Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Ο αρχαιολογικός χώρος των Δελφών

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στους πρόποδες του Παρνασσού, στο υποβλητικό φυσικό τοπίο που σχηματίζεται ανάμεσα σε δύο πανύψηλους βράχους, τις Φαιδριάδες, βρίσκονται οι Δελφοί. Οι Δελφοί ήταν αρχαία ελληνική πόλη όπου λειτούργησε το ξακουστό μαντείο της αρχαίας Ελλάδας. Η πόλη αναφέρεται από τους ομηρικούς χρόνους με το όνομα Πυθώ. Στην αρχή των ιστορικών χρόνων ήταν μία από τις πόλεις της αρχαίας Φωκίδας, αλλά σταδιακά ο ρόλος της πόλης ενισχύθηκε και εξελίχθηκε σε πανελλήνιο κέντρο των αρχαίων Ελλήνων. Αποτέλεσε και κέντρο της Δελφικής Αμφικτιονίας. Οι Δελφοί διατήρησαν τη σημαντική τους θέση μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., οπότε δόθηκε οριστικό τέλος στη λειτουργία τους με διάταγμα του Βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α’. Τους επόμενους αιώνες, η πόλη παρήκμασε και εγκαταλείφθηκε οριστικά την περίοδο των σλαβικών επιδρομών. Σήμερα, οι Δελφοί είναι μια περιοχή με έντονο τουρισμό και έχει χαρακτηριστεί τόπος παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ. Εκτός του αρχαιολογικού χώρου και του μουσείου, υπάρχει το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο και στην ευρύτερη περιοχή μια σειρά Μοναστηριών με θρησκευτικό ενδιαφέρον. Επίσης, οι Δελφοί βρίσκονται σε μικρή απόσταση από την Αράχωβα, σημαντικό χειμερινό προορισμό της Στερεάς Ελλάδας και από το Γαλαξίδι.

ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ-ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Η ιστορία των Δελφών χάνεται στην προϊστορία και στους μύθους των αρχαίων Ελλήνων. Σύμφωνα με την παράδοση, στην περιοχή των Δελφών υπήρχε τέμενος αφιερωμένο στη γυναικεία θεότητα της Γαίας και φύλακάς του είχε τοποθετηθεί ο φοβερός δράκοντας Πύθων. Σύμφωνα με τοπικούς μύθους, κύριος του τεμένους έγινε ο Απόλλωνας όταν σκότωσε τον Πύθωνα. Στη συνέχεια, μεταμορφωμένος σε δελφίνι μετέφερε Κρήτες που έφθασαν στην Κίρρα, το επίνειο των Δελφών, και ίδρυσαν το τέμενός του. Ο μύθος αυτός σχετικά με την κυριαρχία του Απόλλωνα επιβίωσε σε εορταστικές αναπαραστάσεις στις τοπικές γιορτές, όπως τα Σεπτήρια, τα Δελφίνια, τα Θαργήλια, τα Θεοφάνεια, και τα Πύθια. Τα Πύθια τελούνταν για να θυμίζουν τη νίκη του Απόλλωνα κατά του Πύθωνα και περιελάμβαναν μουσικούς διαγωνισμούς και γυμνικούς αγώνες.

Τα παλαιότερα ευρήματα στην περιοχή των Δελφών, που χρονολογούνται στη νεολιθική εποχή (4000 π.Χ.), έχουν εντοπιστεί στο Κωρύκειο Άντρο, σπήλαιο στον Παρνασσό, όπου τελούνταν οι πρώτες λατρείες. Από το 4000 π.Χ. μέχρι τα Μυκηναϊκά χρόνια (1550 π.Χ.) δεν υπάρχουν ευρήματα, γεγονός που δείχνει ότι η περιοχή πιθανόν έμεινε ακατοίκητη στο διάστημα αυτό. Στο ξεκίνημα της Μυκηναϊκής περιόδου εγκαταστάθηκαν στο χώρο των Δελφών Αχαιοί προερχόμενοι από τη Θεσσαλία και ίδρυσαν οργανωμένη πόλη, από την οποία έχουν βρεθεί κατάλοιπα μυκηναϊκού οικισμού και νεκροταφείου. Πιστεύεται ότι αντιστοιχεί στην πόλη που αναφέρεται στον κατάλογο των Νεών της Ιλιάδας, με το όνομα Πυθώ. Η Πυθώ ήταν μία από τις 9 πόλεις της Φωκίδας που συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο, στο πλευρό των υπολοίπων Αχαιών.[1]

Με το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου, η πόλη εγκαταλείφθηκε, όπως και πολλά ακόμα Μυκηναϊκά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Για τους επόμενους 4 αιώνες δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική εγκατάσταση στην περιοχή. Τα ευρήματα από την περιοχή παρέμειναν ελάχιστα και πολύ αποσπασματικά μέχρι τον 8ο αιώνα π.Χ., οπότε επικράτησε οριστικά η λατρεία του Απόλλωνα και άρχισε η ανάπτυξη του τεμένους και του μαντείου. Προς το τέλος του 7ου αιώνα π.Χ. οικοδομήθηκαν οι πρώτοι λίθινοι ναοί, αφιερωμένοι ο ένας στον Απόλλωνα και ο άλλος στην Αθηνά, που λατρευόταν επίσημα, με την επωνυμία «Προναία» ή «Προνοία» και είχε δικό της ναό. Σύμφωνα με φιλολογικές μαρτυρίες και αρχαιολογικά ευρήματα, στους Δελφούς λατρεύονταν ακόμη η Άρτεμη, ο Ποσειδώνας, ο Διόνυσος, ο Ερμής, ο Ζευς Πολιεύς, η Υγιεία και η Ειλείθυια.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
Από τον 8ο αιώνα, όταν πλέον επικράτησε η λατρεία του Απόλλωνα, το τέμενος των Δελφών απέκτησε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, ενώ η επιρροή του εξαπλώθηκε σταδιακά σε ένα μεγάλο τμήμα του ευρύτερου χώρου της ανατολικής Μεσογείου. Σημαντικός αριθμός αφιερωμάτων που βρέθηκαν στους Δελφούς, προέρχεται ακόμα κι από περιοχές της Συρίας και της Αρμενίας, γεγονός που μαρτυρά την έκταση της επιρροής του τεμένους. Λόγω της μεγάλης φήμης του μαντείου, οι ελληνικές πόλεις κατέφευγαν σ’ αυτό για να βοηθηθούν στη λήψη σημαντικών αποφάσεων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αποικισμού, όπου οι μητροπόλεις κατέφευγαν στο μαντείο για να το συμβουλευτούν, για την επιλογή κατάλληλης θέσης για την ίδρυση αποικίας.

Το τέμενος των Δελφών έγινε σταδιακά κέντρο της σημαντικότερης Αμφικτιονίας του αρχαίου ελληνικού κόσμου, που έγινε γνωστή ως Δελφική Αμφικτιονία, μιας ομοσπονδιακής ένωσης 12 φυλών με θρησκευτικό κυρίως χαρακτήρα, ενώ αργότερα απέκτησε και πολιτική σημασία. Σ’ αυτήν συμμετείχαν οι φυλές της κεντρικής Ελλάδας και ηγετική θέση ανάμεσά τους κατείχαν οι Θεσσαλοί. Αρχικά είχε κέντρο της την Ανθήλη της Μαλίδας, αλλά από τα μέσα του 7ου αιώνα έκανε κέντρο της τους Δελφούς. Η Δελφική Αμφικτιονία είχε τον έλεγχο της περιουσίας και λειτουργίας του τεμένους, αφού όριζε τους ιερείς και τους άλλους αξιωματούχους, εκλέγοντάς τους πάντα από κατοίκους των Δελφών.

Στις αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα η Δελφική Αμφικτιονία διεξήγαγε πόλεμο με τη γειτονική πόλη των Δελφών, την Κρίσα (Α’ Ιερός πόλεμος), που κατέληξε στην καταστροφή της πόλης. Αποτέλεσμα του πολέμου ήταν οι Δελφοί να αυξήσουν την πανελλήνια θρησκευτική και πολιτική τους επιρροή και να μεγαλώσουν σε έκταση, αποκτώντας εδάφη που μέχρι τότε ανήκαν στην Κρίσα. Παράλληλα, μετά το τέλος του πολέμου διοργανώθηκαν για πρώτη φορά τα Πύθια, οι δεύτεροι σε σημασία πανελλήνιοι αγώνες μετά τους Ολυμπιακούς, που τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια. Στα πρώτα Πύθια, που διοργανώθηκαν το 586 π.Χ., δόθηκαν ως έπαθλα στους νικητές των αγώνων, χρηματικά δώρα από τα λάφυρα της Κρίσας. Από τους επόμενους αγώνες καθιερώθηκε ως τιμητικό βραβείο των νικητών το δάφνινο στεφάνι. Η περίοδος από τον 6ο έως τον 4ο αι. π.Χ. συμπίπτει με τη μεγάλη ακμή του δελφικού μαντείου.

Την περίοδο των Περσικών πολέμων το μαντείο των Δελφών εξέδωσε αρκετούς δυσοίωνους χρησμούς για τις ελληνικές πόλεις, γεγονός που αποδόθηκε από μεταγενέστερους ιστορικούς σε φιλοπερσική στάση που κράτησε. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Δελφοί δέχτηκαν επίθεση από τους Πέρσες. Συγκεκριμένα, αφού ο Ξέρξης πέρασε τις Θερμοπύλες και κατευθυνόταν προς τη Φωκίδα, έστειλα ένα στρατιωτικό σώμα προς τους Δελφούς για να αποσπάσει θησαυρούς. Όταν οι Πέρσες πλησίασαν στους Δελφούς, δύο κορυφές από τον Παρνασσό αποκόπηκαν και έπεσαν πάνω τους, ενώ παράλληλα καταδιώχθηκαν από δύο τοπικούς ήρωες, τον Φύλακο και τον Αυτόνοο.[2]
 
Οι Δελφοί παρέμειναν ανεξάρτητη πόλη μέχρι το 448 π.Χ., όταν οι Αθηναίοι βοήθησαν του Φωκείς να εντάξουν το τέμενος στην ομοσπονδία τους. Τότε οι Σπαρτιάτες αντέδρασαν με αποτέλεσμα να ξεσπάσει ο Β’ Ιερός πόλεμος. Οι Σπαρτιάτες αρχικά επανέφεραν την πόλη στην προηγούμενη κατάστασή της, αλλά με νέα παρέμβαση των Αθηναίων η πόλη αποδόθηκε πάλι στους Φωκείς. Οι Φωκείς διατήρησαν τον έλεγχο του μαντείου μέχρι το 421 π.Χ. Τη χρονιά αυτή η πόλη των Δελφών ανεξαρτητοποιήθηκε και πάλι ως συνέπεια της Νικίειου ειρήνης. Το 356 π.Χ., οι Φωκείς κατέλαβαν τους Δελφούς, όταν το αμφικτιονικό συνέδριο, που ελεγχόταν τότε από τη Θήβα, τους επέβαλλε ένα βαρύ πρόστιμο. Το γεγονός αυτό οδήγησε στο ξέσπασμα του Γ’ Ιερού πολέμου. Στη διάρκεια αυτού του πολέμου λεηλατήθηκαν όλοι οι θησαυροί των Δελφών για να χρηματοδοτηθεί ο στρατός των Φωκέων. Οι Φωκείς τελικά ηττήθηκαν, 10 χρόνια μετά, με επέμβαση του Φιλίππου και οι Δελφοί πέρασαν πάλι στον έλεγχο της Δελφικής Αμφικτιονίας που πλέον ελεγχόταν από τους Μακεδόνες. Ένας Δ’ Ιερός πόλεμος ξέσπασε το 339 π.Χ. στον οποίο αναμείχθηκαν οι Λοκροί της Άμφισσας και οδήγησε τελικά στην επέμβαση του Φιλίππου στη νότια Ελλάδα.

Τον 3ο αιώνα π.Χ., οι Δελφοί πέρασαν στον έλεγχο της Αιτωλικής Συμπολιτείας, της νέας πολιτικής και στρατιωτικής δύναμης που αναδείχτηκε στη νότια Ελλάδα. Οι Αιτωλοί κατέλαβαν το ιερό το 290 π.Χ. Λίγα χρόνια μετά, το 279 π.Χ., η πόλη των Δελφών βρέθηκε σε κίνδυνο από την επιδρομή των Γαλατών στον ελλαδικό χώρο. Την επιδρομή αυτή αντιμετώπισαν με επιτυχία οι Αιτωλοί και προστάτευσαν το ιερό. Η πόλη συνέχισε να ευδοκιμεί και να πλουτίζει σε δώρα και αφιερώματα και στη διάρκεια αυτού του αιώνα. Τα περισσότερα αφιερώματα αυτής της περιόδους προέρχονται από τις πόλεις της Αιτωλικής Συμπολιτείας.

Το 190 π.Χ., οι Ρωμαίοι αφαίρεσαν από τους Αιτωλούς την κυριαρχία στο μαντείο και λίγα χρόνια μετά, το 168 π.Χ., οι Δελφοί πέρασαν σε ρωμαϊκή κυριαρχία. Στη διάρκεια των Μιθριδατικών πολέμων, οι Δελφοί λεηλατήθηκαν από τον Σύλλα, το 86 π.Χ.

Η παρακμή των Δελφών επήλθε με το φιλοσοφικό κίνημα του ορθολογισμού τον 3ο αιώνα π.Χ., ωστόσο, το τυπικό στη λειτουργία τους έμεινε αναλλοίωτο μέχρι το 2ο αιώνα μ.Χ., την εποχή του Αδριανού. Τότε επισκέφθηκε τους Δελφούς ο περιηγητής Παυσανίας, ο οποίος κατέγραψε λεπτομερώς πάρα πολλά κατάλοιπα κτιρίων, επιγραφών και γλυπτών. Η διεξοδική περιγραφή του συνέβαλε σημαντικά στην ανασύνθεση του χώρου. Το 394 μ.Χ. δόθηκε οριστικό τέλος στη λειτουργία του μαντείου με διάταγμα του Βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α’. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού, οι Δελφοί έγιναν έδρα επισκοπής, αλλά εγκαταλείφθηκαν στις αρχές του 7ου αιώνα μ.Χ., περίοδο των Σλαβικών επιδρομών. Σταδιακά ο αρχαιολογικό χώρος των Δελφών επιχωματώθηκε και καλύφθηκε ενώ, κατά τον Μεσαίωνα, πάνω στα θαμμένα ερείπια εγκαταστάθηκε το χωριό Καστρί, που στα νεότερα χρόνια δέχθηκε τις επισκέψεις των αρχαιόφιλων περιηγητών.

ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ
Η έρευνα στον χώρο των Δελφών άρχισε γύρω στο 1860 από Γερμανούς. Ήταν αναγκαίο να μετακινηθεί το χωριό Καστρί για να πραγματοποιηθούν οι ανασκαφές, κάτι όμως που αρνούνταν οι κάτοικοι. Η ευκαιρία να μετατοπισθεί το χωριό δόθηκε όταν αυτό καταστράφηκε μερικώς από σεισμό και οι κάτοικοι έδωσαν τον αρχαιολογικό χώρο με αντάλλαγμα ένα νέο χωριό.

Το 1891 οι Γάλλοι πήραν από την ελληνική κυβέρνηση έγκριση για διεξαγωγή συστηματικών ερευνών και τότε άρχισε η λεγόμενη «Μεγάλη Ανασκαφή›, αφού πρώτα απομακρύνθηκε το χωριό Καστρί. Το 1893 η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή αφαίρεσε σημαντική ποσότητα εδάφους από πολυάριθμους τόπους, για να έρθουν στην επιφάνεια τα σημαντικά κτίρια του τεμένους των Δελφών, όπως επίσης και χιλιάδες αντικειμένων, επιγραφών και γλυπτών. Στη διάρκεια των ανασκαφών ήλθαν στο φως εντυπωσιακά ευρήματα, ανάμεσα στα οποία και περίπου 3.000 επιγραφές, που αποκαλύπτουν διάφορες πτυχές του αρχαίου δημοσίου βίου.

Σήμερα, οι εργασίες στο χώρο των δύο δελφικών ναών συνεχίζονται με τη συνεργασία της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και της Γαλλικής Σχολής, με ανασκαφική αλλά και αναστηλωτική δραστηριότητα. Τέσσερεις περιοχές του χώρου αναστηλώθηκαν περισσότερο ή λιγότερο. Το μοναδικό μνημείο που διέθετε πλήθος αυθεντικών αρχαίων αντικειμένων για τη σχεδόν πλήρη αναστήλωσή του ήταν ο Θησαυρός των Αθηναίων, που αποκαταστάθηκε ολόκληρος το 1903-1906 από τους Γάλλους, με χορηγία του Δήμου Αθηναίων. Άλλα μνημεία που έχουν αναστηλωθεί είναι ο Βωμός των Χιωτών, που αναστηλώθηκε το 1959 από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, ενώ ο ναός του Απόλλωνα και η Θόλος υπέστησαν μικρές αναστηλώσεις.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
Ο αρχαιολογικός χώρος των Δελφών περιλαμβάνει δύο ναούς, έναν αφιερωμένο στον Απόλλωνα και έναν στην Αθηνά, καθώς και άλλου είδους εγκαταστάσεις, κυρίως αθλητικές. Όσοι έρχονταν από την Αθήνα συναντούσαν πρώτα το ναό της Αθηνάς Προναίας, δηλαδή της Αθηνάς που βρισκόταν πριν το ναό του Απόλλωνα. Εδώ σώζεται η περίφημη Θόλος, το κυκλικό κτίριο και ερείπια των τριών ναών της Αθηνάς, δύο πώρινων, κτισμένων στο ίδιο σημείο, που χρονολογούνται στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. και στο 500 π.Χ., κι ενός νεότερου, ασβεστολιθικού, που κτίσθηκε στο δυτικό άκρο του ναού, μετά το σεισμό του 373 π.Χ. Μέσα στο ναό σώζονται βωμοί αφιερωμένοι στο Δία Πολιέα, στην Αθηνά Εργάνη, στην Αθηνά Ζωστηρία, στην Ειλείθυια και στην Υγεία, κατάλοιπα κτιρίου, που έχει αποδοθεί στη λατρεία των ντόπιων ηρώων, Φυλάκου και Αυτόνοου, που με τη μορφή γιγάντων είχαν αποτρέψει την εισβολή των Περσών στους Δελφούς, καθώς και δύο θησαυροί δωρικού και αιολικού ρυθμού, με ανωδομή από παριανό μάρμαρο. Ο ένας, από τον οποίο σώζεται ένα χαρακτηριστικό κιονόκρανο με φύλλα φοίνικα, ήταν αφιέρωμα των κατοίκων της μακρινής Μασσαλίας. Ο ναός περιλάμβανε επίσης τρόπαιο – ενθύμιο της απόκρουσης των Περσών, υπαίθριο άγαλμα του αυτοκράτορα Αδριανού και ένα οικοδόμημα που ονομάζεται «Οικία των ιερέων».
Προχωρώντας προς τα ΒΔ συναντούσε κανείς το γυμνάσιο, χώρο αθλητικής προπόνησης και εκπαιδευτικό κέντρο, με την παλαίστρα και το συγκρότημα των λουτρών. Επόμενος σταθμός ήταν η Κασταλία, η κρήνη των Δελφών. Με το νερό της οι επισκέπτες ξεδιψούσαν από την μακριά πορεία τους και ταυτόχρονα εξαγνίζονταν πριν μπουν στο μαντείο.

Το κεντρικό και πιο σπουδαίο σημείο του χώρου αποτελούσε πάντα το τέμενος του Απόλλωνα. Προστατευόταν από περίβολο, με είσοδο στη ΝΑ του γωνία. Από το σημείο αυτό οι επισκέπτες ακολουθούσαν την Ιερά οδό, το βασικό ιστό του τεμένους, που οδηγούσε στο ναό του Απόλλωνα με το άδυτο, όπου έδινε τους χρησμούς της η Πυθία. Με πυρήνες το ναό και την Ιερά οδό, το τέμενος σταδιακά μεγάλωσε και ενισχύθηκε από μνημειώδεις αναλημματικούς τοίχους. Ο επικλινής χώρος του οργανώθηκε σε αλλεπάλληλα επίπεδα, που πλαισιώθηκαν από στοές (Αττάλου, Αιτωλών, Αθηναίων) και ήταν προσβάσιμα από αντίστοιχες πύλες στον περίβολο. Ανάμεσά τους διακρίνονται διάσπαρτα τα λείψανα πολυάριθμων και ποικίλων αναθημάτων, που αφιερώθηκαν από τις ελληνικές πόλεις ή από πλούσιους ιδιώτες με αφορμή διάφορες ιστορικές περιστάσεις και κοινωνικοπολιτικά γεγονότα ή απλώς για να εκφράσουν θρησκευτική ευλάβεια προς τον Απόλλωνα και το μαντείο του. Τα έργα αυτά αντιπροσωπεύουν την τεχνική δεξιότητα και την καλλιτεχνική πρόοδο των ανθρώπων εκείνης της εποχής, από τα βάθη της Ανατολής ως τα παράλια της Μεσογειακής λεκάνης, ενώ παράλληλα υποδηλώνουν την οικονομική ευρωστία των αναθετών. Κυμαίνονται από χάλκινους ή αργυρούς τρίποδες (ένα από τα σύμβολα του μαντείου) μέχρι τα σύνθετα πολυπρόσωπα αγαλματικά συμπλέγματα, φτιαγμένα από μάρμαρο ή χαλκό. Μεταξύ των αρχιτεκτονικών αφιερωμάτων, οι θησαυροί, εντυπωσιακοί και πολυτελέστατοι, στέγαζαν κινητά αναθήματα, αλλά κυρίως πρόβαλλαν την τέχνη της πατρίδας του κάθε αναθέτη. Η Ιερά οδός πλαισιωνόταν από τέτοια αφιερώματα, πυκνά τοποθετημένα σε όλο της το μήκος. Στο κέντρο του τεμένους, επάνω στο μεγάλο πλάτωμα, που σχημάτιζε ο μεγάλος αναλημματικός πολυγωνικός τοίχος, δέσποζε ο μεγαλοπρεπής ναός του Απόλλωνα. Μπροστά στην είσοδό του οι επισκέπτες μπορούσαν να θαυμάσουν τα εντυπωσιακά αναθήματα που είχαν προσφέρει κυρίως πλούσιοι ιδιώτες. Ψηλότερα από το ναό, προς τα ΒΔ, βρίσκεται το θέατρο, όπου τελούνταν οι δραματικοί και μουσικοί αγώνες των Πυθίων, ενώ ακόμη ψηλότερα, έξω από τον περίβολο του τεμένους, βρισκόταν το στάδιο, που φιλοξενούσε τους αθλητικούς αγώνες.

Έξω και γύρω από τα δύο τεμένη διατηρούνται διάσπαρτα τα ερείπια του οικισμού των Δελφών, που αναπτύχθηκε κυρίως στην κλασική και στη ρωμαϊκή περίοδο, καθώς και τάφοι από τις αντίστοιχες νεκροπόλεις.

ΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ
ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ
Ο ναός του Απόλλωνα, το σημαντικότερο μνημείο του τεμένους του Απόλλωνα στους Δελφούς, βρισκόταν σε περίοπτη και κεντρική θέση μέσα στον χώρο. Στο ναό στεγάζονταν τα αγάλματα και τα αφιερώματα προς τον Απόλλωνα, αλλά εδώ γίνονταν και οι ιεροτελεστίες που είχαν σχέση με τη λατρεία, που σπουδαιότερη ήταν η διαδικασία της μαντείας. Στο ναό υπήρχε και το «χρησμογραφείο», όπου φυλάσσονταν τα αρχεία και οι κατάλογοι των Πυθιονικών, που καταστράφηκαν το 373 π.Χ. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο πρώτος ναός του Απόλλωνα που κτίσθηκε στους Δελφούς ήταν μία καλύβα από κλαδιά δάφνης, ο δεύτερος έγινε από κερί μελισσών και φτερά και ο τρίτος από χαλκό, ενώ ο τέταρτος κτίσθηκε από τους μυθικούς αρχιτέκτονες Τροφώνιο και Αγαμήδη, με τη βοήθεια του ίδιου του Απόλλωνα. Αυτός πρέπει να ήταν ο πώρινος ναός, που καταστράφηκε από πυρκαγιά το 548 π.Χ.

Ο ναός που τον διαδέχθηκε, οικοδομήθηκε με εισφορές που συγκεντρώθηκαν από όλη την Ελλάδα και από ξένους ηγεμόνες και ανέλαβε να τον ολοκληρώσει η μεγάλη αθηναϊκή οικογένεια των Αλκμαιωνιδών. Ολοκληρώθηκε περίπου το 510 π.Χ., ήταν δωρικός περίπτερος, με 6 κίονες στην πρόσοψη και 15 στις πλευρές. Ήταν πώρινος με μαρμάρινη πρόσοψη και εξαιρετικό γλυπτό διάκοσμο, φιλοτεχνημένο από το γλύπτη Αντήνορα. Θέμα του ανατολικού αετώματος ήταν η άφιξη του Απόλλωνα στους Δελφούς με τη συνοδεία της αδελφής του Άρτεμης και της μητέρας του Λητούς. Στο κέντρο της παράστασης εικονιζόταν το άρμα με του και δεξιά και αριστερά ανδρικές και γυναικείες μορφές. Στο δυτικό αέτωμα απεικονιζόταν σκηνή Γιγαντομαχίας, από την οποία σώζονται μόνο οι μορφές της Αθηνάς, ενός πεσμένου Γίγαντα, μιας ανδρικής μορφής και τα μπροστινά μέρη δύο αλόγων.
 
Ο σεισμός του 373 π.Χ. κατέστρεψε τον αρχαϊκό ναό και το τέμενος κατέφυγε για δεύτερη φορά σε πανελλήνιο έρανο για την ανοικοδόμησή του. Ο Γ’ Ιερός πόλεμος εμπόδισε τις εργασίες και μόλις το 330 π.Χ. ο ναός παραδόθηκε σε χρήση, φτιαγμένος στο ίδιο σχέδιο και στις ίδιες σχεδόν διαστάσεις. Στο ναό αυτό ανήκουν τα ερείπια που βλέπουμε σήμερα. Πρόκειται για εντυπωσιακό κτίσμα, θαυμάσιο δείγμα δωρικού ρυθμού, του οποίου αρχιτέκτονες ήταν ο Σπίνθαρος ο Κορίνθιος, ο Ξενόδωρος και ο Αγάθων. Ο ναός είναι περίπτερος, με 6 κίονες στις στενές πλευρές και 15 στις μακρές, με πρόδομο και οπισθόδομο, δίστηλους εν παραστάσι. Ο σηκός του χωρίζεται σε τρία κλίτη με δύο κιονοστοιχίες, η καθεμία από τις οποίες έχει 8 ιωνικούς κίονες. Στο βαθύτερο επίπεδό του βρισκόταν το άδυτο, όπου εκτυλισσόταν η μαντική διαδικασία και στο οποίο είχαν πρόσβαση μόνον οι ιερείς που θα ερμήνευαν τα λόγια της Πυθίας. Τα αετώματα από παριανό μάρμαρο φιλοτέχνησαν οι Αθηναίοι γλύπτες Πραξίας και Ανδροσθένης. Στο ανατολικό αέτωμα απεικονίζονταν ο Απόλλωνας με τις Μούσες και στο δυτικό ο Διόνυσος ανάμεσα στις Θυιάδες (Μαινάδες). Για το εσωτερικό του ναού γνωρίζουμε ελάχιστα στοιχεία, κυρίως από αρχαίους συγγραφείς: στους τοίχους του πρόναου υπήρχαν χαραγμένα ρητά των επτά σοφών, όπως «γνώθι σαυτόν», «μηδέν άγαν» και το γράμμα Ε. Επίσης, υπήρχε χάλκινη εικόνα του Ομήρου και βωμός του Ποσειδώνα, ενώ στο άδυτο υπήρχε το άγαλμα του Απόλλωνα και ο ομφαλός. Στο ναό έχουν γίνει εργασίες αναστήλωσης, ενώ αποσπάσματα των αετωμάτων και από τις δύο οικοδομικές φάσεις του εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών.

ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ
Ο Θησαυρός των Αθηναίων ήταν από τα πιο σπουδαία και εντυπωσιακά κτίσματα του τεμένους του Απόλλωνα. Δέσποζε επάνω στην Ιερά οδό, αμέσως μετά την πρώτη προς βορρά στροφή της, δίπλα στο βουλευτήριο της πόλης των Δελφών και απέναντι από τους Θησαυρούς των Κνιδίων και των Συρακούσιων. Το μικρό αυτό κτίσμα ήταν ένα είδος θησαυροφυλακίου της Αθήνας, όπου φυλάσσονταν τρόπαια από σημαντικές πολεμικές νίκες της πόλης και άλλα αντικείμενα που είχαν αφιερωθεί στο τέμενος. Ο Θησαυρός οικοδομήθηκε από την αθηναϊκή δημοκρατία στα τέλη του 6ου ή στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Μάλιστα, θεωρείται το μνημείο που εκφράζει την επικράτηση των δημοκρατικών στην Αθήνα και την εκδίωξη των τυράννων. Σύμφωνα με μία άλλη ερμηνεία, που στηρίζεται κυρίως στην περιγραφή του περιηγητή Παυσανία και στην επιγραφή που σώζεται στην πρόσοψη της νότιας κρηπίδας, ο Θησαυρός οικοδομήθηκε σε ανάμνηση της απόκρουσης του περσικού κινδύνου μετά τη μάχη στο Μαραθώνα, το 490 π.Χ.

Πρόκειται για μικρό, δωρικού ρυθμού κτίσμα φτιαγμένο από παριανό μάρμαρο με τη μορφή ναΐσκου εν παραστάσι, όπως οι περισσότεροι Θησαυροί. Τα ανάγλυφα που τον κοσμούσαν αποτελούν δείγματα υψηλής πλαστικής στην τελευταία περίοδο της αρχαϊκής εποχής και μπορούν εύκολα να συγκριθούν με τις πρώιμες ερυθρόμορφες αγγειογραφίες ως προς την κομψότητα των μορφών, τις ελαφρές αναλογίες, τις έντονες και στερεές κινήσεις, αλλά και τις τολμηρές στάσεις. Στις ανάγλυφες μετόπες του εικονίζονται οι άθλοι του Ηρακλή (οπίσθια και βόρεια πλευρά) και του Θησέα (πρόσοψη και νότια πλευρά). Η αντιδιαστολή του Θησέα με τον Ηρακλή παραπέμπει στην αλλαγή πολιτεύματος στην Αθήνα με την επικράτηση της δημοκρατίας. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται και με τη γενικότερη επικράτηση στην τέχνη του 5ου αιώνα π.Χ. της εικονογραφίας του Θησέα, ενώ κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. κυριαρχούσε η εικονογραφία του Ηρακλή.
Στη νότια μακριά πλευρά και στην πρόσοψη του κτίσματος, δηλαδή στις πλευρές που δεσπόζουν επάνω στη στροφή της Ιεράς οδού, έχει δημιουργηθεί κρηπίδωμα που σχηματίζει τριγωνική πλατεία, όπου στις επίσημες γιορτές και πομπές οι Αθηναίοι εξέθεταν τα λάφυρα από τη μάχη του Μαραθώνα και τα άλλα τρόπαια που φυλάσσονταν μέσα στο Θησαυρό. Στους τοίχους του κτιρίου σώθηκαν πολλές επιγραφές, με κείμενα σημαντικά για τη μελέτη των αρχαίων εορτών και εθίμων, όπως η Πυρφορία, η Τριποδιφορία, η Πυθαΐς και η Δωδεκαΐς, που ήταν επίσημες πομπές των Αθηναίων στους Δελφούς, αλλά και για τη μελέτη της μουσικής, αφού στη νότια πλευρά, κοντά στην ανατολική γωνία, ήταν γραμμένοι οι δύο περίφημοι ύμνοι στον Απόλλωνα, τα μοναδικά αρχαιοελληνικά κείμενα που συνοδεύονται από μουσικό υπομνηματισμό και σήμερα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών. Στο εσωτερικό του Θησαυρού είναι χαραγμένα στους τοίχους σημαντικά τιμητικά ψηφίσματα για Αθηναίους, που χρονολογούνται από τον 3ο αιώνα π.Χ. και μετά, καθώς και ονόματα ενεχυροδανειστών, που χρησιμοποιούσαν το κτίριο στα μεταγενέστερα χρόνια.
 
 Ο Θησαυρός των Αθηναίων ήταν το μοναδικό μνημείο των Δελφών που διέθετε αρκετό από το αρχαίο του υλικό και έτσι αναστηλώθηκε από τους Γάλλους το 1906 με χορηγία του τότε δημάρχου Αθηναίων, Σπύρου Μερκούρη. Οι μετόπες του μνημείου έχουν αποσπασθεί, έχουν συντηρηθεί και εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών και στη θέση τους έχουν τοποθετηθεί γύψινα εκμαγεία.

Ο ΠΟΛΥΓΩΝΙΚΟΣ ΤΟΙΧΟΣ
Όταν οικοδομήθηκε ο ναός στο τέμενος του Απόλλωνα, σχηματίσθηκε άνδηρο, που στηριζόταν από δύο σχεδόν παράλληλους αναλημματικούς τοίχους. Ο ένας κατασκευάσθηκε στη βόρεια πλευρά, για να τον προστατεύει από την πτώση βράχων. Ο δεύτερος κτίσθηκε στη νότια πλευρά του εδάφους, όπου θεμελιώθηκε ο ναός, για να συγκρατεί το έδαφος, ενώ ταυτόχρονα οριοθετούσε και την περιοχή της Άλω στα ΒΔ. Αυτός είναι ο εντυπωσιακός πολυγωνικός τοίχος που βλέπει κανείς ανηφορίζοντας κατά μήκος της Ιεράς οδού προς το ναό του Απόλλωνα, πίσω από τη στοά των Αθηναίων. Χρονολογικά ανάγεται στο β’ μισό του 6ου αιώνα π.Χ. Φαίνεται ότι κατασκευάσθηκε μετά το 548 π.Χ., όταν καταστράφηκε από φωτιά ο παλαιότερος ναός, τον οποίο ανέλαβαν να αντικαταστήσουν οι Αλκμαιωνίδες, μεταξύ των ετών 513 και 505 π.Χ. Αργότερα, τον 5ο αιώνα π.Χ., στον τοίχο αυτό στηρίχθηκε η στοά των Αθηναίων. Σήμερα στην επιφάνειά του είναι ακόμη ορατά τα αποτυπώματα της. Η ανέγερση αυτού του τοίχου και η απαιτούμενη ισοπέδωση του εδάφους, προϋπέθεταν την καταστροφή ορισμένων πρώιμων αρχαϊκών οικοδομημάτων γύρω από τον προηγούμενο ναό. Έτσι θάφτηκαν κάτω από σωρό επιχώσεων οίκοι ή Θησαυροί ορθογώνιας κάτοψης, καθώς και το γνωστό αψιδωτό κτίσμα.

Ο τοίχος είναι κτισμένος κατά το σύστημα της πολυγωνικής λέσβιας τοιχοποιίας, δηλαδή με καμπύλους αρμούς, χωρίς συνδέσμους, αλλά με τέλεια προσαρμογή. Σε κάτοψη έχει σχήμα ανεστραμμένου Π, με μήκος 90 μ. στη μακριά του πλευρά. Σήμερα λείπει το ανώτερο μέρος του, οι πλάκες επίστεψης, που ήταν κτισμένες κατά το ισόδομο σύστημα τοιχοποιίας, δηλαδή με στρώσεις ορθογώνιων λίθων, που είχαν ίδιο ύψος. Φαίνεται ότι υπήρχαν 4 ή 5 τέτοιες στρώσεις, και το αρχικό ύψος του τοίχου υπολογίζεται σε περίπου 2 μ. ακόμη. Στην επιφάνειά του έχουν χαραχθεί πολλές και ποικίλες επιγραφές, συνολικά περίπου 800 κείμενα. Οι περισσότερες είναι ψηφίσματα για την απελευθέρωση δούλων και χρονολογούνται κυρίως στον 3ο-2ο αιώνα π.Χ. Στο μνημείο έχουν γίνει έργα συντήρησης και καθαρισμού.

ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΩΝ ΣΙΦΝΙΩΝ
Ο Θησαυρός, που αφιέρωσαν στους Δελφούς οι κάτοικοι της Σίφνου, ήταν από τα πιο λαμπρά και πλούσια διακοσμημένα κτίρια στο τέμενος του Απόλλωνα. Ήταν από τους πρώτους Θησαυρούς που συναντούσε κανείς ανηφορίζοντας την Ιερά οδό και βρισκόταν στην αριστερή πλευρά της, δίπλα στο Θησαυρό της πελοποννησιακής Σικυώνας και απέναντι από αυτόν των Μεγάρων. Στο εσωτερικό του φυλάσσονταν τα πολύτιμα αναθήματα που πρόσφεραν κατά καιρούς οι Σίφνιοι στο τέμενος. Η παράδοση για την ίδρυση του θησαυρού αναφέρεται από τον Ηρόδοτο και τον Παυσανία. Σύμφωνα με αυτή, στο β’ μισό του 6ου αιώνα π.Χ. οι Σίφνιοι ήταν οι πιο πλούσιοι από όλους τους νησιώτες, επειδή είχαν αποκτήσει εξαιρετικά κέρδη από την εκμετάλλευση των μεταλλείων χρυσού και αργύρου που υπήρχαν στον τόπο τους. Αποφάσισαν, λοιπόν, να χαρίσουν στον Απόλλωνα το 1/10 από τα κέρδη τους και έτσι έκτισαν το Θησαυρό. Με βάση τον πλαστικό διάκοσμο, η χρονολογία του μνημείου ανάγεται γύρω στο 525 π.Χ. ή λίγο νωρίτερα, αφού τη χρονιά εκείνη η Σίφνος λεηλατήθηκε από επαναστατημένους Σαμίους που είχαν ανάγκη χρημάτων.

Το κτίριο είναι μικρό σε διαστάσεις με μορφή ναΐσκου και για την κατασκευή του οι Σίφνιοι μετέφεραν ακριβό λευκό μάρμαρο από την Πάρο, ενώ για τα πιο πολλά κτίσματα εκείνη την περίοδο έχει χρησιμοποιηθεί πωρόλιθος. Ήδη από την εποχή του Ηροδότου ήταν περίφημο για τον πλούσιο γλυπτό του διάκοσμο, που πράγματι αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα της ύστερης αρχαϊκής τέχνης. Στη πρόσοψη, ανάμεσα στις παραστάδες τοποθετήθηκαν, αντί για κίονες, δύο αγάλματα κορών, που στηρίζουν το επιστύλιο, χαρακτηριστικά παραδείγματα της ιωνικής τέχνης αυτής της περιόδου. Το επιστύλιο κοσμείται από ιωνικό κυμάτιο και ζωφόρο, που περιβάλλει όλο το κτίριο και η οποία σώζεται σε καλή κατάσταση, τουλάχιστον στις τρεις πλευρές.
 
Στη δυτική πλευρά της παριστάνεται η κρίση του Πάρη (η επιλογή της ωραιότερης θεάς ανάμεσα στις Αθηνά, Αφροδίτη και Ήρα), στη νότια η αρπαγή των Λευκιππιδών από τους Διόσκουρους, είτε της Ιπποδάμειας από τον Πέλοπα, στη βόρεια, που είναι η καλύτερα διατηρημένη, η Γιγαντομαχία (η πάλη θεών και Γιγάντων για την κυριαρχία του κόσμου) και στην ανατολική, στην πρόσοψη του μνημείου, η συγκέντρωση στον Όλυμπο των θεών που παρακολουθούν τον Τρωικό πόλεμο.
 
Η ρωμαλέα έκφραση, η καθαρότητα, η δύναμη των μορφών και η εκπληκτική απόδοση των λεπτομερειών εντάσσονται αρμονικά στο χώρο της ζωφόρου, καλύπτοντας εύστοχα το διακοσμητικό χαρακτήρα της με τη σωστή διάταξη των μορφών και την αξιοποίηση του χώρου. Το φόντο της ζωφόρου ήταν βαμμένο γαλάζιο, ενώ διατηρούνται και άλλα χρώματα, κυρίως στα μαλλιά, στα ενδύματα και στα όπλα των μορφών. Δίπλα σε αρκετά πρόσωπα ήταν γραμμένα με χρώμα τα ονόματά τους. Το έργο αποδίδεται στον Αθηναίο γλύπτη Ένδοιο και σε ένα δεύτερο, άγνωστο αλλά περισσότερο συντηρητικό. Το αέτωμα, που επιστεγάζει το Θησαυρό στην πρόσοψή του, διαθέτει και αυτό γλυπτό διάκοσμο, που παρουσιάζει το μύθο της διαμάχης του Ηρακλή με τον Απόλλωνα για το δελφικό τρίποδα. Το συγκεκριμένο θέμα είναι από τα αγαπημένα των καλλιτεχνών της ύστερης αρχαϊκής εποχής, καθώς εμφανίζεται και στην αγγειογραφία. Το αέτωμα επιστέφεται με τρία ακρωτήρια: το κεντρικό παριστάνει σφίγγα, ενώ τα δύο ακραία Νίκες. Σήμερα από το θησαυρό των Σιφνίων διατηρούνται στη θέση τους μόνο τα θεμέλια και ένας αστράγαλος από τη διακόσμηση της βάσης. Όλος ο σωζόμενος γλυπτός διάκοσμος του κτηρίου έχει συντηρηθεί και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών.

ΣΤΟΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ
Από τα σημαντικά αναθήματα των Αθηναίων στους Δελφούς είναι η στοά, που έχει κτιστεί σε κεντρική θέση του τεμένους του Απόλλωνα, κάτω από το μεγάλο ναό, μπροστά ακριβώς από τον πολυγωνικό αναλημματικό τοίχο και απέναντι από το χώρο της Άλω, όπου τελούνταν τα ιερά δρώμενα προς τιμή του Απόλλωνα. Στο χώρο της φυλάσσονταν τα πολεμικά λάφυρα που αφιέρωσαν οι Αθηναίοι και προέρχονταν κυρίως από τις ναυτικές τους επιτυχίες εναντίον των Περσών. Η στοά αποτελεί έργο του οικοδομικού προγράμματος του Περικλή και χρονολογείται μετά το 478 π.Χ., χρονιά κατά την οποία οι Αθηναίοι κατέστρεψαν τη πλωτή γέφυρα που είχε κατασκευάσει ο Ξέρξης στον Ελλήσποντο για να περάσει με το στρατό του στην ευρωπαϊκή ακτή. Η ταύτιση του μνημείου είναι βέβαιη χάρη στην επιγραφή που ήταν χαραγμένη κατά μήκος του χαμηλότερου δόμου της βάσης του και όριζε το λόγο για τον οποίο είχε κτιστεί: ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΑΝΕΘΕΣΑΝ ΤΗΝ ΣΤΟΑΝ ΚΑΙ ΤΑ ΗΟΠΛΑ ΚΑΙ ΤΑΚΡΟΤΕΡΙΑ ΕΛΟΝΤΕΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΩΝ. Εδώ, δηλαδή, ήταν αφιερωμένα τα «ακρωτήρια», δηλαδή τα ακρόπρωρα των περσικών πλοίων, και τα «όπλα», δηλαδή τα σχοινιά που συγκρατούσαν τη γέφυρα. Στα επόμενα χρόνια, προστέθηκαν λάφυρα πλοίων και από άλλες νικηφόρες ναυμαχίες των Αθηναίων, όπως αυτές στη Μυκάλη, στη Σηστό, στη Σαλαμίνα και στον Ελλήσποντο.

Η στοά ήταν ένας υπόστεγος χώρος, που χρησιμοποιούσε ως τοίχο, στη πίσω του πλευρά, τον πολυγωνικό αναλημματικό τοίχο του ναού, στο ανατολικό του τμήμα. Κατά μήκος του υπήρχε κτιστό βάθρο, πάνω στο οποίο είχαν στηθεί τα αναθήματα. Η στοά είναι ιωνικού ρυθμού. Έχει 7 μονόλιθους μαρμάρινους ραβδωτούς κίονες από πεντελικό μάρμαρο με βάσεις από παριανό μάρμαρο και μία πυκνή σειρά πεσσών, που ακουμπούσαν στον πολυγωνικό τοίχο. Όλη αυτή η υποδομή στήριζε τη ξύλινη στέγη. Ο στυλοβάτης του κτιρίου ήταν φτιαγμένος από ντόπιο ασβεστόλιθο και είχε 3 βαθμίδες, όπου στην ανώτερη είναι προσεκτικά χαραγμένη η παραπάνω επιγραφή, με μεγάλα αττικά γράμματα. Το μνημείο σήμερα διατηρείται στο κατώτερο μέρος του, που έχει δεχθεί επεμβάσεις για τη συντήρησή του, ενώ δεν σώζονται η ανωδομή και η στέγη.

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ
Το θέατρο των Δελφών είναι ένα από τα λίγα θέατρα της αρχαίας Ελλάδας, για το οποίο γνωρίζουμε τόσο την ακριβή χρονολόγηση όσο και τις μορφές που είχε στη διάρκεια των αιώνων, το συνολικό του σχέδιο και την όψη του κοίλου. Βρίσκεται μέσα στο τέμενος του Απόλλωνα, στη ΒΔ γωνία και στη συνέχεια του περιβόλου του. Στην αρχαιότητα φιλοξενούσε τους αγώνες φωνητικής και ενόργανης μουσικής, που διεξάγονταν στο πλαίσιο των Πυθίων και άλλων θρησκευτικών εορτών και τελετουργιών, που η σημασία τους δίνει στο μνημείο πνευματική και καλλιτεχνική αξία, ισότιμη με την αθλητική ιδέα που συμβολίζει το αρχαίο στάδιο της Ολυμπίας. Η μορφή του πρώτου θεάτρου, που κατασκευάσθηκε στο χώρο, δεν μας είναι γνωστή. Είναι πιθανόν οι θεατές να κάθονταν σε ξύλινα καθίσματα ή απευθείας στο έδαφος. Αργότερα, τον 4ο αιώνα π.Χ., κτίστηκε το πρώτο πέτρινο θέατρο και ακολούθησαν πολλές επισκευές του. Τη σημερινή του μορφή, με τη λιθόστρωτη ορχήστρα, τα λίθινα εδώλια και τη σκηνή, έλαβε κατά τους πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους, το 160/159 π.Χ., όταν ο Ευμένης Β’ της Περγάμου χρηματοδότησε τις κατασκευαστικές και επισκευαστικές εργασίες που έγιναν στο μνημείο.

Το κοίλο του θεάτρου διαμορφώθηκε εν μέρει στο φυσικό έδαφος (στα βόρεια και δυτικά) και εν μέρει σε τεχνητή επίχωση (στα νότια και ανατολικά). Διαιρείται με το διάζωμα σε δύο ζώνες, από τις οποίες η ανώτερη έχει 8 σειρές εδωλίων και η κατώτερη 27. Οι δύο ζώνες χωρίζονται με ακτινωτές κλίμακες, σε 6 κερκίδες η επάνω και σε 7 η κάτω, συνολικής χωρητικότητας 5.000 θεατών. Η πεταλοειδής ορχήστρα πλαισιώνεται από αποχετευτικό αγωγό, ενώ το πλακόστρωτο δάπεδό της και το θωράκιο, προς την πλευρά του κοίλου, ανήκουν στους ρωμαϊκούς χρόνους. Στους τοίχους των παρόδων είναι εντοιχισμένες απελευθερωτικές επιγραφές, που το κείμενό τους, όμως, έχει χαθεί λόγω της φθοράς που έχει υποστεί η επιφάνεια των λιθοπλίνθων. Από τη σκηνή σώζονται μόνο τα θεμέλια. Φαίνεται ότι χωριζόταν σε δύο μέρη, το προσκήνιο και την κυρίως σκηνή. Τον 1ο αιώνα μ.Χ. η πρόσοψη του προσκηνίου διακοσμήθηκε με ζωφόρο, στην οποία απεικονίζονταν οι άθλοι του Ηρακλή.

Στο θέατρο έχουν γίνει ανασκαφές και εργασίες συντήρησης, αλλά το μνημείο έχει υποστεί αρκετές φθορές και πολλά αρχιτεκτονικά μέλη του (εδώλια και λιθόπλινθοι παρόδων) βρίσκονται ακόμη διάσπαρτα σε ολόκληρο το χώρο. Επί πλέον, το κοίλο παρουσιάζει φαινόμενα καθιζήσεων, ενώ έντονο είναι και το φαινόμενο των επιφανειακών απολεπίσεων και ρηγματώσεων των λίθων, που οδηγούν σε απώλεια μεγαλύτερων τμημάτων του ασβεστολιθικού υλικού.

ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ
Το μονοπάτι που οδηγούσε από την είσοδο του τεμένους του Απόλλωνα μέχρι το βωμό των Χιωτών και τον επιβλητικό ναό, ονομαζόταν Ιερά οδός. Ήταν ο βασικός ιστός του τεμένους και είχε πομπικό-τελετουργικό χαρακτήρα, αφού διευκόλυνε την κίνηση των προσκυνητών και των επισκεπτών του χώρου. Οι θεοπρόποι, όπως λέγονταν όσοι έρχονταν στους Δελφούς για να ζητήσουν χρησμό, ακολουθούσαν την Ιερά οδό την 9η κάθε μήνα, για να πάρουν σειρά προτεραιότητας για τη «μαντεία» της Πυθίας, αφού προηγουμένως θυσίαζαν στο μεγάλο βωμό, που βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο της οδού. Εξαίρεση αποτελούσαν οι πολίτες των πόλεων, αλλά και ορισμένοι επιφανείς ιδιώτες, που είχαν λάβει την «προμαντεία», δηλαδή το δικαίωμα παράκαμψης της σειράς προτεραιότητας για τη λήψη της μαντείας, όπως οι Κορίνθιοι, οι Ναξιώτες, οι Χιώτες, οι Θηβαίοι και ο Μακεδόνας βασιλιάς Φίλιππος Β’.

Η πρώτη φάση της Ιεράς οδού τοποθετείται στα αρχαϊκά χρόνια. Το οδόστρωμα που βλέπουμε σήμερα χρονολογείται στη πρωτοβυζαντινή εποχή και εξυπηρετούσε τις ανάγκες του οικισμού που ιδρύθηκε τότε στη θέση του αρχαίου τεμένους. Στο οδόστρωμα αυτό είναι ενσωματωμένα αρχιτεκτονικά μέλη παλαιότερων κτισμάτων. Τον ίδιο δρόμο, που έχει κατάλληλα συντηρηθεί, ακολουθούν και σήμερα οι επισκέπτες του αρχαιολογικού χώρου.

Η Ιερά οδός ήταν ανηφορική και διέσχιζε το τέμενος οφιοειδώς, σε μήκος περίπου 200 μέτρων, φθάνοντας ως το κέντρο του, μπροστά από το μνημειώδη βωμό. Πλαισιωνόταν από αγάλματα, εξέδρες και Θησαυρούς, όπως λέγονταν τα κτίρια όπου τοποθετούνταν τα αφιερώματα των πόλεων. Τα μνημεία αυτά ήταν συνήθως αναμνηστικά κάποιου σημαντικού γεγονότος: μιας πολιτικής συμμαχίας, μιας σημαντικής νίκης στους αθλητικούς αγώνες των Δελφών, μιας νικηφόρας μάχης εναντίον ξένων ή Ελλήνων, όπως το ανάθημα των Αθηναίων για τη μάχη του Μαραθώνα. Υπήρχαν, όμως, και αρκετά που είχαν αφιερωθεί μόνο για να ευχαριστήσουν τον Απόλλωνα για το χρησμό ή για την εύνοιά του απέναντι σε όλη την πόλη, σε μία οικογένεια ή σ’ έναν επιφανή ιδιώτη. Στο πρώτο μέρος της οδού ήταν στημένα τα γλυπτά αναθήματα και στο δεύτερο, μεγαλύτερο, δέσποζαν κυρίως οι Θησαυροί των ελληνικών πόλεων-κρατών, ενώ στο τελευταίο τμήμα, μπροστά από το ναό και το βωμό, είχαν στηθεί σπουδαία αναθήματα πλούσιων ιδιωτών ή πόλεων-κρατών, καθώς και το μνημείο που πρόσφεραν όλοι οι Έλληνες μετά τη νίκη τους στις Πλαταιές.

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ
Στην απότομη κατωφέρεια του εδάφους, που σχηματίζεται ανάμεσα στην Κασταλία κρήνη και στο ναό της Αθηνάς Προναίας, σώζονται τα ερείπια του γυμνασίου των Δελφών. Πρόκειται για ένα από τα πληρέστερα συγκροτήματα της αρχαιότητας, που περιλάμβανε το γυμνάσιο, την παλαίστρα και εγκαταστάσεις λουτρών. Η οικοδόμησή του ανάγεται στον 4ο αιώνα π.Χ., αλλά δέχθηκε διάφορες μετατροπές και επισκευές στη διάρκεια των αιώνων και η χρήση του συνεχίσθηκε μέχρι και τα ρωμαϊκά χρόνια, όταν προστέθηκαν τα θερμά λουτρά. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για την προπόνηση των αθλητών. Στο γυμνάσιο γινόταν η προπόνηση των ελαφρών αθλημάτων και στην παλαίστρα των βαρέων αθλημάτων, της πάλης, της πυγμής και του παγκρατίου. Αργότερα, στην ελληνιστική εποχή, μετατράπηκε σε χώρο για την πνευματική καλλιέργεια των πολιτών, όπου έδιναν διαλέξεις ρήτορες, σοφιστές, φιλόσοφοι και ποιητές.

Το γυμνάσιο ήταν κτισμένο σε δύο επίπεδα. Το ανώτερο άνδηρο περιλάμβανε τον ξυστό, μία στεγασμένη στοά πλάτους 7 μ. και μήκους 178,35 μ., δηλαδή όσο ένα πυθικό στάδιο. Εδώ ασκούνταν οι αθλητές στο τρέξιμο σε περίπτωση κακοκαιρίας και ονομαζόταν έτσι επειδή έπρεπε να ξύνεται για να ισοπεδώνεται. Πρόσφατες ανασκαφές ανέδειξαν τον ξυστό σε όλο του το μήκος. Αρχικά, στον 4ο αιώνα π.Χ., ήταν δωρικού ρυθμού, κτισμένος από πωρόλιθο, αργότερα, όμως, οι Ρωμαίοι αντικατέστησαν την κιονοστοιχία της πρόσοψης με μία ιωνική, φτιαγμένη από μάρμαρο. Παράλληλα προς τον ξυστό υπήρχε η παραδρομίδα, ένας ισοπεδωμένος υπαίθριος διάδρομος πλάτους 6 μ., για άσκηση στους αγώνες δρόμου.

Στο κατώτερο άνδηρο βρισκόταν η παλαίστρα, που περιλάμβανε μία τετράγωνη κεντρική αυλή με στοές ολόγυρα, χωρισμένες σε δωμάτια. Οι επιγραφές μάς πληροφορούν για τη χρήση αυτών των δωματίων ως σφαιριστήριο, αποδυτήριο, κόνιμα, πιθανώς κι ένα ιερό του Ερμή ή του Ηρακλή. Στην αυλή γινόταν η εξάσκηση στην πάλη ή στην πυγμαχία. Δυτικά της παλαίστρας διατηρείται ακόμη και σήμερα κυκλική πισίνα, διαμέτρου 10 μ. και βάθους 1,80 μ., που αποτελεί βασικό στοιχείο του ελληνικού λουτρού. Πίσω της, μια σειρά από κρουνούς τροφοδοτούσαν, με νερό από την Κασταλία πηγή, 10 λίθινες λεκανίδες, που συγκοινωνούσαν μεταξύ τους και ήταν οι λουτήρες των αθλητών. Ακόμη πιο δυτικά κτίστηκε το 120 μ.Χ. βαλανείο ή ρωμαϊκές θέρμες, για ζεστά λουτρά.

Λίγους αιώνες αργότερα την περιοχή του γυμνασίου κατέλαβε ένα βυζαντινό μοναστήρι. Το καθολικό του, που είχε οικοδομηθεί επάνω από την παλαίστρα, κατεδαφίστηκε το 1898, για να γίνουν οι ανασκαφές. Μάλιστα, σ’ έναν από τους κλασικούς κίονες, που είχε ξαναχρησιμοποιηθεί στο μοναστήρι, χάραξε το όνομά του ο λόρδος Βύρων, όταν επισκέφθηκε τους Δελφούς.

ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΚΡΗΝΗ
Η Κασταλία αποτελούσε την ιερή πηγή των Δελφών και το νερό της διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στη λατρεία και στη λειτουργία του τεμένους και του μαντείου. Εκεί πλενόταν η Πυθία, οι ιερείς και το προσωπικό του ναού, ενώ με το νερό της καθάριζαν και το ναό του Απόλλωνα. Εκεί έπρεπε υποχρεωτικά να πλυθούν και οι θεοπρόποι (όσοι θα ζητούσαν χρησμό), για να εξαγνισθούν. Η Κασταλία πηγή βρίσκεται στη χαράδρα των Φαιδριάδων, στη ρίζα του βράχου που σήμερα ονομάζεται Φλεμπούκος και στην αρχαιότητα λεγόταν Υάμπεια. Από εκεί το ρέμα ξεχύνεται στην κοιλάδα του Πλειστού σαν χείμαρρος, το σημερινό Αρκουδόρεμα, όπου, σύμφωνα με το μύθο, ήταν η φωλιά του Πύθωνα. Το νερό της Κασταλίας πηγής έφθανε μέσω ενός αγωγού στην ομώνυμη κρήνη, που βρίσκεται ανάμεσα στο τέμενος του Απόλλωνα και στο αρχαίο γυμνάσιο των Δελφών.

Η πρώτη κρήνη διαμορφώθηκε γύρω στο 600-590 π.Χ., κοντά στον αρχαίο δρόμο και είναι αυτή που βλέπουμε σήμερα δίπλα στο σύγχρονο δημόσιο δρόμο. Η Κάτω Κασταλία, όπως ονομάζεται, είναι ένα ορθογώνιο κτίσμα διαστάσεων 8,20Χ6,64 μ., που περιλαμβάνει μία ορθογώνια κτιστή λεκάνη, με σύστημα αγωγών και κρουνών. Μπροστά της απλώνεται πλακόστρωτη αυλή με λίθινους πάγκους, στην οποία οδηγούσε μία σκάλα με 3-4 σκαλοπάτια. Το νερό έφθανε από την πηγή με αγωγό, που είχε λαξευτεί κάτω από την επιφάνεια του εδάφους με ιδιαίτερη επιμέλεια. Στους επόμενους αιώνες, μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια, η κρήνη αναμορφώθηκε και επισκευάσθηκε αρκετές φορές, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες. Η νεότερη μορφή της, η Κασταλία του βράχου, χρονολογείται στον 1ο αιώνα π.Χ. και είναι αυτή που είδε και περιέγραψε ο περιηγητής Παυσανίας. Βρίσκεται περίπου 50 μ. ψηλότερα από την αρχαϊκή και πιο κοντά στην πηγή. Για την κατασκευή της χρειάσθηκε να λειανθεί ο βράχος σε πλάτος περισσότερο από 11 μ. και ύψος 12,50 μ. Εκεί δημιουργήθηκαν κόγχες, όπου τοποθετούνταν αναθήματα των πιστών για τη νύμφη Κασταλία. Η μεγαλύτερη από αυτές, στα δεξιά, μετατράπηκε σε εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Κάτω από τις κόγχες λαξεύτηκε στο βράχο μία στενόμακρη λεκάνη μήκους 10 μ. και πλάτους 0,50 μ., στην οποία έφθανε το νερό της πηγής με κλειστό αγωγό. Η λεκάνη ήταν σκεπαστή και η μία άκρη της άνοιγε, για να μπορεί να καθαρίζεται. Στην πρόσοψη της κρήνης υπήρχαν 7 χάλκινοι κρουνοί, που χωρίζονταν με 7 πεσσούς σκαλισμένους στο βράχο. Μπροστά από την κρήνη υπήρχε πλακόστρωτη αυλή, στην οποία κατέβαινε κανείς με 8 σκαλοπάτια, και στις τρεις πλευρές της υπήρχαν λίθινοι πάγκοι. Η νεότερη κρήνη ανασκάφηκε το 1878 από τους Σ. Δραγάτση και Ε. Καστόρχη, ενώ η αρχαϊκή το 1960 από τον Α. Ορλάνδο. Και στα δύο μνημεία έχουν γίνει κατά καιρούς εργασίες συντήρησης και αναστήλωσης.

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΣΤΑΔΙΟ
Το αρχαίο στάδιο των Δελφών είναι από τα καλύτερα διατηρημένα μνημεία του είδους. Βρίσκεται ΒΔ του θεάτρου, στο ψηλότερο σημείο πάνω από το ιερό του Απόλλωνα και την πόλη των Δελφών. Όπως και στην αρχαιότητα, στην είσοδό του οδηγεί και σήμερα ένα ανηφορικό μονοπάτι, που ξεκινά από την αριστερή πάροδο του θεάτρου. Το στάδιο είναι στενά δεμένο με την ιστορία των πανελλήνιων Πυθικών αγώνων, αφού εδώ διεξάγονταν τα αθλητικά αγωνίσματα. Η αρχική διαμόρφωσή του χρονολογείται στον 5ο αιώνα π.Χ., όπως μαρτυρεί η επιγραφή που βρέθηκε εντοιχισμένη στο νότιο αναλημματικό τοίχο του. Στην πρώιμη μορφή του φανταζόμαστε τους θεατές καθισμένους στο έδαφος ή σε ξύλινα ικρία. Μνημειώδη λίθινα εδώλια απέκτησε μόλις το 2ο αιώνα μ.Χ., χάρη σε δωρεά του Ηρώδη Αττικού, πλούσιου Αθηναίου σοφιστή, που παρήγγειλε για την κατασκευή τους ασβεστόλιθο Παρνασσού (όχι λευκό μάρμαρο, όπως αναφέρει ο Παυσανίας). Τότε διαμορφώθηκε και η μνημειώδης τοξωτή θριαμβική είσοδος, η μοναδική σε αρχαίο στάδιο στην Ελλάδα.

Το στάδιο είναι κατασκευασμένο στη φυσική πλαγιά. Η βόρεια πλευρά του είναι φυσικά διαμορφωμένη, ενώ η νότια σχηματιζόταν με τεχνητή επίχωση, την οποία συγκρατούσε αναλημματικός τοίχος. Η είσοδός του βρίσκεται στην ανατολική πλευρά και σχηματίζεται με τριπλό τόξο στηριγμένο σε 4 πεσσούς, από τους οποίους οι δύο κεντρικοί είχαν κόγχες για την τοποθέτηση αγαλμάτων. Κάτω από τα θριαμβικά αυτά τόξα περνούσαν υπό πανηγυρικές επευφημίες οι κριτές των αγώνων και οι αθλητές, καθώς έμπαιναν στο στάδιο. Πίσω από την είσοδο, πάνω στο βράχο, έχει λαξευτεί εξέδρα με 5 σκαλοπάτια, που ανήκει σε παλαιότερη διαμόρφωση του σταδίου, ενώ διακρίνονται και τα ερείπια μίας κρήνης. Το μήκος του στίβου ισοδυναμεί με ένα ρωμαϊκό στάδιο, δηλαδή 177,55 μ., ενώ το πλάτος του είναι 25,50 μ. Τις άκρες του στίβου διασχίζουν η γραμμή εκκίνησης («άφεση») και το τέρμα, που αποτελούνται από πλάκες με βαθύνσεις, κατάλληλες για την τοποθέτηση των ποδιών των αθλητών και για την ένθεση ξύλινων πασσάλων μεταξύ των συμμετεχόντων στα αγωνίσματα δρόμου. Το στάδιο έχει σχήμα φουρκέτας: δύο παράλληλες ζώνες εδράνων, χωρισμένες σε κερκίδες, συναντώνται σε ημικύκλιο («σφενδόνη»), στο δυτικό άκρο. Τα έδρανα στηρίζονται πάνω σε πόδιο ύψους 1,30 μ. Τα εδώλια της βόρειας πλευράς διακόπτει ένας πάγκος με ερεισίνωτο, όπου κάθονταν οι κριτές. Τα έδρανα αυτής της πλευράς, προς το πρανές, εκτείνονται σε 12 σειρές, ενώ της νότιας πλευράς μόνο σε 6 σειρές, λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους. Τα έδρανα διέκοπταν κατά διαστήματα σκάλες, που διευκόλυναν την κυκλοφορία των θεατών. Υπολογίζεται ότι σε αυτή τη μορφή του το στάδιο είχε χωρητικότητα 5.000 θεατών. Στο μνημείο έχουν γίνει έργα συντήρησης και αναστήλωσης, ωστόσο, μεγάλο τμήμα του νότιου αναλημματικού τοίχου έχει καταρρεύσει και χρειάζεται αναστήλωση, εφόσον τα δομικά του μέλη σώζονται κατά χώρα.

ΘΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΠΡΟΝΑΙΑΣ
Η Θόλος είναι, ίσως, το πιο χαρακτηριστικό μνημείο των Δελφών, που δεσπόζει στο τέμενος της Αθηνάς Προναίας ανάμεσα στο νεότερο ναό της Αθηνάς και στο Θησαυρό των Μασσαλιωτών. Πρόκειται για αριστούργημα της κλασικής αρχιτεκτονικής, του οποίου, όμως, αγνοούμε τη χρήση. Έχει συσχετιστεί με χθόνια λατρεία, αλλά ο περιηγητής Παυσανίας, που είδε τα ερείπιά του το 2ο αιώνα μ.Χ., δεν το μνημονεύει ως ναό. Το εντυπωσιακό κυκλικό κτίριο χρονολογείται στο 380 π.Χ. Όπως μαθαίνουμε από το Βιτρούβιο, υπεύθυνος αρχιτέκτονας για την κατασκευή της Θόλου ήταν ο Θεόδωρος από τη Φώκαια ή τη Φωκίδα, που, μάλιστα, είχε γράψει και βιβλίο για τον τρόπο οικοδόμησής της.

Η Θόλος συνθέτει σχεδόν όλους τους ρυθμούς του κλασικού αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Οι 20 κίονες του εξωτερικού περιστυλίου είναι δωρικοί και επιστέφονται από ζωφόρο με ανάγλυφες μετόπες που κοσμούνταν με παραστάσεις από την Αμαζονομαχία και την Κενταυρομαχία. Ο κυκλικός σηκός με συμπαγείς τοίχους επίσης επιστέφεται από δωρική ζωφόρο με τρίγλυφα και ανάγλυφες μετόπες μικρότερου μεγέθους, ενώ στο εσωτερικό του στέκονταν 10 ημικίονες κορινθιακού ρυθμού. Όλο το κτίριο στηρίζεται σε κρηπίδωμα με 3 χαμηλές βαθμίδες. Για την ανωδομή του μνημείου χρησιμοποιήθηκε συνδυασμός υλικών, που είχε ως αποτέλεσμα την πολυχρωμία: παριανό και πεντελικό μάρμαρο, καθώς και σκούρος γαλάζιος ελευσίνιος ασβεστόλιθος για τον τονισμό δομικών λεπτομερειών, στον τοιχοβάτη και στο δάπεδο. Η οροφή ήταν επίσης μαρμάρινη και από τη διακόσμησή της έχουν σωθεί ορισμένα ρομβοειδή φατνώματα.

Προβληματική είναι αποκατάσταση της στέγης, ιδίως μετά την αποκάλυψη δύο σειρών από σίμες. Η πιο πρόσφατη θεωρία αποκαθιστά κωνική στέγη, σε σχήμα κινέζικου καπέλου. Η στέγη ήταν και αυτή κοσμημένη με ακρωτήρια σε μορφή γυναικών, σε στάση σχεδόν χορευτική. Τα ανάγλυφα, όμως, απολαξεύτηκαν από τους Χριστιανούς στα μεταγενέστερα χρόνια. Η Θόλος αναστηλώθηκε μερικώς το 1938, ενώ αρχιτεκτονικά μέλη και, κυρίως, τα σωζόμενα τμήματα από το γλυπτό διάκοσμό της έχουν συντηρηθεί και εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών.
ΑΝΑΘΗΜΑ ΔΑΟΧΟΥ
Το ανάθημα του Δαόχου ήταν από τα πιο πλούσια και εντυπωσιακά αφιερώματα ιδιωτών στο τέμενος των Δελφών. Βρισκόταν στην περιοχή ΒΑ του ναού του Απόλλωνα, πάνω σε στενόμακρο λίθινο βάθρο, εκεί όπου είχαν τοποθετηθεί και άλλα αναθήματα, των Αιτωλών, των Φωκέων και των Δεινομενιδών. Αναθέτης του μνημείου ήταν ο Δάοχος Β’, από τα Φάρσαλα, τετράρχης της Θεσσαλίας και ιερομνήμων, δηλαδή αντιπρόσωπος της πατρίδας του στη Δελφική Αμφικτιονία, από το 339 ως το 334 π.Χ. Φαίνεται, ότι με αφορμή αυτή τη σχέση του με το τέμενος, ο Δάοχος θέλησε να τιμήσει την οικογένειά του, μέλη της οποίας ήταν λαμπροί αθλητές που είχαν κερδίσει και στους αγώνες των Δελφών. Το μνημείο πρέπει να αφιερώθηκε γύρω στο 337 π.Χ., δηλαδή σε μία περίοδο κατά την οποία συνεχώς αυξανόταν η επιρροή του Φιλίππου Β’, βασιλιά της Μακεδονίας, στη Δελφική Αμφικτιονία, αλλά και στη Θεσσαλία, πατρίδα του Δαόχου. Μάλιστα, ο Δάοχος είχε προσωπικούς δεσμούς με το Μακεδόνα βασιλιά. Το έργο αποδίδεται στον περίφημο γλύπτη Λύσιππο ή στη σχολή του.
 
Πρόκειται για γλυπτό σύνταγμα, που αποτελείται από ένα μεγάλο βάθρο, πάνω στο οποίο στέκονταν στη σειρά 9 μαρμάρινα αγάλματα. Η ταύτιση του μνημείου μπορεί να γίνει με βεβαιότητα χάρη στις επιγραφές που συνοδεύουν τις μορφές και αναφέρουν τα ονόματα και τα σημαντικά κατορθώματα της κάθε μιας. Στο δεξιό άκρο υπήρχε το άγαλμα του θεού Απόλλωνα, καθισμένου πάνω σε ομφαλό, και αριστερά του 6 αγάλματα προγόνων του Δαόχου: πρώτος στη σειρά ο γενάρχης Ακνόνιος, που παρουσιάζει την οικογένεια στο θεό, και στη συνέχεια οι γιοι του, ο Αγίας, σπουδαίος αθλητής του παγκρατίου, που είχε νικήσει πολλές φορές σε πανελλήνιους αγώνες, ο παλαιστής Τηλέμαχος και ο δρομέας Αγέλαος. Σύμφωνα με την επιγραφή και τα τρία αδέλφια κατόρθωσαν να νικήσουν ο καθένας στο άθλημά του στους Πυθικούς αγώνες της ίδιας χρονιάς. Ακολουθεί ο Δάοχος Α’, που ήταν γιος του Αγία, και ο γιος του, Σίσυφος Α’, ο πατέρας του αναθέτη, που σύμφωνα με την επιγραφή είχε διακριθεί για τη στρατιωτική του δράση. Ακολουθεί το άγαλμα του ίδιου του Δαόχου Β’ και αυτό του γιου του, Σίσυφου Β’. Το μνημείο διατηρείται ακέραιο στο μεγαλύτερο μέρος του. Τα σωζόμενα αγάλματα εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών, πάνω στην κοινή τους βάση, που μεταφέρθηκε από το χώρο όπου ήταν τοποθετημένο το σύνταγμα στην αρχαιότητα.

ΛΕΣΧΗ ΚΝΙΔΙΩΝ
Ένα από τα σημαντικά μνημεία του αρχαιολογικού χώρου των Δελφών, όχι τόσο για την αρχιτεκτονική κατασκευή, όσο για τον πλούσιο ζωγραφικό διάκοσμο αποτελούσε η λέσχη των Κνιδίων. Ήταν ένα οικοδόμημα που αφιέρωσε ο δήμος των Κνιδίων στον Απόλλωνα. Η Κνίδος ήταν μια από τις σημαντικές πόλεις των μικρασιατικών παράλιων με σημαντική ιστορία (αποικίες στη Σικελία και τη Ναύκρατη της Αιγύπτου) και ανέπτυξε σπουδαίο πολιτισμό. Βρισκόταν στα νότια παράλια της Μ. Ασίας, στη χερσόνησο απέναντι από τα νησιά Κως και Νίσυρος, και διέθετε σημαντική ιατρική σχολή. Οι Κνίδιοι είχαν ιδιαίτερες σχέσεις με το τέμενος του Απόλλωνα στους Δελφούς. Στη διάρκεια των Περσικών πολέμων, η Κνίδος ήταν μια από τις μικρασιατικές πόλεις που δέχτηκαν την επίθεση των Περσών. Οι Κνίδιοι προσπάθησαν να αμυνθούν, δημιουργώντας μια τάφρο και απομονώνοντας τη χερσόνησο από την ενδοχώρα. Ωστόσο, κατά την κατασκευή της τάφρου πολλοί Κνίδιοι τραυματίστηκαν και αποφάσισαν να στείλουν απεσταλμένους στο Μαντείο των Δελφών για να ζητήσουν τη συμβουλή του Απόλλωνα. Η απάντηση του Απόλλωνα ήταν αρνητική, καθώς τους έλεγε ότι ο Δίας δεν ενέκρινε το έργο της τάφρου και για το λόγο αυτό σταμάτησαν τις εργασίες και εναπόθεσαν όλες τους τις ελπίδες στη βοήθεια του Απόλλωνα. Όταν αργότερα οι Κνίδιοι βοήθησαν τον Κίμωνα στη μεγάλη νίκη κατά των Περσών στον Ευρυμέδοντα ποταμό (468 π.Χ.), ο Απόλλωνας είχε εκπληρώσει την υπόσχεσή του.

Η λέσχη αφιερώθηκε στο τέμενος μέσα στο πρώτο μισό του 5ου αιώνα, λίγα χρόνια μετά τους Περσικούς πολέμους. Τα ερείπια της λέσχης, ορθογώνιου κτιρίου με πρόσοψη 19 περίπου μ. και πλάτος 9,5 μ., εντοπίστηκαν σε επαφή σχεδόν με τον περίβολο που ορίζει το χώρο του τεμένους του Απόλλωνα, στη ΒΑ άκρη του. Η λέσχη χρησιμοποιείτο για συναθροίσεις, συζητήσεις και ξεκούραση, αλλά πιθανόν και για άθληση, επειδή ο κεντρικός χώρος ανάμεσα στις κιονοστοιχίες ήταν αστέγαστος. Πρόκειται για ένα ορθογώνιο κτίριο με δύο σειρές 4 κιόνων στο εσωτερικό του που, μάλλον, ήταν ξύλινοι με λίθινες βάσεις. Για τη στήριξη του κτιρίου, λόγω του κατηφορικού εδάφους, κατασκευάστηκε αναλημματικός τοίχος στον οποίο σώζεται η αναθηματική επιγραφή «ΚΝΙΔΙΩΝ Ο ΔΑΜΟΣ ΤΟ ΑΝΑΛΑΜΜΑ ΑΠΟΛΛΩΝΙ» και τιμητικές επιγραφές για Κνιδίους. Η πλαγιά στην οποία είχε χτιστεί το κτίριο της λέσχης διαμορφώθηκε αργότερα σε έναν ισόπεδο χώρο μπροστά της. Η κατασκευή αυτή, αφιέρωμα κι η ίδια των Κνιδίων, εξομάλυνε την πλαγιά και διευκόλυνε την πρόσβαση προς αυτή.

Η λέσχη ήταν περίφημη για τον πλούσιο ζωγραφικό της διάκοσμο που σύμφωνα με τον Παυσανία (Χ,25,1-31,12) φιλοτέχνησε ένας από τους πιο σημαντικούς ζωγράφους της αρχαιότητας, ο περίφημος Θάσιος ζωγράφος Πολύγνωτος, γύρω στο 475-460 π.Χ. Οι ζωγραφικές συνθέσεις ήταν πολυπρόσωπες και αφηγούνταν διάφορα επεισόδια γύρω από δύο θεματικούς άξονες, την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη (Νέκυια) και την Άλωση της Τροίας (Ιλίου Πέρσιν). Ο περιηγητής Παυσανίας, τον 2ο αιώνα μ.Χ., δηλαδή 600 χρόνια μετά, τις θαύμασε και μας τις περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες στο έργο του.
-------------------------------------
Παραπομπές
[1] Ιλιάδα Ραψωδία Β στίχοι 517-520: «Αὐτὰρ Φωκήων Σχεδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρχον υἷες Ἰφίτου μεγαθύμου Ναυβολίδαο, οἳ Κυπάρισσον ἔχον Πυθῶνά τε πετρήεσσαν Κρῖσάν τε ζαθέην καὶ Δαυλίδα καὶ Πανοπῆα, οἵ τα’ Ἀνεμώρειαν καὶ Ὑάμπολιν ἀμφενέμοντο, οἵ τα’ ἄρα πὰρ ποταμὸν Κηφισὸν δῖον ἔναιον, οἵ τε Λίλαιαν ἔχον πηγῇς ἔπι Κηφισοῖο».
[2] Ηρόδοτος 8.39: «τούτους δὲ τοὺς δύο Δελφοὶ λέγουσι εἶναι ἐπιχωρίους ἥρωας, Φύλακόν τε καὶ Αὐτόνοον, τῶν τὰ τεμένεα ἐστὶ περὶ τὸ ἱρόν, Φυλάκου μὲν παρ’ αὐτὴν τὴν ὁδὸν κατύπερθε τοῦ ἱροῦ τῆς Προναίης, Αὐτονόου δὲ πέλας τῆς Κασταλίης ὑπὸ τῇ Ὑαμπείῃ κορυφῇ. οἱ δὲ πεσόντες ἀπὸ τοῦ Παρνησοῦ λίθοι ἔτι καὶ ἐς ἡμέας ἦσαν σόοι, ἐν τῷ τεμένεϊ τῆς Προναίης Ἀθηναίης κείμενοι, ἐς τὸ ἐνέσκηψαν διὰ τῶν βαρβάρων φερόμενοι. τούτων μέν νυν τῶν ἀνδρῶν αὕτη ἀπὸ τοῦ ἱροῦ ἀπαλλαγὴ γίνεται».

H ακτινοβολία του Mαντείου των Δελφών

Ο ρόλος του Δελφικού Μαντείου στον αρχαίο κόσμο ήταν πολυδιάστατος. Από το τέλος του 9ου αι. π.Χ. τουλάχιστον, που εμφανίζονται οι πρώτες ενδείξεις της λατρείας του Απόλλωνος στους Δελφούς και της έναρξης της μαντικής διαδικασίας, μέχρι τον 4ο αι. μ.Χ., που δόθηκε ο πολύ γνωστός, τελευταίος, συμβολικός ψευδοχρησμός στον αυτοκράτορα Ιουλιανό, για περισσότερο δηλαδή από 1.200 χρόνια, το δελφικό μαντείο εξέδιδε χρησμούς και σε ιδιώτες και σε πόλεις-κράτη, επηρεάζοντας, όσο κανένας άλλος θεσμός, ολόκληρη τη μικρή και τη μεγάλη αρχαία ελληνική ιστορία.
Η μεγάλη σημασία του μαντείου στον αρχαίο κόσμο μπορεί να γίνει κατανοητή από το γεγονός ότι από τους 615 δελφικούς χρησμούς που μας έχουν διασωθεί, οι 73, δηλαδή ποσοστό 12%, αναφέρονται στην ίδρυση αποικιών, οι 130, δηλαδή 21%, είναι πολιτικού περιεχομένου και οι 185, δηλαδή 31%, είναι δημόσιου θρησκευτικού περιεχομένου. Από το σύνολο των χρησμών, οι 388, δηλαδή το 64%, αφορούσαν θέματα άμεσα σχετιζόμενα με την πορεία της αρχαίας ελληνικής ιστορίας.
Φυσικά, η επιρροή επίκοιλλε από εποχή σε εποχή. Αρχικά, η ακτινοβολία ήταν περιορισμένη. Η μαντική λατρεία θα πρέπει να προϋπήρχε πριν ακόμη και από την «έλευση» του Απόλλωνος, και ίσως αυτό να υπήρξε η αφορμή για την οποία ο συγκεκριμένος θεός «εγκαταστάθηκε» στους Δελφούς. Η μαντική διαδικασία ελάμβανε χώρα μέσα σε κάποιο σπήλαιο (άντρον), είχε λαϊκό χαρακτήρα και δεν είχε τεθεί ακόμα υπό τον έλεγχο κάποιας κρατικής εξουσίας. Πάντως, έχουν βρεθεί πρώιμα αναθήματα στο ιερό, τα οποία, εκτός από την κυρίως Ελλάδα, προέρχονται και από πιο μακρινές περιοχές, όπως, π.χ., από την Κρήτη και την Κύπρο, και αποτελούν ενδείξεις για πρώιμη διασπορά της φήμης του μαντείου.

Μαντεία και αποικισμός

Η φήμη του μαντείου αναπτύχθηκε σημαντικά με τον ρόλο που έπαιξε κατά τον μεγάλο ελληνικό αποικισμό. Ήδη από τα μέσα του 8ου αι. η κατάκτηση των θαλάσσιων δρόμων, το εμπόριο, αλλά κυρίως τα μεγάλα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν στις ελληνικές πόλεις μεταξύ αντιμαχόμενων αριστοκρατικών γενών, οδήγησαν στη δημιουργία αποικιών στα παράλια όλης της Μεσογείου. Για τον αποικισμό αυτόν και συγκεκριμένα για τις περιοχές που κατευθύνονταν οι άποικοι, για τους αρχηγούς της κάθε αποστολής, για τις πιθανότητες επιτυχίας του εγχειρήματος κ.ά. πάντα ρωτούσαν το μαντείο, η συμβολή του οποίου υπήρξε καθοριστική.
Βέβαια η άποψη ότι το μαντείο είχε γνώση της κατάστασης ακόμα και μακρινών περιοχών σε όλη τη Μεσόγειο και μπορούσε έτσι να κατευθύνει το κύμα του αποικισμού δεν γίνεται πλέον δεκτή από την έρευνα. Σήμερα πιστεύεται ότι όλη την προεργασία για την αποστολή μιας αποικίας την είχαν κάνει οι ίδιες οι ενδιαφερόμενες πόλεις-κράτη και είχαν θέσει τα στοιχεία αυτά εκ των προτέρων στη διάθεση των ιερέων. Με τον τρόπο αυτόν ο χρησμός ετίθετο υπό τη σκέπη του Απόλλωνος και, φυσικά, η απόφαση που κάλυπτε το θεϊκό κύρος γινόταν ευκολότερα δεκτή από όλους, βουλόμενους και μη. Eτσι, οι Δελφοί όχι μόνο έδωσαν διέξοδο στις ασφυκτικές πολιτικοκοινωνικές συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί στην κυρίως Ελλάδα, αλλά δημιούργησαν και σημαντικούς δεσμούς με τις νέες αποικίες, αποτελώντας πόλο μεγάλης επιρροής σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο.

Μαντείο και διεθνείς σχέσεις

Κατά τον 7ο και 6ο π.Χ. αι., οπότε λαμβάνει χώρα η μεγαλύτερη οικονομική, κοινωνική και πολιτική ανάπτυξη των ελληνικών πόλεων-κρατών, συνεχίζεται και εξελίσσεται ακόμη περισσότερο ο ρόλος των Δελφών και του μαντείου. Οι πληροφορίες του Ηροδότου για χρησμούς που δόθηκαν σε βασιλείς μη ελληνικών περιοχών, όπως ο Μίδας της Φρυγίας, ο Γύγης και ο Κροίσος της Λυδίας και ο Άμασις της Αιγύπτου, δείχνουν διεύρυνση της ακτινοβολίας του μαντείου σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Παρόλο δε που η αυθεντικότητα των συγκεκριμένων χρησμών έχει πολλαπλώς αμφισβητηθεί, η προσφορά πολύτιμων αναθημάτων των ηγεμόνων αυτών στους Δελφούς υποδηλώνει τουλάχιστον προσπάθεια προσεταιρισμού της θετικής γνώμης του μαντείου, αλλά και όλων των Ελλήνων στα πολιτικά τους σχέδια.
Η σύνδεση του ιερού με την αμφικτιονία των πόλεων της Θεσσαλίας και της Στερεάς Ελλάδος, που έγινε τον 7ο ή τον 6ο αι. π.Χ., έδωσε τη δυνατότητα στους Δελφούς να αναδειχθούν και σε πανελλήνιο πολιτικό κέντρο. Έτσι, πολύ συχνά οι αντιμαχόμενοι κατέφευγαν στην Πυθία για την επίλυση των διαφορών τους, δίνοντας τη δυνατότητα στο μαντείο να παρεμβαίνει ως διαιτητής σε πολλές διαμάχες μεταξύ των πόλεων-κρατών, φαινόμενο που απαντάται για πρώτη φορά στην ιστορία του πολιτισμού. Επίσης, συχνά ρωτούσαν αν έπρεπε να ξεκινήσουν κάποια εκστρατεία, αν ήταν καλύτερο να συνάψουν ειρήνη, με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να αποφύγουν τα δεινά ενός πολέμου ή μιας καταστροφικής θεομηνίας. Με τον τρόπο αυτόν το μαντείο κατόρθωσε να παίζει σπουδαίο ρόλο στην πολιτική σκηνή της αρχαίας Ελλάδος, κυρίως από τον 6ο έως τον 4ο αι. π.Χ.

Μαντείο και εσωτερική πολιτική

Κρίνοντας από τον μεγάλο αριθμό των χρησμών θρησκευτικού περιεχομένου, αντιλαμβανόμαστε πως ένας συνήθης τρόπος παρέμβασης του μαντείου σε εσωτερικά θέματα των πόλεων-κρατών ήταν και οι αποφάσεις που σχετίζονταν με την εγκαθίδρυση νέων λατρειών. Τις πολλές σχετικές ερωτήσεις προς την Πυθία τις προκαλούσαν συνήθως διάφορα καταστροφικά συμβάντα, όπως επιδημίες, ανομβρία, κακές χρονιές για σπαρτά και ζώα κ.λπ. Ο Απόλλων συμβούλευε τότε ποιους θεούς ή ήρωες να τιμήσουν, ποια παλιά ξεχασμένη λατρεία να επαναφέρουν, σε ποιον να απευθυνθούν για να τους καθάρει από το μίασμα που προκάλεσε το κακό.
Σημαντικότερος όμως υπήρξε ο ρόλος των μαντείων στη διαμόρφωση και εξέλιξη της νομοθεσίας και των πολιτευμάτων στις αρχαίες ελληνικές πόλεις-κράτη, με τη στήριξη που έδωσαν, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, σε καινοτομίες που σταδιακά οδήγησαν στην κατάκτηση της δημοκρατίας. Γνωρίζουμε ότι οι Δελφοί ρωτήθηκαν για την έγκριση της «ρήτρας του Λυκούργου», που έθεσε τις βάσεις του σπαρτιατικού πολιτεύματος, καθώς και για τους νόμους του Σόλωνος, που έφεραν τη συνδιαλλαγή μεταξύ των αντιμαχόμενων πολιτικών ομάδων στην Αθήνα του πρώιμου 6ου αι. π.Χ.
Ακόμη, το μαντείο συνέβαλε ξεκάθαρα στην εγκαθίδρυση της αθηναϊκής δημοκρατίας, προκαλώντας τη σπαρτιατική στρατιωτική συνδρομή προς την πλευρά του Κλεισθένους. Και αμέσως μετά, όταν ο Κλεισθένης προσπάθησε να ανακατανείμει το κοινωνικό σώμα με τη δημιουργία των δέκα νέων αθηναϊκών φυλών, μέτρο που ασφαλώς θα αντιμετώπιζε πολλές αντιδράσεις από την πλευρά των αριστοκρατών, χρησιμοποίησε και πάλι τη βοήθεια του μαντείου: Έστειλε στους Δελφούς κατάλογο με τα ονόματα 50 ή 100 μυθικών Αθηναίων ηρώων, για να διαλέξει η Πυθία δέκα, με τα οποία θα ονοματίζονταν οι νέες φυλές. Η θετική απάντηση του ιερατείου δήλωνε αυτομάτως και την αποδοχή της καινοτομίας από τον θεό, και με τον τρόπο αυτόν περιόριζε δραστικά τις οποιεσδήποτε πιθανές αντιδράσεις από τους θιγόμενους.
Στην ουσία, δηλαδή, οι πολιτικοί δεν ζητούσαν τίποτε άλλο παρά την επιδοκιμασία του Απόλλωνος στις αποφάσεις τους, οι οποίες με τον τρόπο αυτόν ετίθεντο υπό τη θεία σκέπη και είχαν έτσι μεγάλες πιθανότητες να εφαρμοστούν χωρίς ουσιαστικές αντιδράσεις. Το ότι το μαντείο είχε συνήθως θετική στάση απέναντι σε καινοτομικές προτάσεις οφειλόταν κυρίως σε στάθμιση των πολλών και ποικίλων παραγόντων που επηρέαζαν κάθε φορά την απόφασή του. Υπήρχε όμως και ένα άλλο κριτήριο, που, σταθερό πάντοτε, διείπε τις αποφάσεις του μαντείου των Δελφών:

Μαντείο και ηθική διδασκαλία

Μία από τις βασικές αρχές του μαντείου ήταν η σταθερή προσπάθεια να ημερέψει τα ήθη των ανθρώπων, και σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο. Και αυτό ήταν μία από τις σπουδαιότερες εκπολιτιστικές συμβολές του, που σταδιακά οδήγησε στην κατάκτηση από τους αρχαίους Έλληνες του ανθρωπισμού.
Σε προσωπικό επίπεδο, αυτό επετεύχθη με την επίμονη διδασκαλία του μαντείου ότι ο φόνος δεν ήταν ανάγκη να καθαρθεί και πάλι με το αίμα του φονιά αλλά και με άλλους, ηπιότερους και ανθρωπινότερους τρόπους, όπως η θυσία ενός ζώου, η υποβολή του δράστη σε κάποιες καθαρτήριες τελετές κ.λπ. Αν σκεφτούμε ότι οι κρητικές και μανιάτικες βεντέτες επιβίωναν μέχρι πολύ πρόσφατα, μπορούμε εύκολα να συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος αυτής της ηθικής διδασκαλίας των Δελφών σε μια τόσο πρώιμη περίοδο.
Η αντίληψη αυτή για τον κατευνασμό των παθών, τον εξανθρωπισμό των ηθών και τον έλεγχο των βίαιων αντιδράσεων μετεξελίχθηκε σε δογματική αρχή όλης της διδασκαλίας του ιερού και αποτέλεσε θεμελιώδες στοιχείο στις αποφάσεις του. Γι’ αυτό όλοι οι χρησμοί διαπνέονται από ήμερο ανθρώπινο λόγο, που εκφράζει την ηθική απολλώνεια διδασκαλία. Αυτή δηλωνόταν συμπυκνωμένη στα ρητά που ήταν γραμμένα από τον 6ο ήδη αι. στους τοίχους του προνάου του ναού του Απόλλωνος και θεωρήθηκαν εκ των υστέρων ως αποφθέγματα των επτά σοφών. Τα γνωστότερα από αυτά ήταν το «μηδέν άγαν», δηλαδή να μη γίνεται τίποτε καθ’ υπερβολήν, και το «γνώθι σαυτόν», δηλαδή να προσπαθεί ο καθένας να γνωρίζει τον εαυτό του. Με το πρώτο ρητό, συμβούλευε ο θεός ανθρώπους και πολιτείες να θέτουν το μέτρον, δηλαδή τη μετριοπάθεια και τη σωφροσύνη, ως κριτήρια στις αποφάσεις τους, διδάσκοντάς τους να γνωρίζουν τα όρια που δεν πρέπει να υπερβούν στις αποφάσεις της ζωής, γιατί κινδύνευαν να γίνουν υβριστές. Και, φυσικά, ο καλύτερος τρόπος να μαθαίνει κανείς τα όριά του εμπεριέχεται στο δεύτερο ρητό, στην αυτογνωσία, που οδηγεί στη επίγνωση της προσωπικής ευθύνης και στην επιλογή της συνειδητής ζωής.
Στο κεντρικό, επομένως, σημείο της απολλώνειας διδασκαλίας, που εκφράζεται μέσω του μαντείου και των χρησμών, στέκονται δύο βασικότατες αντιλήψεις της αρχαίας ελληνικής σοφίας, το μέτρο και η αυτογνωσία, που, όχι τυχαία, αποτελούν ταυτοχρόνως και δύο από τις θεμελιώδεις αρχές σε όλη την πορεία του ανθρώπινου γένους.
Παρά τις πολυετείς έρευνες και τις χιλιάδες των σελίδων που έχουν γραφτεί για το θέμα, δεν είναι εύκολο να απαντήσει κανείς ξεκάθαρα για το τι ακριβώς γινόταν στους Δελφούς. Οι απόψεις των ερευνητών κυμαίνονται ανάμεσα σε δύο άκρα: Στο ένα βρίσκονται οι απόλυτοι πραγματιστές, που ισχυρίζονται ότι όλη η διαδικασία δεν ήταν παρά μια καλοστημένη επιχείρηση που εκμεταλλευόταν την άγνοια, την ευπιστία και την προκατάληψη των αρχαίων. Για να ισχύει αυτό, προϋποθέτει την καθολική βλακεία των Ελλήνων, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Χρ. Καρούζος, κάτι το οποίο δεν πιστοποιείται από άλλα φαινόμενα και δράσεις του αρχαίου κόσμου. Στο άλλο άκρο βρίσκονται οι οπαδοί του εσωτερισμού, που πιστεύουν ότι οι Πυθίες ήταν πραγματικά διάμεσα (μέντιουμ), που έχοντας τη δυνατότητα να επικοινωνούν με την «άλλη πλευρά», μπορούσαν και να προβλέπουν κατά κάποιο τρόπο το μέλλον. Η αλήθεια, όπως σε όλα τα πράγματα, θα πρέπει να βρισκόταν κάπου στη μέση. Και αυτήν θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε παρακάτω, αναφέροντας μια σειρά από δεδομένα, που θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όποιος θα ήθελε να προσεγγίσει καλύτερα το φαινόμενο.
Ο αρχαίος κόσμος ζούσε σε μιαν ατμόσφαιρα δεισιδαιμονίας και είχε μεγάλη δίψα, ασχέτως μορφωτικού επιπέδου, για συγκεκριμένη καθοδήγηση είτε στα καθημερινά του προβλήματα είτε στις μεγάλες ιστορικές αποφάσεις. Στην αρχαία ελληνική θρησκεία δεν υπήρχαν ιερές γραφές, όπως, π.χ., η Βίβλος στον ιουδαϊσμό, όπου να είναι εκπεφρασμένη η βούληση του θείου και οι βασικές αρχές της ζωής των ανθρώπων. Οι ιερείς των ολυμπίων θεών δεν έδιναν συμβουλές ούτε άκουγαν εξομολογήσεις. Ήταν μόνον υπεύθυνοι για την τέλεση των θυσιών και των άλλων ιεροτελεστιών. Έτσι, οι πολιτείες ή τα άτομα αναζητούσαν συνεχώς καθοδήγηση από τους θεούς μέσω της μαντικής και, κατά συνέπειαν, τα μαντεία υπήρξαν οι φυσικοί δέκτες της αγωνίας και των ανθρώπων αλλά και των πόλεων – κρατών για βοήθεια.
Η Πυθία, η γυναίκα που αποτελούσε το διάμεσο μεταξύ του θεού και των πιστών, δεν ήταν τυχαία. Θα πρέπει να ήταν ένα υπερευαίσθητο πλάσμα, που είχε τη δυνατότητα να περιπίπτει σε κατάσταση καταληπτικής αλλοτρίωσης, όχι μόνο πιστεύοντας ότι επικοινωνεί με τον θεό αλλά πείθοντας και τους άλλους γι’ αυτό. Πιθανότατα οι πρώτες Πυθίες ή κάποια συγκεκριμένη γυναίκα των Δελφών να είχε το χάρισμα αυτό, γεγονός που δημιούργησε την πρώτη φήμη του μαντείου. άλλωστε, η επιλογή των Πυθιών από το ιερατείο θα πρέπει να σχετιζόταν με την πίστη και την αφοσίωσή τους στη λατρεία του Απόλλωνος, γι’ αυτό και γινόταν μόνο από τη γύρω περιοχή. Ο εκεί πληθυσμός θα πρέπει να διαβιούσε σε ατμόσφαιρα άκρου σεβασμού προς τον θεό. Η βεβαιότητα ότι ο Απόλλων θεωρούσε τη μελλοντική Πυθία εκλεκτή του ασφαλώς θα επηρέαζε την ψυχολογία ορισμένων γυναικών, καλλιεργώντας ένα είδος προδιάθεσης για την κατάκτηση του αξιώματος. Δεν είναι απίθανο ακόμη, για την επιλογή της νέας Πυθίας να ακολουθούσαν μια διαδικασία όπως αυτή που γίνεται για την επιλογή ενός θρησκευτικού ηγέτη, όπως π.χ. του νέου Δαλάι Λάμα στη θιβετιανή θρησκεία. Να επέλεγαν δηλαδή ένα μικρό κορίτσι, που να μεγάλωνε με την αναγκαία θεωρητική και πρακτική διδασκαλία, έτσι ώστε να μπορεί επάξια να αναλάβει υπηρεσία στον ναό, μόλις πέθαινε η προηγούμενη ιέρεια.
Το ιερατείο των Δελφών, που έκανε και την τελική καταγραφή και σύνθεση των χρησμών, αποτελούνταν από ικανούς και έμπειρους ανθρώπους. Ο Πλούταρχος, ιερέας στους Δελφούς τον 2ο μ.Χ. αι., που το επίπεδό του το γνωρίζουμε απευθείας από τα κείμενά του, δεν ήταν μεμονωμένη περίπτωση. Οι ιερείς θα πρέπει να κατείχαν ακόμη γνώσεις ψυχολογίας για τις προσωπικές υποθέσεις, ενώ για τους χρησμούς που αναφέρονταν σε μακρινές περιοχές (π.χ. αποικισμός) καθώς και για απαντήσεις σε διεθνή θέματα, θα πρέπει να γνώριζαν τη μυθολογία και ιστορία του κάθε τόπου, καθώς και τις γεωγραφικές, πολιτικές και κοινωνικές του συνθήκες. Πιθανότατα επίσης να ενημερώνονταν εκ των προτέρων από τους ενδιαφερομένους για θέματα που δεν γνώριζαν.
Σημαντικό ρόλο στη μαντική διαδικασία έπαιζαν και οι πρόξενοι. Αυτοί ήταν κάτοικοι των Δελφών και λειτουργούσαν ως αντιπρόσωποι συγκεκριμένων πόλεων, έχοντας ως καθήκον να καθοδηγούν τους προσκυνητές και να τους βοηθούν σε όλες τις φάσεις της μαντικής διαδικασίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά τον συγχρωτισμό τους στους Δελφούς οι ενδιαφερόμενοι θα ανακρίνονταν διακριτικά από τους προξένους, που θα μπορούσαν να αντλήσουν έτσι πληροφορίες για την κατάστασή τους, το πρόβλημα που τους απασχολούσε κ.λπ. Oλα αυτά θα διοχετεύονταν στους ιερείς, οι οποίοι ασφαλώς θα τις ελάμβαναν υπόψη τους κατά την τελική σύνταξη του χρησμού.
Οι χρησμοί ήταν συνήθως πάρα πολύ γενικοί και αμφίσημοι, αφήνοντας μεγάλα περιθώρια ερμηνείας τους. Οι ιερείς είχαν μακρά πείρα στην τέχνη της αόριστης, γριφώδους, αντιφατικής, ακόμα και πολυσήμαντης διατύπωσης των λόγων της Πυθίας. Συνήθως οι χρησμοί αυτοί είχαν ανάγκη περαιτέρω ερμηνείας, εργασία για την οποία οι χρησμολήπτες, μόλις επέστρεφαν στην πατρίδα τους, κατέφευγαν σε τοπικούς χρησμολόγους και εξηγητές.
Παράπονα των πιστών ότι ο θεός τούς παραπλάνησε με τα «σκοτεινά» και δυσερμήνευτα λόγια του, αναφέρονται πολλά από τους αρχαίους ιστορικούς. Αλλά στο τέλος ο θεός αποδεικνυόταν πάντοτε αληθινός, γιατί τελικά βρισκόταν μια διαφορετική ερμηνεία απ’ αυτήν που είχε αρχικά πιστέψει ο μαντευόμενος. Έτσι, το λάθος δεν το απέδιδαν ποτέ στον θεό, αλλά στους ανθρώπους που είχαν παρερμηνεύσει τα λόγια του. Αυτό μπορεί να μην ικανοποιούσε τελικά τον ενδιαφερόμενο αλλά ασφαλώς γινόταν πιστευτό από τον πολύ κόσμο.
Τέλος, ακόμα και αν, παρ’ όλ’ αυτά, οι χρησμοί αποδεικνύονταν λανθασμένοι, το ίδιο το ιερατείο ή οι τοπικοί χρησμολόγοι κυκλοφορούσαν ψευδοχρησμούς ή μυθικά γεγονότα με τα οποία προσπαθούσαν να δώσουν πειστική εξήγηση για τη μαντική απάντηση της Πυθίας. Πρόκειται για τους χρησμούς που έχουν ονομαστεί υστερομαντείες ή εκ των υστέρων προφητείες, φαινόμενο σύνηθες, αν κρίνουμε από την πληθώρα τους σε όλη την αρχαία γραμματεία.
Είναι πάντως αδιαμφισβήτητη και συνάγεται από όλες τις αρχαίες πηγές που αναφέρονται στο θέμα, τουλάχιστον κατά τους αρχαϊκούς και τους κλασικούς χρόνους, η βαρύτητα και το κύρος των χρησμών στη ζωή και των πολιτειών και των ανθρώπων, από τους πιο απλοϊκούς ώς τους πιο πεπαιδευμένους. Αυτό ήταν φυσικά απόρροια της βαθιάς πίστης τους στην παρουσία του θεού και στην αλήθεια των λόγων του. Η αντίληψη αυτή, καθώς και η πεποίθηση ότι οι άνθρωποι δεν κατανοούν εύκολα και αμέσως τη βούληση των θεών, ήταν που προστάτευαν το κύρος του μαντείου και σε στιγμές αστοχίας. Ο Ηράκλειτος μας δίνει και εδώ το κλειδί για να εξηγήσουμε αυτήν την ακλόνητη πίστη των αρχαίων στους χρησμούς του Απόλλωνος: «Ὁ ἄναξ οὐ τό μαντεῖον ἐστι τό ἐν Δελφοῖς, οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλά σημαίνει»/ Ο βασιλιάς που έχει το μαντείο του στους Δελφούς ούτε μιλάει καθαρά ούτε κρύβει· μόνο δείχνει σημάδια. Το πρόβλημα λοιπόν βρίσκεται, όπως και σε όλες τις εποχές, στο γεγονός ότι εκείνοι που πρέπει να κατανοήσουν τα θεϊκά σημάδια δεν είναι θεοί, αλλά άνθρωποι.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟ

Η άρρηκτη σύνδεση πολιτικής και οικονομίας
Η  αρχαία  αθηναϊκή δημοκρατία, προς έκπληξη πολλών, ήταν μια αναπτυγμένη με σύνθετους οικονομικούς θεσμούς  κοινωνία. Είχε αναπτύξει στις  πολιτικές  και κοινωνικές δομές  της  και την οικονομική  της συγκρότηση. Το πεδίο της πολιτικής ήταν άρρηκτα  συνδεδεμένο με την οικονομία (οίκος + νομή) ως το πρακτικό μέρος της θεωρητικής φιλοσοφικής ζωής που είχε σχέση με την οργάνωση του οίκου, του αγρού και της αγοράς σε  μια ενιαία  στάση ζωής.
Το  πολίτευμα της αρχαίας Αθήνας χαρακτηριζόταν για τη ενεργή συμμετοχή  των πολιτών στα κοινά (άμεση δημοκρατία) και τηνοργάνωση των αμφικτιονιών πόλεων (έμμεση δίοδο επικοινωνίας και συνεννόησης των κοινοτήτων ως πόλεων κρατών).
Αυτό  που αγνοείται  στη σημερινή εποχή  είναι το γεγονός ότι η αρχαία Αθήνα είχε αναπτυγμένο χρηματοπιστωτικό τραπεζικό σύστημα που κυριολεκτικά δέσποζε σε ολόκληρη τη Μεσόγειο (δεν είναι καθόλου τυχαίο  ότι και η σημερινή Ελβετία,  που υιοθετεί  τη δημοψηφισματική διακυβέρνηση, αναπτύσσει  το μεγαλύτερο χρηματοπιστωτικό  δίκτυο  τραπεζών στον κόσμο).
Στην αρχαία  Αθήνα έχουμε τραπεζίτες, τους γνωστούςαργυρογνώμονες, τους δοκιμαστές, τους κολλυβιστές(κόλλυβο=νόμισμα). Όλοι οι τραπεζίτες ήταν “δούλοι”, όχι ελεύθεροι Αθηναίοι πολίτες.
Γνωστοί τραπεζίτες  στην αρχαία  Αθήνα ήταν ο Πασίων και οΦορμίων.
Η  κοινωνία  της  αρχαίας  Αθήνας χαρακτηρίστηκε κατά  λάθος  δουλοκτητική από πολλούς  σύγχρονους ιστορικούς, εξαιτίας  της άγνοιας για το τι σήμαινε  ο όρος αυτός. Δουλοκτητική  νοούνταν η κοινωνία στην οποία  διαφέντευαν οι δούλοι. Ο όρος  σήμαινε κάτι διαφορετικό. Οι δούλοι κατείχαν την παραγωγή. Οι δούλοι  δεν ήταν Αθηναίοι πολίτες  και  αυτοί  είχαν στα χέρια τους την ειδική  οικονομία, τα οικονομοτεχνικά έργα, την εργασία  και την τεχνική, ενώ οι ελεύθεροι πολίτες είχαν την οργάνωση της πολιτικής και της γενικής οικονομίας. Δεν είναι καθόλου υπερβολή να αναφέρουμε ότι οι δούλοι πληρώνονταν τον ίδιο μισθό σε όλα τα έργα (Ακρόπολη, Παρθενώνας κ.λπ) όπως και οι ελεύθεροι πολίτες. Ο  Κορνήλιος Καστοριάδης αναφέρει ότι οι δούλοι στην αρχαία  Αθήνα  είχαν πιο πολλά δικαιώματα  από τους σημερινούς εργάτες των νεωτερικών σύγχρονων κοινωνιών.
Αρχαίο ελληνικό  τραπεζικό σύστημα
Η λέξη Τράπεζα  προήλθε από το κοινό έπιπλο “τράπεζα” ή τραπέζι ή πάγκος, πίσω από το οποίο στεκόταν ονομισμανταλλάκτης ή αργυραμοιβός  προς άσκηση  του επαγγέλματός  του. Η ύπαρξη τραπεζών βεβαιώνεται κατά την 6η π.Χ εκατονταετηρίδα στη Βαβυλώνα και διενεργούνταν σε  αυτές διάφορες  τραπεζικές εργασίες όπως καταθέσεις δάνεια, φύλαξη εμπορευμάτων κ.λπ. Στην Αίγυπτο επί της εποχής των Πτολεμαίων υπήρξαν Τράπεζες που έφεραν δημόσιο χαρακτήρα και ενεργούσαν εισπράξεις  και πληρωμές για λογαριασμό του δημοσίου.
Σύμφωνα με μελέτη του Ιταλού  Aristide Calderini, καθηγητή του Καθολικού Πανεπιστημίου του Μιλάνου που δημοσιεύτηκε το 1940,υπήρχαν ελληνικές τράπεζες  στην αρχαία  Αίγυπτο που  κυριαρχούσαν σε  ολόκληρη τη μεσόγειο. Πολλές  Τράπεζες  λειτουργούσαν στους  ναούς των αρχαίων. Η  εκτίμηση  και το ιερό δέος  απέναντι στους θεούς  συμβάδιζε με την τιμιότητα στις χρηματοπιστωτικές σχέσεις που έπρεπε  να χαρακτηρίζουν την οικονομική και πολιτική ζωή. 
Παρατίθενται ονόματα ελληνικών τραπεζών με την ακριβή επωνυμία που είχαν:
α. Βασιλική Τράπεζα (3ος π.Χ αιώνας)
β. Δημόσια Τράπεζα (42 π.Χ)
γ. Πολιτική Τράπεζα (αναφέρεται σε  πάπυρο του Οξυρρύγχου)
δ. Γενική Τράπεζα
ε. Ιδιωτική Τράπεζα (συνύπαρξη ιδιωτικών και δημόσιων τραπεζών)
στ. Επιτηρούμενη Τράπεζα (δάνειζε αφού πρώτα επιτηρούσε την οικονομική κατάσταση του πελάτη)
ζ. Αμοιβική και κολλυβιστική Τράπεζα 
Οι αρχαίοι Έλληνες και η οικονομία
Η συνεισφορά των αρχαίων Ελλήνων στην ανάπτυξη  ιδεών, στο θέατρο, στη φιλοσοφία, στον πολιτισμό, αλλά και στην οικονομική σκέψη είναι αδιαμφισβήτητη. Ακόμη και σήμερα μας εκπλήσσει η πρωτοπορία και η διορατικότητα της σκέψης των προγόνων μας. Η ενασχόληση των αρχαίων Ελλήνων με τα οικονομικά θέματα παρουσιάζεται κυρίως κατά τη διάρκεια της Κλασικής Περιόδου με τις πρωτοποριακές οικονομικές ιδέες του Ξενοφώντα (430-355 π.Χ.), του Πλάτωνα (427-347 π.Χ.) και του Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.), που σύμφωνα με κορυφαίους επιστήμονες, αποτέλεσαν πρόδρομο της μικροοικονομικής, της μακροοικονομικής και της νομισματικής πολιτικής. Πρώτος ο Σωκράτης συνέλαβε την ιδέα ότι τα οικονομικά αποτελούν επιστήμη -αυτό καταγράφηκε από τον Ξενοφώντα[1], ο οποίος ήταν και ο πρώτος συγγραφέας που χρησιμοποίησε σε σύγγραμμά του τον τίτλο «Οικονομικός», αναφερόμενος στη σωστή διαχείριση του οίκου[2]. Ο Αριστοτέλης στο έργο του κάνει αναφορά στο χρήμα, υιοθετώντας την αρχή ότι ένα αγαθό έχει ρόλο χρήματος λόγω της γενικής αποδοχής του ως μέσο συναλλαγών, η οποία επιβεβαιώνεται με την έκδοση νομισμάτων από τις κρατικές αρχές και όχι λόγω της πραγματικής του αξίας, και ο Πλάτωνας υποστήριζε ότι η πραγματική αξία του χρήματος είναι ανεξάρτητη της αγοραίας αξίας του2.
Οι αρχαίοι Αθηναίοι ενσωμάτωσαν τη δικαιοσύνη στην οικονομική τους συμπεριφορά επιδιώκοντας να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη της κοινωνικής ζωής για όλους τους πολίτες3. Ήδη από την εποχή του Σόλωνα (639 – 559 π.Χ.) οι Αθηναίοι είχαν εισάγει ένα σύστημα συμμετοχής των πολιτών στις δημόσιες δαπάνες σύμφωνα με τη φοροδοτική τους ικανότητα, δίνοντας παράλληλα και κοινωνικά κίνητρα για την εθελοντική ανάληψη υψηλότερης συμμετοχής στις δαπάνες από τους πλουσίους[3]. Φαίνεται λοιπόν ότι οι Αθηναίοι είχαν θέσει τις βάσεις για την αντιμετώπιση και τη μείωση των οικονομικών ανισοτήτων. Ο Αριστοτέλης αναφερόμενος στην έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης διατυπώνει ότι «αδικία σημαίνει το να παίρνει κάποιος περισσότερα απ’όσα θα έπρεπε από τα αγαθά και λιγότερα από τα κακά» («Ηθικά Νικομάχεια», 1134a 30)1.
Θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι η ιστορία των Αμοιβαίων Κεφαλαίων ανάγεται στην αρχαιότητα. Μετά από τη νικηφόρα για τους Έλληνες έκβαση των Περσικών Πολέμων, ιδρύθηκε η Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία ή Συμμαχία της Δήλου (478 π.Χ.) με τη συγκέντρωση μιας κοινής περιουσίας, με βασικό σκοπό την προστασία των πόλεων που συμμετείχαν στη συμμαχία από μελλοντικές επιθέσεις. Για το λόγο αυτό τα πρώτα Αμοιβαία Κεφάλαια στην Ελλάδα είχαν ονομασία από την αρχαιότητα όπως Ερμής (Εμπορική, 1972), Δήλος (Εθνική, 1973) και Δελφοί (Κτηματική, 1975)[4]. Έδρα της Συμμαχίας ήταν η ιερή νήσος Δήλος, όπου βρισκόταν το συμμαχικό ταμείο μέχρι το 454 π.Χ., οπότε το κοινό ταμείο μεταφέρθηκε τελικά στην Αθήνα από τον Περικλή, μετατρέποντας ουσιαστικά τη Συμμαχία σε Αθηναϊκή Ηγεμονία. Θεωρείται δε ότι το συμμαχικό ταμείο αποτέλεσε το οικονομικό υπόβαθρο του «χρυσού αιώνα». O 5ος αιώνας π.Χ. χαρακτηρίζεται και ως ο «χρυσός αιώνας του Περικλή», με βασικούς στόχους της διακυβέρνησής του την ενίσχυση της αθηναϊκής δημοκρατίας και κυριαρχίας, αλλά και τη δόξα της πόλης. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Περικλή σημειώθηκε τεράστια πρόοδος στη διακυβέρνηση, στη φιλοσοφία, στις τέχνες, αλλά και στην ανάδειξη της δημοκρατίας, με την Αθήνα να γίνεται σπουδαίο εμπορικό κέντρο. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Περικλής έκανε πράξη το ρητό που συνήθιζε να λέει στους Αθηναίους «οι καιροί ου μενετοί» (οι ευκαιρίες δεν περιμένουν), όπως έχει καταγράψει ο ιστορικός Θουκυδίδης. Αυτήν την περίοδο η Αθήνα κυριαρχεί στον ελληνικό κόσμο, πνευματικά, στρατιωτικά, πολιτικά αλλά και οικονομικά. Οι πόροι χρηματοδότησης αυτής της ανάπτυξης προέρχονταν από φόρους, κυρίως των πιο πλούσιων και από την εκμετάλλευση των μεταλλείων του Λαυρίου, όπου η παραγωγή χρυσού και άλλων πολύτιμων μετάλλων ήταν συνεχής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη δραστηριοποίηση των τραπεζών στην αρχαία Ελλάδα εντοπίζεται τον 6ο αι. π.Χ.[5] Η ύπαρξη πλήθους ανόμοιων νομισμάτων έκανε επιτακτική την ύπαρξη των αργυραμοιβών, ατόμων που αναλάμβαναν να ανταλλάξουν τα διάφορα νομίσματα, να ελέγξουν την ποιότητά τους κ.λπ. Την ίδια περίοδο ιδιώτες συνήθιζαν να καταθέτουν χρήματα στα αρχαία ελληνικά ιερά προς φύλαξη, π.χ. στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς και στη Δήλο. Η κατάθεση των χρημάτων σε ιερά παρείχε μεν φύλαξη αλλά περιορίστηκε με το πέρασμα των χρόνων από την παρουσία ιδιωτών «τραπεζιτών» που προσέφεραν τόκο. Οι Τράπεζες της αρχαίας Αθήνας, αν και δεν λειτουργούσαν με τη σημερινή τους μορφή, θεωρούνται πρόδρομοι των σημερινών τραπεζών και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην οικονομική ζωή. Έτσι, οι τραπεζίτες κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. αντικατέστησαν τους αργυραμοιβούς, ενώ παράλληλα δέχονταν ιδιωτικές και δημόσιες καταθέσεις, παραχωρούσαν δάνεια, διαχειρίζονταν περιουσίες, έδιναν εντολές πληρωμής προς τρίτους κ.λπ., θέτοντας τις βάσεις του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Ακόμη και οι ρίζες των παραγώγων προϊόντων εντοπίζονται στην εποχή του Θαλή του Μιλήσιου. Σύμφωνα με αναφορές του  Αριστοτέλη (Πολιτικά, Ι,11, 1259α 10), ο Θαλής ο Μιλήσιος  (624 – 546 π.Χ.) χρησιμοποιώντας τις γνώσεις του στην αστρολογία για να προβλέψει τις χρονιές που θα είχαν αυξημένη σοδειά τα ελαιόδεντρα, πλήρωνε προκαταβολή στα ελαιοτριβεία της Χίου και της Μιλήτου για να εξασφαλίσει το αποκλειστικόδικαίωμα χρήσης των ελαιοτριβείων την περίοδο της συγκομιδής[6]. Σε περίπτωση που επαληθεύονταν οι προβλέψεις του, πωλούσε αυτά τα δικαιώματα σε άλλους παραγωγούς ακριβότερα λόγω της αυξημένης ζήτησης και απεκόμιζε σημαντικά κέρδη.
Παράδειγμα για τη σύγχρονη κοινωνία θα πρέπει να αποτελέσει και η διαφάνεια και η καταπολέμηση της διαφθοράς στο δημόσιο βίο. Απαραίτητη προϋπόθεση (μεταξύ άλλων) για να εκλεγεί ένας Αθηναίος πολίτης βουλευτής τον 5ο αιώνα π.Χ., ήταν να καταγραφεί όλη η περιουσία του, οικογενειακή και ιδιωτική, ακόμη και τα σανδάλια που φορούσε. Μετά τη λήξη της θητείας του ο απερχόμενος Βουλευτής λογοδοτούσε για τα πεπραγμένα του. Εάν κατά τη διάρκεια της θητείας του είχε προτείνει και είχε ψηφιστεί νόμος που ήταν αποδεδειγμένα ζημιογόνος για την Αθήνα, έπρεπε να κατασχεθεί από την καταγεγραμμένη περιουσία του όλο το ποσό κατά το οποίο ζημιώθηκε οικονομικά η πόλη και εάν δεν επαρκούσε η περιουσία του, τότε έπρεπε να καλύψει το υπόλοιπο ποσό δουλεύοντας σε δημόσια έργα.
Η πολιτική, η κοινωνική αλλά και η οικονομική ανάπτυξη της αρχαίας Ελλάδας και της Αθήνας της Κλασικής περιόδου έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση ενός σημαντικού πολιτισμού που έθεσε τις βάσεις των περισσότερων επιστημών και της δημοκρατίας γενικότερα.
 -------------------------
[1] Δούκας, Π., Οικονομικές Θεωρίες, Αρχές Διοίκησης & Αρχαία Ελληνική Σκέψη, Ε’ Έκδοση, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα, 2007.
[2] Δρακόπουλος, Σ. και Καραγιάννης, Α., Ιστορία της οικονομικής σκέψης, Μια επισκόπηση, Εκδόσεις Κριτική, 2003.
[3] Καραγιάννης, Α., Αρχαιοελληνική πρωτοπορία στα οικονομικά, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2007.
[4] Φίλιππας, Ν., Αμοιβαία Κεφάλαια: Η ελληνική πραγματικότητα και οι σύγχρονες διεθνείς εξελίξεις,, Ιανουάριος 2010
[5] Τιβέριος, Μ., Τράπεζες και τοκογλύφοι στην αρχαία Ελλάδα, Το Βήμα, 20/06/1999.
[6] Χριστοδούλου, Στ., Παράγωγα προϊόντα για επενδυτές με ρίσκο και ορίζοντα, ΤΑ ΝΕΑ, ΑΝΟΙΧΤΟ ΜΒΑ, Τεύχος 40, Δευτέρα, 7/11/2005.

ΤΟ ΥΦΑΝΤΟ ΤΩΝ ΟΜΗΡΙΚΩΝ ΕΠΩΝ

Η υφαντική τέχνη κατείχε ιδιαίτερα σημαντική θέση στην οικιακή οικονομία παλαιότερων μορφών κοινωνικής ζωής και οργάνωσης, καλύπτοντας όλες τις ανάγκες μιας οικογένειας και την συναντάμε ευρέως στα Ομηρικά Επη , αφού βλέπουμε ακόμη και τις βασίλισσες (Πηνελόπη , Αρήτη, αλλά και τις θεές ) να αφιερώνουν τον χρόνο τους μπροστά στον αργαλειό τους , και μάλιστα όρθιες αφού οι αργαλειοί ήταν κάθετοι.Η Πηνελόπη υφαίνει το μέλλον με την σαίτα της ’’’ και προσπαθεί να κερδίσει χρόνο ξεγελώντας τους μνηστήρες «τον αργαλειό της έστησε (η Πηνελόπη) στον πύργο της να υφάνει διπλό, ψιλόδιαστο πανί…» (Οδ. ω, 128-29). «κι ύφαινε τότε το πανί τ’ ατέλειωτο όλη μέρα και με το φως δουλεύοντας το ξήλωνε τη νύχτα» - (Οδ. ω, 138-39 και ο Οδυσσέας «υφαίνει» με τον λόγο του ερμηνεύοντας τον κόσμο .

Οι γυναίκες των Φαιάκων υφαίνουν υπέροχα υφαντά στον αργαλειό και φημίζονται για αυτήν την τέχνη τους , αφού και οι 13 θρόνοι των αρχόντων και του Αλκίνοου, είναι στολισμένοι με λεπτά υφαντά , έργα των γυναικών …». ἐν δὲ θρόνοι περὶ τοῖχον ἐρηρέδατ᾽ ἔνθα καὶ ἔνθα, ἐς μυχὸν ἐξ οὐδοῖο διαμπερές, ἔνθ᾽ ἐνὶ πέπλοι λεπτοὶ ἐύννητοι βεβλήατο, ἔργα γυναικῶν. ἔνθα δὲ Φαιήκων ἡγήτορες ἑδριόωντο πίνοντες καὶ ἔδοντες· ἐπηετανὸν γὰρ ἔχεσκον.»

Η Κίρκη , η ωραιοπλέξουδη θεά, η κόρη του ήλιου ,υφαίνει τραγουδώντας στον αργαλειό της:«…ἔσταν δ᾽ ἐν προθύροισι θεᾶς καλλιπλοκάμοιο, Κίρκης δ᾽ ἔνδον ἄκουον ἀειδούσης ὀπὶ καλῇ, ἱστὸν ἐποιχομένης μέγαν ἄμβροτον, οἷα θεάων λεπτά τε καὶ χαρίεντα καὶ ἀγλαὰ ἔργα πέλονται. "ὦ φίλοι, ἔνδον γάρ τις ἐποιχομένη μέγαν ἱστὸν καλὸν ἀοιδιάει, δάπεδον δ᾽ ἅπαν ἀμφιμέμυκεν, ἢ θεὸς ἠὲ γυνή· ἀλλὰ φθεγγώμεθα θᾶσσον.᾽ "ὣς ἄρ᾽ ἐφώνησεν, τοὶ δὲ φθέγγοντο καλεῦντες.»

 Στῆς ὡριοπλέξουδης θεᾶς τὰ ξώθυρα καθίζουν, κι ἀκοῦν τὴν Κίρκη μέσαθε ποὺ γλυκοτραγουδοῦσε, μεγάλο φαίνοντας πανὶ κι ἀχάλαστο, σὰν πού 'ναι τῶν θεῶν τὰ ἔργα τὰ ψιλὰ καὶ τὰ λαμπρὰ καὶ τὰ ὥρια

Αλλά και η Καλυψώ που κατοικούσε σε ένα μεγάλο σπήλαιο, κοντά στην είσοδο του οποίου υπήρχαν φυσικοί κήποι, δάσος και πηγές, και περνούσε την ημέρα της η Νύμφη, κλώθοντας και υφαίνοντας με τις υπηρέτριές της, που ήταν και αυτές Νύμφες. Ήταν μια καλλίκομη νεράιδα (Οδύσσεια ε 66), με όμορφες πλεξίδες, και αρχοντική (Οδύσσεια ε 89, 96) και ο Ερμής, όταν ήρθε να της αναγγείλει την διαταγή του Δία να αφήσει τον Οδυσσέα ελεύθερο, την βρήκε να τραγουδά με την ουράνια φωνή της, υφαίνοντας στον αργαλειό με τη χρυσή σαΐτα (Οδύσσεια ε 66-71).Η θεά Αθηνά συμβολίζει την εφαρμογή της διανόησης και σοφίας του Νου στις Τέχνες, μέσω της δημιουργικής δεξιοτεχνίας των χεριών- γι' αυτό και λέγεται και «ΕΡΓΑΝΗ» Αθηνά.

Η Αθηνά θεωρείται επίσης η θεά της υφαντουργίας, γι' αυτό συχνά κρατάει αδράχτι. Σύμφωνα με το μύθο, αυτή δίδαξε την υφαντική τέχνη στους ανθρώπους.Η ΕΛΕΝΗ χαρίζει στον Τηλέμαχο μαντήλι που η ίδια ύφαινε ,
«… Ελένη η ροδομάγουλη τον σίμωσε, στα χέρια
κρατώντας το υφαντό, τον έκραξε κι αυτά τα λόγια του ΄πε:
«Δέξου κι αυτό από μένα, αγόρι μου, το δώρο, απ΄ της Ελένης
τα χέρια θύμηση· και κάποτε, με το καλώ σα φτάσει
η ώρα του γάμου σου, το ταίρι σου να το φορέσει·
ως τότε να το φυλάει στο σπίτι η μάνα σου. Και τώρα στην πατρίδα,
στο αρχοντικό σας τ΄ ομορφόχτιστο με το καλό να στρέψεις!»

Και η γυναίκα του Πολύβου χαρίζει στην Ελένη ρόκα…..και μαλλί… χωρὶς δ᾽ αὖθ᾽ Ἑλένῃ ἄλοχος πόρε κάλλιμα δῶρα· χρυσέην τ᾽ ἠλακάτην τάλαρόν θ᾽ ὑπόκυκλον ὄπασσεν ἀργύρεον, χρυσῷ δ᾽ ἐπὶ χείλεα κεκράαντο. τόν ῥά οἱ ἀμφίπολος Φυλὼ παρέθηκε φέρουσα νήματος ἀσκητοῖο βεβυσμένον· αὐτὰρ ἐπ᾽ αὐτῷ ἠλακάτη τετάνυστο ἰοδνεφὲς εἶρος ἔχουσα. ἕζετο δ᾽ ἐν κλισμῷ, ὑπὸ δὲ θρῆνυς ποσὶν ἦεν. αὐτίκα δ᾽ ἥ γ᾽ ἐπέεσσι πόσιν ἐρέεινεν ἕκαστα·

Και στην Ιλιάδα : η Ίριδα (θεά) βρίσκει την ωραία Ελένη, στην Τροία: «Στην κάμαρα της να υφαίνει ένα σκουτί στον αργαλειό της διπλόφαρδο, άλικο, κεντούσε και στόλιζε πάνω του έργα ανδρεία, οπού ‘χαν οι Αργίτες κάνει οι χαλκοθώρακοι κι οι Τρώες οι αλογατάδες» (Ιλ. Γ, 125-27).Οι μοίρες κλώθουν τις ανθρώπινες τύχες μας λέει ο Ομηρος στην Ιλιάδα ραψ.Υ 128 πάντες δ᾽ Οὐλύμποιο κατήλθομεν ἀντιόωντεςτῆσδε μάχης, ἵνα μή τι μετὰ Τρώεσσι πάθῃσι
σήμερον· ὕστερον αὖτε τὰ πείσεται ἅσσά οἱ αἶσα γιγνομένῳ ἐπένησε λίνῳ ὅτε μιν τέκε μήτηρ.

Η ΑΝΑΓΚΗ είναι τοποθετημένη στο κέντρο του σύμπαντος, κοντά στο αδράχτι, στον Άτρακτο, στον άξονα γύρω από τον οποίο στρέφονται οι πλανήτες και, κατά τον Παρμενίδη, κυβερνάει τα πάντα. Το κοσμικό αδράχτι στρέφεται πάνω στα γόνατά της και συντονίζει όλες τις ουράνιες "περιφορές", τις κυκλικές δηλαδή κινήσεις των ουράνιων σωμάτων. Μέσα στο σφοντύλι του αδραχτιού βαλμένα στο κέντρο εφτά μικρότερα σφοντύλια, οι πλανήτες, περιστρέφονται γύρω από το αδράχτι. Την κίνηση των πλανητών τη δίνουνε οι Μοίρες

Η Κλωθώ , το παρόν ,πιάνοντας κάθε τόσο με το δεξί της χέρι το αδράχτι βοηθάει την Ανάγκη στην εξωτερική περιστροφή του..

Η Άτροπος, το μέλλον με το αριστερό χέρι βοηθάει με τον ίδιο τρόπο στις εφτά εσωτερικές περιστροφές, που έχουν αντίθετη φορά με την εξωτερική.

Η Λάχεση, το παρελθόν, πιάνει το αδράχτι πότε με το ένα χέρι πότε με το άλλο, βοηθώντας την Ανάγκη άλλοτε στο ένα και άλλοτε στο άλλο από τα δύο είδη περιστροφών και αυτό υποδηλώνει ότι από το παρελθόν εξαρτώνται και το παρόν και το μέλλον. Οι τρεις μοίρες εποπτεύουν τον άνθρωπο, πίνοντας της ΜΝΗΜΟΣΥΝΗΣ το νερο,από τη γέννησή του και πέρα απο τον θάνατό του σε έναν αέναο ρυθμικό χορό.

Ποια είναι η καλύτερη δοκιμή της ανεξαρτησίας μας;

Πρέπει να θέσει υπό έλεγχο κανείς τον εαυτό του για να διαπιστώσει αν είναι προορισμένος για ανεξαρτησία και διοίκηση- και πρέπει να το κάνει αυτό την κατάλληλη στιγμή. Δεν πρέπει να αποφύγει κανείς τους ελέγχους του, αν και ίσως να είναι το πιο επικίνδυνο παιχνίδι που μπορεί να παίξει κανείς, και τελικά είναι έλεγχοι που γίνονται μπροστά σε μας ως μάρτυρες και σε κανέναν άλλο δικαστή.

Να μην προσκολλόμαστε σε ένα πρόσωπο: κι ας είναι το πιο αγαπημένο — κάθε πρόσωπο είναι μια φυλακή και μαζί μια γωνιά.

Να μην προσκολλόμαστε σε μια πατρίδα: κι ας είναι η πιο βασανισμένη κι ας χρειάζεται επειγόντως βοήθεια — είναι ήδη λιγότερο δύσκολο να αποκόψει κανείς την καρδιά του από μια θριαμβεύουσα πατρίδα.

Να μην προσκολλόμαστε σε ένα αίσθημα οίκτου: έστω κι αν πρόκειται για ανώτερους ανθρώπους των οποίων το σπάνιο μαρτύριο και την αίσθηση του αβοήθητου μπορέσαμε να δούμε κατά τύχη.

Να μην προσκολλόμαστε σε μια επιστήμη: έστω κι αν μας γοητεύει με τις πιο πολύτιμες ανακαλύψεις που φαινομενικά κρατήθηκαν για μας.

Να μην προσκολλόμαστε στην ίδια μας την απόσπαση, σ’ εκείνο το φιλήδονο ξεμάκρεμα και ξένωση του πουλιού, που πετά ολοένα και περισσότερο στα ύψη, ώστε να βλέπει ολοένα και περισσότερα πράγματα κάτω του — ο κίνδυνος εκείνου που πετάει.

Να μην προσκολλόμαστε στις ίδιες μας τις αρετές και να γινόμαστε ως σύνολο θύματα κάποιου μέρους του εαυτού μας, για παράδειγμα της «φιλοξενίας» μας, που είναι ο κίνδυνος των κινδύνων για ανώτερες και πλούσιες ψυχές, οι οποίες ξοδεύονται σπάταλα, σχεδόν αδιάφορα, και φέρνουν την αρετή της γενναιοδωρίας στο σημείο να γίνει ελάττωμα.

Πρέπει να ξέρουμε πώς να συντηρούμε τους εαυτούς μας: αυτή είναι η καλύτερη δοκιμή της ανεξαρτησίας.

 Φρίντριχ Νίτσε- "Πέρα από το καλό και το κακό"

Η Θρησκευτική Συνείδηση

Η Πανάρχαια Παγκόσμια Θρησκεία
Από την αρχαιότητα, εδώ και χιλιάδες χρόνια, που ο άνθρωπος απέκτησε συνείδηση της υπαρξιακής κατάστασής του μέσα στην Ύπαρξη, συνέλαβε τις Βασικές Θρησκευτικές Αρχές (και τους Βασικούς Θρησκευτικούς Όρους Ύπαρξης και Ζωής), πάνω στις οποίες δόμησε όλες τις μετέπειτα αντιλήψεις του γιά την Ύπαρξη... Βασικές Αντιλήψεις όπως το Ύψιστο Ον, Θείο και κοσμικό, ψυχή και σώμα, αθανασία και ζωή, κλπ., έχουν μία πανάρχαια καταγωγή... Η «ιστορία», τα χιλιάδες χρόνια που ακολούθησαν, μέχρι τις μέρες μας, δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να αποσαφηνίσουν και να εμβαθύνουν αυτές τις αρχικές βασικές συλλήψεις...

Η Θρησκεία είναι μία αρχαία ιστορία. Στην πάροδο των χρόνων όλοι οι φωτισμένοι άνθρωποι απλά ξαναδιατύπωσαν την ίδια Βασική Θεωρία. Ακόμα κι οι Μεγάλοι Θρησκευτικοί Μεταρυθμιστές, όπως ο Βούδας, ο Λάο Τσε, ο Ορφέας, ο Ιησούς, κλπ., απλά «επιβεβαίωσαν» με την προσωπική εμπειρία τους και μαρτυρία τους την Πανάρχαια Παγκόσμια Θρησκευτική Εμπειρία του Ανθρώπου, την Επαφή του και την Ένωσή του με το Απόλυτο, που Είναι η Ίδια (η Βαθύτερη) Ουσία του...

Γιά ποιά Θρησκεία μιλάμε λοιπόν; Γιά την Μία Πανάρχαια Παγκόσμια Θρησκεία της Ανθρωπότητας... Είμαστε όλοι σχολιαστές της «θείας έμπνευσης του παγκόσμιου ανθρώπου»... Ακόμα κι οι θρησκευτικές πρακτικές, οι μυήσεις, το μυστικό βίωμα, η θέωση, έχουν πανάρχαια καταγωγή. Από την πανάρχαια εκστατική λατρεία του «πρωτόγονου» μέχρι τις σύγχρονες διαλογιστικές πρακτικές, ανατολικών και δυτικών μυστικιστών, όλες οι πρακτικές έχουν την ίδια βασική ανθρώπινη λειτουργία, την «λύσιν» του «Πνευματικού Στοιχείου» από τους κατώτερους φορείς του, την απελευθέρωση, την «ανάβαση» και την Διάχυσή του στο Άπειρο Θείο...

Η Άχρονη Θρησκεία
Χιλιάδες χρόνια τώρα ο άνθρωπος, μέσα από όλες τις θρησκευτικές θεωρήσεις, τις θρησκευτικές πρακτικές και τον θρησκευτικό βίο, προσπαθεί να «ανυψωθεί» πάνω από την «ιστορική ύπαρξή» του, προς το Υπερβατικό, το Άχρονο, το Αιώνιο, το Απόλυτο.
Η «Ουσία του θρησκευτικού φαινομένου» είναι λοιπόν η «Υπέρβαση της ανθρώπινης συνείδησης», η Διεύρυνσή της, η Πραγματοποίηση μίας Υπερβατικής, Ελεύθερης, Αιώνιας Συνείδησης, που Απλώνεται και Χάνεται Μέσα στο Απόλυτο.
Η Μελέτη της Θρησκείας, των θρησκειών, των ιστορικών εκδηλώσεων του φαινομένου, είναι ακριβώς η διερεύνηση αυτής της «Υπέρβασης της ανθρώπινης συνείδησης και της Βίωσης του Απολύτου», κάποια ιστορική στιγμή. Η πραγματική «ιστορία» του θρησκευτικού φαινομένου είναι η αποκάλυψη της «άχρονης υπέρβασης» που ισχύει διαχρονικά, σε όλο τον ιστορικό χρόνο... Η Ιστορία της Θρησκείας, των θρησκειών, δεν έχει να κάνει με «ιστοριογραφία» που θα περιόριζε το θρησκευτικό φαινόμενο σε ένα ιστορικό συμβάν, σε ένα φυσικό γεγονός ή αλληλουχία φυσικών γεγονότων. Μία τέτοια ιστορία είναι για τους αργόσχολους διανοούμενους, όχι για αυτούς που θέλουν να αγγίξουν την «ουσία των πραγμάτων».
Εκεί που το Υπερβατικό Εκδηλώνεται, εκεί που ο άνθρωπος εγκαταλείπει τον χρόνο για να Ανέλθει στην Αιωνιότητα (μέσα στο Μυστικό Βίωμα), εκεί που η σκέψη καταλήγει σε Ιερή Σιγή κι η λατρεία στην Απόλυτη Παράδοση στο Θείο, στην Ολοκληρωτική Ησυχία, εγκαταλείπονται όλες οι θεωρίες, όλες οι αντιλήψεις, κι Ανατέλλει ο Ήλιος της Αλήθειας, του Αληθινού, του Πραγματικού, ο Θεός...

Μεταφυσικές Θεωρήσεις
Η Απόλυτη Αντικειμενική Πραγματικότητα Είναι «Αυτό που Είναι», Άχρονο, Αναλλοίωτο, Χωρίς Ιδιότητες… Όμως η Αντίληψη της Πραγματικότητας, είναι τελείως διαφορετικό πράγμα… Αντίληψη της Πραγματικότητας έχουμε μόνο «από την Άποψη του Αιώνιου». Σε κάθε άλλη περίπτωση η «Αντίληψη της Πραγματικότητας» εξαρτάται από τον «Παρατηρητή»… Όλες λοιπόν οι «αντιλήψεις της πραγματικότητας» (όλων των όντων, σε όλους τους κόσμους, και στη γη…) είναι «σχετικές». Ισχύουν για τον «Παρατηρητή», αλλά δεν ισχύουν απόλυτα…
Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε όλες οι «μεταφυσικές θεωρήσεις των ανθρώπων», «θρησκείες», «φιλοσοφίες», «επιστημονικές αντιλήψεις», κλπ., είναι ανθρώπινες κατασκευές που ερμηνεύουν από την άποψη του «Παρατηρητή» την Πραγματικότητα, αλλά δεν είναι η «απόλυτη αλήθεια»…
Όλες αυτές οι «προσωρινές κατασκευές» (κόσμο-θεωρήσεις) μας χρησιμεύουν μόνο για να ανυψωθούμε σε μία «ανώτερη θεώρηση»: σε μία Διευρυμένη Συνείδηση, και συνεπώς σε μία πιο πλατιά «αντίληψη της πραγματικότητας»… Είναι λάθος να θεωρούμε οποιαδήποτε σχετική αντίληψη σαν «απόλυτη αλήθεια» και να ερμηνεύουμε μηχανιστικά την Πραγματικότητα.
Η «πραγματική εφαρμογή» μίας «θρησκείας» ή μίας «μυστικής θεωρίας» οδηγεί πάντα (κι αυτό ισχύει τουλάχιστον για τις «γνωστές» θρησκείες και φιλοσοφίες…) στην Απελευθέρωση της Συνείδησης από τους «νοητικούς» και «φυσικούς» περιορισμούς. Κάθε μεταφυσική αντίληψη, στην «ολοκλήρωσή» της αυτοκαταργείται… Στις «Κορυφές της Πραγματικότητας» υπάρχει μόνο Ιερή Σιγή… Σιγή της ύπαρξης, Σιγή της σκέψης, Σιγή των «αισθήσεων»… Μόνο Σιγή…

Η Εμπειρία του Πραγματικού
Η «Εμπειρία μίας Συνείδησης» είναι πραγματική… αλλά είναι αντικειμενική; Η Συνείδηση (κάθε συνείδηση, η συνείδηση του καθενός…) αντιλαμβάνεται από την δική της «θέση» (κατάσταση, επίπεδο…) την Πραγματικότητα. Αυτό που αντιλαμβάνεται «μετέχει» του Πραγματικού, και ισχύει για την συνείδηση, κι ίσως και για άλλες συνειδήσεις εν μέρει (στην λειτουργία της διυποκειμενικότητας). Αλλά το σύνολο της «εμπειρίας» μας είναι αντικειμενικό;
Η αντίληψη του χωροχρόνου είναι αντικειμενική; Ασφαλώς μέσα στο απέραντο σύμπαν ο χωροχρόνος «διαφοροποιείται», αλλά δεν μιλάμε γι’ αυτό. Σε ένα «συγκεκριμένο χωροχρόνο», εδώ στη γη, μπορούμε να έχουμε αντικειμενική αντίληψη; Προσωπική αντικειμενική αντίληψη; Όχι…
Ας πάρουμε για παράδειγμα την «απλή ροή του χρόνου» που δείχνουν τα ρολόγια μας. Όταν είμαστε σε εγρήγορση διαπιστώνουμε ότι ο χρόνος κυλάει πιο αργά ή πιο γρήγορα ανάλογα με τις καταστάσεις (ανάλογα με την «ένταση της προσοχής στην στιγμή που ρέει», που είναι μεγαλύτερη σε δυσάρεστες καταστάσεις, από ότι σε ευχάριστες καταστάσεις, όπου η «προσοχή» δίνεται όχι σε αυτό που μας συμβαίνει, αλλά σε αυτό που προσλαμβάνουμε από «έξω»…), αλλά αυτό δεν έχει τόση σημασία. Όταν δεν είμαστε σε εγρήγορση (στην περίπτωση του ύπνου…) δεν υπάρχει (αντίληψη του χρόνου,) χρόνος. Αυτό σημαίνει, τι; Ότι σταμάτησε ο χρόνος, ότι σταμάτησαν τα ρολόγια; Ασφαλώς όχι. Αν δεν είμαστε σε εγρήγορση για αρκετές ώρες όταν «επανερχόμαστε» αντιλαμβανόμαστε ότι «πέρασε κάποιος χρόνος». Όταν όμως συμβαίνει να «κοιμηθούμε» για δύο ώρες, για παράδειγμα, αντιλαμβανόμαστε (όταν «επανερχόμαστε») ότι «πέρασαν λίγα λεπτά» (αφότου βυθιστήκαμε σε «ύπνο»). Δεν μπορούμε, ούτε κατά προσέγγιση, να αντιληφθούμε το μέγεθος του χρόνου που δεν είμαστε σε εγρήγορση… Καθένας βιώνει την «δική του πραγματικότητα» που «μετέχει» του Πραγματικού, (αλλά δεν ταυτίζεται με το Πραγματικό). Αφελώς πιστεύουμε πως ζούμε σε «μία πραγματικότητα» όλοι μαζί, που είναι «εκεί έξω», και με την οποία συνδεόμαστε όταν είμαστε σε εγρήγορση. Στην πραγματικότητα, εμείς οι ίδιοι «κατασκευάζουμε» την «πραγματικότητά» μας. Αλλά αυτή η «κατασκευή» επηρεάζεται από πάρα πολλούς (υποκειμενικούς κι αντικειμενικούς) παράγοντες…

Κατά την διάρκεια της εγρήγορσης η «αντίληψή» μας είναι «επιλεκτική». Το «περιεχόμενό» της εξαρτάται από το βάθος της κατανόησής μας, από την νοοτροπία μας (δηλαδή τις παγιωμένες αντιλήψεις μας, τις «πεποιθήσεις» μας, τις «πληροφορίες» μας, κλπ…), τα ενδιαφέροντα και τις επιλογές μας. Μπορεί να είμαστε με άλλους ανθρώπους στον ίδιο «χώρο», να «αντιλαμβανόμαστε» τα ίδια γεγονότα, αλλά τελικά τα «προσλαμβάνουμε» με διαφορετικό τρόπο (ο καθένας μας)…
Από όλα αυτά βγαίνει το πολύ απλό λογικό συμπέρασμα: Ότι η «εμπειρία» που έχουμε είναι προσωπική (δηλαδή προσαρμοσμένη στην δική μας ιδιοσυστασία, κατάσταση…), είναι σε μεγάλο βαθμό αυθαίρετα κατασκευασμένη, και προπάντων ότι δεν ταυτίζεται απόλυτα με το Πραγματικό…
Πέρα από τις προσωπικές αντιλήψεις… οι συνειδήσεις μπορούν να μετέχουν μέσω της διυποκειμενικότητας, όχι σε μία «κοινή πραγματικότητα», αλλά στην «εμπειρία μίας πραγματικότητας με κοινά στοιχεία» με την «πραγματικότητα του άλλου», (κι αυτό είναι τελείως διαφορετικό)…
Μόνο με την Διεύρυνση της Συνείδησης, με την «πνευματική ανύψωσή» της μπορεί η συνείδηση να «μετέχει» περισσότερο του Πραγματικού… Πλήρη Αντίληψη της Πραγματικότητας έχουμε μόνο όταν Ανυψωνόμαστε στην Απόλυτη Συνείδηση, στο Άχρονο, στο Χωρίς Ιδιότητες… Αυτή Είναι «Μία Πραγματικότητα Κοινή για όλους»…

Η Εξέλιξη της Συνείδησης
Η Συνείδηση (η Παρούσα Συνείδηση του καθενός) είναι όχι μόνο Σχετική (ως προς την ικανότητά της να αντιλαμβάνεται το Πραγματικό, και ως προς το «περιεχόμενό» της…), αλλά και στην κατώτερη θέση στην κλίμακα των καταστάσεων (που μπορεί να βιώσει θεωρητικά…)… Από την «φύση» του (από τον «ορισμό» του…) το «σχετικό» είναι κάτι που μπορεί να πάρει διάφορα (διαφορετικά) περιεχόμενα… Έτσι, εξ’ αρχής, ορίζοντας την Παρούσα Συνείδηση σαν «κάτι σχετικό» δεχόμαστε ότι η Παρούσα Συνείδηση «εξελίσσεται»…
Αλλά με ποια έννοια μπορεί να εξελιχθεί (και εξελίσσεται…) η Παρούσα Συνείδηση; Είναι λογικό συμπέρασμα ότι σε οποιαδήποτε κατάσταση κι αν βρίσκεται μία συνείδηση δεν μπορεί να εξελιχθεί πραγματικά παρά μόνο «διευρυνόμενη». Είναι λογικά αδύνατο (εκτός κάποιας φυσικής βλάβης… όσο η συνείδηση συνδέεται με τον υλικό φορέα της…) μία συνείδηση να «οπισθοχωρήσει» σε μία κατώτερη κατάσταση… Βεβαίως η εξέλιξη της συνείδησης (με την «διεύρυνσή» της…) δεν έχει την έννοια μίας «αναπόφευκτης μετατόπισης»… Η συνείδηση μπορεί να συσσωρεύει εμπειρίες, να αναπαραγάγει τις ίδιες αντιλήψεις (να «επαναλαμβάνεται») και να ξαναγυρνά στα ίδια αδιέξοδα, για πάντα (ή σχεδόν για πάντα…) Αυτό συμβαίνει με την πλειονότητα των ανθρώπων…
Η «πνευματική αφύπνιση» έχει ακριβώς την έννοια μίας «ριζικής μετατόπισης της συνείδησης», έτσι ώστε να αναδιοργανώσει εκ βάθρων την αντίληψή της (του Πραγματικού), να αποκτήσει άλλη «εμπειρία», άλλο «περιεχόμενο» (του Πραγματικού)…
Τώρα, το αν η συνείδηση (ίσως από την ίδια την «φύση» της…) ακολουθεί κάποια συγκεκριμένη εξέλιξη, αυτό είναι θέμα «ερμηνείας»… Το γεγονός είναι ότι η συνείδηση εξελίσσεται «διευρυνόμενη» (ή αλλιώς απορρίπτοντας τους περιορισμούς της…)… Το Όραμα μίας Τελικής Εξέλιξης, μίας Ολοκλήρωσης, δεν μπορεί παρά να είναι «Μία Συνείδηση Χωρίς Όρια», χωρίς περιορισμούς… που Βυθίζεται στο Αχανές… στο Άχρονο… στο Θεό…

Η Ουσία όλων των θρησκειών
Μελετώντας τις διάφορες θρησκείες, σε όλες τις εποχές (κι ανεξάρτητα από την φάση της θρησκευτικής αντίληψης στην οποία τοποθετούνται) παρατηρούμε ότι υπάρχουν ορισμένες βασικές αντιλήψεις που είναι ίδιες σε όλες τις θρησκείες. Όλες οι θρησκείες μιλούν για την Ίδια Πραγματικότητα. Οι διαφορές μεταξύ των θρησκειών είναι κυρίως ερμηνευτικές και γλωσσικές.

1) Σε όλες τις θρησκείες τίθεται εξ’ αρχής ότι η Ύστατη Πραγματικότητα (που θεωρείται πάντα Απροσδιόριστη, Ακατάληπτη, Άπειρη, κλπ) αποτελεί το Υπόβαθρο του Φαινομένου της Ύπαρξης κι όλων των ποικιλιών του. Το Απόλυτο, το Είναι, κλπ. Προηγείται κάθε ύπαρξης και κάθε ύπαρξη αναφέρεται σε Αυτό και μπορεί να το προσεγγίσει μόνο βιωματικά. Δεν είναι απλά μία γενική ιδέα στην οποία ανάγει η σκέψη όλα τα όντα - αυτή η γενική ιδέα είναι μία κατασκευή που έπεται της σκέψης και δεν έχει καμία σχέση με την Αντικειμενική Πραγματικότητα που τίθεται στην αρχή.

2) Κάθε είναι (κάθε συνείδηση που συναισθάνεται ότι υπάρχει) είτε ταυτίζεται, είτε αναφέρεται στην Ύστατη Πραγματικότητα. Το είναι πηγάζει, εξαρτάται και είναι σε σχέση με την Ύστατη Πραγματικότητα.

3) Εξαιτίας της ύπαρξης σχέσης μεταξύ της Ύστατης Πραγματικότητας και της οποιασδήποτε συνείδησης προκύπτει η επικοινωνία όχι μόνο σαν υπαρξιακή αναγκαιότητα αλλά και σαν ζωτική δραστηριότητα και σαν υπαρξιακός προορισμός.

4) Η Ύστατη Πραγματικότητα θεωρείται από την κάθε συνείδηση (το κάθε υποκείμενο) σαν μία Υπέρ-υποκειμενική Πραγματικότητα, δηλαδή μία Αντικειμενική Πραγματικότητα, την Οποία το υποκείμενο προσεγγίζει όταν υπερβαίνει όλες τις υποκειμενικές, εξωτερικές δραστηριότητες και βυθίζεται στο Βαθύτερο Αντικειμενικό Είναι του. Το Βαθύτερο Αντικειμενικό Είναι κάθε ύπαρξης ταυτίζεται με την Ύστατη Πραγματικότητα. Εδώ θεμελιώνονται όλες οι διαλογιστικές πρακτικές, οι πνευματικές ασκήσεις, κλπ.

5) Η ολοκλήρωση του όντος στα πλαίσια μίας θρησκείας σημαίνει την Βίωση της Ύστατης Πραγματικότητας (είτε την θεωρούμε σαν ταύτιση με την Ύστατη Πραγματικότητα, είτε σαν ένωση, είτε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο). Η κατάσταση ορίζεται σαν φώτιση, θέωση, τελείωση, ολοκλήρωση, κλπ (όλα αυτά σημαίνουν το ίδιο πράγμα).

6) Η Βίωση της Ύστατης Πραγματικότητας αποκαλύπτει στα όντα που το πετυχαίνουν αυτό ότι υπάρχει μόνο Μία Πραγματικότητα από την Οποία δεν αποχωρίζονται ποτέ. Η περιπέτεια μέσα στα σύμπαντα, αόρατα και ορατά, είναι υποκειμενική που καθίσταται λόγω της απορρόφησης και της αδυναμίας του υποκειμένου, αντικειμενική. Ο Φωτισμός αποκαλύπτει την αληθινή μας σχέση με τα φαινόμενα.
Αυτές οι γενικές αντιλήψεις υπάρχουν σε όλες τις θρησκείες κι όπου κάποια θρησκεία φαίνεται να απομακρύνεται από τον κανόνα αυτό οφείλεται μάλλον στην ερμηνεία που προωθούν οι εκπρόσωποί της κι όχι στην Αλήθεια που προσπαθεί η θρησκεία να προσεγγίσει
Ας μην ξεχνάμε πάντως ότι όλες οι θρησκείες είναι μόνο ερμηνείες, όχι η Αλήθεια καταγραμμένη.

Η 25η ώρα

Μία φορά ο χρόνος ξεχείλισε και η μέρα απλώθηκε σε 25 ώρες. Εκείνη την φορά θυμάμαι, τα κάναμε όλα αργά. Αργά μιλούσαμε, αργά τρέχαμε, αργά γελούσαμε. Ήτανε σαν να μας είχες ράψει επάνω στον χρόνο και είχαμε πάρει τα μέτρα του..
Με τον καιρό μάλιστα, θυμάμαι, ακολούθησε και το περιβάλλον. Ο ήλιος ανέτειλε και έδυε πιο αργά, το νερό αργούσε να βράσει, τα κύματα της θάλασσας ήτανε λιγότερο ορμητικά.
Ζούσαμε και μεις πια πιο αργά, σκεφτόμασταν πιο αργά, και δεν μας ενοχλούσε. Σκεφτήκαμε θυμάμαι κάποια στιγμή να αλλάξουμε τα ρολόγια μας, αλλά είπαμε να το αφήσουμε για πιο μετά, αργότερα. Οι ζωές μας ήταν ίδιες, αλλά όχι τόσο γρήγορες. Λίγο περισσότερη νύχτα, λίγο περισσότερη μέρα, αλλά δεν το πολυκαταλαβαίναμε. Κάναμε τα ίδια που θα κάναμε και πριν, απλά με λίγη καθυστέρηση…
Ώσπου, κάποια απ αυτές τις αργόσυρτες στιγμές, ήρθε ένας γέρος ωρολογοποιός με μούσι μακρύ, που έδειχνε να μην είχε καταλάβει τον νέο χρόνο. Έδειχνε να μην ήτανε αργός σαν και μας.

"ξυπνήστε, μας είπε, ο χρόνος δεν σταμάτησε να ξεχειλίζει , η μέρα έχει πια 30 ώρες"
ποιος ήταν αυτός και τι ήταν αυτές οι καταστροφολογίες? και προς θεού γιατί μιλούσε τόσο γρήγορα? κοιτάξαμε τα ρολόγια μας, που είχαν πια χαλάσει όλα, γυρνούσαν οι δείκτες σαν παλαβοί σαν χαμένοι, δεν ξέραν που να στραφούν. Κοιταχτήκαμε. Όντως, όλο και πιο αργά ζούσαμε πια σε σχέση με πριν..
"ο χρόνος συνεχίζει να ξεχειλίζει και θα πλημμυρίσουμε, και όταν γίνει αυτό, η μέρα θα έχει πια τόσες πολλές ώρες που δεν θα προλαβαίνει να συμβαίνει πια τίποτα" μας είπε πανικοβλημένος και, τόσο γρήγορα για τα δικά μας δεδομένα. Αυτό είπε κι έφυγε τρέχοντας, τόσο που δεν θυμόμασταν ότι ο άνθρωπος μπορούσε να τρέχει έτσι.
Και καταλάβαμε! Και τρέξαμε όλοι μαζί! Τόσο γρήγορα όσο αυτός! Και αρχίσαμε να μιλάμε γρήγορα και να σκεφτόμαστε γρήγορα, όσο πιο γρήγορα γίνεται! Κι ακολούθησε κι ο ήλιος μετά! Και το φεγγάρι! Και τα κύματα! Και τα σύννεφα! Και αρχίσαμε όλοι να βιαζόμαστε προς την κατεύθυνση του ωρολογοποιού με το μακρύ το μούσι!
Και καταφέραμε και έγιναν ξανά οι ώρες 24. Και προλάβαμε τα πράγματα να γίνονται.
Μόνο τον γέρο δεν ξανάδαμε… χάθηκε στην υπερχείλιση των συμβάντων…

Για φαντάσου

Φαντάσου να ξημερώνει, να ξυπνάς και να μην μπορείς να περιμένεις να σηκωθείς από το κρεββάτι, να ντυθείς, να πλυθείς, να βγεις έξω και να περπατήσεις, μην διστάζοντας να χαμογελάσεις σε γνωστούς και αγνώστους στην πορεία σου για τη δουλειά σου.

Φαντάσου να οδηγείς στον δρόμο και να μην ακούς μονίμως κόρνες, φωνές, μπινελίκια, καβγάδες, και να μην βλέπεις ανθρώπους να ψάχνουν σε σκουπίδια και σε κάδους για κάτι να φάνε ή κάτι που μπορεί να τους φανεί χρήσιμο.

Φαντάσου δρόμους που δεν είναι πλημυρισμένοι από κλούβες, και ΜΑΤ, και ΔΙΑδες, και Δελτάδες, και μαυροντυμένους, και πρασινοντυμένους σε κάθε γωνία, σε κάθε πλατεία, σε κάθε στενό, σε κάθε δημόσιο κτίριο, σε κάθε γήπεδο, σχολείο, σε βουνά, σε παραλίες, σε πάρκα και σε δάση.
Φαντάσου να πηγαίνεις στη δουλειά σου και να ανυπομονείς να δουλέψεις επειδή σου αρέσει αυτό που κάνεις, το έχεις σπουδάσει και βλέπεις να σου αποδίδει καρπούς, να σε γεμίζει, να σε προβληματίζει, να σε απασχολεί το πως θα εξελιχθείς για να πετύχεις περισσότερα.

Φαντάσου να έρχεται η μέρα της πληρωμής σου και να μην νιώθεις πως τίποτα δεν έχει αξία και πως η ενέργεια που σπαταλάς δεν πιάνει μία, και να μην αναρωτιέσαι πως θα τα βγάλεις πέρα μετά τη δεύτερη εβδομάδα του μήνα.

Φαντάσου να νιώσεις μιαν αδιαθεσία, πως κάτι δεν πάει καλά με την υγεία σου, και να μην διστάσεις να συμβουλευτείς έναν γιατρό ή κάποιο νοσοκομείο επειδή φοβάσαι πως το κόστος που θα προκύψει δεν το έχεις υπολογίσει και θα λείψει κάτι άλλο με αποτέλεσμα όσα χρωστάς να αυξηθούν, αλλά να ξέρεις πως αυτό μπορείς να το κάνεις επειδή είναι το δικαίωμά σου στην ζωή που η ίδια η ανθρωπότητα και η Πολιτεία προασπίζει.

Φαντάσου να θες να δεις αδερφούς και φίλους και να μην τους ψάχνεις επειδή αυτοί ασχολούνται με το πως θα πληρώσουν τους λογαριασμούς, πως θα βρουν μια δουλειά για ένα ξεροκόμματο, πως θα πνίξουν την κατάθλιψή τους σε ουσιώδη ή ανούσια χόμπι, πως θα εκτονώσουν σε ένα σαββατιάτικο τρίωρο την ένταση της πίεσης μίας ολόκληρης εβδομάδας, επειδή αυτοί είναι εκεί τριγύρω, μαζί σου.
Φαντάσου τους δικούς σου χαμογελαστούς και ξέγνοιαστους, χωρίς το καθημερινό άγχος των λογαριασμών, χωρίς τους καβγάδες γύρω από τα οικονομικά του σπιτιού.

Φαντάσου τον πατέρα σου να νιώθει ξανά χρήσιμος και ενεργό μέλος του συνόλου, επειδή η ηλικία του πράγματι του επιτρέπει να συνεχίσει να προσφέρει, να εργάζεται, να συμμετέχει, και δεν χειμάζεται μαζί με τη γενιά του σε πρόωρες συντάξεις και επιδόματα της πείνας, την ώρα που η αγορά του δείχνει την έξοδο.

Φαντάσου τη μάνα σου να μαγειρεύει με ευτυχία και να μην μετράει με το ζύγι το κρέας, και να μην πεθαίνει από το άγχος εάν έρθει κάποιος φίλος για το τι θα τον τρατάρει και πόσο θα κοστίσει και εάν το φαγητό θα φτάσει και για τους υπόλοιπους της οικογένειας.

Φαντάσου το κορίτσι σου, ή το αγόρι σου, να μην τρέχει πανικόβλητο για το μεροκάματο, με αγωνία, με άγχος, με νεύρα δουλεύοντας για κάποιον που δεν αναγνωρίζει την αξία της, ή την κάνει να νιώθει άσχημα, ή δεν τη σέβεται, ή την βάζει να κάνει πράγματα που δεν επιθυμεί, ή την αδικεί, ή όλα αυτά μαζί.

Φαντάσου όλα εκείνα τα όνειρα που σε συνόδεψαν μέχρι σήμερα να μην ήταν σήμερα όνειρα αλλά στόχοι που ακόμα δεν έχουν επιτευχθεί, αλλά για τον καθένα από αυτούς έχεις ένα πλάνο, μία προσπάθεια, έναν προσανατολισμό ώστε να τον πετύχεις, γνωρίζοντας πως ακόμα και εάν δεν τον πετύχεις θα έχεις προσπαθήσει, και πως αυτό μερικές φορές μπορεί να έχει μεγαλύτερη αξία από την επίτευξή του.

Φαντάσου τα βράδια να πέφτεις ήρεμος για ύπνο, χωρίς τηλεόραση για να διώχνει την ησυχία, χωρίς επίμονες σκέψεις για όσα έχεις να πληρώσεις, για όσα πρέπει να πληρώσεις, για όσα κοστίζουν αυτά που θέλεις, για όσα χρωστάς, για όσα σου χρωστάνε, για όσα χρωστάμε όλοι, αλλά με όσα δεν πρόλαβες να κάνεις σήμερα αλλά αύριο, αμέσως μόλις ξυπνήσεις δηλαδή θα ξημερώσει μία άλλη ημέρα που και χρόνο έχει, και χώρο, και χαμόγελα, και αγκαλιές, και ανθρώπους που αγαπάς έχει για σένα για να τα κάνεις.

Ωραία. Και τώρα ξύπνα. Και σκέψου λίγο.

Η Βαρβαρότητα

Το Βυζάντιο δεν είναι η Ελλάδα. Είναι η άρνηση της Ελλάδας.

Δεν μίλησα για το Βυζάντιο, γιατί σε καμιά περίπτωση δεν είναι η Ελλάδα, είναι μάλλον η άρνηση της Ελλάδας. Παρατηρήστε, αλήθεια, την υπεριεραρχημένη βυζαντινή Αυλή με τους χίλιους τίτλους που μας φαίνονται σαν παιδιαρίσματα, τη δυσκίνητη δημόσια διοίκηση με τα πλήθη των υπαλλήλων, σε πλήρη αντίθεση προς την απλότητα και την ευκαμψία της διακυβέρνησης των δημοκρατιών ή και των ελληνιστικών βασιλείων.

Παρατηρήστε όλη αυτή την επίδειξη, τον δεσποτισμό των αυτοκρατόρων, τον φανατισμό που αποτελεί τη συνηθέστερη εκδήλωση σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Ιστορίας, τη διαμάχη. των εικονοκλαστών που ήταν μια παραφροσύνη ανάμεσα σε τόσες άλλες, εκείνη τη σκληρότητα, τη βαρβαρότητα, το αίμα που ρέει και κηλιδώνει την ιστορία του Βυζαντίου απ’ αρχής μέχρι τέλους, εκείνες τις μηχανορραφίες, τις επαναστάσεις του παλατιού, πάντοτε θηριώδεις και φοβερές. Τίποτε άλλο δεν υπάρχει που να έρχεται σε μεγαλύτερη αντίθεση προς το ελεύθερο και φωτεινό πνεύμα της Αθήνας από όσο όλα όσα προαναφέραμε.

Συγκρίνετε αυτόν τον Παντοκράτορα Χριστό, τον τόσο τυπικά και θλιβερά βυζαντινό, με τα κοίλα, υπερμεγέθη μάτια, μαύρα όπως ο  θάνατος, με το σκυθρωπό και κάτωχρο πρόσωπο, συγκρίνετέ τον με οποιαδήποτε μορφή του Ερμή, του Απόλλωνα ή του Διονύσου, που ακτινοβολούν από ζωή, ομορφιά, ισορροπία και αρμονία και θα καταλάβετε τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει την ελληνική από τη βυζαντινή ψυχή. Είναι ο θρίαμβος της ζωής και του καθαρού λόγου απέναντι στον θρίαμβο του θανάτου και τoύ ανατολίτικου μυστικισμού.
Είναι η ψυχή η ξαναμμένη από την ομορφιά, την καλλιτεχνική δημιουργία, την αγάπη για ζωή, απέναντι σε μια φτωχή και αποστειρωμένη ψυχή, συντεθλιμμένη από μια θρησκεία του θανάτου και του πόνου, μια θρησκεία που περιφρονεί τον άνθρωπο, τη φύση, τη ζωή και οτιδήποτε γήινο, όλα δηλαδή όσα κάνουν τη ζωή μας να αξίζει. Η Αθήνα είναι η αξεπέραστη κορωνίδα του πολιτισμού με όλες τις αξίες που αυτός περιέχει, είναι ο θρίαμβος του κάλλους, η κατ’ εξοχήν πατρίδα του τίμιου ανθρώπου, του «καλού καγαθού».
Το Βυζάντιο είναι ο θρίαμβος των βαρβαροτήτων της Ανατολής, ο θρίαμβος της πιο ανήθικης ιδέας που ταλαιπώρησε τον άνθρωπο, ότι δηλαδή η Γη είναι μια κοιλάδα δακρύων, ότι η αληθινή ζωή βρίσκεται σε έναν νεφελώδη και υποθετικό ουράνιο κόσμο και ότι η ζωή δεν είναι παρά μια προετοιμασία για το θάνατο.
Η βυζαντινή λογοτεχνική παραγωγή είναι εντούτοις εξαιρετικά φτωχή και απογοητευτική. Σε έναν Ηρόδοτο, σε έναν Θουκυδίδη, έναν Πολύβιο, οι μόνοι που έχει να αντιπαρατάξει το Βυζάντιο είναι ο Προκόπιος, ο Ψελλός καιο Φώτιος. Στον Ισοκράτη και το Δημοσθένη, ο Νικηφόρος Γρηγοράς. Στον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τον Πλωτίνο, ο Δημήτριος Κυδωνιεύς ή ο Πλήθων. Στον Πλούταρχο, ο Μάρκος ο Διάκονος. Δεν τολμώ να αναφέρω τον Όμηρο, διότι ούτε η Αλεξιάς της Άννας Κομνηνής ούτε τα ποιήματα του Τζέτζη ή το έπος του Διγενή Ακρίτα, μπορούν να παραβληθούν με τα ομηρικά έργα.

Τα χάνει κανείς μπροστά σε τόση ευτέλεια και ελαφρότητα. Επιπλέον παρατηρείται παντελής έλλειψη πρωτότυπης σκέψης και ολοκληρωτική απουσία του θεάτρου και της μεγάλης «κοσμικής» ποίησης.

Και παρά την τραγωδία της πολιορκίας και της πτώσης της βασιλεύουσας το 1453 δεν μπορούμε παρά να χαιρόμαστε γι’ αυτήν, διότι ο θάνατος του Βυζαντίου προκάλεσε την οριστική αναγέννηση αυτού που ο Ιουστινιανός είχε ισχυρισθεί ότι είχε για πάντα εξαλείψει με το κλείσιμο της Σχολής των Αθηνών, την οριστική αναγέννηση αυτού που χυδαία και άδικα αποκαλείται «παγανισμός» και που εγώ το ονομάζω «καθάρειο, φλογερό πάθος, ζωογόνο φλόγα της αθάνατης ψυχής της αρχαίας Ελλάδας».

1. Αν και ανήκουν στον εκκολαπτόμενο βυζαντινισμό, δεν μπορούμε να αποδώσουμε στη βυζαντινή γραμματεία ούτε έναν ορισμένο αριθμό ποιητών της Παλατινής ανθολογίας ούτε τον Νόwο τον Πανοπολίτη ούτε τον Μουσαίο για να μην αναφέρουμε παρά μόνον αυτούς, διότι τα επιγράμματα ή τα βραχύτατα ποιήματα των πρώτων τα οποία, εξάλλου, δεν έχουν εξ ολοκλήρου χάσει τη γοητεία μιας θνήσκουσας κοινωνίας, που παρ’ όλα αυτά εξακολουθούσε να σφύζει από ζωή, το ποίημα-ποταμός των Διονυσιακών και το ποίημα Ηρώ και Λέανδρος συγκαταλέγονται στα ειδωλολατρικά έργα.

Εξάλλου, ο ενθουσιασμός που παρακινεί τον Ρωμανό τον Μελωδό δεν μου φαίνεται δικαιολογία ικανή, ώστε να παραβάλλεται προς τον Πίνδαρο, όπως τόλμησαν να πουν μερικοί, αλλά μάλλον προς τον Λατίνο Προυντέντιο ή έστω, τον Συνέσιο.

2 Αν εξαιρέσουμε τον Πλήθωνα, πλατωνιστή του 15 μ.κ.ε. αιώνα, που είναι ο μόνος Βυζαντινός ο οποίος μπορεί να χαρακτηριστεί στοχαστής, δεν βλέπω παρά μόνο τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που υπήρξε αναμφίβολα μέγας ρήτορας, αλλά που η φιλοσοφική του σκέψη περιορίζεται στην ηθική της αισχρής κατήχησης.

Το κεφάλαιο απαιτεί αίμα

Μερικοί το αγνοούν. Αρκετοί δυσανασχετούν. Και οι περισσότεροι αδυνατούν να το συνειδητοποιήσουν. Ότι ο νικητής πατάει επί πτωμάτων. Πολλών, μα πάρα πολλών πτωμάτων!
Ποιος το λέει αυτό; Πάντως όχι εγώ. Μερικά παραδείγματα χαρακτηριστικά και άκρως ρεαλιστικά. Ας πούμε:
Ο Νέιθαν Μάγιερ Ρότσιλντ (1840-1915), ένα από τα αφεντικά της χρηματοπιστωτικής δυναστείας των Ρότσιλντ, με ελάχιστες λέξεις όριζε τη λειτουργία του κεφαλαίου και του καπιταλισμού: «Buy when blood is running in the streets». Που σημαίνει: «Να αγοράζεις μόνο όταν αίμα χύνεται στους δρόμους». Συμπληρώνοντας: «Οσοι έχουν το κουράγιο να αγοράσουν έτσι, αυτοί θα είναι και οι θριαμβευτές όταν η σκόνη καταλαγιάσει»!
Το ίδιο απόφθεγμα το υιοθέτησαν όλα τα κοράκια της Wall Street. Ο θρυλικός Τζον Ντ. Ροκφέλερ (1839-1937) προέκτεινε τη λογική του Ρότσιλντ με λόγια χριστιανικά: «Πιστεύω ότι είναι θρησκευτικό καθήκον να αρπάζεις όσα λεφτά μπορείς. Η δύναμη να κάνεις λεφτά είναι δώρο Θεού»!
Μάλιστα ο Αϊκ Αϊζενχάουερ, από τους πρώτους προέδρους των ΗΠΑ μετά τον πόλεμο, συνόψιζε την πεμπτουσία του συστήματος με ασυγκράτητο κυνισμό: «Ότι συμφέρει την General Motors συμφέρει και την Αμερική»!
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Μα ότι ο πολλαπλασιασμός του κεφαλαίου απαιτεί να χυθεί αίμα. Άφθονο, καυτό, πλούσιο, πηχτό αίμα. Ακόμα, ότι το κεφάλαιο λειτουργεί ανεξάρτητα από τη θέληση και την προσωπικότητα του κατόχου του. Ο ίδιος στην προσωπική του ζωή μπορεί να είναι υπόδειγμα οικογενειάρχη και φίλου.
Όμως στην επαγγελματική του πορεία είναι κι αυτός αναγκασμένος να υπακούσει στους αντικειμενικούς νόμους του χρήματος. Δηλαδή να πολλαπλασιάζει τα πουγκιά του. Διαρκώς. Χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα. Ακόμα και εναντίον φίλων και συγγενών του. Ο ίδιος δηλαδή είναι «εργαλείο» του χρήματος. Και αυτό επειδή γνωρίζει ότι αν το κεφάλαιό του δεν πολλαπλασιαστεί, πάπαλα τόσο ο ίδιος όσο και η «αυτοκρατορία» του!
Όπως έλεγε ο θρυλικός Σέρλοκ Χολμς: «Elementary, my dear Watson» (Στοιχειώδες, αγαπητέ μου Γουάτσον)! Με αυτά τα στοιχειώδη οπλίζονται οι γόνοι των μεγαλοκαρχαριών στα σπουδαιότερα πανεπιστήμια των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας. Με αυτά και τα τρία παιδιά του Γουόρεν Μπάφετ. Ενός εκ των πλουσιότερων του γήινου σύμπαντος, κατόχου 50 δισ. δολαρίων!
Προς τι όλα αυτά; Επειδή ακούω και βλέπω παντού συμπολίτες μου να απορούν σαν να ανακαλύπτουν την Αμερική. Όταν ωρυόμενοι βλέπουν να καλπάζουν τα κερδοσκοπικά funds.
Μα φυσικά, φίλε μου, θα μας κατασπαράξουν. Κι εσύ στη θέση τους το ίδιο και χειρότερα θα έκανες!
Όταν ανακαλύπτουν ότι οι σπεκουλαδόροι του Χρηματιστηρίου περιμένουν στη γωνία για να πέσουν οι μετοχές, να γκρεμιστεί ο Δείκτης και στη συνέχεια να αγοράσουν με πενταροδεκάρες. Μα φυσικά το έκαναν παντού και θα το κάνουν πάντα. Κι εσύ στη θέση τους το ίδιο και χειρότερα θα έκανες!
Όταν οι τιμές των ακινήτων κατρακυλάνε στα τάρταρα και οι ξένοι θα έρθουν να μας τα αρπάξουν μπιρ παρά. Μα φυσικά θα το κάνουν. Κι εσύ στη θέση τους το ίδιο και χειρότερα θα έκανες!
Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Τους εργαζόμενους. Τους μικροκεφαλαιούχους. Τους μικροϊδιοκτήτες. Τους βιοτέχνες. Τους μικρομεσαίους. Ο καρχαρίας κολυμπάει σαν σφαίρα επί 24ώρου βάσεως. Και καταβροχθίζει ό,τι βρει στο πέρασμά του. Το ίδιο στη θέση του θα έκανες κι εσύ!
Επομένως. Θα χυθεί αίμα. Άφθονο. Δεν ήξερες; Να ρώταγες. Γιατί τώρα είναι αργά. Όπως στρώσαμε έτσι θα κοιμηθούμε. Κολυμπώντας στο αίμα μας!