Τετάρτη 31 Μαΐου 2023

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΞΕΝ Ελλ 7.1.33–7.1.40

Αποτυχημένη προσπάθεια των Θηβαίων να επιβάλουν τη σύναψη κοινής ειρήνης

Ο θάνατος του τυράννου των Συρακουσών Διονυσίου Α´ (καλοκαίρι του 368 π.Χ) θορύβησε τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι φοβήθηκαν ότι στο μέλλον θα στερούνταν την πολύτιμη στρατιωτική επικουρία των Κελτιβήρων μισθοφόρων, που είχε στείλει ήδη δύο φορές ο σικελιώτης ηγεμόνας. Γι' αυτό προσπάθησαν να προσεγγίσουν εκ νέου τους Πέρσες, στέλνοντας τον Ευθυκλή στον βασιλιά Αρταξέρξη. Δεν ήταν, όμως, οι μόνοι:


[7.1.33] Συνεχῶς δὲ βουλευόμενοι Θηβαῖοι ὅπως ἂν τὴν ἡγεμονίαν
λάβοιεν τῆς Ἑλλάδος, ἐνόμισαν, εἰ πέμψειαν πρὸς τὸν
Περσῶν βασιλέα, πλεονεκτῆσαι ἄν τι ἐν ἐκείνῳ. καὶ ἐκ
τούτου παρακαλέσαντες ἤδη τοὺς συμμάχους ἐπὶ προφάσει
ὅτι καὶ Εὐθυκλῆς ὁ Λακεδαιμόνιος εἴη παρὰ βασιλεῖ, ἀναβαί-
νουσι Θηβαίων μὲν Πελοπίδας, Ἀρκάδων δὲ Ἀντίοχος ὁ
παγκρατιαστής, Ἠλείων δὲ Ἀρχίδαμος· ἠκολούθει δὲ καὶ
Ἀργεῖος. καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἀκούσαντες ταῦτα ἀνέπεμψαν
Τιμαγόραν τε καὶ Λέοντα. [7.1.34] ἐπεὶ δὲ ἐκεῖ ἐγένοντο, πολὺ
ἐπλεονέκτει ὁ Πελοπίδας παρὰ τῷ Πέρσῃ. εἶχε γὰρ
λέγειν καὶ ὅτι μόνοι τῶν Ἑλλήνων βασιλεῖ συνεμάχοντο
ἐν Πλαταιαῖς, καὶ ὅτι ὕστερον οὐδεπώποτε στρατεύσαιντο
ἐπὶ βασιλέα, καὶ ὡς Λακεδαιμόνιοι διὰ τοῦτο πολεμήσειαν
αὐτοῖς, ὅτι οὐκ ἐθελήσαιεν μετ’ Ἀγησιλάου ἐλθεῖν ἐπ’ αὐτὸν
οὐδὲ θῦσαι ἐάσαιεν αὐτὸν ἐν Αὐλίδι τῇ Ἀρτέμιδι, ἔνθαπερ
ὅτε Ἀγαμέμνων εἰς τὴν Ἀσίαν ἐξέπλει θύσας εἷλε Τροίαν.
[7.1.35] μέγα δὲ συνεβάλλετο τῷ Πελοπίδᾳ εἰς τὸ τιμᾶσθαι καὶ ὅτι
ἐνενικήκεσαν οἱ Θηβαῖοι μάχῃ ἐν Λεύκτροις καὶ ὅτι πεπορθη-
κότες τὴν χώραν τῶν Λακεδαιμονίων ἐφαίνοντο. ἔλεγε δὲ
ὁ Πελοπίδας ὅτι οἱ Ἀργεῖοι καὶ οἱ Ἀρκάδες μάχῃ ἡττημένοι
εἶεν ὑπὸ Λακεδαιμονίων, ἐπεὶ αὐτοὶ οὐ παρεγένοντο. συνε-
μαρτύρει δ’ αὐτῷ ταῦτα πάντα ὡς ἀληθῆ λέγοι ὁ Ἀθηναῖος
Τιμαγόρας, καὶ ἐτιμᾶτο δεύτερος μετὰ τὸν Πελοπίδαν. [7.1.36] ἐκ
δὲ τούτου ἐρωτώμενος ὑπὸ βασιλέως ὁ Πελοπίδας τί βούλοιτο
ἑαυτῷ γραφῆναι εἶπεν ὅτι Μεσσήνην τε αὐτόνομον εἶναι ἀπὸ
Λακεδαιμονίων καὶ Ἀθηναίους ἀνέλκειν τὰς ναῦς· εἰ δὲ ταῦτα
μὴ πείθοιντο, στρατεύειν ἐπ’ αὐτούς· εἴ τις δὲ πόλις μὴ
ἐθέλοι ἀκολουθεῖν, ἐπὶ ταύτην πρῶτον ἰέναι. [7.1.37] γραφέντων δὲ
τούτων καὶ ἀναγνωσθέντων τοῖς πρέσβεσιν, εἶπεν ὁ Λέων
ἀκούοντος τοῦ βασιλέως· Νὴ Δία, ὦ Ἀθηναῖοι, ὥρα γε ὑμῖν,
ὡς ἔοικεν, ἄλλον τινὰ φίλον ἀντὶ βασιλέως ζητεῖν. ἐπεὶ δὲ
ἀπήγγειλεν ὁ γραμματεὺς ἃ εἶπεν ὁ Ἀθηναῖος, πάλιν ἐξή-
νεγκε προσγεγραμμένα· εἰ δέ τι δικαιότερον τούτων γιγνώ-
σκουσιν οἱ Ἀθηναῖοι, ἰόντας πρὸς βασιλέα διδάσκειν. [7.1.38] ἐπεὶ
δὲ ἀφίκοντο οἱ πρέσβεις οἴκαδε ἕκαστοι, τὸν μὲν Τιμα-
γόραν ἀπέκτειναν οἱ Ἀθηναῖοι, κατηγοροῦντος τοῦ Λέοντος
ὡς οὔτε συσκηνοῦν ἑαυτῷ ἐθέλοι μετά τε Πελοπίδου πάντα
βουλεύοιτο. τῶν δὲ ἄλλων πρέσβεων ὁ μὲν Ἠλεῖος Ἀρχί-
δαμος, ὅτι προὐτίμησε τὴν Ἦλιν πρὸ τῶν Ἀρκάδων, ἐπῄνει
τὰ τοῦ βασιλέως, ὁ δὲ Ἀντίοχος, ὅτι ἠλαττοῦτο τὸ Ἀρκαδικόν,
οὔτε τὰ δῶρα ἐδέξατο ἀπήγγειλέ τε πρὸς τοὺς μυρίους ὡς
βασιλεὺς ἀρτοκόπους μὲν καὶ ὀψοποιοὺς καὶ οἰνοχόους καὶ
θυρωροὺς πεμπλήθεις ἔχοι, ἄνδρας δὲ οἳ μάχοιντ’ ἂν Ἕλλησι
πάνυ ζητῶν οὐκ [ἂν] ἔφη δύνασθαι ἰδεῖν. πρὸς δὲ τούτοις καὶ
τὸ τῶν χρημάτων πλῆθος ἀλαζονείαν οἷ γε δοκεῖν ἔφη εἶναι,
ἐπεὶ καὶ τὴν ὑμνουμένην ἂν χρυσῆν πλάτανον οὐχ ἱκανὴν
ἔφη εἶναι τέττιγι σκιὰν παρέχειν.

[7.1.39] Ὡς δὲ οἱ Θηβαῖοι συνεκάλεσαν ἀπὸ τῶν πόλεων ἁπασῶν
ἀκουσομένους τῆς παρὰ βασιλέως ἐπιστολῆς, καὶ ὁ Πέρσης
ὁ φέρων τὰ γράμματα δείξας τὴν βασιλέως σφραγῖδα ἀνέγνω
τὰ γεγραμμένα, οἱ μὲν Θηβαῖοι ὀμνύναι ταῦτα ἐκέλευον
βασιλεῖ καὶ ἑαυτοῖς τοὺς βουλομένους φίλους εἶναι, οἱ δὲ
ἀπὸ τῶν πόλεων ἀπεκρίναντο ὅτι οὐκ ὀμούμενοι ἀλλ’ ἀκουσό-
μενοι πεμφθείησαν· εἰ δέ τι ὅρκων δέοιντο, πρὸς τὰς πόλεις
πέμπειν ἐκέλευον. ὁ μέντοι Ἀρκὰς Λυκομήδης καὶ τοῦτο
ἔλεγεν, ὅτι οὐδὲ τὸν σύλλογον ἐν Θήβαις δέοι εἶναι, ἀλλ’
ἔνθα ἂν ᾖ ὁ πόλεμος. χαλεπαινόντων δ’ αὐτῷ τῶν Θηβαίων
καὶ λεγόντων ὡς διαφθείροι τὸ συμμαχικόν, οὐδ’ εἰς τὸ
συνέδριον ἤθελε καθίζειν, ἀλλ’ ἀπιὼν ᾤχετο, καὶ μετ’ αὐ-
τοῦ πάντες οἱ ἐξ Ἀρκαδίας πρέσβεις. [7.1.40] ὡς δ’ ἐν Θήβαις
οὐκ ἠθέλησαν οἱ συνελθόντες ὀμόσαι, ἔπεμπον οἱ Θηβαῖοι
πρέσβεις ἐπὶ τὰς πόλεις, ὀμνύναι κελεύοντες ποιήσειν κατὰ
τὰ βασιλέως γράμματα, νομίζοντες ὀκνήσειν μίαν ἑκάστην
τῶν πόλεων ἀπεχθάνεσθαι ἅμα ἑαυτοῖς τε καὶ βασιλεῖ. ἐπεὶ
μέντοι εἰς Κόρινθον πρῶτον αὐτῶν ἀφικομένων ὑπέστησαν
οἱ Κορίνθιοι, καὶ ἀπεκρίναντο ὅτι οὐδὲν δέοιντο πρὸς βασιλέα
κοινῶν ὅρκων, ἐπηκολούθησαν καὶ ἄλλαι πόλεις κατὰ ταὐτὰ
ἀποκρινόμεναι. καὶ αὕτη μὲν ἡ Πελοπίδου καὶ τῶν Θηβαίων
τῆς ἀρχῆς περιβολὴ οὕτω διελύθη.

***
Οι Θηβαίοι, που δεν έπαψαν να μηχανεύονται τρόπους για ν' αποκτήσουν την ηγεμονία στην Ελλάδα, σκέφτηκαν πως αν έστελναν πρέσβεις στον Βασιλέα είχαν κάποια πιθανότητα να κερδίσουν την εύνοιά του. Με την πρόφαση λοιπόν ότι κι ο Ευθυκλής ο Λακεδαιμόνιος βρισκόταν κοντά στον Βασιλέα, ζήτησαν τη συνδρομή των συμμάχων τους, κι έτσι ξεκίνησαν για το εσωτερικό της Ασίας ο Πελοπίδας ως αντιπρόσωπος των Θηβαίων, ο Αντίοχος ο παγκρατιαστής ως αντιπρόσωπος των Αρκάδων κι ο Αρχίδαμος ως αντιπρόσωπος των Ηλείων μαζί τους πήγε κι ένας Αργείος. Οι Αθηναίοι πάλι, σαν το 'μαθαν, έστειλαν κι εκείνοι τον Τιμαγόρα και τον Λέοντα.

Όταν έφτασαν οι πρέσβεις, ο Πελοπίδας βρέθηκε σε πολύ πλεονεκτική θέση μπροστά στον Πέρση, γιατί είχε πολλά να πει για τους Θηβαίους: ότι μόνοι απ' όλους τους Έλληνες πολέμησαν στο πλευρό του Βασιλέως στην Πλάταια· ότι ποτέ, αργότερα, δεν εξεστράτευσαν εναντίον του· ότι ο λόγος που τους είχε κηρύξει τον πόλεμο η Λακεδαίμων ήταν η άρνησή τους ν' ακολουθήσουν τον Αγησίλαο στην εκστρατεία του εναντίον του Βασιλέως, καθώς και να τον αφήσουν να κάνει θυσία προς τιμήν της Άρτεμης στην Αυλίδα ― εκεί ακριβώς όπου είχε κάνει θυσία ο Αγαμέμνων, πριν βάλει πλώρη για την Ασία και κουρσέψει την Τροία.

Στις τιμές που απολάμβανε ο Πελοπίδας συντελούσε πολύ η νίκη των Θηβαίων στη μάχη των Λεύκτρων, καθώς και οι ειδήσεις για τις καταστροφές που είχαν προκαλέσει στο έδαφος της Λακεδαίμονος. Άλλωστε, μόλις βρέθηκαν χωρίς τους Θηβαίους, οι Αργείοι και οι Αρκάδες ―είπε ο Πελοπίδας― νικήθηκαν σε μάχη από τους Λακεδαιμονίους. Την αλήθεια όλων αυτών την επιβεβαίωνε ο Αθηναίος Τιμαγόρας, και για τούτο ερχόταν αμέσως μετά τον Πελοπίδα στις τιμές που του γίνονταν.

