Σάββατο 13 Αυγούστου 2016

Η ΤΕΛΕΙΑ ΦΙΛΙΑ ΩΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΗΘΙΚΑ NIKΟΜΑΧΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Σχε­τι­κά ἐ­νω­ρίς στή μα­κρά συ­ζή­τη­ση γιά τή φι­λί­α, στήν ὁ­ποί­α ὁ Ἀριστοτέλης ἀ­φι­ε­ρώ­νει τό ὄ­γδο­ο καί τό ἔ­να­το βι­βλί­ο τῶν Ἠθικῶν Νι­κο­μα­χεί­ων, βρί­σκου­με­ ­να γε­νι­κό χα­ρα­κτη­ρι­σμό τῆς φι­λί­ας, στόν ὁ­ποῖ­ο θά μπο­ρού­σα­με νά δι­α­κρί­νου­με τά στοι­χεῖ­α ἑ­νός ὁ­ρι­σμοῦ τῆς φι­λί­ας: “Σέ σχέ­ση μέ τόν φί­λο λέ­νε ὅτι πρέ­πει νά θέ­λο­με τά ἀ­γα­θά γιά χά­ρη ἐ­κεί­νου τοῦ ἰ­δίου (βού­λε­ο­θαι τά ἀ­γα­θά ἐ­κεί­νου ἕ­νε­κα). Ἀλλά αὐ­τούς πού θέ­λουν τά ἄ­γα­θα μέ αὐτόν τόν τρό­πο, ἄν δέν γί­νε­ται τό ἴ­διο ἀ­πό τήν ἀν­τί­στοι­χη πλευ­ρά, τούς λέ­νε [μό­νο] εὐ­νο­ϊ­κούς (εὔ­νους­ λέ­γου­σιν), για­τί λέ­νε ὅτι ἡ φι­λί­α εἶ­ναι εὐ­νο­ϊ­κή δι­ά­θε­ση (εὔ­νοι­α) πού βρί­σκει ἀν­τα­πό­κρι­ση (ἐν ἀν­τι­πε­πον­θό­σιν). Ἤ μή­πως πρέ­πει νά προ­σθέ­σο­με: καί πού δέν μέ­νει ἄ­γνω­στη (μή λαν­θά­νον­σαν); Για­τί πολ­λοί εἶ­ναι αὐ­τοί πού ἔ­χουν εὐ­νο­ϊ­κή δι­ά­θε­ση πρός ἀν­θρώ­πους τούς ὁ­ποί­ους δέν ἔ­χουν δε­ῖ πο­τέ, ­χον­τας τήν ἄν­τι­λη­ψη γιαὐ­τούς ὅτι εἶ­ναι ἐ­νά­ρε­τοι (­πι­ει­κεῖς) ἤ χρή­σι­μοι, ­νῶ κά­ποι­ος ἀ­πό ἐ­κεί­νους μπο­ρε­ῖ νά αἰ­σθά­νε­ται τό ἴ­διο γιαὐ­τούς. Αὐ­τοί οἱ ἄν­θρω­ποι λοι­πόν εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅτι ἔ­χουν εὐ­νο­ϊ­κή δι­ά­θε­ση με­τα­ξύ τους, ἀλ­λά πῶς θά μπο­ρού­σα­με νά τούς πού­με φί­λους, ­φοῦ ἀ­γνο­οῦν τήν ἀ­μοι­βαί­α δι­ά­θε­ση τοῦ ἑ­νός γιά τόν ἄλ­λο; ­πο­μέ­νως [γιά νά εἶ­ναι φί­λοι] πρέ­πει νά ἔ­χουν εὐ­νο­ϊ­κή δά­θε­ση με­τα­ξύ τους καί νά θέ­λουν τά ἀ­γα­θά ὁ ἕ­νας γιά τόν ἄλ­λον, χω­ρίς νά ἀ­γνο­οῦν αὐ­τό τό γε­γο­νός, μέ στό­χο ἕ­να ἀ­πό αὐ­τά πού εἴ­πα­με πιό πά­νω [ὁ Ἀριστοτέλης ἀ­να­φέ­ρε­ται ἐ­δῶ στό ἀ­γα­θό, τό εὐ­χά­ρι­στο καί τό χρή­σι­μο, βλ. 1155b19] (1155b31-l 156a5).

Κοι­τά­ζον­τας τό ἀ­πό­σπα­σμα ὑ­πό τό πρί­σμα ἑ­νός ὁ­ρι­σμοῦ τῆς φι­λί­ας, θά μπο­ρού­σα­με νά δι­α­κρί­νο­με ὡς γέ­νος τῆς φι­λί­ας τήν εὐ­νο­ϊ­κή δι­ά­θε­ση (δήλ. τήν βού­λη­ση τῶν ἀ­γα­θῶν) καί ὡς εἴἰδο­ποι­ές δι­α­φο­ρές τῆς εὔ­νοι­ας: (1) γιά χά­ρη τοῦ φί­λου, (2) μέ ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον καί (3) μέ ἀ­μοι­βαί­α γνώ­ση αἰ­σθη­μά­των
     
Χρει­ά­ζε­ται ἀ­κό­μα νά δι­ε­ρευ­νή­σο­με τί ἐν­νο­εῖ ὁ Ἀριστοτέλης, ὅταν ὁ­μι­λεῖ γιά τή βού­λη­ση τῶν ἀ­γα­θῶν γιά χά­ρη τοῦ φί­λου (­κεῖ­νον ἕ­νε­κα) καί ὅταν ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ αὐ­τό γιά τό ὁ­ποιῖο θέ­λει κα­νείς τά ἀ­γα­θά γιά τό φί­λο του. Ἀριστοτέλης χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιά τό δεύ­τε­ρο τήν τυ­πι­κή εἰ­δο­λο­γι­κή ἔν­νοι­α τοῦ “φι­λη­τοῦ” (τοῦ ἀ­γα­πη­τοῦ ἀν­τι­κει­μέ­νου), ξ αἰ­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου κά­θε φο­ρᾶ κα­νείς ­γα­π τό φί­λο του, θέ­λον­τας γι­’­α­τόν τά ἀ­γα­θά. Στη συνέχεια ὁ Στα­γει­ρί­της φι­λό­σο­φος δι­α­κρί­νει τρί­α εἴ­δη τοῦ φι­λη­τοῦ: τό εὐ­χά­ρι­στον (τό ­δύ) καί τό χρή­σι­μον, στά ὁ­ποι­α ἀν­τι­στοι­χοῦν τρία εἴδη φι­λί­ας, πού βα­σί­ζον­ται εἴ­τε στό ­γα­θόν ε­τε στό εὐ­χά­ρι­στο εἴ­τε στο χρήσιμον  (1155b 18-19, 1 156a7-8). Σέ σχέ­ση μέ τά δύ­ο τε­λευ­ταί­α εἴ­δη ταῆς φιλίας ὁ Ἀριστοτέλης θά ὑ­πο­στη­ρί­ξει ὅτι μό­νο ἐ­πι­φα­νεια­κά καί σύμπωματικά θέ­λει κα­νείς τά ἀ­γα­θά γιά χά­ρη τοῦ φί­λου του. Σαὐ­τές τίς πε­ριπτώσεις ὁ Α ἀ­γα­πᾶ τόν Β ὄ­χι ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ Β κα­θαυ­τοῦ, λό­γω τοῦ τί εἶ­ναι ὁ ἴδιος ὁ Β προ­σω­πι­κά, ἀλ­λά ἐξ αἰ­τί­ας αὐ­τοῦ πού ὁ Β ἔ­χει νά προ­σφέ­ρει στον Α σέ εὐ­χα­ρί­στη­ση ἤ χρη­σι­μό­τη­τα: 'Ὅσοι λοι­πόν ἀ­γα­πούν ὁ ἕ­νας τόν γιά τή χρη­σι­μό­τη­τα δέν ἀ­γα­ποῦν ὁ ἕ­νας τόν ἄλ­λον κα­θαυ­τόν, ἀλ­λά για κάτι το  κα­λό πού συμ­βαί­νει στούς ἴ­διους ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ ἄλ­λου. Ἔτσι καί με αὐτούς πού ἀ­γα­ποῦν γιά τήν εὐ­χα­ρί­στη­ση: ­γα­ποῦν τούς πνευ­μα­τώ­δεις (εὐτραπέλους), ­χι ἕξ αἰ­τί­ας τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς πο­σό­τη­τας ἐ­κεί­νων (τῷ ποιούς τινας εἶ­ναι)[1], ἀλ­λά για­τί εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στοι στούς ­­διους [...]. Συμ­πτω­μα­τικές (κατά συμβε­βη­κός) λοι­πόν εἶ­ναι αὐ­τές οἱ φι­λί­ες, για­τί σαὐ­τές δέν ἀ­γα­πᾶται κάποιος ἐ­πει­δή εἶ­ναι αὐ­τός πού εἶ­ναι (ᾖ ἔ­στιν ὅσπερ ἐ­στίν ὁ φι­λού­μενος) κα­θό­σον πα­ρέ­χει κά­τι, ἄλ­λος κά­ποι­αν ὠ­φέ­λεια καί ἄλ­λος εὐ­χα­ρί­στη­ση (1156a 10-14, 17-19). Ἡ ἄ­πο­ψη τοῦ Ἀριστοτέλη λοι­πόν γιά τίς φιλίες ταῆς χρησιμότητας καί τῆς εὐ­χα­ρί­στη­σης εἶ­ναι ὅτι πρό­κει­ται γιά κα­τά σύμβεβηκός φι­λί­ες, ­πει­δή στε­ροῦν­ται μί­ας αὐ­τό­νο­μης ἀ­να­φο­ρᾶς στόν φί­λο και ἐπειδή ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πό ἕ­να στε­νά ἐ­γω­ϊ­στι­κό κί­νη­τρο
     
Ὁ Ἀριστοτέλης θε­ω­ρεῖ ὡς τέ­λεια φι­λί­α τήν φι­λί­α αὐ­τῶν πού εἶναι καλοί (­γα­θοί) καί ὅ­μοι­οι στήν ἀρε­τή (1156b7-8). Ὁ ἕ­νας θέ­λει τά ἀ­γα­θα για τον  ἄλ­λον μέ ὅ­μοι­ο τρό­πο, κα­θό­σον ὁ φί­λος θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­γα­θός καί καθόσον ὡ ἐ­νά­ρε­τος, εἶ­ναι ἀγα­θός κα­θ­αυ­τόν. Ὁ Ἀριστοτέλης χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὥ φίλους στόν ὕψι­στο βαθ­μό (μά­λι­στα) αὐ­τούς πού θέ­λουν τά ἀγα­θά γιά τό φί­λο τους, πρᾶγ­μα πού συμ­βαί­νει μέ αὐ­τούς πού θέ­λουν τά ἀ­γαθά γιά τό φί­λο τους ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ ἴ­διου τοῦ φί­λου τους (δίαὐ­τούς) καί ὄ­χι κατά συμβε­βη­κό­ς (156b8-l 1). Ἡ συλ­λο­γι­στι­κή τοῦ Ἀριστοτέλη ἐ­δῶ προ­ϋ­ποθέτει ταύ­τι­ση τῆς οὐ­σί­ας ἑ­νός προ­σώ­που μέ τόν ἠ­θι­κό του χα­ρα­κτῆρα· ὁ Στα­γει­ρί­της συμ­πε­ραί­νει ὅτι τό­τε πράγ­μα­τι ἀ­γα­πᾶ κα­νείς κά­ποι­ον για χάρη του, ὅταν τόν ἀγα­πᾶ ἐ­πει­δή ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι ἐ­νά­ρε­τος. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης προτεί­νει ἕ­να ἀ­ξι­ο­λο­γι­κό πρό­τυ­πο φι­λί­ας στό ὁ­ποῖ­ο ἡ κα­τα­ξί­ω­ση ταῆς φιλίας ἔγ­κει­ται στό ἠ­θι­κό ποι­όν τῶν φίλων. Δέν ἀ­πο­κλεί­ει βέ­βαι­α μιά τέ­τοια ἄποψη τήν ἀ­νάγ­κη γιά ἄλ­λα προ­σόν­τα, τά ὁ­ποῖ­α ὁ φί­λος πρέ­πει νά ἱ­κα­νοποιεῖ γιά νά εἶ­ναι φί­λος τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου ἀ­τό­μου (βλ. πιό πά­νω τήν νύξη στήν εὐ­τρα­πε­λί­α ὡς θε­τι­κό στοι­χεῖ­ο τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας τοῦ φί­λου, 1156a13, καί πιό κά­τω τήν ἀ­να­φο­ρά στήν στρυφ­νό­τη­τα ὡς ἀρ­νη­τι­κό στοι­χεῖ­ο για το  σχημα­τι­σμό φι­λί­ας, 1157b 14-15, 1158a 1 -2, 6). Γιά τόν Ἀριστοτέλη ἡ ἀ­ρε­τή τῶν φί­λων στήν τέ­λεια φι­λί­α ἀ­πο­τε­λεῖ τήν στα­θε­ρή ἐγ­γύ­η­ση τῆς μο­νι­μό­τη­τας τῆς φι­λί­ας τους, μιά καί ἡ ἀ­ρε­τή εἶ­ναι κά­τι τό μό­νι­μο (1156b 11-12).
    
Ἡ ἀρ­χή τῆς ἀ­νι­δι­ο­τέ­λειας τῆς φι­λί­ας πού ἐκ­φρά­ζε­ται διά τῆς ἀ­πό­ψε­ως ὅτι θέ­λει κα­νείς τά ἀ­γα­θά γιά χά­ρη τοῦ φί­λου του (ἐ­κεῖ­νου ἕ­νε­κα) φαι­νο­με­νι­κῶς ἀ­πο­δυ­να­μώ­νε­ται, ὅταν λί­γο πα­ρα­κά­τω δι­α­βά­ζου­με τά ἑ­ξῆς «καί ἀ­πό κά­θε ἄ­πο­ψη ὁ κα­θέ­νας τους παίρ­νει ἀ­πό τόν ἄλ­λο τά ἴ­δια καί ἀ­πα­ράλ­λα­χτα πού ἄλ­λος παίρ­νει ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον, πρᾶγ­μα πού πρέ­πει νά ἀ­λη­θεύ­ει γιά τούς φί­λους» (καί κα­τά πάν­τα ταὐ­τά γί­νε­ται καί ὅ­μοι­α ἑ­κά­τε­ρῳ πά­ρ’ ἑ­κα­τέρου. ὅπέρ δεῖ το­ῖς φί­λοις ὑ­πάρ­χειν) (1156b34-35). Ἐ­γεί­ρε­ται ἔ­τσι τό ἐ­ρώ­τη- μά: Ἄ­ρα­γε δέν ἔ­χου­με ἐ­δῶ τήν ἔκ­φρα­ση μί­ας ἐμ­πο­ρι­κῆς νο­ο­τρο­πί­ας γιά ἀν­ταλ­λα­γή ἀ­γα­θῶν πού ἀν­τι­μά­χε­ται τήν ἀ­νι­δι­ο­τέ­λεια τῆς τέ­λειας φι­λί­ας;[2] 
   
Κα­τά τή γνώ­μη μου, γιά νά ἀ­πο­φευ­χθεῖ ἡ ἐν­τύ­πω­ση μιᾶς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς ἀ­συμ­φω­νί­ας στίς ἀ­πό­ψεις τοῦ Ἀριστοτέλη γιά τήν τε­λεί­α φι­λί­α, εῖ­ναι ἀ­νάγ­κη νά γί­νει ἐμ­φα­νής μί­α δι­ά­κρι­ση, πού μό­νο ἀ­μυ­δρά δια­φαί­νε­ται στήν πραγ­μά­τευ­ση τοῦ θέ­μα­τος τῆς φι­λί­ας. Πρό­κει­ται γιά τή δι­ά­κρι­ση με­τα­ξύ, ἀφ’ ἑ­νός, τῆς φι­λί­ας ὡς βου­λη­τι­κῆς καί συ­ναι­σθη­μα­τι­κῆς δι­ά­θε­σης πού ἑ­δρά­ζε­ται στήν ψυ­χή τοῦ ὑ­πο­κει­μέ­νου καί ἀ­να­φέ­ρε­ται στόν φί­λο, καί ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου, τῆς φι­λί­ας ὡς ἑ­νια­ίας ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς κα­τά­στα­σης πού συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει καί τούς δύ­ο φί­λους στίς δυ­να­μι­κές κοι­νοῦ βί­ου, σχέ­σεις ἀλ­λη­λε­πί­δρα­σης καί ἀλ­λη­λε­ξάρ­τη­σης.
 
Ὁ ‘Ἀ­ρι­στο­τέ­λης προ­βάλ­λει τήν ὑ­πο­κει­με­νι­κή ἔν­νοι­α τῆς φι­λί­ας, ὅταν λέ­γει, «φί­λος πρό πάν­των εἶ­ναι αὐ­τός πού θέ­λει τά ἀ­γα­θά γιά χά­ρη ἐ­κεί­νου γιά τόν ὁ­ποῖ­ον τά θέ­λει, ἀ­κό­μα κι ἄν δέν πρό­κει­ται κα­νείς νά τό μά­θει» (φί­λος δέ μά­λι­στα ὁ βου­λό­με­νος ᾦ βού­λε­ται τἀ­γα­θά ἐ­κεί­νου ἕ­νε­κα, καί ε­ἰ μη­δείς εἴσ­ε­ται) (1168b2-3). Ἐ­πί­σης τήν ὑ­πο­κει­με­νι­κή ἔν­νοι­α τῆς φι­λί­ας ἔ­χει ὁ Ἀριστοτέλης ὑ­π’ ὄ­ψη του, ὅταν ἀ­πό τόν ἐ­νερ­γη­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα του, ἀ­πό τό ἐμ­πει­ρι­κό γε­γο­νός ὅτι ἀ­πο­σποῦν τόν ἔ­παι­νο αὐ­τοί πού ἀγα­ποῦν τούς φί­λους τους, συμ­πε­ραί­νει ὅτι ἡ ἐ­νερ­γη­τι­κή ἀ­γά­πη τοῦ ἄλ­λου καί ὄ­χι τό νά ἀ­γα­πᾶ­ται κα­νείς ἀ­πό τόν ἄλ­λον εἶ­ναι ἡ ξε­χω­ρι­στή ἀ­ρε­τή τῆς φι­λί­ας: «μᾶλ­λον δέ τῆς φι­λί­ας οὔ­σης ἐν τῷ φι­λεῖν, καί τῶν φι­λο­φί­λων ἐ­παι­νού­με­νων, φί­λων ἀ­ρε­τή τό φι­λε­ΐν ἔ­οι­κεν» (1159a33-35).
 
Ἐ­νῶ ἡ ἀν­τα­πό­κρι­ση τοῦ φί­λου ἀ­πο­τε­λεῖΐ ἕ­να ἀ­πα­ραί­τη­το ὅ­ρο τῆς φι­λί­ας ὡς δι­α­προ­σω­πι­κῆς σχέ­σης, αὐ­τή ἡ ἀν­τα­πό­κρι­ση εἶ­ναι λο­γι­κῶς ἄ­σχε­τη μέ τήν ὕ­παρ­ξη τῆς φι­λί­ας ὡς ὑ­πο­κει­με­νι­κῆς δι­ά­θε­σης. Ὁ Ἀριστοτέλης μά­λι­στα ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να συγ­κρί­νει τήν φι­λι­κή δι­ά­θε­ση τῆς τέ­λειας φι­λί­ας μέ πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­γά­πης, ὅ­που κα­τ’ ἀρ­χάς ἀ­πο­κλεί­ε­ται ἡ προσ­δο­κί­α ἀν­τα­πό­κρι­σης ἀ­πό τό ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς ἀγά­πης. 
      
Ἐ­δῶ ἀ­νή­κει τό πα­ρά­δειγ­μα τῆς μη­τέ­ρας πού πα­ρα­δί­δει σέ ἄλ­λους τό μω­ρό της γιά νά τό με­γα­λώσουν σάν παι­δί τους. καί πού πα­ρα­μέ­νει ἄ­γνω­στη στό παι­δί της, ἀλ­λά γιά τήν ὁ­ποί­α ἡ ἀ­γά­πη γιά τό παι­δί της καί ἡ εὐ­τυ­χί­α του παι­διοῦ της εἶ­ναι πη­γή χα­ρᾶς ἔ­στω κι ἄν λεί­πει ἡ ἀνταπόκριση ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο (1159a28-33). Ὑπάρχει ἐ­πί­σης ἡ ἀ­γά­πη τοῦ τε­χνήτη για τό ἔρ­γο του καί ἰ­δι­αί­τε­ρα τοῦ ποι­η­τῆ γιά τό ποί­η­μά του, πού εἶ­ναι ἀ­γά­πη τοῦ γο­νιοῦ γιά τό παι­δί του, ἄν καί δέν ὑ­πάρ­χει ἡ προσ­δοκία ἀνταπό­κρι­σης ἀ­πό τό δη­μι­ούρ­γη­μα (1167b33-1 168a2). Τέ­λος ὑ­πάρ­χει ἡ ἀφιλοκερ­δής ἀ­γά­πη τοῦ εὐ­ερ­γέ­τη γιά τόν εὐ­ερ­γε­τού­με­νο, πού δέν ἐ­ξαρτᾶται ἀπό κα­νέ­να τω­ρι­νό ἤ μελ­λον­τι­κό ὄ­φε­λος τοῦ εὐ­ερ­γέ­τη ἀ­πό τόν εὐ­εργρτούμενο (1167a31-33). 
      
Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης ἀ­να­ζη­τεῖ τήν ἐ­ξή­γη­ση γι’ αὐ­τά τά φαι­νό­με­να στο γεγονός ὅτι ὁ δη­μι­ουρ­γός ἀ­γα­πᾶ τό ἔρ­γο του, ἐ­πει­δή αὐ­τό ἀ­πορ­ρέ­ει ἀ­πό τη δική του ἐ­νέρ­γεια καί τήν ἐν­σω­μα­τώ­νει καί ἐ­πει­δή μέ τό ἔρ­γο τοῦ ὁ δημιουργός ἀ­πο­λαμ­βά­νει τή συ­ναί­σθη­σή του ὅτι ὁ ἴ­διος ὑ­πάρ­χει, ἀ­φοῦ τό να ὑπάρχει κα­νείς εἶ­ναι νά ἐ­νερ­γεῖ (ἐ­σμέν δ’ ἐ­νερ­γείᾳ) (1168a5-9). Ἡ ἀ­γά­πη ὅμως στήν τέ­λεια φι­λί­α ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἀ­νε­ξάρ­τη­τή τοῦ ἀ­τό­μου ὑ­πό­στα­ση τοῦ φίλου ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου καί γιά χά­ρη τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πάρ­χει. 
      
Ἕ­να ἄ­ξιο μνεί­ας χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της φι­λί­ας ὡς ψυ­χι­κῆς διά­θεσης εἶναι ὅτι δέν ὑ­πό­κει­ται στόν κα­νό­να τῆς ἠθι­κῆς με­σό­τη­τος. Γι’αὐ­τό ὁ Ἄ­ριστοτέλης  ὁ­μι­λε­ῖ γιά τήν τέ­λεια φι­λί­α ὡς «ὑ­περ­βο­λή» τοῦ αἰ­σθή­μα­τος τῆς ἀγάπης πού ὡς τέ­τοι­α μοιά­ζει μέ τόν ἔ­ρω­τα (1158a 10-12).[3]
 
Ὡστόσο, πα­ρά τήν ἔν­τα­σή της, κά­θε ἄλ­λο πα­ρά τυ­φλό πά­θος εἶναι ἡ φι­λί­α, ἀ­φοῦ παίρ­νει τόν χα­ρα­κτή­ρα μιᾶς ἔλ­λο­γης ἐ­πι­λο­γῆς τοῦ φίλου πού ἐκ­φρά­ζε­ται σέ μιά στα­θε­ρή ἕ­ξη ἀ­πέ­ναν­τί του ὕ­στε­ρα ἀ­πό στε­νή γνωριμία, πεί­ρα καί δο­κι­μα­σί­α (1156b25-29, 1158al4-15).
 
Ἔτσι λοι­πόν ἡ ἔν­νοι­α ὡς ὑ­πο­κει­με­νι­κή δι­ά­θε­ση εἶ­ναι συ­νυ­φασμένη μέ τήν κοι­νή ζω­ή τῶν φί­λων μέ­σα σ’ ἕ­να ἀν­τι­κει­με­νι­κό κα­θε­στώς πού  συμπερι­λαμ­βά­νει καί τούς δύ­ο φί­λους καί πού ἔ­χει τά ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­ρίσματά του. Ὁ Ἀριστοτέλης ἐκ­φρά­ζει τήν ἀν­τι­κει­με­νι­κή ἔν­νοι­α τῆς φι­λί­ας, ὅταν λέγει ὅτι «ἐν κοι­νω­νί­ᾳ ... πᾶ­σα φι­λί­α ἐστίν» (1161b11), καί «κοι­νω­νία γάρ ἡ φι­λί­α» (1171b32-33). Μέ­σα σ’ αὐ­τήν τήν κοι­νω­νί­α οἱ φί­λοι συ­ζοῦν συνημερεύ­ουν, συν­διά­γουν πραγ­μα­το­ποι­ών­τας μέ ἕ­να ξε­χω­ρι­στό τρό­πο την  κοινωνι­κή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που καί τήν ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς εὐ­τυ­χί­ας του.
 
Πό­σο ὑ­ψη­λά θέ­τει ὁ Ἀριστοτέλης τήν κοι­νό­τη­τα τῶν φί­λων φαίνεται ἀπό ὅ­σα λέ­γει γιά τήν σχέ­ση με­τα­ξύ φι­λί­ας καί δι­και­ο­σύ­νης. Ἐνῶ κά­ποια μορφή δι­και­ο­σύ­νης συ­νο­δεύ­ει κά­θε κοι­νω­νί­α, καί ἐ­νῶ ὁ βαθ­μός τῆς δίκαιοσύνης σέ μιά κοι­νω­νί­α εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γος μέ τό βαθ­μό τῆς φι­λί­ας (1159b26-2 1160a7-8), στήν κοι­νω­νί­α τῶν ἐ­νά­ρε­των φί­λων, ἡ δι­και­ο­σύ­νη ἀποβαίνει πε­ριτ­τή:
 
«Οἱ ἄν­θρω­ποι ὅταν εἶ­ναι φί­λοι δέν χρει­ά­ζον­ται τήν δίκαιοσύνη ἀλ­λά ὅταν εἶ­ναι δί­και­οι χρει­ά­ζον­ται ἐ­πί πλέ­ον τή φι­λί­α­» (1155a26-27).
 
Ἡ φι­λί­α τεί­νει πρός τήν ἀ­πό­λυ­τη ἰ­σό­τη­τα πού εἶ­ναι ἡ ἀ­ριθ­μη­τική (κατά πο­σόν) ἰ­σό­τη­τα, ἐ­νῶ ἡ δι­και­ο­σύ­νη τεί­νει πρός τήν ἀ­να­λο­γι­κή ἰ­σό­τη­τα πού δι­έ­πε­ται ἀ­πό τό ἁρ­μό­ζον (κα­τ’ ἀ­ξί­αν) (1158b30-32). Ὅ­σο πιό ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή εἶ­ναι ἡ ἰ­σό­τη­τα πού δι­έ­πει τά πρό­σω­πα καί τίς σχέ­σεις τῶν φί­λων, τό­σο πιό τέ­λεια εἶ­ναι ἡ φι­λί­α τους. «Οἱ ἴσοι φί­λοι - λέ­γει ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης - ὅ­πως ἐ­πι­βάλ­λε­ται ἀ­πό τήν ἰ­σό­τη­τά τους, πρέ­πει νά εἰ­σά­γουν τήν ἀ­γά­πη (τό φι­λε­ῖν) καί σ’ ὅ­λα τ’ ἄλ­λα» (1162b2-3). 
      
Ἕ­να ἄλ­λο γνώ­ρι­σμα τῆς φι­λί­ας ὡς ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς κα­τά­στα­σης, ἐ­κτός ἀ­πό τήν ἰ­σό­τη­τα, εἶ­ναι ἡ ὁ­μό­νοι­α.
 
Ἡ ὁ­μό­νοι­α ἀν­τλεῖ ὡς ἔν­νοι­α τήν προ­έ­λευ­σή της ἀ­πό τόν πο­λι­τι­κό το­μέ­α σέ συν­θῆ­κες, ὅ­που ὁὅλοι οἱ πο­λί­τες ἤ δι­ά­φο­ρα κρά­τη ἀ­πό κοι­νοῦ συμ­φω­νοῦν γιά τό τί ἀ­πο­τε­λεῖ τό κοι­νό τους συμ­φέ­ρον σέ ζη­τή­μα­τα ὑ­ψη­λῆς δη­μό­σιας ση­μα­σί­ας, καί ἀ­πό κοι­νοῦ ἐ­πι­δι­ώ­κουν τήν ἐ­πί­τευ­ξή του στήν πρά­ξη. Γι’ αὐ­τό καί ὀ­νο­μά­ζε­ται πο­λι­τι­κή φι­λί­α (1167a22-b4). Ὁ Ἀριστοτέλης με­τα­φέ­ρει τήν ὁ­μό­νοι­α ὡς ἔν­νοι­α ἀ­πό τόν πο­λι­τι­κό το­μέ­α στόν ἰ­δι­ω­τι­κό το­μέ­α τῶν φί­λων, το­νί­ζον­τας ὅτι μό­νο οἱ ἐ­νά­ρε­τοι εἶ­ναι ἱ­κα­νοί νά ἐ­πι­δι­ώ­κουν πάν­το­τε ἀ­πό κοι­νοῦ τό κοι­νό τους ἀ­γα­θό, ἀ­φο­ῦ οἱ ἴ­διοι ὁ­μο­νο­οῦν μο­νί­μως μέ τόν ἑ­αυ­τό τους, χω­ρίς νά ὑ­πάρ­χει δι­χα­σμός στήν ψυ­χή τους (116754-16).
 
Ἡ ὁ­μό­νοι­α ὡς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πού ἀ­νή­κει στήν τέ­λεια φι­λί­α προ­ϋ­πο­θέ­τει ὅτι ἡ φι­λί­α ἀ­πο­τε­λεῖ μιάν ἰ­δι­αί­τε­ρη κοι­νό­τη­τα πού ἐμ­πε­ρι­έ­χει τό ξε­χω­ρι­στό της κοι­νό ἀ­γα­θό, τοῦ ὁ­ποί­ου ἔ­χουν ἐ­πί­γνω­ση καί τό ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­δι­ώ­κουν οἱ φί­λοι πού τήν συ­να­παρ­τί­ζουν.
 
Τά μέ­λη τῆς κοι­νό­τη­τας τῶν φί­λων ἀ­πο­δί­δουν προ­νο­μια­κή θέ­ση στό φί­λο τους. Τό γε­γο­νός ὅτι ἕ­νας φί­λος μας ἀ­πο­τελεῖ ἀ­φ’ ἑ­αυ­τοῦ ἕ­να ἠ­θι­κό λό­γο νά θέ­λο­με νά τόν εὐ­ερ­γε­τή­σο­με, προ­τι­μών­τας τον ἀ­πό ἕ­να ξέ­νο: (1169b 11-1«ἔ­στιν τοῦ ἀ­γα­θοῦ καί τῆς ἀ­ρε­τῆς τό ἐ­νερ­γε­τεῖν, κάλ­λιον δ’ εὖ ποι­ε­ῖν φί­λους ὀ­θνεί­ων». Ό κα­θέ­νας - πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης - ἀ­πο­δί­δει στόν ἄλ­λο τό ἴσο σέ κα­λή θέ­λη­ση καί εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἀ­φο­ῦ λέ­γε­ται ἡ φι­λί­α ἰ­σό­τη­τα” (1157b34-36). Ἔτσι ἡ ἀ­μοι­βαί­α δι­ά­θε­ση γιά εὐ­ερ­γε­σί­α τοῦ φί­λου προ­κα­λε­ῖ τήν ἀν­τι­κει­με­νι­κή ἰ­σό­τη­τα ὠ­φε­λη­μά­των με­τα­ξύ τῶν φί­λων (πβλ.1156b34-35).
 
Ἕ­να ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως πα­ρά­δο­ξο της ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης γιά τήν τέ­λεια φι­λί­α εἶ­ναι ὁ συν­δυα­σμός σ’ αὐ­τήν τῆς ἀ­νι­δι­ο­τε­λοῦς («ἐ­κεί­νου ἔ­νε­κα»), ἀ­γά­πης γιά τό φί­λο μέ μιά ἔν­το­να ἐ­γω­κεν­τρι­κή προ­ο­πτι­κή ἐ­πί τοῦ φί­λου, ὁ ὁ­ποῖ­ος χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὡς ἕ­νας ἄλ­λος ἐ­αυ­τός μας : «ἄλ­λος αὐ­τός»«ἕ­τε­ρος αὐ­τός» (1166a32, I 169b6-7, 1170b6-7). Ὁ φί­λος, ἀ­φ’ ἑ­νός ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται ὡς ἕ­να αὐ­τό­νο­μο πρό­σω­πο πού εἶ­ναι τό γνή­σιο ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς ἀ­γά­πης μας, ἐ­νῶ, ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου, ἡ ἑ­τε­ρό­τη­τα τοῦ φί­λου ὡς ἄλ­λου προ­σώ­που ἀ­πα­λεί­φε­ται μέ τό νά θε­ω­ρεῖ­ται ὁ φί­λος, κά­πως ἀν­τι­φα­τι­κά, ὡς ἕ­νας ἄλ­λος ἑ­αυ­τός μας. 
     
Κα­τά τή γνώ­μη μου τό πα­ρά­δο­ξο αὐ­τό ὀ­φεί­λε­ται σέ μιά ἰ­δι­ό­τυ­πη συν­δι­αλ­λα­γή στήν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κή θε­ω­ρί­α με­τα­ξύ ἐ­γω­κεν­τρι­σμο­ῦ καί αὐ­τοῦ πού ἐ­μεῖς θά λέ­γα­με ἀλ­τρου­ϊ­σμό. Αὐ­τή ἡ συν­δι­αλ­λα­γή γί­νε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα φα­νε­ρή στό ἑ­ξῆς χω­ρί­ο: «καί φι­λο­ῦν­τες τόν φί­λον τό αὐ­τοῖς ἀ­γα­θόν φιλοῦσιν· ὁ γάρ ἀ­γα­θός, φί­λος γι­νό­με­νος, ἀ­γα­θόν γί­νε­ται ᾦ φί­λος» (1157b 33-34) («Καί μέ τό νά ἀ­γα­ποῦν τ­όν φί­λο τους ἀ­γα­ποῦν αὐ­τό πού τούς εἶ­ναι ἀγαθό γιά τούς ἴ­διους - για­τί ἕ­νας κα­λός ἄν­θρω­πος πού γί­νε­ται φί­λος, γίνεται ἀγαθό γιά τό πρό­σω­πο γιά τό ὁ­ποι­ο εἶ­ναι φί­λος»). 
      
Ἐ­δῶ ἡ λέ­ξη «ἀγα­θόν» ση­μαί­νει κά­τι πού εἶ­ναι φο­ρέ­ας ἀ­ξίας. Θα μπορού­σα­με νο­μί­ζω νά ποῦ­με ὅτι ὁ φί­λος εἶ­ναι φο­ρέ­ας εὐ­δαι­μο­νι­στικῆς ἀξίας. Ἡ ὁ­λη συ­ζή­τη­ση γιά τήν τέ­λεια φι­λί­α, ἰ­δί­ως στό ἔ­να­το βι­βλί­ο τῶν Ἠθικῶν Νι­κο­μα­χεί­ων, συν­δέ­ε­ται μέ τό θέ­μα τῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας. Ὁ Ἀ­ρι­στοτέλης λέγει πολ­λά γιά τήν ἀ­ρε­τή σέ σχέ­ση μέ τήν τέ­λεια φι­λί­α, ἀλ­λά ἡ ἀρετή ἀ­πα­σχο­λεῖ ἐ­δῶ αὐ­τήν κα­θ’ ἑ­αυ­τή, ἀλ­λά μό­νο κα­θό­σον εἶ­ναι σύστατικό τῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς ἐ­νέρ­γεια εὐ­χά­ρι­στου ἡδονικοῦ χα­ρα­κτή­ρα (Πρβλ. 1170a4: «οἴ­ον­ταί τέ δεῖν ἡ­δέ­ως γῆν τόν εὐδαίμονα»). Ὡςἐ­νά­ρε­τος ἕ­νας ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἄ­ξιο ἀν­τι­κεί­με­νο ἀ­νι­δι­ο­τε­λοῦς φιλίας καί μπαί­νον­τας ὡς φί­λος μέ­σα στή ζω­ή αὐ­τοῦ πού τόν ἔ­χει φί­λο γίνεται γι’αὐ­τόν ἕ­να εὐ­δαι­μο­νι­κό ἀ­γα­θό.
       
Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης πι­στεύ­ει ὅτι ὁ φί­λος εἶ­ναι ἕ­νας δεύ­τε­ρος ἑαυτός μας μόνο μέ­σα καί χά­ρη στό ἀν­τι­κει­με­νι­κό κα­θε­στώς τῆς φι­λί­ας πού ἑνώνει καί τούς δύ­ο φί­λους. 
     
Τό νά πεῖς τόν φί­λο ἄλ­λον ἑ­αυ­τό σου εἶ­ναι νά πά­ρεις τήν ὑποκειμενική ἄ­πο­ψη ἑ­νός ἀ­πό τους φί­λους. Ἡ φι­λί­α ὅ­μως ὡς ἀν­τι­κει­με­νι­κή ἀ­πο­τε­λε­ῖ ἕ­να ἑ­νια­ῖο σύ­στη­μα σχέ­σε­ων, πού ἀ­να­φέ­ρε­ται καί στους δύο φίλους καί πού ὄ­εν παίρ­νει τήν ἄ­πο­ψη τοῦ ἑ­νός ἤ τοῦ ἄλ­λου φί­λου, ἀλλά ἐξίσου καί ταυ­τό­χρο­νά τους ἐμ­πε­ρι­κλεί­ει σέ μιά κοι­νή μορ­φή βί­ου. Ἡ μια αὐτή ἀν­τι­κει­με­νι­κή κα­τά­στα­ση μπο­ρε­ῖ νά ἰ­δω­θεῖ ἀ­πό τήν ὑ­πο­κει­με­νική σκοπιά τοῦ ἕ­νος ἤ τοῦ ἄλ­λου φί­λου, καί τό­τε ὁ ἄλ­λος φί­λος πα­ρου­σιά­ζεται ὡς  δεύτε­ρος ἑ­αυ­τός. Ὡ­στό­σο ἡ ἔν­νοι­α τοῦ δεύ­τε­ρου ἑ­αυ­τοῦ ἔ­χει νό­η­μα στήν ἀν­τι­κει­με­νι­κή κα­τά­στα­ση τῆς φι­λί­ας πού ἑ­νώ­νει ἀλ­λη­λέν­δετα τους δύο φί­λους.
 
Γιά τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη ἡ ἄλ­τρου­ϊ­στι­κη μέ­ρι­μνα γιά τήν εὐ­δαιμονία τοῦ φί­λου μας συν­δέ­ε­ται ἁρ­μο­νι­κά μέ τή μέ­ρι­μνα γιά τόν ἑ­αυ­τό μας ἐπειδή οἱ ζω­ές μας εἶ­ναι εὐ­δαι­μο­νι­κά συ­νυ­φα­σμέ­νες με­τα­ξύ τους. Ἡ εὐ­δαιμονία τοῦ φί­λου μου εἶ­ναι μιά πλευ­ρά τῆς δι­κῆς μου εὐ­δαι­μο­νί­ας. Ἡ φροντίδα γιά τήν εὐ­δαι­μο­νί­α τοῦ φί­λου μου εῖ­ναι «ἐ­κεῖ­νου ἕ­νε­κα» καί ἑ­στι­ά­ζε­ται σε ἐκεῖνον ἀλ­λά ταυ­τό­χρο­να ἐμ­πε­ρι­κλεί­ε­ται μέ­σα στόν ὁ­ρί­ζον­τα τῆς μέ­ριμνας για τή δι­κή μου εὐ­δαι­μο­νί­α. Ὅ­ταν ὁ Α με­ρι­μνᾶ γιά τόν Β γιά χά­ρη τοῦ Β και ὁ Β με­ρι­μνᾶ γιά τόν Α γιά χά­ρη τοῦ Α, ὁ Α καί ὁ Β ταυ­τό­χρο­να μεριμνοῦν γιά τή δι­κή τους εὐ­δαι­μο­νί­α, ἐ­πει­δή τό κα­λό του Β εἶ­ναι γιά τον Α δικό του κα­λό, καί ἀν­τί­στρο­φα.
    
Ἡ ἐ­γω­κεν­τρι­κή προ­ο­πτι­κή της ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς θε­ω­ρί­ας τῆς φι­λί­ας εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐμ­φα­νής στό κέφ. 9 τοῦ ἐ­νά­του βι­βλί­ου τῶν Ἠθικῶν Νικομαχείων, ὁ­που ὁ Ἀριστοτέλης, ἀν­τι­δρών­τας στήν ἀμ­φι­σβή­τη­ση ἀ­πό με­ρι­κούς της ἀ­νάγ­κης νά ἔ­χει ὁ εὐ­δαί­μων φί­λους, δεί­χνει μέ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα για­τί ἡ φι­λί­α εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη γιά τόν εὐ­δαί­μο­να.
 
Ὁ Ἀριστοτέλης συγ­κεν­τρώ­νει τή συ­ζή­τη­ση πά­νω στό πρό­σω­πο αὐ­τοῦ πού εἶ­ναι «μα­κά­ριος» (1169b 17, 25, I 170a2, 8, 27, b 14), δήλ. αὐ­τοῦ πού εἶ­ναι εὐ­δαί­μων ἀ­πό κά­θε ἄ­πο­ψη, τοῦ πα­νευ­τυ­χῆ, ὅ­πως ἴ­σως θά λέ­γα­με ἐ­μεῖς. 
      
Ἐξ ἀρ­χῆς ὁ Ἀριστοτέλης βά­ζει στό προ­σκή­νιο τῆς συ­ζή­τη­σης τήν κοι­νω­νι­κή φύ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὁ φί­λος εἶ­ναι τό με­γα­λύ­τε­ρο ἐ­ξω­τε­ρι­κό ἀ­γα­θό τοῦ ἀν­θρώ­που καί δέν μπο­ρε­ῖ νά λεί­ψει ἀ­πό τόν μα­κά­ριο, ὁ ὁ­ποῖ­ος χρει­ά­ζε­ται τόν φί­λο ὄ­χι γιά νά εὐ­ερ­γε­τη­θεῖ ἀ­πό αὐ­τόν, ἀλ­λά γιά νά τόν εὐ­ερ­γε­τή­σει (1169b 11-16). «Θἆταν δέ ἴσως πα­ρά­λο­γο - προ­σθέ­τει ὁ Ἀριστοτέλης - νά ὑ­πο­θέ­σει κα­νείς μο­νή­ρη (μο­νώ­την) τόν μα­κά­ριο - για­τί κα­νείς δέν θά προ­τι­μοῦ­σε νά ἔ­χει ὁ­λα τά ἀ­γα­θά καί νά εἶ­ναι ὁ­λο­μό­να­χος· για­τί ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι πο­λι­τι­κό ὄν ἀ­πό τή φύ­ση του καί κα­μω­μέ­νος νά ζῆ μα­ζί μέ ἄλ­λους. Αὐ­τό λοι­πόν ἀ­λη­θεύ­ει καί γιά τόν εὐ­δαί­μο­να, ἀ­φοῦ ἔ­χει ὅ­λα τά ἐκ φύ­σε­ως ἀ­γα­θά. Εἶ­ναι δέ φα­νε­ρό ὅτι εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νά περ­νᾶ κα­νείς τίς μέ­ρες του μέ ἐ­νά­ρε­τους φί­λους πα­ρά μέ ξέ­νους καί τυ­χαί­ους ἄν­θρω­πους. Συ­νε­πῶς εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­οι οἱ φί­λοι στόν εὔὐδαί­μο­να» (1169b 16-22). Κα­τά τόν Ἀριστοτέλη λοι­πόν , ἀ­πό τήν ἄ­πο­ψη τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, κα­τα’ ἀ­νάγ­κην ἡ εὐ­δαι­μο­νί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει τόν φι­λι­κό δε­σμό.
 
Ἀλ­λά δέν εἶ­ναι κά­θε λο­γής φί­λοι ἀ­πα­ραί­τη­τοι γιά τόν εὐ­δαί­μο­να, καί γι’ αὐτό ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἀ­λή­θεια στήν ἀμ­φι­σβή­τη­ση τῆς ἀ­νάγ­κης τῶν φί­λων. Ἀσφαλῶς δέν χρει­ά­ζε­ται ὁ μα­κά­ριος τους χρή­σι­μους φί­λους, ἀ­φοῦ ἔ­χει αὐ­τάρ­κεια ἀ­πό ἀ­γα­θά, κι οὔ­τε χρει­ά­ζε­ται τούς εὐ­χά­ρι­στους φί­λους, ἀ­φοῦ ἡ ζω­ή του εἶ­ναι ἀ­πό τήν φύ­ση της εὐ­χά­ρι­στη καί δέν ἔ­χει ἀ­ναγ­κη ἀ­πό ἐ­πεί­σα­κτη ἡ­δο­νή ( 1 169b23-27).
 
Ἀπαραίτητοι ὅ­μως γιά τόν μα­κά­ριο εἶ­ναι οἱ φί­λοι πού εἶ­ναι κα­τά τό ἦ­θος ἀ­γα­θοί. Ἡ ἐ­γω­κεν­τρι­κή προ­ο­πτι­κή ἀ­πό τήν πλευ­ρά τοῦ εὐ­δαί­μο­νος κυ­ρια­ρχεῖ στά τρί­α ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα πού προ­βάλ­λει ἐ­π’ αὐ­τοῦ ὁ Ἀριστοτέλης. 
      
Τό πρῶ­το ἐ­πι­χεί­ρη­μα (1169b29 1170a4) ἔ­χει νά κά­νει μέ τήν ἀ­νάγ­κη πού ἔ­χει ὁ εὐ­δαί­μων νά γί­νει θε­α­τής τῶν πρά­ξε­ών του, πού ὡς ἐ­νέρ­γεια τῆς ψυ­χῆς εἶ­ναι συ­στα­τι­κές της εὐ­δαι­μο­νί­ας του. Ἡ ἠ­θι­κή θέ­α­ση ὅ­μως ἐγ­κλεί­ει τήν δυ­σκο­λί­α τοῦ νά μπο­ρεῖ κα­νείς νά ἀ­πα­σχο­λεῖ­ται ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά μέ τήν ἠ­θι­κή δρά­ση, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να νά πα­ρα­τη­ρεῖ ὡς θε­α­τής (θε­ω­ρεῖν) τίς πρά­ξεις του[4]. Δι­έ­ξο­δο σ’ αὐ­τή τή δυ­σκο­λί­α πα­ρέ­χει ὁ φί­λος, ἐ­πει­δή εἶ­ναι πιό εὔ­κο­λο νά πα­ρα­τη­ροῦ­με τίς πρά­ξεις τοῦ φί­λου μας πα­ρά τίς δι­κές μας. Χά­ρη στήν πα­ρα­τή­ρη­ση τῶν πρά­ξε­ων τοῦ φί­λου, ἀ­πο­κτοῦ­με τή θέ­α τῶν δι­κῶν μας.
 
Γιά δύ­ο λό­γους οἱ πρά­ξεις τοῦ ἐ­νά­ρε­τού μας εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στες. Πρῶ­τον, εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση τους ἀ­γα­θές καί συ­νε­πῶς ἀ­πό τή φύ­ση τούς εὐ­χά­ρι­στες νά τίς βλέ­πο­με. Δεύ­τε­ρον, μᾶς εἶ­ναι οἰ­κεῖ­ες καί ὡς ἐκ τοῦ­του εὐχάριστες ἐ­πει­δή ὅ,τι εἶ­ναι δι­κό μας εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στο.
 
Ὁ φί­λος ἐ­κλαμ­βά­νε­ται, ἀ­φ’ ἑ­νός ὡς ἕ­να ἀ­νε­ξάρ­τη­το ἀ­πέ­ναντί μας  πρόσω­πο τό ὁ­ποι­ο μπο­ροῦ­με νά πα­ρα­τη­ροῦ­με ὡς θε­α­τές, καί, ἀ­φ’ ἑ­τέρου ἄ­το­μο πού εἶ­ναι τό­σο κον­τά μᾶς ἠ­θι­κῶς καί πνευ­μα­τι­κῶς ὥ­στε να  ἀποτελεῖ ἕ­να δεύ­τε­ρο ἑ­αυ­τό μας. 
     
Ἀξίζει νά σχο­λι­ά­σο­με λί­γο τήν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ Ἀριστοτέλη γιά τον ξεχωρι­στό ἀ­πό μᾶς ἄλ­λο ἄν­θρω­πο, σέ δι­ά­κρι­ση ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό μας, πού ὡς νοητική καί ψυ­χο­σω­μα­τι­κή ὀν­τό­τη­τα εἶ­ναι ἀν­τι­κεί­με­νο γνώ­σης για μᾶς.Ὁ Ἀριστοτέλης δέν θε­ω­ρεῖ τά ἠ­θι­κά καί ψυ­χο­λο­γι­κά κί­νη­τρα τοῦ ἄλλου σά φαι­νό­με­να πού εἶ­ναι κα­τ’ ἀ­νάγ­κην κρυμ­μέ­να ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό μας και για τά ὁ­ποῖ­α μπο­ροῦ­με νά κά­νου­με μό­νο ὑ­πο­θέ­σεις ἤ νά μι­λοῦ­με μό­νο  κατ’άναλογί­αν μέ τόν ἑ­αυ­τό μας, ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζουν πολ­λοί νε­ώ­τε­ροι καί φι­λό­σο­φοι. Δέν πι­στεύ­ει δη­λα­δή ὅτι ὑ­πάρ­χει ἕ­να γνω­σι­ο­λο­γι­κό χάσμα ἀνάμεσα στίς δύ­ο πλευ­ρές τῆς πρά­ξης, πού θέ­λο­με νά γνω­ρί­σο­με, τήν ἐξωτερική συμ­πε­ρι­φο­ρά καί τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή πρα­ξια­κή πνευ­μα­τι­κή[5] δι­α­δι­κα­σία  συμπεριλαμ­βα­νο­μέ­νης καί τῆς ἠ­θι­κῆς προ­αί­ρε­σης. Γιά τόν Ἀ­ρι­στο­τέλη οἱ δύο πλευ­ρές τῆς πρά­ξης τοῦ ἄλ­λου, ἰ­δί­ως στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ φί­λου, μᾶς παρέχον­ται ἄ­με­σα ὡς ἀν­τι­κεί­με­να θέ­ας. Ἐπίσης μπο­ροῦ­με νά συ­νά­γομε ὅτι γιά τόν Ἀριστοτέλη ἡ ἠ­θι­κή ἀ­πο­τί­μη­ση τῶν πρά­ξε­ών μας δέν εἶ­ναι ἀνεξάρτητη ἀλ­λ’ ἀν­τί­θε­τα εἶ­ναι στε­νά συν­δε­δε­μέ­νη μέ τήν ἀ­πο­τί­μη­ση πα­ρό­μοιων πράξεων τοῦ ἄλ­λου, καί ἰ­δι­αί­τε­ρά του ἐ­νά­ρε­του φί­λου. Λεί­πει ὅ­μως στο πιό πάνω ἐ­πι­χεί­ρη­μα τοῦ Ἀ­ρι­στο­τέ­λη ἡ θε­μα­τι­κή ἐ­ξέ­τα­ση τῶν στοι­χεί­ων πού ἀνέφερα.
    
Ὁ Ἀριστοτέλης κα­τα­λή­γει ὡς ἑ­ξῆς: «Θά χρεια­στεῖ λοι­πόν ὁ μακάριος τέ­τοι­ου εἴ­δους [δήλ. ἐ­νά­ρε­τους] φί­λους, ἐ­φ’ ὅ­σον προ­τί­θε­ται να θεᾶται (θε­ω­ρε­ῖν) πρά­ξεις πού εἶ­ναι κα­λές καί οἰ­κεῖ­ες, καί τέ­τοι­ες εἶ­ναι οἱ πράξεις τοῦ κα­λοῦ ἄν­θρω­που πού εἶ­ναι φί­λος του (ὁ μα­κά­ριος δή φί­λων τοιούτων δ­εήη­σε­ται, εἴ­περ θε­ω­ρεῖν προ­αι­ρεῖ­ται πρά­ξεις ἐ­πι­ει­κεῖς καί οἰ­κεί­ας, τοιαῦται δ’ αἵ τοῦ ἀ­γαθ­οῦ φί­λου ὄντος) (1170a2-4). 
      
Τό δεύ­τε­ρο ἐ­πι­χεί­ρη­μα ἑ­στι­ά­ζε­ται στήν ἀ­νάγ­κη πού ἔ­χει ὁ εὐδαίμων νά ἐ­νερ­γεῖ συ­νε­χῶς, ἀ­φοῦ ἡ εὐ­δαι­μο­νί­α εἶ­ναι ἐ­νέρ­γεια. Ἔχοντας ἀ­νάγ­κη, ὁ εὐ­δαί­μων θά μπο­ρεῖ πιό εὔ­κο­λα νά ἀ­πο­λαμ­βά­νει μιά ἐνεργό ζωή πού θά εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νε­χής, ἄν ἔ­χει ἐ­νά­ρε­τους φί­λους μέ τους ὁποίους θά συμ­πράτ­τει καί γιά χά­ρη τῶν ὁ­ποί­ων θά ἑ­ξα­σκεῖ τήν ἀρετή του. Ἀν­τι­θέ­τως, ἡ μο­να­χι­κή δρά­ση εἶ­ναι δύ­σκο­λη καί κου­ρα­στι­κή: Για το μο­να­χι­κό ἄν­θρω­πο (μο­νώ­τη) ἡ ζω­ή εἶ­ναι δύ­σκο­λη, για­τί δέν εἶναι εὔκολο μό­νος του κα­νείς νά ζῆ ἔἐνερ­γό βί­ο συ­νε­χῶς, ἐ­νῶ μα­ζί μέ ἄλ­λους και σέ σχέ­ση μέ ἄλ­λους (με­θ’ ἑ­τέ­ρων δέ καί πρός ἄλ­λους) εἶ­ναι πιό εὔκολο. Ἔτσι θά εἶ­ναι ἡ ἐ­νέρ­γεια πιό συ­νε­χής, ὅ­πως καί πρέ­πει νά εἶ­ναι γιά τον πανευτυ­χή (πε­ρί τόν μα­κά­ριον), μιά καί εἶ­ναι ἡ ἐ­νέρ­γεια εὐ­χά­ρι­στη ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν ἑ­αυ­τό της (κα­θ’ αὐ­τήν) (1170a5-8). Καί, συμ­φω­νών­τας μέ τόν Θέ­ο­γνη, ὁ Ἀριστοτέλης πα­ρα­τη­ρεῖ ὅτι, ὅταν ζῆ κα­νείς μα­ζί μέ ἐ­νά­ρε­τους ἀν­θρώ­πους, μπο­ρεῖ καί ἀ­σκεῖ τήν ἀ­ρε­τή του, τε­λει­ο­ποι­ών­τας την (1170a 11-13).
 
Τό δεύ­τε­ρο αὐ­τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα, πού το­νί­ζει τό ρό­λο τοῦ ἐ­νά­ρε­του φί­λου στήν ἐ­ξά­σκη­ση μί­ας συ­νε­χοῦς δρα­στη­ρι­ό­τη­τας ἀ­πό τόν εὐ­δαί­μο­να, το­πο­θε­τεῖ­ται ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά μέ­σα στό πλαί­σιο τῆς φι­λί­ας ὡς ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς κα­τά­στα­σης πού εὐ­νο­εῖ τήν δρά­ση - γιά χά­ρη τοῦ φί­λου, καί σέ συ­νερ­γα­σί­α καί σύμ­πρα­ξη μέ τό φί­λο.
 
Τό τρί­το καί τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­πι­χεί­ρη­μα γιά τήν ἀ­ναγ­κη τοῦ φί­λου ἀ­φορ­μᾶ­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τήν βα­θύ­τε­ρη ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση (φυσικώτερον) τῶν ἐ­νά­ρε­των φί­λων (1170a 13-14).
 
Ξε­κί­νη­μα τοῦ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τος εἶ­ναι ἕ­νας γνω­σια­κός χα­ρα­κτη­ρι­σμός τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς. Ὁ Ἀριστοτέλης ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅτι ὁ ὁ­ρι­σμός τῆς ἀν­θρώ­πι- νῆς ζω­ῆς ἔ­χει νά κά­νει μέ τίς γνω­στι­κές δυ­νά­μεις τῆς αἴ­σθη­σης καί τῆς νό­η­σης· ἀλ­λά μιά δύ­να­μις ἀ­πο­κα­λύ­πτει τήν οὐ­σία της, ὅταν ἐ­νερ­γο­ποι­εῖ­ται. Συ­νε­πῶς ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ή εἶ­ναι κυ­ρί­ως ἡ ἐ­νέρ­γεια τοῦ αἰ­σθά­νε­σθαι καί τοῦ νο­εῖν (1170a 16-19). Ἀξιολογικά ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ή εἶ­ναι ἀ­γα­θή ἀ­πό τή φύ­ση της, ἐ­πει­δή ἔ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νο χα­ρα­κτή­ρα («ὡ­ρι­σμέ­νον γάρ») καί ὡς ἀ­γα­θή εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στη καί ἐ­πι­θυ­μη­τή ἀ­πό ὁ­λους τους ἄν­θρω­πους καί ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πό τόν ἐ­νά­ρε­το ἄν­θρω­πο, ἀ­φοῦ ἡ ζω­ή του εἶ­ναι κα­τα’ ἐ­ξο­χήν ἄ­ξια προ­τί­μη­σης καί εὐ­τυ­χε­στά­τη (1170a 14-16. 21-22). Τήν ἐ­ξή­γη­ση γιά τό τί ἐν­νο­εῖ ὁ Ἀριστοτέλης ὅταν ὁ­μι­λε­ΐ γιά τόν συγ­κε­κρι­μέ­νο χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς, πού συ­νί­στα­ται στήν ἐ­νέρ­γεια τῆς αἴ­σθη­σης καί τῆς νό­η­σης, τήν βρί­σκου­με σ’ ἕ­να πα­ράλ­λη­λο χω­ρί­ο στή συ­ζή­τη­ση γιά τήν φι­λί­α στά Ἠθικά Εὐ­δή­μεια, 1245a 1-10. Τό «ὡρι­σμέ­νον» στήν αἴ­σθη­ση καί στή νό­η­ση προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τόν «ὡρι­σμέ­νον» του αἰ­σθη­τοῦ καί τοῦ νο­η­τοῦ εἴ­δους πού ἔ­χουν ὡς ἀν­τι­κεί­με­να τους ἀν­τι­στοί­χως ἡ αἴ­σθη­ση καί ἡ νό­η­ση. Ἡ αἴ­σθη­ση καί ἡ νό­η­ση ταυ­τί­ζον­ται καί γί­νον­ται ἕ­να μέ τό ἀν­τι­κεί­με­νό τους, ὅταν τό γνω­ρί­ζουν, καί ἔ­τσι παίρ­νουν ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο τόν συγ­κε­κρι­μέ­νο τους χα­ρα­κτή­ρα («ὡρι­σμέ­νον»), πού ἀ­νή­κει στήν τά­ξη τοῦ ἄ­γα­θου[6]
     
Σέ συ­νέ­χεια ὁ Ἀριστοτέλης ἐ­ξε­τά­ζει τήν ἀν­θρι­ό­πι­νη ζω­ή ἀ­πό τήν ψυ­χο­λο­γι­κή πλευ­ρά αὐ­τοῦ πού αἰ­σθά­νε­ται καί πού νο­εῖ καί πα­ρα­τη­ρεῖ ὅτι ἕ­νας πού αἰ­σθά­νε­ται καί νο­εῖ ταυ­τό­χρο­να αἰ­σθά­νε­ται ὅτι αἰ­σθά­νε­ται καί ὅτι νο­εῖ. «Αἰ­σθά­νε­ται ὅτι» ἔ­χει τή ση­μα­σί­α ἐ­δῶ αὐ­τοῦ πού ἐ­μεῖς θά λέ­γα­με «ἔ­χω συ­νεί­δη­ση ὅτι». Τό νά ἔ­χει ἕ­νας ἄν­θρω­πος συ­νεί­δη­σή τοῦ ὅτι αἰ­σθά­νε­ται καί ὅτι νο­εῖ ση­μαί­νει ὅτι ἔ­χει συ­νεί­δη­σή τοῦ ὅτι ὕ­παρ­χει ὡς ἄν­θρω­πος - πράγ­μα πού εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στο - ἐ­πει­δή ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ή εἶ­ναι ἀ­πό τή φύ­ση της ἀ­γα­θή καί εὐ­χά­ρι­στη. Ἰ­δι­αί­τε­ρα δέ ἐ­πι­θυ­μη­τή εἶ­ναι ἡ ζω­ή γιά τόν ἐ­νά­ρε­το ἄν­θρω­πο πού χαί­ρε­ται μέ­σα του ἀ­νεμ­πό­δι­στα τή συ­νεί­δη­ση τῆς ἀ­γα­θό­τη­τας καί γλυ­κύ­τη­τας τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης (1170a31-b5). Ὁ ἐ­νά­ρε­τος ἄν­θρω­πος θέ­λει ὁ­μως νά χα­ρεῖ, ὡς συ­στα­τι­κά της εὐ­δαι­μο­νί­ας του, ὄχι μόνο τή συ­νεί­δη­ση τῆς ὕ­παρ­ξής του, ἀλ­λά ἐ­πί­σης καί τή συ­νεί­δη­ση τῆς ὕπαρξης τοῦ φί­λου του μα­ζί μέ τή συ­νεί­δη­ση πού ἔ­χει γι’ αὐ­τήν ὁ φί­λος του. Προϋπόθεση ἐ­δῶ εἶ­ναι ἡ κοι­νό­τη­τα τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς τῶν φί­λων μέ­σα στο πλαίσιο τῆς φι­λί­ας ὡς ἑ­νια­ίας ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς κα­τά­στα­σης. 
      
Κρί­κος γιά τό δε­σμό τῶν δύ­ο ὑ­παρ­κτι­κῶν συ­νει­δή­σε­ων γί­νεται ἡ ἔννοια  τοῦ φί­λου ὡς ἄλ­λου ἑ­αυ­τοῦ μας (ἕ­τε­ρος αὑ­τός) (1170b6). «Ὅπως ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος (σπου­δαῖ­ος) δι­α­τί­θε­ται πρός τόν ἑ­αυ­τό του - λέ­γει ὁ Ἀριστοτέ­λης - ἔ­τσι δι­α­τί­θε­ται καί πρός τόν φί­λο του (για­τί ὁ φί­λος εἶναι ἕνας ἄλ­λος ἐ­αυ­τός)· ὅπως λοι­πόν ἡ ὕ­παρ­ξή του τοῦ εἶ­ναι ἄ­ξια ἐ­πι­λογῆς, το ἴδιο, ἤ πα­ρα­πλή­σια, ἄ­ξια ἐ­πι­λο­γῆς γι’ ­αὐ­τόν εἶ­ναι ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ φί­λου του. Ἀλλά εἴ­πα­με ὅτι ἡ ὕ­παρ­ξη εἶ­ναι ἄ­ξια ἐ­πι­λο­γῆς, ἐ­πει­δή ἔ­χο­με τή συνείδηση ὅτι εἶ­ναι ἀ­γα­θή (διά τό αἰ­σθά­νε­σθαι αὐ­τοῦ [δήλ. τοῦ εἶ­ναι][7] ἀ­γα­θο­ῦ αὐ­τή ἡ συ­νει­δη­τό­τη­τα (αἴ­σθ­η­σις) εἶ­ναι κα­θ’ ἑ­αυ­τήν εὔ­χα­ριστη. Πρέπει συ­νε­πῶς ὁ ἐ­νά­ρε­τος νά συμ­με­τέ­χει στή συ­νεί­δη­ση πού ἔ­χει ὁ φίλος του γιά τήν ὕ­παρ­ξή του (συ­ναι­σθά­νε­σθαι ἄ­ρα δεῖ καί τοῦ φί­λου ὅτι ἔ­στιν) κι αὐτό μπο­ρε­ῖ νά ἐ­πι­τευ­χθεῖ, ἄν ζο­ῦ­νε μα­ζί καί ἄν με­τέ­χουν σέ κοι­νούς λόγους καί σκέ­ψεις (κοι­νω­νε­ῖν λό­γων καί δι­α­νοί­ας). Για­τί αὐ­τό μᾶλ­λον εἶναι το νόημα τοῦ νά ζοῦν μα­ζί οἱ ἄν­θρω­ποι, καί ὄ­χι, ὅ­πως στήν πε­ρί­πτω­ση ταῶν χορτοφά­γων ζώ­ων, νά βό­σκουν στόν ἴ­διο τό­πο». (1170b5-14).
 
Χά­ρη στήν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τῶν συ­νει­δή­σε­ων, ὁ δι­ά­λο­γος καί οἱ λογισμοί  τῶν φί­λων ἀ­πο­τε­λοῦν, σύμ­φω­να μέ τή συλ­λο­γι­στι­κή του Ἀ­ριστοτέλη ἕνα ἑ­νια­ῖο σύμ­πλεγ­μα πνευ­μα­τι­κῆς ἐ­νέρ­γειας, πού ἑ­νώ­νει τούς φίλους σε μιά κοι­νή εὐ­δαι­μο­νί­α.
 
Ὁ φί­λος, γιά τούς ἀ­νω­τέ­ρω λό­γους, εἶ­ναι ἄ­ξιος ἐ­πι­λογῆς. Και ὁ Ἀριστοτέλης κα­τα­λή­γει μέ τό συμ­πέ­ρα­σμα: «καί ὅ,τι εἶ­ναι γιά τον μακάριο ἄν­θρω­πο ἄ­ξιο ἐ­πι­λο­γῆς πρέ­πει καί νά τό ἔ­χει, εἰ­δάλ­λως θά εἶ­ναι ἀπό αύτή τήν ἄ­πο­ψη ἐν­δε­ής. Ἄρα θά πρέ­πει γιά νά εἶ­ναι κά­ποι­ος εὐδαίμων να ἔχει ἐνά­ρε­τους φί­λους» (1170b 17-19).
 
Μ’ ἔ­χει ἀ­πα­σχο­λή­σει σ’­αὐ­τή τή με­λέ­τη ἡ δι­ά­κρι­ση με­τα­ξύ δύο ἐννοιῶν τῆς φι­λί­ας πού χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ Ἀριστοτέλης στή θε­ω­ρί­α του γιά την τέλεια φι­λί­α. Αὐ­τές εἶ­ναι, πρῶ­τον, ἡ φι­λί­α ὡς ἀ­νι­δι­ο­τε­λής ὑ­πο­κει­με­νική διάθεση πού χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πό τή βού­λη­ση τῶν ἀ­γα­θῶν καί τῆς ὕπαρξης για χάρη τοῦ φί­λου ὡς ἠ­θι­κῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας· καί, δεύ­τε­ρον, ἡ φι­λί­α ὡς ἀντικειμενική κα­τά­στα­ση, πού ἑ­νώ­νει σέ μιά κοι­νή ἠ­θι­κή, γνω­σια­κή καί συνειδησια­κή ζω­ή, μέ στό­χο τήν εὐ­δαι­μο­νί­α, πρό­σω­πα πού εἶ­ναι ἴ­σα ἀ­ξιολογικά καί ὅ­μοι­α με­τα­ξύ τους στίς ἐ­πι­δι­ώ­ξεις τους, ἀ­πο­τε­λών­τας ὁ ἕ­νας για τον ἄλλο ἕ­να δεύ­τε­ρο ἑ­αυ­τό. Μέ­σα στά ὅ­ρια ἑ­νός κοι­νοῦ βί­ου, ὁ ἐ­γω­κεν­τρικός  εὐδαιμο­νι­σμός ἐ­ναρ­μο­νί­ζε­ται μέ τήν ἀ­νι­δι­ο­τε­λῆ ἐ­πι­δί­ω­ξη τῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας τοῦ φί­λου.
 ----------------------
           [1]     Ἡ εὐτραπελία εἶναι γιά τόν Ἀριστοτέλη μιά ἤθικη ἀρετή κοινωνικότητας (Η.Ν..Β. 1108a23-26).
[2]     Ἡ φαινομενική τουλάχιστον ἀντίθεση μεταξύ της ἀπαίτησης γιά ἀντιφίλιση στή φιλία καί τοῦ ἐκθειασμοῦ τῆς ἀμέριστης ἀγάπης, πού ἀγνοεῖ τήν ἀνταπόκριση, ἀπασχολεῖ τόν L. Dugas στό βιβλίο του L’ Amitie antique (Παρίσι, 1894). Ἀρχικά ὁ Γάλλος μελετητής τῆς ἀρχαίας φιλίας ὁμιλεῖ γιά ἀντίφαση στή θεωρία τοῦ Ἀριστοτέλη γιά τή φιλία (σ. 197-8), ἀλλά ἀργότερα ἀμβλύνει τήν ἔνταση, μιλώντας γιά δυό διαφορετικές προοπτικές γιά τή φιλία στόν Ἀριστοτέλη, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ μία εἶναι κοινωνιολογική (μέ κυρίαρχη τήν ἔννοια τῆς κοινωνίας), ἐνῶ ἤ ἄλλη εἶναι ψυχολογική (μέ κυρίαρχη τήν ἔννοια τῆς συναισθηματικῆς ἀγάπης) (βλ. π.χ. σ. 202). Ἡ ὀντολογική δομή τῆς φιλίας ὡς ἀντικειμενικῆς κατάστασης , πού μέ ἐνδιαφέρει ἰδιαίτερα, δέν ἀπασχολεῖ τόν Dugas. 
[3]    Τό ὅτι ἤ ἤθική της φιλίας στόν Ἀριστοτέλη δέν εἶναι ἤθική της μεσότητας, μεταξύ ὑπερβολῆς καί ἔλλειψης, ὑποστηρίζεται ἀπό τόν Stanislaw Tatarkiewicz, ὁ ὁποιος διακρίνει τρία διαφορετικά ἤθικα συστήματα στόν Ἀριστοτέλη, τήν ἠθική τοῦ πρακτικοῦ βίου. τήν ἠθική τοῦ θεωρητικοῦ βίου, καί τήν ἠθική της φιλίας (βλ.“ Les trois morales D’ Aristote”, Seances el Travaux de I’Academie des Sciences Morales et Poliriques. Παρίσι, 1931). ’Ἐσφαλμένη μοϋ φαίνεται ἤ ἄποψη τοῦ Paul Schollmeicr πού γράφει ὅτι κατά τόν Ἀριστοτέλη, [g]ood friends love one another neither too much nor too little, tor they find good qualities and activities lovable in each other, and these qualities and activities are in accordance with a mean”, (βλ.Other Selves: Aristotle on Personal and Political Friendship, State University ot New York Press, Albany, 1994. σ. 48.) Κρίνοντας τόν συλλογισμό τοῦ Schollmeier, ἄς παρατηρήσουμε ὅτι μπορεΐ μέν ὁ ἀξιαγάπητος χαρακτήρας τῶν ἐνάρετων φίλωνλων νά ἱκανοποιεῖ τόν κανόνα τοῦ μέτρου καί τῆς μεσότητος, χωρίς νά ἕπεται ὅτι καί ἤ ἀγάπη τῶν φίλων ὑπάγεται στόν κανόνα τοῦ μέτρου.
[4]      Πρβλ. τό σχόλιο τῶν R. A. Gautier καί J. Υ. Jolif γιά τούς στίχου; 1169b33-35, στό L'Ethique a Nicomaque, t. II, Commentaire, Louvain-Paris. 1970, σ. 753-754.
[5]     Θεωρῶ τό χωρίο τῶν Η.Ν., 1170a22-25 (οὐ δεῖ δέ... ἔστε φανερώτερον) ὡς σχόλιο ξένης χειρός πού παρεισέφρυσε στό κείμενο. Τό ζῆν ὁρίζεται ὡς ἡ ἐνέργεια τοῦ αἰσθάνεσθαι ἤ νοεῖν· τό «ὡρισμένον» τοῦ ζῆν ἔχει νά κάνει μέ τήν γνωσιακή φύση τοῦ ζῆν καί ὄχι, ὅπως στό , κατ’ ἐμέ, παρείσακτο χωρίο, μέ τήν ἀντίθεση πρός τήν ἀοριστία τῆς μοχθηρᾶς καί διεφθαρμένης ζωῆς. Τό παράλληλο τμῆμα τῶν Ἠθικῶν Εὐδημίων εἶναι σαφές γιά τόν γνωσιακό χαρακτήρα τοῦ «ὡρισμένον».
[6]     Τό ρῆμα «αἰσθάνεσθαι», στή συνειδησιακή του σημασία, πιστεύω ὅτι καλύπτει ἐξ ἴσου τήν αἴσθηση ὅσο καί τή νόηση. Γι’ αὐτό καί δέχομαι τήν κριτική διόρθωση τοῦ κειμένου τῶν στίχων 1170a31 -32 ἀπό τόν Bywater: «ὥστε ἄν αἰσθανώμεθ’, ὅτι αἰσθανόμεθα κἄν νοῶμεν, ὅτι  νοοῦμεν».
[7]      Δέχομαι τήν διόρθωση «αὐτοῦ» (ἀντί τῆς γραφῆς «αὑτοῦ»«ἑαυτοῦ» Κοραη γιά τόν στίχο πού ἀντιστοιχεῖ στό 1 170b9. Ὁ Κοραής σχολιάζει: «Διά το αἰσθάνεσθαι αὐτοῦ (τουτέστι τοῦ εἶναι καί ζῆν) ὅτι ἄγαθόν ἐστι».

Ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά;

Καθίσαμε στην άκρα της θάλασσας. Ένας φοβερός αστερισμός ανέβηκε από το βουνό, πολυόμματο τέρας με στρουφιχτήν ουρά, κάπου - κάπου ένα αστέρι ξεκολλούσε κι έπεφτε.
Ο Ζορμπάς κοίταξε τα' αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τα 'βλεπε για πρώτη φορά.
- Τι γίνεται εκεί απάνω! Μουρμούρισε.
Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε:
- Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα 'καμε; Γιατί τα 'καμε; Και πάνω απ' όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί πεθαίνουμε;
- Δεν ξέρω, Ζορμπά! Αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορούσα να το ξηγήσω.
- Δεν ξέρεις! Έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν.
Όμοια γούρλωσαν και μια άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πως δεν ξέρω χορό.
- Τότε τι 'ναι τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; ’μα δε λένε αυτό, τι λένε;
- Λένε τη στεναχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν' απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα.
- Να τη βράσω τη στεναχώρια τους! Έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάκτηση το πόδι στις πέτρες.
Στράφηκε πάλι σε μένα.
- Εγώ θέλω να μου πεις από πού ερχόμαστε και που πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές · θα 'χεις στύψει δυο- τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί· τι ζουμί έβγαλες;
Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε· αχ, να μπορούσα να του 'δινα μιαν απόκριση!
Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η καλοσύνη, μήτε η Νίκη· μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι ΄ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να προχωρέσει.

- Δεν απαντάς; Έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία.
Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφό μου να καταλάβει τι είναι ο ιερός τρόμος:
- Είμαστε σκουλήκια μικρά- μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ' ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η Γη μας· τ' άλλα φύλλα είναι τ' αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα· τ' οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει· το γευόμαστε, τρώγεται· το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.
Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου· από την άκρα αυτή σκύβουμε, μετα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω το χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια- ανάρια το θρό που κάνουν τ' άλλα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν' ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει…
Σταμάτησα. Ήθελα να πω: "Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η Ποίηση", μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.
- Τι αρχίζει; Ρώτησε ο Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;
- … αρχίζει ο μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. ’λλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε : "Θεός"· άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: "Μου αρέσει".
Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα· βασανίζουνταν να καταλάβει.
- Εγώ, είπε στο τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο· τον κοιτάζω και δε φοβάμαι όμως ποτέ, ποτέ σε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!
Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι:
- Όχι, δε θ' απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: "Σφάξε με, αγά μου, ν' αγιάσω!"
Δε μιλούσα· στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.
- Δεν είμαι λεύτερος; Ξαναφώναξε.
Δε μιλούσα. Να λες "Ναι!" στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευγο σε δικιά σου λεύτερη βούληση- αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το 'ξερα, και γι' αυτό δε μιλούσα.
Ο Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να του πω, έβαλε μια πέτρα προσκεφάλι και ξάπλωσε.
- Καληνύχτα, αφεντικό, είπε· φτάνει.

Νίκου Καζαντζάκη "Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά"

 

Και όμως… Η Μήδεια Δεν Σκότωσε τα Παιδιά της

«Το δίκιο δε φωλιάζει στα μάτια των θνητών · δίχως να μάθεις τι κρύβει κάποιος στην καρδιά του τον μισείς μ’ ένα σου βλέμμα μοναχά, χωρὶς ποτέ κακό να σου ’ χει κάνει.»
Μήδεια-Ευριπίδης

Έχουμε πληθώρα συνθέσεων-ανακατασκευών του μύθου της Μήδειας με την ευριπίδειο μορφή να θεωρείται πρωτότυπη. Έτσι η πρωταγωνίστρια δεν είναι ποτέ η ίδια, αλλά αλλάζει ώστε σήμερα πια να μιλάμε για Μήδειες και για ένα πλουραλισμό των προσωπείων της ηρωίδας…

Όλες τους όμως εισάγουν, πρώτο διδάξαντα τον Ευριπίδη, την παιδοκτονία στη δράση τους: αυτό είναι γεγονός οξύμωρο, αν σκεφτεί κανείς ότι η παράδοση μιλά για τη Μήδεια και τα παιδιά της ως παρουσίες αλληλένδετες και ότι η Μήδεια εμφανίζεται συγχρόνως ως θεότητα της γονιμότητας και της μητρότητας.

Η Μήδεια είναι η ηρωίδα που «μήδεται» δηλαδή προνοεί, νοιάζεται, γνωρίζει τις τελετές των μυστών και μεταφέρει τη γνώση της στην Ελλάδα.

Το όνομα Μήδεια προέρχεται από το ρήμα μέδομαι, το οποίο σημαίνει προνοώ, μελετώ, διαλογίζομαι και φροντίζω, καθώς και επινοώ, μηχανεύομαι και εν τέλει κυβερνώ, άρχω.

Στη ενεργητική του διάθεση, μέδω, το ρήμα αποκτά τη σημασία του εξουσιάζω, προστατεύω. Φορέας και εκπρόσωπος ενός αρχαϊκού πολιτισμού, ανήκει σ’ ένα είδος «ορφισμού». Είναι ερωμένη, ερωτευμένη μάγισσα που σώζει τον εραστή και τους συντρόφους της, είναι μάνα αλλά και «Μέδουσα» και «Σκύλλα», η «πανφάρμακη ξείνα» κατά τον Πίνδαρο. Θεωρείταιμάγισσα, γιατί: Παρασκευάζει προστατευτικές αλοιφές, χρησιμοποιεί ξόρκια, δηλητηριάζει, μαγνητίζει με το βλέμμα, προκαλεί ύπνο, έχει μαντικές ικανότητες, φονεύει (θυσιάζει, ανθρωποθυσία) ή βάζει άλλους να φονεύουν τελετουργικά και κομματιάζει. Επίσης υπόσχεται και επιδιώκει με τελετουργικές δράσεις, ξόρκια και ουσίες την αναπαραγωγή, αιώνια νιότη και την αθανασία.

Ως «Θεοειδής μάγισσα» την κοσμεί ο Page, ο οποίος της αποδίδει μαγικο θρησκευτικές αρετές. Κάνει θετική ή αρνητική χρήση τους: πρόκειται για μια ηθική αντιπαράθεση ανάμεσα στην «λευκή» και τη « μαύρη» μαγεία, μια διχοτόμηση ανάμεσα στο θείο και το δαιμονικό, μια σχάση ανάμεσα στο καλό και το κακό.

Κι όμως η Μήδεια δεν σκότωσε τα παιδιά της· η Μήδεια του μύθου γιατί η Μήδεια του Ευριπίδη, ναι, το έκανε, τα σκότωσε και τα δύο. Όχι πως έκανε λίγα εγκλήματα η Μήδεια του μύθου: έκοψε κομματάκια τον αδελφό της και τον σκόρπισε στη θάλασσα, αργότερα έβαλε τις κόρες του Πελία να σκοτώσουν τον πατέρα τους, αλλά τα παιδιά της όχι, δεν τα σκότωσε.

Ούτε η Μήδεια του Πίνδαρου σκότωσε τα παιδιά της. Αγάπησε τον Ιάσονα και τον βοήθησε με τα μαγικά της να κλέψει το χρυσόμαλλο δέρας αλλά ως εκεί. Το ίδιο κι η Μήδεια του Απολλώνιου του Ρόδιου. Μετά από εντολή της Αφροδίτης, ο Έρωτας σημάδεψε την καρδιά της κι αγάπησε παράφορα τον Ιάσονα με τον οποίο, μετά από πολλές περιπλανήσεις, κατέληξαν στην Αίγινα και τέλος καλό.
Η Μήδεια λοιπόν δεν σκότωσε τα παιδιά της. Τώρα πώς του ήρθε του Ευριπίδη, τέτοια ιδέα είναι μεγάλη ιστορία. Μια ιστορία που θα την πούμε παρακάτω.

Όμως ποια ήταν η Μήδεια; Τι λέει η μυθολογία μας για αυτήν;

Ας πάμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι.

Στην ελληνική μυθολογία, η Μήδεια είναι κόρη του βασιλιά της Κολχίδας, Αιήτη και της Ωκεανίδας Ιδυίας ή Εκάτης και εγγονή του θεού Ήλιου. «Με τον θεών το θέλημα, την ομορφομάγουλη Ιδυία κι από τον έρωτά του αυτή του γέννησε τη Μήδεια την ομορφοστράγαλη…» μας λέει ο Ησίοδος στην Θεογονία του. Αδερφή της η Χαλκιόπη η οποία παντρεύτηκε τον Φρίξο.Από τη θεία της, Κίρκη, είχε μάθει την τέχνη της μαγείας, την οποία χρησιμοποιούσε σ’ όλη την ζωή της ενώ το όνομα της μητέρας της αλλάζει, με αποτέλεσμα να αλλάζει και η συγγένεια που έχει με την Κίρκη και την Εκάτη. Άλλοτε μητέρα της είναι η Ωκεανίδα Ιδυία ή η Εκάτη (Διόδωρος), άλλοτε είναι ανιψιά και άλλοτε αδελφή της Κίρκης. Πάντως, και οι τρεις ανήκουν στον ίδιο κύκλο των μαγισσών, με προστάτιδα την Εκάτη και τη Μήδεια να αποκτά αυτόν τον ρόλο και στην αττική τραγωδία στον μύθο τωνΑργοναυτών. Η Μήδεια ήταν ιέρεια της Άρτεμης στην Κολχίδα, το οποίο είχε ιδρύσει η Εκάτη.

Για τη Μήδεια εξιστορούν πως έμαθε από τη μητέρα και την αδελφή της όλες τις ιδιότητες των φαρμάκων, αλλά τα χρησιμοποίησε για εντελώς αντίθετους σκοπούς· γιατί έβαλε στόχο της να γλιτώνει από τους κινδύνους τους ξένους που κατέπλεαν, πότε με το να παρακαλεί τον πατέρα της να χαρίσει τη ζωή στους μελλοθάνατους και πότε να τους απελευθερώνει η ίδια από τη φυλακή και να προνοεί για την ασφάλεια των άτυχων ανθρώπων γιατί ο Αιήτης, τόσο ένεκα της δικής του ωμότητας όσο και από την επίδραση της γυναίκας του της Εκάτης, είχε δεχτεί το έθιμο της ξενοκτονίας.

Την έθεσε λοιπόν υπό «ελευθέρα φυλακή»· όμως η Μήδεια κατάφερε να δραπετεύσει και κατέφυγε σε κάποιο τέμενος του Ήλιουκοντά στη θάλασσα. Τότε ήταν που μια νύχτα κατέπλευσαν στην Κολχίδα στο εν λόγω τέμενος και οι Αργοναύτες ερχόμενοι από την Ταυρική. Εκεί, λοιπόν, συνάντησαν τη Μήδεια να περιπλανιέται στην ακτή κι έμαθαν από αυτή για το έθιμο της ξενοκτονίας, χάρηκαν με την πολιτισμένη στάση της κοπέλας και, αφού της φανέρωσαν τον σκοπό τους, έμαθαν, πάλι από εκείνη, τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε για κείνη ο πατέρας της, επειδή η ίδια σεβόταν τους ξένους. Μετά απ’ αυτά, οι Αργοναύτες άφησαν φύλακες στο πλοίο και ξεκίνησαν νύχτα μαζί με τη Μήδεια για το χρυσόμαλλο δέρας.

Η Μήδεια υποσχέθηκε να τους βοηθήσει μέχρις ότου εκτελέσουν τον προκείμενο άθλο, και ο Ιάσονας της έδωσε όρκο πίστης ότι θα την παντρευτεί και θα την έχει σύζυγο για όλη του τη ζωή με τον όρο να την πάρει από τη βάρβαρη χώρα της, ώστε να μην χρειάζεται να επιτελεί τις θυσίες των ξένων.

Ο βασιλιάς των Κόλχων, Αιήτης, ζήτησε με τη σειρά του από τον Ιάσονα να επιτελέσει δύο άθλους. Να ζέψει δύο άζευτους μέχρι εκείνη τη στιγμή ταύρους με χάλκινα πόδια, που έβγαζαν φλόγες από τα ρουθούνια τους, δώρο του Ηφαίστου στον Αιήτη. Και να οργώσει με αυτούς ένα χωράφι και να το σπείρει με τα δόντια του δράκου που είχε σκοτώσει ο Κάδμος στη Βοιωτία, τα μισά από τα οποία είχε δώσει ο Κάδμος στον Αιήτη. Επειδή η Μήδεια ερωτεύτηκε τον Ιάσονα -οι δύο νέοι συναντήθηκαν στον ναό της Εκάτης, τον βοήθησε.

«και πως απ΄ τους παρθενικούς της πόθους νικήθηκε η Μήδεια κι έκανε απαίσιο γάμο χάρη στο θέλημα της Ήρας. Γιατί η Κυθέρεια, του έρωτα τροφός, ξύπνησε μέσα της σφοδρή επιθυμία και πέρασε το βέλος μες στα σπλάχνα της η Ερινύα των κακών ερώτων…» (Ορφέως «Αργοναυτικά»).

Του έδωσε μιαν αλοιφή που είχε φτιάξει από το προμήθειο, βότανο που είχε φυτρώσει από το αίμα της πληγής του Προμηθέα. Με αυτό ο Ιάσονας άλειψε το σώμα του και επικάλυψε τα όπλα του και παρέμεινε προστατευμένος για εικοσιτέσσερις ώρες -τόσο διαρκούσε η δύναμη της αλοιφής. Πριν από αυτό ο Ιάσονας έπρεπε να επικαλεστεί τη θεά Εκάτη. Προμήθειο και προσευχή τον προφύλαξαν από τις πύρινες ανάσες και τα χάλκινα πόδια των ταύρων.

Η Μήδεια αποκάλυψε στον Ιάσονα ότι, καθώς θα έσπερνε τα δόντια του δράκου, θα φύτρωναν οπλισμένοι πολεμιστές, που θα επεδίωκαν να τον σκοτώσουν, όπως είχε συμβεί και με τον Κάδμο στην Αρεία πηγή, και ότι θα έπρεπε να κάνει ό,τι και ο Κάδμος: να ρίξει μια πέτρα ανάμεσα στους πολεμιστές που «έσπειρε», οπότε αυτοί θα αλληλοσκοτώνονταν θεωρώντας ότι κάποιος από τους ίδιους την έριξε.

Με τις συμβουλές της Μήδειας ο Ιάσονας κατάφερε να ζέψει τους ταύρους χωρίς να καεί από τις φλόγες τους και να γλυτώσει από την επιθετική μανία των «Σπαρτών» της Κολχίδας.

Ο Ιάσονας έπρεπε να πάρει το δέρας μόνος του, κάτι που δεν θα κατόρθωνε χωρίς τις ιδιαίτερες ικανότητες της Μήδειας που με τα μάγια της αποκοίμισε τον ακοίμητο δράκο που το φυλούσε. Τότε ο Ιάσονας πλησίασε, ξεκρέμασε το δέρας από το δέντρο όπου ήταν κρεμασμένο και το πήρε μαζί του.

Ύστερα απ’ αυτό ακολούθησε τον εραστή της και για να αργοπορήσει τον Αιήτη, ο οποίος τους καταδίωκε, τεμάχισε τον αδελφό της,Άψυρτο και σκόρπισε στη θάλασσα τα μέλη του. Έτσι απελπισμένος ο Αιήτης άρχισε να μαζεύει τα μέλη του γιου του. Ο Γρέιβς υποστηρίζει ότι το όνομα «Άψυρτος» δεν είναι παρά ένα προσωνύμιο του Ορφέως και ότι ο μύθος αναφέρεται στον διαμελισμό του από τις μαινάδες.

Τις καταλογίζουν ένα φόνο που ποτέ δεν έκανε γιατί όπως γράφει ο Στράβων (Ζ 5,5) αρχηγός του κοχλικού στόλου ήταν και μετά οΆψυρτος και ότι η Μήδεια –δήθεν – τον σκότωσε στις Αψυρτίδες νήσους κοντά στα ιλλυρικά παράλια. Φαίνεται ότι στα νησιά αυτά εδόθη στον Άψυρτο από την ιέρεια και αδελφή του η τελική μύηση της αθανασίας. Το συμβολικό κομμάτιασμα (όπως το κομμάτιασμα του Διόνυσου αλλά και του Ορφέως) ήταν μέσα στις τεχνικές της αθανασίας, ήταν ένας πανάρχαιος αιματηρός ίσως τρόπος απόρριψης του παλιού αίματος ενσωματωμένος στις όλες τεχνικές της αθανασίας. Βλέπουμε λοιπόν ολοκάθαρα ότι η Μήδεια σαν ιέρεια της Άρτεμης κατείχε μαγικές δυνάμεις και συνάμα τεχνικές αθανασίας που εφάρμοσε στον αδελφό της.

Η Μήδεια προτού φύγει προφανώς θέλησε να κάνει σωματικά αθάνατο τον αδελφό της, αλλά βέβαια το ιερατείο το οποίο έλεγχε τα γραπτά διαστρέβλωσε την πραγματικότητα και την παρουσίασε σαν φόνισσα του αδελφού της.

Ο γάμος του Ιάσονα και της Μήδειας έγινε κρυφά στο σπήλαιο της Μάκριδος στη Σχερία, που έκτοτε θεωρούνταν ιερό της Μήδειας. Το γάμο τέλεσε κρυφά η βασίλισσα των Φαιάκων Αρήτη, επειδή ο σύζυγός της βασιλιάς Αλκίνοος υποσχέθηκε στους διώκτες της Μήδειας, Κόλχους να τους την παραδώσει αν δεν είχε ακόμη δεθεί ερωτικά με τον Ιάσονα. Γάμος και ένωση επισπεύσθηκαν. Σύμφωνα με μεταγενέστερη εκδοχή, οι γάμοι τελέστηκαν στην Κολχίδα, όπου παρέμεινε ο Ιάσονας για τέσσερα χρόνια πριν τελέσει τους άθλους του.

Την «συναντάμε» έπειτα στην Κρήτη να τρελαίνει με ξόρκια και με το μαγικό της βλέμμα τον γίγαντα Τάλω, του έστειλε απατηλά οράματα και τον έκανε να σχίσει τη φλέβα του αστραγάλου του, κέντρο της ζωής του, πάνω σε βράχο. Κατά άλλη εκδοχή του είπε πως αν του τραβήξει έξω το καρφί που συγκρατούσε το αίμα της φλέβας θα γινόταν αθάνατος.

Στην Ιωλκό αργότερα, ο Ιάσονας την παρακάλεσε να εκδικηθεί τον Πελία. Λίγο νωρίτερα η Μήδεια είχε ξαναδώσει τα νειάτα στον ταλαιπωρημένο από τα γηρατειά πατέρα του Ιάσονα, Αίσονα, αφού άδειασε όλο το αίμα από το σώμα του με κάποιο μυστηριώδες τρόπο και κατόπιν τον παρουσίασε νέο και ρωμαλέο στο παλάτι που έμενε ο σφετεριστής βασιλιάς Πελίας.

Η Μήδεια «υπακούοντας» την εντολή του Ιάσονα για εκδίκηση τότε έπεισε τις κόρες του Πελία να τεμαχίσουν το σώμα του πατέρα τους και να το βράσουν, γιατί έτσι δήθεν θα κατόρθωναν να τον κάνουν πάλι νέο. Για να γίνει πιο πιστευτή άλειψε το δέρμα της με αλοιφή για να φαίνεται ρυτιδωμένο, έβαψε τα μαλλιά της άσπρα και ντύθηκε σαν τις ιέρειες της Άρτεμης, μπήκε στο παλάτι φορώντας ιερατικό προσωπείο. Σε μικρό κούφιο άγαλμα της θεάς έκρυψε τα μαγικά φάρμακα και με το άγαλμα στο χέρι γυρνούσε στους δρόμους χορεύοντας με θρησκευτική έκσταση. Φώναζε ότι είχε φέρει το άγαλμα από τους Υπερβόρειους για το καλό του βασιλιά και της πόλης και πως όλοι οι πολίτες έπρεπε να το καλοδεχτούν. Κυριευμένη από θεϊκό οίστρο μπήκε στο παλάτι και τους έκανε να πιστέψουν πως η θεά είχε έρθει στο σπίτι για καλό. Είπε στον Πελία ότι η Άρτεμη θέλει να τον ανταμείψει για την ευσέβειά του δίνοντας πίσω τα νιάτα του. Τον υπνώτισε με μάγια και ο Πελίας πείστηκε και ζήτησε από τις κόρες του να την υπακούσουν. Οι θυγατέρες τότε κατέσφαξαν τον γέροντα Πελία προσδοκώντας τη μετατροπή του σε νέο.

Αμέσως μετά τον θρόνο ανέλαβε ο γιος του Πελία, ή του τον παραχώρησε ο Ιάσονας, μια και μετά το φονικό δεν θα μπορούσαν να μείνει εκεί, ούτε ο ίδιος ούτε η Μήδεια.

Κατόπιν η Μήδεια και ο Ιάσονας έφυγαν για την Κόρινθο, όπου οι Κορίνθιοι την αναγνώρισαν σαν κόρη και συνεχιστή της βασιλείας του Αιήτη ο οποίος είχε φύγει για την Κολχίδα και είχε αφήσει κάποιον αντιβασιλέα.

Ο Ιάσονας έγινε βασιλιάς και η Μήδεια επιδίδεται στις τεχνικές της αθανασίας στην Ακροκόρινθο στο ιερό της Ήρας που αυτή ίδρυσε δίνοντας την αθανασία σε πολλά αγόρια και κορίτσια των Κορινθίων.

Ο ναός της Ήρας όπως διαφαίνεται από τις διηγήσεις γίνεται ένα κέντρο όπου η Μήδεια απλόχερα δίνει την αθανασία σε όσους την ζητήσουν αλλά ήταν άξιοι για αυτή την αλλαγή. Σύμφωνα με τον Διόδωρο έζησαν δέκα χρόνια μαζί και απέκτησαν παιδιά, δύο ή τρία, οι δυο πρώτοι δίδυμοι, ο Θεσσαλός και ο Αλκιμένης, και ο τρίτος, πολύ μικρότερος απ’ αυτούς, ο Τίσανδρος. Κατά μία άλλη παραλλαγή τα παιδιά που αποκτήσανε ήταν παραπάνω από τρία και φτάνουν στο σύνολο τα δεκατέσσερα, με τα ονόματα να αλλάζουν και ανάμεσά τους να μαθαίνουμε και για άλλους δύο γιους τον Φέρητα και τον Μέρμερο.

Και ενώ στην αρχή την τιμούσε ο Ιάσονας, αποφάσισε να δεχτεί την πρόταση του βασιλιά Κρέοντα να τον παντρέψει με την κόρη του Γλαύκη ή Κρέουσα, είτε για να συνδέσει τα παιδιά του με τον βασιλικό οίκο της Κορίνθου είτε γιατί η Μήδεια είχε πια μεγαλώσει και η ομορφιά της ήταν πιο θαμπή μπροστά στη νεαρή Γλαύκη. Η Μήδεια θα εξοριζόταν. Με την προθεσμία μιας μέρας που κέρδισε η Μήδεια ετοίμασε την εκδίκησή της.

«Η μεγάλη αγωνία της γυναίκας είναι αν θα πετύχει άνδρα κακὸ ή καθωσπρέπει.
Ατιμη θα την πουν αν τον αφήσει, πιότερο οι χωρισμοί τις γυναίκες στιγματίζουν.» μας λέει ο Ευριπίδης στην Μήδεια του.

Της τότε έστειλε δηλητηριασμένο χιτώνα σαν δώρο για το γάμο της, ο οποίος έβγαζε φλόγες και την έκαψε. Το κορίτσι κάηκε, το ίδιο και ο πατέρας της που έτρεξε να τη βοηθήσει και το παλάτι.

Και κάπου παρακάτω συνεχίζει:
«Κι αν η γυναίκα με φόβο στέκεται μπροστὰ στα όπλα και στον πόλεμο
όταν της γίνει στο γάμο αδικία, πιο φονικὴ ψυχὴ δε γίνεται να υπάρχει»
Και εδώ είναι που ο μύθος «χάνεται»…

Λέγεται λοιπόν πως στην συνέχεια η εκδίκησή της δε σταμάτησε εδώ, αλλά έφτασε στο πιο αποτρόπαιο έγκλημά της. Σκότωσε τα δύο της παιδιά Φέρητα και Μέρμερο. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή η Μήδεια όχι μόνο δεν σκότωσε τα παιδιά της αλλά είχε προσπαθήσει να τα κάνει αθάνατα. Γι’ αυτό τα έκρυβε στον ναό της Ήρας, επειδή πίστευε ότι η θεά θα τα έκανε αθάνατα· όμως τα παιδιά πέθαιναν. Κατά άλλες εκδοχές οι Κορίνθιοι σκότωσαν τα παιδιά της. Ο Κarl Kerenyi γράφει χαρακτηριστικά ότι οι Κορίνθιοι ήσαν εκείνοι που δεν ανέχονταν την κυριαρχία της ξένης μάγισσας και σκότωσαν τους εφτά γιους και τις εφτά κόρες της. πάνω στον βωμό της Ακραίας Ήρας, επειδή κουβάλησαν με τα χέρια τους τα φονικά δώρα της μητέρας τους. Τότε ξέσπασε λιμός στην πόλη και πέθαιναν τα μωρά.

Και κάπου εδώ είναι που ξεκινά η ευριπίδειος εκδοχή του μύθου.
Φαίνεται πως έφτασε στ’ αυτιά του (Ευριπίδη)η ιστορία του Εύμηλου, ενός Κορίνθιου ποιητή του 8ου αιώνα π. Χ., που φαντάστηκε πως η Μήδεια, προσπαθώντας να κάνει τα παιδιά της αθάνατα, χρησιμοποίησε μαγικά που δυστυχώς είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα και τα παιδιά πέθαναν.
Επομένως το έγκλημα έγινε άθελά της.

Την ιστορία την πήρε ο Παυσανίας και τη διέσωσε στα Κορινθιακά του.
Ο δε Παρμενίσκος προτίμησε την αρχική εκδοχή με μια παραλλαγή: η Μήδεια δεν σκότωσε τα παιδιά της, της τα σκότωσαν Κορίνθιες γυναίκες στο ναό της Ήρας. Πάντως τον καιρό που ο Ευριπίδης έγραφε τη δική του Μήδεια, δημοφιλής στην Αθήναήταν και η εκδοχή του Κρεώφυλου: η Μήδεια σκότωσε τον βασιλιά της Κορίνθου και οι Κορίνθιοι -έχει σημασία αυτό- για εκδίκηση σκότωσαν τα παιδιά της και διέδωσαν ότι φονιάς ήταν η μάνα τους.

Επομένως για τους Αθηναίους, η Μήδεια δεν σκότωσε τα παιδιά της, οι Κορίνθιοι το έκαναν, οι εχθροί των Αθηναίων -βρισκόμαστε στα 431 π. Χ., τη χρονιά που ξεσπάει ο Πελοποννησιακός πόλεμος, και η Κόρινθος είναι σύμμαχος της μισητήςΣπάρτης-, και μάλιστα οι Κορίνθιοι φόρτωσαν το έγκλημα στη Μήδεια.

Βλέποντας λοιπόν οι Αθηναίοι στα Μεγάλα Διονύσια πως οι Κορίνθιοι είναι αθώοι και πως όλα τα έκανε η Μήδεια, είναι λογικό να δυσανασχέτησαν, γι’ αυτό ίσως έδωσαν το α΄ βραβείο στον Ευφορίονα, τον γιο του Αισχύλου και το δεύτερο στον Σοφοκλήαφήνοντας τον Ευριπίδη τρίτο και βάζοντας ένα ακόμα λιθαράκι στην αντιδημοτικότητα του Ευριπίδη που ολοκληρώθηκε με τις φοβερές ‘Τρωάδες” του. Υπάρχει, φυσικά, η περίπτωση να μην άρεσε το έργο, πάντως στην απόφαση των κριτών θα πρέπει να μέτρησε το γεγονός πως για τους Αθηναίους η Μήδεια δεν σκότωσε τα παιδιά της.

Το μοτίβο της θανάτωσης του παιδιού από τη μάνα επανεμφανίστηκε στον Ευριπίδη αργότερα στις «Βάκχες» όπου η Αγαύηδιαμέλισε το γιο της υπό το κράτος διονυσιακής μανίας. Έτσι ο Ευριπίδης με τόσες αναφορές σε σφάγια αναπαρίσταται μέσα μας ως «ανατόμος» η ακόμα ως «σφάχτης ψυχών» (Λ.Τσιριγκούλης).

Ήταν άραγε πρώτος ο Ευριπίδης που ισχυρίστηκε κάτι τόσο φοβερό, πως δηλαδή η Μήδεια σκότωσε εσκεμμένα τα παιδιά της;“Άλυτο πρόβλημα” θεωρείται για τους μελετητές. Πάντως, είτε ήταν δική του η αρχική ιδέα είτε όχι, γεγονός είναι πως η Μήδεια του Ευριπίδη σκότωσε τα παιδιά της.

Όμως ακόμη και αυτή η Μήδεια, του Ευριπίδη, μιλά με τα λόγια μάνας που σβήνουν όλα ολόγυρα, όταν χάνονται οι καρποί της. Τα παιδιά της:

«Λοιπόν, παιδιά μου, άδικα σας ανάστησα;
Άδικα μοχθούσα και παιδευόμουνα με βάσανα;
Του κάκου τράβηξα τους σκληρούς της γέννας σας τους πόνους;
Κι είχα σε σας η δύστυχη πολλές ελπίδες να με γεροκομήσετε
και πως σαν πεθάνω όμορφα με τα χέρια σας θα με στολίσετε
που οι άνθρωποι το λαχταράν.
Μα τώρα πάει κάθε γλυκιά μου συλλογή, γιατί μακριά σας
άθλια ζωή γεμάτη πίκρες θα περάσω


Η Μήδεια του Ευριπίδη είναι η γυναίκα που την ύβρισαν, η βασίλισσα που αφόπλισαν, το θηλυκό που δεν αμείφθηκε ο έρωτάς του. Επιπροσθέτως διεκδικεί χαρακτηριστικά και αρετές που αποδίδονταν μόνο στους άνδρες όπως η σοφία, η επιστήμη, το θάρρος, η τόλμη, ο ηρωισμός, η εκδίκηση.

Άλλωστε την βλέπουμε να αναδεικνύεται νικήτρια σε μια σειρά από ρητορικούς αγώνες με τον Κρέοντα, τον Ιάσονα, τον Αιγέα. Ο ποιητής μας τόλμησε να δημιουργήσει μια πρωταγωνίστρια που δε θα συνδέσει τη μοίρα της με τη παθητικότητα: η Μήδεια του Ευριπίδη δεν παραδίδεται στην «παράδοση».

Η Μήδεια δεν αποχαιρετά, είναι νηπενθής δηλαδή δεν πενθεί δε δέχεται την έλλειψη, αρνείται το γεγονός έχασε τον άντρα της, θέλει να συγκρατεί το αντικείμενο, δε διαπραγματεύεται την απόδρασή του. Αρνούμενη να θρηνήσει τον Ιάσονα που έχασε παλινδρομεί,τρελαίνεται στιγμιαία μη δυνάμενη να πενθήσει εν μέρει, δηλαδή να καμφθεί λίγο, σπάει κομματιάζεται και βουλιάζει μαζικά μέσα σε μια ασυγκράτητη μανία αφανισμού. Η Μήδεια είναι (από τις σωζόμενες τραγωδίες) ο μοναδικός δολοφόνος που μένει ατιμώρητη και θριαμβευτής. Τον Ευριπίδη δεν τον ενδιαφέρει να αποδώσει δικαιοσύνη αλλά να δείξει τηνεναλλαγή μεταξύ ψυχής και ισχύος.

Ειρωνεία: αυτή που δεν καταδέχεται να χάνει τον ένα καταλήγει να τα χάνει όλα. Σκοτώνοντας τα παιδιά της- δηλαδή τις ναρκισσιστικές προεκτάσεις της- σκοτώνει και τον εαυτόν της: πρόκειται για έναν αυτοκτόνο φόνο μια πράξη διευρυμένης αυτοκτονίας όπου ο αυτοκτόνος παρασύρει στον θάνατο όλους τους αγάπη μένους: ιδού μια εκδήλωση της ενόρμησης του θανάτου, η αρνητικοποίηση της ζωής. Η Κολχίδα γίνεται, εν τέλει, μια ερωμένη του Πένθους η οποία «ηδονίζεται από ένα βαθύ έρωτα του πένθους» όπως σημειώνει ο Γ.Χειμωνάς. “Φοβού την γελασμένη-εξαπατημένη γυναίκα» συμπληρώνει ο Shakespeare.

Και η Μήδεια θα ανταπαντούσε: «από όσα έχουν ψυχή και νου, οι γυναίκες είμαστε το πιο δυστυχισμένο πλάσμα» (στ. 230)

Τι απέγινε όμως η Μήδεια;
Μετά την εξορία της από την Κόρινθο λέγεται ότι η Μήδεια κατέφυγε στον Ηρακλή, στις Θήβες, βρήκε όμως τον ήρωα να έχει πάθει μανία και να έχει σκοτώσει τους γιους του. Από τη μανία του τον γιάτρεψε με τα φάρμακα της. Πριν εξοριστεί από την Κόρινθο, η Μήδεια είχε εξασφαλίσει τη βοήθεια του Αιγέα, γιατί του είχε υποσχεθεί ότι με τα βότανά της θα τον απάλλασσε από την ατεκνία του. Έτσι την βλέπουμε να φτάνει στην Αθήνα πάνω σε ένα άρμα που το έσερναν φτερωτοί δράκοντες όπου και ενώθηκε με τον Αιγέα και απέκτησαν ένα γιο, τον Μήδο, τον μετέπειτα επώνυμο ήρωα των Μήδων. Μετά την αποτυχημένη προσπάθειά της να σκοτώσει τον γιο του Αιγέα Θησέα, εξορίστηκε και από εκεί. Επέστρεψε στην Ασία με τον γιο τους και στη συνέχεια στην πατρίδα της, όπου αποκατέστησε τον πατέρα της στον θρόνο, τον οποίο είχε πάρει με τη βία ο αδελφός του Πέρσης.

Στα παλιά χρόνια η Μήδεια λατρευόταν ως θεά στην Κόρινθο, παραμερίστηκε όμως όταν η λατρεία της Ήρας πέρασε από το Άργος στην Κόρινθο.

Ο μύθος της Μήδειας έχει σχετιστεί με λατρευτικές παραδόσεις τόσο στην Αθήνα, όσο και στην Κόρινθο. Στο Δελφίνιο της Αθήνας το όνομά της είχε συνδεθεί με ένα μνημείο όπου εορταζόταν κάθε χρόνο η αποτυχημένη απόπειρά της να δολοφονήσει το Θησέα.

Τέλος, στην Κόρινθο η Μήδεια σχετιζόταν με μια ετήσια εκδήλωση η οποία περιλάμβανε επτά νεαρά αγόρια και επτά νεαρά κορίτσια (όσα και τα παιδιά που της σκότωσανε οι Κορίνθιοι). Για να εξιλεωθούν οι Κορίνθιοι, έστησαν στον τάφο τους το άγαλμα μιας γυναικείας μορφής με άγρια έκφραση που το ονόμαζαν Δείμα = Φόβητρο. Τα έντυναν στα μαύρα, τους έκοβαν τα μαλλιά και έκαναν θυσίες. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούσαν να εξευμενίσουν και τα παιδιά της Μήδειας και την οργή της θεάς Ήρας.

Η Μήδεια, για όσα διαπράττει ή σκέφτεται να διαπράξει, διώκεται από την πατρίδα της, από την Ιωλκό, από την Κόρινθο, από την Αθήνα. Ωστόσο, μετά το πέρας του τελευταίου της «εγκλήματος» ανέρχεται στους ουρανούς με άρμα που στέλνει ο Ήλιος και μεταφέρεται στα Ηλύσια πεδία, όπου παντρεύεται στον Αχιλλέα...!

Για το τέλος της γράφει ο Ρόμπερτ Γκρέιβς:«Η Μήδεια δεν πέθανε ποτέ αλλά έγινε αθάνατη και βασίλευε στο Ηλύσιο Πεδίο, όπου λέγεται από μερικούς ότι εκείνη ήταν που παντρεύτηκε τον Αχιλλέα και όχι η Ελένη όπως γράφτηκε…».

Για την σωματική της αθανασία το βεβαιώνει και ο Karl Kerenyi:
«Η Μήδεια ήταν αθάνατη…» γράφει μεταξύ άλλων για την πριγκίπισσα από την Κολχίδα που ήρθε στην Ελλάδα.

Η έρευνα έγινε σαν μια αποκατάσταση στον μύθο και στο όνομα αυτής της γυναίκας. Η Μήδεια εκδιώχθηκε και μυθολογικά αλλά και μέσα από τις σκέψεις των ανθρώπων σαν μίασμα, σαν την ντροπή, το στίγμα που δεν αντέχεται να ζει όχι μόνο στην μνήμη, αλλά να προκαλεί απέχθεια ακόμα και στο άκουσμα του ονόματός της… ποτέ πια μανάδες δεν ξαναδώσανε στις κόρες τους τοόνομα Μήδεια.

Η Μήδεια πλέον είναι η μάγισσα που τιμάται.

Είναι η γυναίκα που αγάπησε.

Είναι ο άνθρωπος που χάρισε απλόχερα τις γνώσεις της όταν το δίκαιο ήταν παρών και άξιζε να φανερωθεί.

Όχι λοιπόν! Όχι!! Η Μήδεια δεν σκότωσε τα παιδιά της.

Αλλά ακόμη και να το έκανε… ας κρατήσουμε για το τέλος τα λόγια του Ντοστογιέφσκι:
«Γιατί σε τελευταία ανάλυση η Μήδεια μόνο να κατηγορείται ως εγκληματίας την ίδια στιγμή που απαλλάσσονται όσοι κάνουν τους πολέμους κι ευθύνονται για εκατομμύρια θανάτους παιδιών σ’ όλο τον κόσμο»…

 

Η σύγχυση του κηρυκείου του Ερμή με τη ράβδο του Ασκληπιού


εικ. 1.Κnowledge of medicine keeps away Death.
Located on the front of the Fulton County Department of Public Health and Wellness
(Building 1) in Atlanta, Georgia, built in around 1950. Sculptor,
Julian Hoke Harris (1906-1987). {Scuptor confuses the rod of Asclepius with caduceus}.


















Στην φωτογραφία η ιατρική γνώση που συμβολίζεται με το κηρύκειο του θεού Ερμή, απωθεί τον θάνατο (εικ. 1) . Στην πραγματικότητα όμως, η ράβδος του Ασκληπιού δεν έχει σχέση με το κηρύκειο του Ερμή, καθώς ο Ασκληπιός, θεός της Υγείας και της Ιατρικής, έφερε μία ράβδο στην οποία ήταν τυλιγμένο ένα μόνο φίδι (εικ. 2).

Η ράβδος αυτή χρησιμοποιείται σήμερα (αλλά και το κηρύκειο του Ερμή λαθεμένα) ως σύμβολο στην Ιατρική και στις υπηρεσίες υγείας και περίθαλψης, ίσως λόγω του ότι περιέλιξη των δύο φιδιών θυμίζει περισσότερο τη διπλή έλικα του DNA...!!


εικ. 2 ο Ασκληπιός, θεός της Υγείας και της Ιατρικής,
 έφερε μία ράβδο στην οποία ήταν τυλιγμένο ένα μόνο φίδι 
Από τότε που ο Ασκληπιός θεοποιήθηκε η ράβδος, ο ιερός όφις του συμβολίζει το ιατρικό επάγγελμα έως σήμερα. Το ραβδί χονδρό προς τα κάτω και πιο λεπτό προς τα πάνω, συμβολίζει την εξουσία και το στήριγμα που χρειάζεται ο νέος ιατρός κατά την διάρκεια της άσκησης του επαγγέλματος του.

Το φίδι υπήρξε αρχαίο σύμβολο της επούλωσης, της ίασης, της μακροζωίας και της ανανέωσης διότι περιοδικά αλλάζει το δέρμα του. Η περιστροφική κίνηση του φιδιού γύρω από την ράβδο σχηματίζει τρία ημικύκλια που συμβολίζουν την αλήθεια την σωφροσύνη και την ευφυΐα.

Λέγεται ότι ο Ασκληπιός έμαθε την τέχνη του θεραπευτή από τους Αιγυπτίους και ήταν μαθητής του Anou για εφτά ολόκληρα χρόνια. O Anou ήταν πιστός και οπαδός του ιατρού και αρχιτέκτονα των Πυραμίδων Imhotep ( 3150 χρόνια π.Χ.) ο οποίος θεοποιήθηκε 23 αιώνες αργότερα. Παρόμοια θεοποιήθηκε και ο Ασκληπιός των προϊστορικών ελληνικών χρόνων.

Σύμφωνα με μία από τις μυθολογικές αναφορές, ο Ασκληπιός ως ιατρική θεότητα ήταν τέκνο του Απόλλωνα και της Κορωνίδας κόρης του Βασιλέα Φλεγύα. Ενώ ήταν έγκυος από κλεψιγαμία με τον Απόλλωνα στον Ασκληπιό ερωτεύθηκε κάποιο Θεσσαλό ηγεμόνα πράγμα που επέσυρε τη μήνη του Απόλλωνα και την καταδικάζει στον δια πυράς θάνατο.

Ο Ερμής ανοίγει την κοιλιά της και βγάζει ζωντανό τον Ασκληπιό . Ο Απόλλωνας τον παραδίδει στον Χείρωνα Κένταυρο στο Πήλιο που του έμαθε ιατρική τόσο καλά ώστε επανέφερε νεκρούς στην ζωή. Κάποτε στον Δία παραπονέθηκε ο αδελφός του και θεός του Αδη Πλούτωνας, πως με την ιατρική του Ασκληπιού σήμαινε μείωση της πελατείας προς το υποχθόνιο Βασίλειο του.

Αγανακτισμένος τότε ο Δίας τον κατακεραύνωσε ως εκπρόσωπο της ιατρικής τέχνης που τάραξε τους φυσικούς νόμους ώστε να αφαιρεθεί το δικαίωμα της αθανασίας από τους ανθρώπους και τον τοποθέτησε μεταξύ των αστερισμών με το όνομα Οφιούχος ή κατά άλλους με τους θεούς στον Όλυμπο (υπάρχουν και άλλες παραλλαγές του μύθου).

Σε αντίθεση με την ράβδο του Ασκληπιού, το κηρύκειο (κηρύκειον) του θεού Ερμή, κηρύκειο αποτελείται από μία λεπτή ράβδο από ξύλο δάφνης ή ελιάς, γύρω από την οποία είναι τυλιγμένα δύο φίδια που τα κεφάλια τους συναντώνται αντικριστά. Πάνω από τα κεφάλια των φιδιών, στην κορυφή της ράβδου, υπάρχουν δύο φτερούγες. Αυτή η μορφή είναι νεότερη.

Σε αγγειογραφίες από την αρχαία Ελλάδα τα δύο φίδια βρίσκονται στην κορυφή και σχηματίζουν κύκλο, ενώ τα κεφάλια τους σχηματίζουν δύο «κέρατα» επάνω από τον κύκλο αυτό. Οι φτερούγες συνήθως παραλείπονται. Με την προσθήκη ενός σταυρού στο κάτω μέρος του κύκλου και την αφαίρεση της υπόλοιπης ράβδου, προέκυψε το αστρονομικό και αστρολογικό σύμβολο για τον πλανήτη Ερμή.

Ο μύθος για το πώς προήλθε το κηρύκειο αναφέρει ότι κάποτε ο Ερμής διαχώρισε με το ραβδί του δύο φίδια που πάλευαν άγρια μεταξύ τους. Από τότε λοιπόν το ραβδί με τα δυο φίδια, στολισμένο και με τις φτερούγες του «φτεροπόδαρου» θεού Ερμή, έγινε σύμβολο της ομόνοιας και της καταπαύσεως της διχόνοιας (όπως και στον παρόμοιο μύθο του μάντη Τειρεσία).

Στην αρχαία Ελλάδα το χρησιμοποιούσαν ως διακριτικό έμβλημα οι πρέσβεις και οι κήρυκες, ώστε να προστατεύονται από εχθρικές προς αυτούς ενέργειες της εξουσίας.

Για αιώνες και για λόγους πολλούς το σύμβολο της ιατρικής είχε ξεχαστεί. Την περίοδο της Αναγέννησης, όταν η κλασσική αρχαιότητα ήρθε εκ νέου στο προσκήνιο, η ράβδος του Ασκληπιού, επανήλθε ως το σύμβολο της ιατρικής.

Ως έμβλημα της ιατρικής ιδιότητας η Γαλλία υιοθέτησε τον ιερό όφη του Ασκληπιού το 1798. Στην Ελλάδα αφού πρώτα είχε εκπατριστεί και διεθνοποιηθεί, θεσπίστηκε μετά τα πρώτα απελευθερωτικά χρόνια το 1833. Στην Γερμανία το 1868. Ακολούθησε η Αγγλία το 1898 και στην συνέχεια και άλλες χώρες.