Πέμπτη 5 Απριλίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (246.1-250.1)

246. ΚΑΜΗΛΟΣ, ΕΛΕΦΑΣ ΚΑΙ ΠΙΘΗΚΟΣ [246.1] τῶν ἀλόγων ζῴων βουλομένων βασιλέα ἑαυτῶν ἑλέσθαι κάμηλος καὶ ἐλέφας καταστάντες ἐφιλονείκουν καὶ διὰ τὸ μέγεθος τοῦ σώματος καὶ διὰ τὴν ἰσχὺν ἐλπίζοντες πάντων προκρίνεσθαι. πίθηκος δὲ ἀμφοτέρους ἀνεπιτηδείους εἶναι ἔφη, τὴν μὲν κάμηλον, διότι χολὴν οὐκ ἔχει κατὰ τῶν ἀδικούντων, τὸν δὲ ἐλέφαντα, ὅτι δέος ἐστί, μὴ αὐτοῦ βασιλεύοντος χοιρίδιον ἡμῖν ἐπιθῆται.
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι πολλάκις καὶ τὰ μέγιστα τῶν πραγμάτων διὰ μικρὰν αἰτίαν κωλύονται.

247. ΚΥΚΝΟΣ
[247.1] τοὺς κύκνους φασὶ παρὰ τὸν θάνατον ᾄδειν. καὶ δή τις περιτυχὼν κύκνῳ πωλουμένῳ καὶ ἀκούσας, ὅτι εὐμελέστατόν ἐστι ζῷον, ἠγόρασε. καὶ ἔχων ποτὲ συνδείπνους προσελθὼν παρεκάλει αὐτὸν ᾆσαι ἐν τῷ πότῳ. τοῦ δὲ τότε μὲν ἡσυχάσαντος, ὕστερον δέ ποτε, ὡς ἐνόησεν, ὅτι ἀποθνῄσκειν ἔμελλεν, ἑαυτὸν θρηνοῦντος ὁ δεσπότης ἀκούσας ἔφη· «ἀλλ᾽ εἰ σὺ οὐκ ἄλλως ᾄδεις, ἐὰν μὴ ἀποθνῄσκῃς, ἐγὼ μάταιος ἤμην τότε, ὅτε σε παρεκάλουν, ἀλλ᾽ οὐκ ἔθυον».
οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων, ἃ μὴ ἑκόντες χαρίσασθαι βούλονται, ταῦτα ἄκοντες ἐπιτελοῦσιν.

248. ΖΕΥΣ ΚΑΙ ΟΦΙΣ
[248.1] τοῦ Διὸς γαμοῦντος πάντα τὰ ζῷα ἀνήνεγκαν δῶρα, ἕκαστον ὅτι ἐδύνατο. ὄφις δὲ ἕρπων ῥόδον ἀναλαβὼν τῷ στόματι ἀνέβη. ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ζεὺς ἔφη· «τῶν ἄλλων πάντων τὰ δῶρα λαμβάνω· ἀπὸ δὲ τοῦ σοῦ στόματος οὐ λαμβάνω».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι τῶν πονηρῶν αἱ χάριτες φοβεραί εἰσιν.

249. ΤΑΩΝ ΚΑΙ ΓΕΡΑΝΟΣ
[249.1] ταὼν γεράνου κατεγέλα κωμῳδῶν τὴν χροίαν αὐτοῦ καὶ λέγων ὡς· «ἐγὼ μὲν χρυσὸν καὶ πορφύραν ἐνδέδυμαι, σὺ δὲ οὐδὲν καλὸν φέρεις ἐν πτεροῖς». ὁ δὲ «ἀλλ᾽ ἐγώ», ἔφη, «τῶν ἀστέρων ἔγγιστα φωνῶ καὶ εἰς τὰ οὐράνια ὕψη ἵπταμαι, σὺ δὲ ὡς ἀλέκτωρ κάτω μετ᾽ ὀρνίθων βαίνεις».
ὅτι κρεῖττον περίβλεπτον εἶναί τινα ἐν πενιχρᾷ ἐσθῆτι ἢ ζῆν ἀδόξως ἐν πλούτῳ γαυρούμενον.

250. ΥΣ ΚΑΙ ΚΥΩΝ
[250.1] ὗς καὶ κύων πρὸς ἀλλήλας διεφέροντο. τῆς δὲ ὑὸς ὀμνυούσης τὴν Ἀφροδίτην, ὅτι ἐὰν μὴ παύσηται, τοῖς ὀδοῦσιν αὐτὴν ἀνατεμεῖ, ἡ κύων ἔλεγε καὶ κατ᾽ αὐτὸ τοῦτο αὐτὴν ἀγνωμονεῖν † εἴγε Ἀφροδίτην μισεῖ, ὥστε, ἐὰν φάγῃ τις κρέα ὑός, τοῦτον οὐκ ἐᾷ εἰς τὸ ἱερὸν αὐτῆς εἰσιέναι. καὶ ἡ ὗς ὑποτυχοῦσα ἔφη· «ἀλλὰ τοῦτό γε οὐ στυγοῦσά με ποιεῖ, προνοουμένη δέ, ἵνα μηδείς με θύῃ».
οὕτως οἱ φρόνιμοι τῶν ῥητόρων πολλάκις καὶ τὰ ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν προσφερόμενα ὀνείδη εἰς ἐπαίνους μετασχηματίζουσιν.

***
246. Η καμήλα, ο ελέφαντας και ο πίθηκος.
[246.1] Μια φορά και έναν καιρό τα άλογα ζώα αποφάσισαν να εκλέξουν κάποιον από ανάμεσά τους για βασιλιά. Έτσι που λέτε, η καμήλα και ο ελέφαντας, που αναγνωρίστηκαν ως οι επικρατέστεροι υποψήφιοι, άρχισαν να ερίζουν μεταξύ τους. Καθένας τους ήλπιζε, βλέπετε, πως θα τον προτιμούσαν έναντι όλων των άλλων, τόσο για τον όγκο του σώματός του όσο και για τη δύναμή του. Εκεί πάνω, όμως, παρενέβη ο πίθηκος και δήλωσε ότι και οι δυο τους ήσαν ακατάλληλοι για το αξίωμα, για τους εξής λόγους: Η καμήλα, αφενός, επειδή δεν έχει στάλα χολή μέσα της για να θυμώσει ενάντια στην αδικία· και ο ελέφαντας, αφετέρου, επειδή υπάρχει κίνδυνος να μας επιτεθούν τα γουρουνάκια όσο θα βασιλεύει.
Το δίδαγμα του μύθου: Πολύ συχνά ακόμη και τα πιο σπουδαία επιτεύγματα παρεμποδίζονται από μικροπράγματα.

247. Ο κύκνος.
[247.1] Καθώς λέγεται, οι κύκνοι τραγουδούν όταν φτάνει η ώρα του θανάτου τους. Μια φορά, που λέτε, κάποιος είδε κατά τύχη να πουλάνε έναν κύκνο στο παζάρι. Είχε ακούσει κιόλας ότι τούτο το πλάσμα είναι εξαιρετικά μελωδικό, γι᾽ αυτό και τον αγόρασε. Έτσι λοιπόν, κάποια βραδιά που έκανε το τραπέζι στους καλεσμένους του, ο ανθρωπάκος μας έφερε μέσα τον κύκνο του και τον πρόσταξε να τραγουδήσει κατά το συμπόσιο. Ωστόσο το πουλί δεν εννοούσε να βγάλει κιχ εκείνη την ώρα. Μόνο αργότερα, όταν κατάλαβε ότι τον περίμενε ο θάνατος, ξέσπασε σε μοιρολόι για τον εαυτό του. Ακούγοντάς τον τότε, ο αφέντης του παρατήρησε: «Α έτσι μου είσαι, λοιπόν! Δεν τραγουδάει ο κύριος από εδώ, παρά μόνο όταν περιμένει να πεθάνει. Μωρέ, χαζομάρα έκανα τότε που σου έδωσα εντολή να τραγουδήσεις. Έπρεπε μάλλον να έδινα διαταγές να σε σφάξουν».
Έτσι συμβαίνει με μερικούς ανθρώπους: Όσα δεν εννοούν να τα κάνουν με το καλό, σαν χάρη, τα εκτελούν με το ζόρι.

248. Ο Δίας και το φίδι.
[248.1] Τον καιρό εκείνο τον παλιό, όταν γιόρταζε ο Δίας τους γάμους του, όλα τα ζώα τού έφεραν δώρα, ό,τι μπορούσε το καθένα. Ανάμεσά τους, που λέτε, σύρθηκε σιγά-σιγά μέχρι εκεί ψηλά και το φίδι, κουβαλώντας ένα τριαντάφυλλο που είχε πιάσει με το στόμα του. Μόλις όμως το είδε ο Δίας, αντέδρασε: «Κοίταξε να δεις, όλων των άλλων τα δώρα τα δέχομαι. Από το στόμα το δικό σου, όμως, δεν θέλω ούτε χάρισμα να λάβω».
Το δίδαγμα του μύθου: Ακόμη και τη χάρη που σου κάνει ο αχρείος, πρέπει να τη φοβάσαι.

249. Το παγόνι και ο γερανός.
[249.1] Μια φορά το παγόνι περιγελούσε τον γερανό, κοροϊδεύοντας ιδίως το χρώμα του. Νά τί του έλεγε: «Δεν με βλέπεις εμένα που είμαι ντυμένο στο χρυσάφι και στην πορφύρα; Ενώ εσύ κακομοίρη, εσύ δεν έχεις ίχνος ομορφιάς στα φτερά σου». Όμως ο γερανός αποκρίθηκε: «Ξεχνάς κάτι, χρυσό μου. Εγώ μπορώ και πετάω στα ύψη του ουρανού και συνομιλώ από κοντά με τα αστέρια. Ενώ εσύ, καημενούλικο, πορεύεσαι κάτω στη γη σαν τον κόκορα, αντάμα με τις κοτούλες».
Δίδαγμα: Κάλλιο να απολαμβάνεις τον θαυμασμό του κόσμου, έστω και ντυμένος φτωχικά, παρά να περνάς τη ζωή σου άδοξα και να καυχιέσαι μόνο για τα πλούτη σου.

250. Η γουρούνα και η σκύλα.
[250.1] Μια φορά τσακώνονταν μεταξύ τους η γουρούνα και η σκύλα. Η πρώτη, που λέτε, πήρε όρκο στην Αφροδίτη ότι θα ξεσκίσει τη σκύλα με τα δόντια της, αν τούτη η τελευταία δεν βγάλει τον σκασμό. Τότε η αντίπαλός της σάρκασε: «Μωρή, και μόνο με αυτό που είπες δείχνεις την παχυλή άγνοιά σου. Δεν έχεις καταλάβει, βρε, ότι η Αφροδίτη σε σιχαίνεται; Απόδειξη: άμα κανείς φάει χοιρινό κρέας, δεν του επιτρέπει καν να μπει στον ναό της». Όμως η γουρούνα δεν πτοήθηκε καθόλου, παρά αντιγύρισε: «Τόσα ξέρεις, τόσα λες, μωρή. Δεν το κάνει αυτό από μίσος για μένα. Απεναντίας, έτσι ακριβώς δείχνει τη φροντίδα της για χάρη μου, ώστε να μη με σφάξει κανείς».
Έτσι κάνουν και οι πιο επιτήδειοι ρήτορες: Πολύ συχνά καταφέρνουν να μεταστρέφουν σε επαίνους τις προσβολές που τους απευθύνουν οι αντίπαλοί τους.

Θρησκευτικός συγκρητισμός: Ο θάνατος και η ανάσταση των θεών

Σχετική εικόνα«Οι Φρύγες, επίσης, που πίστευαν ότι ο Θεός κοιμάται τον χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι είναι ξυπνητός» Πλούταρχος, Ηθικά

Ο πρωτόγονος άνθρωπος βρέθηκε μπροστά σε δυο πραγματικότητες απέναντι στις οποίες ένιωσε αδύναμος βιολογικά. Αυτές ήταν το φυσικό περιβάλλον και ο Θάνατος. Ως προς το φυσικό περιβάλλον ένιωσε άμεσα εξαρτημένος, αφού αυτό αποτελούσε (εί) πηγή της βιολογικής του συντήρησης και επιβίωσης. Απέναντι στις φυσικές δυνάμεις (βροχή, σεισμός, εναλλαγή εποχών κλπ) ήταν άοπλος και εκτεθειμένος στη μη προβλεψιμότητά τους.

Ο θάνατος για τον πρωτόγονο στο βαθμό που ταυτίστηκε με τη βιολογική περατότητά του συνιστούσε τον απόλυτο φόβο και απέκτησε ένα μυστηριακό χαρακτήρα που ακόμη και σήμερα η επιστήμη – φιλοσοφία δεν απάντησε στο ερώτημα «γιατί πεθαίνουμε».

Έτσι τις δυο αυτές πραγματικότητες (φυσικό περιβάλλον – θάνατος) σε μια ύστερη φάση τις αναγνώρισε ως νομοτέλεια και αναγκαιότητα. Ωστόσο αυτή η αναγνώριση δεν σήμανε και μια τυφλή παραίτηση ή αποδοχή αλλά το πρώτο βήμα για να τις ερμηνεύσει και να τις υπερβεί. Απώτατος στόχος να νιώσει ελεύθερος και ασφαλής «Ελευθερία είναι η αποδοχή της αναγκαιότητας». Έγελος

Όσο κι αν η θέση του Hegel συνιστά οξύμωρο σχήμα δεν παύει να υποδηλώνει την αγωνία του ανθρώπου να επιβιώσει (βιολογικά – πνευματικά – ηθικά) μέσα από τις επιταγές μιας αδήριτης αναγκαιότητας. Προς το σκοπό αυτό θεοποίησε τις φυσικές δυνάμεις ως μια μορφή άμυνας απέναντι στη «δύναμή» τους.

Ο Ουρανός και η Γαία (γη) αποτέλεσαν το πρώτο δίδυμο των θεών. Έκτοτε ακολούθησαν κι άλλες θεοποιήσεις σε μια προσπάθεια να κατανοήσει την αναγκαιότητα της δύναμης της φύσης και να συμφιλιωθεί μαζί της. Κι αυτό γιατί αυτή για τον άνθρωπο ήταν ο μέγιστος «χορηγός» και «διδάσκαλος». Η δικαιοσύνη, το μέτρο, η κοσμιότητα και η αρμονία αποτελούσαν τα βασικά στοιχεία της ύπαρξής της.

Έτσι η φύση δεν άργησε να αποτελέσει αντικείμενο λατρείας μέσα από τη δημιουργία της θρησκείας και των διαφόρων θεοτήτων που αντιπροσώπευαν βασικές εκφράσεις του φυσικού περιβάλλοντος αλλά και των ανθρώπινων αναγκών. Η Δήμητρα, η Άρτεμις, ο Διόνυσος, οι Νύμφες, οι Ναϊάδες, οι Ορεστιάδες, οι Δρυάδες και οι Νηρηίδες αποτελούσαν αντικείμενο λατρείας και θεοποίησης. Όλες αυτές οι θεότητες δεν ήταν κάτι απόκοσμο αλλά στοιχείο της καθημερινότητας των ανθρώπων.

Έτσι μέσα από τη θεοποίηση των φυσικών δυνάμεων ο άνθρωπος συμφιλιώθηκε και με την ιδέα του θανάτου προσδίδοντας στους ανθρωπόμορφους θεούς του το στοιχείο της αθανασίας. Οι θεοί πάσχουν, υποφέρουν, πονούν αλλά δεν πεθαίνουν. Κι αν αυτό συμβεί, είναι προσωρινό γιατί πάντα ακολουθεί η ανάστασή τους. Επομένως το σχήμα Ζωή – Θάνατος – Ανάσταση είναι κοινός τόπος όχι μόνο της Ελληνικής μυθολογίας – θρησκείας αλλά και πολλών άλλων θρησκειών.

Αυτό καταδεικνύει πως τα δυο κομβικά στοιχεία του χριστιανισμού η Σταύρωση και η Ανάσταση έλκουν την καταγωγή τους τόσο από την αρχαία μυθολογία αλλά κι από τους μύθους – θρησκείες άλλων λαών, με τις αναγκαίες κάθε φορά παραλλαγές. Ωστόσο το βασικό μοτίβο – σχήμα ο Θάνατος – η Ανάσταση του θεού παραμένει ως μια εκδήλωση της ανθρώπινης – διαχρονικής και επίμονης – επιθυμίας αλλά και αγωνίας του ανθρώπου να συγκρουστεί με το παράλογο «absurdum» του θανάτου και της ανάστασης.

Εξάλλου ο πρωτόγονος – αλλά και ο σύγχρονος – άνθρωπος αυτό που βιώνει εκατομμύρια χρόνια είναι ο κύκλος της φυσικής λειτουργίας μέσα από τις εποχές και κυρίως το χειμώνα και το καλοκαίρι (η ακαρπία – η φθορά vs βλάστηση – ευφορία – αναγέννηση της φύσης). Δίπλα σε αυτά το Πένθος και η Χαρά κυριαρχούν ως ανθρώπινα συναισθήματα και συγκροτούν το πλαίσιο ζωής του θνητού ανθρώπου.

Η αλλαγή, λοιπόν, των εποχών, η γονιμότητα και η ακαρπία, η βλάστηση και η «ύπνωση» της φύσης υφαίνουν τον ιστό πολλών μύθων και θρησκευτικών δοξασιών ή λατρειών σε παγκόσμιο επίπεδο. Εξάλλου, γρήγορα οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν πως ο κυκλικός χρόνος (γέννηση – θάνατος – αναγέννηση) συνιστά το θεμέλιο της κοσμικής τάξης. Αυτή η κοσμική τάξη αποτέλεσε το βάθρο πάνω στο οποίο η ανθρωπότητα οικοδόμησε το ηθικό και κοινωνικοπολιτικό σύστημα αλλά και τις προοπτικές για μια ζωή με πνευματικότητα και συναισθηματική πληρότητα.

«Αυτό που σήμερα αποκαλείται Χριστιανική θρησκεία, υπήρχε ήδη ανάμεσα στους αρχαίους και δεν έλειπε και στις απαρχές της ανθρώπινης φυλής. Όταν ο Χριστός εμφανίστηκε ένσαρκος, η αληθινή θρησκεία, που ήδη υπήρχε, έλαβε την ονομασία Χριστιανική». Άγιος Αυγουστίνος

Κρίνεται αναγκαία η αναφορά σε εκείνες τις θεϊκές οντότητες που γεννήθηκαν ως θνητές, υπέφεραν, πέθαναν και αναστήθηκαν. Το πρότυπο του Θεού που πεθαίνει και ανασταίνεται επαναλαμβάνεται διαρκώς σε διαφορετικά πολιτισμικά και θρησκευτικά περιβάλλοντα.

