερινότητες βολικές και πηγαίνουν να τα φτιάξουν όλα από την αρχή επειδή κάτι δεν τους έβγαινε σωστά στις πράξεις της ψυχής τους.

Κοιμούνται αλλού και ξυπνούν αλλού, βλέπουν τον κόσμο που ξέρουν από άλλες οπτικές γωνίες, βλέπουν ηλιοβασιλέματα, φωτισμένες πόλεις, βλέπουν την καθημερινότητα από ψηλά και τα προβλήματά τους να μικραίνουν όσο αυξάνονται τα πόδια που τους χωρίζουν από το έδαφος.

Εκείνες τις ώρες οι άνθρωποι πετάνε χωρίς να τους κατηγορεί κανείς για αιθεροβασία κι αυτό, ξέρεις, δεν είναι μικρό πράγμα. Τα έχει ανάγκη τα φτερά ο άνθρωπος, από το πολύ περπάτημα χαζεύει, γι’ αυτό και τα σύννεφα έχουν τη δύναμη να τον ανακουφίζουν.

Όταν ταξιδεύεις στον αέρα μπορείς να αφήσεις πίσω σου χειμώνα και να προσγειωθείς σε καλοκαίρι, μπορεί και το αντίθετο, ακριβώς όπως γίνεται με τους κύκλους της ζωής σου. Αγκαλιάζεις την αλλαγή, την αποζητάς, καταλαβαίνεις σε τι βάθος κάνει κακό η ρουτίνα, δεν είσαι ποτέ ο ίδιος άνθρωπος που μπήκε στο αεροπλάνο όταν κατεβαίνεις.

Ακριβώς επειδή την ώρα της πτήσης ασυναίσθητα συνειδητοποιείς όσα δε σου επιτρέπει η καθημερινότητα να συνειδητοποιήσεις για τον απλούστατο λόγο ότι, έστω και για λίγο, δεν είσαι πια κομμάτι της μα απλός παρατηρητής της.

Όλα, που λες, ξεκαθαρίζουν εκεί, πάνω από τα σύννεφα· εκεί πια σου είναι ξεκάθαρο τι θέλεις ν’ αφήσεις πίσω, από τι απομακρύνθηκες κι ελάφρυνε η ψυχή σου, καταλαβαίνεις ποιος είσαι και πού θες να πας. Κατανοείς τι αγαπάς, τι προσμένεις, πώς θέλεις να σε αγαπήσουν, σε ποιον θα ήθελες να λείπεις και πως όλο αυτό δεν αφορά μια απλή γεωγραφική μετάβαση, μα μια μετάβαση γενικότερη που σηματοδοτεί καινούριες σελίδες, λίγο ή πολύ κάθε φορά.

Πάνω απ’ όλα όμως καταλαβαίνεις πού θέλεις να γυρίσεις κι αυτό είναι το σημαντικότερο όλων· λένε πατρίδα σου είναι η χώρα στην οποία όταν προσγειώνεσαι δακρύζεις και κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει ορισμός ακριβέστερος από αυτόν.

Κι αν θέλεις να τον πάμε ένα βήμα παραπέρα, θα έλεγε κανείς πως πατρίδα σου πρέπει να θεωρείται και η χαρά στο βλέμμα των ανθρώπων που μέτραγαν τις μέρες για την άφιξή σου. Σε αυτούς τους ανθρώπους να επιστρέφεις, επειδή όσο κι αν ταξιδεύεις στα σύννεφα, όσο κι αν ψάχνεις τη θέση σου στον κόσμο, αργά ή γρήγορα τα σύννεφα αυτά είναι που θα σου υποδείξουν πως εκείνοι ήταν πάντα το σπίτι σου

Σταματήστε τον ιό της μιζέριας

Ξυπνήστε μια μέρα με καθαρό μυαλό. Ξεχάστε όποιον κι αν βρίσκεται κοντά σας για λίγα δευτερόλεπτα. Αγνοήστε ότι ίσως δεν έχετε και πάλι λεφτά, και σβήστε απ' το μυαλό σας τα μπιλιέτα –βαμπίρ λογαριασμών, οφειλών και εφορίας.

Κοιτάξτε τον ήλιο, τον καθαρό ουρανό, το δεντράκι που άνθισε, και δείτε μόνον ό,τι σας δίνει ελάχιστη, έστω, χαρά.

Αναπνεύστε. Και επιμείνετε να κρατήσετε την αισιοδοξία σας όσο γίνεται μέσα στην μέρα πιο πολύ.
Σύντομα θα συναντήσετε το πρώτο άτομο, -οικείο, φίλο, συνάδελφο, σύζυγο ή συγγενή- που τα βλέπει όλα μαύρα απ' το πρωί. (Διόλου δύσκολο άλλωστε).

Καταβάλετε κάθε προσπάθεια εσείς να μείνετε βράχος. Αυτό είναι το δύσκολο.

Από εκείνη την στιγμή και έπειτα θα αρχίστε όλο και πιο συχνά να παρατηρείτε. Πόσο σας επηρεάζουν οι γύρω και η γκρίνια τους, πόσο σας μεταδίδουν την δική τους απελπισία, πόσο η κατάθλιψη των άλλων ευθέως σας απειλεί.

Στους καιρούς που κοινωνίες ολόκληρες βυθίζονται σε μαζική απόγνωση ή κατάθλιψη, -με πρώτο «πιλότο» εδώ και μερικά χρόνια την ελληνική κοινωνία- η έρευνα της μαζικής ψυχολογίας επιχείρησε … να σπάσει τους κώδικες, και κυρίως την αλληλουχία των αντιδράσεων που μετατρέπουν αρνητικά ή και θετικά συναισθήματα του ενός σε ασθένεια των πολλών.

Το βέβαιο είναι ότι η μιζέρια είναι viral, και συγκεκριμένα οι καταθλιπτικές σκέψεις είναι αυτές που χαρακτηρίζονται άκρως μεταδοτικές.

Αν και οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την κατάθλιψη ως μια χημική ανισορροπία του εγκεφάλου, οι επιστήμονες πλέον διαλαλούν ότι ο κοινωνικός περίγυρος του κάθε ατόμου και ο τρόπος που βλέπει κανείς τον εαυτό του και τον κόσμο, είναι προδιαθεσιακοί παράγοντες ικανοί να προκαλέσουν και να διατηρήσουν την ασθένεια στη ζωή ενηλίκων και νεαρών.

«Ο τρόπος σκέψης είναι από τους κυριότερους παράγοντες κινδύνου για την κατάθλιψη», λέει ο Gerald Haeffel, αναπληρωτής καθηγητής κλινικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Notre Dame, που μόλις δημοσίευσε τα αποκαλυπτικά αποτελέσματα της έρευνάς του.

«Το πώς αντιλαμβάνεται κανείς το γενικότερο άγχος της ζωής, όπως και τα negative moods, – οι αρνητικές διαθέσεις με συχνότητα και σταθερή παρουσία στην ημερήσια διάθεση-, είναι αντιπροσωπευτικοί δείκτες επιστημονικά για την πρόβλεψη της εμφάνισης της κατάθλιψης στο μέλλον της ζωής ενός ατόμου.»

Ο Haeffel και η ομάδα του εξέτασαν δύο είδη σκέψης που έχουν συνδεθεί στο παρελθόν ερευνητικά με την κατάθλιψη. Τις εμμονές και την απελπισία.

Η εμμονή για τους ψυχιάτρους είναι το διαρκές αναμάσημα. Το άτομο που αναμασά τα άγχη του εστιάζει αναπόφευκτα στην αρνητική διάθεση, διευρύνει και μεγιστοποιεί τις ανησυχίες στο πώς το γιατί, αναλογίζεται τις επιπτώσεις, και πάλι από την αρχή.

Αντίθετα κάποιος που δεν πάσχει από εμμονές, όσο ανήσυχος ή στενοχωρημένος κι αν είναι, μπορεί να αποσυνδεθεί ευκολότερα από το στρες και τα προβλήματα κάνοντας και έναν περίπατο, πχ, έστω και για λίγα λεπτά προσωρινά.

Η απελπισία κατά τον Haeffel συνδέει τα επίπεδα της αυτοεκτίμησης με τις επιπτώσεις και τις συνέπειες ενός γεγονότος.

Για παράδειγμα, ένα άτομο που αισθάνεται απελπισία, όταν απολυθεί θα το δει ως προσωπική αποτυχία και ως «σημάδι» ότι δεν θα ξαναβρεί δουλειά ποτέ. Αντίθετα ο πιο αισιόδοξος, θα το αποδώσει στην γενικότερη κατάσταση της οικονομίας και ίσως, ως μια ευκαιρία να βρεί άλλη, διαφορετική και ίσως καλύτερη δουλειά που εν τέλει θα τον ευχαριστεί.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η απελπισία δεν είναι μεταδοτική.

Είναι όμως, αντίθετα, το «αναμάσημα» και οι εμμονές.

Η εγκατάσταση της απελπισίας σχετίζεται με βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις της κάθε προσωπικότητας ξεχωριστά και διεισδύει δυσκολότερα στον τρόπο σκέψης των άλλων.

Η εμμονή από την άλλη πλευρά, είναι πιο εύκολο να αντικατοπτρισθεί, αλλά και να εγκατασταθεί μεταδίδοντας την έμφαση στις αρνητικές σκέψεις, το focus στην θλίψη και την συνεχή συζήτηση για τις πλέον σκοτεινές προοπτικές.

Τα συμπτώματα της κατάθλιψης επίσης δεν είναι μεταδοτικά.

Η συγκατοίκηση με καταθλιπτικό άτομο, πχ, δεν αυξάνει τον κίνδυνο για την ανάπτυξη της ψυχικής ασθένειας.

Είναι χαρακτηριστικό όμως ότι φοιτητές που συγκατοικούσαν με άτομα με εμμονές είχαν διπλασιάσει μέσα σε τρεις μήνες την εμφάνιση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων σε σχέση με εκείνους που δεν έτυχε να συγκατοικήσουν με τέτοια άτομα, ή, ενσυνείδητα μετά από τρεις μήνες εξέφραζαν την αντίθεση τους με εμμονικές των άλλων πρακτικές.

Ο κίνδυνος να «κολλήσει» κατάθλιψη κανείς, μεγιστοποιείται όσο αυξάνονται στη ζωή του τα προβλήματα και τα επίπεδα του στρες.

Και αφού υπερπηδήσει αυτά τα εμπόδια θα διαπιστώσει ότι η μεγαλύτερη και καλύτερη ιδιοκτησία είναι η γνώση.

Σχετική εικόναΗ άγνοια, που σημαίνει αγνωσία, αμάθεια και έλλειψη πληροφόρησης είναι μία κατάσταση τόσο διαδεδομένη όσο τ’ αγριόχορτα στη επιφάνεια της γης. Στους περισσότερους ανθρώπους, που διάγουν μία βιολογική ζωή χωρίς πνευματικούς προβληματισμούς, ο ψυχισμός (ο εγκέφαλος) αδρανεί ως προς την αναζήτηση της γνώσης, της αλήθειας. Και επειδή η άγνοια είναι μία πολύτοκη μητέρα της πλάνης, του λάθους, του ψεύδους, του σφάλματος, των προλήψεων, της δεισιδαιμονίας, της θρησκοληψίας, του σκοταδισμού κ.λ.π.  γίνεται το βασικότερο εμπόδιο για την επιστήμη και τον πολιτισμό.

Ο Θουκυδίδης το είχε επισημάνει αυτό και γράφει «Αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας, και επί τα έτοιμα μάλλον τρέπονται» (Ιστορ. Α 20). Δεν θέλουν να ταλαιπωρηθούν με τη σκέψη οι άνθρωποι και καταφεύγουν στα έτοιμα. Όπως τα βρήκαν έτσι τ’ αφήνουν (:τέλμα και στασιμότητα). Γι αυτό τον λόγο και η γνώμη των πολλών δεν έχει κύρος. Και αυτή η γνώμη που στηρίζεται στην άγνοια και όχι στη γνώση, πρέπει να είναι ανεκτή, αλλά όχι σεβαστή γιατί δεν πρέπει να τιμούμε την αμάθεια. Αντίθετα πρέπει ( με πολιτισμένο τρόπο) να την καταδικάζουμε.

Στη διαμόρφωση σωστής γνώμης χρειάζεται εκτός από τη συνεχή ενημέρωση και η σπουδή της ιστορίας, αφού το παρελθόν φωτίζει το παρόν, και ανοίγει τις προοπτικές για το μέλλον. Ωστόσο, για να είναι αμερόληπτος και πειστικός ένας φιλίστορας που αναφέρεται σε ένα ιστορικό γεγονός πρέπει να έχει διαβάσει όλες τις ιστορικές εκδοχές και ερμηνείες αυτού του γεγονότος. Τις θετικές και τις αρνητικές ερμηνείες, τις σύμφωνες ή ασύμφωνες με τις προσωπικές του ιδεολογίες.

Όπως υπάρχει μια Ψυχολογία του βάθους (που ερευνά το υποσυνείδητο) έτσι θα έπρεπε να υπάρχει και μια Ιστορία του βάθους (που να ερευνά τα βαθύτερα αίτια των γεγονότων). Μια τέτοια ιστορία θα έκανε χρέη ψυχολογίας ομαδικής και ατομικής( της απρόσωπης μάζας και της προσωπικότητας) φωτίζοντας τις γενεσιουργές αιτίες του ψυχισμού των ανθρώπων, όπου φωλιάζουν τα ένστικτα.

Η ιστορία αυτή θα εντόπιζε τα ένστικτα της επιθετικότητας  σε συνάρτηση προς τις κοινωνικο – οικονομικές συνθήκες, που θα τα έκαναν να εκδηλώνονται καταστροφικά. Ίσως τότε η ιστορία θα μπορούσε να διδάξει και να συμβουλέψει, ενώ με την απλή περιγραφή των γεγονότων αντί να αποτρέψει, συνδαυλίζει τα πάθη. Πάντως το γεγονός είναι ένα: «Κάτω απ’ το δέντρο της γνώσης γεννήθηκε το δικαίωμα της ελευθερίας» (Κ. Τσάτσος).

Θύρα της γνώσης είναι η διδαχή (η αγωγή, η εκπαίδευση, το παράδειγμα). Παράθυρο της γνώσης είναι το βιβλίο. Η αγωγή που στοχεύει στη σωστή μάθηση, μπορεί να επιδράσει στον χαρακτήρα και στην κληρονομική σύσταση (DNA) του νέου ανθρώπου. Έτσι, η αγαθή διδαχή και επιρροή που εμφυτεύει στον νέο την αρετή, με τον καιρό γίνεται συνήθεια = «έξις, Δευτέρα φύσις», που σημαίνει ένα νέο DNA. Ο Δημόκριτος είχε συλλάβει πρώτος τη διαδικασία αυτή, σε εποχές που δεν είχε ανακαλυφθεί το κληρονομίσιμο DNA. Στο σωζόμενο απόσπασμα 33 του έργου του αναφέρει: « Η φύση και η αγωγή είναι παραπλήσια. Γιατί και η αγωγή μεταπλάθει τον άνθρωπο, και μεταπλάθοντάς τον, τον φτιάχνει φύση».

Η καθημερινή άσκηση και επανάληψη του θετικού θεωρητικού και πρακτικού στοιχείου της αγωγής επιδρά στο DNA και προσδένεται σ’ αυτό όπως και το αντίθετο: η αδράνεια ή η προσφορά του αρνητικού στοιχείου επιδρά καταστροφικά και στο ήδη υπάρχον σωστό DNA.

Όταν όλα έρθουν κατ’ ευχήν και η γνώση γίνει κτήμα του ανθρώπου, ενός ανθρώπου που καλλιεργεί την “δια βίου παιδεία” τότε απολαμβάνει και τους καρπούς της, που συνοψίζονται σε δύο λέξεις : πνευματική ευδαιμονία. Αυτή ακριβώς η διανοητική και συναισθηματική χαρά είναι το δώρο της γνώσης. Ο Arthour Koestler μας λέει πως « η απόλαυση του ειδήμονα  είναι υψηλότερου επιπέδου, στα Γράμματα, στις Τέχνες, και ιδιαίτερα στον Λόγο και στη Μουσική». Ωστόσο ο καλλιεργημένος άνθρωπος πρέπει να υπερπηδήσει πολλά εμπόδια για να φτάσει στο ποθητό τέρμα. Ο Roger Bacon στο «Μείζον έργον» του μας υπενθυμίζει μερικά:

Εμπόδια για τη γνώση είναι:
α) η μεγάλη εξάρτησή μας από τις προσωπικότητες
β) ο φόβος μήπως πούμε κάτι πολύ κοινό
γ) το να αφήνουμε να μας επηρεάζει πολύ το παραδεδεγμένο
δ) η προσποίηση γνώσης για να αποκρύψουμε την άγνοιά μας
ε) η πνευματική οκνηρία.

Και αφού υπερπηδήσει αυτά τα εμπόδια θα διαπιστώσει ότι η μεγαλύτερη και καλύτερη ιδιοκτησία είναι η γνώση.

Φιλικές σχέσεις και αληθινή φιλία

Αποτέλεσμα εικόνας για Amazon KindleΈνας καλός γείτονας είναι πρόθυμος να φροντίζει τον κήπο σας όταν λείπετε από το σπίτι. Ένας συνάδελφος δεν αρνείται ποτέ να σας καλύψει όταν χρειαστεί να λείψετε από τη δουλειά. Ένας παλιός σας γνώριμος επιδιώκει την παρέα σας τακτικά και κάθε φορά περνάτε πολύ ωραία μαζί. Οι άνθρωποι αυτοί είναι βέβαια φίλοι με μία έννοια και είστε τυχεροί που τους έχετε. Αλλά πόσοι από αυτούς είναι πραγματικοί φίλοι, αφοσιωμένοι στη φιλία σας κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες;

Λίγοι, λέει ο Αριστοτέλης, επειδή λίγοι άνθρωποι διαθέτουμε τα χαρακτηριστικά εκείνα που απαιτούνται σε μία «τέλεια φιλία». Από την άλλη, η αξία ενός αφοσιωμένου φίλου είναι ανεκτίμητη. Πώς μπορεί, όμως, κάποιος να δημιουργήσει μία τέτοια φιλία;

Μία όμορφη ιστορία για αρχή
Ο Ορέστης ήταν ο γιος του Αγαμέμνονα, του επικεφαλής της εκστρατείας εναντίον της Τροίας. Ο Πυλάδης ήταν ο εξάδελφός του, με τον οποίο είχαν μεγαλώσει μαζί στην Φωκίδα και είχαν γίνει αχώριστοι. Η φιλία τους αποτελεί πρότυπο αγάπης και αφοσίωσης, όπως θα διαπιστώσετε από το παρακάτω απόσπασμα, από το οποίο θα αρχίσει η εξερεύνηση της γνήσιας, αληθινής ή όπως την ονομάζει ο Αριστοτέλης, της ολοκληρωμένης φιλίας.

Η σκηνή διαδραματίζεται στο παλάτι του Άργους όπου τώρα κυβερνά ο Μενέλαος, ο αδελφός του Αγαμέμνονα. Έχει αποφασιστεί πως ο Ορέστης και η αδελφή του Ηλέκτρα πρέπει να εκτελεστούν ως φονιάδες της μητέρας τους. Ο Πυλάδης προτείνει στον εξάδελφο και φίλο του Ορέστη να δραπετεύσει, αλλά ο Ορέστης φοβάται πως οι Ερινύες, οι θεότητες που τιμωρούν τους μητροκτόνους, θα του προκαλέσουν τρέλα ώστε να εμποδίσουν την δραπέτευση. Κι ο Πυλάδης τον καθησυχάζει και τον ενθαρρύνει:

Πυλάδης: Αλλά εγώ θα σε φροντίσω
Ορέστης: Δύσκολο άρρωστο άνδρα ν’ αγγίζεις
Πυλάδης: Όχι βέβαια για εμένα, αν είσαι εσύ.
Ορέστης: Πρόσεχε μήπως την τρέλα μου κι εσύ κολλήσεις
Πυλάδης: Ασ’ το αυτό!
Ορέστης: Δεν θα διστάσεις λοιπόν;
Πυλάδης: Κακό μεγάλο ο δισταγμός ανάμεσα στους φίλους.
Ο Ορέστης ανακτά το θάρρος του, σκέφτεται πως η πράξη του ήταν δίκαια και αξίζει να σωθεί και στρέφεται με ευγνωμοσύνη στον φίλο του:
Ορέστης: Να τη αυτή η παλιά ρήση «ν’ αποκτάς φίλους και όχι συγγενείς μόνο», διότι από χιλιάδες συγγενείς, φίλος καλύτερος εκείνος είναι, που αν και ξένος, ένα γίνεται μαζί σου στη ζωή.
Ωστόσο, πιστός φίλος δεν είναι μόνο ο Πυλάδης. Και ο Ορέστης αγαπά τον φίλο του τόσο πολύ, ώστε προσπαθεί να τον αποδεσμεύσει. Του ζητά να μην εμπλακεί στην υπόθεση, αλλά να συνεχίσει ευτυχισμένος τη ζωή του. Αλλά αυτό είναι απαράδεκτο για τον φίλο του:
Πυλάδης: «Και τι θα πω όταν κάποτε γυρίσω στους Δελφούς, την ακρόπολη της Φωκίδας, πως ήμουν φίλος σου όταν όλα ήταν καλά, αλλά όταν σε βρήκε η δυστυχία έπαψα να είμαι; Όχι, αυτό δεν γίνεται. Είναι και δική μου υπόθεση».

Ο Πυλάδης αγαπά τον εαυτό του, θέλει να τον τιμούν και να απολαμβάνει την εκτίμηση των θεών και των ανθρώπων σε αυτόν ή στον άλλον κόσμο, να παραμείνει ένας ενάρετος άνθρωπος. Και το ίδιο επιθυμεί για τον φίλο του. Και εδώ ακριβώς είναι που θα συναντήσουμε τη σκέψη του Αριστοτέλη:

«Το αίσθημα της φιλίας συνίσταται στο να επιθυμεί κανείς για έναν άλλον αυτά που θεωρεί αγαθά, χάριν του φίλου του και όχι του εαυτού του, και στο να επιθυμεί, όσο μπορεί, να τα κάνει πραγματικότητα».

Έτσι ορίζει τη φιλία ο Αριστοτέλης στην «Ρητορική» του, και τώρα ίσως προσπαθείτε να ανακαλύψετε αν υπάρχει κάποιος από τους φίλους σας που σας προκαλεί αυτό το αίσθημα φιλίας, όπως περιγράφεται στον ορισμό. Οι περισσότεροι μάλλον, δεν θα σας προκαλούν κάτι τόσο ισχυρό. Μερικοί από αυτούς, θα πλησιάζουν αρκετά, αλλά ένα τόσο βαθύ αίσθημα, τόσο ισχυρή αγάπη είναι σπάνια. Θα επανέλθουμε όμως σε αυτό αργότερα. Προς το παρόν, μην ανησυχείτε, γιατί οι φίλοι, οποιουδήποτε είδους είναι σημαντικοί.

Ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται πως το κίνητρο που μας ωθεί να συνδεθούμε φιλικά με άλλους ανθρώπους είναι επιθυμία μας να ωφεληθούμε από αυτούς. Στις πιο συνηθισμένες φιλίες επιλέγουμε ή μας επιλέγουν βάσει της χρησιμότητάς ή της ευχαρίστησης και αυτά είναι τα δύο πρώτα είδη φιλίας.

Οι συνηθισμένες φιλίες
Πόσοι άνθρωποι υπήρξαν φίλοι σας και σήμερα δεν γνωρίζετε καν πού βρίσκονται; Με πόσους από αυτούς τσακωθήκατε ή απλώς ψυχρανθήκατε και απομακρυνθήκατε; Πόσους χάσατε χωρίς να έχετε ακόμα καταλάβει πώς; Μην ανησυχείτε αν είναι πολλοί. Οι περισσότερες φιλίες είναι προσωρινές. Εμφανίζονται για να καλύψουν ορισμένες ανάγκες, δικές σας και των άλλων, αλλά όταν αυτές οι ανάγκες πάψουν να υπάρχουν, αυτοί οι φίλοι δεν έχουν πια ρόλο να παίξουν στη ζωή σας. Ή εσείς στη δική τους. Δεν είναι κακό, είναι ανθρώπινο.

Αυτή είναι η πρώτη κατηγορία φιλίας κατά την οποία συνδεόμαστε με κάποιον «όχι επειδή είναι φίλος, αλλά κατά το μέτρο κατά το οποίο είναι χρήσιμος». Η φιλία αυτή είναι σαν τις συμμαχίες που συνάπτουν μεταξύ τους τα κράτη, ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί κι εμείς να συνδεθούμε με έναν γείτονα, με έναν εργοδότη, με κάποιον επαγγελματία ή δημόσιο λειτουργό που ήταν εξυπηρετικός σε μία δύσκολη στιγμή. Φυσικά, κάποιοι άλλοι μας συνυπολογίζουν στους φίλους τους για τον ίδιο λόγο.

Η δεύτερη κατηγορία είναι όταν «αγαπούν αυτούς που τους προκαλούν ευχαρίστηση. Διότι δεν αγαπούν τους χαρισματικούς για αυτό που είναι, αλλά γιατί κοντά τους βρίσκουν ευχαρίστηση». Τέτοιοι φίλοι είναι οι τύποι που είναι η «ψυχή της παρέας», οι εραστές κι οι ερωμένες με ομορφιά και χάρες, οι άνθρωποι με χιούμορ που μας κάνουν και γελάμε, οι ευφυείς από τους οποίους αποκτούμε συναρπαστικές γνώσεις, οι καθηγητές στο σχολείο, οι μέντορες στην σταδιοδρομία μας. Τέτοιοι είμαστε κι εμείς για κάποιους άλλους άλλους.

Οι φιλίες της χρησιμότητας και της ευχαρίστησης είναι οι συχνότερες κι εμπεριέχουν το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων που κάποτε αποκαλέσαμε φίλους. Και ήταν φίλοι μας και ήμασταν κι εμείς φίλοι τους, αλλά μόνο μέχρι να ολοκληρωθεί μία συγκεκριμένη διαδικασία που απαιτείται για να ωριμάσουμε και να προχωρήσουμε, κι εμείς στη ζωή μας κι εκείνοι στη δική τους. Όμως, διαρκούν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κι ύστερα χάνονται και γίνονται γλυκές ή πικρές αναμνήσεις. Γιατί; Γιατί αυτό που αγαπάμε κι αγαπούν οι φίλοι αυτών των κατηγοριών είναι συγκεκριμένες ιδιότητες και όχι η προσωπικότητα συνολικά. Αναπόφευκτα, όταν δεν θα έχουμε πια ανάγκη αυτές τις ιδιότητες επειδή άλλαξε ο χαρακτήρας των φίλων ή άλλαξαν οι περιστάσεις, η φιλία δεν έχει πια λόγο ύπαρξης.

«Αυτού του είδους οι φιλίες διαλύονται εύκολα, διότι τα πρόσωπα που συνδέονται με φιλία δεν παραμένουν πάντοτε ίδια. Εξ άλλου, και το συμφέρον υφίσταται μεταβολή και σε κάθε εποχή είναι διαφορετικό. Έτσι, όταν εκλείψει ο συνδετικός δεσμός, μαζί εξαφανίζεται και η φιλία, έχοντας υπάρξει μόνο ως μέσο για συγκεκριμένο σκοπό».

Πώς συμβαίνει λοιπόν και κάποιες φιλίες επιβιώνουν για πολλά χρόνια ανεξαρτήτως των περιστάσεων;

Η τέλεια φιλία
Το μυστικό για μία γνήσια φιλία που αντέχει στον χρόνο, ο συνδετικός δεσμός πέρα από τη χρησιμότητα και την ευχαρίστηση, που δεν φθείρεται, δεν αλλάζει και είναι ίδιος πάντα και ίδιος για όλους, είναι μία μικρή αλλά σπουδαία λέξη:

«Αληθινοί φίλοι είναι αυτοί που επιθυμούν το καλό για τους φίλους τους, επειδή διαπνέονται από το αίσθημα της φιλίας αυτό καθ’ εαυτό και όχι ανάλογα με τις περιστάσεις. Αφού η αρετή είναι μόνιμη, όσο οι φίλοι παραμένουν ενάρετοι, η φιλία τους παραμένει σταθερή»

Ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται πως αναγκαία προϋπόθεση για μία τέτοια φιλία είναι η αρετή. Δεν αρκεί να ταιριάζουν τα γούστα και οι χαρακτήρες. Καμία φιλία δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένη και διαρκής αν και οι δύο φίλοι δεν είναι ενάρετοι. Για παράδειγμα, δύο άνθρωποι που είναι άδικοι, μικρόψυχοι και οργίλοι, μπορούν να δημιουργήσουν φιλίες σαν αυτές που είδαμε προηγουμένως. Δεν θα γίνουν όμως ποτέ μόνιμοι και αξιόπιστοι φίλοι μεταξύ τους. Διότι με την πρώτη ευκαιρία θα αδικήσουν τον φίλο τους για να ωφεληθούν κάτι οι ίδιοι, εφόσον είναι άδικοι. Όταν θα πρέπει να διαχειριστούν μία διαφωνία με τον φίλο τους, θα τον προσβάλουν και θα του φερθούν βάναυσα, εφόσον είναι οργίλοι. Δεν έχει λοιπόν ο κακός άνθρωπος την ικανότητα να αγαπήσει αληθινά έναν όμοιό του ούτε να αγαπηθεί από αυτόν. Αλλά ούτε κι ένας ενάρετος θα μπορούσε να γίνει φίλος του.

Αντιθέτως, δύο άνθρωποι που έχουν αναπτύξει τις αρετές, όπως τις περιγράφει ο Αριστοτέλης, πρώτα απ’ όλα αγαπούν και σέβονται ο καθένας τον εαυτό του. Κι εφόσον είναι δίκαιοι, επιθυμούν για τον φίλο τους όσα επιθυμούν και για τον εαυτό τους. Είναι επίσης εγκρατείς και νηφάλιοι, ώστε μπορούν να διαχειρίζονται τις δυσκολίες με επιτυχία. Είναι γενναίοι και στη δύσκολη στιγμή διακινδυνεύουν για να σώσουν τον φίλο τους, όπως έκανε ο Πυλάδης λέγοντας πως για τους φίλους υπάρχει «εἷς ἀγών, δίκη μία, ἢ ζῆν ἅπασιν ἢ — θανεῖν ὀφείλεται» (ένας αγώνας, μία ποινή, και πρέπει ή όλοι μαζί να ζήσουμε ή όλοι μαζί να πεθάνουμε).

Μία τέτοια φιλία εξασφαλίζει και στα δύο μέρη και τη χρησιμότητα και την ευχαρίστηση που αναζητούμε στα δύο πρώτα είδη. Αλλά αυτά έρχονται ως αποτέλεσμα της σχέσης και δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Έτσι, όταν οι περιστάσεις αλλάξουν, οι ενάρετοι φίλοι προσαρμόζονται με σωφροσύνη στα νέα δεδομένα ώστε να συνεχίσουν να απολαμβάνουν τη φιλία τους υπό τις νέες προϋποθέσεις.

Θα σκέφτεστε τώρα πως τέτοιες σχέσεις είναι πραγματικά σπάνιες και θα έχετε δίκιο. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν είναι εύκολο ούτε να γίνουμε ενάρετοι ούτε να βρούμε άλλον έναν ενάρετο. Το ίδιο δύσκολο ήταν και στην εποχή του Αριστοτέλη και σε κάθε εποχή. Αλλά δεν είναι μόνο η σπανιότητά της που την κάνει πολύτιμη.

Αξίζει τον κόπο;
Μολονότι σε γενικές γραμμές οι φιλίες των δύο πρώτων κατηγοριών καλύπτουν τις κοινωνικές μας ανάγκες, πάντοτε λαχταρούμε έναν μόνιμο, γνήσιο φίλο που θα αγαπά αυτό που είμαστε και όχι αυτό που έχουμε. Το πρόβλημα είναι πως «Η επιθυμία για φιλία γεννιέται γρήγορα, όχι όμως και η ίδια φιλία». Ο Αριστοτέλης λέει πως δεν γίνεται να γνωρίσεις καλά έναν άνθρωπο πριν «ἅλας συναναλῶσαι», πριν δηλαδή φάτε μαζί αλάτι. Παρόμοια λέμε μέχρι σήμερα «φάγαμε μαζί ψωμί κι αλάτι», για κάποιον φίλο με τον οποίο έχουμε μοιραστεί πολλές, συνήθως δύσκολες, εμπειρίες. Χρειάζεται, λοιπόν, να περάσουμε πολύ χρόνο με τον φίλο μας μέχρι να γνωριστούμε καλά και να αντιληφθούμε πως πράγματι μπορούμε να χτίσουμε μία γνήσια φιλία. Η αρετή μπορεί να είναι ο συνδετικός παράγοντας, η συνήθεια όμως, μέσω της συναναστροφής ενδυναμώνει την σύνδεση, καθώς οι φίλοι αποκτούν κοινές εμπειρίες.

Οπωσδήποτε η γνήσια φιλία δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά τα εύκολα συνήθως είναι μικρής αξίας. Πόση αξία έχει όμως μία σχέση, δοκιμασμένη στο χρόνο, μέσα στην οποία αισθανόμαστε ασφαλείς; Πόσο πιο όμορφη κι ενδιαφέρουσα γίνεται η ζωή μας, όταν υπάρχει κάποιος που νοιάζεται για την επιτυχία μας και κάνει ό, τι μπορεί για να τα καταφέρουμε. Κάποιος που μας συμβουλεύει σοφά, που χαίρεται με τη χαρά μας και λυπάται στη δυστυχία μας; Κάποιος που δεν θα εξαπατηθεί όταν οι άλλοι μας συκοφαντούν, που δεν θα φοβηθεί να θέσει σε κίνδυνο τον εαυτό του για μας στηρίξει.

Αν ένας τέτοιος ενάρετος άνθρωπος βρίσκεται στον περίγυρό σας, ένα τρόπος υπάρχει να δημιουργήσετε τη δική σας τέλεια φιλία: Να γίνεται κι εσείς ο ενάρετος άνθρωπος που θα ήθελε εκείνος στη ζωή του.

Άλλος τρόπος δεν υπάρχει!

Πάψε Να Είσαι Βαλτωμένος

Καθημερινότητα. Ρουτίνα. Καταστάσεις με εντάσεις που σε κάνουν να αμφιβάλλεις για το μέλλον αλλά και για τον ίδιο στον εαυτό. Αυτή η συνεχόμενη κατάσταση άγχους, που σε τραβάει μακριά από το να απολαμβάνεις τις στιγμές που περνάνε στη ζωή σου. Παραβλέπεις καθετί μπορεί να σου δώσει την ικανοποίηση της ευτυχίας μέσα από μικρές στιγμές και τρέχεις να προλάβεις τη ζωή. Οι καταστάσεις σε προλαβαίνουν και τότε συνειδητοποιείς πως όσο και αν τρέχεις, η ζωή πάντα θα βρίσκεται ένα βήμα πιο μπροστά από εσένα.

Περνάς τις μέρες σου ζυγίζοντας εκείνα που πέρασαν και λυπάσαι γι’ αυτά. Βάζεις τον εαυτό σου σε μία κατάσταση να μετράς τις δυσκολίες και να γειώνεσαι από αυτές. Κλαις, λυγίζεις και πιστεύεις ότι δεν μπορείς άλλο. Μα κάνεις λάθος. Κάνεις ένα τεράστιο λάθος. Κοιτάς τη ζωή από λάθος οπτική γωνία. Δεν πρέπει να μετράς τις δυσκολίες, αλλά εκείνες τις στιγμές που ένιωσες πραγματικά ικανοποιημένος από τη ζωή. Άσε το μέτρημα για τις εμπειρίες και τα μαθήματα που πήρες από αυτές.

Μην λυγίζεις και μην κλαις αν κάτι δεν σου πάει καλά. Βρες εκείνη την οπτική γωνία που ακόμα και όταν πρέπει να λυγίσεις με την λογική σου, το συναίσθημά σου θα σου λέει να γελάσεις.

Ναι. Σωστά διάβασες. Χαμογέλα. Γέλα. Και όλα θα πάνε καλά. Τι και αν όλα πάνε στραβά. Γέλα και νιώσε περήφανος που μπορείς να ζεις τέτοιες καταστάσεις. Νιώσε περήφανος που ενώ όλα γύρω σου καταρρέουν, εσύ βρίσκεσαι εκεί όρθιος, ανάμεσα στα συντρίμμια σου και γέλα. Γέλα για εκείνες τις στιγμές που η ζωή σε δοκιμάζει αλλά εσύ την προλαβαίνεις, διότι γνωρίζεις τι θα πει να ζεις την κάθε στιγμή με χαμόγελο.

Προφανώς και δεν μπορείς όμως να τ’ αξιολογείς όλα έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο. Ζεις σε μία κοινωνία που άνθρωποι αποτυγχάνουν, πεθαίνουν, χάνονται. Φυσικά δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις τέτοιες καταστάσεις με χαμόγελο, αλλά βαθιά μέσα σου νιώσε ικανοποιημένος. Νιώσε δυνατός. Γελά και πάρε δύναμη από αυτό, γνωρίζοντας ότι υπάρχουν και χειρότερα αλλά εσύ συνεχίζεις να προχωράς στη ζωή.

Μην επηρεάζεσαι από την ασχήμια του κόσμου, παίρνοντας μέρος σ’ αυτή. Μην κλιμακώνεσαι σε καταστάσεις, μαυρίζοντας τις στιγμές της ζωής σου και χάνοντας το γέλιο σου. Μάθε να ζεις το δράμα με χαμόγελο ακόμα και αν αυτό φαίνεται ειρωνικό ή δύσκολο. Μάθε να ξεπερνάς κάθε δυσκολία και να μην γκρινιάζεις για την επόμενη. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να χάνεσαι σε στιγμές που πιστεύεις ότι παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή σου, επειδή σ’ έκαναν να επηρεαστείς από αυτές.

Μάθε να ονειρεύεσαι το μέλλον σου και θέσε στόχους. Μην αφήνεις την πραγματικότητα να σου στερεί όλα εκείνα που ονειρεύεσαι. Μην ξεχνάς ότι οι δύσκολες στιγμές στην ουσία δεν είναι μεγάλες. Είναι μικρές που τους δίνουμε εμείς την τόση μεγάλη έκταση τους. Πλάσε το όραμα σου στην πραγματικότητα και κολύμπα στην ουσία σου. Μην λυπάσαι για τις ήττες που σου δίνει η ζωή. Αντίθετα, χαμογέλα γιατί από κάθε ήττα παίρνεις ένα σημαντικό μάθημα για μια επόμενη νίκη σου.

Σταμάτα να ταΐζεις τις λύπες σου και γκρέμισε τα τείχη της ευτυχίας σου. Πάψε να είσαι βαλτωμένος σε μία φυλακισμένη ευτυχία και μάθε να βιώνεις με αυτογνωσία κάθε λεηλατημένη σου στιγμή.

Μπορείς άλλωστε να την μετατρέψεις σε κάτι άλλο. Πάντα θα μπορείς να βλέπεις το καλό μέσα από εκείνες τις σκοτεινές μέρες. Άνοιξε τα μάτια σου και δες όσο πιο βαθιά μπορείς. Εκεί βρίσκεται το νόημα. Στην οπτική γωνία. Πάρε την απόσταση σου και βρες την επιθυμητή θέση ώστε πάντα να χαμογελάς. Μην απελπίζεσαι αν αργήσεις να την βρεις ή μην τρέχεις απεγνωσμένα προς εκείνη. Η ευτυχία πάντα βρίσκεται στο τέρμα σου. Χαμογέλα και βρες το σημάδι της θέσης σου.

Οι φυσικοί εξακολουθούν να ερευνούν γιατί το σύμπαν δεν κατέρρευσε

Αποτέλεσμα εικόνας για σύμπανΣύμφωνα με τα καλύτερα σημερινά μοντέλα της φυσικής, το σύμπαν θα είχε καταρρεύσει αμέσως μετά τον πληθωρισμό, την περίοδο που διήρκεσε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου αμέσως μετά το Big Bang.

Είναι η περιοχή «Νότιος Πυλώνας», εκεί όπου γίνεται η γέννηση των άστρων το λεγόμενο Νεφέλωμα Καρίνα (Carina). Όπως δε ανοίγουμε ένα καρπούζι και βρίσκουμε τους σπόρους του, έτσι και το υπέρυθρο τηλεσκόπιο «ξεσκεπάζει» αυτό το σκοτεινό νέφος για να αποκαλύψει τα άστρα -έμβρυα μέσα σε πυλώνες από πυκνή σκόνη.

Το πρόβλημα έγκειται εν μέρει στα μποζόνια Higgs, τα οποία παρήχθησαν κατά τη διάρκεια του πληθωρισμού. Εξηγούν δε γιατί τα άλλα σωματίδια έχουν τις μάζες που βλέπουμε. Προηγούμενη έρευνα έχει δείξει ότι, στο πρώιμο σύμπαν, το πεδίο Higgs μπορεί να είχε αρκετά μεγάλες διακυμάνσεις ώστε να ξεπεραστεί ένα ενεργειακό φράγμα, το οποίο να ανάγκασε το σύμπαν να μεταβεί από την κανονική κατάσταση του κενού σε μια κατάσταση με αρνητική ενέργεια του κενού, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα το σύμπαν να καταρρεύσει γρήγορα στον εαυτό του.

Σε μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Physical Review Letters, ο Matti Herranen στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης με τους συνεργάτες του μπορεί να έχουν έρθει ένα βήμα πιο κοντά στην επίλυση αυτού του προβλήματος, μέσω του περιορισμού της ισχύος της σύζευξης μεταξύ πεδίου Higgs και της βαρύτητας, η οποία είναι η τελευταία άγνωστη παράμετρος του καθιερωμένου μοντέλου.

Όπως οι φυσικοί εξηγούν, όσο ισχυρότερα είναι συνδεδεμένο το πεδίο Higgs με τη βαρύτητα, τόσο μεγαλύτερες είναι οι διακυμάνσεις που μπορεί τελικά να προκαλέσουν μια μοιραία μετάβαση στην αρνητική ενεργειακή κατάσταση του κενού.

Στη νέα δημοσίευση, οι επιστήμονες υπολόγισαν ότι μια κατάρρευση μετά τον πληθωρισμό θα είχε συμβεί μόνο αν η ισχύς της σύζευξης ήταν πάνω από την τιμή του 1.

Συνδυάζοντας αυτό το αποτέλεσμα με το χαμηλότερο όριο του 0.1, το οποίο οι ίδιοι οι φυσικοί βρήκαν πέρυσι αναλύοντας τις απαιτήσεις για σταθερότητα κατά τη διάρκεια (και όχι μετά) τον πληθωρισμό και το εύρος από 0,1 έως 1, περιόρισαν την σύζευξη στην εκτιμώμενη τιμή 1 / 6. Αυτή η τιμή του 1/6 χρησιμοποιείται παραδοσιακά ως κατ’ εκτίμηση επειδή αντιστοιχεί στην μηδενική σύζευξη ανάμεσα στο Higgs και τη βαρύτητα, αν και είναι πιθανά εσφαλμένη.

Η μείωση της ισχύος της σύζευξης ανάμεσα στο Higgs και τη βαρύτητας, θα καθοδηγήσει τους φυσικούς κατά την ανάλυση των πειραματικών δεδομένων, με σκοπό να υπολογίσουν οι φυσικοί την τιμή της σύζευξη με μεγαλύτερη ακρίβεια. Δεδομένα που σχετίζονται με την κοσμική μικροκυματική ακτινοβολία υπόβαθρου και τα κύματα της βαρύτητας, για παράδειγμα, αναμένεται να βοηθήσουν στον περαιτέρω περιορισμό της τιμής της σύζευξης. Όταν δε συνδυάζεται και με άλλες παραμέτρους, η ισχύς της σύζευξης Χιγκς-βαρύτητας θα πρέπει να παράγει μια εικόνα ενός σύμπαντος που δεν πήγε σε μια κατάσταση κατάρρευσης.

Στο σύνολό τους, τα αποτελέσματα αυτά θα πρέπει να βοηθήσουν τους επιστήμονες να τροποποιήσουν τα μοντέλα του πληθωρισμού, προκειμένου να περιγράψουν ένα σύμπαν που να μοιάζει περισσότερο με αυτό που ζούμε.

Η ζωή χωρίς smartphones

Οι περισσότεροι θα θυμόσαστε ότι και στην προ κινητών τηλεφώνων και πάσης φύσεως gadgets και κοινωνικών δικτύων εποχή μια χαρά περνούσαμε.

Ίσως και καλύτερα από σήμερα, διότι είχαμε πραγματικές και όχι εικονικές ανθρώπινες σχέσεις.

Ωστόσο δεν μπορούμε να μην παραδεχτούμε ότι είναι πολύ αστεία η διαφήμιση εταιρείας κινητής τηλεφωνίας, η οποία δείχνει με ευφάνταστο τρόπο τι θα συνέβαινε αν ξαφνικά ξεμέναμε από κινητά τηλέφωνα.

Η Θεωρία του Ερωτα

Οι άνθρωποι αισθάνονται αυτό το υπέροχο συναίσθημα και το αναγνωρίζουν εμπειρικά. Τι λέει όμως η επιστήμη γι” αυτό; Ερευνητές του Πανεπιστημίου Γέιλ επιχειρούν να δώσουν επιστημονικές εξηγήσεις.

Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο Γέιλ μελετούν διάφορες απόψεις του μυστηρίου του έρωτα. Η Laura King, καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας, εξετάζει μεσαιωνικά κείμενα που προειδοποιούσαν τους ανθρώπους σχετικά με τους κινδύνους της ρομαντικής αγάπης, ενθαρρύνοντάς τους να ψάχνουν για πιο πνευματικές σχέσεις. Ο κοινωνιολόγος Joshua Gamson ερευνά την ομοφυλοφιλία, ενώ η Susan Treggiari, επισκέπτρια καθηγήτρια Ιστορίας, μελετά τον έρωτα και τον γάμο στους αρχαίους Ρωμαίους.

Εντύπωση κάνει το γεγονός ότι, παρ’ όλη την παράδοση του πανεπιστημίου στις νευροεπιστήμες, δεν υπάρχουν φυσιολόγοι στο Γέιλ που να ερευνούν συστηματικά τη φύση του έρωτα. Για ποιον λόγο; Επειδή τα ποντίκια δεν ερωτεύονται! Δεν υπάρχει το κατάλληλο μοντέλο στο ζωικό βασίλειο και, επιπλέον, είναι δύσκολο να ερευνήσει κανείς την κανονική ανθρώπινη φυσιολογία, πόσο μάλλον ένα υποκειμενικό συναίσθημα, σύμφωνα με τον καθηγητή Eric J. Nestler.

Ο Robert Sternberg, καθηγητής Ψυχολογίας και Εκπαίδευσης στο Γέιλ και πρόεδρος της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας, δίνει μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία στην πολυσυζητημένη αυτή ερώτηση. Θεωρεί ότι η αγάπη είναι μια ιστορία, την οποία καθένας από εμάς γράφει και ξαναγράφει. Η αγάπη αναπτύσσεται, μεγαλώνει και διαρκεί, όταν ένας άνθρωπος βρίσκει κάποιον άλλον που ταιριάζει στην προσωπική του «ιστορία έρωτα».

Τα συστατικά του έρωτα

Η εργασία του Sternberg βρίσκεται ανάμεσα στην προσέγγιση που περιορίζει τον έρωτα σε ένα καλωδιακό διάγραμμα και μια συλλογή χημικών και στην προσέγγιση που αναζητάει καθολικές, αλλά ασαφέστερες αλήθειες.

Οταν ο Sternberg άρχισε να μελετάει τις σχέσεις, τη δεκαετία του ’70, ανακάλυψε ότι είχαν τρία βασικά συστατικά: οικειότητα, πάθος, αφοσίωση. Τα τρία αυτά στοιχεία αποτελούν τις βάσεις ενός τριγώνου, το οποίο, όταν ο έρωτας είναι ώριμος και ισορροπημένος, είναι ισόπλευρο. Καθώς ο έρωτας αναπτύσσεται, μεγαλώνει και το εμβαδόν του τριγώνου, με τις τρεις ίσες πλευρές να επιμηκύνονται αντίστοιχα. Οταν ένα ζευγάρι είναι σε γεωμετρική αρμονία, το αποτέλεσμα ονομάζεται τελειοποιημένος έρωτας, κάτι που, βέβαια, είναι σπάνιο. Τις περισσότερες φορές οι πλευρές του τριγώνου είναι διαφορετικού μήκους και συχνά ένα από τα βασικά στοιχεία λείπει εντελώς. Υπάρχει, για παράδειγμα, η ερωτική τρέλα – πάθος χωρίς οικειότητα ή αφοσίωση – ή ο ρομαντικός έρωτας – οικειότητα και πάθος αλλά χωρίς αφοσίωση – ή ο τρελός έρωτας – αφοσίωση και πάθος χωρίς οικειότητα. Υπάρχουν και άλλοι πιθανοί συνδυασμοί σύμφωνα με τον Sternberg, ο οποίος έχει αναπτύξει τη θεωρία του τριγώνου του έρωτα σε πολλά βιβλία και επιστημονικές δημοσιεύσεις.

Η θεωρία του τριγώνου του έρωτα εντοπίζει σε ποιο σημείο βρίσκεται κάποιος στη σχέση του, αλλά δεν εξηγεί πώς έφτασε εκεί. Για να καταλάβουμε τον έρωτα πρέπει να εξετάσουμε πώς αναπτύσσεται και εξελίσσεται στη συνέχεια.

Ερωτικοί ρόλοι

Τι ρόλο παίζετε στη σχέση σας; Είστε ο αστυνόμος, ο κωμικός, η πριγκίπισσα ή ο μάρτυρας; Ο ρόλος καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την έκβαση μιας σχέσης, μια που πρόκειται για «ιστορία έρωτα», δηλαδή για το πώς έχει ο καθένας στον νου του το τι ζητάει από κάποιον άλλο και το πώς πιστεύει ότι θα είναι η έκβαση της σχέσης. Η «ιστορία έρωτα» που πλάθει κανείς σχετίζεται με το ποιος είναι ατομικά. Η ιστορία του καθενός καθορίζεται από στοιχεία όπως η προσωπικότητα, οι οικογενειακές εμπειρίες, η θρησκεία, η εκπαίδευση, η κουλτούρα του ατόμου, και δεν είναι κάτι τελειωμένο, αλλά εξελίσσεται.

Οι σχέσεις μπορεί να είναι τόσο απρόβλεπτες όσο και μια ταινία μυστηρίου. Γιατί μερικά ζευγάρια «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», ενώ άλλα έχουν την τύχη του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας; Και γιατί μερικές φορές νιώθουμε καταδικασμένοι να κάνουμε τα ίδια ρομαντικά λάθη ξανά και ξανά, ακολουθώντας το ίδιο σενάριο με διαφορετικούς ανθρώπους σε διαφορετικά μέρη, σαν να ήταν η μοίρα των σχέσεών μας προκαθορισμένη;

Ισως γιατί, στην πραγματικότητα, είναι! Σύμφωνα με τον Sternberg, για να καταλάβουμε τον έρωτα θα πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τις ατομικές μας ιστορίες έρωτα που υπαγορεύουν τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες μας από τις σχέσεις. Αυτές οι ιστορίες, τις οποίες αρχίζουμε να γράφουμε ήδη από την παιδική ηλικία, προβλέπουν τα μοτίβα των ρομαντικών μας εμπειριών. Ευτυχώς, μπορούμε να κατανοήσουμε και να μάθουμε να ξαναγράφουμε τις ιστορίες μας!

Ο ολοκληρωμένος έρωτας απαιτεί και τα τρία στοιχεία. Αλλά η θεωρία αφήνει μια βασική ερώτηση αναπάντητη: τι καθιστά ένα άτομο το είδος του εραστή που είναι; Τι το προσελκύει σε άλλα άτομα;

Ιστορίες σχέσεων

Κουβεντιάζοντας με άτομα που μόλις χώρισαν, η ιστορία του χωρισμού που διηγείται ο καθένας είναι εντελώς διαφορετική, σαν να περιγράφουν δύο εντελώς διαφορετικές σχέσεις. Κατά κάποιον τρόπο είναι. Κάθε μέλος του ζευγαριού έχει τη δική του εκδοχή της ερωτικής τους ιστορίας. Το σημαντικότερο για μια υγιή, χαρούμενη σχέση είναι να έχουν και τα δύο μέλη της συμβατές ιστορίες, δηλαδή συμβατές προσδοκίες. Μια έρευνα που έγινε το 1998 από τον Sternberg, τον Mahzad Hojjat, Ph.D., και τον Michael Barnes, Ph.D., έδειξε ότι όσο πιο παρόμοιες ήταν οι ιστορίες των ζευγαριών τόσο πιο ευτυχισμένα ήταν.

Οι ιστορίες είναι συνήθως συμβατές αν έχουν συμπληρωματικούς ρόλους σε μια ιστορία, όπως αυτή του πρίγκιπα και της πριγκίπισσας, ή αν οι ιστορίες είναι αρκετά παρόμοιες ώστε να μπορούν να ενοποιηθούν σε μία και μοναδική ιστορία.

Βέβαια, η συμβατότητα των σχέσεων δεν είναι το μοναδικό απαραίτητο συστατικό σε μια πετυχημένη σχέση. Μερικές φορές η αγαπημένη μας ιστορία μπορεί να είναι επικίνδυνη για την υγεία μας, μια που συχνά οι άνθρωποι επιθυμούν να πραγματοποιήσουν ριψοκίνδυνες ή δυσάρεστες ιστορίες. Οι άνθρωποι συνήθως παραπονιούνται ότι καταλήγουν με τον ίδιο τύπο «κακού» συντρόφου και ότι είναι άτυχοι στον έρωτα. Στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιο δεν σχετίζεται με τον έρωτα, αλλά με το γεγονός ότι χωρίς να το αντιλαμβάνονται βρίσκουν άτομα τα οποία κατά κάποιον τρόπο υποχρεώνουν να παίξουν την προσωπική τους ιστορία έρωτας ή τους επιβάλλουν τη δική τους ιστορία, άσχετα με το ποια είναι η ιστορία του άλλου μέλους.

Ρομάντζα με αίσιο τέλος

Η προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε προβλήματα στις σχέσεις αλλάζοντας τη συμπεριφορά ή τις συνήθειές μας τελικά δεν λειτουργεί, επειδή οι κρίσεις προέρχονται από τις ιστορίες που διαδραματίζουμε. Ετσι, εκτός και αν αλλάξουμε τις ιστορίες μας τελματώνουμε. Οι άνθρωποι περιγράφουν τον έρωτα ποικιλοτρόπως και η περιγραφή τους αποκαλύπτει την ιστορία τους. Για παράδειγμα, κάποιος που συμφωνεί με την πρόταση «Πιστεύω ότι οι καλές ερωτικές σχέσεις είναι σαν να έχεις έναν καλό συνεταίρο» διηγείται μια επιχειρηματική ιστορία, ενώ κάποιος που λέει ότι καταλήγει να κάνει σχέσεις με άτομα που φοβάται διαδραματίζει μια ιστορία τρόμου.

Τα ζευγάρια συνήθως ξεκινούν τη σχέση από φυσική έλξη και κοινά ενδιαφέροντα και αξίες, αλλά, σταδιακά, μπορεί να προσέξουν ότι κάτι λείπει από τη σχέση. Αυτό το κάτι συνήθως είναι συμβατότητα των προσωπικών ιστοριών ή προσδοκιών που έχουν. Ενα ζευγάρι με ιστορίες που δεν ταιριάζουν είναι σαν δύο χαρακτήρες επί σκηνής που όμως προέρχονται από διαφορετικό έργο – μπορεί αρχικά να δείχνουν σωστοί, αλλά δεν υπάρχει συγχρονισμός στην αλληλεπίδρασή τους.

Αυτός είναι ο λόγος που ζευγάρια τα οποία μοιάζουν να ταιριάζουν τελικά χωρίζουν, ενώ ζευγάρια που εκ πρώτης όψεως είναι αταίριαστα μπορεί και να παραμείνουν μαζί.

O ορισμός του έρωτα
 
Δέκα μυριάδες ορισμούς μπορείς να δώσεις στον έρωτα. Και οι ποιητές όλοι, από τον Όμηρο ως τον Καβάφη, δουλεύοντας ετούτο το μεταλλείο της άνοιξης, μας δείχνουν κάθε φορά κι από μια του όψη. Ο καθένας με τον τρόπο του.

Όμως ο έρωτας επιμένει να είναι αόριστος. Και αλίμονό μας, εάν γεννιόταν ο υπερποιητής που θα πετύχαινε να τον ορίσει. Τι θα γινότανε!
 
Την άλλη μέρα όλοι οι άνθρωποι, ουρές και κοπάδια και φάλαγγες κατά μιλιούνια, θα σπούδαζαν να επισκεφθούν τον τόπο, όπου χτίστηκε το πιο σπουδαίο μνημείο επί γης: ο Έρωτος Τάφος. Να προσκυνήσουν το περίτεχνο επιτύμβιο και να αποθέσουν μπροστά του ένα λευκό τριαντάφυλλο.
Όχι. Να μας λείπει ένας τέτοιος ποιητής. Ένας δεύτερος Αττίλας Φειδίας.
 
Γιατί ο Φειδίας που έχτισε τον Παρθενώνα, την ίδια στιγμή, και χωρίς να το υποψιάζεται, είχε χτίσει και τον τάφο της σοφίας του ανθρώπου˙ της Αθηνάς σοφίας. Ο Παρθενώνας είναι το ταφικό μνημείο της κλασσικής Ελλάδας. Την άλλη μέρα άρχισε ο πελοποννησιακός πόλεμος. Άρχισε το τέλος της κλασσικής Ελλάδας. Και την παράλλη έρχουνταν οι ελληνιστικοί χρόνοι της κάμψης. Και η κλασσική Ελλάδα είναι όλων των εποχών του ανθρώπου η πιο αληθινή εποχή.
 
Ωστόσο, εδόθηκε από τους ποιητές ο ορισμός του έρωτα. Ο πλήρης και ο ακριβής. Εκείνη την έννοια του ορισμού, δηλαδή, που τόσο βασανίστηκε ο Σωκράτης να την ανακαλύψει. Και που σαν την ανακάλυψε, είχε ταυτόχρονα ανακαλύψει και την επιστήμη. Την επιστήμη. Που σαν άλλος Φαέθοντας ανέβασε τον άνθρωπο στον ουρανό. Κι από κει κρατώντας στα δυο χέρια του τα γκέμια του φωτός και της φωτιάς μέλλει να τον καταγκρεμίσει στα Τάρταρα.
 
Ο ορισμός, λοιπόν, που εδόθηκε στον έρωτα, και που όλοι οι ποιητές τον διατύπωσαν με τα δικά του λόγια ο καθένας, είναι ο ακόλουθος: έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις.
 
Να φεύγεις, αλλά πώς να φεύγεις! Το πράγμα θέλει μεγάλη προσοχή. Γιατί ο ορισμός αυτός είναι τορπίλλι που το παίζει στα χέρια του μικρό παιδί. Το παίζει στα χέρια του και δεν ξέρει τι είναι… Ο Γιωργής τ’ Αποδέλοιπο, που λέει κι ο Μυριβήλης.
 
Έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις έτσι, που η σφαγή που θα νιώθεις να είναι πολύ πιο σφαγερή από τη σφαγή που νιώθει ο σύντροφος που αφήνεις. Αν εκείνος πονάει τρεις, εσύ να πονέσεις εννιά. Εδώ σε θέλω κάβουρα, που λένε, να περπατάς στα κάρβουνα. Χόρεψες ποτέ σου το χορό του αναστενάρη, χωρίς να είσαι αναστενάρης; 

Ορίζοντας τον έρωτα: ένα αίνιγμα

1. Ο «γρίφος» του έρωτα

Στο κεφάλαιο με τίτλο «Μικρός Κριτής» του βιβλίου «Γκέμμα», τελευταίου και πιο σημαντικού, από φιλοσοφική και λογοτεχνική άποψη, συγγράμματος του Δημήτρη Λιαντίνη, ο φιλόσοφος προτείνει τον πιο αινιγματικό, ίσως, ορισμό της έννοιας του έρωτα που θα μπορούσε κάποιος να επινοήσει:

«Έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις»
(χωρίς τόνο στο «του» – κι αυτό έχει τη σημασία του, όπως θα δούμε αργότερα). Αλλά, να φεύγεις πώς;

«Έτσι, που η σφαγή που θα νιώθεις να είναι πολύ πιο σφαγερή από τη σφαγή που νιώθει ο σύντροφος που αφήνεις» («Γκέμμα», σελ. 170).

Ο Λιαντίνης δεν δείχνει πρόθυμος στη συνέχεια να αναλύσει περαιτέρω τον – κάθε άλλο παρά συμβατικό – ορισμό του. Περιγράφει με απίστευτη λογοτεχνική δεινότητα την ερωτική συμπεριφορά (κυρίως σε ό,τι αφορά τον άντρα), όμως η ίδια η έννοια του έρωτα, έτσι όπως εκείνος επιχειρεί να την ορίσει, παραμένει αινιγματική.

Οι ακαδημαϊκοί του φιλοσοφικού χώρου, που θα μπορούσαν ίσως να μας δώσουν μια αξιόπιστη ερμηνεία του ορισμού, απέφυγαν, γενικά, να ασχοληθούν στο βάθος που θα έπρεπε με το έργο του Λιαντίνη. (Κάτι ήξεραν: Κάποιοι από τον ακαδημαϊκό χώρο των θετικών επιστημών, που επιχείρησαν να μιλήσουν με όχι προσωπολατρικό τρόπο για τον Λιαντίνη, το πλήρωσαν με σκληρές επιθέσεις εναντίον τους – συχνά στα όρια του προσωπικού εξευτελισμού – από τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς του φιλοσόφου…)

Από την άλλη, οι μαθητές και, εν γένει, οι θαυμαστές του Λιαντίνη αντιμετωπίζουν τον ορισμό αυτό του έρωτα ως θέσφατο, είτε αποφεύγοντας να τον ερμηνεύσουν με τρόπο πειστικό, είτε ακόμα και δίνοντας αυθαίρετες ερμηνείες (κάπου διάβασα, π.χ., ότι «πρέπει να βρίσκουμε τη δύναμη να φεύγουμε από μια ερωτική σχέση που μας πληγώνει»!). Δεν γνωρίζω αν ο ίδιος ο Λιαντίνης έδωσε μια εξήγηση σε κάποια από τις διαλέξεις του (ας με διαφωτίσουν εδώ οι αναγνώστες). Η μελέτη του βιβλίου, πάντως, δεν οδηγεί σε μια πιο ξεκάθαρη εικόνα…

Το βέβαιο είναι ότι ο αινιγματικός αυτός ορισμός δεν επιδέχεται μονοσήμαντη κι απόλυτη ερμηνεία. Θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να προτείνουμε κάποιες δικές μας ερμηνείες, χωρίς να ισχυριζόμαστε, φυσικά, ότι θα τις προσυπέγραφε ο ίδιος ο Λιαντίνης! Αυτό που θα ήθελα, πάντως, να τονίσω εξαρχής είναι ότι δεν συνδέω τον ορισμό αυτό του Λιαντίνη με τον γνωστό Λιαντινικό συσχετισμό του έρωτα με την καταστροφή, την οδύνη και τον θάνατο. Αυτά μπορεί να αποτέλεσαν και να αποτελούν αντικείμενα της Τέχνης, το ίδιο το βίωμά τους, όμως, δεν μπορεί να συνιστά τέχνη! Και ο Λιαντίνης ζύγιζε πολύ προσεχτικά τις λέξεις του..

2. Ο ιδανικός εραστής

Στον «Μικρό Κριτή», ο Λιαντίνης ορίζει ως ιδανικό εραστή εκείνον που μπορεί να κατανοήσει τη σύνθετη, πολυοργασμική ερωτική φύση της γυναίκας και να ανταποκριθεί – ακόμα και με κατάθεση δικής του οδύνης – στις απαιτήσεις της φύσης αυτής. Το κυρίαρχο δόγμα βασίζεται στην ετεροβαρή, κατά τον συγγραφέα, σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα, έτσι όπως η ίδια η Φύση προστάζει:

«Η φύση ορίζει το αρσενικό να γίνεται ατελείωτη προσφορά, και θεία στέρηση για το θηλυκό. (…) Στον έρωτα όλα γίνουνται για το θηλυκό.»

«Την ευθύνη για να γίνει και να μείνει ως το τέλος σωστή η ερωτική σμίξη, την έχει ο άντρας. Πάντα, όταν φεύγει η γυναίκα, θα φταίει ο άντρας.»

«Από τα δέκα μερίσματα του καρπού της ηδονής, για τη γυναίκα προορίστηκαν τα εννέα, και για τον άντρα το ένα.»

Ποιος είναι ο τρόπος λειτουργίας του δόκιμου εραστή κατά την «ερωτική σμίξη»; Ο Λιαντίνης την περιγράφει με μοναδική συμβολική και λογοτεχνική μαεστρία:

«Αίσθηση του κοντινού που δραπετεύει, και του μακρινού που πιάνεται, όπως το πουλί στο ξώβεργο. Επώδυνη εγκράτεια και βασανιστική ετοιμασία.»

Όμως, πώς σχετίζονται όλα αυτά με τον ορισμό του έρωτα, όπως αυτός δόθηκε προηγουμένως;

3. Η τέχνη της επώδυνης απόδρασης

Η φράση-ορισμός «έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις» μοιάζει εκ πρώτης όψεως ξεκομμένη από τη συζήτηση που ακολουθεί στον «Μικρό Κριτή» (τέτοιες ασυνέχειες δεν είναι σπάνιες στον Λιαντίνη, ιδιαίτερα στις ομιλίες του). Υπάρχει, όμως, ένας τρόπος να τα συνδέσουμε όλα μεταξύ τους, αν συσχετίσουμε το «η τέχνη να φεύγεις» (το δεύτερο ενικό απευθυνόμενο, υποτίθεται, στον άντρα) με την τέχνη του καλού εραστή, όπως περιγράφηκε πιο πάνω.

Μήπως, δηλαδή, αυτό το «να φεύγεις» αναφέρεται στην «αίσθηση του κοντινού που δραπετεύει», ενώ το «σφαγερό» της φυγής αφορά την «επώδυνη εγκράτεια» και τη «βασανιστική ετοιμασία» του αρσενικού;

Σε κατοπινό κεφάλαιο του βιβλίου, ο Λιαντίνης κάνει αναφορά στην ερωτική πρακτική του νεαρού σπαρτιάτη, λέγοντας:

«Με το χάραμα έφευγε προτού τη χορτάσει (σ.σ: τη γυναίκα του). Να του αφήσει την αίσθηση ότι όλη τη νύχτα δεν την άγγιξε. Αυτό είναι το θεϊκό αίσθημα της ερωτικής στέρησης. Και γι’ αυτό η μητέρα του Έρωτα είναι η Πενία» («Γκέμμα», σελ. 235).

Άθελα του εδώ ο Λιαντίνης, που τόσο μίσησε τον Βάγκνερ («Γκέμμα», σελ. 49), συνάντησε τον «Πάρσιφαλ» και κατανόησε το μαρτύριο που διάλεξε ως αντάλλαγμα για την ύστερη σοφία!

4. Η οδύνη του αποχωρισμού

Αν «έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις», θα μπορούσε, μήπως, το «να φεύγεις» να απευθύνεται και στη γυναίκα;

Πριν το εξετάσουμε, καλό είναι να θυμηθούμε τι γράφει ο Λιαντίνης για τον ορισμό των εννοιών, γενικά:

«Για να ορίσεις μια έννοια, θα την περιγράψεις με τόσες και τέτοιες λέξεις, ώστε να μην ημπορείς να προσθέσεις ούτε μία λέξη, να μην ημπορείς να αφαιρέσεις ούτε μία, και να μην ημπορείς να αλλάξεις ούτε μία» («Γκέμμα», σελ. 65-66).

Υποθέτουμε ότι, στον ορισμό μιας έννοιας, το «να αλλάξεις» επιβάλλει σχολαστικότητα ακόμα και στις παραμικρότερες λεπτομέρειες. Διότι, π.χ., η προσθήκη ή η παράλειψη ενός σημείου στίξης, ή ενός τόνου, μπορεί να αλλάξει ριζικά το νόημα μιας πρότασης.

Όπως προαναφέρθηκε, κατά τον Λιαντίνη, όταν η γυναίκα φεύγει «φταίει πάντα ο άντρας». Το να φύγει, έτσι, μία γυναίκα από μια σχέση που δεν την ικανοποιεί ερωτικά, δεν είναι ζήτημα τέχνης αλλά συνιστά άσκηση δικαιώματος («να το γράψετε να μείνει στον αστικό κώδικα», προτρέπει ο Λιαντίνης). Εκ πρώτης όψεως, λοιπόν, το «να φεύγεις» στον ορισμό του έρωτα δεν θα μπορούσε να αφορά τη γυναίκα.

Αν, παρ’ όλα αυτά, ο Λιαντίνης το «να φεύγεις» όντως το απευθύνει στη γυναίκα, τότε στη φράση «έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις», η απουσία τόνου στο «του» (συνήθως τον υπονοούμε: «η τέχνη τού να φεύγεις») δεν θα πρέπει να είναι προϊόν απροσεξίας, αλλά η λέξη «του» έχει κτητική σημασία και θα πρέπει να διαβαστεί ως έχει. Και αυτό διότι, σύμφωνα με όσα αναφέραμε πιο πάνω, η εναλλακτική γραφή «τού» οδηγεί σε φράση δίχως νόημα (το να φύγει, δηλαδή, μία γυναίκα από μια σχέση που δεν την ικανοποιεί, θα έπρεπε να απαιτεί τέχνη αντί να συνιστά δικαίωμα!).

Έτσι, το «η τέχνη του» υπονοεί μία ιδιότητα, ένα χάρισμα του άντρα. Και το «η τέχνη του να φεύγεις» θα μπορούσε να σημαίνει, σε πλήρη ανάπτυξη, «η τέχνη του άντρα να κάνει εσένα, τη γυναίκα, να φεύγεις…». Η φράση μένει ανολοκλήρωτη και δίχως νόημα, μέχρι να έρθει το υπόλοιπο, αναπόσπαστο μέρος του ορισμού: «…και τη στιγμή που φεύγεις από κοντά του (μετά την ερωτική σμίξη) να βιώνεις την απώλειά του δέκα φορές πιο οδυνηρά απ’ ό,τι εκείνος τη δική σου»!

Η τέχνη του έρωτα, λοιπόν, είναι υπόθεση του άντρα, ενώ το μεγαλύτερο μερίδιο της οδύνης του αποχωρισμού (της «σφαγής», κατά τον Λιαντίνη) αναλογεί στη γυναίκα. Εκείνος ήδη πλήρωσε το τίμημα που του αναλογούσε σε οδύνη, παραμερίζοντας «εννέα φορές» το «εγώ» του κατά την ερωτική σμίξη. Μετά, είναι η σειρά της να πονέσει. Κι αυτή είναι η δικαιοσύνη που όρισε η Φύση…

5. Τελικά, λογική ή ποίηση;

Ας συνοψίσουμε: Είναι φανερό ότι μία «προφανής» ερμηνεία του ορισμού του έρωτα κατά Λιαντίνη (δηλαδή, ότι έρωτας είναι η τέχνη να φεύγεις από μία σχέση, πονώντας πολλαπλά σε σύγκριση με τον/την σύντροφο που αφήνεις πίσω σου) οδηγεί σε παραδοξολογία. Πράγματι, κάποιος που ζει την οριστική και αμετάκλητη φυγή δέκα φορές πιο σφαγερά από εκείνον που αφήνει, δεν έχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει τέχνη. Γιατί, η τέχνη πάνω απ’ όλα απαιτεί καθαρό μυαλό, συγκέντρωση και λογική. Κι ο πόνος, αν και συχνά παράγει τέχνη, ποτέ δεν παράγεται από αυτήν!

Οι δύο ερμηνείες που επιχειρήθηκαν σε αυτό το κείμενο βασίστηκαν σε λογική επεξεργασία της διατύπωσης του ορισμού, εξετάζοντας χωριστά τις περιπτώσεις όπου η έκφραση «να φεύγεις» απευθύνεται στον άντρα ή στη γυναίκα. Αυτό μας οδήγησε, τελικά, σε μία σύνθεση των ερμηνειών σε ένα ενιαίο σχήμα, αφού οι ερμηνείες αυτές είναι κατ’ ουσίαν συμπληρωματικές και όχι αμοιβαία αποκλειόμενες.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι κατά πόσον ο ίδιος ο Λιαντίνης θα ενέκρινε μια οποιαδήποτε απόπειρα αποκωδικοποίησης των συμβολισμών που περιέχονται στη «Γκέμμα», με δεδομένο ότι η (σκόπιμα;) αινιγματική γραφή δένει αρμονικά με το λογοτεχνικό – κατ’ ουσίαν ποιητικό – ύφος του κειμένου. Έτσι που μία καθαρά ορθολογική προσέγγιση των νοημάτων θα μπορούσε να απειλήσει την ωραιότητα του όλου οικοδομήματος.

Ποιος ξέρει, λοιπόν… Ίσως και να πρέπει, τελικά, να αφήσουμε αδιατάρακτες τις λέξεις στα ανεξερεύνητα σκοτάδια τους. Και ίσως οι ερμηνείες τους να πρέπει να αναζητηθούν όχι τόσο στα λεξικά, όσο στο ατομικό ένστικτο του καθενός. Γιατί, η «Γκέμμα» δεν είναι μία, είναι πολλές. Τόσες όσες και οι συνειδητότητες που χρόνια τώρα αγωνίζονται να την εξερευνήσουν. Πολλές φορές, ακόμα και μάταια…

Κ. Παλαμάς: Η ποιητική και το ηθικό-κοινωνικό

Αποτέλεσμα εικόνας για Κ. Παλαμάς: Η ποιητική και το ηθικό-κοινωνικόΚωστής Παλαμάς: 1859-1943

Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου: Ο Ερχομός

Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου είναι το κορυφαίο και το πιο ποιητικό έργο του Παλαμά. Οι κεντρικές φιλοσοφικές του θεμελιώσεις έλκουν την προέλευσή τους από τη φιλοσοφία του Νίτσε και δη από τις συλλήψεις του περί του υπερανθρώπου, του θανάτου των θεών, της καταστροφής των ειδώλων, της «ηθικής» των δούλων, του πολέμου ως ζωοδότη και δημιουργού του ρυθμού, της αρμονίας, κ.λπ. Τέτοια, νιτσεϊκής κυρίως υφής, φιλοσοφικά ερείσματα δημιουργούν τους αναγκαίους ποιητικούς όρους, ώστε να πλημμυρίζει το έργο με οραματικά νοήματα που «ξαναμιλιούνται» (Παλαμάς) με τον τρόπο του αισθήματος και γίνονται ένα διαρκές παρόν στοχαστικής ανάβλεψης. Τελικά τι σημαίνει για τον ποιητή Δωδεκάλογος του Γύφτου; Σημαίνει τους Δώδεκα Λόγους που ο ήρωας του έργου, ο Γύφτος–ποιητής –και ο Γύφτος όχι μόνο ως ο ποιητής– απ-αγγέλλει υπό τη μορφή εκρηκτικών διαχύσεων της λυρικής σκέψης.

Ο Πρώτος Λόγος φέρει τον τίτλο: Ο Ερχομός. Τίνος αγγέλλεται ο Ερχομός; Του Γύφτου και του Ποιητή ως φορέα της ποιητικής σκέψης. Ο Γύφτος δεν κατονομάζεται ευθύς εξαρχής και έτσι αναλαμβάνει να μιλήσει ο Γύφτος- Ποιητής. Τα πρώτα λόγια του συμπυκνώνουν την πεπτουσία όλου του ποιητικού λέγειν ως συλ-λέγειν:

Τ’ αξεδιάλυτα σκοτάδια
τα χαράζει μια λιγνή λευκότη
νυχτοφέρνοντας και αυτή·
και είτανε του νου μου η πρώτη
χαραυγή.

Η αφετηρία, ποιητική και ιστορική, παραπέμπει σε αξεδιάλυτα σκοτάδια: ποιητική –δηλαδή ως δημιουργική πνοή– γιατί ο Ερχομός των Γύφτων στο κέντρο της ιστορικής ζωής [=Βυζάντιο πριν την άλωση, Ευρώπη πριν την Αναγέννηση], αλλά και στην κοινωνική-πολιτική πραγματικότητα της Πόλης [=Κωνσταντινούπολη] συνιστά μια ενατένιση –με την ευαίσθητη χορδή της ποιητικής λύρας– η οποία βαθμιαία θα αρχίσει να προβάλλεται ως συνειδητή πράξη αντίθεσης ανάμεσα στον αν-αρχο λαό των Γύφτων και την οργανωμένη –απόλυτα διεφθαρμένη– κοινωνία, όπως απεικονίζεται στο παράδειγμα της καλπάζουσας παρακμής της Πόλης.

 Η συνειδητή πράξη αναδύεται αργά και κοπιαστικά, ως εναντίωση στο σαπρό, και ως τέτοια νυχτοφέρνει. Ιστορική αφετηρία: όλο το περιεχόμενο της ποιητικής εικόνας [=ερχομός, ενατένιση, βαθμιαία συνειδητοποίηση κ.λπ.] εγγράφεται ως μια ελπιδοφόρα ιστορική αφετηρία, ένα πρώτο μάγμα ενθάρρυνσης για την αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού μέσα από τις στάχτες του. Υπό μια γενική επισκόπηση, ο Πρώτος Λόγος επέχει θέση εισαγωγής στο όλο ποιητικό σύνθεμα και πραγματεύεται δυο κυρίως θεματικές, που στους επόμενους Λόγους συγκροτούν επί μέρους ή διεξοδικότερες παρουσιάσεις. Η πρώτη θεματική σχετίζεται με την παρουσία –δια του ποιητή– του λαού των Γύφτων ως του απέναντι, του άλλου, του παρά-νομου, του αντί-θετου προς τη νόμιμη –αλλά αφάνταστα διεφθαρμένη– πολιτεία και κοινωνία, η οποία όμως ιστορικά ιδωμένη είναι καταδικασμένη σε θάνατο από τις ίδιες τις δικές της αμαρτίες. Ο ποιητής εδώ είναι ο Λόγος που καταγγέλλει την πολιτική σήψη και συγχρόνως αγγέλλει την ανόρθωση έξω απ’ αυτήν. Η δεύτερη θεματική αναδεικνύεται ως αντινομία ανάμεσα στο λαό-μάζα των Γύφτων και τον Γύφτο-Ποιητή, το συνειδητό Είναι του ιστορικού γίγνεσθαι. Πάντοτε ο τελευταίος ως τέτοιο Είναι, ως προ-φήτης, ως υπεράνθρωπος, ως το αντίπαλο δέος του μαζάνθρωπου, αυτοπροσδιορίζεται:

Κ’ έτσι στα πανάλαφρα,
στα πανύψηλα έτσι εγώ είμουν
μέσα στους ξεχωριστούς
ο ξεχωριστός εγώ είμουν
όλα μέσα μου τα νιάτα
κι όλα τα γεράματα
και τους σπόρους και τις μήτρες
κλειώντας αξεχώριστα!

E. Bloch: Η ουτοπία ζει μέσα στο παρόν

Αποτέλεσμα εικόνας για ερνστ μπλοχΕρνστ Μπλοχ: 1885–1977

Η ουτοπία μέσα στην ιστορία

Ο γερμανός φιλόσοφος Ε. Μπλοχ αποτέλεσε παράδειγμα ενός πραγματικά μη-συστημικού διανοητή. Ανέπτυξε την προσωπική θεωρητική του συνείδηση σε ουσιώδη εναρμόνιση με την ιστορική προοπτική ενός μαρξικού οράματος, που δεν εννοούσε να υποτάσσεται στους ποικίλους πολιτικούς καταναγκασμούς ενός γραφειοκρατικού, οικονομίστικου, κρατιστικού «μαρξιστικού» παραδείγματος. Η αυθεντικότητα της σκέψης του δεν του άφησε ούτε για μια στιγμή περιθώρια να μεταποιήσει εαυτόν σε έναν διανοούμενο–απολογητή ελεγκτικών μηχανισμών και καταπιεστικών πολιτικών μορφωμάτων. Ο πυρήνας της φιλοσοφίας του θα μπορούσε να συνοψισθεί στο εξής: φύση και ανθρώπινη ιστορία κυοφορούν τις προϋποθέσεις για ένα νέο πρόταγμα ζωής που αφενός περιέχει κάτι το ανολοκλήρωτο, είναι δηλαδή ένα όχι ακόμη Είναι, και αφετέρου εκφράζει μια νέα κατάσταση, μια εντελώς ανέκδοτη πραγματικότητα, που δεν μπορεί να ακολουθεί υποχρεωτικά οποιουσδήποτε πρότερους ή συγχρονικούς σχεδιασμούς. Η ουσία της ουτοπίας του έτσι μέσα στην ιστορία συλλαμβάνεται ως μια οντολογική καινοτομία με το νόημα ότι η υπάρχουσα κοινωνική, πολιτική, οικονομική κ.λπ. κατάσταση, το ίδιο το υπάρχον κοινωνικο-οικονομικό και πολιτικό σύστημα, περιέχει μια λανθάνουσα δυνατότητα του νέου, αλλά όχι ακόμα πραγματοποιημένου. Έτσι οποιαδήποτε θεωρία ή σχεδιασμός κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής είναι σε θέση να περιορίζει ή να ελέγχει πιθανές εγκεφαλικές ή αφηρημένες διεκδικήσεις του νέου. 

Σημαντικό επίσης, στο πλαίσιο της φιλοσοφικής ουτοπίας του Μπλοχ, είναι η σύλληψη της «μη-συγχρονικότητας». Πρόκειται για μια φιλοσοφική καινοτομία, ικανή να θραύει εκείνη τη μηχανιστική αντίληψη που αντιμετωπίζει τον ιστορικό χρόνο ως μια ομογενή ροή μπρος–πίσω. Κατ’ αυτό τον τρόπο αποδομείται η γραμμική αντίληψη της ιστορικής εξέλιξης και εισέρχεται μέσα στην ιστορική και υπαρκτική μας παρουσία η δυνατότητα του πολλαπλού, του πολύμορφου, του σχετικά ορθού και αληθινού. Η μη-συγχρονικότητα έχει λοιπόν ιδιαίτερη αξία ως ένα είδος πολλαπλών διαστάσεων του ιστορικού χρόνου. Στη συνάφεια τούτη μας διανοίγει ορισμένως σε μια οδό σκέψης και πράξης, συμπεριφοράς και τρόπου ζωής, όπου τα δυο πιο επικίνδυνα άκρα για το ίδιο μας το Dasein, το απολύτως απόλυτο και το απεριόριστα σχετικιστικό, αποδυναμώνονται, απενεργοποιούνται και αποκαθηλώνονται. Στον μεγάκοσμο της κοινωνικής και πολιτικής πρακτικής τούτο σημαίνει, ανάμεσα στα άλλα, ότι απομυθοποιούνται οι εκάστοτε «σωτήρες» του Έθνους και αποκαλύπτονται ως αστικές-εξουσιαστικές μετριότητες που είναι «ικανές» μόνο για ένα πράγμα: να αναπαράγουν το βάρβαρο και το χυδαίο. Η υπό συζήτηση όμως ουτοπία έχει και ένα ακόμη στοιχείο που την καθιστά ζωντανή και σπουδαία. Ένα πολιτικό και κοινωνικό κίνημα απελευθέρωσης αγωνίζεται στο παρόν όχι μόνο για να καταργήσει τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, αλλά εν ταυτώ και για να προσχεδιάσει, να προεικονίσει, εδώ και τώρα, τη λανθάνουσα δυνατότητα μιας ανθρώπινης ευτυχίας, μιας ολικής απελευθέρωσης που μόνο στο μέλλον μπορεί να ολοκληρωθεί. Έτσι δύναται να αποκτά αδιάψευστο νόημα κάθε παροντικό, εάν δεν θέλει να χάνεται μέσα στην ανυποληψία και την ανημποριά.

Π. Κονδύλης: Θεωρία και πράξη της απόφασης

Απόφαση και κοσμοεικόνα

Πώς ορίζει την απόφαση ο Π. Κονδύλης; Ως «πράξη ή διαδικασία αποκοπής ή αποχωρισμού (γερμανικά: Ent-scheidung), από την οποία προκύπτει μια κοσμοεικόνα κατάλληλη να εγγυηθεί την ικανότητα προσανατολισμού την αναγκαία για την αυτοσυντήρηση». Για να υλοποιείται μια τέτοια –ή και οποιαδήποτε– πράξη προϋποτίθενται ως κύρια, ανάμεσα σε πολλά άλλα δευτερογενή, δυο τινά: ένα υποκείμενο και ένα αντι-κείμενο. Το μεν πρώτο αποφασίζει, το δε δεύτερο υπάρχει αντι-κειμενικά ως ένας ανομοιογενής κόσμος που για τον λογισμό, τα ενδιαφέροντα ή τα συμφέροντα του υποκειμένου, γενικώς για το αυτοσυντηρούμενο Είναι του συγκεκριμένου υποκειμένου, άρα και για την εικόνα, την αντίληψη που τούτο εδώ έχει για τον κόσμο, δεν απηχεί ή δεν εξυπηρετεί εξειδικευμένα νοήματα, καθορισμένες βλέψεις, προσανατολισμούς ή ανάγκες, γενικώς το βουλησιαρχικό, το προς αυτοσυντήρηση ή το κοσμοθεωρητικό του πράττειν. Αυτή η αντικειμενική κατάσταση, σε κάθε περίπτωση, προϋπάρχει, είναι πρωταρχική-αρχέγονη κατάσταση, χωρίς ιδιαίτερες επεξεργασίες, η οποία αποκτά πιο ειδικά νοήματα και εκτυλίσσεται περαιτέρω σε έναν πιο οργανωμένο, πιο τακτοποιημένο και έτσι πιο αξιόπιστο ή αποδεκτό κόσμο για το ίδιο το υποκείμενο από τις αποφάσεις, ήτοι την Απόφαση του τελευταίου τούτου. Αυτή η Από-φαση προορίζεται να χωρίσει, να αποκόψει διαμερίσματα, τμήματα, ενδογενή στοιχεία του δεδομένου προκαταρκτικού κόσμου και να τα μοιράσει πρωτίστως σε ενδιαφέροντα και μη-ενδιαφέροντα. Στη βάση αυτού κυρίως του διαχωρισμού, της κατάταξης ή της διευθέτησης, απαρτίζει το υποκείμενο ένα πρώτο, πρό-χειρο σχέδιο της κοσμοεικόνας ή της κοσμοθεωρίας του.

Η Απόφαση, ως έννοια, είναι μία και τείνει να νομιμοποιείται ως κοσμοθεωρία, κοσμοεικόνα εν γένει. Οι αποφάσεις όμως είναι πολλές και μας παραπέμπουν σε εξίσου πολλές κοσμοθεωρίες ή κοσμοεικόνες. Γιατί είναι πολλές; Επειδή υπάρχουν πολλά υποκείμενα αποφάσεων με αντιστοιχία σε ένα σύνολο προκαταρκτικών κόσμων. Ετούτο το σύνολο έχει τον χαρακτήρα αυτού που υπάρχει αντικειμενικά και το οποίο, ως αντικειμενικά υπαρκτό, «δονείται» εκάστοτε από τους φαινόμενους κόσμους που κατασκευάζει η απόφαση του υποκειμένου. Ετούτοι οι φαινόμενοι κόσμοι είναι οι δυνατοί κόσμοι της κοσμοθεωρητικά προσανατολισμένης απόφασης του υποκειμένου και της ερμηνευτικής της/του προοπτικής. Με δεδομένο ότι η απόφαση, καθότι πράξη αποκοπής, είναι λιγότερο ή περισσότερο βιασμός του αντικειμενικά υπαρκτού, το πεδίο δράσης του υποκειμένου καθορίζεται σχεδόν ασφυκτικά από τα όρια αυτής της απόφασης και της κοσμοεικόνας της. Το υποκείμενο συναναστρέφεται τόσα όσα του προσφέρει αυτή η κοσμοεικόνα. Κατασκευάζει εχθρούς και φίλους δυνάμει της τελευταίας τούτης. Τούτο σημαίνει ότι εχθροί και φίλοι συνάπτονται με ανάλογες αποφάσεις –εκ μέρους του υποκειμένου– για υπεράσπιση, προβολή, καθίδρυση της κοσμοεικόνας του. Σημαίνει, κατ’ επέκταση, ότι η κοσμοεικόνα είναι ο μάρτυρας και ο ρυθμιστής της ταυτότητας του υποκειμένου. Άρα και ο αγώνας για την υπεράσπισή της είναι απόφαση αυτοδικαίωσης, κάτι που του επιτρέπει κατά κανόνα να βλέπει μόνο πώς θα μπορεί να βρίσκει την ανύψωσή του μέσα στην κοσμοεικόνα και όχι πόσο ίσως υπολείπεται του αληθινού εαυτού του.