Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Πιθανή ανακοίνωση της ανακάλυψης βαρυτικών κυμάτων

varytika-kymata
Την προηγούμενη φορά, το 2014, που οι επιστήμονες στις ΗΠΑ ανακοίνωσαν με τυμπανοκρουσίες ότι είχαν ανιχνεύσει για πρώτη βαρυτικά κύματα, αποδείχθηκε ότι είχαν κάνει λάθος. Αυτή τη φορά όμως οι φήμες -που ξεκίνησαν πέρυσι τον Σεπτέμβριο και τις προηγούμενες μέρες εντάθηκαν- επιμένουν ότι επίκειται μια νέα σχετική ανακοίνωση, που θα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Τα βαρυτικά κύματα, που – αντίθετα με την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία – δεν αλληλεπιδρούν με την ύλη, έχουν προβλεφθεί από τη Γενική Θεωρία Σχετικότητας του Αϊνστάιν πριν από ένα αιώνα, αλλά ποτέ δεν έχουν παρατηρηθεί άμεσα μέχρι σήμερα. Όποιος τα βρεί, έχει εξασφαλίσει το επόμενο Νόμπελ Φυσικής, καθώς θα πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις της εποχής μας.

Η αξιοπιστία της νέας φήμης περί ανακάλυψης -και μάλιστα ότι επίκειται η σχετική επιστημονική δημοσίευση στο κορυφαίο περιοδικό «Nature» – ενισχύεται σοβαρά από το γεγονός ότι προαναγγέλθηκε σχετική συνέντευξη Τύπου στην Ουάσιγκτον την Πέμπτη (17:30 ώρα Ελλάδας), την οποία συνδιοργανώνουν επιστήμονες των πανεπιστημίων Caltech (Τεχνολογικού Ινστιτούτου Καλιφόρνια) και ΜΙΤ, της ερευνητικής κοινοπραξίας LIGO του ομώνυμου πειράματος ανίχνευσης βαρυτικών κυμάτων, υπό την αιγίδα – και αυτό είναι το σημαντικό- του πιο επίσημου επιστημονικού φορέα στις ΗΠΑ, του κρατικού Εθνικού Ιδρύματος Επιστημών (NSF).

Σύμφωνα με την ασαφή σχετική ανακοίνωση, οι επιστήμονες «θα κάνουν επικαιροποιημένη αναφορά για την προσπάθεια ανίχνευσης βαρυτικών κυμάτων -των «ρυτιδώσεων» στον ιστό του χωροχρόνου- με τη χρήση του Παρατηρητηρίου Βαρυτικών Κυμάτων Μέσω Συμβολόμετρου Λέιζερ (Laser Interferometer Gravitational-wave Observatory – LIGO)».

Το LIGO αποτελείται από δύο πανομοιότυπους υπερευαίσθητους ανιχνευτές, κατασκευασμένους από ερευνητές του Caltech και του ΜΙΤ με χρηματοδότηση του NSF, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε απόσταση περίπου 3.000 χιλιομέτρων μεταξύ τους, ο ένας στο Λίβινγκστον της Λουιζιάνα και ο άλλος στο Χάνφορντ της Ουάσιγκτον. Κάθε ανιχνευτής έχει δύο βραχίονες τεσσάρων χιλιομέτρων σε σχήμα «L», κατά μήκος των οποίων στέλονται συνεχώς ακτίνες λέιζερ.

Το πείραμα προσπαθεί να «πιάσει» τις ανεπαίσθητες δονήσεις που αφήνουν στο πέρασμα τους από τη Γη τα βαρυτικά κύματα, καθώς επί εκατομμύρια έτη αυτά ταξιδεύουν στο σύμπαν με την ταχύτητα του φωτός, έχοντας ως αφετηρία ορισμένα μεγάλης κλίμακας καταστροφικά συμβάντα, όπως η συγχώνευση δύο μαύρων τρυπών ή δύο αστέρων νετρονίων, που «γεννούν» βαρυτικά κύματα. Ένα διερχόμενο από τον πλανήτη μας βαρυτικό κύμα θα μεταβάλει απειροελάχιστα – αλλά μετρήσιμα- την απόσταση που διανύει η ακτίνα λέιζερ στους ανιχνευτές LIGO.

Και άλλες ερευνητικές ομάδες, με άλλα πειράματα, προσπαθούν να ανιχνεύσουν τα βαρυτικά κύματα. Μία από αυτές είναι η BICEP2, που έκανε τη «γκάφα» πρόπερσι.
 
 
 

Πόσο παλιά είναι τα παραμύθια;

Τα πορίσματα των ερευνών Eυρωπαίων επιστημόνων, έρχονται να επιβεβαιώσουν την κοινή μας ιστορική μνήμη. Μια νέα πανεπιστημιακή έρευνα του ανθρωπολόγου Dr Jamie Tehrani του πανεπιστημίου του Ντάραμ και της λαογράφου Sara Graça da Silva του πανεπιστημίου της Λισαβόνας, αποκαλύπτει πως πολλά πασίγνωστα παραμύθια έχουν τις ρίζες τους πολύ βαθύτερα απ’ όσο πιστεύουμε. Οι ακαδημαϊκοί αποκάλυψαν πως παραμύθια όπως «Η Πεντάμορφη και το Τέρας» και το λιγότερο γνωστό στην Ελλάδα «Ρουμπελστίλτσκιν», βρέθηκαν να έχουν ρίζες ακόμα και χιλιάδες χρόνια πριν στην προϊστορική περίοδο, ακόμα και από την Εποχή του Χαλκού.

Χρησιμοποιώντας τεχνικές που χρησιμοποιούνται συνήθως από τους βιολόγους, μελέτησαν τους πιθανούς κοινούς δεσμούς μεταξύ 275 ινδοευρωπαϊκών παραμυθιών από όλο τον κόσμο και ανακάλυψαν πως μερικά έχουν ρίζες που είναι πολύ βαθύτερες από όσο νομίζαμε, και πιθανότατα υπήρχαν “πολύ πριν από την εμφάνιση της γραπτής τους καταγραφής”. Οι ερευνητές διαπίστωσαν πως ολλά γνωστά παραμύθια τα οποία καταγράφθηκαν για πρώτη φορά το 17ο και 18ο αιώνα, έχουν ρίζες που προέρχονται από πολύ παλαιότερα. “Συγκεκριμένα «Η πεντάμορφη και το τέρας» και ο «Ρουμπελστίλτσκιν», μπορούν να ανιχνευθούν στα χρόνια της εμφάνισης των μεγάλων δυτικών Ιδνό-Ευρωπαϊκών γλωσσικών υπό-οικογενειών μεταξύ 2.500 και 6.000 χρόνια πριν».

Ήδη από το 19ο αιώνα ο Wilhelm Grimm, των Αδελφών Γκριμ , πίστευε ότι πολλά από τα παραμύθια που εκείνοι κατέγραψαν και έκαναν δημοφιλή είχαν τις ρίζες τους σε μια κοινή πολιτιστική ιστορία που χρονολογείται από τη γέννηση της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας. Μεταγενέστεροι στοχαστές ωστόσο, ισχυρίζονται πως πολλές από τις πασίγνωστες ιστορίες που μέχρι σήμερα λέγονται έχουν πολύ βαθύτερες ρίζες οι οποίες πέρασαν στην προφορική μας παράδοση και πολύ αργότερα άρχισαν να καταγράφονται, περί τον 16ο και 17ο αιώνα.

Ο Da Silva, ισχυρίζεται πως η προέλευση των λαϊκών παραμυθιών ήταν ένα από τα «μεγαλύτερα μυστήρια» στις σπουδές που σχετίζονται με το παραμύθι και τους λαϊκούς μύθους. Η προσπάθεια ανακατασκευής των μύθων με απώτερο σκοπό τον εντοπισμό των ριζών τους, έβρισκε συχνά τους επιστήμονες άκρως μπερδεμένους όχι μόνο λόγο της δυσκολίας να προσδιορίσουν το φύλο του πρωταγωνιστή κάθε ιστορίας αλλά και εξ’ αιτίας της πλούσιας αλληλεπίδρασης μεταξύ των προφορικών παραδόσεων σε σχέση με τα διασωθέντα γραπτά. Η νέα μέθοδος χαρτογράφησης των ιστοριών μέσα από κοινές γλώσσες και τη γεωγραφική ακρίβεια ήταν αποτελεσματική, “γιατί στην λαϊκή παράδοση οι λαϊκές οι ιστορίες μεταδίδονται μέσω του προφορικού λόγου , έτσι ώστε ένας συσχετισμός θα μπορούσε να διαφανεί και επίσης επειδή και η γλώσσα αλλά και τα παραμύθια μεταδίδονται από γενιά σε γενιά .”
Συνεπώς, παράλληλα με την ανάπτυξη της κάθε γλώσσας, αναπτύχθηκαν προφορικά διάφοροι λαϊκοί μύθοι και παραμύθια ιδωμένοι με ένα διαφορετικό πολιτιστικό πρίσμα κάθε φορά μα με ίδιες ρίζες. Σκοπός των επιστημόνων ήταν να ανατρέξουν σε ιστορικά ευρήματα για να μπορέσουν να ταυτοποιήσουν τις κοινές αυτές ρίζες που είναι τόσο παλιές όσο η ίδια η εξέλιξη των πολιτισμών και των γλωσσών. Πολλά από τα παραμύθια ή εκδοχές αυτών μπορούν να βρεθούν σε αρχαία ελληνικά και λατινικά κείμενα, όμως οι πραγματικές τους ρίζες είναι τελικά πολύ παλαιότερες.

Η ανθρώπινη φαντασία είναι άλλωστε αρχαιότατη. Οι λαϊκοί μύθοι που σώζονται ως πολλά από τα διάσημα παραμύθια που έχουμε σήμερα, ειπώθηκαν με σκοπό οι πολιτισμοί να δημιουργήσουν μια ψευδο-ιστορική παράδοση με παραδείγματα που αναδεικνύουν την έννοια του καλού και του κακού, της γυναίκας, του άνδρα, του ήρωα και της δοκιμασίας του. Η κοινή έννοια του φαντασιακού είχε ως σκοπό τη δημιουργία αυτών των ιστοριών ως μια διδακτική καθολική παράδοση που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως διδακτικό υλικό για τους νεότερους.
Γι αυτό λοιπόν και τα μοτίβα που συναντάμε σε πολλές ιστορίες είναι κοινά, ακόμα κι αν οι ήρωες ή οι λεπτομέρειες που κάθε πολιτισμική παράδοση αποφάσισε να εντάξει σε έναν μύθο κάνοντας τον δικό της, είναι ίδια.
Πολλά από τα παραμύθια είχαν σκοπό να παρουσιάσουν τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, ή με τις δυνάμεις του κακού και του καλού. Τα ευρήματα και πορίσματα της έρευνας έχουν σκοπό να αποδείξουν πως η παράδοση του Ινδο-ευρωπαϊκοί πολιτισμού είναι κοινή και προ-υπήρχε πολύ πριν τον διαχωρισμό των γλωσσών και των εθνών. Σε μια εποχή που όλο και περισσότερα πράγματα φαίνονται να μας χωρίζουν, η έρευνα αυτή έρχεται να αποδείξει πως η ιστορική μας μνήμη είναι τελικά κοινοί, πως οι αξίες και τα διδάγματα που μας προσφέρει μια κοινή λαϊκή παράδοση που ίσως σήμερα έχουμε απολέσει, μπορούν να μας φέρουν κοντά.

Σύγχρονο Ελληνικό Δράμα

Δημιουργική Μεταμόρφωση
Τι σημαίνει το γεγονός ότι διερωτώμεθα για τη σχέση μας με την παράδοση; Οτι κατά κάποιον τρόπο έχουμε βγει απ’ την παράδοση. Αυτό το καταλαβαίνουμε πρώτα-πρώτα εμπειρικά. Οι φυλές και οι λαοί που έχουν μείνει κλεισμένοι μέσα στην παράδοσή τους δεν βλέπουν καν την παράδοση σαν παράδοση, ζουν μέσα σε αυτήν και θεωρούν την παρούσα ζωή τους σαν συνέχεια ενός αμετάβλητου τρόπου ζωής. Και μπορούμε να το καταλάβουμε και λογικά, για να διερωτηθούμε για τη σχέση μας με την παράδοση πρέπει η σχέση αυτή να έχει γίνει, περισσότερο ή λιγότερο προβληματική, πρέπει να έχει δημιουργηθεί μια απόσταση απ’ την παράδοση.

Απόσταση δεν σημαίνει απεμπόληση ή λησμονιά. Σημαίνει και άλλου είδους παρουσία και άλλου είδους σχέση. Μια σύντομη ανασκόπηση της ανθρώπινης ιστορίας μας δείχνει ακριβώς δυο κύριους τύπους σχέσης με την παράδοση. Ο πρώτος που ασφαλώς πρέπει να ήταν και μόνος για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια μέχρι την 1η χιλιετία πκ.ε. είναι ο τύπος των αρχαϊκών, ή πρωτόγονων ή αγρίων κοινωνιών. Αν στηριχτούμε στη γνώση που έχουμε για τέτοιου τύπου κοινωνίες από την εθνολογία, που τις μελέτησε τους δυο τελευταίους αιώνες, θα συνάγουμε ότι σε αυτές τις κοινωνίες, τρόπος ζωής, έθιμα, οργάνωση, τεχνική, διαβιβάζονται σχεδόν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά.

Ανεπαίσθητες αλλοιώσεις. βέβαια συνεχώς εμφανίζονται, αλλιώς δεν θα υπήρχε διάκριση ανάμεσα στις διάφορες ηωλιθικές, παλαιολιθικές και νεολιθικές εποχές. Αλλά οι κοινωνίες αυτές δεν έχουν συνείδηση αυτών των αλλοιώσεων. Πιστεύουν ότι από τότε που υπάρχει η φυλή τους, η ζωή τους και οι νόμοι τους έμειναν οι ίδιοι. Βέβαια από όσο ξέρουμε, όχι μόνο υπάρχει μια συνείδηση του χρόνου και της διαδοχής των γενεών, αλλά υπάρχει και μια μυθική παράσταση ενός πρώτου χρόνου ή «πρώτης στιγμής» στιγμής δημιουργίας και του κόσμου και της ίδιας της φυλής.
Αυτή αποδίδεται σε έναν ή πολλούς θεούς και σε έναν ή πολλούς «ήρωες» ή προγόνους, που έθεσαν μια για πάντα τους νόμους, την τάξη και την οργάνωση του κόσμου και της φυλής. Οι δημιουργοί αυτοί, θείοι ή ανθρώπινοι, έχουν πάντως μια ιερή φύση που φυσικά μεταβιβάζουν και στα δημιουργήματά τους. Από αυτά απορρέει άμεσα ο ιερός χαρακτήρας των θεσμών της φυλής, που κάνει ιερόσυλη και βλάσφημη κάθε ιδέα μεταβολής τους. Οι θεσμοί, όπως ο τρόπος ζωής, είναι κυριολεκτικά καθιερωμένοι μια για πάντα λόγω της ιερής προέλευσής τους.
Η κλασσική εβραϊκή παράδοση που κληρονόμησε και ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ, παρ’ όλο που προέρχεται από μια κοινωνία που με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αρχαϊκή, πρωτόγονη ή άγρια, προσφέρει μια τέλεια εικόνα αυτής της κατάστασης. Ο θεός δημιούργησε τον κόσμο και τους ανθρώπους, εδιάλεξε ανάμεσα σ’ αυτούς μια φυλή στην οποία μια σειρά από θεόπνευστους «ήρωες» -Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ και τελικά Μωυσής- παρουσίασαν τους νόμους αυτού του θεού.
Αυτές οι κοινωνίες μπορούν να ονομαστούν ετερόνομες γιατί θεωρούν τους νόμους τους δοσμένους από κάποιον ανώτερο Άλλο και συνεπώς απαγορεύουν στον εαυτό τους οποιαδήποτε μεταβολή αυτών των νόμων. Αυτό είναι μια παγ(ι)ωμένη κατάσταση, άρα είναι θάνατος. Από την σκοπιά όπου τοποθετηθήκαμε, η σχέση αυτών των κοινωνιών με την παράδοση μπορεί να ονομαστεί παθητική και δογματική. Μια ιστορική στροφή, καλύτερα ρήξη, εμφανίζεται με την αρχαία Ελλάδα και ξανά μετά από πολλούς αιώνες στην δυτική Ευρώπη και στις δυο αυτές περιπτώσεις η σχέση με την παράδοση αλλάζει και μπορεί να ονομαστεί ενεργητική.
Η αλλαγή αυτή είναι φυσικά οργανικά συνδεδεμένη με αυτό που συνιστά την απόλυτη ιστορική ιδιομορφία της αρχαίας Ελλάδας, τη δημιουργία για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία μιας κίνησης προς την αυτονομία, δηλαδή την ελευθερία, σε σχεδόν όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, κατά πρώτο λόγο στην πολιτική με τη δημιουργία της δημοκρατίας και στη σκέψη με τη δημιουργία της φιλοσοφίας και της επιστήμης.
Η δημιουργία αυτή ισοδυναμεί βέβαια με μια ριζική ρήξη με την προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων. Η Αθηναϊκή δημοκρατία, στην ουσία της, δεν έχει καμιά σχέση με τις ομηρικές ή μινωικές ή μυκηναϊκές βασιλείες όπως και η φιλοσοφία αναδύεται ως καταστροφή της μυθικής παράδοσης του κόσμου. Πχ και οι δυο πρώτοι ιστορικοί, ο Εκαταίος και ο Ηρόδοτος αρχίζουν τα συγγράμματα τους και τα δικαιολογούν με την βεβαίωση ότι αυτά που οι Έλληνες διηγούνται για το παρελθόν τους είναι παραμύθια. Εν τούτοις, αυτά με κανέναν τρόπο δεν σημαίνουν απεμπόληση ή λησμονιά της παράδοσης.
Συμβαδίζουν με την διαμόρφωση μιας νέας σχέσης ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, που μπορεί να τη χαρακτηρίσει κανείς με δυο λέξεις φαινομενικά αντιφατικές, σεβασμός και μεταμόρφωση. Η αντίφαση αίρεται άμα σκεφτούμε ότι σ’ αυτό το πεδίο σεβασμός δεν σημαίνει τυφλή λατρεία και παγωμένη συντήρηση, αλλά αναζωογόνηση του παρελθόντος μέσω της μεταμόρφωσης των στοιχείων του που έτσι γίνονται σημαντικά για το παρόν.
Θα προσπαθήσω να κάνω κατανοητό αυτό που θέλω να πω με παραδείγματα από τον χώρο της τέχνης και ιδιαίτερα αυτού που ονομάζουμε λογοτεχνία. Ξέρουμε ότι ο Όμηρος έμεινε πάντα ζωντανός στην κλασσική Ελλάδα, τα ομηρικά έπη τα τραγουδούσαν στις γιορτές και τα παιδιά τα μάθαιναν στο σχολείο. Ξέρουμε όμως επίσης ότι μετά τον Ησίοδο και το έπος και το χαρακτηριστικό του μέτρο, το δακτυλικό εξάμετρο, εξαφανίζονται και ότι οι καινούργιοι ποιητές, ο Αρχίλοχος, η Σαπφώ και αυτοί που ακολούθησαν, δημιουργούν νέα μέτρα, νέα θέματα, νέες μορφές ποίησης. Αυτό δεν εμπόδισε τους κλασσικούς φιλόσοφους, Πλάτωνα και Αριστοτέλη, να παραθέτουν τους ομηρικούς στίχους στα φιλοσοφικά τους κείμενα. Αλλά μόνο στην αλεξανδρινή εποχή, εποχή παρακμής, με τα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου του Ρόδιου, εμφανίζεται μια προσπάθεια μίμησης των ομηρικών επών, φυσικά με πολύ μέτρια αποτελέσματα.

Αλλά το πιό λαμπρό παράδειγμα αυτής της δημιουργικής μεταμόρφωσης της παράδοσης μας το δίνει η Αθηναϊκή τραγωδία και η σχέση της με την άλλη προαιώνια μεγάλη ελληνική δημιουργία, τον μύθο. Όλοι οι λαοί έχουν ωραίους μύθους, αλλά μόνο οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι είναι αληθινοί, μεστοί από ανθρωπολογικά και κοσμολογικά νοήματα, αληθινά που παρουσιάζονται με μυθική μορφή. Είναι φυσικά αδύνατο να ξέρουμε ως ποιό βαθμό αυτό το νόημα των μύθων σε όλη του την έκταση και την ένταση μπορούσαν να το αφομοιώσουν και να το οικειοποιηθούν οι Έλληνες, ας πούμε του 6ου πκ.ε αιώνα.
Λογικό είναι να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον ασυνείδητα και υπόγεια τους άγγιξε, αλλιώς και οι μύθοι ως μύθοι δεν θα είχαν διασωθεί. Αυτό που εμφατικά ξέρουμε είναι ότι η τραγωδία, που με μόνη εξαίρεση τους «Πέρσες» του Αισχύλου και την «Μιλήτου Άλωση» του Φρύνιχου έχει ως αποκλειστικό θέμα της τους μύθους, αφενός αναλαμβάνει αυτό το νόημα, το κάνει προσιτό σε όλους, το πλουτίζει, ασφαλώς το μεταμορφώνει και του δίνει μιας εκπληκτικής έντασης και ενάργειας παρουσίαση με την ενσάρκωσή του σε ανθρώπινους χαρακτήρες και λόγους, αφετέρου εκσυγχρονίζει τους μύθους, τους πλέκει με τα καινούργια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Αθηναίοι του 5ου αιώνα. Ταυτόχρονα βλέπουμε τους ποιητές να τροποποιούν και να πλουτίζουν την πλοκή των μύθων. Αναμφισβήτητη ένδειξη μας δίνει στην ποιητική του ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι η σημαντικότερη αρετή του τραγικού ποιητή είναι η μυθοσκοπία.
Θα έπρεπε να είχαμε το χρόνο να το δείξουμε αυτό πάνω σε συγκεκριμένα παραδείγματα. Θα περιοριστώ να αναφέρω την «Ορέστεια» του Αισχύλου, τις τρεις θηβαϊκές τραγωδίες του Σοφοκλή («Οιδίπους τύραννος», «Οιδίπους επί Κολονώ», «Αντιγόνη») και τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.. Συνοπτικά η τραγωδία ούτε επαναλαμβάνει το μύθο, ούτε τον χρησιμοποιεί σαν παθητικό υλικό. Στηρίζεται στις δυνατότητές του και δημιουργεί μια καινούργια μορφή τέχνης που της επιτρέπει, σε μια οργανική συνέχεια με το μύθο να παρουσιάσει καινούργια περιεχόμενα. Ανάλογες αναπτύξεις θα μπορούσε να κάνει κανείς για την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική ή τη ζωγραφική όσο την ξέρουμε από τα αγγεία.

Από αυτή τη σκοπιά, τη δημιουργία μιας καινούργιας σχέσης με την παράδοση, ο μόνος αληθινός κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδας είναι η δυτική Ευρώπη. Χωρίς να μακρηγορήσω, θα υπενθυμίσω πόσο ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός, από τον 11ο αιώνα και πέρα, και υπήρξε επαναστατικά δημιουργός και διατήρησε μια γνήσια σχέση με την παράδοση που είχε πίσω του, είτε λαϊκή, είτε «καλλιεργημένη». Η παράδοση αυτή περιλαμβάνει βέβαια κατά πρώτο λόγο τη χριστιανική κληρονομιά και αργότερα την ελληνορωμαϊκή κληρονομιά.
Και σ’ αυτήν την περίπτωση, μιλώντας πολύ σύντομα, θα πάρω για παράδειγμα την καταπληκτική εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής που αρχίζει με μια εκκλησιαστική εικονογραφία, παραφυάδα της βυζαντινής και από τον Giotto και μετά παρουσιάζει μια ακατάπαυστη δημιουργική ανανέωση που όμως είναι ταυτόχρονα μια αδιάκοπη οργανική συνέχεια ως το 1950. Το ίδιο ισχύει και για την μουσική που βγαίνει και από την εκκλησιαστική ρίζα του γρηγοριανού άσματος και από την φολκλορική ρίζα λαϊκών μελωδών, ρυθμών και τρόπων.

Η βαθειά σχέση μεγάλων μουσικών δημιουργών, όπως οι κλασσικοί Γερμανοί, ο Chpin, o Musorsgy, o Albeniz, μ’ αυτές τις ρίζες αλλά και η ικανότητά τους να μετουσιώνουν επαναστατικά τα στοιχεία της παράδοσης που χρησιμοποιούν είναι προφανείς. Το πιο έντονο παράδειγμα αυτής της σχέσης προσφέρει ίσως η δυτικοευρωπαϊκή φιλοσοφία η οποία, μέσα από τις συνεχείς τομές στην ιστορία της σκέψης που παρουσιάζει, εξελίσσεται πάνω σε ρητή αναφορά με την παράδοση της φιλοσοφικής θεολογίας του μεσαίωνα και της κλασσικής ελληνικής φιλοσοφίας.
Η περίπτωση της δυτικής Ευρώπης παίρνει για μας όλο το τραγικό της βάρος, αν την αντιπαραθέσουμε μ’; αυτά που έγιναν ή δεν έγιναν στο ανατολικό μέρος της άλλοτε Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, στο Βυζάντιο. Παρά το ότι το Βυζάντιο δεν υποχρεώθηκε να διασχίσει την περίοδο καθαρής βαρβαρότητας που υπέστη η δυτική Ευρώπη από τον 5ο ως τον 11ο αιώνα, ο πολιτισμός του μας δίνει στις μεγάλες του γραμμές μια στατική εικόνα απολιθωμένων μορφών.

Η σχέση με την παράδοση εδώ είναι στείρα, μιμητική κι επαναληπτική
Η ζωγραφική γίνεται μια εικονογραφία που πολύ γρήγορα φτάνει σε τυποποιημένες μορφές τις οποίες μετά απλώς επαναλαμβάνει μιμούμενη τον εαυτό της. Το ίδιο ισχύει και για την αρχιτεκτονική. Η τέχνη του λόγου μένει μια ισχνή και ανιαρή απομίμηση των αρχαίων προτύπων. Έξω από τη λαϊκή μουσική, που γι’ αυτή την περίοδο ελάχιστα ξέρουμε, η μουσική καθηλώνεται στο μονωδικό εκκλησιαστικό άσμα.
Δυο παραδείγματα μπορούν να συνοψίσουν τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή πολιτισμική κατάσταση. Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν ό,τι περίπου σώζεται και σήμερα από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Απ’ αυτούς την παίρνουν και την μεταφράζουν οι Άραβες και αργότερα οι δυτικοευρωπαίοι. Οι Άραβες, όχι μόνο σχολιάζουν τον Πλάτωνα και ιδίως τον Αριστοτέλη, αλλά μέσα απ’ αυτή την επαφή γεννούν τουλάχιστον δύο σημαντικούς φιλοσόφους, τον Αβικέννα και τον Αβερρόη.
Για τους δυτικοευρωπαίους, η «ανακάλυψη» των αρχαίων ελληνικών κειμένων δημιουργεί έναν εκρηκτικό συγκλονισμό που βρίσκει το πρώτο του κορύφωμα στην Αναγέννηση, αλλά που οι δονήσεις του δεν σταματούν, περιοδικά διαπιστώνεται κάτι σαν επιστροφή στους Έλληνες. Τώρα τι κάνουν οι Βυζαντινοί; Απλώς αντιγράφουν τα αρχαία χειρόγραφα και τους σχολιαστές τους και κάπου κάπου προσθέτουν και κανένα σχόλιο.
Το άλλο παράδειγμα είναι ο Γκρέκο. Παινευόμαστε και ξιπαζόμαστε με τον Γκρέκο χωρίς να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει η περίπτωσή του. Ο Γκρέκο είναι βέβαια βαθειά ριζωμένος στην χριστιανική παράδοση και ξεκινάει από βυζαντινούς τύπους. Αλλά το πέρασμά του από τη Βενετία και η εγκατάστασή του στην Ισπανία τον αλλάζουν ριζικά. Η ζωγραφική του σαφώς μαρτυράει την προέλευσή του πχ σε παραλλαγές χρωματικής ή στην περίφημη επιμήκυνση των προσώπων και των σωμάτων.

Αλλά τα αριστουργήματα της ισπανικής εποχής «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ», «Οι απόψεις του Τολέδου», «Η κυρία με τη γούνα» [οι φωτό] είναι αδύνατα και αδιανόητα στο Βυζάντιο ή στη Κρήτη του 17ου αιώνα. Οι σημερινοί Βυζαντινο-κάπηλοί των Ελλήνων δεν στέκονται μια στιγμή να αναρωτηθούν γιατί ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος έπρεπε να εγκατασταθεί στην Ισπανία και να γίνει El Greco; Το Βυζάντιο και η εποχή της Τουρκοκρατίας μας προσφέρουν το παράδειγμα ενός μεταελληνικού πολιτισμού που έχει κάποια γνώση της αρχαιότητας σε σχέση με αυτήν, αλλά που μένει καθηλωμένη σε μια μιμητική, εξωτερική και άγονη σχέση με την παράδοση.

Τέλος έρχομαι στο σύγχρονο ελληνικό δράμα
Τα κεντρικά στοιχεία του ελληνικού δράματος είναι, από τη μια μεριά, η τριπλή αναφορά που περιέχει για μας η παράδοση: Αναφορά στους αρχαίους Έλληνες, αναφορά στο Βυζάντιο, αναφορά στη λαϊκή ζωή και κουλτούρα, όπως αυτή δημιουργήθηκε στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου και κάτω από την Τουρκοκρατία. Από την άλλη μεριά, η αντιφατική και, θα μπορούσε να πει κανείς, ψυχοπαθολογική σχέση μας με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, που περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι ο πολιτισμός αυτός έχει μπει εδώ και δεκαετίες σε μια φάση έντονης κρίσης και υποβόσκουσας αποσύνθεσης.
Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, που αποτέλεσε το επίσημο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστημένου της χώρας οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται βρίσκονται σε διαμετρική αντίθεση μεταξύ τους. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός ελευθερίας και αυτονομίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευματικό επίπεδο με την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση και αναζήτηση. Ο βυζαντινός πολιτισμός είναι πολιτισμός θεοκρατικής ετερονομίας, αυτοκρατορικού αυταρχισμού και πνευματικού δογματισμού.
Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, μόνο σχολιαστές ιερών κειμένων. Η προσπάθεια συνδυασμού και συμφιλίωσής τους δεν μπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δημιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισμό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευματικό κατεστημένο της χώρας επί ενάμιση σχεδόν αιώνα μετά την ανεξαρτησία και που επαναλάμβανε τα χειρότερα μιμητικά στοιχεία του Βυζαντίου.
Καθ’ όσο ξέρω, είμαστε ο μόνος λαός με μεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που πρόσφερε στον κόσμο το γελοίο και θλιβερό θέαμα προσπάθειας τεχνητής επαναφοράς της γλώσσας που μιλιόταν πριν από 25 αιώνες. Ούτε οι Ιταλοί προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν τα λατινικά, ούτε οι Ινδοί τα σανσκριτικά. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι ενώ η Δυτική Ευρώπη, στους δυο περασμένους αιώνες γέννησε δεκάδες λαμπρούς ελληνιστές, μόνο τρία ονόματα έχουμε που μπορούν να σταθούν αχνά στο ίδιο επίπεδο με αυτούς: Τον Κοραή, τον Βερναρδάκη και τον Συκουτρή -τον οποίο Συκουτρή οδήγησε χαρακτηριστικά σε αυτοκτονία ο φθόνος και το μίσος των κηφήνων του εν Αθήνησι Πανεπιστημίου. Περηφανευόμαστε ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων, αλλά για να μάθουμε τι έλεγαν και τι ήταν οι αρχαίοι πρέπει να προσφύγουμε σε ξένες εκδόσεις και σε ξένες μελέτες.
Αυτή η ίδια στάση έκανε ασφαλώς επίσης αδύνατη τη γονιμοποίηση της λαϊκής παράδοσης και τη μεταφορά της στο χώρο της έντεχνης παιδείας, με εμφατική εξαίρεση την ποίηση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο τεράστιος μουσικός πλούτος της λαϊκής μουσικής σε μελωδίες, ρυθμούς, κλίμακες και όργανα έμεινε νεκρός στα χέρια των νεοελλήνων συνθετών, όπως έμεινε άχρηστος και ο αρχιτεκτονικός και διακοσμητικός πλούτος της λαϊκής παράδοσης.
Τέλος, αυτή η αναφορά στα δύο μεγάλα παρελθόντα, με τον αποστειρωτικό τρόπο που ετέθη, είναι στη ρίζα της σχιζοφρενικής μας σχέσης με το δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό, του συνδυασμού ενός κακομοιριασμένου αισθήματος κατωτερότητας και μιας ψωροπερήφανης και αστήρικτης αυθάδειας. Έτσι παίρνουμε από τους ξένους τις BMW, τις τηλεοράσεις, τα κατεψυγμένα, κλπ, κλπ, χωρίς να μιλήσω για τα πακέτα Ντελόρ και τους βρίζουμε για την υποδούλωσή τους στην τεχνική και στον ορθολογισμό τους. Πράγματα που η δύση βέβαια δεν περίμενε τους νεοφώτιστους ελληνορθόδοξους για να τα κριτικάρει και να τα καταγγείλει η ίδια και που δεν απαλείφονται με μια ετήσια εκδρομή στο Άγιο Όρος.

Φαντάζομαι ότι δεν περιμένετε από μένα να δώσω συνταγές για το πώς θα μπορούσαμε να υπερβούμε αυτή τη δραματική βουβαμάρα που πολιτισμικά μας χαρακτηρίζει σήμερα. Για ένα πράγμα είμαι βέβαιος: αυτό που από την ελληνική ιστορία διαδόθηκε, γονιμοποίησε τον κόσμο και παραμένει σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης είναι η αρχαία ελληνική δημιουργία και η ανάδυση μέσα από αυτήν των ιδεών της αυτονομίας και της ελευθερίας.
Αν η δυτική Ευρώπη μπόρεσε, με τη σειρά της, να μεγαλουργήσει κι αυτή επί δέκα σχεδόν αιώνες, είναι και διότι μπόρεσε να συγκροτήσει μέσα από τις δυο Αναγεννήσεις, την κλασσική εποχή, το διαφωτισμό και τις μετέπειτα εξελίξεις, μια σχέση δημιουργικού διαλόγου κι όχι μιμητικής επανάληψης με τα αρχαία ελληνικά σπέρματα. Για μας σήμερα, αν είμαστε ικανοί να τον συγκροτήσουμε, ένας τέτοιος διάλογος που προϋποθέτει και τη βαθειά γνώση και το σεβασμό της λαϊκής μας παράδοσης δεν μπορεί παρά να είναι διπλός και με τους αρχαίους και με την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά της δυτικής Ευρώπης.
Όπως το ανέφερα ήδη, και αυτός ο δυτικός πολιτισμός περνάει σήμερα μια βαθειά κρίση που δεν ξέρουμε αν και πότε θα μπορέσουν οι δυτικοί λαοί να την ξεπεράσουν. Είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, στο ίδιο καράβι είμαστε μπαρκαρισμένοι κι εμείς και δεν εννοώ τις οικονομικές και διπλωματικές διασυνδέσεις. Αν μπορέσουμε να αφομοιώσουμε δημιουργικά τον απέραντο πολιτισμικό πλούτο που δημιούργησε η δύση -και που περιέχει έστω και ανεπαρκώς την αρχαία ελληνική αναφορά- θα μπορέσουμε ίσως να μιλήσουμε μια πραγματικά δική μας γλώσσα και να παίξουμε την παρτίδα μας σε μια νέα πολιτιστική συμφωνία. Αλλιώς θα εξακολουθήσουμε να βράζουμε στο ζουμί μας και να καλλιεργούμε την περιθωριακή μας ασημαντότητα.

Απληστία ως Αντίδοτο στον Φόβο

Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι και η απληστία.
Η λέξη παράγεται από το στερητικό «α» και το «πληστός» που σημαίνει πλήρης – γεμάτος. Άπληστος, επομένως, είναι ο πλεονέκτης, ο ακόρεστος, ο ανεκπλήρωτος από την επιθυμία. Διάλεξα να πω «από την επιθυμία» αντί «από τα μέσα της ζωής του», διότι πιστεύω ότι η αυτή αποτελεί την κινούσα δύναμη για την επίτευξη των αναγκών που δημιουργούν τα μέσα. «Επιθυμώ», σημαίνει «προάγω εκ του στήθους μου μια εσώτερη θερμή ανάγκη», μετά έρχεται η «βούληση» που παραπέμπει στο «θέλω και μπορώ». Επομένως, η επιθυμία έρχεται πρώτη και όχι η βούληση όπως υποστηρίζουν πολλοί φιλόσοφοι, καθόσον αυτή επιφέρει τις ανάγκες.

Η επιθυμία και η βούληση είναι δυο αρχέτυπα, «τάση» και «θέση» της ζωής, τα οποία οι πρόγονοί μας τα συμβόλιζαν με τις Δαναΐδες και το Σίσυφο. Οι πρώτες με το άπατο πιθάρι τους, ο δεύτερος με την αέναη μετακυλούσα πέτρα. Άρα, η απληστία μπορεί να ιδωθεί και ως «η διαρκής προσπάθεια της πραγμάτωσης του Σίσυφου του επιθυμητού των Δαναΐδων». Σίσυφος και Δαναΐδες, (είναι) ένα γονιδιακό ζεύγος δίζυγο, μια σχέση δυσδιάκριτη, ένα μαρτύριο της τιμωρίας των θεών προς το γένος των ανθρώπων.
Κατά τη μυθολογία, η έναρξη της απληστίας εμφανίζεται με τα παιδιά του βγαλμένου από τη θάλασσα Πρωτέα. Ο Πρωτέας, που θεωρείτο μονογενής και περιγράφεται με φύκια και ανάμεσα σε φώκιες, ανάλογα με τις επιθυμίες του γινόταν τα πάντα. Απέκτησε με κάποιες ασαφείς νύμφες και θεές, διάφορα παιδιά. Δυο του γιοί, ο Πολύγονος και ο Τηλέγονος ήταν άπληστοι, καταλήγοντας τελικά ληστές, τους οποίους σκότωσε ο Ηρακλής. Και ο Πρωτέας το αποδέχτηκε αυτό, φθάνοντας στο σημείο να αποκαθάρει εκ του φόνου το φονιά τους. Ο μύθος αυτός δείχνει μέσα από μια βιολογική θα τη χαρακτηρίζαμε σκοπιά, την έναρξη και την αντιμετώπιση του πρώτου φαινόμενου της απληστίας. Αλλά και ο μύθος της Εύας με την αποδοχή του απαγορευμένου καρπού, στο ίδιο παραπέμπει από άλλο δρόμο.
«Τρεις δυνάμεις κινούν τον κόσμο. Η ανοησία, ο φόβος και η απληστία». Θα εξετάσουμε την απληστία, αρχικά, μέσα από την ιστορία.
Ο Μωυσής, τον οποίο ο Θεός τιμώρησε να μη δει την εκπλήρωση της αποστολής του, φαίνεται ότι ένας λόγος ήταν η απληστία του, καθόσον ευθυνόταν για την υφαρπαγή εκ μέρους του λαού του αυτών που νέμονταν οι Φιλισταίοι. Ο Μίδας, έμεινε για την απληστία του στο χρυσό παρομοιώδης. Αλλά και ο Κροίσος, που δεν άκουσε το Σόλωνα στην αρετή του μέσου δρόμου αλλά τους ιερείς του Απόλλωνα για να επιτεθεί στον Κύρο και ν’ αυγατίσει κι άλλο την περιουσία του, τιμωρήθηκε δεόντως. Άπληστοι καθώς είχαν γίνει από τα δώρα του και αυτοί, δίνοντάς του έναν εκ πρώτης όψεως θετικό χρησμό, επέδρασαν ως Νέμεση, παίρνοντάς τον στο λαιμό τους.
«Η γη παράγει αρκετά για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του ανθρώπου, όχι όμως την απληστία του», είπε κάποτε, πολύ σωστά, ο Γκάντι. Τι είναι λοιπόν αυτό, το συγγενές ή επίκτητο ιδίωμα, ιδιαίτερα εμφανές στο ανθρώπινο είδος, το οποίο αναδύεται όλο πιο έντονο με την έναρξη του πολιτισμού του; Ζιγκουράτ, πυραμίδες, αυτοκρατορίες, όλα παραπέμπουν σε κάποια μορφή απληστίας των πρωτεργατών τους.

Η φύση έχει μια αρχή, τη μοιρασιά – νομή του οίκου της που λέγεται οικονομία.
Η οικονομία μοιράζει «νέμει» στον οίκο της τα απαραίτητα. Όταν αυτά, κατά την κρίση ενός όντος δεν αρκούν, αρχίζει η αναζήτηση για τη συσσώρευσή τους. Ο φόβος του θανάτου είναι το κινούν αίτιο αυτής της διαδικασίας. Και έως εδώ καλά μέχρι την υπερβολή, που συνοψίζεται στο ότι «εγώ τα θέλω όλα». Το φαινόμενο αυτό στον κοινωνικό ιστό είναι αναμφίβολα κατακριτέο. Δεν ζει κάποιος στερώντας τη ζωή των άλλων, αλλά διατηρώντας το υπέδαφος της ζωής πάνω στο οποίο διάγει τη ζωή του. Αυτό σημαίνει «επιβίωση», ζωή πάνω σε ζωή. Η ανθρώπινη κοινωνία είναι μια «κατά συνθήκη», μια «κατ’ ανάγκη» κοινωνία. Δεν έχει τη συνεκτική δομή της ανάλογης των μυρμηγκιών ή των μελισσών που όλα τα έντομα είναι ίδια, «αδέλφια» μεταξύ τους, καθώς γενιούνται και πεθαίνουνε κατά φουρνιές, μαζί. Η κοινωνία των ανθρώπων είναι χαλαρή, ανομοιογενής και ετερόκλητη, που την αποτελούν διάφορες μη οικογενείς ομάδες.
Στην ουσία, πρόκειται για ένα συνονθύλευμα από υποκοινωνίες, στις οποίες τα μεμονωμένα άτομα συμβιούν με σκοπό το όφελος από τη μεταξύ τους σχέση, έχοντας παράλληλα το κάθε ένα εξ αυτών την τάση να δημιουργεί ένα δικό του κόσμο. Επομένως, η ανθρώπινη «κοινωνία» είναι συναγωνιστική και ανταγωνιστική συγχρόνως, οπότε η απληστία κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να ιδωθεί. Ο άνθρωπος δεν είναι κοινωνικό ον, γίνεται κοινωνικό για την ασφάλειά του και αυτό του προσδίδει μια ιδιαίτερη συμπεριφορά η οποία τον κάνει ον πολιτικό. Η κοινωνική ζωή επιφέρει ευμενέστερες συνθήκες διαβίωσης μέσω της διαδικασίας που καλείται οικονομία κλίμακας. Κατ’ αυτήν, μέσω της σύνδεσης πολλών μονάδων επιτυγχάνεται όφελος. Όταν κάποια στιγμή το όφελος και το κόστος βρεθούν σε κρίσιμη καμπή, τότε η κοινωνία είτε ρικνώνεται τείνοντας να γίνει συμπαγής είτε επεκτείνεται τείνοντας στη μεταλλαγή της.
Στην πρώτη περίπτωση, η ρίκνωση οδηγεί στη λεγόμενη «κλειστή κοινωνία» με κατάληξη το μαρασμό, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, η επέκταση οδηγεί στη λεγόμενη «ανοικτή κοινωνία» με κατάληξη την απροσδιοριστία. Ο άπληστος, επομένως, ορίζεται ως καταλύτης του συστήματος, φθάνοντας στο σημείο να οδηγεί στις μέρες μας τον ευαίσθητο και ασταθή κοινωνικό ιστό. Η παγκόσμια ανοικτή κοινωνία δεν είναι άλλο από μια άπληστη κοινωνία σε σχέση με την έννοια των προγενέστερων αξιών της πάτριας ζωής. Από οικονομικής πλευράς, αυτή στηρίζεται σε δύο βάρκες: στην ελευθερία της παραγωγής όπως την περιέγραψε ο Άνταμ Σμιθ και στην ανάγκη της αυξημένης κατανάλωσης κατά τον Κέυνς. Οπότε, διαμορφώνεται μια κοινωνία Λεβιάθαν, η οποία χωνεύει τα παιδιά της. Στη διαδικασία όμως αυτή συμβαίνουν κρίσεις, όπου το ζητούμενο είναι ο επαναπροσδιορισμός των ορίων των συμβαλλόμενων.
Η ιστορία διδάσκει ότι στις κρίσεις, οι πιο αδύναμες κοινωνικά ομάδες παραδίδονται βορά στο σύστημα, γενόμενες μέρος του συστήματος. Το φαινόμενο αυτό ο Ρουσσώ αντί να το ονομάσει «εξαναγκαστική παράδοση» το βάφτισε «κοινωνικό συμβόλαιο». Το οποιοδήποτε όμως συμβόλαιο επενεργεί προς όφελος της πλεονεκτικότερης ομάδας. Πλεονεξία, πλεονεκτικότητα και πλεονασμός, είναι η «αγία τριάδα» της σύγχρονης πλέον κοινωνίας.

Φεύγουμε από την κοινωνία και επιστρέφουμε στα μέλη της, τις άπληστες αράχνες που υφαίνουν τη ροή του ιστού της ιστορίας. Στην ύφανσή του, όπως και στο κάθε γίγνεσθαι, δεν υπάρχει διπολισμός, αλλά μονο-πειθαναγκασμός. Το αντίθετο του άπληστου είναι ο «πληστός», που σημαίνει «πλήρης -ολοκληρωμένος». Θεωρητικά ορίζεται ως πρότυπο αξίας, καθόσον υποτίθεται ότι τα πάει περίφημα με τον εαυτό του. Είναι στις ανάγκες του εξαιρετικά ολιγαρκής, επομένως ευχαριστημένος με αυτά που έχει, οπότε καθιερώνεται σαν πρότυπο συμπεριφοράς πολίτη, τόσο από τους ολιγαρκείς όσο και από τους πλεονέκτες. Διότι οι ολιγαρκείς τον έχουν πρότυπο στη δυστυχία τους, πράγμα που βολεύει παράλληλα τους πλεονέκτες. Σε σπάνιες περιπτώσεις ο ολοκληρωμένος ή πληστός οδεύει στον εξοβελισμό του, σαν ένα κύτταρο κατεξοχήν παθολογικό, που τείνει να περιορίσει το σύστημα έχοντας βάση μια αλλιώτικη αθανασία που προκύπτει από την μέλλουσα πληρέστερη ολοκλήρωσή του.
Η απληστία όμως για την ολοκλήρωση οδηγεί στην ολοκλήρωση της απληστίας, αλλά αυτός είναι ο άπληστος. Επομένως, τι συνέβη; Αυξήθηκε απλά η πολυπλοκότητα του συστήματος με μια τροχοπέδη. Η φύση αυτορυθμίζεται, η θέση που θα βρεθεί το κάθε κύτταρο ή άνθρωπος είναι δεδομένη. Το κλειδί στην ψυχολογία του άπληστου λέγεται «άγχος επιβίωσης από το άχθος του θανάτου». Είναι μια αντίδραση «φυσιολογική» η οποία εκδηλώνεται με τη μεταβολή των ορμονών και της ψυχολογίας. Το φαινόμενο της απληστίας απαντάται τόσο στα παιδιά όσο και στους μεγάλους, ασχέτως φύλου, με μεγαλύτερη έκταση στο θηλυκό. Δείτε ένα παιδί σε μια βιτρίνα παιχνιδιών, η απληστία που ζωγραφίζεται στα μάτια του παραπέμπει στο αν θα μπορούσε να έχει τα περισσότερα. Δείτε έναν άντρα σε μια αγορά, ο περιορισμός που ζωγραφίζεται στα μάτια του θα τον αναγκάσει να πάρει το καλύτερο για τα λεφτά του (best value for money). Στις γυναίκες δεν αναφερόμαστε διότι άπτονται μιας ευρύτερης ψυχολογίας η οποία ξεκινά από την επιλογή του ανδρός ως το καλάθι με τα φρούτα (shoping theraphy).

Η απληστία, επομένως, αποτελεί μια φυσική διαδικασία αντίδρασης του επιθυμητού, σημαντική στην εξελικτικότητα. Η ψυχολογία του άπληστου, πρέπει κάποτε να ιδωθεί κάτω απο το πρίσμα της εσώτερης βαθειάς ψυχολογίας που φτάνει μέχρι τα γονίδια. Ακραία φαινόμενα δεν είναι άγνωστα και στα ζώα. Η αλεπού, για παράδειγμα, πνίγει όλες τις κότες στο κοτέτσι ενώ τρώει μια, πράγμα που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «αμόκ ζωτικής ανησυχίας». Το γεγονός αυτό συνδέεται με τη «λίμπιντο», λέξη που συνάδει με το πάθος για ζωή με το σπόρο του θανάτου. Στο βάθος της ψυχής του άπληστου, ελλοχεύει έντονα, μα διακριτά, ο θάνατος.

Η γη κατέληξε «μονοειδής»
Αυτό σημαίνει ότι επικράτησε μόνο το ένα είδος, τώρα, ο άνθρωπος. Η μονοειδότητα είναι ένα σύνηθες φαινόμενο στη φύση που συμβαίνει κατά διαστήματα, όπως την εποχή των φυτών, των δεινοσαύρων, πρόσφατα των θηλαστικών και δη των πρωτευόντων, του ανθρώπου. Ο κίνδυνος για την επιβίωση του ανθρώπου προέρχεται πλέον από το ίδιο τον άνθρωπο, που σημαίνει ότι ο φόβος του είναι «από και προς τον εαυτό του». Η μάχη ανάμεσα στα μέλη του ίδιου είδους, της αυτής ομάδας, του ίδιου μας του εαυτού, όταν επισυμβεί είναι η πλέον κανιβαλοφόρα. Επομένως, στο ανθρώπινο είδος θα επικρατήσει τελικά ένα υποείδος, μέχρι να χαθεί και αυτό μέσα στην απροσδιοριστία.
Η απληστία στη φάση αυτή της μονοειδικής αιχμής, προβάλλεται ως αρχή – τάση επιβίωσης στους πλέον φοβισμένους, ανάγοντας τον εγωκεντρικό – εγωιστικό μηχανισμό της θεωρούμενης «ελπίδας» τους. Αυτή είναι μια προσέγγιση μέσα από ένα πώρο του βιολογικού κοινωνικού ιστού, που παραπέμπει στο ότι δεν επιφέρουμε εμείς το σύστημα αλλά ότι εκείνο μας ορίζει.
Παραταύτα, όταν το γεγονός αυτό ιδωθεί βαθύτερα, οδηγεί με τη σειρά του στο ότι εμείς μετέχουμε και καθορίζουμε τις φυσιολογικές νόρμες, μέσα από την πλειοψηφία. Αυτό, να ιδωθεί πέραν του καλού και του κακού και της ιδεοληψίας, με ευρύτητα στη σκέψη και τη γνώση. Ούτως ή άλλως, στην απληστία της γνώσης χρωστάμε αυτά που καταλαβαίνουμε σήμερα. Παρότι από την απληστία δομήθηκε η κοινωνία, παρότι πλεονέκτες με την εξουσία ήταν οι μεγαλύτεροι ηγέτες και με την αγάπη οι καλύτερες μητέρες, η απληστία ιδωμένη ως εκ των μεγαλύτερων αμαρτημάτων, στηλιτεύεται. Τι γίνεται, όμως, εδώ; Εθελοτυφλούμε, προσδιοριζόμενοι απο δυο μέτρα και σταθμά ή θα επιλέξουμε ως άριστο το ένα; Θαυμασμός από τη μια και αποτροπιασμός από την άλλη, δεν γίνεται, σημαίνει μπέρδεμα ή υποκρισία.
Ως εκ τούτου, εξετάζοντας τα πράγματα με όσο το δυνατόν αδέσμευτη χροιά, η απληστία μπορεί να ιδωθεί ως «τάση επιβίωσης υπο οριακές συνθήκες». Στο σύμπαν, που και αυτό επεκτείνεται άπληστα, υπάρχουν μαύρες τρύπες που ρουφούν και άσπροι νάνοι που παράγουν. Αμφότερα τα φαινόμενα υπηρετούν μια σκοπιμότητα, την ύπαρξη της φύσης. Ένα εκ των δυο να έλλειπε, θα ήταν ουδέτερο, ανύπαρκτο το σύμπαν. Το ζητούμενο είναι μια κοινή γραμμή, η οριοθέτηση στον κοινωνικό ιστό των φυσιο-λογικών ορίων. Η θέση του άπληστου, χωρίς να φτάνουμε σε άκρα, είναι φυσική. Ο ολίγον άπληστος είναι παραγωγικό κύτταρο, ο πολύ άπληστος καταντάει πρόβλημα. Η πρακτική του πρώτου επιφέρει θαυμασμό, του δεύτερου γεννά το φθόνο. Πέραν του ορίου, ο άπληστος ρουφά τα στοιχεία της ζωής των άλλων και ο πληστός τα φτύνει. Και στο βασικό ερώτημα «τι κάνουμε», η απάντηση είναι «σε ότι είμαστε ταγμένοι». Τα όρια της δυναμικής του συστήματος που θέτει η πλειοψηφία καθορίζουν τις φυσιολογικές νόρμες και η αντιμετώπιση των πολύ άπληστων είναι θεμιτή.
Είτε λοιπόν μιλάμε για την απληστία του πνεύματος, είτε της ύλης, ένα είναι γεγονός. Ότι, όπως το χαρακτηριστικό γνώρισμα της πληρότητας είναι ο εφησυχασμός, το αντίστοιχο της απληστίας είναι η ανησυχία. Ζω και ανησυχώ σημαίνει ότι είμαι ενεργός, ορίζω εγώ τις νόρμες μου τις οποίες επεκτείνω στο κοινωνικό μου περίγυρο όπου δεν εφησυχάζω. Ούτως ή άλλως, ο Ηρακλής στον κοινωνικό ιστό είναι ο λαός και ρόπαλο η δικαιοσύνη. «Ηρακλής κοιμώμενος» δεν υπάρχει ως τραγωδία, θα μπορούσε βέβαια να υπάρξει ως κωμωδία, για να ολοκληρωθεί με τον «Ηρακλή μαινόμενο» ως σατυρικό δράμα.
Στον ελληνικό τρόπο της ζωής, κυριάρχησε κάποτε έντονα το άπληστο πνευματικό στοιχείο. Αυτό δημιούργησε στον πλουραλισμό των ιδεών όπου προέκυψε φως, το οποίο μεταλαμπαδεύτηκε στο δυτικό πολιτισμό και κατόπιν εκτενέστερα. Το είδος του φωτός που εξέπεμψαν οι πρόγονοί μας ονομαζόταν φάος, που σημαίνει φως από αυτόκαυστο υλιστικό μανδύα ενός πνεύματος που φλέγεται χαοτικά. Αυτή είναι μια περίπτωση κατά την οποία ο καιγόμενος προσφέρει στο σύνολο το φως του, μέσα από τον έμπειρο ή ένπυρο χαμό του. Ποιος είπε ότι άπληστος είναι κοιλιόδουλος και καταναλωτής μονάχα;

Δίωξη Ιδεών στην Αρχαία Αθήνα;

Δίωξη Ιδεών στην Αρχαία Αθήνα;Ο Σωκρατοπλατωνισμός παρέμεινε μια απολύτως εσωστρεφής και περιθωριακή φιλοσοφικοπολιτική τάση σε όλη τη διάρκεια της κλασικής και ελληνιστικής εποχής. Οι οπαδοί του δεν ξεπέρασαν ποτέ τα όρια ενός στενού κύκλου από εμμονικούς γραφικούς νοσταλγούς της εποχής της -προδημοκρατικής- αριστοκρατίας, που ανακύκλωναν μεταξύ τους τη μιζέρια τους. Ευνοείται ανέλπιστα από τις περιστάσεις και ανασύρεται από τη διανοητική ναφθαλίνη μόνο κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, ο γενικευμένος μυστικισμός και η πολιτική ανελευθερία της οποίας αποτελούν και το γόνιμο έδαφός του. Τότε είναι που επινοούνται τα διάφορα περί δήθεν γενικευμένων ιδεολογικών διώξεων στην αρχαία Αθήνα.
Ο ανομολόγητος σκοπός είναι φυσικά να διασυρθεί ιστορικά η δημοκρατία που «καταδίκασε τον Σωκράτη» και να δικαιωθούν –στον ευνοϊκά διακείμενο ρωμαϊκό πλέον κόσμο- οι απόψεις του θεωρητικού θεμελιωτή της πολιτικής ανελευθερίας (και μαθητή του Σωκράτη) Πλάτωνος. Έτσι, για να τραβηχτεί η προσοχή από τις πραγματικές αιτίες της καταδίκης αυτού του περιθωριακού ιεροκήρυκα της … μυκηναϊκής βασιλείας και να «διεθνοποιηθεί» η περίπτωσή του (και προπάντων οι φιλομοναρχικές και αντιδημοκρατικές ιδέες του), κατασκευάζονται «γεγονότα» που στοιχειοθετούν έναν δήθεν καθολικό διωγμό κατά των φιλοσόφων στην κλασική Αθήνα.
Εδώ ο στόχος είναι αφενός η ηρωοποίηση του Σωκράτη δια της ένταξής του σε ένα γενικότερο «μαρτυρολόγιο φιλοσόφων», αφετέρου η «κατάδειξη» του «γεγονότος» ότι η Αθήνα δεν ήταν στ’ αλήθεια δημοκρατική, ότι η δημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι «εκ φύσεως» ένα καθεστώς διεφθαρμένο κι ότι (εδώ είναι το πιο σημαντικό) υπό αυτές τις συνθήκες είναι καλύτερα για την κοινωνία να διοικείται δεσποτικά από κάποιους μυστικιστικά «φωτισμένους επαΐοντες», που γνωρίζουν καλύτερα από την ίδια ποιό είναι το καλό της. Οι χαλκευτές είναι διάφοροι νεοπυθαγόρειοι (γνωστοί στην Ιστορία για την ανέκαθεν τυραννόφιλη στάση τους), νεοπλατωνικοί, ιερείς μαντείων (φέρεται ότι το κατά περίπτωση περσόφιλο, ρωμαιόφιλο και γενικώς τυραννόφιλο δελφικό μαντείο είχε «χρίσει» τον Σωκράτη σαν  τον σοφότερο θνητό), απλοί θαυμαστές των ρωμαίων αυτοκρατόρων, “επιδοτούμενοι” διανοούμενοι (=σφουγγοκωλάριοι) του ρωμαϊκού καθεστώτος.
Τις «ιστορικές» φαντασιοκοπίες περί γενικευμένων ιδεολογικών διώξεων στην αρχαία Αθήνα παρέλαβαν οι -ιστορικοί επίγονοι των σωκρατοπλατωνιστών- χριστιανοί «πατέρες», οι οποίοι ως γνωστόν ανακήρυξαν σε ανεπίσημους «προ Χριστού» αγίους τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα. Και έκτοτε συνεχίζουν να αναπαράγονται αδιαλλείπτως μέχρι σήμερα, προς όφελος της ιστορικής άγνοιας/λήθης, της δικαιολόγησης τού (πλατωνικού;) «αναπόφευκτου» της κοινωνικής ιεραρχίας και κυριαρχίας και φυσικά τής (απροσχημάτιστα εξυμνημένης από τους σωκρατοπλατωνιστές) πολιτικής ανελευθερίας. Γιατί αν η αρχαία Αθήνα, η πολιτισμική πρωτεύουσα όλων των εποχών, καταχωρηθεί ως άλλη μια ανελεύθερη θεούσα που δίωκε ελεύθερα μυαλά, τότε οι μεταγενέστερες εξουσίες θα γίνονται ευκολότερα αποδεκτές από τους υπήκοους που έχουν στην ιδιοκτησία τους.
Δυστυχώς η επιρροή της προπαγάνδας αυτών των αρχαίων αγυρτών υπήρξε τόσο έντεχνη, που ακόμα και σπουδαίοι κλασικιστές, ή ιστορικοί, όπως ο Ε.R. Dodds (στο κλασικό Οι Έλληνες και το Παράλογο), ή ο Ζωρζ Μινουά (στο πρόσφατο Η Ιστορία της Αθεϊας), αναπαρήγαγαν απρόσεκτα αυτές τις -κατά πέντε ή έξι αιώνες μεταγενέστερες- «μαρτυρίες». Την μπανανόφλουδα αυτή δεν πάτησε ευτυχώς ο Stone, ο οποίος με αυτόν τον τρόπο απέδειξε ότι στις κοινωνικές (κι όχι μόνο) επιστήμες δεν αρκεί η ευρυμάθεια και η συνθετική ικανότητα αλλά χρειάζεται και λίγο «αστυνομικό δαιμόνιο». Κοινώς: προσοχή.

Ήταν η καταδίκη του Σωκράτη μια μοναδική περίπτωση;
Ή ήταν το πιο γνωστό θύμα σ’ ένα κύμα διώξεων εναντίον των άθρησκων φιλοσόφων;
Δύο διακεκριμένοι λόγιοι, με δικαιολογημένη φήμη και οι δύο, υποστήριξαν πρόσφατα την άποψη ότι η Αθήνα του πέμπτου αιώνα, παρ’ όλο που συχνά αποκαλείται Εποχή των Ελληνικών Φώτων, ήταν επίσης –τουλάχιστον κατά το δεύτερο μισό- η σκηνή μιας γενικής δίωξης κατά των ελεύθερα σκεπτομένων. Σύμφωνα με τον Ε.R. Dodds, στο γνωστό έργο του The Greeks and the Irrational, αυτή η δίωξη αιρετικών ιδεών άρχισε με έναν νόμο τόσο τρομακτικό που αναρωτιέται κανείς πώς τόσο πολλοί φιλόσοφοι συνέρεαν εκεί από παντού και με ποιό θαύμα κατάφερε ο Σωκράτης ν’ αποφύγει τη σύλληψη επί τριάντα χρόνια, μετά το πέρασμα αυτού του νόμου.
Ο Dodds έγραψε ότι «Περί το 432 π.κ.ε. ένα ή δύο χρόνια μετά, η δυσπιστία στις υπερφυσικές δυνάμεις και η διδασκαλία της αστρονομίας θεωρούνταν προσβολές μηνύσιμες. Στα επόμενα τριάντα χρόνια μαρτυρούνται σειρά από δίκες για αίρεση. Στα θύματα περιλαμβάνονταν οι περισσότεροι προοδευτικοί στοχαστές στην Αθήνα – ο Αναξαγόρας, ο Διαγόρας, ο Σωκράτης, σχεδόν σίγουρα ο Πρωταγόρας και πιθανόν ο Ευριπίδης». Ο Dodds λέει ότι σχεδόν δεν γίνονταν αθωώσεις. «Σ’ όλες αυτές τις υποθέσεις εκτός από την τελευταία», υποστηρίζει, «η δίωξη ήταν επιτυχής: ο Αναξαγόρας ίσως υποβλήθηκε σε πρόστιμο και εξορίστηκε· ο Διαγόρας εξαφανίστηκε από την Αθήνα· το ίδιο, πιθανόν, έκανε και ο Πρωταγόρας· ο Σωκράτης, που θα μπορούσε να είχε κάνει το ίδιο, ή να ζητήσει εξορία, προτίμησε να μείνει και να πιεί το κώνειο». Οι μαρτυρίες «είναι περισσότερο απο αρκετές για ν’ αποδείξουν ότι ο ‘Χρυσούς Αιώνας των Ελληνικών Φώτων’ είχε επίσης σημαδευτεί από «εξορία λογίων, παρωπίδες στη σκέψη, ακόμα και (αν πιστέψουμε στη παράδοση για τον Πρωταγόρα) κάψιμο βιβλίων»1 καταλήγει ο Dodds.
Μια παρόμοια εικόνα μας έδωσε πιο πρόσφατα ο Arnaldo Momigliano σε δύο δοκίμια που έγραψε για το γοητευτικό αλλά όχι τόσο γνωστό Dictionary of the History of Ideas. Το ένα είναι περί «Ελευθερίας του Λόγου στην Αρχαιότητα» και το άλλο περί «Ασέβειας, στον Κλασικό Κόσμο»2. Μια επανεξέταση της δίκης του Σωκράτη θα ήταν ατελής, αν δεν λάβαινε υπόψη της αυτές τις αισιόδοξες απόψεις, από τόσο αξιοσέβαστες πηγές.
Πιστεύω ότι οι μαρτυρίες για όλα αυτά προέρχονται από μεταγενέστερες εποχές και είναι αμφίβολες· ότι ο μύθος για τη δίωξη ιδεών έχει την αρχή του, όπως κι άλλες σημαντικές ιστορικές παρανοήσεις, στην αθηναϊκή κωμωδία – σ’ ένα χαμένο έργο, που αποσπάσματά του μπορεί να βρεθούν κάποια μέρα ανάμεσα σε καινούρια ευρήματα παπύρων. Αυτά έχουν προσθέσει τόσα πολλά, τον περασμένο αιώνα, στη γνώση μας για την κλασική αρχαιότητα.
«Μαρτυρία» για δίωξη ιδεών δεν εμφανίζεται νωρίτερα από τους συγγραφείς της Ρωμαϊκής Εποχής, ιδιαίτερα τον Πλούταρχο, που έγραφε πέντε περίπου αιώνες μετά τον Σωκράτη. Η χρονική απόσταση του Πλούταρχου από τον Σωκράτη είναι όσο μεγάλη και η χρονική απόσταση της εποχής μας από την εποχή του Κολόμβου, και το κενό στην πολιτική θεώρηση είναι το ίδιο πλατύ. Η συχνή απέλαση φιλοσόφων και άλλων Ελλήνων δασκάλων από τη Ρώμη ήταν γεγονός, κι αυτό έδινε αφορμή στους συγγραφείς της εποχής να υποθέσουν ότι οι Αθηναίοι ήταν κι αυτοί οι ίδιοι φιλύποπτοι και μή ανεκτικοί. Αυτό άλλωστε ταίριαζε και με την περιφρόνησή τους για τη δημοκρατία.
Όσο πιο πίσω γυρίζει κανείς, στους συγγραφείς της εποχής του Σωκράτη και δυο γενιές μετά, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να βρει κανείς στοιχεία για τέτοιες προηγούμενες διώξεις. Στην πραγματικότητα, η ισχυρότερη ανταπάντηση μπορεί να προέλθει από τον ίδιο τον Πλάτωνα, παρ’ όλο που -και ακριβώς επειδή- ήταν έτοιμος να πιστέψει το χειρότερο για τον όχλο, όπως θα ’κανε ο κάθε Ρωμαίος αριστοκράτης.
Ας αρχίσουμε με το νόμο για «δυσπιστία στις υπερφυσικές δυνάμεις και τη διδασκαλία της αστρονομίας», που ο Dodds ανέφερε σαν τη βάση γι’ αυτό το κύμα διώξεων – ένα νόμο που υποστήριζε κάποιος ονόματι Διοπείθης. Μια τέτοια δραματική απομάκρυνση από τον αθηναϊκό νόμο και την παράδοση θα είχε προκαλέσει μεγάλη και θλιβερή αντιδικία. Κι όμως, η μοναδική αναφορά νόμου που προτάθηκε από τον Διοπείθη είναι σ’ ένα μόνο σημείο του Βίου του Περικλέους από τον Πλούταρχο.
Τα μόνα που ξέρουμε νωρίτερα για τον Διοπείθη προέρχονται από την αθηναϊκή κωμωδία: ήταν αγαπημένος στόχος των ποιητών της, που τον παρουσίαζαν ως φανατικό θρήσκο και εκκεντρικό πωλητή χρησμών. Ο Διοπείθης – όχι όμως το διάταγμά του- αναφέρεται σε τρία έργα του Αριστοφάνη3. Η «Γερμανική Εγκυκλοπαίδεια της Κλασικής Αρχαιότητας», του Pauly-Wissowa, επίσης, περιέχει αναφορές σ’ αυτόν από τέσσερα αποσπάσματα άλλων συγγραφέων κωμωδίας. Αλλά πουθενά δεν τον συναντάμε στη σοβαρή γραμματεία, όπως θα περίμενε κανείς, αν ήταν πρόσωπο τέτοιας επιρροής ώστε να υποβάλλει ένα, χωρίς προηγούμενο, νομοθέτημα στην Αθηναϊκή Συνέλευση.
Στην πραγματικότητα, το περιεχόμενο του Βίου του Περικλέους μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι ο Πλούταρχος παρασύρθηκε από κάποια ανάμνηση μιας άλλης χαμένης κωμωδίας, που διακωμωδούσε και τον Διοπείθη και τον Περικλή. Η αφήγηση του Πλούταρχου είναι ένα περίεργο ανακάτεμα που γενιές λογίων δεν κατάφεραν να ξεδιαλύνουν με επιτυχία. Ο Πλούταρχος συνδέει μια δίωξη του ίδιου του Περικλή με κατηγορίες ασέβειας κατά της ωραιοτάτης ερωμένης του, της Ασπασίας, και του φιλοσοφικού του συμβούλου, του Αναξαγόρα. Συμπεριλαμβάνεται μια γαργαλιστική διαβεβαίωση ότι η Ασπασία διηύθυνε έναν «οίκο συνέντευξης» για τον Περικλή, και τελικά ο ισχυρισμός ότι ο τελευταίος άρχισε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο για να στρέψει αλλού τη δημόσια προσοχή και να ανακτήσει τη δύναμή του, παρ’ όλο που ακόμα και ο Πλούταρχος παραδέχεται δειλά ότι «η αλήθεια για όλ’ αυτά δεν είναι ξεκάθαρη».

Μόνο μια λεπτομέρεια της ιστορίας του Πλούταρχου βεβαιώνεται από τον Θουκυδίδη. Ξέρουμε ότι ο Περικλής σε μια στιγμή μεγάλης δυσαρέσκειας για την πολιτική του, υπεβλήθη μια φορά σε πρόστιμο και προσωρινά απομακρύνθηκε από τα αξιώματά του, από τους Αθηναίους. Όμως αυτό συνέβη όχι πριν αλλά μετά την αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου, όταν μια δεύτερη σπαρτιατική επιδρομή στα περίχωρα της Αθήνας και τα προβλήματα μέσα στην πολιορκημένη πόλη, οδήγησαν σε απαίτηση για ειρήνη. Ο Περικλής πλήρωσε πρόστιμο, αλλά σε λίγο επανέκτησε καινούρια υποστήριξη και επανεξελέγη στην αρχηγία 5.
Μέχρις εδώ τα γεγονότα ήταν αληθινά. Όμως η περιγραφή του Πλούταρχου για διώξεις ασέβειας είναι πολύ απίθανη. «Γύρω στην ίδια εποχή επίσης», γράφει ο Πλούταρχος, «δικάστηκε η Ασπασία για ασέβεια και ο Έρμιππος, ο κωμικός ποιητής, ήταν μηνυτής της. Την κατηγόρησε επιπλέον ότι δεχόταν ελεύθερες γυναίκες στον οίκο συνέντευξης για τον Περικλή. Και ο Διοπείθης έφερε ένα νομοσχέδιο που έλεγε πως θα γίνεται δημόσια καταγγελία εναντίον αυτών που δεν πιστεύουν σε θεούς ή που διδάσκουν διάφορα δόγματα σχετικά με τους ουρανούς, κι έτσι κατηύθυνε τις απόψεις προς τον Περικλή μέσω του Αναξαγόρα».
Ο Πλούταρχος λέει πως «οι άνθρωποι δέχτηκαν μ’ ευχαρίστηση αυτές τις συκοφαντίες»· ο Περικλής έσωσε την Ασπασία «χύνοντας άφθονα δάκρυα στη δίκη», αλλά «φοβήθηκε τόσο πολύ για τον Αναξαγόρα, που τον έστειλε μακριά από την πόλη» και «έβαλε φωτιές» στη σύγκουση με τη Σπάρτη, για να μεταστρέψει την προσοχή από τις κατηγορίες εναντίον του ίδιου και των φίλων του 6. Μια τέτοια πλοκή, φιλοσοφική και σέξι συγχρόνως, ήταν ό,τι έπρεπε για τους κωμικούς ποιητές.
Η αποκαλυπτική λεπτομέρεια στην αφήγηση του Πλούταρχου, είναι η φράση ότι ο κατήγορος ήταν ο «ο Έρμιππος, ο κωμικός ποιητής». Φυσικά, ένας κωμικός ποιητής μπορούσε, όπως οποιοσδήποτε άλλος πολίτης, να εγείρει κατηγορία υπό τον αθηναϊκό νόμο. Αλλά δεν γνωρίζουμε καμιά άλλη περίπτωση που ένας κωμικός ποιητής καταδίκασε τον εαυτό του σε σοβαρότητα, φέρνοντας τα αστεία και τους λιβέλλους του στο δικαστήριο. Στο άρθρο του για τον Έρμιππο ο Pauly-Wissowa παίρνει την αφήγηση του Πλούταρχου κατά γράμμα και σημειώνει ότι ο Έρμιππος ήταν ο μόνος κωμικός ποιητής που «δεν περιόρισε τις επιθέσεις του κατά του Περικλή στο θέατρο».
Ο Έρμιππος, πιστεύω, θα είχε γίνει γελοίος στην Αθήνα, αν είχε βγει από το ρόλο του κωμικού ποιητή και είχε προσπαθήσει να μετατρέψει τα αστεία του σε νόμιμη καταγγελία. Στην πραγματικότητα θα ήταν πολύ δύσκολο να το κάνει λόγω έλλειψης χρόνου, ακόμα κι αν είχε τη διάθεση. Ήταν παραγωγικότατος στο επάγγελμά του. Του αποδίδονται σαράντα έργα, εκ των οποίων γνωρίζουμε τους τίτλους δέκα κι έχουμε εκατό αποσπάσματα. Θα ήταν επίσης παράξενο γι’ αυτόν να εμφανιστεί ως κατήγορος ασέβειας, όταν ένα από τα χαμένα έργα του «ασεβώς» γελοιοποιεί τη γέννηση της Αθηνάς και είναι, όπως παρατηρεί ο Pauly-Wissowa, «το παλαιότερο παράδειγμα κωμικής θεώρησης μιας θείας γέννησης», είδος που πολύ καλλιεργήθηκε στη μεταγενέστερη αρχαιότητα.
 
Ο Περικλής και η Ασπασία επισκέπτονται το εργαστήριο του Φειδία πίνακας του Hector Le Roux, 1829-1900

Ο Περικλής ήταν ένας από τους προσφιλείς του στόχους
Ένα από τα έργα του –ίσως το γνωστό ως Βασιλεύς των Σατύρων- κατηγορούσε τον Περικλή ως «ερωτικώς ακόρεστον». Ίσως αυτό να εξηγεί το αστείο του, όταν κατηγορούσε την Ασπασία ότι διατηρεί οίκο ανοχής για τον ακούραστο εραστή της! Η περιγραφή του Πλούταρχου για το πώς ο Περικλής έσωσε την ερωμένη του από την καταδίκη, δείχνει αρκετά καθαρά πως όλα αυτά προέρχονται από την κωμωδία και δεν έχουν ιστορικό υπόβαθρο. Το ανάρμοστο θέαμα του αριστοκρατικού (στους τρόπους) και αποστασιοποιημένου Περικλή που έχυνε άφθονα δάκρυα για να σώσει την ερωμένη του, θα είχε κατευχαριστήσει το αθηναϊκό κοινό.
Όσο για την υπόθεση του Πλούταρχου ότι αυτό μπορεί να εξηγεί το γιατί ο Περικλής άρχισε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, μοιάζει με το αστείο που κάνει ο Αριστοφάνης στους Αχαρνείς. Εκεί λέει ότι όλα άρχισαν λόγω έχθρας ανάμεσα σε δύο οίκους ανοχής. Κάποιοι από τη χρυσή νεολαία της Αθήνας, περισσότερο πιωμένοι από το συνηθισμένο, έκλεψαν τη Σιμαίθα από έναν οίκο στα Μέγαρα -σύμμαχο της Σπάρτης- και οι Μεγαρείς για αντίποινα «ξεπλήρωσαν την κλοπή κι άρπαξαν δύο πόρνες της Ασπασίας» 7. Αυτά φαίνεται ότι ήταν τυποποιημένες ανηθικότητες στα αθηναϊκά αντιπολεμικά έργα.
Η υπόθεση ότι η αφήγηση του Πλούταρχου προέρχεται από χαμένο έργο του Έρμιππου έχει πράγματι γίνει στην έκδοση του 1927 της Cambridge Ancient History, αλλά με τρόπο που δεν τράβηξε την προσοχή. Εκεί στον τόμο 5, περί της ακμής της Αθήνας, ο μεγάλος ιστορικός J.B. Bury έγραψε ένα κεφάλαιο που λέγεται «Η Εποχή των Φώτων» και περιλαμβάνει ένα τμήμα για τις «δίκες βλασφημίας» στην Αθήνα. Σ’ αυτό το τμήμα –εκτός από μια ανασκευαστική σημείωση για τον Πρωταγόρα, στην οποία θα ξαναγυρίσουμε αργότερα- ο Bury επίσης πήρε κατά γράμμα όλες τις ιστορίες για δίκες ασέβειας.
Αλλά στο τέλος το τόμου της CAH υπάρχουν «Σημειώσεις πάνω σε ειδικά σημεία χρονολογίας». Σε μια απ’ αυτές που λέγεται «Οι επιθέσεις εναντίον φίλων του Περικλή», διαβάζουμε: «Είναι πιθανόν η Ασπασία να διώχθηκε για ασέβεια (όπως αναφέρεται από τον Bury στη σελ. 383 του τόμου της CAH), αλλά το λεχθέν ότι ο κατήγορός της ήταν ο κωμικός ποιητής Έρμιππος, που πρόσθεσε την κατηγορία ότι ήταν η μαστροπός του Περικλή, μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι εδώ έχουμε απλώς τη φιλυποψία για την ελεύθερη σκέψη της Ασπασίας μαζί με τη βωμολοχία της κωμωδίας. Η ίδια κατηγορία περί μαστροπίας έχει αναφερθεί επίσης από τον Αριστοφάνη στους Αχαρνείς» 8. Ο συγγραφέας του ανωτέρω είναι ο F.E. Adcock, ένας από τους τρεις εκδότες της Cambridge Ancient History, μαζί με τον Bury και τον S.A. Cook.
Ο Adcock συνέχισε λέγοντας ότι η κατηγορία του Πλούταρχου πως ο Περικλής ξεκίνησε τον πόλεμο για να αποστρέψει την προσοχή από τα προβλήματά του, «πρωταναφέρθηκε από τον Αριστοφάνη, δέκα χρόνια μετά την έκρηξη του πολέμου, στην Ειρήνη», και ήταν «καθαρά η επινόηση ενός κωμικού ποιητή που μάλιστα χαιρόταν ιδιαίτερα μ΄αυτό του το εύρημα». Ακόμα λέει ότι «το θέμα πάρθηκε στα σοβαρά από κείνους που επιθυμούσαν να αμαυρώσουν το χαρακτήρα του Περικλή». Μήπως όμως υπάρχει πιθανότητα και το διάταγμα του Διοπείθη να πάρθηκε μέσα από κείμενο χαμένης κωμωδίας του Έρμιππου και να θεωρήθηκε σοβαρό για να αμαυρώσει τη φήμη της δημοκρατικής Αθήνας; Το ερώτημα παραμένει ακόμα αναπάντητο. Ο Adcock καταλήγει ότι «το διάταγμα του Διοπείθη ήταν, αναμφίβολα, ιστορικό γεγονός». Δεν μας εξηγεί όμως γιατί «αναμφίβολα».
Μια θαυμάσια πρόσφατη εργασία της Mary R. Lefkowitj, The Lives of the Comic Poets, φτάνει σε διαφορετικό συμπέρασμα. «Η ιστορία ότι ο Έρμιππος κατηγόρησε την Ασπασία για ασέβεια, φαίνεται ότι απλώς αντιγράφει την πλοκή της σχετικής κωμωδίας». Θεωρεί ότι το διάταγμα του Διοπείθη ανήκει στην ίδια κατηγορία και υποθέτει ότι «οι δίκες ασέβειας έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση» στους μεταγενέστερους συγγραφείς, «επειδή πρόσφεραν προηγούμενα για την καταδίκη του Σωκράτη» 9. Ο Πλούταρχος στον Βίο του Νικία, δίνει μια διαφορετική παραλλαγή για τη δίωξη ιδεών. Ο Νικίας ήταν ο προληπτικός στρατηγός, επικεφαλής της ναυτικής εκστρατείας της Σικελίας στα τελευταία χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Μια νυχτερινή ξαφνική έφοδος στην πόλη των Συρακουσών είχε σχεδιαστεί, «αλλά ακριβώς όταν όλα είχαν ετοιμαστεί και κανείς εχθρός δεν είχε πάρει είδηση», λέει ο Πλούταρχος, έγινε έκλειψη σελήνης. «Αυτό κατατρόμαξε τον Νικία και όλους όσοι ήταν αμαθείς ή προληπτικοί κι έτρεμαν σε κάτι τέτοιο». Ματαίωσε την επίθεση, ενώ θα μπορούσε να είχε πετύχει, και η εκστρατεία κατέληξε στην μεγαλύτερη αθηναϊκή καταστροφή στον πόλεμο. Ο Πλούταρχος αποδίδει αυτή την υποχώρηση σ’ ένα προσφιλές θέμα –το δεισιδαίμονα χαρακτήρα του αθηναϊκού δήμου, και την εχθρότητά του προς τις φιλοσοφικές και αστρονομικές μελέτες. Αν οι Αθηναίοι ήταν πιο εξελιγμένοι, δεν θα είχαν φοβηθεί από μια έκλειψη σελήνης.

Πρωταγόρας ο Σοφιστής
Η «δίωξή» του από την Αθήνα λόγω των ιδεών του αποτελεί απλώς μια ιστορική χάλκευση των φιλορωμαίων σωκρατοπλατωνικών εχθρών της δημοκρατίας. Ο Αναξαγόρας, λέει ο Πλούταρχος, «ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έδωσε γραπτά» μια λογική εξήγηση για τις εκλείψεις της σελήνης, αλλά η άποψή του «δεν ήταν σε μεγάλη υπόληψη» και κυκλοφορούσε μυστικά «μόνο ανάμεσα σε λίγους». Η διακριτικότητα ήταν αναγκαία, γιατί «οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ανεχθούν τους φυσικούς φιλοσόφους και τους οραματιστές, υποβίβαζαν τη θεία δύναμη σε μη λογικές αιτίες, σε τυφλές δυνάμεις και σε αναγκαία περιστατικά». Σαν αποτέλεσμα αυτών των λαϊκών δοξασιών, συνεχίζει ο Πλούταρχος, «ακόμα και ο Πρωταγόρας εξορίστηκε, ο Αναξαγόρας με δυσκολία σώθηκε από φυλάκιση με παρέμβαση του Περικλή και ο Σωκράτης, παρ’ όλο που δεν είχε να κάνει με τέτοια θέματα, έχασε τη ζωή του» 10.
Ο Πλούταρχος δεν εξηγεί γιατί ο Πρωταγόρας εξορίστηκε. Αλλά έναν αιώνα αργότερα, ο Διογένης Λαέρτιος δίνει στην ιστορία μελοδραματικές λεπτομέρειες. Κατά την εκδοχή του, το πρώτο βιβλίο που ο Πρωταγόρας τόλμησε να δώσει για δημόσια ανάγνωση λεγόταν Περί Θεών. Στον πρόλογό του έγραφε: «Όσο για τους θεούς, δεν έχω τρόπο να γνωρίζω αν υπάρχουν ή αν δεν υπάρχουν. Γιατί υπάρχουν πολλά εμπόδια που αναστέλλουν τη γνώση και η σκοτεινότητα του προβλήματος και το βραχύβιον του ανθρώπου». Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, αυτό έριξε την Αθήνα σε φρενίτιδα. «Γι’ αυτή την εισαγωγή στο βιβλίο του», μας λέει, «οι Αθηναίοι τον εξόρισαν». Επίσης «έστειλαν έναν κήρυκα να κατασχέσει» το βιβλίο «απ’ όλους όσοι είχαν αντίγραφα στην κατοχή τους» και «έκαψαν τα έργα του στην αγορά» 11.
Μια αποκαλυπτική ανακολουθία θα ’πρεπε να είχε κάνει αυτό το μύθο αστήρικτο καιρό τώρα. Ο *Διογένης Λαέρτιος λέει ότι ο Πρωταγόρας έκανε την ανάγνωσή του στο σπίτι του Ευρυπίδη. Οι Αθηναίοι είχαν συνηθίσει στα έργα του ν’ ακούνε όχι μόνο τον ήπιο σκεπτικισμό του Πρωταγόρα, αλλά κακολογίες για τους θεούς που ήταν κατάφωρα προσβλητικές, όπως οι περιφρονητικές παρατηρήσεις του Ίωνα για την εγκληματική ασέλγεια των ολυμπίων12, ή κατάφωρα αθεϊστικές, όπως η προσευχή της Εκάβης, όπου αναρωτιέται αν ο Δίας είναι απλά «μια ανάγκη που ενυπάρχει στη φύση ή ένα επινόημα του θνητού νου». [*Σχετικά με τον Διογένη Λαέρτιο, τα μόνα αξιόπιστα σημεία του είναι όταν αντιγράφει αποσπάσματα από έργα φιλοσόφων, που δεν τα έχουμε από άλλη πηγή. Κατά τα άλλα …]
Η τελική απάντηση σ’ αυτούς τους μύθους της Ρωμαϊκής Εποχής δίνεται από τον ίδιο τον Πλάτωνα, παρ’ όλο που το σημείο αυτό παραβλέφτηκε μέχρις ότου το πρόσεξε ο μεγάλος Σκοτσέζος κλασικιστής John Burnet, το 1914, στο βιβλίο του Greek Philosophy: Thales to Plato. Όλες οι ανοησίες για τον Πρωταγόρα στον Κικέρωνα, τον Πλούταρχο και τον Διογένη τον Λαέρτιο θα ’πρεπε να είχαν διαλυθεί αιώνες πριν, σύμφωνα με ένα απόσπασμα στο Μένωνα του Πλάτωνα. Ο Σωκράτης μιλάει στον μελλοντικό του κατήγορο, τον Άνυτο, που κάνει επίθεση κατά των σοφιστών –κι επομένως κατά του Σωκράτη επίσης- επειδή διαφθείρουν τους νέους.
Ο Σωκράτης απαντάει ότι ένας απ’ αυτούς τους δασκάλους, ο Πρωταγόρας, «συσσώρευσε περισσότερα χρήματα με την τέχνη του απ’ όσα ο Φειδίας –τόσο διάσημος από τα ευγενή έργα που παρήγαγε- ή άλλοι δέκα γλύπτες μαζί». Και όμως προσθέτει ο Σωκράτης, «προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι επιδιορθωτές υποδημάτων και καθαριστές ρούχων» δεν θα μπορούσαν «να μην αποκαλυφθούν σε τριάντα το πολύ μέρες, αν επέστρεφαν τα ρούχα ή τα παπούτσια σε χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι τα παρέλαβαν» και θα πέθαιναν της πείνας γρήγορα, ενώ για περισσότερα από σαράντα χρόνια ολόκληρη η Ελλάδα δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι ο Πρωταγόρας διέφθειρε τις τάξεις του και έστελνε πίσω τους μαθητές του σε «χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι όταν τους παρέλαβε»! Ο Σωκράτης καταλήγει ότι ο Πρωταγόρας πέθανε στα εβδομήντα του και «διατηρεί αμείωτη ακόμα και σήμερα τη μεγάλη φήμη που απολάμβανε» 14.
Ο Burnet παρατήρησε ότι αυτή η αφήγηση στον Μένωνα είναι «εντελώς ασυνεπής» με την αφήγηση του Διογένη του Λαέρτιου ότι ο Πρωταγόρας «διώχθηκε και καταδικάστηκε για ασέβεια» το 411 π.κ.ε. μόνο δώδεκα χρόνια πριν από τη δίκη του Σωκράτη. «Ο Πλάτων παρουσιάζει τον Σωκράτη», γράφει ο Burnet, «να λέει πράγματα που μας κάνουν να μην μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο Πρωταγόρας καταδικάστηκε ποτέ για ασέβεια». Γιατί ο Σωκράτης στον Μένωνα «τόνισε ιδιαίτερα» το γεγονός ότι «το καλό όνομα του Πρωταγόρα παρέμεινε ακηλίδωτο μέχρι την υποτιθέμενη χρονολογία του διαλόγου, μερικά χρόνια μετά το θάνατό του» 15.
Ο Burnet απέρριψε ως «ανόητη» την ιστορία του Διογένη Λαέρτιου, ότι οι αθηναϊκές αρχές μάζεψαν κι έκαψαν όλα τα αντίτυπα του βιβλίου, στο οποίο ο Πρωταγόρας εξέφραζε κάποιο σκεπτικισμό για τους θεούς. Επίσης ανέφερε αποσπάσματα από τον Θεαίτητο του Πλάτωνα και την Ελένη, του ρήτορα του τέταρτου (σημείωση Υπνοβάτη: π.κ.ε.) αιώνα Ισοκράτη, που δείχνουν ότι «το έργο διαβαζόταν ευρέως πολύ μετά το θάνατο του Πρωταγόρα» 16. Αλλά είναι περίεργο που ο Burnet δεν είδε ότι τα λόγια που βάζει ο Πλάτων στο στόμα του Σωκράτη στον Μένωνα αντικρούουν όχι μόνο τους μύθους του Διογένη του Λαέρτιου αλλά κι εκείνους του Πλουτάρχου. Γιατί, αν ξαναγυρίσουμε στο απόσπασμα και το ξανακοιτάξουμε, θα δούμε ότι ο Σωκράτης δεν περιορίστηκε στο να υπερασπιστεί τον Πρωταγόρα, αλλά επεκτάθηκε και κάλυψε όλους τους δασκάλους που ο Άνυτος στιγμάτιζε ως σοφιστές. Τελείωσε το λόγο του, λέγοντας ότι δεν ήταν μόνο η «μεγάλη φήμη» του Πρωταγόρα που είχε παραμείνει «αμείωτη μέχρι σήμερα» αλλά «και πολλών άλλων που μερικοί απ’ αυτούς έζησαν πριν απ’ αυτόν κι άλλοι που ζουν ακόμα». Αυτό είναι εντελώς αταίριαστο με την αντίληψη για «δίωξη ιδεών και ελεύθερης σκέψης».
Ο Σωκράτης ρωτάει θριαμβευτικά τον Άνυτο: «Λοιπόν πρέπει να θεωρήσουμε, σύμφωνα με τα λεγόμενά σου, ότι εν επιγνώσει τους εξαπάτησαν και διέφθειραν τους νέους ή ότι δεν είχαν οι ίδιοι συναίσθηση; Πρέπει να συμπεράνουμε ότι αυτοί που τόσο συχνά λέγονται σόφιστοι των ανθρώπων είναι τόσο παράφρονες;» Η απάντηση του Άνυτου σ’ αυτές τις καινούριες ερωτήσεις είναι επίσης αποκαλυπτική. «Παράφρονες! Όχι αυτοί, Σωκράτη, μάλλον οι νεαροί μας που πληρώνουν χρήματα, κι ακόμα περισσότερο οι συγγενείς τους που τους εμπιστεύονται στη φροντίδα τους· και περισσότερο απ΄όλους οι ίδιες οι πόλεις που τους επιτρέπουν να μπαίνουν και δεν τους εξορίζουν, είτε είναι ξένοι είτε είναι πολίτες» 17. Αυτό δείχνει ότι η Αθήνα –κι άλλες ελληνικές πόλεις- ήταν πολύ ανεκτική με τους σοφιστές. Θα ήταν περίεργη αυτή η απάντηση, αν η Αθήνα είχε πράγματι λίγα μόλις χρόνια νωρίτερα διώξει τον Πρωταγόρα από την πόλη, είχε κάψει όλα τα αντίτυπα του βιβλίου του στην αγορά και είχε περάσει ένα «διάταγμα του Διοπείθη» που εξαπέλυσε γενική επίθεση κατά των φιλοσόφων.
Αλλά το πιο οξυδερκές συμπέρασμα του Burnet από τον Μένωνα δεν είχε παρά μικρή απήχηση στους κλασικούς φιλολόγους. Δεκατρία χρόνια αργότερα ο Bury, στην Cambridge Ancient History ξανάπε τους παλιούς μύθους για τον Πρωταγόρα, αν και πρόσθεσε μια υποσημείωση που λέει: «Βλέπε του Burnet Greek Philosophy I, σ. 111 κ.ε. όπου εκτίθενται λόγοι απόρριψης της ιστορίας, με την οποία ο γράφων είναι διατεθειμένος να συμφωνήσει». Όμως, αν οι παρατηρήσεις του Burnet είχαν γίνει δεκτές και κατέληγαν σε λογικό συμπέρασμα, τότε η «Εποχή των Φώτων» δεν ήταν επίσης -όπως επέμενε ακόμα ο Bury- εποχή δίωξης ιδεών και «δικών βλασφημίας». Ακόμα και τώρα, ενώ οι απόψεις του Burnet για τη δίωξη του Πρωταγόρα είναι γενικά αποδεκτές, η υπόλοιπη αφήγηση για τη δίωξη ιδεών θεωρείται ακόμα από πολλούς λογίους ιστορικό γεγονός. Οι λόγιοι, όπως κι οι δημοσιογράφοι, είναι απρόθυμοι να αφήσουν μια καλή ιστορία, εφόσον προέρχεται από κάποια πηγή, όσο κι αν αυτή είναι επισφαλής.

Αναξαγόρας ο Σοφιστής
Άλλο ένα δήθεν θύμα «διώξεων» στην κλασική Αθήνα. Οι ρωμαιόφιλοι σωκρατοπλατωνικοί κοπτορράπτες ουσιαστικά ξαναέγραψαν τη βιογραφία του με στόχο να συκοφαντήσουν την αθηναϊκή δημοκρατία, ως διώκτρια φιλοσόφων. Ας πάμε τώρα στον άλλο διάσημο φιλόσοφο που είχε υποτίθεται πέσει κι αυτός θύμα της δίωξης ιδεών. Οι επόμενοι αιώνες μας δίνουν πολλές διαφορετικές ιστορίες για τον Αναξαγόρα.
Η πρώτη διασωθείσα πηγή για δίκη του Αναξαγόρα είναι ο ιστορικός Διόδωρος ο Σικελός, που έγραψε, στις μέρες του Ιουλίου Καίσαρα και του Αυτοκράτορα Αυγούστου. Λέει την ίδια ιστορία με τον Πλούταρχο –ότι ο Περικλής άρχισε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο για να αποστρέψει την προσοχή από τις σκανδαλώδεις κατηγορίες ενατίον μερικών φίλων του. Προσθέτει ότι «ο σοφιστής Αναξαγόρας, που ήταν δάσκαλος του Περικλή, ψευδώς είχε κατηγορηθεί» για ασέβεια στην ίδια υπόθεση 18. Ο Διόδωρος το θεωρεί ως δεδομένο ότι η κωμωδία μπορεί να θεωρηθεί ιστορία, γιατί αφελώς αναφέρει ως απόδειξη, ότι «το αναφέρει ακόμα κι ο Αριστοφάνης», και παραπέμπει στους στίχους 603-606 του αντιπολεμικού έργου Ειρήνη.
Τελικά όμως ο Αναξαγόρας δεν αναφέρεται ούτε σ’ αυτό το έργο ούτε σε παρόμοια αποσπάσματα για την αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου στους Αχαρνείς. Η αναφορά του Διόδωρου στον Αναξαγόρα ίσως προέρχεται από την ίδια χαμένη κωμωδία του Έρμιππου, που ο Πλούταρχος φαίνεται να έχει υπόψη. Αν είχε υπάρξει κατηγορία ασεβείας κατά του Αναξαγόρα, θα περιμέναμε κάποια νύξη στον Κικέρωνα, που έγραψε λίγο νωρίτερα από τον Διόδωρο. Υπάρχουν πολλές αναφορές στον Αναξαγόρα στις φιλοσοφικές εργασίες του Κικέρωνα, και σε δύο του δοκίμια για τη ρητορική αποδίδει την ευγλωττία του Περικλή στη διδασκαλία του Αναξαγόρα19. Αλλά πουθενά δεν λέει ότι αυτή η διδασκαλία δημιούργησε πρόβλημα σε κάποιον από τους δύο.
Μια πλούσια συλλογή από μύθους για τον Αναξαγόρα έχει συλλέξει ο Διογένης Λαέρτιος, τον τρίτο μ.κ.ε. αιώνα. Περιέχει ένα ανακάτεμα από χρονολογικές και άλλες ανακολουθίες, που οι λόγιοι ακόμα προσπαθούν να βάλουν σε κάποια σειρά. «Για τη δίκη του Αναξαγόρα υπάρχουν διάφορες αφηγήσεις». Μας παρέχει τέσσερεις. Η μία φέρει τον Αναξαγόρα να έχει καταδικαστεί για ασέβεια, αλλά ο Περικλής τον απάλλαξε με ένα πρόστιμο και ένα διάταγμα εξορίας. Η δεύτερη παραλλαγή έλεγε ότι είχε καταδικαστεί για προδοτικές σχέσεις με την Περσία και γλίτωσε τη θανατική ποινή φεύγοντας. Κατά την τρίτη αφήγηση, ήταν στη φυλακή περιμένοντας εκτέλεση, όταν ο Περικλής εκφώνησε έναν συγκινητικό λόγο, ανακοινώνοντας ότι ο ίδιος ήταν μαθητής του Αναξαγόρα και ικέτευσε να ελευθερωθεί ο δάσκαλός του, πράγμα που έγινε –αλλά ο Αναξαγόρας «δεν μπορούσε να ανεχτεί τις προσβολές που είχε υποστεί και αυτοκτόνησε». Κατά την τέταρτη παραλλαγή ο Περικλής συνόδευσε τον Αναξαγόρα στο δικαστήριο, και ήταν «τόσο αδύνατος και καταβεβλημένος» που αθωώθηκε «όχι τόσο για την ίδια την υπόθεση», αλλά γιατί οι δικαστές τον λυπήθηκαν 20.
Όλοι οι συγγραφείς που αναφέρονται από τον Διογένη, εκτός από έναν, είναι Αλεξανδρινοί του τρίτου αιώνα π.κ.ε. Ένας απ’ αυτούς, ο Σάτυρος, είναι περιβόητος, γιατί χρησιμοποίησε όχι μόνο την αττική κωμωδία αλλά και την τραγωδία σαν να ήταν ιστορικά γεγονότα, όπως έκανε και στον Βίο του Ευριπίδη. Η πιο πλήρης εξέταση αυτών και άλλων αρχαίων αφηγήσεων, συμπεριλαμβανομένων λεπτομερειών που προστέθηκαν από τους Πατέρες της Εκκλησίας που ήθελαν πολύ να καταδικάσουν τους ειδωλολάτρες για μισαλλοδοξία, βρίσκεται σε μια ασυνήθιστη αλλά παραμελημένη εργασία, Anaxagoras and the Birth of Physics του Daniel E. Gershenson και Daniel A. Greenberg. Σ’ αυτή ο εκλιπών Ernest Nagel του Columbia ανέθεσε σ’ ένα φυσικό κι έναν κλασικό να γράψουν τον εναρκτήριο τόμο μιας ιστορίας της φυσικής.
Όλες οι αρχαίες αναφορές στη ζωή και την εργασία του, μέχρι και τον σχολιαστή του Αριστοτέλη τον Simplicius στον έβδομο μ.κ.ε. αιώνα, έχουν μεταφρασθεί και αναλυθεί σ’ αυτή την εργασία. Η κατάληξη είναι ότι «η δίκη είναι ένας επιμένων ιστορικός μύθος, βασισμένος σε καλή ανακατασκευή, λόγω του ότι τον προβάλλει με θεαματικό τρόπο ως τον πρώτο μάρτυρα της επιστήμης και ως τον πρόδρομο του Σωκράτη» 21. Σίγουρα, αν η ιστορία ήταν κάτι περισσότερο από ένα μεταγενέστερο μύθο, αυτή η απόψη που λέει ότι η υπόθεση ήταν πρόδρομος της υπόθεσης του Σωκράτη, θα είχε αναφερθεί απ’ αυτούς που έζησαν τη δίκη του τελευταίου ή που έγραψαν γι’ αυτή στα χρόνια μετά το θάνατό του. Αλλά δεν υπάρχει αναφορά για δίωξη του Αναξαγόρα ούτε στον Θουκυδίδη ούτε στον Ξενοφώντα ή στον Πλάτωνα.
Η σιωπή ενός συγγραφέα μπορεί να έχει πολλές πιθανές εξηγήσεις, αλλά η σιωπή όλων των «συγχρόνων» δεν μπορεί να παραβλεφθεί τόσο εύκολα. Η πιο εντυπωσιακή είναι αυτή του Θουκυδίδη. Ο Περικλής είναι ο ήρωας της ιστορίας του, αλλά δεν αναφέρει καμιά σκευωρία εναντίον του Περικλή μέσω φίλων του, όπως η Ασπασία και ο Αναξαγόρας. Ούτε σαν πρώτος «επιστήμων» ιστορικός ασχολείται με τις σκανδαλώδεις και σέξι εξηγήσεις για το πώς άρχισε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος 22. Η σιωπή του Θουκυδίδη, που ήταν υπέρ του Περικλή, ταιριάζει με τη σιωπή του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα που ήταν κατά του Περικλή. Ο Ξενοφών αποδίδει στον Σωκράτη τις ίδιες αντιδραστικές απόψεις για την αστρονομία μ’ αυτές του Διοπείθη. Φτάνει στο σημείο να αναφέρει ότι ο Σωκράτης είπε πως «αυτός που ανακατεύεται» στη μελέτη των ουρανίων σωμάτων κινδυνεύει να χάσει τη διανοητική του υγεία εντελώς, σαν τον Αναξαγόρα, που περηφανεύτηκε για την εξήγηση που έδωσε ο ίδιος για τη θεία μηχανή» 23. Αλλά ο Ξενοφών ποτέ δεν αναφέρει καμία δίωξη κατά του Αναξαγόρα ή κανένα διάταγμα που θα καθιστούσε παράνομη μια τέτοια αστρονομική μελέτη.
Στον Πλάτωνα, ο Αναξαγόρας συζητιέται περισσότερο και συχνότερα από κάθε άλλον φιλόσοφο και υπάρχουν πολλά μέρη που θα περίμενε κανείς κάποια αναφορά για την κατηγορία του, αν είχε πραγματικά συμβεί. Στον Φαίδρο, ο Σωκράτης αποδίδει στον Αναξαγόρα του Περικλή την «υψηλοφροσύνη» 24 και την επιδεξιότητα στην ομιλία, αλλά δεν λέει ότι αυτή η σχέση δημιούργησε αργότερα στον Περικλή πολιτικές δυσκολίες. Στον Γοργία, ο Σωκράτης λέει ότι ο Περικλής ήταν κακός «ποιμήν» ως πολιτικός, επειδή κατέστησε το «κοπάδι» του χειρότερο απ’ ό,τι το βρήκε 25. Ο Σωκράτης υποστήριζε ότι οι Αθηναίοι στα τελευταία χρόνια της ζωής του «μόνο που δεν καταδίκασαν σε θάνατο» τον Περικλή για υπεξαίρεση! Εδώ η ιστορία του Πλούταρχου για την επίθεση κατά της Ασπασίας και του Αναξαγόρα –αν ήταν αλήθεια- θα είχε δώσει μια άλλη δραματική απόδειξη για το πόσο άστατος και σκοτισμένος μπορούσε να είναι ο αθηναϊκός δήμος.
Στον Φαίδωνα, ο Σωκράτης λέει στους μαθητές του πώς ενθουσιάστηκε σαν νέος, όταν πρωτοσυνάντησε στον Αναξαγόρα την ιδέα ότι είναι ο νους μάλλον παρά οι τυφλές υλικές δυνάμεις που θέτουν το σύμπαν σε κίνηση· δεν προσθέτει ότι ο Αναξαγόρας, σαν και τον ίδιο, είχε γίνει θύμα της εχθρότητας των Αθηναίων για φιλοσοφική αναζήτηση. Στον Κρίτωνα οι μαθητές θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι ο Σωκράτης θα ’πρεπε ν’ ακολουθήσει το παράδειγμα του Αναξαγόρα και να φύγει από την Αθήνα, ιδρύοντας σχολή κάπου αλλού, όπως έκανε ο Αναξαγόρας στην Λάμψακο.
Η Απολογία είναι το μέρος που θα περίμενε κανείς περισσότερο από αλλού ότι θα αναφερόταν μια δίωξη του Αναξαγόρα. Ο Burnet, προβάλλοντας το επιχείρημα για τη δυσπιστία του στην ιστορία της διώξης του Πρωταγόρα, λέει: «Επιπλέον, δεν υπάρχει καμία αναφορά για καμία κατηγορία του Πρωταγόρα στην Απολογία, παρ’ όλο που μια τέτοια αναφορά θα ήταν αναπόφευκτη αν είχε ποτέ γίνει. Ο Σωκράτης πρέπει να γυρίσει πίσω στη δίκη του Αναξαγόρα, για να βρει μια ανάλογη με τη δική του υπόθεση. Επομένως, είναι ασφαλέστερο να απορρίψουμε την ιστορία τελείως» 26.
Αλλά το ίδιο συμπέρασμα από τη σιωπή του Σωκράτη βγαίνει εξίσου έντονα και για τον Αναξαγόρα. Ο Σωκράτης πουθενά δεν αναφέρει δίκη του Αναξαγόρα σαν «ανάλογη με τη δική του υπόθεση». Αναφέρεται πράγματι ο Αναξαγόρας, αλλά με τελείως διαφορετική σχέση και για τελείως διαφορετικό λόγο. Το όνομά του εμφανίζεται στη συζήτηση ανάμεσα στον Σωκράτη και τον κατήγορό του, τον Μέλητο. Ο Σωκράτης μεταφέρει το επίκεντρο της προσοχής από την πραγματική διατύπωση της κατηγορίας, παγιδεύοντας τον όχι και τόσο έξυπνο Μέλητο στο να τον κατηγορεί για αθεϊσμό. «Με κατηγορείς, λοιπόν» τον ρωτάει, «ότι δεν τιμώ και δεν πιστεύω τους θεούς που πιστεύει η πόλη αλλά άλλους» -η πραγματική κατηγορία της καταγγελίας- «ή ότι δεν πιστεύω καθόλου σε θεούς και το διδάσκω αυτό και σ’ άλλους ανθρώπους;». Ο απρόσεκτος Μέλητος απαντάει: «Ακριβώς αυτό λέω, ότι δεν πιστεύεις σε θεούς καθόλου». Τότε ο Σωκράτης λέει: «Με ξαφνιάζεις, Μέλητε! Δεν πιστεύω ότι ο ήλιος και η σελήνη είναι θεοί, όπως πιστεύουν και οι άλλοι άνθρωποι;» Ο Μέλητος απαντάει: «Όχι, μα τον Δία, άνδρες δικαστές, αφού λέει ότι ο ήλιος είναι λίθος και η σελήνη γη».
Ο Σωκράτης χαίρεται μ’ αυτή την απάντηση. Τη βλέπει σαν ευκαιρία να εκθέσει τον Μέλητο στο δικαστήριο, σαν ένα αδαή που βρίσκεται σε σύγχυση. «Νομίζεις ότι κατηγορείς τον Αναξαγόρα, φίλε μου Μέλητε», τον ρωτάει, «και τόσο πολύ καταφρονείς αυτούς τους κυρίους (δηλαδή τους δικαστές) και τους νομίζεις τόσο άσχετους από γράμματα (απείρους γραμμάτων) ώστε να μην γνωρίζουν ότι τα βιβλία του Αναξαγόρα του Κλαζομένιου είναι γεμάτα με τέτοια λόγια;»
Ο Σωκράτης συνεχίζοντας λέει ότι οι νέοι που κατηγορείται ότι παρασύρει με τέτοιες αντιθρησκευτικές ιδέες για τον ήλιο και τη σελήνη μπορούν ν’ αγοράσουν το βιβλίο του Αναξαγόρα «με μία δραχμή στην ορχήστρα και να κοροϊδεύουν τον Σωκράτη, αν προσποιείται ότι είναι δικές του αυτές οι ιδέες, ιδιαιτέρως όταν είναι τόσο άτοπες!» 27 Η λέξη ορχήστρα δεν σήμαινε μόνο το μπροστά μέρος του θεάτρου όπου ο χορός «ορχείτο» αλλά και ένα ανοιχτό μέρος κοντά στην αγορά, όπου πουλούσαν βιβλία και άλλα είδη.
Αυτή η αναφορά του Σωκράτη μας δίνει μια εικόνα της Αθήνας τελείως διαφορετική απ’ αυτήν του Πλούταρχου – όχι μιας φαντασμένης πόλης, όπου τα έργα ενός ορθολογιστή φιλοσόφου καίγονταν στην πυρά, αλλά μιας πόλης όπου τέτοια βιβλία πουλιόνταν ελεύθερα και διαβάζονταν πολύ. Ο Σωκράτης εδώ κάνει μια λεπτή φιλοφρόνηση στους δικαστές του για την κοσμικότητα και την ανοιχτομυαλιά τους. Αν, αντίθετα, ο Αναξαγόρας και ο Πρωταγόρας και άλλοι ελεύθερα σκεπτόμενοι άνθρωποι είχαν πράγματι διωχθεί για τις απόψεις τους, μια τέτοια φιλοφρόνηση θα ήταν εντελώς άτοπη. Θα είχε επιτεθεί στους Αθηναίους για τη μισαλλοδοξία τους. Δεν θα είχε μιλήσει σε τόσο ελαφρύ τόνο, αν και ο Αναξαγόρας είχε τη ίδια τραγική μοίρα.
-----------------------
Σημειώσεις
1. E.R. Dodds, The Greeks and the Irrational.
2. Dictionary of the History of Ideas, Philip Weiner.
3. Αριστοφάνης, Ιππείς.
4. Πλούταρχος, Βίος Περικλέους.
5. Θουκυδίδης.
6. Πλούταρχος, Βίος Περικλέους.
7. Αριστοφάνης, Αχαρνής.
8. Cambridge Ancient History.
9. Mary R. Lefkowitz, The Lives of the Greek Poets.
10. Πλούταρχος, Βίος του Νικία 23. Ο ίδιος ο Πλούταρχος δεν ήταν από τους πολύ φωτισμένους. Ως ιερέας των Δελφών και πλατωνιστής δεν αισθανόταν και πολύ άνετα με τις ορθολογιστικές θεωρίες για τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων. Αυτό φαίνεται στο τελικό του σχόλιο: «Δεν ήταν παρά πολύ αργότερα που η ακτινοβόλα φήμη του Πλάτωνα, λόγω της ζωής που ζούσε, και λόγω του ότι υπέταξε ην αναγκαιότητα του φυσικού κόσμου σε θείες και εξουσιαστικές αρχές, εξαφάνισε τη μορφή απ’ αυτές τις ιδέες κι έδωσε ελεύθερο δρόμο για την επιστήμη». Στην πραγματικότητα ο Πλάτων θεωρούσε τα ουράνια σώματα θεούς. Το να τα μεταχειρίζεται κανείς ως υλικά αντικείμενα εθεωρείτο αθεϊσμός στους Νόμους και ήταν αξιόποινη πράξη.
11.Μια πιο απλή εκδοχή της ίδιας ιστορίας είχε εμφανιστεί νωρίτερα στην πραγματεία του Κικέρωνα περί θεών, de Natura Deorum…
12. Ευριπίδης, Ίων.
13. Ευριπίδης, Τρωάδες.
14. Μένων.
15. John Burnet, Greek Philosophy: Thales to Plato.
16. Ένθ. αν., Θεαίτητος, Ελένη.
17. Μένων.
18. Διόδωρος Σικελός.
19. Για αναφορές στον Αναξαγόρα στο φιλοσοφικό έργο του Κικέρωνα, βλέπε Academica, Tusculan Disputations, de Natura Deorum. Για αναφορές στα δοκίμιά του βλέπε de Oratore… και Brutus.
20. Διογένης Λαέρτιος.
21. D. E. Gershenson, D. A. Greenberg, Anaxagoras and the Birth of Physics.
22. O Α.W. Gomme, στο άρθρο του για τον Περικλή στο OCD, θεωρεί τις ιστορίες για την επίθεση κατά του πολιτικού μέσω των φίλων του, Ασπασίας, Αναξαγόρα και Φειδία – και το διάταγμα του Διοπείθη- ως ιστορικά γεγονότα. Θα του ζητούσαμε κάποια εξήγηση γιατί ο Θουκυδίδης δεν τις αναφέρει. Στο μεγάλο Historical Comentary on Thucydides, o Gomme γράφει ένα εξασέλιδο δοκίμιο για τις «Διώξεις του Περικλή και των Φίλων του». Αλλά, προς απογοήτευσή μας δεν προσφέρει άλλη εξήγηση, εκτός από μια σαρωτική φράση –«για όλα αυτά ο Θουκυδίδης ήταν σκόπιμα σιωπηλός» (184, η υπογράμμιση προστέθηκε). Εξετάζοντας την ιστορία του Πλούταρχου, ότι ο κωμικός ποιητής Έρμιππος δίωξε την Ασπασία, ο Gomme αναγνώρισε πράγματι ότι, παρ’ όλο που «τίποτα δεν θα εμπόδιζε» έναν κωμικό ποιητή ν’ ασκήσει δίωξη κατά της Ασπασίας, «υπάρχει μια φυσική υποψία ότι είναι παρεξήγηση κι ότι ο Έρμιππος της επετέθη σε μια κωμωδία».
23. Απομνημονεύματα.
24. Φαίδρος.
25. Γοργίας.
26. Burnet, Greek Philosophy.
27. Πλάτων, Απολογία.

Πώς να αποκτήσετε πρόσβαση στο υπόλοιπο 90% του εγκεφάλου σας

Στην αιχμαλωσία του νουΈχουμε διαβάσει και ακούσει πολλές φορές πως δεν χρησιμοποιούμε όλο το δυναμικό του εγκεφάλου μας και πως μόνο ένα κλάσμα των δυνάμεων του νου μας χρησιμοποιείται στην καθημερινότητά μας.
Η χρησιμοποίηση όλου του δυναμικού του νου μας θα πρόσθετε στην προσωπικότητά μας μια τεράστια δημιουργική δύναμη. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι πώς θα αποκτήσουμε πρόσβαση σε αυτές τις δημιουργικές δυνάμεις;

Στην αιχμαλωσία του νου
Η δημιουργική δύναμη του νου είναι προσβάσιμη μόνο στο εδώ και στο τώρα. Πρέπει να ζούμε στο παρόν και να επικεντρώνουμε τις ενέργειές μας στη συγκεκριμένη στιγμή ώστε να μπορούμε πράγματι να ζούμε τη ζωή μας στο έπακρο, να είμαστε παρόντες στη ζωή και να έχουμε πρόσβαση στις δημιουργικές δυνάμεις του νου.
Μπορούμε μόνο να απολαμβάνουμε την ευτυχία και την απόλαυση της τωρινής στιγμής. Αν ο νους μας περιπλανιέται στα μονοπάτια του παρελθόντος και του μέλλοντος, οι ευκαιρίες που είναι ανοιχτές για εμάς στο παρόν θα κλείσουν και δεν θα μπορούμε να έχουμε πρόσβαση στις δημιουργικές δυνάμεις του νου. Αντίθετα, θα βρεθούμε να είμαστε αιχμάλωτοι του νου.
Το να είμαστε αιχμάλωτοι του νου σημαίνει πως είτε είμαστε φυλακισμένοι του παρελθόντος μας, είτε ζούμε υπό την επήρεια ενός φανταστικού μέλλοντος. Αν κατά τη διάρκεια που είμαστε ξύπνιοι οι σκέψεις μας γυρίζουν γύρω από το παρελθόν ή το μέλλον μας, τις περισσότερες φορές δεν θα μπορούμε να ενεργήσουμε όταν θα είναι απαραίτητο στις ευκαιρίες του παρόντος.
Τις περισσότερες φορές, ο νους μας είναι κλειδωμένος στη φυλακή του παρελθόντος από ένα γεγονός, το αποτέλεσμα του οποίου μας ήταν δυσάρεστο. Οι σκέψεις μας τριγυρνούν σε αυτό το γεγονός, θα θέλαμε πολύ να αλλάξουμε τον ρου των γεγονότων ή ανησυχούμε για το τι θα σκεφτούν οι άλλοι για εμάς λόγω της ανάρμοστης συμπεριφοράς μας σε εκείνη την παρελθοντική στιγμή.
Ένας άλλος τρόπος να γίνουμε αιχμάλωτοι είναι όταν ο νους μας, μάς γοητεύει με ένα φανταστικό μέλλον ή με την εικόνα μιας επιθυμητής, ιδεώδους κατάστασης για εμάς. Τότε κινητοποιούμε όλες μας τις ενέργειες για να πραγματοποιήσουμε αυτές τις εικόνες και έχουμε την τάση να προσπερνάμε τις ευκαιρίες που μας προσφέρει το παρόν.
Κι ένας άλλος τρόπος που ο νους χρησιμοποιεί για να μας δέσει στο μέλλον είναι η μόνιμη ανησυχία μας για το τι πρόκειται να μας συμβεί. Φοβόμαστε το μέλλον. Ο νους μας συνεχώς δημιουργεί σενάρια, το αποτέλεσμα των οποίων είναι καταστροφικό για εμάς. Χάνουμε τη δουλειά μας, αρρωσταίνουμε, ο σύντροφός μας μάς αφήνει κλπ.
Μια χαρακτηριστική διάσταση της αιχμαλωσίας του νου είναι πως ο νους είναι στην ουσία απορριπτικός ή ακόμα και εχθρικός προς την παρούσα στιγμή. Συχνά πιστεύουμε πως κάτι δεν θα έπρεπε να συμβεί με αυτό τον τρόπο ή πως θα έπρεπε να βρισκόμαστε σε ένα καλύτερο μέρος. Αναρωτιόμαστε γιατί αυτά τα πράγματα συμβαίνουν συνεχώς σε εμάς. Ο νους μας βρίσκεται σε μια διαρκή πάλη με το παρόν και αυτή η πάλη είναι που μας κρατάει σε αιχμαλωσία.
Ζώντας στη φυλακή του νου δεν έχουμε τον έλεγχο της ζωής μας, απλά παρασυρόμαστε ανάμεσα στις ψευδαισθήσεις που δημιουργεί ο νους και τις περισσότερες φορές δεν μπορούμε να ενεργήσουμε στο παρόν.

Αποκτώντας πρόσβαση στις δημιουργικές δυνάμεις του νου
Ας δούμε λοιπόν τις νέες μεθόδους που μας επιτρέπουν να αποκτήσουμε πρόσβαση στις δημιουργικές δυνάμεις του νου και ταυτόχρονα μας βοηθούν να σπάσουμε τα δεσμά της αιχμαλωσίας του νου.
1. Πρέπει να ξεπεράσετε το παρελθόν. Κανείς δεν έχει καταφέρει να αλλάξει το παρελθόν, οπότε όλη η ενέργεια που χρησιμοποιείτε για να στοχαστείτε το παρελθόν πάει χαμένη. Αντίθετα, επικεντρώστε αυτή την ενέργεια στην παρούσα στιγμή, να είστε σε εγρήγορση και συνειδητά συνδεδεμένοι με όλα όσα βιώνετε στην παρούσα στιγμή.
2. Να μη φοβάστε το μέλλον από τη στιγμή που δεν είναι πραγματικό αλλά μια προβολή του νου. Μόνο το παρόν υπάρχει.
3. Είναι δυνατόν να κάνετε πραγματικότητα τα σχέδιά σας για το μέλλον μόνο μέσα από τις τωρινές σας ενέργειες. Μόνο στην παρούσα στιγμή μπορείτε να κάνετε κάτι που θα επηρεάσει το μέλλον σας. Να είστε προσεκτικοί όμως και μη θυσιάσετε τις ευκαιρίες του παρόντος στο βωμό ενός φανταστικού μέλλοντος ή της εικόνας μιας ιδεώδους κατάστασης. Αν είστε πραγματικά παρόντες στο εδώ και στο τώρα και μπορείτε να είστε χαρούμενοι, δεν θα έχετε πρόβλημα ούτε στο μέλλον. Το μέλλον είναι κι εκείνο απλά ένα παρόν.
4. Αποδεχθείτε το παρόν όπως είναι και μη μάχεστε εναντίον του. Μη βλέπετε την παρούσα στιγμή σαν εχθρό σας και μην την κρίνετε. Παραιτηθείτε από τον αγώνα και απλά να είστε παρόντες στο εδώ και στο τώρα. Δώστε συνειδητή προσοχή σε οτιδήποτε συμβαίνει μπροστά σας, στην παρούσα στιγμή.

«Εισβολείς» από το Σουέζ κυριεύουν τη Μεσόγειο

<Αυτοί οι Λεσσεψιανοί εξολοθρευτές, με «αρχηγό» τον ύπουλο, φονικό λαγοκέφαλο, επιχειρούν βίαιο εποικισμό των βυθών. Κορυφαίοι επιστήμονες εξηγούν ότι εάν δεν ληφθούν δραστικά μέτρα, «αύριο» η Μεσόγειος δεν θα είναι η θάλασσά μας...

Σε μερικές δεκαετίες θα αναγνωρίζουμε τη Μεσόγειο όπως την ξέρουμε σήμερα;
 
Πολλοί επιστήμονες φοβούνται πως όχι, εκτός εάν ληφθούν πιο δραστικά μέτρα για την προστασία της. Η εισβολή ξενικών θαλάσσιων ειδών από τη ναυτιλία, τις ιχθυοκαλλιέργειες, το εμπόριο ειδών ενυδρείου, αλλά κυρίως η είσοδός τους από τη Διώρυγα του Σουέζ, ειδικά μετά την τελευταία μεγέθυνση του καναλιού τον περασμένο Αύγουστο, βάζει σε κίνδυνο τη μοναδική βιοποικιλότητα της Μεσογείου, πλήττει την αλιεία και συχνά απειλεί τη δημόσια υγεία.

Η υιοθέτηση ενός επικαιροποιημένου μεσογειακού σχεδίου δράσης αναφορικά με τα είδη-εισβολείς θα βρεθεί στην ατζέντα της 19ης Συνόδου των Συμβαλλομένων Μερών της Σύμβασης της Βαρκελώνης για «την προστασία της Μεσογείου Θάλασσας από τη ρύπανση», η οποία πραγματοποιείται 9-12 Φεβρουαρίου στην Αθήνα.
Πριν από ακριβώς 40 έτη, οι 21 χώρες που περιβάλλουν τη Μεσόγειο καθώς και η Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθέτησαν το Μεσογειακό Σχέδιο Δράσης του Προγράμματος Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Εθνών που επικυρώθηκε με την υπογραφή της παραπάνω σύμβασης.
Το αποτέλεσμα της συνόδου αναμένεται «πολύ απογοητευτικό», αναφέρει στην «Κ» η Μπέλα Γκαλίλ, θαλάσσια βιολόγος από το Εθνικό Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας του Ισραήλ, η οποία πρωτοστάτησε μιας γραπτής διαμαρτυρίας επιστημόνων με σκοπό να ληφθούν μέτρα για να μετριαστεί η εισβολή ξενικών ειδών από τη Διώρυγα του Σουέζ. «Καθόλου ικανοποιητικό» προβλέπει το αποτέλεσμα και ο θαλάσσιος βιολόγος, Αναστάσιος Ελευθερίου, ο πρώτος διευθυντής του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Βιολογίας Κρήτης, το οποίο σήμερα αποτελεί τμήμα του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ).
Οι φόβοι των επιστημόνων απορρέουν από το γεγονός ότι «η Διώρυγα του Σουέζ δεν αναφέρεται ως μια ξεκάθαρη δράση μέσα στο σχέδιο», εξηγεί στην «Κ» η Μαρία ντελ Μαρ Οτέρο, ειδική σε θέματα εισβολικών ειδών από το Κέντρο Μεσογειακής Συνεργασίας της Διεθνούς Ενωσης για τη Διατήρηση της Φύσης (IUCN). «Αυτό λέγεται ηθελημένη τύφλωση», σημειώνει η κ. Γκαλίλ. «Η Αίγυπτος κωφεύει, ενώ οι μεγάλοι οργανισμοί δεν έχουν κάνει πραγματικά καμία κίνηση» λέει ο κ. Ελευθερίου.
Η κ. Οτέρο, η οποία θα συμμετέχει στη Σύνοδο της επόμενης εβδομάδας στην Αθήνα, εκπροσωπώντας την IUCN, επισημαίνει ότι, παρόλα αυτά, το νέο ολοκληρωμένο πρόγραμμα παρακολούθησης και αξιολόγησης της Μεσογείου που θα υιοθετηθεί, θα βάλει στόχο να διερευνηθούν οι τάσεις όσον αφορά το πλήθος, τη χρονική και χωρική κατανομή των ξενικών, και ειδικότερα, των εισβολικών ειδών.
«Η κατάσταση είναι εξαιρετικά περίπλοκη. Υπάρχουν κάποιες διαδικτυακές και τηλεοπτικές αναφορές που υποστηρίζουν ότι η Αίγυπτος έχει πραγματοποιήσει εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων και βάση των αποτελεσμάτων τους δεν υπάρχει κάποια επίπτωση. Αυτή η έκθεση όμως δεν έχει κατατεθεί ποτέ στην Ευρωπαϊκή Ενωση, οπότε και η Ε.Ε. δεν έχει ιδέα για τη μεθοδολογία τους» λέει η δημοσιογράφος Ρέιτσελ Μπίσοπ, η οποία πρόσφατα έκανε μια δημοσίευση άποψης στην εφημερίδα The New York Times πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Τα είδη που εισέβαλαν
Τα είδη που έχουν εισέλθει στη Μεσόγειο Θάλασσα μετά τη διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ το 1869 ονομάζονται Λεσσεψιανοί μετανάστες και η παρουσία τους στη γειτονιά μας δεν είναι νέο φαινόμενο. Ενδεικτικά, το 1924 έκανε την εμφάνισή του στη Μεσόγειο το ψάρι Αγριόσαλπα και το 1931 το ψάρι, το οποίο στην Ελλάδα αποκαλούμε, Γερμανός, γιατί ο εντοπισμός του στην Κρήτη συνέπεσε με τη γερμανική κατοχή.
Το 1976 έγινε η πρώτη καταγραφή της μέδουσας Rhopilema nomadica στη Μεσόγειο, της οποίας το τσίμπημα είναι επώδυνο και η παρουσία της σήμερα είναι έντονη στις ακτές του Ισραήλ, διώχνοντας τους τουρίστες από τις παραλίες και φράζοντας τους αγωγούς που διοχετεύουν νερό για την ψύξη των σταθμών παραγωγής ενέργειας και για τη λειτουργία των μονάδων αφαλάτωσης.
«Σήμερα στο Ισραήλ πάνω από τα μισά ψάρια που ζουν σε ρηχά νερά, κάτω από 50 μέτρα βάθος, είναι Λεσσεψιανά είδη» σημειώνει ο Ντόρι Εντελιστ, θαλάσσιος βιολόγος από το Πανεπιστήμιο της Χάιφας και το Εθνικό Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας του Ισραήλ.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνάς του όσο μεγαλώνει το βάθος παρατηρείται μια κλιμακωτή μείωση των ξενικών ειδών. Με την πρόσφατη όμως βάθυνση της διώρυγας του Σουέζ η προοπτική για το μέλλον των βαθών της Μεσογείου είναι δυσοίωνη. «Μια ομάδα ειδών που ζει σε μεγάλα βάθη στην Ερυθρά θάλασσα και μέχρι τώρα δεν μπορούσε να εισέλθει στη Μεσόγειο, διότι το κανάλι ήταν πολύ ρηχό, σήμερα της δίνεται η ευκαιρία να περάσει» αναφέρει η κ. Γκαλίλ.
«Η βάθυνση είναι απόλυτα λογική και απαραίτητη για τη ναυσιπλοΐα του σήμερα» προσθέτει, όμως η ίδια, όπως και μια μεγάλη μερίδα της επιστημονικής κοινότητας, επιμένει πως δεν μπορεί να πραγματοποιούνται τέτοια έργα χωρίς παράλληλα να λαμβάνονται τα απαραίτητα προστατευτικά μέτρα, όπως υδατοφράκτες ή φράγματα αλατότητας.
Μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, διάφοροι φυσικοί μηχανισμοί λειτουργούσαν προστατευτικά, ανακόπτοντας την πορεία πολλών ειδών προς τη Μεσόγειο. Το πλάτος της διώρυγας ήταν μικρό, το βάθος της ρηχό και το μήκος της μεγάλο, με αποτέλεσμα να μη διευκολύνεται η δημιουργία ρεύματος.
Η διώρυγα περνούσε μέσα από λίμνες με υψηλή περιεκτικότητα σε αλάτι, που αποτελούσαν ένα αφιλόξενο περιβάλλον για την πλειονότητα των ειδών. Σήμερα, η αυξημένη ροή νερού στο κανάλι έχει «ξεπλύνει» τα άλατα που δημιουργούσαν αυτές τις ακραίες συνθήκες αλατότητας.
Αυτή τη στιγμή, πάνω από 1.000 ξενικά είδη βρίσκονται στη Μεσόγειο θάλασσα, σύμφωνα με πρόσφατη καταγραφή του θαλάσσιου βιολόγου Στέλιου Κατσανεβάκη, καθηγητή στο Τμήμα Επιστημών της Θάλασσας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Ο κ. Κατσανεβάκης που στην έρευνά του μελέτησε πώς αλλάζει ο αριθμός των νέων ξενικών ειδών ανά δεκαετία στη Μεσόγειο για κάθε εισβολικό μονοπάτι -ναυτιλία, ιχθυοκαλλιέργειες, εμπόριο ειδών ενυδρείου και Διώρυγα του Σουέζ- παρατήρησε διπλασιασμό του ρυθμού εμφάνισης Λεσσεψιανών ειδών από τα μέσα του 20ού αιώνα. Συγκεκριμένα, ενώ στη δεκαετία του 1950 είχαν καταγραφεί λιγότερα από 40 Λεσσεψιανά είδη, την περασμένη δεκαετία εμφανίστηκαν στη Μεσόγειο 80 νέα είδη.

Σε αντίστροφη πορεία
«Σχηματικά, μπαίνοντας στη Μεσόγειο, τα είδη αυτά ακολουθούν μια πορεία αντίστροφη από αυτή των δεικτών του ρολογιού» λέει ο κ. Κατσανεβάκης, εξηγώντας ότι κινούνται προς το Ισραήλ, περνούν στις ακτές της Τουρκίας και τέλος εισέρχονται στο Αιγαίο.
«Το Αιγαίο πέλαγος αποτελεί φραγμό, με αποτέλεσμα ένας μικρός αριθμός από αυτά τα είδη να εξαπλώνεται στη δυτική Μεσόγειο» τονίζει ο θαλάσσιος βιολόγος Κώστας Παπακωνσταντίνου, ο οποίος έχει διατελέσει διευθυντής του Ινστιτούτου Θαλασσίων Βιολογικών Πόρων του ΕΛΚΕΘΕ για πάνω από δύο δεκαετίες. Η ελληνική χερσόνησος, τα μεγάλα βάθη μεταξύ Πελοποννήσου και Κρήτης και μεταξύ Κρήτης και των ακτών της Αφρικής, αποτελούν ακόμα εμπόδιο για τα παράκτια εισβολικά είδη.
Σύμφωνα με την καταγραφή που έκανε ο κ. Παπακωνσταντίνου το 2014, στην Ελλάδα εντοπίστηκαν 42 Λεσσεψιανά είδη. «Το 1990 μόλις 11 είδη είχαν ταυτοποιηθεί στις ελληνικές θάλασσες ως Λεσσεψιανοί μετανάστες» λέει ο κ. Παπακωνσταντίνου. «Οι ρυθμοί δείχνουν ότι πρόκειται για έναν βίαιο εποικισμό που σε βάθος χρόνου πιθανώς να αλλάξει την οικολογία των θαλασσών» προσθέτει.

Στις ελληνικές θάλασσες
Στην Ελλάδα τα εισβολικά είδη ψαριών τα οποία έχουν προκαλέσει τις μεγαλύτερες επιπτώσεις είναι οι Γερμανοί και οι Αγριόσαλπες, δύο είδη του γένους Siganus. «Είναι φυτοφάγα είδη και κάνουν ό,τι και οι κατσίκες στα βουνά. Τρώνε τα πάντα!» λέει ο κ. Κατσανεβάκης, και εξηγεί ότι στις νότιες περιοχές του Αιγαίου, εκεί που παλιά υπήρχε πλούσια κάλυψη από συστάδες φυκών, σήμερα αυτό που παρατηρεί κανείς είναι γυμνό βράχο. «Ο ρόλος των φυκών είναι ο ίδιος με αυτόν των δασών στη χέρσο. Προσφέρουν τροφή, καταφύγιο και υποστηρίζουν μια πολύ πλούσια βιοποικιλότητα, η οποία είναι σημαντική και για την αλιεία» λέει ο κ. Κατσανεβάκης.
Στην Κρήτη οι αλιείς αντιμετωπίζουν και ένα ακόμα, μεγαλύτερο πρόβλημα, τη μεγάλη εξάπλωση του τοξικού Λεσσεψιανού είδους του Λαγοκέφαλου. «Το είδος αυτό πιάνεται σε μεγάλες ποσότητες από διάφορα αλιευτικά εργαλεία, προκαλώντας και ζημιές στις ψαριές και στα εργαλεία» σημειώνει η βιολόγος-ιχθυολόγος, Νότα Περιστεράκη, από το Ινστιτούτο Θαλάσσιων Βιολογικών Πόρων και Εσωτερικών Υδάτων του ΕΛΚΕΘΕ.
«Ο Λαγοκέφαλος είναι ανώτερος θηρευτής και τρέφεται με πολλά είδη ψαριών εμπορικής σημασίας, μειώνοντας έτσι τους πληθυσμούς τους» λέει ο κ. Κατσανεβάκης. «Εχει πολύ κοφτερά δόντια και σκίζει τα δίχτυα των ψαράδων για να κλέψει την ψαριά» προσθέτει.
«Η πρώτη φορά που τον εντοπίσαμε στην Ελλάδα ήταν το Ιούνιο του 2005 στις βόρειες ακτές της Κρήτης» θυμάται η κ. Περιστεράκη, η οποία με την ομάδα της ήταν από τους πρώτους που προειδοποίησαν το ελληνικό κοινό για την επικινδυνότητά του. «Ο Λαγοκέφαλος περιέχει στα εντόσθια, τα αυγά και το δέρμα του ποσότητες τετροδοτοξίνης, μιας νευροπαραλυτικής τοξίνης και εάν καταναλωθεί μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο, αν δεν υπάρξει άμεση νοσηλεία» τονίζει η κ. Περιστεράκη.
Ενας πρόσφατος επισκέπτης των ελληνικών θαλασσών, που πρωτοεμφανίστηκε το καλοκαίρι του 2015 στη Ρόδο, είναι το εντυπωσιακό Λεοντόψαρο με τα δηλητηριώδη αγκάθια. Σύμφωνα με τους επιστήμονες το Λεσσεψιανό αυτό είδος ήρθε για να μείνει και αναμένεται τα επόμενα έτη να δημιουργήσει πολλά προβλήματα στη Μεσόγειο.
«Πρόκειται για ένα αχόρταγο ιχθυοφάγο είδος που κάνει μεγάλη ζημιά στον γόνο των άλλων ψαριών» λέει ο κ. Κατσανεβάκης, εξηγώντας ότι στην περιοχή της Φλόριντα των ΗΠΑ και της Καραϊβικής έχει προκαλέσει ήδη μεγάλες ζημιές. «Εκεί προσπαθούν να το ψαρέψουν ή να κάνουν διαγωνισμούς ψαροντούφεκου για να μειώσουν τους πληθυσμούς του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα» προσθέτει.
«Πολύ λίγα από τα εισβολικά είδη έχουν θετική οικονομική αξία» αναφέρει η κ. Γκαλίλ. Ενα τέτοιο παράδειγμα είναι ένα είδος τροπικής γαρίδας, με την ονομασία Marsupenaeus japonicus, η οποία πωλείται σε πολύ υψηλές τιμές στην αγορά.
«Σήμερα το πρωί στο Ισραήλ κοστίζουν 60 δολάρια το κιλό» λέει η κ. Γκαλίλ. Για να φτάσουν όμως να προσφέρουν οικονομικό όφελος, σημαίνει ότι τα είδη αυτά έχουν καταλάβει μεγάλες περιοχές, με αποτέλεσμα να έχουν εκτοπίσει κάποιο άλλο, τοπικό είδος της Μεσογείου. «Τα είδη δεν είναι λέγκο: βγάζεις ένα πράσινο τουβλάκι και βάζεις στη θέση του ένα λευκό. Τα είδη εξελίχθηκαν μέσα από ένα περίπλοκο σύστημα αλληλεπίδρασης μεταξύ τους» εξηγεί η κ. Γκαλίλ.

Η άνοδος της θερμοκρασίας αυξάνει τους Λεσσεψιανούς μετανάστες
Η κλιματική αλλαγή έχει παίξει και αυτή καθοριστικό ρόλο στην επιδείνωση του προβλήματος της εισβολής Λεσσεψιανών ειδών στη Μεσόγειο. «Εχουμε μια γεωμετρική αύξηση των ταυτοποιημένων ειδών τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της θέρμανσης της Μεσογείου», λέει ο κ. Παπακωνσταντίνου, εξηγώντας ότι όσο θερμαίνονται τα νερά της Μεσογείου τόσο πιο φιλικό γίνεται το περιβάλλον για να ζήσουν εδώ τα θερμόφιλα είδη της Ερυθράς θάλασσας. «Το θέμα της κλιματικής αλλαγής έτσι και αλλιώς δημιουργεί προβλήματα, πόσο μάλλον όταν η Ανατολική Μεσόγειος είναι τόσο προσβάσιμη στα νερά της Ερυθράς Θάλασσας», λέει ο κ. Ελευθερίου.
Αρκετοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι μόνο το άνοιγμα μιας εισόδου δεν αρκεί για να εγκατασταθεί ένα είδος στο νέο περιβάλλον και να γίνει εισβολικό. «Για να συμβεί αυτό σε ένα οικοσύστημα πρέπει να πληρούνται συγχρόνως δύο προϋποθέσεις: η δυνατότητα μεταφοράς, όπως η Διώρυγα του Σουέζ, ή τα έρματα και τα ύφαλα των πλοίων, αλλά και το περιβάλλον εγκατάστασης», λέει ο Φρανσουά Σιμάρντ, υποδιευθυντής και ανώτερος σύμβουλος για θέματα αλιείας του προγράμματος για τις Παγκόσμιες Θάλασσες και τους Πόλους της IUCN. «Tα ξενικά είδη γίνονται εισβολικά γιατί το περιβάλλον έχει υποβαθμιστεί.
Σε ένα ισχυρό και υγιές περιβάλλον είναι πιο δύσκολο να εγκατασταθούν νέα είδη, διότι δεν υπάρχει χώρος γι’αυτά», εξηγεί ο κ. Σιμάρντ.
«Είναι πιο εύκολο σε ένα δωμάτιο με ένα ή δύο άτομα να μπει ένα τρίτο και να καταλάβει τον χώρο, παρά όταν στο δωμάτιο υπάρχουν ήδη δέκα άτομα. Χρειάζεται μεγαλύτερος ανταγωνισμός», λέει ο Δρόσος Κουτσούμπας, καθηγητής στο Τμήμα Επιστημών της Θάλασσας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και πρόεδρος του Δ.Σ. του Φορέα Διαχείρισης Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Ζακύνθου. «Η παρουσία των θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών εγγυάται την καλή ποιότητα του θαλάσσιου περιβάλλοντος και μεγάλη ποικιλότητα ειδών», προσθέτει.

Για… καλές ψαριές
Η καλή λειτουργία ενός οικοσυστήματος, σύμφωνα με τον Γιώργο Κόκκορη, καθηγητή Στατιστικής και Μαθηματικής Οικολογίας στο ίδιο πανεπιστήμιο, μπορεί να εγγυηθεί και καλύτερες ψαριές. Τις τελευταίες δεκαετίες που οι αλιείς στην Ελλάδα καταγράφουν μεγάλες ζημιές, ο κ. Κόκκορης μαζί με την ερευνήτρια Σιλβέν Γιακουμή έχουν προτείνει τη δημιουργία ενός δικτύου θαλάσσιων προστατευτέων παράκτιων περιοχών, που θα λειτουργούν ως ελεύθερα εκκολαπτήρια για τους ντόπιους πληθυσμούς ψαριών.
«Οι ψαράδες αντιδρούν γιατί φοβούνται, ενώ οι πολιτικοί δεν έχουν ποτέ το σθένος να επιβάλλουν μια απόφαση», λέει ο κ. Κόκκορης, αναφερόμενος στο ολοκληρωμένο σχέδιο που έχουν προτείνει για τη δημιουργία τέτοιων περιοχών στις Νότιες Κυκλάδες.
Οσο στον ορίζοντα δεν διαφαίνεται μια αποφασιστική διακρατική συμφωνία, τέτοιες τοπικές δράσεις, αν και δεν μπορούν από μόνες τους να λύσουν το πρόβλημα της εισβολής των λεσεψιανών μεταναστών, μπορούν πιθανόν να λειτουργήσουν προστατευτικά για τους ενδημικούς πληθυσμούς της Μεσογείου. «Από τις μινωικές τοιχογραφίες βλέπουμε ότι η πανίδα της Μεσογείου έχει μείνει ίδια εδώ και 5.000 χρόνια», λέει ο κ. Ελευθερίου. «Φοβάμαι όμως ότι με τα νέα δεδομένα θα αρχίσουμε να βλέπουμε μεγάλες αλλαγές».