Παρόλες τις διαφορές οι αρχαίες παγανιστικές θρησκείες και ο χριστιανισμός μοιράζονται πολλά κοινά στοιχεία. Ο θρησκευτικός συγκρητισμός αποτέλεσε μια πραγματικότητα ενισχύοντας ή και διευκολύνοντας τις πνευματικές – πολιτιστικές προσαρμογές «με την ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών» Κ. Καβάφης 

Μπορεί η «Ανάσταση του Ιησού» να συνιστά την απόλυτη απόδειξη για τη θεϊκή φύση του Χριστού, ωστόσο η ιστορική αλήθεια έχει τις ρίζες της και σε άλλες αρχαίες θρησκείες που πίστευαν σε θεούς που πέθαιναν και ανασταίνονταν. Δεν είναι, λοιπόν, μόνο ο Χριστιανισμός που θεμελιώνει την πίστη πάνω στην Ανάσταση «Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις υμών» (Απόστολος Παύλος, Επιστολή Α προς Κορινθίους, ιε, 17), αλλά και πολλές άλλες θρησκείες περιλαμβάνουν στις λατρευτικές τους εκδηλώσεις το στοιχείο της Ανάστασης.

Μια αδρομερής καταγραφή του μοντέλου «ο θάνατος και η ανάσταση του θεού» θα ήταν ωφέλιμη για την κατανόηση του θρησκευτικού συγκρητισμού και τη γονιμοποιό δύναμή του στην αλληλοκατανόηση και ειρηνική συνύπαρξη Θρησκειών και λαών. Η λεπτομερής καταγραφή υπερβαίνει το σκοπό του παρόντος άρθρου.

Ο Άδωνις (σημιτικός θεός που έγινε αποδεκτός κι από τους Έλληνες), ο θρακικός Διόνυσος (ο επανομαζόμενος και Ζαγρεύς), ο Αιγύπτιος Όσιρις, ο Ινδός Κρίσνα, ο Μίθρα (Πέρσης θεός), ο Ταμούζ (Ασσυροβαβυλώνιος θεός), ο Άττις (Φρυγία), ο Όντιν (σκανδιναβική θεότητα), ο Κετζαλκόατλ (Κεντρική Αμερική), ο Υάκινθος, η Περσεφόνη είναι μερικά παραδείγματα που πιστοποιούν τις διάφορες παραλλαγές του αναστημένου θεού.

Εις τα καθ’ ημάς δέσποζε ο μύθος της Δήμητρας – Περσεφόνης και τα Αδώνεια, όπως βέβαια και Βακχικές τελετές ή του Διόνυσου. Ειδικότερα ο μύθος της Δήμητρας – Περσεφόνης συμβόλιζε την εναλλαγή των εποχών με ευθεία αναφορά στο φαινόμενο του σπόρου που περιμένει υπομονετικά να έρθει η άνοιξη για να αναπτυχθεί και να καρπίσει.

Οι Αδώνιες τελετές παραπέμπουν στις αντίστοιχες του Χριστιανικού Πάσχα, με την αναπαράσταση του θανάτου και της ανάστασης του Άδωνι. Η πρώτη ημέρα των «Αδώνειων μυστηρίων» λεγόταν «αφανισμός» και ήταν ημέρα πένθους για το θάνατο του θεού. Η δεύτερη μέρα λεγόταν «εύρεσις» και αντιστοιχούσε με τη δική μας Ανάσταση (ημέρα χαράς και αγαλλίασης).

Παρακολουθώντας τα δρώμενα σε θεολογικό επίπεδο διαπιστώνουμε ομοιότητες και επαναλήψεις αρχαίων Ελληνικών συμβόλων στον Χριστιανισμό. Εξάλλου οι μορφές του Προμηθέα και Χριστού βαδίζουν παράλληλα, αφού και οι δυο πάσχουν για τον άνθρωπο.

Όσα, λοιπόν, αντίκεινται στους φυσικούς νόμους, στην ανθρώπινη εμπειρία και στον επιστημονικό ορθολογισμό μπορεί να μας τρομάζουν αλλά είναι η άλλη – η αθέατη πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι οι πολλαπλές εκδοχές του ανθρώπινου πνεύματος και του πολιτισμού, τον οποίο πρέπει να εξετάζουμε στην ολότητά του και στη διαχρονικότητά του. Έτσι κατανοούμε καλύτερα το παρελθόν, συνειδητοποιούμε τη θέση μας στο παρόν και αισιοδοξούμε για το μέλλον.

«Όποιος έχει στα χέρια του τον πολιτισμό, έχει στα χέρια του τον κόσμο». Καντ

Ρωτάς πράγματα που δεν απαντιούνται

Λένε, λοιπόν, πως κάποτε έγινε ένας αγώνας ανάμεσα στον Όμηρο και στον Ησίοδο για το πρωτείο. Να κριθεί, τέλος πάντων, στους Έλληνες, ποιος από τους δύο μεγαλύτερους είναι ο πιο μεγάλος.

Η επιτροπή κρίσης, εκεί κάπου στην Αυλίδα ή στις Θήβες, κάθισε με σεβασμό τους δύο σοφούς στο θρονί τους, και άρχισε να τους ερωτά. Ήθελαν να μετρήσουν, ποιος θα δώσει τις πιο φρόνιμες αποκρίσεις στα ζητήματα.

Ρωτήσανε τον Ησίοδο, και αποκρίθηκε ζυγιασμένα. Οι θέσεις που έλαβε, φανέρωναν τον άνθρωπο με την πλούσια πείρα που έζησε στον κόσμο ζωντανός. Που έκαμε, και έπαθε, και έμαθε.

Ρωτήσανε και τον Όμηρο. Ο γλυκός αοιδός με τη λευκή κεφαλή και τα άδεια μάτια, που κάποια ερμηνεία θέλει να επιμένει πως έχασε το φως του γιατί δεν άντεξε το πολύ κακό που αντίκρυσε στον κόσμο, τους άκουσε μειλίχια.

Πες μας, λοιπόν, αστέρι στις θάλασσες και ήλιε στα βουνά, του είπανε. Πες μας, ποιο το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό. Άριστο σε όλους και σε όλες, αποκρίθηκε ο Όμηρος, είναι ο άνθρωπος ποτέ να μη γεννιέται!.

Η επιτροπή έμεινε καγκελόξυλο. Ένας πονηρός όμως ανάμεσα στους κριτές, ένας ελληνικά πονηρός, ένας μικρός Οδυσσέας, σκόρπισε την ταραχή που γέννησε η σπαθιά του Ομήρου με μια δεύτερη ερώτηση.

Κανένας, του λέει, δε μας ζήτησε γνώμη, αν θέλουμε να μας γεννήσει ή όχι. Να μας ειπείς, λοιπόν, ποιο είναι το δεύτερο στον άνθρωπο καλό, που να το κρατά και στο χέρι. Τό πάντων αιρετώτατον. Εκείνο που να μπορούμε δηλαδή να το διαλέγουμε κιόλας.

Το δεύτερο στον άνθρωπο καλό, είπε ο Όμηρος, είναι όταν γεννηθεί ο άνθρωπος, αμέσως να πεθαίνει.

Αυτή η απόκριση κρύβει τη βία της ανάγκης και την αλυπησιά του χάρου. Και κάνει τον Όμηρο να γίνεται ο πρώτος τιμητής του θεού, όπως ο Κάϊν είναι ο πρώτος φονιάς του ανθρώπου.

Όσο και να εξερευνά κανείς στη χώρα του θρήνου, δε θα βρει πικρότερη θέση. Όπως δεν πρόκειται να βρε γυναίκα πιο ωραία από την ωραία Ελένη, που και κείνη την έπλασε ο Όμηρος.

Ωστόσο εμείς μπορούμε να γνωρίζουμε πως πίσω από τον Όμηρο δε μιλάει ο Όμηρος, αλλά το συλλογικό πνεύμα της Ελλάδας.

Τα λόγια του είναι η δημοτική απήχηση του πνεύματος ενός λαού απάνου σε ένα ερώτημα που αγωνίζεται να κλείσει όλα του ανθρώπου τα υπάρχοντα. Είναι μια απόκριση ίδια με τη λύση που προσπαθεί να δώσει σήμερα η θεωρία του ενιαίου πεδίου, όπου μέσα σ’ ένα τύπο οι φυσικοί αγωνίζονται να κλείσουν όλους τους νόμους της φύσης.

Άλλωστε το ξέρουμε, διακοσίους χρόνους τώρα κοντά, πως ο Όμηρος δεν υπήρξε. Το αθάνατο όνομά του είναι το δημοτικό τραγούδι των παλαιών Ελλήνων.

Στα ίδια πατήματα βρίσκεται και η ιστορία που σώθηκε στα Αποσπάσματα του Αριστοτέλη, και σ’ ένα κείμενο του Πλούταρχου. Είναι μάλιστα σημαδιακό, που η ιδέα αρχίζει με τον Όμηρο, την εκκίνηση, περνάει από τον Αριστοτέλη, το τέρμα της κλασσικής Ελλάδας, και τελειώνει στον Πλούταρχο, την κατακλείδα του ελληνικού κόσμου.

Και να μη λησμονούμε ότι ο Πλούταρχος είναι μια επιβλητική μορφή στην Ελλάδα. Ρουσσώ, Γκαίτε, και Ναπολέων τον είχαν ολοζωής στο μαξιλάρι τους.

Κυνηγούσε, λέει η αφήγηση, ο βασιλιάς Μίδας αγρίμια στα όρη της Μακεδονίας. Εκεί, αποσταμένος, έγειρε στη ρίζα ενού δρυ να συνεφέρει. Τότες ήταν που είδε δίπλα του το Σιληνό να κοιμάται.

Έχω την ευκαιρία, συλλογίστηκε ο ξύπνιος βασιλιάς. Και πιάνει το δαίμονα, και τον δένει με το σκοινί, να μη φύγει. Λέει:

– Εγώ θα σ’ απολύσω, αλλά πρώτα να μου ειπείς.

-Πες το μου, να στο ειπώ, κι απέ να μ’ αφήσεις να φύγω, του λέει ο αρχισάτυρος. Κι ούτε χρειαζόταν να με δέσεις, για να σου ειπώ.

– Εξήγα μου, λοιπόν. Εσύ που κρέμεσαι ανάμεσα ουρανού και γης, και γνωρίζεις πράγματα που δεν φτάνει ανθρώπου νους. Εξήγα μου, γιατί χρόνους τώρα τυραννιέμαι, και πάω να κρεπάρω. Ποιο είναι το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό;

Ο Σιληνός αλαφιάστηκε. Τον συνεπήρε το ξάφνιασμα, ιδιοτρόπησε, κοίταξε πέρα.

–Λύσε με να πηγαίνω, του λέει, και τράβα στο καλό σου. Ρωτάς πράγματα που δεν απαντιούνται.

Ο Μίδας εστάθηκε.

-Κι αν δε μου αποκριθείς, του λέει, σ’ αυτό που σ’ ερωτή, δεν έχεις λευτεριά. Εδώ στο δέντρο θα μείνεις δεντρωμένος. Όσο να σε λύσει ο λιμός, και να σε κατελύσει ο λύκος.

Θύμωσε τότε ο δαίμονας. Τίναξε βίαια τα χέρια του ψηλά, πέσανε τα δεσμά. Έστρεψε και κοίταξε τον άνθρωπο βλοσυρά, κι όλα γύρω του μυρίσανε θειάφι. Το θείο συνέπηρε τον τόπο. Ο Μίδας, του πάρθηκε η μιλιά, κι έπεσε κατά γης. Και τότε ο Σιληνός, ο κορυφαίος στα όργια και ο σύντροφος του Διονύσου, τον επιτίμησε:

-Δαίμονος επιμόνου και τύχης χαλεπής εφήμερον σπέρμα, τι με βιάζεσθε λέγειν, ά υμίν άρειον μη γνωναι; μ’ερωτάς, συνεχίζει, τι εστί το βέλτιστον τοις ανθρώποις, και τι των πάντων αιρετώτατον- μάθε το λοιπόν, και σκάσε:

μετ’αγνοίας των οικείων κακών αλυπότατος ο βίος. Άριστον γάρ πάσι και πάσαις το μη γενέσθαι. Δεύτερον δε το γενομένους αποθανείν ως τάχιστα.

Ο λάθος τρόπος ερμηνείας της δύναμης.

Έχουμε αναρωτηθεί ποιόν άνθρωπο θεωρούμε δυνατό; Να είμαστε ειλικρινείς. Ξεκινάμε από τους συνειρμούς που συντροφεύουν τη δύναμη στο μυαλό μας: Πλούσιος, άνθρωπος με κύρος και επιρροή, γοητεία σε κάθε του πτυχή. Ισχυρός είναι ένας άνθρωπος που ελέγχει άλλους, που οι άλλοι εξαρτώνται από τη δική του συμπεριφορά. Άρα; Είναι ένας άνθρωπος ισχυρός, όταν μπορεί να παίρνει και να κατακτά. Όση μεγαλύτερη είναι η ικανότητα «απόκτησης» του ανθρώπου αυτού, τόσο πιο εύκολα τον χαρακτηρίζουμε «ισχυρό».

Υπάρχει και άλλη μια ερμηνεία για την δύναμη. Είναι αυτή της αντοχής και της ανθεκτικότητας. Σύμφωνα με αυτήν την ερμηνεία, θεωρούμε ισχυρό έναν άνθρωπο ο οποίος αντιμετωπίζει με θάρρος τα προβλήματα, τις αντιξοότητες και τις κακουχίες. Τον υπομονετικό, τον πεισματάρη, τον θαρραλέο και εκείνον που δε «σπάει», με ό,τι και αν συγκρουστεί. Και οι δύο ερμηνείες, έχουν κάποιο σωστό υπόβαθρο. Η δύναμη έχει και αυτές τις μορφές. Είναι όμως μόνο αυτές οι μορφές που έχει η δύναμη;

Το να δίνουμε το θεωρούμε απώλεια…
Έχοντας αυτές τις αντιλήψεις για τη δύναμη, εγκλωβιζόμαστε σε αυτές. Φτιάχνουμε ένα ολόκληρο σκεπτικό, μια ολόκληρη κοσμοθεωρία και την κάνουμε τελικά, τρόπο ζωής. Οι δυσκολίες και τα απρόβλεπτα της ζωής που πλαισιώνονται από έναν τρομερό ανταγωνισμό, μας κάνουν συχνά να μην καταφέρνουμε να αποκτήσουμε αυτά που θέλουμε. Επομένως, η δύναμη απόκτησης πάει…περίπατο.

Ο αμέσως επόμενος στόχος μας λοιπόν, ποιός είναι; Να μη χάσουμε και αυτά που έχουμε. Όλα γύρω από την “κτήση” αφού την δύναμη την έχουμε ταυτίσει με αυτή. Έτσι λοιπόν, ενεργοποιούμε τη δεύτερη ερμηνεία που αναφέραμε πιο πάνω: Την αντοχή και την ανθεκτικότητα. Προσπαθούμε να προστατέψουμε τις έως τώρα δυνάμεις μας. Σαν πολύ «αμυντικό» δεν είναι αυτό το σκεπτικό; Όταν νιώθουμε σαν «κάβουρες» φοβούμενοι μη χάσουμε όσα έχουμε, τότε παύουμε να δίνουμε. Το να δίνουμε, το νιώθουμε ως «ήττα», ως «απώλεια».

Να δίνουμε, τίποτε άλλο.
Κάποιος ανώνυμος ποιητής, έγραψε «όποιος ξέρει να δίνει, μόνο αυτός θα σωθεί». Πώς γίνεται όμως αυτό; Είναι δύναμη το να δίνεις; Πώς μπορεί να είναι πραγματικότητα;

Όταν δίνουμε, σημαίνει ότι έχουμε. Η δύναμη άλλωστε στο μυαλό μας, έχει την έννοια της κατοχής. Αν έχουμε λοιπόν, δίνουμε. Όταν δίνουμε συνεχώς σημαίνει ότι είμαστε πλεονασματικοί. Η δύναμη έχει και άλλες μορφές όπως είπαμε. Μια από αυτές, είναι η έλλειψη φόβου απέναντι στην απώλεια. Όταν δίνουμε, σημαίνει πως δε φοβόμαστε ότι θα μας ξεγελάσουν, ότι θα μας προδώσουν κτλ.

Σημαίνει ότι ασπαζόμαστε το «κάνε το καλό και ρίχτο στο γιαλό». Υπάρχει και κάτι άλλο με το να δίνουμε. Ποιό είναι; Μέσα από την προσφορά μας, «αναπαράγουμε» τον εαυτό μας. Ξέρουμε ότι η βοήθεια που θα δώσουμε σε κάποιον άλλο, θα αξιοποιηθεί από εκείνον. Η προσφορά μας, είναι κομμάτι του εαυτού μας. Είναι μαγικό να ξέρουμε πως ο εαυτός μας ταξιδεύει μέσω όσων βοηθούμε!

Είναι τελικά η προσφορά αυτή που μας κάνει πάμπλουτους και ισχυρούς!

Η Ανταρκτική χάνει μέρος από το κράτημά της όπως δείχνουν μετρήσεις από δορυφόρο της ESA

Η αποστολή CryoSat της ESA (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Διαστήματος) έχει αποκαλύψει ότι κατά τα τελευταία επτά χρόνια, η Ανταρκτική έχει χάσει μια περιοχή του υποθαλάσσιου πάγου του μεγέθους του Μείζονος Λονδίνου. Αυτό γίνεται επειδή θερμό νερό του ωκεανού κάτω από τα επιπλέοντα άκρα της ηπείρου κατατρώει τον πάγο που προσκολλάται στον πυθμένα.

Οι περισσότεροι παγετώνες της Ανταρκτικής ρέουν κατευθείαν στον ωκεανό σε βαθιά υποβρύχια κοιλώματα. Το μέρος όπου η βάση τους αφήνει τον πυθμένα και αρχίζουν να επιπλέουν είναι γνωστό ως γραμμή γείωσης. [Η επίδραση της γραμμής γείωσης στην επιφάνεια φαίνεται στη μικρή εικόνα που συνοδεύει το κείμενο]. Αυτές ο γραμμές γείωσης τυπικά βρίσκονται ένα χιλιόμετρο ή και περισσότερα κάτω από το επίπεδο της θάλασσας και είναι απροσπέλαστες ακόμη και για τα υποβρύχια, έτσι είναι εξαιρετικά πολύτιμες μέθοδοι ανίχνευσής τους από μακριά.

Εργασία που δημοσιεύθηκε χθες στο Nature Geoscience περιγράφει πώς χρησιμοποιήθηκε η αποστολή CryoSat για να χαρτογραφήσει την κίνηση γραμμής γείωσης κατά μήκος 16 000 χιλιομέτρων της Ανταρκτικής ακτογραμμής. Η έρευνα, υπό την ηγεσία του Hannes Konrad από το Κέντρο για Παρατήρηση του Πόλου και Μοντελοποίηση του Πανεπιστημίου του Leeds στο Ηνωμένο Βασίλειο, δείχνει ότι μεταξύ 2010 και 2017 ο Νότιος Ωκεανός έλιωσε 1463 τετραγωνικά χιλιόμετρα του υποθαλάσσιου πάγου.

Η ομάδα παρακολούθησε της κίνηση της γραμμής γείωσης της Ανταρκτικής χάρις στην CryoSat και παρήγαγε τον πρώτο πλήρη χάρτη που δείχνει πώς αυτή η υποβρύχια άκρη χάνει το κράτημά της στον πυθμένα. Οι μεγαλύτερες αλλαγές φάνηκαν στην Δυτική Ανταρκτική, όπου περισσότερο από ένα πέμπτο του φύλλου του πάγου έχει υποχωρήσει σε όλη την έκταση του πυθμένα ταχύτερα από το ρυθμό εξαφάνισης του πάγου από την τελευταία εποχή των παγετώνων.

«Η μελέτη μας παρέχει σαφή στοιχεία ότι η υποχώρηση συμβαίνει κατά μήκος του φύλλου του πάγου λόγω της ωκεάνιας τήξης στη βάση του και όχι μόνο σε λίγα σημεία που έχουν χαρτογραφηθεί πριν από τώρα. Η υποχώρηση αυτή έχει τεράστιο αντίκτυπο στους εσωτερικούς παγετώνες, επειδή η απελευθέρωσή τους από τον πυθμένα αφαιρεί τις τριβές, κάνοντάς τους να επιταχυνθούν και να συνεισφέρουν στην άνοδο του παγκόσμιου επιπέδου της θάλασσας», αναφέρει ο Dr Konrad.

Παρόλο που η CryoSat σχεδιάστηκε για να μετρήσει αλλαγές στην υπερύψωση του φύλλου του πάγου, αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε οριζόντια κίνηση στην γραμμή γείωσης χρησιμοποιώντας την αρχή του Αρχιμήδη, αλλά και σε γνώση της γεωμετρίας του παγετώνα και του πυθμένα. Οι ερευνητές βρήκαν επίσης μια μη αναμενόμενη συμπεριφορά. Αν και η υποχώρηση του παγετώνα Thwaites στη Δυτική Ανταρκτική έχει επιταχυνθεί στον γειτονικό παγετώνα Pine Island – μέχρι πρόσφατα έναν με τη ταχύτερη υποχώρηση στην ήπειρο – έχει σταματήσει. Αυτό υπονοεί ότι η ωκεάνια τήξη στη βάση του έχει σταματήσει.

«Οι διαφορές αυτές τονίζουν της πολύπλοκη φύση της αστάθειας του φύλλου του πάγου κατά μήκος της ηπείρου και η δυνατότητα ανίχνευσής τους μας βοηθάει να εντοπίσουμε περιοχές που αξίζουν περαιτέρω διερεύνηση», προσθέτει ο Dr Konrad. «Είμαστε ενθουσιασμένοι για το πόσο καλά η CryoSat μπορεί ανιχνεύσει την κίνηση των γραμμών γείωσης της Ανταρκτικής», είπε ο Andy Shepherd, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης. «Είναι αδύνατες θέσεις για πρόσβαση από κάτω, έτσι είναι ένα φανταστικό παράδειγμα της αξίας των μετρήσεων του δορυφόρου για να προσδιοριστεί και να κατανοηθεί η περιβαλλοντική αλλαγή».

Ο διευθυντής της αποστολής της ESA, CryoSat, Tommaso Parrinello πρόσθεσε: «Αν και η CryoSat πλησιάζει τώρα τον όγδοο της χρόνο σε τροχιά – περισσότερο από το διπλάσιο του προβλεπόμενου χρόνου ζωής της – είναι υπέροχο να βλέπεις ότι η αποστολή μπορεί ακόμη να πραγματοποιεί μετρήσεις υψηλότερης ποιότητας και να επιτρέπει νέες ανακαλύψεις στην επιστήμη που ασχολείται με τους πόλους».

Πόσα μυστικά ακόμη κρύβει το DNA;

Είναι το πιο μελετημένο, το πιο πολυφωτογραφημένο και το πλέον αναγνωρίσιμο χημικό μόριο.

Και αν αναλογισθεί κανείς ότι υπάρχουμε χάρη στις μοναδικές ικανότητές του (σταθερότητα, δυνατότητα αυτοαναπαραγωγής, λειτουργικότητα ως παρακαταθήκη κωδικοποιημένης πληροφορίας), τότε το DNA μάλλον αξίζει τη διασημότητα που απολαμβάνει.

Φαντασθείτε λοιπόν την έκπληξη των επιστημόνων που μελετούν το μόριο στο οποίο είναι γραμμένες οι οδηγίες για τη δημιουργία όλων των ζωντανών οργανισμών που υπάρχουν στον πλανήτη Γη, όταν ανακάλυψαν ότι στο DNA υπάρχουν περισσότεροι του ενός κώδικες. Ειδικότερα, οι αλληλουχίες του που λειτουργούν ως κωδικοποιημένη πληροφορία για τη σύνθεση των πρωτεϊνών μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται και ως ρυθμιστικές.

Με άλλα λόγια, οι αλληλουχίες αυτές παίρνουν μέρος στο παιχνίδι της διοίκησης: καθορίζουν ποια χρονική στιγμή και σε ποιο κύτταρο θα συντεθούν αυτές οι πρωτεΐνες.

Τώρα αν διερωτάσθε πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν περισσότεροι του ενός κώδικες γραμμένοι στο ίδιο μόριο και πώς αυτό επέδρασε κατά τη διάρκεια της εξέλιξης, οι ερευνητές το παραδέχονται: το εύρημά τους απαντά μεν σε ερωτήματα του παρελθόντος αλλά γεννά ακόμη περισσότερα.

Μετά την πλήρη αποκωδικοποίησή του, θα περίμενε κανείς ότι οι ερευνητές γνωρίζουν το DNΑ σαν την παλάμη τους. Στο κάτω-κάτω η αποκωδικοποίηση, η οποία ολοκληρώθηκε στα πρώτα χρόνια του αιώνα που διανύουμε, δεν ήταν παρά το αποκορύφωμα μιας σειράς ερευνητικών προσπαθειών οι οποίες κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα αποκάλυψαν τον κεντρικό ρόλο που διαδραματίζει το μόριο της ζωής και της κληρονομικότητας. Όλα όμως δείχνουν ότι το DNA κρατά ακόμη πολλά μυστικά και ότι 60 χρόνια εντατικής έρευνας δεν ήταν αρκετά για να τα αποκαλύψουν.

Μόλις τον περασμένο μήνα έκπληκτοι οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η κωδική γλώσσα του DNA είναι διττή! Ναι, οι αλληλουχίες του DNA στις οποίες είναι εγγεγραμμένες οι πληροφορίες για τη σύνθεση των πρωτεϊνών μπορούν ταυτόχρονα να ελέγχουν και τις εντολές σχετικά με το πού και πότε θα συντεθούν αυτές οι πρωτεΐνες.

Πώς μπορούν να υπάρχουν όμως δύο κώδικες στο ίδιο τμήμα του γενετικού υλικού; Και δεν υπάρχει «σύγκρουση συμφερόντων» ανάμεσά τους; Τα ερωτήματα που γεννώνται είναι τόσο πολλά και οι απαντήσεις είναι βέβαιον ότι θα επανασχεδιάσουν τον γενετικό μας χάρτη.

Το «σπάσιμο» του κώδικα της ζωής
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: αμέσως μετά την αποκάλυψη της δομής του DNA από τους Watson και Crick έγινε φανερό ότι το μόριο αυτό μπορούσε όντως να λειτουργήσει ως κώδικας, ο οποίος είχε μάλιστα την ικανότητα να αυτοαναπαράγεται (καθώς η συμπληρωματικότητα των δύο αλυσίδων της διπλής έλικας επέτρεπε τη δημιουργία της μιας από την άλλη).

Επρόκειτο δε για έναν σχετικά απλό κώδικα, αν σκεφθεί κανείς ότι αποτελούνταν από τέσσερα μόνο σύμβολα: τα Α, Τ, G, C που είναι τα αρχικά στην αγγλική για τις τέσσερις βάσεις (αδενίνη, θυμίνη, γουανίνη και κυτοσίνη), οι οποίες στο μόριο του DNA «διανθίζουν» τον φωσφορικό σκελετό του. Ενα κωδικοποιημένο μήνυμα στη γλώσσα του DNΑ λοιπόν δεν θα ήταν παρά μια αλληλουχία από τα παραπάνω γράμματα. Παραδείγματος χάριν: ATTGCCGTATATGGTAAATGCCAGTGTTTACACGTG…

Στην πραγματικότητα αυτό που έκαναν οι επιστήμονες που αποκωδικοποίησαν το ανθρώπινο γονιδίωμα δεν ήταν παρά να βρουν με ποια σειρά τοποθετούνταν τα 3 δισεκατομμύρια των βάσεων στις οποίες είναι καταγεγραμμένες οι οδηγίες για τη δημιουργία των ανθρώπων.

Το σπάσιμο του κώδικα αυτού είχε αρχίσει μερικές δεκαετίες πριν, όταν οι πρωτοπόροι της μοριακής βιολογίας αποδείκνυαν ότι κάθε τριπλέτα αυτού του κώδικα αντιστοιχούσε σε ένα αμινοξύ μιας πρωτεΐνης. Παραδείγματος χάριν, η τριπλέτα ATG είναι ο κωδικός για το αμινοξύ μεθειονίνη το οποίο τοποθετείται πάντοτε στην αρχή των πρωτεϊνών καθιστώντας την τριπλέτα αυτή τριπλέτα έναρξης του κωδικοποιημένου μηνύματος.

Όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί για την τοποθέτηση των 4 γραμμάτων σε σειρά των τριών είναι 64 (43). Τα αμινοξέα όμως που υπάρχουν σε όλες μας τις πρωτεΐνες δεν είναι παρά μόνο είκοσι. Όπως λοιπόν διαπιστώθηκε πολύ νωρίς, ορισμένα αμινοξέα κωδικοποιούνται από περισσότερες τριπλέτες (παραδείγματος χάριν, το αμινοξύ ισολευκίνη κωδικοποιείται από τις τριπλέτες ΑΤΤ, ΑΤC και ATA), ενώ υπάρχουν και τρεις τριπλέτες που λειτουργούν ως κωδικοί λήξης του κωδικοποιημένου μηνύματος και κατ’ επέκταση της πρωτεϊνοσύνθεσης.

Η ύπαρξη περισσοτέρων του ενός κωδικών για ορισμένα αμινοξέα δεν ξένισε τους ερευνητές. Το αντίθετο! Ηταν μάλλον αναμενόμενη, καθώς παρέχει έναν βαθμό ελευθερίας που είναι ζωτικής σημασίας.

Πολλές φορές λοιπόν ένα λάθος στην αντιγραφή του DNA μπορεί να μην έχει κανέναν αντίκτυπο στη δομή και στη λειτουργία της παραγόμενης υπό τις οδηγίες του πρωτεΐνης. Ετσι στο παράδειγμα της ισολευκίνης, ένα λάθος που θα μετέτρεπε το τρίτο γράμμα της τριπλέτας από Α σε Τ ή σε C δεν θα άλλαζε την οδηγία: και πάλι η πρωτεΐνη θα είχε ισολευκίνη στη δεδομένη θέση.

Οι επικίνδυνες αλλαγές
Φυσικά δεν είναι όλες οι αλλαγές του κώδικα εξίσου ακίνδυνες για την τύχη των πρωτεϊνών και των οργανισμών που τις φέρουν. Παραδείγματος χάριν, αρκεί μόνο μια αλλαγή (μετάλλαξη στη γλώσσα των βιολόγων) ενός και μόνο γράμματος στο DNA που κωδικοποιεί για τη σύνθεση της αιμοσφαιρίνης και η παραγόμενη πρωτεΐνη δεν είναι λειτουργική, με αποτέλεσμα την εμφάνιση της μεσογειακής αναιμίας.

Στα πρώιμα χρόνια της μοριακής βιολογίας οι ερευνητές χώρισαν το DNA σε χρήσιμο (αυτό που περιείχε γονίδια, κωδικές αλληλουχίες για τη σύνθεση των πρωτεϊνών) και μη. Αυτό το δεύτερο το θεώρησαν τόσο άχρηστο ώστε το ονόμασαν σκουπίδι (junk DNA).

Βαθμηδόν όμως κατάλαβαν ότι μακράν τού να είναι άχρηστο το DNA αυτό, το οποίο παρεμβάλλεται ανάμεσα στα γονίδια, παίζει σημαντικότατο ρόλο λαμβάνοντας μέρος σε καίριες αποφάσεις σχετικά με το πότε και πού θα εκφραστεί ένα γονίδιο (και κατ’ επέκταση σε ποιον κυτταρικό τύπο και σε ποια χρονική στιγμή θα παραχθεί μια συγκεκριμένη πρωτεΐνη).

Αναγνωρίζοντας συγκεκριμένες αλληλουχίες (μήκους μεγαλυτέρου των τριών βάσεων) σε αυτό το DNA μόρια της πρωτεϊνοσυνθετικής μηχανής του κυττάρου προσδένονται πάνω του προκειμένου να επιτελέσουν τον ρόλο τους.

Μέχρι πρότινος λοιπόν τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα: ένα μικρό μόνο μέρος των τριών δισεκατομμυρίων βάσεων του DNA μας είχε κωδικό ρόλο, αντιστοιχούσε δηλαδή στα περίπου 20.500 γονίδιά μας. Το υπόλοιπο εμπλεκόταν στη ρύθμιση της έκφρασης των γονιδίων, ενώ ένα μέρος του είχε και δομικό ρόλο.

Φανταστείτε λοιπόν την έκπληξη των ερευνητών του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον στο Σιάτλ των ΗΠΑ όταν διαπίστωσαν ότι οι «αρμοδιότητες» δεν ήταν τόσο ξεκάθαρες. Οπως χαρακτηριστικά δήλωσε μιλώντας στο «Βήμα» ο αναπληρωτής καθηγητής Επιστημών του Γονιδιώματος και Ιατρικής και επικεφαλής των ερευνών έλληνας βιολόγος Γιάννης Σταματογιαννόπουλος, «αυτός ο διαχωρισμός δεν αποδίδει πια την πραγματικότητα».

Ο διττός κωδικεύων ρόλος
Η ερευνητική ομάδα του κ. Σταματογιαννόπουλου συμμετέχει στο διεθνές ερευνητικό πρόγραμμα ENCODE, το οποίο έχει στόχο να εντοπίσει μεταξύ άλλων και τις περιοχές του γονιδιώματος με ρυθμιστικό ρόλο στην έκφραση των γονιδίων. Εφαρμόζοντας κατάλληλες μοριακές τεχνικές οι ερευνητές χαρτογραφούν σπιθαμή προς σπιθαμή το γενετικό υλικό.

Οπως ανέφεραν λοιπόν στο σχετικό άρθρο τους, το οποίο δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Science», η αλληλουχία του DNA που λειτουργεί ως κωδική πληροφορία για τη σύνθεση των πρωτεϊνών (τα εξόνια στη γλώσσα των βιολόγων) μπορεί επίσης να χρησιμεύσει και ως κωδικός για παράγοντες που ρυθμίζουν την έκφραση των γονιδίων (μεταγραφικοί παράγοντες, transcription factors).

«Διαπιστώσαμε ότι ένα ποσοστό της τάξεως του 15% των εξονίων έχει διττό κωδικεύοντα ρόλο» δήλωσε μιλώντας ο έλληνας ερευνητής και εξήγησε: «Εκτός από το να μεταγράφεται σε RNA για να χρησιμεύσει στη σύνθεση των πρωτεϊνών, αποτελεί και σημείο πρόσδεσης μορίων που ρυθμίζουν πότε και πού θα εκφραστούν τα γονίδια».

Τις περιοχές διπλής ανάγνωσης οι ερευνητές τις ονόμασαν duons (δυόνια, σε ελεύθερη απόδοση) και η ύπαρξή τους αλλάζει τη θεώρησή μας για τις γενετικές ασθένειες. «Ως σήμερα πιστεύαμε ότι μια μετάλλαξη που προκαλούσε αλλαγή στη σειρά αμινοξέων μιας πρωτεΐνης ευθυνόταν για την εμφάνιση μιας γενετικής ασθένειας.

Τώρα θα πρέπει να επανεξετάσουμε τον ρόλο αυτής της μετάλλαξης και στην έκφραση των γονιδίων. Με άλλα λόγια, η μετάλλαξη ευθύνεται μεν για την εμφάνιση της νόσου αλλά αυτό διαμεσολαβείται ίσως μέσω της επίδρασής της στην έκφραση των γονιδίων και όχι στην αλλαγμένη πρωτεΐνη» σημείωσε ο κ. Σταματογιαννόπουλος.

ΕΞΕΛΙΞΗ
Ακολουθώντας το νήμα της ζωής
Μία από τις εντυπωσιακότερες στιγμές σε ένα εργαστήριο βιολογίας είναι η απομόνωση του DNA ενός οργανισμού: λίγες σταγόνες αίμα ή μερικά φύλλα ενός φυτού, ένζυμα που θα σπάσουν τα κυτταρικά τοιχώματα και εκχυλίσεις που θα απομακρύνουν τα λιπίδια και τις πρωτεΐνες των κυττάρων, και η πολυπόθητη στιγμή φθάνει.

Το DNA παρουσία άλατος και αιθανόλης κατακρημνίζεται στον πυθμένα του δοκιμαστικού σωλήνα δημιουργώντας ίνες που χορεύουν στα κύματα της αλκοόλης. Η δημιουργία ινών που είναι ορατές με γυμνό μάτι δεν είναι τυχαία. Το DNA είναι ένα γραμμικό μεγαλομόριο το οποίο μέσα στα κύτταρά μας είναι, τον περισσότερο καιρό, πολύ σφιχτά πακεταρισμένο.

Αυτή η γραμμική εικόνα του DNA, η οποία με ακολουθεί από το πανεπιστήμιο (τότε που στα εργαστήρια του μαθήματος της Μοριακής Βιολογίας οι φοιτητές βλέπουν επιτέλους την «πρώτη ύλη» των σπουδών τους), έχει γεννήσει στο μυαλό μου μιαν άλλη: αν σκεφθεί κανείς ότι ο καθένας από εμάς περιέχει DNA από τον πατέρα του και τη μητέρα του, και εκείνοι με τη σειρά τους το DNA των δικών τους γονέων, μπορεί να φανταστεί ότι όλοι οι άνθρωποι, ζώντες και μη, είμαστε συνδεδεμένοι με μιαν αόρατη κλωστή, αυτήν που κληρονομούμε από τους γονείς μας και την κληροδοτούμε στα παιδιά μας.

Αν επεκτείνει κανείς αυτή τη νοητή κλωστή στο παρελθόν, θα φθάσει σε μια πρώτη διακλάδωση, στον κοινό πρόγονο του ανθρώπου με τα άλλα πρωτεύοντα θηλαστικά. Αν συνεχίσει τη διαδρομή, έπειτα από συνεχείς διακλαδώσεις θα φθάνει σε όλο και πιο απομακρυσμένους από εμάς μεν, απολύτως προγόνους μας δε.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη για την ορθότητα της θεωρίας του Δαρβίνου από την ύπαρξη του DNA! Είτε προέρχεται από βακτήρια, είτε από άνθρωπο, είτε από φυτά είτε από θαλάσσιους οργανισμούς, απαρτίζεται πάντοτε από τα ίδια τέσσερα γράμματα και λειτουργεί πάντοτε ως ο κώδικας στον οποίο είναι γραμμένη η συνταγή για τη δημιουργία ενός νέου ατόμου.

Εκμεταλλευόμενοι ακριβώς αυτή τη γραμμική συνέχεια των ειδών, οι ερευνητές εξάγουν πολύτιμα συμπεράσματα συγκρίνοντας το γενετικό υλικό τους. Αυτό έκανε πρόσφατα και η ομάδα τού ελληνικής καταγωγής βιολόγου Ανδρέα (Αντυ) Μπαξεβάνη, ο οποίος ηγείται της Μονάδας Υπολογιστικής Γενομικής των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας (National Institutes of Health, NIH) των ΗΠΑ.

Για την ακρίβεια, η ερευνητική ομάδα συνέκρινε το γονιδίωμα του κτενοφόρου Mnemiopsis leidyi (ενός θαλάσσιου οργανισμού του Ατλαντικού που μοιάζει αλλά δεν είναι μέδουσα) με είδη αντιπροσωπευτικά άλλων μεγάλων τάξεων και ξαναέγραψε την εξελικτική ιστορία μας.

Όπως αναφέρεται στο άρθρο της ερευνητικής ομάδας στην επιθεώρηση «Science» (13 Δεκεμβρίου 2013), τα ευρήματά τους όχι μόνο ρίχνουν τους σπόγγους από το βάθρο τους (θεωρούνταν ως οι πρώτοι πολυκύτταροι πρόγονοί μας), αλλά αποδεικνύουν και ότι η εξέλιξη δεν είναι μια γραμμική πορεία από το απλούστερο στο συνθετότερο.

Ειδικότερα, ο κ. Μπαξεβάνης και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι τα κτενοφόρα (τα οποία πήραν το όνομά τους από τις χαρακτηριστικές δομές που τα βοηθούν στην κολύμβηση και οι οποίες μοιάζουν με χτένες) είναι αρχαιότερα από τους σπόγγους, παρά το γεγονός ότι οι σπόγγοι έχουν απλούστερη μορφολογία.

Έτσι, τα αρχαιότερα κτενοφόρα φέρουν νευρικό και μυϊκό σύστημα, το οποίο έχασαν οι μεταγενέστεροι σπόγγοι.

Ο Αριστοτέλης και η μεσαία τάξη ως ρυθμιστής του άριστου πολιτεύματος

Από τη στιγμή που αναλύθηκαν όλα τα είδη των πολιτευμάτων (και οι παρεκβάσεις τους), αυτό που απομένει είναι η διερεύνηση του άριστου πολιτεύματος: «Ποιο όμως είναι το άριστο πολίτευμα και ποιος ο άριστος βίος για τις περισσότερες πόλεις και για τους περισσότερους ανθρώπους, όχι με βάση την εξαιρετική αρετή που υπερβαίνει την αρετή του συνηθισμένου ατόμου, ούτε με βάση την παιδεία η οποία προϋποθέτει φυσικά χαρίσματα και ευνοϊκή τύχη, ούτε με βάση ένα πολίτευμα όπως το ευχόμαστε, αλλά με βάση το είδος ζωής που είναι εφικτό να έχουν οι περισσότεροι, και το είδος πολιτεύματος που ενδέχεται να υιοθετήσουν οι περισσότερες πόλεις;»
 
            Ο συνδυασμός του άριστου πολιτεύματος με τον άριστο βίο είναι η κατάδειξη της ενότητας ανάμεσα στην ατομική και πολιτική αρετή. Η πόλη, ως σύνολο ανθρώπων, για να μπορέσει να οργανωθεί, πρέπει ο κάθε πολίτης ξεχωριστά να αποδεχτεί και να εφαρμόσει τους κανόνες. Η ηθική αρετή σε ατομικό επίπεδο είναι η προϋπόθεση της αρετής σε δημόσιο επίπεδο. Ένα πλήθος από λωποδύτες είναι αδύνατο να προτάξει την πολιτειακή ακεραιότητα. Κι αυτός είναι ο ρόλος της παιδείας που πρέπει να μεταδώσει στους νέους την ηθική αρετή, ώστε να διασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή με την εφαρμογή των νόμων. Η αναγνώριση ότι η παιδεία αφορά τα φυσικά χαρίσματα του μαθητή και την ευνοϊκή τύχη, είναι η παραδοχή της ταξικής διάστασης της παιδείας, αφού η τύχη δεν είναι τίποτε άλλο από την κοινωνική θέση που θα παίξει τεράστιο ρόλο. Η επιλογή δασκάλου, η ανάγκη αποχής από κάθε άλλη εργασία, τα οικογενειακά ερεθίσματα και οι προτεραιότητες που ορίζονται πρωτίστως από τους γονείς είναι ξεκάθαρα ταξικά στοιχεία που εν τέλει διαμορφώνουν την εκπαίδευση. Κι αυτή την παράμετρο ο Αριστοτέλης ονομάζει τύχη, αφού κανείς δεν μπορεί να επιλέξει την οικογένεια που θα γεννηθεί. Αν συνυπολογίσουμε ότι και αυτά που αναφέρονται ως «φυσικά χαρίσματα», εννοώντας προφανώς την ευφυΐα ή τη δυνατότητα συγκέντρωσης ή οτιδήποτε άλλο συμβάλλει θετικά στην εκπαιδευτική πρόοδο του μαθητή, αφορούν επίσης σε μεγάλο βαθμό το κοινωνικό περιβάλλον που προσδίδει τα ερεθίσματα, αντιλαμβανόμαστε ότι ο βαθμός της τύχης παίζει τον πιο καθοριστικό ρόλο. Γι’ αυτό, πολύ βασικός στόχος κάθε υγιούς πολιτεύματος είναι η παροχή ίσων εκπαιδευτικών ευκαιριών σε όλους τους νέους, που μόνο με την άμβλυνση των ταξικών διαφορών μπορεί να επιτευχθεί. Γιατί η εκπαίδευση είναι αδύνατο να αποκοπεί από τους ταξικούς διαχωρισμούς – πράγμα που ο Αριστοτέλης αντιλαμβανόταν πολύ καλά παρακολουθώντας την αθηναϊκή πραγματικότητα της εποχής του. Οι εκπαιδευτικές ανισότητες δεν είναι παρά ταξικές ανισότητες που μ’ αυτό τον τρόπο διαιωνίζονται.
 
            Και βέβαια, οι πολιτειακές παρεμβάσεις αυτού του είδους, απαιτούν συγκεκριμένες τακτικές και κυρίως την πρακτική ευκολία στην εφαρμογή τους, ώστε να μπορούν να υιοθετηθούν από τις περισσότερες πόλεις. Κι αυτός είναι ο δρόμος της μεσότητας: «Εάν δηλαδή είναι σωστή η άποψη των Ηθικών ότι ο ευτυχισμένος βίος είναι ο βίος ο εναρμονισμένος με την αρετή και η αρετή είναι η μεσότητα, τότε κατά λογική αναγκαιότητα ο βίος που χαρακτηρίζεται από τη μεσότητα είναι άριστος, με την έννοια ότι είναι δυνατόν κάθε άνθρωπος να πετύχει τη μεσότητα». Από τη στιγμή που η μεσότητα εγγυάται τις ισορροπίες σε ατομικό επίπεδο οδηγώντας στην αρετή κι εφόσον η συνύπαρξη καθορίζεται από τις σχέσεις όλων των μεμονωμένων προσωπικοτήτων, που πρέπει να κατέχουν την ατομική αρετή μέσω της μεσότητας, δε μένει παρά να δεχτούμε ότι το κλειδί της σωστής πολιτικής οργάνωσης που θα εξασφαλίσει τη συλλογική ευτυχία είναι και πάλι η μεσότητα που θα επιβάλει τις ισορροπίες: «Και αυτά τα ίδια κριτήρια υποχρεωτικά ισχύουν για την αρετή και την κακία της πόλης και του πολιτεύματος, γιατί το πολίτευμα είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής της πόλης».
 
            Με δεδομένο ότι τα πολιτεύματα διαχωρίζονται κυρίως από τον ταξικό τους προσανατολισμό δεν είναι δύσκολο να συμπεράνει κανείς ότι ακριβώς αυτό είναι και το πεδίο της μεσότητας που πρέπει να διεκδικηθεί ως κοινωνικό αγαθό: «Κάθε πόλη γενικά αποτελείται από τρία μέρη, από τους πολύ εύπορους, από τους πολύ άπορους και από τους τρίτους που βρίσκονται στη μέση αυτών των δύο. Καθώς, λοιπόν, κατά κοινή ομολογία το μέτριο και το μέσο είναι το άριστο, γίνεται φανερό ότι από όλα τα δώρα της τύχης η μέση ιδιοκτησία είναι η καλύτερη». Κι όταν ο Αριστοτέλης λέει ότι «η μέση ιδιοκτησία είναι η καλύτερη», εννοεί ότι είναι καλύτερη και σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να κατακτήσει την ευτυχία μόνο εντασσόμενος στο συμβιωτικό πλαίσιο της συναναστροφής. Ως φύσει πολιτικό ον είναι αδύνατο να συλλάβει την ευτυχία αν δε συνειδητοποιήσει τις ισορροπίες που τον καθιστούν αποδεκτό από τους γύρω. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για τη φτηνή συναναστροφή της κολακείας που μόνο το συμφέρον επιβάλλει. Εδώ μιλάμε για τον καθορισμό του εαυτού που οφείλει να ενταχθεί μέσα στο συλλογικό γίγνεσθαι, δηλαδή για την αυτογνωσία, που αποκτά κοινωνικές διαστάσεις: «ο μέσος πλούτος πολύ εύκολα υπακούει στη λογική, ενώ ο άνθρωπος ο υπερβολικά ωραίος ή ισχυρός ή ευγενικής καταγωγής ή πλούσιος ή το αντίθετο, δηλαδή ο υπερβολικά φτωχός ή ανίσχυρος ή ταπεινής καταγωγής είναι δύσκολο να ακολουθήσει τη λογική».
 
            Τα άκρα, σε όλα τα επίπεδα, δεν μπορούν παρά να δράσουν αρνητικά, αφού, από θέση αρχής, ακυρώνουν τις ισορροπίες. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τον πλούτο, αλλά και την ομορφιά και τη δύναμη και οτιδήποτε σχετίζεται με τη διαμόρφωση του ανθρώπου. Η υπερβολή είναι εύκολο να οδηγήσει στην υπεροψία και την αλαζονική συμπεριφορά, ενώ η έλλειψη στο αίσθημα της κατωτερότητας που είτε θα στραφεί απέναντι στους άλλους ως επιθετικότητα είτε απέναντι στον ίδιο τον εαυτό ως εκμηδένιση της αυτοπεποίθησης. Τελικά, όλα τα ενδεχόμενα υπονομεύουν την ανθρώπινη επαφή: «Γιατί οι πρώτοι γίνονται αλαζόνες και μεγαλοαπατεώνες μάλλον και οι δεύτεροι κακοποιοί και μικροαπατεώνες κυρίως. Έτσι άλλα αδικήματα οφείλονται στην αλαζονεία και άλλα στην κακοήθεια».
 
            Η κατανομή του πλούτου που επιφέρει χαοτικές κοινωνικές ανισότητες παρουσιάζεται ως ύψιστη παθογένεια, αφού σε κάθε περίπτωση δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να οδηγήσει στην αποδιοργάνωση. Από τη μια ο υπέρμετρος πλούτος γεννά την ακόρεστη επιθυμία για κέρδος (και κατ’ επέκταση για πολιτική εξουσία προς νομοθετική διασφάλιση όλων των μεθοδεύσεων) κι από την άλλη η φτώχεια γεννά την αδικία και την εξαθλίωση που ασφαλώς (επίσης) θα δράσουν αντικοινωνικά. Οι κοινωνικές δομές που δημιουργούν τις συνθήκες για την κατάλυση κι όχι την ισχύ του νόμου, είναι οι συνθήκες της στρέβλωσης, που θα μετατρέψουν το πολίτευμα σε πεδίο εξυπηρέτησης συμφερόντων. Γι’ αυτό και οι πλούσιοι θέλουν ολιγαρχία. Γι’ αυτό και οι φτωχοί παλεύουν για δημοκρατία. Κι αν δεν είναι το συμφέρον που κάνει τους πάντες να κόπτονται για την εξουσία, τότε είναι η υπέρμετρη φιλοδοξία που και πάλι τρέφεται από τα άκρα ως εσφαλμένη αντίληψη του εαυτού: «οι βρισκόμενοι στο μέσον ελάχιστα επιδιώκουν να αποφεύγουν ή να καταλαμβάνουν αξιώματα. Και οι δύο αυτές επιδιώξεις βλάπτουν τις πόλεις».
 
            Αν η αποφυγή των αξιωμάτων δηλώνουν την απογοήτευση από τον πολιτικό βίο που κάνει τους ανθρώπους να απομακρύνονται ή αν η επιδίωξη της πολιτικής καταξίωσης υπονοεί την υπηρεσία συμφερόντων ή της προσωπικής ματαιοδοξίας, δεν έχει να κάνει με το πεδίο που ερευνά εδώ ο Αριστοτέλης. Ούτε όμως γίνεται λόγος απλώς για τις προτιμήσεις ή τις κλίσεις των ανθρώπων, σύμφωνα με τις οποίες άλλοι θέλουν κι άλλοι δε θέλουν να συμμετέχουν στην πολιτική ζωή. Γιατί εδώ καθίσταται σαφές ότι αυτές ακριβώς οι κλίσεις διαμορφώνονται και, κατά συνέπεια, άλλοι μαθαίνουν να έχουν τέτοιες φιλοδοξίες, ενώ άλλοι όχι. Αν δεχτούμε ότι η παιδεία είναι αυτή που δημιουργεί την επιθυμία για συμμετοχή στο πολιτικό γίγνεσθαι, τότε βρισκόμαστε και πάλι μπροστά στην ανισότητα, αφού η παιδεία δεν είναι απαλλαγμένη από τις ταξικές διαφορές: «οι ευνοημένοι με υπερβολικά δώρα της τύχης, δύναμη, πλούτο, φίλους και άλλα παρόμοια, ούτε ανέχονται ούτε γνωρίζουν να υπακούν στην εξουσία (και αυτό καλλιεργείται από την παιδική ακόμη ηλικία στο οικογενειακό περιβάλλον. Εξαιτίας της πολυτελούς ζωής τους ούτε και στα σχολεία συνηθίζουν να υπακούν). Αντίθετα οι υπερβολικά φτωχοί είναι πολύ δουλοπρεπείς. Συνεπώς αυτοί δε γνωρίζουν να εξουσιάζουν, αλλά να εξουσιάζονται ως δούλοι από δεσποτική αρχή. Οι προηγούμενοι γνωρίζουν να μην υπακούν σε καμία εξουσία, αλλά μόνο να ασκούν οι ίδιοι δεσποτική εξουσία. Έτσι διαμορφώνεται μια πόλη δούλων και δεσποτών αλλά όχι ελεύθερων ανθρώπων, όπου άλλοι φθονούν κι άλλοι περιφρονούν».
 
            Το ενδεχόμενο της διεκδίκησης των θέσεων εξουσίας από ανάξιους, που είναι πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα εξαναγκάζοντας τους πραγματικά χαρισματικούς να αποχωρήσουν, είναι η πιο στρεβλή εκδοχή όχι μόνο του πολιτεύματος, αλλά και της παιδείας – η παιδεία είναι το στήριγμα όλων των πολιτευμάτων – η οποία επιτρέπει τη διαστρέβλωση όλων των αξιών αναδεικνύοντας τους χειρότερους σε ηγέτες και μετατρέποντας το λαό σε υποχείριο, που είτε αδυνατεί να παρακολουθήσει τη στρέβλωση είτε την ανέχεται για την εξυπηρέτηση μικροσυμφερόντων.
 
            Οι ακραίες περιπτώσεις πλούτου και φτώχειας δεν μπορούν παρά να έχουν αντίκτυπο και στη διαχείριση της εξουσίας. Αυτομάτως όλα γίνονται θέμα συσχετισμών. Αν οι φτωχοί είναι πολλοί κι οργανωθούν μπορεί να προκύψει καμιά εξέγερση. (Αυτό βέβαια εξαρτάται κι απ’ το βαθμό της απελπισίας. Οι έξυπνες ολιγαρχίες είναι αυτές που ξέρουν ποια είναι τα όρια. Όσο πιο προκλητική γίνεται η ολιγαρχία τόσο πιο επίφοβη είναι η θέση της): «Όλα αυτά όμως απέχουν πάρα πολύ από τη φιλία και την πολιτική κοινωνία, γιατί η κοινωνία προϋποθέτει στοιχεία φιλίας, αφού οι άνθρωποι ούτε τον ίδιο δρόμο δε θέλουν να μοιράζονται με τους εχθρούς τους. Αντίθετα με αυτό, απαιτείται η πόλη να αποτελείται από ίσους και όμοιους πολίτες όσοι γίνεται περισσότερο, και αυτό συναντάται κυρίως στη μεσαία τάξη. Κατά συνέπεια άριστο πολιτικό βίο έχει η πόλη η οποία αποτελείται από όσα ισχυριστήκαμε ότι συνιστούν την πόλη σύμφωνα με τη φύση της».
 
            Η πρόθεση ενός πολιτεύματος να ακολουθήσει τη μεσότητα στη διανομή του πλούτου δεν μπορεί παρά να καταγράφεται από την ισχύ που δίνει στη μεσαία τάξη. Από τη στιγμή που ο υπέρμετρος πλούτος είναι αδύνατο να επιτευχθεί χωρίς την προϋπόθεση της υπέρμετρης φτώχειας, κι από τη στιγμή που και τα δύο αυτά αλληλένδετα ενδεχόμενα λειτουργούν σε βάρος της κοινωνικής συνοχής, δηλαδή του δημόσιου συμφέροντος, η γιγάντωση της μεσαίας τάξης είναι τα διαπιστευτήρια της ισότητας και της κοινωνικής ομαλότητας. Υπό αυτές τις συνθήκες η προσπάθεια εξαφάνισης ή συρρίκνωσης της μεσαίας τάξης δεν είναι παρά υπονόμευση της ενότητας της κοινωνίας, δηλαδή της ίδιας της πολιτείας.
 
