Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Εὐμενίδες (94-139)

ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑΣ ΕΙΔΩΛΟΝ
εὕδοιτ᾽ ἄν, ὠή, καὶ καθευδουσῶν τί δεῖ;
95 ἐγὼ δ᾽ ὑφ᾽ ὑμῶν ὧδ᾽ ἀπητιμασμένη
ἄλλοισιν ἐν νεκροῖσιν—ὧν μὲν ἔκτανον
ὄνειδος ἐν φθιτοῖσιν οὐκ ἐκλείπεται,
αἰσχρῶς δ᾽ ἀλῶμαι· προυννέπω δ᾽ ὑμῖν ὅτι
ἔχω μεγίστην αἰτίαν κείνων ὕπο·
100 παθοῦσα δ᾽ οὕτω δεινὰ πρὸς τῶν φιλτάτων—
οὐδεὶς ὑπέρ μου δαιμόνων μηνίεται,
κατασφαγείσης πρὸς χερῶν μητροκτόνων.
ὅρα δὲ πληγὰς τάσδε καρδίᾳ σέθεν·
εὕδουσα γὰρ φρὴν ὄμμασιν λαμπρύνεται,
[ἐν ἡμέρᾳ δὲ μοῖρ᾽ ἀπρόσκοπος βροτῶν.] 105
ἦ πολλὰ μὲν δὴ τῶν ἐμῶν ἐλείξατε·
χοάς τ᾽ ἀοίνους, νηφάλια μειλίγματα,
καὶ νυκτίσεμνα δεῖπν᾽ ἐπ᾽ ἐσχάρᾳ πυρὸς
ἔθυον, ὥραν οὐδενὸς κοινὴν θεῶν.
110 καὶ πάντα ταῦτα λὰξ ὁρῶ πατούμενα.
ὁ δ᾽ ἐξαλύξας οἴχεται νεβροῦ δίκην,
καὶ ταῦτα κούφως ἐκ μέσων ἀρκυστάτων.
ὤρουσεν ὑμῖν ἐγκατιλλώψας μέγα.
ἀκούσαθ᾽, ὡς ἔλεξα τῆς ἐμῆς πέρι
115 ψυχῆς· φρονήσατ᾽, ὦ κατὰ χθονὸς θεαί.
ὄναρ γὰρ ὑμᾶς νῦν Κλυταιμήστρα καλῶ.

ΧΟΡΟΣ
(μυγμός.)
ΚΛ. μύζοιτ᾽ ἄν, ἁνὴρ δ᾽ οἴχεται φεύγων πρόσω·
φίλοις γάρ εἰσιν οὐκ ἐμοῖς προσίκτορες.
120 ΧΟ. (μυγμός.)
ΚΛ. ἄγαν ὑπνώσσεις κοὐ κατοικτίζεις πάθος·
φονεὺς δ᾽ Ὀρέστης τῆσδε μητρὸς οἴχεται.
ΧΟ. (ὠγμός.)
ΚΛ. ὤζεις, ὑπνώσσεις· οὐκ ἀναστήσῃ τάχος;
125 τί σοι πέπρωται πρᾶγμα πλὴν τεύχειν κακά;
ΧΟ. (ὠγμός.)
ΚΛ. ὕπνος πόνος τε κύριοι συνωμόται
δεινῆς δρακαίνης ἐξεκήραναν μένος.
ΧΟ. (μυγμὸς διπλοῦς ὀξύς.)
130 λαβὲ λαβὲ λαβὲ λαβέ, φράζου.
ΚΛ. ὄναρ διώκεις θῆρα, κλαγγαίνεις δ᾽ ἅπερ
κύων μέριμναν οὔποτ᾽ ἐκλείπων πόνου.
τί δρᾷς; ἀνίστω, μή σε νικάτω πόνος,
μηδ᾽ ἀγνοήσῃς πῆμα μαλθαχθεῖσ᾽ ὕπνῳ.
135 ἄλγησον ἧπαρ ἐνδίκοις ὀνείδεσιν·
τοῖς σώφροσιν γὰρ ἀντίκεντρα γίγνεται.
σὺ δ᾽ αἱματηρὸν πνεῦμ᾽ ἐπουρίσασα τῷ,
ἀτμῷ κατισχναίνουσα, νηδύος πυρί,
ἕπου, μάραινε δευτέροις διώγμασιν.

