Σε κάθε σχέση υπάρχει επιρροή. Ο ένας παίρνει πρωτοβουλία, ο άλλος ακολουθεί. Κάποιες φορές ο ένας επιμένει, άλλες ο άλλος υποχωρεί. Αυτό από μόνο του δεν είναι πρόβλημα. Η δυσκολία ξεκινά, όταν αυτή η ισορροπία παύει να αλλάζει, όταν γίνεται μονόπλευρη και όταν το ποιος «έχει τον λόγο» αρχίζει να επηρεάζει το πόσο ασφαλής, ελεύθερος ή ορατός νιώθει ο άλλος μέσα στη σχέση.
Η εξουσία στις σχέσεις δεν εμφανίζεται σε μια στιγμή. Συχνά χτίζεται σταδιακά, μέσα από ανάγκες, φόβους, ρόλους, κοινωνικές προσδοκίες και επαναλαμβανόμενους τρόπους επικοινωνίας. Για να την κατανοήσουμε, χρειάζεται να τη δούμε συνδυαστικά: μέσα από την κοινωνική ψυχολογία, τη συστημική σκέψη και όσα παρατηρούνται στην κλινική πράξη.
Τι σημαίνει «εξουσία» σε μια σχέση;
Στην κοινωνική ψυχολογία, η εξουσία περιγράφεται ως, δυνατότητα κάποιου να επηρεάζει τη συμπεριφορά, τις αποφάσεις ή τις επιλογές ενός άλλου ανθρώπου. Δεν αφορά μόνο έναν «δυναμικό χαρακτήρα». Συνδέεται με ρόλους, θέσεις και πόρους. Το γνωστό μοντέλο των French και Raven δείχνει ότι η ισχύς μπορεί να πηγάζει από διαφορετικές βάσεις: από την ανταμοιβή, την τιμωρία, τη νομιμοποίηση, τη γοητεία ή τη γνώση. Στην καθημερινότητα ενός ζευγαριού αυτό μεταφράζεται κάπως έτσι: ποιος μπορεί να προσφέρει, να στερήσει, να εγκρίνει ή να απορρίψει κάτι που για τον άλλον έχει σημασία.
Η συστημική οπτική προσθέτει κάτι ακόμη. Η εξουσία δεν είναι μόνο ένα χαρακτηριστικό του ενός προσώπου. Είναι κάτι που παράγεται μέσα στη σχέση. Δημιουργείται και συντηρείται μέσα από επαναλαμβανόμενα μοτίβα αλληλεπίδρασης, ιδιαίτερα σε στιγμές άγχους, θυμού, απογοήτευσης ή φόβου. Με άλλα λόγια, δεν έχει τόση σημασία μόνο το «ποιος είναι έτσι», αλλά και το «τι συμβαίνει ανάμεσα στους δύο όταν ενεργοποιούνται».
Η εξάρτηση ως βάση της εξουσίας
Ο Emerson, συνέδεσε την εξουσία με την εξάρτηση. Όσο περισσότερο εξαρτάται κανείς από έναν άλλο για κάτι σημαντικό, τόσο μεγαλύτερη ισχύ αποκτά εκείνος μέσα στη σχέση. Αν ο ένας αισθάνεται ότι χωρίς τον άλλον δεν μπορεί να σταθεί οικονομικά, πρακτικά ή συναισθηματικά, τότε η σχέση δεν είναι ισόρροπη, ακόμη κι αν αυτό δεν λέγεται ανοιχτά.
Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η Θεωρία Αλληλεξάρτησης των Thibaut και Kelley, αλλά και το Investment Model της Rusbult, δείχνουν ότι η δέσμευση δεν συνδέεται μόνο με την ικανοποίηση. Συνδέεται επίσης με το τι έχει ήδη επενδύσει κανείς στη σχέση και με το ποιες εναλλακτικές πιστεύει ότι διαθέτει. Όταν ένα άτομο νιώθει ότι δεν έχει άλλες επιλογές, είναι πιο πιθανό να ανεχθεί ανισορροπίες. Και όταν το άλλο μέλος έχει περισσότερες εναλλακτικές, οικονομικές, κοινωνικές ή συναισθηματικές, συχνά αποκτά μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ.
