Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Οι δρόμοι της γνώσης: Πως η αρχαία Ελληνική φιλοσοφία και μεταφυσική μπορεί να αλλάξει την ζωή μας

Αναμφισβήτητα κομβικό σημείο στην αρχαία Ελληνική σκέψη υπήρξε η εμφάνιση του Σωκράτη, καθώς για πρώτη φορά ο στοχασμός του ελληνικού πνεύματος στράφηκε από την παρατήρηση της φύσης στον εσωτερικό κόσμο του εξατομικευμένου ανθρώπου.

Έκτοτε τρεις αλληλοεξαρτώμενοι δρόμοι προσφέρονται για την προσέγγιση της γνώσης, και την συγκρότηση ενός πολιτισμικού ρεύματος

Ο Πρώτος βασίζεται στην «εσωτερική φιλοσοφία» ή «μεταφυσική», ο δεύτερος στην επιστημονική θεωρία,  και ο τρίτος στην «κοινωνική φιλοσοφία».

Ως «εσωτερική φιλοσοφία» ή «μεταφυσική»,   ορίζεται το σύνολο των αναπόδεικτων στις περισσότερες περιπτώσεις πεποιθήσεων (που οφείλονται ενίοτε   και στην «μυστικιστική υπερβατική ενόραση», κάποιων ιδιαίτερα «πνευματικών» ανθρώπων),  μιας κοινωνίας, για την φύση του ανθρώπου και του κόσμου, οι οποίες φαίνονται στα πλαίσια αυτής της κοινωνίας να είναι ορθές.

Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, υπάρχει η εξωτερική γνώση, που προσλαμβάνει ο άνθρωπος με τις αισθήσεις και τη λογική του, αλλά  υπάρχει και η  εσωτερική γνώση που δίνεται στον άνθρωπο με την «μύηση»,  όταν ωριμάζει ηθικά και νοητικά.

Ο άνθρωπος αποκτά την εσωτερική γνώση πολύ πιο δύσκολα, διότι προϋπόθεση  για την κατάκτηση της,  είναι η σταθερή ενατένιση της εσωτερικής ζωής, η υπέρβαση των αισθήσεων και ο απόλυτος έλεγχος του νου.

Συνεπώς, σοφός είναι αυτός που έχει υπερβεί τον κόσμο των αισθήσεων και των επιθυμιών, επειδή γι’αυτόν ανασηκώθηκε το πέπλο της πλάνης και της λήθης, και αντίκρισε την αιώνια Αλήθεια.

Είναι αυτός που κατέκτησε την γνώση που αφορά στις εσωτερικές αιτίες των φαινομένων, στους παγκόσμιους νόμους, και στις εφαρμογές αυτών των νόμων, ως αιώνιες Σταθερές στη Φύση.  Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πλάτωνας (πολιτεία , 518 b-d):
«Στο εσωτερικό της ψυχής του, καθένας έχει την ικανότητα να μαθαίνει και το όργανο που του επιτρέπει να αποκτά την μόρφωση είναι η ψυχή. Και, καθώς δεν μπορούμε να στρέψουμε το μάτι μας από το σκοτάδι στο φως, χωρίς να γυρίσουμε ταυτόχρονα όλο μας το σώμα, έτσι ακριβώς πρέπει με ολόκληρη την ψυχή να πραγματοποιηθεί η στροφή αυτού του οργάνου, ως τη στιγμή που θα είναι ικανό, στραμμένο προς το πραγματικό να σηκώσει το βάρος της ενατένισης εκείνου, που είναι το πιο φωτεινό μέσα στο πραγματικό. Εκείνου, που ονομάζομε Αγαθό.»  

Tην εποχή που καταγράφει η σύγχρονη ιστορία, μόλις 3.500 ετών, μία  σειρά  μυστών εμφανίστηκε  σε Aνατολή και Δύση,  δημιουργώντας και συντηρώντας «μυητικές εστίες». Κάποιοι από αυτούς ήταν ο Oρφέας, ο Πυθαγόρας, ο Hράκλειτος, ο Πλάτωνας, ο Πλωτίνος, ο Απολλώνιος Τυανέυς, ο Πλήθων ο Γεμιστός, ο Παράκελσος, o Giordano Bruno (Τ. Μπρούνο), και άλλοι τόσοι στην Aνατολή, οι οποίοι κράτησαν τον πυρσό της πνευματικότητας  αναμμένο πάνω στον πλανήτη.

Slide2

Ο δεύτερος δρόμος, είναι η επιστημονική κοσμοθεωρία,   θεμελιωτής της οποίας  υπήρξε ο Aριστοτέλης (384 π.χ – 322 π.χ ), και  η οποία αποτελεί το κομμάτι των πεποιθήσεων, οι οποίες ερμηνεύονται βάση  λογικά ελεγμένων και αντικειμενικών γνώσεων,  στηριζόμενες στην παρατήρηση, το πείραμα και τον συσχετισμό των γνώσεων.

Ο τρίτος δρόμος η «κοινωνική φιλοσοφία», βασίζεται στον συνδυασμό των δύο παραπάνω,  βάση των οποίων,  δημιουργείται ένα σύστημα αξιών και ιδεολογιών, που χαρακτηρίζει την κοινωνία στο σύνολο της και μορφοποιεί  το πολιτισμικό της πρότυπο.

Ας εξετάσουμε τους δρόμους αυτούς ένα πρός ένα, ξεκινώντας από την αρχαία Ελλάδα, η οποία κατάφερε να παντρέψει τους τρείς αυτούς δρόμους ώστε να μεγαλουργήσει.
Θα ξεκινήσω με τις τρείς θεμελιώδεις αρετές οι οποίες κυριάρχησαν στην αρχαία Ελλάδα και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις  ώστε αυτός να μεγαλουργήσει.
  • Η Ισχύς  (η οποία συμβολιζόταν  από τον Θεό Δία),
  • Το Κάλλος (το οποίο συμβολιζόταν  από τον Θεό Απόλλωνα).
  • Η Σοφία ( η οποία συμβολιζόταν από την Θεά Αθηνά).
Οι τρείς αυτές θεμελιώδεις αρετές,   αντιστοιχούσαν επίσης σε έναν αρχιτεκτονικό ρυθμό και στο πνεύμα που διείπε καθεμία εκ των τριών μεγάλων Ελληνικών πόλεων:
  • Ιωνικός –Αθήνα (Φιλο -Σοφία)
  • Δωρικός –Σπάρτη (ανδρεία- ισχύς)
  • Κορινθιακός –Κόρινθος (Κάλλος).
Η Σύνθεση των τριών αρετών έκανε τους Έλληνες να μεγαλουργήσουν.
Εδώ είναι χρήσιμο να κάνω μία παρένθεση, σε σχέση με τι οφείλουμε να διδασκόμαστε από το παρελθόν, ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή τους στις νέες συνθήκες και ανάγκες της χώρας μας.
Η αλήθεια είναι πως γεννιόμαστε ως Ιστορία. Στο κορμί μας είναι τυπωμένη η βιολογική ιστορία των γενεών που μας γέννησαν, στη μορφή μας αποτυπώνονται τα χαρακτηριστικά των συγγενών μας που έφυγαν από τη ζωή ή ζουν ακόμα. Όσον αφορά το παρόν και το μέλλον μας, αυτό επιλέγεται από τις δράσεις μας καθώς …  Το καλό κρασί ……..δεν φαίνεται από την ετικέτα’. Άλλο εμείς…και άλλο οι πρόγονοι μας…..!!

Είναι γεγονός  λέει ο Καζαντζάκης πως», «Εμείς οι Έλληνες έχουμε  την περηφάνια της φυλής μας. Νιώθουμε  ότι όντας Έλληνες έχουμε την ευθύνη να είμαστε  αντάξιοι των προγόνων μας . H πεποίθησή μας , ότι καταγόμαστε από τον Πλάτωνα και τον Περικλή, μπορεί ίσως να είναι μια ουτοπία, μια αυθυποβολή χιλιετιών, όμως αυτή η αυθυποβολή, γενόμενη πίστη, ασκεί μια γόνιμη επίδραση στη νεοελληνική ψυχή. Χάρη σ” αυτή την ουτοπία επιζήσαμε οι Έλληνες. Μετά από τόσους αιώνες εισβολών, σφαγών, λιμών, θα έπρεπε να είχαμε  εξαφανιστεί. Όμως η ουτοπία, που έγινε πίστη, δεν μας  αφήνει να πεθάνουμε –έως τώρα τουλάχιστον να προσθέσω εγώ . H Ελλάδα επιζεί ακόμα, επιζεί νομίζω μέσα από διαδοχικά θαύματα».

Προσοχή όμως,  άλλο η αρχαιολατρεία,  και άλλο η αρχαιογνωσία. H υπερ­βολική στροφή στο παρελθόν σύμφωνα με  τον Σαράντο Καργάκο,:  «μπορεί να σημαίνει ότι δεν έχουμε μέλλον. Το παρελθόν δεν είναι λιμάνι για ν’ αράξουμε σ’ αυτό. Είναι φάρος που πρέπει να δείχνει τα λιμάνια του μέλλοντος. Η παθητική ενα­τένιση του παρελθόντος δεσμεύει,  η δυναμική ελευθερώνει από πολλά. Ακόμη κι από την ευπι­στία. Γιατί το μέγα δίδαγμα της Ιστορίας δεν είναι μόνο το όποιος πρόδωσε, θα ξαναπροδώσει, αλλά το όποιος προδόθηκε θα ξαναπροδοθεί, αν δεν ανοίξει τα μάτια του ενωρίς. Και ο λαός μας παρα­μένει ή τουλάχιστον παρέμενε «πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος», όπως το είπε ο Σολω­μός. Και φοβάμαι παρά τη διάχυτη καχυποψία, που δηλητηριάζει την ατμόσφαιρα, ότι θα ξαναπροδοθεί. Γιατί κανείς δεν του μιλά για εργασία. Όλοι του μιλούν για θέσεις εργασίας. Να κάθεται»!

Ο Ιάκωβος  Καμπανέλης συμπληρώνει:
«Ο Έλληνας δεν έχει εφοδιαστεί ή δεν έχει συμφιλιωθεί με την ιδέα να μαθαίνει. Και όχι προς Θεού για να το παρακάνει, αλλά για να αποκτά όσες γνώσεις χρειάζονται για μια πληρέστερη αυτογνωσία και αυτοπροστασία. Προσωπικά πιστεύω πως αν οι Έλληνες ήξεραν καλά τον τόπο τους,  την ιστορία τους, τον πολιτισμό και τον χαρακτήρα τους, θα ήταν πολύ λιγότερο εκτεθειμένοι στις κάθε λογής ξενηλασίες».

Το κλειδί θα συμπλήρωνα εγώ είναι η παιδεία, που δημιουργεί τις συνθήκες για ορθή σκέψη και ορθή πράξη. Χωρίς την σωστή παιδεία, τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει. Η μάχη αυτή ίσως πρέπει να δωθεί γύρω τα επόμενα τρία συστατικά στοιχεία. Το «μεγάλο», το «ωραίο» και το «συγκλονιστικό».
  • Το μεγάλο είναι να πολεμάμε για μια καλύτερη ζωή, σεβόμενοι την ιστορία μας , τον εαυτό μας, τις πραγματικές ανάγκες μας και το μέλλον των παιδιών μας. Αυτό οφείλουμε να κάνουμε σήμερα περισσότερο από ποτέ. 
  • Το «ωραίο» είναι κάθετι που στολίζει τη ζωή. Η μουσική, η τέχνη, το περιβάλλον ας αναζητήσουμε τον πολιτισμό και το χαμένο Ελληνικό κάλλος, ας μετρατρέψουμε το γκρι σε πράσινο, είναι καιρός να αναδείξουμε και πάλι το μεράκι και την αγάπη για ζωή του Ζορπά του Καζαντζάκη…
  • Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη. Ας ξανά αγαπήσουμε τον εαυτό μας, την ιστορία μας, την κοινωνία, την πατρίδα.
Αν καταφέρουμε να συνδυάσουμε όλα τα παραπάνω,  θα καταφέρουμε να δημιουργήσουμε  υπέυθυνους και δημοκρατικούς πολίτες  οι οποίοι θα  έχουν όραμα για το άυριο. Δημοκρατία χωρίς πνευματική καλλιέργεια δεν νοείται ούτε ως έννοια ούτε ως πραγματικότητα.

Slide4
Για να συλλάβει κανείς  την έννοια της δημοκρατίας στην ουσία της, αλλά και για να την  πραγματώσει ως άτομο τόσο και σε σχέση με τον εαυτό του όσο και σε σχέση με τους άλλους, απαιτείται να έχει υψηλό βαθμό πνευματικής  καλλιέργειας. Κάτι που προυποθέτει φυσικά την σωστή παιδεία. Η πνευματική καλλιέργεια δεν είναι μόνο προϋπόθεση της δημοκρατίας, αλλά μόνιμος και σταθερός σκοπός.

Μέσα στην δημοκρατία ο άνθρωπος αξιολογείται κυρίως ως πνευματικό ον και ως ηθική προσωπικότητα. Τα μέτρα των αξιών της δημοκρατίας είναι το πνεύμα και η αρετή. Δίχως αυτά δεν υπάρχουν δημοκρατία.

Ο κίνδυνος για την δημοκρατία είναι πάντοτε η τυχόν μείωση μέσα της του βαθμό της πνευματικής καλλιέργειας. Πρώτο μέλημα της δημοκρατίας λοιπόν δεν πρέπει να είναι απλώς η ευημερία, αλλά η παιδεία των πολιτών. Με την παιδεία η δημοκρατία θέλει να αναδείξει τον άνθρωπο, τις αρετές και τις δεξιότητες του. Όταν η δημοκρατία περνά κρίση, ή όταν η πνευματική καλλιέργεια κινδύνευε τότε η κατάσταση, της κοινωνίας παρουσιάζεται συγκεχυμένη. Οι άνθρωποι χάνουν τα σταθερά κριτήρια των αξιών.

Όπως αναφέρει ο Αντόνιο Γκράμσι: «Αν καταφέρεις να κυριεύσεις το πνεύμα των ανθρώπων, τότε η θέληση και οι πράξεις τους θα ακολουθήσουν». 

Ο μορφωμένος πολίτης, είναι ο καλύτερος θεματοφύλακας και προστάτης του δημοκρατικού πολιτεύματος, αφού αυτός είναι σε θέση αφού σκεφθεί να κρίνει να αποφασίζει εκλέγοντας τους άριστους που θα προάγουν και θα εξασφαλίσουν την ευημερία της πολιτείας….

Σήμερα  πολλά πράγματα δείχνουν ότι οδηγούμαστε παγκοσμίως σε μια μεταβατική περίοδο, μετά την οποία προφανώς κάτι νέο θα «γεννηθεί» με τρόπο  μάλλον επώδυνο.

Βιώνουμε όλοι την εποχή όπου «όλα τελειώνουν»,  την εποχή της «αναμονής». Το παρόν θρυμματίζεται αποσυντίθεται και εξαντλείται ταχύτατα, ενώ το «νέο» δυσδιάκριτο  στο ακόμα στο παρόν, θα προκύψει σταδιακά από σαθρά  ερείπια του χθες.

Η  ανθρωπότητα για μία ακόμη φορά υποβάλλεται σε μια εξελικτική κρίση, στην οποία «κρύβεται»  εκ νέου η  επιλογή του πεπρωμένου της.  Η τεχνολογία και η επιστήμη αναμφισβήτητα πρόσφεραν και προσφέρουν πολλά στην ανθρωπόητα.

Παρατάθηκε ο χρόνος ζωής μας, θεραπεύθηκαν θανατηφόρες ασθένειες και προσφέρθηκε γενικότερα μία καλύτερη ποιότητα ζωής. Με την επιστήμη παραμερίστηκαν  δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις,  παρά όμως την τεχνολογική εξέλιξη νέα προβλήματα και νέες απορίες έχουν προκύψει, νέες  ασθένειες,  ρύπανση του περιβάλλοντος, παγκόσμια υπερθέρμανση,  μεταλλαγμένα τρόφιμα, οικονομικές κρίσεις, θρησκευτικές συγκρούσεις, πόλεμοι για την ενέργεια.

Παρόλη λοιπόν την βελτίωση των όρων ζωής στις Δυτικές κοινωνίες τα τελευταία χρόνια  έχει παρατηρηθεί σημαντική αύξηση στην  κατανάλωση αντικαταθλιπτικών ουσιών. Και αυτό διότι από μια άποψη ο ανθρώπινος πολιτισμός  ενώ έχει επιτύχει μια τεράστια τεχνολογική  ανάπτυξη, στέκει αποσβολωμένος και συγχυσμένος, καθώς δεν είναι ευτυχισμένος.

Ο  καθηγητής Marinoff Lou λοιπόν προτείνει να διαβάζουμε Πλάτωνα αντί να παίρνουμε αγχολυτικά Prosac. Στο βιβλίο του «πως η φιλοσοφία μπορεί να αλλάξει την ζωή σας», ο Marinoff αντλώντας από τη σοφία των μεγάλων φιλοσόφων  παρουσιάζει λύσεις στα προβλήματα της καθημερινής ζωής, εγκαινιάζοντας έτσι ένα κίνημα που αποκατέστησε τη φιλοσοφία στην πρότερη θέση της. Να είναι πρακτικά χρήσιμη στη ζωή μας ώστε να  γίνει μια αλλαγή στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα μπορεί να μεταμορφώσει πραγματικά τη ζωή μας.

Slide5

Ο Επίκτητος αναφέρει πως:
«Η φιλοσοφία δεν έχει να κάνει με θεωρίες και ανάλυση. Είναι η τέχνη να ζεις ενάρετη ζωή. Η Φιλοσοφία προορίζεται για τον καθένα, και εξασκείται αυθεντικά μόνο από αυτούς που την εναρμονίζουν με την πράξη μέσα στη κοινωνία, προς μία καλύτερη ζωή για ΟΛΟΥΣ. Ο σκοπός της είναι να φωτίσει τους τρόπους με τους οποίους έχει μολυνθεί η ψυχή μας από σαρθρά πιστεύω, ταραχώδεις επιθυμίες, επιλογές αμφίβολης αξίας».
Η αρχαία γνώση επανέρχεται στο προσκήνιο. Πολύ απλά διότι οι αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι είχαν μάθει κάτι πολύ απλό και εξαιρετικά δύσκολο ταυτόχρονα, ήξεραν να σκέφτονται. !

Ποιο είναι λοιπόν σήμερα στις αρχές του 21ου αιώνα, το πνευματικό και ηθικό επίπεδο της κοινωνίας μας;
Ο υλικός ευδαιμονισμός  σε συνδυασμό με τα αξιοθαύμαστα κατά τα άλλα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα  αλλά και τον συνεχή βομβαρδισμό των πληροφοριών, δεν αφήνουν στον άνθρωπο τον αναγκαίο χρόνο για να ασχοληθεί  σοβαρά και επίμονα  με τον εσωτερικό του εαυτό . Η εξειδίκευση και η παιδεία που λαμβάνουμε μας στερούν  από γενικές γνώσεις που είναι αναγκαίες ώστε να αντιλαμβανόμαστε το ευρύτερο περιββάλον μας, και να αναπτύσουμε το κριτικό μας πνεύμα.

Έτσι σήμερα  «ο άνθρωπος βουβαίνεται προς τα μέσα και θαυμάζει προς τα έξω», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Θεοδωρακόπουλος. H τεχνολογία  η οποία βελτίωσε σημαντικά τις συνθήκες της ζωής μας,  βοήθησε τελικά ή εμπόδισε τον άνθρωπο να γίνει περισσότερο  «Άνθρωπος»; Ιδού το κρίσιμο ερώτημα. Το ανθρώπινο ον εξακολουθεί να αποτελεί αυτογενή και αυταπόδεικτη, υπέρτατη αξία της ζωής ή έχει βαθύτατα καταρρακωθεί και υποβιβασθεί έναντι των σύγχρονων υλιστικών αξιών;

H σύγχυση πραγματικών και πλασματικών αναγκών, η πνιγηρή εντατικοποίηση του ρυθμού της ζωής στις μεγαλουπόλεις, η εσωτερική μοναξιά, το άγχος και η αγωνία αλλοτριώνουν βαθύτατα και παρεμποδίζουν την πνευματική ολοκλήρωση των ανθρώπων ως Ανθρώπων αυθεντικών. Η  τάση της προσκόλησης  στην ύλη που παρατηρείται, και η αυξανόμενη πνευματική αδράνεια, σε συνδυασμό με την έλλειψη βούλησης για  βαθύτερο στοχασμό του «μυστηρίου της φύσης και του ανθρώπου», οφείλονται στην κυριαρχία του ορθολογισμού και στην τυφλή πρακτικότητα του σύγχρονου υλιστικού πολιτισμού.

Έτσι πλήττεται βαριά ο Ανθρωπισμός η μεταφυσική ιδιότητα του κόσμου και του ανθρώπου και δημιουργείται εν τέλει μια ηθική, ιδεολογική και τελικά υπαρξιακή σύγχυση του ανθρώπου.
Η νέα τεχνολογία σίγουρα μας οδηγεί πιο κοντά στ” αστέρια αλλά επίσης και πιο μακριά απ” τον εαυτό μας.  Ο άνθρωπος  του σήμερα  έχει «μονωθεί»  από την φύση δεν νοιώθει κομμάτι της. Νοιώθει  «ξένος» στο ίδιο του το σπίτι. Έχουμε  δημιουργήσει  ένα πολιτισμικό σύστημα που έχει γίνει πάρα πολύ μεγάλο για την περιορισμένη διανοητική ικανότητα και κατανόησή του. Καθώς μάλιστα διαθέτει ακόμα περισσότερο περιορισμένη ικανότητα να διαχειρίζεται και να χρησιμοποιεί αυτό το σύστημα, έχει παραχωρήσει   απλά έχει δημιουργήσει έναν επικίνδυνο υπηρέτη για τις ορέξεις του «εγώ» του.

Σήμερα ο άνθρωπος υποβιβάζεται και γίνεται αντικείμενο, αριθμός, του οποίου  πωλούνται και αγοράζονται οι υπαρξιακές του ανάγκες και ιδανικά. Αποτελεί κρίσιμο χρέος του αιώνα μας οι κοινωνίες να αξιολογήσουν  και ιεραρχήσουν τις πραγματικές τους ανάγκες, μεταλλάσσοντας αποφασιστικά το υλιστικό υπόβαθρο τους  αποκαθιστώντας τον ανθρωπισμό  και την πνευματική παράδοση ως απαραίτητη αξίωση του ανθρωπίνου όντος για το χτίσημο της νέας εποχή του Υδροχόου.

H επιστήμη και η τεχνολογία οφείλουν να αποκαταστήσουν μια γόνιμη σύζευξη με τα κελεύσματα της αρχαίας φιλο- σοφίας, της μεταφυσικής και της θεολογίας, ώστε να αντικρίσουν τον άνθρωπο ως ένα ψυχοσωματικό ον.

Η κατάκτηση της εξωτερικής φύσης  από την Επιστήμη είναι σίγουρα κάτι ωραίο και σπουδαίο, αλλά σπουδαιότερη ακόμα είναι η κατάκτηση της εσωτερικής μας φύσης.  Είναι  εξαιρετικά χρήσιμο γνωρίζουμε δια μέσου της επιστήμης  τους νόμους που κυβερνούν τα άστρα και τους πλανήτες, αλλά είναι άπειρα καλύτερο και σπουδαιότερο να μάθουμε τους νόμους που κυβερνούν τα πάθη, τα αισθήματα, τη θέληση της ανθρωπότητας.

Υπό ένα τέτοιο πρίσμα ο τεχνολογικός πολιτισμός δεν θα βρίσκεται σε διάσταση με τον πνευματικό πολιτισμό,  την φιλοσοφική πνευματική παράδοση και την μεταφυσική η οποία κάνει λόγο μία άλλη «σχέση» μεταξύ ύλης και πνεύματος, αναγνωρίζοντας πως  και οι δύο χρειάζονται και οφείλουν, να συνεργασθούν για το καλό του ανθρώπου, του όντος που βρίσκεται από καταβολής του κόσμου επικεφαλής  της δημιουργίας στην γωνία αυτή του κόσμου.

Έως τώρα η  επιστήμη μελετούσε την ύλη με  αναλυτικό  τρόπο  τεμαχίζοντας τα σε διαρκώς μικρότερα τμήματα. Κατά κάποιο τρόπο αυτή η ακρίβεια της έγινε η μεγάλη της δύναμη και ταυτόχρονα η μεγάλη αδυναμία της. Η επιστήμη τεμαχίζοντας την φύση χάνει την  αίσθηση του «Όλου», κάτι που έρχεται σε αντίθεση  με τις αρχαίες παραδόσεις και την μεταφυσική φιλοσοφία, όπως αύτή έφτασε έως εμάς δια μέσου των αιώνων.

Η επιστήμη σήμερα περιορίζει το ενδιαφέρον της σε ένα ειδικό αντικείμενο για το οποίο διατυπώνει ορισμένες προτάσεις και τις επαληθεύει. Αυτή η λογική είναι αντίθετη με την έννοια της επιστήμης που καλλιέργησε η κλασσική ελληνική σκέψη. Η κλασσική ελληνική σκέψη ήταν συνολική σκέψη. Θα λέγαμε συστημική. Για να κάνετε μια πρόταση επιστημονική στην αρχαία Ελλάδα, σε μια από τις περιώνυμες ακαδημίες, θα έπρεπε να είσαστε σε θέση να εξηγήσετε τις διασυνδέσεις αυτού που λέτε με το όλο σύστημα της φιλοσοφίας.

Δεν μπορούσατε να προτείνετε κάτι το οποίο δεν θα διασυνδέατε μέχρι την τελευταία πρόταση του συστήματος στο οποίο αναφέρεστε. Δυστυχώς αυτό το πράγμα που ήταν επίτευγμα του ανθρώπινου νου, αυτό ήταν ακριβώς που ξεχάστηκε στη δύση. Ξεχάστηκε επειδή, όπως πιστεύουμε, τελικά την ελληνική επιστήμη κωδικοποίησε στη δύση ο Θωμάς Ακινάτης και αυτή απέκτησε και την θεολογική κατοχύρωση στην δυτική εκκλησία. Οπότε οι επιστήμονες, μαχόμενοι κατά των επιμέρους διατυπώσεων, ήταν αναγκασμένοι να αρνούνται το Όλον.

Η συστημική σκέψη έχει ένα ελληνικό αξίωμα, το διατύπωσε πρώτος ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, εκ του όλου προς το μέρος. Όχι εκ του μέρους προς το όλον.

Μικρές  «κλειστές» κοινότητες  διαφύλαξαν αυτή τη γνώση στο παρελθόν, σήμερα στην εποχή της άμεσης πληροφόρησης, η γνώση αυτή οφείλει  να βγει «έξω» πρός στον κόσμο. Δεν πρέπει να  υπάρχουν οποιουδήποτε τύπου ελίτ. Ή όλοι μαζί θα σωθούμε, ή όλοι μαζί θα καταστραφούμε. Γιατί όλα είναι ένα. Η  μάχη είναι εκεί έξω στην καθημερινότητα μας.

Οι πρόγονοι μας  «ένοιωθαν» πως είναι αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης,  κάτι που εμείς φαίνεται να έχουμε ξεχάσει,  λόγω του τρόπου ζωής μας.

Η εκδήλωση της ζωής και μόνο αποτελεί ένα «θαύμα», που χαρακτηρίζεται από την πολυπλοκότητα και την οργάνωση. Ακόμη και μία πρωτόγονη μορφή ζωής, ένας μονοκύτταρος οργανισμός, παρουσιάζει τέτοια πολυπλοκότητα που δεν είναι δυνατόν να συγκριθεί με κανένα προϊόν της ανθρώπινης διάνοιας.

Αρκεί κάποιος να παρατηρήσει και θα αντιληφθεί  πως στον μακρόκοσμο του σύμπαντος  κυριαρχεί ένα συνεχές πάρε-δώσε, μία διαρκής μεταβολή κατάστασης,  το  ίδιο συμβαίνει και στον μικρόκοσμο του ανθρώπου σύμφωνα με το Ερμητικό ρητό  : “ οδός άνω και κάτω μία” (όπως επάνω έτσι και κάτω).

Εισπνέεις  λ.χ αέρα  από την ατμόσφαιρα η οποία βρίσκεται   έξω από εσένα. Μετατρέπεις την αναπνοή μέσα σου,   και κατόπιν την επιστρέφεις στην φύση. Δεν μπορείς να πάρεις κάτι και να το κρατήσεις  χωρίς να το επιστρέψεις πίσω. Όλα τα πράγματα στην ζωή, είτε η αναπνοή σου,  είτε η τροφή στα υλικά σου, είτε τα υλικά  σου  αποκτήματα σου, οτιδήποτε, επιστρέφουν  πίσω στην φύση.  Όπως είπε ο  Aναξίμανδρος: «Οτιδήποτε γεννιέται μέσα στη φύση έχει ένα χρέος, που το πληρώνει όταν αποσυντίθενται, δίνοντας έτσι καινούργια ζωή.

Αντιστοίχως το κάθε κύτταρο του σώματος   έχει συγκεκριμένη θέση στην δομή του, έτσι ώστε να εκφράζεται ένα σύνολο. Από την στιγμή που θα δοθεί μία εντολή στο κύτταρο αυτό θα την εκτέλεση, προς την εύρυθμη λειτουργία του συνόλου. Σε αντίθεση περίπτωση το κύτταρο θα πάψει, καθώς αυτό προκαλεί την ενεργοποίηση του αμυντικού συστήματος και εφαρμόζεται η εξουδετέρωση του.
Η οπτική της  επιστήμης καθοδηγείται στην αναζήτηση  του έσχατου μυστηρίου της ζωής  από το απόφθεγμα:  «ο Θεός βρίσκεται στις λεπτομέρειες». Αντίθετη η  Φιλοσοφική αναζήτηση  καθοδηγείται από το : «Ο Θεός είναι ο κύκλος. Το κέντρο του βρίσκεται παντού και η περιφέρεια πουθενά».  

Η επιστήμη αναζητά τα όρια της φύσης, ενώ η Φιλοσοφία  και η μεταφυσική την έλλειψη αυτών των ορίων. Η επιστήμη είναι η σταγόνα του ωκεανού, η Φιλοσοφία  το κύμα του. Η επιστήμη εργάζεται για να ερμηνεύσει πειραματικά το μυστήριο της ύπαρξης, η Φιλοσοφία και η  μεταφυσική για την αληθινή φύση της πραγματικότητας, επειδή με τον τρόπο τους,  τόσο η επιστήμη όσο και η Φιλοσοφία  ψάχνουν για την βασική αλήθεια γύρω από την  ύλη και την πηγή της. Σε αυτή την αναζήτηση όμως φαίνεται πως η επιστήμη αμέλησε εντελώς το πνεύμα μία λεπτοφιότερης μορφή της ύλης που μάλιστα διαθέτει μορφή συνειδητότητας, όπως αναγνωρίζει πλέον η κβαντική φυσική.
Πνευματικότητα  φυσικά δεν σημαίνει πως πρέπει να βρούμε  μια σπηλιά ή να κάτσουμε κάτω από ένα δέντρο και να κρυφτούμε εκεί για πάντα αναμένοντας την «φώτιση» απαρνούμενοι την υλική μας φύση και τις  ανάγκες της εποχής.

Οφείλουμε να είμαστε «μέσα» σε αυτό τον κόσμο, αλλά ταυτόχρονα και όχι «αυτού του κόσμου». Ο κόσμος δημιουργήθηκε για  τον άνθρωπο  προκειμένου να έχουμε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο να μπορούμε να γνωρίσουμε ποίοι πραγματικά είμαστε.

Αυτή είναι η στιγμή να εργαστούμε για να θέσουμε τις βάσεις για ένα  καλύτερο  κόσμο. Σε κάθε περίπτωση η καλύτερη χρήση της ζωής είναι να την αφιερώσουμε σε κάτι που διαρκεί περισσότερο  από αυτήν.

Σε αντίθεση  με αυτή την οπτική,  ο σύγχρονος Έλληνας,  υπήρξε  ένας πολίτης Νάρκισσος  ο οποίος ζει σ” ένα αδιάστατο παρόν, αποκομμένος από τις ιστορικές του ρίζες, δίχως προοπτική και μέριμνα για το μέλλον.

Ένας ευπατρίδης κατά τα άλλα που αδιαφορεί για οτιδήποτε του κληροδότησε το παρελθόν και για οτιδήποτε θα κληρο­δοτήσει αυτός στις επερχόμενες γενεές. Ζει  μόνο για το παρόν, καταναλώνοντας αδιάφορα και άπληστα οτιδήποτε αυτό τους  προσφέρει, αδιαφορώντας για τους προγενέστερους και τους μεταγενέστερους.

Και για όλα αυτά φταίνε μόνο πάντα κάποιοι τρίτοι, κάποιοι μισέλληνες, Συνομοσιολογίες, εξωγήινοι, υπογήινοι…Οι ελπίδες  μας εναποτεθειμένες σε προφητείες , υπερόπλα και  γράμματα του μαγικού Ελληνικού Αλφαβήτου.
«Συν Αθηνά και χείρα κίνει», είμαστε συνδημιουργοί της πραγματικότητας. Όλα αυτά που συναντάμε, που βλέπουμε, όλα αυτά που αγγίζουμε, αντανακλούν τόσο τους άλλους όσο και εμάς. Τα γεγονότα και οι περιστάσεις της ζωής ενός ανθρώπου αποκαλύπτουν και την κατάστασή του.
Όταν «έπεσε» η Κωνσταντινούπολη είχε λιγότερους  από 3.000 στρατιώτες, ο υπόλοιπος αντρικός πληθυσμός  ήταν στα μοναστήρια προσευχόμενοι, αλλά η πόλη έπεσε, και  ο νοών νοήτω.!!
Ο σύγχρονος Έλληνας έχει απολέσει την πνευματικότητα του προς χάριν του κακώς εννοούμενου καταναλωτικού ευημερισμου, έχει παντελή αίσθηση του μέτρου, σε αντίθεση με την αρχαία Ελλάδα όπου το «παν μέτρο άριστον» μαζί με το «γνώθι σεαυτόν», αποτελούσαν τον άριστο τρόπο ζωής και συμπεριφοράς. Τα καράβια όμως δεν πλέουν με «χθεσινό» άνεμο….

Η Συλλογικότητα υποχώρησε έναντι της ατομικότητας του ρουσφετιού και του προσωπικού συμφέροντος. Γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τον εκφυλισμό της κοινωνίας, μία παρασιτική κοινωνία όπου δεν έχει θέση η Περηφάνια, η αυτοεκτίμηση, και η αυτογνωσία, αρετές που έρχονται σε αντίθεση με τις πρακτικές των προγόνων μας, οι οποίοι είχαν πρωτοστατήσει στην θέσπιση και την κατάκτηση άυλων αγαθών.

Το παρελθόν δεν είναι λιμάνι για να αγναντεύουμε το πέλαγος και τα καράβια να φεύγουν,  είναι φάρος που φωτίζει την πορεία μας, για να ανακαλύψουμε την δική μας ρότα. Όσο είμαστε αγκυροβολημένοι στο λιμάνι,  είμαστε παγιδευμένοι ανάμεσα στο λαμπερό παρελθόν και στο γκρίζο παρόν.

Οι περισσότεροι Έλληνες σήμερα είναι δυστυχώς καιροσκόποι αλλά και ανιστόρητοι, αγνοούν τόσο ότι η ιστορία όσο και η συνέχεια του έθνους δεν προϋποθέτει απλά την επαρκή γνώση του παρελθόντος, αλλά είναι βίωμα και καθημερινή κατάκτηση που πρέπει κανείς ν’ αγωνίζεται για να την διατηρήσει..

Ο επιτάφιος του Περικλή  αποδεικνύει πως η ιστορική συνέχεια δεν αφορά απλά μία συνέχεια στον χρόνο, αλλά μία κατάκτηση που πραγματώνεται στο παρόν κάθε στιγμή:
«Γιατί δεν υπήρξαν ούτε μια στιγμή, κατά την οποία να έπαυσαν να κατοικούν την χώρα αυτή, και χάρις στην ανδρεία τους διαφύλατταν την ελευθερία της από γενεά σε γενεά μέχρι των ημερών μας και μας την παράδωσαν ελεύθερη. Και εκείνοι λοιπόν είναι άξιοι επαίνου αλλά ακόμη περισσότερο οι πατέρες μας. Γιατί επί πλέον εκείνων, τα οποία κληρονόμησαν, απέκτησαν με πολλούς κόπους και κληροδότησαν σε μας τους σημερινούς όλη αυτή την επικράτεια που κατέχουμε σήμερα. Το δε έργο της περαιτέρω βελτίωσης, το επιτελέσαμε εμείς οι ίδιοι που είμαστε συγκεντρωμένοι εδώ, οι οποίοι βρισκόμαστε ακόμη σε αυτήν ακριβώς την ηλικία μας, και εμείς εφοδιάσαμε την πόλη μας με όλα τα πράγματα, ώστε να είναι αυταρκέστατη και για πόλεμο και για ειρήνη..

..(..) ….Και ονομάζεται μεν δημοκρατία, γιατί η διοίκηση είναι στα χέρια των πολλών και όχι των ολίγων, έναντι δε των νόμων είναι όλοι ίσοι στις ιδιωτικές τους διαφορές, ενώ ως προς την θέση τους στον δημόσιο βίο κάθε ένας προτιμάται για ένα από τα δημόσια αξιώματα ανάλογα με την επίδοση την οποία σημειώνει σε αυτά, δηλαδή η δημόσιά του σταδιοδρομία εξαρτάται μάλλον από την ατομική του αξία και όχι από την κοινωνική τάξη, από την οποία προέρχεται, ούτε πάλι ένας, ο οποίος είναι μεν φτωχός έχει όμως την ικανότητα να παράσχει κάποια υπηρεσία στην πατρίδα του, εμποδίζεται σε αυτό από το γεγονός ότι είναι άγνωστος. ..

.(..) ….Ενώ δε στην ιδιωτική μας ζωή συναναστρεφόμαστε μεταξύ μας χωρίς να ενοχλεί ο ένας τον άλλον, στην δημόσιά μας ζωή, σαν πολίτες, από σεβασμό προ πάντων δεν παραβαίνουμε τους νόμους, υπακούμε δε στους εκάστοτε κατέχοντες τα δημόσια αξιώματα και στους νόμους, προ περισσότερο σε εκείνους από τους νόμους, που έχουν θεσπιστεί για υποστήριξη των αδικούμενων, και σε άλλους, οι οποίοι αν και άγραφοι, η παράβασή τους φέρνει πανθομολογούμενη ντροπή στους παραβάτες…

….Γιατί είμαστε λάτρες του ωραίου, όμως χωρίς σπατάλη χρήματος, και καλλιεργούμε το πνεύμα χωρίς να χάνουμε την ανδρεία μας. Και μεταχειριζόμαστε τον πλούτο περισσότερο σαν μια ευκαιρία δράσης παρά σαν αφορμή κομπορρημοσύνης, το να ομολογεί δε κανείς την φτώχεια του δεν είναι ντροπή, είναι όμως αισχρότερο το να μην προσπαθεί να την αποφύγει με την εργασία. Επί πλέον, οι ίδιοι εμείς όλοι είμαστε σε θέση να φροντίζουμε ταυτόχρονα για τις ιδιωτικές μας υποθέσεις και για τις υποθέσεις της πόλης μας, και όσοι από εμάς είναι απασχολημένοι με ιδιωτικές επιχειρήσεις και αυτοί ακόμα κατέχουν τα πολιτικά ζητήματα στην εντέλεια….

….Γιατί είμαστε ο μόνος λαός που τον μη αναμειγνυόμενο καθόλου στα κοινά δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο αλλά άχρηστο, και οι μόνοι που όποτε δεν τα επινοούμε και δεν τα προτείνουμε οι ίδιοι πάντως έχουμε τη δύναμη να κρίνουμε σωστά τα λαμβανόμενα μέτρα, τους δε λόγους δεν τους θεωρούμε καθόλου εμπόδιο των έργων, αλλά μάλλον θεωρούμε σαν εμπόδιο το να μην έχουμε κατατοπισθεί προφορικά σε όσα έχουμε να κάνουμε, πριν καταπιαστούμε με αυτά. Γιατί υπερέχουμε από τους άλλους και ως προς αυτό ακόμη, ότι δηλαδή εμείς οι ίδιοι αποφασίζουμε για όσα πρόκειται να επιχειρήσουμε και εμείς οι ίδιοι τα επιχειρούμε. Ενώ ως προς αυτό οι άλλοι… σε αυτούς η μεν αμάθεια τους κάνει να αποφασίζουν η δε σκέψη τους κάνει να διστάζουν…»!!! 

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι ότι ζούμε σε πονηρούς και επικίνδυνους καιρούς. Σε μία εποχή όπου το μόνο βέβαιο είναι το αβέβαιο, για ένα πράγμα μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Έχουμε βιώσει γεγονότα τα οποία έφεραν τα πάνω κάτω στην ζωή μας. Βιώσαμε Σεισμούς, Τσουνάμι, πυρηνικές καταστροφές, λοιμούς, πολέμους, αποδόμηση πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών μοντέλων.
Εξ ανάγκης λοιπόν μεταστοιχειωνόμαστε σε μία γενιά πλήρους εμπειριών, γεγονός που καταγράφεται στην σκέψη μας και στον τρόπο που οφείλουμε να βλέπουμε πλέον την ζωή και το μέλλον. Τίποτα πλέον δεν είναι σταθερό, καθώς είναι φανερό πως όλα τελειώνουν τόσο σε φυσικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο..

Βρισκόμαστε σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο σταυροδρόμι, στο οποίο κρύβονται οι ορθές ή όχι, επιλογές του πετρωμένου μας…. Και το πεπρωμένο δεν είναι θέμα τύχης, αλλά θέμα επιλογής. Δεν είναι κάτι που πρέπει να περιμένουμε, αλλά κάτι που πρέπει να πετύχουμε…

Η «θρυλική» σφαίρα του Αρχιμήδη

Η σφαίρα του Αρχιμήδη ήταν ένας μηχανισμός που έδειχνε τους πλανήτες να περιφέρονται γύρω από τον Ήλιο

Ένας πρώην επιμελητής του Μουσείου Επιστήμης του Λονδίνου δημιούργησε το πρώτο αντίγραφο της περίφημης σφαίρας του Αρχιμήδη, ενός μηχανισμού που έδειχνε τους πλανήτες να περιφέρονται γύρω από τον Ήλιο.

Κανείς όμως δεν μπορεί να είναι βέβαιος για το σχέδιο της θρυλικής μηχανής, ούτε καν για το εάν κατασκευάστηκε όντως από τον μεγάλο μαθηματικό της αρχαιότητας.
 
Το μοντέλο
Το μηχανικό μοντέλο της σφαίρας, το οποίο δημιούργησε στο Λονδίνο ο μηχανολόγος και ιστορικός της επιστήμης Μάικλ Ράιτ, εκτίθεται από τις 27 Σεπτεμβρίου σε μουσείο της Βασιλείας στην Ελβετία.
Παρόλο που το σχέδιο βασίστηκε σε πολλές υποθέσεις, ο Αρχιμήδης σίγουρα είχε τις ικανότητες να δημιουργήσει μια τέτοια μηχανή, υποστηρίζει ο Ράιτ στο δικτυακό τόπο του Nature, το οποίο παρουσιάζει και το παρακάτω βίντεο.
Αναφορές για διάφορα μηχανικά μοντέλα του ουρανού εμφανίζονται στα γραπτά αρκετών αρχαίων συγγραφέων και ποιητών, και συνήθως αποδίδονται στον Αρχιμήδη, ενός από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς όλων των εποχών, ο οποίος έζησε στη Σικελία από το 287 έως το 212 π.Χ. Για πολύ καιρό, αυτές οι αναφορές για περίπλοκες μηχανές που αναπαρήγαγαν την κίνηση των ουράνιων σωμάτων φαίνονταν υπερβολικές.
Αυτό όμως άλλαξε με τη μελέτη του Μηχανισμού των Αντικυθήρων, ενός κουτιού με γρανάζια που λειτουργούσε ως ουράνιο ημερολόγιο και προέβλεπε ακόμα και τις ηλιακές και σεληνιακές εκλείψεις -είναι αναμφισβήτητα η πιο προηγμένη γνωστή μηχανή της αρχαιότητας.
Ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων θεωρείται λίγο μεταγενέστερος του Αρχιμήδη, σίγουρα όμως η τεχνολογία στην οποία βασίστηκε δεν μπορεί να ξεπήδησε σε μια μέρα.

Οι αναφορές
Η αρχαιότερη και πιο περιγραφική αναφορά για ένα μηχανικό μοντέλο του ουρανού προέρχεται από κείμενο του Μάρκου Τύλλιου Κικέρωνα τον πρώτο αιώνα π.Χ.
Ένας από τους χαρακτήρες του Κικέρωνα, ο Φίλους, περιγράφει πώς ο στρατηγός Μάρκος Κλαύδιος Μάρκελλος κατέλαβε το 2012 την πόλη των Συρακουσών και έκλεψε τη σφαίρα του Αρχιμήδη. Ο ίδιος ο Αρχιμήδης σκοτώθηκε στην επίθεση παρά τις διαταγές που είχαν οι στρατιώτες να τον συλλάβουν ζωντανό προκειμένου να αποκαλύψει τα μυστικά των εφευρέσεών του.
Ο Φίλους αναφέρει πως παρακολούθησε μια επίδειξη της μηχανής και θαύμασε την ιδιοφυΐα του Αρχιμήδη. Σε αντίθεση με άλλες σφαίρες εκείνης της εποχής, που έδειχναν μόνο τις θέσεις των αστερισμών, η σφαίρα του Αρχιμήδη περιλάμβανε τον Ήλιο στο κέντρο της και αναπαρήγαγε τις κινήσεις της Σελήνης και των πέντε γνωστών πλανητών.
Σύμφωνα με τον Κικέρωνα, όταν η σφαίρα περιστρεφόταν με το χέρι, «η Σελήνη ήταν πάντα τόσες περιφορές πίσω από τον Ήλιο πάνω στον μπρούτζινο μηχανισμό όσες θα συμφωνούσαν με τον αριθμό των ημερών που βρισκόταν πίσω του στον ουρανό». Η φράση αυτή, λέει ο Μαρκ Ράιτ, υποδηλώνει ότι το μηχανικό μοντέλο ήταν πράγματι μια σφαίρα που κινούνταν χειροκίνητα κατά μία περιφορά την ημέρα.
Ο Ράιτ τοποθέτησε τη σφαίρα πάνω σε ένα ξύλινο πλαίσιο, το οποίο κρύβει το κομμάτι του ουρανού που παραμένει ανά πάσα στιγμή κρυμμένο κάτω από τον ορίζοντα. Μέσα στη σφαίρα των 20 εκατοστών, 24 γρανάζια κινούν δείκτες που σημειώνουν τις θέσεις των ουράνιων σωμάτων. Ο Ήλιος και η Σελήνη κινούνται με σταθερή ταχύτητα, ενώ οι πλανήτες αλλάζουν περιστασιακά κατεύθυνση κίνησης όπως πράγματι συμβαίνει στον ουρανό.

Πιθανότατα είναι και θα παραμείνει αδύνατο να αποδείξει κανείς ότι ο Αρχιμήδης είχε δημιουργήσει έναν τέτοιο μηχανισμό. Ο Ράιτ έχει πάντως εμπειρία με την αναδημιουργία αρχαίων μηχανών και έχει στο ενεργητικό του δύο λειτουργικά μοντέλα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων.
Για όσους θέλουν να πάρουν μια ιδέα για μια θρυλική εφεύρεση που μπορεί και να υπήρξε στην πραγματικότητα, η σφαίρα του Ράιτ παρουσιάζεται στο Μουσείο Αρχαίας Τέχνης και Συλλογή Λούντβιγκ στη Βασιλεία της Ελβετίας, στο πλαίσιο έκθεσης για το ναυάγιο των Αντικυθήρων.


Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ - Η φιλοσοφία μετακομίζει στην πόλη: Οι σοφιστές και ο Σωκράτης



 Το νέο πρόσωπο της φιλοσοφίας

Παίρνουμε στα χέρια μας έναν τυπικό πλατωνικό διάλογο και επιχειρούμε να τον διαβάσουμε. Τι εικόνα μάς μεταδίδει; Ας μη βιαστούμε να μιλήσουμε για το φιλοσοφικό νόημα του διαλόγου και, ξεχνώντας προς στιγμήν ότι το κείμενο που έχουμε μπροστά μας το έχει γράψει ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους όλων των εποχών, ας μείνουμε στο σκηνικό και στους πρωταγωνιστές του. Μεταφερόμαστε λοιπόν στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. και παρακολουθούμε γνωστά πρόσωπα της εποχής να συζητούν με εντυπωσιακή επιμονή και πάθος για ηθικά και πολιτικά προβλήματα. Συγκεκριμένα: Ο σκηνικός χώρος είναι η αγορά της Αθήνας, ένα γυμναστήριο ή ένα πλούσιο αθηναϊκό σπίτι. Ο δραματικός χρόνος είναι η εποχή του Περικλή και του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο ένας πρωταγωνιστής είναι σχεδόν πάντοτε ο αθηναίος φιλόσοφος Σωκράτης και οι συνομιλητές του είναι είτε διάσημοι σοφιστές (ο Πρωταγόρας, ο Γοργίας, ο Ιππίας, ο Θρασύμαχος) είτε σημαντικά πρόσωπα της αθηναϊκής πολιτικής σκηνής (ο Αλκιβιάδης, ο Νικίας, ο Κριτίας, ο Χαρμίδης). Τα θέματα που συζητούνται είναι φλέγοντα ζητήματα της ζωής σε μια οργανωμένη πολιτεία: τι καθορίζει την ηθική συμπεριφορά του ατόμου, ποια είναι η σωστή διαπαιδαγώγηση των πολιτών, ποιο πολίτευμα είναι προτιμότερο, ποια είναι η σημασία των νόμων. Ο τρόπος διεξαγωγής, τέλος, της συζήτησης θυμίζει περισσότερο εικόνα μαθήματος ή δικαστηρίου παρά ανταλλαγή απόψεων σε φιλική παρέα: συνεχείς ερωτήσεις και απαντήσεις, διαδοχικές προσπάθειες ορισμού εννοιών, προβολή και απόρριψη επιχειρημάτων.

Οι πλατωνικοί διάλογοι δεν είναι βέβαια ιστορικά ντοκουμέντα. Είναι λογοτεχνικά κείμενα, που στόχο έχουν να προβάλουν φιλοσοφικές θέσεις και όχι να αναπαραστήσουν πραγματικές συναντήσεις ιστορικών προσώπων. Ωστόσο, μας δίνουν μια εικόνα για τον τρόπο άσκησης της φιλοσοφίας στη δημοκρατική Αθήνα του 5ου αιώνα. Η εικόνα αυτή δεν είναι, δημιούργημα μόνο του Πλάτωνα. Προκύπτει και από τα φιλοσοφικά έργα του Ξενοφώντα, από αποσπάσματα χαμένων διαλόγων άλλων συγγραφέων του 4ου αιώνα, αλλά και από τις Νεφέλεςτου Αριστοφάνη, που σατιρίζουν τον Σωκράτη και τους σοφιστές. Ίσως μάλιστα ο Αριστοφάνης να είναι η πιο αξιόπιστη πηγή μας, αφού ανεβάζει τις Νεφέλες το 423 π.Χ., στην εποχή δηλαδή της μεγάλης ακμής του Σωκράτη και της σοφιστικής κίνησης.

Στην κωμωδία λοιπόν του Αριστοφάνη ο αφελής και αγράμματος αγρότης Στρεψιάδης, κυνηγημένος από τα χρέη της σπάταλης γυναίκας και του γιου του, καταφεύγει στον διάσημο «σοφιστή» Σωκράτη και τον παρακαλεί να τον δεχτεί στη σχολή του, για να μάθει εκεί τεχνάσματα που θα τον απαλλάξουν από τους δανειστές του. Ο Σωκράτης τον δέχεται, του γνωρίζει τους νέους θεούς στους οποίους πρέπει να πιστεύει (είναι το Χάος, οι Νεφέλες, που εμφανίζονται ως «προστάτιδες θεές των σοφιστών», και η Γλώσσα) και του υπόσχεται ότι με σκληρή εξάσκηση στη φιλοσοφία και στη ρητορική θα γίνει ικανός όχι μόνο να μεταπείθει τους δανειστές του, αλλά και να κυριαρχήσει στην Εκκλησία του Δήμου και να επιτύχει σε κάθε πλευρά της κοινωνικής ζωής. Διδακτικό ρόλο στη σχολή του Σωκράτη αναλαμβάνει προσωποποιημένος και ο «Άδικος Λόγος», που κατατροπώνει τον «Δίκαιο Λόγο», εκπρόσωπο των παραδοσιακών αξιών, παγιδεύοντάς τον με δύσκολες ερωτήσεις και κάνοντας επίδειξη καινοφανών γνώσεων και περίτεχνων επιχειρημάτων. Ο Στρεψιάδης, παρά τα μαθήματα του Σωκράτη, οδηγείται τελικά στην καταστροφή.

Αν εξαιρέσουμε την ταύτιση του Σωκράτη με τους σοφιστές, στην οποία θα επανέλθουμε, η αριστοφάνεια περιγραφή είναι το κωμικό συμπλήρωμα της πλατωνικής. Επιβεβαιώνει την υποψία μας ότι η φιλοσοφία έχει αποκτήσει αυτά τα χρόνια έναν εντελώς νέο ρόλο στην πνευματική ατμόσφαιρα της Αθήνας, είναι πλέον ένας σημαντικός παράγοντας της κοινωνικής ζωής, τόσο ώστε να προκαλεί το ενδιαφέρον και την περιέργεια του ευρύτερου κοινού και να αποτελεί αντικείμενο λαϊκής σάτιρας.

Πού εντοπίζονται όμως οι καινοτομίες σε σχέση με την παλαιότερη πρακτική;

Πρώτον, ο φιλόσοφος εγκαταλείπει το βάθρο του απομονωμένου σοφού και γίνεται πια ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Συναναστρέφεται τους απλούς ανθρώπους, τριγυρνά στους δρόμους και στα στέκια της πόλης, μετέχει στους θεσμούς της, βρίσκεται σε άμεση επαφή με τους πολιτικούς της ιθύνοντες.

Δεύτερον, η φιλοσοφία για πρώτη φορά παρουσιάζεται σαν κάτι το χρήσιμο. Στον φιλόσοφο εξακολουθούν να προσφεύγουν όσοι προβληματίζονται για τη σωτηρία της ψυχής τους και για τα ηθικά θεμέλια της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Τώρα όμως ο φιλόσοφος δείχνει να έχει λύσεις και σε πρακτικά προβλήματα. Είναι ο δάσκαλος της έντεχνης χρήσης του λόγου, της ρητορικής, η οποία παρουσιάζεται ως το κλειδί της επιτυχίας σε ποικίλους τομείς της κοινωνικής ζωής. Για να πείσει κανείς τους συμπολίτες του στην Εκκλησία του Δήμου, για να υπερασπιστεί τον εαυτό του στο δικαστήριο, ακόμη και για να διοικήσει σωστά το νοικοκυριό του και να αναθρέψει τα παιδιά του, χρειάζεται φιλοσοφική παιδεία. Η συστηματική μαθητεία στους φιλοσόφους αρχίζει να λειτουργεί ως μια μορφή ανώτατης εκπαίδευσης στον αρχαίο κόσμο.

Τρίτον, η θεματική της φιλοσοφίας αλλάζει. Το ενδιαφέρον για τη φύση και το σύμπαν σε αυτή τη γενιά των φιλοσόφων παραμερίζεται, και οι φιλόσοφοι στρέφονται αποφασιστικά προς τα πολύπλοκα προβλήματα που δημιουργεί η ζωή του ατόμου μέσα στις πόλεις. Σύμφωνα με την περίφημη ρήση του Κικέρωνα, πρώτος ο Σωκράτης (και οι σοφιστές, θα προσθέταμε εμείς) κατέβασε τη φιλοσοφία από τον ουρανό και την εγκατέστησε στις πόλεις και στα σπίτια των ανθρώπων. Από θεωρία του κόσμου, η φιλοσοφία γίνεται τέχνη του βίου.

Τέταρτον, η φιλοσοφία δείχνει να διεκδικεί μια δική της μέθοδο. Η μέθοδος αυτή δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί ούτε εμφανίζεται με ενιαίο τρόπο στους φιλοσόφους της εποχής. Στοιχεία πάντως της νέας μεθόδου είναι ο διαλογικός τρόπος έκθεσης των φιλοσοφικών προβλημάτων, η διατύπωση αντιθετικών θέσεων σε κάθε ζήτημα, η αναζήτηση ορισμών, η κριτική απόρριψη των δογματικών θέσεων.

Μια φιλοσοφία αθηναϊκή;

Θα προσέξατε τις πολλαπλές αναφορές που κάναμε ήδη στην Αθήνα μιλώντας για τη νέα τροπή που πήρε η φιλοσοφία κατά τον 5ο αιώνα. Πράγματι, είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστούμε τη δράση του Σωκράτη και των σοφιστών έξω από το αθηναϊκό κοινωνικό πλαίσιο. Η εδραίωση αυτής της εικόνας μπορεί εν μέρει να οφείλεται και στο γεγονός ότι αντλούμε τις πληροφορίες για την πνευματική κίνηση αυτής της εποχής από αθηναίους συγγραφείς - τον Αριστοφάνη, τον Πλάτωνα, τον Ξενοφώντα, τον Ισοκράτη, τον Λυσία. Ωστόσο, παρά τη μονομέρεια των πηγών μας, η κυριαρχία της Αθήνας στο πνευματικό προσκήνιο της Ελλάδας δεν αμφισβητείται από κανέναν. Ειδικά η φιλοσοφία, η οποία ως τις αρχές του 5ου αιώνα αναπτυσσόταν στην περιφέρεια του ελληνικού κόσμου, θα εγκατασταθεί έκτοτε μονίμως στην αθηναϊκή επικράτεια.

Οι Περσικοί Πόλεμοι υπήρξαν αναμφίβολα η μεγάλη στιγμή της Αθήνας. Η γενική αναγνώριση του καθοριστικού ρόλου των Αθηναίων στις νίκες του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας και η δημιουργία της Αθηναϊκής Συμμαχίας το 477 π.Χ. άλλαξαν ριζικά τη μοίρα της πόλης. Από σχετικά άσημη επαρχιακή πόλη, όπως ήταν καθ᾽ όλη τη διάρκεια των προηγούμενων αιώνων, η Αθήνα έγινε η πιο ισχυρή, η πιο πλούσια και η πιο μεγάλη πόλη της Ελλάδας. Ακόμη πιο απότομη ήταν η αλλαγή στην πνευματική της ατμόσφαιρα. Ενώ μέχρι τότε η Αθήνα δεν είχε προσφέρει το παραμικρό στην πνευματική ανάπτυξη της Ελλάδας, μέσα σε ελάχιστα χρόνια γίνεται το επίκεντρο μιας καλλιτεχνικής και διανοητικής κοσμογονίας. Ποιητές, καλλιτέχνες και σοφοί από τις αποικίες συρρέουν στην Αθήνα και έρχονται σε επαφή με τη λαμπρή γενιά των αθηναίων ομολόγων τους. Όσα στοιχεία κι αν επικαλεστούμε, δύσκολα μπορούμε να ερμηνεύσουμε την ταχύτητα των εξελίξεων, που φέρνει κατά την ίδια εποχή στην ίδια πόλη τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές και τον Αριστοφάνη, τον Φειδία και τον Πολύκλειτο, τον Θουκυδίδη, τον Αναξαγόρα, τον Πρωταγόρα και τον Σωκράτη.

Στη μεγάλη αίγλη της Αθήνας του Περικλή οφείλεται και η συνάντηση του αθηναίου Σωκράτη με τους προερχόμενους από τις αποικίες σοφιστές. Για τη μορφή ωστόσο που πήρε η φιλοσοφία με τη γενιά αυτή των στοχαστών, μια πλευρά της αθηναϊκής ιστορίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο: η ανάπτυξη της δημοκρατίας.

Κατά τον 7ο και 6ο αιώνα η Αθήνα σπαράσσεται από έντονες εσωτερικές συγκρούσεις. Η αδυναμία της να μετάσχει στον αποικισμό και ο περιορισμός της στο έδαφος της Αττικής οδήγησε σε οικονομική κρίση και όξυνε τις κοινωνικές διαφορές. Για να φτάσουμε στην άμεση και διευρυμένη δημοκρατία του 5ου αιώνα, όπου όλοι πλέον οι αθηναίοι πολίτες μετείχαν στη διακυβέρνηση της πόλης, απαιτήθηκαν οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα (592 π.Χ.), του Κλεισθένη (508 π.Χ.), του Εφιάλτη (462 π.Χ.) και του Περικλή (457-451 π.Χ.). Κοινό χαρακτηριστικό όλων των μεταρρυθμίσεων ήταν η προοδευτική αφαίρεση των προνομίων των πλούσιων γαιοκτημόνων προς όφελος του «δήμου». Η εξουσία περνά από τον αριστοκρατικό Άρειο Πάγο στην Εκκλησία του Δήμου, το κυρίαρχο σώμα της δημοκρατικής πολιτείας, όπου λαμβάνονται οι σημαντικές πολιτικές αποφάσεις με πάνδημη συμμετοχή και με την ισότιμη ψήφο των αθηναίων πολιτών.

Στην Αθήνα η πλήρωση όλων των δημόσιων αξιωμάτων γινόταν με κλήρωση - μόνο οι στρατηγοί εκλέγονταν από την Εκκλησία του Δήμου. Καθώς τα βασικά θεσμικά όργανα της δημοκρατίας ήταν πολυπληθή, ένα πολύ μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της Αθήνας ήταν ανά πάσα στιγμή απασχολημένο με τη διοίκηση της πόλης. Έχει υπολογιστεί ότι πάνω από το ένα τρίτο των αθηναίων πολιτών υπηρετούσαν στα θεσμικά όργανα της πόλης και στον στρατό, χωρίς να λογαριάσουμε τη συνέλευση του Δήμου που συνεδρίαζε τουλάχιστον είκοσι φορές κάθε χρόνο. Επομένως, κάθε Αθηναίος, ανεξάρτητα από την καταγωγή, την περιουσία, τη μόρφωση ή το επάγγελμά του, είχε την ευκαιρία πολλές φορές στη ζωή του να περάσει από τη θέση του βουλευτή, του δικαστή, ακόμη και να κληρωθεί άρχοντας ή πρύτανης της Βουλής. Το ευτύχημα για την Αθήνα ήταν ότι η ολοκλήρωση της δημοκρατίας συνέπεσε χρονικά με την περίοδο της μέγιστης πολιτικής και οικονομικής δύναμης. Δόθηκε έτσι η δυνατότητα στον Περικλή να καθιερώσει «μισθό» για όλα τα δημόσια αξιώματα, επιτρέποντας ακόμη και στον πιο φτωχό Αθηναίο να ασκήσει με αξιοπρέπεια και αφοσίωση τα πολιτικά του καθήκοντα. Ο ρόλος του «πολίτη» γίνεται η πιο σεβαστή ανθρώπινη δραστηριότητα στο εσωτερικό της αθηναϊκής δημοκρατίας.

Η ζωή του μέσου Αθηναίου αλλάζει ριζικά. Η ουσιαστική συμμετοχή στα κοινά της ισχυρότερης ελληνικής πόλης, και μάλιστα στην κρίσιμη περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου, φέρνει τους πολίτες αντιμέτωπους με νέα ερωτήματα. Είναι το δημοκρατικό πολίτευμα καλύτερο από τα ολιγαρχικά πολιτεύματα του παρελθόντος και των άλλων πόλεων; Ποια είναι τα όρια της δημοκρατίας; Ποιοι πρέπει να ψηφίζουν και ποιοι να εκλέγονται; Πώς διασφαλίζεται η ορθότητα των αποφάσεων του Δήμου και η αποτελεσματική άσκηση της εξουσίας; Πώς πρέπει να νομοθετούμε και πότε αλλάζουμε τους ισχύοντες νόμους; Πώς μπορούμε να περιορίσουμε τους εκάστοτε ισχυρούς;

Νέα προβλήματα αντιμετωπίζει όχι μόνο ο πολίτης που καλείται για πρώτη φορά να συμμετάσχει στα κοινά, αλλά και αυτός που χάνει τα προνόμιά του. Για τις παλιές αριστοκρατικές οικογένειες των Αθηναίων, από τις οποίες προερχόταν η συντριπτική πλειονότητα των ιθυνόντων ακόμη και στην εποχή της δημοκρατίας, η πολιτική αποκτά εντελώς νέο νόημα. Η ευγενική καταγωγή και η μεγάλη ιδιοκτησία δεν εξασφαλίζουν πλέον την πρόσβαση στην εξουσία. Για να αποκτήσει κανείς δύναμη στη δημοκρατική Αθήνα, ένας δρόμος μόνο υπάρχει: πρέπει να έχει μαζί του την πλειοψηφία των πολιτών στη Βουλή και στην Εκκλησία του Δήμου. Πρέπει δηλαδή να γνωρίζει πώς να πείθει τους συμπολίτες του για την ορθότητα της άποψής του, και μάλιστα όχι κάθε τέσσερα χρόνια, όπως γίνεται σήμερα, αλλά σε καθημερινή βάση. Στην αθηναϊκή δημοκρατία, στη δημοκρατία των «λόγων», η τέχνη της πειθούς γίνεται η ύψιστη πολιτική αρετή.

Η τέχνη της πειθούς όμως είναι απαιτητική και δεν μαθαίνεται εύκολα. Δεν είναι σαν τις άλλες τέχνες, που περνούν από γενιά σε γενιά με την άσκηση και την εμπειρία. Η οικογένεια, όσο εξέχουσα κι αν είναι, δεν μπορεί να διασφαλίσει μια τέτοια μάθηση, και η πόλη της Αθήνας, όπως όλες οι ελληνικές πόλεις, δεν έχει θεσμούς δημόσιας εκπαίδευσης. Τον ρόλο του δασκάλου της πολιτικής, σε αυτή τη συγκυρία, θα διεκδικήσει ο ρήτορας και ο φιλόσοφος.

Αντιλαμβανόμαστε τώρα γιατί η φιλοσοφία αλλάζει προσανατολισμό κατά τον 5ο αιώνα, και γιατί συνδέει τη μοίρα της με την Αθήνα. Σε ένα περιβάλλον κοσμογονικών πολιτικών μεταβολών θα ήταν παράλογο οι φιλόσοφοι να μείνουν ανεπηρέαστοι. Η ανατροπή της παλαιάς τάξης πραγμάτων δεν αλλάζει απλώς τις κοινωνικές ισορροπίες, δημιουργεί και κρίση αξιών. Τίποτε δεν είναι πλέον δεδομένο όσον αφορά τη θέση του ανθρώπου μέσα στην κοινωνία και την αποδεκτή ηθική συμπεριφορά. Η φιλοσοφία ανακαλύπτει μια νέα ήπειρο γόνιμου προβληματισμού. Και στον φιλόσοφο δίνεται για πρώτη φορά η ευκαιρία να απευθυνθεί σε ένα διευρυμένο ακροατήριο και να διεκδικήσει έναν λειτουργικό ρόλο στο εσωτερικό της δημοκρατικής πολιτείας.

Τι είναι η σοφιστική κίνηση;

Οι σοφιστές δεν αποτελούν φιλοσοφική σχολή, σαν τους Πυθαγορείους ή την πλατωνική Ακαδημία. Δεν πρεσβεύουν ένα κοινό δόγμα, δεν αναφέρονται σε κάποιον αρχηγέτη ή ιδρυτή, δεν έχουν τους ίδιους στόχους, την ίδια πολιτική τοποθέτηση και τους ίδιους αντιπάλους. Το πιο πιθανό είναι ότι οι ίδιοι δεν θα ενέτασσαν καν τους εαυτούς σε ένα ενιαίο ρεύμα.

Η αντιμετώπιση των σοφιστών ως διακριτής ομάδας φιλοσόφων με κοινή ταυτότητα είναι σε μεγάλο βαθμό μια κατασκευή του Πλάτωνα, μια κατασκευή που επιβλήθηκε στους μεταγενέστερους. Στον Πλάτωνα επίσης οφείλεται και η αρνητική χροιά που πήρε η λέξη «σοφιστής», μια σημασία που δεν πρέπει να ήταν καθιερωμένη, αν σκεφτεί κανείς ότι, πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Σωκράτη, ο μαθητής του Αισχίνης (Κατά Τιμάρχου 125, 173, 175) δεν διστάζει να αποκαλέσει τον Σωκράτη και τον Δημοσθένη «σοφιστές». Ο σκοπός του Πλάτωνα είναι σαφής. Θέλει πάση θυσία να αναδείξει τη μοναδικότητα του Σωκράτη. Στα μάτια όμως του μέσου Αθηναίου, όπως φάνηκε και από τις Νεφέλες του Αριστοφάνη, η διαφορά του Σωκράτη από τους σοφιστές δεν ήταν καθόλου εμφανής.

Δυστυχώς όλα σχεδόν τα έργα των σοφιστών έχουν χαθεί. Στην αρνητική εικόνα που μας μεταφέρουν οι πλατωνικοί διάλογοι, λίγες είναι οι αντίθετες μαρτυρίες που μπορούμε να επικαλεστούμε για να φτάσουμε σε μια πιο αντικειμενική αποτίμηση. Συνήθως μάλιστα οι μεταγενέστεροι συγγραφείς αναφέρονται συλλογικά στις θέσεις των σοφιστών, και έτσι είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσει κανείς την ειδική συνεισφορά κάθε εκπροσώπου της σοφιστικής κίνησης. Δεν μας μένει παρά να κάνουμε το ίδιο κι εμείς.

Αν προσπεράσουμε προς στιγμήν τα ίδια τα φιλοσοφικά επιχειρήματα, η πλατωνική πολεμική προβάλλει με έντονα αρνητικό τρόπο δύο γνωρίσματα των σοφιστών. Ο σοφιστής δεν έχει σταθερό τόπο και σπίτι, είναι περιφερόμενος άπατρις. Επιπλέον, διδάσκει έναντι αμοιβής, είναι «έμμισθος θηρευτής νέων και πλουσίων» (Πλάτων, Σοφιστής 231d, 223b). Ο Πλάτων δεν παραποιεί στο σημείο αυτό την αλήθεια. Οι πιο γνωστοί σοφιστές προέρχονται από την περιφέρεια της ελληνικής επικράτειας: ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα της Θράκης, ο Γοργίας από τους Λεοντίνους της Σικελίας, ο Πρόδικος από την Κέα, ο Ιππίας από την Ηλεία, ο Θρασύμαχος από τη Χαλκηδόνα της Προποντίδας. Μόνο ο Αντιφών είναι Αθηναίος. Η δράση των σοφιστών δεν τοποθετείται στις άσημες πατρίδες τους, αλλά στα κέντρα του ελληνισμού, και κυρίως στην Αθήνα. Εκφωνούν επιδεικτικούς λόγους σε πανελλήνιες γιορτές, περιτριγυρίζονται από μαθητές, ζουν από τη διδασκαλία τους, ίσως μάλιστα η απασχόλησή τους αυτή να είναι και ιδιαίτερα επικερδής.

Αν οι κατηγορίες του Πλάτωνα είχαν διατυπωθεί μερικά χρόνια αργότερα, κανείς δεν θα τις έπαιρνε στα σοβαρά. Ο σοφός της ελληνιστικής εποχής αισθάνεται πατρίδα του όλη την οικουμένη. Και θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να πληρώνεται για τη διδασκαλία του, όπως άλλωστε πληρωνόταν ήδη ο Ισοκράτης. Στην εποχή όμως του Σωκράτη και των σοφιστών τα πράγματα είναι διαφορετικά. Για τους Αθηναίους, η ιδιότητα του πολίτη και η συμμετοχή στα κοινά είναι η ύψιστη τιμή. Ένας ξένος ή ένας μέτοικος, όσο πλούσιος και διάσημος κι να ήταν (και υπήρχαν πάρα πολλοί τέτοιοι κατά τον 5ο αιώνα), δεν έπαυε να θεωρείται κατώτερος, αφού τα πλούτη και η φήμη δεν εξασφάλιζαν πολιτικά δικαιώματα. Από την άλλη μεριά, το να διδάσκεις την υψηλή τέχνη της πολιτικής έναντι αμοιβής σε κατέτασσε αυτομάτως στην κατηγορία του «βαναύσου», αφού μόνο οι χειρώνακτες δέχονταν να εμπορευτούν την τέχνη τους. Οι κατηγορίες επομένως του Πλάτωνα θα πρέπει να έπιαναν τόπο, ιδίως μάλιστα όταν προέβαλλε το αντίθετο υπόδειγμα του Σωκράτη, ο οποίος δεν έκρυβε τη φτώχεια του και ήταν τόσο περήφανος για την αθηναϊκή καταγωγή του, ώστε ποτέ στη ζωή του δεν θέλησε να βγει από τα σύνορα της πόλης του.

Τι διδάσκουν όμως οι σοφιστές στην Αθήνα; Πώς προσελκύουν τους μαθητές τους; Όταν ο Σωκράτης θέτει αυτό το ερώτημα στον Πρωταγόρα (στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο), παίρνει την απάντηση ότι το αντικείμενο της διδασκαλίας του είναι η «πολιτική τέχνη», η δυνατότητα να διαμορφώνει κανείς «αγαθούς πολίτες»: «Το μάθημά μου είναι η σωστή αντιμετώπιση των οικείων υποθέσεων (πώς να διοικεί κανείς άριστα το σπίτι του) και των υποθέσεων της πόλης (πώς να γίνει ασυναγώνιστος στην πολιτική πρακτική και στον πολιτικό λόγο)» (Πλάτων, Πρωταγόρας 318e-319a). Όταν η ίδια ερώτηση απευθύνεται στον Γοργία, η απάντηση είναι πιο συγκεκριμένη: ο Γοργίας διδάσκει «την ωραιότερη τέχνη», την τέχνη της ρητορικής. Η ρητορική προσφέρει το σπουδαιότερο αγαθό στον άνθρωπο, γιατί του «εξασφαλίζει την προσωπική του ελευθερία, δίνοντάς του τη δυνατότητα να εξουσιάζει τους άλλους μέσα στην πόλη του». Η εξουσία στη δημοκρατική πόλη στηρίζεται στην πειθώ. Εξουσιάζει, όποιος κατέχει την τέχνη της πειθούς, «όποιος μπορεί να πείσει με τα λόγια τους δικαστές στο δικαστήριο, τους βουλευτές στη Βουλή, τους πολίτες στην Εκκλησία του Δήμου» (Πλάτων, Γοργίας 452d-e).

Θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι οι δύο απαντήσεις είναι διαφορετικές. Ο συνετός Πρωταγόρας διδάσκει την καθαγιασμένη στη Αθήνα πολιτική τέχνη, ενώ ο κυνικός Γοργίας την εξουσία της πειθούς Στην ακραία της εκδοχή η στάση του Γοργία οδηγεί στην ταύτιση της αρετής και της δύναμης, σε αυτό που διακήρυξε ένας άλλος σοφιστής ο Θρασύμαχος, λέγοντας ότι «δίκαιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά το συμφέρον του ισχυρότερου» (Πλάτων, Πολιτεία 338c). Ίσως πάλι η απάντηση του Γοργία να μην είναι τόσο διαφορετική από την απάντηση του Πρωταγόρα. Ο σοφιστής διδάσκει τη σωστή άσκηση της πολιτικής πρακτικής, η οποία εξαρτάται από την ορθή χρήση του πολιτικού λόγου. Σε αυτό συμφωνούν και ο δύο. Ο Γοργίας απλώς προσθέτει ότι η ορθή χρήση του πολιτικού λόγου έχει όνομα: πρόκειται για τη νέα τέχνη της ρητορικής, η οποία ακριβώς ορίζεται ως «δημιουργός πειθούς». Ο Πλάτων, που αναπλάθει την όλη συζήτηση, μας αφήνει να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα.

Για κάποια λοιπόν πράγματα είμαστε σίγουροι. Οι σοφιστές φιλοδοξούν να καλύψουν ένα κενό στην εκπαίδευση των πολιτών, ένα κενό που προέκυψε από την ταχύτατη επικράτηση των δημοκρατικών θεσμών. Η ειδικότητά τους είναι η γνώση της πολιτικής τέχνης. Ισχυρίζονται ότι με τη διδασκαλία της πολιτικής τέχνης κάνουν τους ανθρώπους καλύτερους - συνδέουν επομένως την αρετή με την πολιτική. Και διαβλέπουν την άμεση σχέση της πολιτικής αποτελεσματικότητας με την έντεχνη χρήση του λόγου.

Από εδώ και πέρα αρχίζουν οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των σοφιστών. Άλλοι επικεντρώθηκαν στην ανάλυση των κοινωνικών θεσμών και του πολιτισμού, όπως ο Πρωταγόρας και ο Αντιφών, και έφεραν στο προσκήνιο την αντίθεση «φύσης» και «νόμου» - οι σταθερές καταβολές του είδους ή οι κοινωνικές συμβάσεις είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης συμπεριφοράς; Το πρόβλημα της αντικειμενικής γνώσης και της αλήθειας απασχόλησε τον Πρωταγόρα και τον Γοργία. Ο Πρόδικος ήταν ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε για τα γλωσσικά ζητήματα, ενώ ο Γοργίας θεωρείται ο θεμελιωτής της ρητορικής. Ο Ιππίας ίσως αποτελεί σύνδεσμο της σοφιστικής με την παλαιότερη προσωκρατική φιλοσοφία, αφού επιμένει στη διδασκαλία των μαθηματικών και της αστρονομίας. Και μόνο η αναφορά στα παραπάνω προβλήματα αρκεί για να αντιληφθεί κανείς τη συμβολή των σοφιστών στον μετασχηματισμό της φιλοσοφίας κατά τον 5ο αιώνα.

Μπορεί να διδαχθεί η αρετή;

Διδάσκοντας την πολιτική τέχνη, οι σοφιστές ισχυρίζονται ότι διδάσκουν την αρετή: δηλώνουν ότι γνωρίζουν πώς να διαμορφώσουν καλύτερους και ικανότερους πολίτες. Η αξίωση αυτή δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο. Κανείς ως τότε δεν είχε διεκδικήσει τον ρόλο του δασκάλου της αρετής. Δικαιολογημένα λοιπόν προκλήθηκε έντονη αντίδραση. Πολλοί θεώρησαν ότι η αρετή δεν είναι κάτι που διδάσκεται, αλλά κάτι που κληρονομείται ή δίνεται από τη φύση. Άλλοι πάλι, όπως ο Σωκράτης και ο Πλάτων, δεν αμφισβήτησαν ότι η αρετή είναι μια μορφή γνώσης, αλλά θέλησαν να δείξουν ότι οι σοφιστές είναι ανίκανοι να διδάξουν αυτή τη γνώση. Το βέβαιο είναι ότι η έννοια της αρετής βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο της φιλοσοφικής διαμάχης.

Τι είναι όμως η αρετή; Για τους παλαιότερους Έλληνες η αρετή συνδεόταν με την τιμή και την αναγνώριση, δεν ήταν όμως κάτι το ενιαίο. Η αρετή του πολεμιστή αναγόταν στη γενναιότητά του και η αρετή του τεχνίτη στη σωστή εκτέλεση της τέχνης του. Ακόμη και ένα άλογο μπορούσε να έχει τη δική του αρετή. Στο πολιτικό επίπεδο, η αρετή προσιδίαζε μόνο σε αυτούς που είχαν πρόσβαση στην εξουσία, στους γόνους των αριστοκρατικών οικογενειών, οι οποίοι είχαν αφομοιώσει ένα σύνολο σταθερών αξιών, όπως η ανδρεία στη μάχη, η αφιλοκέρδεια, η ηπιότητα προς τους φίλους και η αυστηρότητα προς τους εχθρούς - αυτοί ονομάζονταν καλοὶ κἀγαθοί. Ο όχλος δεν μπορούσε εξ ορισμού να είναι ενάρετος.

Όταν οι σοφιστές κάνουν λόγο για αρετή, έχουν στον νου τους ένα νέο παιδευτικό ιδεώδες καθολικής ισχύος. Στη δημοκρατική Αθήνα ενάρετος είναι ο εκπαιδευμένος πολίτης, αυτός που αποδεικνύει την αξιοσύνη του με την αποτελεσματική συμμετοχή του στα κοινά. Η ανάδειξη στον στίβο της πολιτικής δεν εξαρτάται από τις κληρονομημένες αξίες της αριστοκρατικής παράδοσης, αλλά από νέες δεξιότητες και γνώσεις - από τη ρητορική, νομική και ιστορική κατάρτιση του πολίτη. Οι σοφιστές ισχυρίζονται ότι αυτή η κατάρτιση είναι κάτι που διδάσκεται: η πολιτική αρετή είναι διδακτή.

Η νέα αντίληψη της αρετής ήταν απόλυτα εναρμονισμένη με την «ισονομία», η οποία είχε ήδη επιβληθεί στη δημοκρατική πολιτεία. Στο φιλοσοφικό ωστόσο επίπεδο σήμαινε κάτι περισσότερο, κάτι το επαναστατικό: σήμαινε ότι όλοι οι άνθρωποι ξεκινούν στη ζωή τους από την ίδια αφετηρία, ότι είναι εκ φύσεως ίσοι. Όταν ο Σωκράτης προκαλεί τον Πρωταγόρα να αποδείξει ότι η αρετή είναι διδακτή, ο μεγάλος σοφιστής απαντά με έναν μύθο. Το ανθρώπινο γένος θα ήταν αδύνατο να επιβιώσει, αν ο Προμηθέας δεν το είχε εξοπλίσει με τη φωτιά και τις τέχνες. Με τα εφόδια αυτά οι άνθρωποι κατάφεραν ως έναν βαθμό να αντισταθούν στην επιθετικότητα των άλλων ζώων, επινόησαν τη θρησκεία και τη γλώσσα, απέκτησαν κάποια βασικά αγαθά και ειδικές τεχνικές δεξιότητες. Τους έλειπε όμως ακόμη η πολιτική τέχνη, και έτσι ήταν ανίκανοι να ζήσουν συλλογικά. Τότε ο Δίας αποφάσισε να τους βοηθήσει και τους χάρισε την Αιδώ και τη Δίκη (δηλαδή, τον σεβασμό προς τον άλλο και τη δικαιοσύνη), «για να οργανώσουν αρμονικές πολιτείες και να αναπτύξουν μεταξύ τους δεσμούς φιλίας». Με την Αιδώ και τη Δίκη εξοπλίστηκαν όλοι οι άνθρωποι, γιατί, κατά τον Δία, η πολιτική δεν είναι σαν τις άλλες τέχνες, που μόνο λίγοι τις κατέχουν. Ο νόμος που επέβαλε ο Δίας στους ανθρώπους ήταν «ότι όποιος δεν θα μετείχε στην Αιδώ και στη Δίκη, θα έπρεπε να εκτελείται, γιατί αυτός είναι η αρρώστια της πόλης» (Πλάτων, Πρωταγόρας 322d).

Όλοι λοιπόν οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους προικισμένοι με τα σπέρματα της πολιτικής αρετής, και, επομένως, δικαιούνται να συμμετέχουν ισότιμα στα κοινά. Αν τώρα φροντίσουν αυτή την καλή πλευρά του εαυτού τους με την άσκηση και τη διδασκαλία, θα διακριθούν στην πολιτική πρακτική. Ο σοφιστής εμφανίζεται ακριβώς ως ο κατάλληλος μεσάζων, αυτός που έχει τη δυνατότητα να αναδείξει και να καλλιεργήσει την έμφυτη αρετή του πολίτη.

Γλώσσα και αλήθεια

Δεν γνωρίζουμε ακριβώς τον τρόπο διδασκαλίας των σοφιστών. Οργανωμένες σχολές μάλλον δεν ίδρυσαν - οι πρώτες φιλοσοφικές σχολές είναι αυτές του Πλάτωνα και του Ισοκράτη στις αρχές του 4ου αιώνα. Το πιο πιθανό είναι ότι παρέδιδαν ιδιαίτερα μαθήματα σε εύπορους νέους. Ο Αριστοτέλης μάς αναφέρει ότι ζητούσαν από τους μαθητές τους να αποστηθίσουν γραπτούς λόγους οι οποίοι ήταν συνθεμένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να αναδεικνύεται η ορθή χρήση των επιχειρημάτων και η πειστικότητα (Αριστοτέλης, Σοφιστικοί έλεγχοι 183b36 κ.ε.). Ένα θαυμάσιο δείγμα τέτοιου λόγου, που έχει διασωθεί, είναι το Ελένης Εγκώμιον του Γοργία. Στο κείμενο αυτό ο Γοργίας επιχειρεί με δεξιοτεχνία να ανατρέψει την κοινώς αποδεκτή άποψη ότι η Ωραία Ελένη ευθύνεται για τον Τρωικό Πόλεμο, δείχνοντας ότι η Ελένη εξαναγκάστηκε από υπέρτερες δυνάμεις να ακολουθήσει τον Πάρη στην Τροία (είτε από τον άλογο έρωτα, είτε από τη θεϊκή βούληση, είτε από την «επίδραση της πειθούς των λόγων που έχει την ίδια δύναμη με τον εξαναγκασμό» [§ 12]). Ο Γοργίας δεν διστάζει να κλείσει τον λόγο του χαρακτηρίζοντας τον «παιχνίδι», δείχνοντας ότι δεν τον ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση η αλήθεια, αλλά η σωστή διάρθρωση των δυνατών επιχειρημάτων.

Το κείμενο του Γοργία φέρνει στον νου τη διαμάχη του Δίκαιου και του Άδικου Λόγου στις Νεφέλες του Αριστοφάνη. Οι σοφιστές υπερηφανεύονταν ότι σε κάθε ζήτημα ήταν ικανοί να «κάνουν το ανίσχυρο επιχείρημα ισχυρό» (τὸν ἥττω λόγον κρείττω ποιεῖν· Αριστοτέλης, Ρητορική1402a23). Δεν εννοούσαν προφανώς ότι σκοπός τους ήταν η συνειδητή επιδίωξη της αδικίας. Ήθελαν να δείξουν ότι υπάρχει πάντοτε τρόπος να υποστηριχθεί εξίσου καλά μια θέση και η αντίθετή της. Αυτό το περιεχόμενο θα πρέπει να είχαν και ορισμένα συγγράμματα με τίτλο Αντιλογίες ή Δισσοί Λόγοι, που αποδίδονται σε σοφιστές. Μια σημαντική διάσταση της σοφιστικής διδασκαλίας ήταν η εξάσκηση των μαθητών στη «διαλεκτική», στην τεχνική δηλαδή συζήτηση κάθε θέσης με την κατάλληλη διατύπωση ερωτήσεων και απαντήσεων. Είναι προφανές ότι μια τέτοια δεξιότητα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη στα αθηναϊκά δικαστήρια και στην αγορά. Ταυτοχρόνως όμως η διαλεκτική αποτέλεσε και τη νέα μέθοδο της φιλοσοφίας, μια μέθοδο που διεκδικείται τόσο από τους σοφιστές όσο και από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα.

Η σημασία που αποκτούν κατά τον 5ο αιώνα η ρητορική και η διαλεκτική δημιουργεί ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα γλωσσικά ζητήματα. Αναφέρεται ότι ο Πρωταγόρας καλλιέργησε την «ορθοέπεια», την ορθή δηλαδή χρήση των γλωσσικών τύπων. Στην «ορθοέπεια» του Πρωταγόρα θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την πρώτη προσπάθεια διατύπωσης γραμματικών και συντακτικών κανόνων της γλώσσας, σε μια περίοδο όπου η γραπτή έκφραση της γλώσσας κερδίζει συνεχώς έδαφος. Την ίδια εποχή ο Πρόδικος επιχείρησε τις πρώτες αναζητήσεις στην ετυμολογία των λέξεων, ένα πεδίο που θα απασχολήσει ιδιαίτερα και τον Πλάτωνα. Η ιστορία των λέξεων, η ελληνική ή η ξενική καταγωγή τους, η ανάλυση σε συλλαβές και γράμματα, οδηγούν στο κρίσιμο πρόβλημα της σχέσης γλώσσας και πραγματικότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αρχαιοελληνική λέξη στοιχεῖον, που στη φιλοσοφική ορολογία παραπέμπει στα πρωταρχικά συστατικά των όντων, αρχικά σήμαινε τα γράμματα του αλφαβήτου. Τι ισχύει λοιπόν; Η γλώσσα αντανακλά πιστά την πραγματικότητα ή έχει τη δική της αυτονομία;

Από τους προηγούμενους φιλοσόφους μόνο ο Παρμενίδης έθεσε εμμέσως ένα τέτοιο ερώτημα, όταν υποστήριξε ότι η σκέψη και η γλώσσα μάς δίνουν πολύ μεγαλύτερη βεβαιότητα από την εμπειρία. Ο Γοργίας θα υιοθετήσει τη συλλογιστική του Παρμενίδη, αποσυνδέοντας πλήρως τη γλώσσα από την εμπειρική πραγματικότητα.

Το μέσο με το οποίο πληροφορούμε τους άλλους για τα πράγματα είναι ο λόγος, και ο λόγος δεν είναι τα όντα που έχουμε μπροστά μας. Δεν παρουσιάζουμε επομένως στους διπλανούς μας τα όντα, αλλά κάποιο λόγο. […] Κι όπως το ορατό δεν θα μπορούσε να συλληφθεί με την ακοή, έτσι και το ον, που βρίσκεται έξω από εμάς, δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος δικός μας.

Γοργίας, Περί του μη όντος
(Σέξτος Εμπειρικός, Προς μαθηματικούς 7.84)

Επικοινωνούμε με τους άλλους ανθρώπους με τον λόγο, και η επικοινωνία μας αυτή είναι ικανοποιητική. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι μεταφέρουμε με τον λόγο κάποιες αντικειμενικές αλήθειες για τα πράγματα. Η ανθρώπινη εμπειρία είναι αναπόφευκτα υποκειμενική - αυτό αντιλαμβάνεται ο Πρωταγόρας, όταν διατυπώνει το περίφημο πάντων χρημάτων μέτρον ἐστὶν ἄνθρωπος. Η προσωπική μου εμπειρία στηρίζεται στα δεδομένα των δικών μου αισθήσεων, και είναι εξίσου αληθινή με την εμπειρία κάθε άλλου ανθρώπου. Δεν μπορώ να αποδείξω την αντικειμενική της αλήθεια, μπορώ όμως να αντλήσω τα συμπεράσματά μου από αυτήν και να τα κοινοποιήσω με τον καλύτερο τρόπο στους συνομιλητές μου. Ο ανθρώπινος λόγος κρίνεται όχι ως προς την αλήθεια του αλλά ως προς την εσωτερική του συνέπεια και την πειστικότητα.

Μέτρο για όλα τα πράγματα είναι ο άνθρωπος: για όσα υπάρχουν ότι υπάρχουν, και για όσα δεν υπάρχουν ότι δεν υπάρχουν.

Πρωταγόρας, απόσπ. 1

Η φύση των θεσμών

Η πεποίθηση ότι δεν είναι προσιτή η γνώση της αληθινής ουσίας των πραγμάτων ονομάζεται στη φιλοσοφία «αγνωστικισμός». Οι σοφιστές επέδειξαν αγνωστικιστική στάση υποβάλλοντας σε κριτική τους καθιερωμένους κοινωνικούς θεσμούς. Ο Πρωταγόρας προκάλεσε το κοινό αίσθημα όταν είχε την τόλμη να υποστηρίξει: «Για τους θεούς, δεν μπορώ να γνωρίζω τίποτε: ούτε ότι υπάρχουν, ούτε ότι δεν υπάρχουν, ούτε τι είδους μορφή έχουν. Πολλά είναι αυτά που μας εμποδίζουν να γνωρίζουμε - τόσο το άδηλο του ζητήματος όσο και η συντομία της ανθρώπινης ζωής» (απόσπ. 4). Η θρησκεία ριζώνει στην τάση των ανθρώπων να αποδεχτούν την ύπαρξη μιας δύναμης η οποία τους υπερβαίνει. Η ανθρώπινη πίστη όμως δεν πρέπει να συγχέεται με τη γνώση. Λέγεται μάλιστα ότι ο Κριτίας, μαθητής του Σωκράτη και ένας από τους Τριάκοντα τυράννους, ξεκινώντας από την κριτική του Πρωταγόρα στη θρησκεία, έφτασε στη ρηξικέλευθη θέση ότι οι θεοί είναι επινόηση των κυβερνώντων για να εξουσιάζουν τους υπηκόους τους.

Μια τόσο ανατρεπτική στάση, σαν αυτή του Κριτία, δεν θα πρέπει να βρήκε πολλούς μιμητές. Ακόμη και στη δημοκρατική Αθήνα η πλειονότητα των πολιτών παρέμενε συντηρητική στα ζητήματα της θρησκευτικής πρακτικής. Η κατηγορία της ασέβειας θα διατυπωθεί αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα, με στόχο ορισμένα από τα πιο γνωστά πρόσωπα της εποχής - τον Σωκράτη, βέβαια, αλλά και πριν από αυτόν τον Αναξαγόρα, τον Πρωταγόρα, αλλά και τον Περικλή, τον Φειδία, τον Αλκιβιάδη. Αντιθέτως, απόλυτη υπήρξε η ελευθερία της έκφρασης όσον αφορά την κριτική των θεμελίων του πολιτεύματος και της ηθικής συμπεριφοράς.

Στην Αθήνα της έντονης πολιτικής σύγκρουσης και των μεγάλων πολιτειακών ανατροπών δεν είναι πια εύκολο να υποστηρίξει κανείς τη θεϊκή καταγωγή του πολιτεύματος και των νόμων. Τα πολιτεύματα και οι νόμοι αλλάζουν ανάλογα με τη βούληση των ανθρώπων, και είναι φυσικό στην ίδια πόλη να συνυπάρχουν υποστηρικτές και πολέμιοι της αθηναϊκής δημοκρατίας, της ολιγαρχίας των Σπαρτιατών, ακόμη και της βασιλείας των Περσών. Διαμορφώνεται λοιπόν βαθμιαία η κοινή πεποίθηση ότι η κοινωνία θεμελιώνεται σε μια μορφή συμβολαίου, σε μια συμφωνία των ανθρώπων που αποφασίζουν να ζήσουν μαζί. Η νομοθεσία είναι προϊόν συναλλαγής και συμβιβασμού αντίθετων συμφερόντων. Είναι ουσιαστικά ανθρώπινο δημιούργημα και, ως ανθρώπινο, εξ ορισμού μεταβλητό - μια θέση εντελώς αντίθετη προς το παλαιότερο αριστοκρατικό ιδεώδες της σταθερότητας.

Η αναγνώριση της συμβατικής φύσης των νόμων θέτει το άτομο μπροστά σε νέα κρίσιμα διλήμματα. Δύο από αυτά θα αποδειχθούν καθοριστικά για τη μεταγενέστερη φιλοσοφική σκέψη. Πρώτο δίλημμα: αν οι νόμοι είναι προϊόντα συμβιβασμού, το άτομο θα πρέπει να υπακούει σε αυτούς ή έχει δικαίωμα να τους παραβαίνει; Δεύτερο δίλημμα: ό,τι χαρακτηρίζει την κοινωνία, χαρακτηρίζει και το άτομο; Είναι και η συγκρότηση του ατόμου προϊόν κοινωνικών συμβιβασμών, ή μήπως υπάρχει μια βαθύτερη, σταθερή φύση του ατόμου, η οποία καθορίζει την ηθική του συμπεριφορά;

Ο προβληματισμός αυτός είναι διάχυτος στη σοφιστική κίνηση. Οι απαντήσεις όμως ποικίλλουν. Ο Πρωταγόρας υποστηρίζει ότι όπως δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, έτσι δεν υπάρχει και απόλυτη έννοια δικαιοσύνης και ηθικότητας. Δίκαιο και ηθικό είναι αυτό που αποδέχεται κάθε φορά η κοινωνία ως σύνολο. Τόσο οι νόμοι όσο και οι αξίες διαμορφώνονται από τους ανθρώπους και αλλάζουν από τους ανθρώπους, η ίδια όμως η ύπαρξη της κοινωνίας επιβάλλει τον σεβασμό τους. Η υπακοή στους νόμους θεωρείται απαράβατο καθήκον του πολίτη, είναι το συνεκτικό στοιχείο των ανθρώπινων κοινωνιών. Η απόφαση του Σωκράτη να πιει το κώνειο θα εύρισκε απολύτως σύμφωνο τον Πρωταγόρα. Άλλοι όμως σοφιστές ίσως να μη συμφωνούσαν. Ο Θρασύμαχος, για παράδειγμα, ταύτιζε το δίκαιο όχι με το συμφέρον του συνόλου των πολιτών αλλά με το συμφέρον του ισχυρότερου. Γιατί λοιπόν θα έπρεπε να συμβιβαστεί κανείς με έναν νόμο ή με μια θεσμική απόφαση, που θεωρούσε καταφανώς άδικη; Ο Ιππίας πάλι και ο Αντιφών θα προέβαλλαν άλλη αντίρρηση. Κατά τη δική τους γνώμη, η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν μπορεί να καθορίζεται πλήρως από τις κοινωνικές συμβάσεις. Υπεράνω των νόμων και των θεσμών τοποθετούνται κάποιοι ηθικοί κανόνες, που προσιδιάζουν στην ίδια τη φύση του ανθρώπου, όπως η φιλία, η ομόνοια, ο σεβασμός στους γονείς. Αυτούς τους κανόνες πρέπει κατά κύριο λόγο να ακολουθεί το άτομο, αφού μόνο «οι επιταγές της φύσης είναι αναγκαίες, ενώ οι επιταγές του νόμου είναι αυθαίρετες και συμβατικές» (Αντιφών, απόσπ. 44). Αν λοιπόν ο Σωκράτης θεωρούσε την κατηγορία εναντίον του προϊόν διαβολής, δεν έπρεπε να υπακούσει στην απόφαση του δικαστηρίου - κατά τον Ιππία (απόσπ. 17), οι νόμοι κακώς δεν έχουν προβλέψει κάποια κύρωση για όσους διαβάλλουν τους άλλους, μολονότι η διαβολή είναι φοβερό αδίκημα (δεινόν ἐστιν ἡ διαβολία).

Ο Σωκράτης απέναντι στους σοφιστές

Μιλώντας για τη φιλοσοφία του 5ου αιώνα, δεν κάναμε ως τώρα καμιά προσπάθεια να διαχωρίσουμε τον Σωκράτη από τους σοφιστές. Όσα αναφέραμε για την πνευματική ατμόσφαιρα της εποχής, για τις νέες ανάγκες και τα νέα ερωτήματα που έφερε στο προσκήνιο η επικράτηση της αθηναϊκής δημοκρατίας, αποτελούν στοιχεία για την ερμηνεία τόσο της σοφιστικής κίνησης όσο και της φιλοσοφίας του Σωκράτη. Ο Σωκράτης αναμφίβολα ανήκει στο ίδιο διανοητικό ρεύμα με τους σοφιστές. Είδαμε ότι για τον Αριστοφάνη ο Σωκράτης είναι κι αυτός ένας σοφιστής. Τι συμπέρασμα θα μπορούσε άλλωστε να βγάλει ο μέσος Αθηναίος που θα έβλεπε τον Σωκράτη να κινείται στους ίδιους κύκλους με τους σοφιστές, να συζητά τα ίδια προβλήματα, να χρησιμοποιεί την ίδια εκκεντρική φιλοσοφική διάλεκτο;

Και όμως η ταύτιση αυτή φαντάζει σήμερα παράδοξη. Ο Σωκράτης έχει καταγραφεί στη συνείδησή μας ως ο βασικός αντίπαλος των σοφιστών: είναι αυτός που με τη ζωή του, τη φιλοσοφική του στάση και, κυρίως, με τον υποδειγματικό του θάνατο αντιτάχθηκε έμπρακτα στον αμοραλισμό των σοφιστών. Στη μυθολογία της φιλοσοφίας ο Σωκράτης είναι ένας από τους κεντρικούς ήρωες, ενώ οι σοφιστές είναι αρνητικές φιγούρες. Κανένας άλλος φιλόσοφος δεν έχει εμπνεύσει περισσότερο τους επιγόνους του, κανένας άλλος δεν συνέβαλε τόσο αποφασιστικά στην ανύψωση του κύρους της φιλοσοφίας.

Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να ξεγελάστηκε τόσο πολύ ο Αριστοφάνης, και να μην αντιλήφθηκε την ιδιαιτερότητα του Σωκράτη; Ίσως όμως αυτό να μην είναι και τόσο περίεργο - στο στόχαστρο της σάτιρας βρέθηκαν πολλοί διάσημοι Αθηναίοι, δίκαιοι και άδικοι. Το σημαντικό είναι ότι έπεσε έξω και ο ίδιος ο αθηναϊκός Δήμος, όταν έφτασε στο σημείο να τον καταδικάσει σε θάνατο για τις απόψεις του. Χωρίς αμφιβολία, η καταδίκη του Σωκράτη αποτελεί μία από τις χειρότερες στιγμές της αθηναϊκής δημοκρατίας. Είναι ωστόσο αδιάψευστος μάρτυρας ότι η καθαγιασμένη εικόνα του Σωκράτη δεν ήταν καθόλου δεδομένη στο τέλος του 5ου αιώνα. Για τους συγχρόνους του ο Σωκράτης υπήρξε ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο.

Η εξιδανίκευση του Σωκράτη, η οικοδόμηση του μύθου του, έγινε μετά τον θάνατό του από την πρώτη γενιά των αφοσιωμένων μαθητών του. Ο Σωκράτης ήταν ο εμπνευστής όλων των φιλοσοφικών σχολών που δημιουργήθηκαν στις αρχές του 4ου αιώνα: των Κυνικών, των Κυρηναϊκών, των Μεγαρικών, της πλατωνικής Ακαδημίας. Ενώ ο ίδιος ο Σωκράτης δεν έγραψε τίποτε, οι μαθητές του συνέθεσαν την εκτεταμένη «σωκρατική» γραμματεία, μια πληθώρα δηλαδή διαλογικών κειμένων με πρωταγωνιστή τον Σωκράτη. Ορισμένα από τα «σωκρατικά» κείμενα ήταν λογοτεχνικά και φιλοσοφικά αριστουργήματα, διαβάστηκαν με πάθος και αφοσίωση από γενιές ολόκληρες αναγνωστών και άσκησαν βαθιά επίδραση στη μεταγενέστερη σκέψη - οι πλατωνικοί διάλογοι είναι το υψηλότερο επίτευγμα αυτής της γραμματείας. Από εδώ αντλούμε τη μορφή του Σωκράτη, με την οποία έχουμε και εμείς εξοικειωθεί. Η μορφή αυτή είναι τόσο υποβλητική, ώστε εύκολα ξεχνούμε ότι ο Σωκράτης του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα δεν είναι ένα ιστορικό πρόσωπο αλλά ένα λογοτεχνικό προσωπείο.

Πρωταρχικός στόχος των σωκρατικών διαλόγων ήταν η αποκατάσταση της μνήμης του δασκάλου. Θα έπρεπε λοιπόν, μέσα από τα κείμενα αυτά, να καταδειχθεί πόσο αβάσιμες και άδικες ήταν οι κατηγορίες εναντίον του, πόσο ο αληθινός Σωκράτης διέφερε από τον «διαφθορέα των νέων» και τον «εισηγητή καινών δαιμονίων» τον οποίο οι Αθηναίοι καταδίκασαν. Για να αποκατασταθεί ο Σωκράτης έπρεπε κυρίως να φανεί η ριζική διαφορά του από τους σοφιστές. Ο πραγματικός κίνδυνος για την Αθήνα και τις αξίες της δεν προερχόταν από τον ολιγαρκή, νομοταγή, αλλόκοτο και ειρωνικό Σωκράτη, από τον Σωκράτη που διακήρυσσε σε κάθε ευκαιρία την άγνοιά του, αλλά από τους επηρμένους, παντογνώστες και τυχοδιώκτες σοφιστές.

Το «σωκρατικό πρόβλημα»

Ο Σωκράτης είναι η ίδια η ενσάρκωση της φιλοσοφίας, ο πιο γνωστός φιλόσοφος όλων των εποχών. Η αλήθεια όμως είναι ότι για τον πιο γνωστό φιλόσοφο γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα. Ο ίδιος ο Σωκράτης δεν έγραψε τίποτε - και δεν ξέρουμε ούτε καν γιατί αποφάσισε να μη γράψει. Τη φιλοσοφία του πρέπει επομένως να τη μάθουμε από δεύτερο ή από τρίτο χέρι. Κανένας όμως από τη γενιά του Σωκράτη ή την επόμενη γενιά δεν μας έχει δώσει σαφείς πληροφορίες για τις φιλοσοφικές του απόψεις, γράφοντας ως ιστορικός ή ως φιλόσοφος. Το ίδιο ισχύει και για τα γεγονότα της ζωής του. Μόνο για τη δίκη και τον θάνατό του έχουμε αρκετά στοιχεία. Πρέπει να φτάσουμε στον Αριστοτέλη, ο οποίος γεννήθηκε αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο του Σωκράτη, για να συλλέξουμε κάποιες λακωνικές πληροφορίες για τη φιλοσοφία του.

Κανένας λοιπόν αρχαίος συγγραφέας που γνώρισε τον Σωκράτη δεν τον αντιμετώπισε ως ιστορικό πρόσωπο. Κανείς δεν μας εξέθεσε τη ζωή και τη φιλοσοφία του, κανείς δεν αντιδίκησε ευθέως μαζί του. Όσοι γνώρισαν τον Σωκράτη και θέλησαν να γράψουν για αυτόν το έκαναν μέσω της λογοτεχνίας. Ο Σωκράτης που όλοι γνωρίζουμε είναι ένα θεατρικό πρόσωπο. Είναι η κωμική καρικατούρα του σοφιστή στις Νεφέλες και η ηρωική μορφή του φιλοσόφου στους πλατωνικούς διάλογους. Ο πραγματικός Σωκράτης μένει πάντοτε κρυμμένος πίσω από μια μάσκα.

Εδώ εντοπίζεται και το λεγόμενο «σωκρατικό πρόβλημα»: πώς να ξεχωρίσει κανείς τον ιστορικό Σωκράτη από τον Σωκράτη της λογοτεχνίας, και ιδίως από τον Σωκράτη των πλατωνικών διαλόγων; Από τη στιγμή ωστόσο που συνειδητοποιούμε ότι στον πλούτο των λογοτεχνικών μαρτυριών δεν έχουμε να αντιπαραθέσουμε ιστορικά στοιχεία, αντιλαμβανόμαστε ότι το σωκρατικό πρόβλημα είναι καταδικασμένο να μείνει άλυτο. Ο πλατωνικός Σωκράτης, ως αυτόνομη υπόσταση, θα συνεχίσει πάντοτε να αποτελεί πηγή έμπνευσης και θαυμασμού. Όσο για τον ιστορικό Σωκράτη, είναι τόσο λίγα τα πράγματα που μπορούμε να πούμε για αυτόν, ώστε δεν αρκούν ούτε για να σκιαγραφήσουν ένα απλό πορτρέτο.

Ήταν αθηναίος πολίτης. Έζησε από το 470 ως το 399 π.Χ. Θα πρέπει να ήταν μάλλον φτωχός, αλλά όχι υπερβολικά, αφού δεν χρειάστηκε ποτέ να ασκήσει κάποιο βιοποριστικό επάγγελμα. Έζησε όλη του τη ζωή στην Αθήνα. Στον στενό φιλικό του κύκλο ανήκαν ορισμένα από τα πολύ γνωστά ονόματα της αθηναϊκής αριστοκρατίας, όπως ο Αλκιβιάδης, ο Χαρμίδης και ο Κριτίας. Δεν συμμετείχε ενεργά στα κοινά, αλλά δεν αρνήθηκε τις υπηρεσίες του όποτε κλήθηκε στα όπλα ή όποτε κληρώθηκε σε κάποιο δημόσιο αξίωμα. Ως πρύτανης της Βουλής αντιτάχθηκε στην απόφαση του δήμου να εκτελέσει τους νικητές στρατηγούς της ναυμαχίας των Αργινουσών. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας και την πτώση των Τριάκοντα, οδηγήθηκε σε δίκη με δύο κατηγορίες: (α) ότι δεν αναγνωρίζει τους θεούς του κράτους και εισάγει νέες θεότητες· (β) ότι διαφθείρει τη νεολαία. Καταδικάστηκε κατά πλειοψηφία σε θάνατο και προτίμησε να πάρει το κώνειο παρά να δραπετεύσει.

Δεν γνωρίζουμε πώς στράφηκε στη φιλοσοφία. Κατά πάσα πιθανότητα, ήταν αυτοδίδακτος. Δεν έγραψε τίποτε, δεν δίδαξε συστηματικά ούτε ίδρυσε σχολή. Πολλοί ωστόσο ήταν αυτοί που θεωρούσαν τον εαυτό τους μαθητή του Σωκράτη. Για το θετικό περιεχόμενο της φιλοσοφίας του δεν έχουμε στοιχεία. Γνωρίζουμε όμως το περίγραμμά της. Έθεσε στο κέντρο της φιλοσοφικής αναζήτησης τον άνθρωπο και ενδιαφέρθηκε αποκλειστικά για ηθικά και πολιτικά ζητήματα. Θεώρησε ηθικό καθήκον την αυτογνωσία και τη μέριμνα για την ψυχή. Ο ίδιος δήλωνε ότι δεν γνωρίζει τίποτε με βεβαιότητα, είχε όμως τη δυνατότητα να ελέγχει τις θέσεις των άλλων. Η φιλοσοφική μέθοδος που εφάρμοσε ήταν μια μορφή διαλεκτικής, που στηριζόταν στη διατύπωση γενικών θέσεων και στην προσπάθεια απόρριψής τους μέσω ερωτήσεων και απαντήσεων.

Αυτά είναι όλα όσα ξέρουμε για τον Σωκράτη. Είναι προφανές ότι από τα στοιχεία αυτά δεν προκύπτει γιατί ο Σωκράτης είναι σημαντικός φιλόσοφος ούτε γιατί άσκησε τόσο μεγάλη επίδραση σε όσους ήρθαν σε επαφή μαζί του. Δεν μπορούμε επίσης να προσδιορίσουμε τι ήταν αυτό που τον έκανε τόσο διάσημο στην εποχή του, ώστε να αποτελεί αντικείμενο δημόσιας σάτιρας. Και το κυριότερο: παραμένει ανεξήγητη η πηγή του «σωκρατικού προβλήματος». Γιατί απέφυγαν όλοι, φίλοι και εχθροί, να μιλήσουν για τον Σωκράτη ευθέως; Γιατί όλοι προτίμησαν τη λογοτεχνική μετάπλαση;

Ένας φιλόσοφος όμως δεν μπορεί να γίνει γοητευτικό λογοτεχνικό πρόσωπο, παρά μόνο αν η ζωή του προκαλεί περισσότερο ενδιαφέρον από τις θεωρίες του. «Είναι εκπληκτικό, αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν μοιάζει με κανέναν, ούτε από τους παλαιότερους ούτε από τους τωρινούς», λέει ο Αλκιβιάδης στο πλατωνικό Συμπόσιο. «Όσο κι αν ψάξεις δεν θα βρεις κανέναν σαν κι αυτόν· τόσο αλλόκοτος (ἄτοπος) είναι και ο ίδιος και οι λόγοι του» (Συμπόσιον 221cd). Περιφρονεί το χρήμα, τις τιμές και τα ακριβά ρούχα και προτιμά να κυκλοφορεί ξυπόλητος· έχει απίστευτη αντοχή στις κακουχίες, στο ξενύχτι και στο πιοτό· δεν χάνει ποτέ την αυτοκυριαρχία του. Δείχνει απόλυτη εμπιστοσύνη σε μια εσωτερική φωνή (στο περίφημο «δαιμόνιο»), που τον αποτρέπει από τις κακοτοπιές. Αν και ζει στην πιο ταραγμένη και κρίσιμη περίοδο της ιστορίας της Αθήνας, αποφεύγει κάθε ανάμειξη στην ενεργό πολιτική, και παρ᾽ όλα αυτά διατείνεται ότι μόνο αυτός ασκεί την «αληθινή πολιτική τέχνη» (Πλάτων, Γοργίας 521d).Του αρέσει να ειρωνεύεται τους συνομιλητές του, δίνει την εντύπωση ότι παίζει συνομιλώντας, μιλά για σοβαρά θέματα χρησιμοποιώντας παράδοξα παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, «κάτι για γάιδαρους σαμαρωμένους και για χαλκωματάδες και παπουτσήδες και βυρσοδέψες». Και όμως στο τέλος οι συνομιλητές του αντιλαμβάνονται ότι «οι δικές του συζητήσεις είναι οι μόνες που έχουν πραγματικό νόημα» (Συμπόσιον 221e-222a), οι λόγοι του «αιχμαλωτίζουν και εκστασιάζουν τους ανθρώπους», έχουν τη δύναμη να τους κάνουν να «αντιλαμβάνονται ότι δεν αξίζει να ζουν όπως ζουν» (Συμπόσιον 215d-216a).

Όλα δείχνουν ότι η μορφή του Σωκράτη προκάλεσε βαθύτατη εντύπωση στους συγχρόνους του. Ελάχιστοι κατανόησαν το ακριβές νόημα της διδασκαλίας του - γι᾽ αυτό και μας παραδίδονται τόσο διαφορετικές περιγραφές των απόψεών του. Ωστόσο, είναι κοινή η πεποίθηση ότι ο Σωκράτης ενσαρκώνει ένα νέο ιδεώδες φιλοσόφου. Στο σωκρατικού ιδεώδες το περιεχόμενο των φιλοσοφικών θεωριών και η μέθοδος έκθεσής τους είναι αναπόσπαστα δεμένα με τον τρόπο ζωής του φιλοσόφου. Η μέριμνα για την καλλιέργεια του εαυτού και τη σωστή ζωή γίνεται το πρωταρχικό καθήκον του φιλοσόφου και επισκιάζει σε μεγάλο βαθμό τις φιλοσοφικές αντιλήψεις. Ο Σωκράτης ισχυριζόταν ότι κατάφερνε να ζει με έναν απολύτως δίκαιο και ενάρετο τρόπο, χωρίς να γνωρίζει τι είναι ακριβώς δικαιοσύνη και τι αρετή. Η φιλοσοφία του Σωκράτη είναι, πρώτα απ᾽ όλα, η ίδια του η ζωή.

Υπάρχει σωκρατική φιλοσοφία;

Οι σωκρατικοί διάλογοι του Πλάτωνα ξεκινούν συνήθως με τη διατύπωση ενός ερωτήματος της μορφής «τι είναι Χ», όπου το Χ είναι μια γενική έννοια ηθικής προέλευσης - τι είναι ανδρεία, τι είναι ευσέβεια, τι είναι δικαιοσύνη, τι είναι αρετή. Είναι ενδιαφέρον ότι το ερώτημα αυτό δεν γίνεται κατά κανόνα κατανοητό από τους συνομιλητές του Σωκράτη. Όλοι είναι πρόθυμοι να συζητήσουν αν ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, μια πράξη, ένα πολίτευμα είναι δίκαια ή άδικα, αισθάνονται όμως αμηχανία όταν τίθεται το γενικό ερώτημα «τι είναι δικαιοσύνη». Στην πορεία των διαλόγων παρακολουθούμε τις διαδοχικές προσπάθειες των συνομιλητών να δώσουν έναν ικανοποιητικό ορισμό της ζητούμενης ηθικής έννοιας, προσπάθειες που τελικά όλες πέφτουν στο κενό. Ο ρόλος του Σωκράτη σε αυτή την αναζήτηση είναι διευθυντικός και ελεγκτικός. Θέτει το αρχικό ερώτημα και κατευθύνει εντέχνως τη συζήτηση εκεί που επιθυμεί· ο ίδιος δηλώνει ότι δεν γνωρίζει τη σωστή απάντηση, αναλαμβάνει όμως με ιδιαίτερη επιδεξιότητα τον έλεγχο των προτεινόμενων ορισμών.

Από τους πλατωνικούς διάλογους μαθαίνουμε περισσότερα για τη μεθοδολογία της σωκρατικής έρευνας παρά για τις φιλοσοφικές θέσεις του Σωκράτη. Καταρχήν, βλέπουμε ότι όλα τα προβλήματα που απασχολούν τον Σωκράτη ανήκουν στη σφαίρα της ηθικής και της πολιτικής. Ο Πλάτων υπαινίσσεται ότι ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος που έθεσε τα ερωτήματα της μορφής «τι είναι Χ», ήταν δηλαδή ο πρώτος που αντιλήφθηκε την αξία του ορισμού των εννοιών. Σε αυτό συμφωνεί και ο Αριστοτέλης, αφού ισχυρίζεται ότι «ο Σωκράτης στράφηκε στα ηθικά ζητήματα αδιαφορώντας για την όλη φύση, και αναζήτησε εκεί το καθολικό αναδεικνύοντας πρώτος τη σημασία των ορισμών» (Μετά τα φυσικά987b1). Η απαίτηση του Σωκράτη να οριστούν οι ηθικές έννοιες συνάδει με την πεποίθησή του ότι η αρετή είναι γνώση. Ενάρετος μπορεί να γίνει κανείς, μόνο όταν γνωρίζει τι ακριβώς είναι αρετή. Το παράδοξο βέβαια στην περίπτωση του Σωκράτη είναι ότι ο ίδιος διακήρυσσε σε κάθε περίσταση ότι δεν γνωρίζει απολύτως τίποτε, χωρίς η άγνοιά του να τον κάνει ανήθικο άνθρωπο.

Το στοιχείο όμως που εντυπωσιάζει περισσότερο στους σωκρατικούς διάλογους είναι ο τρόπος που διεξάγεται η συζήτηση. Η συζήτηση είναι πάντοτε ζωηρή, αλλά ποτέ άναρχη. Από τους παρευρισκόμενους συμμετέχουν κάθε στιγμή μόνο δύο στη συζήτηση, ένας εκ των οποίων είναι ο Σωκράτης. Ο ένας συνομιλητής υποστηρίζει μια θέση με τα καλύτερα δυνατά επιχειρήματα, και ο άλλος προσπαθεί να αποδείξει ότι η θέση αυτή δεν μπορεί να σταθεί. Ο Σωκράτης αποφεύγει συστηματικά τους μακροσκελείς μονολόγους και συνιστά στους συνομιλητές του να θέτουν διαζευκτικά ερωτήματα και να απαντούν όσο πιο σύντομα μπορούν - αν είναι δυνατό με ένα «ναι» ή ένα «όχι». Η εντύπωση που αποκομίζουμε είναι ότι ο Σωκράτης έχει ανακαλύψει μια μέθοδο διερεύνησης των ηθικών και πολιτικών προβλημάτων, και θεωρεί ότι η μέθοδος αυτή είναι η μόνη που προσιδιάζει στη φιλοσοφία. Η μέθοδος αυτή είναι «διαλεκτική», αφού στηρίζεται στην ανταλλαγή σύντομων λόγων, ορισμών και επιχειρημάτων, δηλαδή στο διαλέγεσθαι. Τοποθετείται στον αντίποδα της τεχνικής των ποιητών, η οποία στηρίζεται στα λεκτικά σχήματα και στην υποβλητικότητα των ποιητικών εικόνων. Διαφέρει όμως και από την πρακτική που ακολουθούν οι ρήτορες και οι πολιτικοί, όπου το ζητούμενο είναι η μεγιστοποίηση της πειθούς των λόγων, η οποία επιτυγχάνεται με τις μακροσκελείς αγορεύσεις και τις δημηγορίες.

Η διαλεκτική μέθοδος θα γίνει σήμα κατατεθέν όλων των μεταγενέστερων σωκρατικών σχολών - και της φιλοσοφίας του Πλάτωνα. Θα πρέπει ωστόσο να ξεκίνησε από τον ίδιο τον Σωκράτη, αφού ήδη οι κωμικοί ποιητές σατιρίζουν τον ιδιότυπο τρόπο με τον οποίο συζητούν ο Σωκράτης και οι μαθητές του. Θα ήταν όμως λάθος να θεωρήσουμε ότι η σωκρατική διαλεκτική είναι απλώς ένας τρόπος συζήτησης. Στόχος της δεν είναι τόσο η ανακάλυψη κάποιας οριστικής αλήθειας όσο η συμμετοχή σε μια αναζήτηση που οδηγεί στην ηθική βελτίωση των ατόμων. Ενσαρκώνει μια στάση ζωής, αφιερωμένη στην κοινή διερεύνηση ζωτικών προβλημάτων, στην καλλιέργεια της ψυχής και στον διαρκή αυτοέλεγχο.

Το μεγαλύτερο αγαθό για τον άνθρωπο είναι αυτό: να μπορεί κανείς να μιλάει κάθε μέρα για την αρετή και για όλα τα άλλα τα πράγματα που με ακούτε κι εσείς να συζητώ, θέτοντας σε δοκιμασία και τον εαυτό μου και τους άλλους - γιατί μια ανεξέλεγκτη ζωή είναι μια ζωή που δεν αξίζει να τη ζει κανένας άνθρωπος (ὁ δὲ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ).

Πλάτων, Απολογία Σωκράτους 38a 1-6

Ο Σωκράτης μιλά συνεχώς για την ηθική, αποφεύγει όμως να προβάλει δικές του ηθικές θέσεις. Περιορίζεται στην ανατροπή των δογματικών αποφάνσεων των άλλων, δίνοντας την εντύπωση ενός ανθρώπου ο οποίος με τα χρόνια έχει αναπτύξει ένα αλάθητο κριτήριο εντοπισμού των εσφαλμένων αντιλήψεων. Η σοφία του, την οποία έχει επιβεβαιώσει και το μαντείο των Δελφών, έγκειται στο γεγονός ότι μόνο αυτός ανάμεσα στους ανθρώπους της εποχής του έχει επίγνωση της άγνοιάς του. Υπάρχει ωστόσο μια περίσταση όπου προτιμά να εγκαταλείψει τη συνηθισμένη του μετριοπάθεια. Στην απολογία του στο δικαστήριο δηλώνει με πάθος στους δικαστές του: «Ένα πράγμα γνωρίζω: το να αδικεί κανείς και να μην υπακούει στον ανώτερό του, είτε θεός είναι αυτός είτε άνθρωπος, είναι κακό και επονείδιστο» (Πλάτων, Απολογία Σωκράτους 29b6-7). Και όταν οι φίλοι του τον παροτρύνουν να δραπετεύσει από τη φυλακή για να γλιτώσει την άδικη τιμωρία, εκείνος αντιστέκεται σθεναρά με το επιχείρημα ότι, αν δραπετεύσει, θα διαπράξει μεγαλύτερη αδικία απέναντι στην πόλη του και τους νόμους της. Η θέση του είναι ξεκάθαρη: «Δεν πρέπει ποτέ να ανταποδίδουμε μια αδικία, ούτε να βλάπτουμε κανέναν άνθρωπο, οτιδήποτε κι αν έχουμε υποστεί από αυτόν» (Πλάτων, Κρίτων 49c10 κ.ε.).

Για τους αρχαίους Έλληνες η στάση του Σωκράτη είναι ακατανόητη. Το αρχαϊκό αίσθημα του δικαίου στηριζόταν στην αρχή της ανταπόδοσης. Η αδικία έπρεπε οπωσδήποτε να ανταποδοθεί, για να επιτευχθεί η δικαιοσύνη. Αυτό δίδασκε η ελληνική μυθολογία και τα ομηρικά έπη· αυτό ίσχυε στην καθημερινή πρακτική. Γι᾽ αυτό και ήταν ριζικά διαφορετική η στάση των Ελλήνων απέναντι στους φίλους και απέναντι στους εχθρούς. Ο ενάρετος άνθρωπος έπρεπε να είναι επιεικής προς τους φίλους και άτεγκτος προς τους εχθρούς. Ο Αναξίμανδρος μάλιστα, όπως είδαμε, θα αναγάγει την αρχή της ανταπόδοσης σε κοσμικό νόμο - τα πρωταρχικά στοιχεία ισορροπούν ανταποδίδοντας την αδικία που διέπραξαν το ένα στο άλλο με τη στιγμιαία υπεροχή τους.

Απορρίπτοντας την αρχή της ανταπόδοσης, ο Σωκράτης ανοίγει τον δρόμο προς μια νέα ηθική. Θεμέλιο αυτής της νέας ηθικής είναι η ψυχική ακεραιότητα του ατόμου. Η άδικη πράξη βλάπτει ανεπανόρθωτα την ψυχή του δρώντος. Αν λοιπόν θέλει κανείς να είναι δίκαιος και ενάρετος, θα αποφύγει την αδικία, όσο μεγάλο κι αν είναι το κακό που ο ίδιος έχει υποστεί και όσα κι αν είναι τα υλικά οφέλη που θα αποκομίσει με τη διάπραξη της αδικίας.

Ο μύθος του Σωκράτη θεμελιώθηκε κυρίως στο είδος του θανάτου του. Η καταδίκη του, όταν πλέον καταλάγιασαν τα πολιτικά πάθη που στην ουσία την προκάλεσαν, φάνηκε στους μεταγενέστερους άδικη και σκανδαλώδης. Μεγαλύτερη ωστόσο εντύπωση θα πρέπει να προκάλεσε η απόφαση του Σωκράτη να πιει το κώνειο, αποδεχόμενος στωικά την άδικη απόφαση του λαϊκού δικαστηρίου. Αν ο Σωκράτης είχε για μια ολόκληρη ζωή προκαλέσει τους συγχρόνους του με την «άτοπη» συμπεριφορά του, το τέλος του αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πρόκληση. Ένας άνθρωπος που επιλέγει να πεθάνει για να μην ανταποδώσει μια αδικία, τη στιγμή που η κρατούσα ηθική τού επιτρέπει (ή και του επιβάλλει) να το αποφύγει, αποδεικνύει με τον πιο δραματικό τρόπο ότι είχε κάτι πολύ σημαντικό να διδάξει. Η καλλιέργεια και η ακεραιότητα της ψυχής δίνουν τη δυνατότητα στον πραγματικό φιλόσοφο να ξεπεράσει ακόμη και τον φόβο του θανάτου.

Απογοήτευση

struggling-with-disappointmentΕίναι τόσο εύκολο να καταλάβεις ότι δεν σ’ αγαπάνε; Φτάνει να κοιτάξεις κάποιον στα μάτια; Αρκεί να τον δεις να κινείται μέσα στον κόσμο; Είναι αρκετό να τον ρωτήσεις ή ν’ αναρωτηθείς;
        
Αν είναι έτσι, πώς εξηγείται τόση απογοήτευση; Γιατί απογοητεύονται συνεχώς οι άνθρωποι αν είναι τόσο εύκολο πραγματικά να καταλαβαίνουμε πότε νοιάζεται ή δεν νοιάζεται για μας αυτός που αγαπάμε; Πώς μπορεί να μας εκπλήσσει η αποκάλυψη της αλήθειας ότι δεν μας αγαπάνε; Πώς έγινε και νομίζαμε ότι μας αγαπούσαν ενώ δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο;

Τρία πράγματα μας εμποδίζουν να δούμε την καθαρή αλήθεια:

Να σου πω μια ιστορία.
Η ιστορία αναφέρεται, εν ολίγοις, σε έναν ισχυρό και τυραννικό βασιλιά κι έναν σοφό και καλοκάγαθο ιερέα. Στην ιστορία, ο σοφός ιερέας καταστρώνει ένα σχέδιο για να παγιδεύσει τον άρχοντα. Πολλοί μαθητές του ιερέα τσακώνονται για να τους καταδικάσει ο βασιλιάς σε αποκεφαλισμό. Ο βασιλιάς απορεί με αυτή την απόφαση ομαδικής αυτοκτονίας και αρχίζει να το ψάχνει, ώσπου «ανακαλύπτει» στις ιερές γραφές ένα κείμενο που βεβαιώνει ότι όποιος πεθάνει από τα χέρια του δήμιου την πρώτη μέρα μετά την πανσέληνο θα ξαναγεννηθεί και θα είναι πλέον αθάνατος. Ο βασιλιάς, ο οποίος δεν φοβάται παρά μόνο τον θάνατο, αποφασίζει να ζητήσει από τον δήμιο να του πάρει το κεφάλι το πρωί της συγκεκριμένης ημέρας.
…Έτσι κι έγινε, και το χωριό απαλλάχτηκε επιτέλους από τον τύραννο. Τότε, ρώτησαν οι μαθητές: «Πώς μπόρεσε αυτός ο άνθρωπος που καταδυνάστευε το λαό μας, ο πονηρός σαν τσακάλι, να πιστέψει κάτι τόσο παιδαριώδες όπως η ιδέα ότι θα συνεχίσει κανείς να ζει στην αιωνιότητα αφού του κόψει ο δήμιος το κεφάλι;»
Και ο δάσκαλος απάντησε: «Εδώ, υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθετε… Κανείς δεν είναι πιο ευάλωτος και έτοιμος να πιστέψει κάτι ψεύτικο, από εκείνον που ΕΥΧΕΤΑΙ να είναι το ψέμα αληθινό».

Πώς να μη δω ότι χιλιάδες άνθρωποι περνάνε τη ζωή τους σε μια ερωτική ή συντροφική σχέση νομίζοντας ότι τους αγαπά αυτός που δεν τους αγαπάει ή δεν τους αγάπησε ποτέ;
Το θέλω τόσο πολύ, το λαχταρώ, το εύχομαι κι έχω τόση ανάγκη να μ’ αγαπάς, που ίσως βλέπω σε οποιαδήποτε κίνησή σου μια εκδήλωση της αγάπης σου. Έχω τόσο μεγάλη επιθυμία να πιστέψω αυτό το ψέμα (όπως ο βασιλιάς του παραμυθιού), που δεν με ενδιαφέρει η ολοφάνερη απάτη.

Ο Σοπενάουερ το εξηγεί αυτό σε μια φράση θεωρώντας ότι «μπορεί κανείς ν’ αγαπάει, αλλά μπορεί να μην αγαπάει αυτόν που τον αγαπάει».

Η δεύτερη αιτία σύγχυσης είναι η πρόθεση να αυτοαναγορεύεται κανείς αξιολογητής της αγάπης του άλλου. Από τη σκοπιά τουλάχιστον της σύγκρισης του τι είμαι εγώ ικανός να κάνω γι’ αυτόν που αγαπώ, με το τι κάνει εκείνος ή εκείνη για μένα.
Ό άλλος δεν μ’ αγαπάει όπως τον αγαπάω εγώ ή, ακόμη χειρότερα, όπως θα ήθελα να μ’ αγαπάει. Ο άλλος μ’ αγαπάει με ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΤΟΥ τρόπο.

Στο άλλο άκρο βρίσκονται εκείνοι που, μπροστά στην απώλεια της αγάπης, αρχίζουν ν’ αμφιβάλλουν γι’ αυτό που βλέπουν, καθώς προσβάλλει τη ματαιοδοξία τους.
Καθώς πορεύομαι στον δρόμο της συνάντησης, μαθαίνω να δέχομαι ότι μπορεί να μη μ’ αγαπάς. Και το αποδέχομαι, αφενός υποφέροντας που δεν μ’ αγαπάς, και αφετέρου από ταπεινοφροσύνη. Μιλάω για ταπεινοφροσύνη, γιατί αυτός είναι ο τρίτος λόγος που με κάνει να μη βλέπω.

Η αγάπη είναι από τα λίγα πράγματα στην καθημερινή μας ζωή που δεν εξαρτώνται μόνο από το τι κάνουμε εμείς ούτε αποκλειστικά από τη δική μας απόφαση αλλά, απλώς, μας προκύπτει. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Αν θυσιάσω, χαλάσω ή ξεγράψω τη ζωή μου για σένα, θα μπορέσω να κερδίσω τον οίκτο σου, την περιφρόνησή σου, τη συμπόνια σου, ίσως και την ευγνωμοσύνη σου, δεν θα καταφέρω όμως να σε κάνω να μ’ αγαπήσεις, γιατί αυτό δεν εξαρτάται από το τι μπορώ να κάνω εγώ.

Η διδασκαλία του Σωκράτη και η στροφή στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου

Στην ιστορία της φιλοσοφίας τα ζητήματα της ηθικής δεν ήταν μεταξύ εκείνων που προηγήθηκαν στη συστηματική διερεύνηση και στον στοχασμό. Aντίθετα, το ενδιαφέρον για τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου ακολούθησε τη μέριμνα για τη φύση και το εξωτερικό περιβάλλον της ανθρώπινης συμπεριφοράς. H φύση, επομένως, προηγήθηκε της ηθικής στην πορεία του φιλοσοφικού στοχασμού και της ενατένισης.
 
H αποφασιστική στιγμή που σημάδεψε τη στροφή του ενδιαφέροντος και της προσοχής από τον εξωτερικό στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου συνδέεται με την ιστορική παρουσία και τη διδασκαλία του Σωκράτη τον 5ο αιώνα π.X. Πράγματι, ο Σωκράτης που θανατώθηκε από τους συμπολίτες του το 399 π.X., δίκαια θεωρείται ως ο θεμελιωτής της ηθικής φιλοσοφίας επειδή έστρεψε το φως της σκέψης και του προβληματισμού του από τη φύση στην ψυχή και την ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου. Αυτή η «ανθρωποκεντρική» στροφή έταμε έκτοτε την πορεία του φιλοσοφικού στοχασμού και ο Σωκράτης κατέκτησε μια αν όχι την κορυφαία θέση στο Πάνθεον των φιλοσόφων της ανθρωπότητας.
 
Tο «παράδοξο» είναι ότι τούτο το πέτυχε δίχως ποτέ ο ίδιος να γράψει τίποτα ή να οργανώσει κάποια σχολή ή κάποιο φιλοσοφικό σύστημα. Aπλά με τη δύναμη του κριτικού στοχασμού και με την καθαρότητα του προσωπικού του παραδείγματος ζωής (μιας ζωής που την οικοδόμησε σαν έργο τέχνης) άφησε τέτοια εντύπωση στους συγκαιρινούς και τους φίλους του ώστε αυτό αρκούσε για να γράψουν κατόπιν εκείνοι (ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Aριστοτέλης) όσα έγραψαν για την ύπαρξη και τη σκέψη του ως παρακαταθήκη στην ιστορία του πνεύματος.


H γνώση της αρετής

Eξαρχής, το «γνώθι σαυτόν» της δελφικής προσταγής ο Σωκράτης το ερμήνευσε ως το έναυσμα για μια πορεία αναζήτησης που ένας σκεπτόμενος άνθρωπος θα μπορούσε να ακολουθήσει προκειμένου να επιτύχει την αρετή. Ως αρετή εννοούσε ο Σωκράτης την επιλογή του αγαθού, το «εὖ πράττειν», ύστερα από κριτική ανάλυση και στοχασμό. Συνέδεσε έτσι με τρόπο μοναδικό και αξεδιάλυτο την αρετή με τη γνώση, τη γνώση εκείνου που είναι πραγματικά και όχι φαινομενικά καλό και χρήσιμο στον άνθρωπο.
 
H λογική θεμελίωση της ηθικής συνίστατο επομένως στη στοχαστική διερεύνηση και αναζήτηση της αρετής. Yπ’ αυτήν την έννοια, η «αρετή είναι γνώση» και έως ότου αποκτήσει ο άνθρωπος τη γνώση δεν μπορεί να είναι ενάρετος. Όπως μαρτυρά ο Aριστοτέλης (Hθικά Nικομάχεια, 1144 b, 28–29), ο Σωκράτης θεωρούσε ότι οι αρετές ήταν μορφές λόγου («λόγους τάς ἀρετάς ᾤετο εἶναι/ἐπιστήμας γάρ εἶναι πάσας») διότι ήταν αδιάλυτα συνδεδεμένες με τη γνώση. Mε συνέπεια ούτε η επίτευξη του αγαθού να είναι δυνατή άνευ φρονήσεως, «ουδέ φρόνιμον άνευ της ηθικής».
 
Έδειξε, επιπλέον, ότι μόνο με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με τον ασίγαστο στοχασμό περί της αρετής, μπορεί να κερδίσει κανείς την αληθινή και διαρκή ευδαιμονία. H μαρτυρία του προσωπικού του παραδείγματος ήταν αδιάψευστη: πέθανε δίχως θλίψη, φόβο ή ταραχή, αλλά με εσωτερική γαλήνη και ηρεμία – ίσως και με ευδαιμονία, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν εκείνος που θέλησε ή επέλεξε τον θάνατό του.
 
O Σωκράτης συνέβαλε επίσης όσο κανείς έως τότε στον «εκδημοκρατισμό» της ηθικής θεωρίας, εφόσον κατέστησε την πρόσβαση σε αυτήν ανοικτή και διαθέσιμη στον καθένα που ήταν πρόθυμος να τη γνωρίσει. Tούτο το έπραττε με την προσφιλή του όσο και ιδιαίτερα αποτελεσματική μέθοδο της διαλογικής ανάλυσης (όπως φανερώνουν οι πλατωνικοί διάλογοι) μέσω της οποίας μπορούσε να εξετάζει και να ελέγχει τις απόψεις και τις ιδέες των συμπολιτών του με διαρκείς ερωταποκρίσεις αποκαλύπτοντας έτσι όχι μόνο την άγνοιά τους αλλά και την αληθινή φύση της αρετής.
 
Ήταν προφανώς πεπεισμένος ότι μόνο αυτό το είδος της διαλογικής αυτοεξέτασης και του αναστοχασμού κάνει τους ανθρώπους καλύτερους από ηθικής σκοπιάς. Kαι τούτο διότι υποβάλλεται έτσι κανείς σε διαρκή κριτικό έλεγχο σχετικά με το τι να κάνει ή να αποφύγει επί τη βάσει ηθικών κριτηρίων.
 
Tόσο ο Πλάτων όσο και ο Aριστοτέλης, εξάλλου, θεωρούσαν την ηθική ως μέρος της πολιτικής, της οποίας η πρωτεύουσα λειτουργία ήταν να διαμορφώνει το πλαίσιο και τις συνθήκες ώστε τα μέλη της πολιτείας να μπορούσαν να κατακτήσουν την αληθινή ευδαιμονία. Έτσι, η επίτευξη της γνώσης και της αληθινής ευδαιμονίας καθίσταται η ουσία της επιστήμης του αγαθού, δηλαδή της ηθικής.


H πράξη της αρετής

Kατά τους αρχαίους Έλληνες η ηθική δεν περιοριζόταν στη θεωρητική μόνο ενασχόληση με το ζήτημα της αρετής αλλά κατ’ εξοχήν ενδιαφερόταν για την άσκησή της στην πράξη: όχι μόνο να στοχάζεται και να διερευνά κανείς το αγαθό, αλλά κυρίως να το πράττει στη ζωή του. Συναφώς, η έννοια της «επιστήμης» περιελάμβανε όχι μόνο την αφηρημένη γνώση ενός τομέα της σκέψης και της εμπειρίας, αλλά και την έντεχνη και επιδέξια εφαρμογή του στην πράξη. Δεν εκπλήσσει, επομένως, ότι μια ισχυρή κανονιστική διάσταση χαρακτήριζε την όλη επιστημονική δραστηριότητα, υπό την έννοια ότι συγκεκριμένες αξίες και κανονιστικά κριτήρια κατευθύνουν τη δράση των ανθρώπων και εκφράζονται σε ανάλογες έμπρακτες συμπεριφορές.
 
«H αρετή από μόνη της δεν εξαρκεί», δίδασκε ο Aριστοτέλης στα Πολιτικά του (1. 325 b, 12-13), «πρέπει επίσης να υπάρχει η δύναμη να μετατραπεί σε πράξη». Πράγμα που σημαίνει ότι εφόσον έχει ληφθεί μια απόφαση με ηθικά κριτήρια πρέπει κατόπιν να εφαρμοσθεί με συνέπεια. Bέβαια, ο μετασχηματισμός της αξίας σε πράξη και η σύμπτωση των απώτερων σκοπών και επιδιώξεων με τα συγκεκριμένα ενεργήματα συνιστά μείζον πρόβλημα που θέτει σε δοκιμασία την ηθική αντοχή και την ακεραιότητα του δρώντος υποκειμένου. «Φυσικά, η πράξη σε πολύ μικρότερο βαθμό προσεγγίζει την αλήθεια από ό,τι η σκέψη», επεσήμαινε ο Πλάτων στην Πολιτεία του (473 a, 1-2).
 
Eν τούτοις ο Σωκράτης έδειξε ο ίδιος με το παράδειγμά του τη δύναμη και την ετοιμότητα του ανθρώπου με ήθος να ζήσει σύμφωνα με τα κριτήρια και τις αξίες του. «Σφάλλεις αν νομίζεις πως κάποιος που έχει την παραμικρή αξία», υποστήριζε στην Aπολογία του (28b, 5-9), «θα υπολόγιζε τον κίνδυνο της ζωής ή του θανάτου ή οτιδήποτε άλλο αντί να εξετάζει τούτο μόνο: Eάν η πράξη του είναι δίκαιη ή άδικη, και εάν αρμόζει στα έργα ενός καλού ή κακού ανθρώπου».


Ο Aνεξέταστος βίος είναι αβίωτος

Aπό ηθικής σκοπιάς, λοιπόν, η σύμπτωση θεωρίας και πράξης είναι αναγκαία, εφόσον η ηθική οντολογία δεν αφορά μόνο τις προθέσεις αλλά εξίσου την πραγμάτωση και την εκπλήρωσή τους. Θεωρία και πράξη συναπαρτίζουν ισότιμα μέρη της ζωής και της συγκρότησης του υποκειμένου, και δεν υπάρχει λόγος να υποθέτει κανείς ότι το ένα προηγείται και υπερέχει του άλλου. Mπορούμε, επομένως, να συμπεράνουμε ότι για τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και βέβαια για τον Σωκράτη η ηθική συνίστατο στη γνώση και την επιλογή των καλών πραγμάτων στη ζωή. Eπιπλέον, ο λόγος περί των αξιών που όφειλαν να εμπνέουν και να κατευθύνουν τη ζωή αποτελούσε μια αξία καθ’ εαυτήν, που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ευδαιμονία εάν επιδιώκετο με συνεπή και συστηματικό τρόπο.
 
Kατά τον Aριστοτέλη, μάλιστα, το ήθος δεν ήταν παρά «η συνήθεια του αγαθού» («ἡ δ’ ἠθική ἐξ ἔθους περιγίνεται», Hθικά Nικομάχεια, 1103 a, 17) και η ηθική στάση απορρέει από την ελεύθερη επιλογή του αγαθού που γίνεται κατόπιν συνήθης πρακτική («η ηθική αρετή έξις προαιρετική», Hθικ. Nικ., 1139 a, 22–23). Mια απώτερη συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι ότι η ηθική επιλογή δεν αποτελεί τόσο ζήτημα επιβράβευσης ή τιμωρίας, αλλά ελεύθερη προτίμηση του αγαθού δίχως να υπεισέρχεται το δέλεαρ της ανταμοιβής ή το φόβητρο της ποινής.
 
Δεν ξενίζει, επομένως, ότι το πρωτεύον κριτήριο και η επιδίωξη της καλής διακυβέρνησης ήταν κατά τον Aριστοτέλη ο εθισμός των πολιτικών στην άσκηση της αρετής. Tούτο επιβεβαιώνεται, έγραψε στα Hθικά Nικομάχεια (1103 b, 4–7), από αυτό που συμβαίνει στις πολιτείες· γιατί οι νομοθέτες κάνουν τους πολίτες αγαθούς με τον σχηματισμό ανάλογων συνηθειών σε αυτούς («τούς πολίτες ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς»). Για να προσθέσει ότι «τούτη είναι η επιθυμία κάθε νομοθέτη, και αυτοί που δεν το καταφέρνουν χάνουν τον στόχο, και σε τούτο διαφέρει μια καλή από μια κακή πολιτεία».
 
Eφόσον ηθική συνιστά μια πρωτεύουσα λειτουργία της πολιτικής προκύπτει ότι η κύρια αποστολή των πολιτικών είναι να μεριμνούν για την ηθική καλλιέργεια και τελείωση των πολιτών. Προκειμένου όμως να το επιτύχουν αυτό χρειάζονται και οι ίδιοι γνώση, τη γνώση της αρετής, πράγμα που αποκτάται με τη διαρκή διερεύνηση και τον αυστηρό και ασίγαστο έλεγχο των πραγμάτων και των καταστάσεων.
 
Στο τέλος τέλος, η ηθική συνοχή δεν αποκτάται παρά μόνο μέσα από τη διαρκή αναζήτησή της. Kαι τούτο είναι το μέγα προνόμιο των ανθρώπινων όντων, διαφορετικά η ζωή δεν έχει αξία. Bίος ανεξέταστος δεν είναι αποδεκτός από τον άνθρωπο («ὁ δέ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτός ἀνθρώπῳ»), κατέληξε ο Σωκράτης στην εκπληκτική Aπολογία του (28, 12). Kοντολογίς, η ηθική στάση ως αποτέλεσμα μιας ξεχωριστής για τον καθένα πορείας και αναζήτησης είναι αυτό που κάνει τη ζωή, την «τέχνη της ζωής», μια τόσο δημιουργική και ενδιαφέρουσα υπόθεση.