***
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑΣ
Κοιμάστε, οϊμέ! και σαν κοιμάστε, ποιά σας χρεία;
μα εγώ από σας σε τέτοιο τρόπο ατιμασμένη,
κάτω στον Άδη, για το φόνο πὄχω κάμει,
δε λέει να πάψει των νεκρών η καταφρόνια
κι άτιμη τριγυρνώ· γιατ᾽ έχω, ξέρετέ το,
την πιο από μέρους τους μεγάλη κατηγόρια·
100 μα πὄπαθα τέτοιο κακό απ᾽ τους πιο ζεστούς μου,
κανείς θεός δεν είπε να οργιστεί για μένα
που μάνα, σφάχτηκ᾽ απ᾽ τα χέρια του παιδιού μου!
Νά, δείτε αυτές μου τις πληγές με την καρδιά σας,
γιατ᾽ η ψυχή λαμπρότερα βλέπει στον ύπνο,
που έτσι δεν είναι οξύθωρη στο φως της μέρας.
Κι όμως πόσα δεν έχετε γευτεί από μένα
κι ακράσωτες χοές και προσφορές καθάριες
και δείπνα που σεμνά τα ετοίμαζα τη νύχτα
σ᾽ ώρες που για κανέν᾽ άλλο θεό δεν είναι·
110 μα όλ᾽ αυτά τώρα βλέπω ποδοπατημένα
και κείνος πάει και ξέφυγε σαν το ζαρκάδι
κι έτσι αλαφρά καταμεσίς απ᾽ τα πλεμάτια
με πολύ περιγέλιο σας πηδάει και πάει.
Μ᾽ ακούστε μου κι είναι αυτά για τη ψυχή μου
όσα είπα· και ξυπνήστε, θεές του Κάτω κόσμου,
που όνειρο τώρα κράζω σας, η Κλυταιμνήστρα.

ΧΟΡΟΣ
(Μούγκρισμα)

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Μουγκρίζετε, μα εκείνος πήρε τώρα δρόμο,
γιατ᾽ οι δικοί μου έχουν βοηθούς, εγώ όμως όχι.

ΧΟΡΟΣ
120 (Μούγκρισμα)

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Βαθιά κοιμάσαι και δεν το ψυχοπονιέσαι
αυτό πὄπαθα, πὄφυγε ο φονιάς μου ο γιος μου.

ΧΟΡΟΣ
(Ούρλιασμα)

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Ούρλιαζε, κοίμου· μα δε λες και να ξυπνήσεις;
ποιά δουλειάν έχεις παρά το κακό να κάνεις;

ΧΟΡΟΣ
(Ούρλιασμα)

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Συμφώνησαν δυο δυνατοί, ο ύπνος κι ο κόπος
κι αδράνισαν της δράκαινας την άγριαν άφρη.

ΧΟΡΟΣ
(Διπλό δυνατό μούγκρισμα)
130 Πιάστο, πιάστο, πιάστο, έχε το νου σου!

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Στ᾽ όνειρο κυνηγάς αγρίμι κι αλυχταίνεις
σα σκύλος που όλο της δουλειάς του έχει την έγνοια.
τί κάνεις; σήκω κι ας μη σε νικάει ο κόπος·
τον ύπνο απόδιωξε να δεις τι έχομε πάθει.
Ας σου πληγώσουν την καρδιά οι ονειδισμοί μου
που είναι για τους φιλότιμους σα φτερνιστήρια·
τρέχα και φύσα πάνω του θανάτου αγέρα,
για να τον λιώσει ο αχνός, τω σωθικώ σου η φλόγα.
Εμπρός, με δεύτερα κυνήγια μάρανέ τον!