Στην πράξη, η εξάρτηση μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Μπορεί να είναι οικονομική. Μπορεί να αφορά τη φροντίδα των παιδιών, την πρόσβαση σε μετακινήσεις, τη στήριξη στην καθημερινότητα, ακόμη και την ανάγκη συναισθηματικής επιβεβαίωσης. Μπορεί επίσης να συνδέεται με έναν έντονο φόβο εγκατάλειψης. Όλες αυτές οι μορφές δεν είναι επιφανειακές. Συχνά αποτελούν το πραγματικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο αναπτύσσονται σχέσεις εξουσίας.
Οι πόροι δεν είναι μόνο το χρήμα
Η κλασική έρευνα για τη συζυγική ισχύ, των Blood και Wolfe, έδειξε ότι όποιος διαθέτει περισσότερους πόρους έχει συνήθως και μεγαλύτερη επιρροή στις αποφάσεις. Το εισόδημα, η εκπαίδευση, το επαγγελματικό κύρος, η κοινωνική δικτύωση και η πρόσβαση στη γνώση λειτουργούν ως πηγές ισχύος. Όμως η πραγματικότητα των στενών σχέσεων είναι πιο σύνθετη.
Υπάρχει μια αθόρυβη μορφή δύναμης: ο έλεγχος του χρόνου και της ενέργειας. Ποιος έχει χρόνο να ξεκουραστεί; Ποιος μπορεί να αποσυρθεί χωρίς να αισθάνεται ενοχές; Ποιος αναλαμβάνει να θυμάται, να οργανώνει, να φροντίζει, να προβλέπει, να καθησυχάζει; Αυτό που συχνά ονομάζεται «αόρατη εργασία» δεν είναι καθόλου δευτερεύον. Είναι μια κρίσιμη διάσταση της ισορροπίας μέσα στο ζευγάρι.
Όταν το ένα μέλος αναλαμβάνει μόνιμα το βάρος της οργάνωσης και της συναισθηματικής ρύθμισης, μπορεί να νιώσει ότι γίνεται περισσότερο διαχειριστής παρά σύντροφος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ανισορροπία δεν αφορά μόνο τις δουλειές ή την κόπωση. Συχνά επηρεάζει και την επιθυμία, τη σωματική εγγύτητα και τελικά τη σεξουαλική σχέση. Ο τρόπος που κατανέμονται οι ευθύνες επανεμφανίζεται και στο ερώτημα ποιος ζητά, ποιος αποφεύγει και ποιος θέτει τους όρους της επαφής.
Κοινωνικοποίηση, φύλο και πολιτισμικές προσδοκίες
Οι σχέσεις δεν αναπτύσσονται σε ουδέτερο περιβάλλον. Το φύλο, οι κοινωνικοί ρόλοι και οι πολιτισμικές αφηγήσεις επηρεάζουν σημαντικά το πώς αντιλαμβανόμαστε τη δύναμη, τη φροντίδα, την επιθυμία και το δικαίωμα στον λόγο. Η Connell, έχει δείξει ότι η εξουσία συνδέεται ιστορικά και κοινωνικά με έμφυλες προσδοκίες. Ποιος «πρέπει» να ηγείται; Ποιος «πρέπει» να προσφέρει φροντίδα; Ποιος επιτρέπεται να θυμώνει, να διεκδικεί ή να αποσύρεται;
Αυτές οι προσδοκίες μπαίνουν μέσα στις σχέσεις συχνά χωρίς να γίνονται αντιληπτές. Έτσι, ο ένας μπορεί να μοιάζει υπερβολικά απαιτητικός και ο άλλος παθητικός ή απόμακρος, ενώ στην πραγματικότητα και οι δύο υπακούν σε βαθιά εσωτερικευμένους ρόλους.
Γνωστό παράδειγμα είναι το μοτίβο demand–withdraw. Ο ένας επιμένει να συζητηθεί ένα θέμα, ζητά αλλαγή, πίεση, ανταπόκριση. Ο άλλος αποσύρεται, σωπαίνει, κλείνεται ή αποφεύγει. Η έρευνα έχει δείξει ότι αυτό το μοτίβο συνδέεται σταθερά με χαμηλότερη ικανοποίηση και μεγαλύτερη δυσφορία στη σχέση. Συχνά εμφανίζεται και με έμφυλες αποχρώσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι περιορίζεται μόνο σε ένα συγκεκριμένο σχήμα άνδρα-γυναίκας. Όταν παγιώνεται, ο ένας φαίνεται ελεγκτικός και ο άλλος αδιάφορος, ενώ στην ουσία και οι δύο προσπαθούν να προστατευτούν από κάτι που τους απειλεί.
Προσκόλληση και οικογένεια προέλευσης
Οι δυναμικές εξουσίας πολλές φορές δεν ξεκινούν από τη σημερινή σχέση. Έχουν ρίζες στην ιστορία προσκόλλησης και στην οικογένεια προέλευσης. Άτομα με αγχώδη προσκόλληση συχνά αναζητούν διαρκώς επιβεβαίωση, φοβούνται την απόσταση και ενεργοποιούνται έντονα όταν νιώθουν ότι ο άλλος απομακρύνεται. Αυτό μπορεί να εκφραστεί με πίεση, ερωτήσεις, ελέγχους ή δοκιμασίες αφοσίωσης.
Αντίθετα, άτομα με περισσότερο αποφευκτική τάση μπορεί να διαχειρίζονται την ένταση με αποστασιοποίηση, σιωπή, υπερβολική λογικοποίηση ή περιορισμό της πληροφορίας που δίνουν. Αυτές οι στρατηγικές έχουν συνήθως προστατευτική λειτουργία, όμως μέσα στη σχέση παράγουν ασυμμετρία. Ο ένας διεκδικεί απάντηση και ο άλλος γίνεται εκείνος που αποφασίζει αν, πότε και πόσο θα δοθεί.
Η οικογένεια προέλευσης επίσης παίζει καθοριστικό ρόλο. Αυτός πουμεγάλωσε σε περιβάλλον όπου η ένταση λυνόταν με φωνές, απειλές ή σιωπές, είναι πιθανό να μεταφέρει αυτούς τους κανόνες στη μετέπειτα ζωή του. Σε συστημικούς όρους, τα παλιά μοτίβα γίνονται οικεία. Και πολλές φορές αυτό που είναι οικείο μοιάζει, λανθασμένα, και ασφαλές.
Η εξουσία της ερμηνείας
Υπάρχει και μια πιο λεπτή, αλλά ιδιαίτερα ισχυρή μορφή εξουσίας: το ποιος ορίζει τι είναι αληθινό, λογικό ή υπερβολικό. Όταν το ένα μέλος ακυρώνει συστηματικά την εμπειρία του άλλου, για παράδειγμα λέγοντας «υπερβάλλεις», «πάλι τα ίδια», «το φαντάζεσαι» τότε δεν έχουμε μόνο μια διαφωνία. Έχουμε ανισότητα ως προς το ποιος έχει το δικαίωμα να ορίζει την πραγματικότητα της σχέσης.
Αυτός ο μηχανισμός δεν είναι πάντα θεαματικός. Μπορεί να είναι χαμηλής έντασης, καθημερινός και ύπουλος. Με αποτέλεσμα να φθείρει σταδιακά την αυτοπεποίθηση και τη διαπραγματευτική δυνατότητα του άλλου. Ο ένας παίρνει τη θέση του «κριτή» και ο άλλος καταλήγει να απολογείται για όσα αισθάνεται.
Πότε η εξουσία γίνεται έλεγχος
Δεν είναι κάθε ανισορροπία εξουσίας κακοποίηση. Πολλές σχέσεις σε κάποιες φάσεις περνούν περιόδους ανισότητας. Άλλο όμως η ανισορροπία επιρροής και άλλο ο καταναγκαστικός έλεγχος.
Ο Stark περιγράφει τον coercive control ως ένα οργανωμένο μοτίβο συμπεριφορών που περιορίζει την αυτονομία του άλλου. Μπορεί να περιλαμβάνει απομόνωση, οικονομικό έλεγχο, επιτήρηση, εκφοβισμό, απειλές, παρακολούθηση κινήσεων ή διαρκή υποτίμηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μιλάμε απλώς για δυσλειτουργική επικοινωνία ή «δύσκολο ζευγάρι». Αλλά για κακοποιητικό πλαίσιο. Εκεί η προτεραιότητα δεν είναι η καλή συνεννόηση, αλλά η ασφάλεια.
Πώς αλλάζει μια δυναμική εξουσίας;
Η αλλαγή προκύπτει απο τηναναγνώριση του μοτίβου και νέες, πιο δίκαιες συμφωνίες. Το πρώτο βήμα είναι η χαρτογράφηση: σε ποια θέματα αποφασίζει ο ένας περισσότερο από τον άλλον; Τι συμβαίνει με τα χρήματα, τον χρόνο, τα παιδιά, τη σεξουαλική ζωή, τους συγγενείς, την κοινωνική ζωή;
Το δεύτερο βήμα είναι η διαφάνεια στους πόρους και στις υποχρεώσεις. Πολλές ασυμμετρίες διατηρούνται επειδή μένουν αόρατες. Όταν αποτυπωθούν καθαρά, γίνονται πιο εύκολα διαπραγματεύσιμες.
Το τρίτο βήμα αφορά τον τρόπο της σύγκρουσης. Ιδιαίτερα στα ζευγάρια που παγιδεύονται στο demand–withdraw, βοηθά η δομή: πιο μικρές συζητήσεις, σαφή αιτήματα, διάλειμμα όταν η ένταση ανεβαίνει και ρητή επιστροφή στη συζήτηση. Όχι κάτω απο το χαλί, όχι εγκατάλειψη του θέματος.
Τέλος, πολλές φορές είναι απαραίτητη η βοήθεια τρίτου. Η θεραπεία ζεύγους μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος όπου ο έλεγχος αρχίζει να μετατρέπεται σε διάλογο και η μονόπλευρη δύναμη σε κοινή ευθύνη. Όπου όμως υπάρχει φόβος, απειλή ή κακοποιητική συμπεριφορά, η προτεραιότητα πρέπει να είναι η προστασία του προσώπου που εκτίθεται.
Συμπέρασμα
Η εξουσία στις σχέσεις δεν είναι πάντα φανερή. Συχνά κρύβεται μέσα στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας, στον τρόπο που παίρνονται οι αποφάσεις, στο ποιος ζητά και ποιος αποσύρεται, στο ποιος κουβαλά περισσότερο βάρος και στο ποιος έχει περισσότερες επιλογές. Όσο αυτά μένουν αόρατα, τόσο πιο εύκολα η σχέση γίνεται άνιση.
Όταν όμως αρχίζουν να αναγνωρίζονται, ανοίγει χώρος για περισσότερη ισοτιμία. Μια υγιής σχέση δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει επιρροή. Σημαίνει ότι η επιρροή δεν γίνεται έλεγχος, ότι η διαπραγμάτευση παραμένει ζωντανή και ότι κανείς δεν χρειάζεται να συρρικνωθεί για να χωρέσει μέσα στη σχέση.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(
Atom
)
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου