Κυριακή 4 Ιουνίου 2017

Αρχαία μαύρη τρύπα-τέρας ανατρέπει τις θεωρίες

black-holeΟι αστρονόμοι ανακάλυψαν μια πανάρχαια και αδιανόητα μεγάλη μαύρη τρύπα, τόσο υπερμεγέθη, που οι επιστήμονες μάλλον θα πρέπει να αναθεωρήσουν τις έως τώρα θεωρίες τους για το πώς αναπτύσσεται μια μαύρη τρύπα.
 
Καλλιτεχνική απεικόνιση της γιγάντιας μελανής οπής που εντοπίστηκε στα βάθη του Σύμπαντος
 
Η συγκεκριμένη μαύρη τρύπα, σε απόσταση 12,8 δισεκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη, είναι η μεγαλύτερη και πιο λαμπερή που έχει ποτέ βρεθεί στις απαρχές του σύμπαντος, καθώς «γεννήθηκε» μόλις 900 εκατ. χρόνια μετά την αρχική «Μεγάλη Έκρηξη» (Big Bang).

Έχει μάζα όσο 12 δισεκατομμύρια Ήλιοι, υπερδιπλάσια από τη μάζα άλλων μαύρων οπών παρόμοιας ηλικίας. Συγκριτικά, η μαύρη τρύπα στο κέντρο του γαλαξία μας, έχει μάζα μόνο 4 έως 5 εκατ. φορές μεγαλύτερη από τον Ήλιο μας.  Η J0100+2802 βρίσκεται σε ένα μακρινό κβάζαρ (ενεργό γαλαξιακό πυρήνα).
 
Οι επιστήμονες, δεν μπορούν να εξηγήσουν γιατί η συγκεκριμένη μαύρη τρύπα, με την ονομασία J0100+2802, που βρίσκεται σε ένα μακρινό κβάζαρ (ενεργό γαλαξιακό πυρήνα), μεγάλωσε τόσο γρήγορα. Μια πιθανότητα είναι ότι δύο μεγάλες μαύρες τρύπες στο νεαρό σύμπαν συγκρούστηκαν και συγχωνεύτηκαν σε μια ακόμη μεγαλύτερη.
 
Τα κβάζαρ, που ανακαλύφθηκαν για πρώτη φορά το 1963, είναι τα πιο λαμπερά αντικείμενα στο σύμπαν και βρίσκονται στο κέντρο μακρινών γαλαξιών. Μέχρι σήμερα έχουν βρεθεί πάνω από 200.000 κβάζαρ. Αποτελούνται από υπερβολικά φωτεινά νέφη υλικών, στη διαδικασία απορρόφησής τους από μια τερατώδη μαύρη τρύπα.
 
Η μαύρη τρύπα που μόλις εντοπίστηκε, δεν είναι μόνο το πιο μεγάλο κβάζαρ που έχει ποτέ ανακαλυφθεί, αλλά και το πιο φωτεινό, με λάμψη περίπου 420 εκατομμύρια φορές πιο έντονη από τον Ήλιο μας και επτά φορές πιο λαμπρή από το πιο μακρινό ήδη γνωστό κβάζαρ.
 
Η ανακάλυψη από διεθνή ομάδα αστρονόμων, με επικεφαλής τον κινέζο καθηγητή Χούε Μπινγκ Γου του Τμήματος Αστρονομίας του Πανεπιστημίου του Πεκίνου, παρουσιάστηκε στο περιοδικό «Nature».

ΩΡΙΓΕΝΗΣ

ΩΡΙΓΕΝΗΣ, ΕΝΑΣ ΤΖΙΧΑΝΤΙΣΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ, ΠΟΥ ΑΥΤΟΕΥΝΟΥΧΙΣΤΗΚΕ, ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΣΕΙ ΤΗΝ ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΨΥΧΗ ΤΟΥ.

Ο ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΣ ΣΤΙΣ ΑΒΡΑΑΜΟΓΕΝΕΙΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ. ΕΝΑΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΤΑΛΙΜΠΑΝ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ.

Ο πρώτος και κατά πολλούς ο μεγαλύτερος θεολόγος - φιλόσοφος στην ιστορία του Χριστιανισμού, ο Ωριγένης, σε ηλικία 18 ετών αυτοευνουχίστηκε για να μπει στην βασιλεία των ουρανών. Πώς επηρέασε η διδασκαλία του την Εκκλησία; «Ο Ωριγένης είναι ο μεγαλύτερος διδάσκαλος της Εκκλησίας μετά τους Αποστόλους». Άγιος Ιερώνυμος. Ο μεγάλος χριστιανός θεολόγος Άγιος Τερτυλλιανός, που μέσα από τα γραπτά του υποστηρίζει ότι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός ήταν ευνούχος (!), ευνουχίστηκε και ο ίδιος.

«Ο Ωριγένης ήταν ένας Έλληνας που εξώκειλε στον χριστιανισμό», κατά τον αυθεντικό Έλληνα Πορφύριο.

Ο φιλόσοφος της ιστορίας Τόϋνμπυ έγραψε ότι η απάντηση των Σημιτών στον Μεγάλο Αλέξανδρο και στον εξελληνισμό του κόσμου ήταν το Ισλάμ. Όπως ο μέγιστος των Ελλήνων μπήκε από την Ευρώπη στην Ασία και στην Αφρική διαμορφώνοντας, μέσω του ελληνικού πολιτισμού, Κράτος οικουμενικό, έτσι και οι οπαδοί του Προφήτη ξεχύθηκαν από την Ασία στην Αφρική και στην Ευρώπη σχηματίζοντας την Ούμμα, δηλαδή την Κοινότητα των Πιστών, μέσα στην οποία κατέρρευσαν οι εθνικές και, ίσαμε ένα βαθμό τουλάχιστον, οι κοινωνικές διαφορές.

Σύμφωνα με τον γράφοντα η πρώτη απάντηση των Σημιτών στον Ελληνισμό του Αλεξάνδρου, την οποία αποφεύγει να γράψει ο Τόϋνμπυ, ήταν ο Χριστιανισμός.

Ο Μωάμεθ θεωρεί πεδίο εξάπλωσης της θρησκείας του την οικουμένη, πρωτεργάτη στον σχηματισμό της οποίας αποδέχεται τον Μ. Αλέξανδρο. Σύμφωνα με το ισλάμ η οικουμένη είχε βεβαίως ακούσει τον λόγο του (αβρααμογενούς, σαν το ισλάμ) Ιησού, - πρώτη προσπάθεια - αλλά η «ειδωλολατρεία» δεν είχε εξαφανιστεί από παντού: έπρεπε λοιπόν να εκριζωθεί βιαίως με μία δεύτερη προσπάθεια... Ο ίδιος ο Μωάμεθ στο Κοράνιο (XVIII, 98-108) γράφει ότι καθώς θα τελειώνει ο χρόνος, το φράγμα που έστησε ο Μέγας Αλέξανδρος θα διαρραγεί σύμφωνα με τη θεία βούληση και οι δυνάμεις του χάους θα ξεχυθούν στον κόσμο. Τότε θα ηχήσει η σάλπιγγα, το θέλημα του Θεού θα επιβληθεί οριστικά και οι «άπιστοι» θα ριχτούν στη γέενα, τόπο φωτιάς: Η Ιστορία θα τελειώσει.


ΩΡΙΓΕΝΗΣ, Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΠΟΥ ΑΠΕΚΟΨΕ ΤΑ ΑΙΔΟΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΣΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ.

Η οικογένειά του Ωριγένη, αστική και ευκατάστατη, ήταν ελληνικής παιδείας και καταγωγής - ο νεοπλατωνικός Πορφύριος τον αποκαλεί «Έλληνα που εξώκειλε στον χριστιανισμό». Ο πατέρας του, που λεγόταν Λεωνίδης, ήταν γραμματοδιδάσκαλος, που προσηλυτίστηκε στον χριστιανισμό. Ο Ωριγένης («γέννημα του [αιγύπτιου θεού] Ώρου») κατά το όνομα, «Αδαμάντιος» κατά το παρωνύμιο, γεννήθηκε το 185 μ.Χ.

Ο Ωριγένης υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους εκκλησιαστικούς πατέρες και είναι γνωστός όχι τόσο για το κολοσσιαίο του έργο, όσο για τη διδασκαλία του για τη Μετενσάρκωση ή προΰπαρξη των ψυχών.

Πληροφορίες για τον Ωριγένη αντλούμε από τον Ευσέβιο Καισαρείας (265-340 μ.Χ), τον Γρηγόριο τον θαυματουργό (213-270 μ.Χ.) που ήταν και μαθητής του για πέντε χρόνια (233-238 μ.Χ), καθώς και από τα συγγράμματα του ιδίου.

Ο Ωριγένης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια γύρω στο 185 μ.Χ, πρώτο από επτά παιδιά Ελλήνων Χριστιανών γονέων, και πέθανε στην Τύρο περίπου το 254 μ.Χ.

Τα πρώτα εγκύκλια μαθήματα και την Αγία Γραφή, διδάχθηκε από τον πατέρα του Λεωνίδη και στη συνέχεια μαθήτευσε στην Κατηχητική Σχολή κοντά στον Πάνταινο ( -200) και τον Κλήμη (150-215). Ο διδάσκαλος και διευθυντής της Κατηχητικής Σχολής Κλήμης, αναγκάστηκε να φύγει από την Αλεξάνδρεια στην Καισάρεια Παλαιστίνης και με τη λήξη των διωγμών τη θέση του κλήθηκε, από τον επίσκοπο Δημήτριο (189-232), να αναλάβει ο δεκαοκταετής τότε αλλά αριστούχος μαθητής Ωριγένης. Στη θέση αυτή παρέμεινε για περίπου τριάντα χρόνια (203-232). Εικοσιπέντε χρονών μαθήτευσε κοντά στον Αμμώνιο Σακκά (175-242) που ήταν ο ιδρυτής της Νέας Πλατωνιάδος, της εκλεκτικής φιλοσοφικής σχολής, προκειμένου να σπουδάσει κλασσική φιλοσοφία. Συμμαθητές του είχε τον Πλωτίνο (203-269), τον Λογγίνο (213-273) και τον Ηρακλά ( -248), ενώ παράλληλα σπούδαζε την Εβραϊκή γλώσσα.

Ο Ωριγένης ονομάστηκε χαλκέντερος για την ακατάβλητη εργατικότητα και αντοχή του. Σύμφωνα με τον Επιφάνειο, ο Ωριγένης έγραψε περίπου 6.000 έργα (ή κεφάλαια). Πρόκειται για τον μέγιστο συστηματικό χριστιανό φιλόσοφο όλων των εποχών.

Όπως γράφουν οι χριστιανοί: «υπήρξε ο εξοχώτερος από κάθε άποψη των προκατόχων του Πάνταινου και Κλήμη, ο μέγιστος των χριστιανών θεολόγων, ιδρυτής και πατέρας της θεολογικής επιστήμης και προπάντων της δογματικής και παραμένει ο θρύλος και το φως του χριστιανισμού μετά τον Παύλο (10-67)».

Οι επικριτές του Ωριγένη υποστήριζαν: «Οι δοξασίες του γενικά είναι παράλογες και καταστροφικές, σαν θανατηφόρο δηλητήριο Φιδιού το οποίο διοχέτευσε αυτός στον κόσμο». Μάλιστα, περίπου τρεις αιώνες μετά το θάνατό του, ο Ωριγένης ανακηρύχτηκε επίσημα αιρετικός.

Ο ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ ΩΡΙΓΕΝΗ

Όσο περίεργο και αν φαίνεται, την προτροπή προς ευνουχισμό την συναντάμε μέσα στην Καινή Διαθήκη. Βέβαια όλα τα περίεργα που συναντούμε εκεί, οι χριστιανοί τα αντιμετωπίζουν με μία έκφραση: αλληγορία.

«Δεν πρέπει να κάνουμε κυριολεκτική ερμηνεία του λόγου του θεού, αλλά να εμβαθύνουμε στην αλληγορική του σημασία. Άλλωστε ο Ιησούς αρέσκεται να μιλάει πάντα με παραβολές».

ΘΕΪΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ:

ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, ΜΑΤΘΑΙΟΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19. 

3 Καὶ προσῆλθον αὐτῷ οἱ Φαρισαῖοι πειράζοντες αὐτὸν καὶ λέγοντες αὐτῷ· εἰ ἔξεστιν ἀνθρώπῳ ἀπολῦσαι τὴν γυναῖκα αὐτοῦ κατὰ πᾶσαν αἰτίαν;

4 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ ἀνέγνωτε ὅτι ὁ ποιήσας ἀπ᾿ ἀρχῆς ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς καὶ εἶπεν,

5 ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ κολληθήσεται τῇ γυναικὶ αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν;

6 ὥστε οὐκέτι εἰσὶ δύο, ἀλλὰ σὰρξ μία. ὃ οὖν ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω.

7 λέγουσιν αὐτῷ· τί οὖν Μωσῆς ἐνετείλατο δοῦναι βιβλίον ἀποστασίου καὶ ἀπολῦσαι αὐτήν;

8 λέγει αὐτοῖς· ὅτι Μωσῆς πρὸς τὴν σκληροκαρδίαν ὑμῶν ἐπέτρεψεν ὑμῖν ἀπολῦσαι τὰς γυναῖκας ὑμῶν· ἀπ᾿ ἀρχῆς δὲ οὐ γέγονεν οὕτω.

9 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ μὴ ἐπὶ πορνείᾳ καὶ γαμήσῃ ἄλλην, μοιχᾶται· καὶ ὁ ἀπολελυμένην γαμήσας μοιχᾶται.

10 λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· εἰ οὕτως ἐστὶν ἡ αἰτία τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τῆς γυναικός, οὐ συμφέρει γαμῆσαι.

11 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· οὐ πάντες χωροῦσι τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλ᾿ οἷς δέδοται·

12 εἰσὶ γὰρ εὐνοῦχοι οἵτινες ἐκ κοιλίας μητρὸς ἐγεννήθησαν οὕτω. καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνουχίσθησαν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:

3 Και τότε τον πλησίασαν Φαρισαίοι, για να τον πειράξουν, και έλεγαν: «Άραγε επιτρέπεται σ’ έναν άνθρωπο να αποδιώξει τη γυναίκα του για οποιαδήποτε αιτία;»

4 Εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Δε διαβάσατε ότι ο Κτίστης από την αρχή τούς έκανε αρσενικό και θηλυκό;

5 Και είπε: Γι’ αυτό θα εγκαταλείψει ο άνθρωπος τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα κολληθεί στη γυναίκα του, και θα είναι οι δύο μία σάρκα.

6 Ώστε δεν είναι πια δύο, αλλά μία σάρκα. Αυτό λοιπόν που ο Θεός συνέζευξε ο άνθρωπος ας μην το χωρίζει».

7 Του λένε: «Γιατί τότε ο Μωυσής έδωσε εντολή να δώσει έγγραφο διαζυγίου και να την αποδιώξει;»

8 Τους απαντά: «Ο Μωυσής εξαιτίας της σκληροκαρδίας σας σας επέτρεψε να αποδιώξετε τις γυναίκες σας. από την αρχή όμως δεν έχει γίνει έτσι.

9 Σας λέω μάλιστα ότι όποιος αποδιώξει τη γυναίκα του, όχι εξαιτίας πορνείας, και νυμφευτεί άλλη μοιχεύεται».

10 Του λένε οι μαθητές του: «Αν είναι έτσι η αιτία διαζυγίου τού άντρα με τη γυναίκα, δε συμφέρει σε κάποιον να νυμφευτεί».

11 Εκείνος τους είπε: «Σε όλους δε χωρά αυτός ο λόγος, αλλά μόνο σ’ αυτούς στους οποίους έχει δοθεί.

12 Γιατί είναι ευνούχοι που από την κοιλιά της μητέρας τους γεννήθηκαν έτσι, και είναι ευνούχοι που ευνουχίστηκαν από τους ανθρώπους, και είναι ευνούχοι που ευνούχισαν τους εαυτούς τους για τη βασιλεία των ουρανών. Αυτός που μπορεί να το κάνει, ας το κάνει».

Ο ΝΕΑΡΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΩΡΙΓΕΝΗΣ

Γύρω στα δεκαοχτώ του χρόνια, στην ακμή του σφρίγους και του ανδρισμού, ήταν ήδη εξουθενωμένος από τη συνεχή πάλη με την οποία κάθε μέρα και κάθε νύχτα, πάσχιζε να ξεφύγει από τον αισθησιασμό.

Είχε πια βυθιστεί στην απόγνωση. Δεν θα κατάφερνε να συγκρατήσει για πολύ ακόμη την φιληδονία που τον εξουθένωνε. Η φλογερή τάση του για ασκητισμό, τον ωθούσε να ακολουθήσει κυριολεκτικά την εντολή του Ιησού.

Διάβαζε και ξαναδιάβαζε τα Ευαγγέλια:

«Γιατί υπάρχουν ευνούχοι, οι οποίοι γεννήθηκαν έτσι από τη μήτρα της μητέρας τους: και υπάρχουν ευνούχοι, οι οποίοι έγιναν έτσι από ανθρώπους: και υπάρχουν ευνούχοι, οι οποίοι έγιναν οι ίδιοι ευνούχοι για τη βασιλεία του παραδείσου. Αυτός που μπορεί να το κάνει, ας το κάνει».

«Εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν»,
«Υπάρχουν ευνούχοι που ευνουχίστηκαν προκειμένου να μπουν στη βασιλεία των ουρανών» (Ματθαίος 19:12).

Αποφάσισε να ευνουχιστεί. Αυτοευνουχίστηκε.

Κράτησε, όμως, κρυφό τον ακρωτηριασμό του. Δεν τον εκμυστηρεύτηκε ούτε σε αγαπητούς φίλους και εν Χριστώ αδελφούς. Τον πρόδωσαν όμως οι πόνοι του.

Μαθεύτηκε γρήγορα ότι ο λογιότατος Ωριγένης, ο διακεκριμένος θεολόγος, ευνουχίστηκε στα δεκαοχτώ του χρόνια στο όνομα του Κυρίου.

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΑΛΛΗΛΟΤΡΩΓΟΝΤΑΙ

Ο επίσκοπος Αλεξανδρείας Δημήτριος είπε λόγια θαυμασμού και εγκωμιασμού για τον Ωριγένη. Δεν τον υπέδειξε ως παράδειγμα προς μίμηση, αλλά σίγουρα ως άξιο θαυμασμού από όλους τους πιστούς. Η πίστη του, η μόρφωση του, η ιδιότητα του ως θείου ευνούχου, τον κατέστησαν πολύ δημοφιλή.

Ο επίσκοπος Δημήτριος σιγά σιγά άρχισε να βρίσκει ανυπόφορη τη δημοτικότητα του Ωριγένη. Ο φθόνος, έκαναν τον Δημήτριο να πάει κατευθείαν μπροστά στο συμβούλιο επισκόπων της Αιγύπτου, όπου εξοργισμένος άστραψε και βρόντηξε εναντίον του Ωριγένη. Πώς επετράπη σε ένα παιδαρέλι μια ολότελα προσωπική ερμηνεία του λόγου του Χριστού; Δεν χρειαζόταν και πολύ για να πεισθούν οι συγκεντρωμένοι επίσκοποι, των οποίων ο ποιμαντικός θρόνος, τον 1ο αιώνα του χριστιανισμού, ήταν ακόμα ασταθής. Τι θα γινόταν το κύρος τους αν ένα τρελό παιδί είχε γίνει διάσημο επειδή έκανε χρήση της λεπίδας στους όρχεις του;

Ο Δημήτριος πέτυχε το στόχο του, διότι ο Ωριγένης απεβλήθη από το ιερατείο, εκδιώχτηκε από την Αλεξάνδρεια και απεβλήθη από όλες τις χριστιανικές Εκκλησίες σε όλο τον κόσμο. Αφού κατηγορήθηκε για ασέβεια, για αίρεση, καταδικάστηκε ως σχισματικός, ο Ωριγένης κατέφυγε στην Παλαιστίνη. Εκεί τον προστάτευσε ο εντεταλμένος πατριάρχης Ιεροσολύμων, ο οποίος είχε ουκ ολίγες έριδες σε εκκρεμότητα με τον Δημήτριο της Αλεξανδρείας. Ο Ωριγένης ζήτησε και έλαβε από τον πατριάρχη την άδεια να ιδρύσει στην Καισαρεία της Παλαιστίνης, ένα κατηχητικό σχολείο το οποίο σε λίγο καιρό έγινε περίφημο.

ΠΛΗΘΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΕΥΝΟΥΧΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΑΝ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ.

Η διάπυρη πίστη του Ωριγένη και το θάρρος με το οποίο ευνουχίστηκε, τον έκαναν ένα είδος μυστικιστή ήρωα. Απόκτησε προσήλυτους. Πολλοί ακολουθούσαν το παράδειγμα του. Το πλήθος των μυστικιστών ευνούχων γινόταν ολοένα και πιο πυκνό, μέχρι του σημείου να αποτελεί μια αληθινή νέα αίρεση μέσα στην επίσημη εκκλησία.

Ο ΩΡΙΓΕΝΗΣ ΤΕΛΙΚΑ ΜΕΤΑΝΟΗΣΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟ ΤΟΥ

Σύντομα παραδέχτηκε ότι οι νουθεσίες της Αγίας Γραφής πρέπει να ερμηνεύονται με μεταφορική έννοια, αλλιώς τίποτε όρθιο δεν θα μείνει στον κόσμο.

Απέρριψε την εμπειρία του γράφοντας γι’ αυτήν: «(…) πρέπει να συλλέγουμε στο πνεύμα και όχι στη σάρκα τους λόγους του Ευαγγελίου που μας παροτρύνουν να γίνουμε ευνούχοι (…) και αυτό που θα μας υποστηρίξει είναι το ηθικό σθένος».

«Η πίστη και όχι η λεπίδα θα πρέπει να πείθουν τους ιερείς να εξοβελίσουν όπως την πανούκλα τη σαρκική συνδιαλλαγή με τις γυναίκες».

Πέθανε γύρω στο 250 μ.Χ., είκοσι χρόνια μετά τον μεγάλο του εχθρό Δημήτριο.

Ο Δημήτριος δεν άφησε άλλα ίχνη του στην ιστορία της Εκκλησίας εκτός από αυτά που αφορούσαν την αντιπαράθεση του με τον Ωριγένη.

Ο Ωριγένης αναγνωρίστηκε ως ένας από τους πιο εξέχοντες και σημαντικούς θεολόγους, ένας μεταμελημένος ευνούχος και διάσημος για την άρνηση της θέσης του ότι ο ευνουχισμός θα ήταν ο καλύτερος σύμμαχος της αγνότητας.

Το συγγραφικό έργο που βγήκε από τη λογιότατη πέννα του ήταν ευρύτατο και διέτρεξε κάθε πεδίο της χριστιανικής επιστήμης. Αλλά ως επακόλουθο της διαμάχης του με τον Δημήτριο, ο Ωριγένης ποτέ δεν ανακηρύχθηκε άγιος και μάρτυρας.

ΟΙ ΩΡΙΓΕΝΙΣΤΙΚΕΣ ΕΡΙΔΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

Στα ερχόμενα χρόνια ο χριστιανισμός αναστατώθηκε από τις λεγόμενες Ωριγενιστικές έριδες, μεταξύ των ιεραρχών αλλά και μεταξύ των μοναστικών κοινοτήτων κυρίως της Παλαιστίνης, με αποτέλεσμα τον χωρισμό σε δύο παρατάξεις. Οι έριδες δεν ήταν μόνο σε δογματικό επίπεδο, αλλά και φραστικές με προσωπικές κατηγορίες εκατέρωθεν που επεκτείνονταν σε ξύλο, γρονθοκοπήματα, προπηλακισμούς, χειροδικίες, καταλήψεις μονών, αποπομπές μοναχών κλπ. Αποτέλεσμα φθόνου, φανατισμού και άγνοιας με υποκινητές και πρωταγωνιστές τους αντιωριγενιστές ιεράρχες, οι έριδες αυτές είχαν τις περισσότερες φορές αφετηρία το προσωπικό συμφέρον.

Ο ΕΥΝΟΥΧΟΣ ΒΑΛΕΣΙΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΒΑΛΕΣΙΑΝΟΙ

Ευνούχοι: Οι έχοντες, αυτοί που φυλάγουν την ευνή, το κρεβάτι.

Εὐνή, θηλυκό =

1. η κλίνη, το κρεβάτι

2. τα στρωσίδια του κρεβατιού

3. το συζυγικό κρεβάτι

4. ο τάφος (ως η τελευταία κλίνη)

5. πέτρα που χρησιμοποιείται ως άγκυρα

Ευνούχος = (Μεταφορικά) αυτός που προσέχει το κρεβάτι.

Λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Ωριγένη, τον 3ο αιώνα μ.Χ., ένας χριστιανός Άραβας με το όνομα Βαλέσιος, κήρυξε ότι ο ευνουχισμός όχι μόνο δεν ήταν εμπόδιο, αλλά είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την ιεροσύνη και την αγιότητα. Ο Βαλέσιος εξάσκησε τον θεϊκό ευνουχισμό. Οργάνωσε μία σημαντική ομάδα οπαδών, οι οποίοι ονομάστηκαν Βαλεσιανοί, οι οποίοι εμφορούνταν από έντονη θρησκευτική παράνοια και μέσα στην θρησκευτική παραζάλη τους αδιαφορούσαν για τις οδύνες που προξενούσε ο ακρωτηριασμός του ανδρισμού τους, όσοι βέβαια επιζούσαν του ευνουχισμού. Ο ευνουχισμός εκείνης της εποχής είχε μεγάλη θνησιμότητα: μόλις 5 στους 100 επιζούσαν.

Ο Βαλέσιος δίδαξε ότι ο αυτοακρωτηριασμός πρέπει να είναι πράξη οικειοθελής, που πραγματώνεται στο όνομα του Χριστού, αλλά οι φανατικοί οπαδοί του, οι Βαλεσιανοί, επέβαλλαν τον ευνουχισμό στους -πρόθυμους ή απρόθυμους- φίλους τους, σε εκείνους στους οποίους πpoσέφεραv φιλοξενία στα σπίτια τους, σε όλους εκείνους που είχαν την τύχη ή την ατυχία να βρεθούν στο δρόμο τους. Η αίρεση άρχισε να εξαπλώνεται. Ο Βαλέσιος άρχισε να παρεκτρέπεται.

Άρχισε να διακηρύσσει ότι επιτελεί φιλανθρωπικό έργο και ότι εξασφάλιζε στους νέους ευνούχους τον Παράδεισο. Οι φανατικοί χριστιανοί υπέμεναν φρικαλέες οδύνες για να απολαύσουν τον παράδεισο του Ιησού. Όσοι ήταν διστακτικοί ή απείθαρχοι, ο Βαλέσιος τους έδενε σε ένα τραπέζι και τους ευνούχιζε ο ίδιος. 

Στην Σύνοδο των χριστιανών επισκόπων στην Νίκαια το 325 μ.Χ. μέσα από έντονο διάλογο, θέσπισαν τον ακόλουθο κανόνα: «Όσοι γίνονται ευνούχοι συνεπεία κάποιας αρρώστιας, ή ευνουχίζονται προκειμένου να θεραπευτούν από κάποια αρρώστια, ή ευνουχίζονται κατά τη διάρκεια κάποιας βαρβαρικής επιδρομής, και αποτελούν ήδη μέρος του κλήρου, θα αποκτούν την αγιότητα. Αλλά αυτοί που αυτοευνουχίζονται, ενώ ήσαν κληρικοί, πρέπει να αναθεματίζονται και να τους αρνείται στο μέλλον οποιαδήποτε θέση μέσα στην Εκκλησία». (Εκείνη την εποχή πολλές φορές η θεραπεία της λέπρας «αντιμετωπιζόταν» με τον ευνουχισμό του λεπρού).

Καθώς περνούσε ο καιρός ο Βαλέσιος αντιλήφθηκε, μετά τον πρώτο ενθουσιασμό, ότι οι νέοι πιστοί μειώνονταν αριθμητικά. Η αίρεση ατόνησε. Ο ευνουχισμός, που ισοδυναμεί με ανικανότητα αναπαραγωγής, ελάμβανε χώρα λαθραία από τους Βαλεσιανούς, ενώ η επίσημη ρωμαϊκή νομοθεσία απαγόρευε τον ευνουχισμό, αν ανακαλύπτονταν, ευνουχιστές και ευνούχοι, κινδύνευαν με την εσχάτη των ποινών.

Το 395 μ.Χ. ένα διάταγμα του πάπα Λέοντος Α’ απαγόρευσε επίσημα τον ευνουχισμό σε όλες του τις μορφές, αλλά ιδιαίτερα στους χριστιανούς εκείνους, που με τον ακρωτηριασμό των όρχεων ευελπιστούσαν να κατακτήσουν τον παράδεισο, διαφεύγοντας τα σαρκικά αμαρτήματα.

Ο πατριάρχης Αντιοχείας Λέων, που είχε ευνουχιστεί για να διαφύγει από την επιθυμία της σαρκικής ένωσης με τη γυναίκα με την οποία συγκατοικούσε, καθαιρέθηκε άμεσα από το αξίωμα του και αποβλήθηκε από την Εκκλησία.

Η εξαίρεση στην αυστηρή θέση της εκκλησίας αναφορικά με τον ευνουχισμό ατόνησε αργότερα μπροστά στην «ανάγκη» δημιουργίας χορωδιών με τραγουδιστές με θεσπέσιες φωνές, προκειμένου να συνοδεύουν την «θεία λειτουργία».

Ο ΡΩΜΑΙΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΔΟΜΙΤΙΑΝΟΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕ ΤΟΝ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟ.

Ο αυτοκράτορας Δομιτιανός ήταν ξεκάθαρος: «απαγορεύεται ο ευνουχισμός ανθρώπων». Οι ευνούχοι όμως ποτέ δεν εξαφανίστηκαν από την αυτοκρατορία. Ο λόγος ήταν ότι άνθησε το εμπόριο ευνούχων από μέρη εκτός του Βυζαντίου.

Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ: «ΟΧΙ ΕΥΝΟΥΧΟΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ».

Σύμφωνα με τον Κανόνα 1 της Συνόδου της Νίκαιας (325 μ.Χ.) «αν κάποιος ιερέας […], ενώ ήταν υγιής, αυτό-ευνουχίστηκε πρέπει οπωσδήποτε να απομακρυνθεί από την εκκλησία […] και από εδώ και πέρα κανένας τέτοιος δεν επιτρέπεται να γίνει ιερέας».Παρά τον κανόνα της Νίκαιας πλήθος ευνούχων διετέλεσαν πατριάρχες, μητροπολίτες, μοναχοί, κλπ., όπως π.χ. ο Γερμανός Α’ (715- 730), o Θεοφύλακτος (933- 956) και o Ευστράτιος Γαρίδας (1081- 1084).

ΠΟΛΛΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΕΥΝΟΥΧΟΥΣ

Πολλά μοναστήρια είχαν ιδρυθεί αποκλειστικά για ευνούχους, όπως π.χ. η μονή των Καθαρών που ίδρυσε ο ευνούχος πρωτοσπαθάριος Ναρσής κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του Ιουστίνου Β’ (565- 578).

Ο ΕΥΝΟΥΧΟΣ ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ, ΤΟΝ ΕΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΤΗΝ 23η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Ο άγιος Ιγνάτιος ο Κωνσταντινουπολίτης είναι ο μοναδικός ευνούχος άγιος αναγνωρισμένος τόσο από την Ορθόδοξη όσο και από την Καθολική εκκλησία, και διετέλεσε πατριάρχης της Πόλης σε δύο εξαιρετικά κρίσιμες πολιτικά περιόδους (847- 858 και 867- 877). Γεννήθηκε το 798 και ήταν γιος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Α' Ραγκαβέ και της Προκοπίας. Το κοσμικό του όνομα ήταν Νικήτας. Όταν ο Λέων Ε' ο Αρμένιος εκθρόνισε τον πατέρα του το 813, ο νεαρός Νικήτας ευνουχίστηκε και εκάρη μοναχός. Μόνασε στα Πριγκιποννήσια, γνωστό τόπο εξορίας μελών βασιλικών οικογενειών και συνδέθηκε με τους κύκλους των Ζηλωτών. Αναδείχθηκε μάλιστα ηγούμενος της Μονής Αρχιστρατήγου του Ανατέλλοντος. Θεωρείται άγιος από την Ορθόδοξη και τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, με ημέρα εορτής την 23η Οκτωβρίου.

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΑ ΑΝΑΠΗΡΟΥΣ.

Το 1840 τουλάχιστον 2.500 μέλη μίας χριστιανικής αδελφότητας, ονόματι «Λευκά Περιστέρια» ή Skoptzy- εξαπλώθηκε γρήγορα στη Ρωσία, τη Ρουμανία και σε εδάφη της Βεσσαραβίας. Όλα τα μέλη της ανεξαιρέτως, στηριζόμενα στην ερμηνεία του συγκεκριμένου χωρίου της Καινής Διαθήκης από τον …Άγιο Τερτυλλιανό, αυτό-ευνουχίζονταν ώστε να έρθουν πιο κοντά στην πολυπόθητη είσοδο τους στη βασιλεία των ουρανών! Μάλιστα, πίστευαν ότι η Δευτέρα Παρουσία θα έρθει μόνο όταν τα μέλη τους φτάσουν το αποκαλυπτικό νούμερο των 144.000, ωθούμενοι έτσι σε έναν βίαιο επιθετικό προσηλυτισμό. Σε πολλές περιπτώσεις τον αυτοευνουχισμό ακολούθησαν και γυναίκες, οι οποίες χρησιμοποιούσαν ως τρόπο ακρωτηριασμού την εκτομή του μαστού. Αυτή η ευνουχισμένη χριστιανική αδελφότητα επιβίωσε μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα.-

Ο Μυστικός Κόσμος του H. R. GIGER

Ο Μυστικός Κόσμος του H. R. GIGERΜας δείχνει καθαρά από πού ερχόμαστε και που πάμε.
«Οι πίνακες και τα έργα μου ενθουσιάζουν περισσότερο ανθρώπους οι οποίοι, πως να το πω, οι οποίοι είναι τρελοί. Μπορεί να μην το περιμένετε, αλλά πάρα πολύ άνθρωποι σκέφτονται όπως εγώ. Οι άνθρωποι στους οποίους αρέσει η δουλειά μου είναι είτε πάρα πολύ δημιουργικοί, είτε παράφρονες» δήλωσε το 1979 στο περιοδικό Starlog.

«H απόφαση μου να εμπλακώ σε τόσο μεγάλο βαθμό με την ποπ κουλτούρα (φιλμ επιστημονικής φαντασίας, εξώφυλλα ροκ δίσκων) οδήγησε σε μία τόσο μεγάλη αναγνώριση που έκανε κάποιους ειδήμονες της υψηλής τέχνης καχύποπτους εναντίον μου. Αντίθετα, αν ήμασταν στην Αμερική, κάτι τέτοιο δεν θα απασχολούσε κανέναν» λέει σε συνέντευξη του στο swissinfo.ch.

Ο μεγάλος ζωγράφος του «καθαρτηρίου», της μεταβιοτεχνολογίας, της κλωνοποιημένης μας εποχής της cyber – machine, ο Giger.
Aρχίζει τη δημιουργική του πορεία με μαύρες και σκοτεινές εικόνες, εμπνεόμενος από τα έργα των Salvador Dali και Jean Cocteau.

Εξετάζοντας τις εικόνες του Giger – δημιουργός ανάμεσα στ’ άλλα και της μορφής του Alien του Ridley Scott εξού κι ο χαρακτηρισμός του ως Xenomorph’s dad – πλημμυρίζεις από θαυμασμό για αυτόν τον Ελβετό ζωγράφο που παράγει την πιο αμφιλεγόμενη αλλά και πιο εντυπωσιακή τέχνη του 21ου αιώνα. Δεν βρίσκει κανείς λέξεις για να περιγράψει τις εικόνες του, αυτές τις επιστημονικά ακριβείς εικόνες που είναι σαν να αποσπώνται από το ίδιο μας το σώμα.

Η γλώσσα μοιάζει πρωτόγονη, διαθέτει λιγοστές ακριβείς λέξεις ικανές να περιγράψουν τις τρομακτικές απεικονίσεις που προκαλούν δέος, τις οποίες αποκαλύπτει στα μάτια μας ο καλλιτέχνης Giger. O Giger κομματιάζει τους ιστούς μας σε λεπτές μικροσκοπικές διαφάνειες έτσι ώστε να προβληθούν στον κόσμο. Σαν με ξυράφι, κόβει το μυαλό μας και το πλάθει έτσι που να πάλλεται πάνω στον καμβά. Είναι ένα alien που καραδοκεί στο σώμα μας αφήνοντας σε αυτό τα αυγά της απορίας. Τυλίγει μεταξωτές κλωστές από κουκούλι κάμπιας γύρω μας και τρυπά βαθιά μέσα στους αδένες της ανθρώπινης ύπαρξής μας.

«Βλέπεις περισσότερα από ότι εμείς τα οικιακά πρωτεύοντα θηλαστικά» του είπε κάποτε ο μεγάλος Timothy Leary. Σαν να έχει δημιουργηθεί από ένα άλλο υπερφυές είδος. Ένας μολυσματικός επισκέπτης που λαμπυρίζει με τα εντομοειδή μάτια του μέσα στα όργανα αναπαραγωγής μας. Ο August Kekule Von Stradonits ονειρεύτηκε ένα ερπετό να τρώγει τα ούρα του, έτσι ανακάλυψε τον άνθρακα και άρχισε η χρυσή εποχή της χημείας.

Κάπου εδώ καταφτάνει ο Giger. Είναι σαν να έχει ενεργοποιήσει τμήματα του εγκεφάλου του, που ελέγχουν την κυτταρική πολιτική του σώματός μας, τις βιολογικές μας τεχνολογίες, τις μηχανές αμινοξέων μας. Ο Giger γίνεται ο επίσημος φωτογράφος πορτρέτων της σύγχρονης εξωβιολογίας. Η δουλεία του διαθέτει μια βιοεπαναστατική χρονική διάρκεια. – από το ωάριο στον αναπτυγμένο cyborg – που μας ενοχλεί, μας στοιχειώνει. Μας δείχνει καθαρά από πού ερχόμαστε και που πάμε. Ανατρέχει πίσω στις βιολογικές μας μνήμες.

Τραβά εμβρυακές μας φωτογραφίες οκτώ μήνες πριν γεννηθούμε. Γυναικολογικά τοπία, ενδομητριακές κάρτες. Πάει ακόμα πιο πίσω, εξετάζοντας τον πυρήνα των κυττάρων μας. Θέλει να μάθει, αναζητεί να μάθει τον κωδικό του RNA μας. Πόσοι από εμάς είναι έτοιμοι να παρατηρήσουν τα RNA μαζικά παραγόμενα κύτταρα και τους ιστούς μας που χωρίς σταμάτημα κλωνοποιούν την αρχιτεκτονική της σάρκας μας. Όπως ο Hieronymus Bosch και ο Pieter Bruegel, ο Giger χωρίς έλεος μας αποκαλύπτει τον αναβολισμό και καταβολισμό της πραγματικότητάς μας.

Στους πίνακές του βλέπουμε τους εαυτούς μας σαν έρποντα έμβρυα, σαν όντα με μορφή κάμπιας, προστατευμένα από την μεμβράνη του εγώ μας, περιμένοντας την στιγμή της μεταμόρφωσης και της αναγέννησής μας. Βλέπουμε τις πόλεις μας, τους πολιτισμούς μας σαν κυψέλες εντόμων, σαν αποικίες μυρμηγκιών που κατοικούνται από έρποντα όντα με μορφή κάμπιας.

Ο Giger μας δίνει κουράγιο να χαιρετίσουμε τους «εντομικούς» εαυτούς μας. Ο νατουραλιστής Eugene Marais και ο κοινωνιολόγος του πανεπιστημίου Harvard, Edward Wilson, περιγράφουν τις περίπλοκες, μπερδεμένες τεχνικές διαβίωσης της κοινωνίας των εντόμων. Από αυτούς τους εθνολόγους- κοινωνιολόγους μαθαίνουμε ότι οι κοινωνίες των εντόμων, οι τερμίτες για παράδειγμα δημιουργούν με επιτυχία αστικούς πολιτισμούς για περισσότερο από τετρακόσια εκατομμύρια χρόνια. Από αυτά τα κοινωνικά έντομα, τώρα μαθαίνομαι τις στρατηγικές εξέλιξης των ευφυών όντων.

Αν θέλουμε το είδος μας, τα ανθρώπινα όντα να εξελιχθούν και να αναπτυχθούν πρέπει να μάθουμε ακριβώς γιατί και πως τα έντομα είναι ανώτερα από εμάς. Τα έντομα έχουν αναπτύξει την τακτική της μεταμόρφωσης, περνάνε μέσα από διάφορα στάδια εξέλιξης και το κάθε στάδιο είναι εξυπνότερο από το προηγούμενο και πιο κινητικό. Χρησιμοποιούν κατανομή της εργασίας σε χρονικού και δομικού τύπου κάστες. Αναπτύσσουν φτερωτές μορφές και εξαπλώνονται σε νέα σημεία του χώρου. Η συλλογική ευφυΐα του αυγού οργανώνει την κυψέλη, την δεξαμενή των γονιδίων, σε μια αρμονική ευέλικτη και πολύμορφη ενότητα – οντότητα.



Η Δική μας Μετάλλαξη
Η εποχή των δικών μας πόλεων τελειώνει. Σίγουρα κανένα ελεύθερο, ευφυές άτομο, των μητροπόλεων του κόσμου, δεν θέλει να περάσει τη ζωή του σαν ένας υποχθόνιος σκιερός αρουραίος, ο οποίος τρέχει ανάμεσα σε σκαμμένους, γεμάτους υπόγεια τούνελ δρόμους. Κάθε κάτοικος πόλης είναι ένα εμβριονικό, ίδιο με ένα ωάριο γυμνοσάλιαγκα, το οποίο περιμένει να μεταμορφωθεί σε ένα πολύχρωμο δημιούργημα που πετάει ψηλά. Ποιος από εμάς δεν θα το ήθελε; Μας αρέσει η όχι είμαστε όλοι εντομοειδείς εξωγήινοι οι οποίοι τρυπώνουμε μέσα στα αστικού τύπου σώματα μας. Και όλα αυτά τα σαρκώματα του Giger, οι μικροσκοπικές του διαφάνειες, αποτελούν σήματα για τη δική μας μετάλλαξη.

Κάτοικοι των πόλεων συναγερμός! Ήρθε η ώρα να εξελιχθούμε! Κάποτε πρέπει να σταματήσουμε να χτυπιόμαστε σαν μικρά νεκροζώντανα κοχύλια και να σερνόμαστε σαν κάμπιες μέσα στο σκοτάδι των ίδιων των μητροπολιτικών μας ιστών.

Η τέχνη του Giger διαφωτίζει τη βιολογική μας ευφυΐα ρίχνει φως στις σκοτεινές σπηλιές των ίδιων μας των πόλεων. Το γενετικό σημάδι είναι ξεκάθαρο, συρθείτε έξω από τα τούνελ των πόλεων, εκθέστε το χλωμό μεμβρανοειδές σώμα σας στον ήλιο και τον ουρανό. Ξεδιπλώστε τα ένδοξα μεταξωτά φτερά σας, βγείτε με κόπο έξω στην επιφάνεια του πλανήτη και πετάξτε ψηλά στο Διάστημα. Η εξελεγκτική ευφυΐα του Giger, από τη μια μας οδηγεί πίσω στην ιστορία, βαθιά μέσα στο εντομόιδες παρελθόν των βάλτων και της χλωρίδας, από την άλλη μας εκτοξεύει μπροστά προς το διάστημα, με μια προοπτική εντελώς μεταγήινη. Μας διδάσκει πως να αγαπάμε τα ερποειδεί, βδελυρά, εμβριονικά, εντομοειδεί, σώματα μας ώστε να μπορέσουμε να τα μεταμορφώσουμε.

ΟΙ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ
Ο Giger φεύγει από την μικρή Ελβετική πόλη της Chur, των Βισονικών Άλπεων μέσα από τα κρυφά θέρετρα για σκι των Φλιντς, ψιλά στα γκρίζα και λευκά όρη και μέσα από τις εξαιρετικής ομορφιάς κοιλάδες και τους φλαμανδικούς καταρράκτες στην Σέεν, περνά από τη λίμνη Μάρτιν και από εκεί απέναντι μακριά στα σύνορα προς τη Ζυρίχη όπου επί τέσσερα χρόνια σπουδάζει τις μυστικές διδασκαλίες της σχολής εφαρμοσμένων τεχνών στην πόλη της Ζυρίχης.

Εκεί το 1966, πρωτογνώρισε τη Λι που σπούδαζε υποκριτική σε κάποια σχολή στη Ζυρίχη, μια όμορφη κοπέλα που συνδέθηκε μαζί του για το υπόλοιπο της ζωή της και ήταν σύζυγός του έως και τον θάνατό της το 1975. Κάποια στιγμή η Λι έχασε κάθε ενδιαφέρον για την υποκριτική και άνοιξε δική της γκαλερί, όπου ανέβαζε εκθέσεις των Manon, Pfeiffer και Klauke, καθώς και του ζωγράφου «μύθου» της εποχής Schuhwerke (shoe works). Αυτή την έκθεση ο Giger τη βιντεοσκόπησε την ημέρα των εγκαινίων φορώντας στα πόδια του αντί για παπούτσια, δύο φρατζόλες ψωμί από τις οποίες είχε αφαίρεση την ψίχα!!!

Ο Giger κατάφερε να πείσει τον πατέρα του να δώσει μία μικρή συνέντευξη για το φιλμ «Necronomicon», το 1976, λίγο πριν ο πατέρας του πεθάνει. Η συνέντευξη άρχιζε ως εξής: «Με εξέπληξε ότι έφερα στη ζωή έναν καλλιτέχνη. «Μη επικερδής» – αυτή ήταν η γνώμη του πατέρα του για την τέχνη. Πίστευε πως με τη Σύγχρονη Τέχνη δεν μπορεί να κερδίσει κανείς τα προς το ζην. Στο σχολείο ο υιός Giger δεν είχε καλούς βαθμούς, έτσι στην ηλικία των 18 ετών τον έστειλαν να μαθητεύσει κοντά σε κάποιον αρχιτέκτονα. Στην Chur, στην Ελβετία, εκείνη την εποχή η λέξη καλλιτέχνης ήταν συνώνυμο της κατάχρησης, οινοποσίας, ακολασίας και χάσιμο χρόνου.

Ο πατέρας του ένας έντιμος και ιδιαίτερα εσωστρεφής άνθρωπος, βοηθούσε καθέναν που αντιμετώπιζε δυσκολίες και είχε κερδίσει τον σεβασμό ως φαρμακοποιός – ήταν ακόμα πρόεδρος της Ένωσης Φαρμακοποιών και της Υπηρεσίας Διάσωσης των Άλπεων. Το φαρμακείο του πατέρα του είχε από χάπια μέχρι και βδέλλες και η δουλειά του μικρού Giger ήταν να κάνει διανομές φαρμάκων και διαφόρων υλικών με το ποδήλατό του στους γιατρούς της περιοχής. Ο πατέρας του ήταν εξουσιαστικός αλλά συνάμα και ευγενικός άνθρωπος, δεν τον είχε χτύπησε ποτέ. Μία φορά μονάχα έτυχε να εκνευριστεί τόσο πολύ που πραγματικά τον φοβήθηκε. Ο δρόμος δίπλα στο φαρμακείο ήταν σκαμμένος για μια εγκατάσταση ηλεκτρικών καλωδίων.

Με το πέσιμο της νύχτας μάζεψε στο υπόγειο του φαρμακείου ένα δίμετρο καλώδιο από χαλκό, με μολυβένια θήκη και δέσιμο από στρώμα πίσσας. Αφού πρώτα έκαψε την πίσσα και μετά έλιωσε το μολύβι, προσπάθησε να το μεταμόρφωσε σε όπλο. Έπειτα πήρε ατσάλι που βρήκε στο φαρμακείο και το οποίο φαινόταν ιδανικό για την κατασκευή σφαιρών και το έριξε σε καλούπια από κερί. Δυστυχώς είχε διαλέξει σαν τόπο εργασίας το κελάρι που βρισκόταν κάτω από το φαρμακείο, το οποίο δεν είχε παράθυρα για εξαερισμό.

Εντελώς απορροφημένος από τη δουλειά του -όπως ένας βοηθός αλχημιστή- και μετά από ώρες που έλιωνε το μολύβι και έκαιγε την πίσσα, άκουσε ξαφνικά τη φωνή του πατέρα του. Ποτέ άλλοτε δεν τον είχε ακούσει να φωνάζει τόσο επίμονα. Είδε μία άσπρη μπλούζα φαρμακοποιού να ορμά καταπάνω του μέσα από σ’ ένα παχύ σύννεφο καπνού που θύμιζε το νέφος του Λονδίνου στα έργα του Εdgar Wallace. Έτρεξε στα γρήγορα να γλιτώσει από τις κακές διαθέσεις του πατέρα του, ενώ πίσω του ακουγότανε απανωτές εκρήξεις.

Ο Giger μετά από το περιστατικό αυτό κρυβόταν επί δύο μέρες, ενώ η οικογένεια προσπαθούσε με κάθε διαθέσιμο μέσον να καθαρίσει το φαρμακείο. Όταν ο πατέρας του –που στην αρχή νόμισε πως το φαρμακείο έπιασε φωτιά- συνειδητοποίησε ότι ο γιος του ήταν ο ένοχος, ο φόβος του μετατράπηκε σε οργή. Το γραφείο, η αποθήκη, το ντουλάπι που φύλαγε τα δηλητήρια, όλοι οι χώροι με τα χιλιάδες φιαλίδια – όλα ήταν μαύρα, όλα είχαν καλυφθεί από μία κολλώδη, λιπαρή μεμβράνη.

Ίσως αυτές οι αναμνήσεις των αλχημιστικών του δραστηριοτήτων είναι που επηρέασαν τις εικόνες του. Έπειτα από πολλές ώρες δουλειάς, με όλη την οικογένεια και τους υπαλλήλους κατάφεραν να βάλουν τα πράγματα σε μια τάξη. Όταν ο πατέρας του τον αντίκρισε -που εν τω μεταξύ είχε ανησυχήσει τρομερά για τον γιο του- και είδε ότι ήταν καλά, ο Giger ένιωσε ότι θα προτιμούσε να τον έβρισκε μισοπεθαμένο ή τουλάχιστον καλυμμένο με αίματα!

ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ
Ως παιδί ο Giger είχε κάθε διάθεση να εντυπωσιάσει το γυναικείο φύλο, είτε με τις εκκεντρικές του ενασχολήσεις, είτε με το να δημιουργεί φαντασιακούς ονειρικούς κόσμους που θα έκαναν τις γυναίκες να δείξουν ενδιαφέρον και κάποια περιέργεια. Ελκυόταν από γυναίκες που ήταν μεγαλύτερές του.

Στην πόλη της chur, σε κάποια πλατεία υπήρχε το σχετικό λούνα πάρκ, εκεί μεταξύ των άλλων υπήρχε και το τραίνο του τρόμου. Αυτό του προσέφερε μια μεγάλη ευκαιρία να αξιοποιήσει τις δυνατότητες του, μεταξύ των άλλων όμως να προσελκύσει και γυναίκες. Παρ’ όλου που ήταν μικρό παιδί ακόμα, βοηθούσε να κατασκευάζουνε διάφορα μυστηριακά πράγματα, κατάφερε να μάθει όλα τα μυστικά του τρόμου – και ταυτόχρονα να πλησιάσει κοντά στα υποκείμενα των φαντασιώσεών του. Οι αρχικές ερωτικές του φαντασιώσεις, εκπληρώνονταν μπροστά στα μάτια του μια φορά το χρόνο, κατά τη διάρκεια των τριών εβδομάδων της γιορτής του καρναβαλιού της πόλης.

Η επιστροφή στην κανονική μετέπειτα ζωή τον βύθιζε σε μελαγχολία. Άλλα σύντομα βρέθηκε υποκατάστατο. Στο σπίτι του πατέρα του όπου υπήρχε και το φαρμακείο, υπήρχε ένας τεράστιος μακρύς διάδρομος, λες και ήταν φτιαγμένος για να δημιουργήσει τους δικούς του μαγικούς διαδρόμους, τις σήραγγες του τρόμου.

Έστησε εκεί λοιπόν με τη βοήθεια φίλων του μια σήραγγα τρόμου. Η σήραγγα είχε μια μονάχα διαδρομή, μετά την είσοδο το βαγόνι πορευόταν δια μέσου μιας διπλής φουρκέτας που έστριβε σε μια ταλαντευόμενη πόρτα, η οποία ήταν κομμένη και ανοιχτή στο μπροστινό μέρος που θα περνούσε το βαγόνι και ακολούθως αυτή επανερχόταν στην αρχική της θέση μέσω ενός ελάσματος. Ο σκοτεινός διάδρομος ήταν γεμάτος με σκελετούς, τέρατα, και πτώματα από χαρτόνι και πλαστικό. Τις χαμηλής τάσης λάμπες μπαταρίας που φώτιζαν το χώρο, τις είχε κλέψει από τα παρκαρισμένα στους δρόμους ποδήλατα και τις είχε βάψει σε διάφορα χρώματα για να πετύχει ένα αέρινο και στοιχειωμένο φως.

Τα φαντάσματα στο χώρο – κατακρεουργημένοι, κρεμασμένοι, και νεκροί που σηκώνονταν μέσα από τα φέρετρά τους- ήταν πλαισιωμένα από διάφορους φίλους του, που βοηθούσαν να γίνει το θέαμα ακόμα πιο αληθοφανές, ενώ ταυτόχρονα συνόδευαν με διάφορους κατάλληλους ήχους το όλο εγχείρημα. Αρκετές είναι οι κοπέλες που θα θυμούνται για χρόνια, ίσως καλύτερα και από τον ίδιο, αυτούς τους διαδρόμους. Ήταν αρκετά αμήχανος και ντροπαλός και δεν τολμούσε να αγγίξει τις κοπέλες τις οποίες έσπρωχνε με το καρότσι στην κόλαση του τρόμου που είχε δημιουργήσει.

Οι μεταμφιεσμένοι με μάσκες βοηθοί του γινότανε κάθε φορά και καλύτεροι, έτσι βάλανε και εισιτήριο 5 σέντς. Ένιωσε πως η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν όταν κατάφερε να «ρίξει» μια μεγαλύτερή του κοπέλα. Δυστυχώς γι’ αυτόν αυτή του η επιτυχία ήταν μια από τις σπάνιες της παιδικής του ηλικίας. Όταν αποφάσισε να εμβαθύνει περισσότερο στην τέχνη του τρόμου, ο Giger άρχισε να δανείζεται και να διαβάζει βιβλία του Karl May και του Edgar Wallace.

Mελέτησε τα θρίλερ που βασιζότανε σε κέρινα ομοιώματα, καθώς και το φάντασμα της όπερας του Gaston Leroux’s. Μετά από αυτό το συναρπαστικό διάβασμα, το τραίνο φάντασμα του φαινόταν πλέον πρωτόγονο. Έτσι ξεκίνησε την κατασκευή στον πάνω όροφο του διαμερίσματός τους, ενός χώρου που θα το ονόμαζε το «μαύρο δωμάτιο», χώρος κατάλληλος για Jazz συγκεντρώσεις και για αποπλανήσεις κοριτσιών.




ΔΟΚΙΜΑΣΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΣΟΥ «ΧΤΥΠΑ ΤΟΝ ΛΟΥΚΑ»
Η κατασκευή αυτής της μηχανής που ονομάστηκε «χτύπα τον Λουκά» ήταν από τις πιο δημοφιλείς στο φεστιβάλ της πόλης Chur. Ήταν κατασκευασμένη από ξύλο, περιελάμβανε ένα μάνδαλο που αν το χτυπούσες με μια βαριοπούλα η κάποιο βαρύ αντικείμενο αυτό αντίστοιχα χτύπαγε ένα βάρος και το εκτόξευε τέσσερα μέτρα περίπου ψηλά που με τη σειρά του χτύπαγε ένα καμπανάκι που βρισκότανε στο ψηλότερο σημείο της κατασκευής. Σε μια ζωγραφιά που έκανε το 1986 ο Giger υποσυνείδητα ίσως την συσκευή αυτή την συνδύασε με μια γκιλοτίνα. Αυτή η κατασκευή είναι συνυφασμένη με την ιστορία της νιότης του Giger, στην πόλη που πέρασε τα παιδικά του χρόνια.

Εκεί και κατά τη διάρκεια των καρναβαλικών εορτών γινότανε και ένας αγώνας με βάση αυτή την κατασκευή, οι διαγωνιζόμενοι αναμετριότανε ποιος θα καταφέρει να χτυπήσει πιο δυνατά το καμπανάκι, την χρονιά εκείνη έτυχε η αδερφή του να καταγράφει τις επιδόσεις των συμμετεχόντων. Η χρονιά συνδέθηκε με ένα μεγάλο σκάνδαλο που σημάδεψε την ιστορία της μικρής ήσυχης πόλης τους. Η αδερφή του, καθώς και όλοι όσοι συμμετείχαν στο φεστιβάλ, όπως και ο μισός πληθυσμός της πόλης αρρώστησε από μια τροφική λοίμωξη. Αιτία τα βραστά λουκάνικα που είχαν καταναλώσει και που είχαν προμηθευτεί από το πιο γνωστό κρεοπωλείο που ο ιδιοκτήτης του ήταν ένας κοκκινομάλλης κύριος με το όνομα Λουκάς.

Το σκάνδαλο αυτό όπως ήταν φυσικό σατιρίστηκε την επόμενη χρονιά στη διάρκεια των εκδηλώσεων. Μάλιστα υπήρχε και ένα άρμα κατασκευή του Giger που ονομάσθηκε «χτύπα τον Λουκά». Στη θέση όμως του βάρους που εκτοξευότανε για να χτυπήσει το καμπανάκι ήταν ένα μεγάλο πιρούνι και στη θέση που βρισκόταν το καμπανάκι τοποθετήθηκε ένα τεράστιο λουκάνικο. Κάθε φορά που το πιρούνι τρυπούσε το λουκάνικο μια ποσότητα νερού κατάβρεχε τους τριγύρω. Αυτό έμεινε αξέχαστο στην περίοδο των εορτών, ο χασάπης δε ο Λουκάς εκνευρίστηκε τόσο πολύ που έστειλε τους βοηθούς του να καταστρέψουν το άρμα. Τελικά το άρμα συμμετείχε μισοκατεστραμμένο στην τελική παρέλαση, δύο άλογα το έσερναν, το πιρούνι κρεμότανε κυριολεκτικά και το λουκάνικο -ένα σχισμένο άδειο δέρμα- με μια κόκκινη περούκα σερνότανε κάτω. Όλοι οι παρευρισκόμενοι βάζοντας την φαντασία τους προσπαθούσαν να καταλάβουν πως δούλευε η κατασκευή.

Η ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ
Το 1959 σκίτσαρε την πρώτη του δουλειά για δύο αντεργκράουντ περιοδικά, τα Clou και Hotcha τα σκίτσα ονομαζότανε Atomkinder (Nuclear Children). Από αυτή τη δημοσίευση δεν είχε οικονομικές απαιτήσεις, αλλά το έκανε για προσωπική ευχαρίστηση, τον βοήθησε βέβαια στο ξεκίνημα της καριέρας του και το όνομά του γράφτηκε στον τηλεφωνικό κατάλογο της περιοχής ως σχεδιαστής χώρων. Αυτό έφερε μια ικανοποίηση στο σπίτι του, ιδιαίτερα στον πατέρα του, που έβλεπε το γιο του σε κάποιο ξεκίνημα. Τα επόμενα χρόνια κανείς δεν τον ενόχλησε από αυτή την καταχώρηση, αυτό ήταν περισσότερο ικανοποίηση παρά δυσφήμηση για τον μελλοντικό καλλιτέχνη.

Το 1966, εμπνευσμένος από τα όνειρα του, άρχισε να τραβάει μια σειρά καλλιτεχνικών φωτογραφιών. Εκείνη την εποχή, ο Giger κοιμόταν πολύ άσχημα και τον «κυνηγούσαν» πάντοτε εφιάλτες. Στο σπίτι τους, στο σπίτι των γονιών του, και κάπου στο κλιμακοστάσιο υπήρχε ένα κρυφό παράθυρο, αυτό το παράθυρο οδηγούσε στο εσωτερικό ενός ξενοδοχείου που ήταν κολλητά στο σπίτι τους. Το ξενοδοχείο ονομαζόταν Τhree Kings.

Το παράθυρο ήταν πάντα σκεπασμένο με μια βρόμικη βαριά καφέ κουρτίνα. Στα όνειρα του Giger, η στις νυχτερινές περιπλανήσεις του αυτό το παράθυρο ήταν πάντα ανοιχτό εκεί έβλεπε γιγάντιους απύθμενους φωταγωγούς πλημμυρισμένους με ένα ξεθωριασμένο κίτρινο φως. Κατά μήκος των τοίχων σε αυτούς τους φωταγωγούς υπήρχαν απότομες επικίνδυνες σκάλες χωρίς καθόλου χειρολαβές, και τα σκαλοπάτια σε πήγαιναν βαθιά σε μια άβυσσο που χασμουριότανε έτοιμη να σε καταπιεί.

Από τότε που άρχισε να ζωγραφίζει τα τεράστια αυτά χάσματα το παράθυρο αυτών των ονείρων έμεινε κλειστό και σφηνωμένο. Άλλη μια πηγή των φαντασιώσεών του ήταν η κάβα στο υπόγειο του σπιτιού τους. Την προσέγγιζε κατεβαίνοντας μια πέτρινη μουχλιασμένη ελικοειδή σκάλα, αυτή οδηγούσε σε ένα αψιδωτό διάδρομο. Ο γείτονας – ιδιοκτήτης του διπλανού ξενοδοχείου- ενημέρωσε τον Giger ότι υπήρχαν στην πόλη δύο υπόγεια τέτοια τούνελ που οδηγούσαν από το παλάτι του επισκόπου υπογείως μέχρι έξω από την πόλη.

Ο διάδρομος της κάβας του σπιτιού τους ενωνότανε κάπου με ένα από αυτά τα τούνελ. Υπήρχε μάλιστα κάποια έξοδος από το τούνελ σε έναν δρόμο της πόλης, κάποιοι γνώριζαν αυτή την πρόσβαση μάλιστα αν ήταν λίγο τολμηρός κάποιος μπορούσε να εισχωρήσει σε αυτόν και σε αρκετά μέτρα βάθος, αργότερα η πρόσβαση αυτή χτίσθηκε για να αποφευχθούν διάφοροι κίνδυνοι. Ο Giger πρόλαβε να δει μόνο την κλειδωμένη πόρτα της κάβας η οποία τον ενέπνευσε στις πιο τολμηρές και φοβιστικές του φαντασιώσεις. Στα όνειρά του όμως αυτοί οι διάδρομοι ήταν ανοιχτοί και τον οδηγούσαν σε έναν τρομερό λαβύρινθο όπου τον περίμεναν όλα τα είδη κινδύνων που ήταν στημένοι εκεί περιμένοντάς τον. Κάθε όνειρο τον οδηγούσε κάτω στην ελικοειδή πέτρινη σκάλα μέσα σε αυτό τον μαγικό κόσμο της φαντασίωσης, έναν κόσμο που ταυτόχρονα τον έλκυε αλλά και το φόβιζε.

Η ΠΡΩΤΗ ΔΙΑΛΕΞΗ ΣΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΤΗΣ CHUR
Στην πρώτη του διάλεξη, που είχε σαν θέμα την ιστορία του ρεβόλβερ, στάθηκε απροετοίμαστος μπροστά στην τάξη με τους μαθητές γνωρίζοντας μόνο ότι η λέξη ρεβόλβερ προέρχεται από το λατινικό «revolvere» που σημαίνει κάτι που κυλάει. Ο Samuel Colt ήταν ο εφευρέτης αυτού του εξάσφαιρου πιστολιού με κινούμενο μύλο έτσι που μπορούσε να αυτοκαθαρίζεται. Η διάλεξη ήταν σύντομη, αμέσως μετά έβγαλε από έναν σάκο που είχε φέρει μαζί του την συλλογή με τα πιστόλια του -είκοσι διαφορετικά πιστόλια και ρεβόλβερ- και τα διένειμε στους μαθητές.

Η πρώτη κίνηση των μαθητών ήταν να στοχεύσουν ο ένας τον άλλον. Ο καθηγητής της τάξης χλόμιασε και μάταια προσπαθούσε να μαζέψει από τα χέρια τους τα επικίνδυνα εκείνα αντικείμενα. Ήταν η πιο σύντομη διάλεξη που έκανε ποτέ. Πιτσιρικάς στην ηλικία των οκτώ χρόνων είχε εντυπωσιαστεί πάρα πολύ από ένα πιστόλι μάουζερ που είχε στην κατοχή του ο πατέρας του. Τα όπλα είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα γιατί βλέποντάς τα δεν καταλαβαίνει κάποιος αν είναι οπλισμένο η αν σε ένα ρεβόλβερ υπάρχει ξεχασμένη μια σφαίρα.

Το 1984 μετά από τριάντα χρόνια αποχής από τα όπλα ο Giger αγόρασε για τον εαυτό του ένα ρεβόλβερ, εφόσον την προηγούμενη βραδιά είχε εφιάλτες. Πριν λίγα χρόνια σχεδόν πυροβολήθηκε από έναν άγνωστο στο δωμάτιο του, στο Λος Άντζελες, όπου ζούσε ως πρόσφατα. Οι στατιστικές στην Αμερική λένε πως οι τέσσερις στους πέντε που κατέχουν όπλα αυτοπυροβολούνται και τραυματίζονται θανάσιμα.

Η ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΠΟ ΕΛΑΣΜΑΤΑ ΤΙΡΑΝΤΩΝ
Ένα από τα πάθη του ήταν οι συλλογές, η συλλογή από ελάσματα που χρησιμοποιούνται για να προσδένονται τα παντελόνια με τις τιράντες ήταν μια από τις αγαπημένες του ήταν μια ψύχωση. Κάτι που υποσυνείδητα είχε συνδέσει στο νου του με τη σιχασιά που ένιωθε για τα φίδια και τα σκουλήκια. Αυτά τα ελάσματα κατασκευασμένα από λαστιχάκια και επενδυμένα από μεταξωτό ύφασμα σε διάφορα χρώματα και μεγέθη υπήρξαν η εμμονή του.

Ο Giger τα έβλεπε με μια μανία καταστροφής, ήθελε να τα ξηλώσει, να τα καταστρέψει, ίσως από την μανία του να σκοτώνει τα φίδια. Αυτό που τον εξίταρε όμως περισσότερο ήταν όταν αυτά τα ελάσματα ήταν μισοξηλωμένα, το κάλυμμά τους είχε φθαρεί αφήνοντας να φαίνονται τα λαστιχάκια από μέσα του τα οποία ήταν έτοιμα να σπάσουν και να αφήσουν τα παντελόνια να πέσουν κάτω. Αντάλλασσε αυτά τα ελάσματα από λάστιχο δίνοντας χρήματα στους συμφοιτητές του να αγοράσουν καινούργια. Τα μικρά αυτά αντικείμενα της συλλογής του τα παρομοίαζε με τσακισμένα σκουλήκια και φίδια, σχεδόν νεκρά, που χωρίς επιτυχία προσπαθούν να σύρουν τα κορμιά τους σε ασφάλεια.

Πολύ αργότερα είχε μια ακόμη πιο δυσάρεστη εμπειρία με σκουλήκια σε ένα ταξίδι του στο νησί του Αγίου Μαυρικίου. Εκεί οι εφιάλτες του είχαν σχέση με τα διαφανή σκουλήκια της θάλασσας που είναι πέντε πόδια μακριά και με διάμετρο στις δύο ίντσες. Στην ακρογιαλιά, σχεδόν άψυχα, σαν σύριγγες, τσαλακωμένα σε μερικά σημεία, σαν μεταχειρισμένα προφυλακτικά, είχαν κατά μήκος ενισχυτικούς κύκλους. Επίσης είχαν κάποιο άνοιγμα στην μια τους άκρη και διαστελλότανε ή συστελλότανε ρυθμικά και απαλά καθώς παίρνανε τροφή από το νερό.

Εκεί στο νησί μια νύχτα αποφάσισε να κολυμπήσει το βράδυ, οι φίλοι του δεν τον ακολούθησαν, μη έχοντες διάθεση και έτσι κολύμπησε μόνος του με την πλάτη ανάσκελα στα ρηχά. Νόμιζε πως κολυμπούσε ανάμεσα στα φύκια. Την επόμενη όμως, μέρα κατάλαβε πως κάθε άλλο παρά φύκια ήταν αυτά που κολυμπούσε ανάμεσά τους. Ήταν διάφανα σιχαμερά σκουλήκια. Από εκείνη την μέρα και μετά έβλεπε παντού μόνο σκουλήκια. Στη διάρκεια του μεσημεριανού γεύματος σερβιρίστηκε σούπα λαχανικών, πριν αρχίσει κανείς να τρώει, ο Giger άρχισε επιδεικτικά να ψάχνει μέσα στη σούπα του με το κουτάλι του. Το αποτέλεσμα ήταν οι συνδαιτυμόνες του να μην αγγίξουν τη σούπα. Ο Giger είχε πετύχει έναν θρίαμβο, η σούπα έμεινε ανέγγιχτη, όχι μόνο στο τραπέζι του, αλλά και ολόκληρο το ξενοδοχείο.





Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ALIEN
To 1958 συνεργάστηκε με ανθρώπους του κινηματογράφου και αμέσως μετά κυκλοφόρησαν οι πρώτες δουλειές του σε αφίσες. Έκανε την πρώτη του έκθεση στη Ζυρίχη και προκάλεσε αναστάτωση και ποικίλα σχόλια στους εικαστικούς κύκλους. Τη δεκαετία του ’70 αρχίζει να χρησιμοποιεί αερογράφο σε έργα τεραστίων διαστάσεων. Η δουλειά του διακρίνεται για την τελειότητα, την τρομακτική λεπτομέρεια και το μυστηριακό ερωτικό ύφος.

Το 1985 εκδίδει και το Necronomicon II, κρατώντας τον ίδιο τίτλο ως αναφορά στο περιβόητο γριμόριο (βιβλίο μαγείας) των μυθιστορημάτων του πατέρα της horror fiction λογοτεχνίας H. P. Lovecraft, ο οποίος αποτέλεσε και τη μεγαλύτερη του ίσως επιρροή.

Έκτοτε ο Giger κυκλοφόρησε μία πλειάδα τέτοιων βιβλίων, ενώ ανέλαβε τα σκηνικά και την καλλιτεχνική επιμέλεια πολλών ακόμα ταινιών όπως το Aliens του James Cameron , το Alien 3, το Dune του Alejandro Jodorowsky, το οποίο δεν γυρίστηκε τελικά ποτέ (αργότερα ο David Lynch ανέλαβε την μεταφορά του μυθιστορήματος του Frank Herbert στην μεγάλη οθόνη), το Batman Forever (για το οποίο σχεδίασε και μία εκδοχή του Batmobile η οποία δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ στο φιλμ- και η οποία θα ήταν η καλύτερη όλων που έχουμε δει μέχρι σήμερα), το Poltergeist II, το πιο πρόσφατο Prometheus, το σούπερ καλτ “Killer Condom” εμπνευσμένο από το κόμικ “Η καπότα δολοφόνος” του γερμανού Ralf König, κ.α.

Σημαντική ενασχόληση είχε και με την μουσική, φιλοτεχνώντας εξώφυλλα για συγκροτήματα όπως οι Carcass, οι Blondie και η Debbie Harry, οι Korn, και δεκάδες άλλοι ανάμεσα τους και οι Dead Kennedys για το τρίτο άλμπουμ των οποίων (Frankenchrist) ο Giger παραχώρησε για 600 δολάρια τον πίνακα “Penis Landscape”, που προοριζόταν για εξώφυλλο του δίσκου. Eπιλογή η οποία οδήγησε σε μία άνευ προηγουμένου δικαστική διαμάχη περί “έκθεσης ανάρμοστου και επικίνδυνου υλικού σε ανηλίκους” εις βάρος του Jello Biafra.

Αν δεν μπορείς να νικήσεις τους εφιάλτες σου, μετέτρεψε τους σε τέχνη Δεν χρειάζεται παρά μία μόνο ματιά στο έργο του Giger για να καταλάβει κανείς την εμμονή του στην επιστημονική φαντασία, στο φανταστικό, το μακάβριο, και το απόκρυφο. Όχι τυχαία: Ο Giger υπέφερε από χρόνιους και επίμονους εφιάλτες, κι από εκτεταμένα προβλήματα αϋπνίας και διαταραχής ύπνου. Μάλιστα, τα πρώτα του έργα της περιόδου 1962 με 1965 ήταν αποτελέσματα μιας μορφής δημιουργικής ψυχοθεραπείας στην οποία είχε καταφύγει.

Οι εμμονές του Giger με τα φίδια, τα σκουλήκια, τα διάφορα έντομα, τα σκοτεινά τούνελ, και πολύ περισσότερο με το ανθρώπινο σώμα, τις εκκρίσεις των σωμάτων, τα γενετικά όργανα, το πέος που προσπαθεί να εισβάλει στο γυναικείο κορμί, το βλεννογόνο του γυναικείου κόλπου αποκαλύπτονται «ξεδιάντροπα» στα έργα του. Φοβερή είναι η σειρά από πίνακες τους οποίους δημιούργησε εμπνεόμενος από τα απορριμματοφόρα της Κολονίας, καθώς έβλεπε τους υπαλλήλους να τοποθετούν τους κάδους απορριμμάτων στη σχισμή του οχήματος. Κάπου εκεί τον ανακαλύπτει ο Ridley Scott. Βλέποντας τα έργα του Giger για το Necronomicon, κατάλαβε ποιος θα έπρεπε να είναι ο σχεδιαστής των εξωγήινων τεράτων για την ταινία του.

Ξεκινά τη συνεργασία για την πρώτη σειρά των Alien, επί τρεις συνεχείς μήνες ζωγραφίζει χιλιάδες εικόνες και πολλά από τα γλυπτά της ταινίας. Αμέσως μετά, τον καλούν στην Αγγλία να αναλάβει την ευθύνη για το ντεκόρ στο shepperton studio. Η δόξα και η καταξίωση για τη δουλειά του έρχεται το 1980, με την απονομή του Όσκαρ από την Αμερικάνικη Ακαδημία.

Το 1990, όταν τον ξανακαλούν σε συνεργασία για το Alien 3 και οι υπεύθυνοι παραγωγής του ζητούν να σκεφθεί καινούργιες ιδέες για τις υδρόβιες φιγούρες των Alien, η πρότασή του για μια φιγούρα κομψού φονικού θυλάκου απορρίπτεται. Στο μεταξύ, η παραγωγή υιοθετεί προτάσεις άλλων σχεδιαστών και αυτό φέρνει σε ρήξη τον Giger με τους υπευθύνους. Ο Giger υποστηρίζει πως δεν έχουν δικαίωμα να αλλάξουν τις ιδέες του, το δημιούργημά του, αλλά δεν εισακούεται.

Παρά τις διαμαρτυρίες του, το όνομά του παραβλέπεται ακόμα και στα credits της ταινίας ως αρχικού εμπνευστή της σειράς. Καθώς τα γράμματα διαμαρτυρίας προς την 20th Century Fox δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Ο Giger μέσα από την ιστοσελίδα του στο internet παρότρυνε τους φίλους και θαυμαστές του να κατακλύσουν με γράμματα αγανάκτησης την εταιρεία. Ως πρόσφατα ζούσε στην Καλιφόρνια όπου εδρεύει και η εταιρεία του μέσω της οποίας προωθεί τα έργα του και τη δουλειά του.

Δευτέρα 12 Μαίου 2014 ο αλλόκοτος και πρωτοποριακός Ελβετός καλλιτέχνης Ηans Rudolf Giger, έφυγε σε ηλικία 74 ετών, ύστερα από σοβαρό τραυματισμό πέφτοντας από σκάλες. Πρόλαβε ωστόσο να αφήσει πίσω του ένα μνημειώδες έργο μιας industrial Gothic Τέχνης, που επηρέασε μια ολόκληρη εποχή πυροδοτώντας όσο κανείς άλλος τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας.



 
Ο θρυλικός  πίνακας “Penis Landscape” που προκάλεσε μπελάδες στους Dead Kennedys










Μ. Foucault: Τις η Λερναία Ύδρα της εξ-ουσίας;

Michel Foucault: (1926–1984)

Εξ-ουσία: απ-ουσία ή παρ-ουσία;

§1: Πώς αποτιμάται η συμβολή του Φουκώ στην ανά-λυση των πολυδαίδαλων δομών της εξουσίας; Με δεδομένο ότι ο ίδιος διήλθε μέσα από τις μεγάλες λεωφόρους του «Δομισμού» και του «μετα-Δομισμού», ξέρει να αναγιγνώσκει την Ουσία της εξ-Ουσίας όχι με τον μονοσήμαντο παραδοσιακό τρόπο: μια χούφτα εξουσιαστές από τη μια πλευρά και τα πληβειακά στρώματα και σώματα των εξουσιαζομένων από την άλλη, αλλά μέσα από την αναλυτική προσέγγιση της εξουσίας ως της Λερναίας Ύδρας με τα πολλά κεφάλια, στο οποία συχνά-πυκνά αντιστοιχεί όχι μόνο η δεδομένη χούφτα, αλλά και βλέψεις πολλών πληβείων. Εξάλλου, η καθημερινή πρακτική διδάσκει πως οι πιο σκληροί και επικίνδυνοι εκπρόσωποι της εξ-ουσίας προέρχονται από πρώην «πεινασμένους» και «εξαθλιωμένους», οι οποίοι εισέρχονται στον πολιτικό στίβο με τα λεγόμενα «προοδευτικά»-«σοσαλδημοκρατικά» ιδεοληπτικά προσωπεία. Η μορφή του υποκειμένου, που κρύπτεται πίσω από τέτοιου είδους προσωπεία, αφορά το ναρκισσιστικό υποκείμενοˑ εκείνο δηλαδή που προτάσσει την πρωτοκαθεδρία –γνωσιακή, συνειδησιακή, πρακτικιστική κ.λπ.– της δικής του υποκειμενικότητας και επιδιώκει, μέσω της εξουσίας, την απεριόριστη απόλαυση αυτής της πρωτοκαθεδρίας. Ο Φουκώ αναζητεί όχι μόνο τους συνειδητούς, αλλά κυρίως τους μη-συνειδητούς, τους ασυνείδητους παράγοντες επικαθορισμού αυτής της υποκειμενικότητας.

§2: Έτσι εκκινεί από τη γνώση ως εξουσία για να προχωρήσει μέσα στο λαβύρινθο των μικρο-εξουσιών και ευρύτερα των πειθαρχικών μηχανισμών και τεχνικών. Όταν λοιπόν συγκέντρωνε το ενδιαφέρον του σε μια πολιτική ανάγνωση της κοινωνίας, αναγνώριζε ρητά την ανάγκη ουσιαστικής πολιτικοποίησης της γνώσης. Πώς κατανοεί αυτή την ανάγνωση και αυτή την πολιτικοποίηση; Προφανώς όχι υπό τη μορφή μυωπικών αντιπαραθέσεων, παραδοσιακής υφής, ανάμεσα σε «συντηρητισμό» και «προοδευτισμό», ή ασφυκτικού εναγκαλισμού της θεωρίας από έναν ακίνδυνο πρακτικισμό και ακτιβισμό, αλλά υπό την προοπτική της προβολής μιας σκέψης, που τελεί πάντοτε σε κίνηση, δηλαδή αναπροσανατολίζεται μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκώς μεταβαλλόμενων καταστάσεων και επιζητεί να εισχωρεί στο πεδίο κατανόησης αυτών των καταστάσεων και γενικότερα της κάθε ύποπτης ή ανύποπτης συγκυρίας. Αυτός ο τρόπος σκέψης του επιτρέπει να μην αναλώνεται σε υιοθετήσεις αφηρημένων προτύπων ζωής και να μην αναλαμβάνει να ομιλεί ως εκπρόσωπος λογής-λογής ομαδοποιημένων συμφερόντων. Κατ’ αυτό το πνεύμα χωρεί πέρα από την καθεστηκυία πρακτική της εκπροσώπησης ή αντιπροσώπευσης και προσηλώνει το στοχαστικό του βλέμμα στην ενικότητα του παρόντος, στη μοναδικότητά του. Έτσι ξαναδιαβάζει το καθολικό, π.χ. την κοινωνία, την πολιτική κ.λπ. όχι ως ένα αφηρημένο όλο, αλλά ως εκείνο που μέσα του περιέχει το ενικό· ως την κοινωνία, ας πούμε, που περιέχει συγκεκριμένους χώρους εγκλεισμού, καθορισμένες δομές πειθαρχίας κ.α.

§3: Δυνάμει αυτής της γραμμής σκέψης, ο Φουκώ απομυθοποιεί τον ρόλο των διανοουμένων και τον ρόλο της θεωρίας σε σχέση με την ανάγκη διαφώτισης και δράσης των μαζών. Γνώση, αλήθεια και λόγος αποτελούν μορφές εξουσίας, στις οποίες θα χρειαζόταν να αντιστέκεται ο διανοούμενος. Η ως τώρα καθιερωμένη θεωρητική πρακτική του τελευταίου δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια δυστυχισμένη πρακτική, κατά το πρότυπο της δυστυχισμένης συνείδησης στον Χέγκελ. Τούτο σημαίνει, πέραν των άλλων, ότι η σκέψη του Φουκώ δεν εγκλείεται στην παραγωγή ολοποιητικών μορφωμάτων γνώσης, ενταγμένων στην εξελικτική εκδίπλωση μιας καθολικής ιστορίας, μονοσήμαντα προσανατολισμένης, αλλά διανοίγεται στην ανάδειξη του συμβάντος, φιλοσοφεί επ’ αυτού: εκτυλίσσεται ως σκέψη του ενικούˑ του ενικού που απηχεί μια καθορισμένη εκάστοτε κατάσταση, π.χ. την κατάσταση στις επιχειρήσεις, στο σχολείο, στην εκπαίδευση, στη φυλακή κ.α., και το οποίο δεν ανάγεται σε κάποια διαμεσολάβηση. Κατ’ αυτό τον τρόπο αναδεικνύει τον ενδεχόμενο, τον δυνάμενο να ισχύει, χαρακτήρα των συστημάτων γνώσης και εξουσίας και κινείται στα όρια των δομήσεων και αποδομήσεών τους. Η κίνηση τούτη της σκέψης (του) μεταμορφώνεται έτσι σε κίνηση απελευθέρωσης, σε πράξη ελευθερίας, γιατί επιχειρεί να καταδείξει χώρους ελευθερίας ανάμεσα σ’ αυτά τα συστήματα, ανάμεσα στα διάκενά τους, στις συνάφειές τους, στις δομήσεις και αποδομήσεις τους.

§4: Οι εν λόγω χώροι ελευθερίας καθιδρύουν μια άλλη λογική θεώρησης εκ μέρους του ανθρώπινου υποκειμένου, αλλά και άλλη λογική θεώρησης των δομών και σχέσεων εξουσίας. Ως προς το πρώτο ζητούμενο, καθιδρύουν μια πρακτική του υποκειμένου ως εαυτού. Πώς συμβαίνει αυτό; Ό,τι απηχεί τη λογική του συστήματος παραπέμπει σε ένα συμβάν, που θέτει σε κίνηση τη γνώση και τη δράση του εαυτού. Εάν, για παράδειγμα, το σύστημα εξουσίας αποτελεί μια ολότητα και σχετίζεται με ιεραρχικές ολοποιήσεις, η λογική του εκφράζεται στο ένα ή άλλο σημείο ή πεδίο αυτής της εξουσίας, ας πούμε στο πεδίο της εκπαίδευσης, του εργοστασίου κ.λπ. Η δράση, ήτοι η αντί-δραση του εαυτού απέναντι σε ένα τέτοιο πεδίο ανάγει το ερέθισμά της στο γεγονός ότι το συγκεκριμένο πεδίο στην εκάστοτε λειτουργία του ή εφαρμογή του λαμβάνει χώρα για το υποκείμενο ως συμβάν που προκαλεί την ενεργοποίηση, την κινητοποίηση του εαυτού ως διαμαρτυρία, ως απεργία κ.λπ. Αυτή η ενεργοποίηση και κινητοποίηση αποτελεί μια έκρηξη των ίδιων των εμπλεκομένων και όχι κάποιων άλλων. Γενικότερα, σε επίπεδο μαζών, αυτή η θεώρηση του Φουκώ εγγράφει στη δράση τους το συμβάν ως πρακτική ελευθερίας, με το νόημα ότι ενεργοποιούνται αγωνιστικά ενάντια σε αυτό που τις βρίσκει, που τις συντυχαίνει και τις αλλάζει. Κάθε στάση βέβαια σε σχέση με το συμβάν της εξουσίας, για παράδειγμα, δεν είναι ή δεν γίνεται αυτόματα αγωνιστική, αλλά αρχίζει να στέκεται αγωνιστικά, όταν ο εαυτός –το άτομο, η μάζα κ.λπ.– επιλέγει τις κατάλληλες μορφές αγώνα κάθε φορά. Πώς μπορεί να επιλέγει τις κατάλληλες μορφές; Όταν γνωρίζει τι σημαίνει εξουσία; Έτσι ερχόμαστε στο δεύτερο ζητούμενο: στην άλλη λογική θεώρησης των δομών και σχέσεων εξουσίας.

§5: Πώς προσπαθεί να σκεφτεί την εξουσία ο Φουκώ; Χωρίς να παραγνωρίζει την παραδοσιακή θεωρία και πρακτική του κράτους, διαπιστώνει ότι το πεδίο άσκησης και λειτουργίας της εξουσίας είναι πολύ ευρύτερο από τις ως τώρα σχετικές εννοήσεις και κατανοήσεις. Η εξουσία με τις δομές, τους μηχανισμούς της, τις διευθυντικές ή πειθαρχικές και καταπιεστικές της δομές και όλες τις παρόμοιες πτυχές δεν στοιχειοθετεί απλώς μια κατάσταση συντήρησης, με την κυριολεκτική και μεταφορική σημασία, αλλά και μια διαρκώς μετασχηματιζόμενη κατάσταση. Επομένως, κάθε αντίσταση ξεκινά από το δικό της πεδίο δράσης για να ενσωματωθεί σε ευρύτερες στρατηγικές. Όπως τονίζει ο φιλόσοφος, «κάθε αγώνας ξεδιπλώνεται γύρω από μια ιδιαίτερη εστία εξουσίας». Γι’ αυτό τον λόγο πρέπει να καταγγέλλονται αυτές οι εστίες, να καταδεικνύονται, να εντοπίζονται. Σε κάθε περίπτωση, η προβληματική γύρω από την ουσία της εξουσίας σχετίζεται με την εν τη πράξει κατανόηση πολυσύνθετων στρατηγικών καταστάσεων σε μια δεδομένη κοινωνία και όχι μόνο με μια γενική κατονομασία ενός θεσμού ως εξουσίας. Απ’ αυτή την άποψη, η εξουσία δεν έρχεται μόνο από τα πάνω, αλλά και από τα κάτω. Παντού παρατηρούμε «πολλαπλές σχέσεις δύναμης που διαμορφώνονται και λειτουργούν στους μηχανισμούς της παραγωγής, στις οικογένειες, τις περιορισμένες ομάδες, στους θεσμούς». Στη συνάφεια τούτη, η σύλληψη της εξουσίας που προτείνει ο Φουκώ δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στις μικρο-εξουσίες που μας περικυκλώνουν και μας καθορίζουν καθημερινά: μικρο-εξουσίες πάνω στα σώματά μας, για να καθίστανται πιο παραγωγικά, πειθαρχημένα, εργασιομανή κ.λπ., και κατ’ επέκταση πάνω σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα.

Φιλοσοφικές όψεις του Αισχύλου

ΤΟ ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΑΙΣΧΥΛΟΥ:
Μια δοκιμή φιλοσοφικής ανάγνωσης

Ανάμεσα στο επιτύμβιο επίγραμμα του Αισχύλου και στα αντίστοιχα επιγράμματα του Σοφοκλή και του Ευριπίδη η διαφορά είναι εμφανής. Ενώ τα επιγράμματα του Σοφοκλή και του Ευριπίδη έχουν μάλλον πληροφοριακό περιεχόμενο και χαρακτηρίζονται από ήπιο τόνο, η αναφορά στον Αισχύλο δε δείχνει να περιορίζεται στην απλή ενημέρωση, αλλά φορτίζεται από μια έκδηλη εσωτερική ένταση και «αναδίδει» έναν τόνο δραματικό – κάτι που, όπως θα φανεί στη συνέχεια, έχει τη σημασία του. Ωστόσο, εκείνο που εγείρει ερωτήματα και προκαλεί πολλές συζητήσεις είναι κάτι διαφορετικό: ενώ στα άλλα δύο επιγράμματα βρίσκουμε σαφή αναφορά στις διακρίσεις του Σοφοκλή και του Ευριπίδη στο χώρο της ποιητικής τέχνης, ειδικά για τον Αισχύλο ο έπαινος περιστρέφεται στην «αριστεία» του στο άλσος του Μαραθώνα με ταυτόχρονη παραθεώρηση των λαμπρών επιδόσεών του στο χώρο της τραγωδίας. Πρόκειται για ένα παράδοξο που έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών επισημάνσεων και σχολιασμών1.

Κλασική, πάντως, είναι η κριτική στο επιτύμβιο επίγραμμα του Αισχύλου, την οποία βρίσκουμε στο ποίημα του Καβάφη «Νέοι της Σιδώνος 400 μ.Χ.»2. Εδώ, ένα παιδί «φανατικό για γράμματα» θα εξαναστεί ακούγοντας τον ηθοποιό να υπερτονίζει τις φράσεις «ἀλκήν δ' εὐδόκιμον» και «Μαραθώνιον ἄλσος» και μάλιστα θα χαρακτηρίσει «λιποψυχία» την επιλογή του Αισχύλου να προβάλει τις πολεμικές επιδόσεις του με ταυτόχρονη αποσιώπηση των επιτευγμάτων του ως κορυφαίου τραγικού ποιητή3. Με τον υπερβάλλοντα μάλιστα καλλιτεχνικό ζήλο του, θα υποδείξει εκ των υστέρων στον Αισχύλο ποιο θα ήταν κατά τη γνώμη του το σωστό περιεχόμενο του επιγράμματος, για να καταλήξει ως εξής:

«Κι όχι απ’ τον νου σου ολότελα να βγάλεις
της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό —
τι Αγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό,
τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες,
τι Επτά επί Θήβας— και για μνήμη σου να βάλεις
μ ό ν ο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό
πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Αρταφέρνη
».

Ο ειρωνικός χειρισμός του θέματος από τον Καβάφη αναδεικνύει την ουσιαστική αδυναμία των «Νέων της Σιδώνος» (όπως και όλων των διαχρονικών μιμητών και ομοφρόνων τους) να κατανοήσουν και να αξιολογήσουν το περιεχόμενο του αισχύλειου επιγράμματος -- και ο λόγος της αδυναμίας αυτής είναι απλός.

Οι Νέοι της Σιδώνος είναι εξελληνισμένοι Σύροι του 400 μ.Χ. Στις μέρες τους ο αρχαίος κόσμος έχει πεθάνει προ πολλού, αλλά λόγω κεκτημένης ιστορικής ταχύτητας η ανάμνηση της πολιτιστικής ακτινοβολίας του παραμένει αμείωτη. Έχουν τη νοοτροπία κοσμοπολίτη σε μια μεταβατική εποχή αβεβαιότητας και κοσμογονικών αλλαγών οι οποίες τους αφήνουν παγερές αδιάφορους και στο πλαίσιο της αυτοκρατορίας η έννοια της πατρίδας τούς είναι άγνωστη. Απέχουν χρονικά εννιακόσια περίπου χρόνια από το 490 π.Χ. και, όπως είναι φυσικό, δεν μπορούν ούτε να φανταστούν ούτε, πολύ περισσότερο, να βιώσουν τον κουρνιαχτό, τις οιμωγές και τους αλαλαγμούς που είχαν κάποτε σκεπάσει το «Μαραθώνιον ἄλσος», τότε που ο Αισχύλος είχε ξεδιπλώσει σ’ αυτό την «εὐδόκιμον ἀλκήν» του. Με δεδομένη «την ευπορίαν του καθ’ ημέραν» και απαλλαγμένοι από την υποχρέωση να παλέψουν με την καθημερινότητα για να εξασφαλίσουν τους υλικούς όρους της διαβίωσής τους, αλείφονται με αρώματα, απολαμβάνουν ποιητικές επαγγελίες και πιθανώς ενδίδουν στον ηδονικό αισθησιασμό. Γι’ αυτούς τους εκθηλυμένους ντιλετάντηδες η τέχνη δεν είναι ένα παρακολούθημα της πραγματικότητας, κάτι σαν το philosophari που οφείλει να έπεται χρονικά και αξιολογικά του vivere.

H τέχνη γι’ αυτούς είναι αυτόνομη, έχει αποκοπεί από την πραγματικότητα ή, καλύτερα, έχει πάρει τη θέση της ως εικονική πραγματικότητα – ως ένα υποκατάστατο που ωστόσο αποτελεί αυτοσκοπό και αυταξία4.

Εντελώς διαφορετικές είναι οι συνθήκες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και της νοοτροπίας του Αισχύλου, τον 5. π.Χ. αιώνα. Πολλές φορές η ανάπτυξη ενός μεγάλου πολιτισμού με ταυτόχρονα εντυπωσιακά επιτεύγματα στα γράμματα, στη φιλοσοφία, στην τέχνη και στην επιστήμη είναι ο καρπός, μεταξύ άλλων, ενός νικηφόρου «υπέρ πάντων» αγώνα. Μπορεί δηλαδή ο πολιτισμός αυτός να έχει σε μεγάλο βαθμό θεμελιωθεί στο ενθουσιασμό, στην υπερηφάνεια και στο συναίσθημα της ασφάλειας που βίωσε ένας λαός μετά από κάποιον πολεμικό θρίαμβο, χάρη στον οποίο αντιμετώπισε επιτυχώς ένα θανάσιμο κίνδυνο με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην πεθάνει, αλλά και να βγει από τη δοκιμασία πιο δυνατός, κατοχυρώνοντας ταυτόχρονα την ακεραιότητα και την ελευθερία της πατρίδας του. Οι επικοί αγώνες των Αθηναίων, που «επρομάχησαν των Ελλήνων» κατά τα μηδικά και χάρη στον ηρωισμό τους όχι μόνο ξεπέρασαν την απειλή της ολοσχερούς καταστροφής, αλλά και έφτασαν τελικά στην κατατρόπωση των Περσών και την εδραίωση της ηγεμονίας τους, πρέπει να βιώθηκαν με εντελώς ιδιαίτερη ένταση από τους πρωταγωνιστές των αγώνων εκείνων, δηλαδή από τους ίδιους τους ήρωες των Περσικών Πολέμων. Οι τελευταίοι θεώρησαν τη συμμετοχή τους στις ιστορικές νίκες ως ένα συγκλονιστικό γεγονός που σφράγισε ανεξίτηλα την ζωή τους. Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση του σκληροτράχηλου Μαραθωνομάχου Αισχύλου, του χαλύβδινου εκείνου πολεμιστή και ταυτόχρονα μεγαλόπνευστου τραγικού ποιητή. Ο Αισχύλος δε βρήκε έτοιμη τη νίκη, την ασφάλεια και την ακμή της Αθήνας, όπως θα τις βρουν αργότερα ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης. Αντίθετα, ένιωθε πως ήταν συντελεστής αυτών των επιτευγμάτων και συν-δημιουργός της σύγχρονης αθηναϊκής ιστορίας η οποία του γέμιζε το στήθος με υπερηφάνεια και για το λόγο αυτό ανήγαγε την προκοπή και το μεγαλείο της πατρίδας του σε υπέρτατη προσωπική προτεραιότητά του.

Εδώ πρέπει να αποδοθεί το ζωηρό ενδιαφέρον του για τα ηθικά δεδομένα και τα πολιτικά δρώμενα της εποχής του και ειδικότερα η αποτύπωση στο έργο του της βαθιάς βιοσοφίας του5 και της προτίμησής του προς μια μετριοπαθή εκδοχή της δημοκρατίας, καθώς και η ανησυχία του λόγω της ριζοσπαστικοποίησης του πολιτικού βίου, την οποία προωθούσαν στην Αθήνα οι μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη και του Περικλή. Χαρακτηριστική είναι η υποθήκη του προς τους συμπολίτες του να τηρούν το μέτρο και να αποφεύγουν τις υπερβολές.

«τὸ μήτ' ἄναρχον μήτε δεσποτούμενον
ἀστοῖς περιστέλλουσι βουλεύω σέβειν,
καὶ μὴ τὸ δεινόν πᾶν πόλεως ἔξω βαλεῖν.
τίς γὰρ δεδοικὼς μηδέν ἔνδικος βροτῶν
;»6

Ο Αισχύλος δεν απορροφήθηκε ολοσχερώς από τη δραματική τέχνη και δεν τη μετέτρεψε σε αποκλειστική μέριμνα της ζωής του παίρνοντας μεγαλύτερες ή μικρότερες αποστάσεις από την πολιτική και την κοινωνική καθημερινότητα τους άστεως7. Την ποιητική δημιουργία δεν πρέπει να τη θεωρούσε μια επίδοση ιδιαίτερη και «ξεχωριστή» από τον εαυτό του αλλά μάλλον κάτι που αναβλύζει από μέσα του ως φυσική και αβίαστη προέκταση της ύπαρξής του – της ηρωικής ιδιοσυγκρασίας του και της βαθιάς θρησκευτικότητάς του. Γι’ αυτό και η ποιητική έμπνευσή του δίνει την εντύπωση ότι δεν επιβλήθηκε στην προσωπικότητα του, αλλά μάλλον υποτάχτηκε σ’ αυτήν, για να μεταστοιχειώσει τις εμπειρίες, τα βιώματα και τα οράματά του μεγάλου δραματουργού σε αριστουργήματα τραγικού λόγου. –Με βάση αυτά τα ιστορικά δεδομένα και αυτές τις ψυχικές διεργασίες θα μπορούσε να εξηγηθεί η καλλιτεχνική «λιποψυχία», την οποία ο νέος από τη Σιδώνα καταμαρτυρεί στον Αισχύλο!

Χωρίς διάθεση να αμφισβητήσουμε την ηρωική διάσταση του αισχύλειου επιγράμματος, την οποία θεωρούμε άλλωστε δεδομένη, επισημαίνουμε ότι το επίγραμμα αυτό προσφέρεται για μια πρόσθετη ανάγνωση, η οποία όχι μόνο δεν αναιρεί την παραπάνω διάσταση, αλλά και τη συμπληρώνει, την εμπλουτίζει και την προεκτείνει. Η αληθοφάνεια της πρόσθετης αυτής ανάγνωσης ενισχύεται από τη βαθιά θρησκευτικότητα του Αισχύλου και τη σχέση του με τα Ελευσίνια Μυστήρια. Συγκεκριμένα, τίποτα δε μας εμποδίζει να υποθέσουμε ότι στο επίγραμμά του ο τραγικός ποιητής υπαινίσσεται, μεταξύ άλλων, τον εφήμερο και εύθραυστο χαρακτήρα της ανθρώπινης κατάστασης και ότι, κατά συνέπεια, το εν λόγω επίγραμμα συνιστά μια συμπυκνωμένη και υποτυπώδη, έστω, «μελέτη θανάτου»8. Ας ξαναδιαβάσουμε προσεχτικά τους τέσσερις στίχους, από τους οποίους αυτό απαρτίζεται:

«Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει
μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο <Γέλας.
ἀλκήν δ' εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι
καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος
»9

Από το ένας μέρος έχουμε την υποστασιακή ανυπαρξία, που έρχεται να παραλάβει τη σκυτάλη από τη δόξα της ζωής. Με το θάνατό του, ο ήρωας των περσικών πολέμων «μίκρυνε» απελπιστικά και εκμηδενίστηκε. Για την ακρίβεια, ενταφιάστηκε στη μακρινή Γέλα, σε έναν συγκεκριμένο τάφο «τόδε κεύθει μνῆμα» – κυριολεκτικά χώθηκε σε δυο μέτρα γης που κρύβουν μέσα τους ό,τι έχει πλέον απομείνει «καταφθίμενον» από τον πάλαι ποτέ αρειμάνιο πολεμιστή, δηλαδή μια χούφτα χώμα και τίποτα περισσότερο. Πόσο σημαντικό μπορεί να είναι το ότι, από το άλλο μέρος, έχουμε την «εὐδόκιμον ἀλκήν» του νεκρού, η οποία είχε καταυγάσει κάποτε το «Μαραθώνιον ἄλσος» και της οποίας είχε πικρή πείρα ο «βαθυχαιτήεις Μῆδος»; Εκείνο το «καταφθίμενον» αποδείχτηκε συντριπτικά ισχυρότερο και τελικά, την έχει εξαλείψει ολοσχερώς. Ο Αισχύλος ξαναβρίσκει έτσι την πρωταρχική «χοϊκότητά» του, όπως αυτή αποτυπώνεται και διεκτραγωδείται στο «χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει» της Εκκλησίας.

          Στο επίγραμμα υφέρπει η κυρίαρχη ιδέα πως ο άνθρωπος, γενικά, είναι ον ευάλωτο και ασήμαντο, στην κυριολεξία ένα τίποτα. Μπορεί όσο ζει να ενδίδει στην αυταπάτη της δύναμης και να γοητεύεται από τη ματαιότητα της δόξας, πεθαίνοντας, όμως, παραδίδεται στην οντολογική ανυπαρξία, την οποία έχει προετοιμάσει γι’ αυτόν ο αναπόφευκτος θάνατος. Το όλο κλίμα παραπέμπει στη μελαγχολική διαπίστωση που διαβάζουμε στην Ιλιάδα: οι άνθρωποι είναι όντα εφήμερα και αδύναμα, υποκείμενα στη φθορά και την εξαφάνιση όπως τα φύλλα των δέντρων «οἵη περ φύλλων γενεὴ τοίη δὲ καὶ ἀνδρῶν»10 ενώ ταυτόχρονα υπενθυμίζει την απαισιόδοξη επισήμανση του ίδιου του Αισχύλου σχετικά με την αστάθεια και τον ευμετάβολο χαρακτήρα των εγκοσμίων. Σύμφωνα με μια ελεύθερη απόδοσή της, η ανθρώπινη κατάσταση προκαλεί θλίψη, γιατί ακόμη και μια σκιά θα μπορούσε να καταστρέψει την ευτυχία («ἰὼ βρότεια πράγματ’ˑ εὐτυχοῦντα μὲν/ σκιά τις ἂν τρέψειεν»11). Εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως δεν απέχουμε και πολύ, όπως έχει παρατηρηθεί, από εκείνο το «πάντα σκιᾶς ἀσθενέστερα, πάντα ὀνείρων ἀπατηλότερα», που ακούμε στη νεκρώσιμη ακολουθία12.

Αυτή η κυρίαρχη ιδέα προβάλλει ανάγλυφη μέσα από την έντονη νοηματική αντιπαράθεση στο εσωτερικό του επιγράμματος, η οποία οφείλεται στο ότι το περιεχόμενο του καθενός από τα δύο ζεύγη στίχων που το αποτελούν αντιτίθεται ριζικά στο περιεχόμενο του άλλου. Σε τελευταία ανάλυση, οι δύο πόλοι της έντονης αυτής αντιπαράθεσης είναι η ζωή και ο θάνατος Αξίζει, λοιπόν, να υπογραμμιστεί με την ευκαιρία το εξής:, αν η ασημαντότητα και ο εύθραυστος χαρακτήρας της ανθρώπινης κατάστασης αναδεικνύονται από την χτυπητή αντίθεση της ζωής με το θάνατο, και αν λέξεις όπως «μνῆμα», «κεύθει», «καταφθίμενον» αντιπροσωπεύουν το θάνατο με χαρακτηριστική παραστατικότητα, είναι προφανές ότι η «εὐδόκιμος ἀλκή» του αδάμαστου μαχητή εκφράζει τη ζωή με ασύγκριτα δραματικότερη αμεσότητα και ενάργεια από ό,τι θα την εξέφραζαν οι απαράμιλλες επιδόσεις του στον τραγικό ποιητικό λόγο. Γι’ αυτό πιθανώς η «εὐδόκιμος ἀλκή», ως πόλος αντίρροπος στο θάνατο, προτιμήθηκε αντί των παραπάνω επιδόσεων. Αυτό είναι μια πρόσθετη εξήγηση του «αισχύλειου παραδόξου», του ότι δηλαδή ο έπαινος του ποιητή περιορίζεται στα πολεμικά του κατορθώματα με ταυτόχρονη αποσιώπηση του έργου του ως κορυφαίου δραματουργού.

Είδαμε παραπάνω ότι το ποίημα του Καβάφη «Οι Νέοι της Σιδώνος, 400 μ.Χ.» προβάλλει απλώς τον παράδοξο χαρακτήρα του επιγράμματος χωρίς ωστόσο να υπαινίσσεται κάποια ερμηνευτική προσέγγισή του13. Ό,τι δε βρίσκουμε, όμως, στον Καβάφη παρά την ad hoc αναφορά του στο αισχύλειο επίγραμμα το βρίσκουμε στο Μιλτιάδη Μαλακάση και συγκεκριμένα στο ποίημά του «Ο Τάκη-Πλούμας», το οποίο, βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με την αρχαιότητα και πολύ περισσότερο με το θέμα που μας απασχολεί. Αυτό, λοιπόν, που μας ενδιαφέρει στο συγκεκριμένο ποίημα είναι το ότι το νοηματικό περιεχόμενό του οργανώνεται επίσης γύρω από τη διπολικότητα ζωή–θάνατος. Ο ομώνυμος ήρωας του ποιήματος, ένας μεσολογγίτης, εξάδελφος του Μαλακάση, προβάλλεται ως η ενσάρκωση του κάλλους και της λεβεντιάς («Πρώτος στην ομορφιά και στην ορμή»). Ο ποιητής τον ξαναφέρνει νοσταλγικά στη μνήμη του τονίζοντας εμφατικά τα συναισθήματα του θαυμασμού και της λατρείας που έτρεφε γι’ αυτόν και προσθέτοντας τελικά με πόνο ψυχής ότι το ίνδαλμα εκείνο της νεανικής του ηλικίας έχει πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια.

          Βέβαια, στο ποίημα η αντίθεση μεταξύ της ζωής και του θανάτου εκφράζεται κατά τρόπο ανισοβαρή. Από τους 36 στίχους που το αποτελούν οι 34 πρώτοι ξεχειλίζουν από την πληθωρική εξύμνηση της ομορφιάς και της ορμής του ήρωα, ενώ μόλις οι δύο τελευταίοι μάς πληροφορούν ότι εδώ και τρεισήμισι περίπου δεκαετίες ο Τάκη-Πλούμας είναι νεκρός. Ωστόσο, η ποσοτική ανισομέρεια της αναφοράς, αντισταθμίζεται πλήρως από τη νοηματική βαρύτητα και υποβλητικότητα των δύο τελευταίων στίχων, που το περιεχόμενό τους μας αιφνιδιάζει, καθώς παρουσιάζει κατά τρόπο δραματικό μια διαμετρική διαφοροποίηση σε σχέση με όσα είχαν προηγηθεί. Ας δούμε την τελευταία στροφή του ποιήματος:

«Ω το λεβέντη του Μεσολογγιού μας,
Τον ήλιο της αυγούλας μου ζωής!
Και να μετρώ και νάναι ο Τάκη - Πλούμας
Τριάντα τρία χρόνια μες στη γης
...».

Το ποίημα και το επίγραμμα ανήκουν σε διαφορετικές εποχές, έχουν δεχτεί διαφορετικούς ιστορικούς καθορισμούς, υπάγονται σε διαφορετικά γραμματειακά είδη και προέρχονται από δημιουργούς με σημαντικές ατομικές διαφορές.. Δεν πρέπει άλλωστε να μας διαφεύγει ότι σε ένα επιτύμβιο επίγραμμα ο θάνατος αποτελεί δεδομένη θεματική αφετηρία, ενώ στο ποίημα του Μαλακάση εμφανίζεται την τελευταία στιγμή και μάλιστα κατά τρόπο απότομο και απροσδόκητο. Παρ’ όλα αυτά, το ποίημα παρουσιάζει κάποιες μακρινές αλλά ουσιαστικές αναλογίες με το επίγραμμα του Αισχύλου: α) και στις δύο περιπτώσεις η δύναμη και η λάμψη της ζωής περιγράφονται σε τόνο δοξαστικό και β) και στις δύο περιπτώσεις είναι παρούσα η θλιβερή διαπίστωση ότι τον τελευταίο λόγο τον έχει ο θάνατος, δηλαδή η φθορά και η οντολογική ανυπαρξία.

Ωστόσο –και εδώ κλείνουμε την παρένθεση-- αν στο ποίημα του Μαλακάση η μελαγχολική καταγραφή μοιάζει να υπερακοντίζει τελικά τις λαμπρές αναμνήσεις του ποιητή, στο επίγραμμα του Αισχύλου η τελική διαπίστωση, παρά τις αρχικές εντυπώσεις, φαίνεται λιγότερο απαισιόδοξη. Μπορεί, όπως είδαμε, ο «καταφθίμενος» ήρωας των περσικών πολέμων να επιβεβαιώνει την παντοδυναμία του θανάτου, μια προσεκτικότερη, όμως, μελέτη των δύο τελευταίων στίχων του επιγράμματος μάς πείθει πως η ανάμνηση του ηρωισμού δεν υπόκειται στην ολοσχερή εκμηδένιση. Αν από μια συγκεκριμένη άποψη η «εὐδόκιμος ἀλκή» του Μαραθωνομάχου μοιάζει με λάφυρο που κοσμεί το θρίαμβο του θανάτου, από μια διαφορετική άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί παράγοντας που περιορίζει το μέγεθος του θριάμβου και αμφισβητεί την παντοδυναμία του νικητή. Πραγματικά, εκείνο το «ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον», έτσι όπως ξεπροβάλλει ορμητικά μετά τις μακάβριες υποδηλώσεις των δύο αρχικών στίχων, φαντάζει σαν έκρηξη που τινάζει στον αέρα την ταφόπλακα, μας μεταφέρει αστραπιαία στο μακρινό «Μαραθώνιον ἄλσος » και από εκεί μας εξακοντίζει ως τα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου – ως την Περσία, όπου ο «βαθυχαιτήεις Μῆδος» πρέπει να μετρούσε για πολύ καιρό τις πληγές του. Με άλλα λόγια, μπορεί ο θάνατος του Αισχύλου να είναι αναπόφευκτος και οντολογικά εξουθενωτικός, παρ’ όλα αυτά ο νεκρός ήρωας του Μαραθώνα, όσο παράδοξο και αν φαίνεται, δεν οδηγείται σε απόλυτη και ολοσχερή εξαφάνιση. Αυτό συμβαίνει, γιατί η «εὐδόκιμος ἀλκή» του είναι κάτι περισσότερο από μια έκφραση απλώς αντιπροσωπευτική της ζωής ως βιολογικής λειτουργίας. Είναι, ταυτόχρονα, ένας συμβολισμός της ένδοξης, της καταξιωμένης ζωής.

Προεκτείνοντας, λοιπόν, το νοηματικό περιεχόμενο του αισχύλειου επιγράμματος και επιχειρώντας μια φιλοσοφική αναδιατύπωση της προέκτασης αυτής, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στα εξής: αν ο θάνατος είναι ικανός να συρρικνώσει το «είναι», δηλαδή να οδηγήσει σε «λιγότερο είναι», δεν έχει ωστόσο τη δυνατότητα να επιβάλει ένα συμπαγές «μη είναι». Ο θάνατος μπορεί να εξαφανίσει κάτι που υπάρχει, δεν είναι όμως σε θέση να κάνει, ώστε αυτό το εξαφανισμένο «κάτι» να μην έχει υπάρξει ποτέ. Με το θάνατο, τα «γενόμενα» εξανεμίζονται και χάνονται, αλλά δεν «απογίγνονται». Πεθαίνοντας, ο άνθρωπος είναι σαν να μην έχει ζήσει, αυτό, όμως, δε σημαίνει καθόλου ότι στ’ αλήθεια δεν έχει ζήσει – εκείνο το «σαν να μην» κάνει όλη τη διαφορά! Μια ζωή ζυμωμένη με νοήματα και σημασίες, μια ζωή αφιερωμένη στη σύλληψη και την πραγμάτωση αξιών, μια ζωή ταγμένη στη δημιουργία και την προσφορά –μια γεμάτη ζωή– μπορεί να διαρκεί ελάχιστα σε σύγκριση με την απεραντοσύνη του χρόνου, τελειώνοντας, όμως, είναι κάτι το δεδομένο και το αμετάκλητο, κάτι που αντιστέκεται στο χρόνο και δεν επιδέχεται περαιτέρω αλλαγή. Οπότε μια τέτοια ζωή παύει, πλέον, να είναι μια απλή «στιγμή στην αιωνιότητα» και γίνεται μάλλον μια «αιώνια στιγμή»14. –Με το επιτύμβιο επίγραμμά του ο Αισχύλος είναι σαν να προεξαγγέλλει και να επικυρώνει το περιεχόμενο των αθάνατων στίχων του Ορατίου: «Δε θα πεθάνω ολόκληρος, αλλά ένα μεγάλο μέρος του εαυτού μου θα αποφύγει το θάνατο και θα μεγαλώνω διαρκώς, ανανεωμένος πάντοτε από τον έπαινο των μεταγενεστέρων»15.
---------------
 Σημειώσεις

1. Για παράδειγμα Werner Jaeger, Paideia. Die Formung des griechischen Menschen, ελλ. μτφρ. Γεωργίου Π. Βερροίου, Παιδεία. Η μόρφωσις του Έλληνος ανθρώπου, Αθήναι, 19684, τόμ. 1, σελ. 276. The Oxford Classical Dictionary, 19963,, στο λήμμα Aeschylus. Albin Lesky, Die tragische Dichtund der Hellenen, ελλ. μτφρ. Νίκου Χουρμουζιάδη, Η τραγική ποίηση των Αρχαίων Ελλήνων, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, τόμ. Α’, Αθήνα, 19902, σελ. 119. Jacqueline de Romilly, Précis de Littérature Grecque, ελλ. μτφρ. Θ. Χριστοπούλου- Μικρογιαννάκη, Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1988, σελ. 84.

2. Ο Καβάφης δεν είναι ο μόνος ούτε ο πρώτος που είχε σταθεί στο περιεχόμενο του επιγράμματος. Πριν από αυτόν, ο Théodore Banville, ένας από τους εκπροσώπους του γαλλικού παρνασσισμού, θα κάνει μνεία του θέματος στο θεατρικό του έργο Socrate et sa femme (1886). Βλ. Φάνη Κωστόπουλου, Το επιτύμβιο επίγραμμα του Αισχύλου (Από τον Καβάφη στον Banville), «Φιλολογική», Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2013, σσ. 78-80.

3. Ως συντάκτης του επιγράμματος παραδίδεται ο ίδιος ο Αισχύλος, ορισμένοι όμως υποστηρίζουν ότι αυτό γράφτηκε αρκετά ή πολύ μετά το θάνατό του. Σε κάθε περίπτωση, το επίγραμμα θεωρείται ότι εκφράζει αυθεντικά την επιθυμία και τις επιλογές του Μαραθωνομάχου ποιητή. Βλ. σχετικές αναφορές παραπάνω, στην πρώτη υποσημείωση.

4 Μια παραστατική απεικόνιση των νέων της Σιδώνος και του ιστορικού κλίματος του 400 μ.Χ. βρίσκουμε στο άρθρο της Καίτης Βασιλάκου «Κ. Καβάφη, ‘Νέοι της Σιδώνος 400 μ.Χ’. Τι θέλει να πει ο ποιητής;».

5. Βλ. για παράδειγμα, Αγαμέμνων, στ. 176-181: «τὸν φρονεῖν βροτοὺς ὁδώ-/ σαντα, τὸν πάθει μάθος θέντα κυρίως ἔχειν./ στάζει δ' ἀνθ' ὕπνου πρὸ καρδίας/ μνησιπήμων πόνος· καὶ παρ' ἄ-/ κοντας ἦλθε σωφρονεῖν».

6. Ευμενίδες, 696-699. .Αργότερα ο Περικλής, στον Επιτάφιό του, θα επιχειρήσει πιθανώς να απαντήσει και μάλιστα σε απολογητικό τόνο σε αυτόν τον υπαινιγμό του Αισχύλου, αντικαθιστώντας το «δεινόν» του ποιητή με το «δέος»: «ἀνεπαχθῶς δὲ τὰ ἴδια προσομιλοῦντες τὰ δημόσια διὰ δέος μάλιστα οὐ παρανομοῦμεν, τῶν τε αἰεὶ ἐν ἀρχῇ ὄντων ἀκροάσει καὶ τῶν νόμων, καὶ μάλιστα αὐτῶν ὅσοι τε ἐπ' ὠφελίᾳ τῶν ἀδικουμένων κεῖνται καὶ ὅσοι ἄγραφοι ὄντες αἰσχύνην ὁμολογουμένην φέρουσιν». Θουκ. ΙΙ, 37, 1-6. Βλ. Max Pohlenz, Griechische Freiheit (γαλλ. μτφρ.), Paris, 1956, σσ. 45, 65, 73-74 και Κυριάκου Κατσιμάνη, Πρακτική φιλοσοφία και πολιτικό ήθος του Σωκράτη, Επικαιρότητα, Αθήνα 1981, σσ. 57-59.

7 Κατά τον W. Jaeger (όπ. παρ., σελ .277), η πόλη είναι ο ιδεώδης χώρος για τη διδασκαλία των δραμάτων του Αισχύλου και προς επίρρωση της άποψής του αυτής επικαλείται τη φράση του Αριστοτέλη «οἱ μὲν γὰρ ἀρχαῖοι πολιτικῶς ἐποίουν λέγοντας, οἱ δὲ νῦν ῥητορικῶς», Ποιητική, 1450, b 7.

8 Για το φιλοσοφικό αυτό θέμα βλ..μεταξύ άλλων: Κυριάκου Κατσιμάνη, Μελέτη θανάτου σε πρόσωπο πρώτο ενικό, Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τόμ. ΜΑ΄ 2009-2010, σσ. 292-325.

9 Scholia in Prometheum vinctum, 11, 4-7.

10 Ζ 144


11 Αγαμέμνων, 1327-1328. Άλλοι εκδότες υιοθετούν τη γραφή «σκιᾷ τις ἄν πρέψειεν», οπότε η μετάφραση θα ήταν: «θα μπορούσε να την (ενν, την ανθρώπινη κατάσταση) παρομοιάσει κανείς με σκιά (ή με σχεδίασμα)»

12 Στάθη Δρομάζου, Αρχαίο Δράμα, Κέδρος, Αθήνα, 19843, σελ. 49.

13 Θα μπορούσε μάλιστα να ισχυριστεί κανείς ότι από την άποψη της ερμηνευτικής προσέγγισης το συγκεκριμένο ποίημα λειτουργεί μάλλον αποπροσανατολιστικά.

14 Βλ. σχετικά τις αναλύσεις του Vl. Jankélévitch στο έργο του La mort, Flammarion, Paris, 1966, σσ. 414-416.
15 Ελεύθερη απόδοση. Oι στίχοι από τα Carmina: «Non omnis moriar multaque pars mei /vitabit Libitinam; usque ego postera / crescam laude recens» (3, 30, 6-8).