Κυριακή 10 Αυγούστου 2025

Το να επιλέγεις είναι πράξη θάρρους. Το να αναθεωρείς είναι πράξη ωριμότητας

Η πράξη της απόφασης δεν περιορίζεται στην επιλογή. Περιλαμβάνει τη στιγμή της κρίσης, τη συναισθηματική αλληλεπίδραση με το παρελθόν και, πιο συχνά απ’ όσο παραδεχόμαστε, τη μεταγενέστερη μεταμέλεια. Είτε πρόκειται για μια μικρή καθημερινή απόφαση είτε για ένα κρίσιμο βήμα ζωής, η εσωτερική επεξεργασία συνεχίζεται μέσα από μια μυστική εργασία αναθεώρησης: «Έκανα καλά;», «Κι αν είχα διαλέξει αλλιώς;», «Τώρα που ξέρω, θα άλλαζα;».

Σε αυτό το πεδίο, η επιστήμη αποκαλύπτει ότι οι άνδρες και οι γυναίκες δεν βιώνουν τη διαδικασία με τον ίδιο τρόπο. Μια σημαντική μελέτη, δημοσιευμένη τον Ιούλιο του 2025 στο περιοδικό Science Advances από το Icahn School of Medicine at Mount Sinai, έδειξε πως οι εγκέφαλοι των δύο φύλων επεξεργάζονται διαφορετικά τη μεταμέλεια και την τροποποίηση αποφάσεων, μέσω διακριτών βιολογικών και νευρωνικών μηχανισμών.

Mεταμέλεια: Μια διαδρομή μέσα στον εγκέφαλο

Η μεταμέλεια — ειδικά η επίγνωση ότι μια επιλογή δεν απέφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα — αποτελεί σύνθετο ψυχολογικό φαινόμενο. Ενεργοποιεί τον προμετωπιαίο φλοιό, που εμπλέκεται στη μνήμη, την ανάλυση συνεπειών και την επαναξιολόγηση συμπεριφοράς. Η μελέτη έδειξε ότι σε θηλυκά άτομα, ένα μη-κωδικοποιητικό RNA (LINC00473) ενεργοποιείται μετά από μια λανθασμένη απόφαση και φαίνεται να ενισχύει την ικανότητα για επανεκτίμηση και προσαρμογή.

Η λειτουργία αυτή μπορεί να ενισχύσει την ενσυναίσθηση, να ενθαρρύνει την προσωπική ευθύνη και να εδραιώσει τη μάθηση μέσα από εμπειρίες. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν πρόκειται για απλή συναισθηματική αντίδραση, αλλά για μια ενδογενή γνωστική διεργασία που επιτρέπει την προσαρμογή της συμπεριφοράς σε πραγματικό χρόνο.

Αντίθετα, σε αρσενικά άτομα, η δραστηριότητα αυτής της ουσίας δεν παρουσίασε την ίδια επίδραση. Αυτό δε σημαίνει πως οι άνδρες δεν βιώνουν μεταμέλεια, αλλά πως είναι λιγότερο πιθανό να την ακολουθήσουν με αναθεώρηση πορείας. Οι γυναίκες, σύμφωνα με τη μελέτη, έχουν μεγαλύτερη βιολογική τάση να εισχωρούν στο σφάλμα, να το επεξεργάζονται και να αλλάζουν συμπεριφορά. Αυτό ενδέχεται να συνδέεται και με αυξημένη ικανότητα για συναισθηματική αυτορρύθμιση, που τους επιτρέπει να αντέχουν τη δυσφορία του αναστοχασμού χωρίς άμεση ανάγκη αποφυγής ή άρνησης.

Η λειτουργικότητα της μεταμέλειας

Η μεταμέλεια λειτουργεί ως προσαρμοστικός μηχανισμός, ενεργοποιώντας την εσωτερική επανεκτίμηση. Όταν το άτομο αναγνωρίζει πως η επιλογή του είχε ανεπιθύμητο αποτέλεσμα, αυτή η αναγνώριση μπορεί να το βοηθήσει να αλλάξει μελλοντική συμπεριφορά. Το πρόβλημα ξεκινά όταν η αναστοχαστική διαδικασία παγιδεύει το άτομο σε φαύλο κύκλο αυτοκριτικής ή αυτοϋπονόμευσης.

Η LINC00473 φαίνεται να ενισχύει αυτή τη δυνατότητα στα θηλυκά άτομα. Όμως, η υπερδραστηριότητα μπορεί να συνδέεται με μεγαλύτερη επιρρέπεια σε διαταραχές όπως η κατάθλιψη. Έτσι, ο μηχανισμός που προσφέρει ανθεκτικότητα — η ικανότητα να αναθεωρήσεις — μπορεί, αν μείνει ανεξέλεγκτος, να γίνει και βάρος.

Σε πολιτισμικό επίπεδο, η κοινωνία συχνά αναγνωρίζει τη μεταμέλεια ως αδυναμία ή ταλάντευση, ιδιαίτερα σε δημόσιες ή ηγετικές φιγούρες. Ωστόσο, από την πλευρά της ψυχολογικής λειτουργίας, είναι δείκτης αυτοπαρατήρησης και προσαρμογής. Ένα άτομο που μπορεί να δει την αστοχία του και να την εντάξει σε ένα πλαίσιο μάθησης ενισχύει την αυτογνωσία του και αναπτύσσει μεγαλύτερη ψυχική ευκαμψία.

Μεταγνωστική επίγνωση και ψυχική ανθεκτικότητα

Η ικανότητα να σκέφτεται κανείς πώς σκέφτεται, δηλαδή η μεταγνωστική επίγνωση, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο ψυχικής ανθεκτικότητας. Η μελέτη υποδεικνύει ότι οι γυναίκες εμφανίζουν αυξημένη ευαισθησία σε αυτή τη λειτουργία, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για συναισθηματικά φορτισμένες αποφάσεις.

Δεν πρόκειται για συναισθηματική υπεραντίδραση, αλλά για υψηλή εσωτερική ανάλυση. Η γυναίκα που αναστοχάζεται μια επιλογή δεν είναι ασταθής· είναι βιολογικά προδιατεθειμένη να παραμένει με τη συνέπεια της πράξης και να επιδιώκει αλλαγή πορείας όταν διαπιστώνει απόκλιση από την εσωτερική της αλήθεια.

Οι άνδρες, αντίθετα, φαίνεται να έχουν βιολογική ροπή προς την προσανατολισμένη δράση. Όταν λαμβάνουν μια απόφαση, είναι λιγότερο πιθανό να επιστρέψουν σε αυτή ή να την αναλύσουν σε βάθος. Αυτό δεν συνεπάγεται απουσία συναισθήματος, αλλά διαφορετική διαχείρισή του — συχνά μέσω σιωπηρής αποδοχής ή απομάκρυνσης από το σημείο της αμφιβολίας.

Σε ερευνητικό επίπεδο, η διαφοροποίηση αυτή έχει αρχίσει να συνδέεται με τη δυναμική των κοινωνικών ρόλων και την επίδραση των έμφυλων προσδοκιών. Αν ένα άτομο έχει εκπαιδευτεί να προχωρά χωρίς αμφιβολία, ενδέχεται να καταπνίγει ή να μην αναγνωρίζει καν την εσωτερική σύγκρουση. Αντίθετα, κάποιος που ενθαρρύνεται να «διυλίζει» κάθε απόφαση μπορεί να εγκλωβιστεί στην αέναη ανασκόπηση.

Προεκτάσεις στη θεραπευτική και την κατανόηση της ταυτότητας

Η γνώση αυτών των διαφορών δεν προορίζεται για γενικεύσεις ή κατηγοριοποιήσεις, αλλά για κατανόηση. Σε θεραπευτικό πλαίσιο, η ενίσχυση της μεταγνωστικής επίγνωσης μπορεί να είναι χρήσιμη τόσο για την υποστήριξη όσων επεξεργάζονται βαθιά τις επιλογές τους, όσο και για την κινητοποίηση εκείνων που τείνουν να τις αποσιωπούν.

Σε βιολογικό επίπεδο, η μελέτη υποδεικνύει νέους στόχους για τη θεραπεία της κατάθλιψης, μέσω ρύθμισης της LINC00473. Όμως και πέρα από τη νευροχημεία, η ύπαρξη αυτού του μηχανισμού μάς υπενθυμίζει ότι η ικανότητα να αλλάξει κανείς γνώμη είναι ένδειξη ψυχικής ωριμότητας.

Από υπαρξιακή σκοπιά, η αναθεώρηση μιας επιλογής δηλώνει όχι μόνο ψυχική ευκαμψία αλλά και προσωπική ελευθερία. Το να μπορεί κάποιος να πει «αυτό δεν με εκφράζει πια» είναι πράξη νοητικής ωριμότητας και όχι αβεβαιότητας. Αντιστρόφως, η επιμονή σε μια απόφαση που δεν λειτουργεί πλέον δεν είναι ένδειξη σταθερότητας αλλά φόβου αλλαγής.

Η μεταμέλεια δεν είναι δείγμα αδυναμίας, αλλά βαθύτερης νοητικής επεξεργασίας. Αντιπροσωπεύει την εσωτερική προσπάθεια του ανθρώπου να δώσει νέο νόημα σε μια εμπειρία — όχι απαραίτητα για να τη σβήσει, αλλά για να την εντάξει στην εξέλιξή του.

Η ανθρώπινη ψυχική υγεία δεν εξαρτάται από την απουσία σφαλμάτων, αλλά από την ικανότητα να μείνει κανείς μαζί τους. Ορισμένοι εγκεφαλικοί μηχανισμοί φαίνεται να ενισχύουν αυτή την παραμονή, άλλοι διευκολύνουν την αποδέσμευση. Η ισορροπία δεν βρίσκεται στη μία ή την άλλη στάση, αλλά στην ικανότητα να κινείται κανείς ανάμεσά τους — να παραμένει όπου χρειάζεται και να φεύγει όταν είναι έτοιμος.

«Το να επιλέγεις είναι πράξη θάρρους. Το να αναθεωρείς είναι πράξη ωριμότητας.» –Paulo Freire

Η μυθική ιστορία των Γιγάντων και της Γιγαντομαχίας

Οι Γίγαντες γεννήθηκαν από το σώμα της Γης όταν έσταξε πάνω του αίμα από την πληγή του Ουρανού μετά τον ακρωτηριασμό του από τον Κρόνο.

Με τον ίδιο τρόπο γεννήθηκαν και οι Ερινύες και οι Μέλιες Νύμφες.

Οι Γίγαντες ήταν όντα τρομακτικά και υπερφυσικά. Είχαν μορφή ανθρώπου μα ήταν τρομεροί στην όψη, πελώριοι στο ανάστημα και ακαταμάχητοι στη δύναμη.

Το σώμα τους ήταν φολιδωτό και κατέληγε σε ουρά σαύρας. Είχαν πυκνά μαλλιά και μακριά γένια. Στα τριχωτά χέρια τους κρατούσαν μακριά και λαμπερά ακόντια. Μολονότι είχαν θεϊκή καταγωγή ήταν θνητοί ή τουλάχιστον για να σκοτωθούν έπρεπε να χτυπηθούν ταυτόχρονα από ένα θεό και ένα θνητό.Αλλες παραδόσεις έλεγαν ότι κάποιοι από τους Γίγαντες ήταν αθάνατοι όσο πατούσαν στο έδαφος όπου είχαν γεννηθεί. Επικρατέστερο μέρος για τη γέννησή τους είναι η Παλλήνη της Χαλκιδικής, μια περιοχή εξαιρετικά άγρια.

Οι Γίγαντες ήταν πολύ περισσότεροι από τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες και τους Εκατόγχειρες. Υπολογίζονται γύρω στους εκατό. Κατοικούσαν στις δυτικές ακτές του Ωκεανού όπου συχνά τους επισκέπτονταν οι θεοί και έπαιρναν μέρος στα συμπόσιά τους. Αυτό γινόταν στις γιορτές όταν οι Γίγαντες πρόσφεραν εκατόμβες. Ακόμα και στο δρόμο, όταν τους συναντούσαν οι θεοί, πήγαιναν μαζί τους.

Η δύναμη των Γιγάντων ήταν αφάνταστη. Μπορούσαν να ξεκολλούν με ευκολία βράχους ολόκληρους και να τους εκσφενδονίζουν μακριά.

Η Γη ήταν οργισμένη από την τύχη που είχαν οι Τιτάνες μετά το τέλος της Τιτανομαχίας. Μολονότι είχε βοηθήσει τον εγγονό της με κάθε τρόπο για να επικρατήσει, δεν άντεχε να βλέπει τους γιους και τις κόρες της φυλακισμένους στα Τάρταρα.

Έτσι, όταν είδε την τεράστια δύναμη που είχαν οι Γίγαντες, τους ξεσήκωσε σε πόλεμο εναντίον των Ολυμπίων. Ο Δίας και τα αδέρφια του έπρεπε να περάσουν άλλη μια δοκιμασία. Ξέσπασε μια τρομερή μάχη που έμεινε γνωστή με το όνομα Γιγαντομαχία.

Η επίθεση των Γιγάντων μάλιστα έγινε χωρίς καμιά προειδοποίηση. Ξαφνικά οι θεοί του Ολύμπου δέχτηκαν βροχή από βράχους, αναμμένους δαυλούς και ολόκληρα φλεγόμενα δέντρα. Οι Γίγαντες ξερίζωναν τα βουνά και τα τοποθετούσαν το ένα πάνω στο άλλο για να σκαρφαλώσουν στην ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου, εκεί όπου ήταν χτισμένα τα θεϊκά παλάτια. Η Γη και ο Ουρανός αναστατώθηκαν.

Έγινε σωστή κοσμοχαλασιά: στεριές βούλιαζαν και ποτάμια άλλαζαν πορείες. Οι οροσειρές τραντάζονταν συθέμελα και σαν φύλλα δέντρων έτρεμαν ο Όλυμπος, η Όσσα, το Πήλιο, η Πίνδος, το Παγγαίο και ο Αθως.Οι θεοί του Ολύμπου ζώστηκαν τα άρματα και ετοιμάστηκαν για πόλεμο. Αρχηγός στο θεϊκό στρατόπεδο ήταν ο Δίας, οπλισμένος όχι μόνο με την αστραπή και τον κεραυνό, όπως στην Τιτανομαχία, αλλά και με την αιγίδα, το δέρμα κατσίκας που είχε πάνω το κεφάλι της Γοργόνας.

Η τρομερή μορφή της έσπερνε τον πανικό ή απολίθωνε όποιον την αντίκριζε.

Πλάι του πιστή σύμμαχος η κόρη του η Αθηνά, η θεά των μαχών, που μόλις είχε γεννηθεί πάνοπλη από το τεράστιο κεφάλι του. Φορώντας την πανοπλία της και με το γοργώνειο στο στήθος πολέμησε καλύτερα και από άντρας. Γι’ αυτό ο Ζευς (Δίας) ονομάστηκε γιγαντοφόνης και γιγαντολέτωρ και η Αθηνά προσονομάστηκε γιγαντολέτειρα, δηλαδή αυτοί που σκότωσαν τους Γίγαντες.

Παραστάτες του Δία ήταν η Νίκη και η φοβερή μάνα της η Στύγα. Πρωτοπαλίκαρά του ήταν ο Ποσειδώνας, ο Απόλλωνας και ο Ήφαιστος ,που σε κάποια στιγμή που είδε κουρασμένο τον Ήλιο τον πήρε πάνω στο δικό του άρμα. Μα και οι θεές πρόσφεραν με κάθε τρόπο τη βοήθειά τους, η Ήρα, η Αφροδίτη, η Αρτεμη, η Εκάτη και οι Μοίρες. Μόνο η Δήμητρα δε συμμετείχε στον αγώνα αυτόν γιατί είχε ιδιαίτερη συγγένεια με τη Γη, προστάτευε τους καρπούς που φύτρωναν στο ιερό της χώμα.

Καθένας θεός και καθεμιά θεά σκότωσαν έναν ή περισσότερους από τους Γίγαντες που οι πιο γνωστοί ήταν ο Πορφυρίωνας, ο Αλκυονέας, ο Εγκέλαδος, ο Εφιάλτης, ο Εύρυτος, ο Κλυτίας, ο Πολυβώτης, ο Πάλλας, ο Ιππόλυτος, ο Γρατίωνας, ο Άγριος και ο Θέωνας. Ο πόλεμος κρατούσε πολύ καιρό μα με κανέναν τρόπο οι Ολύμπιοι δεν μπορούσαν να νικήσουν. Τότε η Αθηνά έμαθε τον πανάρχαιο χρησμό που έλεγε πως οι Γίγαντες θα χαθούν μόνο αν κάποιοι θνητοί πολεμήσουν στο πλάι των αθανάτων. Μόλις το άκουσε ο Δίας έστειλε την Αθηνά να φωνάξει δυο θνητούς γιους του, τον Ηρακλή τον οποίο είχε αποκτήσει με την Αλκμήνη και τον Διόνυσο που τον γέννησε με τη Σεμέλη.Η Γη αμέσως άρχισε να ψάχνει ένα μαγικό βοτάνι που θα έκανε ατρόμητους τους Γίγαντες από τα βέλη των θνητών. Ο Δίας για να την καθυστερήσει απαγόρευσε στον Ήλιο, τη Σελήνη και την Αυγή να ανατείλουν. Έτσι, επικράτησε για πολλές μέρες σκοτάδι μέχρι που ο Δίας βρήκε πρώτος το μαγικό βοτάνι και το κατέστρεψε. Έτσι η πορεία προς τη νίκη ξεκίνησε.

Σε λίγο κατέφθασε ο Ηρακλής που υπήρξε ο πολυτιμότερος σύμμαχος της Αθηνάς σ’ αυτόν τον αγώνα και με τα βέλη του σκότωσε πάρα πολλούς Γίγαντες. Μάλιστα, επειδή ήταν γιος του Δία, μπορούσε όταν κουραζόταν από την πολύωρη μάχη, ν’ ανεβαίνει στο άρμα του θεϊκού πατέρα του. Ο Διόνυσος ήρθε με τη συνοδεία του, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες, καβάλα πάνω σε γαϊδούρια που με τους κρότους και τα γκαρίσματά τους πολλές φορές τρόμαζαν τους Γίγαντες. Ένα άλλο όπλο του Διόνυσου ήταν και ο θύρσος, το σύμβολό του, ένα μακρύ ραβδί στολισμένο με κισσό. Οι δυο γιοι του Δία για τη γενναιότητα και το θάρρος που έδειξαν στη Γιγαντομαχία ανταμείφθηκαν και έγιναν αθάνατοι.

Οι αρχαίοι μυθογράφοι ασχολήθηκαν με τη Γιγαντομαχία και μέσα από τα έργα τους μας περιγράφουν πολλές σημαντικές σκηνές της.Ο Ηρακλής χτύπησε πρώτα με το τόξο του τον Αλκυονέα. Αυτός ήταν ο μεγαλύτερος από τους Γίγαντες και σύμφωνα με μια παράδοση, ο αρχηγός τους. Ο Αλκυονέας έπεσε κάτω με τρομερό κρότο. Αλλά τη στιγμή που ο ήρωας πανηγύριζε για την επιτυχία του, τον είδε να σηκώνεται πάλι υψώνοντας απειλητικά το τεράστιο κορμί του.Ήταν μάλιστα έτοιμος να εκτοξεύσει στον Ηρακλή έναν τεράστιο βράχο που βρισκόταν δίπλα του.

Ευτυχώς η Αθηνά κατάφερε να τον εμποδίσει. Μετά εξήγησε στον Ηρακλή που ακόμη δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του, ότι ο Αλκυονέας ήταν αθάνατος όσο πατούσε στο χώμα που τον γέννησε. Τότε ο ήρωας φορτώθηκε στις στιβαρές πλάτες του το Γίγαντα, τον μετέφερε έξω από το πεδίο της Φλέγρας όπου είχε γεννηθεί και τον εξόντωσε τελειωτικά με τα βέλη του. Οι κόρες του, οι Αλκυονίδες, απελπισμένες από το θάνατο του πατέρα τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα και μεταμορφώθηκαν σε πουλιά (τις αλκυόνες).

Ο Πορφυρίωνας που φιλοδοξούσε να εξουσιάσει τη Δήλο και τους Δελφούς και η Γη του είχε υποσχεθεί να τον ζευγαρώσει με την Ήβη, την κόρη της Ήρας, παρακολουθούσε την εξόντωση του αδερφού του και όρμησε να εκδικηθεί τον Ηρακλή.

Και σίγουρα ο τρομερός Γίγαντας θα καταπλάκωνε μ’ ένα βουνό τον ήρωα. Ευτυχώς όμως ο Δίας μηχανεύτηκε ένα κόλπο την τελευταία στιγμή. Διέταξε την Αφροδίτη να κυριέψει το Γίγαντα με ερωτικό πάθος για την Ήρα που βρισκόταν εκεί κοντά.

Η Αφροδίτη έστειλε το γιο της τον Έρωτα εναντίον του Πορφυρίωνα και ξαφνικά αυτός αδιαφορώντας για τον Ηρακλή άρχισε να κυνηγάει την Ήρα για να σμίξει μαζί της.

Τη στιγμή ακριβώς που είχε συλλάβει τη θεϊκή βασίλισσα και είχε σκίσει τα μεγαλόπρεπα πέπλα της, ο Ηρακλής βρήκε την ευκαιρία να τον εξοντώσει με το βέλος του.

Ανάλογο ρόλο έπαιξε και η ίδια η Αφροδίτη στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας.

Σε μια δύσκολη στιγμή που δεκαπέντε Γίγαντες είχαν περικυκλώσει απειλητικά τον Ηρακλή, αυτή μετέφερε με τη θεϊκή δύναμή της τον ήρωα σ’ ένα σπήλαιο.

Κατόπιν, έδειξε το καταπληκτικό της σώμα στους Γίγαντες. Αυτοί μονομιάς κυριεύτηκαν από ερωτικό πάθος και άρχισαν να τρέχουν πίσω από τη θεά.

Η Αφροδίτη τους οδήγησε έτσι στη σπηλιά όπου είχε κρύψει τον Ηρακλή. Επειδή οι Γίγαντες δε χωρούσαν να περάσουν όλοι μαζί την είσοδο της σπηλιάς, έμπαιναν μέσα ένας ένας.

Ο Ηρακλής με μεγάλη ευκολία κατάφερε να τους εξοντώσει και τους δεκαπέντε.

Η Αθηνά, πολεμική θεά, δεν κατέφυγε σε τέτοια γυναικεία κόλπα. χρησιμοποιώντας το δόρυ και το ακόντιό της πολέμησε αντρίκεια.

Στην αρχή πάλευε πολλές ώρες με τον Πάλλαντα.

Ο Γίγαντας ήταν τρομερά δυνατός, όμως η Αθηνά χρησιμοποιώντας πολεμικά κόλπα και έξυπνη στρατηγική κατάφερε να τον εξοντώσει.

Στη συνέχεια τον έγδαρε και από το δέρμα του κατασκεύασε τη δική της αιγίδα, που την έκανε ατρόμητη.Ο Εγκέλαδος, όταν είδε το φριχτό τέλος του Πάλλαντα, το έβαλε στα πόδια.

Η Αθηνά όμως τον αντιλήφθηκε και τον καταδίωξε. Επειδή δυσκολευόταν να τον φτάσει, άρπαξε τη Σικελία και την πέταξε κατά πάνω του.

Το νησί βρήκε το στόχο του και καταπλάκωσε το Γίγαντα. Έτσι εξηγούνταν από τους αρχαίους οι εκρήξεις της Αίτνας, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τα τινάγματα του Εγκέλαδου που ψυχομαχούσε.

Μια παρόμοια περιπέτεια με τον Εγκέλαδο είχε και ο Πολυβώτης. Αυτόν ανέλαβε να τον αντιμετωπίσει ο Ποσειδώνας. Η μάχη μέσα στη θάλασσα ήταν τρομερή. Τεράστια κύματα σηκώθηκαν και κόντευαν να φτάσουν τα παλάτια του Ουρανού, ψηλά στον Αιθέρα.

Ο Ποσειδώνας όμως είχε το προνόμιο ότι βρισκόταν στο δικό του χώρο, μέσα στο υγρό του βασίλειο. Με το όπλο που του είχαν χαρίσει οι Κύκλωπες, την τρομερή τρίαινα, κατάφερε να τρυπήσει πολλές φορές το κορμί του Γίγαντα.

Το αίμα του κυλούσε ασταμάτητα και κοκκίνισε ολόκληρη τη θάλασσα· μη μπορώντας να τα βγάλει πέρα τράπηκε σε φυγή.

Ο θαλασσοσείστης Ποσειδώνας όμως άρπαξε ένα κομμάτι από την Κω, το πέταξε με μεγάλη δύναμη στον Πολυβώτη και τον πλάκωσε. Το κομμάτι της Κω που καταπλάκωσε το Γίγαντα είναι το γνωστό νησάκι Νίσυρος.

Στη Γιγαντομαχία έλαβε μέρος και ο Απόλλωνας, ο γιος του Δία από τη Λητώ. Πιο γνωστή είναι η μάχη που έδωσε με το Γίγαντα Εφιάλτη. Τα μαγικά του βέλη έπεφταν σαν βροχή πάνω στο τρομερό τέρας.

Στην αρχή ο Εφιάλτης έμοιαζε να μην καταλαβαίνει τίποτα. Ο Ηρακλής όμως που είχε μάθει από την Αθηνά όλα τα μυστικά για την εξόντωση των εχθρών, έτρεξε για να βοηθήσει.

Ο Εφιάλτης ήταν ένας από τους Γίγαντες για τους οποίους υπήρχε χρησμός ότι θα εξοντωνόταν μόνο αν τους χτυπούσε παράλληλα ένας θνητός και ένας αθάνατος. Έτσι όταν ο Απόλλωνας τόξευσε το αριστερό μάτι του Γίγαντα, ο Ηρακλής σημάδεψε το δεξί. Τότε ο Εφιάλτης, τυφλωμένος και με το αίμα να τρέχει σαν ποτάμι πάνω στα γένια του και το τεράστιο σώμα του, ξεψύχησε. Η Γη για να εκδικηθεί τον Ηρακλή άρχισε από τότε να στέλνει τη μορφή του Εφιάλτη στα όνειρα των θνητών.

Ο Διόνυσος μαζί με τους Σάτυρους έτρεψαν σε φυγή τον Εύρυτο. Ο γιος του Δία τον καταδίωξε και μ’ ένα χτύπημα του θύρσου του κατάφερε να σκοτώσει το Γίγαντα. Αλλά η λύσσα του ήταν τόσο μεγάλη ώστε παρακάλεσε τον πατέρα του να τον μεταμορφώσει σε λιοντάρι.

Ο Δίας άκουσε το γιο του και έτσι σε λίγο ο Διόνυσος με μορφή λιονταριού κατασπάραξε το νεκρό Εύρυτο. Ο Πελώρεος που είδε το τέλος του αδερφού του βάλθηκε να εκδικηθεί το φονιά. Αρπαξε λοιπόν με μεγάλη ορμή το όρος Πήλιο και το εκτόξευσε ενάντια στον Διόνυσο, τους Σάτυρους και τους Κορύβαντες.

Ευτυχώς που ο Αρης παρακολουθούσε τη σκηνή και έπιασε το βουνό στον αέρα. Έτσι γλίτωσε τον Διόνυσο και την παρέα του από βέβαιο θάνατο. Ο Ποσειδώνας στη συνέχεια κυνήγησε τον Πελώρεο και όταν τον είδε να πηδά μέσα στα νερά του Σπερχειού ποταμού για να γλιτώσει, τον χτύπησε με την τρίαινά του και τον σκότωσε.

Τον Ευρυμέδοντα, που σύμφωνα με μια παράδοση ήταν αυτός ο αρχηγός των Γιγάντων, τον σκότωσε ο ίδιος ο Δίας. Και να πώς έγινε η τρομερή πάλη μεταξύ τους: Ο Ευρυμέδοντας ήθελε να σκοτώσει ο ίδιος τον Δία έτσι ώστε σε περίπτωση νίκης των Γιγάντων, να γίνει αυτός ο κυρίαρχος του κόσμου. Έψαχνε λοιπόν μέσα στην αναταραχή τον αρχηγό των Ολυμπίων.

Σε κάποια στιγμή διέκρινε τον αστραποβόλο κεραυνό και όρμησε με λύσσα εναντίον του. Η Γη προσπάθησε με κάθε τρόπο να βοηθήσει το γιο της. Έτσι έκανε να φυτρώσουν από το σώμα του χιλιάδες δηλητηριώδη φίδια.

Ο Ευρυμέδοντας άρχισε μ’ όλη του τη δύναμη να χτυπά τον Δία, που όμως προστατευόταν από τη θεϊκή αιγίδα του. Σε κάποια στιγμή ο Δίας κατάφερε να βάλει το πρόσωπο της Γοργόνας μπροστά στα μάτια του Γίγαντα. Τότε αυτός κυριεύτηκε από τρόμο.

Ο Δίας έριξε πάνω του τον κεραυνό και σε λίγο το κορμί του τυλίχτηκε στις φλόγες. Κόρη του Ευρυμέδοντα ήταν η Περίβοια, που ζευγαρώθηκε με τον Ποσειδώνα και έφερε στον κόσμο τον Ναυσίθοο, πατέρα του Αλκίνοου, του βασιλιά των Φαιάκων.

Ο Ήφαιστος στη διάρκεια της Γιγαντομαχίας χρησιμοποιούσε ως όπλα του τα διάφορα υλικά που είχε μέσα στο θεϊκό εργαστήρι του. Επάνω στη φωτιά έλιωνε διάφορα μέταλλα, όπως ατσάλι, σίδερο, χαλκό και πυρακτωμένα τα εκτόξευε στους Γίγαντες. Μ’ αυτόν τον τρόπο κατάφερε να εξοντώσει έναν πολύ επικίνδυνο Γίγαντα, τον Μίμαντα.

Τη στιγμή που αυτός χτυπιόταν με τον Δία και την Αθηνά και τους είχε φέρει σε δύσκολη θέση, ο Ήφαιστος του έριξε βλήματα πυρακτωμένου σιδήρου. Τότε ο Γίγαντας ένιωσε το κορμί του να ζεματάει, άρχισε να ουρλιάζει, έπεσε κάτω και κυλιόταν απελπισμένα στο έδαφος. Ο Δίας τότε βρήκε την ευκαιρία και τον πλάκωσε μ’ ένα βουνό. Από τότε είναι θαμμένος κάτω από το όρος Μίμαντας που βρίσκεται στις Ερυθρές απέναντι από τη Χίο. Ο φτερωτός Ερμής και σ’ αυτόν τον πόλεμο χρησιμοποίησε την πονηριά του. Κατέβηκε στον Αδη και ζήτησε από το θείο του, τον μελαψό Πλούτωνα, την κυνέα, που τον έκανε αόρατο. Πέταξε αμέσως πάλι στη χώρα της συμπλοκής και φορώντας το μαγικό κράνος πλησίασε τον Ιππόλυτο.

Ο Γίγαντας άρχισε ξαφνικά να βλέπει τεράστιους βράχους να σηκώνονται μόνοι τους από τη γη και να πέφτουν επάνω του. Σε λίγο άρχισε να νιώθει τσιμπήματα, κλοτσιές, γροθιές σ’ όλο του το κορμί μα δεν έβλεπε κανέναν να βρίσκεται κοντά του. Τότε νόμισε πως τρελάθηκε από την οχλαγοή και τους κρότους και τράπηκε μόνος του σε φυγή. Ο Ερμής τον κυνήγησε και κατάφερε με μεγάλη ευκολία να τον αποτελειώσει.

Αλλά και οι υπόλοιπες θεές που πήραν μέρος στη Γιγαντομαχία κατάφεραν να δώσουν ένα χέρι βοήθειας στους βασικούς πρωταγωνιστές.

Έτσι, η Εκάτη κατάφερε ρίχνοντας αμέτρητους αναμμένους δαυλούς να εξοντώσει τον Κλυτία. Αυτός δεν προλάβαινε να αποφύγει τον έναν και αμέσως έφτανε ο άλλος δαυλός. Σε κάποια στιγμή που άφησε ελεύθερα τα χέρια του για να ξεκουραστούν, η Εκάτη του πέταξε μια βροχή αναμμένους δαυλούς. Ο Γίγαντας τυλίχτηκε στις φλόγες χωρίς να προλάβει ν’ αντιδράσει. Έτσι βρήκε φριχτό θάνατο. Επίσης, η Αρτεμη, η θεά του κυνηγιού, ρίχνοντας τα θεϊκά βέλη της σκότωσε τον Γρατίωνα. Τέλος, οι Μοίρες, οι κόρες του Δία, στάθηκαν στο πλευρό του εξοπλισμένες με τα χάλκινα ρόπαλά τους. Αυτές σκότωσαν τον Αγριο και τον Θέοντα.

Ο φοβερός Αδαμάστορας βλέποντας τον έναν πίσω από τον άλλο τους αδερφούς του να εξουδετερώνονται από τους Ολύμπιους, σε μια τελευταία προσπάθεια διαφυγής από τη μοίρα άρπαξε ολόκληρη την οροσειρά της Ροδόπης και την έριξε καταπάνω τους. Ο Ήλιος που περνούσε εκείνη την ώρα με το άρμα του, την τελευταία στιγμή κατάφερε ν’ αλλάξει την πορεία των βουνών και έσωσε τους θεούς. Τότε αυτοί είδαν πως δεν ήταν εύκολο να τα βγάλουν πέρα με τον αδάμαστο Αδαμάστορα, παρά μόνον εάν ένωναν όλοι μαζί τις δυνάμεις τους. Όρμησαν λοιπόν επάνω του ο Δίας, ο Αρης, ο Ερμής, ο Απόλλωνας, ο Ήφαιστος και μαζί ο Ηρακλής και ο Διόνυσος και μετά από πολλές ώρες πάλης κατάφεραν να τον εξοντώσουν.

Όλους τους υπόλοιπους Γίγαντες τους ξέκανε με τον κεραυνό του ο Δίας και με τα βέλη του ο Ηρακλής. Όταν πια τους εξόντωσαν όλους, οι θεοί κάθισαν να ξαποστάσουν χαρούμενοι για τη νίκη τους. Αμέσως μετά άρχισαν να τακτοποιούν τα θεϊκά τους παλάτια που σχεδόν είχαν καταστραφεί ύστερα από τέτοια κοσμοχαλασιά.

Μετά από χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι συνέχιζαν να βρίσκουν μέσα στη γη κόκαλα από σκοτωμένους Γίγαντες.

Έδειχναν βράχους που είχαν εκσφενδονίσει αυτοί ή οι θεοί, όπως ένα βράχο στη Λυκαονία, που έλεγαν πως τον είχε ρίξει ο Δίας· νησιά σαν τη Νίσυρο, τη Λήμνο και την Πορφυριώνη στην Προποντίδα· βουνά σαν τον Μίμαντα και ηφαίστεια σαν το Βεζούβιο και την Αίτνα που κρατούσαν στα σπλάχνα τους τους Γίγαντες. Άλλοι ιστορούν πως επίτηδες η Γη με στοργή είχε θάψει τους γιους της βαθιά κάτω από τα βουνά ή πως είχε μεταμορφώσει τους ίδιους σε βουνά.

Η προσπάθεια του ανθρώπου, για να ξαναγίνει άνθρωπος

Ο Ελληνικός ανθρωπισμός
είχε πολύ πλατύτερη έννοια από αυτό που ονομάζουμε ανθρωπισμό ή ουμανισμό σήμερα.

Ο χριστιανισμός εξευτέλισε την έννοια του ανθρωπισμού με εκείνου της "φιλανθρωπίας". Υποβίβασε δηλαδή τον άνθρωπο σε επαίτη* και έτσι σερνόταν στα χίλια χρόνια του μεσαίωνα. Εκείνου του "λαμπρού Βυζαντίου" που μας διδάσκουν, για να μην ξεχνιόμαστε περί του τι είναι μεσαίωνας.

Η αναγέννηση (αναγέννηση του ανθρώπου) στα 500 χρόνια της μέχρι τα σήμερα, μαζί με τον διαφωτισμό που ήταν τα εφηβικά της χρόνια, δεν κατάφερε να φτιάξει έναν φυσικό άνθρωπο και έναν πραγματικό ανθρωπισμό. Μην μπορώντας να απεμπλακεί από ιδεοληψίες, αλλά κυρίως από την μεσαιωνική ηθική, οδηγεί στον άνθρωπο ανάμεσα στον ανθρωπισμό και στην φιλανθρωπία. Έχουμε τον φιλανθρωπισμό, ο οποίος στις σύγχρονες κοινωνίες της υλικής ευμάρειας, έχει μετατραπεί σε φιλοτομαρισμό.

Η ιστορία όμως γράφεται σε μακροσκοπικό επίπεδο του χρόνου και όχι στην αντίληψη μίας γενιάς. Ούτε ο Παύλος φανταζόταν ότι θα κατάφερνε τον χιλιόχρονο μεσαίωνα, ούτε ο Ρουσσώ φανταζόταν ότι έναν χρόνο μετά τον θάνατό του θα γινόταν η Γαλλική επανάσταση, πολύ δε περισσότερο ο Τζιορντάνο Μπρούνο, την ώρα της αγωνίας και του φρικτού θανάτου, δεν φανταζόταν ότι κάποτε θα γινόταν άγαλμα απέναντι από το Βατικανό!

Έτσι λοιπόν σήμερα, διαβάζουμε τους επιστήμονες σε συνέδρια βιολογίας και φιλοσοφίας της επιστήμης, να μιλάνε για τον ειδισμό. Ακόμα και στον ορθογράφο, η λέξη ειδισμός παρουσιάζεται ως λάθος. Η ιδέα κυοφορείτε σήμερα και είναι σίγουρο πως σε μερικές δεκαετίες θα αποτελεί τόσο ισχυρή πεποίθηση, όπως σήμερα ο ρατσισμός.

Οι Έλληνες χαμογελούν σκωπτικά από τον Άδη, βλέποντας το πόσο πασχίζει να ξαναγίνει ο Homo Sapiens, άνθρωπος. Πόσο αυτονόητοι για αυτούς προβληματισμοί, ακόμα και στον μέσο πολίτη, σήμερα, δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά, ξαφνιάζει τα επιστημονικά συνέδρια.
-------------------------
*Δεν είναι μόνο η «φιλανθρωπία» ταπεινωτική για τον άνθρωπο, ακόμα χειρότερη είναι η «ελεημοσύνη». Ο άνθρωπος που την δέχεται έχει περιέλθει σε κατάσταση ελεεινότητας, έχει καταστεί ελεεινός από τους συνανθρώπους του, για να επαίρονται ελεώντας τον οι χριστιανοί και το ιερατείο τους. Αυτά, αν σκεφτούμε πως αιώνες πριν, στην αρχαία Αθήνα, οι (κοινωνικά) αδύνατοι γευμάτιζαν δωρεάν στο Πρυτανείο μαζί με τους τιμώμενους πολίτες και τους επισήμους ξένους, περά από τα άλλα ευεργετήματα που δικαιωματικά απολάμβαναν ως πολίτες.
Η ελεημοσύνη είναι απόρροια της "φιλανθρωπίας" και δημιουργός του ρατσισμού.

Ο θυμός ως καθρέφτης και δάσκαλος εσωτερικής μεταμόρφωσης

Όλοι το έχουμε βιώσει. Μια κουβέντα που “σε ανάβει”, μια συμπεριφορά που δεν αντέχεις, ένα βλέμμα που εκλαμβάνεις ως πρόκληση. Ο θυμός και ο εκνευρισμός φαίνονται σαν αντίδραση στον άλλον, όμως στην ουσία αποτελούν μια κραυγή του εσωτερικού μας κόσμου. Είναι μηνύματα, και μάλιστα από τα πιο καθαρά. Ο θυμός δεν αποτελεί ένδειξη ανεπάρκειας. Είναι ανθρώπινη εμπειρία που ζητά κατανόηση. Η παρουσία μας στην εμπειρία αυτή, με ανοιχτή επίγνωση, μας βοηθά να αντιληφθούμε τι ακριβώς πυροδοτεί τη συναισθηματική αντίδραση.

Η ψυχολογία αναγνωρίζει εδώ τον μηχανισμό της προβολής. Αποδίδουμε στους άλλους χαρακτηριστικά ή προθέσεις που ασυνείδητα αρνούμαστε στον εαυτό μας. Ο Carl Jung έλεγε πως «ό,τι μας ενοχλεί έντονα στους άλλους, μπορεί να είναι αυτό που αρνούμαστε να δούμε μέσα μας». Το εξωτερικό ερέθισμα είναι μόνο ο καθρέφτης. Η ενόχληση είναι δική μας. Και πολλές φορές, η ίδια η ένταση της ενόχλησης είναι ένα πολύτιμο στοιχείο. Όσο πιο υπερβολική, τόσο πιο πιθανό να μην αφορά πραγματικά τον άλλον.

Η παγίδα της ευθύνης του άλλου

Είναι εύκολο να ρίξουμε την ευθύνη στους άλλους. “Με τρελαίνει γιατί είναι αγενής”, “με κάνει έξαλλο γιατί με μειώνει”, “δεν αντέχω την ανευθυνότητά του”. Και όμως, αυτό που μας θυμώνει υπερβολικά, αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο – ή κρύβουμε μέσα μας την ίδια τάση και την απορρίπτουμε, ή ενεργοποιεί μια πληγή που προϋπήρχε.

Η ενοχλητική συμπεριφορά του άλλου είναι απλώς το έναυσμα. Η αντίδρασή μας είναι ο φακός. Κι εκεί, ξεδιπλώνεται το προσωπικό μας υλικό – αξίες, τραύματα, προσδοκίες, ανεκπλήρωτες ανάγκες. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άλλοι είναι αθώοι πάντα — σημαίνει όμως ότι η ένταση της δικής μας αντίδρασης λέει κάτι για εμάς.

Η προβολή, όπως περιγράφεται και από τη Melanie Klein, είναι ένας τρόπος με τον οποίο αποσχίζουμε πτυχές του εαυτού και τις αποδίδουμε έξω, ώστε να μπορούμε να τις διαχειριστούμε χωρίς ενοχή. Αυτό μπορεί να μας προστατεύει προσωρινά, αλλά τελικά περιορίζει τη δυνατότητα αυτογνωσίας. Η σκιά παραμένει ενεργή, απλώς μεταμφιεσμένη σε θυμό.

Η πρόκληση της επίγνωσης μέσα από τον θυμό

Η επίγνωση δεν έρχεται όταν εξαφανίζεται ο θυμός, αλλά όταν τον βλέπουμε χωρίς να τον κρίνουμε. Το πρώτο βήμα είναι να κάνεις παύση και να ρωτήσεις: Τι μου συμβαίνει τώρα; Τι ενεργοποιείται μέσα μου;

Ο Daniel Goleman, μέσα από τη θεωρία της συναισθηματικής νοημοσύνης, μας υπενθυμίζει πως η ικανότητα να αναγνωρίζουμε και να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας είναι βασικός δείκτης ψυχικής ωριμότητας. Αυτό δε σημαίνει να μην αισθανόμαστε, αλλά να μάθουμε να διαβάζουμε τα συναισθήματά μας ως πληροφορίες. Ο θυμός λοιπόν είναι ένα εργαλείο — εφόσον δεν μας καταπίνει.

Υπάρχουν τεχνικές επίγνωσης που μας βοηθούν να σταθούμε δίπλα στον θυμό αντί να ταυτιστούμε με αυτόν. Η βαθιά αναπνοή, η καταγραφή σκέψεων και η παρατήρηση του σώματος είναι μερικά από τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία. Το σώμα ειδικά, συχνά ξέρει πριν από το μυαλό. Η ένταση στους ώμους, το σφίξιμο στο στομάχι, το τρέμουλο στα χέρια είναι όλα μηνύματα. Αν τα ακούσουμε χωρίς πανικό, μας καθοδηγούν.

Η ανατροπή: Η κρίση ως καθοδήγηση

Όταν καταφέρεις να σταθείς λίγο πιο πίσω από τον θυμό σου, να μην τον αρνηθείς ούτε να τον αφήσεις να σε παρασύρει, τότε αρχίζει η μεταμόρφωση. Ο εκνευρισμός λειτουργεί σαν πνευματικό GPS — σου δείχνει πού έχεις κόμπους, πού χρειάζεται φροντίδα, πού έχεις παραμελήσει την εσωτερική εργασία.

Στη θεραπεία, αυτή η διεργασία ονομάζεται συχνά “αντιστροφή του βλέμματος”. Αντί να εξετάζεις τι φταίει στον άλλον, διερευνάς ποιο κομμάτι μέσα σου ζητάει ακρόαση. Και μέσα από αυτό, η ίδια η κρίση μετατρέπεται σε εργαλείο αυτογνωσίας.

Ο Thich Nhat Hanh πρότεινε να αντιμετωπίζουμε τον θυμό μας σαν ένα παιδί που κλαίει. Δεν πρέπει να το μαλώσουμε, ούτε να το αγνοήσουμε, αλλά να το κρατήσουμε και να το ακούσουμε. «Ο θυμός», έγραφε, «είναι σαν ένα μωρό. Αν του φερθείς με αγάπη, θα ηρεμήσει και θα σου πει τι έχει».

Και σε ένα βαθύτερο επίπεδο, η διαχείριση του θυμού γίνεται πράξη αυτοφροντίδας. Γιατί κάθε φορά που διαχειρίζεσαι τον εκνευρισμό σου με επίγνωση, μαθαίνεις να σέβεσαι τον εαυτό σου, όχι γιατί τον υπερασπίζεσαι, αλλά γιατί τον κατανοείς.

Από την ενόχληση στην κατανόηση

Κάθε φορά που ενοχλείσαι, έχεις μπροστά σου μια επιλογή. Να αντιδράσεις ή να στραφείς προς τα μέσα, να αμυνθείς ή να εξερευνήσεις. Η πρώτη επιλογή είναι εύκολη και γνώριμη. Η δεύτερη είναι αυτή που οδηγεί στην αυτογνωσία.

Αυτό δεν σημαίνει ανοχή σε κακοποιητικές συμπεριφορές ή άρνηση του θυμού. Σημαίνει ότι αναλαμβάνεις την ευθύνη για το τι σου δείχνει η κάθε ενόχληση. Και σταδιακά, εκπαιδεύεσαι να βλέπεις τα ερεθίσματα όχι ως επιθέσεις, αλλά ως καθοδηγητικά σήματα. Αυτός είναι ο μετασχηματισμός. Η μετατροπή της ενόχλησης σε εργαλείο αποκατάστασης του εαυτού.

Και τότε, οι σχέσεις αλλάζουν. Δεν θυμώνεις λιγότερο αλλά πιο καθαρά, δεν καταπιέζεις αλλά επιλέγεις. Έτσι κάθε εκνευρισμός γίνεται ευκαιρία επιστροφής σε σένα.

Ο θυμός είναι πυξίδα

Ο θυμός, όταν ιδωθεί με επίγνωση, δεν είναι δείκτης προβλήματος αλλά ένδειξη κατεύθυνσης. Όπου θυμώνεις, εκεί υπάρχει κάτι που σε αφορά. Εκεί κρύβεται μια ανάγκη, μια πληγή ή μια πτυχή σου που ζητά να ενσωματωθεί. Ο θυμός είναι σαν πυξίδα που δείχνει την κατεύθυνση για εξερεύνηση, για επαναπροσδιορισμό, για κατανόηση του εαυτού σου.

Κάθε φορά που κάτι εκρήγνυται μέσα σου, αντί να το αντιμετωπίσεις ως πρόβλημα, μπορείς να το δεις σαν πρόσκληση. Μια πρόσκληση να σκάψεις πιο βαθιά, να βρεις τι σε πονά, τι ελπίζεις, τι χρειάζεσαι. Και καθώς ξεδιπλώνεται αυτό το ταξίδι, ο θυμός παύει να είναι ένα εμπόδιο και γίνεται ένα μεταβατικό πέρασμα, ένα σημείο που ενώνει το “παλιό” που δεν σε εκφράζει πια, με το “νέο” που γεννιέται μέσα από τη συνειδητότητα.

Η βαθύτερη σοφία αυτού του συναισθήματος βρίσκεται στην προτροπή : “Κοίτα ξανά. Μην κοιτάς έξω. Κοίτα μέσα σου.” Και τότε, το εκνευριστικό πρόσωπο, το ενοχλητικό σχόλιο, το απρόβλεπτο γεγονός, μεταμορφώνονται από αφορμές κρίσης σε ευκαιρίες κατανόησης.

Ό,τι σε εκνευρίζει, σε καθοδηγεί. Όχι γιατί ο άλλος έχει πάντα δίκιο. Αλλά γιατί μέσα από την αντίδρασή σου, βλέπεις πιο καθαρά τον εαυτό σου. Και ίσως, μέσα από αυτή τη διαύγεια, κάνεις ένα βήμα προς την ελευθερία. Μια ελευθερία που δεν έρχεται με την απουσία συναισθημάτων, αλλά με τη δυνατότητα να τα μετατρέπεις σε εργαλεία μεταμόρφωσης.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης

Ο Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης ήταν πρώιμος Έλληνας ιατρικός συγγραφέας και φιλόσοφος-επιστήμονας. Η ακριβής ημερομηνία του, η σχέση του με άλλους νωρίς Έλληνες φιλόσοφοι-επιστήμονες, και αν ήταν πρωτίστως ιατρός συγγραφέας/γιατρός ή ένας προσωκρατικός κοσμολόγος, είναι όλα θέματα αμφισβήτηση. Είναι πιθανό να έχει γράψει το βιβλίο του κάποια στιγμή μεταξύ 500 και 450 π.Χ. Τα σωζόμενα θραύσματα και οι μαρτυρίες εστιάζουν κυρίως σε θέματα φυσιολογίας, ψυχολογίας και επιστημολογίας και αποκαλύπτουν ότι ο Αλκμαίων είναι ένας στοχαστής σημαντικής πρωτοτυπίας. Ήταν Οι πρώτοι που αναγνώρισαν τον εγκέφαλο ως την έδρα της κατανόησης και Διακρίνετε την κατανόηση από την αντίληψη. Ο Αλκμαίων πίστευε ότι η τα αισθητήρια όργανα συνδέονταν με τον εγκέφαλο μέσω καναλιών (πόροι) και μπορεί να έχουν ανακαλύψει τους πόρους που συνδέουν τα μάτια στον εγκέφαλο (δηλαδή το οπτικό νεύρο) με αποκοπή του βολβού του ματιού ενός ζώου, αν και είναι αμφίβολο ότι χρησιμοποίησε ανατομή ως πρότυπη μέθοδος. Ανέπτυξε το πρώτο επιχείρημα που έχει καταγραφεί στο Ελληνική παράδοση για την αθανασία της ψυχής. Χρησιμοποίησε ένα πολιτικό μεταφορά για τον ορισμό της υγείας και της ασθένειας: Η ισότητα (ισονομία) των αντιτιθέμενων δυνάμεων που απαρτίζουν το σώμα (π.χ. το υγρό, το ξηρό, το ζεστό, το κρύο, το γλυκό, το πικρό κ.λπ.) διατηρεί την υγεία, ενώ η μοναρχία οποιουδήποτε από αυτούς παράγει ασθένεια. Ο Αλκμαίων συζήτησε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων στο φυσιολογία συμπεριλαμβανομένου του ύπνου, του θανάτου και της ανάπτυξης του εμβρύου. Δεν είναι σαφές αν παρουσίασε επίσης μια κοσμολογία όσον αφορά αντιτιθέμενες δυνάμεις, αλλά έχουμε κάποιες μαρτυρίες σχετικά με τις απόψεις του στην αστρονομία. Ο Αλκμαίων είχε σημαντική επίδραση στους διαδόχους του την Ελληνική φιλοσοφική παράδοση. Ο Αριστοτέλης έγραψε μια πραγματεία απαντώντας σε αυτόν, ο Πλάτων μπορεί να επηρεάστηκε από το επιχείρημά του για την αθανασία της ψυχής, και τόσο ο Πλάτωνας όσο και ο Φιλόλαος δέχτηκαν τη δική του Άποψη ότι ο εγκέφαλος είναι η έδρα της νοημοσύνης.

1. Ζωή και έργα
1.1 Ιατρικός συγγραφέας ή φιλόσοφος;
1.2 Ήταν ο Αλκμαίων Πυθαγόρειος;
1.3 Ημερομηνία
1.4 Το βιβλίο του Αλκμαίων και τα αποδεικτικά στοιχεία για το περιεχόμενό του
2. Επιστημολογία και Ψυχολογία
2.1 Τα όρια της γνώσης
2.2 Κατανόηση και εμπειρισμός
2.3 Ο Αλκμαίων εξασκήθηκε στην ανατομή;
2.4 Αντίληψη αισθήσεων
2.5 Η αθανασία της ψυχής
3. Ιατρικά δόγματα
3.1 Υγεία και ασθένεια
3.2 Ύπνος, εμβρυολογία και χρήση αναλογίας
4. Κοσμολογία
4.1 Αστρονομία
4.2 Αντίθετα
5. Σημασία και επιρροή

Ζωή και Έργα

1.1 Γιατρός φιλόσοφος;


Ο Αλκμαίων, γιος του Πειρίθους (αλλιώς άγνωστος), έζησε στη Ελληνική πόλη του Κρότωνα στο σκαλοπάτι της μπότας της Ιταλίας. Διογένης Λαέρτιος, στη σύντομη ζωή του Αλκμαίων (VIII. 83), ισχυρίζεται ότι έγραψε κυρίως σε ιατρικά θέματα. Υπάρχουν, ωστόσο, λίγα άμεσα στοιχεία για την εργάζονται ως ασκούμενοι ιατροί. Μεταγενέστεροι συγγραφείς στην ιατρική Η παράδοση, όπως ο Γαληνός (DK A2), τον αντιμετωπίζουν ως φιλόσοφο-επιστήμονα παρά ως γιατρός, έτσι ώστε ορισμένοι μελετητές (Mansfeld 1975; πρβλ. Perilli 2001 για μια κριτική) κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν γιατρός καθόλου, αλλά μάλλον ένας Προσωκρατικός φυσιολόγος (συγγραφέας στο φύση). Σε ανέκδοτες σημειώσεις, ωστόσο, ο Γρηγόρης Βλαστός υποστηρίζει ότι Η αποτυχία του Αριστοτέλη να συμπεριλάβει τον Αλκμαίωνα στην έρευνά του για την Οι απόψεις των Προσωκρατικών φυσιολόγων στη Μεταφυσική και τη Φυσική του δείχνουν καθαρά ότι γνώριζε χωρίς κοσμολογία που διατύπωσε ο Αλκμαίων (Vassallo 2021: 173). Πράγματι η πλειοψηφία των μελετητών, λόγω της παρατήρησης του Διογένη και λόγω της εστίασης στη λειτουργία του ανθρώπινου σώματος στο μαρτυρίες και θραύσματα, αναφέρονται στον Αλκμαίων ως γιατρός-φιλόσοφος. Ο ιστορικός Ηρόδοτος μας λέει ότι, στο δεύτερο μισό του έκτου αιώνα, οι γιατροί του Κρότωνα ήταν οι καλύτερο στον ελληνικό κόσμο (III. 131) και εξιστορεί με κάποια λεπτομέρεια το δραστηριότητες του διαπρεπέστερου Κροτωνιάτη ιατρού της εποχής, Δημοκήδης (III. 125-138). Έτσι, αν ένας ασκούμενος ιατρός ή όχι, ο Αλκμαίων οφείλει αναμφίβολα ένα μέρος του ενδιαφέροντός του για τον άνθρωπο φυσιολογία και ψυχολογία στην ιατρική παράδοση στον Κρότωνα. Στο πέμπτο αιώνα, είναι δύσκολο να χαράξουμε σαφείς γραμμές μεταξύ του έργου του Ένας ιατρικός συγγραφέας / γιατρός και ένας φιλόσοφος / επιστήμονας. Προσωκρατικός Οι κοσμολογίες αυτής της περιόδου αφιέρωσαν κάποια προσοχή σε ζητήματα ανθρώπινη φυσιολογία και ιατρική, και αντιστρόφως οι πρώτες πραγματείες στο Το ιπποκρατικό σώμα συχνά έδινε κάποια προσοχή στην κοσμολογία (βλ. Αριστοτέλης, Αντιστ. 480B23 κ.ε.). Ο αρχαιότερος Προσωκρατικός κοσμολογίες στην Ιωνία (π.χ. αυτές του Αναξίμανδρου και του Αναξιμένη) έκαναν δεν ασχολούνται με τη φυσιολογία, και είναι πιθανό ότι το νέο ενδιαφέρον για φυσιολογία στις κοσμολογίες του πέμπτου αιώνα (π.χ. εκείνες του Εμπεδοκλής και Αναξαγόρας) οφειλόταν στην επιρροή του Αλκμαίου (Zhmud 2012α, 366· 2014, 100). Η Année υποστηρίζει ότι ρωτώντας αν ήταν Ένας «ιατρικός συγγραφέας ή φιλόσοφος» είναι η λάθος ερώτηση και αντ' αυτού ρωτά αν ο Αλκμαίων έγραψε μια «επιστημονική πραγματεία» σε πεζό λόγο ή ιατρικό ποίημα» (2019: 15).

1.2 Ήταν ο Αλκμαίων Πυθαγόρειος;

Ο Κρότων είναι επίσης γνωστός ως το κέντρο της δραστηριότητας του Πυθαγόρα από περίπου το 530, όταν έφυγε από τη Σάμο. Ο Αλκμαίων απηύθυνε το βιβλίο του σε τρεις άνδρες που μπορεί να ήταν Πυθαγόρειοι:

Ο Αλκμαίων ο Κρότων, γιος του Πειρίθους, είπε τα εξής στον Βρωτίνο: Ο Λέων και ο Βαθύλλος... (ΔΚ 12Β1)

Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τον Λέοντα και τον Βαθύλλο, εκτός από το ότι ο Ιάμβλιχος, στο έργο του Περί του Πυθαγόρειου Τρόπου Ζωής (=VP), απαριθμεί ένα Πυθαγόρειος με το όνομα Λέων από το Metapontum και ένας Πυθαγόρειος Bathylaus από την Ποσειδωνία (Paestum), και οι δύο ελληνικές πόλεις της νότιας Ιταλίας (ΑΠ 267). Ο Bro(n)tinus αναγνωρίζεται ως Πυθαγόρειος από Croton σε ορισμένα μέρη (D.L. VIII. 42; Ιάμβ. VP 132) και από Metapontum σε άλλους (VP 194, 267). Είναι είτε ο πατέρας ή ο σύζυγος της Θεανώς, ο οποίος με τη σειρά του είναι είτε σύζυγος είτε μαθητής της Πυθαγόρας. Μήπως αυτή η «αφιέρωση» του βιβλίου του σε Οι Πυθαγόρειοι αναφέρουν ότι ο ίδιος ο Αλκμαίων ήταν Πυθαγόρειος; Ακόμα κι αν αυτό είναι μια αφιέρωση, δεν συνεπάγεται ότι ο Αλκμαίων συμφώνησε με το απόψεις των αποδεκτών του. Σύγκριση με την ομιλία του Εμπεδοκλή στο Ο Παυσανίας υπονοεί, επιπλέον, ότι αυτό που έχουμε δεν είναι αφιέρωση αλλά μια προτροπή ή μια προσπάθεια διδασκαλίας (Vlastos 1953, 344, n. 25). Σύγκριση με άλλους πρώιμους Έλληνες πεζογράφους όπως ο Εκαταίος και ο Ηράκλειτος δείχνει ότι τα βιβλία θα μπορούσαν να ξεκινήσουν με κριτική του απόψεις άλλων, ώστε η προσφώνηση του Αλκμαίων προς αυτούς τους Πυθαγόρειους μπορεί να είναι πολεμική (Κουλουμέντας 2018).

Ο Διογένης Λαέρτιος, στους Βίους των Φιλοσόφων (3λδ αιώνα μ.Χ.), περιλαμβάνει τον Αλκμαίων μεταξύ των Πυθαγορείων και λέει ότι μαθήτευσε κοντά στον Πυθαγόρα (VIII. 83). Μεταγενέστεροι συγγραφείς όπως ο Ιάμβλιχος (VP 104, 267), ο Φιλόπονος (De An. σελ. 88) και ο σχολιαστής στον Πλάτωνα (Alc. 121e) καλούν επίσης Αλκμαίων, ένας Πυθαγόρειος. Η πλειοψηφία των μελετητών μέχρι τα μέσα του Ο εικοστός αιώνας ακολούθησε αυτή την παράδοση. Ωστόσο, δεν είναι αλήθεια ότι η αρχαία «παράδοση είναι ομόφωνη στην παρουσίασή του ως Πυθαγόρειο» (Zhmud 2012a, 123). Στην πραγματικότητα, η πλειοψηφία των Οι αρχαίες πηγές δεν τον περιγράφουν ως Πυθαγόρειο (π.χ. Κλήμης [DK 24A2], Γαληνός [DK24A2], Αέτιος [DK 24A4, 6, 8–10, 13, 17–18], Censorinus [DK 24A13–14], και Χαλκίδιος [DK] Α10]). Το καλύτερο επιχείρημα για να τον θεωρήσουμε Πυθαγόρειο θα ήταν το δικό του συμπερίληψη στον κατάλογο των Πυθαγορείων του Ιάμβλιχου στο τέλος του Περί της Πυθαγόρειας Ζωής, αν μπορούσαμε να είμαστε σίγουροι ότι όλα τμήματα αυτού του καταλόγου ανάγονται στον Αριστόξενο τον τέταρτο αιώνα, δεδομένου ότι ο Αριστόξενος είναι μια πολύ ενημερωμένη πηγή για τον Πυθαγόρειο (Zhmud 2012a, 122; 2012b, 241–43). Ωστόσο, ορισμένα τμήματα του κατάλογος είναι πολύ απίθανο να πάει πίσω στον Αριστόξενο και δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιος ότι η συμπερίληψη του Alcmaeon οφειλόταν σε αυτόν (Huffman 2005, 297–99). Εκτός από αυτή την πιθανότητα σχετικά με τον Αριστόξενο, όχι ένας προγενέστερος από τον Διογένη Λαέρτιο (περ. 200 μ.Χ.) αποκαλεί τον Αλκμαίων α Πυθαγόρειο. Ο Αριστοτέλης έγραψε δύο βιβλία για τους Πυθαγόρειους, αλλά έγραψε ένα ξεχωριστό βιβλίο για τον Αλκμαίωνα. Ο Αριστοτέλης και ο Θεόφραστος αναφέρονται σε αυτόν πολλές φορές, αλλά ποτέ δεν τον προσδιορίζουν ως Πυθαγόρειο, και αυτό είναι την άσκηση της δοξογραφικής παράδοσης (βλ. Α4, 6, 8–10, 13–14, 17–18, στο DK 24). Simplicius (6ου AD) αναφέρει ότι ορισμένοι έχουν διατυπώσει την άποψη ότι Ο Αλκμαίων είναι Πυθαγόρειος, αλλά σημειώνει ότι ο Αριστοτέλης το αρνείται (De Ένας. 32.3). Πιο αποκαλυπτική είναι η συζήτηση του Αριστοτέλη για Αλκμαίων στη Μεταφυσική βιβλίο Ι (986a22 κ.ε.). Σημειώνει ένα ομοιότητα μεταξύ του Αλκμαίων και μιας ομάδας Πυθαγορείων στην πόζα αντίθετα ως αρχές των πραγμάτων, αλλά εκφράζει αβεβαιότητα ως προς ποιος επηρέασε ποιον. Οι παλαιότεροι μελετητές έκαναν αυτή τη σύγκριση του Αλκμαίου στους Πυθαγόρειους ως επιβεβαίωση ότι ήταν Πυθαγόρειος. Περισσότερος Οι μελετητές των τελευταίων πενήντα ετών, ωστόσο, έχουν αναγνωρίσει ότι Η αντιμετώπιση του Αλκμαίων από τον Αριστοτέλη εδώ υποδηλώνει το ακριβές απέναντι; έχει νόημα μόνο να τον συγκρίνουμε με τους Πυθαγόρειους και αναρωτιέστε ποιος επηρέασε ποιον, αν δεν είναι Πυθαγόρειος (π.χ. Guthrie 1962, 341: «Αριστοτέλης... τον διακρίνει ρητά από οι Πυθαγόρειοι»). Σίγουρα τα περισσότερα από τα αντίθετα που είναι αναφέρονται ως ζωτικής σημασίας για τον Αλκμαίων δεν εμφανίζονται στο Πυθαγόρειο πίνακα των αντιθέτων, και δεν υπάρχει ίχνος του κρίσιμου Πυθαγόρειου αντίθεση μεταξύ ορίου και απεριόριστου στον Αλκμαίωνα. Η συντριπτική Κατά συνέπεια, η πλειοψηφία των μελετητών από το 1950 θεωρεί τον Αλκμαίων ως μια μορφή ανεξάρτητη από τους Πυθαγόρειους (π.χ., Guthrie 1962, 341; Burkert 1972, 289; KRS 1983, 339· Lloyd 1991, 167· Kahn 2001; Ρίντβεγκ 2005, 115; Primavesi 2012, 447; Année 2019: 99–100. Ζμούντ [2012a, 121–124· 2014, 97–102] είναι η αξιοσημείωτη εξαίρεση), αν και, ως συμπολίτης του Κρότωνα, θα ήταν εξοικειωμένος με τη σκέψη τους.

1.3 Ημερομηνία

Κανένα θέμα σχετικά με τον Αλκμαίων δεν ήταν πιο αμφιλεγόμενο από το δικό του ημερομηνία. Κάποιοι προσπάθησαν να τον γνωρίσουν με βάση τη διεύθυνσή του στο Brotinus (π.χ., Zhmud 2012a, 122). Οι ημερομηνίες του Brotinus είναι επίσης Ωστόσο, είναι αβέβαιο ότι θα βοηθήσει πολύ. Αν είναι ο πατέρας της Θεανώς και η Θεανώ ήταν σύζυγος του Πυθαγόρα, θα μπορούσε να είναι σύγχρονος του Πυθαγόρας (570-490) ή και παλαιότερος. Αν είναι της Θεανώς σύζυγος και ήταν μαθητής του Πυθαγόρα στα γηρατειά του και έτσι είκοσι το 490, ο Brotinus θα μπορούσε να είχε γεννηθεί μέχρι το 520. Αυτό υπαινίσσεται ότι ο Brotinus θα μπορούσε να είναι ο παραλήπτης του βιβλίου χρόνο μεταξύ 550 και 450 π.Χ. Το κέντρο της διαμάχης, ωστόσο, έχει ήταν μια πρόταση στο απόσπασμα των Μεταφυσικών του Αριστοτέλη που συζητήθηκε παραπάνω:

Ο Αλκμαίων ο Κρότωνας φαίνεται επίσης να σκέφτηκε με παρόμοιο τρόπο, και είτε πήρε αυτή τη θεωρία από αυτούς [δηλαδή τους Πυθαγόρειους] είτε Αυτοί από αυτόν. Γιατί σε ηλικία ο Αλκμαίων ήταν στα γηρατειά του Πυθαγόρα, και οι απόψεις του ήταν παρόμοιες με τις δικές τους (986a27–31).

Η παραπάνω πρόταση με έντονους χαρακτήρες λείπει σε ένα από τα σημαντικότερα χειρόγραφα και ο Αλέξανδρος δεν κάνει καμία αναφορά σε αυτό στο σχόλιό του για τη Μεταφυσική. Εμφανίζεται στις άλλες δύο μείζονες χειρόγραφα και στα σχόλια του Ασκληπιού. Ένας αριθμός μελετητών το θεώρησαν ως παρατήρηση μεταγενέστερου σχολιαστή, η οποία παρεισέφρησε στο κείμενο (π.χ., Ross 1924, 152; Burkert 1972, 29, n.60) και αυτό είναι η άποψη του πιο πρόσφατου συντάκτη (Primavesi 2012, 447–8). Είναι μια εκπληκτική παρατήρηση για τον Αριστοτέλη, αφού αναφέρεται μόνο στον Πυθαγόρα μια φορά αλλού σε όλα τα σωζόμενα γραπτά του και σε όλη την αυτό το χωρίο της Μεταφυσικής αναφέρεται στους Πυθαγόρειους ή Ιταλοί στον πληθυντικό. Άλλοι μελετητές θεωρούν την παρατήρηση γνήσια (π.χ., Wachtler 1896; Guthrie 1962, 341–3. Zhmud 2012α, 122). Ακόμη και αν δεχτούμε την παρατήρηση ως γνήσια, ο ισχυρισμός ότι ο Αλκμαίων "ήταν" (egeneto) στα γηρατειά του Πυθαγόρα είναι διφορούμενος. Σημαίνει ότι ο Αλκμαίων γεννήθηκε στα γηρατειά του Πυθαγόρας, ή ότι έζησε (άκμασε;) στα γηρατειά του Πυθαγόρας? Ο Diels τροποποίησε την πρόταση για να πει ότι ο Αλκμαίων ήταν "νέος" στα γηρατειά του Πυθαγόρα και αυτή η διόρθωση υποστηρίζεται από μια παρόμοια παρατήρηση που βρίσκεται στον Ιάμβλιχο (VP 104). Αν και ο Diels δέχτηκε το κείμενο ως αριστοτελικό, άλλοι το δέχτηκαν θεώρησε τον παραλληλισμό με τον Ιάμβλιχο ως απόδειξη ότι πρόκειται για παρατήρηση ενός αργότερα σχολιαστής και επεσήμαναν ότι η έκθεση στον Ιάμβλιχο περιλαμβάνει αρκετές χρονολογικές απιθανότητες (π.χ., ότι ο Φιλόλαος ήταν νέος στα γηρατειά του Πυθαγόρα). Επιπλέον, το κείμενο του Diels υποδηλώνει ότι ο σκοπός της παρατήρησης ήταν να δείξει τον Αλκμαίων εξάρτηση από τον Πυθαγόρα, πράγμα που θα έδειχνε ότι η παρατήρηση δεν μπορεί να είναι λόγω του Αριστοτέλη, ο οποίος μόλις διέκρινε τον Αλκμαίωνα από τον Πυθαγόρειοι και εξέφρασαν αμφιβολίες ως προς το ποιος επηρέασε ποιον (Primavesi 2012, 447–8). Ακόμη και αν η παρατήρηση είναι απίθανο να επιστρέψει στο Ο Αριστοτέλης, οι αμφιβολίες του για το ποιος επηρέασε ποιον υποδηλώνουν ότι ο Αλκμαίων ανήκε στα τέλη του έκτου ή στις αρχές του πέμπτου αιώνα (Schofield 2012, 156), η οποία θα μπορούσε να αντιταχθεί στην καθυστερημένη ημερομηνία του 440 που εγκρίθηκε από Mansfeld (2013, 78, n. 1). Έτσι, μια ομάδα μελετητών χρονολογεί το δημοσίευση του βιβλίου του Αλκμαίων σε περίπου 500 (Burkert 1972, 292; Kirk, Raven, Schofield 1983, 339 [αρχές 5ου]; Zhmud 2012α, 122 [όχι αργότερα από το 490]) έτσι ώστε να είχε γεννηθεί γύρω στο 540. Μια άλλη ομάδα τον έχει γεννήσει γύρω στο 510, έτσι ώστε το βιβλίο του θα ήταν δημοσιεύθηκε το 470 ή αργότερα (Guthrie 1962, 358 [480–440 π.Χ.]; Lloyd 1991, 168 [490–430 π.Χ.]). Και στις δύο περιπτώσεις ο Αλκμαίων πιθανώς έγραψε πριν από τον Εμπεδοκλή, τον Αναξαγόρα και τον Φιλόλαο. Είναι είτε ο σύγχρονος ή ο προκάτοχος του Παρμενίδη. Προσπαθεί να τον χρονολογήσει Η βάση των εσωτερικών αποδείξεων και μόνο, δηλαδή η σύγκριση των δογμάτων του με εκείνες άλλων στοχαστών, έχουν οδηγήσει στην ευρύτερη απόκλιση Ημερομηνίες. Ο Edelstein λέει ότι μπορεί να έζησε στα τέλη του πέμπτου αιώνα (1942, 372), ενώ ο Λεμπέντεφ τον κάνει ενεργό στα τέλη του 6ου (1993). Η Année πρότεινε την παλαιότερη χρονολόγηση για τον Αλκμαίωνα, υποδηλώνοντας ότι ήταν ενεργός στα μέσα του έκτου αιώνα και σύγχρονος του Πυθαγόρα (2019: 101).

1.4 Το βιβλίο του Αλκμαίων και τα αποδεικτικά στοιχεία για το περιεχόμενό του

Η αρχαία παράδοση αποδίδει ένα βιβλίο στον Αλκμαίωνα, το οποίο προέκυψε ο παραδοσιακός τίτλος των Προσωκρατικών πραγματειών, Περί Φύσεως (DK, A2), αν και αυτός ο τίτλος μάλλον δεν ανάγεται στον Αλκμαίωνα, αυτός ο ίδιος. Η αναφορά του Favorinus ότι ο Αλκμαίων ήταν ο πρώτος που έγραψε μια τέτοια πραγματεία (DK, A1) είναι σχεδόν σίγουρα λάθος, αφού ο Αναξίμανδρος έγραψε πριν από τον Αλκμαίωνα. Λεπτομερής αναφορά του Θεόφραστου Η περιγραφή των αισθήσεων από τον Αλκμαίων (DK, A5) και το γεγονός ότι Ο Αριστοτέλης έγραψε μια πραγματεία ως απάντηση στον Αλκμαίων (D.L. V. 25) υποδηλώνουν ότι το βιβλίο ήταν διαθέσιμο τον τέταρτο αιώνα π.Χ. Είναι Δεν είναι σαφές αν ο Αλκμαίων έγραψε στη δωρική διάλεκτο του Κρότωνα ή στο ο ιωνικός Έλληνας των πρώτων Προσωκρατικών (Burkert, 1972, 222, n. 21). Η αναφορά ότι ένας Άλκημονας του Κρότωνα ήταν ο πρώτος που έγραψε ζώο Οι μύθοι μπορεί να είναι μια αναφορά σε έναν ποιητή με παρόμοιο όνομα. Τμήμα 5 σε DK ("Είναι ευκολότερο να είσαι σε επιφυλακή ενάντια σε έναν εχθρό από έναν φίλο.") Ακούγεται πολύ σαν το ηθικό δίδαγμα ενός τέτοιου μύθου (Gomperz 1953, 64-5). Οι Diels και Kranz (=DK) προσδιορίζουν πέντε άλλους θραύσματα του Αλκμαίων (Frs. 1, 1a, 2, 3, 4) και τακτοποιούν τη μαρτυρία κάτω από 18 τίτλους. Τα θραύσματα 1α, 3 και 4, ωστόσο, είναι πραγματικά μαρτυρίες που χρησιμοποιούν γλώσσα μεταγενέστερης ημερομηνίας, αν και μερικές από τις Η ορολογία του Αλκμαίων είναι ενσωματωμένη σε αυτά. Οι τρεις γραμμές του Το απόσπασμα 1, το οποίο πιθανότατα άρχιζε το βιβλίο, και η μισή γραμμή στο Το απόσπασμα 2 είναι τα μόνα συνεχή κείμενα του Αλκμαίωνα. Μια άλλη σύντομη θραύσμα/μαρτυρία θα πρέπει να προστεθεί στο υλικό της Δανίας: "το Η γη είναι η μητέρα των φυτών και ο ήλιος ο πατέρας τους» (Nicolaus Damascenus, De plantis I 2.44· βλ. Kirk 1956 και Lebedev 1993). Υπάρχει επίσης η πιθανότητα ότι ο Fr. 125 του Σπαρτιάτης ποιητής Αλκμάν («Η εμπειρία είναι η αρχή του μάθηση.") θα έπρεπε, στην πραγματικότητα, να ανατεθεί στον Αλκμαίων (Lanza) 1965; Barnes 1982, 610; Année 2019, βλ. 2.1 κατωτέρω).

2. Επιστημολογία και Ψυχολογία

2.1 Τα όρια της γνώσης


Ο Αλκμαίων ξεκίνησε το βιβλίο του ορίζοντας τα όρια της ανθρώπινης γνώσης:

Σχετικά με πράγματα που δεν είναι αντιληπτά [σχετικά με θνητά πράγματα] Οι θεοί έχουν διαύγεια, αλλά στο βαθμό που είναι δυνατόν για τα ανθρώπινα όντα να κρίνει (tekmairesthai) ... (DK, Β1)

Αυτός ο προφανής σκεπτικισμός σχετικά με την ανθρώπινη γνώση είναι χαρακτηριστικός ένα σκέλος της πρώιμης ελληνικής σκέψης. Και οι δύο προκάτοχοι του Αλκμαίων (π.χ. Ξενοφάνης Β34) και οι διάδοχοί του (π.χ. Φιλόλαος Β6) έκαναν παρόμοιες αντιθέσεις μεταξύ θείας και ανθρώπινης γνώσης, αλλά στο Η περίπτωση του Αλκμαίωνα, όπως και σε αυτές τις άλλες περιπτώσεις, δεν έχουμε αρκετά αποδεικτικά στοιχεία για να είναι σίγουρος τι σκόπευε. Τα περισσότερα από τα θέματα που Ο Αλκμαίων συνέχισε να συζητά στο βιβλίο του ότι δεν θα μπορούσε να διευθετηθεί από ένα άμεση προσφυγή στην αντίληψη των αισθήσεων (π.χ. η λειτουργία του αισθήσεις, η ισορροπία των αντιθέτων στο υγιές σώμα, η αθανασία της ψυχής). Με αυτή την έννοια ασχολήθηκε σε μεγάλο βαθμό με αυτό που είναι "Δεν γίνεται αντιληπτό" (aphanes). Το Alcmaeon είναι Σίγουρα δεν είναι ακραίος σκεπτικιστής, ωστόσο, στο ότι είναι πρόθυμος να το κάνει Αναθέστε σαφή κατανόηση για τέτοια πράγματα στους θεούς και με Ο υπαινιγμός παραδέχεται ότι ακόμη και οι άνθρωποι έχουν σαφή κατανόηση του τι είναι άμεσα αντιληπτή. Επιπλέον, ενώ οι άνθρωποι δεν μπορούν να επιτύχουν σαφήνεια για το τι δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό, ο Αλκμαίων πιστεύει ότι μπορούν να κάνουν εύλογες κρίσεις από τα σημεία που τους παρουσιάζονται από αίσθηση (tekmairesthai). Παίρνει έτσι τη στάση του επιστήμονας που αντλεί συμπεράσματα από αυτό που μπορεί να γίνει αντιληπτό, και αυτός απορρίπτει εμμέσως τους ισχυρισμούς εκείνων που βασίζουν την εκτίμησή τους στο κόσμο με τη βεβαιότητα μιας θείας αποκάλυψης. Η επιστημική αισιοδοξία της εμπειρικής προσέγγισης του Αλκμαίων τονίστηκε από τον Fausti (1973) και πιο πρόσφατα από την Année (2019: 47–49, βλ. παρακάτω).

Υπάρχουν δυσκολίες με το κείμενο του Fr. 1, οι οποίες το καθιστούν Ερμηνεία προβληματική. Μερικοί μελετητές αποκλείουν το υλικό στο αγκύλες παραπάνω επειδή είναι δύσκολο να δούμε πώς να το συνδέσουμε με τι προηγείται (π.χ., Wachtler 1896), ενώ άλλοι διατηρούν το υλικό και Ας υποθέσουμε ότι πρέπει να κατανοήσουμε ένα συντονισμό "και" η φράση σε παρένθεση με ό,τι προηγείται (π.χ., DK 1952). Άλλος Οι μελετητές θα τοποθετούσαν ένα ερωτηματικό ή άνω και κάτω τελεία μετά από "πράγματα που είναι δεν γίνεται αντιληπτό», έτσι ώστε μέχρι το παχύ έντερο ο Αλκμαίων ταυτίζεται το θέμα του ή τον τομέα διαφωνίας με αυτούς τους παραλήπτες, ενώ μετά την άνω και κάτω τελεία ξεκινά τον δικό του λογαριασμό (Κουλουμέντας 2018 μετά Γκόμπερζ; Wöhrle 2022). Εδώ είναι η πρόταση του Wöhrle μεταφρασμένο στα αγγλικά:

Ο Αλκμαίων ο Κρότων, γιος του Πειρίθους, είπε τα εξής στον Βρωτίνο: Λέων, και Βαθύλλος σχετικά με πράγματα που δεν είναι αντιληπτά: Όσον αφορά τα θνητά πράγματα, οι θεοί έχουν βεβαιότητα, ως άνθρωποι [μπορούμε] μόνο εξαγωγή συμπερασμάτων.

Ο Gemelli Marciano (2007, 18-22), από την άλλη πλευρά, πρότεινε ότι το υλικό εντός παρενθέσεων πρέπει να διατηρηθεί, αλλά να εξαρτηθεί στην αμέσως προηγούμενη φράση αντί να συντονίζεται με αυτήν, έτσι ώστε το απόσπασμα να διαβάσει:

Σχετικά με πράγματα που δεν γίνονται αντιληπτά, σχετικά με τους θνητούς, τους θεούς. έχουν σαφήνεια, αλλά στο βαθμό που είναι δυνατόν για τα ανθρώπινα όντα να κρίνουν … (DK, Β1)

Αν θεωρήσουμε τον Αλκμαίων πρωτίστως γιατρό ή ιατρικό στοχαστή, μάλλον Από ό, τι ως κοσμολόγος, «πράγματα που δεν είναι αντιληπτά σχετικά με τους θνητούς» είναι πιθανό να αναφέρεται στο εσωτερικό του σώμα και κρυφές ασθένειες. Αποσπάσματα από τα ελληνικά ιατρικά συγγράμματα του Ο πέμπτος αιώνας παρέχει σαφείς παραλληλισμούς για τη δυσκολία της γνωρίζοντας το εσωτερικό του σώματος και τις αόρατες ασθένειες (Gemelli Marciano 2007, 20–21). Σε αυτή την ανάγνωση το Fr.1 απευθύνεται φοιτητές ιατρικής. Παραλληλισμοί με ιατρικές πραγματείες υποδηλώνουν ότι, μετά πρώτα εγείροντας δυσκολίες σχετικά με τις ιατρικές γνώσεις σε αυτά τα θέματα, Ο Αλκμαίων μπορεί να συνέχισε να ισχυρίζεται ότι αυτές οι δυσκολίες μπορεί να είναι Ξεπεράστε με την κατάλληλη διδασκαλία, τη διδασκαλία που ακολούθησε στο δικό του βιβλίο. Εάν αυτό είναι το σωστό πλαίσιο στο οποίο μπορείτε να διαβάσετε το απόσπασμα, δεν έχει να κάνει τόσο με τα όρια της κατανόησης όσο με την επιτυχία της ιατρική διδασκαλία για την υπέρβαση των προφανών ορίων.

Μια άλλη προσέγγιση που διατηρεί επίσης το υλικό σε παρένθεση είναι αυτή της Année (2019). Σχετικά με την εισαγωγή της, ο Αλκμαίων έγραψε ένα ιατρικό εργάζονται σε μεγάλο βαθμό σε στίχους και το υλικό σε παρένθεση είναι κρίσιμο, σε μέρος, για τη διατήρηση της μετρικής δομής. Η Année σκέφτεται επίσης ότι ο Αλκμαίων ολοκλήρωσε μια αρχή τεσσάρων γραμμών ίσως «παραθέτοντας» έναν στίχο του Σπαρτιάτη ποιητή Αλκμάν που ταιριάζει στο μέτρο του περάσματος του Αλκμαίου (Scholia vetera in Pindari Isthmionicas, I, 56 = Alcman, fr. 63 Bergk; 125 σελ. 293 Καλαμέ). Κατά την άποψή της, ο Κρότωνας του Αλκμαίωνα επηρεάστηκε έντονα από Σπαρτιατικός πολιτισμός. Μεταφράζει το προκύπτον θραύσμα ως εξής:

Για αόρατα πράγματα, για τα οποία –όντας θνητοί– οι θεοί Διατηρήστε τη βεβαιότητα, εξαρτάται από εμάς τους άνδρες να κάνουμε εικασίες! Η εμπειρία είναι Πράγματι, η αρχή της γνώσης.

Η μετάφρασή της τονίζει τον καταφατικό και παρενητικό χαρακτήρα του η αρχή του έργου του Αλκμαίων σε αντίθεση με το παραδοσιακό ανάγνωση που αντιλαμβάνεται ότι ο Αλκμαίων τονίζει τα όρια του ανθρώπου γνώση.

2.2 Κατανόηση και εμπειρισμός

Σύμφωνα με τον Θεόφραστο, ο Αλκμαίων ήταν ο πρώτος Έλληνας στοχαστής που να διακρίνουν μεταξύ αίσθησης, αντίληψης και κατανόησης και να το χρησιμοποιούν διάκριση σε ξεχωριστά ζώα, τα οποία έχουν μόνο αισθητηριακή αντίληψη, από ανθρώπους, οι οποίοι έχουν τόσο αντίληψη αίσθησης όσο και κατανόηση (DK, Β1α, Α5). Ο Αλκμαίων είναι επίσης ο πρώτος που υποστήριξε ότι ο εγκέφαλος είναι ο κεντρικό όργανο αίσθησης και σκέψης (DK, A5, A8, A10). Δεν υπάρχει σαφείς αποδείξεις, ωστόσο, ως προς το τι εννοούσε ο Αλκμαίων με τον όρο κατανόηση. Η λέξη που μεταφράζεται ως κατανόηση εδώ είναι suniêmi, η οποία στις πρώτες χρήσεις της σημαίνει "να συγκεντρώστε», έτσι ώστε να είναι δυνατόν ο Αλκμαίων απλά σήμαινε ότι οι άνθρωποι είναι σε θέση να φέρουν τις πληροφορίες που παρέχονται από το αισθήσεις μαζί με τρόπο που τα ζώα δεν μπορούν (Solmsen 1961, 151). Ωστόσο, τα ζώα έχουν επίσης εγκέφαλο και έτσι μπορεί να φαίνεται ότι είναι σε θέση να να πραγματοποιήσει την απλή συσχέτιση των αποδεικτικών στοιχείων από τα διάφορα αισθήσεις, ενώ η ανθρώπινη ικανότητα να βγάζει συμπεράσματα και κρίσεις (DK, B1) φαίνεται να είναι ένας πιο πιθανός υποψήφιος για το διακριτικό δραστηριότητα της ανθρώπινης νοημοσύνης. Είναι πιθανό ότι θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ένα χωρίο στον Φαίδωνα του Πλάτωνα (96a–b = A11) προς να εξηγήσει περαιτέρω την επιστημολογία του Αλκμαίωνα. Το απόσπασμα είναι μέρος της έκθεσης του Σωκράτη για τον πρώιμο ενθουσιασμό του για το φυσικό επιστήμη και με ερωτήματα όπως αν είναι το αίμα, ή ο αέρας, ή φωτιά με την οποία σκεφτόμαστε. Αναφέρει επίσης την άποψη ότι είναι το εγκέφαλος που παρέχει τις αισθήσεις της ακοής, της όρασης και της όσφρησης. Αυτό αντιστοιχεί πολύ καλά με την άποψη του Αλκμαίων για τον εγκέφαλο ως κεντρικό αισθητήριο όργανο και, μολονότι ο Αλκμαίων δεν αναφέρεται ονομαστικά, πολλοί μελετητές πιστεύουν ότι ο Πλάτων πρέπει να αναφέρεται σε αυτόν εδώ. Σωκράτης συνδέει αυτή την άποψη του εγκεφάλου με μια εμπειριστική επιστημολογία, η οποία Ο Αριστοτέλης θα υιοθετήσει αργότερα (Posterior Analytics 100a3 ff.). Αυτή η επιστημολογία περιλαμβάνει τρία βήματα: πρώτον, ο εγκέφαλος παρέχει το αισθήσεις ακοής, όρασης και όσφρησης, τότε, μνήμη και γνώμη προκύπτουν από αυτά, και τέλος, όταν η μνήμη και η γνώμη επιτύχουν σταθεροποίηση, Η γνώση προκύπτει. Μερικοί μελετητές υποθέτουν ότι ολόκληρη αυτή η επιστημολογία είναι του Alcmaeon (π.χ., Barnes 1982, 149 κ.ε.), ενώ άλλοι περισσότερο Σημειώστε προσεκτικά ότι έχουμε μόνο σαφείς αποδείξεις ότι ο Αλκμαίων πήρε το πρώτο βήμα (π.χ., Βλαστός 1970, 47, αρ.8).

2.3 Ο Αλκμαίων εξασκήθηκε στην ανατομή;

Ο εμπειρισμός του Αλκμαίων έχει μερικές φορές θεωρηθεί ότι έχει προκύψει από την εμπειρία του ως ασκούμενος ιατρός (Guthrie 1962). Έχει Επίσης, χαιρετίστηκε ως ο πρώτος που χρησιμοποίησε ανατομή, αλλά αυτό βασίζεται σε μια βιαστική ανάγνωση των αποδεικτικών στοιχείων. Calcidius, στο λατινικό σχόλιό του για Ο Τίμαιος του Πλάτωνα, υμνεί τον Αλκμαίωνα, μαζί με Ο Καλλισθένης και ο Ηρόφιλος, επειδή έφεραν πολλά πράγματα στο φως σχετικά με τη φύση του οφθαλμού (DK, A10). Τα περισσότερα από αυτά που συνεχίζει ο Calcidius για να περιγράψουμε, ωστόσο, τις ανακαλύψεις του Ηρόφιλου περίπου δύο αιώνες μετά την Αλκμαίων (Lloyd 1975, Mansfeld 1975, Solmsen 1961). Τα μόνα συμπεράσματα που μπορούμε λογικά να βγάλουμε για τον Αλκμαίων από το Απόσπασμα είναι ότι έκοψε το βολβό του ματιού ενός ζώου και παρατήρησε πόρους (κανάλια, δηλαδή το οπτικό νεύρο) που οδηγούσαν από το μάτι προς την κατεύθυνση του εγκεφάλου (Lloyd 1975). Θεόφραστος» Η περιγραφή της θεωρίας των αισθήσεων του Αλκμαίων υπονοεί ότι νόμιζε ότι υπήρχαν τέτοια κανάλια που οδηγούσαν από κάθε μία από τις αισθήσεις στον εγκέφαλο:

Όλες οι αισθήσεις συνδέονται με κάποιο τρόπο με τον εγκέφαλο. Ως αποτέλεσμα, είναι ανίκανοι όταν διαταράσσεται ή αλλάζει θέση, για Στη συνέχεια σταματά τα κανάλια, μέσω των οποίων λειτουργούν οι αισθήσεις. (DK, A5)

Δεν υπάρχουν στοιχεία, ωστόσο, ότι ο Αλκμαίων τεμάχισε το ίδιο το μάτι ή ότι τεμάχισε το κρανίο για να εντοπίσει όλο το οπτικό νεύρο ο δρόμος προς τον εγκέφαλο. Η αφήγηση του Αλκμαίωνα για τις άλλες αισθήσεις, μακριά από το να υπονοεί ότι πραγματοποίησε ανατομές για να εξηγήσει τη λειτουργία τους, υπονοεί ότι δεν το έκανε (Lloyd 1975; για ένα μερική κριτική του Lloyd βλέπε Perilli 2001). Αλκμαίων Συμπέρασμα ότι όλες οι αισθήσεις συνδέονται με τον εγκέφαλο μπορεί να έχει δεν αντλήθηκαν από τίποτα περισσότερο από την εκτομή του οφθαλμού και του γενική παρατήρηση ότι τα αισθητήρια όργανα για την όραση, την ακοή, την όσφρηση, και η γεύση βρίσκεται στο κεφάλι και φαίνεται να συνδέεται με περάσματα που οδηγούν προς τα μέσα προς τον εγκέφαλο (Gomperz 1953, 69). Είναι εντυπωσιακό σχετικά με το θέμα αυτό, ότι ο Αλκμαίων δεν έδωσε καμία αναφορά στην αφή (DK, A5), η οποία είναι η μόνη αίσθηση που δεν συνδέεται ειδικά με το κεφάλι. Θα ήταν ένα σοβαρό λάθος τότε να πούμε ότι ο Αλκμαίων ανακάλυψε ανατομή ή ότι ήταν ο πατέρας της ανατομίας, αφού δεν υπάρχουν στοιχεία ότι χρησιμοποίησε συστηματικά ανατομή ή ακόμη και ότι έκανε περισσότερα από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης α μονό βολβό ματιού.

2.4 Αντίληψη αισθήσεων

Ο Θεόφραστος λέει ότι ο Αλκμαίων δεν εξήγησε την αίσθηση από το αρχή του like to like (δηλ. από την ομοιότητα μεταξύ της αίσθησης όργανο και τι γίνεται αντιληπτό), μια αρχή που χρησιμοποιήθηκε από πολλούς νωρίς Έλληνες στοχαστές (π.χ. Εμπεδοκλής). Δυστυχώς δεν δίνει καμία γενική περιγραφή του τρόπου με τον οποίο ο Αλκμαίων πίστευε ότι λειτουργούσε η αίσθηση (DK, A5). Αλκμαίων εξήγησε κάθε μία από τις μεμονωμένες αισθήσεις με εξαίρεση την αφή, Αλλά αυτοί οι λογαριασμοί είναι αρκετά στοιχειώδεις. Θεωρούσε το μάτι ως που αποτελείται από νερό και φωτιά και όραση όπως λαμβάνει χώρα όταν αυτό που είναι φαίνεται αντανακλάται στο λαμπερό και ημιδιαφανές τμήμα του ματιού. Η ακοή προκύπτει όταν ένας εξωτερικός ήχος μεταδίδεται για πρώτη φορά στο εξωτερικό αυτί και στη συνέχεια λαμβάνεται από τον κενό χώρο (kenon) στο το εσωτερικό αυτί, το οποίο το μεταδίδει στον εγκέφαλο. Η γεύση εμφανίζεται μέσω η γλώσσα, η οποία είναι ζεστή και μαλακή διαλύει τα πράγματα με τη θερμότητα της και, λόγω της χαλαρής υφής του, λαμβάνει και μεταδίδει το αίσθηση. Η μυρωδιά είναι η απλούστερη από όλες. Εμφανίζεται "ταυτόχρονα χρόνο καθώς εισπνέουμε, φέρνοντας έτσι την αναπνοή στον εγκέφαλο» (DK, A5).

2.5 Η αθανασία της ψυχής

Ο Αλκμαίων ανέπτυξε το πρώτο επιχείρημα που έχει καταγραφεί για την αθανασία του την ψυχή, αλλά η μαρτυρία σχετικά με αυτήν διαφέρει ελαφρώς από μία ένα άλλο, και φαίνεται να έχει αναληφθεί και αναπτυχθεί από Πλάτωνα, έτσι ώστε να είναι πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί ακριβώς πώς να ανακατασκευαστεί Το επιχείρημα του ίδιου του Αλκμαίωνα. Barnes (1982, 116–120) και Ο Hankinson (1998, 30-3) παρέχει την πιο διορατική ανάλυση. Ο Αλκμαίων φαίνεται να ξεκίνησε από την υπόθεση ότι η ψυχή είναι πάντα σε κίνηση. Στο ένα άκρο θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι μόνο ο Αλκμαίων ανέπτυξε το απλό επιχείρημα από την αναλογία, το οποίο ο Αριστοτέλης αποδίδει αυτόν (De An. 405a29). Η ψυχή είναι σαν τα ουράνια σώματα, την οποία ο Αλκμαίων θεωρούσε θεϊκή και αθάνατη (DK, A1, A12), στην ύπαρξη Πάντα σε κίνηση, έτσι είναι επίσης σαν αυτούς να είναι αθάνατοι. Αυτό είναι σαφώς παραπλανητική, δεδομένου ότι υποθέτει ότι τα πράγματα που είναι όμοια σε ένα Ο σεβασμός θα είναι όμοιος σε όλους τους άλλους. Η έκδοση στο δοξογραφικό Η παράδοση είναι πιο εξελιγμένη (DK, A12). Ο Αλκμαίων πίστευε ότι η η ψυχή κινούνταν σε συνεχή κίνηση και γι' αυτό ήταν αθάνατη και όπως στο θεϊκό. Η ομοιότητα με το θείο δεν είναι μέρος του συμπέρασμα εδώ, αλλά απλώς μια ενδεικτική σύγκριση. Όμως Ο Mansfeld επεσήμανε πρόσφατα ότι η δοξογραφική έκθεση στο Ο Αέτιος είναι απλώς μια παράφραση της προηγούμενης αναφοράς του Αριστοτέλη με Η σημαντική προσθήκη ότι η ψυχή είναι αυτοκινούμενη. Εξέταση τα συμφραζόμενα στον Αέτιο δείχνουν ότι η αυτοκίνηση της ψυχής, η οποία είναι πιστοποιείται ανεξάρτητα για τον Πλάτωνα και τον Ξενοκράτη, προβλήθηκε ξανά Ο Πυθαγόρας και ο Θαλής, οι οποίοι είναι πολύ απίθανο να είχαν μια τέτοια άποψη. Αυτό το πλαίσιο και η αποτυχία του Αριστοτέλη να αποδώσει την αυτοκίνηση Ο Αλκμαίων καθιστά πιθανό ότι η ίδια προβολή συνέβη στην περίπτωση του Αλκμαίωνα, ο οποίος έτσι είναι πιθανό να έχει ορίσει συνεχή κίνηση αλλά όχι αυτοκίνηση στην ψυχή (Mansfeld 2014b, δείτε επίσης Laks 2018). Ο Πυρήνας του απλούστερου επιχειρήματος είναι η αναγκαία αλήθεια ότι αυτό που είναι Πάντα σε κίνηση πρέπει να είναι αθάνατη. Αυτή είναι η υπόθεση από την οποία Ο Πλάτων ξεκινά το επιχείρημά του για την αθανασία της ψυχής στον Φαίδρο 245c, αλλά πόση από την ανάλυση του Πλάτωνα για τι είναι πάντα σε κίνηση μπορεί να ανατεθεί στον Αλκμαίωνα; Ο Πλάτων δεν κάνει τίποτα αναφορά του Αλκμαίων στο απόσπασμα. Εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα για τον Αλκμαίωνα, ακόμη και στην πιο εξελιγμένη εκδοχή του επιχειρήματος. Θα μπορούσαμε κάλλιστα να αναγνωρίσουμε ότι τα πράγματα με ψυχές, δηλαδή τα πράγματα που είναι ζωντανοί, είναι σε θέση να κινηθούν οι ίδιοι, και συμπεραίνουν ότι είναι οι ψυχές που Υλοποιήστε αυτήν την πρόταση. Θα μπορούσαμε επίσης να συμπεράνουμε ότι η ψυχή, όπως τι κινεί κάτι άλλο, πρέπει να είναι σε κίνηση η ίδια (η αρχή της συνωνυμίας αιτιώδους συνάφειας — Βλέπε Αριστοτέλης De Anima 1 για μια κριτική αυτής της συλλογιστικής και αρχής). Αλλά γιατί ο Αλκμαίων υπέθεσε ότι Η ψυχή πρέπει να είναι πάντα σε κίνηση; (Hankinson [1998, 32] παρέχει δύο πιθανές απαντήσεις και συζητά τις δυσκολίες μαζί τους.) Κέρατο υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει προφανές νόημα στην ιδέα ότι ο άνθρωπος η ψυχή βρίσκεται σε συνεχή κίνηση, έτσι ώστε ο Αλκμαίων πρέπει να μιλάει για ένα Παγκόσμια ψυχή, η οποία έχει τη συνεχή κίνηση των ουρανών (2005, 157–8). Ωστόσο, ο Mansfeld σωστά υποστηρίζει ότι ο Αριστοτέλης Η έκθεση σχετικά με την άποψη του Αλκμαίων για την ψυχή αφορά σαφώς τον άνθρωπο ψυχή; δεδομένου ότι η ψυχή που συζητείται λέγεται ότι είναι παρόμοια με την Ουράνιες κινήσεις πρέπει να είναι διακριτές από αυτές (2014a). Τελικά Τι είδους κίνηση αποδίδεται στις ψυχές; Η φυσική υπόθεση μπορεί να είναι ότι η κίνηση της ψυχής σκέφτεται, αλλά, σε αυτό το πρώιμο σημείο της ελληνικής σκέψης, ο Αλκμαίων ήταν πιο πιθανό να είχε σκεφτεί ότι, Αν η ψυχή πρόκειται να προκαλέσει κίνηση στο διάστημα, πρέπει και αυτή να είναι μέσα μετακίνηση. Ο Πλάτωνας περιγράφει την ψυχή ως αποτελούμενη από δύο κύκλους με αντίθετες κινήσεις, οι οποίες μιμούνται τις αντίθετες κινήσεις των σταθερών αστέρια και πλανήτες, έτσι ώστε η ψυχή να γίνει ένα είδος orrery στο το κεφάλι (Τίμαιος 44d). Έχει προταθεί ότι αυτή η εικόνα δανείζεται από το Alcmaeon (Barnes 1982, 118; Skemp 1942, 36 κ.ε.).

Στο Απόσπασμα 2, ο Αλκμαίων αναφέρεται ότι είπε ότι:

Τα ανθρώπινα όντα χάνονται επειδή δεν είναι σε θέση να ενταχθούν στην αρχή τους μέχρι το τέλος τους.

Εκ πρώτης όψεως, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να φαίνεται ότι έρχεται σε σύγκρουση με Η πεποίθηση του Αλκμαίων ότι η ψυχή είναι αθάνατη. Φαίνεται πιθανό, ωστόσο, ότι ο Αλκμαίων διέκρινε μεταξύ των ανθρώπων ως ατομικά σύνθετα σώματος-ψυχής, τα οποία χάνονται, και ως ψυχές, τα οποία δεν το κάνουν (Barnes 1982, 115). Δεν υπάρχουν στοιχεία για το τι Alcmaeon Η σκέψη συνέβη στην ψυχή, όταν όμως χάθηκε το σώμα. Μήπως αυτός πιστεύετε στη μετενσάρκωση όπως έκαναν οι Πυθαγόρειοι; Δεν υπάρχει αρχαία πηγή συνδέει τον Αλκμαίων με τη μετενσάρκωση. Η έντονη διάκρισή του μεταξύ Τα ζώα και οι άνθρωποι μπορεί να υποδηλώνουν ότι δεν πίστευε σε αυτό (Guthrie 1962: 354), αλλά θα μπορούσε να το περιορίσει στους ανθρώπους. Αυτός μπορεί να νόμιζε ότι η ψυχή ενώθηκε με άλλα θεϊκά όντα στο ουρανός. Το σημείο του Τμήματος 2 μπορεί να είναι ότι, ενώ το ουράνιο τα σώματα ενώνουν τις αρχές τους με τα άκρα τους σε κυκλική κίνηση, Οι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να ενώσουν το τέλος τους στα γηρατειά με την αρχή τους στο Η παιδική ηλικία, δηλαδή η ανθρώπινη ζωή, δεν έχει κυκλική δομή. Εμείς Θα μπορούσε ακόμη και να υποθέσει ότι η ψυχή προσπαθεί να επιβάλει μια τέτοια δομή το σώμα από τη δική του κυκλική κίνηση, αλλά τελικά αποτυγχάνει (Guthrie 1962, 353). Έχει μάλλον υποθετικά προταθεί ότι, δεδομένου ότι Ο Αλκμαίων εξηγεί τον ύπνο και το ξύπνημα από το αίμα που υποχωρεί στο εσωτερικά αγγεία και στη συνέχεια επεκτείνεται εκ νέου στα εξωτερικά αγγεία (βλέπε σημείο 3.2 παρακάτω), μπορεί να είναι ότι αυτή η "κυκλική κίνηση" του αίματος που αποτυγχάνει στο θάνατο (Κουλουμέντας 2018β).

3. Ιατρικά δόγματα

3.1 Υγεία και ασθένεια


Το Απόσπασμα 4 (DK 12B4) παρουσιάζει την αφήγηση του Αλκμαίων για την υγεία και αρρώστια:
Ο Αλκμαίων είπε ότι η ισότητα (ισονομία) των δυνάμεων (υγρό, ξηρό, κρύο, ζεστό, πικρό, γλυκό κ.λπ.) διατηρεί την υγεία, αλλά ότι Η μοναρχία μεταξύ τους παράγει ασθένειες.

Αυτό, στην πραγματικότητα, δεν είναι ένα θραύσμα, αλλά μια μαρτυρία και μεγάλο μέρος του Η γλώσσα προέρχεται από τη δοξογραφική παράδοση και όχι από τον Αλκμαίωνα. Η έκθεση συνεχίζει λέγοντας ότι ο Αλκμαίων πίστευε ότι προέκυψε ασθένεια λόγω υπερβολικής θερμότητας ή κρύου, η οποία με τη σειρά της προέκυψε λόγω περίσσεια ή ανεπάρκεια στη διατροφή. Η ασθένεια λέγεται ότι προκύπτει στο αίμα, το μυελό ή τον εγκέφαλο. Μπορεί επίσης να προκληθεί από εξωτερική παράγοντες όπως το νερό, η τοποθεσία, ο μόχθος ή η βία. Η ιδέα ότι η υγεία εξαρτάται από την ισορροπία των αντίθετων παραγόντων στο σώμα είναι ένα κοινός τόπος στους Έλληνες ιατρικούς συγγραφείς. Αν και ο Αλκμαίων είναι ο Η παλαιότερη φιγούρα στην οποία αποδίδεται μια τέτοια αντίληψη της υγείας, είναι μπορεί κάλλιστα να μην παρουσιάζει μια πρωτότυπη διατριβή, αλλά μάλλον αντλώντας από την προηγούμενη ιατρική παράδοση στον Κρότωνα. Ίσως τι είναι Χαρακτηριστικό του Αλκμαίων είναι η χρήση της συγκεκριμένης πολιτικής μεταφοράς και οι περισσότεροι μελετητές (π.χ., Sassi 2007, 198; Jouanna 1999, 327· Κουλουμέντας 2014, 871) συμφωνούν ότι η πολιτική ορολογία (ισονομία, μοναρχία) επιστρέφει σε αυτόν. Πράγματι Οι όροι αυτοί δεν απαντώνται αλλού στην ελληνική ιατρική παράδοση. Ακριβώς όπως ο Αναξίμανδρος εξήγησε την τάξη του κόσμου με όρους δικαιοσύνη στην πόλη-κράτος, οπότε ο Αλκμαίων χρησιμοποίησε μια πολιτική μεταφορά για να εξηγήστε τη σειρά του ανθρώπινου σώματος. Ο Πλάτωνας θα το κάνει αργότερα (Τίμαιος 82a) εξηγούν επίσης τη σωματική υγεία ως ισορροπία τα στοιχεία και χρησιμοποιούν μια πολιτική μεταφορά για να εξηγήσουν την ασθένεια ως που προκύπτουν από την «απληστία» ή την «υπέρβαση» (pleonexia) των στοιχείων. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η ισονομία (ισότητα) δεν είναι μια συγκεκριμένη μορφή διακυβέρνησης, αλλά μάλλον μια έννοια της πολιτικής ισότητας από την άποψη των οποίων μορφές η κυβέρνηση αξιολογείται (Ostwald 1969, 108; Meier 1990, 162 το ονομάζει ένα «μέτρο σύγκρισης», Βλαστός 1981, 173–74 α "banner"). Η κύρια εφαρμογή του είναι στις δημοκρατίες (Ηρόδοτος III.80) αλλά εφαρμόζεται και σε μετριοπαθείς ολιγαρχίες που έχουν δημοκρατικά χαρακτηριστικά (Θουκυδίδης Γ ́ 62.3-4). Αν και ένα Σημαντικός αριθμός μελετητών υποστηρίζει ότι υπάρχει καθαρά αριστοκρατική εφαρμογή για την ισονομία ως ισότητα αριστοκρατικοί συνομήλικοι σε αντίθεση με έναν τύραννο (π.χ., Raaflaub 2004: 95; Zhmud 2012a: 358), ένας από τους πιο γνωστούς πρώιμους υποστηρικτές αυτής της άποψης αργότερα το εγκατέλειψε (Ehrenberg 1956: 67) και φαίνεται πιο πιθανό ότι ο όρος ισονομία προέρχεται από τη ριζοσπαστική δημοκρατία που εμφανίστηκε στην Αθήνα στα τέλη του έκτου αιώνα και εφαρμόστηκε μόνο με δευτερεύουσα έννοια στις μετριοπαθείς ολιγαρχίες (Βλαστός 1973, 175–7; Όστβαλντ 1969, 99–106). Χρησιμοποιεί ο Αλκμαίων ο όρος απλώς περιγραφικός της ισότητας των εξουσιών, δηλαδή: απαραίτητο για το υγιές σώμα, ή μήπως η χρήση του όρου για να περιγράψτε την υγεία υποδηλώνοντας ότι ήταν σε συμπάθεια για τη ριζοσπαστική δημοκρατία (Βλαστός 1953, 363); Απλώς δεν έχουμε άμεσες αποδείξεις για Οι πολιτικές απόψεις του Αλκμαίωνα. Ωστόσο, ο Αριστοτέλης τονίζει ότι Ο Αλκμαίων έθεσε έναν αόριστο αριθμό αντιθέτων ως ενεργών στο ανθρώπινο σώμα σε αντίθεση με τους Πυθαγόρειους που προσδιόριζαν δέκα ζεύγη (βλ. 4.2 κατωτέρω), γεγονός που υποδηλώνει ότι ο Αλκμαίων Το «σώμα» της πολιτικής δεν ήταν μια ολιγαρχία με αριθμητικά καθορισμένη ομάδα συνομηλίκων, αλλά μάλλον μια δημοκρατία που έδωσε ισότητα σε το πλήρες φάσμα των αντιθέτων. Ο Mansfeld υποστήριξε πρόσφατα ότι Οι μελετητές κάνουν λάθος να αποδίδουν τους βασικούς όρους ισονομία και μοναρχία στον Αλκμαίων (Mansfeld 2014a). Μια τέτοια μεταφορική Η χρήση της ισονομίας είναι απαράμιλλη σε αυτό το πρώιμο στάδιο ημερομηνία και είναι Πολύ πιο πιθανό να έχει εισαχθεί αργότερα στο δοξογραφικό παράδοση. Επιπλέον, η μοναρχία μπορεί να εισήχθη από έναν δοξογράφος εξοικειωμένος με τη χρήση του στην περίφημη συζήτηση με θέμα συντάγματα στον Ηρόδοτο (III 80-3), όπου εμφανίζεται και η ισονομία (III 80). Ο Mansfeld καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτή η προέλευση του Οι όροι από τη δοξογραφία είναι πιο πιθανοί από το να υποθέσουμε ότι επηρεάζουν Αλκμαίων από τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Η δυσκολία με Η προσέγγιση του Mansfeld είναι ότι το εντυπωσιακό στην έκθεση σχετικά με τον Αλκμαίων είναι ακριβώς η πολιτική μεταφορά και φαίνεται περισσότερο Πιθανολογείται ότι οι απόψεις του εισήχθησαν στη δοξογραφία επειδή αυτής της μεταφοράς από το ότι οι απόψεις του ήταν τυπικές ελληνικές απόψεις για Η ασθένεια και η μεταφορά προέκυψαν μόνο ως τεχνούργημα του Δοξογραφική παράδοση. Αν εισήγαγε την πολιτική μεταφορά τότε είναι τόσο πιθανό όσο όχι ότι χρησιμοποίησε τους όρους που του αποδίδονται, ειδικά επειδή και οι δύο εμφανίζονται λίγο αργότερα στον Ηρόδοτο, αν και όχι με μεταφορική έννοια.

3.2 Ύπνος, εμβρυολογία και χρήση αναλογίας

Ο Αλκμαίων είναι ο πρώτος που έθεσε μια σειρά ερωτημάτων στον άνθρωπο και φυσιολογία των ζώων που αργότερα γίνονται προβλήματα αποθεμάτων, τα οποία κάθε Ο στοχαστής προσπαθεί να απευθυνθεί. Θέτει έτσι την αρχική ατζέντα για τα ελληνικά φυσιολογία (Longrigg 1993, 54–7; Lloyd 1966, 322 κ.ε.). Είπε ότι ο ύπνος παράγεται από την απόσυρση του αίματος μακριά από το επιφάνεια του σώματος στο μεγαλύτερο ("ροή αίματος") αγγεία και ότι ξυπνάμε όταν το αίμα διαχέεται σε όλο το σώμα πάλι (DK, A18). Ο θάνατος συμβαίνει όταν το αίμα αποσύρεται εντελώς. Ιπποκράτες συγγραφείς (Epid. VI 5.15) και Αριστοτέλης (H.A. 521a15) και οι δύο φαίνεται να υιοθέτησαν τον Αλκμαίωνα. λογαριασμό του ύπνου. Είναι πολύ απίθανο, ωστόσο, ότι ο Αλκμαίων διακρίνεται μεταξύ των φλεβών (τα "αιμοφόρα αγγεία") και αρτηρίες, όπως ισχυρίστηκαν ορισμένοι. Είναι πιο πιθανό ότι απλά διακρίνεται μεταξύ μεγαλύτερων, πιο εσωτερικών αιμοφόρων αγγείων σε αντίθεση με μικρότερα κοντά στην επιφάνεια (Lloyd 1991, 177). Μάλλον υποστήριξε ότι ο ανθρώπινος σπόρος προέρχεται από τον εγκέφαλο (DK, A13). Διαθέτει πρόσφατα προτάθηκε (König 2019), ωστόσο, ότι αντ 'αυτού σκέφτηκε 1) ότι το σπέρμα προήλθε από ολόκληρο το σώμα, 2) ότι ο εγκέφαλος ήταν το λιμάνι διέλευσης και 3) ότι ήταν τελικά προϊόν πέψης. Αλλά καμία αρχαία πηγή δεν αποδίδει άμεσα κανένα από αυτά τα δόγματα σε Ο Αλκμαίων και τα επιχειρήματα υπέρ τους είναι πολύ έμμεσα. Σε αντίθεση με μια δημοφιλή ελληνική άποψη, η οποία θεωρούσε μόνο τον πατέρα ως παρέχοντας σπόρο, μια άποψη που θα ακολουθούσε ο Αριστοτέλης (Lloyd 1983, 86 κ.ε.), ο Αλκμαίων μπορεί να υποστήριξε ότι και οι δύο γονείς συμβάλλουν σπόρους (DK, A13) και ότι το παιδί παίρνει το φύλο του γονέα που συνεισφέρει τους περισσότερους σπόρους (DK, A14). Πρόσφατα προτάθηκε, ωστόσο, ότι η μοναδική πηγή μας για αυτές τις απόψεις (Censorinus) είναι λανθασμένη και αυτό, ενώ ο Αλκμαίων πίστευε ότι τόσο το αρσενικό όσο και το θηλυκό συνέβαλε στο παιδί, μόνο ο αρσενικός συνεισφέρων σπόρος (Leitao 2012: 278–79), η γυναίκα που συνέβαλε στην έμμηνο ρύση. Σύμφωνα με έναν έκθεση, ο Αλκμαίων σκέφτηκε ότι το κεφάλι ήταν το πρώτο μέρος του έμβρυο να αναπτυχθεί, αν και μια άλλη έκθεση τον έχει ομολογήσει ότι δεν είχε σαφή γνώση σε αυτόν τον τομέα, επειδή κανείς δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τι σχηματίζεται πρώτα στο βρέφος (DK, A13). Αυτοί Οι αναφορές δεν είναι ασυνεπείς και συμμορφώνονται με την επιστημολογία με που ο Αλκμαίων ξεκίνησε το βιβλίο του. Είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι θεωρούσε την ανάπτυξη του εμβρύου ως ένα από τα ανεπαίσθητα για την οποία δεν μπορούμε να έχουμε σίγουρη γνώση. Από την άλλη, αυτός μπορεί να θεώρησε ως εύλογο συμπέρασμα ότι το μέρος του σώμα που το ελέγχει στη ζωή, δηλαδή ο εγκέφαλος, που αναπτύχθηκε πρώτα σε τη μήτρα. Η ανατομή έχει προφανή σημασία για τη συζήτηση σχετικά με το ανάπτυξη του εμβρύου και αποτυχία του Αλκμαίων να απευθυνθεί Η ανατομή των ζώων στην περίπτωση αυτή αποτελεί περαιτέρω απόδειξη ότι δεν το έκανε Χρησιμοποιήστε το ως κανονική μέθοδο (Lloyd 1979, 163). Ο Αλκμαίων δεν μελέτησε μόνο άνθρωποι αλλά και ζώα και φυτά. Έδωσε μια εξήγηση για το στειρότητα των μουλαριών (DK, B3) και, αν μπορούμε να πιστέψουμε τον Αριστοτέλη, σκέψη ότι οι κατσίκες ανέπνευσαν από τα αυτιά τους (DK, A7). Πιο σημαντικό, Χρησιμοποίησε αναλογίες με ζώα και φυτά για να αναπτύξει τις αφηγήσεις του της ανθρώπινης φυσιολογίας. Έτσι, η ηβική τρίχα που αναπτύσσεται όταν ο άνθρωπος Τα αρσενικά πρόκειται να παράγουν σπόρους για πρώτη φορά στην ηλικία των δεκατεσσάρων ετών ανάλογη με την ανθοφορία των φυτών πριν από την παραγωγή σπόρων (DK, Α15); το γάλα στα θηλαστικά είναι ανάλογο με το ασπράδι αυγού στα πτηνά (DK, A16). Το βρέφος στη μήτρα απορροφά θρεπτικά συστατικά σε ολόκληρο το σώμα του, όπως ένα σφουγγάρι, αν και μια άλλη έκθεση δείχνει ότι το έμβρυο ήδη τροφοδοτείται από το στόμα του (DK, A17). Ωστόσο, το κείμενο του τελευταίου Η έκθεση θα έπρεπε ίσως να τροποποιηθεί από stomati [στόμα] σε sômati [σώμα], εξαλείφοντας έτσι την αντίφαση (Olivieri 1919, 34). Αναλογίες όπως αυτές θα γίνουν βασικό στοιχείο σε μεταγενέστερες ελληνικές βιολογικές πραγματείες, αλλά ο Αλκμαίων είναι ένας από τους Οι πρώτες μορφές αυτής της παράδοσης.

4. Κοσμολογία

4.1 Αστρονομία


Όπως αναφέρθηκε στην ενότητα 1 ανωτέρω, υπάρχει σημαντική διαμάχη ως για το αν και σε ποιο βαθμό ο Αλκμαίων ήταν Προσωκρατικός κοσμολόγος. Σίγουρα τα στοιχεία για την κοσμολογία του είναι πενιχρά. Υπάρχουν τρία αναφορές στην αστρονομική θεωρία του (DK, A4). Αναφέρεται ότι έχει αναγνώρισε ότι οι πλανήτες έχουν μια κίνηση από τη δύση προς την ανατολή απέναντι στην κίνηση των σταθερών αστεριών. Μερικοί αμφιβάλλουν ότι αυτή η γνώση ήταν διαθέσιμο στις αρχές του πέμπτου αιώνα (Dicks 1970, 75). Άλλοι προτείνουν ότι ο Αναξιμένης, στο δεύτερο μισό του έκτου αιώνα, είχε ήδη διακρίνει μεταξύ των σταθερών αστέρων, οι οποίοι είναι καρφωμένο στον παγωμένο θόλο του ουρανού και πλανήτες που επιπλέουν τα φύλλα που μοιάζουν με αέρα (DK13A7; Burkert 1972, 311). Αλκμαίων Η πεποίθηση ότι ο ήλιος είναι επίπεδος είναι μια άλλη πιθανή σύνδεση με Ο Αναξιμένης, ο οποίος είπε ότι ο ήλιος ήταν επίπεδος σαν φύλλο (DK13A15). Τέλος, μια άλλη ομοιότητα με την ιωνική αστρονομία βρίσκεται στο Η συμφωνία του Αλκμαίων με τον Ηράκλειτο ότι οι σεληνιακές εκλείψεις έπρεπε να εξηγείται από τη στροφή ενός φεγγαριού σε σχήμα μπολ. Κάποιος μπορεί να έχει αναμενόταν, ωστόσο, ότι το φεγγάρι θα ήταν επίπεδο όπως ο ήλιος (Δύση 1971, 175).

4.2 Αντίθετα

Παρουσίασε ο Αλκμαίων κοσμογονία ή κοσμολογία από την άποψη του αλληλεπίδραση ζευγών αντιθέτων; Μια τέτοια κοσμολογία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια ακόμη σύνδεση με παλαιότερες εικασίες στην Ιωνία, δεδομένου ότι Ο κόσμος του Αναξίμανδρου βασίζεται στη «δικαιοσύνη» μεταξύ αντικρουόμενων αντιθέτων (DK12B1). Ο Ηράκλειτος είναι επίσης μια πιθανή επιρροή στον Αλκμαίωνα, δεδομένου ότι φαίνεται να οραματίζεται μια ατελείωτη διαδικασία των αντιθέτων που μετατρέπονται το ένα στο άλλο, όπως είναι προτείνεται για τον Alcmaeon (Mansfeld 2014a, 91–2). Ο Αριστοτέλης παρέχει τα πρωταρχικά στοιχεία για μια τέτοια κοσμολογία στον Αλκμαίων (Metaph. 986a22 ff. = A3), αλλά συγκρίνει τον Αλκμαίων να μην οι Ίωνες αλλά σε μια ομάδα Πυθαγορείων που πρότειναν ένα τραπέζι των δέκα ζεύγη αντιθέτων. Ο Αλκμαίων συμφωνεί με αυτούς τους Πυθαγόρειους στο θεωρώντας τα αντίθετα ως αρχές των πραγμάτων. Ο Αριστοτέλης παραπονιέται, Ωστόσο, ότι ο Αλκμαίων δεν έφτασε σε ένα συγκεκριμένο σύνολο αντιθέτων αλλά μίλησε τυχαία για λευκό, μαύρο, γλυκό, πικρό, καλό, κακό, μεγάλο, και μικρό, και μόνο έριξε σε αόριστα σχόλια για τα υπόλοιπα Αντίθετα. Μπορεί κάλλιστα να είναι ότι η κύρια συζήτηση του Αλκμαίων για αντίθετα ήταν σε σχέση με την περιγραφή του ανθρώπινου σώματος (DK, B4; δείτε τη συζήτηση των ιατρικών θεωριών του παραπάνω). Του Αριστοτέλη Η γλώσσα υποστηρίζει αυτή την πρόταση σε κάποιο βαθμό, όταν συνοψίζει Η άποψη του Αλκμαίων είναι ότι «η πλειοψηφία των ανθρώπινων πραγμάτων (tôn anthrôpinôn) είναι σε ζεύγη» (Μεταφ. 986a31). Ο Ισοκράτης (DK, A3) λέει ότι Ο Αλκμαίων, σε αντίθεση με τον Εμπεδοκλή, ο οποίος διατύπωσε τέσσερα στοιχεία, είπε ότι υπήρχαν μόνο δύο, και, σύμφωνα με μια ετερόδοξη άποψη, Ο Αλκμαίων έθεσε τη φωτιά και τη γη ως βασικά στοιχεία (Lebedev 1993). Περισσότερος Οι μελετητές ακολουθούν τον Αριστοτέλη, ωστόσο, υποθέτοντας ότι ο Αλκμαίων σκέφτηκε ότι το ανθρώπινο σώμα και ίσως ο κόσμος αποτελείται από το ισορροπία ενός αόριστου αριθμού αντιθέτων. Μερικοί έχουν δει Η απροθυμία του Αλκμαίων να υιοθετήσει ένα σταθερό σύνολο αντιθέτων ως αρετή και ένα ακόμη σημάδι του εμπειρισμού του, ο οποίος είναι πρόθυμος να Αποδεχτείτε ότι ο κόσμος είναι λιγότερο τακτοποιημένος από τις θεωρητικές κατασκευές, όπως όπως υποδηλώνει ο Πυθαγόρειος πίνακας των αντιθέτων (Guthrie 1962, 346).

5. Σημασία και επιρροή

Ο Αλκμαίων είχε κάπως παραμεληθεί στην πρόσφατη μελέτη στις αρχές Ελληνική φιλοσοφία (π.χ., εμφανίζεται ελάχιστα στο Curd and Graham 2008, Long 1999 και Taylor 1997, οι πιο πρόσφατες έρευνες του θέματος), αλλά τόσο Guthrie 1962, Zhmud 2012a και 2014 και τώρα Année 2019 και ο Wöhrle 2022 δείχνουν τη σημασία του. Φαίνεται ότι υπάρχει διάφορους λόγους για την προηγούμενη παραμέλησή του. Πρώτον, τι απομένει από Το βιβλίο του Αλκμαίων έχει λίγα να πει για τα μεταφυσικά ερωτήματα σχετικά με τις πρώτες αρχές του κόσμου και για την ύπαρξη, οι οποίες έχουν κυριάρχησε στις πρόσφατες μελέτες για τους Προσωκρατικούς. Δεύτερον, αμφιβολίες σχετικά με Η ημερομηνία του και το επίκεντρο των ερευνών του το έχουν κάνει δύσκολο να τον τοποθετήσει κανείς στην ανάπτυξη της πρώιμης ελληνικής σκέψης. Τέλος, μια ακριβέστερη εκτίμηση της χρήσης της ανατομής έχει ξεφούσκωσε μερικούς από τους υπερβολικούς ισχυρισμούς σε προηγούμενες μελέτες σχετικά με την πρωτοτυπία του. Η έκταση της πρωτοτυπίας του και η σημασία του Η επιρροή του εξαρτάται σε κάποιο βαθμό από τη χρονολόγησή του. Μια εξαιρετικά αργά Η χρονολόγηση για τη δραστηριότητά του (μετά το 450 π.Χ.) τον κάνει να φαίνεται ότι ασπάζεται τις τυπικές απόψεις της εποχής και όχι να ανοίξουν νέους δρόμους. Αν αυτός ήταν ενεργός στις αρχές του πέμπτου αιώνα, οι απόψεις του είναι πολύ περισσότερο αρχικός. Ότι ο Αριστοτέλης έγραψε μια ξεχωριστή πραγματεία ως απάντηση Ο Αλκμαίων επιχειρηματολογεί υπέρ της πρωτοτυπίας του. Μάλλον θα έπρεπε να είναι θεωρείται πρωτοπόρος στην εφαρμογή μιας πολιτικής μεταφοράς στην ισορροπία των αντιθέτων που αποτελούν το υγιές ανθρώπινο σώμα. Το εύρος του Το έργο στη βιολογία είναι αξιοσημείωτο για τις αρχές του πέμπτου αιώνα και μπορεί έχουν ξεκινήσει μια φυσιολογική έμφαση στην ελληνική φιλοσοφία που ήταν δεν υπάρχουν σε Ίωνες φιλοσόφους, όπως ο Αναξίμανδρος και ο Αναξιμένη, και έθεσε την ημερήσια διάταξη σε αυτόν τον τομέα για τους μεταγενέστερους Προσωκρατικούς (Zhmud 2012a, 366). Μερικές φορές λέγεται ότι η αντίληψή του για τους πόρους (κανάλια), τα οποία συνδέουν τα αισθητήρια όργανα με το εγκέφαλος, επηρέασε τη θεωρία του Εμπεδοκλή για τους πόρους, αλλά η Οι θεωρίες δεν μπορούν να μοιράζονται τίποτα περισσότερο από το όνομα. Στον Εμπεδοκλή, όλα τα υλικά έχουν πόρους σε αυτά, τα οποία καθορίζουν αν αναμιγνύονται καλά με άλλα Αντικείμενα. Τα αισθητήρια όργανα έχουν επίσης πόρους, αλλά αυτοί δεν λειτουργούν για να συνδέουν το αισθητήριο όργανο με την έδρα της νοημοσύνης (η οποία για Εμπεδοκλής είναι η καρδιά), αλλά για να καθορίσει αν το αισθητήριο όργανο μπορεί λαμβάνουν τα λύματα που εκχέονται από εξωτερικά αντικείμενα (Solmsen 1961, 157; Wright 1981, 230). Η επιρροή του Αλκμαίων ήταν σημαντικό με τρεις τελικούς τρόπους: 1) Η ταύτιση του εγκεφάλου ως η έδρα της ανθρώπινης νοημοσύνης επηρέασε τον Φιλόλαο (DK, B13), τον Ιπποκρατική πραγματεία, Περί της ιερής νόσου, και Πλάτωνας (Τίμαιος 44d), αν και ένας αριθμός στοχαστών συμπεριλαμβανομένων Ο Εμπεδοκλής και ο Αριστοτέλης συνέχισαν να θεωρούν την καρδιά ως έδρα του αντίληψη και νοημοσύνη. 2) Η εμπειριστική επιστημολογία του μπορεί να ψεύδεται πίσω από σημαντικά χωρία του Πλάτωνα (Φαίδων 96b) και του Αριστοτέλη (Μεταγενέστερη ανάλυση 100a). 3) Ανέπτυξε το πρώτο Καταγεγραμμένο επιχείρημα για την αθανασία της ψυχής, η οποία μπορεί να έχει επηρέασε το επιχείρημα του Πλάτωνα στον Φαίδρο (245c κφ.).

Αρχαϊκή Επική Ποίηση

Δ3.2. Η «εύπυργος» Τροία

Η ιστορία της αναζήτησης της ομηρικής ευπύργου, με πολλούς δηλαδή πύργους, Τροίας είναι μυθιστορηματική. Από την αρχαιότητα, ήδη, υπήρχε αρκετή αμφισβήτηση για την ύπαρξή της, παρά το γεγονός ότι το όνομά της διεκδικήθηκε από τους κατοίκους μιας συγκεκριμένης περιοχής (Πανταζής 2001: 40). Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα κυριαρχούσε η αντίληψη ότι αποτελούσε προϊόν της ομηρικής ποιητικής φαντασίας. Η επιμονή, ή για άλλους η εμμονή, ενός ανθρώπου, του Ε. Σλήμαν, ο οποίος πίστευε ότι οι εικόνες που είδε σε ένα παιδικό βιβλίο με θέμα τον Τρωικό πόλεμο που του χάρισε ο πατέρας του όταν ήταν μικρός, συνετέλεσε αποφασιστικά στο να θεωρείται σαν ιστορική πραγματικότητα ό,τι περιγράφεται στα ομηρικά έπη. Η «κατάλληλη» τοποθεσία εντοπίστηκε στη Μικρά Ασία, στη σημερινή Τουρκία και στο λόφο του Χισαρλίκ, κοντά στα Δαρδανέλια, στο Βορειοανατολικό Αιγαίο.

Οι πρώτες ανασκαφές στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα (1870-1890), απέδωσαν ευρήματα που ο Ερρίκος Σλήμαν -ο άνθρωπος που έμελλε να γίνει ο πιο γνωστός παγκοσμίως αρχαιολόγος, ένα γεγονός που αποδεικνύει τόσο τη διαχρονική απήχηση των ομηρικών επών στο ευρύτερο κοινό, όσο και το κύρος που του προσέδωσε η συγκεκριμένη ενασχόληση με τα έπη- τα συσχέτισε με την κατεστραμμένη και λεηλατημένη από τους Αχαιούς πόλη του Πριάμου, του Έκτορα, της Εκάβης, της Ανδρομάχης και του Πάρη. Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε αργότερα ένας διακεκριμένος ερευνητής με αυτά τα ευρήματα «ο μύθος έγινε αρχαιολογία» (Manning 1992). Επτά πόλεις σύμφωνα με τον Σλήμαν, που αργότερα αποδείχθηκαν εννέα (εικ. 4.23), είχαν ιδρυθεί -η μία πάνω στην άλλη μετά την καταστροφή της προηγούμενης, γεγονός που δείχνει, ασφαλώς, επιμονή κατοίκησης στο ίδιο μέρος, η οποία συνδέεται, προφανώς, με την επίκαιρη θέση της στην περιοχή του Βορειοανατολικού Αιγαίου- στον λόφο του Χισαρλίκ. Οι πόλεις αυτές ονομάστηκαν, από την παλαιότερη προς τη νεότερη, με το ρωμαϊκό αλφάβητο (Ι, ΙΙ μέχρι ΙΧ). Ο Σλήμαν θεώρησε ότι η ομηρική Τροία είναι η δεύτερη πόλη (Τροία ΙΙ). Η πίστη του αυτή βασίστηκε σε ένα σύνολο αντικειμένων από πολύτιμες ύλες που ο ίδιος απέδωσε στην τρωική βασιλική οικογένεια και ονόμασε «θησαυρό του Πριάμου». Πρόκειται για το πιο διάσημο σύνολο ανάμεσα στα κινητά ευρήματα που συνδέονται με την Τροία Η περιγραφή του ίδιου του Σλήμαν στο ημερολόγιό του, στις 31 Μαΐου 1873, για τις συνθήκες εύρεσής του είναι κατατοπιστική:

«Πίσω από τον τελευταίο (τοίχο) αποκάλυψα σε βάθος 8 έως 9 μέτρων τη συνέχεια του τείχους μετά τις Σκαιές Πύλες και βρήκα, σε ένα από τα δωμάτια του Σπιτιού του Πριάμου που συνορεύουν με το τείχος, ένα δοχείο… Αυτό το δοχείο ήταν γεμάτο με μεγάλα ασημένια βάζα και με ασημένια και χρυσά κύπελλα που εγώ, για να τα σώσω από την πλεονεξία των εργατών, τα έβγαλα, τα έκρυψα και τα φυγάδευσα με τόση βιασύνη που ούτε τον αριθμό των αντικειμένων ξέρω ούτε είμαι σε θέση να περιγράψω το σχήμα τους» (Κρις 1995: 118).

Ο Σλήμαν ήταν σίγουρος ότι έσκαβε το παλάτι του Πριάμου, ότι είχε βρει σημαντικούς χώρους που αναφέρονται στην Ιλιάδα, όπως οι Σκαιές Πύλες. Ήταν, όμως, και μόνος χωρίς άλλους ανθρώπους κοντά του, όταν εντόπισε τον «θησαυρό», τον οποίο έκρυψε και φυγάδευσε, δικαιολογώντας την πράξη του, ότι απέφευγε μ' αυτόν τον τρόπο να βάλει σε πειρασμό την «πλεονεξία» των εργατών που δούλευαν στην ανασκαφή του.

Οι περιπέτειες του συγκεκριμένου «θησαυρού», παρότι αποδείχτηκε, τελικά, ότι χρονολογείται 1250 χρόνια πριν από τη συμβατική ιστορική χρονολογική τοποθέτηση του Τρωικού πολέμου -ενώ κάποιοι ισχυρίστηκαν και ισχυρίζονται ακόμα ότι επρόκειτο για μια κορυφαία αρχαιολογική «απάτη» του ευρετή του, Ε. Σλήμαν (Traill 1990)- ενίσχυσαν και διαιώνισαν τη μυθιστορηματική διάσταση της Τροίας και στη σύγχρονη εποχή. Φυγαδεύτηκε από την οθωμανική αυτοκρατορία όπου ανήκε το Χισαρλίκ, μεταφέρθηκε στην Αθήνα όπου η σύζυγος του Σλήμαν, η Ελληνίδα Σοφία Εγκαστρωμένου, φωτογραφήθηκε φορώντας κάποια από τα κοσμήματα που τον αποτελούσαν, και κατέληξε, τελικά, στο Μουσείο του Βερολίνου. Η δωρεά του το 1881 στο παραπάνω μουσείο έγινε το διαβατήριο για να γίνει ο Σλήμαν αποδεκτός στη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Όπως ήταν φυσικό έγινε και εξέχων μέλος της αθηναϊκής κοινωνίας της εποχής του. Έχτισε σε κομβικό σημείο της πρωτεύουσας την κατοικία του, το περίφημο «Ιλίου Μέλαθρον» (εικ. 4.25) όπως ονομάστηκε, το οποίο σήμερα στεγάζει το Νομισματικό Μουσείο (εικ. 4.25α). Εξασφάλισε επίσης, μια επιτύμβια στήλη στον τάφο του που η επιγραφή της, «ΤΩ ΗΡΩΙ» («στον ήρωα»), τον εξίσωνε με τα παιδικά του ινδάλματα, τους ήρωες της Ιλιάδας.

Στον 20ο αιώνα το μυθιστόρημα του «Θησαυρού» συνεχίστηκε. Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945, η είσοδος των Σοβιετικών στρατιωτών στο Βερολίνο τον οδήγησε στη Ρωσία. Εκεί ξαναανακαλύφτηκε το 1993, ύστερα από την πολιτική αλλαγή που οδήγησε στην κατάρρευση της παλαιάς και κραταιάς Σοβιετικής Ένωσης, στις αποθήκες του Μουσείου Πούσκιν, στη Μόσχα, μετά από χρόνια κατά τα οποία δηλωνόταν «χαμένος».

Μετά τον θάνατο του Σλήμαν (1890) οι ανασκαφές στην Τροία συνεχίστηκαν, για μικρό διάστημα (1893-1894), από τον βοηθό του, Γερμανό αρχιτέκτονα Νταίρπφελντ (Wilhelm Doerpfeld). Από το 1932 μέχρι το 1938 η θέση επανεξετάζεται από μια αποστολή του αμερικανικού πανεπιστημίου του Σινσινάτι (Cincinnati) με επικεφαλής τον Κάρλ Μπλέγκεν (Carl Blegen), αρχαιολόγο που ανέσκαψε και στην Ελλάδα, στο μυκηναϊκό ανάκτορο της Πύλου.

Όλοι οι παραπάνω πίστευαν στην ταύτιση της θέσης με την ομηρική Τροία, αλλά την τοποθετούσαν σε διαφορετικά στρώματα της ανασκαφής, τα οποία χρονολογούνταν στο 1275 π.Χ. (στην έκτη πόλη, στο τέλος της φάσης Τροία VI ο Νταίρπφελντ) ή μεταξύ 1275 και 1100 π.Χ. (στην έβδομη πόλη, φάση Τροία VIIa, o Μπλέγκεν). Ο Κ. Μπλέγκεν, πάντως, έδειχνε σιγουριά:

«Δεν μπορούμε πλέον να αμφιβάλλουμε, με τις γνώσεις που έχουμε σήμερα, ότι υπήρξε πραγματικά ένας Τρωικός πόλεμος στην ιστορία, στον οποίο μια συμμαχία Αχαιών ή Μυκηναίων, υπό την καθοδήγηση ενός βασιλιά του οποίου αναγνώριζαν την κυριαρχία πολέμησε εναντίον του λαού της Τροίας και των συμμάχων του»

έγραφε στα 1963 στο βιβλίο του Troy and the Trojans (Η Τροία και οι Τρώες). Πού στήριζε αυτή του τη βεβαιότητα; Σε πολύ λίγα, είναι η αλήθεια, ευρήματα. Θεώρησε ότι στη φάση Τροία VIIa υπήρχαν ίχνη πολιορκίας και άλωσης της πόλης: πιθάρια είχαν θαφτεί μέσα στις οικίες, τα σπίτια «συνωστίζονταν» κοντά στα τείχη, μέρη του σκελετού ενός άταφου κατοίκου και μια αιχμή βέλους, τουλάχιστον, βρέθηκαν κατά την ανασκαφή.

Από το 1988 μέχρι τον θάνατό του το 2005 ο Γερμανός αρχαιολόγος Μ. Κόρφμαν (Manfred Korfmann) από το πανεπιστήμιο του Τύμπινγκεν, επικεφαλής διεθνούς και πολυμελούς διεπιστημονικής ομάδας, ξαναμελέτησε τη θέση και επανέφερε στο προσκήνιο την παλαιά διαμάχη, τον «πόλεμο» για την ιστορικότητα ή μη της Τροίας (Easton, Hawkins, Sherratt & Sherratt 2002). Τασσόμενος με την πρώτη εκδοχή, ο παραπάνω αρχαιολόγος θεώρησε ότι η ομηρική Τροία είναι αυτή του τέλους της φάσης VI - αρχής της φάσης VII στο Χισαρλίκ. Θεώρησε, όμως, επίσης ότι η φάση αυτή εκτείνεται από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (13ος αι. π.Χ.) μέχρι τα μέσα του 10ου αι π.Χ.

Η ισχυρότερη αντίδραση που γνώρισαν οι απόψεις του προερχόταν από έναν συνάδελφό του, καθηγητή της Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Τύμπινγκεν. Σε ένα πρόσφατο βιβλίο του, το 2010, ο καθηγητής αυτός, ο Φ. Κόλμπ (F. Kolb), χαρακτηρίζει στον τίτλο του την Τροία ως «Τόπο του Εγκλήματος» (βλ. Kolb 2010). Θεωρεί ότι σε όλες τις ερμηνείες για αυτήν εμπλέκονται πολιτικές κρατών, όπως του τουρκικού όπου ανήκει η σύγχρονη Τροία, καθώς επίσης και χρήματα χορηγών που ενισχύουν τις εκεί ανασκαφές με στόχο να αποδειχθεί ότι η ομηρική Τροία υπήρξε, μέσα μαζικής επικοινωνίας που κυνηγούν την «είδηση», αλλά και «φιλοδοξίες» αρχαιολόγων που αναζητούν επαγγελματικές επιτυχίες.

Είναι γεγονός, πάντως, ότι με τις έρευνες του Κόρφμαν το ενδιαφέρον για την Τροία αναθερμάνθηκε, νέες σύγχρονες ανασκαφικές μέθοδοι εφαρμόστηκαν και επιχειρήθηκε να απαντηθούν παλαιά και νέα ερωτήματα, ενώ μια μεγάλη αρχαιολογική έκθεση το 2001-2002 στη Στουτγκάρδη, με τον εύγλωττο τίτλο >Τροία, Μύθος και Πραγματικότητα< (http://www.uni-tuebingen.de/troia/eng/ausstellung.html), προσείλκυσε ξανά το κοινό και επανέφερε τη θρυλική πόλη στο προσκήνιο.

Ο Κόρφμαν πίστεψε, λοιπόν, ότι η Τροία υπήρξε και ότι τη γνώριζε καλά ο Όμηρος, ο οποίος μάλιστα είχε επισκεφτεί τα ερείπιά της ή του τα είχαν περιγράψει, και για αυτό και η δική του περιγραφή είναι ακριβής. Υποστήριξε ότι η ομηρική Τροία ήταν μια μεγάλη πόλη, με έκταση 200.000-270.000 τετραγωνικά μέτρα και πληθυσμό 5.000-10.000 κατοίκους. Αποτελούνταν από τειχισμένη «ακρόπολη» και «κάτω πόλη», μια τυπική μορφή που ακολουθούνταν σε όλες τις πόλεις της Ανατολής, στο τέλος της Εποχής του Χαλκού, μετά το 1300 π.Χ. Ένα λιμάνι που εντοπίστηκε πολύ κοντά στην αρχαία πόλη, στην περιοχή των Δαρδανελλίων, στον όρμο του Μπεσίκ συνδέθηκε μαζί της και θεωρήθηκε ότι ήταν το σημείο όπου αποβιβάστηκαν και στρατοπέδευσαν οι Αχαιοί όταν πολιορκούσαν την πόλη. Σύμφωνα με τον Κόρφμαν η πόλη, όμως, είχε ανατολικά και όχι ελληνικά χαρακτηριστικά. Την ταύτισε μάλιστα με την πόλη Βιλούσα ένα όνομα που υπάρχει στα αρχεία των Χετταίων, του σημαντικότερου λαού της Μικράς Ασίας κατά τη 2η χιλιετία π.Χ.

Το όνομα Βιλούσα διαβάστηκε, κατόπιν, κατά τη δεκαετία του 1990 στη λεγόμενη «συνθήκη του Αλακσάντου», που βρέθηκε στη Χαττούσα (σημερινό Μπογάζκιοϊ), πρωτεύουσα των παραπάνω Χετταίων, οι οποίοι παρουσίαζαν αρκετές ομοιότητες με τους Μυκηναίους, όσον αφορά, τουλάχιστον στη μορφή και την οργάνωση των ακροπόλεών τους. Η συνθήκη αναφέρεται στη σύναψη συμφωνίας με την οποία η Βιλούσα, κατά τον 13ο αι. π.Χ., αναγνωρίζει την κυριαρχία του κράτους των Χετταίων. Ακολουθώντας, τελικά, τις παραπάνω απόψεις, η σύγκρουση της Βιλούσας με τους Μυκηναίους, πιστοποιείται μέσα από χεττιτικά κείμενα και λιγότερο από τα αρχαιολογικά ευρήματα, ενώ αυτή η σύγκρουση θεωρείται ότι απηχείται στην ομηρική Ιλιάδα. Το ερώτημα, βέβαια, παραμένει: είναι η Βιλούσα το (Β)Ιλιον και ο Αλακσάντου ήταν βασιλιάς της; Τι σχέση είχε επίσης ο Αλακσάντου με τους ομηρικούς Τρώες;

Η συνέχιση του ανασκαφικού έργου στην Τροία θεωρείται σήμερα δεδομένη, ενώ αποτελεί και τουριστικό πόλο έλξης για πολλούς επισκέπτες. Τους τελευταίους υποδέχεται ένας τεράστιος Δούρειος Ίππος ο οποίος απευθύνεται περισσότερο στη φαντασία και την προσωπική απήχηση του Ομήρου στην καρδιά κάθε τουρίστα, παρά στην ιστορική ή ακόμα και ποιητική πραγματικότητα.

Η Τροία κατοικείται από το 3000 π.Χ. (αρχή της Εποχής του Χαλκού, ενώ υπάρχουν και κάποιες ενδείξεις για προηγούμενη νεολιθική κατοίκηση) μέχρι το 500 μ.Χ. (ρωμαϊκά χρόνια). Στην αρχή της ύπαρξής της, σε μια εποχή που στο βορειοανατολικό Αιγαίο ανθεί η Πολιόχνη στο νησί της Λήμνου, η Τροία ήταν μια τειχισμένη ακρόπολη. Γύρω στο 2500 π.Χ. (δεύτερη πόλη της Τροίας, Τροία ΙΙ, η ομηρική Τροία του Σλήμαν) μεγαροειδείς οικίες χτισμένες παράλληλα, η μία δίπλα στην άλλη, στην ακρόπολη, περιβάλλονται, επίσης, από τείχος. Από την τρίτη μέχρι την πέμπτη πόλη (Τροία ΙΙΙ-V) οι ανασκαφείς θεωρούν ότι υπήρξε μια μεταβατική περίοδος που συνοδεύτηκε, ίσως, και από κάποιες κλιματικές αλλαγές.

Μέχρι τις τελευταίες έρευνες του Μ. Κόρφμαν η μελέτη της έκτης πόλης της Τροίας, της Τροίας VI αφορούσε τη διερεύνηση των τειχών, των πυλών και των πύργων τους, τα οποία περιέβαλλαν την ακρόπολη. Στις νεότερες ανασκαφές του 1990 εντοπίστηκε ένα σύστημα οχύρωσης το οποίο εκτεινόταν και έξω από την ακρόπολη, και το οποίο περιέβαλλε, μια «κάτω πόλη» σύμφωνα με τον ανασκαφέα, τυπικό χαρακτηριστικό των μεγαλουπόλεων της Ανατολής της 2ης π.Χ. χιλιετίας. Η ακρόπολη θεωρήθηκε το μέρος όπου κατοικούσαν οι βασιλείς της πόλης. Κοντά στην «κάτω πόλη» εντοπίστηκε ένα νεκροταφείο καύσεων, αλλά και μια σπηλαιοπηγή που εξασφάλιζε νερό από τα ποτάμια της περιοχής για την πόλη σε περίπτωση πολιορκίας.

Ανάκτορο δεν βρέθηκε, γεγονός που αποδόθηκε στην κατασκευή του ναού της Αθηνάς στα ελληνιστικά χρόνια (μετά το 300 π.Χ.) που κατέστρεψε ό,τι υπήρχε στην κορυφή της ακρόπολης. Μέσα στο ισχυρό τείχος που την περιέβαλλε, όμως, εντοπίστηκαν οικίες μεγάλες, στο σχήμα του «μεγάρου», πολύχωρες και διώροφες, με επίπεδες στέγες, αλλά και εργαστήρια όπου δούλευαν σιδεράδες, κεραμουργοί και άλλοι επαγγελματίες. Κάποιοι από αυτούς παρασκεύαζαν πορφύρα από όστρεα.

Αυτή η έκτη πόλη της Τροίας γνώρισε μια εκτεταμένη καταστροφή που συνοδεύτηκε από φωτιά. Σήμερα θεωρείται ότι αυτή η καταστροφή δεν οφειλόταν σε ανθρώπινη επέμβαση, αλλά προκλήθηκε από κάποιο μεγάλο σεισμό. Ακολούθησε το χτίσιμο της έβδομης πόλης της Τροίας, της Τροίας VII, η οποία εκατό χρόνια αργότερα γνωρίζει και αυτή μια καταστροφή που αποδίδεται τώρα σε ανθρώπινο παράγοντα. Οι οπαδοί του ιστορικού υπόβαθρου της Ιλιάδας, όμως, αναγνωρίζουν σ' αυτήν την καταστροφή τα αποτελέσματα του Τρωικού πολέμου.

Στην Τροία VII παρατηρούνται, πάντως, αξιοσημείωτες αλλαγές στην ακρόπολη οι οποίες συνδέονται, στο πλαίσιο της ταύτισής της με την ομηρική Τροία, με την ενίσχυση της υπεράσπισής της. Στην ανατολική πλευρά του ισχυρού τείχους της Τροίας VI προστέθηκε ένας πύργος, ενώ ανανεώθηκε και η οχύρωση στο επάνω μέρος, αφού κατασκευάστηκαν από πλιθιά πολεμίστρες. Τα μεγαροειδή οικήματα της Τροίας VI δεν υπάρχουν πια και αντικαθίστανται από μικρότερα οικήματα χτισμένα πάνω στο οχυρωματικό τείχος στα οποία συναντώνται αξιοσημείωτοι αποθηκευτικοί χώροι. Η υποψία των ερευνητών ότι οι κάτοικοι ήταν «ανήσυχοι» αναμένοντας κάποιον «κίνδυνο» μπορεί να έχει κάποια βάση, αλλά πρέπει να ενισχυθεί με περισσότερα ευρήματα. Κάποια ανθρώπινα σκελετικά υπολείμματα που βρέθηκαν σε οικίες και δρόμους, και ένας ανθρώπινος σκελετός με κρανιακές κακώσεις και σπασμένη γνάθο, μαζί με τρεις χάλκινες αιχμές βελών που βρέθηκαν, δύο στην ακρόπολη και μία στην πόλη, δεν επαρκούν, επίσης, για να στηρίξουν ανάλογες θεωρίες.

Ποιοι, όμως, ήταν, τελικά, οι Τρώες της Ιστορίας; Ο ιστορικός Ντ. Πέϊτζ (D. Page) πιθανολογούσε ότι ήταν Μυκηναίοι Έλληνες. Η γκρίζα μινυακή κεραμική και η εύρεση για πρώτη φορά οστών αλόγων στην Τροία VI ήταν γι' αυτόν επαρκείς και ικανοί δείκτες για να προσδιορίσουν τη φυλετική συγγένεια των Τρώων με τους Έλληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ο Μ. Κόρφμαν, όμως, θα μας απαντούσε ότι οι Τρώες κατοικούσαν σε μια μεγαλούπολη της Ανατολίας, μιλούσαν τη δική τους γλώσσα, είχαν σχέσεις με τους Χετταίους και δεν καλοδέχτηκαν τους Έλληνες. Η πιθανότητα, βέβαια, να μην υπήρξαν καν και να ήταν προϊόν της ομηρικής ποιητικής φαντασίας πρέπει να ληφθεί, επίσης, σοβαρά υπόψη.

Συνοψίζοντας τις απόψεις με βάση τα παραπάνω δεδομένα, θα λέγαμε πως, τελικά υπάρχουν πολλές Τροίες:

· Η ποιητική Τροία των ομηρικών επών με το τραγικό της τέλος εξαιτίας μιας γυναίκας, της ωραίας Ελένης.

· Η Τροία του Σλήμαν, ο οποίος πάσχισε να αποδείξει την ύπαρξή της και την ιστορική υπόσταση των ηρώων της, εντοπίζοντας -και κάνοντας, βέβαια, αρχαιολογική καριέρα με αυτόν- τον «θησαυρό» του ομηρικού βασιλιά της, του Πριάμου.

· Η Τροία του Κ. Μπλέγκεν, μια Τροία κοντά, επίσης, στις ομηρικές διηγήσεις και τα μυκηναϊκά αρχαιολογικά ευρήματα των μέσων του 20ου αιώνα.

· Η Τροία του πιο πρόσφατου ανασκαφέα της, του Κόρφμαν, που είδε σ' αυτήν μια μεγαλούπολη της Ανατολίας, η οποία καταστράφηκε, ύστερα από μια μοιραία σύγκρουση, στις αρχές του 12ου αι. π.Χ. από τους Μυκηναίους, με τους οποίους δεν είχε καμιά φυλετική συγγένεια.

· Η Τροία του Φ. Κόλμπ, η οποία είναι προϊόν ερμηνειών που χρησιμοποιούν και «εκμεταλλεύονται» τον τρωικό μύθο για να πραγματώσουν πολιτικές, ιδεολογικές, επαγγελματικές και άλλες επιδιώξεις του παρόντος.

· Η διαφιλονικούμενη Τροία που συνεχώς θα τη διεκδικούν και θα την οικειοποιούνται για τους δικούς τους σκοπούς, διάφοροι ηγέτες και κράτη, από τον Ξέρξη και τον Αλέξανδρο τον Μέγα, μέχρι τους Ρωμαίους, τον Οθωμανό σουλτάνο Μωάμεθ Β΄ και τη σύγχρονη Τουρκία.

· Η Τροία των μη ειδικών, του φιλάρχαιου κοινού και των επισκεπτών της, που άκουσαν για αυτήν στο σχολείο και τη φαντάστηκαν ο καθένας με τον δικό του μοναδικό τρόπο.

Είναι, πάντως, σίγουρο, ότι όσες Τροίες και αν υπάρχουν θα λειτουργούν πάντοτε με έναν θαυμαστό τρόπο στη σκέψη όσων ανθρώπων ασχολούνται με το παρελθόν και στις ποικίλες, ιστορικές και ποιητικές αφηγήσεις και μεταπλάσεις αυτού του παρελθόντος. Όπως σημειώνουν κάποιοι ειδικοί μελετητές:

«όλα αυτά οφείλονται στο ότι ο Τρωικός Πόλεμος του Ομήρου, ως ένα ισχυρό και ατελείωτα προσαρμόσιμο ιδεολογικό μοτίβο και ακριβώς για το πιο διάσημο "γεγονός" της ιστορίας (μετά τον Κατακλυσμό) από το οποίο μπορεί κανείς να εξαρτήσει μια μακρά και ένδοξη καταγωγή, είναι τόσο βαθιά ριζωμένος στη συλλογική ψυχή, στις πολιτιστικές παραδόσεις, στην εθνική κληρονομιά και στη συνείδηση της ταυτότητας τόσο πολλών Ευρωπαίων ώστε κάποιος να σκεφτεί να ασχοληθεί με το αν είναι πραγματική ιστορία ή όχι» (Sherratt 2010: 18).

Οι ιδέες και η πίστη στην ύπαρξη ενός συγκεκριμένου παρελθόντος, με λίγα λόγια, θα ξεπερνάει κάποιες φορές την ανάγκη για περισσότερο χειροπιαστές αποδείξεις. Οι αρχαιολόγοι, παρόλα αυτά, θα έρχονται και θα επανέρχονται στη θέση που πιστεύεται πως ήταν η Τροία ελπίζοντας να βρουν απαντήσεις τόσο στα παλαιά, όσο και σε νέα ερωτήματα.