Μετά απ' αυτά ο Βασιλεύς ρώτησε τον Πελοπίδα, τι όρους θα 'θελε να περιλάβει για χάρη του το σχέδιο ειρήνης· ο Πελοπίδας ζήτησε ν' αναγνωρίσουν οι Λακεδαιμόνιοι την ανεξαρτησία της Μεσσήνης, και οι Αθηναίοι να παροπλίσουν τον στόλο τους· κι αν δεν συμμορφωθούν μ' αυτά, να γίνει εκστρατεία εναντίον τους· κι όποια πόλη αρνηθεί να πάρει μέρος στην εκστρατεία, να χτυπηθεί εκείνη πρώτη. Όταν αυτά γράφτηκαν και διαβάστηκαν στους πρέσβεις, ο Λέων είπε ― και τον άκουσε ο Βασιλεύς: «Μα τον Δία, Αθηναίοι. Καιρός είναι, μου φαίνεται, να γυρέψετε κανέναν άλλο φίλο αντί για τον Βασιλέα». Ο γραμματικός εξήγησε τα λόγια του Αθηναίου, και κατόπιν βγήκε με μια προσθήκη στο κείμενο: «Κι αν οι Αθηναίοι έχουν να προτείνουν όρους δικαιότερους απ' αυτούς, να πάνε να τους αναπτύξουν στον Βασιλέα».

Αφού οι πρέσβεις έφτασαν ο καθένας στον τόπο του, ο Τιμαγόρας κατηγορήθηκε από τον Λέοντα ότι είχε αρνηθεί να συγκατοικήσει μαζί του κι ότι για όλα τα ζητήματα έκανε συνεννοήσεις με τον Πελοπίδα· τότε οι Αθηναίοι τον εξετέλεσαν. Από τους υπόλοιπους πρέσβεις ο Ηλείος Αρχίδαμος επαινούσε την πολιτική του Βασιλέως, επειδή είχε δείξει περισσότερη εύνοια στους Ηλείους παρά στους Αρκάδες· ο Αντίοχος, αντίθετα, την έκρινε επιζήμια για τους συμπατριώτες του και δεν δέχτηκε τα δώρα του· ανέφερε μάλιστα στους Δέκα Χιλιάδες ότι ο Βασιλεύς μπορεί να διαθέτει πολλούς αρτοποιούς, μαγείρους, οινοχόους και θυρωρούς, αλλά ―είπε― όσο κι αν έψαξε δεν κατόρθωσε να δει άνδρες ικανούς να πολεμήσουν τους Έλληνες. Έπειτα, είπε, καυχησιολογίες είναι κατά τη γνώμη του όσα λέγονται για τα μεγάλα του πλούτη, αφού και το πολυθρύλητο χρυσό πλατάνι δεν αρκεί να δώσει σκιά ούτε σ' ένα τζιτζίκι.

Οι Θηβαίοι κάλεσαν εκπροσώπους απ' όλες τις πόλεις για να τους ανακοινώσουν την επιστολή του Βασιλέως· ο Πέρσης που την είχε φέρει έδειξε τη βασιλική σφραγίδα και κατόπιν διάβασε το κείμενο. Τότε οι Θηβαίοι ζήτησαν απ' όλους, όσους ήθελαν τη φιλία τη δική τους και του Βασιλέως, να ορκιστούν πως θα τηρήσουν αυτούς τους όρους. Οι αντιπρόσωποι των πόλεων αποκρίθηκαν, ωστόσο, ότι δεν τους είχαν στείλει μ' εντολή να ορκιστούν, αλλά ν' ακούσουν· κι αν οι Θηβαίοι ήθελαν όρκους, είπαν, δεν είχαν παρά να στείλουν δικούς τους αντιπροσώπους στις πόλεις. Ο Λυκομήδης μάλιστα, ο Αρκάς, πρόσθεσε ότι ούτε κι η διάσκεψη έπρεπε να είχε συγκληθεί στη Θήβα, παρά εκεί που γινόταν ο πόλεμος. Οι Θηβαίοι θύμωσαν μαζί του και είπαν ότι υπονομεύει τη συμμαχία· τότε εκείνος δεν δέχτηκε ούτε να καθίσει στο συνέδριο, παρά σηκώθηκε κι έφυγε μαζί μ' όλους τους πρέσβεις της Αρκαδίας.

Μια και οι αντιπρόσωποι δεν θέλησαν να δώσουν όρκους στη Θήβα, οι Θηβαίοι έστειλαν πρέσβεις στις πόλεις ζητώντας τους να ορκιστούν ότι θα συμμορφωθούν με το βασιλικό κείμενο ― πιστεύοντας ότι η καθεμιά πόλη χωριστά θα δίσταζε να προκαλέσει την έχθρα και των ίδιων και του Βασιλέως. Στην Κόρινθο όμως, όπου έφτασαν πρώτα οι πρέσβεις, οι Κορίνθιοι αρνήθηκαν να υποκύψουν κι αποκρίθηκαν ότι δεν είχαν καμιάν ανάγκη να ορκιστούν οτιδήποτε στον Βασιλέα. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν κι άλλες πόλεις, δίνοντας ανάλογη απάντηση, κι έτσι ναυάγησε εκείνη η προσπάθεια του Πελοπίδα και των Θηβαίων να πάρουν την ηγεμονία.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου