Σάββατο 13 Μαΐου 2017

Αριστοτέλης: Φιλοσοφία και Μεσότητα

Για τον Αριστοτέλη ή φιλοσοφία σημαίνει μια ριζική διάνοιξη τού κόσμου η τού Είναι και, σαν αναγκαίο αντίβαρο, σημαίνει και την αντοχή των εμφανιζόμενων διαστάσεων. Γιατί και ή φιλοσοφία του δεν είναι φτωχή σε διαστάσεις:

Αριστοτέλης: Φιλοσοφία και Σοφία για ποιο Σκοπό;
Πρέπει κανείς νά άσχολείται μέ τή φιλοσοφία, άφού αύτή άποβλέπει στήν άπόκτηση καί τήν ασκηση τής παιδείας. ‘Η παιδεία δμως είναι άπό τά μεγαλύτερα άγαθά. Καί δέν έπιτρέπεται βέβαια γιά νά κερδίσει κανείς χρήματα νά φθάνει ως τήν ακρη τού κόσμου (τίς στήλες τού Ήρακλέους), γιά ν’ άποκτήσει δμως φρόνηση δέν είναι διατεθειμένος νά κουρασθεί καί νά κάνει θυσίες.
 
Δέν είναι βέβαια διόλου κακό, αν ή φιλοσοφία δέ φαίνεται νά είναι χρήσιμη καί ώφέλιμη. Γιατί έμείς δέν ύποστηρίζουμε δτι είναι ώφέλιμη άλλά άπλώς καλή καί ότι δέν άρμόζει νά τήν προτιμάει κανείς γιά κάτι αλλο παρά μόνο γι’ αύτή τήν ίδια (καθαυτή). Γιατί όπως ταξιδεύουμε γιά νά παρακολουθήσουμε τούς ‘Ολυμπιακούς άγώνες, άκόμα καί όταν δέν έχουμε νά κερδίσουμε τίποτε, γιατί τό ίδιο τό θέαμα τών άγώνων άξίζει πιό πολύ άπό τά χρήματα, — καί όπως παρακολουθούμε τίς θεατρικές παραστάσεις στά Διονύσια, όχι βέβαια μέ τήν πρόθεση νά κερδίσουμε κάτι άπό τούς ηθοποιούς άλλά άντίθετα ξοδευόμαστε άπό πάνω, καί πολλά άλλα θεάματα θά τά προτιμούσαμε άπό τά χρήματα, έτσι πρέπει νά προτιμούμε καί τή θέα τού ούρανού περισσότερο παρά όσα φαίνονται άπλώς χρήσιμα. Δέν έπιτρέπεται, λοιπόν, κανείς νά σκοτώνεται νά πάει νά δεί άνθρώπους πού παίζουν τούς ρόλους γυναικών καί δούλων, ή μονομαχούν καί τρέχουν (καί νά παθαίνεται), καί άπό τί άλλο μέρος νά νομίζει πώς δέν πρέπει νά σπουδάζει τή φύση τών όντων καί τής άλήθειας.
 
Μόνο οι φιλόσοφοι κατορθώνουν να φθάσουν σε μια ευτυχισμένη ζωή.
’Ενθαρρύνει κανείς γενικά τίς άλλες τέχνες καί έπιστήμες, έφόσον αύτούς πού τίς άσκούν τούς τιμάει καί τούς πληρώνει μισθό. Αύτούς δμως πού άσχολούνται μέ τή φιλοσοφία όχι μόνο δέν τούς ένθαρρύνουμε άλλά συχνά τούς έμποδίζουμε. Γενικά χαρακτηριστικά τού είδήμονος είναι ή ικανότητά του νά μπορεί νά μεταδίδει (διδάσκει) τίς γνώσεις του.
 
’Επειδή τώρα προσπαθούμε νά όρίσουμε αύτή τή θεωρητική έπιστήμη (δηλ. τή φιλοσοφία), θά έπρεπε νά έρευνήσουμε τό άκόλουθο έρώτημα, τί είδους αιτίες καί άρχές έχει ώς άντικείμενό της ή έπιστημονική γνώση, πού άποτελεί τό περιεχόμενο τής φιλοσοφίας. Άν πάρουμε τίς συνηθισμένες άντιλήψεις πού εχουμε γιά τό σοφό, ίσως τότε τό πράγμα νά γινόταν εύκολότερα κατανοητό. Πρώτα πρώτα, λοιπόν, νομίζουμε πώς ό σοφός τά ξέρει όλα, όσο είναι δυνατό αύτό, χωρίς ώστόσο νά έχει άκριβή γνώση γιά τό καθένα πράγμα χωριστά.
 
Έπειτα αύτός που είναι σε θέση να καταλαβαίνει τα δύσκολα πράγματα (προβλήματα), πού δέν είναι εύκολο νά τά άντιληφθεί ο οιοσδήποτε ανθρωπος, αύτός είναι έπίσης σοφός. Γιατί ή αισθητηριακή άντίληψη είναι κοινή σέ όλους, γι’ αύτό είναι εύκολη καί δέν άποτελεί καμιά σοφία. ‘Επιπλέον σοφότερο θεωρούμε αύτόν πού μπορεί νά έκθέτει μέ περισσότερη άκρίβεια καί έπαγωγικότερα τίς αιτίες γιά κάθε έπιστήμη• καί άπό τίς έπιστήμες πάλι αύτή πού τήν έπιλέγουμε γι’ αύτή τήν ίδια καί γιά τήν καθαρή γνώση καί όχι γιά τά πρακτικά της ώφελήματα, αύτή θεωρούμε ότι είναι σέ μεγαλύτερο βαθμό σοφία• έπομένως αυτή πού εχει τόν πρώτο λόγο παρά έκείνη πού ύπηρετεί είναι μάλλον σοφία• γιατί βέβαια ο σοφός δέν πρέπει νά δέχεται άλλά νά δίνει έντολές, ούτε αύτός νά ύπακούει σ’ εναν άλλο, άλλά ο λιγότερο σοφός σ’ αύτόν.
 
Γιά τόν Άριστοτέλη ή φιλοσοφία σημαίνει μιά ριζική διάνοιξη τού κόσμου η τού Είναι καί, σάν άναγκαιο άντίβαρο, σημαίνει καί τήν άντοχή των έμφανιζόμενων διαστάσεων. Γιατί καί ή φιλοσοφία του δέν είναι φτωχή σέ διαστάσεις: Ύπαρξη καί λογική, Ιστορία καί αίωνιότητα, γνώση καί θεώρηση, μερικό καί γενικό, γνώμη καί λόγος, προσωπική εύτυχία καί γενικό καλό, φύση κι έλευθερία. Μάλιστα, άκόμα, ή φύση πρός τήν φύση.
 
Αυτό πού είσέρχεται στόν εύρύ κόσμο τής φιλοσοφίας είναι κατ’ άρχήν άφετηρία . Καί τό σύστημα, λοιπόν, ό άριστοτελισμός ώς σύστημα μπορει νά κατανοηθεί σάν μιά άκατάλυτη σύνδεση των άρχων. Βέβαια μιά γερά άσφαλισμένη σύνδεση. Όμως καί ή πιό σταθερή σύνδεση είναι μέ τή σειρά της μιά άρχή πού στηρίζει όλόκληρη τή φιλοσοφία, άπό τήν άπορία καί τήν έρώτηση ώς τήν άπόδειξη καί τή διδασκαλία. Αύτή ή άρχή τής φιλοσοφίας τού Αριστοτέλη είναι ή πεποίθηση, ότι στήν πραγμάτωση τής φιλοσοφικής γνώσης, «ενα είναι» τό προορισμένο νά κυριαρχήσει στόν ανθρωπο θεϊκό πνεύμα καί ό πραγματικός κόσμος• έκεϊνος δηλαδή στόν όποιο ό ανθρωπος μπορει ν’ άναπτύξει,γεματος έπιθυμία, τή δραστηριότητά του καί νά τή διευρύνει καί νά τήν τελειοποιήσει, προσδίδοντας στήν ϋπαρξή του μορφή, χωρίς ώστόσο νά παύσουν οί ανθρωποι νά έρχονται καί νά παρέρχονται αίώνια.

Η έννοια της «μεσότητος» στην πρακτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη
Ο Αριστοτέλης βεβαιώνει ότι ο σκοπός της ηθικής φιλοσοφίας είναι πρακτικός (να μας κάνει καλύτερους). Εντούτοις είναι φανερό ότι έχει ένα σημαντικό θεωρητικό ενδιαφέρον ως προς τα κίνητρα, το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά σε σχέση με την ηθική πράξη, το ακούσιο ή εκούσιο αυτής, για την ελεύτερη επιλογή ή την προαίρεση. Κατά τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος, στη χρήση των εξωτερικών και εσωτερικών αγαθών, στις δυνατότητες που ο ψυχικός του κόσμος ή οι περιστάσεις του προσφέρουν, οφείλει να τηρεί την μεσότητα. Και όταν το αγαθό και οι δυνατότητες προσφέρονται κάτω από διάφορα σχήματα (πολλές φορές αντιφατικά) η ίδια αρχή θα τον οδηγήσει στην επιλογή που θα κάνει. Η μεσότητα είναι ο κανόνας κάθε ανθρώπινης αρετής. Αυτή είναι η αρχή και η στάση όχι μόνο της ελληνικής σοφίας αλλά και του ελληνολατινικού ουμανισμού.
 
 
Ποια είναι όμως η μεσότητα για τον Αριστοτέλη;
Ας δούμε την αληθινή σημασία της, το αληθινό νόημα μιας αρχής πρακτικής, που χρησιμοποιείται συχνά σαν όρος, αλλά με αμφίβολο περιεχόμενο, θα προσπαθήσουμε να δούμε ποια απόσταση διακρίνει, παρά τις εξωτερικές ομοιότητες, τις δυο δυνατές σημασίες της μεσότητας και πόσο η μια από αυτές μπορεί να μην είναι κατάλληλη ως προς το φιλόσοφο που εξετάζουμε. Θα στηριχθούμε στα κείμενα του για να βρούμε την παραποίηση που υπέστη ο όρος κατά την Αναγέννηση, θα παρακολουθήσουμε τη σκέψη του φιλοσόφου στην πρακτική του φιλοσοφία και στις περιοχές όπου η θεωρία της μεσότητας εφαρμόζεται. Η έννοια της μεσότητας αναπτύσσεται στον Αριστοτέλη στην ηθική σημασία του όρου αλλά και γενικότερα, στα επόμενα χωρία των έργων του.
 
Ηθικά Ενδήμεια (HE): Β, 3, 1220 β, 20 – 1222 α, 44 που αποτελεί το κύριο μέρος και το Γ’ βιβλίο, όπου περιγράφονται κυρίως οι επιμέρους αρετές (π.χ. ανδρεία κ.ά.)
 
Ηθικά Νικομάχεια (ΗΝ): Β, 2, 1104α, 11-26 κ.ε. Επίσης τα κεφάλαια VI και IX του αυτού βιβλίου Β. Από το VI κεφ. μέχρι το τέλος του Ε’ βιβλίου το έργο αναφέρεται στην περιγραφή των ηθικών αρετών (θάρρος, φρόνηση κλπ.). Έπειτα ακολουθούν τα βιβλία για τις διανοητικές αρετές και για τη φιλία.
 
Δε χρησι­μοποιούμε τα Μεγάλα Ηθικά (ΗΜ), γιατί δεν υπάρχουν περισσότερες διευκρινίσεις ως προς το οέμα μας. Ανάμεσα από τα HE και τα ΗΝ παρατηρούμε ορισμένες διαφορές. Τα ΗΝ είναι μια πιο εξελιγμένη μορφή σε σχέση με τα HE. Οι σχολιαστές δεν έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα με την έννοια της μεσότητας στον Αριστοτέλη. Μόνο ο Ασπασίας (120 μ.κ.ε. Commentarla in Aristotelem Graeca, Berlin 1889) διατυπώνει μια πρωτότυπη σκέψη συγκρίνοντας την ηθική μεσότητα με το μέσο όρο του συλλογισμού. Ακόμα και ο Θωμάς ο Ακινάτος δεν προσθέτει τίποτε ως προς τους σχολιαστές, εκτός από την ανάπτυξη που κάνει στα θεολογικά του έργα. Όσοι ιστορικοί και κριτικοί ασχολούνται με τη μεσότητα τη συγκρίνουν συνήθως με την ελληνική παράδοση του «μηδέν άγαν» ή του μέτρου του Πλάτωνα.
 
Το αποτέλεσμα των παραπάνω μαρτυριών έχει χαρακτήρα εμπειρικό και παραδοσιακό. O Fiat αποδίνει τον όρο ως την προσωπική εξίσωση, ο Ollé-Laprune διαπιστώνει περισσότερο μια αισθητική θεωρία παρά ηθική. O Gomperz κρίνει αδόκιμη αυτή την επέκταση προς την ηθική που κάνει ο Αριστοτέλης στον όρο, ενώ ο Zeller την ταυτίζει με την πρα­κτική φρόνηση. Οι σύγχρονοι συγγραφείς υπογραμμίζουν μολαταύτα ότι αυτή η μεσότητα δεν είναι η μετριότητα, όπως συνήθως αποδίνεται ο όρος. Είναι μια παρατήρηση χρήσιμη για το μελετητή. Επίσης οι Ravaisson, Ross, Heronville και ο Cruchon μας δίνουν χρήσιμες διευκρινίσεις.
 
Το λεξιλόγιο
Οι όροι που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης οι σχετικοί με το θέμα μας είναι:
α) η Μεσότης π.χ. «περί ἡδονάς καί λύπας ἁπάσας, ἧττον δε περί τάς λύπας, μεσότης μέν σωφροσύνη, ὑπερβολή δε ἀκολασία» (ΗΝ, Β, 7, 107 β 4-6.
β) το μέσον. «Πολύ γάρ ἀπάγοντες τό ἁμαρτάνειν τό μέσον ἥξομεν, ὅπερ οἱ τά διετραμμένα τῶν ξύλων ὀρθοῦντες ποιοῦσι».
Οι δύο λέξεις έχουν την ίδια σημασία, το ένα με την αφηρημένη σημα­σία και το δεύτερο με συγκεκριμένη.
γ) Το μέτρον
δ) το ίσον
ε) ο όρος αρετή – αρεταί με την έννοια της τελειότητας, της εξαιρετικής ικανότητας σε κάτι, όπως και με την ηθική σημασία.
στ) Η έξις: σταθερή ψυχική διάθεση. Η έξις είναι:
 
1) κάτι το επίκτητο σ’ αντίθεση με το έμφυτο, όπως και 2) μια σταθερή ψυχική κατάσταση, ένας τρόπος του είναι σ’ αντίθεση με την πρόσκαιρη ενέργεια. Σ’ αυτή τη δεύτερη σημασία είναι συνώνυμη της διάθεσης (disposition). Η υγεία π.χ. είναι διάθεση και έξη. 3) Τρίτη σημασία είναι αυτή που έχει στα δύο Ηθικά, της κίνησης (impulsion) την οποία δέχεται ο πάσχων από υπαίτιο (τον ενεργούντα) και η οποία μένει ως εν δυνάμει ενέργεια που ευνοεί τον πάσχοντα να πράξει. Μ’ αυτή την έννοια είναι ήδη μια δύναμη. Αλλά επιπλέον η ενεργητική αντίδραση του πάσχοντα κάτω απ’ αυτή την κίνηση θα μείνει μέσα του στην κατάσταση της έξης, ως μια δυναμικό­τητα ενεργητική που αναζητάει την ανανέωση της και σ’ αυτή την κατά­σταση η έξη είναι μια δύναμη – διάθεση.
 
Το περιεχόμενος της θεωρίας
Ο καλύτερος τρόπος για να εξετάσουμε το πρόβλημα είναι να παρα­κολουθήσουμε την εξέλιξη του στα κείμενα που αναφέραμε πιο πάνω, ιδιαίτερα στα ΗΝ. Τα κύρια σημεία της ανάπτυξης του προβλήματος της μεσότητας είναι τα ακόλουθα:
 
Kάθε πράξη τείνει προς το αγαθό. Σκοποί και αγαθά μπορούν να ταυτιστούν (υποκειμενική και αντικειμενική άποψη) και όπως υπάρ­χουν πολλές πράξεις, το ίδιο υπάρχουν πολλοί σκοποί και πολλά αγαθά που ιεραρχούνται προς το ανώτατο αγαθό: την ευτυχία και την ευδαιμονία.
 
Τι είναι η ευτυχία; ασφαλώς κάτι πλήρες και αύταρκες. Όπως κάθε αγαθό, και κάθε σκοπός, συνίσταται στην πλήρωση της λειτουργίας της ιδιαίτερης φύσης καθενός υποκειμένου, πλήρωση που αντιστοιχεί στην τελειότητα αυτής της λειτουργίας. Στον άνθρωπο αυτή η πλήρωση είναι η τέλεια ενεργητικότητα της ψυχής και επειδή η ευτυχία είναι το πιο μεγάλο αγαθό, αυτή είναι η πιο τέλεια δραστηριότητα (ενεργητικότητα).
 
Αλλά η ψυχή περιέχοντας διάφορες δυνάμεις – ή διάφορα μέρη -είναι προφανές ότι έχει την πιο υψηλή δραστηριότητα. Η ψυχή, κατά κύριο λόγο η ανθρώπινη, είναι διπλή στις δυνάμεις της και περιλαμβάνει μια λογική δύναμη και μια άλλη άλογη , περιοχή των παθών, που οφείλει και μπορεί να υποτάσσεται στο λόγο. Η αρετή της πρώτης δύναμης είναι η διανοητική αρετή και της δεύτερης η ηθική αρετή, που μας ενδιαφέρει κατά κύριο λόγο εδώ.
 
Αλλά σε τι συνίσταται αυτή η αρετή που έχει ονομαστεί ήδη ως ο κανόνας της ενεργητικότητας και ο οποίος δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά σε μια κατάσταση της ψυχής – ή ενέργεια της ψυχής – που εξαρτά­ται από τη βούληση. Η αρετή αυτή δε θα χαρακτηρίσει τα ίδια τα πάθη, ούτε τις ικανότητες, αλλά αυτές τις διαθέσεις – δυνάμεις που είναι μέσα μας και ρυθμίζουν την ικανότητα μας να ακολουθούμε τα πάθη μας.
 
Τι θα χαρακτηρίσει την τέλεια διάθεση; Αυτό που θα της επιτρέ­ψει να πράξει, να ενεργήσει κατά τον καλύτερο τρόπο και να εκπληρώσει τέλεια τις ανθρώπινες λειτουργίες. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι μια μεσότητα. Ποια μεσότητα; Ας δούμε τώρα τη θεωρία του Αριστοτέλη γι’ αυτή.
 
Η θεωρία της μεσότητας
Η μεσότητα ήταν μια αντίληψη σύμφωνη με την ελληνική παρά­δοση. Από τις αρχές του φιλοσοφικού στοχασμού και της επιστημονικής έρευνας είχε υιοθετηθεί η πυθαγόρεια φράση «η αρετή είναι αρμονία» (Gomperz) σαν ένα σχήμα της ηθικής του μέτρου. Για τους πολλούς ιστο­ρικούς της φιλοσοφίας ο Αριστοτέλης ολοκλήρωσε στα Ηθικά του ένα νέο επιστημονικό σχήμα της ηθικής του μέτρου, προσαρμοσμένης στο σύνολο του έργου του. Ας επισημάνουμε αυτό που χαρακτηρίζει το νέο σχήμα, ας το ορίσουμε ακριβώς, ας δούμε ποιο είναι το νόημα του, η σημασία του και πώς εντάσσεται μέσα στην ηθική θεωρία του Σταγειρίτη.
 
Είναι γνωστός ο σεβασμός που ο φιλόσοφος έχει για τους προκα­τόχους του και τη λαϊκή σοφία. Τις έννοιες: αγαθό, δικαιοσύνη, αρετή γενικά τις αναφέρει συχνά μαζί με γνωστές γνώμες και αποφθέγματα. Το όγδοο κεφάλαιο του Α’ βιβλίου των ΗΝ είναι αφιερωμένο στη συμφωνία των συμπερασμάτων του με τις τρέχουσες έννοιες και τις φιλοσοφικές αντιλήψεις. Όμως στα HE και ΗΝ – στα κεφάλαια που σημειώσαμε – δεν επικαλείται τις γνώμες και τις διδασκαλίες των άλλων για τη μεσότητα. Ούτε οι στίχοι: ἐσθλοί μέν γάρ ἁπλῶς, παντοδαπῶς δέ κακοί (1106 β, 35)1, ούτε η συμβουλή της Κίρκης (και όχι της Καλυψώς)2, που δίνονται στο τέλος του Β΄ βιβλίου μπορούν να θεωρηθούν ως τέτοιοι.
 
Πώς εισάγει ο Αριστοτέλης για πρώτη φορά στα ΗΝ την ιδέα της ηθικής μεσότητας; Στο Β, 2, 1104α, 12-26 διαβάζουμε: φθείρεται δη ἡ σωφροσύνη καί ἡ ἀνδρεία ὑπό τῆς ὑπερβολῆς καί τῆς ἐλλείψεως, ὑπό δέ – ὡς μεσότητος σώζεται… οὕτως σύν καί ἐπί σωφροσύνης καί ἀνδρείας ἔχει καί τῶν ἄλλων ἀρετῶν. Πρόκειται για τη γέννηση και τη διατήρηση των διαθέσεων. Με την πρώτη αυτή υπόμνηση στη μεσότητα ως προς τα πάθη και τις πράξεις (βλ. συγγένεια με τις αντιλήψεις του Ιπποκράτη) διαπιστώνεται η ψυχολογική επαγωγή που χαρακτηρίζει την ηθική μέθοδο του Αριστο­τέλη και η οποία δίνει στην ηθική του, από επιστημονική άποψη, ένα υψηλό βαθμό βεβαιότητας (R.P. Gillet,o. 184). Δηλ. παρουσιάζει αυτή τη μεσότητα ως εφαρμογή μιας γενικής αρχής για πράξη, η οποία, στα παρα­δείγματα που μας δίνει, αξίζει το ίδιο τόσο για προβλήματα ηθικής φρό­νησης, όσο και υγείας.
 
Πώς συνδέεται η μεσότητα με την αρετή;
Ας σημειώσουμε εδώ δύο έννοιες που συνδέονται με τη μεσότητα στο χωρίο που αναφέραμε πιο πάνω: την υπερβολή και την έλλειψη, το πάρα πολύ και το πάρα πολύ λίγο, έννοιες που σχετίζονται όχι μόνο με τη μεσότητα, αλλά και με το μέτρο, την αναλογία, τη νοητική μεσότητα χρησιμοποιώντας τον όρο: σύμμετρα, όρο που εκφράζει τη βλαπτικότητα των άκρων και τον καθιστά αντίστοιχο της τελειότητας, δηλαδή της αρετής (1106α, 15).
 
Οι δύο μεσότητες
Στο Β’ βιβλίο των ΗΝ3 ο Αριστοτέλης θ’ αναπτύξει την έννοια της μεσότητας με πιο αντικειμενικό τρόπο και διεξοδικότερα. Επισημαίνει: «Σε κάθε συνεχόμενο και διαιρετό μπορούμε να διακρίνουμε άλλοτε το περισσότερο, άλλοτε το λιγότερο και άλλοτε το ίσον και αυτά είτε ως προς το αντικείμενο, είτε σε σχέση με μας, ενώ το ίσο είναι κάποιο μέσον μεταξύ της υπερβολής και της έλλειψης. Διατυπώνεται εδώ μια άποψη ποσοτική που δεν εξαρτάται μόνο από την ένταση των συναισθημάτων, αλλά και από τις κατάλληλες συνθήκες (χρόνος, τόπος κλπ.).
 
Υπάρχουν λοιπόν για τον Αριστοτέλη δύο είδη μεσότητας: η μεσό­τητα σε σχέση με το αντικείμενο και η μεσότητα σε σχέση με μας. Η πρώτη είναι σε ίση απόσταση από τα άκρα και είναι η αριθμητική μεσό­τητα. Η δεύτερη είναι η μεσότητα σε σχέση με μας, ποικίλλει ανάλογα με τα άτομα, σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση, δε συνεπάγεται έλλειψη ή υπερβολή και δεν είναι η ίδια για όλους. Είναι η μεσότητα που έχει επιλε­γεί από το λόγο και είναι ανάλογη με το σκοπό που επιδιώκουμε και ο οποίος είναι πάντα το αγαθό, η ευτυχία, η ευδαιμονία. Είναι η μεσότητα η διανοητική που έχει σχέση με την αναλογία και το μέτρο.4
 
Τα συμπεράσματα από το γνωστό παράδειγμα του Μίλωνα είναι ότι η δόση της τροφής για τον αθλητή, από το γυμναστή, ρυθμίζεται ανάλογα με το σκοπό της πράξης του φαγητού, που είναι η υγεία και η ακμή η σωματική. Δηλαδή είναι σχετική και ανάλογη με το άτομο και την ιδιο­συστασία του.
 
Εκτός από το σκοπό, αυτό που θα επιτρέψει στον άνθρωπο να πάρει την απόφαση του, είναι και η λογική εκτίμηση των μέσων (η φυσική κατάσταση, οι τροφές, οι περιστάσεις, όπως η εποχή, η ώρα κ.ά.). Έχουμε λοιπόν μεταβλητές μεσότητες ανάλογα με τα υποκείμενα και το σκοπό που επιδιώκουμε, μεσότητες που ορίζονται από το λογικό και που υπάρχουν σε κάθε τεχνική και τέχνη. Μεσότητα λογική που συνδέεται, όπως είπαμε πιο πάνω, με την αναλογία και το μέτρο. Ο άνθρωπος που στοχεύει στη λογική μεσότητα εγκαθιστά μια αναλογία μεταξύ της δραστηριότητας του, των μέσων του και του σκοπού που πρέπει να επιτύχει: Η συνείδηση του αγρυπνεί για να μην πέσει ούτε στην υπερβολή ούτε στην έλλειψη, αλλά να καταλήξει στη μεσότητα που είναι ίδια με την αρετή, δηλαδή με την εξαίρετη πράξη, με την κορυφή, με την ακρότητα, αν λάβουμε υπόψη το άριστο και το αγαθό.5 Αυτή άρα η μεσότητα σε σχέση με μας που είναι ανάλογη με το σκοπό – και το αγαθό – είναι η αρετή κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας στάσης είναι μια πράξη, ένα έργο, μια αναλογία φορτισμένη με νοημοσύνη, με λόγο, με ηθική κρίση.
 
Η διαφορά λοιπόν μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης μεσότητας είναι λογική και αναφέρεται στην πρόθεση, στην ελεύθερη απόφαση, στην προαίρεση. Έτσι ενώ ο άνθρωπος που στοχεύει στη λογική μεσότητα, ρυθμίζοντας τη δραστηριότητα του στα μέσα, στο σκοπό που πρέ­πει να επιτύχει, δέχεται τις ουσίες ως προσπάθειες με τη συνείδηση να μην πέσει ούτε στην υπερβολή ούτε στην έλλειψη, αλλά να επιτύχει τη σωστή μεσότητα, που είναι στην ουσία ακρότητα, ο άνθρωπος που αρκείται στην εμπειρική μεσότητα σε σχέση με το αντικείμενο αρνείται τις προσπάθειες και τις θυσίες και αρκείται σε μια ψευδή μεσότητα επι­διώκοντας τη μετριότητα. Η ανάλυση του παραδείγματος του Μίλωνα μας επιτρέπει να δώσουμε την ουσία της έννοιας της μεσότητας: ένα μέτρο στα μέσα (τροφή), στην πράξη (φαγητό), ένα μέτρο ανάλογο με το σκοπό (υγεία, ομορφιά), δηλαδή μια ύψιστη αρετή, μια μεσότητα σε σχέση με μας που είναι καθορισμένη από το λόγο και όπως θα το καθό­ριζε ένας άνθρωπος με φρόνηση.6
 
Στα HE B.II 1220β, 20-29 εξάλλου αναπτύσσει αμεσότερα τα της αριθμητικής μεσότητας στη μεσότητα στις πράξεις λέγοντας: «πρέπει να σημειώσουμε ότι σε κάθε συνεχές διαιρετό μπορούμε να έχουμε υπερ­βολή, έλλειψη και μέσο και αυτό είτε κατά τη σχέση των μερών μεταξύ τους, είτε σε σχέση με μας7 και είναι το ίδιο στη γυμναστική, στην ιατρική, στην αρχιτεκτονική και σε οποιαδήποτε δραστηριότητα επιστημονική ή όχι, φυσική ή όχι, δηλαδή η κίνηση είναι ένα διαρκές και η πράξη είναι μια κίνηση. Παντού η μεσότητα σε σχέση με μας είναι η καλύτερη. Είναι αυτή πραγματικά που είναι σύμφωνη με την επιταγή του λόγου και της επιστήμης και είναι αυτή που προϋποθέτει την καλύτερη διάθεση. Μπο­ρούμε δε να ελέγξουμε το προφανές είτε με την επαγωγή, είτε με την απόδειξη».
 
Την απαρίθμηση των αρετών και των ελλείψεων με την επαγωγή τη βρίσκουμε στα HE II, 2, 1220β,36- 1221β, 28 και στα ΗΝ II. 8, 1107α,28-1108β, 10. Ως προς την απόδειξη, αυτή βρίσκεται και στα δύο κείμενα· ως μέσος όρος χρησιμεύει η κίνηση στα HE – μεταξύ συνεχούς και πρά­ξεως και πιο κάτω (παραγρ. 5) η έννοια της ηδονής χρησιμεύει ως μέσος όρος μεταξύ της πράξης και της διάθεσης.
 
Η ηθική μεσότητα
Ως προς την ηθική μεσότητα, που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αυτή αναφέρεται στις πράξεις μας και στα πάθη μας.8 Δεν πρέπει να συγχέ­ουμε την ηθική αρετή και τη φρόνηση. Η ηθική αρετή, δηλαδή η αρετή του χαρακτήρα, όχι αρετή κάθε πράξης, είναι η ηθική αυτού του μέρους της ψυχής, που ενώ είναι άψογο, μπορεί και πρέπει να υποταχθεί στο λογικό μέρος της ψυχής. Πρόκειται για το βαθμό της ευτυχίας που δεν μπορεί να παρακάμψει τελείως τα κατώτερα αγαθά, όπως και η ηθική αρετή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες, το χαρακτήρα του ανθρώπου και τις διαθέσεις του, στοιχεία τα οποία δεν ενεργοποιούνται παρά από τις ανθρώπινες πράξεις. Όπως τονίζει ο Αριστοτέλης: η καλή πράξη, η τέλεια πράξη δεν πραγματοποιεί­ται παρά μόνο από τη σύζευξη των παραπάνω παραγόντων (μεσότητα στα πάθη, μεσότητα στην επιλογή-απόφαση των συνθηκών, μεσότητα των μέσων). Εξάλλου η ορθή απόφαση όταν πρέπει, όπου, όπως, προς ποιο, γιατί και για ό,τι πρέπει, συνεπάγεται το μέσον που είναι το άριστον, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αρετής.9
 
Άλλο γνώρισμα της μεσότητας είναι το πρέπον. Εκείνος που χαίρεται υπερβολικά διαπράττει υπερβολή στις ηδονές και εκείνος που λυπάται υπερβολικά διαπράττει την αντίθετη υπερβολή… ενώ ο καλός ενεργεί όπως πρέπει. Η έννοια του πρέποντος συνδέεται με την έννοια του σκοπού που είναι το αγαθό. Αν αναφερθούμε σε ορισμένα παραδείγματα, το θάρρος είναι η μεσότητα ως προς το φόβο και την ανδρεία, η σωφρο­σύνη ως προς τις ηδονές και τις λύπες, υπερβολή δε η ακολασία.
 
Η ελευθεριότητα (ως προς τα χρήματα) είναι η μεσότητα ανάμεσα από την ανελευθερία και την ασωτία, η μεγαλοψυχία είναι η μεσότητα ως προς τη μικροψυχία και τη χαυνότητα, η φιλαλήθεια ως προς την ειρωνεία και την αλαζονεία, η φιλία ως προς την επιτήδευση και την κολακεία, η ελευθερία ως προς την ανελευθερία και την ασωτία κ.ο.κ. Δηλαδή η ηθική πράξη (και η ηθική αρετή) συνίσταται στο να πράττουμε κατά προαίρεση, να εγκαθιστούμε προτιμήσεις, να υποτάσσουμε τις επιθυμίες μας και τα πάθη μας στο λόγο και να αποφασίζουμε ελεύθερα. Εδώ παρεμβαίνει ο ρόλος του εκούσιου, της βούλησης, της προαίρεσης, όπως και της πρόθεσης.
 
Για να είναι μια πράξη πραγματικά ηθική πρέπει α) να είναι a priori αυτή που αρμόζει καλύτερα στη δοσμένη περίσταση, β) να εμπνέε­ται από καλό κίνητρο, γ) να είναι το αποτέλεσμα μιας σταθερής διάθε­σης.10 Διαπιστώνουμε εδώ πως παρά τη σημασία που αποδίνει στο κίνητρο των πράξεων, 11 η όλη πορεία του ατόμου προς την αρετή είναι μια κατάκτηση του ατόμου που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη βούληση του.
 
Για να κατακτήσουμε εντούτοις τη σωφροσύνη, το θάρρος και τις άλλες αρετές πρέπει να συμμετέχουμε κάπως στους κινδύνους και στις ηδονές. «Ο άνθρωπος που αποφεύγει, γεμάτος φόβο, τον παραμικρό κίνδυνο, που δεν μπορεί να υπομένει καθόλου, είναι δειλός, ενώ εκείνος που δε φοβάται τίποτε είναι θρασύς. Έτσι και εκείνος που απολαμβάνει όλες τις ηδονές και δεν αποφεύγει τίποτε γίνεται ακόλαστος και εκείνος που αποφεύγει όλες, όπως οι αγροίκοι, είναι αναίσθητος. Η σωφροσύνη και η ανδρεία φθείρονται από την υπερβολή και την έλλειψη, σώζονται δε από τη μεσότητα.12
 
Ποια είναι η αιτία της υπεροχής της μεσότητας;
Είναι ο λογικός χαρακτήρας της, όλη η πρακτική φρόνηση την οποία περικλείει η λέξη του μέτρου. Η μεσότητα σε σχέση με μας είναι σύμφωνη με την επιταγή του λόγου και της επιστήμης και ο τελικός σκοπός της πράξης.
 
Αυτή η διαβεβαίωση ότι η μεσότητα η προς εμάς είναι ο τελικός σκο­πός της πράξης συνδέεται με δυο άλλες παραδοχές: α) τη λογική προσαρ­μογή των συνθηκών και β) τις σχέσεις μεταξύ του σκοπού και των μέσων. Για το α΄ πρέπει να συνδεθούμε με τη διδασκαλία του Αριστοτέλη πάνω στις σχέσεις μεταξύ λόγου και βούλησης, μεταξύ του πρακτικού λόγου και της ηθικής αρετής. Για το β΄ δεδομένο – σχέσεις μεταξύ σκοπού και μέσων – η μεσότητα είναι μια επιλογή μεταξύ των μέσων που οδηγούν στην πράξη και είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας λόγου και ηθικής αρετής, αλλά σύγχρονα είναι και προαίρεση (deliberation) δηλαδή με ποια μέσα μπορούμε να επιτύχουμε το σκοπό που επιλέξαμε, πώς θα βρούμε το μέσο με το οποίο θα αναγνωρίσουμε την αρχική αιτία που είναι ο τελευταίος σκοπός της έρευνας.13 Διαπιστώνουμε εδώ τον τελολο­γικό χαρακτήρα της ηθικής του Αριστοτέλη, όπως τον διατύπωσε και στην αρχή των ΗΝ για την ιεράρχηση των σκοπών.
 
Όμως, τελικά, η ελεύθερη βούληση και η προαίρεση αποτελεί το μεγαλύτερο βαθμό της ηθικής αρετής, αν εξαιρέσουμε την ευδαιμονία, τη μακαριότητα (contemplation), που επιφυλάσσεται σε ένα πολύ μικρό αριθμό ατόμων, τους σοφούς. Η ελεύθερη εκλογή μιας πράξης, η προαί­ρεση, είναι ο κατεξοχήν ιδιαίτερος χαρακτήρας της αρετής· χάρη σ’ αυτόν μπορούμε να κρίνουμε την ηθική αξία της πράξης.14 Σύμφωνα με τον ορισμό της αρετής ο σώφρων (ο φρόνιμος) αποτελεί τον κανόνα της συμπεριφοράς· ο σώφρων δεν αφήνεται να παρασυρθεί από τις ηδονές των αισθήσεων, αλλά αυτοκυριαρχείται, δεν κάνει τίποτε αντίθετο προς το λόγο, αν και έχει επιθυμίες.15 Έτσι ο σώφρων δε βρίσκει ευχαρίστηση σε ό,τι είναι αντίθετο με το λογικό, ενώ ο κακός δύσκολα μπορεί να ασκηθεί στην αρετή,16 γιατί» η κακία φθείρει την αρχή. Δεν μπορεί να γευθεί κανένας την ηδονή της δικαιοσύνης, εάν δεν είναι ο ίδιος δίκαιος.
 
Ως προς την ηδονή – το ενδιαφέρον για την ευχαρίστηση – μπορούμε να πούμε πως ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει το σοβαρό ρόλο της, αλλά υπο­ταγμένης στο ρόλο του σώφρονος ανθρώπου. Μ’ αυτό τον τρόπο υπο­τάσσει την ηθική αρετή στη διανοητική αρετή. Η σωφροσύνη, μια από τις κατώτερες διανοητικές, είναι η αρετή της προαίρεσης (deliberation), που είναι απαραίτητη, αν θέλουμε να είναι κανένας πραγματικά σώφρων και αυτό δεν είναι δυνατό χωρίς ηθική αρετή.17 Άρα, η σωφροσύνη δεν μπο­ρεί να χωριστεί από την ηθική αρετή, επειδή οι αρχές της απορρέουν από τις ηθικές αρετές και επειδή ο ορθός λόγος στις ηθικές πράξεις προέρχε­ται από τη σωφροσύνη.
 
Συμπερασματικά, η πρώτη βαθμίδα της ευτυχίας βασιζόμενη στην έξη, τη δραστηριότητα, δηλαδή την πράξη και την ηδονή κατακτάται όταν ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει στην προαίρεση, δηλαδή όταν επιλέ­γει το αγαθό έχοντας απόλυτη ελευθερία ως προς την επιλογή και ως προς τη βούληση του. Επομένως η ελεύθερη επιλογή, η προαίρεση είναι απαραίτητοι παράγοντες για την ηθική πράξη. Ο ρόλος του εκούσιου και της ευθύνης των πράξεων μας είναι σημαντικός. Ο Αριστοτέλης δέχεται ότι η κακία είναι εκούσια και ότι εναπόκειται σε μας να την αποφύγουμε με λογική απόφαση και ελεύθερη προαίρεση. Η πράξη είναι εθελούσια, όταν η αρχή της είναι μέσα σ’ αυτόν που ενεργεί και όταν αυτός γνωρίζει τις συνθήκες μέσα στις οποίες εκτελεί την πράξη. Η προαίρεση είναι το κύριο χαρακτηριστικό της ηθικής αρετής και χάρη σ’ αυτό μπορούμε να κρίνουμε την ηθική αξία.18
 
Η προαίρεση προϋποθέτει τη βούληση και το λόγο. Δεν υπάρχει προαίρεση άνευ νου και διανοίας. Η επιθυμία εξάλλου που είναι τάση έμφυτη και μετέχει του αισθητού και του νοητού δεν είναι πάντα υπο­ταγμένη στο λόγο. Όταν δε συμβαίνει αυτό υπάρχει εσωτερική πάλη, όταν αντίθετα υπάρχει αρμονία επιθυμίας και λογικού ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του.19
 
Η μεσότητα επομένως που εξασφαλίζει την ηθική πράξη είναι η μεσότητα η προς ημάς που εμπεριέχει το λόγο, το μέτρο, την ελεύθερη βούληση και προαίρεση. Αυτή η μεσότητα που, όπως είδαμε, ως ηθική ενέργεια και πράξη είναι εξαίρετη, κορυφή, ακρότητα (ενώ ως κατά­σταση είναι μεσότητα) προσανατολισμένη στο αγαθό και στην ευτυχία, προϋποθέτει μεγάλη άσκηση και πειθαρχία από μας και γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να κατακτηθεί και είναι, βέβαια, πολύ μακριά από τη μετριότητα.
--------------------
Υποσημειώσεις
1. …καί διά ταῦτα τῆς μέν κακίας ἡ ὑπερβολή καί ἡ ἔλλειψις, τῆς δέ ἀρετῆς ἡ μεσότης.
2. ΗΝ 1109α, 33. Διό δεῖ τόν στοχαζόμενον τοῦ μέσου πρῶτον μέν, ἀποχωρεῖν τοῦ μᾶλλον ἐναντίου, καθάπερ ρημάτων παραινεῖ.
3. Βιβλ. II, 5, 1106α 26-29. Ἐν παντί δη συνέχει καί διαιρετῷ ἐστίν λαβεῖν τό μέν πλεῖον τό δ’ ἔλαττον τό δ’ ἴσον, καί ταῦτα ἤ κατ’ αὐτό τό πρᾶγμα ἤ πρός ἡμᾶς· τό δέ ἴσον μέσον τι ὑπερβολῆς καί ἐλλείψεως.
4. ΗΝ. Β,5, 1106α, 33- β, 4, όπου το παράδειγμα του Μίλωνα.
5. ΗΝ. Β 6, 1107α 6-8 «διό κατά μέν τήν οὐσίαν καί τόν λόγον τόν τό τί ἦν εἶναι λέγοντα μεσότης ἐστίν ἡ ἀρετή, κατά δέ τό ἄριστον καί τό εὖ ἀκρότης».
6. ΗΝ Β, 6, 1107α , 1-4 «Ἐστίν ἄρά ἀρετή ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρός ἡμᾶς, ὡρισμένη λόγῳ καί ὡς ἄν ὁ φρόνιμος ὁρίσειε».
7. ΗΝ. Η, 11, 1151β, 34 – 1152α, 6.
8. ΗΝ. Β, 5, 1106β, 16-17 «λέγω δέ τήν ἠθικήν, αὕτη γάρ ἐστίν περί πάθη καί πράξεις, ἐν δέ τούτοις ἐστίν ὑπερβολή καί ἔλλειψις καί μέσον». _
9. ΗΝ. Β, 5, 1106β, 21-22 «τό δέ ὅτε καί ἐφ’ οἷς καί πρός οὕς ἕνεκα καί ὡς δεῖ μέσον τε καί ἄριστον, ὅπερ ἐστί τῆς ἀρετῆς».
10. ΗΝ Β, 3, 1105α, 28-33 «Τά δέ κατά τάς ἀρετάς γινόμενα οὐκ ἐάν αὐτά πῶς ἔχῃ, δικαίως ἤ σωφρόνως πράττεται, ἀλλά καί ἐάν ὁ πράττων πῶς ἔχων πράττῃ, πρῶτον μέν εἰδώς, ἔπειτα ἐάν προαιρούμενος καί προαιρούμενος δι’ αὐτά, τό δέ τρίτον καί ἐάν βεβαίως καί ἀμετακινήτως ἔχων πράττῃ».
11. Πολιτικά, 7, 13, 5, 1331β 26-29 «Ἐπεί δέ δ’ ἐστίν ἐν’ οἷς γίγνεται τό εὖ πᾶσι, τούτοιν δ’ ἐστίν ἐν μέν ἐν τῷ τοῦ σκοποῦ κεῖσθαι καί τό τέλος (=τελικές βλέψεις) τῶν πράξεων ὀρθῶς, ἐν δέ τάς πρός τό τέλος φερούσας πράξεις εὑρίσκειν».
12. ΗΝ Β2, 1104α 20-29 και HE Β, II 1220β, 20-29, διά τήν μεσότητα τήν πρός ἡμᾶς.
13. ΗΝ Γ, 3, 1112β, 11-19.
14. ΗΝ Γ, 4, 1111 β, 5-6 «οἰκειότατον (ἡ προαίρεσις) γάρ εἶναι δοκεῖ τῇ ἀρετῇ καί μᾶλλον τά ἤθη κρίνειν τῶν πράξων».
15. ΗΝ. 4. 11, 1151β 34-1152 αβ.
16. ΗΝ Ζ, 5, 1140β 19-20 «ἐστί γάρ ἡ κακία φθαρτική ἀρχῆς».
17. ΗΝ Ζ, 13,1144β, 31-32 «δῆλον οὖν ἐκ τῶν εἰρημένων ὅτι οὐχ οἷον τε ἀγαθόν εἶναι κυρίως ἄνευ φρονήσεως, οὐδέ φρόνιμον, ἄνευ τῆς ἠθικῆς ἀρετῆς» 4. ΗΝ Κ, 8,1141α. 18-20 «εἴη ἄν ἡ σοφία νοῦς καί ἐπιστήμη…»
18. ΗΝ Γ, 4, llllß, 5-6 «οἰκειότατον (ἡ προαίρεσις) γάρ εἶναι δοκεῖ τῇ ἀρετῇ μᾶλλον τά ἤθη κρίνειν τῶν πράξεων».
19. ΗΝ Γ, 12, 1119β, 15.

Η μαγική δύναμη της αγάπης αλλάζει τη ζωή μας

Η αγάπη είναι τόσο σημαντική για την ψυχοσωματική μας ισορροπία όσο είναι και το νερό για τη βιολογική. Όσο περισσότερο αγαπούμε, τόσο πιο ‘γεμάτοι’ αισθανόμαστε σε συναισθηματικό επίπεδο και επιβεβαιωνόμαστε υπαρξιακά. Όσο λιγότερο αγαπούμε, τόσο περισσότερο ευάλωτοι γινόμαστε σε διάφορες αρνητικές καταστάσεις που επηρεάζουν την ψυχολογία μας, όπως π.χ. η κατάθλιψη.

Η σύνδεση μεταξύ αισθημάτων αγάπης και καταθλιπτικών συμπτωμάτων , είναι αντιστρόφως ανάλογη. Δηλαδή όσο περισσότερη αγάπη είναι εμφανής στη ζωή μας τόσο λιγότερο ευάλωτοι παρουσιαζόμαστε, μπροστά στην ‘ασθένεια ‘ του αιώνα μας όπως έχει χαρακτηριστεί, την κατάθλιψη. Η αγάπη είναι πιθανόν ένα από τα καλύτερα αντικαταθλιπτικά, γιατί ένας από τους συνηθέστερους λόγους που οδηγούμαστε σε κατάθλιψη είναι η σκέψη ότι δεν μας αγαπάει κανείς. Τα περισσότερα άτομα με κατάθλιψη δεν αγαπούν τους εαυτούς τους και δεν αισθάνονται ότι οι άλλοι τους αγαπούν. Επικεντρώνονται εξαιρετικά στους εαυτούς τους, γεγονός που τους καθιστά λιγότερο ελκυστικούς και τους αποθαρρύνει από την δυνατότητα ανάπτυξης κοινωνικών δεξιοτήτων που θα τους βοηθήσουν να αγαπηθούν.

Υπάρχει ένας μύθος στους καιρούς μας ότι η αγάπη είναι κάτι που απλά συμβαίνει δίνοντας της έτσι μεγάλη τυχαιότητα. Τα άτομα με κατάθλιψη λοιπόν, πολλές φορές παθητικά αναμένουν να βρεθεί κάποιος να τους εκδηλώσει αισθήματα αγάπης. Όμως η αγάπη δεν αναπτύσσεται έτσι. Για να αγαπηθείς και να διαρκέσει αυτή η αγάπη χρειάζεται ενεργητικότητα, κοινωνικοποίηση καθώς και εκμάθηση κοινωνικών δεξιοτήτων.

Οι περισσότεροι εννοιολογικά κωδικοποιούμε την αγάπη μέσα από την λαϊκή κουλτούρα. Μαθαίνουμε’ ότι η αγάπη είναι κάτι μαγικό που μας δίνει φτερά. Ωστόσο αυτή η εκλαϊκευμένη αντίληψη της αγάπης αποτελείται από μη ρεαλιστικές προσδοκίες που αναπτύσσουμε και σχετίζονται με τον αυτοσκοπό της ‘διασκέδασης’. Το υλιστικό πρότυπο μας μαθαίνει η προσοχή μας να έλκεται από οτιδήποτε έχει ως επακόλουθο την πρόσκαιρη ικανοποίηση. Έτσι λοιπόν αποκωδικοποιούμε ως αγάπη οτιδήποτε απλά αποσπά την προσοχή μας και παρουσιάζεται ως ερωτικό σκίρτημα, γεμάτο ενθουσιασμό αλλά χωρίς ποιότητα.

Μια συνέπεια αυτού είναι το γεγονός, ότι όταν βιώνουμε την πραγματική αγάπη αναστατωνόμαστε και απογοητευόμαστε γιατί αυτού του είδους η αγάπη δεν ταυτίζεται με το ανάλογο κοινωνικό πρότυπο της αγάπης. Κάποιοι από μας γινόμαστε απαιτητικοί και αγχωτικά διεκδικούμε την αγάπη όπως εμείς την έχουμε προκαθορίσει και ας είναι -όπως είπαμε πριν- λανθασμένα οροθετημένη.

Είναι λοιπόν απαραίτητο πριν προσπαθήσουμε να συσχετισθούμε με την αγάπη να αναρωτηθούμε για την ορθότητα του ιδιαίτερου τρόπου που αντιλαμβανόμαστε την αγάπη. Πολλές φορές η δική μας ερμηνεία για την αγάπη συσχετίζεται με συναισθήματα κατάθλιψης, όταν αναλαμβανόμαστε ότι δεν μπορούμε να την βιώσουμε. Παρακάτω προτείνω μια στρατηγική που πιθανότατα σας βοηθήσει να προσδοκήσετε πιο αισιόδοξα την αγάπη, ως κάτι που μπορείτε και εσείς να γευθείτε:

Διαχωρίσετε τον ενθουσιασμό από την αγάπη. Ο ενθουσιασμός είναι το ψυχολογικό στάδιο ενός έντονου σκιρτήματος .Είναι έντονο αλλά δεν έχει μεγάλη διάρκεια. Είναι το πρώτο στάδιο μιας μαγευτικής έλξης που όλα δείχνουν να είναι τέλεια. Κατά μέσο όρο αυτό το στάδιο διαρκεί περίπου έξι μήνες. Υπό συνθήκες μπορεί να οδηγήσει στην δημιουργία αισθημάτων αγάπης, για αυτό το λόγο λοιπόν δεν είναι επιθυμητό να αυθυποβάλλεστε πως κάθε φορά που νιώθετε το σκίρτημα ότι σίγουρα θα εξελιχθεί σε αγάπη.

Για να είσαστε σε θέση να βιώσετε την αγάπη είναι επιθυμητό να έχετε την κατάλληλη ψυχολογία καθώς και να διαθέτετε την ανάλογη προσωπικότητα. Ο Έρικ Φρομ προσδιόρισε την αγάπη ως ‘πράξη θέλησης’. Αυτό σημαίνει ότι οι ίδιοι δίνετε τα κίνητρα στον εαυτό σας για να συναντηθείτε κάποια στιγμή με την αγάπη. Ο τολμών νικά εξάλλου.

Η κοινωνικοποίηση σας εξαρτάται άμεσα από τις μεθόδους επικοινωνίας που χρησιμοποιείτε .Αυτή η επικοινωνία θα σας βοηθήσει να αισθανθείτε ότι κάποιος σας κατανοεί και ότι δεν είστε μόνοι. Θωρακίζετε τον εαυτό σας λοιπόν απέναντι στην κατάθλιψη και στις θλιβερές σκέψεις ότι θα είστε παντοτινά μόνοι σας.

Πάντα υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ δυο ανθρώπων και ακόμα και όταν μια σχέση εξελίσσεται καλά αυτές θα αναδύονται. Το σημαντικό σε αυτό το στάδιο είναι να εντοπίσετε τις διαφορές αυτές και να τις διαπραγματευτείτε από κοινού, έτσι ώστε να μη σας απομακρύνουν από το σύντροφο σας και δηλητηριαστεί η σχέση. Αυτό γίνεται συνήθως κατανοώντας το κοινωνικό και πολιτιστικό υπόβαθρο του άλλου όπως και με το να μπορείτε να εκφράσετε στο σύντροφο σας ποιοι είσαστε και τι θέλετε ξεκάθαρα. Όταν οι διαφορές σας κοινοποιηθούν και στους δυο, τις επεξεργάζεστε μαζί μέχρι να οδηγηθείτε σε ένα κοινό στάδιο όπου και οι δυο αισθάνεστε ασφαλείς και μπορείτε να παρουσιάζεστε όπως πραγματικά είστε χωρίς να καταπιέζεστε.

Επικεντρωθείτε στο σύντροφο σας. Αποκρυπτογραφήστε τις ανάγκες του και μην ασχολείστε αποκλειστικά με το αν σας συμπεριφέρεται καλά και με το τι κερδίζετε εσείς από αυτή τη σχέση. Τί πραγματικά χρειάζεται ο σύντροφος σας ώστε να αισθάνεται καλά; Αυτή ομολογουμένως είναι μια αρκετά δύσκολη ικανότητα να μαθευτεί λόγω της κοινωνικής κουλτούρας μας η οποία μας επιβάλλει να «φοράμε» ένα ναρκισσιστικό προσωπείο όπου κάτω από αυτό, οι ανάγκες μας και μόνο, προσελκύουν την προσοχή μας. Φυσικά σε όλη την διαδικασία δεν ξεχνάτε την ύπαρξη σας, βεβαιωνόσαστε ότι φροντίζετε ποιοτικά και τον εαυτό σας.

Συχνά η κατάθλιψη κρατά εγκλωβισμένους τους ανθρώπους στους εαυτούς τους, έτσι ώστε να αδυνατούν να προσηλωθούν στους άλλους άρα δεν μπορούν και να μάθουν να αγαπούν. Όσο περισσότερο ασχολείστε με τους άλλους και μαθαίνετε να αλληλεπιδράτε και αναγνωρίζετε /ανταποκρίνεστε στις ανάγκες των άλλων τόσο πιο «διαβασμένοι» θα είστε για να μπορείτε να αγαπήσετε.

Η «πραγματικότητα» της κατάθλιψης δεν είναι η μόνη που μπορεί να ερμηνεύσει τα καθημερινά φαινόμενα. Η πραγματικότητα του αγαπημένου σας είναι εξίσου σημαντική με τη δική σας και είναι πολύ θετικό να το αναγνωρίσετε αυτό. Αν βρίσκεστε σε καταθλιπτικό στάδιο προσπαθήσετε να ξεφύγετε από την εγωκεντρική διάσταση που συντηρεί την κατάθλιψη σας.

Πολλές φορές επίσης η κατάθλιψη σας είναι δυνατόν να σχετίζεται με ευερεθιστότητα απέναντι σε καταστάσεις απόρριψης σας. Λόγω χαμηλής αυτοεκτίμησης που συνεπάγεται η κατάθλιψη, οποιαδήποτε δυσαρμονία στη σχέση σας αυτόματα αποκωδικοποιείται από σας τους ίδιους ως δική σας ‘ανικανότητα’. Η ‘ανικανότητα’ που οι ίδιοι λοιπόν αποδίδετε σε σας, ασυνείδητα σας επιβεβαιώνει ότι αξίζετε μια απορριπτική συμπεριφορά από το σύντροφο σας. Όμως έτσι τελικά η απόρριψη σας στην πραγματικότητα γεννιέται από τον δικό σας λανθασμένο τρόπο μετάφρασης κάποιου υπαρκτού ή μη υπαρκτού προβλήματος στη σχέση και ενδυναμώνει την κατάθλιψη. Πριν σας αγαπήσουν είναι αναγκαίο να αγαπάτε τους εαυτούς σας και να ενδυναμώσετε την αυτοαντίληψη σας.

Ένας αποτελεσματικός τρόπος να αντισταθείτε σε αυτό το φαινόμενο είναι να συνειδητοποιήσετε ότι αυτός ο αυτόματος τρόπος σκέψης είναι δυνατός αλλά εικονικός, δηλαδή υπόκειται σε αλλαγή. Υπό την μορφή εσωτερικού διαλόγου διορθώστε την λανθασμένη εκτίμηση σας και πείτε π.χ: ‘δεν με απορρίπτει πραγματικά ο σύντροφος μου, αυτή δεν είναι πραγματική επιβεβαίωση προβληματικότητας μου’ ή ‘δεν πρέπει να αυτοκατηγορούμαι, είναι κάτι που δεν ήξερα να αντιμετωπίσω αλλά τώρα προσπαθώ γενναία’.

Όταν λοιπόν ερμηνεύσετε την κατάσταση με ένα διαφορετικό τρόπο τότε μπορείτε να προσπαθήσετε να δράσετε ενεργητικότερα και δυναμικότερα μέσα στη σχέση. Εδώ λοιπόν επιβεβαιώνεται ο αρχαίος μας προγονός, φιλόσοφος Επίκτητος που διακήρυξε ότι δεν επηρεαζόμαστε τόσο από τα φαινόμενα όπως συμβαίνουν αλλά πολύ περισσότερο από τον τρόπο που τα ερμηνεύουμε.

Η καλοσύνη γεννά μόνο καλοσύνη

Σε μία εποχή αποξένωσης κι εμπάθειας. Σ’ έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει αποκαλύπτοντας το πιο σκληρό του πρόσωπο. Σε μια κοινωνία γεμάτη αλαζονεία, διαφθορά, μίσος και ιδιοτέλεια. Ανάμεσα σ’ εμένα κι εσένα, σε γνωστούς και ξένους, εγώ εξακολουθώ να ελπίζω στο «καλό» των ανθρώπων.

Ίσως γιατί είμαι ρομαντικός, ευαίσθητος ή ονειροπαρμένος – για όλους τους σοβαροφανείς εκεί έξω. Ίσως γιατί πιστεύω ακόμα στα μηνύματα γεμάτα αγάπη, στην ομορφιά μιας κάποιας άνοιξης, στις γεμάτες στοργή ανάσες, στις σφιχτές αγκαλιές και σε δυο ζευγάρια παιδικά μάτια.

Απορροφημένοι καθώς είμαστε, σ’ ένα διαρκές πεδίο μάχης κι εξουσίας, λησμονούμε τις αρετές που βρίσκονται εγκλωβισμένες μέσα μας. Η αγάπη, η υπομονή, η δικαιοσύνη, η ταπεινοφροσύνη, είναι έτοιμες να μας προσφέρουν απλόχερα τα αγαθά τους. Ανάμεσά τους η καλοσύνη. Μία λέξη, μία ανεκτίμητη δύναμη, κι ένα ολόκληρο μεγαλείο, συνοδεύουν το όνομά της. Τόσοι και τόσοι σπουδαίοι άνθρωποι, έχουν καταναλώσει φαιά ουσία για να την αναδείξουν και να την καθίσουν στο θρόνο που της αρμόζει. Όμορφη, αυτούσια, ολοτελής κι αδιαμφισβήτητα μοναδική, η καλοσύνη περικλείει έναν τεράστιο θησαυρό ψυχικής πληρότητας κι αλληλεγγύης.

Μία φράση του μεγάλου ποιητή Σοφοκλή, με ώθησε στο να την αναζητήσω και να εξάρω κι εγώ αυτόν τον «ήλιο» – όπως τη χαρακτηρίζει ο Βίκτωρ Ουγκώ. «Η καλοσύνη γεννά πάντα μόνο καλοσύνη», λέει ο Σοφοκλής.

Ψιθυριστά οφείλουμε να μιλάμε για εκείνη. Οι φωνές, οι κραυγές και οι εντάσεις, νοθεύουν τη δύναμή της. Εκείνη είναι δυνατή μέσα από τη σιωπηλή ύπαρξή της. Δε χρειάζεται πανηγυρικές εισόδους, ούτε βαρύγδουπες δηλώσεις. Θέλει κάθε προσφορά που γίνεται στο όνομά της, να παραμένει ανώνυμη. Χωρίς κομπασμούς και συμφέροντα. Χωρίς υπερφίαλες αναδείξεις του «εγώ».
Κάθε φορά που την κρατάμε πολύτιμη κι εύθραυστη στα χέρια μας, προσφέροντάς την απλόχερα σ’ ένα συνάνθρωπό μας, εκείνη γίνεται όλο και πιο δυνατή. Φοράει το πιο όμορφο χαμόγελό της και ξαφνικά φωτίζεται όλος ο κόσμος. Ο κόσμος του απόλυτου εγωκεντρισμού, της ολοένα αυξανόμενης διαπλοκής, της θυματοποίησης των «καλών» και της εμπορευματοποίησης των συναισθημάτων, γίνεται ένας κόσμος φιλανθρωπίας και αλτρουισμού, με μία μόνο πράξη καλοσύνης.

Ίσως εκεί να βρίσκεται το νόημα των όσων λέει ο Σοφοκλής. Στη δύναμη που έχει η καλοσύνη να μετατρέπει σε χρυσό οτιδήποτε αγγίζει. Στην ικανότητά της να αναγεννιέται κι όχι να αναλώνεται. Αποτελεί μία αλυσίδα αλληλένδετων γεγονότων, όπου κάθε καλή πράξη, παρασέρνει μία επόμενη ακόμα καλύτερη. Μία αλυσίδα, όπου κάθε κρίκος είναι φτιαγμένος από αγάπη κι οτιδήποτε γίνεται με αγάπη είναι ισχυρότερο κι από το μεγαλύτερο «κακό».

Φοβόμαστε να μη θεωρηθούμε θύματα «της καλής μας καρδιάς». Προσφέρουμε, περιμένοντας να μας προσφερθεί. Ιδιοτελείς πράξεις ανθρωπιστικής προσφοράς, περιμένοντας πάντα ανταλλάγματα. Κι αν δεν έρθουν; Απαρνιόμαστε κάθε μελλοντική πράξη καλοσύνης. Γινόμαστε σκληροί, απόλυτοι και ατομικιστές.

Τα δώρα της καλοσύνης δεν είναι υλικά. Δεν έχουν καν υλική υπόσταση. Δεν μπορείς να τα δεις, ούτε να τ’ αγγίξεις. Δεν εξαγοράζονται με χρήματα και συμφέροντα. Δεν πληρώνουν κανέναν εγωισμό και δεν ικανοποιούν καμία φιλοδοξία. Μπορείς όμως να τα νιώσεις. Μπορείς να νιώσεις τον εσωτερικό σου κόσμο να γίνεται ομορφότερος και να ακτινοβολεί στο πρόσωπό σου. Μπορείς να νιώσεις την καρδιά σου να πλημμυρίζει από ηρεμία, ευσυνειδησία και πληρότητα. Η μεγαλύτερη ανταμοιβή για την καλοσύνη που προσφέρεις, είναι η δύναμη που θα σου επιστραφεί για να κάνεις μία ακόμα καλή πράξη.

Ακούς «καλή πράξη» και νομίζεις ότι καλείσαι να γκρεμίσεις κάτι και να το χτίσεις από την αρχή. Η καλοσύνη βρίσκεται ακόμα και στα πιο απλά.

Σε μία «Καλημέρα» στο γείτονά σου, στην παραχώρηση της θέσης στο λεωφορείο σ’ έναν ηλικιωμένο, σ’ ένα χέρι βοηθείας σε κάποιον που, δε μιλάει τη γλώσσα σου, δεν έχει το χρώμα σου κι εσύ του χαρίζεις ένα κομμάτι της καρδιάς σου.

Η καλοσύνη γεννά πάντα μόνο καλοσύνη, γιατί εσύ γίνεσαι πλουσιότερος βλέποντας το καλό που έχεις προσφέρει, να επεκτείνεται, να ισχυροποιείται και να θρονιάζεται στις ψυχές κι άλλων ανθρώπων. Γιατί κάθε δημιούργημά της, μόνο καλό μπορεί να κάνει. Γιατί αυτό το «καλό», βρίσκεται σε κάθε χαμόγελο ελπίδας, σε κάθε αγκαλιά παρηγοριάς, σε κάθε βλέμμα συμπαράστασης.

Η καλοσύνη γεννά πάντα μόνο καλοσύνη, γιατί οι καρποί της είναι απαλλαγμένοι από το φθόνο, τη ζήλια και το μίσος. Γιατί σου μαθαίνει ν’ αγαπάς τον εαυτό σου. Να σέβεσαι και να εκτιμάς το «καλό» μέσα σου. Να το αναδεικνύεις, να το προσφέρεις κι αυτό να σου κλείνει χαμογελαστά το μάτι.

Η καλοσύνη γεννά πάντα μόνο καλοσύνη, γιατί προσφέρει ψυχική ηρεμία σ’ εσένα που τη χαρίζεις κι ελπίδα σε εκείνον που τη δέχεται. Ελπίδα ότι αυτός ο κόσμος είναι καλός και με τη δική του καλοσύνη, τη δική σου, τη δική μου, τη δική μας, θα γίνει καλύτερος.

Η καλοσύνη είναι Κυρία, καρδιά μου. Δεν επαιτεί και δεν απαιτεί την προσοχή σου. Δε ζητιανεύει τα λόγια και τις πράξεις σου.

Να είσαι σίγουρος όμως, ότι ανταμείβει τη συμπόρευσή σου μαζί της. Μην προσπαθείς να τη βρεις. Εκείνη είναι ήδη μέσα σου. Αρκεί να κλείσεις τα μάτια σου και να την αφήσεις να σου μιλήσει.

Η καλοσύνη γεννά πάντα μόνο καλοσύνη, γιατί εσύ κι εγώ, πιστεύουμε ακόμη στο καλό των ανθρώπων.

Πιστεύουμε. Έτσι δεν είναι;

Αντί να δίνουμε πλούτο στα παιδιά μας, καλύτερα να δίνουμε μόρφωση

Οι μορφωμένοι φτωχοί άνθρωποι έχουν περισσότερες ευκαιρίες στη ζωή απ’ όσες οι αδαείς πλούσιοι.

Μπορούμε να το διατυπώσουμε διαφορετικά: «Μη δίνεις στους ανθρώπους ψάρια. Μάθε τους πώς να ψαρεύουν». Οι γονείς έχουν υποχρέωση να φροντίζουν τα παιδιά τους μέχρι την ενηλικίωσή τους. Στη συνέχεια τα παιδιά πρέπει να μπορούν να σταθούν μόνα τους στον κόσμο.

Πολλοί γονείς, από ανασφάλεια και υπερπροστατευτισμό, παρέχουν υπερβολικά υλικά μέσα στα παιδιά τους με αποτέλεσμα αυτά να αδρανούν, να τα βρίσκουν όλα έτοιμα, να τεμπελιάζουν, να γίνονται «κακομαθημένα».

Όμως ο υλικός πλούτος είναι αβέβαιος, μπορεί να χαθεί από μια λανθασμένη επαγγελματική κίνηση ή από μια οικονομική και κοινωνική κρίση. Η μόρφωση όμως δεν χάνεται, και ποτέ δεν πάει χαμένη.

Οι Στωικοί εννοούν τη μόρφωση όχι μόνον ως τη διαδικασία μιας επαγγελματικής εκπαίδευσης αλλά και ως πνευματική και ηθική καλλιέργεια. Ένας από αυτούς, ο Σενέκας, επιμένει στην αναγκαιότητα της παιδείας και της ατομικής προσπάθειας: τα πράγματα είναι δύσκολα όχι επειδή προσπαθούμε πολύ αλλά επειδή δεν προσπαθούμε αρκετά.

Η συμβουλή των Στωικών στους γονείς είναι να προσπαθούν να αναθρέψουν ελεύθερους και ανεξάρτητους ανθρώπους, όχι μαμόθρεφτα που ζουν παρασιτικά με μοναδικές επιθυμίες την κατανάλωση και το βόλεμα.

Ζωή χωρίς φόβο

Η φυσιολογική ανθρώπινη τάση είναι η ευχαρίστηση, το παιχνίδι, η εξερεύνηση, η ευτυχία και η αγάπη.

Φανταστείτε ότι σας έχει δοθεί η άδεια να είστε ευτυχισμένοι και να απολαμβάνετε την κάθε στιγμή. Η ζωή σας δεν επιφυλάσσει πια την παραμικρή σύγκρουση με τον εαυτό σας ή με τους άλλους.

Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να εκφράσετε τις επιθυμίες σας. Γνωρίζετε τι δεν θέλετε, γνωρίζετε τι θέλετε και πότε το θέλετε. Είστε ελεύθεροι να αλλάξετε τη ζωή σας και να της δώσετε τη μορφή που πραγματικά επιθυμείτε. Δεν φοβάστε να ζητήσετε αυτό που έχετε ανάγκη, δεν φοβάστε να πείτε ναι ή να πείτε όχι.

Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως την αγωνία της κρίσης των άλλων. Δεν προσαρμόζετε πια τη συμπεριφορά σας σύμφωνα με το τι πιθανόν να πιστεύουν οι άλλοι για σας. Δεν αισθάνεστε πια υπεύθυνοι για τις γνώμες των άλλων. Δεν νιώθετε την ανάγκη να ελέγξετε κανέναν, ούτε κανείς ελέγχει εσάς.

Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως να κρίνετε τους ανθρώπους γύρω σας. Μπορείτε εύκολα να συγχωρήσετε και να ξεχάσετε τις κρίσεις που κάνατε στο παρελθόν. Δεν αισθάνεστε πια την ανάγκη να έχετε δίκιο, ούτε την ανάγκη να αποδεικνύετε ότι οι άλλοι κάνουν λάθος. Σέβεστε τον εαυτό σας και τους άλλους και, σε αντάλλαγμα, σας σέβονται κι εκείνοι.

Φανταστείτε ότι ζείτε αγαπώντας ακόμα κι όταν δεν σας αγαπούν. Δεν σας τρομάζει πια η απόρριψη και δεν νιώθετε την ανάγκη της αποδοχής. Μπορείτε να πείτε «σ’ αγαπώ» χωρίς ντροπή και χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος. Μπορείτε να προχωρήσετε μπροστά με την καρδιά ορθάνοιχτη, δίχως να φοβάστε μήπως πληγωθείτε.

Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να διακινδυνεύσετε ή να εξερευνήσετε τη ζωή. Δεν έχετε την αγωνία της απώλειας. Δεν φοβάστε να ζείτε μέσα στον κόσμο και δεν φοβάστε να πεθάνετε. Φανταστείτε ότι αγαπάτε τον εαυτό σας ακριβώς όπως είναι. Αγαπάτε το σώμα σας ακριβώς όπως είναι και το ίδιο αγαπάτε και τα συναισθήματά σας. Ξέρετε ότι είστε τέλειος/α ακριβώς όπως είστε.

Έχουμε αναμνήσεις από πολύ παλιά, από μια εποχή που υπήρξαμε ελεύθεροι και που απολαμβάναμε την ελευθερία μας, αλλά έχουμε ποια ξεχάσει τι σημαίνει στ’ αλήθεια ελευθερία. Ας πάρουμε ένα παιδί δύο, τριών ή και τεσσάρων ετών – να ένας ελεύθερος άνθρωπος. Γιατί είναι ελεύθερος αυτός ο άνθρωπος; Επειδή εξακολουθεί να κάνει αυτό που επιθυμεί.

Το παιδί είναι ενα άγριο πλάσμα – ένα λουλούδι, ένα δέντρο ή ένα ζώο που δεν έχει ακόμα εξημερωθεί! Κι αν παρατηρήσουμε ανθρώπους ηλικίας δύο χρόνων, θα προσέξουμε ότι τις περισσότερες φορές αυτοί οι άνθρωποι διασκεδάζουν κι έχουν ένα φωτεινό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη. Εξερευνούν τον κόσμο. Δεν φοβούνται να παίξουν. Φοβούνται όταν πονούν, όταν πεινάνε, όταν κάποιες ανάγκες τους μένουν ανικανοποίητες, αλλά δεν ανησυχούν για το παρελθόν, δεν ενδιαφέρονται για το μέλλον – ζουν μονάχα στην παρούσα στιγμή.

Τα πολύ μικρά παιδιά, δεν διστάζουν να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Διαπνέονται από τόση αγάπη, ώστε όταν την αντιληφθούν γύρω τους, αφήνονται απόλυτα σε αυτήν. Δεν φοβούνται ούτε για μια στιγμή να αγαπήσουν.

Αυτή είναι η περιγραφή ενός φυσιολογικού ανθρώπινου όντος. Όταν είμαστε παιδιά, δεν φοβόμαστε το μέλλον ούτε ντρεπόμαστε για το παρελθόν. Η φυσιολογική ανθρώπινη τάση είναι η ευχαρίστηση, το παιχνίδι, η εξερεύνηση, η ευτυχία και η αγάπη

Νέα επιστημονική θεωρία: υπάρχει ένας καθρέφτης του δικού μας κόσμου, όπου ο χρόνος κυλάει προς τα πίσω

Γιατί ο χρόνος να πηγαίνει μόνο προς μία κατεύθυνση; Και γιατί είναι το μέλλον τόσο διαφορετικό από το παρελθόν; Φαίνονται προφανείς ερωτήσεις, αλλά έχουν απασχολήσει τους επιστήμονες για πάνω από έναν αιώνα. Μια νέα θεωρία υποδεικνύει μια απάντηση – ότι ο χρόνος δεν τρέχει μόνο με έναν τρόπο, αλλά ότι υπάρχει ένας άλλος κόσμος, ένας καθρέφτης του δικού μας κόσμου (mirror universe), όπου ο χρόνος τρέχει προς τα πίσω.

Ένα πείραμα, στο οποίο αναδημιουργείται η αρχή του σύμπαντος, μας δείχνει ότι, τη στιγμή που συνέβη το Big Bang, δημιουργήθηκε ένα άλλο σύμπαν- είδωλο μας, με το «βέλος του χρόνου», να τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Σε άρθρο του βρετανικού Independent τονίζεται ότι το πείραμα λύνει ένα βασικό πρόβλημα στη θεωρητική φυσική: ότι όλα αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως της σχετικότητας και της βαρύτητας, λειτουργούν το ίδιο καλά, αν ο χρόνος κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Και συνήθως, όταν οι επιστήμονες προσομοιώνουν την αρχή του σύμπαντος μας, είναι στην ευχάριστη θέση να παρατηρούν το χρόνο να τρέχει προς τα εμπρός, αλλά και προς τα πίσω.

Η τρέχουσα θεωρία προτείνει ότι η εντροπία – η δύναμη του σύμπαντος, που μας δείχνει ότι το σύμπαν πηγαίνει προς την αταξία με την πάροδο του χρόνου – οδηγεί επίσης το χρόνο προς τα εμπρός. Δεδομένου ότι το σύμπαν ξεκίνησε από την τάξη και πηγαίνει προς την αταξία και την αποδιοργάνωση, το ίδιο κάνει και ο χρόνος. Αυτό εξαρτάται από μια παραδοχή, ότι το σύμπαν ήταν εξαιρετικά οργανωμένο και σε τάξη στην αρχή του. Και ενώ αυτή είναι η θεωρία βάση της οποίας εργάζονται πολλοί επιστήμονες, είναι αδύνατο να αποδειχθεί.

Όπως γράφουν και οι Julian Barbour, Tim Koslowski και Flavio Mercati στα Physical Review Letters, η νέα θεωρία προτείνει ότι ο χρόνος δεν ρέει σε μία μόνο κατεύθυνση και αυτό θα μπορούσε να διευθετήσει το πρόβλημα εντελώς. Όταν ξεκίνησε το σύμπαν, αυτό δημιούργησε ένα άλλο, εκεί που ο χρόνος ρέει προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Με απλά λόγια υποστηρίζουν, ότι οι άνθρωποι πιστεύουν ότι ο χρόνος κινείται προς μία κατεύθυνση, διότι μπορούν να δουν μόνο το μισό του σύμπαντος.

Μια νέα θεωρία για τα άστρα νετρονίων υποστηρίζει το κυβικό σχήμα

Η φύση της εξαιρετικά συμπιεσμένης ύλης που φτιάχνει τα αστέρια νετρονίων είναι το αντικείμενο πολλών υποθέσεων. Για παράδειγμα, υπάρχει η άποψη ότι κάτω από την ακραία βαρυτική συμπίεση τα νετρόνια μπορεί να καταρρεύσουν σε ύλη από κουάρκ και μάλιστα από παράξενα (strange) κουάρκ – γεγονός που υποδηλώνει ότι θα πρέπει να αρχίσετε να ονομάζεται ένα ιδιαίτερα μεγάλο αστέρι νετρονίων, παράξενο άστρο.
 
Η μοντελοποίηση της κβαντικής κυματοσυνάρτησης των νετρονίων μέσα στα υπερβολικά πυκνά άστρα δείχνει ότι τα νετρόνια δεν έχουν ένα σφαιρικό σχήμα αλλά μάλλον ένα κυβικό σχήμα.
 
Η τρέχουσα δημοφιλή αναλογία για να περιγράψει την πυκνότητα της ύλης μέσα σε ένα αστέρι νετρονίων είναι ότι αυτή μοιάζει σαν να πετύχαμε τη συμπίεση ολόκληρου του ανθρώπινου πληθυσμού σε έναν κύβο ζάχαρης

Ωστόσο, ένα εναλλακτικό μοντέλο δείχνει ότι μέσα σε μεγάλα άστρα νετρονίων – αντί τα νετρόνια να καταρρέουν σε πιο θεμελιώδη σωματίδια, θα μπορούσαν απλά να ‘πακετάρονται’ ακόμα πιο στενά μαζί, υιοθετώντας αντί για το κυκλικό σχήμα, ένα πιο κυβικό σχήμα. Αυτό το σχήμα μπορεί να επιτρέψει στα κυβικά νετρόνια να είναι ‘πακεταρισμένα’ στο, περίπου, 75% του όγκου που θα ήθελε ένα σφαιρικό νετρόνιο.
 
Η μερική επανεξέταση της εσωτερικής δομής των άστρων νετρονίων οφείλεται στην ανακάλυψη το 2010 ότι το αστέρι νετρονίων PSR J1614-2230, έχει μάζα περίπου δύο ηλιακές μάζες – η οποία είναι μεγάλη για ένα αστέρι νετρονίων, που έχει πιθανώς διάμετρο μικρότερη από τα 20 χιλιόμετρα.
 
Το αντικείμενο PSR J1614-2230, που περιγράφεται από μερικούς ως «υπερβαρύ« αστέρι νετρονίων, μπορεί να φαίνεται σαν ένα ιδανικό υποψήφιο άστρο από κουάρκ – ή από κάποια άλλη εξωτική μεταμόρφωση – που προκύπτει από την ακραία συμπίεση του υλικού του αστέρα νετρονίων. Ωστόσο, οι υπολογισμοί δείχνουν ότι με μια τόσο σημαντική αναδιάταξη της ύλης θα συρρικνωθεί ο όγκος του άστρου σε λιγότερο από την ακτίνα Schwarzschild για δύο ηλιακές μάζες – πράγμα που σημαίνει ότι το PSR J1614-2230 θα πρέπει να σχηματίσει αμέσως μια μαύρη τρύπα, που όμως δεν έχει παρατηρήσει κανείς.
 
Το PSR J1614-2230 βρίσκεται όμως εκεί και όλοι το έχουν αναγνωρίσει ότι είναι ένα υπέρβαρο άστρο νετρονίων, το οποίο αποτελείται όχι από εξωτική ύλη αλλά από νετρόνια, καθώς και ένα επιφανειακό στρώμα της πιο συμβατικής ατομικής ύλης.
 
Παρ ‘όλα αυτά, οι αστρικές μαύρες τρύπες μπορούν και να σχηματίζονται από τα αστέρια νετρονίων. Για παράδειγμα, αν ένα αστέρι νετρονίων σε ένα δυαδικό σύστημα συνεχίζει να προσελκύει μάζα από το γειτονικό του άστρο, θα φτάσει τελικά στο όριο Tolman-Oppenheimer-Volkoff. Το τελευταίο είναι το απόλυτο όριο μάζας για τα αστέρια νετρονίων – παρόμοια με το όριο Chandrasekhar για τους λευκούς νάνους αστέρια. Ξέρουμε πως μόλις ένας λευκός νάνος φτάσει το όριο Chandrasekhar – κάπου 1,4 ηλιακές μάζες – πυροδοτείται μια υπερκαινοφανής έκρηξη και μετασχηματίζεται σε ένα σουπερνόβα τύπου 1a. Μόλις, ένα αστέρι νετρονίων φτάνει το όριο μάζας Tolman-Oppenheimer-Volkoff, μετατρέπεται σε μια μαύρη τρύπα.
 
Λόγω της περιορισμένης κατανόησης της φυσικής των άστρων νετρονίων, κανένας δεν είναι εντελώς βέβαιος ποιό είναι το όριο μάζας των Tolman-Oppenheimer-Volkoff, αλλά πιστεύεται ότι βρίσκεται κάπου μεταξύ 1,5 έως 3,0 ηλιακές μάζες.
 
Έτσι, το εξαιρετικά βαρύ αντικείμενο PSR J1614-2230 φαίνεται πιθανό να είναι κοντά σε αυτό το όριο μάζας των άστρων νετρονίων, αν και εξακολουθεί να αποτελείται από νετρόνια κι όχι από παράξενα κουάρκ. Αλλά πρέπει να υπάρχει κάποια μέθοδος με την οποία η μάζα ενός άστρου νετρονίων μπορεί να συμπιεστεί σε ένα μικρότερο όγκο, σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα μπορούσε ποτέ να σχηματιστεί μαύρη τρύπα από άστρο νετρονίων. Έτσι, πρέπει να υπάρχει κάποια ενδιάμεση κατάσταση σύμφωνα με την οποία τα νετρόνια σε ένα αστέρι νετρονίων σταδιακά συμπιέζονται σε ένα μικρότερο όγκο, έως ότου επιτευχθεί η ακτίνα Schwarzschild για τη μάζα που έχει .
 
Οι Llanes-Estrada και Navarro προτείνουν ότι αυτό το πρόβλημα θα μπορούσε να λυθεί αν, κάτω από ακραίες βαρυτικές πιέσεις, η γεωμετρία των νετρονίων δεν είναι σφαιρική, αλλά παραμορφώνεται σε ένα μικρότερο κυβικό σχήμα  προκειμένου να επιτρέψει την πιο σφικτή ‘συσκευασία’, αν και τα σωματίδια παραμένουν νετρόνια.
 
Σαφώς με το κυβικό σχήμα το νετρόνιο καταλαμβάνει λιγότερο χώρο
 
Έτσι, αν αποδειχθεί μετά από όλα αυτά ότι το σύμπαν δεν περιέχει παράξενο αστέρια, το αστέρια με τα κυβικά νετρόνια θα εξακολουθούν να είναι ευχάριστα ασυνήθιστα.

Αστρονόμοι καταγράφουν την «εξαφάνιση» ενός αστέρα από την παραμόρφωση του χώρου

Επιστήμονες από το Ολλανδικό Ινστιτούτο Ραδιοαστρονομίας παρακολούθησαν για μια πενταετία τη σταδιακή «εξαφάνιση» ενός αστέρα νετρονίων, μετρώντας έτσι με ακρίβεια τόσο τη μάζα όσο την αιτία της «εξαφάνισής» του – τη στρέβλωση του χώρου, λόγω του ισχυρού βαρυτικού πεδίου που αργά αλλά σταθερά μετέβαλλε την περιστροφή του.
 
Γνωστοί και ως πάλσαρ, οι περιστρεφόμενοι αστέρες νετρονίων συχνά αναφέρονται σαν «φάροι του διαστήματος», επειδή εκπέμπουν ραδιοκύματα που, όταν φτάνουν στη Γη, γίνονται αντιληπτά σαν παλμοί ακτινοβολίας.
 
Η ιδιαιτερότητα του πάλσαρ που μελέτησαν οι Ολλανδοί αστρονόμοι είναι πως ανήκει σε ένα διπλό σύστημα, το J1906, αλληλεπιδρώντας με έναν δεύτερο αστέρα νετρονίων που βρίσκεται σε μικρή απόσταση. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται ένα ισχυρό βαρυτικό πεδίο το οποίο, όπως προβλέπει η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, στρεβλώνει τον χώρο και επομένως μεταβάλλει τον άξονα περιστροφής του πάλσαρ.
 
Το φαινόμενο ονομάζεται γεωδαιτική μετάπτωση και κάνει τον άξονα περιστροφής του πάλσαρ να ταλαντώνεται, όπως περίπου συμβαίνει σε μία περιστρεφόμενη σβούρα. Με τον ίδιο τρόπο αλλάζουν όμως σταδιακά διεύθυνση και οι εκπεμπόμενοι παλμοί, με συνέπεια αν και πριν από πέντε χρόνια έφταναν τον πλανήτη μας, σήμερα η πορεία τους να μην «συναντά» τη Γη. Κάτι που σημαίνει πως αυτή τη στιγμή ο πάλσαρ έχει «εξαφανισθεί» από τα επίγεια ραδιοτηλεσκόπια.
 
Η μελέτη των Ολλανδών επιστημόνων δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The Astrophysical Journal, . Αναλύοντας τα δεδομένα της τελευταίας πενταετίας για την κίνηση του πάλσαρ, μπόρεσαν όχι μόνο να μετρήσουν τη μάζα του, αλλά και να εκτιμήσουν την επίδραση της βαρυτικής παραμόρφωσης του χώρου. Έτσι, βρήκαν πως ο άξονας μετατοπίζεται 2 μοίρες ανά έτος, υπολογίζοντας μάλιστα  πως ο αστέρας νετρονίων θα ξαναγίνει «ορατός» από τη Γη το 2170.
 
Η ανακάλυψη του J1906 έγινε τυχαία, από αναλύσεις δεδομένων από το Τηλεσκόπιο Arecibo, στο Πουέρτο Ρίκο. «Ήταν πραγματική αποκάλυψη, αφού η συγκεκριμένη περιοχή είχε ερευνηθεί αρκετές φορές στο παρελθόν», είπε στο συνέδριο ο Γιούρι βαν Λιούβεν, επικεφαλής της έρευνας του Ολλανδικού Ινστιτούτο Ραδιοαστρονομίας.
 
Οι επιστήμονες γρήγορα διαπίστωσαν πως το J1906 ήταν ένα διπλό σύστημα αστέρων νετρονίων – δηλαδή «αστρικών πτωμάτων» με απίστευτη πυκνότητα, αφού έχουν μάζα όση και ο Ήλιος, αλλά διάμετρο μόλις 16 χιλιόμετρα.
 
Κάθε αστέρας ολοκληρώνει μια περιφορά γύρω από τον συνοδό του σε μόλις τέσσερις ώρες, ενώ ο πάλσαρ περιστρέφεται σε συχνότητα επτά φορές το δευτερόλεπτο. Παράλληλα, η μεταξύ τους απόσταση είναι αρκετά μικρή, μόλις όσο η διάμετρος του Ήλιου. Έτσι, οι επιστήμονες προέβλεψαν πως η επίδραση της βαρύτητας στον χώρο θα ήταν αρκετά έντονη, κάτι που επαλήθευσαν στη συνέχεια οι μετρήσεις τους.

Τεράστια κύματα λάβας σαρώνουν τον δορυφόρο Ιώ του Δία

Αμερικανοί αστρονόμοι για πρώτη φορά παρατήρησαν δύο τεράστια κύματα λάβας, το καθένα μεγάλο όσο η Ουαλία, να σαρώνουν από αντίθετες κατευθύνσεις τον μεγάλο ενεργό ηφαιστειακό κρατήρα Λόκι Πατέρα του δορυφόρου Ιώ του Δία. Η Ιώ είναι το πιο ηφαιστειακά ενεργό σώμα του ηλιακού μας συστήματος. Ο κρατήρας Λόκι Πατέρα, διαμέτρου 200 χιλιομέτρων, είναι ουσιαστικά μια λίμνη λιωμένης λάβας, η οποία κατά περιόδους σαρώνεται από καυτά κύματα.
 
Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια-Μπέρκλεϊ και του Εργαστηρίου Αεριοπροώθησης (JPL) της NASA, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature», χρησιμοποίησαν το τηλεσκόπιο Large Binocular Telescope της Αριζόνα για να τραβήξουν υπέρυθρες φωτογραφίες, που αποκαλύπτουν τις διαφορές θερμοκρασίας στην επιφάνεια του δρουφόρου (από μείον τρεις βαθμούς σε 56 βαθμούς Κελσίου), καθώς επεκτείνονται σταδιακά τα κύματα της λάβας.
 
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, τα κύματα προχωρούσαν με ταχύτητα ενός έως δύο χιλιομέτρων τη μέρα. Δημιουργούνται όταν η λάβα στην επιφάνεια της λίμνης ψύχεται, στερεοποιείται και βυθίζεται, προκαλώντας έτσι κύματα λιωμένου μάγματος να εξαπλώνονται στην επιφάνεια της λίμνης. Αυτή η διαδικασία διαρκεί για μήνες, έπειτα σταματά και ξαναρχίζει μετά από περίπου 18 μήνες. Αυτός ο μηχανισμός εξηγεί και την περιοδική αυξομείωση της φωτεινότητας της λίμνης Λόκι Πατέρα.
 
Οι επιστήμονες σχεδιάζουν να μελετήσουν περαιτέρω την ηφαιστειακή δραστηριότητα στην Ιώ, που είναι το τέταρτο μεγαλύτερο από τα 67 φεγγάρια του Δία (λίγο μεγαλύτερη από τη Σελήνη). Διαθέτει το πιο ισχυρό ηφαίστειο, αλλά και το λιγότερο νερό στο ηλιακό μας σύστημα. Εκτιμάται ότι τα νέφη θείου και διοξειδίου του θείου λόγω της ηφαιστειακής δραστηριότητάς της εκτοξεύονται στο διάστημα σε ύψος σχεδόν 500 χιλιομέτρων.

Επιβλητικό ξύλινο γλυπτό σκαλισμένο σε έναν ενιαίο κορμό!

Ένα γιγάντιο ξύλινο γλυπτό ενός λιονταριού στέκεται περήφανα σε μια πλατεία της Κίνας και όλη η διαδικασία της κατασκευής του το καθιστά ακόμα πιο θεαματικό. Το Oriental Lion, όπως έχει ονομαστεί, σκαλίστηκε πάνω σε έναν ενιαίο κορμό δέντρου και ολοκληρώθηκε σε διάστημα 3 ετών.

Ο Κινέζος αρχιτέκτονας Dengding Rui Yao, που πλαισιώθηκε από περισσότερους από 20 ανθρώπους, ξεκίνησε το έργο στη Μιανμάρ και το ολοκλήρωσε το 2015. Το γλυπτό μεταφέρθηκε στην πλατεία Wuhan Fortune Plaza Times Square. Έχει μήκος 17 μέτρα, ύψος 5,5 μέτρα και πλάτος 4 μ. και έχει προκαλέσει το θαυμασμό όλων.

Τα λιοντάρια διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην παραδοσιακή κινεζική κουλτούρα, αφού θεωρούνται προστάτες των κατοικιών και των ανθρώπων γενικότερα, ενώ διώχνουν τα κακά πνεύματα, γεγονός που δικαιολογεί την τοποθέτησή τους στις πύλες των αυτοκρατορικών παλατιών ενώ σήμερα τα βλέπουμε έξω από ξενοδοχεία και εστιατόρια.

Περί ευσεβείας

ΣTH ΣYZHTHΣH περί ευσεβείας ανάμεσα στον Σωκράτη-Πλάτωνα και στον μάντη Ευθύφρονα η θυσία ορίζεται ως προσφορά δώρων στους θεούς (το θύειν δωρείσθαι εστί τοις θεοίς), ενώ η προσευχή που κατά κανόνα τη συνοδεύει ως αίτημα για κάποιο αντάλλαγμα.

Η πρακτική της θυσίας εντάσσεται λοιπόν σ’ αυτό που θα οριστεί παρακάτω ως τέχνη εμπορική από τον Σωκράτη. Για τους αρχαίους Έλληνες οι θεοί είναι οι κατ’ εξοχήν δωρητές (δωτήρες εάων) και ο τρόπος να εξασφαλίσει κανείς την εύνοιά τους είναι να δεχτεί αυτό το είδος αμοιβαιότητας που η προσευχή θεμελιώνει άλλοτε στη μελλοντική προσδοκία (do ut des, «δίνω, για να μου δώσεις» ή da ut dem, «δώσε, για να σου δώσω»), άλλοτε στο παρελθόν μιας ιδρυμένης σχέσης (da quia dedisti, «δώσε, γιατί έχεις ξαναδώσει» ή da quia dedi, «δώσε, γιατί σου έχω δώσει»).

Είναι φανερό ότι μόνο αυθαίρετα μπορούμε να απομονώσουμε μία από τις εκφάνσεις της σχέσης αμοιβαιότητας μεταξύ θεών και θνητών που περιέγραψα. Αναθήματα, αναίμακτες προσφορές, απαρχές της σοδειάς καθώς και ύμνοι προς τιμήν των θεών φαίνεται συχνά να τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο από την αρχαία Ελληνική γλώσσα.

Έτσι, το ρήμα θύειν, μολονότι αρχικά συνδέεται με τις έμπυρες προσφορές, όπως η αιματηρή θυσία, χρησιμοποιείται και για αναίμακτες μέσω κατάθεσης προσφορές. Εξάλλου, τόσο τα θύματα όσο και τα αναθήματα προσφέρονται ως αγάλματα, αντικείμενα που έχουν σκοπό να τέρψουν.

Τα δέντρα κρύβουν χρυσό!

Συχνά μικροί ακούγαμε την φράση «το χρυσάφι δε φυτρώνει στα δέντρα». Την έκφραση αυτή έρχεται να διαψεύσει περίτρανα μία νέα έρευνα από την Αυστραλία, που αποδεικνύει ότι τα φύλλα των ευκαλύπτων κρύβουν μέσα τους πραγματικό χρυσάφι.

Όπως εξηγούν οι Αυστραλοί επιστήμονες με επικεφαλής τον Μέλβιν Λίντερ από το πρακτορείο Επιστημών της Γης και Αξιολόγησης Πηγών CSIRO, οι ρίζες των ευκαλύπτων μπορεί να ψάχνουν σε βάθος μεγαλύτερο από 40 μέτρα αναζητώντας νερό.

Στα πλαίσια της έρευνας, οι επιστήμονες συνέκριναν τα φύλλα ευκαλύπτου σε περιοχές κοντά σε ορυχεία χρυσού στη Δυτική Αυστραλία με φύλλα από δέντρα 800 μέτρα μακριά. Μεγάλωσαν και ευκαλύπτους σε θερμοκήπια με χώμα δόση με σωματίδια χρυσού, καθώς και σε κανονικό χώμα, χωρίς χρυσό.

Αυτό που ανακάλυψαν είναι ότι τα φύλλα των δέντρων αποθηκεύουν σωματίδια χρυσού μεγέθους περίπου οκτώ μικρομέτρων και όπως εικάζουν οι επιστήμονες τα σωματίδια αυτά προέρχονται από μεγάλα βάθη κάτω από το έδαφος, εκεί που βρίσκεται το ριζικό σύστημα των δέντρων.

Ωστόσο, οι ερευνητές εξηγούν ότι ο χρυσός είναι πιθανώς τοξικά για τα φυτά και έτσι τον στέλνουν προς τα άκρα τους (τα φύλλα), ή σε προνομιακές ζώνες εντός των κυττάρων τους, προκειμένου να μειωθεί η δηλητηριώδης βιοχημική αντίδραση του.

Με το χρυσό να κοστίζει περισσότερο από 42.000 δολάρια το κιλό, είναι φυσικό οι χρυσοθήρες να θέλουν να ερευνήσουν αυτά τα ευρήματα στα δέντρα ευκαλύπτου, ειδικά όταν οι ανακαλύψεις χρυσού έχουν μειωθεί περίπου 45% κατά την τελευταία δεκαετία.

Ωστόσο μην αρχίσετε να γεμίζετε με φύλλα ευκαλύπτου το πορτοφόλι σας, αφού η μέση συγκέντρωση του χρυσού στα φύλλα είναι λιγότερο από 0,000005% του βάρους κάθε φύλλου.

Για επίδοξους χρυσοθήρες, ωστόσο, οι ευκάλυπτοι θα μπορούσαν να προσφέρουν οικονομικές και οικολογικές μεθόδους για τον εντοπισμό κοιτασμάτων χρυσού, ειδικά των μικρών κοιτασμάτων που τα συστήματα ευρείας γεώτρησης μπορεί να παραβλέπουν.

«Η έρευνα επισημαίνει ότι οι ευκάλυπτοι θα μπορούσαν να αποκαλύψουν μυστικά κοιτάσματα που κρύβονται υπόγεια» συμπεραίνουν οι ερευνητές.

Τι σημαίνει να είσαι Έλληνας

Ένα βίντεο με τον τίτλο “To be Greek” κάνει το γύρο του διαδικτύου και τονώνει το ηθικό των Ελλήνων όπου κι αν βρίσκονται.

Παιδιά μεταναστών που γεννήθηκαν και ζουν στο Σικάγο, δημιούργησαν το βίντεο «What it means to be greek» που σημαίνει «Τι σημαίνει να είσαι Έλληνας» στο οποίο πρωταγωνιστούν εννέα Έλληνες που μοιράζονται μπροστά στην κάμερα τη σημασία του να διαθέτει κανείς ελληνικά γονίδια.

Το βίντεο γυρίστηκε με αφορμή την εκδήλωση «Coming Together In Skokie: A Celebration of Greek Culture 2013», μια γιορτή που είναι αφιερωμένη στον Ελληνικό πολιτισμό. Το Σκόκι είναι ένα προάστιο του Σικάγο με 60.000 κατοίκους.


Πλάτων: Τι είναι η θεωρία των ιδεών;

Π Λ Α Τ Ω Ν: 427–347 π.Χ

Οι Ιδέες συνυφαίνονται με την ύπαρξή μας

Όποιος θέλει να καταλάβει όλο το βάθος και πλάτος της πλατωνικής αντίληψης για τις ιδέες, χρειάζεται να έχει κατά νου τα παρακάτω λόγια του ίδιου του Πλάτωνα:

«όσοι δεν είναι πραγματικά φιλόσοφοι … έχουν μόνο ένα πασάλειμμα από αμφίβολες γνώσεις … και πείθουν τον εαυτό τους ότι δεν τους λείπει πια το παραμικρό… Όμως η [φιλοσοφική] γνώση της ουσίας του πράγματος … δεν μπορεί να διατυπωθεί με το λόγο, όπως άλλες γνώσεις, αλλά, μετά από μακρόχρονη κοινή αναζήτησή της και αδιάκοπη ενασχόληση με αυτή, γεννιέται στην ψυχή ξαφνικά, σαν το φως που ανάβει από μια σπίθα, και ύστερα τρέφεται μόνη της» (Επιστολή Ζ΄ 340d-341c).

Ετούτα τα λόγια συνοψίζουν τον εσωτερικό και εν ταυτώ τον διαλεκτικό χαρακτήρα της πλατωνικής φιλοσοφίας, με τον οποίο συνυφαίνεται η θεωρία των ιδεών. Η τελευταία λοιπόν συνδυάζει, ως γνωσιοντολογική προϋπόθεση για την ευδοκίμησή της, τη διαλεκτική διερεύνηση της εσωτερικής ουσίας κατ’ αντιστοιχία με την εσωτερικότητα, δηλαδή τη διαλεκτική τακτοποίηση, του φιλοσοφικού βίου του ανθρώπου, της ανθρώπινης ψυχής. 

Ποια σημασία έχει, για τον Πλάτωνα, η θεωρία των ιδεών; Αποτελεί την ακατάλυτη δύναμη της φιλοσοφίας του και ένα από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά της διαλεκτικής εκδίπλωσης αυτής της φιλοσοφίας. Αυτή η θεωρία καθιστά δυνατή τη διάκριση ανάμεσα στον κόσμο του γίγνεσθαι και στον κόσμο του Είναι. Τι είναι ο κόσμος του Είναι; Είναι αυτός που ιδιάζει στη νόηση και είναι αιώνιος και αμετάβλητος. Από την άλλη πλευρά, ο κόσμος του γίγνεσθαι βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή και είναι προσιτός στην αίσθηση. Η θεωρία των ιδεών δεν απορρίπτει τον ένα κόσμο για χάρη του άλλου, αλλά υπερβαίνει τον έναν, διέρχεται δηλαδή μέσα από τον κόσμο του γίγνεσθαι για να προχωρήσει πέρα απ’ αυτόν, προς το αληθές αυτό καθεαυτό, προ της ιδέα την αναλλοίωτη των πραγμάτων. Με εγελιανή ορολογία, η εν λόγω θεωρία πραγματοποιεί τη διαλεκτική πεπερασμένου και απείρου.

Τι είναι οι ιδέες; Με το όρο ιδέα ή, πράγμα που είναι το ίδιο, είδος, ο Πλάτων εννοεί την εννοιολογική, ιδεατή εικόνα του όντος ή των όντων και όχι κάποια εξωτερική όψη τους, κάποιον ιδιαίτερο τύπο ή μορφή τους που μας παρέχουν οι αισθήσεις. Οι ιδέες είναι: 1. Εν επί πολλών· 2. το ο εστιν [=αυτό που υπάρχει]· 3. είναι νοητές και όχι ορατές. Δεν είναι αριθμητικές ενότητες, όπως υποστηρίζει ο Αριστοτέλης. Αυτές είναι τα καθόλου, οι γενικές ουσίες, ενώ τα αισθητά πράγματα είναι αριθμητικά πολλά. Κάθε ιδέα είναι μία και η αυτή για τα πολλά πράγματα ή για τις πολλές υπαρκτικές τους ιδιότητες, καταστάσεις, εκδηλώσεις. Π.χ. μια είναι η ιδέα του μεγέθους στα πολλά πράγματα ή η ιδέα της δικαιοσύνης στα πολλά κράτη ή η ιδέα του ωραίου, του αγαθού κ.λπ. Με άλλα λόγια: οι ιδέες είναι τὸ ὃ ἐστίν, ὃ τυγχάνει ἓκαστον ὂν [=οι ιδέες είναι αυτό που υπάρχει, αυτό που συμβαίνει να είναι το κάθε ον].

Το ρήμα ἐστίν εδώ έχει υπαρκτική σημασία. Δηλαδή οι ιδέες υπάρχουν, όπως υπάρχουν τα αισθητά πράγματα. Υπάρχει ωστόσο διαφορά ανάμεσα στο οντολογικό status των ιδεών και στο κατ’ αίσθηση των πραγμάτων ή των όντων. Οι ιδέες είναι το ἀεὶ ὂν, ἀθάνατον και ὡσαύτως ἔχον [=αυτό που πάντοτε υπάρχει, που είναι αθάνατο, που βρίσκεται πάντοτε στην ίδια κατάσταση]. Δεν υπόκεινται σε γένεση και φθορά όπως το αισθητό ή τα αισθητά. Είναι ενυπόστατες και αμέριστες, δηλαδή ατεμάχιστες ουσίες, που συγκροτούν έναν ενιαίο νοητό κόσμο και έχουν μια αυτοτελή ύπαρξη: κατοικούν εκεί στον καθαρό, τον ακήρατο υπερουράνιο τόπο (Φαίδρος 247c). Προς αυτόν τον τόπο οφείλει να ανεβαίνει η ψυχή, που είναι το αθάνατο στοιχείο του ανθρώπου σε αντίθεση με το σώμα, το υλικό και φθαρτό του στοιχείο (.ο.π.). Αυτός ο ακήρατος λειμώνας των ιδεών, ο νοητός κόσμος, αποτελεί το αρχέτυπο του αισθητού κόσμου. Ταυτόχρονα είναι ο ζωντανός λόγος/η αιτία του τελευταίου.

Ο κόσμος των ιδεών αποτελεί για τον άνθρωπο το καθεαυτό και διεαυτό του Είναι, την ολότητα της ύπαρξής του. Απ’ αυτή την άποψη, όταν ο άνθρωπος συσχετίζεται με τις ιδέες και αποβλέπει προς τον υπερουράνιο τόπο του ωραίου και του αγαθού, ουσιωδώς τείνει να ανακτήσει ολόκληρο τον εαυτό του από τη συντριβή του μέσα στη σχάση του αισθητού κόσμου. Ο τελευταίος, ως χωριστή οντότητα, είναι το άλλο του ανθρώπου, το ετέρως-Είναι του, από το οποίο εκάστοτε καλείται να επιστρέψει εις εαυτόν. Πώς μπορεί να επιστρέψει; Δυνάμει της ύψιστης ιδέας, δηλαδή της Ιδέας που είναι η κινητήρια δύναμη, η ζωοοποιός αρχή της μιας ή της άλλης πολλότητας ομοειδών ή ομώνυμων αισθητών, τα οποία εν-οποιούνται υπό ένα όνομα. Π.χ. το όνομα τραπέζι υποδηλώνει πολλά ομοιειδή και ομώνυμα αντικείμενα ή πράγματα, τα οποία ονομάζονται τραπέζι/τραπέζια κατά το αρχέτυπο της Ιδέας: τραπέζι. Πέρα από τις υπερβολές ή τις στρεβλώσεις που έχει υποστεί η θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα από κακόβουλες ερμηνείες, ένα είναι η απτή αλήθεια: ο Πλάτων, σε γενικές γραμμές, πραγματώνει φιλοσοφικά αυτό που αποτελεί το αυτονόητο για κάθε νοήμονα άνθρωπο: πραγματώνει τον φιλοσοφικά καλλιεργημένο άνθρωπο, που αναγνωρίζει πως η ανθρώπινη ύπαρξη αποκτά νόημα όχι επειδή είναι ύπαρξη, γιατί και τα ζώα υπάρχουν, αλλά επειδή αποζητά την αθανασία της και την επιτυγχάνει, στο βαθμό που έχει ιδανικά, ρεαλιστικής υφής, και μάχεται να τα υλοποιήσει διά βίου. Π.χ. Συζητάμε για τον Πλάτωνα, επειδή πέρασε στην αθανασία η ύπαρξή του ως πραγματωμένη ολότητα ιδεών και όχι επειδή είχε στενό ή πλατύ στέρνο. Εδώ έγκειται και όλο το πλέγμα της απειρότητας του ανθρώπου.

Ευριπίδης: Τραγωδία και Διαλεκτική

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ: 484-406

Διαλεκτική εσωτερικής και εξωτερικής τραγωδίας του ανθρώπου

Ποιος είναι ο Ευριπίδης; Είναι ο δημιουργικός ποιητής, που παραγνωρίστηκε στην εποχή του, για να αρχίσει αμέσως μετά τον θάνατό του να τυχαίνει καθολικής αναγνώρισης. Συνέβη ό,τι συμβαίνει συνήθως με τα πρωτοπόρα και ρηξικέλευθα μυαλά. Σχεδόν ποτέ δεν αναγνωρίζονται εν ζωή καθ’ όλη τη λάμψη του έργου τους, διότι ο κοινός νους –ήτοι η κοινή γνώμη– κατευθυνόμενος από θεσμικές μετριότητες του εκάστοτε παρόντος, δεν επιτρέπει ή δεν ανέχεται αμφισβήτηση της κυρίαρχης συμβατικότητας. Ο Ευριπίδης έχει να επιδείξει ένα έργο, που ακούει με μεγάλη προσοχή την εποχή του: εισδύει στην επικαιρότητα, τη μεθερμηνεύει στοχαστικά και επιχειρεί να την αναζωογονήσει με μια ποιητική γλώσσα, κατ’ εξοχήν τραγική, ικανή να διαλύει τη μοιρολατρική αντιμετώπιση των πολλαπλών αδιεξόδων της εποχής του και να αίρεται δυναμικά πάνω από τα συντρίμμια. Όσο ζούσε και έγραφε στην Αθήνα, πολεμήθηκε σκληρά, μεταξύ των άλλων, και από τον Αριστοφάνη, που με τη σάτιρά του δεν διασκέδαζε μόνο το αθηναϊκό κοινό, αλλά συγχρόνως το εξοικείωνε και με παραστάσεις, εικόνες, ιδέες εχθρικές σε κάθε πρωτοποριακή σκέψη ή ιδέα. Θυμίζουμε ότι ο Αριστοφάνης, πρώτος και σε ανύποπτο ακόμα χρόνο, συκοφάντησε από σκηνής το Σωκράτη και προετοίμασε την κοινή γνώμη για τη μετέπειτα καταδίκη του σε θάνατο. Με χαιρέκακο τρόπο στάθηκε και απέναντι στον Ευριπίδη. Στα έργα του, για παράδειγμα, Αχαρνείς (425), Θεσμοφοριάζουσες (411), αλλά και στους Βατράχους, γραμμένο μετά τον θάνατο του Ευριπίδη, παρουσιάζει το μεγάλο τραγικό ποιητή ως έναν μοναχικό, αποτραβηγμένο από τον κόσμο, υπερόπτη διανοούμενο, που περνά όλη τη μέρα στο γραφείο του με ονειροπολήσεις και πνευματικές ενατενίσεις. Το αρνητικό εδώ είναι η διόγκωση ή απολυτοποίηση, με σατιρικό τρόπο, μιας υπαρκτής πραγματικότητας: η σκωπτική ανάγνωση της βιοθεωρίας και της αντίστοιχης πρακτικής ζωής του Ευριπίδη ως μιας ανατρεπτικής πραγματικότητας, με δήθεν ολέθρια αποτελέσματα για τον μέσο πάσχοντα πολίτη. Κατηγορήθηκε, στη συνάφεια τούτη, και ως κατασκευαστής, επί σκηνής, διαφωτιστικών μηνυμάτων, που διέδιδαν τις σοφιστικές ιδέες.

Την ισχύουσα σήμερα επιστημονική άποψη, που διαλύει κάθε πλάνη περί χειραγώγησης του ποιητή από τη σοφιστική κίνηση του καιρού του, τη συνοψίζει ουσιωδώς ο A. Lesky: 

«Ο Ευριπίδης δεν είναι ‘‘ο ποιητής του ελληνικού Διαφωτισμού’’, όπως τον ήθελε ο τίτλος του βιβλίου του W. Nestle: vom Mythos zum Logos, δεν ήταν με κανένα τρόπο ο ‘‘κήρυκας’’ ή το ‘‘φερέφωνο’’ της σοφιστικής βιοθεωρίας. Δεν την προσπέρασε όμως αδιάφορος. Ολόκληρο το έργο του μαρτυρεί τη βαθιά αναστάτωση που του δημιουργούσαν οι καινούριες ιδέες, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει μια εξαιρετικά ποικίλη αντιμετώπισή τους».

Ο ποιητής ήταν πράγματι ανοικτός στις νέες ιδέες της εποχής του, αλλά ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκε να υποτάξει τη δραματουργική του τέχνη στο έναν ή τον άλλο ιδεολογικό μηχανισμό του καιρού του ή σε υπαγορευμένες έξωθεν δέσμες ιδεών. Η αρχέγονη ιδέα της ποιητικής του δημιουργίας είναι μία και υπό το οδηγητικό νήμα αυτής της ιδέας μπορεί κανείς περαιτέρω να αντλήσει άλλες σημαντικές ιδέες που απηχεί το συνολικό του έργο. Η εν λόγω ιδέα είναι η τραγική ιδέα, η οποία εκφράζει το τραγικό πνεύμα της ζωής αυτής καθεαυτής και συνυφαίνεται με τον τραγικό τρόπο σκέψης του ίδιου του ποιητή για τα πράγματα της ζωής. Η κατανόηση αυτής της ιδέας είναι πάντοτε το ζητούμενο για μια αμερόληπτη, αντικειμενική ερμηνεία των δραμάτων του Ευριπίδη. Δεν μπορεί να εντοπιστεί, έτσι απλά, στο ένα ή άλλο χωρίο, που πιθανόν να εκφράζει καινοτόμες απόψεις, αλλά στο συμφραζόμενο/στα συμφραζόμενα των επί μέρους χωρίων. Τα συμφραζόμενα μπορούν να μεταβάλουν, λιγότερο ή περισσότερο, ή ακόμη και να ανατρέψουν ένα οποιοδήποτε νόημα του ενός ή του άλλου χωρίου. Η δομή των συμφραζομένων συνθέτει μια διαλεκτική πλοκή νοημάτων, αντιθέσεων, ιδεών και σίγουρα αντανακλά, υπό ποιητική μορφή, τις πνευματικές ζυμώσεις της Αθήνας και την πολυπλοκότητα των εκδηλώσεών τους.

Ο Ευριπίδης ήταν πραγματικά ένας στοχαστικός ποιητής, αφιερωμένος πλήρως στην θεατρική αναπαράσταση της τραγικής δράσης, που εμφιλοχωρεί μέσα στην ανθρώπινη φύση ως καταστρεπτικό, κατ’ αρχήν, στοιχείο. Δεν ενδιαφερόταν, σχεδόν καθόλου, για δημόσιες σχέσεις και για ενασχόληση με τη δημόσια ζωή ή με δημόσια αξιώματα. Είχε διακρίνει έγκαιρα το παράλογο σε συνδυασμό με την οντολογική ύπαρξη του ανθρώπου και γενικότερα του κόσμου, αλλά και του κοσμικού γίγνεσθαι. Διάβαζε πολύ –σημειωτέον: ήταν ένας από τους λίγους Αθηναίους με προσωπική βιβλιοθήκη– και προσπαθούσε, μέσα από το παρατηρητήριο ενός θετικά σκεπτικιστή ποιητή, να παραστήσει θεατρικά την πραγματικότητα, έτσι όπως ακριβώς εκτυλίσσεται με τους λογισμούς και παραλογισμούς της. Τη δική του εποχή χαρακτήριζε ένας κυριολεκτικά αχαλίνωτος παραλογισμός, με αποκορύφωμα τον Πελοποννησιακό πόλεμο, τον πιο φονικό εμφύλιο πόλεμο των Ελλήνων, και την προϊούσα κατάρρευση του πολιτικού και αξιακού συστήματος σύμπαντος του Ελληνισμού. Τούτο σημαίνει ότι το έργο του κινείται στο αστερισμό μιας τέτοιας επικαιρότητας και διαδραματίζεται ως μια διαλεκτική συνέχειας και ασυνέχειας. Έτσι βλέπουμε στις τραγωδίες του να παρελαύνουν ανθρώπινες καταστάσεις, οντολογικά τραγικές και υπό την προ-οπτική εμβίωσης του θρηνώδους, του φρικαλέου, γενικώς της συμφοράς ως μιας συνέχειας που ζητεί την υπέρβασή της, δηλαδή την ασυνέχεια. Π.χ. στις Ικέτιδες, ο πόλεμος παρουσιάζεται να γίνεται για τη συμμόρφωση με το ισχύον δίκαιο των Ελλήνων (στ. 526), ενώ συγχρόνως εκτίθεται ο φρικώδης χαρακτήρας του ως πολέμου, τονίζονται οι απαρηγόρητες συμφορές του, αποκαλύπτεται ο παραλογισμός του, όπως πιο αναλυτικά τον αισθητοποιεί επί σκηνής με τις Τρωάδες, αλλά και με τις δέουσες παραλλαγές στην Ελένη. Η προ-οπτική της ασυνέχειας τίθεται έτσι με ρητή αναγκαιότητα. Καθ’ όλη την εκδίπλωση της δραματικής δράσης, τα παθήματα των προσώπων, η ενσαρκωμένη τραγική ενέργεια δεν παριστάνεται ως αρνητικό στοιχείο του ενός ή του άλλου ανθρώπινου χαρακτήρα, αλλά ως στοιχείο σύμφυτο με την ανθρώπινη μοίρα· και τούτο νοούμενο όχι μοιρολατρικά, ως μη δυνάμενο να αποφευχθεί το ένα ή το άλλο πάθημα, αλλά ως σχετιζόμενο με τη μωρία του ανθρώπου ως τέτοιου. Επομένως, η διαλεκτική δραματουργία δεν έχει άλλο προ-ορισμό από το να δειχτεί, με τον πιο σαφή τρόπο, με την πιο τραγική αγνότητα, η εσώτερη τραγωδία των ανθρώπων και των πραγμάτων, με τις αντιδικίες, τις εναντιώσεις, τα φαινομενικά αδιέξοδα και με την αποκάλυψη του ήθους: «το ήθος είναι ο θεός για τον άνθρωπο» (Ηράκλειτος).

David Hume: Ανθρώπινη Φύση και Ηθική

Ντέιβιντ Χιουμ: 1711–1771

Πώς κουβεντιάζεται η ηθική;
                                                       
Το έργο του Χιουμ που συζητάμε εδώ αποτελεί το τρίτο βιβλίο της Πραγματείας του για την ανθρώπινη φύση. Τα άλλα δυο βιβλία είναι τα εξής: Ι. Περί της Νόησης και ΙΙ. Περί των Παθών. Το βιβλίο του περί Ηθικής θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά έργα της ηθικής φιλοσοφίας. Το εν λόγω κείμενο δεν είναι το μοναδικό έργο του Χιουμ για την ηθική φιλοσοφία. Υπάρχει και το μετέπειτα έργο του: Έρευνα για της αρχές της ηθικής. Ωστόσο το περί Ηθικής λογίζεται, στη διεθνή βιβλιογραφία, ως πιο μεστό φιλοσοφικού περιεχομένου σε σχέση με το τελευταίο. Η φιλοσοφική του μεστότητα και συναφώς η σπουδαιότητά του έγκειται στο ότι ο Χιουμ επιχειρεί να αντλήσει βασικές σκέψεις για τα θεμέλια της ηθικής από την ανάλυση της ανθρώπινης φύσης. Έτσι χωρεί πολύ πιο πέρα από στείρες ηθικολογικές ντιρεκτίβες πολλών άλλων έργων ηθικής φιλοσοφίας και κατορθώνει να συνδυάζει ηθικές έννοιες ή εννοιολογήσεις με τα συμφραζόμενα της πράξης. Απ’ αυτή την άποψη, στο συγκεκριμένο βιβλίο δεν θεωρητικολογεί αφηρημένα και ασύστολα, αλλά φιλοσοφεί συγκεκριμένα πάνω στην αναγκαιότητα συγκρότησης μιας φιλοσοφίας, που θα έχει λόγο στο και για το εκάστοτε παρόν της ανθρώπινης φύσης. Να γιατί οι διάφορες φιλοσοφικές αντιπαραθέσεις, από τότε έως σήμερα, γύρω από ορθολογικές ή κανονιστικές θεωρίες, γύρω από ηθικά κίνητρα ή το ρόλο των αισθήσεων και των αισθημάτων, δεν μπορούν να σταθούν ανταποδοτικές χωρίς τις πολλαπλές αναφορές στο εν λόγω έργο του Χιουμ και γενικότερα στη σκέψη του.

Πώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με μια πρόταση η αντίληψη του Χιουμ για την ηθική; Κανονιστική αντίληψη περί ηθικής. Στο πλαίσιο αυτού του κανονιστικού χαρακτήρα της ηθικής αναπτύσσεται και η θεωρία του για την ατομική ηθική, αλλά και για την αξία των ηθικών θεσμίσεων και των συναφών πολιτικών θεσμών. Κάθε μονοδιάστατα ορθολογική αντίληψη περί ηθικής δεν έχει ιδιαίτερη αξία για τον Χιουμ, γιατί δεν διασφαλίζει ένα ακέραιο ηθικό πράττειν. Απεναντίας μια εμπειρική –και καμιά μεταφυσική– πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης ενεργοποιεί το ενδιαφέρον του ανθρώπου να διεκδικεί μια κανονιστική θέση ή τοποθέτηση μέσα στον κόσμο των αξιών, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να ευαισθητοποιείται όχι μόνο για τη δική του ευημερία, αλλά και για την αλτρουιστική προσέγγιση του άλλου. Απαράγραπτος όρος, ως προκύπτει, για ένα συγκεκριμένο, πρακτικό αντίκρισμα της ηθικής παραμένει η εμπειρική-γνωσιακή οριοθέτηση της ανθρώπινης φύσης. Τούτο σημαίνει για την εσωτερική διάρθρωση του υπό συζήτηση έργου του Χιουμ πως τα συστατικά στοιχεία της νόησης, των αντιλήψεων, των ιδεών ή παραστάσεων, των εντυπώσεων, των ποικίλων παθημάτων και εναισθήσεων, καθώς και η σύμπραξη ορθού λόγου και αισθήματος ή συναισθήματος αποτελούν μια ενιαία νοητή γραμμή και μόνο έτσι συνθέτουν την εσώτερη δυναμική της σχέσης: ανθρώπινη φύση και ηθική. Αυτή η προϋπόθεση της ενιαίας γραμμής του σκέπτεσθαι και του πράττειν συνιστά την ακατάλυτη αρχή –χτες και σήμερα και πάντα– για την ηθική ολοκλήρωση, τουτέστι απρόσκοπτη ευδοκίμηση ανθρώπινου ατόμου και κοινωνικο-πολιτικής κοινότητας. Μόνο μέσα από μια τέτοια οπτική νομιμοποιείται και η πολιτική πράξη της εξουσίας, της κυβέρνησης ως τέτοιας. Και τούτο ισχύει σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, καθώς οι αμοραλιστές, μειοδότες και δοσίλογοι της παρούσας ελλαδικής κυβερνοπολιτείας έχουν ποδοπατήσει κάθε έννοια ηθικού δέοντος και ορθολογικού πολιτικού πράττειν.

Όπως πολύ σωστά τονίζει ο μεταφραστής στον πρόλογό του, ο Χιουμ ανατιμά δεόντως «το συναίσθημα, τη συμπάθεια, το λόγο και την ανθρώπινη βούληση». Εδώ αναγνωρίζει μια ομοιότητα με το χριστιανικό σχήμα, σύμφωνα με το οποίο: «νοιώθω την απειρία του όλου, την απροσδιοριστία του γύρω μου κόσμου και μέσα από την εμπειρική μου πράξη, που βασίζεται στη συμπάθεια, προσπαθώ σ’ αυτόν τον κόσμο να προσδιοριστώ». Γενικεύοντας τη σημασία του συγκεκριμένου έργου για το σήμερα γράφει με ευστοχία:

 «Στη σημερινή εποχή αυτό το έργο του Χιουμ -το οποίο γιατί όχι έχει και πολιτικές προεκτάσεις- είναι επίκαιρο. Επιβάλλεται ο κόσμος μας να στηριχθεί στη συμπάθεια από άκρου εις άκρον της γης. Επιβάλλεται ο κόσμος μας να ακτινοβολεί την ευχαρίστηση μέσα από την ωραία επικοινωνία των ανθρώπων μεταξύ τους και με την ευνομούμενη κοινωνία. Η σχέση του ανθρώπου με το κράτος είναι ηθική σχέση και αυτό το άνοιγμα της ηθικής που καταφέρνει ο Βρετανός φιλόσοφος είναι σπουδαίο επίτευγμα. Το κράτος που πείθει τον πολίτη είναι ηθικό, ο πολίτης που προσφέρει στο κράτος είναι ηθικός. Ο πολίτης που ευχαριστείται μέσα από την συμπάθειά του για τον άλλο είναι ηθικός, ο άλλος που επιστρέφει όλα αυτά είναι ηθικός. Τελικά η ηθική είναι η εμπειρία του ωραίου και του ευχάριστου. Αυτός ο εμπειρισμός του Βρετανού φιλοσόφου ίσως αποτελεί θεραπεία για τις αρνητικές εμπειρίες που εκπέμπει ο κόσμος μας. Ίσως μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο μοντέλο ανθρώπου και κράτους που θα εγγυηθούν την καλύτερη πορεία της ανθρωπότητας».

Παρασκευή 12 Μαΐου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Φίλιππος (39-45)

[39] Τάχ᾽ οὖν ἄν τις ἐνστῆναι τοῖς εἰρημένοις τολμήσειεν, λέγων ὡς ἐπιχειρῶ σε πείθειν ἀδυνάτοις ἐπιτίθεσθαι πράγμασιν· οὔτε γὰρ Ἀργείους φίλους ἄν ποτε γενέσθαι Λακεδαιμονίοις οὔτε Λακεδαιμονίους Θηβαίοις οὔθ᾽ ὅλως τοὺς εἰθισμένους ἅπαντα τὸν χρόνον πλεονεκτεῖν οὐδέποτ᾽ ἂν ἰσομοιρῆσαι πρὸς ἀλλήλους.

[40] Ἐγὼ δ᾽ ὅτε μὲν ἡ πόλις ἡμῶν ἐν τοῖς Ἕλλησιν ἐδυνάστευεν καὶ πάλιν ἡ Λακεδαιμονίων, οὐδὲν ἂν ἡγοῦμαι περανθῆναι τούτων· ῥᾳδίως γὰρ ἂν ἑκατέραν ἐμποδὼν γενέσθαι τοῖς πραττομένοις· νῦν δ᾽ οὐχ ὁμοίως ἔγνωκα περὶ αὐτῶν. Οἶδα γὰρ ἁπάσας ὡμαλισμένας ὑπὸ τῶν συμφορῶν, ὥσθ᾽ ἡγοῦμαι πολὺ μᾶλλον αὐτὰς αἱρήσεσθαι τὰς ἐκ τῆς ὁμονοίας ὠφελείας ἢ τὰς ἐκ τῶν τότε πραττομένων πλεονεξίας.

[41] Ἔπειτα τῶν μὲν ἄλλων ὁμολογῶ μηδέν᾽ ἂν δυνηθῆναι διαλλάξαι τὰς πόλεις ταύτας, σοὶ δ᾽ οὐδὲν τῶν τοιούτων ἐστὶν χαλεπόν. Ὁρῶ γάρ σε τῶν τοῖς ἄλλοις ἀνελπίστων δοκούντων εἶναι καὶ παραδόξων πολλὰ διαπεπραγμένον, ὥστ᾽ οὐδὲν ἄτοπον εἰ καὶ ταῦτα μόνος συστῆσαι δυνηθείης. Χρὴ δὲ τοὺς μέγα φρονοῦντας καὶ τοὺς διαφέροντας μὴ τοῖς τοιούτοις ἐπιχειρεῖν ἃ καὶ τῶν τυχόντων ἄν τις καταπράξειεν, ἀλλ᾽ ἐκείνοις οἷς μηδεὶς ἂν ἄλλος ἐπιχειρήσειε πλὴν τῶν ὁμοίαν σοὶ καὶ τὴν φύσιν καὶ τὴν δύναμιν ἐχόντων.

[42] Θαυμάζω δὲ τῶν ἡγουμένων ἀδύνατον εἶναι πραχθῆναί τι τούτων, εἰ μήτ᾽ αὐτοὶ τυγχάνουσιν εἰδότες μήθ᾽ ἑτέρων ἀκηκόασιν ὅτι πολλοὶ δὴ πόλεμοι καὶ δεινοὶ γεγόνασιν, οὓς οἱ διαλυσάμενοι μεγάλων ἀγαθῶν ἀλλήλοις αἴτιοι κατέστησαν. Τίς γὰρ ἂν ὑπερβολὴ γένοιτο τῆς ἔχθρας τῆς πρὸς Ξέρξην τοῖς Ἕλλησι γενομένης; Οὗ τὴν φιλίαν ἅπαντες ἴσασιν ἡμᾶς τε καὶ Λακεδαιμονίους μᾶλλον ἀγαπήσαντας ἢ τῶν συγκατασκευασάντων ἑκατέροις ἡμῶν τὴν ἀρχήν.

[43] Καὶ τί δεῖ λέγειν τὰ παλαιὰ καὶ τὰ πρὸς τοὺς βαρβάρους; Ἀλλ᾽ εἴ τις ἀθρήσειε καὶ σκέψαιτο τὰς τῶν Ἑλλήνων συμφορὰς, οὐδὲν ἂν μέρος οὖσαι φανεῖεν τῶν διὰ Θηβαίους καὶ Λακεδαιμονίους ἡμῖν γεγενημένων. Ἀλλ᾽ οὐδὲν ἧττον Λακεδαιμονίων τε στρατευσάντων ἐπὶ Θηβαίους καὶ βουλομένων λυμήνασθαι τὴν Βοιωτίαν καὶ διοικίσαι τὰς πόλεις βοηθήσαντες ἡμεῖς ἐμποδὼν ἐγενόμεθα ταῖς ἐκείνων ἐπιθυμίαις·

[44] καὶ πάλιν μεταπεσούσης τῆς τύχης καὶ Θηβαίων καὶ Πελοποννησίων ἁπάντων ἐπιχειρησάντων ἀνάστατον ποιῆσαι τὴν Σπάρτην, ἡμεῖς καὶ πρὸς ἐκείνους μόνοι τῶν Ἑλλήνων ποιησάμενοι συμμαχίαν συναίτιοι τῆς σωτηρίας αὐτοῖς κατέστημεν.

[45] Πολλῆς οὖν ἀνοίας ἂν εἴη μεστὸς, εἴ τις ὁρῶν τηλικαύτας μεταβολὰς γιγνομένας καὶ τὰς πόλεις μήτ᾽ ἔχθρας μήθ᾽ ὅρκων μήτ᾽ ἄλλου μηδενὸς φροντιζούσας πλὴν ὅ τι ἂν ὑπολάβωσιν ὠφέλιμον αὑταῖς εἶναι, τοῦτο δὲ στεργούσας μόνον καὶ πᾶσαν τὴν σπουδὴν περὶ τούτου ποιουμένας, μὴ καὶ νῦν νομίζοι τὴν αὐτὴν γνώμην ἕξειν αὐτὰς, ἄλλως τε καὶ σοῦ μὲν ἐπιστατοῦντος ταῖς διαλλαγαῖς, τοῦ δὲ συμφέροντος πείθοντος, τῶν δὲ παρόντων κακῶν ἀναγκαζόντων. Ἐγὼ μὲν γὰρ οἶμαι τούτων σοι συναγωνιζομένων ἅπαντα γενήσεσθαι κατὰ τρόπον.

***
Η ΚΑΤΑΛΛΗΛΗ ΣΤΙΓΜΗ
Η περίπτωση του Φιλίππου. Η γενική κατάσταση των ελληνικών πόλεων.
[39] Ίσως κανείς να είχε την τόλμη να φέρει αντίρρηση σε όσα σου ανάφερα, λέγοντας ότι προσπαθώ να σε παρασύρω σε πράξεις ακατόρθωτες· γιατί ούτε οι Αργείοι θα ήταν δυνατό ποτέ να γίνουν φίλοι με τους Λακεδαιμονίους ούτε και αυτοί με τους Θηβαίους και γενικά αυτοί που είχαν συνηθίσει να κρατούν πάντα για τον εαυτό τους τα πρωτεία ποτέ δεν θα δέχονταν πραγματική ισοτιμία με τους άλλους.

[40] Εγώ βέβαια είμαι σίγουρος πως, τον καιρό που η πόλη μας και αργότερα η Σπάρτη ασκούσε κυριαρχία πάνω σ᾽ όλους τους Έλληνες, τίποτα από αυτά δεν ήταν δυνατό νά ᾽ρθει σε πέρας· τόσο η μια όσο και η άλλη πόλη πολύ εύκολα θα έφερναν εμπόδια σε μια τέτοια προσπάθεια. Τώρα όμως δεν έχω πια την ίδια γνώμη. Ξέρω ότι οι συμφορές έχουν φέρει όλες τις πόλεις σε ίση μοίρα και πιστεύω ότι θα προτιμήσουν τα καλά που φέρνει η ομόνοια από τα πλεονεχτήματα που ίσως να είχανε σ᾽ εκείνη την κατάσταση.

[41] Έπειτα είμαι βέβαιος ότι κανένας άλλος δεν θα ήταν σε θέση να συμβιβάσει αυτές τις πόλεις, ενώ για σένα τίποτα από αυτά δεν είναι δύσκολο: Παρατηρώ ότι κατόρθωσες πολλά, που για τους άλλους φαίνονται ανέλπιστα και εντελώς απίστευτα· γι᾽ αυτό δεν είναι απίθανο μόνο εσύ να δυνηθείς να φέρεις την ομόνοια και σ᾽ αυτές. Και είναι ανάγκη οι άνθρωποι που έχουν φρόνημα υψηλό και ξεχωρίζουν από τους άλλους να μην καταπιάνονται με έργα που ο καθένας μπορεί να τα πετύχει, αλλά με κατορθώματα που δεν θα τα επιχειρούσε άλλος κανείς, έξω από αυτούς που έχουν τη δικιά σου αξία και τη δικιά σου δύναμη.

[42] Απορώ μάλιστα και με όσους θεωρούν αδύνατη την πραγματοποίηση αυτών, αφού μήτε οι ίδιοι τυχαίνει να γνωρίζουν μήτε και από άλλους έχουν ακουστά ότι έγιναν βέβαια πολλοί πόλεμοι και φοβεροί, όμως οι άνθρωποι που τους διάλυσαν έγιναν πρόξενοι μεγάλων αγαθών. Ποιό μίσος τάχα θα μπορούσε να υπάρξει πιο φοβερό από αυτό που ένιωθαν οι Έλληνες για τον Ξέρξη; Και όμως, τη φιλία του Ξέρξη όλοι το ξέρουν πως την επιζητήσαμε και εμείς και οι Σπαρτιάτες με επιμονή μεγαλύτερη από ό,τι τη φιλία εκείνων που στήριξαν την εξουσία και στους δυο μας.

[43] Και τί να λέμε τώρα τα παλιά και όσα έχουν σχέση με τους βαρβάρους; Αν κάποιος μάζευε και λογάριαζε όλα τα βάσανα των Ελλήνων, θα τα έβρισκε ένα τίποτε μπροστά στις συμφορές που έφεραν σ᾽ εμάς οι Σπαρτιάτες και οι Θηβαίοι. Εντούτοις, όταν οι Σπαρτιάτες έκαμαν πόλεμο με τους Θηβαίους, θέλοντας να ερημώσουν τη Βοιωτία και να διαλύσουν τον συνασπισμό των πόλεών της, εμείς τρέξαμε σε βοήθεια και τους εμποδίσαμε να πραγματοποιήσουν τον σκοπό τους.

[44] Και όταν πάλι η τύχη άλλαξε και οι Θηβαίοι με όλους τους Πελοποννησίους επιχείρησαν να καταστρέψουν τη Σπάρτη, εμείς μόνο από τους Έλληνες συμμαχήσαμε με τους Σπαρτιάτες και τους βοηθήσαμε αποφασιστικά στη σωτηρία τους.

[45] Θα ήταν λοιπόν πολύ ανόητος ο άνθρωπος που θα έβλεπε να γίνονται τόσο σημαντικές μεταβολές, θα έβλεπε τις πόλεις να μη νοιάζονται ούτε για έχθρες ούτε για όρκους ούτε για τίποτε άλλο, παρά μονάχα για ό,τι θεωρούν ωφέλιμο γι᾽ αυτές, να προσηλώνονται σ᾽ αυτό και να το περιβάλλουν με όλο τους τον ζήλο, θα τα έβλεπε, λέω, αυτά και ωστόσο δεν θα παραδεχόταν ότι και αυτή τη στιγμή θα έχουν την ίδια γνώμη, ακόμα περισσότερο που εσύ θα αναλάβεις την ευθύνη για τη δικιά τους συμφιλίωση και το συμφέρο τους συνηγορεί και τους εξαναγκάζουν και οι παρούσες συμφορές! Εγώ αδίσταχτα πιστεύω ότι με τις λαμπρές αυτές προϋποθέσεις όλα θα πάνε μια χαρά.