Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2025

ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Η Ελληνική Θεογονία του Ησιόδου μάς παρουσιάζει τον Ήλιο ως γιό του Υπερίωνος, που είναι και αυτός μια ηλιακή μορφή, και αδελφό της Σελήνης και της Ηούς. Δεν συμπεριλαμβάνετο στην ομάδα των Ολυμπίων Θεών, αλλά ανήκει σε μιά παλαιότερη και λιγώτερο καθορισμένη ομάδα, τιτανική, στενότερα συνδεδεμένη με τα φυσικά φαινόμενα. Στον Όμηρο, ο Ήλιος αποκαλύπτει στον Ήφαιστο την απάτη της γυναίκας του Αφροδίτης. Στον μύθο πάλι της Θεάς Δήμητρος, αναφέρεται πως όταν ο Άδης μετέφερε στον Κάτω Κόσμο την κόρη της Περσεφόνη, αυτή στάθηκε μπροστά στο άρμα του Ηλίου (που δεν αναφέρεται από τον Όμηρο αλλά εμφανίζεται στους αποκαλούμενους Ομηρικούς Ύμνους) και άρχισε να εκλιπαρεί για βοήθεια. Σύμφωνα με τον Ομηρικό Ύμνο στον Ήλιο "φέγγει στους θνητούς και τους αθάνατους Θεούς, στους ίππους του καβάλα και άγρια κοιτάζει με τα μάτια του, από το χρυσό του κράνος και λαμπρές ακτίνες στίλβουν αστραφτερά και στους κροτάφους του οι παραγναθίδες, λαμπρές με χάρη από ψηλά καλύπτουν το πρόσωπο, το πρόσωπο το τηλαυγές". Ο ποιητής Μίμνερμος (630 πριν την εποχή μας) περιγράφει τον Ήλιο να επιπλέει στον υπόγειο ωκεανό, σ' ένα χρυσό κύπελλο που του έφτιαξε ο Θεός Ήφαιστος. Οι περιγραφές αυτές θέτουν τα θεμέλια για εκατοντάδες εικονογραφήσεις του Ήλιου στην ελληνική Τέχνη, με το άρμα του, ένα μοτίβο που συνεχίστηκε έως και την Ρωμαϊκή εποχή.

Ο Ήλιος στην Ελλάδα επικυρώνει τους όρκους και είναι ο Θεός της εκδίκησης. Ο Προμηθέας του Αισχύλου δεμένος στην πέτρα καλεί τον "παντεπόπτη κύκλο του Ήλιου" να έλθει μάρτυρας στους όρκους του. Στον "Οιδίποδα Επί Κολονώ" του Σοφοκλέους, ο Κρέων οδηγεί έξω από το σπίτι τον γαμπρό του ώστε "ο Ήλιος να μή δεί ένα τέτοιο άθλιο πλάσμα". Η Κασσάνδρα στον "Αγαμέμνονα" του Αισχύλου, καλεί τον Ήλιο για εκδίκηση των δολοφόνων της. Η Μήδεια στα έργα του Ευριπίδου, κάνει τον Αιγέα να ορκιστεί στην Γη και τον Ήλιο, πως θα την προστατέψει. Στα "Αργοναυτικά" του Απολλωνίου του Ρόδιου, η Μήδεια ορκίζεται στον Ήλιο και την Εκάτη, ενώ, τέλος, στην "Ιλιάδα" (19.196), ένας κάπρος θυσιάζεται στον Δία και τον Ήλιο, για να επιβεβαιωθεί ο όρκος που δίνεται.

Υπάρχει ωστόσο πολύ περιορισμένη άμεση λατρεία του Ήλιου στην Αρχαία Ελλάδα, αν και υπάρχουν ίχνη αρχαιότερων τελετών. Ο Πλάτων, λέει πως οι πρώτοι Ελληνες υπάκουαν στον ανατέλλοντα και δύοντα Ήλιο. Ο Παυσανίας, στην "Περιήγησή" του, αναφέρει αρκετούς βωμούς αφιερωμένους στον Ήλιο, κυρίως σε απομονωμένες περιοχές. Αλλά το κέντρο της λατρείας του στην ηπειρωτική Ελλάδα, βρισκόταν στην Κόρινθο που ονομαζόταν και Ηλιούπολις. Στην αγορά της Κορίνθου υπήρχαν προπύλαια πάνω στα οποία υψώνονταν δύο άρματα επίχρυσα, με τον Φαέθοντα, τον γιό του Ήλιου πάνω στο ένα και τον ίδιο τον Ήλιο, στο άλλο (Παυσανίας, ΙΙ 3,2).

Το νησί της Ρόδου είχε μία ισχυρή άμεση λατρεία για τον Ήλιο. Σύμφωνα με τον τοπικό μύθο, το νησί βγήκε από την θάλασσα για να αποζημιώσει τον Ήλιο για τον αποκλεισμό του από το Δωδεκάθεο. Και επίσης ήταν στη Ρόδο που ο Ήλιος ερωτεύτηκε την ομώνυμη νύμφη. Εκεί λοιπόν πραγματοποιούντο κάθε 4 χρόνια εντυπωσιακές γιορτές προς τιμήν του Ήλιου στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν αρματοδρομίες και αθλητικοί αγώνες. Κάθε χρόνο οι Ρόδιοι έρριχναν στην θάλασσα ένα στολισμένο τέθριππο. Ο περίφημος Κολοσσός της Ρόδου, ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου, που δημιουργήθηκε το 284 πριν την εποχή μας, ήταν η εικόνα του Θεού Ήλιου. Ο Πλίνιος αναφέρει πως ήταν 105 πόδια ψηλός και πως ένα από τα δάκτυλά του ήταν μεγαλύτερο. Κατέρρευσε μετά από σεισμό, 66 χρόνια μετά την ανέγερσή του.

Στη νήσο Κρήτη, ο Ήλιος λατρεύτηκε με την μορφή ταύρου. Την ίδια μορφή είχε και ο κρητικός ηλιακός Θεός Τάλως (Ησύχιος: Τάλως ο Ήλιος). Ο μύθος εξάλλου της Πασιφάης, της κόρης του Ήλιου, που ερωτεύεται έναν ταύρο, ανάγεται σε μιά παλιά αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο ηλιακός Θεός με την μορφή ταύρου και η Θεά της Σελήνης με τη μορφή αγελάδας ενώθηκαν σε ιερό γάμο.

Ο Ευριπίδης περιγράφει την ανατολή του Ήλιου στην τραγωδία του "Ιων" (82 κ.ε.) "Να το άρμα το λαμπρό που τέσσερα άλογα το σέρνουν. Ο Ήλιος ήδη στέλνει το αστραφτερό του φως στην γη, και τ' άστρα φεύγουν μπροστά σ' αυτήν την φωτιά του αιθέρα, παρέα με την ιερή νύχτα. Κι οι απάτητες κορφές του Παρνασσού, λουσμένες από το φως, τον δίσκο της ημέρας υποδέχονται για χάρη των θνητών..." Με την παραπάνω περιγραφή συγκρίνεται συχνά μία γνωστή παράσταση του Ήλιου πάνω σε αγγείο του Βρετανικού Μουσείου, όπου ο Ήλιος εικονίζεται με περιβεβλημένο το κεφάλι από ακτίνες, πάνω σ' ένα φτερωτό τέθριππο να αναδύεται από την θάλασσα στην οποία κολυμπούν παιδικές μορφές που υποδηλώνουν τα αστέρια.

Η παλαιότερη γνωστή παράσταση του Ηλίου στην ελληνική πλαστική προέρχεται από το ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνος όπου εικονίζεται η γέννηση της Θεάς Αθηνάς. Ο Ήλιος και η Σελήνη πλαισιώνουν και τη σύνθεση της γέννησης της Αφροδίτης στον θρόνο του Δία στην Ολυμπία (Παυσανίας V 11,8) και μιά ανάλογη παράσταση προϋποθέτει η αναφερόμενη επίσης από τον Παυσανία "δύσις Ηλίου" στο αέτωμα του ναού των Δελφών (Παυσανίας Χ 19,4).

Τα γνωστά από την φιλολογική παράδοση αγάλματα του Ηλίου, αναφέρονται στην ενότητα της λατρείας του. Τα σωζόμενα μαρμάρινα και χάλκινα αγάλματα, όπως λ.χ. το άγαλμα του Βατικανού που χαρακτηρίζεται από έναν τελαμώνα με τα σύμβολα του ζωδιακού κύκλου, δείχνουν τον Θεό σε νεανική του μορφή, συνήθως με το ακτινωτό στεφάνι.

Βρίσκουμε στους "Νόμους" του Πλάτωνος (10,3), τον Σωκράτη να προσεύχεται στον ανατέλλοντα Ήλιο. Και βρίσκουμε επίσης τον Ήλιο, κατά την Ρωμαϊκή εποχή, να θεωρείται ο τελικός προορισμός των ψυχών που απελευθερώνονται από τον Κύκλο της Ανάγκης.

Λαός αξιοπρέπειας

Η αξιοπρέπεια δεν είναι ένας οικονομικός παράγοντας, δεν μετριέται με δείκτες. Και η μούτζα μας στην κατοχή χρησιμοποιούσε όλα τα δάκτυλα του χεριού. Πολλές φορές τα πράγματα ήταν δύσκολα για το λαό μας, αλλά ποτέ δεν χάσαμε την αξιοπρέπειά μας. Ακόμα και ηττημένοι. Ούτε στο εκτελεστικό απόσπασμα δεν σκύβαμε. Δεν υπήρχε λόγος, η γη μας θα ήταν ο τάφος μας. 

Μπορεί να ξερίζωσαν ακόμα και τα θεμέλια των σπιτιών μας όταν αντισταθήκαμε αλλά το αντέξαμε και χτίσαμε καινούργια πάνω στην ίδια γη, ενώ οι κατακτητές μας έφτυσαν αίμα και φύγαν. Είμαστε ακραίοι, υπερβολικοί και φωνακλάδες γιατί είμαστε ακρίτες, δεν μας αρέσει η μετριότητα και αγαπάμε δυνατά. Παίζουμε θέατρο ναι, αλλά από την αρχή για ν' αντέχουμε τις τραγωδίες και να πεθαίνουμε με κωμωδίες. Χαζεύουμε τον ουρανό, αγναντεύουμε τη θάλασσα, είναι αλήθεια. Έτσι δημιουργήσαμε την αστρονομία και κατασκευάσαμε το ναυτικό. 

Μας αρέσει να ξαναφτιάχνουμε τον κόσμο, έτσι πλάσαμε τα μαθηματικά. Κι όπως νιώθουμε πάντα αδύναμοι επινοήσαμε τη στρατηγική. Δεν είμαστε διαφορετικοί αλλά κάνουμε τη διαφορά. Ζούμε αιώνες μ' ένα κομμάτι γης γιατί έχουμε τον ουρανό και τη θάλασσα. Κι αν είμαστε μόνο σκιές για τους άλλους είναι γιατί έχουμε ήλιο. 

Ο λαός μας έτρωγε πέτρες αλλά σκάλιζε μάρμαρο. Πολλές φορές μας έκαψαν αλλά δεν μας κατέστρεψαν γιατί το φως δεν καίγεται. Μας πήραν πολλές φορές το χώρο μας αλλά πάντα είχαμε το χρόνο. Μοιάζουμε με τη θάλασσά μας. Ποιος μπόρεσε να την αρπάξει; Κι αν την μαστίγωσαν δεν έπαθε τίποτα. Αυτή είναι το αίμα μας γιατί δεν μας έδωσαν άλλο γαλάζιο. Είναι το δώρο μας, το μοναδικό. Αυτός είναι και ο μόνος μας πλούτος. Αλλιώς θα μας είχαν κατακλέψει. 

Είμαστε τα παιδιά που δεν έκανε η Αντιγόνη γι' αυτό και δεν πεθαίνουμε ποτέ. Ποιος να σκοτώσει ένα σύμβολο; Κι όταν πεθαίνει ένας δικός μας κι έχει αφήσει έργο, δεν είναι τυχαίο που η κραυγή μας βγάζει τη λέξη: άξιος! Και ζούμε για να τον θυμόμαστε, δεν έχουμε άλλη επιλογή, είναι θέμα ανάγκης. Είμαστε λίγοι στην αρχή και γινόμαστε σπάνιοι στο τέλος. Αυτή είναι η μοναχική μας πορεία. Έτσι γεννήθηκε ο ελληνισμός και παραμένει μια αξία για όλη την ανθρωπότητα ενώ έπεσαν τόσες ιδεολογίες που θεωρούσαμε αθάνατες. Ενώ εμείς ξέρουμε εξαρχής ότι δεν υπάρχει αθανασία. 

Το έχουμε μέσα μας με την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, ακόμα και αν είχαμε χάσει τις πινακίδες μας, τις μυκηναϊκές. Τίποτα δεν ξεχάσαμε γιατί ποτέ δεν χάσαμε τις αξίες μας. Κι αν δίνουμε τόση σημασία στην ελευθερία, είναι γιατί συνδυάζεται με τη σκέψη. Δίχως ελεύθερη σκέψη, δεν είσαι άνθρωπος. Κι εμείς παραμείναμε άνθρωποι ακόμα και σκλαβωμένοι. Μόνον έτσι δεν γίναμε σκλάβοι. Πολιορκημένοι ναι, αλλά πάντα ελεύθεροι, διότι δεν ξέραμε να ζήσουμε αλλιώς. Αυτό λέει ακόμα και η σημαία μας με τις γαλανόλευκες συλλαβές της: Ελευθερία ή Θάνατος. Γιατί λοιπόν να γονατίσουμε τώρα; Μετά από τόσους αιώνες, να παραδοθούμε για ποιο λόγο; Επειδή θεωρούν ότι μας έπεισε η ρητορική της κρίσης; Εμείς έχουμε κρίση από τον Σωκράτη χάρη στη μαιευτική. Δεν θα χάσουμε την αξιοπρέπειά μας για τόσο λίγο!

Γλαύκος ο Ανθηδόνιος: Ο Προστάτης των ναυτικών

Ο Γλαύκος ο Ανθηδόνιος, ήταν δαίμονας της θάλασσας η προσωποποίηση του γαλάζιου κύματος που αντανακλά το γλαυκό χρώμα του ουρανού, γνωστός και ως «Γλαύκος ο Πόντιος» ή «ο Θαλάσσιος». και λατρευόταν σε πολλά νησιά και παραθαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας.
 
O Γλαύκος εμφανιζόταν σαν γέρος μελαγχολικός, ή ως κήτος με το σώμα του καλυμμένο με κοχύλια, φύκια και θαλάσσια φυτά και με μια στριφογυριστή ουρά ψαριού. Tα μαλλιά του ήταν άσπρα στεφανωμένα με μαραμένα χόρτα ή με καλάμια...

O Aθήναιος αναφέρει πως αρχικά ήταν γιος του Aνθηδόνα και της Aλκυόνης, ενώ ο Προμαθίδας ο Ηρακλεώτης, θεωρεί το Γλαύκο ως παιδί του Πολύβου και της Eύβοιας. O Eυάνθης τον αναφέρει σαν γιο του Ποσειδώνα και της νύμφης Nαΐδος.

Πίστευαν πως μια φορά το χρόνο διέσχιζε τις θάλασσες και επισκεπτόταν όλα τα νησιά και τα λιμάνια, για να δείξει σ’ όλους την αγάπη του. Όπως και άλλοι θεοί της θάλασσας, είχε προφητικές ικανότητες και μάλιστα έλεγαν ότι ο ίδιος ο Απόλλωνας είχε μαθητεύσει κοντά του. Ο αρχικός του μύθος ξεκινά από την Ανθηδόνα, μικρό λιμάνι στη Βοιωτία, από όπου και η επωνυμία. Οι ψαράδες εκεί διηγούνταν πως ο Γλαύκος ήταν κάποτε συνάδελφός τους. Κάποια μέρα, που ήταν ξαπλωμένος σ’ ένα λιβάδι για να ξεκουραστεί από το ψάρεμα, πρόσεξε ότι ένα από τα ψάρια που είχε πιάσει όταν δάγκωσε το χορτάρι στο οποίο ήταν ξαπλωμένος αναζωογονήθηκε κι έπεσε στη θάλασσα. 

Έκπληκτος αποφάσισε να δοκιμάσει και ο ίδιος· ένιωσε τότε μια υπερκόσμια δύναμη και πήδηξε στη θάλασσα, διότι το βότανο που είχε δοκιμάσει ήταν αυτό που είχε σπείρει κάποτε ο Κρόνος. Έτσι επικράτησε η έκφραση: "Γλαύκος φαγών πόαν οικεί εν θαλάσση". Οι θεοί θέλησαν να τον κρατήσουν ανάμεσά τους ως αθάνατο και του αφαίρεσαν τη θνητή του υπόσταση (η διαδικασία της θεοποίησις θνητών ονομαζόταν αποθέωση).

Κατά τον Παυσανία ο Γλαύκος ήταν φτωχός ψαράς που όταν γέρασε γκρεμίστηκε από κάποιο βράχο της πατρίδας του («Γλαύκου Πήδημα») για να πεθάνει, αλλά αντί για θάνατο βρήκε την αθανασία τρώγοντας ένα μαγικό βότανο που μπορούσε να ξαναζωντανεύει τα ψάρια.

O Aθήναιος αναφέρει ότι ο Γλαύκος ήταν κυνηγός στην Aιτωλία κι ότι εκεί τυχαία ανακάλυψε τις μαγικές ιδιότητες ενός φυτού όταν ο μισοπεθαμένος λαγός που κυνηγούσε ζωντάνεψε χάρη σε αυτό. Tότε κι εκείνος δοκίμασε το φυτό και "ένθεος γενόμενος επιγενομένου χειμώνος κατά Διός βούλησιν εις την θάλασσαν αυτόν εκρίψαι". 

Μεταγενέστεροι μύθοι έλεγαν πως πήδησε στη θάλασσα από απελπισία, επειδή οι θεοί τον έκαναν μεν αθάνατο, αλλά δεν του χάρισαν και την αιώνια νεότητα. Μια άλλη πιθανή εκδοχή ήταν ότι λούστηκε στα νερά μιας πηγής που χάριζε την αθανασία. Επειδή οι συμπατριώτες του δεν τον πίστεψαν κι εκείνος δεν μπορούσε να τους αποδείξει τη νέα του φύση, έπεσε στη θάλασσα. Τέλος, έλεγαν ότι ο Γλαύκος ρίχτηκε στο πέλαγος από αγάπη για τον αγαπημένο του φίλο Μελικέρτη· ο Μελικέρτης ήταν θνητός, που πριν τον Γλαύκο είχε πέσει στη θάλασσα και οι θεοί τον είχαν κάνει αθάνατο.

Οι θαλάσσιες θεότητες τον απήλλαξαν από κάθε θνητό στοιχείο και τον μεταμόρφωσαν: οι ώμοι του πλάτυναν, απέκτησε ουρά ψαριού και πράσινα γένια. Ο Γλαύκος ήταν όμως δυστυχισμένος με την αθανασία του αυτή, καταδικασμένος να περιπλανάται συνεχώς από τη μία παραλία στην άλλη. Απέκτησε συνεκδοχικά και το «προνόμιο» να προλέγει τη δυστυχία.

O Οβίδιος αναφέρει ότι ο Ωκεανός και η Θέτιδα τον καθάρισαν από την ανθρώπινη σκουριά κι έτσι ο Γλαύκος εισήλθε στον κύκλο των θαλάσσιων θεοτήτων.

Οι ψαράδες, γενικά, τον φαντάζονταν να κάθεται ψηλά σ’ ένα βράχο και να προλέγει τις συμφορές τους, θρηνώντας ταυτόχρονα για τη δική του αθανασία. Εκείνοι, κουρνιασμένοι στη βάρκα τους, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο ν’ αποτρέψουν το κακό, προσευχόμενοι στους θεούς για να τους εξευμενίσουν.

Ως θαλασσινός δαίμονας ονομαζόταν έπειτα Παλαίμονας. Συχνά με τη μορφή θαλάσσιου δαίμονα ή θαλάσσιου γέροντα ήταν ακόλουθος της Aλκυόνης ή υπηρέτης του Ποσειδώνα και της Aμφιτρίτης.

Συνόδευε το Νηρέα στις θαλάσσιες περιπλανήσεις του, μαζί με τις Αλκυόνες και τις Νηρηίδες, το φίλο του Μελικέρτη και τα άλλα πνεύματα του νερού. Οι ναυτικοί απευθύνονταν σ’ αυτόν, για να τους προστατέψει από τους κινδύνους, τον αγαπούσαν και τον τιμούσαν· τον αποκαλούσαν από σεβασμό “Γέροντα” ή “Γέρο θαλασσινό“, όπως άλλωστε και τον Φόρκη, τον Τρίτωνα, τον Πρωτέα και τον Νηρέα. Αργότερα έγινε η προσωποποίηση του όλου θαλάσσιου βίου.

O μύθος του Γλαύκου είχε απλωθεί σε όλες τις θάλασσες και στα νησιά. 

Εμφανίζεται στη Δήλο, στη Nάξο, στη Λήμνο, στο ακρωτήριο Mαλέα, στην Kόρινθο, στο Γύθειο, όπου λατρευόταν ως "Άλιος Γέρων", στην Aιτωλία, στην Iβηρία και αλλού. Αργότερα, ο μύθος του διαδόθηκε σε όλες τις Κυκλάδες και γενικά στις ακτές, με τη μορφή κυρίως λαϊκών παραδόσεων.

O Γλαύκος είχε την ικανότητα να μεταμορφώνεται, όπως ο Πρωτέας. Μεταμορφώνεται και σε γυναίκα, τη Γλαύκη, που βγάζοντας από τα κύματα το άσπρο της κεφάλι τρομάζει τους ναύτες, ή σε Σειρήνα που κρατά στα χέρια της δύο νεαρούς ή Λάμια που προσέλκυε τους ανθρώπους και τους δελέαζε, ή γεράκι που έψαχνε για τη λεία του.

Yπηρετούσε το Nηρέα λέγοντας τις προφητείες του, ενώ ο Aριστοτέλης ισχυριζόταν ότι εξασκούσε τις μαντικές του ικανότητες στη Δήλο μαζί με τις Nηρηίδες.

Ο Βιργίλιος θεωρεί τον Γλαύκο πατέρα της Σίβυλλας Δηιφόβης.

Κατά μία παράδοση, ο Γλαύκος παρουσιάσθηκε στον Μενέλαο όταν αυτός περνούσε το ακρωτήριο Μαλέας επιστρέφοντας από την Τροία.
 
Λεγόταν επίσης ότι ο Γλαύκος βοήθησε τους Αργοναύτες στην εκστρατεία τους, και μάλιστα πολέμησε μαζί τους ενάντια στους Τυρρηνούς κυβερνώντας την «Αργώ» και ήταν ο μόνος που δεν τραυματίσθηκε σε εκείνη τη μάχη. Άλλωστε, είχε ήδη συμμετάσχει στη ναυπήγηση της Αργούς.

H εμφάνιση του Γλαύκου στους ναυτικούς προμηνούσε θύελλες και τον θεωρούσαν προφήτη κακών ειδήσεων. Τότε οι ναυτιλλόμενοι ζητούσαν με θυσίες, προσευχές και θυμιάματα να αποτρέψουν τις επερχόμενες συμφορές.

O Γλαύκος ήταν ερωτευμένος με τη Σκύλλα και στην προσπάθειά του να τη συγκινήσει τις χάρισε κοχύλια και αλκυόνες. Εκείνη ανταποκρίθηκε στον έρωτά του, αλλά η Kίρκη ή ο Ποσειδώνας από ζήλια τη μεταμόρφωσε σε τέρας που γαύγιζε. O Γλαύκος δεν μπόρεσε να την αποχωριστεί πήρε το μέρος της και την έκανε θεά. Πίστευαν πως ο Γλαύκος είχε αγαπήσει την Ύδνα, κόρη ενός περίφημου δύτη, του Σκύλλου, καθώς και τη Σύμη, κόρη του Ιαλυσού και της Δωρίδας.
 
Τη Σύμη την απήγαγε και την έφερε στην ακτή της Μικράς Ασίας, όπου και εγκαταστάθηκαν σ’ ένα νησάκι. Από τότε το νησί αυτό έχει το όνομα της κόρης. Ο Γλαύκος είχε αγαπήσει κι άλλες κοπέλες, οι έρωτες του όμως ήταν άτυχοι. Επίσης πλησίασε την Αριάδνη, όταν ο Θησέας την είχε εγκαταλείψει στη Νάξο, δήθεν για για να την παρηγορήσει, αλλά τον σταμάτησε όμως έγκαιρα ο Διόνυσος αφού τον έδεσε με φύλλα κληματαριάς.

Η Αριάδνη έγινε σύζυγος του Διονύσου, και ο Γλαύκος προσκολλήθηκε στον θίασό του.

Οι πολυάριθμοι αυτοί μύθοι ενέπνευσαν ποιητές και καλλιτέχνες, όπως ήταν ο Πίνδαρος, ο Αισχύλος (που έγραψε και τον «Πόντιον» ή «Ποτνιέα Γλαύκον») και ιδίως ο Οβίδιος.
 
Στα γλυπτά έργα, ο Γλαύκος παριστάνεται με το επάνω μισό σώμα του ανθρώπινο και με το υπόλοιπο σαν ψάρι, μαλλιά άφθονα ριγμένα στους ώμους, μεγάλο πηγούνι, πυκνά και μεγάλα φρύδια και κοιλιά σκεπασμένη με όστρακα και φύκια. Ο Πλάτωνας παραβάλει στην Πολιτεία του (Ι 611) τον Γλαύκο με την ανθρώπινη ψυχή, τη μολυσμένη από γήινες «ακαθαρσίες».

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΔΕΟΛΑΤΡΕΙΑ

ΘΑ ΤΙΜΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΓΑΙΑ Ή ΤΗΝ ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΕ ΕΝΑ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΑΙΣΧΥΛΟΥ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΑΝΑΪΔΕΣ:

ΑΦΡΟΔΙΤΗ:
“ΕΡΑ ΜΕΝ ΑΓΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΤΡΩΣΑΙ ΧΘΟΝΑ,
ΕΡΩΣ ΔΕ ΓΑΙΑΝ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΓΑΜΟΥ ΤΥΧΕΙΝ
ΟΜΒΡΟΣ Δ΄ ΑΠ΄ ΕΥΝΑΕΝΤΟΣ ΟΥΡΑΝΟΥ ΠΕΣΩΝ
ΕΚΥΣΕ ΓΑΙΑΝ Η ΔΕ ΤΙΚΤΕΤΑΙ ΒΡΟΤΟΙΣ
ΜΗΛΩΝ ΤΕ ΒΟΣΚΑΣ ΚΑΙ ΒΙΟΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ.”
[ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 55].

“ΟΙΣΤΡΟΣ ΣΦΟΔΡΟΣ ΠΑΡΟΞΥΝΕΙ ΤΟΝ ΑΓΝΟ ΟΥΡΑΝΟ ΝΑ ΔΙΑΤΡΗΣΕΙ ΤΗΝ ΓΗ ΚΑΙ ΠΟΘΟΣ ΤΗΝ ΓΗ ΚΑΤΑΛΑΜΒΑΝΕΙ ΓΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΑΖΙ ΤΟΥ. ΚΑΙ ΠΕΦΤΟΝΤΑΣ ΑΠ΄ ΤΟΝ ΥΓΡΟ ΟΥΡΑΝΟ ΡΑΓΔΑΙΑ ΒΡΟΧΗ Η ΓΗ ΚΥΟΦΟΡΕΙ ΚΑΙ ΕΚΤΟΤΕ ΓΕΝΝΑ ΓΙΑ ΧΑΡΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΒΟΣΚΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΠΑΔΙΑ ΚΑΙ ΒΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ.”

ΟΤΑΝ Ο ΑΙΣΧΥΛΟΣ ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΙ ΒΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ ΔΕΝ ΕΝΝΟΕΙ ΒΙΟ ΓΕΩΡΓΙΚΟ ΑΛΛΑ ΒΙΟ ΜΥΗΤΙΚΟ, ΓΙΑΤΙ Η ΔΗΜΗΤΡΑ ΗΤΑΝ ΘΕΑ ΤΩΝ ΕΛΕΥΣΙΝΙΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ.

“Ο ΑΝΑΞ, ΟΥ ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ, ΟΥΤΕ ΛΕΓΕΙ, ΟΥΤΕ ΚΡΥΠΤΕΙ ΑΛΛΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ”: ΛΕΕΙ Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ. Ο ΑΠΟΛΛΩΝ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝ ΔΕΛΦΟΙΣ ΟΥΤΕ ΦΑΝΕΡΩΝΕΙ, ΟΥΤΕ ΚΡΥΒΕΙ ΑΛΛΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ.

Ο ΑΠΟΛΛΩΝ ΕΙΧΕ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΟΠΩΣ
ΑΠΟΛΛΩΝ, ΕΚΑΤΟΣ, ΦΟΙΒΟΣ, ΠΑΙΑΝ Κ.Λ.Π.

ΕΙΝΑΙ ΤΟ “ ΑΛΦΑ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ Ή ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΤΟΥ ΕΝΟΣ”. ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΛΟ, ΓΙΑ ΤΟ ΠΩΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΕ ΤΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΟΔΕΥΑΝ ΣΤΗΝ ΠΥΛΟ ΟΠΩΣ ΛΕΕΙ Ο ΟΜΗΡΟΣ ΣΤΟΝ ΟΜΩΝΥΜΟ ΥΜΝΟ ΕΙΣ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΕΤΗΛΛΑΞΕ ΣΕ ΙΕΡΕΙΣ ΤΟΥ ΜΑΝΤΕΙΟΥ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ [ΟΜΗΡΙΚΟΙ ΥΜΝΟΙ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ 397-545].

ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΝΕΙΣ ΠΩΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΘΗΛΥ ΠΥΘΩΝΑ ΚΑΙ ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΥΠΗΡΕΤΗΣΕ ΤΟΝ ΑΔΜΗΤΟ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ, ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΒΟΔΙΑ ΓΕΝΝΟΥΣΑΝ ΔΙΔΥΜΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΚΑΙ ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Η ΓΝΩΣΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΟΤΙ Ο ΑΠΟΛΛΩΝ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΠΕ ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΧΕΙΜΕΡΙΝΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΤΑΒΕΙ ΣΤΟΥΣ ΥΠΕΡΒΟΡΕΙΟΥΣ.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΒΟΡΕΙΟΙ; ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΓΗΪΝΑ ΑΤΟΜΑ ΑΛΛΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΡΚΤΟΣ ΓΙΑΤΙ ΥΠΕΡ = ΑΝΩ ΚΑΙ ΒΟΡΕΙΟΣ = ΑΡΚΤΟΣ. ΣΥΝΕΠΩΣ ΥΠΕΡΒΟΡΕΙΟΣ ΘΑ ΠΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΑΡΚΤΟΣ.

Ο ΑΠΟΛΛΩΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΣΥΖΕΥΧΘΕΙ ΔΗΛΑΔΗ Ο ΗΛΙΟΣ ΕΧΕΙ ΤΟ ΠΟΛΙΚΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΘΕΤΟ ΚΑΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΕΠΙΣΥΝΑΨΕΙ ΑΡΓΑ Ή ΓΡΗΓΟΡΑ ΤΟΥΣ ΓΑΜΟΥΣ ΤΟΥ ΓΙ΄ ΑΥΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ Ο ΛΑΟΣ ΤΟ ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΚΑΙ ΛΕΕΙ ΠΑΩ ΓΑΜΗΛΙΟ ΔΩΡΟ – ΓΑΜΟΣ ΗΛΙΟΥ. ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΓΑΜΗΛΙΟ ΔΩΡΟ. ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΨΥΧΗ ΠΟΥ ΔΙΕΥΡΥΝΕΤΑΙ ΣΥΝΕΙΣΦΕΡΕΙ ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΓΑΜΗΛΙΑ ΣΥΖΕΥΞΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ - ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΟΡΕΙΟ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΤΟΥ. ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΛΕΙΑΔΕΣ, ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΡΕΣ ΤΟΥ ΑΤΛΑΝΤΑ Ή ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΟΛΙΚΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΘΕΤΟ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΑΡΚΤΟ. ΤΟ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΥΗΤΙΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΑΡΑΔΙΔΕΤΑΙ ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΤΟΥΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ. ΣΙΓΟΥΡΑ ΟΜΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΛΦΩΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΪΔΗΣ Ή ΠΑΙΣ Ή ΠΑΪΣ ΚΙ ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΔΗ. ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Η ΛΕΞΗ ΠΑΙΣ = ΠΑΪΣ = ΠΥΛΗ ΤΟΥ ΑΔΗ ΔΗΛΑΔΗ. ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΣΤΕΛΝΑΝ ΠΑΝΤΟΤΕ ΤΟΥΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΤΕΡΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥΣ ΣΤΟΝ ΑΪΔΗ ΓΙΑ ΜΑΘΗΤΕΙΑ. Ο ΘΗΣΕΑΣ ΠΗΓΕ ΣΤΟΝ ΑΔΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΙΡΙΘΟΥ ΠΡΟΣ ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΕΙΡΑΣ, Ο ΟΡΦΕΑΣ ΠΗΓΕ ΣΤΟΝ ΑΔΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΙΔΙΚΗ ΤΗΝ ΕΥΡΕΙΑ ΔΙΚΗ, Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΠΗΓΕ ΣΤΟΝ ΑΔΗ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΕΙΡΕΣΙΑ ΠΩΣ ΘΑ ΓΥΡΙΣΕΙ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ. Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΠΗΓΕ ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΪΔΗ.

ΣΥΝΕΠΩΣ ΕΙΧΑΝ ΑΔΕΛΦΩΣΕΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΟ, ΤΟΝ ΟΡΑΤΟ ΔΗΛΑΔΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΟΡΑΤΟ ΚΟΣΜΟ. ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΙ ΟΤΙ Ο ΑΠΟΛΛΩΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΔΗΛΟ Ή ΕΚΔΗΛΩΣΗ, Ο ΟΡΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ. ΒΕΒΑΙΩΣ Ο ΑΠΟΛΛΩΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΚΑΙ ΓΙ΄ ΑΥΤΟ Ο ΤΡΙΠΟΥΣ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΟ ΩΡΑΙΟΝ, ΤΟ ΑΛΗΘΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΑΘΟΝ.
 
ΤΟ ΩΡΑΙΟΝ, ΤΟ ΕΙΣ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΝ.

ΤΟ ΑΛΗΘΕΣ, ΤΟ ΣΤΕΡΗΤΙΚΟ “Α” ΚΑΙ ΤΗ ΛΗΘΗ ΔΗΛΑΔΗ ΤΟ ΜΗ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗ ΛΗΘΗ ΔΗΛΑΔΗ ΤΟ ΕΞΩΧΡΟΝΙΚΟ ΓΙΑΤΙ ΕΧΟΥΜΕ ΤΡΙΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΣΚΕΨΕΩΣ ΚΑΙ ΤΡΙΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΔΡΑΣΕΩΣ: ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΙΚΟ, ΤΟ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΞΩΧΡΟΝΙΚΟ.

ΤΟ ΑΓΑΘΟΝ, ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΓΑΝ ΘΕΙΟΝ, ΠΟΛΥ ΘΕΙΟ.

ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΛΙΓΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΦΙΓΓΑ, Η ΣΦΙΓΞ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΑ, ΤΑ ΠΙΟ ΔΥΣΚΟΛΑ ΤΑ ΠΙΟ ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ ΔΗΛΑΔΗ ΤΗΣ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑΣ. ΠΟΤΕ Ο ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ ΔΕΝ ΕΠΙΛΥΣΕ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ. ΤΟ “ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΚΕΤΕΛΕΞΑΣ...” ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΟΛΥ ΛΙΓΑ. Η ΣΦΙΓΓΑ ΕΧΕΙ ΜΙΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΕΜΒΕΛΕΙΑ.

“ΤΟ ΤΕΤΡΑ-ΠΟΥΝ, ΔΙΠΟΥΝ, ΤΡΙ-ΠΟΥΝ, ΟΥ ΜΙΑ ΦΩΝΗ”, ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΤΡΑΚΤΥΪΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΩΝ, Ο ΟΡΚΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΩΝ: “ ΝΑΙ ΜΑ ΤΟΝ ΑΜΕΤΕΡΑ ΨΥΧΑ ΠΑΡΑΔΟΝΤΑ ΤΕΤΡΑΚΤΥΝ ΠΑΓΑΝ ΑΕΝΑΟΥ ΦΥΣΕΩΣ”.

Η ΤΕΤΡΑΚΤΥΪΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ 1+2+3+4 ΓΙΑΤΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΥΣ ΑΡΙΘΜΟΥΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΟ 10. Η ΛΕΞΗ ΔΕΚΑ = ΕΚΑ = ΕΚΑΣ = ΜΑΚΡΥΑ ΕΞ ΟΥ ΚΑΙ ΕΚΑΤΟ = ΤΟ ΜΑΚΡΥΝΟ, ΕΞ ΟΥ ΚΑΙ ΔΕΚΑΤΟΣ = ΕΚΑΤΟΣ ΛΕΓΟΤΑΝ Ο ΑΠΟΛΛΩΝ ΔΗΛΑΔΗ Ο ΜΑΚΡΥΝΟΣ.
 


ΕΑΝ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟΠΟΙΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΤΕΤΡΑΚΤΥΪΑ ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ ΤΟ ΕΞΗΣ ΣΧΗΜΑ:



ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 4 ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΜΑΣ ΣΧΗΜΑΤΟΠΟΙΟΥΝ ΤΗΝ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΤΕΤΡΑΚΤΥΪΑΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ “ΗΘΙΚ” ΔΗΛΑΔΗ ΗΘΙΚΗ ΒΑΣΗ. ΧΩΡΙΣ ΗΘΙΚΗ ΒΑΣΗ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΑΝΕΒΟΥΜΕ ΣΤΟ ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ “Α” ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΠΙΛΥΕΤΑΙ ΠΟΤΕ ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΟΣ. ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΕΤΡΑΒΑΘΜΙΑ ΜΥΗΤΙΚΗ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ, ΔΗΛΑΔΗ:

1. ΠΡΩΤΗ ΜΥΗΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΔΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΤΡΟΜΥΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΠΟ ΑΤΟΜΑ Ή ΟΜΑΔΕΣ. ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΧΡΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ Ή ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ ΑΓΑΠΗ. ΑΓΑΠΑΤΕ ΑΛΛΗΛΟΥΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΠΟΤΕ ΣΥΝΕΠΩΣ Η ΠΡΩΤΗ ΜΥΗΣΗ ΕΙΝΑΙ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ.

2. ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΥΗΣΗ ΕΙΝΑΙ Η ΥΠΕΡΝΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΑΚΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΑΓΜΕΝΟΥ, ΤΩΝ ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΑΚΩΝ ΥΔΑΤΩΝ. ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΤΑΜΑΤΗΜΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΔΙΑ ΠΝΙΓΜΟΥ. ΞΕΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΟΤΕ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΞΕΠΕΡΝΑ ΤΑ ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΑΚΑ ΥΔΑΤΑ. ΓΙ΄ ΑΥΤΟ ΚΙ Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΑ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΤΗΝ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΗ. ΞΕΡΕΙ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ, ΞΕΡΕΙ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ, ΔΗΛΑΔΗ ΠΟΤΕ ΕΧΕΙ ΥΠΕΡΒΕΙ ΤΗΝ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΓΝΩΜΗΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΔΥΝΑΣΤΕΥΕΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΥΣ. ΕΤΣΙ, ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΟΤΕ ΕΧΕΙ ΔΙΕΥΡΥΝΘΕΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΥΠΕΡΝΙΚΗΣΕΙ ΤΑ ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΑΚΑ ΥΔΑΤΑ, ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΤΑΙ ΟΤΑΝ ΛΕΓΕΤΑΙ ΟΤΙ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΠΕΡΙΠΑΤΗΣΕ ΕΠΙ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ. ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΟΤΙ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΙΧΕ ΠΑΡΕΙ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΥΗΣΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕ ΤΑ ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΑΚΑ ΥΔΑΤΑ. ΕΠΑΨΕ ΠΙΑ ΝΑ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΔΙΑ ΠΝΙΓΜΟΥ. ΕΝΩ Ο ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΘΗΚΕ ΜΕΣΑ Σ΄ΑΥΤΑ.

3. Η ΤΡΙΤΗ ΜΥΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΟΡΙΑΚΗ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ “ ΤΡΙΠΛΑΙΣ ΑΜΑΞΙΤΟΙΣ” ΕΚΕΙ ΠΟΥ Ο ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΛΑΪΟ ΔΗΛΑΔΗ ΣΤΟ ΤΡΙΣΤΡΑΤΟ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ, ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ. ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ, ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΥΗΣΗ ΚΑΙ ΠΕΡΝΑΕΙ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ. ΑΠΟΚΤΑ ΔΗΛΑΔΗ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ ΤΡΙΑΔΟΣ, ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΟ. ΤΟΤΕ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΖΟΝΤΑΙ, ΚΙ ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ: “ΕΔΩ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΟΥΝ”. ΛΕΓΕΤΑΙ ΑΠΛΑ ΑΛΛΑ Η ΕΜΒΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ. ΤΟΤΕ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΘΕΛΕΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΥΡΙΣΕΙ ΠΙΣΩ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΠΡΑΞΕΙ ΑΡΝΗΤΙΚΑ Ή ΝΑ ΣΥΜΠΡΑΞΕΙ ΜΕ ΤΟ ΚΑΚΟ, ΤΟ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ ΚΑΚΟ. ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΩΤΕΡΟ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΟΝΑΔΑ ΤΟΥ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΠΟΛΛΩΝ.

“ ΕΝ ΔΕ ΑΠΟΛΛΩΝ”: ΕΛΕΓΑΝ ΟΙ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΟΙ, ΚΙ ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ ΜΟΝΑΔΟΣ, ΤΟΤΕ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟΣ. ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΥΗΣΗ.

4. Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΥΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΜΥΗΣΗ, ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΟΣ. ΔΙΑΣΠΑΤΑΙ Ο ΑΙΤΙΑΤΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΜΟΝΙΜΑ ΑΤΟΜΑ ΠΟΥ ΕΔΡΕΥΟΥΝ ΣΤΟ DNA KAI RNA ΔΙΝΟΥΝ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΕΣ ΤΟΥΣ. ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΟΛΑ ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΙΑ ΟΡΙΑΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΚΗ ΕΚΡΗΞΗ ΟΠΩΣ ΕΚΕΙΝΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΙ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΟΝΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΑΣΤΗΘΗΚΕ. ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΧΑΝ ΕΠΙΣΗΜΑΝΕΙ ΠΟΛΛΑΠΛΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ. ΘΑ ΑΝΑΦΕΡΟΥΜΕ ΜΙΑ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΤΟΥΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑ ΣΤΟ ΛΥΚΕΙΟΝ ΟΡΟΣ ΤΗΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ. Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ Ή ΚΡΟΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΥΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ. ΤΟ ΝΑ ΥΠΕΡΒΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ.

ΕΤΣΙ Η ΣΦΙΓΓΑ ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΙΣ 4 ΜΥΗΣΕΙΣ. ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΔΙΕΥΡΥΝΘΕΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΚΑ ΣΕ ΟΡΙΑΚΟ ΒΑΘΜΟ ΤΕΤΡΑΒΑΘΜΙΟ, ΔΗΛΑΔΗ ΜΥΗΤΙΚΟ, ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΕΠΙΛΥΣΕΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ. ΓΙ΄ΑΥΤΟ ΚΑΙ Η ΣΦΙΓΓΑ ΕΠΑΝΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΟΙΔΙΠΟΔΑ ΩΣ ΜΙΑΣΜΑ ΚΑΙ ΠΛΗΤΤΕΙ ΟΡΙΑΚΑ ΤΟΥΣ ΘΗΒΑΙΟΥΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΑΝΕΧΘΗΚΑΝ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΝΤΡΟΠΙΚΗ ΕΠΙΛΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΖΕΥΞΗ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΙΟΚΑΣΤΗ, Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΥΛΗ».

Η ΑΡΤΕΜΙΣ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΑΠ΄ΟΛΑ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΟΝ ΤΑΫΓΕΤΟ - ΤΑΫ ΗΓΕΤΗ Ή ΜΕΓΑ ΗΓΕΤΗ. ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΜΕΤΕΧΕΙ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΘΑΝΑΤΟΥΣ, ΣΤΟΝ ΚΥΚΛΟ ΔΗΛΑΔΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ.

ΑΡΤΕΜΙΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΛΙΣΤΩ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΔΙΑΣΥΝΔΕΕΙ ΤΗΝ ΣΕΛΗΝΗ Ή ΣΕΛΗΝΙΑΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΜΟΝΑΔΑ Ή ΑΠΟΛΛΩΝΑ. ΚΑΛΛΙΣΤΩ = ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΙΣΤΟΣ

ΓΙ΄ΑΥΤΟ ΚΑΙ Η ΑΡΤΕΜΙΣ ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ, ΑΔΕΛΦΩΝΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΕΛΗΝΙΑΚΗΣ ΥΦΗΣ ΜΕ ΤΟ ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΔΗΛΑΔΗ ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΙΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΟΝΑΔΑ, ΜΕ ΑΡΙΣΤΕΣ ΤΟΜΕΣ. ΑΡΤΕΜΙΣ = ΑΡΙΣΤΗ ΤΟΜΗ

Η ΣΕΛΗΝΙΑΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΕΧΕΙ 18 ΠΥΡΑ:

Α) ΕΠΤΑ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΦΟΡΕΑ

Β) ΕΠΤΑ ΤΟΥ ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΑΚΟΥ ΦΟΡΕΑ

Γ) ΤΕΣΣΕΡΑ ΤΟΥ ΚΑΤΩΤΕΡΟΥ ΝΟΗΤΙΚΟΥ ΦΟΡΕΑ

ΑΥΤΑ ΤΑ 18 ΣΕΛΗΝΙΑΚΑ ΠΥΡΑ ΚΑΤΑΔΥΝΑΣΤΕΥΟΥΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΕΩΣ ΟΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΕΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΑΔΕΛΦΩΘΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΜΟΝΑΔΑ ΤΟΥ. ΚΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΝΕΙ Η ΑΡΤΕΜΙΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΔΙΔΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΣΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΤΗΣ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΓΙΑ ΜΕΙΖΟΝΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΚΗ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΚΑΙ ΜΕΙΖΟΝΑ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ. ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ.

Η ΑΡΤΕΜΙΣ ΚΡΑΤΑΕΙ ΤΟΞΟ ΚΙ ΕΧΕΙ ΑΜΕΣΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΤΟΞΟΤΗ. ΤΙ ΚΥΝΗΓΑΕΙ Η ΑΡΤΕΜΙΣ; ΤΟ ΕΛΑΦΙ ΤΗΣ ΕΧΕΙ ΚΙ ΑΥΤΟ ΜΙΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΕΜΒΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΕΛΑΦΙ. ΕΙΝΑΙ Η ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΤΗΛΕΝΕΡΓΕΙΑ. ΤΗΛΕΦΟΣ = ΕΛΑΦΟΣ

ΕΧΕΙ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ “ΤΗΛΕ” ΤΩΝ ΙΩΝΩΝ ΚΑΙ ΤΟ “ΤΑΛΕ” ΤΩΝ ΔΩΡΙΕΩΝ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ “ΑΠΟ ΜΑΚΡΥΑ”, ΤΗΝ ΣΥΛΛΗΨΗ ΜΙΑΣ ΙΔΕΑΣ Ή ΤΩΝ ΣΠΕΡΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΑΠΟ ΠΟΛΥ ΜΑΚΡΥΑ. ΓΙ΄ ΑΥΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ Η ΕΝΟΡΑΣΗ Ή ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΔΙΑΝΟΙΞΕΙ ΤΗΝ ΕΝΟΡΑΣΗ ΤΟΥ ΕΧΕΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΤΗΝ ΑΡΤΕΜΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΑΦΟ ΤΗΣ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΦΕΡΝΕΙ ΚΑΠΟΤΕ Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΣΚΟΤΩΜΕΝΗ. ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΣΚΟΤΩΣΕΙ ΚΑΝΕΙΣ. ΟΙ ΕΜΠΝΕΥΣΕΙΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΕΝΝΗΘΟΥΝ, ΝΑ ΕΚΔΗΛΩΘΟΥΝ ΟΠΩΣ ΕΚΑΝΕ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΠΟΥ ΕΚΜΑΙΕΥΕ ΙΔΕΕΣ. ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΤΙΜΕΛΕΙΣ, ΖΩΣΕΣ ΚΑΙ ΤΑΧΥΤΑΤΕΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΟΞΟ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ, ΟΠΩΣ ΚΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΙ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ ΔΗΛΑΔΗ ΑΥΤΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΒΡΙΣΚΕΙ ΤΟΝ ΣΤΟΧΟ. ΓΙ΄ΑΥΤΟ ΚΑΙ Η ΑΡΤΕΜΙΣ ΛΕΓΕΤΑΙ DIANA ΣΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΝ ΛΑΤΙΝΙΚΗ, ΓΙ΄ ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΛΕΜΕ ΠΕΤΥΧΕ ΔΙΑΝΑ, ΔΗΛΑΔΗ ΒΡΗΚΕ ΤΟΝ ΣΤΟΧΟ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΕΞΗ DIANA ΒΓΑΙΝΕΙ Η ΛΕΞΗ ΖΕΝ, ΓΙ΄ ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΛΟΓΕΡΟΙ ΠΟΥ ΑΣΚΟΥΝ ΤΟ ΖΕΝ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΤΟΞΟΒΟΛΙΑ.

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΕΜΒΕΛΕΙΑ ΟΤΙ Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΠΟΥ ΑΣΚΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΣΚΟΠΕΥΕΙΝ, ΔΗΛΑΔΗ ΣΤΟ ΝΑ ΑΝΕΥΡΙΣΚΕΙ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟΣΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΕΝΟΣ, ΔΗΛΑΔΗ ΤΟ ΕΞΩΧΡΟΝΙΚΟ ΠΕΔΙΟ».

Η ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΟΙ ΑΠΛΕΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΕΣ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΙΔΟΥΝ, ΔΗΛΑΔΗ ΟΤΙ ΚΡΑΤΑΕΙ ΜΙΑ ΤΡΙΑΙΝΑ ΚΑΙ ΥΠΟΤΙΘΕΤΑΙ ΟΤΙ ΚΙΝΕΙ ΤΑ ΥΔΑΤΑ. Η ΛΕΞΗ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΟΣΙΣ + ΕΙΔΟΤΟΣ ΔΗΛΑΔΗ ΑΦΟΜΙΩΣΗ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΥΔΑΤΩΝ ΚΑΙ Η ΤΡΙΑΙΝΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΡΙΑ ΣΕ ΕΝΑ, ΤΑ ΤΡΙΑ ΕΝΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΣΕ ΕΝΑ. ΤΑ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΥΔΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΕΡΑΝΤΑ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΠΝΙΓΕΙ ΚΑΝΕΙΣ Σ΄ ΑΥΤΑ. ΔΗΛΑΔΗ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΝΑ ΥΠΟΣΤΕΙ ΤΟΝ ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΑΚΟ ΘΑΝΑΤΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΣΤΑ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΥΔΑΤΑ. Ο ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΛΑΔΑ ΑΘΗΝΑ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΤΟΠΟΙΪΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΑΛΛΑ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΗ Η ΝΙΚΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ.

Ο ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΣΥΜΒΟΛΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ. ΕΧΟΥΜΕ 3 ΑΙΘΟΥΣΕΣ:

1. ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ
2. ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ
3. ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΤΕ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΝΙΚΗΣΕΙ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΙ ΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ.

Ο ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΗ ΕΚΦΑΝΣΗ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΠΥΡΙΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΑΙ ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΟΤΑΝ Η ΓΗ ΜΑΣ ΘΑ ΕΧΕΙ ΔΙΕΥΡΥΝΘΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΣΤΟΥΣ ΠΕΡΙΤΕΛΟΥΜΕΝΟΥΣ ΚΥΚΛΟΥΣ ΤΗΣ. ΟΤΑΝ ΘΑ ΕΧΕΙ ΣΥΜΠΛΗΣΙΑΣΕΙ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ Η ΘΑΛΑΣΣΑ, ΤΟ ΝΕΡΟ ΘΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙ. ΣΙΓΟΥΡΑ ΟΜΩΣ ΘΑ ΕΧΕΙ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΥΡΙΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΟΛΩΝ ΜΑΣ, ΝΑ ΠΥΡΑΚΤΩΘΟΥΜΕ ΕΥΦΛΟΓΑ.

Ο ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΜΑΣ ΜΥΕΙ ΣΤΑΔΙΑΚΑ, ΔΗΛΑΔΗ Η ΠΟΣΙΣ ΕΙΔΟΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΥΡΑΚΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩ ΘΑΛΑΣΣΩΝ.

Η ΑΘΗΝΑ ΣΥΜΒΟΛΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΓΙ΄ΑΥΤΟ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΚΡΑΙΑ ΠΟΛΗ Ή ΑΚΡΟΠΟΛΗ. Η ΠΕΡΙΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΗΝ ΑΥΡΑ. Η ΑΣΠΙΔΑ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΥΡΑ ΤΗΣ. Η ΑΘΗΝΑ ΣΥΜΒΟΛΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ, ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΤΗΤΑΣ Ή ΤΗΝ ΦΙΛΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ, ΓΙ΄ ΑΥΤΟ ΚΑΠΟΤΕ ΘΑ ΑΔΕΛΦΩΘΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ. Η ΑΘΗΝΑ ΛΕΓΕΤΑΙ ΑΡΕΙΑ ΓΙΑΤΙ ΕΧΕΙ ΑΜΕΣΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ. Η ΣΟΦΙΑ ΠΟΛΕΜΑ ΤΟ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ ΚΑΚΟ, ΠΟΛΕΜΑ ΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟΥ ΚΑΚΟΥ. ΠΟΛΕΜΑ ΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ ΑΝ ΚΑΙ ΚΑΠΟΤΕ ΑΝΤΙΔΙΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ, ΟΠΩΣ ΑΝΤΙΔΙΚΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ.

ΣΙΓΟΥΡΑ ΠΟΛΕΜΑ ΣΤΗ ΜΕΘΩΡΙΟ ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΕΙ ΔΙΝΕΙ ΤΙΣ ΜΑΧΕΣ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΚΕΨΗ. Η ΚΑΛΑΜΟΣ ΕΧΕΙ ΑΜΕΣΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΜΥΗΤΙΚΗ ΡΑΒΔΟ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΚΡΑΤΟΥΝ ΟΙ ΠΑΤΡΟΜΥΣΤΕΣ. ΕΝΩ ΑΚΡΑΓΓΙΖΕΙ ΤΗΝ ΓΑΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΗΤΑΝ Η ΠΡΩΤΗ ΜΑΝΤΙΣΣΑ ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΟ ΤΡΙΤΟ ΜΑΤΙ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ, ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ, ΣΤΗΝ ΜΕΤΩΠΗ. ΜΕΤΩΠΟΝ = ΜΕΤ+ΩΨ+ΩΠΟΣ Ή ΜΕΤ+ΟΦΘΑΛΜΟΣ.
ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΣΧΗΜΑΤΟΠΟΙΟΥΣΑΝ ΟΠΩΣ ΟΙ ΙΝΔΟΙ ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΜΑΤΙ Ή AJNA CHAKRA ΑΛΛΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑΤΟΠΟΙΟΥΣΑΝ ΜΕ ΤΗΝ ΛΕΞΗ ΜΕΤΩΠΟΝ.

Η ΑΘΗΝΑ ΠΟΛΕΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΡΑ ΤΗΣ, ΜΕ ΤΑ ΦΙΔΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ ΤΟΝ ΠΥΡΙΝΟ ΟΦΙ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗΣ ΣΤΗΛΗΣ ΚΑΙ ΑΦΟΥ ΤΗΝ ΠΕΡΙΖΩΝΕΙ, ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΚΕΨΗ Η ΟΠΟΙΑ ΕΝΟΙΚΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ. ΓΙ΄ ΑΥΤΟ ΚΙ Η ΑΘΗΝΑ ΕΧΕΙ ΓΕΝΝΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΑ ΔΗΛΑΔΗ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ. Η ΣΚΕΨΗ ΕΝΟΙΚΕΙ ΣΤΗΝ ΑΠΕΡΑΝΤΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΔΙΑΣΤΗΜΑΤΟΣ. ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟ ΟΝΟΜΑΤΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΟΛΟΓΙΑ, ΟΠΩΣ ΩΡΙΩΝ, ΠΛΕΙΑΔΕΣ, ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ, Κ.Λ.Π.

O HΦΑΙΣΤΟΣ ΕΠΙΤΕΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ Η ΟΠΟΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΕΚΡΟΥΣΕ. ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΕΡΜΑ ΤΟΥ ΗΦΑΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΙΟΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΕΡΜΑ ΠΟΥ ΡΙΧΤΗΚΕ ΣΤΗ ΓΗ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΕΡΙΧΘΟΝΙΟΣ.

ΕΡΙΟΝ + ΧΘΩΝ

ΑΥΤΟ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΕΜΒΕΛΕΙΑ. ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΡΙΟΝ; ΦΥΣΙΚΑ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΤΟΣΟ ΑΠΛΟΪΚΟΙ ΣΤΗΝ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥΣ. ΑΚΡΑΓΓΙΞΕ ΔΗΛΑΔΗ ΤΟ ΣΠΕΡΜΑ ΤΟΥ ΗΦΑΙΣΤΟΥ ΤΗΝ ΑΥΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΕΡΜΑ ΤΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΠΥΡΑΚΤΩΣΗ ΤΩΝ ΣΠΕΡΜΑΤΙΚΩΝ ΙΔΕΩΝ. ΑΠΟ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΥΡΑΚΤΩΣΗ Ή ΣΥΖΕΥΞΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΑΥΡΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΠΕΡΜΑΤΙΚΩΝ ΙΔΕΩΝ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ Ο ΕΡΙΧΘΟΝΙΟΣ Ή ΕΡΙΧΘΕΥΣ.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ΑΛΛΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ. ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΕΤΣΙ ΘΑ ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ. ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΦΥΛΗΣ. ΘΑ΄ ΡΘΕΙ ΩΡΑ ΠΟΥ Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΣΥΖΕΥΞΕΩΣ ΕΝΟΣ ΣΠΕΡΜΑΤΟΖΩΑΡΙΟΥ ΚΙ ΕΝΟΣ ΩΑΡΙΟΥ. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΑ ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΛΕΠΤΟΦΫΕΣΤΕΡΟ ΤΡΟΠΟ ΚΑΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΖΩΩΔΗ ΤΡΟΠΟ. ΓΙΑΤΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕΤΕΧΕΙ ΤΩΝ ΖΩΩΝ. ΓΕΝΝΑ, ΚΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΟΝΕΙΔΟΣ ΤΕΛΙΚΑ, ΓΙ ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΔΟΙΟ (ΑΙΔΩΣ) ΛΕΓΕΤΑΙ ΝΤΡΟΠΗ. ΓΕΝΝΑ ΚΑΘΟΜΟΙΟ ΤΡΟΠΟ ΜΕ ΤΑ ΖΩΑ ΚΙ ΑΥΤΟ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΞΕΛΙΧΘΕΙ.

ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΤΟΝ ΠΕΜΠΤΟ ΓΥΡΟ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΤΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟ ΓΥΡΟ ΣΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΡΙΖΑ ΦΥΛΗ. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΡΟΑΧΘΕΙ ΠΟΛΥ ΑΚΟΜΗ. ΕΧΕΙ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙ ΤΡΟΜΕΡΑ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ. ΟΤΑΝ ΘΑ ΕΞΕΛΙΧΘΕΙ ΘΑ ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΕΙ ΜΕ ΑΛΛΟ ΤΡΟΠΟ, ΟΠΩΣ ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ ΕΤΣΙ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΟΝΤΩΝ. ΑΥΤΟ ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΙ Ο ΕΡΙΧΘΕΥΣ ΔΗΛΑΔΗ ΘΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΗΝ ΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΖΕΥΞΗ ΤΟΥ ΠΥΡΙΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΥΡΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ. ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΥΡΑΚΤΩΣΗ ΜΟΝΟ Η ΓΑΙΑ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ, ΓΙ΄ ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΛΕΓΟΝΤΑΙ ΠΥΡΙΝΟΙ ΚΟΣΜΟΙ ΟΙ ΑΝΩΤΕΡΟΙ ΚΟΣΜΟΙ.

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΡΙΑ ΠΥΡΑ:

ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΠΥΡ

ΤΟ ΗΛΙΑΚΟ ΠΥΡ

ΠΥΡ ΔΙΑ ΤΡΙΒΗΣ

H ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ. Ο ΠΛΑΤΩΝ ΛΕΕΙ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΑΝΤΙΔΙΚΙΣΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΗΣΙΟΔΟ ΓΙΑ ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΑΦΩΝΗΣΟΥΜΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΣΤΟ ΟΤΙ Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΔΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΔΗΛΑΔΗ Η ΑΝΑΔΥΣΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΦΡΟΥΣ. ΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΤΗΝ ΝΤΥΝΟΥΝ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΩΡΕΣ: Η ΔΙΚΗ, Η ΕΥΝΟΜΙΑ ΚΑΙ Η ΕΙΡΗΝΗ. ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΝΤΥΘΕΙ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΟΛΥΜΠΟ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ.

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΠΑΝΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΝΔΗΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΕΧΕΙ ΔΥΟ ΕΚΦΑΝΣΕΙΣ: ΠΑΝΔΗΜΟΣ ΚΑΙ ΟΥΡΑΝΙΑ. ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΥΡΑΝΙΟΣ ΕΡΩΣ, ΕΙΝΑΙ Ο ΠΤΕΡΩΤΟΣ ΚΟΣΜΙΚΟΣ ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΙΣΜΟΣ. ΤΟΝ ΒΟΗΘΑΕΙ ΝΑ ΑΝΕΒΕΙ ΣΤΟΝ ΟΛΥΜΠΟ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ.

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ΔΙΚΑΙΟΣ, ΕΥΝΟΜΟΥΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΕΙΡΗΝΕΥΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΤΟΛΜΗΣΕΙΣ ΤΗΝ ΑΝΟΔΟ ΣΤΟΝ ΟΛΥΜΠΟ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΩΣ.

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ, Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ Ή ΧΡΙΣΤΙΚΗ ΑΓΑΠΗ, ΓΙ΄ΑΥΤΟ ΚΙ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΓΕΝΝΗΜΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ = MARE = ΘΑΛΑΣΣΑΣ. ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΜΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ, ΟΙ ΜΙΣΑΛΟΔΟΞΙΕΣ ΟΤΑΝ ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΕΝΑΣ ΠΑΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΝΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ. ΙΣΑ ΙΣΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΑΓΝΗ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΗ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΜΒΕΛΕΙΑ. ΟΛΑ ΤΑ ΕΞΩΡΑΪΖΕΙ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΕΒΑΖΕΙ ΨΗΛΑ. ΔΟΜΕΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΑ ΣΤΕΡΟΥΜΕΝΑ ΛΟΓΙΚΗΣ. ΟΤΑΝ ΤΑ ΦΤΕΡΩΝΕΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΤΟΝ ΠΗΓΑΣΟ ΤΟ ΦΤΕΡΩΤΟ ΑΛΟΓΟ Κ.Τ.Λ. ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΚΑΤΟΛΙΣΘΗΣΕΙΣ ΚΑΤΩΔΙΑΦΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ Ή ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΕΣ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΩΤΑΤΗ ΚΛΙΜΑΚΑ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΠΙΟ ΥΨΗΛΗ. ΓΙ΄ ΑΥΤΟ ΚΙ Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΥΨΙΣΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ Ή ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑΣ.

ΠΑΡΑΔΙΔΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΗΦΑΙΣΤΟ ΤΟΝ ΧΩΛΟ ΘΕΟ. ΓΙΑΤΙ ΧΩΛΑΙΝΕΙ Ο ΗΦΑΙΣΤΟΣ; Ο ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΙ ΤΟΥΣ ΠΥΡΙΝΟΥΣ ΚΟΣΜΟΥΣ, ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣ, ΚΑΙ ΤΟ ΠΥΡ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ. ΣΤΗΝ ΚΑΤΩΤΕΡΗ ΕΚΦΑΝΣΗ ΤΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΙ ΤΟ ΠΥΡ ΔΙΑ ΤΡΙΒΗΣ, ΤΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΟ ΠΥΡ, ΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ. Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΧΩΛΑΙΝΕΙ ΑΛΛΑ Η ΤΕΧΝΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΤΙΜΕΛΗΣ. Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΙ ΤΟ ΩΡΑΙΟ, ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ. ΣΥΝΕΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΖΕΥΧΘΕΙ Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ [ΗΦΑΙΣΤΟΣ] ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ [ΑΦΡΟΔΙΤΗ], ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟΥ ΚΑΚΟΥ, ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΣΥΝΑΚΟΛΟΥΘΑ ΠΟΥ ΣΥΝΑΝΤΑΜΕ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ. ΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΟΥΣ ΗΛΙΘΙΟΥΣ ΠΑΣΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΞΕΡΟΥΝ ΝΑ ΧΕΙΡΙΖΟΝΤΑΙ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ, ΕΙΝΑΙ ΣΑΡΚΙΝΑ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΜΗΧΑΝΗΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΟΥΤΕ ΚΑΡΔΙΑΣ, ΟΥΤΕ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΟΣ, ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΣΚΕΨΕΩΣ.

ΓΙ΄ΑΥΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟ ΩΡΑΙΟΝ ΤΟ ΕΙΧΑΝ ΣΥΖΕΥΞΕΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΠΟΥ ΗΤΑΝ Ο ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩΤΕΡΗ ΕΚΦΑΝΣΗ ΤΟΥ. ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΗ ΕΚΦΑΝΣΗ ΤΟΥ ΤΟΝ ΠΑΙΡΝΕΙ Η ΗΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΤΑΕΙ ΣΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΙΣ ΣΙΝΤΙΕΣ, ΤΗΝ ΘΕΤΙΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΡΥΝΟΜΗ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΘΕΤΙΣ. ΘΕΤΙΣ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ. Η ΕΥΡΥΝΟΜΗ ΕΙΝΑΙ Η ΕΥΡΥΤΑΤΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΜΕΣΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΕΣ ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΣΜΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ Η ΟΠΟΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΝΟΜΟΥΣ.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΟΜΟΣ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ. Ο ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ΤΑ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΓΙ΄ ΑΥΤΟ ΚΑΙ ΠΕΤΙΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΘΑΛΑΣΣΑ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΥΖΕΥΞΕΙ ΑΡΜΟΝΙΚΑ ΤΟ ΠΥΡ ΜΕ ΤΟ ΥΔΩΡ ΓΙ΄ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΚΑΒΕΙΡΟΣ. ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΣΥΖΕΥΞΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΑ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΠΥΡΑΚΤΩΜΕΝΑ ΤΟΥ ΥΔΑΤΑ ΜΕ ΤΑ ΣΥΓΚΙΝΗΣΙΑΚΑ ΤΟΥ ΥΔΑΤΑ. ΟΙ ΚΑΒΕΙΡΟΙ ΣΤΑ ΚΑΒΕΙΡΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ, ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΚΑΒΕΙΡΩΣ ΗΤΑΝ ΟΛΟΙ ΗΦΑΙΣΤΙΟΙ ΚΑΙ ΔΟΜΟΥΣΑΝ ΤΟΥΣ ΝΑΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΤΑ ΣΤΟΜΙΑ ΤΩΝ ΗΦΑΙΣΤΙΩΝ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΓΟΥΝ ΤΙΣ ΥΠΕΡΕΝΤΑΣΕΙΣ, ΤΟΥΣ ΣΕΙΣΜΟΥΣ. ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΓΕΝΝΟΥΣΑΝ [ ΓΙΑΤΙ ΤΗΝ ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΗΝ ΒΡΗΚΕ Ο ΚΑΔΜΟΣ ΣΤΗΝ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ], ΤΗΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΕΠΕΛΘΕΙ ΜΙΑ ΕΞΙΣΟΡΡΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΣΤΗ ΓΗ. Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΔΕΝ ΣΥΖΕΥΓΝΥΤΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΟΝ ΗΦΑΙΣΤΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΗ.

Ο ΑΡΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. ΕΧΕΙ ΠΑΡΑΝΟΗΘΕΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΚΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΡΑ ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ Ο ΜΕΓΑΣ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΕΙΧΕ ΠΕΙ: «ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΑΤΗΡ ΠΑΝΤΩΝ».
 
Η ΛΕΞΗ ΑΡΗΣ ΑΝΑΓΡΑΜΜΑΤΙΖΟΜΕΝΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΗΡ Ή ΗΡΑ ΚΑΙ ΟΝΤΩΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΗΡΑΣ. ΠΩΣ ΣΥΝΕΛΗΦΘΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΡΑ; ΣΥΝΕΛΗΦΘΗ ΜΕ ΒΟΤΑΝΑ ΚΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΙΚΟΝΟΠΛΑΣΙΑ. ΟΠΩΣ ΤΑ ΑΝΘΕΑ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΩ ΘΕΑ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΧΥΒΙΑ, ΕΤΣΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΚΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΧΥΒΙΟΣ. ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΩΔΙΑΦΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ ΜΑΣ, ΜΕ ΟΛΟ ΤΟ ΟΙΚΕΙΟ ΚΑΚΟ, ΕΙΤΕ ΣΕ ΑΤΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΙΤΕ ΣΕ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ, ΕΙΤΕ ΣΕ ΕΘΝΙΚΗ, ΕΙΤΕ ΣΕ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ. ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΧΥΒΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ. ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΛΥΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΡΚΕΣΕΙ ΓΙΑΤΙ ΑΝ ΔΙΑΡΚΕΣΕΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟΣ.
 
ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΣΜΗ ΤΩΝ ΑΝΘΕΩΝ ΣΥΝΕΛΑΒΕ Η ΗΡΑ ΤΟΝ ΑΡΗ, ΔΗΛΑΔΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΒΡΑΧΥΒΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΟΥΣ ΑΝΩ ΚΟΣΜΟΥΣ Ή ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΟΔΗΓΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΣΤΟΥΣ ΑΝΩ ΚΟΣΜΟΥΣ.

Ο ΑΡΗΣ ΟΝΟΜΑΖΟΤΑΝ ΠΥΛΑΙΟΣ. ΤΗΝ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΕΔΩΣΕ ΣΤΗΝ ΠΥΛΟ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΚΙ ΟΠΩΣ ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΙ Ο ΟΜΗΡΟΣ ΕΚΕΙ ΤΑ ΒΡΗΚΕ ΣΚΟΥΡΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΙΓΟ ΝΑ ΤΕΛΕΥΤΗΣΕΙ ΑΛΛΑ ΠΑΡΟΛΑΥΤΑ ΕΓΙΝΕ ΑΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ. ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΥΤΟ; Η ΠΥΛΟΣ ΗΤΑΝ Η ΠΥΛΗ ΤΟΥ ΑΔΗ. ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΕΚΦΑΝΣΗ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΘΟΡΙΟΥ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΟΡΑΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΟΡΑΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. ΚΑΙ ΟΝΤΩΣ ΕΑΝ ΔΙΑΛΟΓΙΣΘΕΙ ΟΠΟΙΟΣΔΗΠΟΤΕ ΑΠΟ ΕΜΑΣ ΘΑ ΔΕΙ ΟΤΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΟΥ ΔΙΑΛΟΓΙΖΕΤΑΙ Ή ΠΟΥ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΤΗΝ ΠΥΛΗ ΤΟΥ ΑΔΗ, ΤΗΝ ΠΥΛΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ. ΟΤΑΝ ΣΥΛΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΠΩΣ ΘΑ ΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΚΕΚΤΗΜΕΝΑ, ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΑΙΣΘΗΤΟ ΚΟΣΜΟ, ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΤΟΧΕΣ ΟΠΟΙΕΣΔΗΠΟΤΕ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΑΦΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΙ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΕΜΠΟΛΕΜΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΥΠΟΣΤΕΙ ΜΙΑ ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΔΗΛΑΔΗ ΤΟΥ ΟΙΚΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΚΑΙ ΕΝΟΙΚΕΙ. ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΣΤΗΝ ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΝΔΟΧΩΡΑ, ΣΤΟΝ ΠΥΡΙΦΛΕΓΕΘΟΝΤΑ, ΣΤΟΝ ΚΟΚΥΤΟ, ΣΤΟΝ ΑΧΕΡΟΝΤΑ Ή ΣΤΗΝ ΣΤΥΓΑ. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΔΕΙΝΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΙ ΕΚΕΙ ΓΙΝΕΤΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ. ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΤΕΛΙΚΑ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΤΗΝ ΜΕΘΟΡΙΟ ΤΟΥ ΟΡΑΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΟΡΑΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. ΤΟ ΗΞΕΡΑΝ ΑΥΤΟ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΕΛΕΓΑΝ ΟΤΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ Ή ΑΡΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΥΛΑΙΟΣ.
 
Ο ΑΡΗΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΜΕΘΟΡΙΟ ΤΟΥ ΟΡΑΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΟΡΑΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΚΕΙ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΤΕΛΕΥΤΗΣΕΙ. ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΑΝ ΔΗΛΑΔΗ ΟΤΙ ΟΤΑΝ Η ΕΜΠΟΛΕΜΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ ΟΡΑΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΟΡΑΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΓΙΝΕΙ ΕΙΡΗΝΙΚΗ, ΟΤΑΝ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΗΛΑΔΗ ΣΥΜΦΙΛΙΩΘΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΟΡΑΤΟ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ, ΜΕ ΤΟΝ ΤΟΝ ΑΟΡΑΤΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΤΕ Ο ΑΡΗΣ ΘΑ ΤΕΛΕΥΤΗΣΕΙ. ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΟΜΩΣ ΑΥΤΟ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΤΗΡ ΠΑΝΤΩΝ. ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΙ Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΥΖΕΥΓΝΥΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΗ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΖΕΥΞΗ ΑΥΤΗ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ Η ΑΡΜΟΝΙΑ. Η ΑΡΜΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΜΟΝΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΑΜΑΧΗΣ. ΟΛΕΣ ΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΕΣ ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΩΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΡΜΟΝΙΑ ΜΕΣΩ ΔΙΑΜΑΧΗΣ. ΚΙ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΖΕΥΞΗ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΗ. ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΥΖΕΥΓΝΥΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΕΡΜΗ ΚΑΙ ΣΥΝΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΟΝ ΘΕΙΟ ΕΡΜΑΦΡΟΔΙΤΟ, ΜΙΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΜΕΝΗ ΕΙΚΟΝΟΠΛΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.

Ο ΕΡΜΗΣ ΕΧΕΙ ΓΕΝΝΗΘΕΙ ΣΤΗΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ, ΣΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΑ, ΣΤΗΝ ΚΥΛΛΗΝΗ. ΚΥΛΛΗΝΗ ΘΑ ΠΕΙ ΚΥΛΛΟΣ = ΚΕΚΑΜΜΕΝΑ ΠΟΔΙΑ. ΞΕΡΟΥΜΕ ΟΤΙ ΤΟ ΚΥΟΦΟΡΟΥΜΕΝΟ Ή Η ΚΥΟΦΟΡΟΥΜΕΝΗ ΟΝΤΟΤΗΤΑ ΕΧΕΙ ΚΕΚΑΜΜΕΝΑ ΠΟΔΙΑ. ΕΡΜΗΣ ΘΑ ΠΕΙ ΣΠΕΡΜΑ = ΕΡΜΑ = ΕΡΜΗΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΦΑΝΣΗ ΤΟΥ. Ο ΕΡΜΗΣ ΔΟΜΗΣΕ ΤΗΝ ΛΥΡΑ ΟΤΑΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΥΚΑΛΟ ΜΙΑΣ ΧΕΛΩΝΑΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΒΡΗΚΕ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ. ΔΟΜΗΣΕ ΤΗΝ ΕΠΤΑΧΟΡΔΗ ΛΥΡΑ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΤΗΝ ΕΙΔΕ Ο ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ ΤΗΝ ΖΗΤΗΣΕ ΕΝΑΝΤΙ ΤΡΙΩΝ ΜΕΛΙΣΣΩΝ ΤΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΥΜΝΟ ΣΤΟΝ ΕΡΜΗ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ: «ΤΙΣ ΤΕΧΝΗ, ΤΙΣ ΜΟΥΣΑ ΑΜΗΧΑΝΕΩΝ ΜΕΛΕΔΩΝΩΝ, ΤΙΣ ΤΡΙΒΟΣ; ΑΤΡΕΚΕΩΣ ΓΑΡ ΑΜΑ ΤΡΙΑ ΠΑΝΤΑ ΠΑΡΕΣΤΙΝ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΗΔΥΜΟΝ ΥΠΝΟΝ ΕΛΕΣΘΑΙ» [ΣΤΟΝ ΕΡΜΗ, 447-449].
 
ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΣΤΑ ΤΡΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ, ΔΗΛΑΔΗ ΣΤΗΝ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΟΣ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ, ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΓΗΪΝΑ ΣΕ ΕΝΑ ΑΝΩΤΕΡΟ ΕΠΙΠΕΔΟ. ΕΡΩΤΑΣ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΤΕΡΩΤΟΣ ΚΟΣΜΙΚΟΣ ΗΛΕΚΤΡΟΜΑΓΝΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΗΔΥΜΟΣ ΥΠΝΟΣ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΕ ΜΥΗΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΣΤΙΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΤΕΡΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ. ΟΤΑΝ ΔΙΑΛΟΓΙΖΕΤΑΙ, ΟΤΑΝ ΑΚΟΥΕΙ ΜΟΥΣΙΚΗ, ΟΤΑΝ ΚΑΝΕΙ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΟΥΤΩ ΚΑΘΕΞΗΣ. ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ, ΚΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΙ Η ΛΕΞΗ ΜΥΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΩ = ΚΛΕΙΝΩ ΤΟΥΣ ΟΦΘΑΛΜΟΥΣ ΔΗΛΑΔΗ ΠΕΡΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΡΑΤΟ ΣΤΟΝ ΑΟΡΑΤΟ ΚΟΣΜΟ. ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΟΤΑΝ ΛΕΕΙ ΗΔΥΜΟΝ ΥΠΝΟ ΕΝΝΟΕΙ ΓΛΥΚΥ ΠΕΡΑΣΜΑ. ΗΔΥΜΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΜΥΗΤΙΚΟΣ ΕΞ ΟΥ ΚΑΙ ΔΕΥΚΑΛΙΩΝ = ΔΕΥΚΥΣ + ΑΛΙΩΝ = Ο ΓΛΥΚΟΘΑΛΑΣΣΙΟΣ, ΕΞ ΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΥΔΕΥΚΥΣ = ΠΟΛΥ + ΔΕΥΚΥΣ = ΠΟΛΥ ΓΛΥΚΥΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ ΑΘΑΝΑΤΟΣ ΔΗΛΑΔΗ Ο ΠΟΛΥ ΜΥΗΜΕΝΟΣ.
 
Ο ΕΡΜΗΣ ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Ο ΔΟΜΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΥΡΑΣ. Η ΛΥΡΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΨΥΧΗ ΕΙΝΑΙ ΟΙ 7 ΧΟΡΔΕΣ, ΟΙ 7 ΑΚΤΙΝΕΣ ΕΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΕΚΔΗΛΩΝΕΤΑΙ ΕΝ ΤΕΛΕΙ Η ΨΥΧΗ. Η ΧΕΛΩΝΑ, ΤΟ ΚΑΥΚΑΛΟ, ΕΙΝΑΙ Η ΧΕΛΩΝΑ – ΛΕΧΩΝΑ, Η ΓΥΝΑΙΚΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΓΕΝΝΗΣΕΙ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΟΝ ΠΟΥ ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΜΗΣΕΙ ΤΑ ΠΕΝΤΕ ΤΟΥ ΑΙΘΕΡΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΝΟΙΞΕΙ ΤΟΥΣ 7 ΑΓΩΓΟΥΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ, ΝΑ ΔΟΜΗΣΕΙ ΤΗΝ ΛΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΝΑ ΦΤΑΣΕΙ ΣΤΗΝ ΟΥΡΑΝΙΑ ΛΥΡΑ.

Η ΗΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗΡΑ, ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ ΓΙ΄ ΑΥΤΟ ΚΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΧΑΣΕΙ ΤΟΝ ΑΝΤΡΑ ΤΗΣ ΛΕΓΕΤΑΙ ΧΗΡΑ ΔΗΛΑΔΗ ΕΙΝΑΙ ΗΡΑ, ΣΥΖΕΥΓΜΕΝΗ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΗΣ. ΔΕΝ ΤΗΝ ΗΘΕΛΑΝ ΝΑ ΣΥΖΕΥΓΝΥΤΑΙ ΜΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ, ΤΗΝ ΗΘΕΛΑΝ ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΝΑ ΣΥΖΕΥΓΝΥΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΚΑΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΑΝ ΧΗΡΑ.

Η ΗΡΑ ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΑΥΤΗ ΠΑΡΕΞΗΓΗΜΕΝΗ ΘΕΟΤΗΤΑ. ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΛΕΧΘΟΥΝ ΠΟΛΛΑ. ΓΙΑΤΙ ΑΝΤΙΔΙΚΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑ, ΓΙΑΤΙ Η ΨΥΧΗ ΤΕΛΙΚΑ ΑΝΤΙΔΙΚΕΙ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΟΝΑΔΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΝΘΕΣΗ, ΔΗΛΑΔΗ Ο ΔΙΑΣ.

Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΕΙΝΑΙ ΣΥΖΕΥΞΗ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ, ΑΛΗΘΟΥΣ ΚΑΙ ΑΓΑΘΟΥ ΓΙ΄ΑΥΤΟ ΚΙ Η ΗΡΑ ΑΝΤΙΔΙΚΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΗΛΟ ΤΗΣ ΕΡΙΔΟΣ. ΟΤΑΝ ΕΡΘΕΙ Η ΑΡΜΟΝΙΑ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΘΑ ΣΥΖΕΥΧΘΟΥΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ. ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΜΕΙΖΟΝΕΣ ΑΚΤΙΝΕΣ ΘΑ ΣΥΖΕΥΧΘΟΥΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΘΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΕΙ ΑΡΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΙΑΜΑΧΗ.

ΤΟΤΕ ΘΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ Ο ΤΡΩΪΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟ ΓΙΑΤΙ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ. ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΤΡΟΙΑΣ.
 
Η ΗΡΑ ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΑΘΟΥ ΣΤΟ ΑΡΓΟΣ ΛΟΥΖΕΤΑΙ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ ΚΑΙ ΞΑΝΑΑΠΟΚΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΘΕΝΙΑ ΤΗΣ.

Η ΕΣΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΑΡΑΜΕΛΗΜΕΝΗ ΘΕΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟΝ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ. ΕΝΩ ΤΟ ΠΥΡ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ ΣΗΜΑΙΝΕ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ. ΣΗΜΕΡΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΑΤΙ ΤΟ ΚΑΤΩΔΙΑΦΡΑΓΜΑΤΙΚΟ, ΔΗΛΑΔΗ ΦΑΓΗΤΟ.

ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟ ΠΥΡ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ ΗΤΑΝ ΙΕΡΟ. ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΣΤΙΑ; ΟΤΑΝ ΟΠΟΙΟΣΔΗΠΟΤΕ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΣ ΔΙΕΓΕΡΤΗΣ ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΕΚΤΗ ΣΤΕΛΝΕΤΑΙ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΚΕΝΤΡΟΜΟΛΩΝ ΝΕΥΡΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΑΛΥΤΩΝ ΣΤΟΝ ΕΓΚΕΦΑΛΟ. ΕΚΕΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΜΙΑ ΕΣΤΙΑ ΜΕ ΟΠΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ ΚΑΙ ΜΕ ΠΑΛΜΙΚΕΣ ΔΟΝΗΣΕΙΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ 9-12, 12-25, 25-30 ΚΑΙ ΑΝΩ. ΕΚΕΙ ΕΓΓΡΑΦΕΤΑΙ Η ΕΣΤΙΑ ΑΥΤΗ ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΣΤΑ ΥΠΟΦΛΟΙΑ ΓΑΓΓΛΙΑ, ΣΤΟΝ ΜΕΣΟ ΜΥΕΛΟ, ΣΤΟ ΟΠΤΙΚΟ ΤΟΞΟ, ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΚΕΦΑΛΙΔΑ ΚΑΙ ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΟΝ ΝΩΤΙΑΙΟ ΜΥΕΛΟ.
 
ΟΤΑΝ ΔΙΑΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΜΙΑ ΕΣΤΙΑ. ΑΝ ΔΙΑΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΩΡΑ ΤΟΤΕ ΠΥΡΑΚΤΩΝΕΤΑΙ, ΚΙ ΑΥΤΗ Η ΠΥΡΑΚΤΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΥΡ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, ΤΟ ΙΕΡΟ ΠΥΡ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ. ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΕΡΟ ΠΥΡ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ Ο ΠΛΑΤΩΝ ΟΤΑΝ ΕΛΕΓΕ: “ΕΞΑΙΦΝΗΣ ΠΥΡ”, ΔΗΛΑΔΗ ΦΩΣ ΔΙΑΧΕΕΤΑΙ.
 
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΟΣΔΟΤΟ ΦΩΣ, ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΑ ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΤΑΙ ΜΙΑ ΠΥΡΑΚΤΩΣΗ. ΤΟ “ΕΞΑΙΦΝΗΣ” ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΔΕΙΧΝΕΙ ΟΤΙ ΕΤΣΙ ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΙΔΕΕΣ. Ο ΑΠΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΛΕΕΙ: “ΦΩΤΙΣΤΗΚΑ” Ή “ΒΡΗΚΑ ΛΥΣΗ”. ΤΟ ΦΩΣ ΕΡΧΕΤΑΙ ΜΕ ΠΥΡΑΚΤΩΣΗ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΣΤΙΑΣΕΩΣ ΚΙ ΑΥΤΟ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΚΙ ΕΠΙ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΔΙΟΥ. ΑΝ ΕΝΑΣ ΣΥΓΚΛΙΝΩΝ ΦΑΚΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΕΠΙΜΕΙΝΕΙ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΘΑ ΠΥΡΑΚΤΩΘΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΕΠΕΛΘΕΙ ΠΥΡΑΚΤΩΣΗ.
 
Η ΕΣΤΙΑ ΛΟΙΠΟΝ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΑΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑΣΗ ΚΑΙ ΓΙ΄ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ. ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΡΕΙΣ ΗΛΙΟΙ:
 
1. Ο ΦΥΣΙΚΟΣ
2. Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
3. Ο ΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ

Ο ΔΙΑΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΟ ΑΙΘΕΡΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ. Ο ΔΙΑΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΤΕΡΗ ΕΚΔΟΧΗ ΣΤΟ ΛΥΚΕΙΟΝ ΟΡΟΣ ΤΗΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΩΣΕ ΣΤΗΝ ΙΔΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΔΙΚΤΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ.

ΣΤΟ ΛΥΚΕΙΟΝ ΟΡΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΑΝ ΦΩΤΙΣΤΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΛΥΚΑΥΓΕΣ – ΛΥΚΑΒΗΤΟΣ, ΛΥΚΟΣ, ΛΥΚΕΙΟΝ.
 
ΑΡΚΑΔΙΑ ΑΝΑΓΡΑΜΜΑΤΙΖΟΜΕΝΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΡΑ ΔΙΑ = Η ΚΕΦΑΛΗ ΤΟΥ ΔΙΑ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΡΔΙΑ, ΣΥΓΚΟΠΤΕΤΑΙ ΤΟ «Α» ΚΑΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ. ΑΡΑ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ ΠΟΥ ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΤΕΙ ΑΓΑΠΗ, ΓΙΑΤΙ ΤΕΛΙΚΑ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΥΝΔΕΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΜΕ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ. ΟΛΟ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ.

ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Η ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΓΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΥΡΙΝΗ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ ΚΟΣΜΟΥ. ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΣΤΟ ΛΥΚΕΙΟΝ ΤΗΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ ΣΤΗΝ ΔΙΚΤΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΙΔΗ. ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΥΤΟ;
 
ΙΔΗ – ΙΔΑΙΟΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΓΝΩΣΗ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΘΕΙ ΤΗΝ ΓΝΩΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΕΥΡΥΝΘΕΙΣ ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΑ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΨΕΙΣ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΟΥ ΤΟΠΙΚΙΣΜΟΥ. ΜΕΤΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΨΕΙΣ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΓΑΙΟΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΚΑΙ ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΝΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΕΥΡΥΝΕΙΣ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ ΣΟΥ ΣΕ ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟ ΕΥΡΟΣ. ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΙΔΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΔΙΚΤΗ ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΔΙΚΤΥΩΣΗ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΔΙΚΤΥΩΤΟ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΜΕ ΑΝΑΒΑΘΜΟΥΣ ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ, ΝΑ ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΘΕΙΣ ΤΗΝ ΓΗΪΝΗ ΝΟΟΣΦΑΙΡΑ ΚΑΙ ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΝ ΗΛΙΑΚΗ, ΤΗΝ ΓΑΛΑΞΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΗ ΔΗΛΑΔΗ ΤΗΝ ΚΟΣΜΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ. ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΥΚΟΛΟ, ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΘΛΟΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΠΟΠΟΙΪΑ ΠΟΥ ΑΝΑΜΕΝΕΙ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΓΕΝΟΣ. ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΔΙΕΣ, ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΔΗΛΑΔΗ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΓΙΝΕΙ ΑΚΟΜΗ.

Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΣΥΝΕΧΕΤΑΙ ΑΜΕΣΑ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΔΗΣ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΕΙ Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ = ΔΙΟΣ+ΝΥΣΣΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΟΣ ΟΡΟΣ.

Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ Ή ΑΔΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΨΥΧΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΣΥΝΔΟΜΟΥΝ ΕΝΑ ΟΡΟΣ ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ. ΕΙΝΑΙ ΔΗΛΑΔΗ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΠΟΘΑΝΟΝΤΕΣ, ΟΛΕΣ ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΕΚΕΙΝΩΝ ΠΟΥ ΕΦΥΓΑΝ. ΔΟΜΟΥΝ ΕΝΑ ΟΡΟΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΝΟΙΚΕΙ Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ. ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΙ Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΕΜΕΛΗ ΤΗΝ ΣΕ ΜΕΛΗ ΧΩΡΙΣΜΕΝΗ ΟΝΤΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΘΗΒΑ.

ΘΗΒΑ = Θ+ΗΒΗ = ΕΠΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ.

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΠΙΣΤΕΥΑΝ ΣΤΙΣ ΕΠΑΝΑΓΕΝΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΟΜΕΝΩΣ Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΕΣ ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΕΠΑΝΑΓΕΝΝΩΝΤΑΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΙ Ο ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΔΜΟ ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΟΥΝ ΟΤΙ ΗΒΟΥΝ ΣΤΙΣ ΒΑΚΧΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΔΗΛΑΔΗ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΟ ΤΟΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΚΑΙ ΕΧΟΥΝ ΞΑΝΑΓΕΝΝΗΘΕΙ.

ΠΕPI ΤΗΣ ΣΤΩΙΚΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ TOΥ ΑΓΑΘΟΥ

Ἀ­κο­λου­θών­τας τή σω­κρα­τι­κή πα­ρά­δο­ση, οἱ Στω­ι­κοί ὑ­πο­θέ­τουν ὅτι, γιά νά ἐ­πι­τύ­χει κά­νεις τήν πραγ­μα­τι­κή εὐ­δαι­μο­νί­α, γιά νά ἀ­πο­κτή­σει ἕ­να σω­στό βί­ο, χρει­ά­ζε­ται νά ἔ­χει μιά ὁ­ρι­σμέ­νη ἱ­κα­νό­τη­τα, τήν ὁ­ποί­α μπο­ροῦ­με νά ὀ­νο­μά­σου­με ἀ­ρε­τή. Πρέ­πει κα­νείς νά εἶ­ναι κα­λός στό νά φρον­τί­ζει τόν ἑ­αυ­τό του, στό νά ἀν­τι­με­τω­πί­ζει ὁ­λες τίς κα­τα­στά­σεις καί τά προ­βλή­μα­τα πού συ­ναν­τᾶ στή ζω­ή. Ἀκολουθώντας τόν Σω­κρά­τη, οἱ Στω­ι­κοί πι­στεύ­ουν ὅτι αὐτή ἡ ἱ­κα­νό­τη­τα εἶ­ναι μιά πραγ­μα­τι­κή τέ­χνη, ἡ τέ­χνη τοῦ ζῆν, καί ὅτι ἡ σο­φί­α, ἡ τέ­λεια λο­γι­κό­τη­τα, ἡ τε­λει­ό­τη­τα τοῦ ὀρ­θοῦϋ λό­γου, συ­νί­στα­ται στή γνώ­ση αὐ­τῆς τῆς τέ­χνης.

Ἀρ­κε­τά εὔ­λο­γα οἱ Στω­ι­κοί ὑ­πο­θέ­τουν ὅτι ἡ ἄ­ρε­τη δέν εἶ­ναι κά­τι μέ τό ὁποῖο ἔ­χου­με γεν­νη­θεῖ, κά­τι πού, κα­τ’ αὐτή τήν ἔν­νοι­α, δι­α­θέ­του­με ἐκ φύσε­ως. Εἶ­ναι κά­τι πού ἐ­μεῖς, μέ τίς δι­κές μας προ­σπά­θει­ες, ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε νά τό ἀ­πο­κτή­σου­με. Ἀλλά οἱ Στω­ι­κοί πι­στεύ­ουν ἐ­πί­σης ὅτι ὑ­πάρ­χει μιά ἄλ­λη ἔν­νοι­α κα­τά τήν ὁ­ποί­α εἴ­μα­στε ἐκ φύ­σε­ως ἐ­νά­ρε­τοι. Πι­στεύ­ουν ὅτι ἡ φύ­ση ἔ­χει κα­τα­σκευά­σει τά ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα μέ τέ­τοι­ο τρό­πο ὥ­στε, ἄν ὁ­λα πή­γαι­ναν σω­στά, θά γι­νό­μα­σταν στήν πο­ρεί­α τῆς φυ­σι­κῆς μας ἐ­ξέ­λι­ξης ἐ­νά­ρε­τοι.

Ἔ­τσι οἱ Στω­ι­κοί δι­α­θέ­τουν μιά ἐ­ξή­γη­ση γιά τό πῶς ἐ­ξε­λίσ­σον­ται τά ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα φυ­σι­ο­λο­γι­κά. Ἡ ἐ­ξή­γη­ση αὐτή, με­τα­ξύ ἄλ­λων, ἀ­πο­σκο­πε­ΐ νά δεί­ξει πῶς σέ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο θά ἀ­πο­κτού­σα­με ἐκ φύ­σεως κί­νη­τρα πού θά μᾶς ὁ­δη­γοῦ­σαν στό νά δρά­σου­με ἐ­νά­ρε­τα, πῶς σέ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο τό νά δρά­σου­με ἐ­νά­ρε­τα θά μᾶς ἐρ­χό­ταν φυ­σι­ο­λο­γι­κά, ἄν ἡ φυ­σι­ο­λο­γι­κή ἀ­νά­πτυ­ξή μας δέν συ­ναν­τοῦ­σε ἐμ­πό­δια, ἐν μέ­ρει λό­γω τῆς ἀ­να­τρο­φῆς μας, ἐν μέ­ρει λό­γω δι­κῶν μᾶς σφαλ­μά­των. Μά­λι­στα ἀ­πο­σκο­πε­ΐ ἀ­κό­μη καί στό νά δεί­ξει ὅτι, ἄν ἡ ἀ­ρε­τή σέ μιά δε­δο­μέ­νη κα­τά­στα­ση τό ἀ­παι­τή­σει, ἡ φυ­σι­κή μας τά­ση εἶ­ναι νά δρά­σου­με ἀλ­τρου­ϊ­στι­κά, ὁ­πως θά λέ­γα­με σή­με­ρα ἐ­μεῖς. Γιά τόν ἐ­νά­ρε­το ἄν­θρω­πο ὁ ὁποῖος, λό­γου χά­ριν, ὕ­στε­ρα ἀ­πό ἕ­να ναυά­γιο βρί­σκε­ται πι­α­σμέ­νος μα­ζί μέ κά­ποι­ον ἄλ­λο ἀ­πό μιά σα­νί­δα πού μπο­ρεῖ νά κρα­τή­σει μό­νο ἕ­ναν, τό ποι­ός θά σω­θεῖ εἶ­ναι ἕ­να τε­λεί­ως ἀ­νοι­κτό ἐ­ρώ­τη­μα. Δέν ὑ­πάρ­χει, τί­πο­τε στό ἐ­νά­ρε­το ἄ­το­μο τό ὁποῖο ἐκ φύ­σε­ως προ­κα­τα­λαμ­βά­νει τήν ἀ­πάν­τη­ση πού πρό­κει­ται νά δώ­σει ὑ­πέρ του ἐ­αυ­το­ΰ του. Σύμ­φω­να μέ αὐτή τή στω­ι­κή ἐ­ξή­γη­ση ἡ φύ­ση μᾶς κα­τα­σκευά­ζει μέ τρό­πο ὥ­στε νά γεν­νι­ό­μα­στε, πρῶ­τον, μέ συ­νεί­δη­ση τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μας καί τῆς κα­τά­στα­σής μας, κα­θώς ἐ­πί­σης καί τῶν σχε­τι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τός μας, καί, δεύ­τε­ρον, μέ μιά ὁρ­μή πού μᾶς ὁ­δη­γεῖ στό νά συν­τη­ροῦ­με τόν ἑ­αυ­τό μας στή φυ­σι­ο­λο­γι­κή του κα­τά­στα­ση κι ἔ­τσι νά ἐ­πι­δι­ώ­κου­με πράγ­μα­τα πού συν­τε­λοῦν στήν ἐ­πι­βί­ω­σή μας καί νά ἀ­πο­φεύ­γου­με ὅσα τήν βλά­πτουν. Ἔχοντας γεν­νη­θεῖ μέ αὐ­τού του εἴ­δους τή φρον­τί­δα γιά τόν ἑ­αυ­τό μας, ὑ­πο­τί­θεται ὅτι μπο­ροῦ­με νά ἐ­ξε­λι­χθοῦ­με φυ­σι­ο­λο­γι­κά σέ πλά­σμα­τα πού δροῦν ἐ­νά­ρε­τα καί ἀ­πο­κτοῦν μέ τόν τρό­πο αὐ­τό τήν εὐ­δαι­μο­νί­α καί τόν σω­στό βί­ο. Εἶ­ναι προ­φα­νές ὅτι αὐτό εἶ­ναι δυ­να­τόν μό­νο ἐ­φ’ ὅσον, στήν πο­ρεί­α αὐτῆς της ἐ­ξέ­λι­ξης, τά κί­νη­τρά μας ὕ­φί­σταν­ται μιά ρι­ζι­κή ἀλ­λα­γή, ἡ ὁ­ποί­α θά ἐ­ξη­γοῦ­σε για­τί, μο­λο­νό­τι κα­νείς γεν­νι­έ­ται μέ τήν πα­ρόρ­μη­ση νά συν­τη­ρεῖ τόν ἑ­αυ­τό του, κα­τα­λή­γει νά μήν ἔ­χει καν τήν τά­ση νά παίρ­νει ἀ­πο­φά­σεις πού νά με­ρο­λη­πτοῦν ὑ­πέρ του, ὅπως στήν πε­ρί­πτω­ση τοῦ ναυ­α­γί­ου.

Ἕ­να κρί­σι­μο, ἄν ὄ­χι τό κα­θο­ρι­στι­κό, βῆ­μα σέ αὐτή τήν ἄ­να­πτυ­ξη ὑ­πο­τί­θε­ται ὅτι εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­κτη­ση μί­ας ἀν­τιίλη­ψης γιά τό ἀ­γα­θό, τῆς ἀν­τί­λη­ψης δη­λα­δή γιά τό τί εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά ἀ­γα­θό ἡ τί ἐ­ϊ­ναι ἕ­να ἀγαθό. Ἡ ἀπό­κτη­ση αὐ­τῆς τῆς ἀν­τί­λη­ψης ὑ­πο­τί­θε­ται ὅτι ἔ­χει ρι­ζι­κή ἐ­πί­δρα­ση στά κί­νη­τρά μας, ὥ­στε νά κα­θι­στᾶ τήν ἐ­νά­ρε­τη δρά­ση κα­τ’ ἀρ­χάς δυ­να­τή. Μέ αὐ­τό τό βῆ­μα σκο­πεύ­ω νά ἀ­σχο­λη­θῶ στή συ­νέ­χεια. Θά ἤ­θε­λε κα­νείς νά γνω­ρί­ζει, πρῶ­τον, ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἀν­τί­λη­ψη τοῦ ἀ­γα­θο­ῦ τήν ὁ­ποί­α ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται οἱ Στω­ι­κοί ὅτι ἀ­πο­κτο­ῦ­με ἐκ φύ­σε­ως, δεύ­τε­ρον, πῶς τήν ἀ­πο­κτοῦ­με ἐκ φύ­σε­ως, καί τρί­τον, τί ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὑ­πο­τί­θε­ται ὅτι ἔ­χει ἡ ἀ­πό­κτη­σή της γιά ἐ­μᾶς.

Δυ­στυ­χῶς τά στοι­χεῖ­α πού δι­α­θέ­του­με γιά αὐ­τό τό κρί­σι­μο ση­μεῖ­ο εἶ­ναι πο­λύ ἰ­σχνά. Κύ­ρια καί σχε­δόν μο­να­δι­κή πη­γή μας εἶ­ναι ἡ ἔκ­θε­ση του Κικέ­ρω­νος γιά τή στω­ι­κή ἐ­ξή­γη­ση τῆς φυ­σι­κῆς ἐ­ξέ­λι­ξής μας στό τρί­το βι­βλί­ο τοῦ De finibus. Αὐτή μά­λι­στα, ἡ ἔκ­θε­ση, πού εἶ­ναι ἄλ­λω­στε πο­λύ λα­κω­νι­κή καί ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κή, γί­νε­ται προ­κλη­τι­κά ἀ­σα­φής, ἀ­κρι­βῶς ὅταν φτά­νει στό κρί­σι­μο βῆ­μα πού μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ.

Νά τί λέ­ει ὁ Κι­κέ­ρων (III 20-2I):

«Μιά ἁρ­μό­ζου­σα πρά­ξη (για­τί αὐ­τό ὀ­νο­μά­ζω κα­θῆ­κον) εἶ­ναι, κα­τ’ ἀρχάς, τό νά συν­τη­ρεῖ κα­νείς τόν ἑ­αυ­τό του στή φυ­σι­κή του κα­τά­στα­ση, κα­τό­πιν νά ἐμ­μέ­νει κα­νείς στά πράγ­μα­τα πού εἶ­ναι σύμ­φω­να πρός τή φύ­ση καί νά ἀ­πορ­ρί­πτει τά ἀν­τί­θε­τά τους· ἀ­πό τή στιγ­μή πού ἀ­να­κα­λύ­ψει κα­νείς αὐ­τό τό σχέ­διο τῆς ἐ­πι­λο­γῆς κα­θώς καί τῆς ἀ­πόρ­ρι­ψης, θά ἀ­κο­λου­θή­σει ὕ­στε­ρα, ἡ ἐ­πι­λο­γή σύμ­φω­να μέ τό τί εἶ­ναι ἁρ­μό­ζον καί ἀ­πό τό­τε ἡ ἐ­πι­λο­γή θά συ­νε­χί­σει νά ἀ­κο­λου­θεῖ αὐ­τό τό σχέ­διο χω­ρίς πα­ρέκ­κλι­ση, ὥ­σπου τε­λι­κά τό κά­νει ἀ­ξι­ό­πι­στα καί συμ­φω­νεῖ μέ τή φύ­ση. Σέ αὐ­τοῦ του εἴ­δους τήν ἐ­πι­λο­γή εἶ­ναι πού γιά πρώ­τη φο­ρά αὐ­τό τό ὁποῖο πράγ­μα­τι μπο­ρεῖ νά ὀ­νο­μα­στεῖ κα­λό εἶ­ναι πα­ρόν καί πού μπο­ρεῖ κα­νείς νά κα­τα­λά­βει σέ τί συ­νί­στα­ται. Για­τί ἀρ­χι­κά ὁ ἄν­θρω­πος συν­δέ­ε­ται μέ τά πράγ­μα­τα πού εἶ­ναι σύμ­φω­να πρός τή φύ­ση. Μό­λις ὅ­μως ἀ­πο­κτή­σει αὐτή τήν κα­τα­νό­η­ση, ἤ μᾶλ­λον αὐτή τήν ἀν­τί­λη­ψη πού ἐ­κεῖ­νοι ὀ­νο­μά­ζουν ἔν­νοι­αν, καί κα­θώς ἔ­χει φτά­σει πιά νά κα­τα­λα­βαί­νει τήν τά­ξη καί, γιά νά τό ποῦ­με ἔ­τσι, τήν ὁ­μό­νοι­α τῶν ἁρ­μο­ζου­σῶν πρά­ξε­ων, ἔ­χει ἀρ­χί­σει νά ἐ­κτι­μᾶ αὐτή τήν ὁ­μό­νοι­α πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ὅ,τι ὅ­λα τά πράγ­μα­τα πού στήν ἀρ­χή τό­σο τά ὑ­πο­λό­γι­ζε. Κι ἔ­τσι μέ δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα καί σκέ­ψη κα­τα­λή­γει στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅτι αὐ­τό τό ἀ­νώ­τα­το ἀγαθό τῶν ἀν­θρώ­πων πού ἀ­ξί­ζει τόν ἔ­παι­νο ἡ τόν θαυ­μα­σμό καί πού εἶ­ναι ἐ­πι­θυ­μη­τό γιά αὐ­τό τό ἴ­διο ἔ­γ­κει­ται ἀ­κρι­βῶς σέ αὐ­τό. Βρί­σκε­ται σέ αὐ­το τό ὁ­ποῖ­ο οἱ Στω­ι­κοί ὀ­νο­μά­ζουν ὁ­μο­λο­γί­αν, πού ὅ­μως ἐ­μεῖς μπο­ροῦ­με νά τό πού­με συμ­φω­νί­α, ἄν αὐτό εἶ­ναι ἀ­πο­δε­κτό, τό ἀγαθό, δη­λα­δή, μέ τήν ἔν­νοι­α μέ τήν ὁ­ποί­α τό κά­θε τί πρέ­πει νά ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ αὐ­τό, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων τῶν ὀρ­θῶν πρά­ξε­ων καί τῆς ἴδιας τῆς ὀρ­θό­τη­τας, πού μό­νο αὐ­τό μπο­ρεῖ νά θε­ω­ρη­θεῖ ἀ­γα­θό· ἄν καί αὐτό τό ἀ­γα­θό ἀ­να­δύ­ε­ται ἀρ­γό­τε­ρα, μό­νο αὐτό εἶ­ναι ἐ­πι­θυ­μη­τό χά­ρη στήν ἴ­δια του τή δύ­να­μη καί τήν τι­μή, ἐ­νῶ κα­νέ­να ἀ­πό τά πράγ­μα­τα πού εἶ­ναι κα­τ’ ἀρ­χάς ἀ­πό τή φύ­ση δέν εἶ­ναι ἐ­πι­θυ­μη­τό γιά τόν ἴδιο του τόν ἑ­αυ­τό».

Στό νά κα­τα­λά­βου­με τί ἔ­χει νά πεῖ ὁ Κι­κέ­ρων θά μᾶς βο­η­θή­σει ἴσως τό νά θυ­μη­θοῦ­με δύ­ο στοι­χεῖ­α τοῦ στω­ι­κο­ῦ δόγ­μα­τος, καί συγ­κε­κρι­μέ­να τό πῶς ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται οἱ Στω­ι­κοί τήν ἀν­θρώ­πι­νη λο­γι­κό­τη­τα καί τό πῶς ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται τό σχέ­διο τῆς φύ­σης γιά τόν κό­σμο γε­νι­κά καί γιά τά ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα εἰ­δι­κά.

Οἱ Στω­ι­κοί ὄχι μό­νο ὑ­πο­θέ­τουν ὅ­τι ἡ ἀ­ρε­τη ἤ ἡ σο­φί­α ἤ ἡ ἀ­πό­λυ­τη λο­γι­κό­τη­τα δέν ἀ­πο­κτῶν­ται πα­ρά μό­νο μέ τόν χρό­νο (πρβλ. στό τέ­λος το­ϋ III 23), ὑ­πο­θέ­τουν ἐ­πί­σης ὅ­τι καί ὁ ἁ­πλός ὀρ­θός λό­γος εἶ­ναι κά­τι πού ἀ­πόκτᾶ­με μέ τόν χρό­νο ὡς μέ­ρος τῆς φυ­σι­κῆς μας ἐ­ξέ­λι­ξης, μο­λο­νό­τι ὁ ἁ­πλός ὀρ­θός λό­γος (σέ ἀν­τι­δι­α­στο­λή πρός τόν τέ­λει­ο λό­γο), ἀν­τί­θε­τα ἀ­πό ὅ,τι ἡ ἀ­ρε­τή καί ἡ σο­φί­α, ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἐμ­φα­νί­ζε­ται σέ με­γά­λο βαθ­μό ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τίς δι­κές μας προ­σπά­θει­ες. Ἔχουμε ἤ­δη ἐ­πι­ση­μά­νει ὅ­τι, σύμ­φω­να μέ τούς Στω­ι­κούς, ἤ­δη ἀ­πό τή στιγ­μή τῆς γέν­νη­σής μας ἀ­πο­κτᾶ­με τήν ἱ­κα­νό­τη­τα, ἡ ὁ­ποί­α μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νά ἔ­χου­με συ­νεί­δη­ση τό­σο τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας ὅσό καί δι­α­φό­ρων ἰ­δι­ο­τή­των τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τός μας. Ὅ­μως αὐτή ἡ ἱ­κα­νό­τη­τα, πού εἶ­ναι κοι­νή σέ ἐ­μᾶς καί στά ζῶ­α, στήν πε­ρί­πτω­ση τῶν ἀν­θρώ­πι­νων ὄν­των φυ­σι­ο­λο­γι­κά θά προ­κα­λέ­σει ἀν­τι­λή­ψεις καί ἔν­νοι­ες πού μέ τή σει­ρά τους θά προ­κα­λέ­σουν νέ­ες ἀν­τι­λή­ψεις καί ἔν­νοι­ες. Ἔχοντας ἀ­πο­κτή­σει αὐ­τές τίς ἀν­τι­λή­ψεις, με­τά εἶ­ναι φυ­σι­κό νά βλέ­που­με καί νά σκε­φτό­μα­στε τά πράγ­μα­τα στό πλαί­σιο αὐ­τῶν τῶν ἀν­τι­λή­ψε­ων. Μά­λι­στα, σύμ­φω­να μέ τούς Στω­ι­κούς, ἡ φύ­ση μᾶς κα­τα­σκευά­ζει μέ τέ­τοι­ο τρό­πο ὥ­στε νά ὁ­δη­γού­μαστε φυ­σι­ο­λο­γι­κά σέ ὁ­ρι­σμέ­νες εἰ­δι­κές ἀν­τι­λή­ψεις ἤ ἔν­νοι­ες τῶν πραγ­μά­των, πού φυ­σι­ο­λο­γι­κά τίς μοι­ρα­ζόμα­στε κα­τ’ αὐ­τό τόν τρό­πο μέ ὅ­λα τά ὑ­πό­λοι­πα ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα. Γιά τόν λό­γο αὐτό οἱ Στω­ι­κοί ἀ­πο­κα­λο­ῦν αὐ­τές τίς εἰ­δι­κές ἀν­τι­λή­ψεις «κοι­νές» ἡ «φυ­σι­κές ἀν­τι­λή­ψεις». Ἔτσι, πα­ρα­δείγ­μα­τος χάριν, ἡ ἀν­τί­λη­ψη το­ϋ ἀ­γα­θοῦ πού μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ ἐ­δῶ θε­ω­ρεῖ­ται ὡς μί­α ἀ­πό αὐτές τίς ἀν­τι­λή­ψεις, μιά εἰ­δι­κή ἀν­τί­λη­ψη το­ῦ τί εἶ­ναι ἀγαθό, τήν ὁ­ποί­α φυ­σι­ο­λο­γι­κά ἀ­πο­κτᾶ­με στήν πο­ρεί­α τῆς ἐ­ξέ­λι­ξής μας. Κα­τα­σκευ­ά­ζον­τάς μας μέ τέ­τοι­ο τρό­πο ὥ­στε φυ­σι­ο­λο­γι­κά νά δι­α­θέ­του­με αὐ­τές τίς κοι­νές ἀν­τι­λή- ψεις, ἡ φύ­ση ἐ­ξα­σφα­λί­ζει τό νά κα­τορ­θώ­νου­με νά προ­σα­να­το­λι­ζό­μα­στε στόν κό­σμο μέ ἀρ­κε­τή ἐ­πι­τυ­χί­α, τό νά δι­α­θέ­του­με ἀ­να­πό­φευ­κτα ἕ­ναν τρό­πο σκέ­ψης γιά τά πράγ­μα­τα, πού ἀν­τι­στοι­χεῖ στό πῶς στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι τά πράγ­μα­τα, καί ἐ­πί πλέ­ον, ἕ­ναν τρό­πο σκέ­ψης γιά τά πράγ­μα­τα πού φυ­σι­ο­λο­γι­κά τόν μοι­ρα­ζό­μα­στε μέ ὅλα τά ὑ­πό­λοι­πα ἀν­θρώ­πι­νά ὄν­τα, μιά κοι­νή αἴ­σθη­ση τῶν πραγ­μά­των τήν ὁ­ποί­α μπο­ροῦ­με νά ἐμ­πι­στευ­ό­μα­στε ὡς ἀ­ξι­ό­πι­στη.

Βέ­βαι­α τό νά ἔ­χου­με ὀρ­θό λό­γο ὑ­πο­τί­θε­ται ὅτι συ­νί­στα­ται στό νά ἔ­χου­με ἕ­να ἐ­παρ­κές ἀ­πό­θε­μα τέ­τοι­ων ἀν­τι­λή­ψε­ων καί εἰ­δι­κό­τε­ρα κοι­νῶν ἀν­τιλή­ψε­ων, οἱ ὁ­ποῖ­ες μᾶς ἐ­πι­τρέ­πουν νά σκε­φτό­μα­στε γιά τά πράγ­μα­τα πού πρέ­πει νά σκε­φτό­μα­στε. Αὐτός εἶ­ναι ὁ τρό­πος μέ τόν ὁποῖο ὁ ὀρ­θός λό­γος δέν ἐμ­φα­νί­ζε­ται πα­ρά μό­νο μέ τόν χρό­νο, κα­θώς ἀ­πο­κτᾶ­με τίς ἀν­τι­λή­ψεις πού τόν συ­νι­στο­ῦν. Ἀλλά εἶ­ναι ἐ­πί­σης σα­φές ὅ­τι, ἀ­πό τή στιγ­μή πού ἐμ­φα­νί­ζε­ται, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά ἐ­πι­δέ­χε­ται ση­μαν­τι­κή τε­λεί­ω­ση, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου καί το­ῦ εἴ­δους τῆς τε­λείωσης πού ὑ­πο­τί­θε­ται ὅτι ἀ­πο­τε­λεῖ τή σο­φί­α ἤ τήν ἀ­ρε­τή. Αὐτό εἶ­ναι, τό ση­μεῖ­ο στό ὁποῖο κα­λού­μα­στε νά ἐμ­πλακοῦ­με κα­τά τρό­πο ἐ­νερ­γό καί συ­νει­δη­τό, ἔ­τσι ὥ­στε νά ἀ­πο­κτή­σου­με τήν τέ­λεια ἱ­κα­νό­τη­τα πού θά ἐ­ξα­σφα­λί­σει τήν εὐ­δαι­μο­νί­α μας.

Θά μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά σκε­φτε­ῖ, σκε­πτό­με­νος τό θέ­μα μέ πλα­τω­νι­κούς ἤ ἀ­ρι­στο­τε­λι­κούς ὅρους, ὅ­τι ἡ ἐμ­φά­νι­ση τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου ἀν­τι­στοι­χεῖ στήν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ ἔλ­λο­γου μέ­ρους τῆς ψυ­χῆς, τό ὁποῖο σέ συν­δυα­σμό μέ ἕ­να ἄ­λο­γο μέ­ρος τῆς ψυ­χῆς, πού ὑ­πάρ­χει σέ αὐ­τήν ἡ­δη ἀ­πό τήν ἀρ­χή, δι­α­μορ­φώ­νει τήν πλή­ρως ἀ­νε­πτυγ­μέ­νη ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χή. Ὅ­μως σί­γου­ρα δέν εἶ­ναι αὐ­τή ἡ στω­ι­κή ἄ­πο­ψη. Ἡ στω­ι­κή ἄ­πο­ψη εἶ­ναι ὅ­τι γεν­νι­ό­μα­στε μέ μιά ἄ­λο­γη ψυ­χή, σάν αὐ­τή πού ἔ­χουν τά ζῶ­α, ἀλ­λά ὅ­τι ὁ­λό­κλη­ρη αὐτή ἡ ψυ­χή στήν πε­ρί­πτω­ση τῶν ἀν­θρώ­πι­νων ὄν­των με­τα­μορ­φώ­νε­ται κι ἔ­τσι δί­νει τή θέ­ση της στόν ὀρ­θό λό­γο. Οἱ Στω­ι­κοί ἀρ­νοῦν­ται κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά ὅ­τι ὑ­πάρ­χει, ἐ­κτός ἀ­πό τόν ὀρ­θό λό­γο, καί ἕ­να ἄ­λο­γο μέ­ρος τῆς ψυ­χῆς ἀ­πό ὅπου προ­έρ­χον­ται οἱ ἔλ­λο­γες ἡ ἀ­κό­μη καί οἱ ἄ­λο­γες ὁρ­μές, ἐ­πι­θυ­μί­ες ἤ τά συ­ναι­σθή­μα­τα. Ὑποστηρίζουν ὅ­τι ἡ προ­έ­λευ­ση τῶν συ­ναι­σθη­μά­των βρί­σκε­ται στόν ὀρ­θό λό­γο, ὅ­τι τά συ­ναι­σθή­μα­τα δέν εἶ­ναι τί­πο­τε πα­ρα­πά­νω ἀ­πό γνῶ­μες ἑ­νός ὁ­ρι­σμέ­νου εἴ­δους, ἄν καί συ­νή­θως ἐ­ξαι­ρε­τι­κά πα­ρά­λο­γες γνῶ­μες, καί μέ αὐτή τήν ἔν­νοι­α ἄ­λο­γες.

Ἔτσι, κα­τά τή στω­ι­κή ἄ­πο­ψη τῆς φυ­σι­κῆς μας ἀ­νά­πτυ­ξης, ἡ ἐ­ξέ­λι­ξή μας ση­μα­το­δο­τε­ῖ­ται ἀ­πό μιά ρι­ζι­κή ἀ­συ­νέ­χεια στό ση­μεῖ­ο στό ὁποῖο ἀλ­λάζου­με ἀ­πό ζω­ο­ει­δή παι­διά σέ ἔλ­λο­γους ἐ­νή­λι­κες. Μπο­ροῦ­με ἴσως νά ἐ­πιση­μά­νου­με ὅ­τι οἱ Στω­ι­κοί δέ­χον­ται τήν ὕ­παρ­ξη μί­ας πα­ρό­μοι­ας με­τα­τρο­πῆς κα­τά τή διά­ρκεια τῆς γέν­νη­σης, στήν ὁ­ποι­α ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος με­τατρέ­πε­ται ἀ­πό φυ­το­ει­δές ἔμ­βρυ­ο σέ ζω­ο­ει­δές παι­δί.

Καί αὐτή ἡ ἀ­συ­νέ­χεια δέν μπο­ρεῖ πα­ρά νά ἐ­πη­ρε­ά­ζει τά κί­νη­τρά μας. Ὡς παι­διά εἴ­μα­στε σάν τά ζῶ­α, δι­οι­κού­με­να ἀ­πό, καί δρών­τας σύμ­φω­να μέ πα­ρορ­μή­σεις. Ὡς ἔλ­λο­γα ὄν­τα δέν ἔ­χου­με κα­νέ­να ἄλ­λο κί­νη­τρο ἐ­κτός ἀ­πό τίς γνῶ­μες μας. Οἱ πρά­ξεις μας γί­νον­ται γιά κά­ποι­ο λό­γο καί ὄ­χι μέ βά­ση τίς πα­ρορ­μή­σεις μας. Αὐτό εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα σα­φές ἄν λά­βου­με ὑ­πό­ψη μας ὅτι οἱ Στω­ι­κοί ἀρ­νοῦν­ται τήν ὕ­παρ­ξη ἑ­νός ἄ­λο­γου μέ­ρους στήν ψυ­χή, τοῦ ὁποῖου οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες θά λει­τουρ­γοῦ­σαν ὡς κί­νη­τρα γιά μᾶς. Ἐπίσης θά πρέ­πει νά εἶ­ναι σα­φές ὅτι ἡ βα­σι­κή πα­ρόρ­μη­ση γιά τή συν­τή­ρη­ση τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας καί γιά τήν ἐν­στι­κτώ­δη, θά λέ­γα­με, ἐ­πι­δίω­ξη τῶν πραγ­μά­των πού συν­τε­λοῦν στήν ἐ­πι­βί­ω­σή μας, ἡ πα­ρόρ­μη­ση μέ τήν ὅ­ποί­α ἡ φύ­ση μᾶς προί­κι­σε κα­τά τή γέν­νη­σή μας καί ἡ ὁ­ποί­α κα­τηύ­θυ­νε τή συμ­πε­ρι­φο­ρά μας στό πρό-λο­γι­κό στά­διο, δέν μπο­ρε­ῖ νά ἐ­πι­βι­ώ­σει ὁ­ταν γι­νό­μα­στε ἔλ­λο­γα ὄν­τα, ἀ­φοῦ εἶ­ναι ζω­ι­κή πα­ρόρ­μη­ση καί ὄ­χι γνώ­μη, οὔ­τε σύ­νο­λο ἀ­πό γνῶ­μες ἡ κά­ποι­α δι­ά­θε­ση τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου. Αὐτό εἶ­ναι ἕ­να κρί­σι­μο ση­μεῖ­ο στό ὁποῖο θά πρέ­πει νά ἐ­πα­νέλ­θου­με ἀρ­κε­τές φο­ρές.

Εἶ­ναι βέ­βαι­α γνω­στό ὅτι κά­ποι­οι νε­ώ­τε­ροι φι­λό­σο­φοι ἔ­χουν ὑ­πο­στη­ρί­ξει ὅτι τά κί­νη­τρά μας δέν προ­έρ­χον­ται σέ κα­μί­α πε­ρι­πτωση ἀ­πό τόν ὀρ­θό λό­γο πα­ρά ἀ­πό μιά ἔλ­λο­γη ἡ ἄ­λο­γη ἐ­πι­θυ­μί­α. Ἀλ­λά ἐ­ξί­σου γνω­στό εἶ­ναι ὅτι οἱ ἀρ­χαῖ­οι φι­λό­σο­φοι, πού ἀ­κο­λου­θοῦν τή σω­κρα­τι­κή πα­ρά­δο­ση ἀ­πορ­ρί­πτουν αὐτή τήν ἄ­πο­ψη καί δέ­χον­ται ὅτι ὁ ­ἴ­διος ὁ ὀρ­θός λό­γος ἀ­πό μό­νος του ἀρ­κεῖ γιά νά μᾶς ὠ­θή­σει στήν πρά­ξη. Αὐ­τή ἡ πα­ρα­δο­χή, ὡ­στό­σο, στη­ρί­ζε­ται σέ ὁ­ρι­σμέ­νες προ­ϋ­πο­θέ­σεις. Ἴσως ἡ πιό κρί­σι­μη ἀ­πό αὐ­τές εἶ­ναι τό ὅτι μέ­σα στή φύ­ση τῶν πραγ­μά­των ὑ­πάρ­χουν ὁ­ρι­σμέ­να πράγ­μα­τα πού ἀν­τι­κει­με­νι­κά καί ἀ­νε­πι­φύ­λα­κτα εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο νά τά δι­α­θέ­του­με καί τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ἑ­πο­μέ­νως ἐ­πι­θυ­μη­τά κα­θε­αυ­τά. Ὑποτίθεται, ἐ­πί πλέ­ον, ὅτι μπο­ροῦ­με νά ἐν­το­πί­σου­με αὐ­τά τά πράγ­μα­τα. Τό ὅτι ὑ­πάρ­χουν τέ­τοι­α πράγ­μα­τα καί τό ὅτι μπο­ροῦ­με νά τά ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με εἶ­ναι ὁ λό­γος πού μᾶς κά­νει νά ἐ­νερ­γοῦ­με. Τά πράγ­μα­τα αὐ­τά ὀ­νο­μά­ζον­ται «ἀ­γα­θ­ά» ἡ «ἕ­να ἀγαθό». Τό ὅτι ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με κά­τι ὡς ἕ­να ἀγαθό ἡ ἀ­κό­μη καί τό ὅτι πι­στεύ­ου­με ὅτι ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με κά­τι ὡς ἕ­να ἀγαθό εἶ­ναι αὐτό πού μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νά ἐ­νερ­γοῦ­με γιά κά­ποι­ο λό­γο· αὐτό καί τί­πο­τε ἄλ­λο.

Ἀ­πό τά πα­ρα­πά­νω κα­τα­λα­βαί­νου­με ἀ­μέ­σως για­τί ἡ ἀ­πό­κτη­ση μί­ας ἀν­τί­λη­ψης τοῦ ἀγαθοῦ ἐ­πι­τε­λε­ῖ τέ­τοι­ο σπου­δαῖ­ο ρό­λο στή στω­ι­κή ἐ­ξή­γη­ση τῆς ἐ­ξέ­λι­ξής μας. Ἡ με­τα­τρο­πή τῆς ζω­ι­κῆς ψυ­χῆς μας σέ ἀν­θρώ­πι­νο ὀρ­θό λό­γο θά μᾶς κα­θι­στοῦ­σε ἀ­δρα­νεῖς ἄν μέ­ρος τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου πού ἀ­πο­κτού­σα­με δέν ἦ­ταν καί ἡ ἀν­τί­λη­ψη τοῦ ἀγαθοῦ. Για­τί τώ­ρα ὁ λό­γος πού μᾶς πα­ρέ­χει κί­νη­τρα γιά δρά­ση δέν εἶ­ναι ἄλ­λος ἀ­πό τό ὅτι κρί­νου­με ὁ­ρι­σμέ­να πράγ­μα­τα ὡς ἀ­γα­θά. Αὐ­τά γιά τή στω­ι­κή ἀν­τί­λη­ψη τῆς φύ­σης τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὀρ­θολο­γι­κό­τη­τας.

Ὅσον ἀ­φο­ρᾶ τόν ρό­λο τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου ὀρ­θοῦ λό­γου στό σχέ­διο τῆς φύ­σης, δέν χρει­ά­ζε­ται νά πού­με πῶς οἱ Στω­ι­κοί ὑ­πο­θέ­τουν ὅτι ἡ φύ­ση εἶ­ναι ἕ­νας τε­λεί­ως ἔλ­λο­γος φο­ρέ­ας πού προσ­δί­δει τά­ξη στόν κό­σμο ὡς τήν τε­λευ­ταί­α του λε­πτο­μέ­ρεια μέ τρό­πο ὥ­στε νά τόν κα­θι­στά τόν κα­λύ­τε­ρο δυ­να­τόν κό­σμο. Αὐ­τό πού ἴ­σως χρει­ά­ζε­ται κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση εἶ­ναι ἡ ἔν­νοι­α κα­τά τήν ὁ­ποί­α ὁ κό­σμος μας εἶ­ναι ὁ κα­λύ­τε­ρος δυ­να­τός. Δέν πρό­κει­ται γιά τό ὅτι ὑ­πάρ­χει ἕ­νας κα­τά­λο­γος ἀ­γα­θῶν καί ὅτι ἡ φύ­ση κα­τορ­θώ­νει, χά­ριν τῆς τέ­λειας λο­γι­κό­τη­τάς της, νά δη­μι­ουρ­γεῖ τόν κα­λύ­τε­ρο δυ­να­τόν κό­σμο με­γι­στο­ποι­ών­τας αὐ­τά τά ἀ­γα­θά. Εἶ­ναι προ­φα­νές ὅτι οἱ Στω­ι­κοί δέν ἀν­τι­μετω­πί­ζουν τόν ὀρ­θό λό­γο ὡς οὐ­σι­α­στι­κά ἕ­να μέ­σο ἡ ἕ­να ὄρ­γα­νο με­γι­στο­ποί­η­σης ἑ­νός δε­δο­μέ­νου συ­νό­λου ἀ­γα­θῶν πού ὑ­πάρ­χει ἐκ τῶν προ­τέ­ρων καί ἀ­νε­ξάρ­τη­τα. Πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιά τό ὅτι ἡ φύ­ση δέν μπο­ρε­ῖ πα­ρά νά δη­μι­ουρ­γεῖ τόν πιό εὔ­λο­γο κό­σμο, ἕ­ναν κό­σμο πού ὄ­χι μό­νο δέν ἀ­φή­νει πε­ρι­θώ­ριο κρι­τι­κῆς, ἀλ­λά οὔ­τε ἐ­πι­δέ­χε­ται βελ­τί­ω­ση τοῦ εἴ­δους πού ἴ­­σως ἐ­πι­δέ­χον­ται τά προ­ϊ­όν­τα της ἀν­θρώ­πι­νης ἐ­πι­στή­μης ἡ τέ­χνης. Μέ τή δη­μι­ουρ­γί­α του ἀ­να­δύ­ει σο­φί­α, δι­ά­νοι­α, πλοῦ­το, εὐ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα, φαν­τα­σί­α, ἁ­πλό­τη­τα, κομ­ψό­τη­τα, πού μᾶς ἀ­φή­νουν ἄ­ναυ­δους καί ἀ­νί­κα­νους νά τοῦ βροῦ­με ψε­γά­δι. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ ἔν­νοι­α κα­τά τήν ὁ­ποί­α ὁ κό­σμος πού δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ φύ­ση εἶ­ναι ὁ κα­λύ­τε­ρος δυ­να­τός κό­σμος. Τό ὅτι μέ­σα σέ ἕ­ναν τέ­τοι­ο κό­σμο ὁ­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἡ ὁ­ρι­σμέ­να στοι­χεῖ­α εἶ­ναι προ­νο­μι­οῦ­χα ἀ­πο­τε­λεῖ λει­τουρ­γί­α αὐ­τῆς της λο­γι­κό­τη­τας το­ϋ σχε­δια­σμοῦ τῆς φύ­σης καί ὄ­χι κά­ποι­ο ἀ­νε­ξάρ­τη­το καί ἐκ τῶν προ­τέ­ρων δε­δο­μέ­νο. Γιά πα­ρά­δειγ­μα, δέν 0ά ἦ­ταν εὔ­λο­γος ὁ κό­σμος ἄν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ση­μαν­τι­κά ἀ­πο­θέ­μα­τα γιά τή δη­μι­ουρ­γί­α τῶν δι­α­φό­ρων πραγ­μά­των πού βρί­σκον­ται σέ αὐτόν καί ὅμως μό­λις αὐτά τά πράγ­μα­τα δη­μι­ουρ­γη­θοῦν φθεί­ρον­ταν μέ τό πα­ρα­μι­κρό, ἔ­παυ­αν νά λει­τουρ­γοῦν μέ τόν τρό­πο πού ὄ­φει­λαν νά λει­τουρ­γοῦν, δι­α­λύ­ον­ταν καί ἔ­πρε­πε νά κα­τα­στρα­φο­ῦν καί νά ἀν­τι­κα­τα­στα­θοῦν. Τη­ρου­μέ­νων τῶν ἀ­να­λο­γι­ῶν θά πε­ρι­μέ­να­με πώς τά πράγ­μα­τα θά εἶ­χαν μιάν ὁ­ρι­σμέ­νη στα­θε­ρό­τη­τα καί ἀν­τίστα­ση στίς με­τα­βο­λές στίς ὁ­ποῖ­ες ἐν­δε­χο­μέ­νως θά ὑ­πο­βάλ­λον­ταν. ’Ἔτσι, στήν πε­ρί­πτω­ση τῶν ζων­τα­νῶν ὀρ­γα­νι­σμῶν, δέν θά πι­στεύ­α­με πώς ὁ κό­σμος εἶ­ναι κα­λά σχε­δι­α­σμέ­νος, ἄν ὁ ὀρ­γα­νι­σμός ἀρ­ρώ­σται­νε, ἀ­κρω­τη­ρι­α­ζό­ταν ἡ ἄν ἀ­κό­μη ἔ­παυ­ε νά ζε­ῖ, ἐρ­χό­με­νος ἀν­τι­μέ­τωπος μέ μί­α κα­τά­στα­ση πού κα­τ’ ἀ­νάγκην θά τήν ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε στα­θε­ρά ἡ ἀ­κό­μη καί κά­πως τα­κτι­κά. Ἑ­πο­μέ­νως τό ὅτι ὁ­ρι­σμέ­νες κα­τα­στά­σεις ἡ ὁ­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἐ­πι­λέ­γον­ται ἀν­τί ὁ­ρι­σμέ­νων ἄλ­λων, ὅ­πως ἡ ζω­ή ἀν­τί γιά τόν θά­να­το, ἡ σω­μα­τι­κή ἀρ­τι­μέλει­α ἀν­τί γιά τόν ἀ­κρω­τη­ρια­σμό, ἡ ὑ­γεία ἀν­τί γιά τήν ἀ­σθέ­νεια, ἀ­πο­τε­λεῖ συ­νέ­πεια τῆς λο­γι­κό­τη­τας τῆς φύ­σης καί ὄ­χι προ­ϋ­πό­θε­ση γιά αὐτήν. Σύμ­φω­να μέ τούς Στω­ι­κούς, αὐ­τά τά πράγ­μα­τα ἔ­χουν ἀ­ξί­α. Δέν ἰ­σχύ­ει ὅτι, ὅπως εἶ­χε ἰ­σχυ­ρι­στεῖ ὁ Ἀρίστων, ὅ­λα τά πράγ­μα­τα, ἐ­κτός ἀ­πό τή σο­φί­α καί τήν ἀ­ρε­τή, εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­δι­ά­φο­ρα ὡς πρός τή φύ­ση. Γιά τόν λό­γο αὐ­τό ὁ­ρι­σμέ­να πράγ­μα­τα στή φύ­ση εἶ­ναι προ­νο­μια­κά, τε­λεί­ως ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τή δι­κή μας στά­ση ἀ­πέ­ναν­τί τους, ἀ­πό τό κα­τά πό­σον, γιά πα­ρά­δειγ­μα, μᾶς εἶ­ναι ἡ δέν μᾶς εἶ­ναι ἀ­ρε­στά. Ἀλλά αὐτό δέν ὀ­φεί­λε­ται στό ὅτι εἶ­ναι ἀ­γα­θά, πα­ρά ἀ­πο­τε­λεῖ συ­νέ­πεια τοῦ ὅτι ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἡ ἰ­δε­ω­δέ­στε­ρη ἔλ­λο­γη δη­μι­ουρ­γί­α.

Ἐ­φ’ ὅ­σον ἡ φύ­ση θε­ω­ρεῖ­ται ὡς ἔλ­λο­γος φο­ρέ­ας, μπο­ροῦ­με νά ἀ­να­ρωτη­θοῦ­με τί εἶ­ναι αὐτό πού ὑ­πο­τί­θε­ται ὅτι λει­τουρ­γεῖ ὡς κί­νη­τρό της, ὅ­ταν προσ­δί­δει στά πράγ­μα­τα τήν τά­ξη πού τούς προσ­δί­δει. Ἡ ἀ­πάν­τη­ση μοιά­ζει νά εἶ­ναι ὅτι ἡ τέ­λεια λο­γι­κό­τη­τα τῆς κα­λύ­τε­ρης δυ­να­τῆς δι­ά­τα­ξης εἶ­ναι αὐτό πού λει­τουρ­γεῖ ὡς κί­νη­τρο τῆς φύ­σης γιά νά προσ­δώ­σει αὐτή τήν τά­ξη. Ἀπό τή στιγ­μή πού ἡ ἴ­δια εἶ­ναι ἔλ­λο­γη, ἡ φύ­ση δέν μπο­ρε­ῖ πα­ρά νά προσ­δί­δει τά­ξη στά πράγ­μα­τα κα­τά τόν πιό ἔλ­λο­γο τρό­πο. Ἄν ἀ­κό­μη δε­χτοῦ­με ὅτι ἡ φύ­ση, ὄν­τας ἔλ­λο­γος φο­ρέ­ας, ἔ­χει ὡς κί­νη­τρο ὅ,τι θε­ω­ρεῖ ὡς ἀ­γα­θό, τό ἀ­γα­θό πού λει­τουρ­γεῖ ὡς κί­νη­τρό της πρέ­πει νά εἶ­ναι ἡ τέ­λεια λο­γι­κό­τη­τα τῆς δι­ά­τα­ξής της.

Ἄς ση­μει­ώ­σου­με, ὡ­στό­σο, ὅτι ὑ­πάρ­χει καί ἕ­νας ἄλ­λος τρό­πος νά κα­τα­νο­ή­σου­με αὐτό τό ζή­τη­μα. Τό ἀγαθό τό ὁποῖο λει­τουρ­γεῖ ὡς κί­νη­τρο τῆς φύ­σης μπο­ρε­ΐ νά εἶ­ναι ἡ ἴ­δια της ἡ λο­γι­κό­τη­τα, τήν ὁ­ποι­α ἡ ἴδια ἡ φύ­ση δι­α­φυ­λάσ­σει ἤ δι­α­τη­ρεῖ μέ τό νά προσ­δί­δει στά πράγ­μα­τα τήν πιό ἔλ­λο­γη τά­ξη. Τό ὅτι προσ­δί­δει τήν πιό ἔλ­λο­γη τά­ξη ἀ­πο­τε­λε­ῖ, θ­ά λέ­γα­με, χρέ­ος τῆς φύ­σης πρός τόν ἴδιο τῆς τόν ἑ­αυ­τό. Του­λά­χι­στον πρός στιγ­μήν μπο­ροῦ­με νά ἀ­να­βά­λου­με τήν ἐ­πι­λο­γή ἀ­νά­με­σα στούς δύ­ο τρό­πους κα­τα­νό­η­σης αὐ­τοῦ τοῦ ζη­τή­μα­τος.

Ἔτσι, τό ἐ­ρώ­τη­μα τιού τί­θε­ται εἶ­ναι πῶς ἡ φύ­ση κα­τορ­θώ­νει νά προσδώ­σει τήν πιό ἔλ­λο­γη τά­ξη, πῶς κα­τορ­θώ­νει, λό­γου χά­ριν, νά κα­τα­σκευά­σει πράγ­μα­τα πού ἐ­πι­δει­κνύ­ουν ὅ­λο καί με­γα­λύ­τε­ρη πο­λυ­πλο­κό­τη­τα ἀλ­λά πού ἀ­πο­δει­κνύ­ον­ται κα­τά συ­νέ­πειαν ὅ­λο καί πιό εὐ­ά­λω­τα, πα­ρα­μέ­νον­τας πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά γε­ρά καί στα­θε­ρά. Τό πιό δι­α­φω­τι­στι­κό κεί­με­νο γιά τό θέ­μα αὐτό εἶ­ναι ἴ­σως ἡ πε­ρι­γρα­φή τῆς στω­ι­κῆς ἠ­θι­κῆς ἀ­πό τόν Δι­ο­γέ­νη Λα­έρ­τιο (VIΙ, 85-86) [1]. Δυ­στυ­χῶς καί αὐτό τό κεί­με­νο εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κά συμ­πυ­κνι­ο­μέ­νο καί ἑ­πο­μέ­νως μᾶς ὑ­πο­χρε­ώ­νει νά κα­τα­φύ­γου­με σέ ἑρ­μη­νεῖ­ες πραγ­μά­των πού σέ μί­α ἐ­κτε­νέ­στε­ρη ἐκ­δο­χή τοῦ Ὀ­ᾶ μᾶς δί­νον­ταν πιό ἀ­να­λυ­τι­κά.

Μέ βά­ση αὐτό τό κεί­με­νο φαί­νε­ται πῶς ἡ φύ­ση προι­κί­ζει τά φυ­τά μέ ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο εἶ­δος φυ­σι­ο­λο­γί­ας, ἡ ὁ­ποί­α τούς ἐ­πι­τρέ­πει νά ζο­ΰν καί νά δι­α­τη­ροῦν­ται σέ κα­λή κα­τά­στα­ση. Τήν ’­ἴ­δια αὐ­τή φυ­σι­ο­λο­γί­α τήν προ­σφέ­ρει καί στά ζῶ­α καί στά ἀν­θρώ­πι­να ὀν­τά. Φρον­τί­ζει, πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, ἔ­τσι ὥ­στε ἡ τρο­φή νά με­τα­τρέ­πε­ται σέ κα­τάλ­λη­λη μορ­φή καί νά με­τα­φέ­ρε­ται στά δι­ά­φο­ρα κα­τάλ­λη­λα μέ­ρη τοῦ σώ­μα­τος, ἡ ἔ­τσι ὥ­στε ἡ θερ­μο­κρα­σί­α τῶν δι­α­φό­ρων με­ρῶν το­ΰ σώ­μα­τος νά προ­σαρ­μό­ζε­ται στίς ἀ­παι­τή­σεις τῆς κα­τά­στα­σης — καί ὁ­λα αὖ­τα χω­ρίς νά χρει­ά­ζε­ται ὁ ὀρ­γα­νι­σμός νά κά­νει τί­πο­τε. Τά φυ­τά δέν κά­νουν τί­πο­τε, καί φυ­σι­κά δέν δροῦν. "Ὅ­ταν ὁ­μως φτά­νου­με στά ζῶ­α, ἡ φύ­ση προ­χω­ρεῖ ἕ­να ἀ­πο­φα­σι­στι­κό βῆ­μα. Αὐτό ἀ­πο­τε­λε­ΐ μέ­ρος τῆς ἰ­δι­ο­φυί­ας τήν ὁ­ποί­α ἐ­πι­δει­κνύ­ει ἡ κα­τα­σκευ­ή τοῦ κό­σμου. ’ Ἐ­κτός ἀ­πό τό νά δι­α­θέ­τουν αὔ­το­ϋ το­ΰ εἴ­δους τή φυ­σι­ο­λο­γί­α, τά ζῶ­α ἄ­πο­κτουν ἐ­πί­σης ἀ­πό τή φύ­ση τήν πα­ρόρ­μη­ση πού τούς ἐ­πι­τρέ­πει νά κά­νουν πράγ­μα­τα, να ἐ­πι­δι­ώ­κουν ὅσα συν­τε­λο­ῦν στήν ἐ­πι­βί­ω­ση, τήν ἀρ­τι­μέ­λεια ἤ τήν ὑ­γεί­α τους καί νά ἀ­πο­φεύ­γουν ὅσα δροῦν κα­τα­στρο­φι­κά πρός αὐ­τήν. Τό ἰ­δι­αί­τε­ρα ἰ­δι­ο­φυ­ές στοι­χεῖ­ο ἐ­δῶ εἶ­ναι ὅτι, μέ αὐτό τόν τρό­πο, ἡ φύ­ση ὄχι μό­νο προσφέ­ρει στά ζῶ­α, πού ἐκ τῶν πραγ­μά­των εἶ­ναι τό­σο σύν­θε­τα καί εὐ­ά­λω­τα, μί­α κα­λύ­τε­ρη εὐ­και­ρί­α νά ἐ­πι­βι­ώ­σουν, ὅ­πως τό ἀ­παι­τεῖ ἡ ὀρ­θο­λο­γι­κή τά­ξη τῶν πραγ­μά­των, πα­ρά τά κα­τα­σκευά­ζει μέ τέ­τοι­ο τρό­πο, ὥ­στε μέ τήν ἴδια τους τή συμ­πε­ρι­φο­ρά, ἀ­κο­λου­θών­τας τή φυ­σι­κή τους πα­ρόρ­μη­ση, νά κα­τορ­θώ­νουν νά δι­α­τη­ροῦν αὐτή τήν ἔλ­λο­γη τά­ξη, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ του­λά­χι­στον τό δι­κό τους μέ­ρος σέ αὐτήν. Φτά­νον­τας στά ἀ­νθ­ρώ­πι­να ὄν­τα, ἡ φύ­ση προ­χω­ρεῖ ἕ­να βῆ­μα ἀ­κό­μη. Ἀν­τί νά τά βά­ζει νά κα­θο­δη­γοῦν­ται ἀ­πό πα­ρόρ­μη­ση ἡ ἔν­στι­κτο, ὅ­πως θ­ά λέ­γα­με σή­με­ρα, τά κα­τα­σκευά­ζει ἔ­τσι ὥ­στε νά κα­θο­δη­γοῦν­ται ἀ­πό τόν ὀρ­θό λό­γο. Ἔτσι ἡ φύ­ση μᾶς προι­κί­ζει μέ ὀρ­θό λό­γο γιά νά ἔ­χου­με μιά εὔ­λο­γη δυ­να­τό­τη­τα ἐ­πι­βί­ω­σης, νά μπο­ροῦ­με νά ἀν­τα­πο­κρι­νό­μα­στε στίς ποι­κί­λες κα­τα­στά­σεις πού ἀν­τι­με­τωπί­ζουν τά ἀ­νθ­ρώ­πι­να ὄν­τα μέ με­γα­λύ­τε­ρη ἐ­πάρ­κεια καί πε­ρισ­σό­τε­ρη ἐ­λα­στι­κό­τη­τα. Καί αὐτό εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κά ἰ­δι­ο­φυ­ές. Για­τί μέ τόν τρό­πο αὐτό ἡ φύ­ση ὄχι μό­νο ἐ­ξα­σφα­λί­ζει τό ὅτι ἐ­μεῖς, ὅ­πως τά ζῶ­α. μέ τήν ἴδια μας τή συμ­πε­ρι­φο­ρά συμ­βάλ­λου­με στή δι­α­τή­ρη­ση τῆς φυ­σι­κῆς τά­ξης, ἀλ­λά καί τό ὅτι, σέ ἀν­τί­θε­ση μέ τά ζῶ­α, τό κά­νου­με μέ τή θέ­λη­σή μας, πού στήν ἰ­δα­νι­κή πε­ρί­πτω­ση προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τή δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα καί τήν κα­τα­νό­η­σή μας. Ἡ ἰ­δι­ο­φυί­α τοῦ σχή­μα­τος εἶ­ναι πράγ­μα­τι ἐκ­πλη­κτι­κή. Κά­νου­με τή δου­λειά τῆς φύ­σης καί μά­λι­στα μέ δι­κή μας θέ­λη­ση.

Αὐτό τό σχέ­διο τῆς φύ­σης, ὡ­στό­σο, μέ βά­ση τά ὅσα εἴ­πα­με προ­η­γου­μέ­νως, δέν θ­ά λει­τουρ­γοῦ­σε, ἕ­κτος ἄν ἀ­πο­φα­σί­ζα­με πώς κά­τι εἶ­ναι ἀ­γαθ­ό καί, θέ­λον­τας νά τό ἀ­πο­κτή­σου­με, κά­να­με αὐτό τό ὁποῖο ἡ­θε­λε ἡ φύ­ση καί μέ τόν τρό­πο αὐτό ἐ­νερ­γού­σα­με ἔ­τσι ὥ­στε νά κά­νου­με αὐτό τόν κό­σμο τόν κα­λύ­τε­ρο δυ­να­τόν, ὅσον ἀ­φο­ρᾶ του­λά­χι­στον τή δι­κή μας συμ­με­το­χή. Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅτι ὁ Κι­κέ­ρων δέν μᾶς λέ­ει πῶς ἀ­κρι­βῶς ὁ­δη­γού­μα­στε στό νά σκε­φτο­ῦ­με ὅτι κά­τι εἶ­ναι ἀγαθό, πῶς δη­λα­δή δι­α­μορ­φώ­νου­με κά­ποι­α ἀν­τιίλη­ψη γιά τό ἀγαθό καί πῶς τε­λι­κά τήν ἐ­φαρ­μό­ζου­με μέ τέ­τοι­ο τρό­πο ὥ­στε οἱ πρά­ξεις μας νά κα­τευ­θύ­νον­ται ἀ­πό τά κί­νη­τρα πού τίς κα­τευ­θύ­νουν. Μᾶς λέ­ει, ὡ­στό­σο, πώς ὁ­δη­γού­μα­στε φυ­σι­ο­λο­γι­κά στή σω­στή ἄν­τι­λη­ψη τοῦ ἀ­γα­θοῦ καί πώς τήν ἐ­φαρ­μό­ζου­με σω­στά ἔ­τσι ὥ­στε νά κα­τευ­θυ­νό­μαστε στήν ἐ­νά­ρε­τη συμ­πε­ρι­φο­ρά, κά­νον­τας αὐτό πού στήν ἰ­δα­νι­κή πε­ρί­πτω­ση θέ­λει ἡ φύ­ση νά κά­νου­με. Ἄς ἐ­πι­στρέ­φου­με, λοι­πόν, σέ αὐτό τό δύ­σκο­λο χω­ρί­ο. Ὁ Κι­κέ­ρων ἐν­το­πί­ζει τό ση­μεῖ­ο στό ὁποῖο καί ἀ­πο­κτᾶ­με φυ­σι­ο­λο­γι­κά τήν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ ἀγαθοῦ καί κα­τα­λα­βαί­νου­με τί εἶ­ναι ἀγαθό μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο: Ἄν εἴ­χα­με ἀ­να­πτυ­χθεῖ φυ­σι­ο­λο­γι­κά, θ­ά ὁ­δη­γού­μα­σταν σέ ἕ­να ση­μεῖ­ο στό ὁποῖο κα­τά κα­νό­να καί χω­ρίς ἐν­δοια­σμό, ὅ­πως τό θέ­λει ἡ φύ­ση, θ­ά ἐ­πι­λέ­γα­με τά πράγ­μα­τα μέ τρό­πο ὥ­στε νά ἐ­πι­δι­ώ­κου­με ὅ,τι συν­τε­λεῖ στήν ἐ­πι­βί­ω­σή μας καί νά ἀ­πο­φεύ­γου­με ὅ,τι τήν βλά­πτει. Καί γιά αὐτό τό σχέδιο ἐπιλογής και συμπεριφορᾶς μαθαίνουμε πώς μέσα του βρίσκουμε τίς ἀ­παρ­χές τοῦ ἀ­γα­θο­ῦ καί ἀρ­χί­ζου­με νά κα­τα­λα­βαί­νου­με τί εἶ­ναι, αὐτό πού ἀ­ξί­ζει νά ὀ­νο­μά­ζε­ται «ἀγαθό»· δη­λα­δή, κα­θώς βλέ­που­με καί στο­χα­ζό­μα­στε αὐτό τό σχέ­διο ἐ­πι­λο­γῆς ἤ συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς φυ­σι­ο­λο­γι­κά δι­α­μορ­φώ­νου­με ὄχί μό­νο τήν ἀν­τί­λη­ψη ἀλ­λά τή σω­στή, φυ­σι­κή ἀν­τί­λη­ψη τοῦ ἀ­γα­θο­ῦ.

Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὁ Κι­κέ­ρων μι­λά­ει μό­νο γιά τρό­πο ἤ σχέ­διο ἐ­πι­λο­γῆς, ἕ­να σχέ­διο δη­λα­δή κα­τά τό ὁποῖο ἐ­πι­λέ­γει κα­νείς μέ τόν κα­τάλ­λη­λο τρό­πο· ἀλ­λά ἀ­πό τή στιγ­μή πού ἡ κα­τάλ­λη­λη ἐ­πι­λο­γή συ­νε­πά­γε­ται κα­τάλ­λη­λη δρά­ση καί κα­θώς ὁ ­ἴ­διος ὁ Κι­κέ­ρων, λί­γες μό­λις ἀ­ρά­δες πιό κά­τω (πρβ. «rerum agendarum»), στρέ­φει τή συ­ζή­τη­ση στό θέ­μα τῆς κα­τάλ­λη­λης δρά­σης, ἐλ­πί­ζω πώς δέν θά πα­ρερ­μη­νεύ­σου­με τό κεί­με­νο ἄν ὑ­πο­θέ­σου­με ὅτι ὁ Κι­κέ­ρων μι­λά­ει γιά σχέ­διο συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τό πλε­ο­νέ­κτη­μα αὐτῆς της ὑ­πό­θε­σης εἶ­ναι ὅτι βλέ­που­με ἀ­μέ­σως για­τί, γιά ἕναν Στω­ι­κό, ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά μέ βά­ση αὐτό τό σχέ­διο, μο­λο­νό­τι ἀρ­χί­ζει νά εἶ­ναι ἀ­γα­θή. δη­λα­δή ἀρ­χί­ζει νά ἱ­κα­νο­ποι­εῖ τίς συν­θῆ­κες πού ἀ­παι­το­ῦν­ται γιά νά εἶ­ναι ἀγα­θή, δέν μπο­ρεῖ ἀ­κό­μη, ὅ­πως εἶ­ναι, νά ἀ­ξι­ώ­νει νά ἀ­πο­κα­λε­ῖ­ται «ἀ­γα­θή». Για­τί, ὅ­πως γνω­ρί­ζου­με κα­λά, οἱ Στω­ι­κοί δι­α­κρί­νουν τίς κα­τάλ­λη­λες πρά­ξεις (κα­θή­κον­τα ἡ officia) καί τίς σω­στές πρά­ξεις (κα­τορ­θώ­μα­τα). Μι­λών­τας σχη­μα­τι­κά, κα­θῆ­κον εἶ­ναι μιά πρά­ξη πού ὅ­ταν τήν κά­νει κα­νείς κά­νει τό σω­στό, δηλα­δή, σέ γε­νι­κές γραμ­μές ἐ­πι­δι­ώ­κει τήν ἐ­πι­βί­ω­ση καί ἀ­πο­φεύ­γει ὅ,τι τήν βλά­πτει. Ὅ­μως μιά σωστή ἤ ἐ­νά­ρε­τη πρά­ξη προ­ϋ­πο­θέ­τει ἀ­κό­μη τό ὅτι γί­νε­ται μέ σω­στό κί­νη­τρο, γιά τόν σω­στό λό­γο· προ­ϋ­πο­θέ­τει ὅτι εἶ­ναι μιά πρά­ξη πού δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ἀ­πό ἀ­ρε­τή καί σο­φί­α, καί ὅτι αὐτός εἶ­ναι ὁ λό­γος γιά τόν ὁποῖο ἀ­ξί­ζει νά ὀ­νο­μά­ζε­ται «ἀ­γα­θή». Ἄν ὅ­μως ἐ­ξε­τά­σου­με τό σχέ­διο συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς ἑ­νός ἀν­θρώ­που πού ἔ­χει κα­τορ­θώ­σει νά κά­νει πάν­τα τήν κα­τάλ­λη­λη ἐ­πι­λο­γή, κα­τα­λα­βαί­νου­με πώς ἕ­νας τέ­τοι­ος ἄν­θρω­πος, μο­λο­νό­τι πάν­τα κά­νει αὐτό πού ἁρ­μό­ζει καί ἐ­νερ­γεῖ σύμ­φω­να μέ τή φύ­ση, δη­λα­δή μέ τόν τρό­πο πού θέ­λει ἡ φύ­ση, ὡ­στό­σο δέν δρᾶ σω­στά, ἐ­νά­ρε­τα, σο­φά. Ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά του, μο­λο­νό­τι ἀρ­χιίζει νά ἱ­κα­νο­ποι­εῖ τίς συν­θῆ­κες πού πρέ­πει γιά νά θε­ω­ρεῖ­ται ὡς ἀγα­θή, δέν ἔ­χει ἀ­κό­μη τό κα­τάλ­λη­λο κί­νη­τρο πού θά τήν κα­θι­στοῦ­σε πραγ­μα­τι­κά ἀ­γα­θή συμ­πε­ρι­φο­ρά.

Τό ὅτι προ­σπα­θών­τας νά κα­τα­νο­ή­σου­με τό κεί­με­νο μέ αὐτό τόν τρό­πο βρι­σκό­μα­στε στόν σω­στό δρό­μο φαί­νε­ται ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅτι ὁ Κι­κέ­ρων μοιά­ζει νά προ­σπα­θεῖ νά προσ­δώ­σει ἰ­δι­αί­τε­ρη ἔμ­φα­ση στό ὅτι ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά τοῦ ἀν­θρώ­που πού πρό­κει­ται νά πραγ­μα­το­ποι­ή­σει τήν κρί­σι­μη ἀ­νακά­λυ­ψη τοῦ ἀ­γα­θο­ῦ συ­νί­στα­ται σέ προ­σή­κου­σες πρά­ξεις. Περιγράφοντας τό σχέ­διο τῆς ἐ­πι­λο­γῆς ἤ τῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς στήν ὁ­ποί­α κα­τα­λή­γει τε­λι­κά ὁ ἄν­θρω­πος, ὁ Κι­κέ­ρων ξε­κί­να μέ ἕ­ναν ρη­τό χα­ρα­κτη­ρι­σμό τῶν officia, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας μά­λι­στα καί τήν ἑλ­λη­νι­κή ὀ­νο­μα­σί­α τους, καί ἀ­να­φέ­ρει ὅτι ἕ­να ἀ­πό τά βή­μα­τα ση­μα­το­δο­τεῖ­ται ἀ­πό τήν selectio cum officio. Ἀ­κό­μη, ὅπως τονίστηκε πιο πάνω, το «rerum agendarum» λί­γες σει­ρές πιό κάτω μοιά­ζει, νά ταυ­τί­ζει τό ἀγαθό ὡς κά­ποι­ο ἐ­πί πλέ­ον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τῶν πρἀξε­ων πού εἶ­ναι ἤ­δη ἁρ­μό­ζου­σες.

Ἄλ­λα ἄν ἰ­σχύ­ει αὐτό, τό­τε πρέ­πει νά κα­τα­λά­βου­με ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος, τή στιγ­μή πού ἀ­να­πτύσ­σει αὐτό τό σχέ­διο συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς καί κα­θώς τό ἀναλο­γί­ζε­ται, δδη­γε­ῖ­ται φυ­σι­ο­λο­γι­κά στό νά σκέ­φτε­ται γιά τά πράγ­μα­τα μέ τέτοι­ο τρό­πο ὥ­στε ὄ­χι μό­νο νά συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται σύμ­φω­να μέ τή φύ­ση, ἀλλά καί νά ἔ­χει τά σω­στά κί­νη­τρα γιά αὐτή τή συμ­πε­ρι­φο­ρά, δη­λα­δή νά συμπε­ρι­φέ­ρε­ται ἔ­τσι γιά τόν σω­στό λό­γο. Τό ἐ­ρώ­τη­μα, λοι­πόν, εἶ­ναι πῶς ὑποτί­θε­ται ὅτι συμ­βαί­νει αὐτό. Εἶ­ναι σα­φές πώς ὁ ἄν­θρω­πος, ὅταν ἀ­να­λο­γίζεται τή συμ­πε­ρι­φο­ρά του, ἀ­πο­κτᾶ κά­ποι­α ση­μαν­τι­κή δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα ἡ ὁ­ποί­α μετα­βάλ­λει ρι­ζι­κά τόν τρό­πο μέ τόν ὁποῖο σκέ­φτε­ται αὐτό πού ἡ­δη κά­νει καί ἀ­κό­μη δέν τό σκέ­φτε­ται μέ τόν σωστό τρό­πο.

Ὅ­ταν, τώ­ρα, ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­να­λο­γί­ζε­ται τό σχέ­διο συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς μπο­ρε­ῖ νά ἀ­να­κα­λύ­ψει ὅτι ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά αὐτή συ­νι­στᾶ τήν ἰ­δε­ώ­δη στρατη­γι­κή ἐ­πι­βί­ω­σης. Μέ τό πού τήν ἀ­να­λο­γί­ζε­ται κα­λύ­τε­ρα, δι­α­πι­στώ­νει ἴσως πό­σο σο­φά φτι­ά­χτη­καν τά πράγ­μα­τα, ἔ­τσι ὥ­στε ὁ ἴδιος νά μπο­ρε­ΐ νά ἀναπτύ­ξει μιά συμ­πε­ρι­φο­ρά πού τό­σο ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα ται­ριά­ζει στήν ἐ­πι­βί­ωση. Αὐτό μπο­ρεῖ νά τόν ὁ­δη­γή­σει στό νά σκε­φτεῖ ὅτι τά πράγ­μα­τα ἔ­χουν φτιαχτε­ῖ μέ αὐτό τόν τρό­πο ἀ­πό ἕ­ναν ἐ­ξαι­ρε­τι­κά ἔλ­λο­γο φο­ρέ­α, τή φύ­ση. Το ἑ­πό­με­νο ἐ­ρώ­τη­μα θά ἦ­ταν τό­τε για­τί ἡ φύ­ση ἔ­φτίια­ξε τά πράγ­μα­τα μέ αὐτό τόν τρό­πο. Ἐξετάζοντας αὐτό τό ἐ­ρώ­τη­μα, ὁ ἄν­θρω­πος θά πρέ­πει νά συνειδη­το­ποι­ή­σει ὅτι ἡ φύ­ση δέν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται εἰ­δι­κά γιά τή δι­κή του ἐ­πι­βίωση. Ἄν καί ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά του προ­σα­να­το­λί­ζε­ται στήν αὔ­ξη­ση τῶν πι­θα­νοτήτων του νά ἐ­πι­βι­ώ­σει, εἶ­ναι προ­φα­νές ὅτι τό γε­γο­νός αὐτό δέν ἀ­πο­τε­λεῖ παρά μέ­ρος ἑ­νός γε­νι­κοῦ σχε­δί­ου τό ὁποῖο δέν εὐ­νο­εῖ ἤ δέν δί­νει ἰ­δι­αί­τε­ρη σημασί­α στή δι­κή του ἐ­πι­βί­ω­ση σέ σχέ­ση μέ τήν ἐ­πι­βί­ω­ση τῶν ὑ­πο­λοί­πων. Πρόκει­ται μά­λι­στα γιά ἕ­να σχέ­διο τό ὁποῖο δέν προ­ϋ­πο­θέ­τει καν ὅτι ἡ ζω­ή ἤ ἡ ἐ­πι­βί­ω­ση εἶ­ναι ἀγαθό κα­θε­αυ­τό. Αὐτό πού συμ­βαί­νει εἶ­ναι μᾶλ­λον το ὅτι ἡ φύ­ση, ὄν­τας ἐ­ξαι­ρε­τι­κά ἔλ­λο­γη, δέν μπο­ρε­ΐ πα­ρά νά ὀρ­γα­νώ­νει τά πράγματα μέ τρό­πο ὥ­στε νά δη­μι­ουρ­γεῖ τόν κα­λύ­τε­ρο δυ­να­τόν, δη­λα­δή τόν πιό εὔλογο κό­σμο. Καί ὁ κό­σμος δέν θά ἦ­ταν εὔ­λο­γος, ἄν τά ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα μό­λις γεννι­όν­ταν πέ­θαι­ναν μέ τό πα­ρα­μι­κρό. Αὐτός εἶ­ναι ὁ λό­γος γιά τόν ­ὁποῖο ἡ φύ­ση δη­μι­ουρ­γεῖ ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα τά ὁ­ποῖ­α μέ τήν ἴ­δια τούς τή σύμπεριφο­ρά ἐγ­γυ­ῶν­ται, στό μέ­τρο πού ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τά ἴδια, ὅτι ὁ κό­σμος αὐτός εἶ­ναι ὁ κα­λύ­τε­ρος δυ­να­τός, φρον­τί­ζον­τας μέ ἀρ­κε­τή ἐ­πι­τυ­χί­α τούς ἑ­αυτούς των. Καί ὄ­χι μό­νο αὐτό· δη­μι­ουρ­γεῖ ἀν­θρώ­πι­να ὄντα προι­κι­σμέ­να μέ ὀρθό λό­γο, ἔ­τσι ὥ­στε νά πράτ­τουν αὐτό πού ὑ­πα­γο­ρεύ­ει ἡ φύ­ση μέ τή δι­κή τους συγ­κα­τά­θε­ση, γιά κά­ποι­ο λό­γο. Ὅ­λα αὐτά ὁ ἄν­θρω­πος θά μπο­ρέ­σει ἴ­σως νά τά συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει.

Θά συ­νει­δη­το­ποί­σει ἀ­κό­μη ὅτι αὐ­τό δέν μπο­ρεῖ νά συμ­βεῖ πα­ρά μό­νο ἄν ὑ­πάρ­χει ἕ­νας λό­γος γιά τόν ὁποῖο θά ἡ­θε­λε κα­νείς νά κά­νει αὐτό πού ὑ­πα­γο­ρεύ­ει ἡ φύ­ση. Ἀνάλογα μέ τήν εἰ­κό­να πού ἔ­χει γιά τή φύ­ση, θ­ά μπο­ρέ­σει ­ἴ­σως κα­νείς νά συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει, τε­λι­κά, ὅτι ἡ φύ­ση θέ­λει νά ἐ­νερ­γοῦ­με μέ ἕ­ναν ὁ­ρι­σμέ­νο τρό­πο, ἀ­κο­λου­θών­τας τόν ὀρ­θό λό­γο· Θ­ά ἀ­πο­ρεῖ ὡ­στό­σο ἡ ἀ­κό­μη καί θ­ά ἀμ­φι­βάλ­λει γιά τό ἄν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος λό­γος γιά τόν ὁποῖο πρέ­πει νά συμ­μορ­φω­νό­μα­στε πρός τή φύ­ση.

Ἀλ­λά ἔ­τσι φυ­σι­κά ὁ­δη­γε­ῖ­ται κα­νείς στό ἐ­ρώ­τη­μα γιά ποι­ό λό­γο θ­ά πρέ­πει ὁ ἄν­θρω­πος νά κά­νει αὐτά πού τοῦ ὑ­πα­γο­ρεύ­ει ἡ φύ­ση. Μιά στω­ι­κή ἀ­πάν­τη­ση θ­ά ἦ­ταν ὅτι ἕ­νας λό­γος ἤ ὁ λό­γος γιά τόν ὁποῖο θ­ά ἔ­πρε­πε κα­νείς νά δρᾶ σύμ­φω­να μέ τή φύ­ση εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς τό ὅτι αὐτό τό ὑ­πα­γο­ρεύ­ει ἡ φύ­ση. Ἄς μήν ξε­χνᾶ­με ὅτι τό βα­σι­κό στω­ι­κό δόγ­μα γιά τόν σκο­πό τοῦ ἀνθ­ρώ­πι­νου βί­ου ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τοῦ Ζή­νω­νος καί ἔ­πει­τα εἶ­ναι «νά ἀ­κο­λου­θοῦ­με τή φύ­ση». Μπο­ρεῖ κα­νείς νά ὑ­πο­στη­ρί­ξει ὅτι αὐτός εἶ­ναι ἕ­νας σκο­πός πού μᾶς ἐ­πι­βάλ­λε­ται ἀ­πό τή φύ­ση, ὅτι ἔ­χου­με κα­τα­σκευα­στεῖ μέ τέ­τοι­ο τρό­πο ὥ­στε νά εἴ­μα­στε προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι σέ αὐτό τόν στό­χο, ὅτι τό νά προ­σπα­θεῖ κα­νείς νά ζή­σει ἐ­νάν­τια στίς ἴδι­ες τίς ἀρ­χές τῆς κα­τα­σκευ­ῆς του δέν ἔ­χει νό­η­μα, εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς πα­ρά­λο­γο, κα­τα­λή­γει σί­γου­ρα σέ κα­τα­στρο­φή, ἰ­δί­ως ἐ­φ’ ὅσον, ἄν πι­στέ­ψου­με τούς Στω­ι­κούς, αὐτό πού τε­λι­κά θ­ά κά­νου­με εἶ­ναι οὕ­τως ἡ ἄλ­λως αὐτό πού μᾶς ὑ­πα­γο­ρεύ­ει ἡ φύ­ση, ἔ­χον­τας προ­δι­α­γρά­φει ἀ­νά­λο­γα τή συμ­πε­ρι­φο­ρά μας. Αὐτή εἶ­ναι ἴσως καί ἡ ἀ­πάν­τη­ση πού θ­ά εἶ­χε ὑ­πό­ψη του ὁ Κι­κέ­ρων. Για­τί λί­γες ἀ­ρά­δες πιό κά­τω πε­ρι­γρά­φει αὐτό πού ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με ὡς ἀγαθό καί τό ὁποῖο εἶ­ναι ἡ ἀ­φορ­μή γιά νά ἀ­πο­κτή­σου­με τήν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ ἀγαθοῦ ὡς «τήν τά­ξη καί, γιά νά τό πού­με ἔ­τσι, τήν ὁ­μό­νοι­α τῶν ἁρ­μο­ζου­σῶν πρά­ξε­ων», καί ὅ­μως λί­γο με­τά μᾶς λέ­ει ὅτι τό ἀγαθό ἔγ­κει­ται σέ αὐτό πού οἱ Στω­ι­κοί ὀ­νο­μά­ζουν ὁ­μο­λο­γί­α («συμ­φω­νί­α» ἡ «συμ­βι­βα­σμό»), ὄ­ρο πού ὁ ­ἴ­διος ἐ­πι­λέ­γει νά ἀ­πο­δώ­σει ὡς convenientia. Ἄν ρω­τή­σου­με «ὁ­μό­νοι­α ἡ συμ­φω­νί­α πρός τί;», ἡ εὔ­λο­γη ἀ­πάν­τη­ση μοιά­ζει νά εἶ­ναι «πρός τή φύ­ση», ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­φοῦ οἱ Στω­ι­κοί ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή του Ζή­νω­νος ἔ­κα­ναν λό­γο γιά «ὁ­μο­λο­γί­α, συμ­φω­νί­α πρός τή φύ­ση». Λί­γες πα­ρα­γρά­φους πιό κά­τω, στό ΙΙΙ 26, ὁ Κι­κέ­ρων πράγ­μα­τι ὁ­ρί­ζει τόν σκο­πό: νά ζῆ κα­νείς σύμ­φω­να πρός τή φύ­ση. Κι ἔ­τσι, ὅ­πως μᾶλ­λον θ­ά τό πε­ρι­μέ­να­με, αὐτή εἶ­ναι καί ἡ ὑ­πό­θε­ση πού υἱ­ο­θε­τοῦν καί ὁ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πό τους σχο­λια­στές, ὅ­ταν ἑρ­μη­νεύ­ουν αὐτό τό χω­ρί­ο. Αὐ­τό πού προ­κύ­πτει, λοι­πόν, εἶ­ναι ὅτι φτά­νου­με σέ ἕ­να ση­μεῖ­ο στό ὁποῖο συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­με ὅτι ἡ ἁρ­μό­ζου­σα πρά­ξη, ἄν πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ ἐ­ξαι­τί­ας του ὅτι συμ­φω­νεῖ πρός τή φύ­ση, δη­λα­δή ἐ­ξαιτίας του ὅτι εἶ­ναι αὐτή πού ἡ φύ­ση ὑ­πα­γο­ρεύ­ει, συ­νι­στᾶ τό ἀγαθό, καί ὅτι, ἀ­πό τή στιγ­μή πού τό ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με, αὐ­το­ῦ του εἴ­δους ἡ δρά­ση γί­νε­ται κυ­ρί­αρ­χος στό­χος μας.

Θά θυ­μό­μα­στε ὅ­μως πῶς ὁ Ζή­νων εἶ­χε μι­λή­σει ἐ­πί­σης καί γιά ἁ­πλή ὁμολογία, δηλαδή για τη συνέπεια στην οποία θα πρέπει να άποσκοποῦμε, ὑ­πο­θέ­τον­τας, κα­θώς φαί­νε­ται, ὅτι τό νά εἶ­ναι κα­νείς συ­νε­πής εἶ­ναι τό ἴ­­διο μέ τό νά δρᾶ σύμ­φω­να μέ τή φύ­ση. Ἀκόμη δύ­σκο­λά μας δι­α­φεύ­γει τό γε­γο­νός ὅτι ὁ Κι­κέ­ρων δέν μι­λά­ει γιά συ­νέ­πεια καί συμ­φω­νί­α πρ­ός τή φύ­ση, ἀλ­λά ἁ­πλῶς γιά ὁ­μό­νοι­α καί γιά συμ­φω­νί­α ἤ συ­νέ­πεια. Καί ὅ­ταν μι­λά­ει γιά τήν τά­ξη καί τήν ὁ­μό­νοι­α στίς ἁρ­μό­ζου­σες πρά­ξεις εἶ­ναι φυ­σι­κό νά θε­ω­ρεῖ­ται ὅτι ἀ­να­φέ­ρε­ται ὄ­χι στή συμ­φω­νί­α αὐ­τῶν τῶν πρά­ξεων πρός τή φύ­ση ἀλ­λά μᾶλ­λον στήν ἐ­σω­τε­ρι­κή τους τά­ξη καί συ­νέ­πεια. Ἀκόμα, εἶ­ναι φυ­σι­κό νά θε­ω­ρή­σου­με ὅτι ἡ τά­ξη συ­νί­στα­ται στόν τρό­πο μέ τόν ὁποῖο οἱ πρά­ξεις αὐ­τές σχε­τί­ζον­ται με­τα­ξύ τους, ἔ­τσι ὥ­στε ἡ ἀ­μοι­βαί­α δι­α­πλο­κή τους νά εὐνο­εῖ τήν ἐ­πι­βί­ω­ση τοῦ ἀ­τό­μου, ἄν ὄ­χι μά­λι­στα σέ μί­α πιό σύν­θε­τη δι­ά­τα­ξη σύμ­φω­να μέ τήν ὁ­ποι­α ὁ­ρι­σμέ­να officia εἶ­ναι βα­σι­κά ἐ­νῶ κά­ποι­α ἄλ­λα ὅ­λο καί πιό δευ­τε­ρο­γε­νῆ. Ἐπίσης βέ­βαι­α δέν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ὅτι, σύμ­φω­να μέ τήν πε­ρι­γρα­φή τοῦ Κι­κέ­ρω­νος, ἡ ἐμ­φά­νι­ση τοῦ σχε­δί­ου συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς, τό ὁποῖο κα­θώς τό ἀ­να­λο­γι­ζό­μα­στε ὁ­δη­γού­μα­στε στήν ἀ­να­κά­λυ­ψη το­ϋ ἀ­γα­θοῦ, χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος γί­νε­ται ὁ­λο καί πιό συ­νε­πής καί λι­γό­τε­ρο ἄ­στα­τος στίς ἐ­πι­λο­γές του. Ἐν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, τό ὅτι ὁ Ζή­νων ὁ­ρί­ζει ἐ­πί­σης κά­ποι­ες φο­ρές τόν σκο­πό ὡς ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως ζῆν ἐγ­γυ­ᾶται ὅτι καί «ἡ συ­νέ­πεια» εἶ­ναι μί­α θε­μι­τή στω­ι­κή ἀ­πάν­τη­ση στό για­τί θά πρέ­πει κα­νείς νά δρᾶ μέ τόν ἁρ­μό­ζον­τα τρό­πο ἤ σύμ­φω­να μέ τή φύ­ση. Κι ἔ­τσι ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χον­τας φτά­σει νά δρᾶ μέ συ­νέ­πεια μπο­ρε­ῖ νά θε­ω­ρή­σει, ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νος τό σχέ­διο τῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς του, ὅτι τό νά συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται κα­νείς κα­τ’ αὐτό τόν τρό­πο εἶ­ναι ἀγαθό, ἔ­φ’ ὅσον κα­νείς τό κά­νει ἐ­πει­δή μέ τόν τρό­πο αὐτό δι­α­τη­ρεῖ τή συ­νέ­πεια στή συμ­πε­ρι­φο­ρά του.

Σέ τί ὁ­μως νά ὀ­φεί­λε­ται τό ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά τή συ­νέ­πεια; Μί­α πλή­ρης ἀ­πάν­τη­ση προ­ϋ­πο­θέ­τει τή συ­ζή­τη­ση τῶν προ­βλη­μά­των πού ἡ­δη ἀν­τι­με­τωπί­ζου­με στήν Πο­λι­τεί­α το­ϋ Πλά­τω­νος. Τό ἐ­πι­χεί­ρη­μα πού συ­ναν­τᾶ­με ἐ­κεῖ εἶ­ναι ὅτι ἡ δι­και­ο­σύ­νη, καί ἑ­πο­μέ­νως ἡ ἀρ­ε­τή, εἶ­ναι κα­λή, ἐ­πει­δή μό­νο οἱ δί­και­οι καί οἱ ἐ­νά­ρε­τοι εἶ­ναι ἀ­παλ­λαγ­μέ­νοι ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή ἀ­συ­νέ­πεια, τήν ἔν­τα­ση, τή δι­χό­νοι­α καί τήν ἔ­ρι­δα πού μᾶς στε­ρεῖ τήν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη ἠ­ρε­μί­α το­ῦ πνεύ­μα­τος. Μπο­ροῦ­με νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅτι αὐτή ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή συ­νέ­πεια εἶ­ναι πα­ροῦ­σα στή σκέ­ψη τῶν Στω­ι­κῶν, ὅ­ταν ἐ­πί­σης θεω­ροῦν ὅτι ὁ σκο­πός συ­νί­στα­ται σέ μί­α εὔ­ροι­αν βί­ου (Διογ. Λα­έρ. VII 88). Ἀλλά ἐ­δῶ θέ­λω νά ἑ­στιά­σω τήν προ­σο­χή μου σέ μί­α δι­α­φο­ρε­τι­κή ὄ­ψη τῆς συ­νέ­πειας. Ἡ συ­νέ­πεια τῆς Πο­λι­τεί­ας τοῦ Πλά­τω­νος εἶ­ναι πρῶ­τα ἀ­πό ὅλα συ­νέ­πεια ἀ­νά­με­σα στά δι­α­φο­ρε­τι­κά μέ­ρη τῆς ψυ­χῆς. Ἀπό τή στιγ­μή πού οἱ Στω­ι­κοί ἀρ­νοῦν­ται τήν ὕ­παρ­ξη ἄ­λο­γων με­ρῶν στήν ψυ­χή, ἡ συ­νέ­πεια γιά αὐ­τους ἀ­νάγε­ται σέ συ­νέ­πεια το­ῦ ὀρ­θο­ῦ λό­γου. Γιά νά κα­τα­νο­ή­σου­με πλή­ρως τό ἐν­διαφέ­ρον γιά αὐτή τή συ­νέ­πεια πρέ­πει πρῶ­τα νά δι­α­πι­στώ­σου­με ὅτι γιά τούς Στω­ι­κούς ἡ σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στή συ­νέ­πεια καί τή λο­γι­κό­τη­τα εἶ­ναι πο­λύ στε­νό­τε­ρη ἀ­πό ὅ,τι γιά ἐ­μᾶς, τό­σο στε­νή μά­λι­στα πού θά μπο­ρού­σα­με νά ὑ­πο­στη­ρί­ξου­με ὅτι γιά τούς Στω­ι­κούς ἡ συ­νέ­πεια ἀ­πο­τε­λε­ϊ ἔν­δει­ξη τῆς τέ­λειας λο­γι­κό­τη­τας. Δέν πρέ­πει νά ξε­χνᾶ­με ὅτι οἱ Στω­ι­κοί ἔ­βλε­παν τίς ἀ­πό­ψεις τους ὡς ἐ­πι­στρο­φή σέ αὐτό πού οἱ ­ἴ­διοι θε­ω­ροῦ­σαν ὡς θέ­ση τοῦ Σω­κρά­τους, στη­ρι­ζό­με­νοι μᾶλ­λον στό πῶς ὁ Πλάτων πα­ρου­σιά­ζει τόν Σω­κρά­τη σέ δι­α­λό­γους ὅπως ὁ Πρω­τα­γό­ρας. Καί βέ­βαι­α ὁ­λοι γνω­ρί­ζου­με πό­σο ἐ­πι­μέ­νει ἡ μέ­θο­δος τῆς ἐ­λεγ­κτι­κῆς δι­α­λε­κτι­κῆς του Σω­κρά­τους στή συ­νέ­πεια ὡς τό καί­ριο στοι­χεῖ­ο πού πρέ­πει νά δι­α­τη­ρη­θεῖ. Ὄχι μό­νο ἀν­τι­με­τωπί­ζε­ται ἡ ἀ­συ­νέ­πεια ὡς κρι­τή­ριο γιά τήν ἀ­που­σί­α γνώ­σης ἤ σο­φί­ας, ἀλ­λά μοιά­ζει ἐ­πί­σης νά ὑ­πο­τί­θε­ται ὅτι ἡ προ­ο­δευ­τι­κή ἐ­ξά­λει­ψή της θά ὁ­δη­γή­σει στή γνώ­ση καί τή σο­φί­α. Αὐτό προ­ϋ­πο­θέ­τει ὅτι κα­τά βά­θος πράγ­μα­τι δι­α­θέ­του­με βα­σι­κή γνώ­ση, του­λά­χι­στον γιά τό τί εἶ­ναι αὐτό πού ἀ­ξί­ζει, καί ὅτι ἁ­πλῶς βρι­σκό­μα­στε σέ με­γά­λη σύγ­χυ­ση, ἐ­πει­δή ἔ­χου­με ἐ­πί­σης ἀ­πο­κτή­σει μιά πλη­θώ­ρα ἀ­πό ψευ­δεῖς γνῶ­μες πού δέν συμ­βα­δί­ζουν μέ αὐτή τή βα­σι­κή γνώ­ση. Θε­ω­ρῶ ὅτι στόν Πλά­τω­να αὐτή ἡ πα­ρα­δο­χή παίρ­νει κά­πο­τε τή μορ­φή τοῦ δόγ­μα­τος τῆς ἀ­νά­μνη­σης, ἐ­νῶ στόν Στω­ι­κι­σμό ὑ­πο­τί­θε­ται ὅτι ἀν­τι­στοι­χεῖ στή θε­ω­ρί­α τῶν κοι­νῶν ἀν­τι­λή­ψε­ων καί τῆς κοι­νῆς αἴ­σθη­σης πού στη­ρί­ζε­ται σέ αὐ­τές. Ἀ­νί­κα­νοι νά ἀ­παλ­λα­γοῦ­με ἀ­πό αὐ­τές τίς ἀν­τι­λή­ψεις καί τή γνώ­ση τοῦ κό­σμου πού ἐν­σω­μα­τώ­νε­ται σέ αὐ­τές, ὁ μό­νος τρό­πος πού δι­α­θέ­του­με γιά νά γί­νου­με συ­νε­πεῖς εἶ­ναι νά ἐ­ξα­λεί­ψου­με τίς ψευ­δεῖς γνῶ­μες πού πα­ρεμ­πο­δί­ζουν τή σο­φί­α.

Τό ὅτι τε­λι­κά ὁ Κι­κέ­ρων θέ­λει νά πα­ρου­σιά­σει τή στω­ι­κή θε­ω­ρί­α ὡς κά­τι τό ὁποῖο μᾶς ἑλ­κύ­ει χά­ρη στή σο­φί­α ἡ τήν ἀ­πό­λυ­τη λο­γι­κό­τη­τα τῶν πρά­ξε­ών μας, μοιά­ζει νά ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἀ­πό τό ὅτι ὕ­στε­ρα ἀ­πό δύ­ο πα­ρα­γρά­φους (στό ΙΙΙ 23) μα­θαί­νου­με πώς ἐ­μεῖς, μέ τόν τρό­πο πού ἀ­να­φέρε­ται στό χω­ρί­ο μας, φτά­νου­με τε­λι­κά νά ἀ­να­γνω­ρί­σου­με τή σο­φί­α ὡς τό ἀγαθό πού στό ἑ­ξῆς πρέ­πει νά τι­μοῦ­με πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ὅ,τι τά πράγ­μα­τα, ὅπως ἡ ζω­ή καί ὁ θά­να­τος, πού μᾶς ἀ­σκοῦ­σαν ἕλ­ξη στήν ἀρ­χή. Ἐ­πί­σης πρέ­πει νά θυ­μό­μα­στε ὅτι ὁ Κι­κέ­ρων δέν μι­λά­ει μό­νο γιά συ­νέ­πεια ἀλ­λά καί γιά τήν τά­ξη καί τήν ὁ­μό­νοι­α πού ἐ­πι­δει­κνύ­ον­ται σέ μιά συμ­πε­ρι­φο­ρά σύμ­φω­νη πρός τή φύ­ση. Καί ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νος αὐτό θά μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά ὁ­δη­γη­θε­ῖ στήν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῆς ἐκ­πλη­κτι­κῆς ἰ­δι­ο­φυ­ΐας καί σο­φί­ας μέ τήν ὁ­ποι­α ἔ­χει ὀρ­γα­νω­θεῖ αὐτό τό σχέ­διο συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς.

Φαί­νε­ται ἔ­τσι πώς αὐτό πού κα­νείς φτά­νει νά θε­ω­ρή­σει ὡς ἀγαθό καί αὐτό ἀ­πό τό ὁποῖο φτά­νει νά ἑλ­κύ­ε­ται εἶ­ναι τό ὅτι ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά θά πρέ­πει μέ τή συ­νέ­πεια καί τήν τά­ξη της νά ἐ­πι­δει­κνύ­ει ἐ­κεί­νη τήν τέ­λεια λο­γι­κό­τη­τα, τή δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα, τήν ἐ­πι­μέ­λεια, τήν ἰ­δι­ο­φυΐ­α πού πράγ­μα­τι ἐ­πι­δει­κνύ­ει ὡς ἔρ­γο τῆς φύ­σης, τήν ὁ­ποί­α ὡ­στό­σο θά μπο­ροῦ­σε νά ἐ­πι­δει­κνύ­ει καί ὡς ἔρ­γο τοῦ δι­κοῦ μας τέ­λει­ου ὀρ­θοῦ λό­γου.

Ἄν αὐτό ἰ­σχύ­ει, ἡ ἄ­πο­ψη πού προ­τεί­νε­ται πρέ­πει νά εἶ­ναι ὅτι ὁ λό­γος γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­τε­λοῦ­με αὐ­τά πού μᾶς ὑ­πα­γο­ρεύ­ει ἡ φύ­ση εἶ­ναι ὅτι τό νά ἐ­νερ­γοῦ­με μέ αὐτό τόν τρό­πο ἀ­πο­τε­λεῖ ὅ,τι πιό ἔλ­λο­γο, καί τό νά ἐ­νερ­γοῦ­με μέ αὐ­τό τόν τρό­πο γιά αὐτό τόν λό­γο στοι­χει­ο­θε­τεῖ αὐτό πού εἶ­ναι ἀ­γα­θό καί πού μᾶς ἑλ­κύ­ει μέ ἕ­ναν ξε­χω­ρι­στό τρό­πο. Ἐλ­πί­ζω πώς ἡ φύ­ση αὐ­τῆς τῆς ξε­χωρι­στῆς ἕλ­ξης θά ἀ­πο­σα­φη­νι­στεῖ κά­πως πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀρ­γό­τε­ρα.

Ὑ­πάρ­χει ὁ­μως μί­α ἀμ­φι­ση­μί­α δτᾶν λέ­με πώς φυ­σι­ο­λο­γι­κά φτά­νου­με νά ἀ­σπα­στο­ῦ­με τήν ἰ­δέ­α ὅτι ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά μας πρέ­πει νά εἶ­ναι ἡ πιό λο­γι­κή, ὅτι δη­λα­δή πρέ­πει νά ἀν­τα­να­κλᾶ τό εἶ­δος τῆς σο­φί­ας πού σχε­δόν κα­τά κα­νό­να ἀν­τα­να­κλᾶ­ται στά ἔ­ρ­γα τῆς φύ­σης. Ἡ ἀμ­φι­ση­μί­α αὐτή ἀν­τι­στοι­χεῖ σέ ἀρ­κε­τά με­γά­λο βαθ­μό στίς δύ­ο δυ­να­τό­τη­τες πού ἐ­ξε­τά­σα­με πιό πά­νω σέ σχέ­ση μέ τά κί­νη­τρα τῆς ἴ­διας της φύ­σης ὡς φο­ρέ­α. Ἡ φύ­ση μπο­ρεῖ εἴ­τε νά αἰ­σθά­νε­ται τήν ἕ­λ­ξη καί νά ἀ­πο­λαμ­βά­νει, θά λέ­γα­με, τήν ὕ­ψι­στη τε­λει­ό­τη­τα τῆς τέ­χνης τῆς κα­τά τή δη­μι­ουρ­γί­α καί τή δι­α­τή­ρη­ση τοῦ κό­σμου, εἴ­τε ἁ­πλῶς νά δι­α­τη­ρεῖ τήν ἴ­δια τῆς τή λο­γι­κό­τη­τα. Ἀν­τι­στοί­χως, τό ἐ­ρώ­τη­μα πού τί­θε­ται ἐ­δῶ εἶ­ναι ἄν ἡ δι­κή μας ἕλ­ξη εἶ­ναι πρός τήν ἰ­δέ­α ὅτι οἱ πρά­ξεις μᾶς θ­ά πρέ­πει νά ἐ­πι­δει­κνύ­ουν με­γά­λη τέ­χνη καί σο­φί­α στόν τρό­πο μέ τόν ὁποῖο ἐ­πι­τε­λοῦν­ται ἤ πρός τήν ἰ­δέ­α ὅτι οἱ πρά­ξεις μας ἀν­τι­κα­το­πτρίζουν καί δι­α­τη­ροῦν τή δι­κή μας σο­φί­α καί τέ­χνη. Στή δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση μά­λι­στα ἴ­σως σκε­φτο­ῦ­με ὅτι αὐ­τοῦ του εἴ­δους τά κί­νη­τρα δέν εἶ­ναι πα­ρά ἡ φυ­σι­κή συ­νέ­χι­ση τῆς ἀρ­χι­κῆς πα­ρόρ­μη­σής μας νά συν­τη­ρή­σου­με τούς ἑ­αυ­τούς μας στή φυ­σι­κή μας κα­τά­στα­ση. Ἀπό τή στιγ­μή πού πλέ­ον ἔ­χου­με με­τα­τρα­πε­ῖ σέ ἔλ­λο­γα ὄντα, ἡ πα­ρόρ­μη­ση αὐτή φυ­σι­ο­λο­γι­κά θ­ά πά­ρει τή μορ­φή, μπο­ρεῖ νά πεῖ κα­νείς, μί­ας κυ­ρί­αρ­χης φρον­τί­δας γιά τούς ἑ­αυ­τούς μας ὡς ἔλ­λο­γα ὄν­τα καί ἑ­πο­μέ­νως μί­ας φρον­τί­δας γιά τή δι­α­τή­ρη­ση, τήν καλ­λι­έρ­γεια καί τήν τε­λεί­ω­ση τῆς λο­γι­κό­τη­τάς μας. Καί ὁ κα­λύ­τε­ρος τρό­πος γιά νά πε­τύ­χου­με κά­τι τέ­τοι­ο εἶ­ναι τό νά προ­σπα­θοῦ­με νά δροῦ­με ὅ­σο πιό λο­γι­κά μπο­ροῦ­με.

Φαί­νε­ται μά­λι­στα ὅτι σέ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις αὐ­τοῦ του εἴ­δους ἦ­ταν ἡ ἐ­ξή­γη­ση πού ἔ­δι­ναν οἱ Στω­ι­κοί. Για­τί σέ ἕ­να πο­λύ γνω­στό χω­ρί­ο (Ep, moral. 121.14 -18), ὁ Σε­νέ­κας μᾶς λέ­ει ὅτι ἡ φυ­σι­κή φρον­τί­δα γιά τούς ἑ­αυ­τούς μας μέ τήν ὁ­πο;i­α ἡ φύ­ση μᾶς προί­κι­σε ἀ­πό τή γέν­νη­σή μας, ἐ­ξε­λίσσε­ται μέ ἁρ­μό­ζον­τα τρό­πο ἀ­νά­λο­γα μέ τό στά­διο τῆς φυ­σι­κῆς ἀ­νά­πτυ­ξης στό ὁποῖο βρι­σκό­μα­στε, καί ὅτι ἔ­τσι με­τα­τρέ­πε­ται σέ κυ­ρί­αρ­χη φρον­τί­δα γιά τή λο­γι­κό­τη­τά μας ἀ­πό τή στιγ­μή ἀ­κρι­βῶς πού φτά­νου­με στήν ἡ­λι­κί­α τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου.

Ἀλ­λά ἡ ἀλ­λα­γή κι­νή­τρου μπο­ρε­ῖ νά κα­τα­νο­η­θεῖ καί μέ δι­α­φο­ρε­τι­κό τρό­πο. Μπο­ρε­ῖ κα­νείς νά φρον­τί­ζει νά συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται λο­γι­κά ὄ­χι ἐ­ξαι­τί­ας κάποιας φρον­τί­δας γιά τή δι­κή του λο­γι­κό­τη­τα, ἀλ­λά ἐ­πει­δή αἰ­σθά­νε­ται ἕλ­ξη πρός τήν ὑ­πέρ­τα­τη λο­γι­κό­τη­τα τοῦ κό­σμου, καί ἑ­πο­μέ­νως ἀ­νυ­πο­μο­νεῖ νά δι­α­τη­ρή­σει αὐτή τή λο­γι­κό­τη­τα στή δι­κή του σφαί­ρα δρά­σης μέ ἐ­κεί­νη τήν ἰ­δι­ο­φυ­ΐ­α, τή σο­φί­α, τήν εὐ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα, τήν τέ­χνη πού θά κρα­τή­σουν τό συγ­κε­κρι­μέ­νο τμῆ­μα, τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ὄ­χι μό­νο ἁρ­μό­ζον ἀλ­λά καί ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στο. Αὐ­τή ἡ φρον­τί­δα δέν εἶ­ναι πιά φρον­τί­δα γιά τόν ἴ­διο του τόν ἑ­αυ­τό, ἀλ­λά φρον­τί­δα γιά νά βρί­σκε­ται ὁ κό­σμος σέ μί­α ὁ­ρι­σμέ­νη κα­τά­στα­ση, δη­λα­δή μί­α ἕλ­ξη πρός κά­ποι­α ὁ­ρι­σμέ­νη δι­ά­τα­ξη ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι σύμ­φω­νη πρός τήν τέ­λεια λο­γι­κό­τη­τα.

Ἄν στρα­φοῦ­με στό χω­ρί­ο τοῦ Κι­κέ­ρω­νος γιά νά δοῦ­με ποι­ά ἀ­πό τίς δύ­ο ἐ­ξη­γή­σεις ται­ριά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἡ πρώ­τη ἀ­πό αὐ­τές μοιά­ζει νά μή βρί­σκει κα­θό­λου ὑ­πο­στή­ρι­ξη. Σύμ­φω­να μέ αὐτό τό χω­ρί­ο, ὑ­πο­τί­θε­ται ὅτι τά κί­νη­τρά μας εἶ­ναι ἀ­σφα­λῶς ἡ ἕλ­ξη τήν ὁ­ποί­α αἰ­σθα­νό­μα­στε πρός τή συμ­πε­ρι­φο­ρά πού εἶ­ναι ὑ­πέρ­τα­τα λο­γι­κή καί ὄ­χι πρός μιά φρον­τί­δα γιά τή δι­κή μ­ας λο­γι­κό­τη­τα. Θε­ω­ρῶ μά­λι­στα ὅτι τό «ipsum honestum» στό τέ­λος τοῦ ΙΙΙ 21 ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν ἀ­ρε­τή ἤ τή σο­φί­α καί ὅτι ὁ Κι­κέ­ρων μᾶς λέ­ει πώς πρέ­πει νά θε­ω­ροῦ­με ὅτι ἡ ὑ­πέρ­τα­τη λο­γι­κό­τη­τα ἤ ἡ ἀ­ρε­τή ὡς στοι­χεῖ­ο τοῦ νο­ῦ μας καί οἱ ἀ­το­μι­κές ἐ­νά­ρε­τες πρά­ξεις ἀ­πο­βλέ­πουν στήν τε­λεί­ως ἔλ­λο­γη συμ­πε­ρι­φο­ρά, καί ὄχι τό ἀν­τί­στρο­φο, ὅτι δη­λα­δή ἡ τε­λεί­ως ἔλ­λο­γη συμ­πε­ρι­φο­ρά ἀ­πο­βλέ­πει στήν τέ­λεια λο­γι­κό­τη­τα. Ἄν καί ὁ Κι­κέ­ρων κά­πως πα­ρα­πλα­νη­τι­κά ἐ­δῶ ὀ­νο­μά­ζει τήν ἀρ­ε­τή ἤ τή σο­φί­α μο­να­δι­κό ἀ­γα­θ­ό, ἀ­πό τό προ­η­γού­με­νο μέ­ρος τῆς πρό­τα­σης γί­νε­ται σα­φές ὅτι τό ἀ­γα­θό μέ τήν ἔν­νοι­α τοῦ σκο­ποῦ εἶ­ναι ἡ τε­λεί­ως λο­γι­κή συμ­πε­ρι­φο­ρά.

Ὁ Κι­κέ­ρων ἴ­σως νά μή δί­νει ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α στή δι­α­φο­ρά. Για­τί, ὅ­πως εἴ­δα­με πιό πά­νω, στό ΙΙΙ 23 μι­λά­ει σάν νά εἶ­χε ἀ­πο­δει­χθε­ΐ ὅτι τό ἀ­γα­θό εἶ­ναι ἡ σο­φί­α καί ὄ­χι ἡ σο­φή συμ­πε­ρι­φο­ρά. Ἀλ­λά ὑ­πάρ­χει μιά ση­μαν­τι­κή δι­α­φο­ρά. Ἤδη πιό πά­νω δι­α­τυ­πώ­σα­με τό ἐ­ρώ­τη­μα τί ὑ­πο­τί­θε­ται ὅτι συμ­βαί­νει μέ τήν ἀρ­χι­κή πα­ρόρ­μη­ση γιά τή συν­τή­ρη­ση τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας. Μιά ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ὅτι με­τα­τρέ­πε­ται σέ κυ­ρί­αρ­χη φρον­τί­δα γιά τή λο­γικό­τη­τά μας. Ἀλ­λά ἡ ἀ­πάν­τη­ση πού φαί­νε­ται πιό ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κή εῖ­ναι ὅτι αὐτή ἡ φρον­τί­δα γιά τόν ἑ­αυ­τό μας ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται τε­λεί­ως ἀ­πό τή στιγ­μή πού παύ­ει νά χρει­ά­ζε­ται. Ἄν ἔ­χου­με κά­ποι­ο κί­νη­τρο νά ἐ­νερ­γοῦ­με κα­τά τό δυνα­τόν πιό λο­γι­κά, τό γε­γο­νός αὐτό θά ἔ­χει ὡς συ­νέ­πεια νά ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­με νά δι­α­τη­ροῦ­με κα­τά τό δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρο τή λο­γι­κό­τη­τά μας καί νά φρον­τί­ζου­με τούς ἑ­αυ­τούς μας στό μέ­τρο πού αὐτό ἀ­παι­τε­ῖ­ται ἀ­πό τήν κα­λύ­τε­ρη τά­ξη τοῦ κό­σμου.

Ἔχοντας ἔ­τσι κα­τα­λή­ξει σέ μιά ἀ­πάν­τη­ση στό ἐ­ρώ­τη­μα σχε­τι­κά μέ τή φύ­ση τῶν βη­μά­των τῆς σκέ­ψης πού φυ­σι­ο­λο­γι­κά μας κα­τευ­θύ­νουν πρός τήν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ ἀ­γα­θοῦ, εἶ­ναι πιά και­ρός νά ἐ­ξε­τά­σου­με πιό προ­σε­κτι­κά τί ἀ­κρι­βῶς ὑ­πο­τί­θε­ται ὅτι εῖ­ναι αὐτή ἡ ἀν­τί­λη­ψη. Στό ση­μεῖ­ο αὐτό βε­βαί­ως χρει­α­ζό­μα­στε κά­ποι­α προ­κα­ταρ­κτι­κή δι­ευ­κρί­νι­ση. Για­τί ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἔλ­λει­ψη ἀ­κρί­βειας στήν ἔκ­θε­ση τοῦ Κι­κέ­ρω­νος πού μᾶς δη­μι­ουρ­γεῖ σύγ­χυ­ση, σύγ­χυ­ση ἡ ὁ­ποί­α στή συ­νέ­χεια ἐ­πι­τεί­νε­ται ἀ­πό μιά ἀ­σά­φεια στή σύν­τα­ξη ταῆς τελευταίας πρότασης. Εἶναι προφανές ὅτι ὁ Κικέρων ἐδῶ ὀνομἀζει «ἀγα­θό» δύ­ο τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κά πράγ­μα­τα: α) τήν τέ­λεια λο­γι­κή συμ­πε­ρι­φο­ρά στήν ὁ­ποί­α ἀ­πο­βλέ­που­με, καί β) τήν ὀρ­θό­τη­τα, τήν ἀ­ρε­τή, τή σο­φί­α πού μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νά ἐ­νερ­γοῦ­με τε­λεί­ως λο­γι­κά καί ἡ ὁποί­α ἐ­πι­δει­κνύ­ε­ται σέ μιά τέ­τοι­α συμ­πε­ρι­φο­ρά. Μά­λι­στα μᾶς λέ­ει γιά τό τε­λευ­ταῖ­ο ὅτι ἀ­πό μό­νο του ἀ­ξί­ζει νά θε­ω­ρεῖ­ται ὡς ἀγαθό ἤ ὡς τό ἀ­γα­θό, μο­λο­νό­τι λί­γες ἀ­ρά­δες πιό πά­νω εἶ­χε ὀ­νο­μά­σει τό πρῶ­το ἀ­νώ­τα­το ἀγαθό. Τό νά δι­α­κρί­νου­με τήν ἀ­ρε­τή ἀ­πό τόν ἐ­νά­ρε­το βί­ο τόν ὁποῖο αὐ­τή πα­ρά­γει δέν μπο­ρε­ῖ νά ἰ­σχύ­ει, ἐ­κτός ἄν ὑ­πο­θέ­σου­με τήν ὕ­παρ­ξη δι­α­φο­ρε­τι­κῶν ἐν­νοι­ῶν τοῦ «ἀ­γα­θοῦ». Καί εἶ­ναι σα­φές ὅτι αὐ­τό κά­νει ἐ­δῶ ὁ Κι­κέ­ρων. Εἶ­ναι σα­φές ἀ­πό τόν τρό­πο πού μι­λά­ει, ὅ­ταν λέ­ει ὅτι ἕ­να σχέ­διο τε­λεί­ως λο­γι­κῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς, μιά τε­λεί­ως λο­γι­κή ζωή εἶ­ναι κά­τι ἀγαθό ἤ ἀ­κό­μη εἶ­ναι τό ἀγαθό ἤ εἶ­ναι τό ὕψι­στο ἀγαθό μέ τήν ἔν­νοι­α κα­τά τήν ὁ­ποί­α ὁ σκο­πός ἡ τό τέ­λος (αὐτό στό ὁποῖο κά­θε τί ἄλ­λο πρέ­πει νά ἀ­να­φέ­ρε­ται) εἶ­ναι τό ἀγαθό. Ἡ ἀ­ρε­τή ἤ ἡ σο­φί­α εἶ­ναι ἀγαθό ἡ τό ἀγαθό μέ τήν ἔν­νοι­α ὅτι εἶ­ναι αὐτό καί μό­νο αὐτό τό ὁποῖο χρει­α­ζό­μα­στε προ­κει­μέ­νου νά ἐ­πι­τύ­χου­με αὐτό τόν σκο­πό, δη­λα­δή μιά τε­λεί­ως λο­γι­κή ζω­ή.

Ἀλ­λά μο­λο­νό­τι ὑ­πάρ­χει σα­φής δι­α­φο­ρά, τό ἀγαθό κα­τά τήν πρώ­τη ἔν­νοι­α καί τό ἀγαθό κα­τά τή δεύ­τε­ρη ἔν­νοι­α συν­δέ­ον­ται πο­λύ στε­νά με­τα­ξύ τους, ἰ­δι­αί­τε­ρα σύμ­φω­να μέ τή στω­ι­κή ἄ­πο­ψη. Ἀ­πό τή στιγ­μή πού ἡ ἁ­πλή πα­ρου­σί­α τῆς ἀ­ρε­τῆς ἤ τῆς σο­φί­ας ἐγ­γυᾶ­ται μιά ἐ­νά­ρε­τη, σο­φή, τέ­λεια λο­γι­κή ζω­ή, καί ἀ­πό τή στιγ­μή πού αὐτό τό ὁποῖο ἐ­κτι­μοῦ­με σέ αὐτή τή ζω­ή εἶ­ναι ἡ σο­φί­α πού αὐτή ἐ­πι­δει­κνύ­ει, κα­τα­λα­βαί­νου­με για­τί ὁ Κι­κέ­ρων στό III 23 μπο­ρεῖ νά μι­λᾶ σάν νά εἴ­χα­με ἡ­δη ἀ­πο­δεί­ξει ὅτι τό ἀγαθό εἶ­ναι ἡ σο­φί­α, ἐ­νῶ αὐτό τό ὁποῖο στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἴ­χα­με ἀ­πο­δεί­ξει ἦ­ταν πώς τό ἀγαθό εἶ­ναι ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο εἶ­δος ζω­ῆς. Ὡστόσο, ἄν θέ­λου­με νά προσ­δι­ο­ρί­σου­με μέ ἀ­κρί­βεια τήν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ ἀ­γα­θοῦ τήν ὁ­ποί­α ὑ­πο­τί­θε­ται ὅτι ἀ­πο­κτοῦ­με φυ­σι­ο­λο­γι­κά κα­θώς ἀ­να­λο­γι­ζό­μα­στε τή συμ­πε­ρι­φο­ρά μας, θά πρέ­πει νά δε­χτοῦ­με τή δι­ά­κρι­ση τῶν δύ­ο αὐ­ταῶν ἐν­νοι­ῶν. Ἐπί πλέ­ον ὁ Κι­κέ­ρων ἀ­να­φέ­ρε­ται καί στίς σω­στές πρά­ξεις τίς ὁ­ποι­ες ἐ­μεῖς, ὅ­πως καί οἱ Στω­ι­κοί, ὀ­νο­μά­ζου­με «ἀ­γα­θές». Καί, τέ­λος, ὀ­νο­μά­ζου­με «ἀ­γα­θούς» τους ἐ­νά­ρε­τους ἀν­θρώ­πους. Οἱ Στω­ι­κοί μας δί­νου­νε με­γά­λη ποι­κι­λί­α δι­α­κρί­σε­ων ἀ­νά­με­σα στίς ἔν­νοι­ες τοῦ «ἀγαθοῦ», οἱ ὁ­ποῖ­ες εὔ­κο­λα φι­λο­ξε­νοῦν αὐ­τές τίς δι­α­φο­ρε­τι­κές χρή­σεις (πρβλ. π.χ. Σέξ­τος Ἐμπειρικός, Μάθ. XI 25-27).

Ἀ­πό τή στιγ­μή πού αὖ­τες οἱ δι­α­φο­ρε­τι­κές χρή­σεις συν­δέ­ον­ται συ­στη­μα­τι­κά με­τα­ξύ τους, ἔ­τσι ὥ­στε νά ἀ­πο­τε­λο­ῦν ἡ μί­α λει­τουρ­γί­α τῆς ἄλ­λης, μπο­ροῦ­με νά ἑ­στι­ά­σου­με τήν προ­σο­χή μας σέ μιά ἀ­πό αὐ­τές, δη­λα­δή στή χρή­ση κα­τά τήν ὁ­ποί­α ἡ ἀ­ρε­τή ἤ ἡ σο­φί­α εἶ­ναι ἕ­να ἀγαθό.

Κα­τ’ αὐτή λοι­πόν τή χρή­ση τοῦ «ἀγαθοῦ», σύμ­φω­να μέ τούς Στω­ι­κούς ἕ­να πράγ­μα εἶ­ναι ἕ­να ἀγαθό ἄν κα­νείς ἀν­τλε­ῖ ὄ­φε­λος ἀ­πό αὐτό. Ἡ ἀ­ρε­τη ἤ ἡ σοφία εἶναι ἀγαθά, ἐπειδή προφανῶς ἐπιτρέπουν στους άνθρώπους νά ἀν­τλοῦν ὄ­φε­λος, κα­θώς τούς ὁ­δη­γοῦν στό νά πράτ­τουν ἐ­νά­ρε­τα καί ἔ­τσι νά ἀ­πο­κτοῦν τόν ἀγαθό βί­ο. Μά­λι­στα οἱ Στω­ι­κοί ὑ­πο­θέ­τουν ὅτι ἡ ἀ­ρε­τή ἤ ἡ σο­φί­α εἶ­ναι τό μό­νο πράγ­μα ἀ­πό τό ὁποῖο ἀν­τλε­ῖ κα­νείς ὄ­φε­λος, τό μό­νο πράγ­μα πού εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο νά τό ἔ­χει κα­νείς. Για­τί τό ἄν εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο νά ἔ­χει κα­νείς ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄλ­λο πράγ­μα ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τό κα­τά πό­σον ὁ ἴ­διος εἶ­ναι ἡ δέν εἶ­ναι σο­φός. Ἔ­τσι οἱ Στω­ι­κοί ὑ­πο­στη­ρί­ζουν, ὄ­πως μᾶς λέ­ει ὁ Κι­κέ­ρων στό χω­ρί­ο μας, ὅτι ἡ ἀ­ρε­τή ἤ ἡ σο­φί­α εἶ­ναι τό μό­νο ἀ­γαθ­ό.

Μέ­ρος τῆς ἀν­τί­λη­ψης τοῦ ἀγαθοῦ κα­τ’ αὐτή τήν ἔν­νοι­α εἶ­ναι ἑ­πο­μέ­νως τό ὅτι εἶ­ναι ὠ­φέ­λι­μο. Σέ με­γά­λο βαθ­μό αὐτό ἐ­ξη­γεῖ τήν ἕλ­ξη πού ἀ­σκεῖ ὅ,τι εἶ­ναι κα­τ’ αὐτή τήν ἔν­νοι­α ἀγαθό. Ἀλλά θέ­λω νά ὑ­πο­στη­ρί­ξω ὅτι ὑ­πάρ­χει καί ἕ­να ἄλ­λο ἐ­ξί­σου ση­μαν­τι­κό στοι­χεῖ­ο στήν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ ἀγαθοῦ κα­τ’ αὐτή τήν ἔν­νοι­α πού μπο­ρεῖΐ νά ἐ­ξη­γή­σει τήν ἐν­τυ­πω­σια­κή ἕλ­ξη τήν ὁ­ποί­α ἀ­σκεῖ. Σέ αὐτό τό στοι­χεῖ­ο θε­ω­ρῶ ὅτι ἀ­να­φέ­ρε­ται ἡ ἔκ­θε­σή του Κικέ­ρω­νος ὅ­ταν μι­λά­ει γιά τήν ὀρ­θό­τη­τα ὡς τό honestum. Πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιά ἀ­πό­δο­ση τοῦ ἀρ­χαί­ου ἑλ­λη­νι­κοῦ τό κα­λόν. Μπο­ροῦ­με, πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, νά θυ­μη­θοῦ­με τόν Σω­κρά­τη ὅ­ταν στόν Γορ­γί­α τοῦ Πλά­τω­νος ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅτι εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο νά ἀ­δι­κεῖ­ται κα­νείς πα­ρά νά ἀ­δι­κεῖ. Στήν πο­ρεί­α αὐ­τοῦ τοῦ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τος ὁ Σω­κρά­της ὑ­πο­θέ­τει ὅτι τό ἀγαθό εἶ­ναι κά­τι πού μᾶς ὠ­φε­λεῖ ἡ κά­τι πού εἶ­ναι κα­λόν, δη­λα­δή ὄ­μορ­φο. Οἱ Στω­ι­κοί ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅτι τό ἀγαθό εἶ­ναι καί τό ἕ­να καί τό ἄλ­λο. Καί θά ἡ­θε­λα νά δο­κι­μά­σου­με νά δώ­σου­με πε­ρι­ε­χό­με­νο στό δεύ­τε­ρο σκέ­λος τῆς πρό­τα­σης προκει­μέ­νου νά κα­τα­λά­βου­με για­τί τό ἀγαθό, ἀ­πό τή στιγ­μή πού τό βλέ­πει κα­νείς, ἀ­σκε­ῖ μιά τέ­τοι­α ἀ­κα­τα­νί­κη­τη ἕλ­ξη.

Ἕ­νας τρό­πος ἴσως γιά νά τό πε­τύ­χου­με εἶ­ναι τό νά ἐ­πι­στρέ­φου­με στήν εἰ­κό­να τοῦ ἔ­φη­βου πού ἔ­χει ἀ­να­πτυ­χθεῖ ἀρ­κε­τά ὥ­στε νά δρᾶ μέ συ­νέ­πεια σύμ­φω­να μέ τή φύ­ση. Ἀλ­λά ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά λεί­πει κά­τι πού μᾶς ἐμ­πο­δί­ζει νά ὀ­νο­μά­σου­με τόν ἴδιο, τή δι­ά­θε­σή του, τίς πρά­ξεις του ἤ καί ὁ­λό­κλη­ρο τό σχέ­διο τῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς ἤ τῆς ζω­ῆς του «ἀγαθό». Τί εἶ­ναι αὐτό πού λεί­πει;

Ἄν καί δέν ἔ­χει ἀ­κό­μη ἀ­πο­κτή­σει πλή­ρη λο­γι­κό­τη­τα, κά­νει ἀ­κρι­βῶς αὐτό πού τοῦ ὑ­πα­γο­ρεύ­ε­ται νά κά­νει καί μά­λι­στα τό κά­νει σω­στά. Ὄχι μό­νο λει­τουρ­γεῖ, ἄλ­λα λει­τουρ­γεῖ σω­στά. Ὑπάρχει μιά ἰ­σχνή ἔν­νοι­α τοῦ «ἀγαθοῦ», ὅ­πως ὅ­ταν λέ­με ὅτι ἦ­ταν κα­λό παι­δί ἤ κα­λός νέ­ος, ἀ­φοῦ κά­νει ἀ­κρι­βῶς ὅ,τι τοῦ ὑ­πα­γο­ρεύ­ε­ται νά κά­νει. Εἶ­ναι μιά ἔν­νοι­α μᾶλ­λον ἀ­νά­λο­γη μέ ἐ­κεί­νη πού ἐ­πι­κα­λού­μα­στε ὅ­ταν μι­λᾶ­με γιά ἕ­να κα­λό αὐ­το­κί­νη­το ἤ ἕ­να κα­λό ἄ­λο­γο. Τά αὐ­το­κί­νη­τα πρέ­πει νά κά­νουν ὁ­ρι­σμέ­να πράγ­μα­τα, καί ἐ­φ’ ὅσον λει­τουρ­γοῦν σω­στά καί ὄ­χι μό­νον κά­νουν ὅ,τι πρέ­πει ἀλ­λά τό κά­νουν καί σω­στά, τό­τε τά ὀ­νο­μά­ζου­με κα­λά αὐ­το­κί­νη­τα. Ἄς ἐ­πι­ση­μά­νου­με, ὡ­στό­σο, ὅτι ἀ­κό­μη καί ἄν ἔ­χου­με λό­γο νά ἐ­κτι­μᾶ­με ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το πού λει­τουρ­γεῖ σω­στά, δέν ἔ­χου­με λό­γο νά τό νά θαυ­μά­ζου­με καί νά ἐγ­κω­μι­ά­ζου­με τήν ἐ­πί­δο­σή του.

Εῖ­ναι βέ­βαι­α προ­φα­νές ὅτι ἡ ἔν­νοι­α τοῦ «ἀγαθοῦ» πού ἐν­δι­α­φέ­ρει τούς Στω­ι­κούς καί τήν ὁ­ποί­α ἐ­μεῖς προ­σπα­θοῦ­με νά ἀ­πο­σα­φη­νί­σου­με εἶ­ναι μιά ἔν­νοι­α πο­λύ πιό ἰ­σχυ­ρή. Ἕ­νας κα­λός ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος ὁ ὁποῖος μέ τή δι­ά­θε­ση, τή δρά­ση καί τή συμ­πε­ρι­φο­ρά του μᾶς κα­λε­ΐ νά τόν θαυ­μά­σου­με, νά τόν ἐγ­κω­μι­ά­σου­με καί ἴσως ἀ­κό­μη καί νά τόν μι­μη­θο­ῦ­με. Στό ση­μεῖ­ο αὐτό φαί­νε­ται ὑ­περ­βο­λι­κά εὔ­κο­λο νά συμ­πε­ρά­νου­με ὅτι οἱ Στω­ι­κοί πρέ­πει νά ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται γιά τήν ἠ­θι­κή κα­λο­σύ­νη, τή στιγ­μή πού ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά μᾶς δι­α­φεύ­γει σέ τί συ­νί­στα­ται.

Μο­ῦ φαί­νε­ται ὅτι θά μπο­ρού­σα­με ἴσως νά ση­μει­ώ­σου­με κά­ποι­α πρό­ο­δο στόν προσ­δι­ο­ρι­σμό τῆς στω­ι­κῆς ἔν­νοι­ας τοῦ «ἀγαθοῦ», ἄν ἀν­τί νά σκε­φτό­μα­στε τό αὐ­το­κί­νη­το σκε­φτοῦ­με τόν σχε­δια­στή του. Γιά νά θε­ω­ρεῖ­ται κα­λός στήν τέ­χνη του, ὁ σχε­δια­στής τοῦ αὐ­το­κί­νη­του πρέ­πει νά κα­τα­σκευά­σει ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το πού λει­τουρ­γεῖ σω­στά, ἔ­χει κα­λή ἐ­πί­δο­ση καί ἐ­κτε­λε­ΐ κα­λά ὅ,τι ὀ­φεί­λει νά ἐ­κτε­λεῖ ἕ­να τέ­τοι­ο αὐ­το­κί­νη­το. Στό μέ­τρο πού ὁ σχε­δια­στής τοῦ αὐ­το­κί­νη­του κα­τορ­θώ­νει νά κά­νει κά­τι τέ­τοι­ο ἡ δου­λειά του δέν ἔ­χει τί­πο­τε τό ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το, τό ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στο ἡ τό ἀ­ξι­έ­παι­νο. Κά­νει ἁ­πλῶς αὐτό πού ὀ­φεί­λει νά κά­νει.

Ἀλ­λά ἡ δου­λειά το­ϋ σχε­δια­στῆ αὐ­το­κί­νη­των δέν ἐ­ξαν­τλεῖ­ται ἐ­δῶ. Στήν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση πε­ρι­λαμ­βά­νει ἐκ­πλη­κτι­κή ἰ­δι­ο­φυΐ­α, δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα, φαν­τα­σί­α, εὐ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα, κομ­ψό­τη­τα καί ἁ­πλό­τη­τα κα­τά τήν ἐ­πί­λυ­ση τε­χνι­κῶν προ­βλη­μά­των, δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα, καί ὅλα αὐ­τα μέ τρό­πους πού ­ἴ­σως νά μήν ἐ­πι­φέ­ρουν κα­μί­α δι­α­φο­ρά στήν ἴ­δια τή λει­τουρ­γί­α τοῦ αὐ­το­κί­νη­του. Ὁ σχε­δια­στής τοῦ αὐ­το­κί­νη­του μπο­ρεῖ νά προ­σπα­θεῖ νά εἶ­ναι ὅσο πιό κα­λός γί­νε­ται στόν σχε­δια­σμό τοῦ αὐ­το­κί­νη­του. Μπο­ρεῖ στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα νά μήν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται πα­ρά ἐ­λά­χι­στα γιά τό συγ­κε­κρι­μέ­νο αὐ­το­κί­νη­το πού τυ­χαί­νει νά σχε­διά­ζει. Γιά κά­ποι­ον πού κα­τέ­χει τίς δι­κές του ἱ­κα­νό­τη­τες, ὁ σχε­δια­σμός ἑ­νός αὐ­το­κί­νη­του, μέ δε­δο­μέ­νες προ­δι­α­γρα­φές, δέν δη­μι­ουρ­γεῖ προ­βλή­μα­τα. Τό νά τό κα­τορ­θώ­σει δέν ἀ­πο­τε­λεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐ­πί­τευγ­μα. Δέν πρό­κει­ται γιά κά­τι πού θά τόν κα­θι­στοῦ­σε ὑ­πε­ρή­φα­νο. Τό ζή­τη­μα ὡ­στό­σο ἄλ­λα­ζει ρι­ζι­κά ἄν κα­τορ­θώ­σει νά ἀν­τα­πο­κρι­θε­ΐ στό ἴδιο ἔρ­γο ἐ­πι­δει­κνύ­ον­τας ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη ἡ ἀ­κό­μη καί ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στη ἰ­δι­ο­φυί­α. Τό ζή­τη­μα ἀλ­λά­ζει ἄν τό ἔρ­γο προ­δι­α­γρά­φε­ται μέ τέ­τοι­ο τρό­πο ὥ­στε ἡ ἐ­πί­λυ­σή του νά ἀ­παι­τεῖ ἰ­δι­ο­φυΐ­α καί ὁ ἴ­διος ὁ σχε­δια­στής νά κα­τορ­θώ­νει, δε­δο­μέ­νης τῆς ἐκ­πλη­κτικῆς του εὐ­ρη­μα­τι­κό­τη­τας, νά φέ­ρει εἰς πέ­ρας τό ἔρ­γο.

Ἡ ἔν­νοι­α τοῦ «ἀγαθοῦ» κα­τά τήν ὁ­ποί­α ἕ­νας τέ­τοι­ος ἄν­θρω­πος συ­νι­στᾶ κα­λό σχε­δια­στή αὐ­το­κι­νή­του εἶ­ναι προ­φα­νῶς μιά πο­λύ πιό ἰ­σχυ­ρή ἔν­νοι­α τοῦ «ἀγαθοῦ». Μᾶς με­τα­φέ­ρει στή δι­ά­στα­ση το­ϋ εἴ­δους τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ἀ­ξίας πού κα­θι­στά τόν θαυ­μα­σμό, τόν ἔ­παι­νο καί τά ὅ­μοι­α τε­λεί­ως ἁρ­μό­ζον­τα.

Τό ὅτι δέν πρό­κει­ται γιά αὐ­τό πού θά ὀ­νο­μά­ζα­με ἠ­θι­κή ἀ­ξί­α δέν πρέ­πει νά μᾶς δυ­σκο­λεύ­ει νά κα­τα­λά­βου­με τό γε­γο­νός ὅτι ἐ­πι­δέ­χε­ται ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἐ­πί­πε­δο «βά­θους» (ἡ, ἄν προ­τι­μᾶ­τε, «ὕ­ψους»). Αὐ­τό τό δι­α­πι­στώ­νει κα­νείς πιό εὔ­κο­λα, ­ἴ­σως, ἄν ἀν­τί γιά τήν πε­ρί­πτω­ση τῶν αὐ­το­κί­νη­των σκε­φτε­ῖ τήν πραγ­μα­τι­κή ἀ­ξία πού μπο­ρε­ΐ νά ἀ­πο­δώ­σου­με σέ μί­α φι­λο­λο­γι­κή δου­λειά ἡ σέ ἕ­να ἐ­πι­στη­μο­νι­κό ἔρ­γο. Ὑπάρ­χει τε­ρά­στια δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα σέ μιά ἄρ­τια ἀλ­λά ὄχι καί ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη φι­λο­λο­γι­κή δου­λειά καί σέ ἕ­να δεῖγ­μα σπου­δαί­ας φι­λο­λο­γι­κῆς δου­λειᾶς. Ἡ δι­α­φο­ρά αὐτή δέν συν­δέ­ε­ται κα­τ’ ἀ­νάγ­κην μέ ἐν­τυ­πω­σια­κά συμ­πε­ρά­σμα­τα ἀλ­λά μέ τόν τρό­πο μέ τόν ὁποῖο κα­τορ­θώ­νει νά φτά­σει σέ αὐ­τα τά συμ­πε­ρά­σμα­τα μέ τήν εὐ­ρυ­μά­θεια, τή δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα, τήν ὀ­ξύ­νοι­α καί τή σα­φή­νεια πού ἐ­πι­δει­κνύ­ει στήν πο­ρεί­α πρός τά συμ­πε­ρά­σμα­τα.

Τό κα­τά πό­σον τό ἀν­τι­κεί­με­νο πού μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ μπο­ρε­ῖ νά χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ ἀ­πό τέ­τοι­α ἀ­ξί­α ἐ­ξαρ­τᾶ­ται σέ με­γά­λο βαθ­μό ἀ­πό τό εἶ­δος στό ὁποῖο ἐν­τάσ­σε­ται. Ὑπάρχει βέ­βαι­α ἡ ἐ­πι­μέ­λεια καί ἡ δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα πού χα­ρα­κτη­ρί­ζουν ἤ ἁρ­μό­ζει νά χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τήν πα­ρα­γω­γή μί­ας κάλ­τσας. Ἀλ­λά τά δι­α­φό­ρων εἰ­δῶν ἔ­ρ­γα τέ­χνης, μέ τή σύγ­χρο­νη ἔν­νοι­α τοῦ ὄ­ρου «τέ­χνη», χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται ἀ­πό τό ὅτι ἐ­πι­τρέ­πουν καί ἐ­πι­δι­ώ­κουν νά ἔ­χουν ἀ­κρι­βῶς τό εἶ­δος τῶν ποι­ο­τή­των πού στοι­χει­ο­θε­τοῦν τήν κα­λο­σύ­νη κα­τ’ αὐτή τήν ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη ἔν­νοι­α. Καί σύμ­φω­να μέ τήν πρό­τα­ση πού δι­α­τυ­πώ­νου­με ἐ­δῶ, αὐτή εῖ­ναι ἡ ἔν­νοι­α τοῦ «ἀ­γα­θο­ῦ» πού ἔ­χουν ὑ­πό­ψή τους οἱ Στω­ι­κοί, ὅ­ταν λέ­νε πῶς ὁ κό­σμος εἶ­ναι ὁ κα­λύ­τε­ρος δυ­να­τός. Ἡ ἱ­κα­νό­τη­τα πού ἀ­παι­τε­ῖ­ται γιά τήν πα­ρα­γω­γή τοῦ προ­κα­λε­ῖ δέ­ος.

Φαί­νε­ται, ἔ­τσι, ὅτι ὑ­πάρ­χει μιά ἀ­δύ­να­μη ση­μα­σί­α τοῦ «ἀ­γα­θοῦ», τήν ὁ­ποί­α ἐ­πι­κα­λού­μα­στε γιά νά πού­με ὅτι ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το πού συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται μέ κα­λή ἐ­πί­δο­ση εἶ­ναι κα­λό αὐ­το­κί­νη­το. Ἀλ­λά φαί­νε­ται ὅτι καί ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το πού ἔ­χει σχε­δια­στεῖ κα­λά, κα­τά τή δεύ­τε­ρη ση­μα­σί­α, κα­θώς ἐ­πί­σης καί ὁ κα­λύ­τε­ρος δυ­να­τός κό­σμος, ὀ­νο­μά­ζον­ται «ἀ­γα­θά» μέ μιά πο­λύ πιό ἰ­σχυ­ρή ἔν­νοι­α, καί ὅτι μό­νο κα­τ’ αὐτή τήν ἔν­νοι­α ἄ­ξι­ζει νά ἔ­κτι­μη­θο­ῦν, νά ἐ­παι­νε­θοῦν καί νά θαυ­μα­στοῦν μέ τόν ἁρ­μό­ζον­τα τρό­πο.

Ἄν τώ­ρα στρα­φοῦ­με στά ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα καί στό τί κά­νουν, ἡ πρό­τα­σή μας εῖ­ναι ὅτι αὐτό πού προσ­δί­δει κα­λο­σύ­νη σέ ὅ,τι κά­νουν καί αὐτό πού κα­θι­στᾶ καί τούς ἴ­διους, τή δι­ά­θε­ση καί τή συμ­πε­ρι­φο­ρά τους κα­τάλ­λη­λα ἀν­τι­κεί­με­να γιά αὐτή τήν ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐ­κτί­μη­ση δέν εἶ­ναι τό τί κά­νουν ἀλ­λά ἡ σο­φί­α, ἡ δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα, ἡ κα­τα­νό­η­ση, ἡ πε­ρί­σκε­ψη, ἡ ἐ­πι­μέ­λεια, ἡ στα­θε­ρό­τη­τα, ἡ ἐ­πι­νο­η­τι­κό­τη­τα πού κα­θο­ρί­ζουν τό τί κά­νουν καί τό πῶς τό κά­νουν - μέ δύ­ο λό­για, ἡ τε­λει­ό­τη­τα τοῦ ὀρ­θο­ῦ λό­γου πού κρύ­βε­ται πί­σω ἀ­πό τή συμ­πε­ρι­φο­ρά τους.

Αὐτό ἴ­σως μᾶς φα­νεῖ ἐ­ξαι­ρε­τι­κά νο­η­σι­αρ­χι­κό ἀλ­λά δέν πρέ­πει νά μᾶς ἐκ­πλήσ­σει, ὅταν ἔ­χου­με νά κά­νου­με μέ φι­λο­σό­φους πού ἀ­κο­λού­θη­σαν τήν ἄ­πο­ψη τοῦ Σω­κρά­τους ὅτι κά­θε ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­πι­τυ­χί­α εἶ­ναι δι­α­νο­η­τι­κή ἀ­πο­τυ­χί­α, καί μά­λι­στα δέν θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­ναι, τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πό τή στιγ­μή πού ἡ ψυ­χή δέν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρά νό­η­ση.

Ἔτσι ἡ ἀν­τί­λη­ψη το­ΰ ἀ­γα­θο­ῦ πού προ­ϋ­πο­τί­θε­ται ἐ­δῶ δέν εἶ­ναι ἡ ἀν­τί­λη­ψη τοῦ ἠ­θι­κοῦ ἀ­γα­θοῦ, του­λά­χι­στον ὄ­χι κα­τά τή γε­νι­κή ἔν­νοι­ά της. Πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιά τήν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ ἀ­γα­θοῦ πού ἀν­τι­στοι­χεῖ στήν ἀν­τί­λη­ψη το­ῦ Ἀριστοτέλους γιά τή δι­α­νο­η­τι­κή ἀ­ρε­τή ἤ μᾶλ­λον σέ μιά πο­λύ πιό πλού­σια ἔν­νοι­α τῆς δι­α­νο­η­τι­κῆς ἀ­ρε­ταῆς, στό μέ­τρο πού γιά τούς Στω­ι­κούς κά­θε ἀ­ρε­τή εἶ­ναι δι­α­νο­η­τι­κή.

’Ἔτσι ἐ­πί τέ­λους μπο­ροῦ­με νά ἀ­παν­τή­σου­με στό ἐ­ρώ­τη­μα σχε­τι­κά μέ τή στωι­κη ἀν­τί­λη­ψη το­ΰ ἀ­γα­θο­ῦ. Ἄν πά­ρου­με τήν ἄν­τι­λη­ψη κα­τά τήν ὁ­ποι­α τό «ἀγαθό» ἰ­σχύ­ει γιά τά ἄ­γα­θα, αὐτό πού εἶ­ναι ἀγαθό πρέ­πει νά μᾶς ὠ­φε­λεῖ, νά μᾶς ὁ­δη­γεῖ ὁ­πωσ­δή­πο­τε σέ κά­τι κα­λύ­τε­ρο. Οἱ Στω­ι­κοί συμ­φω­νο­ΰν ὅτι μό­νο ἡ ἀ­ρε­τή, ἤ ἡ σο­φί­α, ἱ­κα­νο­ποι­εῖ αὐ­τή τή συν­θή­κη, ἐ­φ’ ὅσον γιά κά­θε τί ἄλ­λο εἶ­ναι γε­γο­νός ὅτι ἡ κα­το­χή του μπο­ρεῖ νά μᾶς βλά­πτει ἤ νά μᾶς ὠ­φε­λεῖ, ἀ­νά­λο­γα μέ τό ἄν τό χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με μέ σο­φό τρό­πο. Λυ­τό ὑ­πο­τί­θε­ται ὅτι ἰ­σχύ­ει ἀ­κό­μη καί γιά τήν ­ἴ­δια τή ζω­ή, τήν ὑ­γεία, τή σω­μα­τι­κή ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα καί γε­νι­κά γιά αὐ­τα τά ἀν­τι­κεί­με­να πού ἡ φύ­ση θέ­λει νά ἐ­πι­δι­ώ­κου­με. Ὑπάρχει ὡ­στό­σο μιά ἄλ­λη ση­μαν­τι­κή συν­θή­κη, τήν ὁ­ποί­α πρέ­πει νά ἱ­κα­νο­ποι­εῖ κά­τι προ­κει­μέ­νου νά εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά ἀγαθό: πρέ­πει νά εἶ­ναι κα­λόν, δη­λα­δή πρέ­πει νά δι­α­θέ­τει τήν ἑλ­κυ­στι­κό­τη­τα πού τό κα­θι­στά ἁρ­μό­ζον ἀν­τι­κεί­με­νο θαυ­μα­σμο­ῦ, ἐ­παί­νου κτλ., καί ἡ ὁ­ποί­α, ὅ­πως εἴ­δα­με, ὀ­φεί­λε­ται στήν τε­λει­ό­τη­τα το­ῦ ὀρ­θο­ῦ λό­γου πού ὑ­πει­σέρ­χε­ται. Καί, πά­λι, μό­νο ἡ ἀ­ρε­τή ἤ ἡ σο­φί­α ἱ­κα­νο­ποι­οῦν αὐτή τή συν­θή­κη καί ὄ­χι ἡ ζω­ή, ἡ ὑ­γεία, ἡ σω­μα­τι­κή ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα καί τά ὅ­μοι­α. Ἀν­τι­στοί­χως θά ὀ­νο­μά­ζου­με ἕ­ναν ἄν­θρω­πο «ἀγαθό» ἄν εἶ­ναι σο­φός καί ἐ­νά­ρε­τος· θά ὀ­νο­μά­ζου­με ἀ­γα­θή τήν πρά­ξη πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τέ­τοι­α σο­φί­α καί ἀ­ρε­τή καί, τέ­λος, ἕ­να σχέ­διο συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς ἤ κά­ποι­α σει­ρά συμ­πε­ρι­φο­ρῶν ἡ μιά ζω­ή, τό εἶ­δος τῆς ζω­ῆς πού ἐ­πι­δι­ώ­κου­με, θά ὀ­νο­μά­ζε­ται «ἀγαθό» ἄν ἐ­πι­δει­κνύ­ει τέ­τοι­α σο­φί­α καί ἀ­ρε­τή.

Αὐτό, λοι­πόν, πού μοιά­ζει νά ἔ­χει κα­τά νο­ῦ ὁ Κι­κέ­ρων, στό χω­ρί­ο πού μᾶς ἀ­πα­σχο­λε­ῖ, ὅ­ταν μι­λά­ει γιά τό πῶς φυ­σι­ο­λο­γι­κά φτά­νου­με νά ἀ­να­κα­λύπτου­με τό ἀγαθό καί νά ἀ­πο­κτᾶ­με μιά ἀν­τί­στοι­χη ἀν­τί­λη­ψή του, εἶ­ναι τό ἑ­ξής: κα­τα­λα­βαί­νου­με κά­πο­τε τή μο­να­δι­κή ἕλ­ξη πού μᾶς ἀ­σκεῖ ἕ­να σχέ­διο συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς, τό ὁποῖο προ­κα­λε­ῖται ἀ­πό τή σο­φί­α· δέν θαυ­μά­ζου­με τό ἴδιο τό σχέ­διο συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς ἀλ­λά τή σο­φί­α πού αὐτό ἐ­πι­δει­κνύ­ει ἤ, γιά νά τό θέ­σου­με δι­α­φο­ρε­τι­κά, τό θαυ­μά­ζου­με ὡς ἔκ­φρα­ση σο­φί­ας. Ἐ­φ’ ὅσον ἡ ἐκ­δή­λω­ση τῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς πού μέ αὐτό τόν τρό­πο ἐ­πι­δει­κνύ­ει σο­φί­α προ­ϋ­ποθέ­τει τή σο­φί­α καί μό­νο τή σο­φί­α, ὑ­πάρ­χει μιά σχε­τι­κή ἔν­νοι­α το­ΰ «ἀ­γα­θο­ῦ», πού ἐ­πί­σης τήν ἀ­να­φέ­ρει ὁ Κι­κέ­ρων, κα­τά τήν ὁ­ποι­α ἡ σο­φί­α ὡς δι­ά­θε­ση ἑ­νός ἀν­θρώ­που μπο­ρε­ῖ ἐ­πί­σης νά ὀ­νο­μά­ζε­ται «ἀγαθό».

Ἀ­πο­μέ­νει λοι­πόν νά ἐ­ξε­τά­σου­με τήν ἐ­πί­δρα­ση πού ὑ­πο­τί­θε­ται ὅτι ἔ­χει ἡ ἀ­πό­κτη­ση αὐ­τῆς τῆς ἀν­τί­λη­ψης τοῦ ἀγαθόυ στά κί­νη­τρά μας. Πρό­κει­ται γιά ἕ­να θέ­μα ἐ­ξαι­ρε­τι­κά πο­λύ­πλο­κο καί θ­ά πε­ρι­ο­ρι­στῶ σέ ἕ­να ση­μεῖ­ο. Ἡ ἴ­δια ἡ πα­ρου­σί­α­ση το­ῦ θέ­μα­τος ἀ­πό τόν Κι­κέ­ρω­να ὁ­δη­γεῖ σέ μί­α κα­τα­νό­η­ση τῆς στω­ι­κῆς θέ­σης πού βρί­σκο­μαι στόν πει­ρα­σμό νά θε­ω­ρή­σω λαν­θα­σμέ­νη. Μπο­ρεῖ κάλ­λι­στα ὁ ἴ­διος ὁ Κι­κέ­ρων νά εἶ­χε πα­ρα­νο­ή­σει τή στω­ι­κή θέ­ση. Καί δε­δο­μέ­νης τῆς δυ­σκο­λί­ας το­ῦ ζη­τή­μα­τος, δέν θά μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ἄν οἱ ἴ­διοι οἱ Στω­ι­κοί βρί­σκον­ταν σέ σύγ­χυ­ση ὡς πρός αὐτό τό ζή­τη­μα. Ὅ­ποι­α καί ἄν εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια, ἡ ἀ­πο­σα­φή­νι­ση τοῦ ζη­τή­μα­τος θά μᾶς βο­η­θοῦ­σε νά κα­τα­λά­βου­με τή στω­ι­κή θέ­ση.

Σύμ­φω­να μέ τήν πα­ρου­σί­α­ση τοῦ θέ­μα­τος ἀ­πό τόν Κι­κέ­ρω­να, με­γα­λώ­νον­τας ἀρ­χί­ζου­με νά αἰ­σθα­νό­μα­στε ἕλ­ξη πρός, νά αἰ­σθα­νό­μα­στε ἕλ­ξη ἀ­πό, νά ἐ­κτι­μᾶ­με πράγ­μα­τα ὅ­πως ἡ ζω­ή καί ἡ ὑ­γεία καί ἡ σω­μα­τι­κή ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα, πράγ­μα­τα πού ἔ­χουν ἀξία. Ὅ­μως ἀ­πό τή στιγ­μή πού ἀρ­χί­ζου­με νά ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με τό ἀγαθό, ἀρ­χί­ζου­με νά τό ἐ­κτι­μᾶ­με πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ὅ,τιτά πράγ­μα­τα πρός τά ὁ­ποῖ­α φυ­σι­ο­λο­γι­κά αἰ­σθα­νό­μα­σταν ἕλ­ξη πα­λαι­ότε­ρα. Καί αὐτό ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὅτι τώ­ρα πρω­ταρ­χι­κό μας ἐν­δι­α­φέ­ρον εἶ­ναι τό νά ἐ­νερ­γοῦ­με σω­στά, σο­φά, ἐ­νά­ρε­τα καί ὄ­χι τό νά ἀ­πο­κτο­ΰ­με πράγ­μα­τα τά ὁ­ποι­α ἁ­πλῶς ἔ­χουν ἀ­ξία.

Αὐτό εἶ­ναι σα­φῶς τό στω­ι­κό δόγ­μα. Μπο­ροῦ­με νά ἐ­πι­χει­ρή­σου­με νά τό κα­τα­λά­βου­με σκε­πτό­με­νοι ὅτι τε­λι­κά ὁ σχε­δια­στής τοῦ αὐ­το­κι­νή­του ἴ­σως δέν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται ἰ­δι­αι­τέ­ρως γιά τίς προ­δι­α­γρα­φές ἐ­πί­δο­σης πού πρέ­πει νά ἱ­κα­νο­ποι­εῖ τό αὐ­το­κί­νη­το τό ὁποῖο σχε­διά­ζει, ὅτι αὐτό πού τόν ἐν­δι­α­φέ­ρει κυ­ρί­ως εἶ­ναι πῶς θά σχε­διά­σει μέ τέ­χνη. Μπο­ροῦ­με ἀ­κό­μη, ὅ­πως κά­νει ὁ Κι­κέ­ρων στήν ἑ­πό­με­νη πα­ρά­γρα­φο (III 22), νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τό πα­ρά­δειγ­μα τῆς τέ­χνης τῆς το­ξο­βο­λί­ας. Ὁ τέ­λει­ος το­ξό­της προ­σπα­θεῖ νά ση­μα­δέ­ψει τέ­λεια τόν στό­χο, νά κά­νει ὅ,τι μπο­ρεῖ νά κά­νει ἕ­νας το­ξό­της γιά νά χτυ­πή­σει τόν στό­χο. Τό νά χτυ­πή­σει τόν στό­χο εἶ­ναι στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δευ­τε­ρε­ῦ­ον. Ἄν ἕ­να ἀ­πρό­βλε­πτο ἀ­ε­ρά­κι πα­ρα­σύ­ρει τό βέ­λος καί ἀ­στο­χή­σει, τό γε­γο­νός αὐτό δέν θί­γει τήν τε­χνι­κή του καί ἑ­πο­μέ­νως δέν ἐ­πη­ρε­ά­ζει τόν το­ξό­τη.

Ὡ­στό­σο αὐτό πού μέ ἀ­πα­σχο­λε­ΐ εἶ­ναι ὅτι μπο­ρε­ῖ κα­νείς νά κα­τα­λά­βει τήν ἐ­ξή­γη­ση τοῦ Κι­κέ­ρω­νος μέ τόν ἑ­ξῆς τρό­πο: Αὐτό πού ἔ­χει ση­μα­σί­α γιά ἐ­μᾶς, πά­νω ἀ­πό κά­θε τί ἄλ­λο, αὐτό πού τε­λι­κά ἐ­κτι­μοῦ­με πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό κά­θε τί ἄλ­λο εἶ­ναι ἡ σο­φί­α καί ἡ ἀ­ρε­τή. Για­τί μό­νο ἄν ἀ­πο­κτή­σου­με ἀ­ρετή μπο­ροῦ­με νά ἀ­πο­κτή­σου­με εὐ­δαι­μο­νί­α. Ὑπάρχουν ὅ­μως πράγ­μα­τα ἐκτός ἀ­πό τήν ἀ­ρε­τή τά ὁ­ποι­α ἔ­χουν ἀ­ξία. Ἐ­μεῖς ἐκ φύ­σε­ως ἔ­χου­με προ­σκολ­λη­θεῖ σέ αὐ­τά καί τά ἐ­κτι­μᾶ­με ὡς πράγ­μα­τα μέ ἀ­ξία. Καί ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νά μᾶς ἑλ­κύ­ουν ἀ­κό­μη καί ὅταν πιά ἔ­χου­με δεῖ τό ἀγαθό. Δέν νο­μί­ζου­με πιά ὅτι ἡ ἀ­πό­κτη­σή τους ση­μαί­νει τήν ἀπό­κτη­ση εὐ­δαι­μο­νί­ας. Τά πράγ­μα­τα αὐ­τά παύ­ουν νά μᾶς ἀ­πα­σχο­λοῦν ἰ­δι­αί­τε­ρα. Ἀλ­λά ἔ­χουν κά­ποι­α ἀ­ξί­α. Τό γε­γο­νός αὐτό στοι­χει­ο­θε­τεῖ ἕ­ναν λό­γο γιά νά τά ἐ­πι­δι­ώ­κου­με, ἐ­φ’ ὅσον ἡ ἐ­πι­δί­ω­ξή τους δέν δι­ί­στα­ται πρός τήν ἀ­ρε­τή. Καί τό νά τά ἀ­πο­κτο­ῦ­με ἡ νά τά δι­α­τη­ροῦ­με εἶ­ναι πη­γή μί­ας πο­λύ συγ­κρα­τη­μέ­νης ἀλ­λά τε­λεί­ως ἁρ­μό­ζου­σας ἱ­κα­νο­ποί­η­σης, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ἡ μή ἀ­πό­κτη­σή τους ἤ ἡ ἀ­πώ­λειά τους εἶ­ναι πη­γή μί­ας συγ­κρα­τη­μέ­νης ἀλ­λά τε­λεί­ως ἁρ­μό­ζου­σας θλί­ψης. Αὐτή εἶ­ναι ἡ ἔν­νοι­α κα­τά τήν ὁ­ποί­α τά πράγ­μα­τα πρός τά ὁ­ποῖ­α ἔ­χου­με ἀρ­χι­κά αἰ­σθαν­θεῖ ἕλ­ξη ἀρ­χί­ζουν νά γί­νον­ται ἀν­τι­κεί­με­να δευ­τε­ρεύ­ον­τος ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἀ­πό τή στιγ­μή πού ἀ­να­κα­λύ­πτου­με τό ἀ­γα­θό.

Μοῦ φαί­νε­ται, ὅ­μως, ὅτι τό νά κα­τα­λά­βου­με τή στω­ι­κή θέ­ση μέ αὐτό τόν τρό­πο θά ἦ­ταν ἕ­να θε­με­λι­ῶ­δες σφάλ­μα. Ἄν αὐτή ἦ­ταν ἡ στω­ι­κή θέ­ση, θά ἦ­ταν εὐ­ά­λω­τη στήν κρι­τι­κή πού πράγ­μα­τι δι­α­τυ­πώ­νε­ται ἀ­πό ὁ­ρι­σμέ­νους ἐ­χθρούς της, ὅτι κιν­δυ­νεύ­ει νά ταυ­τι­στεῖ μέ τή θέ­ση τῶν πλα­τω­νι­κῶν ἡ πε­ρι­πα­τη­τι­κῶν ἀν­τι­πά­λων της ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α δι­α­φέ­ρει μό­νο στήν ὁ­ρο­λο­γί­α. Για­τί οὔ­τε οἱ Πλα­τω­νι­κοί οὔ­τε οἱ Πε­ρι­πα­τη­τι­κοί ἀρ­νοῦν­ται τήν κυ­ρί­αρ­χη ἀ­ξία τῆς ἀ­ρε­τῆς καί τόν μο­να­δι­κό ρό­λο πού ἐ­πι­τε­λεῖ στήν ἀν­θρώ­πι­νη εὐ­δαιμο­νί­α. Ἄν οἱ Στω­ι­κοί ἐ­πι­θυ­μοῦν νά ὑ­πο­γραμ­μί­σουν αὐτό τό στοι­χεῖ­ο πε­ρι­ο­ρί­ζον­τας τόν ὅ­ρο «ἀγαθό» στήν ἀ­ρε­τή καί ὀ­νο­μά­ζον­τας τά ὑ­πό­λοι­πα ἀ­γα­θά ἁ­πλῶς «πράγ­μα­τα μέ ἀ­ξία», δέν ὑ­πάρ­χει δι­α­φω­νί­α ἀ­νά­με­σά τους.

Νο­μί­ζω ὡ­στό­σο ὅτι ἡ ἔν­νοι­α κα­τά τήν ὁ­ποί­α τά πράγ­μα­τα πού ἁ­πλῶς ἔ­χουν ἀξία γιά τούς Στω­ι­κούς ἀ­πο­κτοῦν δευ­τε­ρε­ῦ­ον ἐν­δι­α­φέ­ρον εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κή. Τό δευ­τε­ρε­ῦ­ον ἐν­δι­α­φέ­ρον δέν ἔ­χει τή ση­μα­σί­α τοῦ «ἐ­λάσσο­νος» ἡ τοῦ «πα­ρα­με­ρι­σμέ­νου», ἀλ­λά ἐ­κεί­νη τοῦ «τε­λεί­ως δευ­τε­ρο­γε­νοῦς». Θε­ω­ρῶ ὅτι ἡ στω­ι­κή θέ­ση εἶ­ναι ὅτι τό ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά τά πράγ­μα­τα πού ἁ­πλῶς ἔ­χουν ἀξία εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς δευ­τε­ρο­γε­νές καί προ­κύ­πτει ἀ­πό τό ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά τό ἀγαθό. Τό ὅτι φρον­τί­ζου­με γιά τά πράγ­μα­τα πού ἁ­πλῶς ἔ­χουν ἀ­ξία δέν ὀ­φεί­λε­ται πα­ρά μό­νο στό ὅτι φρον­τί­ζου­με γιά τό ἀγαθό. Ἔτσι, ἄν ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νός ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιά τό ἀγαθό φρον­τί­ζει κα­νείς νά ἀ­πο­κτή­σει ἡ νά δι­α­τη­ρή­σει τήν ὑ­γεία, καί ἄν τό ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιά τό ἀγαθό ἱ­κα­νο­ποι­εῖ­ται πλή­ρως ἐ­πει­δή ἕ­νας ἄν­θρω­πος μέ τέ­λεια λο­γι­κό­τη­τα θά κά­νει ὅτι­δή­πο­τε μπο­ρεῖ, στό μέ­τρο τῶν λο­γι­κῶν δυ­να­το­τή­των, προ­κει­μέ­νου νά ἀ­ποκτή­σει ἡ νά δι­α­τη­ρή­σει τήν ὑ­γεία, τό κα­τά πό­σον τε­λι­κά θά κα­τορ­θώ­σει νά ἀ­πο­κτή­σει ἡ νά δι­α­τη­ρή­σει τήν ὑ­γεία δέν ἔ­χει κα­μί­α ση­μα­σί­α. Για­τί δέν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­να ἀ­νε­ξάρ­τη­το, ἄν καί μᾶλ­λον ἔ­λασ­σον, ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά πράγ­μα­τα ὅπως ἡ ὑ­γεία, τό ὁποῖο μέ αὐτό τόν τρό­πο θά ἔ­με­νε ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­το.

Ὁ λό­γος γιά τόν ὁποῖο νο­μί­ζω ὅτι αὐτή εἶ­ναι ἡ στω­ι­κή θέ­ση εἶ­ναι ὁ ἑ­ξῆς: Κα­τ’ ἀρ­χάς ὑ­πο­θέ­τω ὅτι ἡ οὐ­σία του δόγ­μα­τος γιά τήν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ ἀγαθοῦ δέν εἶ­ναι ἄλ­λη ἀ­πό τό νά μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νά σκε­φτό­μα­στε ὅτι ἡ λο­γι­κή δρά­ση ὀ­φεί­λε­ται στήν ἀ­να­γνώ­ρι­ση κά­ποι­ου πράγ­μα­τος ὡς ἀ­γα­θο­ῦ. Ἔτσι δέν πρέ­πει νά πε­ρι­μέ­νου­με ὅτι ἡ ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἀξίας θά ἔ­χει κά­ποι­α πα­ρό­μοι­α λει­τουρ­γί­α. Ἐπί πλέ­ον οἱ Στωικοί, ἀ­κό­μη καί κα­τά τήν ἐ­ξή­γη­ση τοῦ Κι­κέ­ρω­νος πού πα­ρα­θέ­σα­με στήν ἀρ­χή, ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅτι ἡ μό­νη ἐ­πι­λο­γή πού ἀ­ξί­ζει εἶ­ναι τό ἀ­γα­θ­ό καί ὅτι μό­νο τό ἀ­γα­θό εἶ­ναι κά­τι τό ὁποῖο ἐ­πι­θυ­μο­ῦ­με κα­θε­αυ­τό. Ἄν ὁ­μως τά πράγ­μα­τα τά ὁ­ποῖ­α ἔ­χουν ἁ­πλῶς ἀ­ξία δέν εἶ­ναι κα­θε­αυ­τά ἐ­πι­θυ­μη­τά, τό­τε ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α γιά αὐ­τά σέ ἕ­να ἔλ­λο­γο ἄ­το­μο δέν μπο­ρεῖ πα­ρά νά εἶ­ναι ἐ­πι­θυ­μί­α γιά αὐτά ἁ­πλῶς ὡς μέ­σα πρός τό ἀγαθό. Αὐτό ση­μαί­νει ὅτι δέν εἶ­ναι τά ἴ­δια ἐ­πι­θυ­μη­τά, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό μί­α ἐ­πι­θυ­μί­α γιά τό ἀγαθό. Δέν εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λα ἀν­τι­κεί­με­να ἐ­πι­λο­γῆς πα­ρά μό­νο ὡς μέ­σα πρός τό ἀγαθό.

Ἐ­πί­σης, εἶ­ναι λά­θος νά νο­μί­ζου­με ὅτι οἱ πα­ρορ­μή­σεις, πού ἀρ­χι­κά εἴ­χα­με ἀ­να­πτύ­ξει φυ­σι­ο­λο­γι­κά, δι­α­τη­ροῦν­ται ἀ­πό τή στιγ­μή πού γι­νό­μα­στε λο­γι­κοί. Ἀ­πό τή στιγ­μή πού γι­νό­μα­στε λο­γι­κοί μπο­ρεῖ νά ἔ­χου­με λό­γο νά ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­με νά κά­νου­με ὅ,τι κά­να­με καί προ­η­γου­μέ­νως ὁρ­μώ­με­νοι ἀ­πό ζω­ι­κή πα­ρόρ­μη­ση. Ἀλ­λά αὐ­τή ἡ ζω­ι­κή πα­ρόρ­μη­ση δέν εἶ­ναι πιά ἐ­κεῖ. Αὐ­τή ἡ ἀ­συ­νέ­χεια γί­νε­ται πιό δυσ­νό­η­τη μέ τό νά μι­λά­ει κα­νείς, ὅ­πως κά­νει ὁ Κ.ικέ­ρων, σάν νά ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­με νά ἐ­κτι­μοῦ­με, νά αἰ­σθα­νό­μα­στε ἕλ­ξη πρός καί νά ἀ­γα­πᾶ­με ὅ­λα αὐ­τά τά πράγ­μα­τα πού ἔ­χουν φυ­σι­κή ἀ­ξία, μέ τή δι­α­φο­ρά ὅτι τώ­ρα ἐ­κτι­μοῦ­με τό ἀγαθό πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἀλ­λά τί λό­γο θά εἴ­χα­με νά ἐ­πι­δι­ώ­κου­με πράγ­μα­τα ἁ­πλῶς μέ ἀ­ξία: Ὁ μό­νος λό­γος πού φαί­νε­ται νά μᾶς πα­ρέ­χει ἡ στω­ι­κή θε­ω­ρί­α εἶ­ναι ὅτι τό νά ἐ­πι­δι­ώ­κου­με ὅ,τι ἔ­χει ἄ­ξια ἴ­σως εἶ­ναι σο­φό, εὔ­λο­γο ἡ ἐ­νά­ρε­το.

Τό ὅτι αὐτή εἶ­ναι πράγ­μα­τι ἡ στω­ι­κή ἄ­πο­ψη ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται ἀ­πό τήν κρι­τι­κή τῆς στω­ι­κῆς θέ­σης ἀ­πό τόν ἴ­διο τόν Κι­κέ­ρω­να στό De finibus IV. Ἐκεῖ (IV 29) ὁ Κι­κέ­ρων δι­α­τυ­πώ­νει τό ἐ­ρώ­τη­μα πῶς οἱ Στω­ι­κοί μπο­ροῦν νά δι­και­ο­λο­γή­σουν τόν ἰ­σχυ­ρι­σμό ὅτι ἡ σο­φί­α μᾶς κά­νει νά ἐγ­κα­τα­λεί­που­με αὖ­τα πού ἀρ­χι­κά μας εἶ­χε ὁ­ρί­σει ἡ φύ­ση. Αὐτή ἡ στω­ι­κή ἄ­πο­ψη προ­ϋ­πο­θέ­τει ὅτι ἡ ἀρ­χι­κή πα­ρόρ­μη­ση πρός τήν ἐ­πι­δί­ω­ξη ὁ­ρι­σμέ­νων πραγ­μά­των καί τήν ἀ­πο­φυ­γή τῶν ἀν­τί­θε­τών τους, μο­λο­νό­τι ἁρ­μό­ζει στό προ-λο­γι­κό στά­διο, παύ­ει νά εἶ­ναι εὔ­λο­γη ἀ­πό τή στιγ­μή πού γι­νό­μα­στε ἔλ­λο­γοι καί ἀν­τκα­θί­στα­ται ἀ­πό μί­α προ­σκόλ­λη­ση στό ἀγαθό. Καί μό­νο ὡς συ­νέ­πεια αὐ­ταῆς τῆς νέ­ας προ­σκόλ­λη­σης μπο­ροῦ­με, ὅ­ταν ἁρ­μό­ζει, νά ἔ­χου­με ἕ­να δευ­τε­ρο­γε­νές ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά ὅ,τι ἐν­στι­κτω­δῶς ἀ­πο­ζη­τού­σα­με στό προ-λο­γι­κό στά­διο. Ὡστόσο, ὅ­πως φαί­νε­ται γιά πα­ρά­δειγ­μα στό στω­ι­κό δόγ­μα γιά τήν αὐτο­κτο­νί­α, θά ὑ­πάρ­ξουν κα­τα­στά­σεις στίς ὁ­ποῖ­ες δέν ἁρ­μό­ζει νά ἐ­νερ­γοῦ­με γιά νά δι­α­τη­ροῦ­με τή ζω­ή μας.

Ἐδῶ ἐ­πί­σης μπο­ροῦ­με νά θυ­μη­θοῦ­με τήν προ­η­γού­με­νη πα­ρα­τή­ρη­σή μας, ὅτι σέ αὐτό τό στά­διο τῆς ἀνά­πτυ­ξής μας δέν ὑ­πάρ­χει πιά ἀ­νάγ­κη κά­ποι­ας βα­σι­κῆς πα­ρόρ­μη­σης γιά τή δι­α­τή­ρη­ση τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μας, πού τώ­ρα παίρ­νει τή μορ­φή ἑ­νός ἰ­δι­αί­τε­ρου ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιά τή λο­γι­κό­τη­τά μας. Για­τί τώ­ρα θά φρον­τί­ζου­με τούς ἑ­αυ­τούς μας, ἰ­δί­ως τή λο­γι­κό­τη­τά μας, ἔ­χον­τας κί­νη­τρο, δέν ὑ­πάρ­χει λό­γος γιά κα­μί­α ἐ­πί πλέ­ον ἀ­νε­ξάρ­τη­τη πη­γή κι­νή­τρου πού νά ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει ὅτι θά φρον­τί­ζου­με τούς ἑ­αυ­τούς μας, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς μᾶς τό ὑ­πα­γο­ρεύ­ει ἡ φύ­ση.

Ὡ­στό­σο αὐτή ἡ ἑρ­μη­νεί­α ἔ­χει ἐ­πί­σης τή συ­νέ­πεια ὅτι ἡ φρον­τί­δα πού ἔ­χει κα­νείς γιά τόν ἑ­αυ­τό του δέν στη­ρί­ζε­ται πιά σέ μί­α στά­ση προ­τί­μη­σης τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας σέ σχέ­ση μέ τούς ἄλ­λους. Γιά αὐτό ἦ­ταν τό­σο ση­μαν­τι­κό τό νά το­νι­στεῖ ὅτι ἡ κυ­ρί­αρ­χη φρον­τί­δα τοῦ ἀν­θρώ­που γί­νε­ται φρον­τί­δα γιά τή λο­γι­κό­τη­τα τῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς του καί ὄ­χι γιά τή λο­γι­κό­τη­τά του, δη­λα­δή γιά τή νο­η­τι­κή του κα­τά­στα­ση. Τό ὅτι φρον­τί­ζει κα­νείς τόν ἑ­αυ­τό του, ὅ­ταν αὐτό φαί­νε­ται εὔ­λο­γο, εἶ­ναι ἁ­πλή συ­νέ­πεια τῆς φρον­τί­δας πού ἔ­χει κα­νείς γιά τή λο­γι­κό­τη­τα σέ ὅ,τι κά­νει καί ὄ­χι ἔκ­φρα­ση φρον­τί­δας γιά τόν ἴδιο του τόν ἑ­αυ­τό. Σέ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση, ἡ φύ­ση ἀ­παι­τεῖ ἀ­πό ὁ­λους μας νά φρον­τί­ζου­με τούς ἑ­αυ­τούς μας. Ἀλ­λά κά­νον­τας αὐτό τό πράγ­μα, ἐ­πει­δή εἶ­ναι λο­γι­κό, κα­θό­λου δέν ἀ­πο­δί­δου­με στόν ἑ­αυ­τό μᾶς μιά προ­νο­μια­κή θέ­ση ἡ ὁ­ποί­α θ­ά δι­και­ο­λο­γοῦ­σε ἕ­να κυ­ρί­αρ­χο ἐν­δι­α­φέ­ρον γιά τούς ἑ­αυ­τούς μας. Αὐ­τός εἶ­ναι κυ­ρί­ως ὁ λό­γος γιά τόν ὁποῖο ὁ σο­φός ναυα­γός δέν με­ρο­λη­πτεῖ κα­θό­λου ὑ­πέρ τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του, ὅ­ταν ἀ­πο­φα­σί­ζει γιά τό ποι­ός πρέ­πει νά ἐ­πι­βι­ώ­σει.

Ἀ­κό­μη, μό­νο μέ αὐτό τόν τρό­πο μπο­ροῦ­με νά κα­τα­λά­βου­με ὅτι δέν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τε τό ὁποῖο θ­ά μπο­ροῦ­σε νά προ­στε­θεῖ ἤ νά ἀ­φαι­ρε­θεῖ ἀ­πό τή μα­κα­ρι­ό­τη­τα τοῦ σο­φοῦ ἀν­θρώ­που. Ἄν ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­νερ­γεῖ σο­φά, ὅ­πως ὀ­φεί­λει νά κά­νει ἀ­πό τή στιγ­μή πού εἶ­ναι σο­φός, δέν θά ἔ­χει κα­μί­α ση­μα­σί­α γιά αὐτόν ἄν μέ τίς πράξεις του πε­τυ­χαί­νει ἡ δι­α­τη­ρεῖ αὐτό πού ἐ­πι­δι­ώ­κει νά πε­τύ­χει ἤ νά δι­α­τη­ρή­σει, ἀ­κό­μη καί ἄν πρό­κει­ται γιά τή φυ­σι­κή του ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα, τήν ὑ­γεί­α του, τή ζω­ή του, ὅ­ταν πε­θαί­νει στό μαρ­τύ­ριο τοῦ τρο­χοῦ. Καί αὐτό δέν ἰ­σχύ­ει ἐ­πει­δή ἡ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση πού ἀν­τλεῖ ὅταν ἐ­νερ­γεῖ σο­φά εἶ­ναι τό­σο με­γά­λη πού ὅ­ταν τήν συγ­κρί­νει κα­νείς μα­ζί τους, ὁ πό­νος, ἡ ἀ­πώλει­α τῆς ζω­ῆς ἡ τῆς φυ­σι­κῆς ἀ­κε­ραι­ό­τη­τας φαί­νον­ται ἀ­σή­μαν­τα. Ὁ λό­γος εἶ­ναι ὅτι δέν ὑ­πάρ­χει ἀ­πώ­λεια κα­τά κα­μί­α ἔν­νοι­α, για­τί δέν ὑ­πάρ­χει ἀ­νε­ξάρτη­τη πα­ρόρ­μη­ση ἤ ἐ­πι­θυ­μί­α γιά πράγ­μα­τα ὅ­πως ἡ ζω­ή, ἡ ὑγεία, ἡ σω­μα­τι­κή ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα, πό­σο μᾶλ­λον γιά ἡ­δο­νή, τά ὁ­ποι­α θά μπο­ροῦ­σαν νά κα­τα­πι­ε­στοῦν ἡ νά μεί­νουν ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τα. Ἡ δι­κή μας δυ­σκο­λί­α νά κα­τα­λά­βου­με τόν Στω­ι­κό σο­φό ἔγ­κει­ται ἀ­πο­κλει­στι­κά στό ὅτι ἐ­μεῖς θε­ω­ροῦ­με αὐ­τά τά πράγ­μα­τα ἀγα­θά, ἀ­κό­μη καί ἄν ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με πώς πρό­κει­ται γιά πο­λύ μέ­τρια ἀγα­θά. Αὐτό ὅ­μως ὀ­φεί­λε­ται στό γε­γο­νός ὅτι συγ­χέ­ου­με τό τί ση­μαί­νει νά εἶ­ναι κά­τι ἀγαθό μέ τό τί ση­μαί­νει ἁ­πλῶς νά ἔ­χει ἀ­ξία. Τό νά εἶ­ναι κά­τι ἀγαθό ἔ­χει νά κά­νει μέ τήν εὐ­δαι­μο­νί­α μας. Τό νά ἔ­χει κά­τι ἀ­ξία ἔ­χει νά κά­νει μέ τό ὅτι ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας ἀγαθός, εὔ­λο­γος κό­σμος, μέ τό ὅτι ἔ­χει, κα­τά ἕ­ναν δευ­τε­ρο­γε­νῆ τρό­πο, προ­νο­μια­κή θέ­ση σέ ἕ­ναν κα­τά τό δυ­να­τόν λο­γι­κό κό­σμο. Τό ὅτι ἡ φύ­ση μᾶς κα­τα­σκευά­ζει μέ τέ­τοι­ο τρόπο ὥ­στε νά ἔ­χου­με εὔ­λο­γες πι­θα­νό­τη­τες νά ἐ­πι­βι­ώ­σου­με καί τό ὅτι ἀκόμα προι­κί­ζει ἀρ­χι­κά μέ μί­α πα­ρόρ­μη­ση πού μᾶς ὤ­θε­ῖ νά συμ­πε­ρι­φε­ρόμαστε μέ τέ­τοι­ο τρό­πο ὥ­στε νά ἔ­χου­με εὔ­λο­γες πι­θα­νό­τη­τες νά ἐ­πι­βι­ώ­σουμε εἶ­ναι λό­γος γιά νά πι­στεύ­ου­με ὅτι ἐμεῖς εἴ­μα­στε κα­λύ­τε­ρα ἐ­πει­δή εἰμαστ ζων­τα­νοί, πό­σο μᾶλ­λον γιά τό ὅτι ὁ ἴ­διος ὁ κό­σμος εἶ­ναι κα­τ’ ἀνάγκην κα­λύ­τε­ρος ἐ­πει­δή ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε ζων­τα­νοί. Αὐτό ἁ­πλῶς δεί­χνει ὅτι το να συ­να­γά­γου­με τό ἀγαθό ἀ­πό τό φυ­σι­κό εἶ­ναι πο­λύ σύν­θε­το ἔρ­γο, ἔ­ργο πού ἀ­παι­τεῖ πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρο σε­βα­σμό καί πί­στη στόν κοι­νό νο­ῦ καί πολύ βαθύ­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση τῆς φύ­σης ἀ­πό ἐ­κεί­νη πού ἐ­πι­δι­ώ­κει νά ἀ­πο­κτήσει ἡ πλει­ο­νό­τη­τα τῶν ἀν­θρώ­πων.
---------------------------------
[1] Τήν δέ πρώ­την ὁρ­μήν φά­σι τό ζῷον ἴσ­χειν ἔ­τι τό τη­ρεῖν ἑ­αυ­τό, οἰ­κει­ού­σης αὐτό τῆς φύσε­ως ἀ­π' ἀρ­χῆς, κα­θᾶ φησιν ὁ Χρύ­σιπ­πος ἐν τῷ πρώ­τῳ Πε­ρί τε­λῶν, πρῶ­τον οἰ­κε­ῖον λέ­γων εἶ­ναι παν­τί ζῴῳ τήν αὐ­τοῦ σύ­στα­σιν καί τήν ταύ­της συ­νεί­δη­σιν· οὔ­τε γάρ ἀλ­λο­τριῶ­σαι εἰ­κός ἦν αὐτό (αὐ­τῷ) τό ζῷον, οὔ­τε ποι­ή­σα­σαν αὐτό, μή­τ’ ἀλ­λο­τριῶ­σαι μή­τ’ [οὐκ] οἰ­κει­ῶ­σαι. ἀ­πο­λεί­πε­ται τοίνυν λέ­γειν συστησαμένην αὐτό οἰκει­ῶ­σαι πρός ἑαυτό· οὔ­τω γάρ τά τέ βλά­πτον­τα δι­ω­θεῖ­ται καί τά οἰ­κεί­α προ­σί­ε­ται.

Ὅ δέ λέ­γου­σι τι­νές, πρός ἡ­δο­νήν γί­γνε­σθαι τήν πρώ­την ὁρ­μην το­ῖς ζώ­οις, ψεῦ­δος ἀ­πο­φαί­νουσιν. ἐ­πι­γέν­νη­μα γάρ φα­σιν, εἰ ἄ­ρα ἔ­στιν, ἡ­δο­νήν εἶ­ναι ὅ­ταν αὐ­τή κα­θ’ αὐτήν ἡ φύ­σις ἐ­πι­ζη­τή­σ­ασ­α τά ἐ­ναρ­μό­ζον­τα τῇ συ­στά­σει ἀ­πο­λά­βῃ ὅν τρό­πον ἀ­φι­λα­ρύ­νε­ται τά ζῶ­α καί θάλ­λει τά φυτά. οὐ­δέν τέ, φα­σί, διήλλαξεν ἡ φύ­σις ἐ­πί τῶν φυ­τῶν καί ἐ­πί τῶν ζῴ­ων, ὅτι χω­ρίς ὁρ­μῆς καί αἰ­σθή­σε­ων κἀ­κεῖ­να οἰ­κο­νο­μεῖ καί ἐ­φ’ ἠ­μῶν τι­νά φυ­το­ει­δῶς γί­νε­ται, ἐκ πε­ριτ­τοῦ δέ τῆς ὁρ­μῆς τοῖς ζῴ­οις ἐ­πι­γε­νο­μέ­νης, ᾖ συγχρώ­με­να πο­ρεύ­ε­ται πρός τά οἰ­κεῖ­α, τού­τοις μέν τό κα­τά φύ­σιν τῷ κα­τά τήν ὁρ­μην δι­οι­κε­ῖσθαι· το­ῦ δέ λό­γου τοῖς λο­γικοῖς κα­τά τε­λειοτέ­ραν προ­στα­σί­αν δε­δο­μέ­νου, τό κα­τά λό­γον ζῆν ὀρ­θῶς γί­νε­σθαι (τού)τοῖς κα­τά φύ­σιν· τε­χνί­της γάρ οὗ­τος ἐ­πι­γί­νε­ται τῆς ὁρ­μῆς.