            Όμως η μεσότητα δε σημαίνει και ισοπέδωση με την έννοια της απόλυτης περιουσιακής ισότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αριστοτέλης υποστηρίζει της ιδιοκτησία ως μορφή αξιοκρατίας – αυτός που αξίζει ας έχει και τα περισσότερα. Δεν είναι όμως τυχαίο που υποστηρίζει επίσης ότι αυτές οι περιουσιακές διαφορές πρέπει εκδηλώνονται μέσα σε κάποια όρια. Γιατί αυτό που προέχει είναι το όφελος της πόλης και η ύπαρξη ενός υγιούς ανταγωνισμού στο πλαίσιο της περιουσιακής επέκτασης μπορεί να δράσει θετικά, αφού θα λειτουργήσει ως έναυσμα αξιοποίησης όλων των ικανοτήτων. (Φυσικά, με την προϋπόθεση ότι δεν παραβιάζονται οι νόμοι). Όταν όμως τα όρια χαθούν φέρνοντας στο προσκήνιο ανθρώπους με πλούτο χωρίς προηγούμενο (κι ως εκ τούτου με ανεξέλεγκτη δύναμη) τότε όλα ανατρέπονται, καθώς εξαφανίζονται οι ισορροπίες ανοίγοντας το δρόμο στις πολιτικές ακρότητες: «Άρα γίνεται φανερό ότι η πολιτική κοινωνία που αποτελείται από πολίτες της μέσης τάξης είναι άριστη, και ενδέχεται να έχουν σωστό πολιτικό βίο οι πόλεις όπου η μεσαία τάξη είναι μεγάλη και ισχυρότερη, μάλιστα σε σχέση με τις δύο άλλες ή τουλάχιστον με μία από τις δύο. Γιατί συμμαχώντας με αυτή πετυχαίνει η ισορροπία των δυνάμεων και εμποδίζει την εμφάνιση ακροτήτων στον πολιτικό βίο». Και ο Αριστοτέλης συμπληρώνει: «είναι σαφές ότι το πολίτευμα της μέσης τάξης είναι άριστο, γιατί είναι το μόνο αστασίαστο πολίτευμα, αφού ελάχιστα φαινόμενα επαναστάσεων κι αντιπαλότητας των πολιτών παρατηρούνται εκεί, όπου η μεσαία τάξη είναι μεγάλη».
 
            Όμως, η συνείδηση της σημασίας της μεσαίας τάξης για τη συγκρότηση της πολιτείας δε συνεπάγεται και την αυτόματη κατοχύρωση της αξίας της ως πηγή ευτυχίας. Κι αυτό είναι ξεκάθαρο θέμα παιδείας. Το γεγονός ότι η ευτυχία συνδυάζεται (σχεδόν) πάντα με το χρήμα είναι η αποτυχία των πολιτών να προσεγγίσουν σωστά την ευτυχία σε ατομικό και κατά συνέπεια σε συλλογικό επίπεδο. Η κοινωνία που θεοποιεί το χρήμα δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει συγκρουσιακά μετατρέποντας τους θεσμούς σε πεδίο κατοχύρωσης συμφερόντων. Υπό αυτούς τους όρους η πολιτική εκπροσώπηση, η δικαιοσύνη, η εκπαίδευση, όλοι οι θεμελιώδεις κοινωνικοί θεσμοί τίθενται στη λογική της ιδιοτέλειας, δηλαδή της επιβολής. Μοιραία, παίρνουν το δρόμο της χειραγώγησης. Το μόνο που μένει είναι η κοινωνική αδικία ως ατράνταχτη απόδειξη της πολιτικής στρέβλωσης.
 
            Η άποψη του Αριστοτέλη ότι ο πολιτικός πρέπει να ανήκει στη μεσαία τάξη, ώστε να διασφαλίζεται η ακεραιότητά του, κρίνεται μάλλον επίφοβη: «είναι μεγάλο ευτύχημα όσοι δραστηριοποιούνται πολιτικά, να έχουν μέσου μεγέθους περιουσία, γιατί, όπου άλλοι έχουν υπερβολικά πολλά και άλλοι τίποτε, εκεί εμφανίζεται ή το τελευταίο είδος της δημοκρατίας ή άκρατη ολιγαρχία ή τυραννίδα εξαιτίας των δύο αυτών ακροτήτων». Και είναι επίφοβη γιατί η μεσαία τάξη δεν αποτελεί επιλογή. Ο μεσαίος, αν βρει επαγγελματική ευκαιρία, μπορεί να δουλεύει ακατάπαυστα για την ελπίδα του πλουτισμού. Σε πολλές περιπτώσεις δε διστάζει να χρησιμοποιήσει αθέμιτα κι επικίνδυνα μέσα και είναι πρόθυμος να συγκρουστεί με άλλους μεσαίους προκειμένου να αυξήσει το εισόδημά του. Συνήθως προσπαθεί να μιμηθεί τις συνήθειες των ανθρώπων που τον ξεπερνούν οικονομικά. Η έννοια μικροαστός, που απευθύνεται κυρίως στα χαμηλά στρώματα των μεσαίων – δεν είναι όλοι οι μεσαίοι το ίδιο, όπως δεν είναι και όλοι οι πλούσιοι το ίδιο – λειτουργεί πρωτίστως υποτιμητικά.
 
            Ο μεσαίος που αρκείται σ’ αυτά που έχει και απολαμβάνει τη ζωή με τα μέσα που έχει χωρίς να μπαίνει στο παιχνίδι της περαιτέρω απόκτησης είναι ο φιλοσοφημένος άνθρωπος. Είναι αυτός που γνωρίζει την αξία του μέτρου. Όμως σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό αποτελεί επικρατούσα κοινωνική αντίληψη. Η μεσότητα στον πλούτο, με τον τρόπο που τη θέτει ο Αριστοτέλης, δεν έχει αποκτήσει ιδεολογικό ανάστημα κι αν εννοήσουμε ως μέτρο το μέγεθος των πραγματικών αναγκών θα λέγαμε ότι τα όρια έχουν χαθεί εντελώς. Ο άνθρωπος πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι η ευτυχία και η καταξίωση δεν αφορούν τον άμετρο πλούτο – κι αυτός είναι ο λόγος που η μεσαία τάξη πρέπει να θεωρείται επιθυμητή. Η επιμονή του ανθρώπου στην αναζήτηση του πλούτου είναι η απομάκρυνση από τις χαρές της ζωής, που σε τελική ανάλυση είναι καταδικασμένες στην απλότητα: «Ακόμη οι πολίτες της μέσης τάξης έχουν τη μεγαλύτερη ασφάλεια στις πόλεις, γιατί ούτε επιθυμούν τα ξένα αγαθά, όπως οι φτωχοί, ούτε άλλοι τα δικά τους, όπως οι φτωχοί ζηλεύουν τα αγαθά των πλουσίων. Έτσι ζουν χωρίς κινδύνους, γιατί ούτε υπονομεύονται ούτε υπονομεύουν. Από αυτά δικαιώνεται η ευχή του Φωκυλίδη: “Οι μέσοι έχουν πολλά άριστα πράγματα. Θέλω να ανήκω στους μέσους”».
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά

Τετάρτη 4 Απριλίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (241.1-245.1)

241. ΥΑΙΝΑ ΚΑΙ ΑΛΩΠΗΞ [241.1] τὰς ὑαίνας φασὶ παρ᾽ ἐνιαυτὸν ἀλλασσομένης αὐτῶν τῆς φύσεως ποτὲ μὲν ἄρρενας, ποτὲ δὴ θηλείας γίνεσθαι. καὶ δὴ ὕαινα θεασαμένη ἀλώπεκα ἐμέμφετο αὐτήν, ὅτι φίλην αὐτῇ γενέσθαι θέλουσαν οὐ προσίεται. κἀκείνη ὑποτυχοῦσα εἶπεν· «ἀλλ᾽ ἐμὲ μὴ μέμφου, τὴν δὲ σὴν φύσιν, δι᾽ ἣν ἀγνοῶ, πότερον ὡς φίλῃ ἢ ὡς φίλῳ σοι χρήσωμαι».
πρὸς ἄνδρα ἀμφίβολον.

242. ΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΑΙΓΕΣ ΑΓΡΙΑΙ
[242.1] ταῦρος διωκόμενος ὑπὸ λέοντος ἔφυγεν εἴς τι σπήλαιον, ἐν ᾧ ἦσαν αἶγες ἄγριαι. τυπτόμενος δὲ ὑπ᾽ αὐτῶν καὶ κερατιζόμενος ἔφη· «οὐχ ὑμᾶς φοβούμενος ἀνέχομαι, ἀλλὰ τὸν πρὸ [τοῦ στόματος] τοῦ σπηλαίου ἑστῶτα».
οὕτω πολλοὶ διὰ φόβον τῶν κρειττόνων καὶ τὰς ἐκ τῶν ἡττόνων ὕβρεις ὑπομένουσιν.

243. ΠΙΘΗΚΟΥ ΠΑΙΔΕΣ
[243.1] τοὺς πιθήκους φασὶ δύο τίκτειν καὶ τὸ μὲν ἕτερον τῶν γεννημάτων στέργειν καὶ μετ᾽ ἐπιμελείας τρέφειν, τὸ δὲ ἕτερον μισεῖν καὶ ἀμελεῖν. συμβαίνει δὲ κατά τινα θείαν τύχην τὸ μὲν ἐπιμελούμενον ἀποθνῄσκειν, τὸ δὲ ὀλιγωρούμενον ἐκτελειοῦσθαι.
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι πάσης προνοίας ἡ τύχη δυνατωτέρα καθέστηκεν.

244. ΤΑΩΣ ΚΑΙ ΚΟΛΟΙΟΣ
[244.1] τῶν ὀρνέων βουλευσαμένων περὶ βασιλείας ταὼς ἠξίου αὑτὸν χειροτονῆσαι βασιλέα διὰ τὸ κάλλος. ὁρμωμένων δὲ ἐπὶ τοῦτο τῶν ὀρνέων κολοιὸς εἶπεν· «ἀλλ᾽ ἐὰν σοῦ βασιλεύοντος ἀετὸς ἡμᾶς διώκῃ, πῶς ἡμῖν ἐπαρκέσεις;»
ὅτι οὐ δεῖ τοὺς δυνάστας κάλλει, ἀλλὰ δυνάμει κοσμεῖσθαι.

245. ΤΕΤΤΙΞ ΚΑΙ ΑΛΩΠΗΞ
[245.1] τέττιξ ἐπί τινος ὑψηλοῦ δένδρου ᾖδεν. ἀλώπηξ δὲ βουλομένη αὐτὸν καταφαγεῖν τοιοῦτόν τι ἐπενόησεν. ἄντικρυς στᾶσα ἐθαύμαζεν αὐτοῦ τὴν εὐφωνίαν καὶ παρεκάλει καταβῆναι λέγουσα, ὅτι ἐπιθυμεῖ θεάσασθαι, πηλίκον ζῷον τηλικαῦτα φθέγγεται. κἀκεῖνος ὑπονοήσας αὐτῆς τὴν ἐνέδραν φύλλον ἀποσπάσας καθῆκε. προσδραμούσης δὲ τῆς ἀλώπεκος ὡς ἐπὶ τὸν τέττιγα ἔφη· «ἀλλὰ πεπλάνησαι, ὦ αὕτη, εἰ ὑπέλαβές με καταβήσεσθαι. ἐγὼ γὰρ ἀπ᾽ ἐκείνου ἀλώπεκας φυλάττομαι, ἀφ᾽ οὗ ἐν ἀφοδεύματι ἀλώπεκος πτερὰ τέττιγος ἐθεασάμην».
ὅτι τοὺς φρονίμους τῶν ἀνθρώπων αἱ τῶν πέλας συμφοραὶ σωφρονίζουσιν.

***
241. Η ύαινα και η αλεπού.
[241.1] Καταπώς λέγεται, οι ύαινες αλλάζουν το φύλο τους κάθε χρόνο και γίνονται τη μία αρσενικές και την άλλη θηλυκές. Μια φορά, λοιπόν, κάποια ύαινα συνάντησε την αλεπού και της τα έψαλε: «Εγώ έχω τέτοια επιθυμία να γίνουμε φιλενάδες», της έλεγε, «μα εσύ δεν με καταδέχεσαι». Η αλεπού όμως δεν την άφησε να συνεχίσει: «Α όλα κι όλα, μη ρίχνεις σε μένα το φταίξιμο. Η δική σου φύση φταίει: εξαιτίας της δεν ξέρω αν πρέπει να σε πάρω για φιλενάδα μου ή για φίλο μου».
Ο μύθος απευθύνεται προς άνδρα που επαμφοτερίζει.

242. Ο ταύρος και τα αγριοκάτσικα.
[242.1] Ήταν ένας ταύρος που τον κυνηγούσε το λιοντάρι. Γι᾽ αυτό γύρεψε καταφύγιο σε μια σπηλιά, όπου βρίσκονταν ήδη κάτι αγριοκάτσικα. Τούτα, που λέτε, βάλθηκαν να τον βαράνε και να τον τσιγκλάνε με τα κέρατά τους. Εκείνος όμως είπε: «Μωρέ για σας δεν έχω φόβο. Εκείνο το θεριό που έχει στηθεί έξω από τη σπηλιά, εκείνο με σκιάζει και συγκρατούμαι».
Έτσι γίνεται με πολλούς: Από φόβο απέναντι στους ισχυρότερους, ανέχονται προσβολές ακόμη και από τους αδύναμους.

243. Τα παιδιά της μαϊμούς.
[243.1] Καθώς λέγεται, η μαϊμού γεννάει πάντα δύο παιδιά. Το ένα από αυτά το περιβάλλει με στοργή και το ανατρέφει με φροντίδα. Το άλλο, αντίθετα, το απεχθάνεται και το παραμελεί. Έλα όμως που η τύχη, καθορισμένη από θεού, κανονίζει αλλιώς το αποτέλεσμα: Βλέπετε, το μωρό που χαίρεται τις φροντίδες ψοφάει, ενώ το άλλο, το παραπεταμένο, φτάνει στην πλήρη ανάπτυξη.
Το δίδαγμα του μύθου: Η τύχη είναι πιο ισχυρή από οποιαδήποτε προφύλαξη.

244. Το παγόνι και η καλιακούδα.
[244.1] Μια φορά και έναν καιρό τα πουλιά έκαναν συνέδριο για να διαλέξουν βασιλιά. Το παγόνι τότε πρόβαλε την αξίωση να αναδειχθεί αυτό στον θρόνο, λόγω της μεγάλης ομορφιάς του. Τα άλλα πουλιά ήσαν όντως πρόθυμα να το ψηφίσουν. Όμως η καλιακούδα πρόβαλε αντίρρηση: «Καλά, δεν μας λες, αν τυχόν μας πάρει στο κυνήγι ο αετός κατά το διάστημα της βασιλείας σου, εσύ πώς ακριβώς λογαριάζεις να μας υπερασπιστείς;».
Δίδαγμα: Στολίδι για τον άρχοντα δεν είναι η ομορφιά αλλά η δύναμή του.

245. Το τζιτζίκι και η αλεπού.
[245.1] Ήταν κάποτε ένας τζίτζικας που τραγουδούσε πάνω σε ψηλό δέντρο. Που λέτε, η αλεπού ορεγόταν να τον καταβροχθίσει, γι᾽ αυτό επινόησε το ακόλουθο τέχνασμα. Πήγε στάθηκε αντίκρυ από το δέντρο και από εκεί βάλθηκε να εγκωμιάζει με θαυμασμό τον γλυκό ήχο του τζίτζικα. Και μέσα σε όλα τούτα, βέβαια, τον παρακαλούσε να κατεβεί κάτω, με το πρόσχημα ότι καιγόταν από λαχτάρα να δει πόσο μεγάλο ήταν το πλάσμα που έβγαζε τέτοιο ηχηρό κελάηδημα. Ο τζίτζικας βέβαια αντιλήφθηκε την παγίδα της πονήρως· γι᾽ αυτό έκοψε ένα φύλλο και το άφησε να πέσει χάμω. Αμέσως χίμηξε καταπάνω του η αλεπού, θαρρώντας πως επρόκειτο πραγματικά για το τζιτζίκι. Τότε ο τραγουδιστής την περιγέλασε: «Κούνια που σε κούναγε, μωρή ανόητη, αν νόμιζες ότι εγώ θα κατέβαινα ποτέ κάτω. Για να ξέρεις, εγώ λαμβάνω τα μέτρα μου με εσάς τις αλεπούδες από τότε που πήρε το μάτι μου φτερά τζιτζικιού μες στα σκατά σας».
Δίδαγμα: Οι μυαλωμένοι άνθρωποι παίρνουν μαθήματα από τις συμφορές των άλλων.

Συγχωρώ και ξεχνώ! Πάνε μαζί αυτά τα δύο;

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ετυμολογία της λέξης συγχωρώ, τόσο στα ελληνικά όσο και στα αγγλικά.
Συγχωρώ = χωρώ + κάτι/και αυτό. Δηλαδή, μέσα μου αφήνω χώρο να δεχθώ αυτό που μου συνέβη, για να το αποδεχθώ. Διαθέτω χώρο μέσα μου, συναισθηματικό και νοητικό.

Στα Αγγλικά η αντίστοιχη σχετική φράση είναι “forgive and forget” και σημαίνει ότι δίνω κάτι (for-give) και παίρνω επίσης κάτι με αυτό το δόσιμο (for-get). Tι δίνουμε και τι παίρνουμε σε αυτή τη δοσοληψία, λοιπόν; Δίνουμε κατανόηση και παίρνουμε ειρήνη του νου, την ησυχία μας.

Στην ουσία, αν το καλοσκεφτούμε όταν συγχωρούμε, ωφελούμε τον ίδιο μας τον εαυτό πρώτα. Τον ελευθερώνουμε. Είμαστε έτοιμοι για νέα πετάγματα, με άδειο το ρεζερβουάρ από εντυπώσεις, κακίες, πικρίες. Κι αν επιζητάμε δικαιοσύνη, ας μη γελιόμαστε, η ίδια η ζωή φέρνει ξανά και ξανά σε εμάς ό,τι χρειάζεται να πάρουμε, μέχρι να μάθουμε, μέχρι να περάσουμε το μάθημα. Ίσως θα έχετε ακούσει τη φράση: «Πάνω από την αρχή της δικαιοσύνης βρίσκεται η αρχή της φιλευσπλαχνίας».

Οπότε ας έχουμε στο νου και την καρδιά μας, ότι το πρώτο βήμα προς την ηρεμία του νου είναι το πιο δύσκολο, κι αυτό είναι η συγχώρεση. Είναι μια γενναία πράξη να αφήσουμε πίσω μας, απαλά, σαν τα φύλλα των δέντρων που πέφτουν αβίαστα και φυσικά προς το έδαφος, ό,τι θεωρούμε ότι μας πλήγωσε, μας πόνεσε, μας τσαλαπάτησε.

Το πιο σημαντικό όμως σε αυτό… είναι η συγχώρεση του εαυτού μας. Κι αυτό προϋποθέτει την ειλικρίνεια να δούμε σε πρώτο στάδιο τι κάναμε «λάθος», τι δεν ήταν λειτουργικό και ευγενικό προς τον ίδιο μας τον εαυτό. Αφού το αναγνωρίσουμε αυτό, ας μας κοιτάξουμε με συμπόνια. Εξάλλου αν εμείς οι ίδιοι πράττουμε τόσα λάθη από μόνοι μας, στον εαυτό μας ή στους άλλους, με τι καρδιά μπορούμε άκαμπτα και αυστηρά να κρίνουμε και ίσως να «καταδικάσουμε» αυτούς που μας στενοχώρησαν και μας πόνεσαν;

Λοιπόν, ας δίνουμε κατανόηση κι ας παίρνουμε ηρεμία. Ας βάλουμε αυτή την αρχή στη ζωή μας. Χρειάζεται εξάσκηση και μια μεγάλη καρδιά!

Παίρνουμε ό,τι δίνουμε και βρίσκουμε ό,τι προσδοκάμε

Είναι ατυχές, αλλά είναι αλήθεια ότι ζούμε σε έναν κόσμο που κατακλύζεται από ανθρώπους κυνικούς και σκεπτικιστές. Πρόκειται για μια κατηγορία ατόμων που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να προβάλλουν την ανειλικρίνεια και την ανεντιμότητα που είναι σίγουροι ότι αποτελούν κοινό χαρακτηριστικό όλων των ανθρώπων. Είναι πεπεισμένοι ότι κάθε πράξη καλοσύνης και αγάπης υποκρύπτει κάποια υστεροβουλία.

Δυστυχώς, πολλοί από εμάς έχουμε αναπτύξει ένα σκληρό εξωτερικό κέλυφος. Όταν κάποιος μας προσφέρει ένα τριαντάφυλλο και αμέσως μετά μας ζητήσει να κάνουμε μια δωρεά, είναι βέβαιο ότι στο μέλλον θα αντιμετωπίζουμε με αρκετή επιφύλαξη κάθε τέτοια πράξη αβροφροσύνης. Από εκείνη τη φορά και μετά, κάθε λουλούδι που θα μας προσφέρεται θα συνιστά λόγο καχυποψίας.

Οι ερωτευμένοι που έχουν εμπιστευτεί τη σχέση τους και έχουν γίνει ευάλωτοι μπορεί ξαφνικά να ανακαλύψουν ότι εξαπατήθηκαν. Όταν μαζέψουν τα κομμάτια τους και κάποιος τους ξαναπροσφέρει αγάπη, είναι φυσικό να αντιμετωπίσουν τη νέα σχέση με σκεπτικισμό. Έχουν γίνει «υγιείς κυνικοί» – λιγότερο ανοιχτοί, λιγότερο εύπιστοι, λιγότερο ευάλωτοι. Εν ολίγοις, λιγότερο ικανοί να συντηρήσουν μια υγιή σχέση στο μέλλον.

Είναι πολύ ευκολότερο, μου φαίνεται, να γίνουμε κυνικοί παρά να ξεπεράσουμε την απογοήτευση και το ψυχικό τραύμα. Πρέπει ωστόσο να είμαστε πρόθυμοι να εμπιστευτούμε ξανά και να περιμένουμε κάτι καλύτερο απ΄ αυτό που μας δόθηκε στο παρελθόν.

Οι αληθινοί κυνικοί, που πιστεύουν ότι έχουν γίνει ειδικοί στο να «διαβάζουν» τους ανθρώπους, έχουν στην πραγματικότητα υποκύψει σε μια άλλη μορφή τύφλωσης. Εάν θέλουμε αγάπη, είναι καλύτερα να ψάχνουμε για το καλό στους ανθρώπους, έστω κι αν αυτό μας κάνει λίγο αιθεροβάμονες.

Δεν υπάρχει συνταγή ή μέθοδος. Μαθαίνεις να αγαπάς αγαπώντας. -ALDOUS HUXLEY

Δεν μπορούμε να ψάχνουμε για τη χαρά όπως ψάχνουμε για ένα χαμένο ρούχο

Μόνο ανόητοι άνθρωποι είναι δυνατό να πιστεύουν ότι θα έχουν αδιάκοπα την ευτυχία, ή ότι θα τη διαφυλάξουν πάντα από τη στιγμή που θα την ανακαλύψουν. Η ευτυχία ήταν και είναι πάντοτε ένα παράγωγο κάποιου συναισθήματος ή κάποιας πράξης. Αλλά, παρόλο που το ξέρουμε αυτό, πάρα πολλοί άνθρωποι σπαταλούν τη ζωή τους σε μια εναγώνια αναζήτηση της ευτυχίας, σ’ ένα αδιάκοπο κυνηγητό της χαράς. Παραπονούμαστε ότι οι σχέσεις μας είναι ανιαρές. Ενεργούμε σαν να πρόκειται αυτά τα πράγματα να βρίσκονται κάπου εκεί έξω. Σπάνια συμβιβαζόμαστε με την ιδέα ότι η ευτυχία είναι μέσα σε μας.

Ο Δανός φιλόσοφος Σόρεν Κίρκεργκωρ αναγνώριζε ότι όταν «ένας άνθρωπος, που σαν φυσική ύπαρξη στρέφεται πάντα προς τα έξω, πιστεύοντας ότι η ευτυχία του βρίσκεται έξω απ’ αυτόν, τελικά στραφεί προς τα μέσα και, ανακαλύψει ότι η πηγή είναι εντός του», τότε βρίσκεται μπροστά σε μια από τις μεγάλες ενοράσεις της ζωής.

Δεν μπορούμε να ψάχνουμε για τη χαρά όπως ψάχνουμε για ένα χαμένο ρούχο. Την ευτυχία μας τη δημιουργούμε εμείς. Την προσδιορίζουμε για τον εαυτό μας και τη βιώνουμε με το δικό μας μοναδικό τρόπο. Κανένας δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος για λογαριασμό μας, ούτε να μας πει τι θα μας έκανε ευτυχισμένους- παρόλο που οι συνάνθρωποί μας αυτό προσπαθούν πάντα να κάνουν.

Είναι λυπηρό το γεγονός ότι πέφτουμε στις παγίδες των φωτεινών δρόμων που μας πείθουν ότι η ευτυχία μας βρίσκεται στο κατάλληλο ποτό, στο αστραφτερό αυτοκίνητο, στο αρωματισμένο αποσμητικό, στα υγιεινά δημητριακά, στα πρόχειρα φαγητά. Ακόμα και οι πιο έξυπνοι και γνωστικοί ανάμεσά μας δελεάζονται από τις φανταχτερές τηλεοπτικές διαφημίσεις και είναι έτοιμοι να πιστέψουν ότι μπορεί και η δική τους ζωή ν’ αλλάξει, αρκεί ν’ αλλάξουν μάρκα οδοντόκρεμας.

Νομίζουμε ότι δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που θα μπορούσε να μας φέρει την ευτυχία, αν εμείς δεν αποφασίζαμε ποιο πράγμα θα μας έκανε ευτυχισμένους. Στην πραγματικότητα, όμως, οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι στον κόσμο θα εξακολουθούσαν να παραμένουν ευτυχισμένοι ακόμα κι αν δεν τους έμεινε τίποτε άλλο εκτός από τη ζωή.

Η πλήξη δεν είναι κάτι που μπορούμε να το πάρουμε αψήφιστα

Η ζωή της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων είναι ένας διαρκής αγώνας να επιβιώσουν, όντας σίγουροι πως στο τέλος θα χάσουν. Αυτό που τους δίνει τη δυνατότητα ν’ αντέξουν τον κάματο της μάχης δεν είναι τόσο πολύ η αγάπη της ζωής όσο ο φόβος του θανάτου, ο οποίος ωστόσο ως αναπόφευκτος περιμένει στα παρασκήνια, απ’ όπου μπορεί την κάθε στιγμή να βγει στη σκηνή. Η ίδια η ζωή είναι μια θάλασσα γεμάτη βράχια και φουρτούνες. Ο άνθρωπος αποφεύγει αυτές τις κακοτοπιές όσο πιο προσεχτικά μπορεί, αν και γνωρίζει ότι, ακόμα κι αν, με κόπο και επιδεξιότητα καταφέρει να τις ξεπεράσει, κάθε του βήμα τον φέρνει όλο και πιο κοντά στο μεγαλύτερο, στο απόλυτο, στο αναπόφευκτο και αναπότρεπτο ναυάγιο, για την ακρίβεια κατευθύνεται πλησίστιος προς αυτό, προς τον θάνατο. Αυτός είναι ο τελικός προορισμός του κουραστικού ταξιδιού και είναι χειρότερος απ’ όλα τα βράχια που έχει καταφέρει να αποφύγει.

Αξίζει εδώ να παρατηρήσουμε ότι απ’ τη μια μεριά, τα βάσανα και οι θλίψεις της ζωής μπορούν εύκολα να πάρουν τόσο μεγάλες διαστάσεις, ώστε ακόμη κι ο θάνατος, αυτό που κάθε ζωή προσπαθεί να αποφύγει, γίνεται επιθυμητός, κι ο άνθρωπος εκούσια πορεύεται προς αυτόν. Απ’ την άλλη μεριά, όμως, αξίζει να παρατηρήσουμε ότι, μόλις χαλαρώσουν κάπως οι στερήσεις και τα βάσανα, υπεισέρχεται αμέσως η πλήξη τόσο πιεστικά, ώστε οι άνθρωποι να χρειάζονται έναν τρόπο να ροκανίσουν το χρόνο. Αυτό που απασχολεί και κρατάει σε κίνηση όλα τα ζωντανά όντα είναι ο αγώνας για την ύπαρξη. Όταν όμως η ύπαρξη εξασφαλιστεί, δεν ξέρουν τι να την κάνουν. Οπότε το δεύτερο πράγμα που τους θέτει σε κίνηση, είναι η προσπάθεια ν’ απαλλαγούν απ’ το βάρος της ύπαρξης, να πάψουν να το νιώθουν, «να σκοτώσουν το χρόνο τους», με άλλα λόγια να ξεφύγουν απ’ την πλήξη. Έτσι παρατηρούμε, ότι σχεδόν όλοι, όσοι έχουν απαλλαγεί από έγνοιες και στερήσεις, τελικά, έχοντας απαλλαγεί απ’ όλα τα άλλα βάρη, έχουν μετατραπεί σε βάρος του εαυτού τους.

Θεωρούν κέρδος κάθε ώρα που περνάει, δηλαδή κάθε μείωση αυτής της ίδιας ζωής, την οποία μέχρι τότε κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια να παρατείνουν, Η πλήξη δεν είναι κάτι που μπορούμε να το πάρουμε αψήφιστα` σε τελευταία ανάλυση ζωγραφίζει στα πρόσωπά μας την πραγματική απόγνωση. Κάνει κάποια πλάσματα, που αγαπιούνται ελάχιστα μεταξύ τους, όπως οι άνθρωποι, να επιζητούν το ένα την παρέα του άλλου, γι’ αυτό και αποτελεί τη ρίζα της κοινωνικότητας.

Το κράτος ενεργώντας έξυπνα, με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζει και άλλες συμφορές, παίρνει παντού μέτρα εναντίον της πλήξης` γιατί αυτή η μάστιγα, όπως και το άκρο αντίθετό της, η πείνα, μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους στις μεγαλύτερες υπερβολές και στην αναρχία` «άρτον και θεάματα» χρειάζεται ο λαός.

ARTHUR SCHOPENHAUER, Η ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΕΠΙΒΙΩΝΕΙΣ

ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ

Η κινεζική σκέψη στοχάστηκε σε εντυπωσιακό βάθος την έννοια της διαδικασίας, της ωρίμανσης. Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί ένα χάσμα σε σχέση με την ευρωπαϊκή σκέψη, η οποία αφιερώθηκε στη δραματοποίηση του αποτελέσματος: ενός αποτελέσματος φανερού αλλά βεβιασμένου — που φαίνεται επειδή ακριβώς είναι προϊόν βίας (μιας και η βία είναι αυτή που το φέρνει στο φως). Το αποτέλεσμα τούτο είναι, επομένως, επίπλαστο: ένα ψευδοαποτέλεσμα. Ας αφήσουμε για λίγο στην άκρη τη στρατηγική σκέψη, κι ας μελετήσουμε μια ιστορία από το βιβλίο του Μέγγιου, ένα κορυφαίο κείμενο της λεγόμενης κομφουκιανής παράδοσης, γραμμένο τον 4ο αιώνα π.Χ., την εποχή των μεγάλων θεωρητικών της στρατηγικής.

Ο Μέγγιος αφηγείται μια ιστορία. Ένας χωρικός γυρίζει σπίτι του το βράδυ και λέει στα παιδιά του: «Σήμερα είμαι κατάκοπος, όλη μέρα τραβούσα ένα-ένα τα φυντάνια του χωραφιού». Το να τραβήξεις τα φυντάνια ενός ολόκληρου χωραφιού, το ένα μετά το άλλο, είναι προφανώς κοπιαστικότατο. Όταν τα παιδιά του χωρικού πηγαίνουν να δουν το χωράφι, τα πάντα είναι ξεραμένα.

Να ένα παράδειγμα του τι δεν πρέπει να κάνουμε, μας λέει ο Μέγγιος. Θέλεις να αναπτυχθεί το φυτό και τραβάς προς τα πάνω το φυντάνι για να μεγαλώσει. Θέλεις να φτάσεις στο αποτέλεσμα με τον πιο ευθύ, τον πιο άμεσο τρόπο, δεδομένου του στόχου που έχεις θέσει. Κάνοντάς το όμως αυτό, χάνεις το αποτέλεσμα, διότι βίασες τα πράγματα. Θέλοντας να επιταχύνεις την ανάπτυξη και δρώντας με τρόπο άμεσο, έρχεσαι σε σύγκρουση με την εξελισσόμενη διαδικασία. Διότι εμποδίζεις, ανακόπτεις τη δυνατότητα αυτοδύναμης επέλευσης του αποτελέσματος. Διότι, προφανώς, η ανάπτυξη του φυντανιού ήταν κάτι που θα προέκυπτε από την ίδια την κατάσταση. Την εμπεριείχε ήδη ο σπόρος που βρισκόταν μέσα στη γη. Αντί να επέμβεις. αντί να κοπιάσεις, θα ήταν αρκετό να εκμεταλλευτείς τη δυναμική της κατάστασης: να αφήσεις την κατάσταση να ωριμάσει.

Δύο είναι οι παγίδες που πρέπει να αποφύγουμε, λέει ο Μέγγιος. Η μία είναι να πιάσουμε και να τραβήξουμε το φυντάνι για να πετύχουμε «άμεσα» την ανάπτυξη του φυτού. Εξαιτίας της σπουδής να πράξουμε, ώστε να πετύχουμε τον σκοπό μας, παύουμε να σεβόμαστε την αυτοδύναμη διαδικασία της ανάπτυξης: με άλλα λόγια, δεν αφήνουμε το αποτέλεσμα να ωριμάσει. Η άλλη παγίδα είναι να κάτσουμε στην άκρη του χωραφιού χαζεύοντας, περιμένοντας απλώς το φυτό ν’ αναπτυχθεί. Τι πρέπει να κάνουμε λοιπόν; Απαντώ: Αυτό που γνωρίζει ο κάθε αγρότης. Ούτε να τραβήξουμε το φυντάνι, ούτε να το κοιτάζουμε απλώς... Πρέπει να αφήσουμε τη διαδικασία να εξελιχθεί, δίχως όμως να την εγκαταλείψουμε. Ο Μέγγιος λέει: σκαλίζουμε και βοτανίζουμε γύρω απ’ το φυντάνι· οργώνουμε το χώμα, το αερίζουμε, κι έτσι βοηθάμε την ανάπτυξη του φυτού. Αποφεύγουμε τόσο την ανυπομονησία όσο και την αδράνεια. Ούτε βολονταρισμός, ούτε παθητικότητα. Αντίθετα, υποβοηθώντας τη διαδικασία της ανάπτυξης, αξιοποιούμε τις ροπές που έχουν ήδη τεθεί σε κίνηση και τις βοηθάμε να εκδηλωθούν πλήρως.

ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΖΥΛΛΙΕΝ, ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΗΣ ΑΠΡΑΞΙΑΣ
 

Βρίσκοντας ηρεμία μέσα στην αβεβαιότητα

Το μέλλον, όχι για άλλους αλλά σίγουρα για τους περισσότερους ανθρώπους έχει σαν κύριο χαρακτηριστικό την αβεβαιότητα. Οι περισσότεροι άνθρωποι, ως πλάσματα της συνήθειας, προσπαθούν να αντισταθούν στην αβεβαιότητα που έχουν να αντιμετωπίσουν. Εδώ που τα λέμε δεν τους αδικώ, ποιος δεν θα ήθελε για λίγο να κάνει τα πράγματα ακριβώς όπως αυτός τα θέλει στη ζωή του, χωρίς την παραμικρή αλλαγή στα σχέδια του; Από την άλλη μεριά πόσο εγωιστικό είναι να θέλεις να γίνουν τα πράγματα όπως τα θέλεις εσύ… και εγώ και ο κάθε άνθρωπος. Μέσα στο φάσμα του «νορμάλ» βρίσκεται και το γεγονός ότι αξίζει κάποιος να νευριάσει επειδή δεν έγιναν τα πράγματα έτσι όπως τα ήθελε.

Σίγουρα εγώ δεν είμαι έξω από αυτό, αλλά μερικές φορές γελάω όταν κάνω ένα βήμα και σκέφτομαι τις φορές που νεύριασα επειδή δεν πήγαν τα πράγματα όπως τα περίμενα.

Η εξερεύνηση του «άγνωστου» προϋποθέτει ανεκτικότητα της αβεβαιότητας -Brian Greene

Ηρεμία και αβεβαιότητα
Για πολλούς η δύο λέξεις είναι αντίθετες.
«Πως γίνεται να είμαι ήρεμος όταν δεν ξέρω τι θα γίνει;»
Καταρχάς για να αξίζει να συνεχίσεις να διαβάσεις αυτό το άρθρο πρέπει να αρχίσουμε από κοινό έδαφος.

Τι σημαίνει ηρεμία σε μια κατάσταση αβεβαιότητας;
Ηρεμία σε τέτοιες καταστάσεις δεν σημαίνει ότι ήμαστε ο Ζεν δάσκαλος, τυλιγμένοι με ύφασμα γύρω από το σώμα μας, ατενίζοντας την πανέμορφη κοιλάδα που περνάει μέσα από τα βουνά.

Ούτε ότι είμαστε συναισθηματικά ανεπηρέαστοι από τα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω μας. Για κάποιο λόγο αρκετός κόσμος συνδέει την ηρεμία με τα θετικά συναισθήματα. Στην πραγματικότητα όμως, ηρεμία είναι η διαχείριση και των αρνητικών αλλά και των θετικών συναισθημάτων. Όταν μιλάμε για την αβεβαιότητα στη ζωή μας, τότε ηρεμία είναι η διαχείριση και των συναισθημάτων της αβεβαιότητας αλλά και της σιγουριάς που μπορεί να έχουμε για την εκάστοτε κατάσταση.

Πως μπορείς να τα διαχειριστείς τα συναισθήματα της αβεβαιότητας
Υπάρχουν αρκετά πράγματα που μπορείς να κάνεις. Αυτά που γράφω παρακάτω είναι δοκιμασμένα από εμένα προσωπικά και μπορεί να μην λειτουργήσουν 100% αλλά αξίζει να τα δοκιμάσεις.

Δεν θα είσαι ποτέ ήρεμος
Όσο παράδοξο και αν ακούγεται πάντα θα υπάρχουν «ανήσυχα» συναισθήματα μέσα σου. Οπότε το πρώτο πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να αρχίσεις να αποδέχεσαι την αβεβαιότητα σιγά σιγά και σε καθημερινή βάση. Μην την φοβάσαι αλλά ζήσε μέσα σε αυτήν. Η «συμβουλή» αυτή πηγάζει από την επαγγελματική αβεβαιότητα που βιώνω και πρακτικά έχω κουραστεί να της αντιστέκομαι. Δεν το λέω με το ύφος «κουράστηκα οπότε συνειδητά επιλέγω να βάλω STOP» αλλά με την κυριολεκτική έννοια δεν έχω άλλο συναισθηματικό απόθεμα να συνεχίσω να ανησυχώ για την επαγγελματική μου αβεβαιότητα.

Ο καλύτερος τρόπος για να μην φοβάσαι, είναι να γίνεις φίλος με τους φόβους σου -David Deida

ΠΡΟΣΟΧΗ. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν θα κάνεις πράγματα για αυτό. Τις περισσότερες φορές όταν αφήνεις το συναισθηματικό φορτίο της αβεβαιότητας τότε είναι που κάνεις την καλύτερη σου δουλειά, 100% συγκεντρωμένα.

Όταν καταλαβαίνεις μέσα σου θα βιώνεις συναισθήματα από όλο το φάσμα του «καλού και του κακού» τότε θα ηρεμίσεις πραγματικά.

Φτιάξε ένα “Plan B”
Είναι πολύ σημαντικό να κάνεις πρακτικές κινήσεις για το μέλλον σου και να είσαι σίγουρος ότι οι περισσότερες θα αποτύχουν, μιας και η ζωή μας κατακλύζεται από αβεβαιότητα. Όμως εσύ θα είσαι έτοιμος/η για αυτό, μιας και θα έχεις διαφορετικά πλάνα. Το να έχεις ένα βασικό σχέδιο είναι πολύ σημαντικό, αλλά ακόμα ποιο σημαντικό είναι να έχεις δικλίδες ασφαλείς και εξόδους διαφυγής.

Με αυτόν τον τρόπο μειώνεις στο άγχος από μια πιθανή «κακοτυχία» που μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικά. Το να φέρεσαι πρακτικά είναι τόσο σημαντικό, όσο το να αποδέχεσαι τα συναισθήματα σου.

Στο κάτω κάτω γιατί να μην φροντίσεις να περιορίσεις το άγχος σου;

Πολύ άνθρωποι μπορεί να σκεφτούν:

“Αν αποδέχομαι οποιαδήποτε κατάσταση μου έρθει γιατί να κάνω τον κόπο για ένα Plan B”

Διότι δεν είναι ανάγκη να «χτυπάς» τον εαυτό σου για να αποδείξεις σε σένα και το περιβάλλον σου ότι μπορείς να διαχειριστείς καταστάσεις αβεβαιότητας.

Συνδύασε με έξυπνο τρόπο το πρακτικό μέρος (Plan B) και το εσωτερικό μέρος (αποδοχή της κατάστασης). Κάνε ότι μπορείς για να εξασφαλίσεις τρόπους με τους οποίους μπορείς να προσαρμοστείς και περίμενε να δεις ποιοι από αυτούς θα πετύχουν και ποιοι θα αποτύχουν.

Συνοψίζοντας
Σχεδόν τίποτα στη ζωή σου δεν θα πάει όπως το περιμένεις, οπότε μην χάνεις χρόνο στο να χτίζεις φανταστικά σενάρια στο μυαλό σου.
Δώσε χρόνο στο να φτιάχνεις διαφορετικά σχέδια για να πετύχεις αυτό που θέλεις.
Δεν γίνεται να μην νιώσεις ποτέ ξανά άγχος και να είσαι 100% ήρεμος. Μπορείς όμως να μάθεις να το διαχειριστείς.

Η αλληλεπίδραση μιας μελανής οπής με το μποζόνιο Higgs μπορεί να καταστρέψει το σύμπαν

Χαρακτηριζόταν ως το «ιερό δισκοπότηρο» της Φυσικής και η προσπάθεια εντοπισμού του από τους επιστήμονες είχε λάβει μυθιστορηματικές διαστάσεις. Το μποζόνιο του Higgs, που είναι το σωματίδιο που αντιστοιχεί στο πεδίο του Higgs και το οποίο προσδίδει μάζα στην ύλη, θα μπορούσε κάποια μέρα να οδηγήσει στην καταστροφή του σύμπαντος, αποκάλυψαν οι φυσικοί.  Λένε λοιπόν ότι ο Κόσμος μας μπορεί να τελειώσει τόσο απότομα όσο ξεκίνησε, από μία φυσαλίδα αρνητικής ενέργειας φτιαγμένη από μια σύγκρουση μιας μελανής οπής με ένα μποζόνιο Higgs.
 
Σύμφωνα με την νέα θεωρία ίσως έχει ήδη αρχίσει να σχηματίζεται στο Σύμπαν μια φυσαλίδα αρνητικής ενέργειας που θα το καταπιεί ολόκληρο
 
Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, όπως ο Anders Andreassen, πραγματοποίησαν την εντυπωσιακή ανακάλυψη μελετώντας αυτό που ήδη γνωρίζουμε για τις μάζες των σωματιδίων και πώς αλληλεπιδρούν. Θεωρούν λοιπόν ότι η μάζα του μποζονίου Higgs μπορεί κάποια μέρα να μεταβληθεί και αν συμβεί αυτό, θα μπορούσε να αλλάξει τις διαδικασίες που κάνουν τη ζωή δυνατή. Εν συνεχεία θα μπορούσε να δημιουργήσει μια αναπτυσσόμενη φυσαλίδα αρνητικής ενέργειας στην οποία οι νόμοι της φυσικής, όπως τις ξέρουμε, είναι εντελώς απαγορευμένοι. 
 
Ο αργός θάνατος του συνεχώς διαστελλόμενου σύμπαντος προβλέπεται στο Καθιερωμένο Μοντέλο της Φυσικής των σωματιδίων, που χρησιμοποιείται από τους επιστήμονες για να εξηγήσει τα βασικά δομικά στοιχεία της ύλης. Στο μοντέλο αυτό μια δύναμη, που ονομάζεται σκοτεινή ενέργεια, προκαλεί την επιτάχυνση της επέκτασης του σύμπαντος, η οποία θα συνεχιστεί έως ότου τα πάντα εξαφανιστούν σε μια ψυχρή, άχαρη άβυσσο.

Οι υπερβαρέες  μαύρες τρύπες είναι απίστευτα πυκνές περιοχές στο κέντρο των γαλαξιών με μάζες που μπορεί να είναι δισεκατομμύρια φορές εκείνες του ήλιου. Προκαλούν βυθίσεις στο χώρο-χρόνο που ακόμη και το φως δεν μπορεί να ξεφύγει από την βαρυτική έλξη τους.
 
Αλλά μια νέα μελέτη υποδεικνύει ότι το τέλος θα έρθει με ένα bang (όπως ακριβώς ξεκίνησε) σε περίπου 10139 χρόνια.  Και ακόμα χειρότερα, οι διεργασίες πίσω από αυτό το δραματικό φινάλε σε όλο το σύμπαν, όπως το γνωρίζουμε, μπορεί να έχουν ήδη ξεκινήσει, ξεκινώντας από την αλληλεπίδραση μιας φυσαλίδας αρνητικής ενέργειας, που δημιουργήθηκε από ένα μποζόνιο Higgs με μια μαύρη τρύπα.
 
Το μποζόνιο Χιγκς δημιουργήθηκε στις ακραίες συνθήκες θερμοκρασίας που προέκυψαν την στιγμή της γέννησης του Σύμπαντος. Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι χωρίς το μποζόνιο Χίγκς το Σύμπαν θα ήταν πολύ ελαφρύ, χωρίς καθόλου μάζα και επομένως χωρίς βαρύτητα. Και χωρίς βαρύτητα δεν θα υπήρχαν άστρα, πλανήτες, άνθρωποι.
 
Σύμφωνα με την θεωρία που ανέπτυξαν οι ερευνητές είναι πιθανό η αλληλεπίδραση του σωματιδίου με μια μελανή οπή μπορεί να προκαλέσει δομικές αλλαγές στις ιδιότητες του. Αλλαγές τέτοιες που να αλλάξουν στην ουσία την φύση του σωματιδίου και να δημιουργήσουν ένα κοσμικό φαινόμενο που θα έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή του Σύμπαντος.
 
Πιο συγκεκριμένα οι ερευνητές αναφέρουν ότι αν το μποζόνιο Χιγκς που δίνει όλη τη μάζα στα σωματίδια, έχανε τη δική του μάζα, θα μπορούσε να διαλύσει όλες τις διαδικασίες που κάνουν τη ζωή στο σύμπαν μας εφικτή. Κι αυτό όταν έρθει σε επαφή με μια μαύρη τρύπα που είναι πιθανό να οδηγήσει στην δημιουργία μιας φυσαλίδας αρνητικής ενέργειας. Τελικά αυτή θα αρχίσει να απορροφά στο εσωτερικό της τις δομές και τα αντικείμενα του Σύμπαντος (την ύλη, τους γαλαξίες κλπ) και να διογκώνεται μέχρις ότου να απορροφήσει στο εσωτερικό της όλο το Σύμπαν.
 
Μέσα στην φυσαλίδα κανένας νόμος της φυσικής δεν θα λειτουργεί με αποτέλεσμα το Σύμπαν να πάψει να υπάρχει. Μάλιστα οι ερευνητές αναφέρουν ότι δεν αποκλείεται η διαδικασία αυτή να έχει ήδη ξεκινήσει σε κάποια μακρινή γωνιά του Σύμπαντος.
 
Η Ruth Gregory στο Πανεπιστήμιο Durham, που δεν συμμετείχε στη μελέτη, έχει δείξει ότι η καμπυλότητα του χωροχρόνου που περιβάλλει μια μικροσκοπική μαύρη τρύπα θα μπορούσε να προκαλέσει την έναρξη της κατάρρευσης του μποζονίου Higgs. Εάν αυτό συμβεί, είναι πιθανό να το μάθουμε πολύ αργά.

Το Hubble είδε το πιο μακρινό άστρο που απέχει 9 δις έτη φωτός από τη Γη

Αποτέλεσμα εικόνας για MACS J1149 + 2223 Lensed Star 1Αστρονόμοι στις ΗΠΑ μπόρεσαν, με τη βοήθεια του διαστημικού τηλεσκοπίου Hubble, να φωτογραφήσουν το πιο μακρινό μεμονωμένο άστρο που έχει παρατηρηθεί μέχρι σήμερα, τον Icarus, σε απόσταση εννέα δισεκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη.  Οι αστρονόμοι έχουν κατά καιρούς δει πολύ πιο μακρινούς γαλαξίες, εκρήξεις υπερκαινοφανών αστέρων) ή άλλα εκρηκτικά φαινόμενα, όπως εκλάμψεις ακτίνων γάμα, αλλά ούτε κατά διάνοια τόσο μακρινά μεμονωμένα κανονικά άστρα όπως ο ήλιος. Ο Ίκαρος, ένας μπλε υπεργίγαντας, είναι περίπου 100 φορές πιο μακριά σε σχέση με το δεύτερο μακρινότερο μεμονωμένο άστρο που είχε παρατηρηθεί έως τώρα.
 
Ο Ίκαρος, του οποίου το επίσημο όνομα είναι το MACS J1149 + 2223 Lensed Star 1, είναι το πιο μακρινό ατομικό αστέρι που έχει δει ποτέ. Οι εικόνες δεξιά δείχνουν αυτές που τραβήχτηκαν το 2011, χωρίς να είναι ορατός ο Icarus, σε σύγκριση με του 2016 που φαίνεται καθαρά στα αριστερά..

Μπορεί να μοιάζει με ένα μικροσκοπικό στίγμα μέσα σε το απέραντο σύμπαν, αλλά οι επιστήμονες λένε ότι το λιγοστό φως στην εικόνα που συλλήφθηκε από το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble είναι το πιο μακρινό αστέρι που έχει δει ποτέ και δεν είναι σουπερνόβα. Η ομάδα πίσω από το εύρημα λέει ότι το φως εκπέμφθηκε από το αστέρι – ανεπίσημα ονομάστηκε Icarus αλλά επίσημα ονομάστηκε MACS J1149 + 2223 Lensed Star 1 – , πριν από 9 δισ. έτη ή τα 3/4 της ηλικίας του σύμπαντος. Ο Ίκαρος είναι τώρα πολύ πιο μακριά, αλλά σίγουρα θα έχει πεθάνει, σχηματίζοντας είτε μια μαύρη τρύπα είτε ένα αστέρι νετρονίων.
 
Οι ερευνητές που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό αστρονομίας «Nature Astronomy», χρησιμοποίησαν την μέθοδο του βαρυτικού φακού (εστιασμού) για να δουν το άστρο Ίκαρος. Με τη μέθοδο αυτή, ένα πιο κοντινό αντικείμενο – γαλαξίας ή άστρο- μεγεθύνει το φως ενός πιο μακρινού αντικειμένου πίσω του.
 
Οι επιστήμονες μπορούν να δουν πιο μακρινούς γαλαξίες, επειδή αυτοί λάμπουν με τη φωτεινότητα των δισεκατομμυρίων άστρων που περιέχουν, ενώ και μια σούπερ-νόβα, η οποία συχνά είναι πιο φωτεινή από ένα γαλαξία, μπορεί να γίνει ορατή σε όλο σχεδόν το σύμπαν σε αποστάσεις έως δέκα δισεκατομμυρίων ετών. Όμως αυτό δεν είναι δυνατό για τα μεμονωμένα άστρα, τα οποία είναι αδύνατο να παρατηρηθούν ως μεμονωμένα αντικείμενα, μετά από την απόσταση περίπου των 100 εκατομμυρίων ετών φωτός από τη γη. Χάρις ωστόσο στο φαινόμενο του βαρυτικού φακού, είναι δυνατό να μεγεθυνθεί ένα αντικείμενο που βρίσκεται πολύ μακριά, και να γίνει έτσι παρατηρήσιμο.
 
Συνήθως, ο βαρυτικός φακός μεγεθύνει ένα γαλαξία έως 50 φορές, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση το άστρο «Ίκαρος» μεγεθύνθηκε πάνω από 2.000 φορές, ενώ συνήθως τα αστέρια [μεγεθύνονται] κατά περίπου 600 φορές. Αλλά μερικές φορές ένα αστέρι που βρίσκεται  στη μέση ενός σμήνους θα φτάσει στο σωστό μέρος και αυτό θα συμβάλει στην πρόσθετη μεγέθυνση. Το ρόλο του βαρυτικού φακού για τον Ίκαρο έπαιξε, τόσο ένας ενδιάμεσος γαλαξίας, όσο κι ένα άλλο άστρο μέσα σε αυτόν τον γαλαξία, το οποίο – σε μια σπάνια συγκυρία – ευθυγραμμίσθηκε απολύτως ανάμεσα στο πολύ πιο μακρινό άστρο και στο Hubble.
 
Η θερμοκρασία του μπλε υπεργίγαντα αγγίζει τους 14.000 βαθμούς Κελσίου
Η ανάλυση του φωτός του Ίκαρου αποκάλυψε ότι είναι ένας μπλε υπεργίγαντας, ένα άστρο τύπου-Β, πολύ μεγαλύτερο σε μέγεθος, σε μάζα, σε θερμοκρασία και σε φωτεινότητα από τον ήλιο μας – ίσως ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες φορές πιο λαμπρό από το δικό μας άστρο. Η θερμοκρασία της επιφάνειάς του – υπερδιπλάσια σε σχέση με τον ήλιο μας – κυμαίνεται μεταξύ των 11.000 και 14.000 βαθμών Κελσίου. 
 
Περισσότερα τέτοια μακρινά άστρα μπορεί να ανακαλυφθούν στο μέλλον από το Hubble, που θα συνεχίσει να λειτουργεί έως τα μέσα του 2021 και, ακόμη περισσότερο, από το διάδοχό του, το πολύ πιο ισχυρό διαστημικό τηλεσκόπιο James Webb που θα εκτοξευθεί στα μέσα του 2019.

Ο Αριστοτέλης για τη μεγαλοψυχία

Σχετικά με την μεγαλοψυχία ο Αριστοτέλης αναφέρει: «Η μεγαλοψυχία, όπως δείχνει και η ίδια η λέξη, έχει για αντικείμενό της μεγάλα πράγματα». (1123a 3, 38-39). Και για να γίνει πιο σαφής θα δώσει και τον ορισμό του μεγαλόψυχου ανθρώπου: «Μεγαλόψυχος είναι, κατά την κοινή αντίληψη, ο άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του άξιο μεγάλων πραγμάτων και είναι πράγματι άξιος μεγάλων πραγμάτων· γιατί ο άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του άξιο μεγάλων πραγμάτων χωρίς στην πραγματικότητα να το αξίζει, είναι ανόητος – κανένας όμως ενάρετος άνθρωπος δεν είναι ηλίθιος ή δίχως νου». (1123b 3, 2-5).
 
Κι επειδή η μεσότητα είναι και πάλι (όπως σε κάθε περίπτωση) το κριτήριο της ενάρετης συμπεριφοράς, η μεγαλοψυχία δεν πρέπει να εκληφθεί ως ακρότητα από την άποψη ότι αφορά τις μεγάλες πράξεις: «Ο μεγαλόψυχος λοιπόν από μεν την άποψη του μεγέθους αυτών των οποίων θεωρεί τον εαυτό του άξιο βρίσκεται στην ακρότητα, ενώ από την άποψη της ορθότητάς τους βρίσκεται στη μεσότητα, αφού θεωρεί τον εαυτό του άξιο αυτών των οποίων είναι άξιος· οι άλλοι βρίσκονται στο χώρο της υπερβολής ή της έλλειψης». (1123b 3, 15-18).
 
Η μεσότητα, δηλαδή, έχει να κάνει με την εξισορρόπηση των αληθινών δυνατοτήτων σε σχέση με τις ευθύνες που αναλαμβάνει κανείς. Στην ουσία πρόκειται για την επίγνωση των ικανοτήτων, ώστε η ανάληψη καθηκόντων και οι φιλοδοξίες να εναρμονίζονται μ’ αυτά που πράγματι μπορεί κάποιος να φέρει σε πέρας. Ο μεγαλόψυχος έχοντας πλήρη γνώση των υψηλών του δεξιοτήτων είναι σε θέση να αναλάβει μεγάλα σε μέγεθος έργα χωρίς φόβο ή δισταγμούς, κι αυτό όχι από αλαζονεία, αλλά από σωστή εκτίμηση του εαυτού. Κι όταν γίνεται λόγος για έργα μεγάλου μεγέθους δεν εννοούνται οι υλικές διαστάσεις (χωρίς, όμως, και να εξαιρούνται), αλλά το μέγεθος της αξίας ή της σπουδαιότητας ή της δυσκολίας που υπάρχει σε κάθε έργο.
 
Με άλλα λόγια, η μεγαλοψυχία είναι η αυτοπεποίθηση που προκύπτει από τη σωστή εκτίμηση του εαυτού. Κι αυτή είναι η ύψιστη αυτογνωσία. Ο μεγαλόψυχος δε θα κρυφτεί πίσω από τη μετριοπάθεια ούτε όμως και θα περάσει στον κομπασμό. Θα επιτελέσει έργα υψίστης σημασίας με αυτοπεποίθηση που προκύπτει από την ορθότητα της κρίσης. Η μεγαλοψυχία είναι ίσως η κορωνίδα των αρετών που ελάχιστοι άνθρωποι είναι σε θέση να φτάσουν: «Μοιάζει λοιπόν η μεγαλοψυχία να είναι κάτι σαν στολίδι των αρετών, αφού αυτή τις κάνει μεγαλύτερες και αφού δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς εκείνες. Γι’ αυτό και είναι δύσκολο να είναι κανείς πραγματικά μεγαλόψυχος· δεν είναι, πράγματι, δυνατό να είναι κανείς μεγαλόψυχος, αν δεν είναι τέλειος από κάθε άποψη». (1124a 3, 2-5).
 
Για μια κόμη φορά η μεσότητα που προκύπτει από την αυτογνωσία αποδεικνύεται ότι δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά το μέσο (ο δρόμος) για να φτάσει κανείς στο άριστο. Η τελειότητα, δηλαδή η υπερβολή του καλού, τίθεται ως σταθερός στόχος. Κι επειδή η μεγαλοψυχία είναι το αποκορύφωμα των αρετών, είναι φανερό ότι εμπεριέχει όλες τις άλλες: «Ο μεγαλόψυχος αν είναι άξιος των πιο μεγάλων πραγμάτων, θα πρέπει, λέω, να είναι ένας πολύ καλός άνθρωπος· γιατί αυτός που είναι πιο καλός, αξίζει πάντοτε κάτι πιο μεγάλο, και ο πιο καλός αξίζει το πιο μεγάλα». (1123b 3, 31-33).
 
Και ο Αριστοτέλης συμπληρώνει: «Και γνώρισμα του μεγαλόψυχου είναι, κατά την κοινή αντίληψη, ό,τι είναι μεγάλο στην κάθε επιμέρους αρετή. Και σε καμιά περίπτωση δε θα ταίριαζε στο μεγαλόψυχο να “βγάζουν φτερά τα πόδια του” μπροστά στον κίνδυνο ή να συμπεριφέρεται άδικα». (1123b 3, 34-37).
 
Για να φερθεί, λοιπόν, κάποιος με μεγαλοψυχία πρέπει να είναι και γενναίος και δίκαιος και σώφρων και δοτικός και σπλαχνικός και πράος και γενικά να εκπληρώνει όλες τις εκδοχές της αρετής. Κι αυτή είναι η αντίληψη της μεσότητας που συνοδεύεται από την αυτογνωσία: «Αν τον εξετάζαμε ως προς όλα, ένα προς ένα, τα χαρακτηριστικά του, θα φαινόταν ολωσδιόλου γελοίος ο μεγαλόψυχος που δεν είναι αγαθός». (1123b 3, 38-39).
 
Και θα ήταν γελοίος γιατί στην ουσία δε θα ήταν μεγαλόψυχος, αλλά θα τον προσποιούταν. Ο άνθρωπος που παριστάνει κάτι που δεν είναι πραγματικά δεν μπορεί να αποφύγει τη γελοιότητα, αφού μια πλαστή εικόνα είναι αδύνατο να υποστηρίζεται συνεχώς. Εν τέλει, οι πράξεις θα την προδώσουν. Ένας τέτοιος άνθρωπος στερείται αυτογνωσίας. Κι αυτή είναι η απαρχή της γελοιοποίησης.
 
Σε τελική ανάλυση το κυριότερο κίνητρο συμπεριφοράς του μεγαλόψυχου είναι η τιμή: «Κατά κύριο λοιπόν λόγο με την τιμή και με την ατιμία έχει σχέση ο μεγαλόψυχος». (1124a 3, 6-7). Κι όχι μόνο αυτό: «Με τις μεγάλες τιμές και με αυτές που προέρχονται από καλούς κι αξιόλογους ανθρώπους θα ευχαριστηθεί ο μεγαλόψυχος μετρημένα, έχοντας συνείδηση ότι παίρνει ό,τι του αξίζει, ή και λιγότερα από αυτά που του αξίζουν (αφού δεν μπορεί να υπάρξει τιμή αντάξια της τέλειας αρετής), εν πάση περιπτώσει όμως θα τις δεχτεί, αφού δεν έχουν να του προσφέρουν τίποτε μεγαλύτερο». (1124a 3, 7-11).
 
Όσο για τις τιμές που προέρχονται από ανάξιους ανθρώπους, ο μεγαλόψυχος είναι εντελώς αδιάφορος: «Για την τιμή όμως που προέρχεται από τυχαίους και όχι αξιόλογους ανθρώπους και που του απονέμεται για ασήμαντους λόγους, θα αδιαφορήσει τελείως (αφού δεν είναι αυτό που πράγματι του αξίζει), όπως θα αδιαφορήσει και για την προσβολή της τιμής του (αφού στην περίπτωσή του δε θα είναι καθόλου δικαιολογημένη)». (1124a 3, 11-14).
 
Με άλλα λόγια, ο μεγαλόψυχος επιδιώκει και αποδέχεται τις τιμές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι έρμαιό τους. Κάτι τέτοιο δε θα του ταίριαζε, αφού θα χανόταν η αίσθηση του μέτρου. Η αναζήτηση της τιμής τίθεται κι αυτή μέσα σε πλαίσιο, που καθορίζεται τόσο από τις πράξεις που την επιφέρουν, όσο κι από τους ανθρώπους που την αποδίδουν.
 
Στην ουσία, ο μεγαλόψυχος γνωρίζει καλά ότι δεν μπορεί να υπάρξει τιμή αντάξια της αρετής. Πρόκειται για σύμβαση, για προσαρμογή στα μέτρα των ανθρώπων. Η επίγνωση αυτού είναι η απομυθοποίησή της. Ο μεγαλόψυχος επιθυμεί την τιμή από μια αίσθηση δικαίου, ως ελάχιστη ανταπόδοση, που την αξίζει για τις μεγάλες του πράξεις. Κι αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη ματαιοδοξία ή την αυταρέσκεια. Γι’ αυτό και θα αδιαφορήσει αν τον συκοφαντήσουν. Γιατί τελικά, δεν περιμένει τους άλλους για να γνωρίσει την αξία του.
 
Το μέτρο προτάσσεται ως απαραβίαστος κανόνας για τη συμπεριφορά του μεγαλόψυχου: «Θα συμπεριφερθεί μετρημένα και απέναντι στον πλούτο, απέναντι στη δύναμη, καθώς και απέναντι σε κάθε καλή και κάθε κακή τύχη – ό,τι του έρθει –, και ούτε στην καλή του τύχη θα φτάσει σε υπερβολική χαρά ούτε στην κακή του τύχη σε υπερβολική λύπη – αφού ούτε και απέναντι στην τιμή δε συμπεριφέρεται σαν να ήταν κάτι πολύ μεγάλο». (1124a 3, 16-20).
 
Όμως, η άκρατη αίσθηση του μέτρου, που απομυθοποιεί ακόμη και τις τιμές, είναι στοιχείο που μπορεί να παρεξηγηθεί από τους άλλους ανθρώπους: «Η δύναμη και πλούτος είναι πράγματα που τα επιθυμεί κανείς για χάρη της τιμής – μήπως δεν είναι γνωστό ότι οι κάτοχοί τους θέλουν να έχουν μέσω αυτών τιμές; Ο άνθρωπος λοιπόν που θεωρεί μικρό πράγμα και την τιμή, δεν μπορεί παρά να θεωρεί μικρά και τα υπόλοιπα. Αυτός είναι ο λόγος που οι μεγαλόψυχοι θεωρούνται υπερόπτες». (1124a 3, 20-23).
 
Γι’ αυτό ο μεγαλόψυχος δεν έχει άλλη επιλογή απ’ την αδιαφορία αν προσβάλλουν την τιμή του. Γιατί είναι αδύνατο να φερθεί διαφορετικά. Σε τελική ανάλυση, αν φερθεί διαφορετικά, δε θα είναι μεγαλόψυχος. Ακόμη κι αν επιχειρήσει να υπερασπιστεί τον εαυτό του, θα το κάνει μέσα στο μέτρο που ορίζει η αξιοπρέπειά του. Ένας άνθρωπος ποταπός και χυδαίος είναι πολύ δύσκολο να το αντιληφθεί αυτό. Ίσως μάλιστα να το εκλάβει κι ως αδυναμία.
 
Ο συκοφάντης, ο λαϊκιστής, ο κενός περιεχομένου διεκδικητής αξιωμάτων, ο καιροσκόπος, με δυο λόγια αυτός που δεν έχει ιδιαίτερους ηθικούς ενδοιασμούς είναι ο συνήθης πρόθυμος να διαβάλει το μεγαλόψυχο. Αν είναι πολλοί, κατά κανόνα συνασπίζονται. Κι αλίμονο στην πόλη που θα εκτοπίσει το μεγαλόψυχο φέρνοντας στο προσκήνιο τέτοιους ανθρώπους. Δεν μπορεί να γνωρίσει τίποτε άλλο πέρα από τη συντριβή.
 
Και βέβαια, η μεγαλοψυχία δεν έχει να κάνει με την τύχη: «Υπάρχει η γνώμη ότι τα αγαθά που χαρίζει η τύχη συμβάλλουν και αυτά στη μεγαλοψυχία. Οι άνθρωποι, πράγματι, που έχουν αριστοκρατική καταγωγή θεωρούνται άξιοι τιμής, το ίδιο και οι άνθρωποι που έχουν δύναμη ή πλούτο. Ο λόγος είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται σε κατάσταση υπεροχής, και καθετί που υπερέχει σε κάτι καλό, τιμάται πιο πολύ. Γι’ αυτό και αυτού του είδους τα αγαθά κάνουν τους ανθρώπους αυτούς πιο μεγαλόψυχους· γιατί τιμώνται από κάποιους». (1124a 3, 24-29).
 
Το κατά πόσο ο πλούτος που έχει κληρονομηθεί κάνει τον άνθρωπο μεγαλόψυχο είναι μάλλον συζητήσιμο. Το σίγουρο είναι ότι επειδή οι τιμές ταιριάζουν στη μεγαλοψυχία, είναι δυνατό να θεωρούνται μεγαλόψυχοι όλοι όσοι γνωρίζουν τιμές. Όμως, άλλο να επαινείται κάποιος για την αρετή κι άλλο για την κοινωνική του υπεροχή.
 
Κι όπως έχει ήδη ξεκαθαριστεί από το πρώτο βιβλίο των «Ηθικών Νικομαχείων», η αρετή δε σχετίζεται ούτε με τη φύση ούτε με την τύχη, αλλά με τη σωστή καλλιέργεια, δηλαδή με τον ποιοτικό εθισμό, που βασίζεται στις επαναλαμβανόμενες πράξεις. Με άλλα λόγια, αυτός που είναι από αριστοκρατική καταγωγή δεν είναι κατ’ ανάγκη ενάρετος και οι τιμές που του αποδίδονται μπορεί να μην έχουν καμία σχέση με την άσκηση της αρετής.
 
Κι αυτός είναι ο λόγος που η μεγαλοψυχία δεν αφορά το τυχαίο της καταγωγής. Εξάλλου, ο Αριστοτέλης δε θεωρεί καθόλου σωστό το να τιμάται κάποιος για τα πλούτη και τις αριστοκρατικές του καταβολές: «Στην πραγματικότητα όμως τιμή πρέπει να αποδίδεται μόνο στον άνθρωπο που έχει αρετή». (1124a 3, 29).
 
Κι αν αυτό δεν είναι αρκετό, ο Αριστοτέλης θα γίνει απολύτως ξεκάθαρος: «Αυτοί όμως που έχουν αυτού του είδους τα αγαθά» (εννοείται πλούτη και καταγωγή) «δίχως να έχουν αρετή, ούτε το δικαίωμα να θεωρούν τον εαυτό τους άξιο τιμής έχουν ούτε είναι σωστό να λέγονται “μεγαλόψυχοι”· γιατί αυτά τα πράγματα προϋποθέτουν την τέλεια αρετή». (1124a 3, 30-33).
 
Κι όχι μόνο αυτό, αλλά για τον πλούσιο αριστοκράτη υπάρχει κι ένας επιπλέον κίνδυνος: «Γιατί δίχως αρετή δεν είναι εύκολο να αντιμετωπίσει κανείς με χάρη και με μέτρο τα αγαθά που χαρίζει η τύχη. Μη μπορώντας λοιπόν να τα αντιμετωπίσουν, και πιστεύοντας ότι είναι ανώτεροι από τους άλλους, περιφρονούν τους άλλους, και οι ίδιοι κάνουν ό,τι τους αρέσει. Μιμούνται, πράγματι, τον μεγαλόψυχο δίχως να του μοιάζουν, και αυτό το κάνουν εκεί που μπορούν: τις πράξεις της αρετής δεν τις κάνουν, περιφρονούν όμως τους άλλους». (1124a 3, 34-38 και 1124b 3, 1-5).
 
Ο μεγαλόψυχος, επειδή έχει μάθει να μη φοβάται τους κινδύνους κι επειδή δεν υπολογίζει τη γνώμη που θα σχηματίσουν οι άλλοι γι’ αυτόν, συμπεριφέρεται ελεύθερα, χωρίς να διστάζει να πει καθαρά τη γνώμη του: «Μιλάει, επίσης, και ενεργεί ανοιχτά· τον διακρίνει, πράγματι, η παρρησία, επειδή δίνει στον εαυτό του το δικαίωμα να περιφρονεί. Λέει, επίσης, πάντοτε την αλήθεια – εκτός από τις περιπτώσεις που θέλει να “κρυφτεί” μπροστά στους πολλούς. Υποχρεωτικά δεν μπορεί επίσης να προσαρμόζει τη ζωή του στις προτιμήσεις κάποιου άλλου, εκτός αν πρόκειται για φίλο. Αλλιώς θα ήταν άνθρωπος με ψυχή δούλου: αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι κόλακες είναι δουλοπρεπείς και οι χαμηλού επιπέδου άνθρωποι είναι κόλακες». (1124b 3, 32-35 και 1125a 3, 1-3).
 
Το ότι είναι πρόθυμος να βάλλει στην άκρη τις προτιμήσεις του αν πρόκειται να ευχαριστήσει ένα φίλο είναι η απόδειξη ότι δεν κινείται από εγωισμό. Όσο για τη φράση «λέει πάντοτε την αλήθεια – εκτός αν θέλει να “κρυφτεί” μπροστά στους πολλούς», είναι ευνόητο ότι δεν υπονοεί αδυναμία ή φόβο προς την πλειονότητα που έχει άλλη γνώμη (κάτι τέτοιο θα ήταν άκρως αντιφατικό μ’ αυτά που προηγήθηκαν). Προφανώς ο Αριστοτέλης αναφέρεται σε περιπτώσεις που η άσκηση της αρετής επιβάλλει τη σιωπή και τη μυστικότητα «μπροστά στους πολλούς». Ο μεγαλόψυχος άνθρωπος έχει την κρίση, ώστε να επιλέγει σωστά πότε πρέπει να μιλήσει και πότε όχι.
 
Κι εδώ δεν τίθεται θέμα ελευθερίας. Η σύνεση και η ορθή κρίση δεν εναντιώνονται στην ελεύθερη επιλογή, αντιθέτως την κατοχυρώνουν. Εξάλλου, προς αποφυγή οποιασδήποτε παρεξήγησης ο Αριστοτέλης θα ξεκαθαρίσει: «Δεν μπορεί, επίσης, παρά να δείχνει φανερά το μίσος του και την αγάπη του (γιατί μόνο ο άνθρωπος που φοβάται κρύβει τα αισθήματά του και αδιαφορεί για την αλήθεια, προτιμώντας αυτά που πιστεύει ο πολύς κόσμος)». (1124b 3, 30-32). Ο μεγαλόψυχος είναι αδύνατο να διστάσει μπροστά στη διαφορετική άποψη των πολλών. Αν καμιά φορά επιλέξει να «κρυφτεί», αυτό σίγουρα έχει να κάνει με άλλους λόγους.
 
Κι ο Αριστοτέλης συμπληρώνει το πορτρέτο του μεγαλόψυχου: «Δεν είναι, επίσης, μνησίκακος, γιατί δεν ταιριάζει στον μεγαλόψυχο να κρατάει στη μνήμη του πράγματα και μάλιστα κακά· πιο πολύ του ταιριάζει να τα παραβλέπει. Ούτε του αρέσει να μιλάει για άλλους ανθρώπους: ούτε για τον εαυτό του μιλάει ούτε για τους άλλους· γιατί ούτε να ακούσει επαίνους για τον εαυτό του τον ενδιαφέρει ούτε να ακούσει κατηγορίες για τους άλλους. Ούτε, πάλι, είναι εύκολος στους επαίνους του· γι’ αυτόν το λόγο δεν είναι, επίσης, και κακολόγος, ακόμη και των εχθρών του … Για πράγματα που είναι απαραίτητα για τη ζωή ή για πράγματα μικρά και ασήμαντα σχεδόν ποτέ δεν ολοφύρεται ούτε παρακαλεί: μια τέτοια συμπεριφορά θα έδειχνε άνθρωπο που παίρνει τα πράγματα αυτά στα σοβαρά. Είναι, επίσης, άνθρωπος που προτιμάει να έχει πράγματα ωραία, και ας μη του αποφέρουν κέρδος, παρά πράγματα που αποφέρουν κέρδος και είναι χρήσιμα: μια τέτοια συμπεριφορά ταιριάζει πιο πολύ στον αυτάρκη άνθρωπο». (1125a 3, 4-14).
 
Ο Αριστοτέλης είναι διατεθειμένος να παραθέσει ακόμη και τις κινήσεις και τον τρόπο ομιλίας, που αρμόζουν στον μεγαλόψυχο: «Τέλος, στον μεγαλόψυχο άνθρωπο θεωρείται ότι ταιριάζουν η αργή κίνηση, βαριά φωνή και ο σταθερός λόγος· δεν μπορεί, πράγματι, να είναι βιαστικός ο άνθρωπος που λίγα μόνο πράγματα παίρνει στα σοβαρά, ούτε μπορεί η ένταση να χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο που δε θεωρεί τίποτε μεγάλο: η τσιριχτή φωνή και το γρήγορο βάδισμα έχουν την αρχή τους σ’ αυτά τα πράγματα». (1125a 3, 14-18).
 
Θα έλεγε κανείς ότι δεν υπάρχει χαρακτηριστικό στο μεγαλόψυχο που να μην αποπνέει μεγαλείο. Χωρίς αμφιβολία η μεγαλοψυχία είναι για τον Αριστοτέλη η πιο ανόθευτη εκδοχή της αρετής. Κι αυτός είναι και ο λόγος που μπορεί να δικαιολογηθεί ακόμη η περιφρόνηση προς τους άλλους. Το ζήτημα είναι ότι οι μεγαλόψυχοι είναι εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, σε αντίθεση μ’ αυτούς που συμπεριφέρονται περιφρονητικά υποτιμώντας τους άλλους…
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια