Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Σφῆκες (936-972)

ΒΔ. αὐτὸς καθελοῦ· τοὺς μάρτυρας γὰρ εἰσκαλῶ.
Λάβητι μάρτυρας παρεῖναι τρύβλιον,
δοίδυκα, τυρόκνηστιν, ἐσχάραν, χύτραν,
καὶ τἄλλα τὰ σκεύη τὰ προσκεκλημένα.
940 ἀλλ᾽ ἔτι σύ γ᾽ οὐρεῖς καὶ καθίζεις οὐδέπω;
ΦΙ. τοῦτον δέ γ᾽ οἶμ᾽ ἐγὼ χεσεῖσθαι τήμερον.
ΒΔ. οὐκ αὖ σὺ παύσει χαλεπὸς ὢν καὶ δύσκολος,
καὶ ταῦτα τοῖς φεύγουσιν, ἀλλ᾽ ὀδὰξ ἔχει;
ἀνάβαιν᾽, ἀπολογοῦ. τί σεσιώπηκας; λέγε.
945 ΦΙ. ἀλλ᾽ οὐκ ἔχειν οὗτός γ᾽ ἔοικεν ὅ τι λέγῃ.
ΒΔ. οὔκ, ἀλλ᾽ ἐκεῖνό μοι δοκεῖ πεπονθέναι,
ὅπερ ποτὲ φεύγων ἔπαθε καὶ Θουκυδίδης·
ἀπόπληκτος ἐξαίφνης ἐγένετο τὰς γνάθους.
πάρεχ᾽ ἐκποδών· ἐγὼ γὰρ ἀπολογήσομαι.
950 χαλεπὸν μέν, ὦνδρες, ἐστὶ διαβεβλημένου
ὑπεραποκρίνεσθαι κυνός, λέξω δ᾽ ὅμως.
ἀγαθὸς γάρ ἐστι καὶ διώκει τοὺς λύκους.
ΦΙ. κλέπτης μὲν οὖν οὗτός γε καὶ ξυνωμότης.
ΒΔ. μὰ Δί᾽ ἀλλ᾽ ἄριστός ἐστι τῶν νυνὶ κυνῶν,
955 οἷός τε πολλοῖς προβατίοις ἐφεστάναι.
ΦΙ. τί οὖν ὄφελος, τὸν τυρὸν εἰ κατεσθίει;
ΒΔ. ὅ τι; σοῦ προμάχεται καὶ φυλάττει τὴν θύραν
καὶ τἄλλ᾽ ἄριστός ἐστιν· εἰ δ᾽ ὑφείλετο,
σύγγνωθι· κιθαρίζειν γὰρ οὐκ ἐπίσταται.
960 ΦΙ. ἐγὼ δ᾽ ἐβουλόμην ἂν οὐδὲ γράμματα,
ἵνα μὴ κακουργῶν ἐνέγραφ᾽ ἡμῖν τὸν λόγον.
ΒΔ. ἄκουσον, ὦ δαιμόνιε, μου τῶν μαρτύρων.
ἀνάβηθι, τυρόκνηστι, καὶ λέξον μέγα·
σὺ γὰρ ταμιεύουσ᾽ ἔτυχες. ἀπόκριναι σαφῶς,
965 εἰ μὴ κατέκνησας τοῖς στρατιώταις ἅλαβες.
φησὶ κατακνῆσαι. ΦΙ. νὴ Δί᾽, ἀλλὰ ψεύδεται.
ΒΔ. ὦ δαιμόνι᾽, ἐλέει τοὺς ταλαιπωρουμένους.
οὗτος γὰρ ὁ Λάβης καὶ τραχήλι᾽ ἐσθίει
καὶ τὰς ἀκάνθας, κοὐδέποτ᾽ ἐν ταὐτῷ μένει.
970 ὁ δ᾽ ἕτερος, οἷός ἐστιν, οἰκουρὸς μόνον·
αὐτοῦ μένων γὰρ ἅττ᾽ ἂν εἴσω τις φέρῃ,
τούτων μεταιτεῖ τὸ μέρος· εἰ δὲ μή, δάκνει.

***
ΒΔΕ. Τους μάρτυρες καλώ και πάρ᾽ το μόνος.
Όλα τα σκεύη που έχουν λάβει κλήση
ως μάρτυρες του Λάβη να προσέλθουν·
γουδόχερο, σκουτέλα, τυροτρίφτης,
χύτρα και σκάρα.
Έρχονται άνθρωποι που παρασταίνουν αυτά τα σκεύη· στο Φιλοκλέωνα.
Εσύ δεν ανεβαίνεις
940 στην έδρα, βλέπω· κατουράς ακόμα;
ΦΙΛ., ανεβαίνοντας στη έδρα και δείχνοντας το Λάβη.
Απάνω του όμως τούτος θα τα κάμει.
ΒΔΕ. Πάντα άγριος και στρυφνός, και με τα δόντια
τους υπόδικους πάντα θα σπαράζεις;
Στο Λάβη.
Απολογήσου εσύ· γιατί σωπαίνεις;
ΦΙΛ. Δεν έχει τί να πει· έτσι φαίνεται. ΒΔΕ. Όχι·
έπαθε ό,τ᾽ είχε πάθει ο Θουκυδίδης
κάποτε που τον είχανε μηνύσει·
άξαφνα του πιαστήκαν οι μασέλες.
Παραμερίζει το Λάβη που στεκόταν σα χαμένος
πάνω στο βήμα κι ανεβαίνει αυτός.
Στην μπάντα! Θα μιλήσω εγώ για σένα.
Συνήγορος να γίνεις ενός σκύλου
950 που τον συκοφαντήσαν δύσκολο είναι,
ωστόσο, δικαστές μου, θα μιλήσω.
Γιατί είν᾽ αντρείος και διώχνει και τους λύκους.
ΦΙΛ. Δε λες πως είναι κλέφτης, συνωμότης.
ΒΔΕ. Είν᾽ απ᾽ τα τωρινά σκυλιά το πιο άξιο
και κάνει για αρχηγός πολλών προβάτων.
ΦΙΛ. Μα τί ωφελεί, που το τυρί μας τρώει;
ΒΔΕ. Για σε παλεύει, σου φυλάει την πόρτα,
κι άριστος σε όλα· αν σούφρωσε και κάτι,
συμπάθα τον· δεν έμαθε…κιθάρα.
960 ΦΙΛ. Και γράμματα ήταν κάλλιο να μην ξέρει·
ψευτολογοδοσίες δε θα ᾽κανε έτσι.
ΒΔΕ. Άκουσε, ευλογημένε, τους μαρτύρους.
Στο βήμα, Τυροτρίφτη! Αποθηκάριος
εσύ ᾽σουν. Μίλα δυνατά· αποκρίσου
ορθά κοφτά· για τους στρατιώτες όσα
παράλαβες δεν τα ᾽ξυσες; — Ορίστε,
τα ᾽ξυσε, λέει. ΦΙΛ. Το λέει, μα ψέματα είναι.
ΒΔΕ. Σπλαχνίσου, ευλογημένε, όσους μοχθούνε.
Ο Λάβης ψαροκόκαλα όλο τρώει
και σπάραχνα, και μια στιγμή δε στέκει.
970 Ασάλευτος στο σπίτι πάντα ο άλλος,
ζητά μερίδιο απ᾽ όσα οι άλλοι απέξω
κουβαλούν, κι αν δε δώσουνε, δαγκώνει.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΛΥΚΟΣ

ΛΥΚΟΣ
(από ζώο σε πέτρα)
 
Ο μύθος του λύκου είναι η ιστορία της μεταμόρφωσης ενός ζώου σε πέτρα.
 
Πρόκειται για τον λύκο που επιτέθηκε σε ένα κοπάδι πρόβατα, έρημα από βοσκούς, και τα κατασπάραξε.
 
Οι θεοί τον μεταμόρφωσαν σε βράχο μεταξύ της Λοκρίδας και της χώρας των Φαιάκων.
 
Τα πρόβατα εκείνα, μαζί με βόδια, τα προόριζε ο Πηλέας για τον Ίρο σαν ποινή για τον φόνο του γιου του Ευρυτίωνα, βασιλιά της Φθίας, τον οποίο διέπραξε ακούσια πάνω στο κυνήγι αγριογούρουνου και από τον οποίο είχε εξαγνιστεί νωρίτερα για τον φόνο του αδελφού του Φώκου.

Το αβάσταχτο κενό της ψευδαίσθησης

Μπορούμε να ζήσουμε με ασφάλεια, ηρεμία, σκοπό, ισορροπία, σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, φαίνεται να χάνεται και να τρέφεται ακόμα με ψευδαισθήσεις;

Οι απαντήσεις είναι πάντα απλές, φτάνει να τολμούμε τις ερωτήσεις. Φτάνει να αναζητούμε πραγματικά. Γιατί οι περισσότεροι κάνουμε τις ερωτήσεις μόνο νοητικά, μόνο θεωρητικά, συμπληρώνοντας αυτόματα τις γνώριμες απαντήσεις που έχουμε συνηθίσει να δίνουμε. Ένα πρόγραμμα που επαναλαμβάνεται μέσα μας, κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου, εντελώς χωρίς τη δική μας συνειδητή βούληση.

Οι άνθρωποι φοβούνται το κενό, όπως φοβούνται και το θάνατο και τη ζωή. Δεν αντέχουν να μην ξέρουν, να μην παρασύρονται από αυτά που οι αισθήσεις τους παρουσιάζουν. Αγνοούν πως οι αισθήσεις υπηρετούν το πρόγραμμα, πως δεν τους ανήκει πια τίποτα. Τίποτα δεν είναι πραγματικά δικό τους.

Είναι αδύνατον να αντιληφθεί οποιοσδήποτε το παιχνίδι που παίζεται κάτω από τη μύτη του, από τον ίδιο του το νου, αυτόματα, αυτόβουλα. Αναγκαστικά όμως, πρέπει να υποθέσει πως γνωρίζει τα παιχνίδια που παίζονται στην κοινωνία, από άλλους, από «το σύστημα» γιατί διαφορετικά μένει ακάλυπτος, παραμένει ανασφαλής…ή έτσι πιστεύει.

Οπότε, συμπληρώνει τα εσωτερικά κενά με θεωρίες συνομωσιολογίας που δεν καταλαβαίνει και πολύ, όμως υιοθετεί. Ξεκινά και διεξάγει άπειρους πολέμους, επαναστάσεις, αλλαγές, όλα βασισμένα στις «καλύτερες προθέσεις» για έναν «καλύτερο κόσμο», που θεωρεί πως επιχειρεί.

Ακόμα κι αν σταματήσει για λίγο για να αναρωτηθεί, γιατί δεν δουλεύουν οι αλλαγές, γιατί δεν έχουν αποτέλεσμα οι επαναστάσεις, γιατί δεν επικρατεί το «καλό», το «ωφέλιμο», το «σωστό», συμπληρώνει άμεσα, ακαριαία το εσωτερικό κενό, με γνώριμα, αποδεκτά συμπεράσματα:

Οι άλλοι δεν θέλουν/δεν προσπαθούν αρκετά.

Το σύστημα δεν το επιτρέπει.

Οι δυνατοί/οι ελίτ/οι κακοί μας πολεμούν.

Θέλει πολύ χρόνο να επικρατήσει κάτι καλό.

Εγώ θα είμαι ο μάρτυρας που φυτεύει το σπόρο.

Κάποια μέρα θα γίνει.

Χρειάζονται περισσότεροι για να γίνει η ανατροπή.

Και μετά επιστρέφει στη γωνίτσα του, θεωρώντας αλαζονικά πως αυτός διαφέρει από «τους υπόλοιπους» που δεν έχουν πάρει μυρωδιά τι πραγματικά συμβαίνει. Διαφορετικά, δημιουργεί μια ομάδα, στην οποία κλείνεται, εκφράζεται, ανήκει, για να αισθάνεται ασφάλεια με τους ομοίους του. Οποιαδήποτε ερώτηση, αμφισβήτηση, διαφωνία έρθει «απ’ έξω» είτε την αγνοεί, δείχνοντας «ανωτερότητα», ενώ ουσιαστικά δεν μπορεί να την απαντήσει, είτε απαντάει με λόγια άλλων και παραπομπές, που θεωρεί δικά του.

Όμως, η φθορά και το γκρέμισμα συνεχίζονται, άσχετα αν κάποιοι (πολλοί) θέλουν να ζουν τα δικά τους παραμύθια. Αθέατο, αδυσώπητο, κατακλυσμιαίο, όμως σε τέτοια «αργή κίνηση» λόγω της πυκνότητας της ενέργειας, που δεν γίνεται αντιληπτό.

Οι υπεκφυγές εξακολουθούν να είναι όσες και οι άνθρωποι. Πού να τις εντοπίσεις; Ειδικά αν θέλεις να τις αγνοείς.

Σε κάθε κατακλυσμιαίο γκρέμισμα, ακμάζουν ταυτόχρονα, άπειρες θεωρίες αναστύλωσης, διατήρησης του «ορθού», προσπάθειες δημιουργίας, που παγιδεύουν τους φοβικούς και παρασύρουν τους ευκολόπιστους. Είναι πάγια λειτουργία ανά τους αιώνες που έχουμε μάθει και εύκολα βασιζόμαστε σε αυτήν για να μας «λυτρώσει» από την άγνοιά μας. Έτσι καταφέρουν, εικονικά, να ξεχωρίζουν οι «καλοί» από τους «κακούς» σπρώχνοντας επικίνδυνα τις πολικότητες σε σύγκρουση.

Τίποτα από όλα αυτά δεν φαίνεται. Δεν μπορεί κάποιος να σου τα φανερώσει. Πρέπει να μπορείς να τα δεις μόνος σου, εσύ με τον Εαυτό σου. Είναι βιωματική διαδικασία, που ο νους, η προσωπικότητα, η κοινωνία, το «σύστημα» δεν θα σε αφήσει να κάνεις. Πρέπει να το παλέψεις… όχι όπως έμαθες να παλεύεις. Γιατί, το σύστημα είσαι εσύ, εγώ, ο διπλανός σου. Κανείς, και τίποτ' άλλο!

Πρέπει να το θέλεις πάνω από όλα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο και πρέπει να είσαι κάθε στιγμή αφοσιωμένος σε αυτό, να ξεμάθεις για να μάθεις, να απαλλαγείς από τα έτοιμα προγράμματα που διατηρείς, να εγκαταλείψεις τη γνώση που πιστεύεις πως έχεις. Κάθε φορά!

Διαφορετικά, ο δρόμος είναι ήδη στρωμένος. Θα ξυπνάς κάθε πρωί, νομίζοντας πως έχεις τη μέρα σου (και τη ζωή σου) στρωμένη μπροστά σου, κυνηγώντας τις άπειρες ψευδαισθήσεις σου και θα πέφτεις για ύπνο το βράδυ με άπειρα ερωτήματα που θα βιάζεσαι να απαντάς με τις υπάρχουσες ελκυστικές θεωρίες:

Πρόσεχε τη διατροφή σου

Να κάνεις το καλό όπου μπορείς

Κάνε οικονομία

Γυμνάσου

Επέλεξε εναλλακτικούς τρόπους ζωής

Καλλιέργησε την τροφή σου

Άλλαξε τη δουλειά σου

Φτιάξε κοινότητα με τους ομοίους σου.

Βρες τον/την  ιδανικό σύντροφο.

Απομάκρυνε όσους δεν σε εμπνέουν, κ.λπ. κ.λπ.

 Όμως, παρόλα αυτά, θα συνεχίζεις να πονάς, να ψάχνεις, να θυμώνεις (αν και το κρύβεις γιατί έχεις διαβάσει για το νόμο της έλξης)), να αισθάνεσαι ενοχή (την οποία θα προσπαθείς να ξεφορτωθείς, χωρίς να το εντοπίζεις όμως), να συναντάς τοίχους και αδιέξοδα, να αρρωσταίνεις, να συρρικνώνεσαι, να απομονώνεσαι… Και φυσικά να υποστηρίζεις ακόμα πιο σθεναρά τις απόψεις σου.

Γιατί φοβάσαι, τρέμεις, αυτόν τον κόσμο που φαίνεται να χάνεται και εσύ έχεις ταχθεί να αναστυλώσεις, να διατηρήσεις... ή να υπερβείς! Πώς όμως να παραιτηθείς απ' όλα όσα έμαθες, πιστεύεις και υποστηρίζεις; Πώς να υπάρξεις χωρίς την πανίσχυρη προσωπικότητα που φαίνεται να είναι το Παν και ονοματίζει τα πάντα, καταχωρώντας τα σε κουτάκια, που ούτε καν γνωρίζεις πως υπάρχουν ή πού;

Γιατί, η πραγματική δύναμη δεν επιβάλλεται, η αληθινή γνώση δεν πείθει, η εσωτερική ηρεμία δεν χρειάζεται οπαδούς, η ζωή δεν είναι παζάρια!

Είναι όλα αυτά «καταστροφολογία»; Και ναι και όχι. Ο εκπαιδευμένος σου νους σίγουρα θα τα απορρίψει, θα πάει παρακάτω, σε κάτι πιο «ελπιδοφόρο» που έχεις ακόμα ανάγκη να πιστεύεις και να διατηρείς. Αλλά έτσι πρέπει να γίνει… γιατί η ελευθερία θέλει «αρετή και τόλμη» και δεν μπορεί να είναι για όλους. Σίγουρα δεν προσφέρεται η Γνώση «δωρεάν», με κρυφά ανταλλάγματα ή με δάνεια, όπως εκπαιδευτήκαμε να λαμβάνουμε τα πάντα στον "πολιτισμένο" κόσμο μας.

Τι προσφέρει ο Άλλος Δρόμος;

Το γκρέμισμα. Το τέλος των ψευδαισθήσεων.

Την αληθινή Γνώση που δεν υπάρχει σε πακεταρισμένα κουτάκια με όμορφες κορδέλες.

Την αμφισβήτηση του εικονικού κόσμου σου.

Το τσούξιμο των ματιών σου.

Το ξεβόλεμα.

Την ειλικρίνεια με το πραγματικό της νόημα.

Τη δημιουργική, αυθεντική σκέψη.

Τη μοναχικότητα.

Το άγνωστο.

Κάπου εδώ αποφασίζεις.... προσπερνάς ή ξαναδιαβάζεις. Έπειτα, αποφασίζεις ξανά. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα ξεκάθαρο. Όμως εσύ θα δράσεις, σύμφωνα πάντα με τη Βούλησή Σου. Και αυτό είναι δίκαιο! Γιατί, έχεις παραπλανηθεί: η Γνώση αποκαλύπτεται ΜΕΤΑ το γκρέμισμα, η Αλήθεια φανερώνεται μετά το τέλος των ψευδαισθήσεων. Δεν παίρνεις τίποτα μαζί σου. Ξαναγεννιέσαι εκ νέου. Αναγκαστικά! Ή συνεχίζεις όλα όσα ήδη γνωρίζεις....εκεί υπάρχουν πολλοί να σου κάνουν παρέα...

Τα μάτια των ταράνδων αλλάζουν χρώμα κάθε εποχή

Όλα τα ζώα, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων, μπορούν να προσαρμόσουν τα μάτια τους στο μεταβαλλόμενο επίπεδο φωτός.

Σε σκοτεινές συνθήκες, οι μύες στις ίριδες συστέλλονται, για να διασταλούν οι κόρες και να αφήσουν περισσότερο φως στα μάτια. Όταν το περιβάλλον είναι φωτεινό, οι ίριδες διευρύνονται και οι κόρες συρρικνώνονται.

Το ίδιο συμβαίνει και με τους ταράνδους. Αλλά όταν ο αρκτικός χειμώνας φέρνει σκοτάδι επί μήνες, κάτι συμβαίνει με τα μάτια τους, τα οποία αναγκάζονται να αλλάξουν χρώμα.

Ο αρκτικός τάρανδος είναι το μόνο θηλαστικό των οποίων τα μάτια έχουν διαφορετικό χρώμα ανάλογα με την εποχή. Το καλοκαίρι, όταν ο ήλιος είναι λαμπερός, τα μάτια είναι εκθαμβωτικά χρυσά, αλλά καθώς ο ήλιος χάνεται τον χειμώνα, γίνονται σιγά σιγά μπλε σκούρα.

Το τμήμα του ματιού που αλλάζει χρώμα είναι το tapetum lucidum, ένα στρώμα ιστών, το οποίο βρίσκεται πίσω από τον αμφιβληστροειδή. Αυτό το στρώμα είναι ανακλαστικό, αυξάνοντας την ποσότητα φωτός που διατίθεται στους φωτοϋποδοχείς.

Το tapetum lucidum συμβάλλει στην ανώτερη νυχτερινή όραση σε πολλά ζώα, όπως οι γάτες, τα σκυλιά και τα νυχτερινά αρπακτικά ζώα και πουλιά, ενώ είναι αυτό που λάμπει στο σκοτάδι όταν εμφανίζεται «φλόγα» στα μάτια μιας γάτας ή ενός σκύλου.

Κατά τους σκοτεινούς χειμερινούς μήνες, οι κόρες ενός ταράνδου αναγκάζονται να παραμείνουν διεσταλμένοι για μήνες, και αυτή η συνεχής πίεση στους μυς της ίριδας αλλάζει τη δομή των ματιών.

Οι ερευνητές βρήκαν ότι τα μπλε χειμωνιάτικα μάτια των ταράνδων είναι τουλάχιστον χίλιες φορές πιο ευαίσθητα στο φως από τα χρυσά καλοκαιρινά. Η ευαισθησία των πράσινων ματιών βρίσκεται κάπου ενδιάμεσα.

Η αυξημένη ευαισθησία επιτρέπει στους ταράνδους να βλέπουν στο σκοτάδι, κάτι που είναι απαραίτητο για την επιβίωσή τους κατά τους μακρινούς μήνες του χειμώνα.

Η ΤΕΧΝΗ

Ποιο το όφελος της τέχνης; Το ερώτημα αυτό ακουγόταν συχνά στη Βρετανία τη δεκαετία του 1860 · και σύμφωνα με πολλούς σχολιαστές επικρατούσε η απάντηση: «Μηδαμινό». Η τέχνη, εξάλλου, δεν είχε συνεισφέρει τίποτε στη δημιουργία των μεγάλων βιομηχανικών πόλεων, στην ανάπτυξη των σιδηροδρόμων, στη διάνοιξη των καναλιών, στην επέκταση της αυτοκρατορίας και στο ότι η Βρετανία είχε λάβει θέση εξέχουσα μεταξύ των εθνών. Για την ακρίβεια, μάλιστα, η τέχνη φαινόταν ικανή να υποσκάπτει τις ιδιότητες που καθιστούσαν εφικτά όλα εκείνα τα επιτεύγματα· η παρατεταμένη επαφή μαζί της ενείχε κινδύνους όπως η θηλυπρέπεια, η ομφαλοσκοπία, η ηττοπάθεια, και η ποδάγρα. Το 1865 ο Τζον Μπράιτ, αντιπρόσωπος της περιφέρειας του Μπέρμιγχαμ στο κοινοβούλιο περιέγραψε σε μια αγόρευσή του τους καλλιεργημένους ως κλίκα υποκριτών που, αν ξεχώριζαν σε κάτι, ήταν ότι «μιλούν σπαστά δύο νεκρές γλώσσες, λατινικά κι ελληνικά». Εξίσου δηκτική όμως για τα οφέλη της βαθιάς μέθεξης με τη λογοτεχνία, την ιστορία και τη ζωγραφική ήταν και η άποψη ενός ακαδημαϊκού της Οξφόρδης, του Φρέντερικ Χάρρισον: «Η καλλιέργεια είναι επιθυμητή ιδιότης εις τους κριτικούς νέων βιβλίων και προσήκει εις τους επαΐοντες των belles lettres» παραδεχόταν· αλλά «στην καθημερινότητα ή στην πολιτική σημαίνει απλώς έφεσιν εις την μικρολογίαν, ροπή προς την εγωιστική μακαριότητα και ενδοιασμό την ώρα της δράσης. Ο καλλιεργημένος είναι από τα υποδεέστερα πλάσματα επί της Γης. Ουδείς εφάμιλλος αυτού στον αφελή σχολαστικισμό και εις την έλλειψιν κοινής λογικής. Ουδέν του φαίνεται ιδιαιτέρως ανεδαφικό, βρίσκει δε όφελος εις κάθε επιδίωξιν».

Όταν αυτοί οι λασπολόγοι πρακτικιστές αναζητούσαν έναν ιδανικό εκφραστή των πολλών ελαττωμάτων της τέχνης, ήταν σχεδόν αδύνατον να βρουν στο λογοτεχνικό στερέωμα της Βρετανίας στόχο πιο ελκυστικό από τον ποιητή και κριτικό Μάθιου Άρνολντ. Δίδασκε ποίηση στην Οξφόρδη και είχε υπογράψει αρκετά τομίδια με μελαγχολικούς στίχους που εκτιμούνταν από ένα στενό κύκλο διανοουμένων. Και σαν να μην αρκούσε η συνήθειά του να περιφέρεται στο Λονδίνο κρατώντας ένα μπαστούνι με ασημένια μύτη, ο Άρνολντ μιλούσε με φωνή λεπτή και σιγανή, άφηνε φαβορίτες ιδιόμορφα μακρόστενες, χτένιζε τα μαλλιά του με χωρίστρα στη μέση και, άκουσον άκουσον, είχε το θράσος να πετάει διαρκώς σπόντες, σε διάφορα άρθρα του στις εφημερίδες ή σε ομιλίες ενώπιον ακροατηρίου, ότι η τέχνη μπορούσε να είναι από τις σημαντικότερες ασχολίες στη ζωή -και μάλιστα σε μια εποχή κατά την οποία, γεγονός πρωτόγνωρο στη Ιστορία, μπορούσες να διανύσεις σ’ ένα πρωί την απόσταση από το Λονδίνο ως το Μπέρμιγχαμ, και στην οποία η χώρα έφερε επάξια τον τίτλο «εργαστήριο του κόσμου».

Η Daily Telegraph, σθεναρός υπέρμαχος της βιομηχανίας και της μοναρχίας, εξαπέλυε μύδρους εναντίον του. Τον κατηγορούσε ως «κομψευόμενο μεμψίμοιρο» και ως «πρωθιερέα του πείθειν μετά τακτ», χλευάζοντάς τον ότι ήθελε να εκμαυλίσει τους δουλευτήδες και προσγειωμένους πολίτες, ώστε «να παραγκωνίσουν τα καταστήματα και τα καθήκοντά τους προκειμένου να άδουν άσματα, να απαγγέλλουν ποιήματα και να αναγιγνώσκουν δοκίμια».

Ο Άρνολντ δεχόταν αγόγγυστα τις λοιδορίες, ώσπου το 1869 τον εξώθησαν να γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο όπου εξηγούσε μεθοδικά σε τι πίστευε ότι ωφελούσε η τέχνη και για ποιους ακριβώς λόγους θεωρούσε ότι είχε να παίξει σημαντικό ρόλο στη ζωή – ακόμη και της γενεάς εκείνης που είχε την τιμή να ανακαλύψει την πτυσσόμενη ομπρέλα και την ατμομηχανή.

Το έργο του culture and Anarchy *[Πνευματική καλλιέργεια και αναρχία] ξεκινούσε παραθέτοντας μερικές από τις κατηγορίες που είχαν εναποτεθεί στο κατώφλι της τέχνης. Στα μάτια πολλών, έλεγε, η τέχνη δεν ήταν παρά «ένα αρωματικό βάλσαμο για τις ανθρώπινες δυστυχίες, μια θρησκεία που εμφυσά στους πιστούς της πνεύμα εξεζητημένης αδράνειας, ωθώντας τους να αρνηθούν τη συμμετοχή τους στο ξερίζωμα των κακών. Συχνά συνοψίζεται ως μη έχουσα πρακτικό αντίκρισμα ή -προς επίρρωσιν μιας οικείας λέξεως ορισμένων επικριτών- ως φληνάφημα».

Μόνο που η τέχνη στις ανώτερες στιγμές της, υποστήριζε ο Άρνολντ, δεν ήταν έργο «λαπάδων»· ήταν ένα μέσο που μπορούσε να προσφέρει λύσεις στις βαθύτερες εντάσεις και αγωνίες της ζωής. Όσο αιθεροβάμονες και αν θεωρούσαν τους καλλιτέχνες «οι λεοντιδείς της Daily Telegraph», η τέχνη ήταν απολύτως ικανή να προσφέρει ερμηνείες και απαντήσεις στα μεγάλα ζητήματα της ύπαρξης.

Αναλογιστείτε το έργο οποιουδήποτε σπουδαίου καλλιτέχνη, πρότεινε ο Άρνολντ και θα δείτε ότι χαρακτηρίζεται (άμεσα ή έμμεσα) από «την επιθυμία να εξαλείψει τα ανθρώπινα σφάλματα, να καθάρει την ανθρώπινη σύγχυση και να απαλείψει την ανθρώπινη δυστυχία». Σε κάθε σπουδαίο θεράποντα της τέχνης, έλεγε, είναι βαθιά ενσταλαγμένη «η βλέψις ν’ αφήσει τον κόσμο καλλίτερον από ό,τι τον ηύρε». Ορισμένοι μπορεί να μην ενσωματώνουν την επιδίωξη αυτή σε κάποιο αναφανδόν πολιτικό μήνυμα, ίσως να μην αντιλαμβάνονται καν ότι την καλλιεργούν, ωστόσο το έργο τους περιέχει πάντοτε σχεδόν μια διαμαρτυρία για την κατάσταση των πραγμάτων και επομένως την προσπάθειά τους να αναμορφώσουν τις αντιλήψεις μας· συνιστά μια απόπειρα να μας εκπαιδεύσουν, ώστε να διακρίνουμε την ομορφιά και να κατανοούμε τον πόνο, ή ακόμη να αναζωπυρώσουν τις ευαισθησίες ας, να διαπλάσουν την ικανότητά μας να συναισθανόμαστε την κατάσταση των άλλων και να μας κάνουν, μέσω της θλίψης ή του γέλιου να βρούμε μια νέα ισορροπία στις αντιλήψεις μας περί ήθους. Ο Άρνολντ ολοκλήρωνε τα επιχειρήματά του με ένα απόφθεγμα στο οποίο βασίζεται και όλο το κεφάλαιο που διαβάζετε τώρα. Η τέχνη, έλεγε, είναι «η κριτική της ζωής».

Σε ποιες σκέψεις μας ωθεί η φράση αυτή;

Κατ’ αρχάς στην προφανή, ότι η ζωή αποτελεί φαινόμενο που χρήζει κριτικής· και κατ’ επέκταση ότι εμείς οι άνθρωποι, ως έκπτωτα πλάσματα, κινδυνεύουμε διαρκώς να λατρέψουμε κίβδηλους θεούς, αδυνατούμε να κατανοήσουμε τον εαυτό μας, παρερμηνεύουμε τη συμπεριφορά των άλλων, γινόμαστε ολοένα και λιγότερο παραγωγικοί με τα άγχη ή τις επιθυμίες μας και ξεχνάμε ακόμη και ποιοι είμαστε με τη ματαιοδοξία και με τα λάθη μας.

Κατά δεύτερον, μας ωθεί στη σκέψη ότι τα έργα τέχνης που μας γοητεύουν -μυθιστορήματα, ποιήματα, θεατρικά έργα, πίνακες ή ταινίες- είναι ικανά, με χιούμορ ή με σοβαρότητα, να λειτουργούν ως πλάγια μέσα για να κατανοήσουμε την κατάστασή μας. Μπορεί μάλιστα να μας καθοδηγούν στην εξεύρεση μιας γνησιότερης, αδέκαστης, ευφυέστερης κατανόησης του κόσμου.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Για την αγάπη και την λογική

Ένας αξιωματούχος επισκέφτηκε τον Επίκτητο. Αρχικά μιλήσανε για διάφορα θέματα. Κατόπιν o Επίκτητος τον ρώτησε αν είχε γυναίκα και παιδιά. O άλλος απάντησε πως ναι. Τότε ο Επίκτητος τον ρώτησε:
— Πώς σου φαίνεται η οικογενειακή ζωή;
— Δυστυχία…
— Γιατί; Γι’ αυτό παντρεύονται και κάνουν παιδιά οι άνθρωποι; Για να δυστυχήσουν κι όχι για να ευτυχήσουν;
— Όχι. Αλλά η έγνοια για τα παιδάκια μου μ’ έχει διαλύσει. Πρόσφατα η κορούλα μου αρρώστησε και λέγανε πως κινδύνευε να πεθάνει. Μα εγώ δεν άντεχα να σταθώ κοντά της όσο ήταν άρρωστη, αλλά έφυγα απ’ το σπίτι κι έμενα αλλού μέχρι να ‘ρθει κάποιος να μου μηνύσει πως έγινε καλά.
— Και τι πιστεύεις; Σου φαίνεται ότι φέρθηκες σωστά;
— Μου φαίνεται ότι φέρθηκα φυσιολογικά.
— Αν εσύ με πείσεις ότι φέρθηκες φυσιολογικά, τότε κι εγώ θα σε πείσω πως καθετί που γίνεται σύμφωνα με τη φύση γίνεται σωστά.
— Έτσι αισθανόμαστε όλοι οι πατεράδες ή έστω οι περισσότεροι.
— Εγώ δεν αμφισβητώ το αν αυτό συμβαίνει. Η διαφωνία μας είναι για το αν αυτό είναι σωστό. Γιατί τότε θα έτρεπε να μου πεις ότι και τα σπυριά γίνονται για το καλό του σώματος, μιας και τα σπυριά συμβαίνουν. Και γενικότερα ότι το λάθος είναι σύμφωνο με τη φύση, μιας και όλοι σχεδόν ή τέλος πάντων οι περισσότεροι, κάνουμε λάθη. Δείξε μου λοιπόν πως η συμπεριφορά σου είναι φυσιολογική.
— Δεν μπορώ να το δείξω. Καλύτερα εσύ να μου το δείξεις, γιατί δεν είναι φυσιολογική και γιατί δεν είναι σωστή.
— Ωραία. Αν ψάχναμε να βρούμε αν κάτι είναι μαύρο ή άσπρο, ποιο κριτήριο θα επικαλούμασταν για να ξεχωρίσουμε;
— Την όραση.
— Κι αν ψάχναμε να βρούμε αν κάτι είναι κρύο ή ζεστό, σκληρό ή μαλακό;
—Την αφή.
— Ωραία, τώρα που η διαφωνία μας έχει να κάνει με το τι είναι φυσιολογικό και με το τι γίνεται σωστά ή όχι σωστά, ποιο κριτήριο θες να επικαλεστούμε;
— Δεν ξέρω.
— Συμφωνείς όμως ότι αν τύχει και δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το κριτήριο των χρωμάτων, των οσμών ή των γεύσεων δεν χάνουμε και πάρα πολλά, ενώ αν δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το κριτήριο του καλού και του κακού, φυσιολογικού και του μη φυσιολογικού, τότε η ζημιά είναι πολύ μεγάλη;
— Μεγαλύτερη δεν υπάρχει.
— Ωραία. Αυτά που κάποιοι τα θεωρούν πρέποντα και αρμόζοντα είναι όντως τέτοια; Οι Εβραίοι, οι Σύριοι, οι Αιγύπτιοι και οι Ρωμαίοι έχουν αντιλήψεις για το τι είναι πρέπον να τρώμε, σωστά; Είναι όλες τους σωστές;
— Πώς είναι δυνατόν να είναι όλες σωστές;
— Πράγματι, μου φαίνεται ότι αναγκαστικά, εάν οι αντιλήψεις των Αιγυπτίων είναι σωστές, τότε οι αντιλήψεις των υπολοίπων δεν θα είναι σωστές. Κι αν είναι σωστές οι αντιλήψεις των Εβραίων, τότε των άλλων δεν είναι, σωστά;
— Προφανώς.
— Εκεί που υπάρχει άγνοια, εκεί υπάρχει ασχετοσύνη και απαιδευσιά για τα πράγματα τα αναγκαία, σωστά;
— Συμφωνώ.
— Εσύ τώρα, αφού το αντιλήφθηκες αυτό, δεν θα ασχοληθείς με τίποτε άλλο ούτε θα μελετήσεις τίποτε άλλο παρά μονάχα πώς θα βρεις το κριτήριο του τι είναι σύμφωνο με τη φύση. Κι αφού το βρεις, θα χρησιμοποιήσεις το κριτήριο αυτό για να ξεχωρίσεις τι είναι φυσιολογικό στις συγκεκριμένες περιπτώσεις. Για την ώρα όμως μπορώ να σου προσφέρω μια βοήθεια σ’ αυτό που ζητάς. Θεωρείς ότι η αγάπη είναι κάτι φυσικό και ωραίο;
— Προφανώς.
— Εντάξει . H αγάπη είναι κάτι φυσικό και ωραίο. H λογική δεν είναι;
— Προφανώς και είναι.
— H αγάπη συγκρούεται με τη λογική;
— Δε νομίζω.
— Αν συγκρουόταν, όμως, τότε από τη στιγμή που δυο πράγματα συγκρούονται μεταξύ τους και το ένα είναι φυσικό, και το άλλο αφύσικο. Σωστά;
— Σωστά.
— Επομένως, αν βρούμε κάτι που αποτελεί δήλωση αγάπης και την ίδια στιγμή είναι κάτι το λογικό, τότε θα πούμε με αποφασιστικότητα γι’ αυτό ότι και σωστό είναι και ωραίο. Συμφωνείς;
— Συμφωνώ.
— Ωραία. Δεν νομίζω ότι θα αμφισβητήσεις πως το να εγκαταλείψεις το παιδί σου άρρωστο και να πας να μείνεις αλλού είναι λογικό. Μένει να εξετάσουμε αν αποτελεί εκδήλωση της αγάπης σου.
— Ας το εξετάσουμε.
— Λες ότι επειδή αγαπάς το παιδί σου, σωστά έκανες κι έφυγες και το παράτησες, ναι; H μάνα, όμως, δεν το αγαπά το παιδί;
— Το αγαπάει.
— Έπρεπε να το εγκαταλείψει κι αυτή ή όχι;
— Δεν έπρεπε.
— Η παραμάνα; Το αγαπάει;
— Το αγαπάει.
— Μήπως έπρεπε κι αυτή να το εγκαταλείψει;
— Όχι, όχι.
— Ο δάσκαλος του παιδιού: Δεν το αγαπάει;
— Το αγαπάει.
— Έπρεπε μήπως να εγκαταλειφθεί το παιδί έρημο κι αβοήθητο απ’ την πολλή αγάπη των γονιών του και των ανθρώπων των δικών του; Έπρεπε μήπως v’ αφεθεί να πεθάνει στα χέρια εκείνων που ούτε το αγαπούν ούτε το νοιάζονται;
— Όχι, προφανώς όχι…
— Ναι, αλλά δεν είναι άδικο και εγωιστικό αυτά που θεωρείς ότι είναι θεμιτό να τα κάνεις εσύ εξαιτίας της πολλής αγάπης σου, να μην τα επιτρέπεις και σ’ όποιον άλλο αισθάνεται την ίδια αγάπη με σένα;
— Δεκτό.
— Εντάξει, για πες τώρα. Αν εσύ ήσουν άρρωστος, θα ήθελες μήπως όλοι οι κοντινοί σου άνθρωποι, μα και τα παιδιά σου κι η γυναίκα σου, να σ’ αγαπάνε τόσο πολύ που να σ’ αφήσουν μόνο κι αβοήθητο;
— Όχι, καθόλου…
— Θα προσευχόσουν να σ’ αγαπάνε τόσο πολύ οι δικοί σου, ώστε εξαιτίας της υπερβολικής αγάπης τους εσύ να μένεις πάντα μόνος στις αρρώστιες; ‘H μήπως θα προσευχόσουν έτσι να σ’ αγαπούν οι εχθροί σου, αν γινόταν, ώστε αυτοί τουλάχιστον να σ’ αφήνουν στην ησυχία σου; Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε προκύπτει ότι η συμπεριφορά σου διόλου δεν ήταν από αγάπη.
— Ναι, αλλά τι σημαίνει αυτό;
— Τι ήταν εκείνο σ’ έσπρωξε να εγκαταλείψεις το παιδί; Διότι κάτι ήταν. Ήταν το ίδιο πράγμα που έσπρωξε κι έναν άνθρωπο στη Ρώμη, ο οποίος όταν έτρεχε τo άλογο που υποστήριζε στις ιπποδρομίες είχε καλυμμένο με τα χέρια του το πρόσωπό του. Κι όταν αργότερα το άλογο κέρδισε ανέλπιστα τον αγώνα, αυτός λιποθύμησε κι έπρεπε να του βάλουν βρεγμένες πετσέτες στο πρόσωπο για να τον συνεφέρουν. Τι πράγμα λοιπόν ήταν αυτό;
Δεν είναι της ώρας μια εξήγηση επιστημονική. Αρκεί εδώ να πειστούμε γι’ αυτό που λένε οι φιλόσοφοι, ότι δηλαδή το πράγμα αυτό δεν πρέπει να το αναζητήσουμε έξω από εμάς, αλλά πάντοτε ένα είναι αυτό που μας κάνει να κάνουμε κάτι ή να μην το κάνουμε, να πούμε κάτι ή να μην το πούμε, να περηφανευτούμε για κάτι ή να ντραπούμε γι’ αυτό, να επιδιώξουμε κάτι ή να το αποφύγουμε. Αυτό το ένα πράγμα είναι που και τώρα κάνει εσένα να έρθεις εδώ να κάτσεις να μ’ ακούσεις, κι εμένα να σου μιλάω. Ποιο είναι αυτό; Οι αντιλήψεις μας για το τι είναι σωστό τι όχι. Συμφωνείς;
— Συμφωνώ.
— Κι αν μας είχε φανεί καλύτερο να κάνουμε κάτι άλλο, θα κάναμε το άλλο, σωστά; Επομένως, η αιτία του πένθους του Αχιλλέα δεν είναι ο θάνατος του Πάτροκλου (γιατί άλλοι άνθρωποι δεν ένιωσαν το ίδιο αίσθημα όταν πέθανε o σύντροφός τους), αλλά η αντίληψή που σχημάτισες για το τι είναι σωστό. Κι αν πάλι έμενες, αιτία θα ήταν η αντίληψή σου. Και τώρα πηγαίνεις στη Ρώμη, γιατί αυτό νομίζεις καλύτερο. Κι αν αλλάξεις γνώμη, δεν θα πας στη Ρώμη. Και ούτε η εξορία ούτε η ταλαιπωρία ούτε τίποτα τέτοιο δεν είναι η αιτία που κάνουμε ή δεν κάνουμε κάτι, αλλά οι αντιλήψεις και οι ιδέες μας για τον θάνατο, την εξορία κ.λπ. Σε πείθω ή όχι;
— Με πείθεις.
— Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα θα προκύψει ανάλογα με την αιτία του. Επομένως, από σήμερα και στο εξής, όταν συμπεριφερόμαστε με τρόπο που δεν είναι σωστός, δε θα κατηγορούμε τίποτα άλλο παρά τη δική μας αντίληψη, την αντίληψη εκείνη που μας έκανε να φερθούμε με τον τρόπο που φερθήκαμε. Και θα προσπαθούμε να ξεριζώσουμε και να αφαιρέσουμε την αντίληψη αυτή περισσότερο κι απ’ τα σπυριά και τ’ αποστήματα του κορμιού μας. Την ίδια αιτία θα θεωρήσουμε ότι έχουν και οι συμπεριφορές που είναι πράγματι σωστές.
Και στο εξής δεν θα κατηγορούμε ούτε τον υπηρέτη μας ούτε τον γείτονα ούτε τη γυναίκα μας ούτε τα παιδιά μας ως τον υπεύθυνο για τα όποια δεινά μας. Γιατί θα γνωρίζουμε ότι τις δικές μας πράξεις τις προκαλούν οι δικές μας αντιλήψεις. Και τις αντιλήψεις μας, το τι θα πιστέψουμε ή όχι, το εξουσιάζουμε εμείς και τίποτε έξω από εμάς.
— Σωστά.
— Από σήμερα και στο εξής, τίποτε άλλο δεν θα εξετάσουμε, για το αν είναι καλό ή όχι, για το αν είναι αυτό που πρέπει ή όχι, ούτε το χωράφι μας ούτε το προσωπικό μας ούτε τα άλογα ή τα σκυλιά μας, αλλά μονάχα τις αντιλήψεις μας.
— Μακάρι.
— Το αντιλαμβάνεσαι λοιπόν κι ο ίδιος ότι, αν θέλεις να μελετήσεις πραγματικά τις αντιλήψεις σου, θα πρέπει να γίνεις το ζώο εκείνο που οι πάντες κοροϊδεύουν: άνθρωπος που σπουδάζει. Και το καταλαβαίνεις και μόνος σου ότι αυτό δεν είναι υπόθεση της μιας ώρας ή της μιας μέρας.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Η Ελευθερία

Σκοπός σου είναι να πληγώσεις κάποιον, να τον τιμωρήσεις και το όπλο σου είναι η σιωπή

Έχω δει πολλούς θυμωμένους ανθρώπους να μην δέρνουν, να μην απειλούν, να μην βρίζουν, να μην κατηγορούν.
Κάνουν όμως μούτρα, βυθίζονται στη μιζέρια τους, βλέπουν τηλεόραση με τις ώρες, βγαίνουν για περίπατο και δε μιλούν σε κανέναν.
Οι μεγάλοι περίπατοι δεν τους βοηθούν σε τίποτα. Τους κάνουν μελαγχολικούς και κατηφείς.
Αν κάποιος τους ρωτήσει τι συμβαίνει, αυτοί συνήθως λένε «Τίποτα» ή «Άμα δεν καταλαβαίνεις από μόνος σου, τι να σου πω» ή «Θέλω να μείνω για λίγο μόνος μου.»
Αυτοί δεν κάνουν διάλειμμα.
Διάλειμμα σημαίνει να ηρεμήσεις, για να μπορέσεις να μιλήσεις μετά.
Αυτό είναι διαφορετικό.
Είναι άμεση χρήση θυμού.
Σκοπός είναι να πληγώσεις κάποιον, να τον τιμωρήσεις και το όπλο είναι η σιωπή.
Η σιωπή λέει στους άλλους ότι δεν αξίζει ούτε καν να τους μιλήσεις.
Τα περισσότερα είδη θυμού είναι θυμός που βράζει.
Αυτός εδώ δεν είναι έτσι.
Αυτός ο θυμός είναι παγωμένος.
Μπορεί πολύ εύκολα να μετατραπεί σε αποστροφή και μίσος.
Το βασικότερο πρόβλημα στην περίπτωση αυτή είναι ότι τίποτα δε λύνεται με τη σιωπή.
Να λες στους άλλους τι σε ενοχλεί.
Να είσαι ευθύς, συγκεκριμένος και ευγενικός.
Τέλος η αδιαφορία και τα κηρύγματα.
Απλά πες την αλήθεια. «Αγάπη μου, είμαι θυμωμένος επειδή είπες ότι θα γυρίσεις σπίτι στις δέκα και τώρα είναι μεσάνυχτα.»
Αυτό ήταν όλο. Δε χρειάζεται να παραμένεις σιωπηλός και ταυτόχρονα θυμωμένος με τις ώρες.
Να είσαι συγκεκριμένος.
Μην είσαι αόριστος.
Να είσαι ευγενικός.
Ευγενικός σημαίνει να έχεις καλούς τρόπους με τους άλλους.
Οι ευγενικοί άνθρωποι είναι διακριτικοί και προσέχουν τους τρόπους τους, δηλαδή είναι το αντίθετο από τους αγενείς και τους χοντροκομμένους.
Μπορείς να είσαι ευγενικός ακόμα κι όταν είσαι θυμωμένος…

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1152a-1152b)

[X] Οὐδ᾽ ἅμα φρόνιμον καὶ ἀκρατῆ ἐνδέχεται εἶναι τὸν αὐτόν· ἅμα γὰρ φρόνιμος καὶ σπουδαῖος τὸ ἦθος δέδεικται ὤν. ἔτι οὐ τῷ εἰδέναι μόνον φρόνιμος ἀλλὰ καὶ τῷ πρακτικός· ὁ δ᾽ ἀκρατὴς οὐ πρακτικός — τὸν δὲ δεινὸν οὐδὲν κωλύει ἀκρατῆ εἶναι· διὸ καὶ δοκοῦσιν ἐνίοτε φρόνιμοι μὲν εἶναί τινες ἀκρατεῖς δέ, διὰ τὸ τὴν δεινότητα διαφέρειν τῆς φρονήσεως τὸν εἰρημένον τρόπον ἐν τοῖς πρώτοις λόγοις, καὶ κατὰ μὲν τὸν λόγον ἐγγὺς εἶναι, διαφέρειν δὲ κατὰ τὴν προαίρεσιν— οὐδὲ δὴ ὡς ὁ εἰδὼς καὶ θεωρῶν, ἀλλ᾽ ὡς ὁ καθεύδων ἢ οἰνωμένος. καὶ ἑκὼν μέν (τρόπον γάρ τινα εἰδὼς καὶ ὃ ποιεῖ καὶ οὗ ἕνεκα), πονηρὸς δ᾽ οὔ· ἡ γὰρ προαίρεσις ἐπιεικής· ὥσθ᾽ ἡμιπόνηρος. καὶ οὐκ ἄδικος· οὐ γὰρ ἐπίβουλος· ὃ μὲν γὰρ αὐτῶν οὐκ ἐμμενετικὸς οἷς ἂν βουλεύσηται, ὃ δὲ μελαγχολικὸς οὐδὲ βουλευτικὸς ὅλως. καὶ ἔοικε δὴ ὁ ἀκρατὴς πόλει ἣ ψηφίζεται μὲν ἅπαντα τὰ δέοντα καὶ νόμους ἔχει σπουδαίους, χρῆται δὲ οὐδέν, ὥσπερ Ἀναξανδρίδης ἔσκωψεν

ἡ πόλις ἐβούλεθ᾽, ᾗ νόμων οὐδὲν μέλει·

 ὁ δὲ πονηρὸς χρωμένῃ μὲν τοῖς νόμοις, πονηροῖς δὲ χρωμένῃ. ἔστι δ᾽ ἀκρασία καὶ ἐγκράτεια περὶ τὸ ὑπερβάλλον τῆς τῶν πολλῶν ἕξεως· ὃ μὲν γὰρ ἐμμένει μᾶλλον ὃ δ᾽ ἧττον τῆς τῶν πλείστων δυνάμεως. εὐιατοτέρα δὲ τῶν ἀκρασιῶν, ἣν οἱ μελαγχολικοὶ ἀκρατεύονται, τῶν βουλευομένων μὲν μὴ ἐμμενόντων δέ, καὶ οἱ δι᾽ ἐθισμοῦ ἀκρατεῖς τῶν φυσικῶν· ῥᾷον γὰρ ἔθος μετακινῆσαι φύσεως· διὰ γὰρ τοῦτο καὶ τὸ ἔθος χαλεπόν, ὅτι τῇ φύσει ἔοικεν, ὥσπερ καὶ Εὔηνος λέγει

φημὶ πολυχρόνιον μελέτην ἔμεναι, φίλε, καὶ δή
ταύτην ἀνθρώποισι τελευτῶσαν φύσιν εἶναι.

τί μὲν οὖν ἐστὶν ἐγκράτεια καὶ τί ἀκρασία καὶ τί καρτερία καὶ τί μαλακία, καὶ πῶς ἔχουσιν αἱ ἕξεις αὗται πρὸς ἀλλήλας, εἴρηται.

[1152b] [XI] Περὶ δὲ ἡδονῆς καὶ λύπης θεωρῆσαι τοῦ τὴν πολιτικὴν φιλοσοφοῦντος· οὗτος γὰρ τοῦ τέλους ἀρχιτέκτων, πρὸς ὃ βλέποντες ἕκαστον τὸ μὲν κακὸν τὸ δ᾽ ἀγαθὸν ἁπλῶς λέγομεν. ἔτι δὲ καὶ τῶν ἀναγκαίων ἐπισκέψασθαι περὶ αὐτῶν· τήν τε γὰρ ἀρετὴν καὶ τὴν κακίαν τὴν ἠθικὴν περὶ λύπας καὶ ἡδονὰς ἔθεμεν, καὶ τὴν εὐδαιμονίαν οἱ πλεῖστοι μεθ᾽ ἡδονῆς εἶναί φασιν· διὸ καὶ τὸν μακάριον ὠνομάκασιν ἀπὸ τοῦ χαίρειν. τοῖς μὲν οὖν δοκεῖ οὐδεμία ἡδονὴ εἶναι ἀγαθόν, οὔτε καθ᾽ αὑτὸ οὔτε κατὰ συμβεβηκός· οὐ γὰρ εἶναι ταὐτὸ τὸ ἀγαθὸν καὶ ἡδονήν· τοῖς δ᾽ ἔνιαι μὲν εἶναι, αἱ δὲ πολλαὶ φαῦλαι. ἔτι δὲ τούτων τρίτον, εἰ καὶ πᾶσαι ἀγαθόν, ὅμως μὴ ἐνδέχεσθαι εἶναι τὸ ἄριστον ἡδονήν. ὅλως μὲν οὖν οὐκ ἀγαθόν, ὅτι πᾶσα ἡδονὴ γένεσίς ἐστιν εἰς φύσιν αἰσθητή, οὐδεμία δὲ γένεσις συγγενὴς τοῖς τέλεσιν, οἷον οὐδεμία οἰκοδόμησις οἰκίᾳ. ἔτι ὁ σώφρων φεύγει τὰς ἡδονάς. ἔτι ὁ φρόνιμος τὸ ἄλυπον διώκει, οὐ τὸ ἡδύ. ἔτι ἐμπόδιον τῷ φρονεῖν αἱ ἡδοναί, καὶ ὅσῳ μᾶλλον χαίρει, μᾶλλον, οἷον τῇ τῶν ἀφροδισίων· οὐδένα γὰρ ἂν δύνασθαι νοῆσαί τι ἐν αὐτῇ. ἔτι τέχνη οὐδεμία ἡδονῆς· καίτοι πᾶν ἀγαθὸν τέχνης ἔργον. ἔτι παιδία καὶ θηρία διώκει τὰς ἡδονάς. τοῦ δὲ μὴ πάσας σπουδαίας, ὅτι εἰσὶ καὶ αἰσχραὶ καὶ ὀνειδιζόμεναι, καὶ ὅτι βλαβεραί· νοσώδη γὰρ ἔνια τῶν ἡδέων. ὅτι δ᾽ οὐ τἄριστον ἡδονή, ὅτι οὐ τέλος ἀλλὰ γένεσις. τὰ μὲν οὖν λεγόμενα σχεδὸν ταῦτ᾽ ἐστίν.

***
[10] Ούτε μπορεί ο ίδιος άνθρωπος να είναι φρόνιμος και την ίδια στιγμή να είναι ακρατής· γιατί όπως δείξαμε ο φρόνιμος άνθρωπος είναι την ίδια στιγμή και ηθικά καλός άνθρωπος. Έπειτα, για να είναι κανείς φρόνιμος δεν είναι αρκετό να γνωρίζει μόνο τί είναι το σωστό· πρέπει, επιπλέον, να είναι σε θέση και να το πράττει — και ο ακρατής άνθρωπος δεν είναι σε θέση να το πράττει (τίποτε, από την άλλη, δεν εμποδίζει τον δεινό άνθρωπο να είναι ακρατής· αυτός είναι και ο λόγος που μερικές φορές κάποιοι άνθρωποι θεωρούνται φρόνιμοι, μαζί όμως και ακρατείς, ακριβώς για τον λόγο ότι η δεινότητα διαφέρει από τη φρόνηση με τον τρόπο που είπαμε στην πρώτη μας παρουσίαση του θέματος: από την άποψη της συλλογιστικής ικανότητας η δεινότητα βρίσκεται πολύ κοντά στη φρόνηση, διαφέρει όμως από αυτήν από την άποψη της προαίρεσης), και όχι, πάλι, όπως ο άνθρωπος που έχει γνώση και τη χρησιμοποιεί, αλλά όπως ο κοιμισμένος ή ο μεθυσμένος. Ενεργεί, επίσης, με τη θέλησή του (γνωρίζει, πράγματι, κατά κάποιο τρόπο και τί κάνει και για ποιόν σκοπό), κακός όμως δεν είναι· γιατί η προαίρεσή του είναι καλή· αυτό θα πει ότι είναι μόνο κατά το ήμισυ κακός. Δεν είναι, επίσης, άδικος· ο λόγος είναι ότι δεν είναι δόλιος και επίβουλος: από τους δύο τύπους ακρατούς ανθρώπου ο ένας δεν μένει σταθερός στις αποφάσεις που παίρνει ύστερα από σκέψη, ενώ ο ευέξαπτος τύπος ούτε καν σκέφτεται. Στην πραγματικότητα ο ακρατής άνθρωπος μοιάζει με την πόλη που εκδίδει όλα τα σωστά ψηφίσματα και έχει εξαίρετους νόμους, που δεν εφαρμόζει όμως τίποτε από όλα αυτά — όπως το είπε σκωπτικά ο Αναξανδρίδης,

Η πόλη το ᾽θελε, που για τους νόμους δεν της καίγεται καρφί,

ενώ ο κακός άνθρωπος μοιάζει με την πόλη που εφαρμόζει τους νόμους, όμως κακούς νόμους.

Η εγκράτεια και η ακράτεια αποτελούν υπερβολή σε σύγκριση με την έξη της πλειονότητας των ανθρώπων: ο εγκρατής παρουσιάζει μεγαλύτερη, ο ακρατής μικρότερη σταθερότητα και αντοχή από αυτήν που μπορούν να παρουσιάζουν οι περισσότεροι άνθρωποι.

Από τις μορφές της ακράτειας η ακράτεια των ευέξαπτων ανθρώπων θεραπεύεται πιο εύκολα από την ακράτεια εκείνων που σκέφτονται και παίρνουν αποφάσεις, δεν μένουν όμως σταθεροί σ᾽ αυτές· το ίδιο οι ακρατείς από συνήθεια παρά αυτοί που είναι ακρατείς εκ φύσεως· είναι, πράγματι, πιο εύκολο να αλλάξεις τις συνήθειες κάποιου παρά τη φύση του· φυσικά, και τη συνήθεια δεν είναι εύκολο να την αλλάξεις, ακριβώς γιατί είναι κάτι σαν δεύτερη φύση, όπως το λέει και ο Εύηνος:

 Η αδιάκοπη άσκηση είναι, σου λέω, φίλε μου, που κάνει τη συνήθεια,
κι αυτή στο τέλος καταντά η φύση μας να είναι.

Είπαμε λοιπόν τί είναι η εγκράτεια και τί η ακράτεια, τί είναι η καρτερία και τί η μαλθακότητα, καθώς και σε ποιά σχέση βρίσκονται αυτές οι έξεις μεταξύ τους.

[1152b] [11] Η εξέταση και η σπουδή της ηδονής και της λύπης είναι έργο του φιλοσόφου που ασχολείται με την πολιτική επιστήμη· αυτός είναι, πράγματι, ο «αρχιτέκτονας» του τέλους, του τελικού σκοπού, προς τον οποίο στρέφουμε το βλέμμα μας προκειμένου να ονομάσουμε αυτό το πράγμα κακό και εκείνο καλό με τρόπο καθαρό και απόλυτο. Επιπλέον, είναι και ένα από τα θέματα που είναι απαραίτητο να εξετάσουμε: δεν είναι μόνο ότι οι ίδιοι εμείς καθορίσαμε ότι η ηθική αρετή και κακία σχετίζεται με τις λύπες και τις ηδονές· είναι και ότι ο περισσότερος κόσμος βεβαιώνει ότι η ευδαιμονία πάει μαζί μαζί με την ηδονή· αυτός είναι και ο λόγος που για να δηλώσουν τον ευτυχισμένο χρησιμοποίησαν τη λέξη μακάριος, μια λέξη που βγαίνει από το ρήμα χαίρω.

Κάποιοι, λοιπόν, θεωρούν ότι καμιά ηδονή δεν είναι κάτι καλό, είτε καθεαυτό είτε κατά σύμπτωση· γιατί, όπως λένε, το αγαθό και η ηδονή δεν είναι το ίδιο πράγμα. Άλλοι όμως λένε ότι μερικές ηδονές είναι κάτι καλό, οι περισσότερες όμως είναι κάτι κακό. Υπάρχει όμως και μια τρίτη άποψη, αυτή που λέει ότι, και αν ακόμη όλες οι ηδονές είναι κάτι καλό, όμως το ύψιστο αγαθό δεν μπορεί να είναι η ηδονή.

Ιδού τα επιχειρήματα για το ότι η ηδονή δεν είναι με κανέναν τρόπο κάτι το καλό:

Κάθε ηδονή είναι μια αντιληπτή με τις αισθήσεις γένεση που καταλήγει στην επάνοδο του ατόμου στη φυσική του κατάσταση, καμιά όμως γένεση δεν ανήκει ποτέ στο ίδιο γένος με αυτό που προκύπτει τελικά από αυτή τη διαδικασία· καμιά, επιπαραδείγματι, οικοδομική διαδικασία δεν είναι ίδιο πράγμα με το σπίτι που χτίστηκε. Επίσης: Ο σώφρων άνθρωπος αποφεύγει τις ηδονές. Επίσης: Ο φρόνιμος άνθρωπος επιδιώκει την απουσία της λύπης, όχι την ηδονή. Επίσης: Οι ηδονές είναι εμπόδιο για τη φρόνηση, και όσο πιο μεγάλη είναι η ευχαρίστηση που προκαλούν, τόσο πιο μεγάλο εμπόδιο για τη φρόνηση είναι, όπως, επιπαραδείγματι, στην περίπτωση της αφροδισιακής ηδονής· γιατί κανένας δεν θα μπορούσε να σκεφτεί οτιδήποτε όσο είναι παραδομένος σ᾽ αυτήν. Επίσης: Δεν υπάρχει καμιά τέχνη που να έχει για αντικείμενό της την ηδονή· όμως κάθε αγαθό πράγμα είναι έργο κάποιας τέχνης. Επίσης: Τα παιδιά και τα ζώα κυνηγούν τις ηδονές.

Ιδού και τα επιχειρήματα για το ότι όλες οι ηδονές δεν είναι κάτι το καλό και το ωραίο:

Υπάρχουν και ηδονές άσχημες και επονείδιστες, όπως και ηδονές βλαβερές, αφού κάποια ευχάριστα πράγματα βλάπτουν την υγεία.

Το επιχείρημα για το ότι η ηδονή δεν είναι το ύψιστο αγαθό είναι ότι η ηδονή δεν είναι ένα τέλος, αλλά μια γένεση.

Αυτά περίπου είναι όσα λέγονται για το θέμα.

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Σφῆκες (891-935)

ΒΔ. εἴ τις θύρασιν ἠλιαστής, εἰσίτω·
ὡς ἡνίκ᾽ ἂν λέγωσιν, οὐκ εἰσφρήσομεν.
ΦΙ. τίς ἆρ᾽ ὁ φεύγων; ΒΔ. οὗτος. ΦΙ. ὅσον ἁλώσεται.
ΒΔ. ἀκούετ᾽ ἤδη τῆς γραφῆς· «ἐγράψατο
895 Κύων Κυδαθηναιεὺς Λάβητ᾽ Αἰξωνέα
τὸν τυρὸν ἀδικεῖν ὅτι μόνος κατήσθιεν
τὸν Σικελικόν. τίμημα κλῳὸς σύκινος.»
ΦΙ. θάνατος μὲν οὖν κύνειος, ἢν ἅπαξ ἁλῷ.
ΒΔ. καὶ μὴν ὁ φεύγων οὑτοσὶ Λάβης πάρα.
900 ΦΙ. ὢ μιαρὸς οὗτος· ὡς δὲ καὶ κλέπτον βλέπει,
οἷον σεσηρὼς ἐξαπατήσειν μ᾽ οἴεται.
ποῦ δ᾽ ‹αὖ› ὁ διώκων, ὁ Κυδαθηναιεὺς Κύων;
ΚΥΩΝ
αὖ αὖ. ΒΔ. πάρεστιν. ΦΙ. ἕτερος οὗτος αὖ Λάβης.
ΒΔ. ἀγαθός γ᾽ ὑλακτεῖν— ΦΙ. καὶ διαλείχειν τὰς χύτρας.
905 ΒΔ. σίγα, κάθιζε· σὺ δ᾽ ἀναβὰς κατηγόρει.
ΦΙ. φέρε νυν, ἅμα τήνδ᾽ ἐγχεάμενος κἀγὼ ῥοφῶ.
ΚΥ. τῆς μὲν γραφῆς ἠκούσαθ᾽ ἣν ἐγραψάμην,
ἄνδρες δικασταί, τουτονί. δεινότατα γὰρ
ἔργων δέδρακε κἀμὲ καὶ τὸ ῥυπαπαῖ.
910 ἀποδρὰς γὰρ εἰς τὴν γωνίαν τυρὸν πολὺν
κατεσικέλιζε κἀνέπλητ᾽ ἐν τῷ σκότῳ—
ΦΙ. νὴ τὸν Δί᾽, ἀλλὰ δῆλός ἐστ᾽· ἔμοιγέ τοι
τυροῦ κάκιστον ἀρτίως ἐνήρυγεν
ὁ βδελυρὸς οὗτος. ΚΥ. κοὐ μετέδωκ᾽ αἰτοῦντί μοι.
915 καίτοι τίς ὑμᾶς εὖ ποεῖν δυνήσεται,
ἢν μή τι κἀμοί τις προβάλλῃ, τῷ Κυνί;
ΦΙ. οὐδὲν μετέδωκεν οὐδὲ τῷ κοινῷ γ᾽, ἐμοί.
θερμὸς γὰρ ἁνὴρ οὐδὲν ἧττον τῆς φακῆς.
ΒΔ. πρὸς τῶν θεῶν, μὴ προκαταγίγνωσκ᾽, ὦ πάτερ,
920 πρὶν ἄν γ᾽ ἀκούῃς ἀμφοτέρων. ΦΙ. ἀλλ᾽, ὦγαθέ,
τὸ πρᾶγμα φανερόν ἐστιν· αὐτὸ γὰρ βοᾷ.
ΚΥ. μή νυν ἀφῆτέ γ᾽ αὐτόν, ὡς ὄντ᾽ αὖ πολὺ
κυνῶν ἁπάντων ἄνδρα μονοφαγίστατον,
ὅστις περιπλεύσας τὴν θυείαν ἐν κύκλῳ
925 ἐκ τῶν πόλεων τὸ σκῖρον ἐξεδήδοκεν.
ΦΙ. ἐμοὶ δέ γ᾽ οὐκ ἔστ᾽ οὐδὲ τὴν ὑδρίαν πλάσαι.
ΚΥ. πρὸς ταῦτα τοῦτον κολάσατ᾽·—οὐ γὰρ ἄν ποτε
τρέφειν δύναιτ᾽ ἂν μία λόχμη κλέπτα δύο·—
ἵνα μὴ κεκλάγγω διὰ κενῆς ἄλλως ἐγώ·
930 ἐὰν δὲ μή,—τὸ λοιπὸν οὐ κεκλάγξομαι.
ΦΙ. ἰοὺ ἰού.
ὅσας κατηγόρησε τὰς πανουργίας.
κλέπτον τὸ χρῆμα τἀνδρός· οὐ καὶ σοὶ δοκεῖ,
ὦλεκτρυών; νὴ τὸν Δί᾽, ἐπιμύει γέ τοι.
935 ὁ θεσμοθέτης· ποῦ ᾽σθ᾽ οὗτος; ἁμίδα μοι δότω.

***
Ο Σωσίας φέρνει δύο πρόσωπα μεταμφιεσμένα σε σκύλους·
ο ένας, ο Λάβης, έχει τη μορφή του Λάχη, ο άλλος του Κλέωνα.

ΒΔΕ. Να μπουν οι δικαστές που είν᾽ έξω· η δίκη
όταν αρχίσει, δε θα μπει κανένας.
ΦΙΛ. Ποιός ο κατηγορούμενος;
ΒΔΕ., δείχνοντας το Λάβη.
Ετούτος.
ΦΙ., μέσα του.
Ε καταδίκη που θα φάει! ΒΔΕ. Ακούστε
το κατηγορητήριο τώρα: «Ο Σκύλος,
Κυδαθηναίος δημότης, καταγγέλλει
τον Αιξωνέα το Λάβη. Το έγκλημά του:
Σικελικό τυρί έχει μόνος φάει.
Ποινή: Χαλκάς από συκιά.» ΦΙΛ. Σκυλίσιος
θάνατος, μόλις δούμε ότ᾽ είναι φταίχτης.
ΒΔΕ. Εδώ, ο κατηγορούμενος ο Λάβης.
900 ΦΙΛ. Τί σίχαμα! Και τί όψη κλέφτη! Δείχνει
και τα δόντια του· λέει, θα με γελάσει.
Πού είν᾽ ο Κυδαθηναίος, ο μηνυτής του;
Ο ΚΥΔΑΘΗΝΑΙΟΣ ΣΚΥΛΟΣ
Γαβ γαβ. ΒΔΕ. Εδώ. ΦΙΛ. Άλλος…Λάβης πάλι τούτος.
ΒΔΕ. Για γάβγισμα άξιος… ΦΙΛ. και τσανακογλείφτης.
ΒΔΕ. Σιωπή!
Στο Φιλοκλέωνα, που είχε σηκωθεί για να παρατηρήσει τους σκύλους.
Στην έδρα κάθισε.
Στον Κυδαθηναίο Σκύλο.
Στο βήμα
ανέβα εσύ και πες τη μήνυσή σου.
Ο Σκύλος ανεβαίνει σε μια πέτρα.
ΦΙΛ. Ωστόσο τη φακή μου εγώ ας ρουφάω.
Τρώει αργά αργά.
ΣΚΥ. Δικαστές μου, το ακούσατε τί γράφω
στη μήνυσή γι᾽ αυτόν. Αισχρά σ᾽ εμένα
έχει φερθεί και στο ναυτόκοσμο όλον.
910 Σκαστός σε μια γωνιά, μες στο σκοτάδι,
τυρί κατασικέλιζε έναν κόσμο,
την τύλωσε γερά. ΦΙΛ. Ολοφάνερο είναι·
ναι, ρεύτηκε τυρί και μου᾽ ρθε η βρόμα·
ο αχρείος! ΣΚΥ. Κι εγώ του ζήτησα μερίδιο
και τίποτε δε μου ᾽δωσε· μα αν κάτι
δε ρίχνει ο κόσμος και σ᾽ εμέ, το Σκύλο,
καλό από ποιόν προσμένετε να δείτε;
ΦΙΛ. Δεν έδωσε ούτε στο κοινό, σ᾽ εμένα·
είναι σαν τη φακή μου· ζεματάει.
ΒΔΕ. Μην πεις την καταδίκη του, πατέρα,
920 μη, να χαρείς, αν δε μιλήσει κι ο άλλος.
Ο Λάβης γαβγίζει κλαψιάρικα.
ΦΙΛ. Μα φανερό ειναι, φίλε μου, το πράγμα·
όπως ακούς, μονάχο του φωνάζει.
ΣΚΥ. Να μην τον αθωώσετε· είναι σκύλος
μοναχοφάης όσο κανένας άλλος·
αρμένισε ένα γύρο στην καυκιά
κι όπου τυρί ᾽ταν, το ξεκόλλησε όλο
από τις πολιτείες. ΦΙΛ. Κι εγώ ούτε γύψο
δεν έχω να κολλήσω το σταμνί μου.
ΣΚΥ. Γι᾽ αυτά όλα τιμωρήστε τον· γιατί ένας
θάμνος δυο…κλέφτες δεν μπορεί να θρέψει·
να μη γαβγίζω δα κι εγώ στο βρόντο·
930 αλλιώς, δε θα γαβγίσω πια ποτέ μου.
ΦΙΛ. Μωρέ βρομιές που ᾽χε να πει για δαύτον!
Είν᾽ η κλεψιά μες στο αίμα του· την ίδια
γνώμη κι εσύ, βρε κόκορα, δεν έχεις;
«Ναι» λέει τα μάτια κλειώντας, μά το Δία.
Ε, θεσμοθέτη! Πού είσαι; Το κανάτι!

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΛΥΚΑΩΝ

ΛΥΚΑΩΝ
(ζώο, λύκος)
 
Ο μύθος του Λυκάονα είναι γενεαλογικός και, όπως οι περισσότεροι γενεαλογικοί μύθοι, είναι και αυτός περίπλοκος, καθώς άλλαζε ανάλογα με τις εκάστοτε τοπικές ανάγκες και τις νέες εποχές. Η σύγχυση αφορά κυρίως την καταγωγή και τους απογόνους του Λυκάονα, που και πολυάριθμοι είναι και επώνυμοι ήρωες πολλών πελοποννησιακών πόλεων. Και στις δύο παραλλαγές για την καταγωγή του ο τόπος παραμένει σταθερός: η Αρκαδία.

Πρώτη παραλλαγή

Ο Λυκάονας είναι γιος του Πελασγού και της Ωκεανίδας Μελίβοιας ή της Νύμφης Κυλλήνης. Διαδέχθηκε τον πατέρα του στον θρόνο της Αρκαδίας και από πολλές γυναίκες απέκτησε μια κόρη, την Καλλιστώ, ακόλουθο της Άρτεμης, και γιους, για τα ονόματα και τον αριθμό των οποίων οι συγγραφείς, κυρίως ο Απολλόδωρος και ο Παυσανίας, δίνουν καταλόγους που διαφέρουν. Πάντως ο αριθμός τους κυμαίνεται στους πενήντα.

Ο κατάλογος του Απολλοδώρου

Μελαινέας, Θεσπρωτός, Έλικας, Νύκτιμος, Πευκέτιος, Καύκωνας, Μηκιστέας, Οπλέας, Μακαρέας, Μάκεδνος, Όρος, Πόλιχος, Ακόντης, Ευαίμονας, Αγκύορας, Αρχεβάτης, Καρτέρωνας, Αιγαίωνας, Πάλλαντας, Εύμονας, Κάνηθος, Πρόθοος, Λίνος, Κορέθοντας, Μαίναλος, Τηλεβόας, Φύσιος, Φάσσος, Φθίος, Λύκιος, Αλίφηρος, Γενέτορας, Βουκολίωνας, Σωκλέας, Φινέας, Ευμήτης, Αρπαλέας, Πορθέας, Πλάτωνας, Αίμονας, Κύναιθος, Λέοντας, Αρπάλυκος, Ηραιέας, Τιτάνας, Μαντινέας, Κλείτορας, Στύμφαλος, Ορχομενός.

Ο κατάλογος του Παυσανία

Μαντινέας, Τεγεάτης, Μαίναλος, Ελισσών, Νύκτιμος, Μακαρέας, Πάλλας, Λύκιος, Αλίφηρος, Ηραιέας, Ορχομενός, Ορεσθέας, Φίγαλος, Τραπεζούντας, Δασεάτας, Άκακος, Θώκνος, Υψούντας, Κρώμος, Χαρίσιος, Τρικόλωνος, Πέραιθος, Ασεάτας, Σουματέας, Οίνωτρος (8.3.4)

Δεύτερη παραλλαγή

Ο Διονύσιος Αλικαρνασσέας παραδίδει ότι υπήρχαν δύο Λυκάονες. Ο πρώτος ήταν γιος του Αιζειού και πατέρας της Δηιάνειρας που παντρεύτηκε τον Πελασγό. Από αυτό το ζευγάρι γεννήθηκε ο δεύτερος Λυκάων, εγγονός του πρώτου, και πατέρας των πενήντα γιων και της μιας θυγατέρας από τη Νύμφη Κυλλήνη που στην πρώτη παράδοση αναφέρεται ως μητέρα του.

Το οικιστικό πρόγραμμα πατέρα και γιων. Οι πρώτες μυθολογικές αποικίες

Η οικιστική δράση του Λυκάονα και των γιων του λεγόταν ότι σχετιζόταν με την αύξηση του αριθμού των ανθρώπων.

Ο Λυκάων ίδρυσε την πόλη Λυκόσουρα στο όρος Λύκαιο της Αρκαδίας και το παράδειγμά του μιμήθηκαν οι γιοι του. Έτσι, ο καθένας φέρεται ως ιδρυτής και επώνυμος ήρωας μιας πόλης. Πιο συγκεκριμένα: Ο Αίμων φέρεται ότι έκτισε τις Αιμονίες, ο Άκακος το Ακακήσιο, ο Αλίφηρος την Αλίφηρα, ο Ασεάτας την Aσέα, ο Βουκολίων τη Βουκολιώνα, ο Δασεάτας τη Δασέα, ο Ελίσσων τον Ελισσώντα, ο Ηραιεύς έδωσε το όνομά του στην περιοχή Ηραία, ο Θυραιός ίδρυσε το Θυραίον, ο Θώκνος τη Θωκνία, ο Κρώμος ονόμασε τους Κρώμους και ο Πέραιθος τος Περαιθείς, ο Λυκέας τη Λυκόα, ο Μαίναλος το Μαίναλο, ο Μακαρεύς τη Μακαρία, ο Μαντινεύς την ομώνυμη πόλη, ο Ορεσθεύς το Ορεσθάσιο, ο Ορχομενός τον Ορχομενό, ο Πάλλας το Παλλάντιο, ο Σουματέας τη Σουματία, ο Τεγεάτης την πόλη Τεγέα, ο Τραπεζούς την Τραπεζούντα*, ο Τροκολώνος τους Τρικολώνους, ο Υψούς την Υψούντα, ο Φίγαλος την Φιγαλία, ο Χαρίσιος τη Χαρισία κ.λπ. Μερικοί από τους γιους του Λυκάονα έφυγαν σε άλλους τόπους και εκεί ίδρυσαν πόλεις. Ο Θεσπρωτός πήγε στην Ήπειρο, όπου έγινε γενάρχης των Θεσπρωτών και έδωσε το όνομά του στην περιοχή. Ο Μάκεδνος πήγε ακόμα πιο βόρεια και ίδρυσε το έθνος των Μακεδόνων. Ο Φθίος ίδρυσε τη Φθιώτιδα, ενώ ο Οίνωτρος και ο Νύκτιμος με στόλο πέρασαν στην Ιταλία, καὶ ἡ Οἰνωτρία χώρα τὸ ὄνομα ἔσχεν ἀπὸ Οἰνώτρου βασιλεύοντος (Παυσ. 8.3.4.). Ο Διονύσιος Αλικαρνασσέας αναφέρει ότι μαζί με τον Οινωτρέα πέρασε στην Ιταλία και ο αδελφός του Πευκέτιος και έδωσε το όνομά του στον λαό των Πευκετίων, όπως ο αδελφός του στον λαό των Οινωτρίων (Ρωμ. Αρχ. 1.11.13). Αυτοί ήταν οι πρώτοι Έλληνες που ίδρυσαν αποικία.

Η θεοσέβεια ή η ασέβεια του Λυκάονα και των γιων του

Ιδιαίτερη είναι η σχέση του Λυκάονα με τον Δία. Την κόρη του Καλλιστώ ερωτεύτηκε ο θεός, βάζοντάς την σε περιπέτειες· καθιέρωσε αγώνες προς τιμή του, τα Λύκαια (κατά τον Παυσανία παλαιότερη γιορτή από τα Παναθήναια στην Αθήνα) και του προσέδωσε την επωνυμία Λύκαιο ή Λυκαίο, προφανώς από το ομώνυμο βουνό της Αρκαδίας, όπου ο Λυκάων είχε ιδρύσει και την πρώτη πόλη, τη Λυκόσουρα και από το οποίο κατά πάσα πιθανότητα είχε ονομαστεί και ο ίδιος. Ωστόσο, ο Λυκάων προκάλεσε την οργή των θεών που τον μεταμόρφωσαν σε λύκο. Η μη συμμετοχή του όμως στην υβριστική πράξη των γιων του αιτιολογεί το γεγονός ότι βρίσκεται στην κορυφή του γενεαλογικού δέντρου της Αρκαδίας.

Πρώτη παραλλαγή

Σύμφωνα με ορισμένους μυθογράφους ο Λυκάων, ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του Πελασγού, ήταν πολύ ευσεβής και συχνά τον επισκέπτονταν οι θεοί. Όμως οι γιοι του θέλησαν να διαπιστώσουν αν οι ξένοι που φιλοξενούσε ο πατέρας τους ήταν πράγματι οι θεοί. Γι' αυτό σκότωσαν ένα παιδί και ανακάτεψαν τις σάρκες του με τα κρέατα του ζώου που είχε θυσιαστεί για το συμπόσιο. Οι θεοί φυσικά αντιλήφθηκαν την πράξη και έστειλαν καταιγίδα για να τιμωρήσουν τους ενόχους.

Δεύτερη παραλλαγή

Η δεύτερη παραλλαγή θέλει τον Λυκάονα και τους γιους του ασεβείς και υβριστές. Ο Απολλόδωρος παραδίδει τα εξής:

Αυτοί ξεπερνούσαν όλους τους ανθρώπους σε αλαζονεία και ασέβεια. Και ο Δίας, θέλοντας να δοκιμάσει την ασέβειά τους, παρουσιάστηκε στο σπίτι τους με τη μορφή ενός απλού χειρώνακτα. Και εκείνοι τον φιλοξένησαν, και αφού έσφαξαν ένα από τα παιδιά του τόπου, ανακάτεψαν τα σπλάχνα του με τα σφάγια της θυσίας και τα παρέθεσαν στο τραπέζι, όπως υπέδειξε ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Μαίναλος. Τότε ο Δίας, αηδιασμένος, αναποδογύρισε το τραπέζι στον τόπο που τώρα ονομάζεται Τραπεζούς, και κατακεραύνωσε τον Λυκάονα και τους γιους του, εκτός από τον νεότερο, τον Νύκτιμο· γιατί πρόφτασε η Γη και πιάνοντας το δεξί χέρι του Δία πράυνε την οργή του. Όταν ο Νύκτιμος παρέλαβε τη βασιλεία, έγινε ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα. Κάποιοι μάλιστα λένε ότι αυτός έγινε εξαιτίας της ασέβειας των παιδιών του Λυκάονα. (Απολλόδωρος 3.8)

Ο Νύκτιμος, που σώθηκε με παρέμβαση της Γαίας, διαδέχθηκε τον πατέρα του στον θρόνο. Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις, ο Νύκτιμος ήταν αυτός που σφαγιάστηκε από τα αδέλφια του και αυτουνού τις σάρκες ανακάτεψαν με τα κρέατα του θυσιασμένου ζώου. Ακόμη λεγόταν ότι ο Λυκάων, για να εκδικηθεί τον Δία που είχε αποπλανήσει την κόρη του Καλλιστώ, κάλεσε τον Δία σε τραπέζι και τότε έσφαξε το παιδί που είχε γεννήσει η κόρη του από τον θεό, τον Αρκάδα.
 
Οργισμένος ο Δίας μεταμόρφωσε τον Λυκάονα σε λύκο, έκαψε με κεραυνό την Αρκαδία και ύστερα πήρε τα κομμάτια του σφαγμένου παιδιού του, τα κόλλησε και ξανάδωσε ζωή στο παιδί που έγινε γενάρχης των Αρκάδων**.

Σχόλια

Είναι πιθανό ότι ο μύθος πλάστηκε με βάση την παρετυμολογική σχέση του ονόματος του Λυκάονα με τον λύκο και ως απόηχος της μνήμης άγριων ηθών που περιλάμβαναν ανθρωποθυσίες και παιδοφαγίες, μετάληψη των σπλάχνων του θυσιασμένου. Λεγόταν ότι όσοι συμμετείχαν σε αυτό μεταμορφώνονταν σε λύκους για οκτώ έτη ή δέκα*** έτη και ξαναέπαιρναν την ανθρώπινη μορφή τους, εάν στη διάρκεια αυτής της οκταετίας απείχαν από τη βρώση ανθρώπινου κρέατος.

Ο Παυσανίας, που επισκέφτηκε την περιοχή τον 2ο αι. μ.X., υπαινίσσεται ότι ο ίδιος τύπος των θυσιών, απόρρητες και μυστικές, διατηρήθηκε μέχρι και τις ημέρες του από τους ποιμένες -ἐχέτω δὲ ὡς ἔχει καὶ ὡς ἔσχεν ἐξ ἀρχῆς (8.38.7.9):

Η γνώμη μου είναι ότι ο Λυκάων και ο βασιλιάς των Αθηναίων Κέκροπας έζησαν την ίδια εποχή, δεν έδειξαν όμως την ίδια σύνεση στα θέματα της θρησκείας. Γιατί ο Κέκροπας ονόμασε πρώτος τον Δία Ύπατο θεό και δεν έκρινε σωστό να θυσιάσει κανένα ζωντανό πλάσμα παρά πρόσφερε πάνω στον βωμό και έψησε εγχώριους πλακούντες [γλυκίσματα], ενώ ο Λυκάων έφερε στον βωμό του Λυκαίου Διός ένα βρέφος και έβαψε με το αίμα του τον βωμό και, κατά την παράδοση, αμέσως μετά την θυσία έγινε από άνθρωπος λύκος. (Παυσ. 8.΄2.2)

Και ο Πλάτων αναφέρεται στον μύθο του Λυκάονα και στις γιορτές στο Λύκαιο όρος όπου γινόντουσαν θυσίες ζώων αλλά και ανθρωποθυσίες, για να δείξει πως αυτός που τελεί τέτοιες θυσίες κάποια στιγμή θα εξολοθρευθεί από τους εχθρούς του ή θα γίνει τύραννος. (Πολιτεία 565.d.4-566.a.7****)
---------------------------
*Άλλη εκδοχή αποδίδει την ονομασία της πόλης στο τραπέζι που ανέτρεψε ο Δίας, όταν ο Λυκάων του πρόσφερε σε γεύμα τον διαμελισμένο Αρκάδα.
 
**Αναλογίες παρουσιάζει ο μύθος του διαμελισμένου και ανασυγκροτημένου παιδιού με τον Διόνυσο ή τον Πέλοπα, ή και με τον Πελία· το γεύμα που πρόσφερε ο Λυκάων με τα θυέστεια δείπνα· το κάψιμο της γης της Αρκαδίας από τον Δία με το κάψιμο της Σεμέλης· η παιδοφαγία με τον Κρόνο που τρώει τα παιδιά του· ο αποτροπιασμός του Δία με τον αποτροπιασμό της Αθηνάς για την ανθρωποφαγία του προστατευόμενου της Τυδέας. Επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι και το ξεγέλασμα του θεού, όπως το επιχείρησαν για παράδειγμα ο Προμηθέας και ο Ωρίωνας, ή ο Οδυσσέας όταν γύρισε στην Ιθάκη. Γύρω από δομές και μοτίβα αναπτύσσονται τοπικές λεπτομέρειες.
 
***Ο πυγμάχος Δάμαρχος
 
Όσο για τον πυγμάχο Δάμαρχο, έναν Αρκάδα από τα Παρράσια, δεν μπορώ να πιστέψω, εκτός φυσικά από την ολυμπιακή του νίκη, τα μυθεύματα που διηγούνταν γι' αυτόν μερικοί τερατολόγοι, ότι δηλαδή μεταμορφώθηκε από άνθρωπος σε λύκο κατά τη θυσία του Λυκαίου Δία και πως πάνω στον δέκατο χρόνο ξαναέγινε άνθρωπος. Νομίζω ότι αυτό δεν το αναφέρουν ούτε οι Αρκάδες γι' αυτόν. (Παυσ. 6.8.2)
 
****Ο Λυκάονας λύκος και ο τύραννος λύκος
 
- Πώς αρχίζει αυτή η μεταβολή από προστάτης του λαού σε τύραννο; Ή είναι φανερό ότι η μεταβολή συντελείται μόλις ο αρχηγός αρχίσει να κάνει αυτό το οποίο, σύμφωνα με το μύθο, γίνεται και στο ιερό του Λυκαίου Διός στην Αρκαδία;
- Τι δηλαδή;
- Όποιος γευτεί, λένε, το ανθρώπινο σπλάχνο που είναι ανακατεμένο μαζί με άλλα τεμαχισμένα ιερά σφάγια, μοιραία ο άνθρωπος αυτός γίνεται λύκος. Ή μήπως δεν το έχεις ακούσει αυτό;
- Το έχω.
- Έτσι λοιπόν κι εκείνος που θα 'ναι αρχηγός του λαού, άμα -έχοντας πίσω του μια μάζα που τον ακολουθεί τυφλά- δεν κρατηθεί μακριά από αδελφικό αίμα αλλά αρχίσει να σύρει πολίτες στα δικαστήρια, όπως συνήθως γίνεται, με άδικες κατηγορίες, άμα λερώνει τα χέρια του με φόνους, αφανίζοντας ανθρώπινη ζωή, δοκιμάζοντας με τη γλώσσα του και με το ανόσιο στόμα του αίμα συγγενικό, άμα εξορίζει και σκοτώνει και συγκεκαλυμμένα υπόσχεται αποσβέσεις χρεών και αναδιανομή της γης, άραγε, ύστερα απ' όλα αυτά, δεν είναι αναπόφευκτο και μοιραίο ένας τέτοιος άνθρωπος ή να εξολοθρευτεί από τους εχθρούς του ή να γίνει τύραννος και λύκος από άνθρωπος που ήταν πρωτύτερα;
- Εντελώς αναπόφευκτο.
(Πλάτων, Πολιτεία 565.d.4-566.a.7)

Φοβόμαστε κάποιον, γιατί του έχουμε παραχωρήσει εξουσία πάνω μας

Συχνά εξαρτιόμαστε περισσότερο από τους άλλους παρά από τον ίδιο τον εαυτό μας, και αγωνιζόμαστε με παράλογο τρόπο για την αποδοχή τους, λες και η αξία μας μπορεί να θεμελιωθεί μόνο από άτομα τα οποία ίσα που μας γνωρίζουν.

Το να δίνουμε τέτοια εξουσία στον περίγυρό μας γεννάει ανασφάλεια και μας κάνει να δημιουργούμε αρρωστημένους δεσμούς – στην πλειονότητά τους δεσμούς εξάρτησης – με τους ανθρώπους.

Η μοναδική αναγνώριση που χρειαζόμαστε πραγματικά βρίσκεται μέσα μας. Αν δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, αν δεν είμαστε σίγουροι γι' αυτό που κάνουμε, πώς περιμένουμε να μας αναγνωρίσουν οι άλλοι;

Χρειάζεται να μάθει κανείς να αγαπάει τον εαυτό του, να τον παραδέχεται και να τον αποδέχεται με όλες τις ατέλειές του, οι οποίες, στην πραγματικότητα, είναι δρόμοι που περιμένουν να τους διανύσουμε. Μόνο έτσι θα πάψουμε να φοβόμαστε τους άλλους και δεν θα μας επηρεάζουν οι γνώμες τους.

Συχνά οι άλλοι ούτε που έχουν γνώμη για εμάς. Εμείς οι ίδιοι τυφλωνόμαστε από τη μανία να μάθουμε τι θα σκεφτούν...

Όπως μας θυμίζει ο Έρμαν Έσσε, κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τον κήπο του και φιλοτεχνεί νοερά την ακουαρέλα αυτού που επιθυμεί να είναι. Όταν παύουμε να εξαρτιόμαστε από τους άλλους, ανακαλύπτουμε ξαφνικά ότι είμαστε κύριοι της ζωής μας.

Προυστ: Η σκέψη πως ο έρωτάς μας δεν ανήκει στο πρόσωπο που τον εμπνέει

Αλλά, αντιλήφθηκα επίσης πως ο πόνος που προκαλεί η σκέψη πως ο έρωτάς μας δεν ανήκει στο πρόσωπο που τον εμπνέει, ένας πόνος που ένιωσα αρχικά σε σχέση με τη Ζιλμπέρτ, για δύο λόγους είναι ευεργετικός.

Ο πρώτος και λιγότερο σημαντικός είναι ότι, αν και η ζωή είναι μικρή, μόνο όταν υποφέρουμε βλέπουμε μερικά πράγματα που άλλες φορές είναι κρυμμένα.

Καθόμαστε μπροστά σ’ ένα παράθυρο σε άσχημη θέση που βλέπει όμως σε μιαν απέραντη θάλασσα, και μόνο στη διάρκεια μιας θύελλας, όταν οι σκέψεις μας ερεθίζονται από κινήσεις που αλλάζουν συνεχώς, ανυψώνονται σε τέτοιο επίπεδο που μπορούμε να δούμε όλη τη νομοτελειακή απεραντοσύνη που κάτω από κανονικές συνθήκες, όταν ο ήρεμος καιρός της ευτυχίας της δίνει μιαν απαλότητα, βρίσκεται κάτω απ’ το οπτικό μας πεδίο.

Ίσως μόνο για λιγοστές μεγάλες ιδιοφυίες να υπάρχει πάντοτε αυτή η κίνηση της σκέψης, ανεπηρέαστη από τις εξάρσεις της προσωπικής λύπης.

Μπορούμε όμως άραγε να είμαστε βέβαιοι, όταν σκεπτόμαστε την πλατιά και κανονική ανάπτυξη των χαρωπών δημιουργημάτων τους, πως δε γίνεται να συνάγουμε εύκολα από τη χαρά που αποπνέει το έργο τους ότι υπήρχε χαρά και στη ζωή τους, που ίσως αντίθετα να ήταν σχεδόν πάντοτε δυστυχισμένη;

Αλλά ο κυριότερος λόγος είναι ότι, αν ο έρωτάς μας είναι όχι μόνο ο έρωτας για την οποιανδήποτε Ζιλμπέρτ (και αυτό το γεγονός είναι που μας φαίνεται τόσο οδυνηρό), η αιτία δεν είναι πως είναι επίσης ο έρωτας κάποιας Αλμπερτίν αλλά ότι είναι ένα κομμάτι του νου μας πιο ανθεκτικό από τα διάφορα εγώ που σταδιακά πεθαίνουν μέσα μας και τα οποία θα ήθελαν, μέσα στην εγωπάθειά τους, να κρατήσουν για τον εαυτό τους, ένα κομμάτι του νου μας που πρέπει, όσο κι αν μας πονά (και ο πόνος μπορεί τελικά να μας κάνει καλό), να αποσπαστεί από τα άτομα έτσι ώστε να αποκαταστήσει το όλο και να προσφέρει τούτο τον έρωτα, την κατανόηση του έρωτα αυτού, σε όλους, στο πνεύμα το συμπαντικό και όχι τούτο ή τ’ άλλο, με τα οποία τούτο ή τ’ άλλο από τα εγώ που υπήρξαμε στο παρελθόν διαδοχικά θα ήθελε να συγχωνευθεί.
 
Μαρσέλ Προύστ, Ο ξανακερδισμένος χρόνος

Αυτοί που έχουν το κουράγιο να προχωρούν

Είναι μεγάλος πειρασμός να μην προχωρούμε, να μένουμε εκεί που βρισκόμαστε, να πισωδρομούμε, με άλλα λόγια να βασιζόμαστε σ’ αυτά που έχουμε, γιατί ότι έχουμε το γνωρίζουμε. Μπορούμε να στηριχτούμε σ’ αυτό, να αισθανθούμε ασφαλείς μέσα του. Φοβόμαστε, κι έτσι αποφεύγουμε να κάνουμε ένα βήμα προς το άγνωστο, το αβέβαιο. Γιατί πραγματικά, αν το βήμα μπορεί να μη μας φανεί ριψοκίνδυνο αφού το κάνουμε, πριν το κάνουμε οι προοπτικές μας φαίνονται πολύ ριψοκίνδυνες, και κατά συνέπεια τρομακτικές. Μόνο το παλιό, το δοκιμασμένο δίνει την αίσθηση της ασφάλειας· ή έτσι τουλάχιστον φαίνεται. Κάθε καινούργιο βήμα έχει μέσα του τον κίνδυνο της αποτυχίας, και αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι άνθρωποι φοβούνται τόσο πολύ την ελευθερία.

Βέβαια, σε κάθε στάδιο της ζωής μας το παλιό και το συνηθισμένο είναι διαφορετικά. Όταν είμαστε βρέφη, έχουμε μόνο το σώμα μας και το στήθος της μητέρας μας (αρχικά μη διαφοροποιημένα). Έπειτα αρχίζουμε να προσανατολιζόμαστε προς τον κόσμο, ξεκινώντας τη διαδικασία που χρειάζεται για να βρούμε μια θέση και για τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτόν. Αρχίζουμε να θέλουμε να έχουμε πράγματα· έχουμε τη μητέρα μας, τον πατέρα, τ’ αδέρφια, τα παιχνίδια. Αργότερα, αποκτάμε γνώσεις, δουλειά, κοινωνική θέση, σύζυγο, παιδιά, και τότε έχουμε ένα είδος μετα-ζωής, όταν πια αποκτάμε ένα τάφο, μια ασφάλεια ζωής και κάνουμε τη «διαθήκη» μας.

Παρόλη όμως την ασφάλεια του έχειν, οι άνθρωποι συνήθως θαυμάζουν εκείνους που ανοίγουν καινούργια μονοπάτια, που έχουν το κουράγιο να προχωρούν. Στη μυθολογία, αυτός ο τρόπος ύπαρξης αντιπροσωπεύεται συμβολικά από τον ήρωα. Ήρωες είναι εκείνοι που έχουν το θάρρος ν’ αφήσουν ό,τι έχουν – τη γη τους, την οικογένειά τους, την περιουσία τους – και να φύγουν, όχι χωρίς φόβο αλλά και χωρίς να υποκύπτουν στο φόβο τους. Στη βουδιστική παράδοση, ο Βούδας είναι ο ήρωας που αφήνει όλη του την περιουσία, όλη τη σιγουριά που υπάρχει στην ινδουιστική θεολογία – τη θέση του, την οικογένειά του – και προχωράει σε μια ζωή πέρα από δεσμεύσεις. Η δράση του όμως βγαίνει μέσα από την πληρότητα που του δίνει η αγάπη του για όλα τα ανθρώπινα πλάσματα. Οι Έλληνες έχουν κοσμικούς ήρωες, που σκοπός τους είναι η ικανοποίηση της αλαζονείας τους, η κυριαρχία. Παρόλα αυτά, όμοια με τους πνευματικούς ήρωες, ο Ηρακλής και ο Οδυσσέας προχωρούν χωρίς να δειλιάζουν μπροστά στους κινδύνους που τους περιμένουν. Οι ήρωες των παραμυθιών λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: φεύγουν, τραβάνε μπροστά και υπομένουν την ανασφάλεια.

Θαυμάζουμε αυτούς τους ήρωες, γιατί βαθιά μέσα μας αισθανόμαστε ότι θα θέλαμε να είμαστε σαν κι αυτούς – αν βέβαια μπορούσαμε. Αλλά με το φόβο που έχουμε, πιστεύουμε ότι δε μπορούμε να γίνουμε έτσι, μόνο οι ήρωες μπορούν. Οι ήρωες γίνονται είδωλα. Προβάλλουμε σ’ αυτούς τη δική μας ικανότητα κίνησης, και μετά μένουμε εκεί που ήμασταν – «γιατί δεν είμαστε ήρωες».

Όλη αυτή η ανάλυση ίσως φαίνεται να υπονοεί ότι το να είσαι ήρωας είναι επιθυμητό, είναι όμως ταυτόχρονα ανόητο και ενάντια στο συμφέρον σου. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Τα άτομα τα επιφυλακτικά, τα κτητικά άτομα απολαμβάνουν την ασφάλεια, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ ανασφαλή. Εξαρτιόνται από αυτά που έχουν: χρήματα, κύρος, το εγώ τους – δηλαδή από πράγματα που είναι έξω απ’ αυτούς. Τι θα γίνουν όμως αν χάσουν ό,τι έχουν; Γιατί, πραγματικά, οτιδήποτε κι αν έχει κανείς μπορεί να χαθεί. Είναι πιθανό ότι η περιουσία μπορεί να χαθεί – και μαζί της τόσο η θέση όσο και οι φίλοι – και σε κάθε στιγμή ο καθένας μπορεί, και αργά ή γρήγορα θα υποχρεωθεί, να χάσει τη ζωή του.

Αν είμαι ό,τι έχω κι αν ό,τι έχω χαθεί, τότε ποιος είμαι; Τίποτ’ άλλο, από μια νικημένη, άδεια, αξιολύπητη μαρτυρία ενός λαθεμένου τρόπου ζωής. Επειδή μπορεί να χάσω ό,τι έχω, είμαι αναγκαστικά συνεχώς ανήσυχος ότι θα χάσω αυτά που έχω. Φοβάμαι τους κλέφτες, τις οικονομικές αλλαγές, τις επαναστάσεις, τις αρρώστιες, το θάνατο· φοβάμαι ακόμα την αγάπη, την ελευθερία, την ανάπτυξη, την αλλαγή, το άγνωστο. Έτσι είμαι συνέχεια ανήσυχος, υποφέροντας από χρόνια υποχονδρία, που δε συνεπάγεται μόνο την απώλεια της υγείας μου αλλά και οποιουδήποτε άλλου αποκτήματός μου. Γίνομαι άνθρωπος αμυντικός, σκληρός, καχύποπτος, μοναχικός, που παρασύρομαι από την ανάγκη να έχω όλο και περισσότερα για να νιώθω μεγαλύτερη ασφάλεια. Ο Ίψεν έχει δώσει μια ωραία περιγραφή αυτού του εγωκεντρικού ανθρώπου στον Πέερ Γκύντ. Ο ήρωας είναι γεμάτος μόνο από τον εαυτό του. Μέσα στον απέραντο εγωισμό του πιστεύει ότι αυτός είναι ο εαυτός του, γιατί αυτός είναι ένα «σύμπλεγμα από επιθυμίες». Στο τέλος της ζωής του αναγνωρίζει ότι, επειδή όλη του η ύπαρξη ήταν χτισμένη πάνω στην ιδιοκτησία του, δεν κατάφερε ποτέ να είναι ο εαυτός του. Ένιωθε ότι ήταν ένα κρεμμύδι χωρίς ψίχα, ένας μισοτελειωμένος άνθρωπος που ποτέ δεν υπήρξε ο εαυτός του.

Η αγωνία και η ανασφάλεια που προκαλείται από τον κίνδυνο να χάσει κανείς ό,τι έχει, δεν υπάρχει στους ανθρώπους που προσπαθούν να είναι. Αν είμαι αυτός που είμαι και όχι αυτό που έχω, τότε κανένας δε μπορεί να μου στερήσει ή να με απειλήσει για την ασφάλεια και την αίσθηση της ταυτότητάς μου. Το κέντρο μου είναι μέσα μου, η δυνατότητά μου να υπάρχω και να εκφράζω τις βασικές μου δυνάμεις είναι κομμάτι της δομής του χαρακτήρα μου και εξαρτάται από εμένα. Αυτό βέβαια αληθεύει σε φυσιολογικές συνθήκες ζωής, όχι σε περιπτώσεις αρρώστιας, αναπηρίας, βασανισμού ή άλλες συνθήκες ισχυρών εξωτερικών περιορισμών.

Ενώ το έχειν βασίζεται σε κάποιο πράγμα που φθείρεται με τη χρήση, το είναι αναπτύσσεται με την εξάσκηση. Οι δυνάμεις της λογικής, της αγάπης, της καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, όλες οι βασικές δυνάμεις αναπτύσσονται μέσα από τη διαδικασία της έκφρασής τους. Ό,τι ξοδεύεται δεν πάει χαμένο, αντίθετα ό,τι φυλάγεται είναι χαμένο. Όταν προσπαθώ να είμαι, η μόνη απειλή για την ασφάλειά μου βρίσκεται μέσα μου: στην έλλειψη πίστης στη ζωή και στις δημιουργικές μου ικανότητες, στις τάσεις πισωδρόμησης, στην εσωτερική μαλθακότητα και στην προθυμία ν’ αφήσω τους άλλους ν’ αναλάβουν τη ζωή μου. Αλλά αυτοί οι κίνδυνοι εξαφανίζονται, δεν είναι συστατικά του είναι, ενώ ο κίνδυνος της απώλειας είναι έμφυτος στο έχειν.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1151a-1152a)

[IX] Πότερον οὖν ἐγκρατής ἐστιν ὁ ὁποιῳοῦν λόγῳ καὶ ὁποιαοῦν προαιρέσει ἐμμένων ἢ ὁ τῇ ὀρθῇ, καὶ ἀκρατὴς δὲ ὁ ὁποιᾳοῦν μὴ ἐμμένων προαιρέσει καὶ ὁποιῳοῦν λόγῳ ἢ ὁ τῷ μὴ ψευδεῖ λόγῳ καὶ τῇ προαιρέσει τῇ ὀρθῇ, ὥσπερ ἠπορήθη πρότερον; ἢ κατὰ μὲν συμβεβηκὸς ὁποιᾳοῦν, καθ᾽ αὑτὸ δὲ τῷ ἀληθεῖ λόγῳ καὶ τῇ ὀρθῇ προαιρέσει ὃ μὲν ἐμμένει ὃ δ᾽ οὐκ ἐμμένει; εἰ γάρ τις τοδὶ διὰ τοδὶ

[1151b] αἱρεῖται ἢ διώκει, καθ᾽ αὑτὸ μὲν τοῦτο διώκει καὶ αἱρεῖται, κατὰ συμβεβηκὸς δὲ τὸ πρότερον. ἁπλῶς δὲ λέγομεν τὸ καθ᾽ αὑτό. ὥστε ἔστι μὲν ὡς ὁποιᾳοῦν δόξῃ ὃ μὲν ἐμμένει ὃ δ᾽ ἐξίσταται, ἁπλῶς δὲ [ὁ] τῇ ἀληθεῖ. εἰσὶ δέ τινες οἳ ἐμμενετικοὶ τῇ δόξῃ εἰσίν, οὓς καλοῦσιν ἰσχυρογνώμονας, οἱ δύσπειστοι καὶ οὐκ εὐμετάπειστοι· οἳ ὅμοιον μέν τι ἔχουσι τῷ ἐγκρατεῖ, ὥσπερ ὁ ἄσωτος τῷ ἐλευθερίῳ καὶ ὁ θρασὺς τῷ θαρραλέῳ, εἰσὶ δ᾽ ἕτεροι κατὰ πολλά. ὃ μὲν γὰρ διὰ πάθος καὶ ἐπιθυμίαν οὐ μεταβάλλει [ὁ ἐγκρατής], ἐπεὶ εὔπειστος, ὅταν τύχῃ, ἔσται ὁ ἐγκρατής· οἳ δὲ οὐχ ὑπὸ λόγου, ἐπεὶ ἐπιθυμίας γε λαμβάνουσι, καὶ ἄγονται πολλοὶ ὑπὸ τῶν ἡδονῶν. εἰσὶ δὲ ἰσχυρογνώμονες οἱ ἰδιογνώμονες καὶ οἱ ἀμαθεῖς καὶ οἱ ἄγροικοι, οἱ μὲν ἰδιογνώμονες δι᾽ ἡδονὴν καὶ λύπην· χαίρουσι γὰρ νικῶντες ἐὰν μὴ μεταπείθωνται, καὶ λυποῦνται ἐὰν ἄκυρα τὰ αὐτῶν ᾖ ὥσπερ ψηφίσματα· ὥστε μᾶλλον τῷ ἀκρατεῖ ἐοίκασιν ἢ τῷ ἐγκρατεῖ. εἰσὶ δέ τινες οἳ τοῖς δόξασιν οὐκ ἐμμένουσιν οὐ δι᾽ ἀκρασίαν, οἷον ἐν τῷ Φιλοκτήτῃ τῷ Σοφοκλέους ὁ Νεοπτόλεμος· καίτοι δι᾽ ἡδονὴν οὐκ ἐνέμεινεν, ἀλλὰ καλήν· τὸ γὰρ ἀληθεύειν αὐτῷ καλὸν ἦν, ἐπείσθη δ᾽ ὑπὸ τοῦ Ὀδυσσέως ψεύδεσθαι. οὐ γὰρ πᾶς ὁ δι᾽ ἡδονήν τι πράττων οὔτ᾽ ἀκόλαστος οὔτε φαῦλος οὔτ᾽ ἀκρατής, ἀλλ᾽ ὁ δι᾽ αἰσχράν.

Ἐπεὶ δ᾽ ἔστι τις καὶ τοιοῦτος οἷος ἧττον ἢ δεῖ τοῖς σωματικοῖς χαίρειν, καὶ οὐκ ἐμμένων τῷ λόγῳ, ὁ τοιοῦτος τούτου καὶ τοῦ ἀκρατοῦς μέσος ὁ ἐγκρατής· ὁ μὲν γὰρ ἀκρατὴς οὐκ ἐμμένει τῷ λόγῳ διὰ τὸ μᾶλλόν τι, οὗτος δὲ διὰ τὸ ἧττόν τι· ὁ δ᾽ ἐγκρατὴς ἐμμένει καὶ οὐδὲ δι᾽ ἕτερον μεταβάλλει. δεῖ δέ, εἴπερ ἡ ἐγκράτεια σπουδαῖον, ἀμφοτέρας τὰς ἐναντίας ἕξεις φαύλας εἶναι, ὥσπερ καὶ φαίνονται· ἀλλὰ διὰ τὸ τὴν ἑτέραν ἐν ὀλίγοις καὶ ὀλιγάκις εἶναι φανεράν, ὥσπερ ἡ σωφροσύνη τῇ ἀκολασίᾳ δοκεῖ ἐναντίον εἶναι μόνον, οὕτω καὶ ἡ ἐγκράτεια τῇ ἀκρασίᾳ. ἐπεὶ δὲ καθ᾽ ὁμοιότητα πολλὰ λέγεται, καὶ ἡ ἐγκράτεια ἡ τοῦ σώφρονος καθ᾽ ὁμοιότητα ἠκολούθηκεν· ὅ τε γὰρ ἐγκρατὴς οἷος μηδὲν παρὰ τὸν λόγον διὰ τὰς σωματικὰς ἡδονὰς

[1152a] ποιεῖν καὶ ὁ σώφρων, ἀλλ᾽ ὃ μὲν ἔχων ὃ δ᾽ οὐκ ἔχων φαύλας ἐπιθυμίας, καὶ ὃ μὲν τοιοῦτος οἷος μὴ ἥδεσθαι παρὰ τὸν λόγον, ὃ δ᾽ οἷος ἥδεσθαι ἀλλὰ μὴ ἄγεσθαι. ὅμοιοι δὲ καὶ ὁ ἀκρατὴς καὶ ἀκόλαστος, ἕτεροι μὲν ὄντες, ἀμφότεροι δὲ τὰ σωματικὰ ἡδέα διώκουσιν, ἀλλ᾽ ὃ μὲν καὶ οἰόμενος δεῖν, ὃ δ᾽ οὐκ οἰόμενος.

***
[9] Αλήθεια, εγκρατής είναι ο άνθρωπος που μένει σταθερός σε οποιαδήποτε αρχή και σε οποιαδήποτε επιλογή, ή μήπως αυτός που μένει σταθερός μόνο στην ορθή επιλογή και προτίμηση; Και, πάλι, ακρατής είναι ο άνθρωπος που δεν μένει σταθερός σε οποιαδήποτε επιλογή και σε οποιαδήποτε αρχή, ή μήπως αυτός που δεν μένει σταθερός μόνο σε μια αρχή που δεν είναι ψευδής και στη σωστή επιλογή και προτίμηση; Αυτή ήταν, πράγματι, η δυσκολία μπροστά στην οποία βρεθήκαμε πιο πάνω. Ή μήπως πρέπει να πούμε: κατά σύμπτωση σε οποιαδήποτε επιλογή, βασικά όμως στην αληθινή αρχή και στην ορθή επιλογή ο ένας μένει σταθερός και ο άλλος όχι; Γιατί αν ένας επιλέγει ή επιδιώκει το τάδε πράγμα για χάρη του τάδε πράγματος,

[1151b] επιδιώκει και επιλέγει καθεαυτό το δεύτερο, το πρώτο όμως μόνο κατά σύμπτωση — λέγοντας «καθεαυτό» εννοώ «γενικά και απόλυτα». Συμπέρασμα: Κατά κάποιον τρόπο ο ένας μένει σταθερός και ο άλλος όχι σε οποιαδήποτε γνώμη, γενικά όμως και απόλυτα στην αληθινή γνώμη.

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που μένουν σταθεροί στη δική τους γνώμη· αυτούς ο κόσμος τούς λέει ισχυρογνώμονες, που θέλει να πει πως είναι άνθρωποι δύσπιστοι, άνθρωποι που δεν αλλάζουν εύκολα γνώμη. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν κάποια ομοιότητα με τον εγκρατή (είναι η ομοιότητα που έχει ο άσωτος με τον ελευθέριο και ο θρασύς με τον θαρραλέο), είναι όμως διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον από πολλές απόψεις. Ο ένας, ο εγκρατής, δεν αλλάζει γνώμη από πάθος ή επιθυμία: όταν το απαιτήσουν οι περιστάσεις, είναι πρόθυμος να μεταπεισθεί, τους ισχυρογνώμονες όμως κανένα λογικό επιχείρημα δεν τους αλλάζει τη γνώμη, γιατί είναι επιρρεπείς στις επιθυμίες, και πολλοί από αυτούς άγονται και φέρονται από τις ηδονές. Ισχυρογνώμονες είναι οι ιδιότροποι άνθρωποι, οι αμαθείς και οι άξεστοι. Οι ιδιότροποι άνθρωποι επηρεάζονται από την ηδονή και τη λύπη: χαίρονται για τη νίκη τους, στην περίπτωση που δεν πείθονται να αλλάξουν γνώμη, και λυπούνται όταν ακυρώνονται οι δικές τους γνώμες — όπως συμβαίνει με τα ψηφίσματα· μοιάζουν λοιπόν πιο πολύ με τον ακρατή παρά με τον εγκρατή άνθρωπο.

Υπάρχουν όμως και κάποιοι που δεν μένουν σταθεροί στις αποφάσεις τους και ο λόγος δεν είναι η ακράτεια· παράδειγμα ο Νεοπτόλεμος στον Φιλοκτήτη του Σοφοκλή — αν και ο λόγος που δεν έμεινε σταθερός στην απόφασή του ήταν, στην πραγματικότητα, η ηδονή, μια ηδονή όμως ωραία· γιατί για τον Νεοπτόλεμο το να λέει την αλήθεια ήταν κάτι το ωραίο, και ο Οδυσσέας τον είχε πείσει να πει ψέματα· δεν είναι, πράγματι, ούτε ακόλαστος ούτε ευτελής και τιποτένιος ούτε ακρατής ο καθένας που κάνει κάτι για λόγους ευχαρίστησης, παρά μόνο αυτός που το κάνει για κάποια άσχημη ευχαρίστηση.

Δεδομένου, τώρα, ότι υπάρχει και άνθρωπος που ευχαριστιέται λιγότερο από ό,τι πρέπει με τις σωματικές ηδονές και όμως, παρόλο ότι είναι τέτοιου είδους άνθρωπος, δεν μένει σταθερός στον ορθό λόγο, ο ενδιάμεσος μεταξύ αυτού του ανθρώπου και του ακρατούς είναι ο εγκρατής άνθρωπος. Ο ακρατής, πράγματι, δεν μένει σταθερός στον ορθό λόγο για τον λόγο ότι ευχαριστιέται περισσότερο από ό,τι πρέπει με τις σωματικές ηδονές, ενώ ο τύπος ανθρώπου για τον οποίο μιλούμε για τον λόγο ότι τις ευχαριστιέται λιγότερο από ό,τι πρέπει· ο εγκρατής, αντίθετα, μένει σταθερός στον ορθό λόγο και δεν αλλάζει ούτε για τον έναν ούτε για τον άλλο λόγο. Αν όμως η εγκράτεια είναι μια καλή έξη, τότε οι δύο έξεις που είναι αντίθετες προς αυτήν δεν μπορεί παρά να είναι κακές — όπως και ολοφάνερα είναι. Επειδή, πάντως, η μία από τις δύο αυτές έξεις εμφανίζεται σε λίγους μόνο ανθρώπους και σπάνια, γι᾽ αυτό, όπως η σωφροσύνη θεωρείται από τον πολύ κόσμο ότι είναι αντίθετη μόνο προς την ακολασία, έτσι και η εγκράτεια θεωρείται αντίθετη προς την ακράτεια.

Επειδή, τώρα, πολλοί χαρακτηρισμοί/περιγραφές βασίζονται στην αναλογία, φτάσαμε να μιλούμε κατ᾽ αναλογίαν και για την εγκράτεια του σώφρονα ανθρώπου· και ο εγκρατής, πράγματι, άνθρωπος και ο σώφρων είναι τέτοιας λογής άνθρωποι που να μην παρασύρονται από τις σωματικές ηδονές

[1152a] ώστε να κάνουν πράξεις αντίθετες προς τον ορθό λόγο, μόνο που ο ένας έχει ευτελείς επιθυμίες, ενώ ο άλλος όχι· ο ένας, επίσης, είναι τέτοιας λογής άνθρωπος που να μη βρίσκει ευχαρίστηση σε οτιδήποτε είναι αντίθετο προς τον ορθό λόγο, ενώ ο άλλος νιώθει ευχαρίστηση, όμως δεν αφήνεται να φέρεται και να άγεται από αυτήν. Ομοιότητα υπάρχει, επίσης, ανάμεσα στον ακρατή και στον ακόλαστο, μολονότι είναι πολύ διαφορετικοί: και οι δυο τους επιδιώκουν τις σωματικές ηδονές, μόνο που ο ένας θεωρεί ότι έτσι πρέπει να κάνει, ενώ ο άλλος όχι.

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Σφῆκες (863-890)

ΧΟ. καὶ μὴν ἡμεῖς ἐπὶ ταῖς σπονδαῖς
καὶ ταῖς εὐχαῖς
865 φήμην ἀγαθὴν λέξομεν ὑμῖν,
ὅτι γενναίως ἐκ τοῦ πολέμου
καὶ τοῦ νείκους ξυνεβήτον.

εὐφημία μὲν πρῶτα νῦν ὑπαρχέτω. [στρ.]
ὦ Φοῖβ᾽ Ἄπολλον Πύθι᾽ ἐπ᾽ ἀγαθῇ τύχῃ
870 τὸ πρᾶγμ᾽ ὃ μηχανᾶται
ἔμπροσθεν οὗτος τῶν θυρῶν,
ἅπασιν ἡμῖν ἁρμόσαι
παυσαμένοις πλάνων.
ἰήιε Παιάν.

875 ΒΔ. ὦ δέσποτ᾽ ἄναξ, γεῖτον Ἀγυιεῦ, τοὐμοῦ προθύρου προπύλαιε,
δέξαι τελετὴν καινήν, ὦναξ, ἣν τῷ πατρὶ καινοτομοῦμεν·
παῦσόν τ᾽ αὐτοῦ τοῦτο τὸ λίαν στρυφνὸν καὶ πρίνινον ἦθος,
Ἀντικυραίου μέλιτος μικρὸν τῷ θυμιδίῳ παραμείξας·
ἤδη δ᾽ εἶναι τοῖς ἀνθρώποις
ἤπιον αὐτόν,
τοὺς φεύγοντάς τ᾽ ἐλεεῖν μᾶλλον
880 τῶν γραψαμένων
κἀπιδακρύειν ἀντιβολούντων,
καὶ παυσάμενον τῆς δυσκολίας
ἀπὸ τῆς ὀργῆς
τὴν ἀκαλήφην ἀφελέσθαι.

885 ΧΟ. ξυνευχόμεσθα ‹ταῦτά› σοι κἀπᾴδομεν [ἀντ.]
νέαισιν ἀρχαῖς ἕνεκα τῶν προλελεγμένων.
εὖνοι γάρ ἐσμεν ἐξ οὗ
τὸν δῆμον ᾐσθόμεσθά σου
φιλοῦντος ὡς οὐδεὶς ἀνὴρ
890 τῶν γε νεωτέρων.

***
ΚΟΡ. Τις δεήσεις αυτές, τις ιερές τις σπονδές
με δικές μας εμείς συνοδεύουμε ευχές,
αφού πια μεγαλόψυχα εσείς,
ξεπερνώντας μαλώματα, αμάχες κακές,
φιλιωθήκατε τώρα.

ΧΟΡ. Ιερή σιωπή να γίνει πρώτ᾽ απ᾽ όλα.
Ω Πύθιε Φοίβε Απόλλωνα μας, κάμε
870 αυτό που τούτος μελετά
κι αρχίζει μπρος στο σπίτι του
να βγει για όλους σε καλό
κι όλα τα λάθη να σβηστούν.
Ω Παιάνα, ιώ.

ΒΔΕ. Του προθύρου μου φύλακα εσύ και φρουρέ
κάθε στράτας, θεέ γείτονά μας,
δέξου αυτή την καινούρια ιερή τελετή·
προς τιμή την ιδρύω του γονιού μου·
βάλε, αφέντη μας, τέρμα σ᾽ αυτή τη στρυφνή,
τη σκληρή πουρναρίσια του γνώμη·
στην ψυχή του, που αψύς την ταράζει θυμός,
στάξε λίγο γλυκό πετιμέζι.
Κάμε, θεέ μου, να γίνει γλυκός
στους ανθρώπους και πιο μαλακός,
στον υπόδικο να ᾽χει σπλαχνιά πιο πολλή
880 κι όχι πια στο σκληρό μηνυτή·
όταν ένας ικέτης θρηνεί,
ένα δάκρυ να χύνει μαζί του κι αυτός,
η στρυφνάδα να λείψει η μεγάλη,
κι απ᾽ τον άγριο θυμό και την τόση του οργή
τις τσουκνίδες να βγάλει.

ΧΟΡ. Σε συνοδεύουν οι ύμνοι μας κι οι ευχές μας
στο αξίωμα το καινούριο που έχεις πάρει·
γιατί μας μίλησες σωστά
και σ᾽ αγαπούμε, που είδαμε
πως το λαό αγαπάς εσύ
890 πιότερο απ᾽ όλους τους νεαρούς.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΛΥΓΚΟΣ

ΛΥΓΚΟΣ
(ζώο, λυγξ)
 
Ο Λύγκος ήταν βασιλιάς της Σκυθίας. Στη χώρα του έφτασε ο Τριπτόλεμος, διαδίδοντας την καλλιέργεια των σιτηρών ύστερα από εντολή της Δήμητρας.
 
Ζήλια ξεσηκώθηκε στον βασιλιά για τον ελευσίνιο φιλοξενούμενό του και νύχτα θέλησε να τον σκοτώσει.
 
Όμως η Δήμητρα, η προστάτιδα θεά του νέου και των σιτηρών μεταμόρφωσε τον Λύγκο στο αιλουροειδές λύγξ (ρήσος ή ρίτσος ή αρίτσος ή τσαγκανόλυκος) και έσωσε τον Τριπτόλεμο.
 
Ελάχιστοι λύγκες επιβιώνουν σήμερα στη βαλκανική χερσόνησο.

Ο Αριστοτέλης και η αρετή ως πολιτική πράξη

Το δεδομένο ότι ο Αριστοτέλης λαμβάνει πολύ σοβαρά τις αισθήσεις –σε αντίθεση με τον Πλάτωνα– ως μοναδικό ανθρώπινο μέσο για την αντίληψη του φυσικού κόσμου δεν πρέπει να οδηγεί σε παρανοήσεις, ώστε να συγχέονται ή (πολύ περισσότερο) να τίθενται σε θέση ανωτερότητας σε σχέση με τη διάνοια. Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «η διάνοια έχει με την αίσθηση την ακόλουθη διαφορά: Με την όραση δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο, παρά μόνο να δούμε· και με την ακοή τίποτε άλλο, παρά να ακούσουμε· Παράλληλα, τόσο για την όραση όσο και για την ακοή ισχύει το εξής: δε σκεφτόμαστε ούτε αποφασίζουμε για το τι πρέπει να κάνουμε με την ακοή, να ακούσουμε ή να δούμε. Με την διάνοια, όμως, ισχύουν τα αντίθετα: η διάνοια μπορεί να πράττει είτε το ένα είτε το άλλο» (1189b 18.1).
 
Με δυο λόγια, οι αισθήσεις είναι το εργαλείο που θα δώσει τις πληροφορίες και η διάνοια θα προβεί στην επεξεργασία τους για εξαγωγή συμπερασμάτων. Οι αισθήσεις χωρίς τη διάνοια είναι η ανολοκλήρωτη γνώση μιας πληροφορίας που μένει ανεπεξέργαστη. Από την άλλη, η διάνοια δε θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί χωρίς τα ερεθίσματα των αισθήσεων: «Έτσι εξηγείται που η σκέψη και απόφαση είναι άμεσα και δομικά συνδεμένη με τη διάνοια» (1190a 18.1).
 
Η διάνοια είναι συνυφασμένη με τη σκέψη που θα επιφέρει τις αποφάσεις, αλλά οι αισθήσεις είναι η αναγνώριση των δεδομένων που θα κινητοποιήσουν τη σκέψη. Το ζήτημα των επιλογών δεν έχει να κάνει με το τελικό κίνητρο που θέλουν να εξυπηρετήσουν (κανείς δεν θέλει να πάρει αποφάσεις που θα τον βλάψουν), αλλά τον τρόπο (τα μέσα) που θα επιτευχθεί το καλό γι’ αυτόν που αποφασίζει: «Το σφάλμα, λοιπόν, συναντάται στην επιλογή του ποια είναι τα καλά, και “καλά” όχι με την έννοια των τελικών στόχων (για τους τελικούς στόχους οι πάντες, βέβαια, ομοφωνούν: όλοι θεωρούν την υγεία αγαθό)· η διαφωνία αφορά στα καλά ως μέσα, αυτά που οδηγούν στους τελικούς στόχους: άραγε ποιο είναι καλό για την υγεία, να το φάει κανείς αυτό ή να μην το φάει;» (1190a 18.2).
 
Με δεδομένο ότι κανείς δε θέλει να χάσει την υγεία του είναι φανερό ότι οι διαφωνίες που θα προκύψουν θα σχετίζονται με τον τρόπο της διατήρησής της. Κι αν στη σύγχρονη εποχή είναι λίγο-πολύ γνωστό το πώς ορίζεται η υγιεινή διατροφή, το ζήτημα παίρνει ακόμη βαθύτερες διαστάσεις: «Και όσον αφορά ακριβώς τα καλά-μέσα που οδηγούν στους τελικούς στόχους καθοριστική αιτία σφάλματος αποτελούν η ηδονή και η λύπη (ευχαρίστηση και δυσαρέσκεια)· τη μία την αποφεύγουμε, την άλλη την κυνηγάμε» (1190a 18.2).

Τα συναισθήματα αναγνωρίζονται ως κυριότεροι παράγοντες στη διαμόρφωση της προσωπικότητας, αφού εν τέλει ο άνθρωπος θα κάνει αυτό που τον ευχαριστεί. Υπό αυτή τη συνθήκη το ζήτημα δεν έχει να κάνει τόσο με τη γνώση του τι είναι υγιεινό ή ανθυγιεινό, όσο με την ένταση της ευχαρίστησης από την ανθυγιεινή τροφή ή την πειθαρχία που θα επιδείξει κανείς, ώστε να αντισταθεί βάζοντας μέτρο στις γαστριμαργικές απολαύσεις. Ασφαλώς είναι ζήτημα εθισμού. Εκείνος που θα μάθει να ενδίδει θα γίνει λαίμαργος, ενώ εκείνος που θα νιώθει ευχαρίστηση με τη διατήρηση του μέτρου θα φερθεί με σωφροσύνη προασπίζοντας την υγεία και τη σωματική του ευεξία.
 
Η αρετή είναι σταθερά συνυφασμένη με τη μεσότητα που σε κάθε περίπτωση θα υποδείξει τη σωστή συμπεριφορά. Σε τελική ανάλυση όμως, η αρετή (ως μεσότητα) αποτελεί η ίδια τον τελικό σκοπό της ανθρώπινης δράσης ή κι αυτή τίθεται στην υπηρεσία ενός άλλου υπέρτερου σκοπού; «Απομένει, συνεπώς, να εξετάσουμε σε τι στοχεύει η αρετή: άραγε αποτελεί τελικό στόχο ή μήπως ανήκει στα μέσα που οδηγούν σε κάποιο τελικό στόχο; Με άλλα λόγια, η αρετή έχει να κάνει με το ίδιο το καλό ή ανήκει σε όσα οδηγούν στο καλό;» (1190a 18.3).

Για μια ακόμη φορά ο Αριστοτέλης θα καταφύγει στον παραλληλισμό της αρετής με τις τέχνες: «Με την επιστήμη-τέχνη, τώρα, τι άραγε συμβαίνει; Άραγε εμπίπτει στην αρμοδιότητα της οικοδομικής να ορίσει εκ των προτέρων ποιος είναι ο καλός τελικός της στόχος, ή να δει απλώς όσα οδηγούν σε αυτόν τον καλό τελικό στόχο; Διότι, αν η οικοδομική ορίσει ποιος είναι ο καλός της τελικός στόχος, π.χ. το να φτιάξει ένα ωραίο σπίτι, τότε αυτή η ίδια η οικοδομική –κι όχι κανένας άλλος– θα βρει και θα ποριστεί τα μέσα που οδηγούν σε τούτον τον τελικό στόχο. Το ίδιο συμβαίνει και με όλες τις άλλες τις άλλες επιστήμες-τέχνες» (1190a 18.4).
 
Για τον Αριστοτέλη δεν μπορεί παρά να ισχύει το ίδιο και για την αρετή: «Άρα, κάτι παρόμοιο θα πρέπει να ισχύει και στην περίπτωση της αρετής: σ’ αυτήν εμπίπτει κυρίως ο τελικός στόχος, που πρέπει να τον θέσει εκ των προτέρων σωστά, και όχι τόσο τα μέσα που οδηγούν σε αυτόν. Και όσον αφορά τα μέσα από τα οποία θα προκύψει η πραγμάτωση του τελικού στόχου, κανείς άλλος δεν πρόκειται να της τα παράσχει· αυτή θα βρει όσα πρέπει να βρει για να πετύχει τον τελικό στόχο» (1190a 18.5).
 
Η εύρεση, λοιπόν, του τελικού σκοπού που πρέπει να επιτευχθεί δεν είναι το μοναδικό ζήτημα της αρετής, αλλά και τα μέσα που τον εξυπηρετήσουν. Η αρετή τίθεται ως τελικός (υπέρτατος) στόχος, αφού τελικά ταυτίζεται με την ανθρώπινη ευτυχία. Ο Αριστοτέλης δε θα μπορούσε να γίνει πιο κατατοπιστικός: «δεν υπάρχει τίποτα ανώτερο από την αρετή· χάριν αυτής υπάρχουν και τα υπόλοιπα και με αυτήν έχει να κάνει η αρχή [χάριν του τέλους υπάρχουν όσα οδηγούν σε αυτό· και έτσι το τέλος μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος αρχής, και χάριν του τέλους υπάρχει το κάθε επιμέρους μέσο που οδηγεί σ’ αυτό· αλλά αυτή η ύπαρξη του μέσου θα είναι εξαρτημένη από το τέλος-τελικό στόχο]» (1190a 18.6).
 
Εν τέλει, αφού το τέλος τίθεται από την αρχή κι όλα αποσκοπούν στην επίτευξή του, μπορούμε να πούμε ότι το τέλος είναι ένα είδος αρχής που καθορίζει εκ των προτέρων όλη τη δράση. Ο οικοδόμος αρχίζει να ενεργεί, αφού έχει ήδη καθορίσει επακριβώς τον τελικό στόχο. Μόνο έτσι μπορεί να είναι βέβαιος ότι οι ενέργειές του είναι σωστές.
 
Κι αυτός είναι ο λόγος που ο προκαθορισμός του τελικού στόχου θα φέρει και τη σωστή οργάνωση για την επίτευξή του. Ο οικοδόμος που ξεκινά τις οικοδομικές εργασίες χωρίς συγκεκριμένο (και μελετημένο εξαρχής) τελικό αποτέλεσμα είναι αμφίβολο αν θα ολοκληρώσει με σωστό τρόπο το έργο του. Το τέλος είναι και αρχή, αφού θα καθορίσει από την πρώτη στιγμή όλες τις ενέργειες. Και βέβαια, ο τελικός στόχος της αρετής είναι η επίτευξη του καλού: «Τελικός στόχος της αρετής είναι ασφαλώς το καλό» (1190a 9.1).

Αυτό που μένει είναι τα μέσα που θα επιφέρουν την ολοκλήρωση του αρχικού (και τελικού) σκοπού: «Άρα, στο καλό το ίδιο στοχεύει πιο πολύ η αρετή, παρά στα μέσα που θα οδηγήσουν σε αυτό. Εντούτοις, αυτά τα μέσα τής ανήκουν. Μπορεί, βέβαια, όλο αυτό να φαίνεται άτοπο· διότι ένας ζωγράφος μπορεί να είναι ικανός στην απόδοση του θέματός του, όμως δεν πρόκειται να κερδίσει τον έπαινο αν δε βάλει τούτο ως στόχο του: να αποδώσει με την τέχνη του τα άριστα. Ίδιον της αρετής, λοιπόν, είναι το εξής: να βάλει πάνω απ’ όλα το καλό ως τελικό τους στόχο» (1190a 19.1).
 
Από τη στιγμή που η αρετή δεν καθορίζει μόνο τον τελικό σκοπό (που είναι πάντα το καλό), αλλά και τα μέσα που θα τον επιφέρουν («αυτά τα μέσα τής ανήκουν»), είναι σαφές ότι η αρετή καθορίζει και τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν για την πραγμάτωση του τελικού στόχου. Με άλλα λόγια, δε φτάνει απλά να τεθεί ο τελικός στόχος με γνώμονα το καλό, αλλά να καθοριστούν και τα μέσα της επίτευξής του με ακριβώς τον ίδιο γνώμονα (καθώς κι εκείνα οφείλουν ανήκουν στην αρετή). Η ρήση που θέλει το σκοπό να αγιάζει τα μέσα δε φαίνεται να βρίσκει σύμφωνο τον Αριστοτέλη, αφού ο τελικός σκοπός της αρετής δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί από μέσα που αντίκεινται στην ίδια την έννοιά της.
 
Ο ισχυρισμός ότι για την εξυπηρέτηση του καλού (αρετής) εφαρμόζονται μέσα που δεν έχουν σχέση με την αρετή όχι μόνο επιχειρεί να νομιμοποιήσει ανέντιμες πράξεις (που γίνονται στο όνομα της αρετής), αλλά αποτελεί και εννοιολογική ματαίωσή της, αφού αρετή που προκύπτει από κακά μέσα δεν υφίσταται. Η πράξη που δεν ταυτίζεται με την αρετή είναι ανήθικη, όσο κι αν προσπαθεί να πείσει αυτός που την έκανε ότι είχε καλούς σκοπούς.
 
Κι εδώ δε γίνεται λόγος για την ηθική νομιμότητα της αμυντικής δράσης μιας πόλης, που εξαναγκάζεται να οδηγηθεί στη βία για να περισώσει την ελευθερία και την αξιοπρέπειά της, αλλά για κάθε είδους ανοσιούργημα που δήθεν τίθεται στην υπηρεσία ενός καλού σκοπού. Οι πολεμικές επιθέσεις, η καταπίεση, τα πιο στυγνά εγκλήματα της ιστορίας επιδιώκουν πάντα να νομιμοποιηθούν ηθικά παριστάνοντας ότι υπηρετούν το καλό κι έχοντας ως συνήθεις προφάσεις την παγκόσμια ειρήνη, την πολιτική σταθερότητα, την ιδεολογική υπεροχή, την ισότητα, τη δικαιοσύνη, τον εκπολιτισμό με δυο λόγια την αρετή, που (δήθεν) εξυπηρετείται από τα απεχθή (πλην αναγκαία) μέσα που θα την επιφέρουν.

Ο Αριστοτέλης διευκρινίζει: «η ενεργητική πραγμάτωση της αρετής είναι ανώτερη από την απλή κτήση της» (1190b 19.2). Με άλλα λόγια, τι νόημα έχει η απλή κτήση της αρετής, όταν δε συνοδεύεται από την ενεργητική πραγμάτωσή της; Και για να διατυπωθεί και διαφορετικά δε φτάνει κάποιος να ισχυρίζεται ότι κατέχει την αρετή, πρέπει και να το αποδεικνύει πραγματώνοντας τη σε καθημερινό επίπεδο.
 
Εξάλλου, ο ενάρετος κρίνεται από τις πράξεις του κι όχι από τους ισχυρισμούς του: «Διότι οι υπόλοιποι άνθρωποι παρατηρούν τον ενάρετο και τον κρίνουν ως τέτοιο από τις πράξεις του, αφού είναι αδύνατο να διαγνώσουν την προαίρεση του καθενός, ποια ακριβώς είναι· αν είχαν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το πνεύμα του καθενός, ποια είναι ακριβώς η τοποθέτησή του απέναντι στο καλό, δε θα χρειαζόταν η πράξη για τη θεώρηση κάποιου ως καλού» (1190b 19.3).
 
Η αρετή που δεν πραγματώνεται δεν είναι αρετή, καθώς η αρετή δεν είναι προαίρεση, αλλά ενέργεια. Η επίφαση της προαίρεσης για να δικαιολογηθεί η ενέργεια δεν αφορά την αρετή, αλλά τη συγκάλυψη της κακίας. Ο σφαγέας είναι σφαγέας όποια αρετή κι αν διατείνεται ότι υπηρετεί. Κι επειδή ακριβώς δεν υπηρετεί καμία αρετή, δεν έχει άλλη επιλογή από τη διαστρέβλωση των εννοιών. Γι’ αυτό και πρέπει να πείσει ότι οι σφαγές του είναι το αναγκαίο κακό για το τελικό καλό που θα επιφέρει ή ότι η θρασύτητα και η απανθρωπιά που επιδεικνύει είναι θάρρος και πίστη για την πραγμάτωση των υψηλών του ιδανικών.
 
Στην πραγματικότητα η ματαίωση της αρετής επιφέρει και τις αντίστοιχες αντιδράσεις. Η έννοια της αρετής, ως συνολικού καλού για την ανθρωπότητα, μπορεί να ξεχειλώνει προς πάσα κατεύθυνση, όταν τίθεται στην υπηρεσία συγκεκριμένων επιδιώξεων. Κι αυτός είναι ο λόγος που ο Αριστοτέλης θα δώσει έμφαση όχι μόνο στο στόχο, αλλά και στα μέσα της αρετής. Γιατί τα μέσα είναι πράξεις. Και οι πράξεις δεν μπορούν να αντιβαίνουν στον τελικό στόχο.
 
Η κοινωνική διάσταση της αρετής είναι απολύτως ξεκάθαρη, αφού την ενάρετη πράξη δεν την ορίζει αυτός που ενεργεί αλλά «οι υπόλοιποι άνθρωποι» που «παρατηρούν τον ενάρετο και τον κρίνουν ως τέτοιο από τις πράξεις του». Η αρετή είναι αδύνατο να αποκοπεί από το κοινωνικό περιβάλλον, αφού, εν τέλει, τίθεται ως εγγυητής της συνύπαρξης. Οι περιπτώσεις των ανθρώπων που, ενώ άσκησαν την αρετή, εκδιώχτηκαν λοιδορούμενοι δεν αναιρούν την κοινωνική διάστασή της αλλά την επιβεβαιώνουν, καθώς γίνεται σαφές ότι στην έννοια της αρετής καθρεφτίζονται και οι αξίες κάθε εποχής.
 
Οι διαστρεβλωμένες αξίες των εκάστοτε εποχών καταδεικνύουν την ευκολία στην παραποίηση της αρετής (ως έννοια), αφού μπορεί να ταυτιστεί με τη βία, το φανατισμό ή την αυταρχικότητα που θα ονομαστούν θάρρος, πίστη ή διατήρηση της τάξης. Ο σκοταδισμός μπορεί να παρουσιαστεί ως θεϊκή πρόνοια, η καταπίεση ως απαράβατη ηθική (ακόμη κι ως επαναστατική αφοσίωση), η εκμετάλλευση ως δικαιοσύνη, η βαρβαρότητα ως πολιτισμός. Η ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα.
 
Κι αυτή ακριβώς είναι η έννοια της αρετής που παίρνει διαστάσεις πολιτικής πράξης. Ο ενάρετος άνθρωπος κατευθυνόμενος από τη λογική, τη σωφροσύνη, το μέτρο και τη γενναιοψυχία είναι σε θέση να εναντιωθεί απέναντι σε όλα τα κακώς κείμενα της εποχής του αναλαμβάνοντας και το ενδεχόμενο κόστος μιας τέτοιας πράξης. Είναι ο άνθρωπος που θα εναντιωθεί απέναντι σε μια δεσποτική εξουσία, θα καταγγείλει τη διαφθορά, θα δείξει θάρρος στους επερχόμενους κινδύνους, χωρίς φανατισμό, χωρίς έπαρση.
 
Κι αν βρεθεί σε θέση εξουσίας δε θα προσπαθήσει να επωφεληθεί από αυτό. Από αυτή την άποψη, η άσκηση της αρετής δεν είναι απλά πολιτική πράξη, αλλά μια ολόκληρη επανάσταση. Η κοινωνία που θα αποτελείται από τέτοιους ανθρώπους θα είναι και η ιδανική. Κι ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη κοινωνική ουτοπία…
 
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα