Κυριακή 2 Ιουνίου 2024

Ένας Μικρός Τύραννος

Ο θαυμαστός κόσμος του Don Juan Matus

Η δύναμη που κυβερνάει την μοίρα όλων των ζωντανών όντων ονομάζεται Αετός, όχι γιατί είναι ένας αετός ή έχει σχέση με αετό, αλλά γιατί στον οραματιστή εμφανίζεται σαν ένας τεράστιος κατάμαυρος αετός, που στέκεται ορθός, όπως στέκεται ένας αετός και το ύψος του φτάνει στο άπειρο.

Ο Κύριος Άρχοντας (Yaldabaoth The Big Boss) ΔΕΝ είναι ο Αετός.

Καθώς ο οραματιστής κοιτάζει αυτή την μαυρίλα που είναι ο Αετός, τέσσερις λάμψεις φωτός του αποκαλύπτουν με τι μοιάζει ο Αετός. Η πρώτη λάμψη, που είναι σαν κεραυνός, βοηθάει τον οραματιστή να διακρίνει το περίγραμμα του σώματος του Αετού. Υπάρχουν κομμάτια λευκότητας που μοιάζουν σαν τα φτερά και τα νύχια ενός αετού. Μια δεύτερη αστραπή αποκαλύπτει το φτεροκόπημα, μια μαυρίλα που δημιουργεί άνεμο και μοιάζει σαν φτερά αετού. Με την τρίτη αστραπή φωτός ο οραματιστής αντικρίζει ένα διαπεραστικό, μη ανθρώπινο μάτι. Και η τέταρτη και τελευταία λάμψη αποκαλύπτει τι κάνει ο Αετός.

Ο Αετός καταβροχθίζει την επίγνωση όλων των πλασμάτων που, ενώ ένα λεπτό πριν ζούσαν στην γη, τώρα είναι νεκρά και ανεβαίνουν μέχρι το ράμφος του Αετού, σαν ένα ατέλειωτο σμήνος από πυγολαμπίδες, για να συναντήσουν τον Αφέντη τους, τον λόγο που είχαν ζωή/επίγνωση. Ο Αετός ξεχωρίζει αυτές τις λεπτές φλόγες, τις απλώνει, όπως ένας βυρσοδέψης απλώνει μια προβιά, και ύστερα τις καταβροχθίζει. Γιατί η επίγνωση των ζωντανών είναι η τροφή του αετού.

Ο Αετός, αυτή η δύναμη που κυβερνάει το πεπρωμένο όλων των ζωντανών πραγμάτων, αντανακλά παρόμοια και ταυτόχρονα όλα αυτά τα ζωντανά πράγματα. Δεν υπάρχει, επομένως τρόπος να παρακαλέσει ο άνθρωπος τον Αετό, να ζητήσει χάρες, ή να ελπίζει για εύνοια. Το ανθρώπινο μέρος του Αετού είναι πολύ ασήμαντο για να παρακινήσει το σύνολο.

Μόνο από τις πράξεις του Αετού μπορεί ο οραματιστής να καταλάβει τι θέλει. Ο Αετός αν και δεν παρασύρεται από τις περιστάσεις κανενός ζωντανού πράγματος, έχει παραχωρήσει ένα δώρο σε κάθε ζωντανό πλάσμα. Το καθένα απ’ αυτά, με τον δικό του τρόπο και δικαίωμα, έχει την δύναμη, αν το επιθυμεί, να κρατήσει την φλόγα της επίγνωσης που του δόθηκε. Έχει την δύναμη να μην υπακούσει στις διαταγές να πεθάνει και να καταβροχθιστεί.

Σε κάθε ζωντανό πράγμα έχει παραχωρηθεί η δύναμη, αν το επιθυμεί, να αναζητήσει ένα άνοιγμα προς την ελευθερία και να περάσει μέσα απ’ αυτό. Για τον οραματιστή που βλέπει το άνοιγμα και για τα πλάσματα που περνάνε μέσα απ’ αυτό, είναι φανερό ότι ο Αετός παραχώρησε αυτό το δώρο προκειμένου να διαιωνίσει την επίγνωσή Του.

Για τον σκοπό της καθοδήγησης των ζωντανών πραγμάτων προς αυτό το άνοιγμα, ο Αετός δημιούργησε το Ναγουάλ. Το Ναγουάλ είναι μια διπλή ύπαρξη στην οποία έχει αποκαλυφτεί ο νόμος. Το Ναγουάλ είτε υπάρχει με την μορφή ενός ανθρώπινου όντος, ενός ζώου, ενός φυτού ή οτιδήποτε άλλου ζωντανού πράγματος, με την δύναμη της διπλότητας του ωθείται να αναζητήσει αυτό το κρυμμένο πέρασμα.

Το Ναγουάλ έρχεται σε ζεύγη, αρσενικό και θηλυκό. Ένας διπλός άντρας και μια διπλή γυναίκα γίνονται Ναγουάλ μόνο όταν στον καθένα απ’ αυτούς έχει αποκαλυφτεί ο νόμος και ο καθένας τους τον έχει κατανοήσει και τον έχει αποδεχτεί πλήρως.

Στα μάτια του οραματιστή ένας άντρας Ναγουάλ ή μια γυναίκα Ναγουάλ παρουσιάζονται σαν ένα φωτεινό αυγό με τέσσερα μέρη. Αντίθετα από το κοινό ανθρώπινο ον που έχει μόνο δύο πλευρές, μια αριστερή και μια δεξιά, το Ναγουάλ έχει την αριστερή πλευρά του χωρισμένη σε δύο τμήματα, και την δεξιά πλευρά του παρόμοια χωρισμένη στα δύο. Προκειμένου να βεβαιωθεί ότι ο πρώτος άντρας-Ναγουάλ θα οδηγούσε την ομάδα του στην ελευθερία και δεν θα ξέφευγε από το μονοπάτι, ούτε θα διαφθειρόταν, ο Αετός πήρε την γυναίκα-Ναγουάλ στον άλλο κόσμο για να χρησιμεύει σαν φάρος και να καθοδηγεί την ομάδα Ναγουάλ προς το άνοιγμα.

Ύστερα το Ναγουάλ και οι πολεμιστές του διατάχτηκαν να ξεχάσουν.

Βυθίστηκαν μέσα στο σκοτάδι και τους δόθηκαν νέα καθήκοντα: Το καθήκον να θυμηθούν τον εαυτό τους και το καθήκον να θυμηθούν τον Αετό.

Η διαταγή να ξεχάσουν ήταν τόσο ισχυρή ώστε όλοι χωρίστηκαν. Δεν θυμόνταν ποιοί ήταν. Ο σκοπός του Αετού ήταν ότι αν μπορούσαν να θυμηθούν ξανά τον εαυτό τους, τότε θα έβρισκαν την ολότητα του εαυτού τους. Μόνο τότε θα διέθεταν την αναγκαία δύναμη και αυτοσυγκράτηση για να επιχειρήσουν και να αντιμετωπίσουν το τελευταίο τους ταξίδι.

Το τελευταίο καθήκον που τους ανατέθηκε, αφού απόκτησαν πάλι την ολότητα του εαυτού τους, ήταν να βρουν ένα ζευγάρι διπλών όντων και να το μεταμορφώσουν σε ένα νέο άντρα-Ναγουάλ και μια νέα γυναίκα-Ναγουάλ αποκαλύπτοντας τους το νόμο. Και ακριβώς όπως στον πρώτο άντρα-Ναγουάλ και στην πρώτη γυναίκα-Ναγουάλ είχε παραχωρηθεί μια μικρή ομάδα, έτσι και αυτοί έπρεπε να προμηθεύσουν το καινούργιο ζευγάρι των Ναγουάλ με τέσσερις θηλυκούς πολεμιστές που να είναι διώκτες, τρεις αρσενικούς πολεμιστές και έναν αρσενικό αγγελιαφόρο.

Όταν το πρώτο Ναγουάλ και η ομάδα του ήταν έτοιμοι να περάσουν μέσα από το πέρασμα, η πρώτη γυναίκα-Ναγουάλ τους περίμενε για να τους οδηγήσει. Τότε διατάχτηκαν να πάρουν μαζί τους στον άλλο κόσμο την καινούργια γυναίκα-Ναγουάλ για να χρησιμεύσει σαν φάρος για τους ανθρώπους της, αφήνοντας τον καινούργιο άντρα-Ναγουάλ στον κόσμο για να επαναλάβει τον κύκλο.

Όσο βρίσκεται στον κόσμο ο μικρότερος αριθμός κάτω από την αρχηγία του Ναγουάλ είναι δεκάξι: οχτώ θηλυκοί πολεμιστές, τέσσερις αρσενικοί πολεμιστές, μαζί με το Ναγουάλ, και τέσσερις αγγελιαφόροι. Την στιγμή που εγκαταλείπουν τον κόσμο, όταν βρίσκεται μαζί τους η καινούργια γυναίκα-Ναγουάλ, ο αριθμός του Ναγουάλ είναι δεκαεπτά. Αν η προσωπική δύναμη του επιτρέπει να έχει περισσότερους πολεμιστές, τότε μπορούν να προστεθούν και άλλα νούμερα πολλαπλάσια του τέσσερα. [Ο Νόμος Του Ναγκουάλ] – Carlos Castaneda

Οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη.

Ο Δον Χουάν έμεινε πολύ ώρα σιωπηλός.

«Θα κάνω κάτι καλύτερο απ’ το να σου δώσω ένα παράδειγμα αξιομνημόνευτου περιστατικού του δικού μου λευκώματος», είπε τελικά. «Θα σου δώσω ένα αξιομνημόνευτο περιστατικό από την δική σου ζωή, ένα περιστατικό που θα άξιζε σίγουρα να μπει στην συλλογή σου. Ή, αν προτιμάς, εγώ θα το έβαζα οπωσδήποτε στην δική μου συλλογή αν ήμουν στη θέση σου». Νόμισα πως αστειευόταν κι έβαλα ανόητα τα γέλια.

«Δεν είναι καμιά αστεία ιστορία», παρατήρησε κοφτά. «Σοβαρολογώ. Κάποτε μου διηγήθηκες μια ιστορία που ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις».

«Για ποια ιστορία μιλάς;»

«Εκείνη για τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη» απάντησε. «Ξαναπές μου αυτή την ιστορία. Πες τη μου όμως με όσο πιο πολλές λεπτομέρειες μπορείς να θυμηθείς». Άρχισα να διηγούμαι βιαστικά την ιστορία. Ο Δον Χουάν με διέκοψε και μου ζήτησε να την διηγηθώ όσο πιο προσεκτικά και λεπτομερώς μπορούσα, ξεκινώντας από την αρχή. Υπάκουσα, αλλά η αφήγησή μου δεν τον ικανοποίησε.

«Ας κάνουμε έναν περίπατο» πρότεινε. «Είσαι πολύ πιο σαφής όταν βαδίζεις παρά όταν κάθεσαι. Δεν θα ήταν παράλογη ιδέα το να βαδίζεις πάνω κάτω όταν προσπαθείς να διηγηθείς κάτι».

Καθόμασταν στην βεράντα, όπως συνηθίζαμε να κάνουμε στην διάρκεια της μέρας. Είχα υιοθετήσει μια ρουτίνα που δεν αποχωριζόμουν: καθόμουν πάντα στο ίδιο σημείο, με την πλάτη να ακουμπά στην πρόσοψη του σπιτιού. Ο Δον Χουάν πάλι, καθόταν σε διάφορα σημεία, ποτέ στο ίδιο.

Διαλέξαμε την χειρότερη ώρα για την πεζοπορία μας. Ήταν καταμεσήμερο. Ο Δον Χουάν μου είχε δώσει ένα παλιό ψαθάκι, όπως έκανε πάντα όταν βγαίναμε να περπατήσουμε για ώρα κάτω από τον ήλιο. Περπατήσαμε πολύ ώρα χωρίς να πούμε λέξη. Έβαλα τα δυνατά μου να θυμηθώ με κάθε λεπτομέρεια την ιστορία για τις ‘Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη’. Το απόγευμα είχε προχωρήσει αρκετά όταν καθίσαμε στην σκιά μιας συστάδας ψηλών θάμνων και επανέλαβα την ιστορία στον Δον Χουάν.

Χρόνια πριν, όταν σπούδαζα γλυπτική σε μια σχολή Καλών Τεχνών στην Ιταλία, είχα γίνει στενός φίλος μ’ ένα Σκοτσέζο συμφοιτητή μου που ήθελε να γίνει τεχνοκριτικός. Εκείνο που θυμόμουν πιο ζωηρά γι’ αυτόν τον άνθρωπο, το στοιχείο που σχετιζόταν με την ιστορία που διηγούμουν στον Δον Χουάν, ήταν η μεγάλη ιδέα που είχε για τον εαυτό του. Πίστευε πως ήταν ο πιο ακόλαστος, λάγνος και κοσμογυρισμένος λόγιος και καλλιτέχνης: ένας άνθρωπος της Αναγέννησης. Ακόλαστος ήταν σίγουρα, αλλά η λαγνεία ήταν κάτι που βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με την αποστεωμένη, στεγνή και σοβαρή προσωπικότητά του. Ήταν ένθερμος οπαδός του Μπέρτραντ Ράσελ και ονειρευόταν να εφαρμόσει τις αρχές του λογικού θετικισμού στην τεχνοκριτική. Όσο για την ιδιότητα του κοσμογυρισμένου λογίου και καλλιτέχνη, δεν υπήρχε μεγαλύτερη φαντασίωση, αφού ήταν ο πιο αναβλητικός άνθρωπος του κόσμου. Η δουλειά ήταν η θεία δίκη του.

Η διφορούμενη ειδικότητά του δεν ήταν η τεχνοκριτική, αλλά η προσωπική γνωριμία του με όλες τις πόρνες των πάμπολλων οίκων ανοχής που λειτουργούσαν στην πόλη. Οι ολοζώντανες και εκτενείς περιγραφές που συνήθιζε να μου κάνει -ώστε να με κρατά, κατά τα λεγόμενά του, ενήμερο για όσα θαυμαστά πράγματα υποτίθεται ότι διαδραματίζονταν στον κόσμο αυτής του της ειδικότητας- ήταν απολαυστικές. Δεν παραξενεύτηκα επομένως όταν εμφανίστηκε μια μέρα στο διαμέρισμά μου, ξέπνοος σχεδόν από την έξαψη, για να μου πει ότι του είχε συμβεί κάτι εξαίσιο, κάτι που ανυπομονούσε να μοιραστεί μαζί μου.

«Λοιπόν παλιόφιλε, είναι κάτι που πρέπει να το δεις με τα ίδια σου τα μάτια!» μου είπε ξαναμμένος, με την οξφορδιανή προφορά που υιοθετούσε όποτε απευθυνόταν σ’ εμένα. Βημάτιζε νευρικά στο δωμάτιο. «Είναι δύσκολο να σ’ το περιγράψω, μα είμαι βέβαιος πως είναι κάτι που θα εκτιμήσεις. Κάτι που η εντύπωσή του θα σ’ ακολουθεί σε όλη σου τη ζωή! Πρόκειται να σου χαρίσω ένα θαυμαστό δώρο ζωής. Καταλαβαίνεις;»

Εκείνο που καταλάβαινα ήταν πως είχα μπλέξει μ’ έναν υστερικό Σκοτσέζο. Προτιμούσα πάντα να τον καλοπιάνω και να πηγαίνω με τα νερά του. Ποτέ μου δεν είχα μετανιώσει γ’ αυτό.

«Ηρέμησε, Έντι» του είπα. «Ησύχασε. Τι προσπαθείς να μου πεις;»

Μου διηγήθηκε πως είχε βρεθεί σ’ έναν οίκο ανοχής, όπου ξετρύπωσε μια απίστευτη γυναίκα που του έκανε ένα καταπληκτικό νούμερο, τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Με διαβεβαίωσε άπειρες φορές, τραυλίζοντας σχεδόν από την αναστάτωση, πως όφειλα να προσφέρω στον εαυτό μου αυτή την απίστευτη εμπειρία.

«Και μην ανησυχείς αν δεν έχεις λεφτά!» έσπευσε να με καθησυχάσει, ξέροντας ότι τα έφερνα δύσκολα βόλτα. «Πλήρωσα ήδη για την επίσκεψη. Το μόνο που έχεις να κάνεις εσύ είναι να έρθεις μαζί μου. Η μαντάμ Λουντμίλα θα χαρεί να σου δείξει τις Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Είναι περίπτωση!».

Σε μια κρίση ανεξέλεγκτης αγαλλίασης, ο Έντι ξέσπασε σε βροντερά γέλια, ξεχνώντας τα κακάσχημα δόντια του, τα οποία έκρυβε συνήθως πίσω από μειδιάματα ή συγκρατημένα μισόγελα με σφιχτοκλεισμένα χείλη. «Άκουσέ με, είναι καταπληκτική!»

Η περιέργειά μου φούντωνε όσο περνούσε η ώρα. Ένιωθα όλο και πιο πρόθυμος να μοιραστώ την καινούρια του απόλαυση. Ο Έντι με πήγε με τ’ αμάξι του στα περίχωρα της πόλης. Σταματήσαμε μπροστά σ’ ένα μουντό, κακοδιατηρημένο κτίριο. Η μπογιά στην πρόσοψη είχε ξεθωριάσει και ξεφλουδίσει. Θύμιζε παλιό ξενοδοχείο, ένα ξενοδοχείο που τώρα ήταν πολυκατοικία. Διέκρινα τα απομεινάρια μιας παλιάς πινακίδας ξενοδοχείου, σκεβρωμένης από την υγρασία και την πολυκαιρία. Πολλά από τα βρόμικα στενά μπαλκόνια ήταν γεμάτα γλάστρες με λουλούδια, ενώ στα κάγκελα άλλων κρέμονταν χαλιά αφημένα να στεγνώσουν στον ήλιο.

Στην είσοδο έστεκαν δύο μελαψοί, ύποπτοι άντρες με μυτερά μαύρα παπούτσια που έδειχναν πολύ στενά για τα πόδια τους. Χαιρέτησαν διαχυτικά τον Έντι. Είχαν κατάμαυρα αεικίνητα μάτια, απειλητικά. Φορούσαν γυαλιστερά αχνογάλαζα κοστούμια, πολύ στενά για τα ογκώδη κορμιά τους. Ο ένας άνοιξε την πόρτα για τον Έντι. Εμένα ούτε που καταδέχτηκαν να με κοιτάξουν.

Ανεβήκαμε στο πάνω πάτωμα από μια ετοιμόρροπη σκάλα που έδειχνε πως κάποτε είχε περάσει εποχές μεγαλείου. Ο Έντι προχώρησε πρώτος σ’ έναν άδειο διάδρομο που θύμιζε έντονα ξενοδοχείο με τις διαδοχικές πόρτες και στις δύο πλευρές. Όλες ήταν βαμμένες στην ίδια μουντή λαδιά απόχρωση και σε καθεμιά ένας μπρούτζινος αριθμός, θαμπωμένος από τα χρόνια, μόλις που διακρινόταν.

Ο Έντι στάθηκε σε μια πόρτα. Πρόσεξα ότι είχε τον αριθμό 112. Ο φίλος μου χτύπησε επίμονα. Μας άνοιξε μια κοντή στρουμπουλή γυναίκα με οξυζεναρισμένα μαλλιά και μας κάλεσε αμίλητη να περάσουμε μέσα. Φορούσε μια κατακόκκινη μεταξωτή ρόμπα με φουσκωτά μανίκια στολισμένα με φτερά και ένα ζευγάρι κατακόκκινες παντόφλες με γούνινες φούντες. Η γυναίκα έκλεισε την πόρτα πίσω μας όταν προχωρήσαμε λίγο στο μικρό χολάκι, κι έπειτα χαιρέτησε τον Έντι με τα φριχτά της αγγλικά.

«Γεια, Έντι. Έφερες φίλο, ε;»

Ο Έντι έσφιξε το χέρι της και μετά έσκυψε όλο αβρότητα και το φίλησε. Φερόταν σαν να ήταν απόλυτα ήρεμος, όμως εγώ πρόσεξα κάποιες μικρές ασυνείδητες κινήσεις του που μόνο ηρεμία δεν πρόδιδαν.

«Πως είστε σήμερα, μαντάμ Λουντμίλα;» ρώτησε, προσπαθώντας να ακουστεί σαν Αμερικανός.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο Έντι παρίστανε τον Αμερικανό όποτε είχε δοσοληψίες με κάποιο κακόφημο σπίτι. Υποπτεύομαι ότι το έκανε επειδή γενικά οι Αμερικανοί θεωρούνταν εύποροι και ήθελε να έχει εκεί την φήμη του πλουσίου, άρα και αξιόπιστου.

Ο Έντι στράφηκε σε μένα και είπε με την ψεύτικη αμερικάνικη προφορά του: «Σ’ αφήνω σε καλά χέρια, νεαρέ μου».

Ακούστηκε τόσο απαίσιος, τόσο ανοίκειος, που έβαλα τα γέλια. Αυτό το ξέσπασμα ιλαρότητας δεν φάνηκε να ενοχλεί την μαντάμ Λουντμίλα. Ο Έντι της φίλησε πάλι το χέρι κι έφυγε αφήνοντάς μας μόνους.

«Μιλάει αγγλικά, αγοράκι;» τσίριξε υστερικά η γυναίκα, λες και μιλούσε σε κουφό. «Αιγκύπτιος είσαι για Τούρκος;»

Διαβεβαίωσα την μαντάμ Λουντμίλα ότι δεν ήμουν τίποτα απ’ τα δύο κι ότι μιλούσα αγγλικά. Εκείνη με ρώτησε τότε αν μου ‘καναν κέφι οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη. Δεν ήξερα τι να πω, έγνεψα μονάχα καταφατικά.

«Θα δεις νούμερο καλό» με διαβεβαίωσε. «Οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη είναι μόνο η αρχή. Πες μου να σταματήσω όταν φτιαχτείς».

Από το χολάκι όπου στεκόμασταν περάσαμε σ’ ένα μισοσκότεινο κι απόκοσμο δωμάτιο με βαριές κουρτίνες. Ασθενικές λάμπες έφεγγαν μέσα σε απλίκες στέλνοντας το φως ίσια στο πάτωμα. Παράταιρα αντικείμενα γέμιζαν το δωμάτιο: μικρές σιφονιέρες, τραπεζάκια αντίκες και καρέκλες. Ένα σεκρετέρ φορτωμένο χαρτιά, μολύβια, χάρακες και τουλάχιστον καμιά δεκαριά ψαλίδια διαφόρων μεγεθών στηρίζονταν στον τοίχο. Η μαντάμ Λουντμίλα μ’ έβαλε να καθίσω σε μια παλιά μπερζέρα.

«Το κρεβάτι είναι στ’ άλλο δωμάτιο γλύκα» με πληροφόρησε, δείχνοντας στο βάθος του δωματίου. «Τούτη δω είναι η αντισάλα μου. Εδώ κάνω το νούμερό μου για να φτιαχτείς και να ‘σαι ορεξάτος».

Την επομένη στιγμή, πέταξε πέρα την κόκκινη ρόμπα της, κλότσησε στην άκρη τις φανταχτερές της παντόφλες κι άνοιξε με μια αεράτη κίνηση τις δίφυλλες ντουλάπες που έστεκαν πλάι πλάι σ’ έναν τοίχο. Στο εσωτερικό του κάθε φύλλου βρισκόταν ένας ολόσωμος καθρέφτης.

«Και τώρα μουσική, αγοράκι» ανήγγειλε η μαντάμ Λουντμίλα κι άρχισε να γυρνά την μανιβέλα ενός φωνογράφου που έδειχνε να είναι σε θαυμάσια κατάσταση, γυαλιστερός σαν καινούριος. Έβαλε ένα δίσκο γραμμοφώνου στο πλατό της συσκευής. Η στριγκά, βασανιστική μελωδία μου θύμισε τα εμβατήρια που παίζουν στο τσίρκο.

«Και τώρα το νούμερό μου» φώναξε κι άρχισε να στριφογυρνά στο ρυθμό της μελωδίας. Η επιδερμίδα της ήταν σφιχτή -στα περισσότερα σημεία, τουλάχιστον- κι εκπληκτικά λευκή, αν και δεν ήταν πια νέα. Θα πρέπει να πλησίαζε τα πενήντα. Η κοιλιά της ήταν χαλαρή -όχι πολύ, αλλά αρκετά-, όπως και τα πλούσια στήθη της. Είχε μικρή μύτη κι έντονα βαμμένα κόκκινα χείλη. Μια γερή στρώση μαύρης μάσκαρα είχε πετρώσει στα βλέφαρά της. Έφερνε στο νου το αρχέτυπο της γερασμένης πόρνης. Ανέδιδε ωστόσο κάτι παιδικό, μια κοριτσίστικη εγκατάλειψη και εμπιστοσύνη, μια γλύκα που με τάραξε.

«Και τώρα, οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη» ανήγγειλε η μαντάμ Λουντμίλα, ενώ η μουσική συνεχιζόταν.

«Πόδι, πόδι, πόδι!» φώναξε, τινάζοντας ψηλά πρώτα το ένα πόδι και μετά το άλλο στο ρυθμό της μουσικής. Το δεξί της χέρι ακουμπούσε την κορυφή του κεφαλιού της, θύμιζε κοριτσάκι που δεν είναι σίγουρο αν μπορεί να εκτελέσει τις χορευτικές φιγούρες.

«Γύρω, γύρω, γύρω!» κραύγασε στριφογυρνώντας σαν σβούρα.

«Ποπός, ποπός, ποπός!» τσίριξε μετά, δείχνοντάς μου τον πισινό της σαν χορεύτρια του καν καν.

Επανέλαβε ξανά και ξανά την ίδια σειρά κινήσεων, ώσπου άρχισε να σβήνει η μουσική όπως ξεκουρδιζόταν ο φωνογράφος. Είχα την αίσθηση ότι χανόταν η μαντάμ Λουντμίλα, έτσι όπως στροβιλιζόταν κατευθυνόμενη στο βάθος του δωματίου, έτσι όπως μίκραινε και μίκραινε ολοένα καθώς έσβηνε η μουσική. Ένα αίσθημα απόγνωσης και μοναξιάς που αγνοούσα πως έτρεφα μέσα μου αναδύθηκε απ’ τα κατάβαθα της ύπαρξής μου, και μ’ έσπρωξε να πεταχτώ από την μπερζέρα και να βγω τρέχοντας από το δωμάτιο, να κατέβω κουτρουβαλώντας την σκάλα και να ορμήσω έξω, στον δρόμο.

Ο Έντι και οι δύο άντρες με τα αχνογάλαζα γυαλιστερά κοστούμια στέκονταν εκεί κουβεντιάζοντας. Όταν ο φίλος μου με είδε να πετάγομαι σαν τρελός από το κτίριο, ξέσπασε σε δυνατά γέλια. «Δεν ήταν φοβερή περίπτωση;» μου φώναξε, πασχίζοντας ακόμη ν’ ακουστεί σαν Αμερικανός. «Οι Φιγούρες Μπροστά στον Καθρέφτη είναι μόνο η αρχή». Τι φάση! Τι φάση, στ’ αλήθεια!»

Την πρώτη φορά που ανέφερα αυτή την ιστορία στο Δον Χουάν, του είπα ότι είχα επηρεαστεί βαθιά από την βασανιστική μελωδία και το τρελό στροβίλισμα της γριάς πόρνης στο άκουσμά της. Εξίσου βαθιά με είχε επηρεάσει και η αποκάλυψη της αναισθησίας του φίλου μου. Αυτή την φορά, όταν ολοκλήρωσα την ιστορία μου στον Δον Χουάν, στην σκιά των ψηλών θάμνων όπου καθόμασταν σ’ εκείνα τα βουνά της Σονόρα, έτρεμα σύγκορμος. Με είχε μυστηριωδώς επηρεάσει κάτι εντελώς απροσδιόριστο.

«Αυτή η ιστορία», είπε ο δον Χουάν, «πρέπει να μπει οπωσδήποτε στο λεύκωμά σου με τα αξιομνημόνευτα περιστατικά. Ο φίλος σου, αν και δεν υποψιάστηκε καν τι έκανε, σου πρόσφερε, όπως είπε κι ο ίδιος, ένα θαυμαστό δώρο, κάτι που πράγματι η εντύπωσή του θα διατηρηθεί μέσα σου και θα σε ακολουθεί για όλη σου την ζωή».

«Προσωπικά θεωρώ πολύ θλιβερή αυτή την ιστορία, δον Χουάν, θλιβερή, μα τίποτ’ άλλο», μουρμούρισα.

«Είναι πράγματι μια θλιβερή ιστορία, όπως κι όλες οι άλλες ιστορίες σου», μου απάντησε, «αλλά αυτό που την κάνει ξεχωριστή για μένα και αξιομνημόνευτη είναι ότι μας αγγίζει όλους, κάθε ανθρώπινο πλάσμα, όχι μόνο εσένα, όπως συνέβαινε με τις υπόλοιπες ιστορίες σου. Βλέπεις, όπως η μαντάμ Λουντμίλα, έτσι και ο καθένας από μας, είτε νέος, είτε γέρος, κάνει φιγούρες μπροστά σε κάποιο καθρέφτη με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Λογάριασε πρώτα τι γνωρίζεις για τους ανθρώπους. Σκέψου κάθε ανθρώπινο πλάσμα σε τούτη την γη και θα καταλάβεις, χωρίς αμφιβολία, πως όποιοι κι αν είναι αυτοί οι άνθρωποι ή ό,τι κι αν πιστεύουν για τον εαυτό τους, ό,τι κι αν κάνουν, το αποτέλεσμα των πράξεών τους είναι πάντα το ίδιο: παράλογες φιγούρες μπροστά σ’ έναν καθρέφτη».

Έλεγχος, Πειθαρχία, Επιμονή, Χρονισμός και Θέληση.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της πολεμικότητας.

Ο Δον Χουάν δεν συζήτησε μαζί μου την κυριαρχία της συνείδησης παρά πολλούς μήνες αργότερα. Βρισκόμαστε στο σπίτι όπου έμενε η ομάδα του ναγκουάλ.

«Πάμε μια βόλτα», μου είπε ο δον Χουάν, ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο μου. «Ή ακόμα καλύτερα, πάμε στην πλατεία, όπου έχει πολύ κόσμο, να καθίσουμε και να μιλήσουμε».

Ξαφνιάστηκα όταν μου μίλησε. Βρισκόμουν στο σπίτι δύο ολόκληρες μέρες και δεν με είχε ούτε καν χαιρετήσει. Καθώς βγαίναμε από το σπίτι μας, σταμάτησε η Γκόρντα και απαίτησε να την πάρουμε μαζί μας. Έδειχνε αποφασισμένη να μην δεχτεί άρνηση. Ο δον Χουάν, με πολύ αυστηρή φωνή, της είπε ότι είχε να συζητήσει μαζί μου κάτι προσωπικό.

«Θα μιλήσετε για μένα», είπε η Γκόρντα. Ο τόνος και οι χειρονομίες της έδειχναν καχυποψία.

«Έχεις δίκιο», απάντησε ξερά ο Δον Χουάν. Την προσπέρασε χωρίς να την κοιτάξει.

Τον ακολούθησα και περπατήσαμε αμίλητοι μέχρι την πλατεία της πόλης. Όταν καθίσαμε τον ρώτησα τι θα μπορούσαμε να βρούμε να συζητήσουμε για την Γκόρντα. Εξακολουθούσα να αισθάνομαι καρφωμένο πάνω μου το απειλητικό της βλέμμα, καθώς βγαίναμε από το σπίτι.

«Δεν έχουμε τίποτα να συζητήσουμε για την Γκόρντα ή για οποιονδήποτε άλλον», είπε. «Της το είπα απλά και μόνο για να προκαλέσω τον τεράστιο εγωισμό της. Και πέτυχε. Είναι έξαλλη μαζί μας. Αν την ξέρω καλά, μέχρι τώρα θα έχει φουντώσει την αυτοπεποίθηση και την αγανάκτησή της. Δεν θα εκπλαγώ να έρθει να μας βρει εδώ, στο παγκάκι».

«Αν δεν πρόκειται να μιλήσουμε για την Γκόρντα, τι θα συζητήσουμε;» ρώτησα.

«Θα συνεχίσουμε την συζήτηση που αρχίσαμε στην Οξάκα», απάντησε. «Η κατανόηση της εξήγησης της συνείδησης θα χρειαστεί την μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια από μέρους σου και την προθυμία σου να μεταφέρεσαι απ’ το ένα στ’ άλλο στάδιο συνείδησης. Ενώ θα συζητάμε, απαιτώ την απόλυτη συγκέντρωσή και υπομονή σου».

Γκρινιάζοντας του είπα ότι με είχε κάνει να αισθανθώ άσχημα, αρνούμενος να μου μιλήσει, τις δύο προηγούμενες μέρες. Με κοίταξε και σήκωσε τα φρύδια του. Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλια του και μετά εξαφανίστηκε. Συνειδητοποίησα ότι μου έδειχνε ότι δεν ήμουν καλύτερος από την Γκόρντα.

«Προκαλούσα τον εγωισμό σου», είπε συνοφρυωμένος. «Ο εγωισμός είναι ο μεγαλύτερος εχθρός σου. Σκέψου το – αυτό που μας κάνει αδύνατους είναι το να αισθανόμαστε ότι μας προσβάλλουν οι ενέργειες των συνανθρώπων μας. Ο εγωισμός μας απαιτεί να περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας προσβλημένοι από κάποιον. Οι νέοι μάντεις συνιστούσαν να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια για την εξαφάνιση του εγωισμού από την ζωή των πολεμιστών. Έχω ακολουθήσει αυτή την σύσταση και μεγάλο μέρος της συμπεριφοράς μου απέναντί σου έχει σκοπό να σου δείξει ότι χωρίς εγωισμό, είμαστε αήττητοι!»

Καθώς τον άκουγα, τα μάτια του έγιναν ξαφνικά πολύ γυαλιστερά. Σκεφτόμουν ότι ήταν έτοιμος να γελάσει και ότι δεν υπήρχε λόγος για κάτι τέτοιο, όταν ξαφνιάστηκα από ένα δυνατό οδυνηρό χαστούκι στο δεξί μου μάγουλο. Τινάχτηκα όρθιος. Η Γκόρντα στεκόταν πίσω μου με το χέρι της ακόμα σηκωμένο. Το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο από το θυμό. «Τώρα μπορείτε να πείτε ό,τι θέλετε για μένα, έχοντας κάποια δικαιολογία», φώναξε. «Αν έχετε πάντως να πείτε κάτι, πείτε το μπροστά μου!».

Η έκρηξή της έμοιαζε να την έχει εξαντλήσει, γιατί κάθισε κάτω στο τσιμέντο και άρχισε να κλαίει. Ο Δον Χουάν έδειχνε ενθουσιασμένος. Εγώ ήμουν παγωμένος από την μανία μου. Η Γκόρντα με κοίταξε και μετά γύρισε προς τον Δον Χουάν. Του είπε παραπονεμένα ότι δεν είχαμε δικαίωμα να την κατηγορούμε. Ο Δον Χουάν γέλασε τόσο δυνατά που διπλώθηκε στα δύο. Δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει. Προσπάθησε δύο τρεις φορές να μου πει κάτι, αλλά τελικά παράτησε την προσπάθεια και απομακρύνθηκε με το σώμα του να αναταράζεται ακόμα από τα γέλια.

Ήμουν έτοιμος να τρέξω πίσω του, κοιτάζοντας ακόμα αγριεμένα την Γκόρντα -εκείνη την στιγμή την έβρισκα αποκρουστική- όταν μου συνέβηκε κάτι εκπληκτικό. Κατάλαβα γιατί με είχε βρει τόσο αστείο ο Δον Χουάν. Η Γκόρντα και εγώ ήμασταν φρικιαστικά όμοιοι. Ο εγωισμός μας ήταν τρομακτικός. Η έκπληξη και η οργή μου που με είχαν χαστουκίσει ήταν σαν το θυμό και τις υποψίες της Γκόρντα. Ο Δον Χουάν είχε δίκιο. Το βάρος του εγωισμού είναι μεγάλο εμπόδιο. Έτρεξα πίσω του, ενθουσιασμένος, με τα δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπό μου. Τον πρόλαβα και του είπα τι είχα καταλάβει. Τα μάτια του γυάλιζαν με ικανοποίηση και ευχαρίστηση.

«Τι να κάνω με την Γκόρντα;» ρώτησα.

«Τίποτα», απάντησε. «Η συνειδητοποίηση είναι πάντα κάτι το προσωπικό».

Άλλαξε θέμα και είπε ότι οι οιωνοί μας έλεγαν να συνεχίσουμε την συζήτησή μας πίσω στο σπίτι, ή στο μεγάλο δωμάτιο με τις άνετες πολυθρόνες, ή στην πίσω αυλή που είχε έναν σκεπαστό διάδρομο γύρω της. Είπε ότι όποτε εξηγούσε μέσα στο σπίτι, αυτά τα δύο μέρη ήταν απαγορευμένα για όλους τους άλλους. Γυρίσαμε στο σπίτι. Ο Δον Χουάν είπε σε όλους τι είχε κάνει η Γκόρντα. Η χαρά που έδειξαν όλοι οι μάντεις έκανε την θέση της Γκόρντα ακόμα πιο δύσκολη.

«Ο εγωισμός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με ευγένειες», είπε ο δον Χουάν όταν του εξέφρασα την ανησυχία μου για την Γκόρντα.

Μετά είπε σε όλους να βγουν από το δωμάτιο. Καθίσαμε και ο δον Χουάν άρχισε τις εξηγήσεις του.

Είπε ότι οι μάντεις, παλιοί και νέοι, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει αυτούς που είναι διατεθειμένοι να αυτοσυγκρατηθούν και μπορούν να διοχετεύσουν τις ενέργειές τους προς στόχους που μπορούν να βοηθήσουν τους άλλους μάντεις, αλλά και την ανθρωπότητα γενικά. Η άλλη κατηγορία περιλαμβάνει αυτούς που δεν συμπαθούν την αυτοσυγκράτηση και δεν ενδιαφέρονται για τέτοιους στόχους. Οι μάντεις πιστεύουν ότι αυτοί οι τελευταίοι είναι αυτοί που δεν κατάφεραν να λύσουν το πρόβλημα του εγωισμού.

«Ο εγωισμός δεν είναι κάτι το απλό και αφελές» εξήγησε. «Από την μια μεριά, αποτελεί τον πυρήνα όλων όσων είναι καλά για μας και από την άλλη μεριά, τον πυρήνα όσων είναι σάπια. Για να ξεφορτωθεί κανείς το σάπιο εγωισμό χρειάζεται ένα αριστούργημα στρατηγικής. Οι μάντεις μέσα στους αιώνες, έχουν τιμήσει ιδιαίτερα αυτούς που το κατάφεραν».

Παραπονέθηκα ότι η ιδέα της εξαφάνισης του εγωισμού, αν και μου φαινόταν ελκυστική μερικές φορές, ήταν στην ουσία ακατανόητη. Του είπα ότι έβρισκα τις οδηγίες του τόσο ασαφείς που δεν μπορούσα να τις ακολουθήσω.

«Σου είπα πολλές φορές, ότι προκειμένου να ακολουθήσεις το μονοπάτι της γνώσης πρέπει να έχεις μεγάλη φαντασία. Βλέπεις, το μονοπάτι της γνώσης, τίποτα δεν είναι τόσο ξεκάθαρο όσο θα θέλαμε».

Η δυσάρεστη αίσθηση που μου δημιούργησαν τα λόγια του με έκανε να πω ότι αυτά που έλεγε μου θύμιζαν κηρύγματα της καθολικής εκκλησίας. Μετά από μια ολόκληρη ζωή που με δίδασκαν τα κακά της αμαρτίας, είχα γίνει αναίσθητος.

«Η μάχη των πολεμιστών κατά του εγωισμού», είπε, «είναι θέμα στρατηγικής, όχι αρχής. Το λάθος σου είναι ότι μεταφράζεις ό,τι λέω με βάση την ηθική».

«Σε θεωρώ πολύ ηθικό άνθρωπο, Δον Χουάν», επέμεινα.

«Απλώς έχεις προσέξει το ότι είμαι άψογος», είπε.

«Το να είσαι άψογος, όπως και το να ξεφορτώνεσαι τον εγωισμό σου, αποτελούν πολύ αόριστες έννοιες για να έχουν κάποια αξία για μένα» παρατήρησα.

Ο Δον Χουάν πνίγηκε στα γέλια και του ζήτησα να εξηγήσει τι σημαίνει να είσαι άψογος.

«Το να είσαι άψογος δεν είναι τίποτα περισσότερο από την σωστή χρήση της ενέργειας», είπε. «Οι δηλώσεις μου δεν περιλαμβάνουν κανένα υπαινιγμό ηθικής. Έτσι εξοικονόμησα ενέργεια και αυτό με κάνει άψογο. Για να το καταλάβεις, θα πρέπει και εσύ να εξοικονομήσεις αρκετή ενέργεια».

Μείναμε σιωπηλοί για αρκετή ώρα. Ήθελα να σκεφτώ αυτό που είχε πει. Ξαφνικά, άρχισε να μιλάει και πάλι.

«Οι πολεμιστές μελετούν τις στρατηγικές τους» είπε. «Καταγράφουν όλα όσα κάνουν. Μετά αποφασίζουν τι απ’ αυτά μπορεί να αλλάξει προκειμένου να ξεκουραστούν, από απόψεως δαπάνης ενέργειας».

Παρατήρησα ότι αυτός ο κατάλογος θα πρέπει να περιλαμβάνει τα πάντα. Υπομονετικά μου εξήγησε ότι ο στρατηγικός κατάλογος στον οποίο αναφερόταν, κάλυπτε μόνο τους τρόπους συμπεριφοράς που δεν ήταν κρίσιμοι για την επιβίωση και την καλή ζωή μας.

Άρπαξα την ευκαιρία για να επισημάνω ότι η επιβίωση και η καλή ζωή ήταν κάτι που μπορούσε να ερμηνευθεί με άπειρους τρόπους, άρα, δεν υπήρχε τρόπος να συμφωνήσει κανείς στο τι ήταν ή δεν ήταν απαραίτητο. Καθώς μιλούσα άρχισα να χάνω την φόρα μου. Τελικά, σταμάτησα γιατί κατάλαβα την ματαιότητα των επιχειρημάτων μου. Ο Δον Χουάν είπε τότε, ότι, στους στρατηγικούς καταλόγους των πολεμιστών, ο εγωισμός είναι αυτό που καταναλίσκει την περισσότερη ενέργεια και άρα αυτόν προσπαθούν να εξαλείψουν.

«Μια από τις βασικές προσπάθειες των πολεμιστών είναι να απελευθερώσουν αυτή την ενέργεια, προκειμένου να αντιμετωπίσουν μ’ αυτή το άγνωστο», συνέχισε ο Δον Χουάν. «Με τον τρόπο αυτό, με την αλλαγή της πορείας της ενέργειας, γίνεται κανείς άψογος».

Είπε ότι η πιο αποτελεσματική στρατηγική είχε δημιουργηθεί από τους μάντεις της κατοχής, τους αναμφισβήτητους κυρίαρχους της «επιμονής». Αποτελείται από έξι στοιχεία που αλληλοεπηρεάζονται. Τα πέντε απ’ αυτά αποκαλούνται «χαρακτηριστικά της πολεμικότητας»: έλεγχος, πειθαρχία, μακροθυμία, χρονισμός και «θέληση». Αφορούν τον κόσμο του πολεμιστή που μάχεται να χάσει τον εγωισμό. Το έκτο στοιχείο, που είναι ίσως το πιο σημαντικό αφορά τον έξω κόσμο και λέγεται ο μικρός τύραννος. Με κοίταξε σιωπηλά σαν να ρωτούσε αν είχα καταλάβει.

«Τα έχω χαμένα», είπα. «Λες συνέχεια ότι η Γκόρντα είναι ο μικρός τύραννος στην ζωή μου. Τι ακριβώς είναι ένας μικρός τύραννος;»

«Ένας μικρός τύραννος είναι ένας βασανιστής», απάντησε. «Κάποιος που ή έχει δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους πολεμιστές, ή απλά και μόνο τους ενοχλεί μέχρι παραφροσύνης».

Ο Δον Χουάν χαμογελούσε πλατιά καθώς μου μιλούσε. Είπε ότι οι νέοι μάντεις ανέπτυξαν την δική τους κατάταξη των μικρών τυράννων. Αν και η έννοια αυτή αποτελεί μια από τις σημαντικότερες και σοβαρότερες ανακαλύψεις τους, το αντιμετώπιζαν με χιούμορ. Με διαβεβαίωσε ότι υπήρχε μια υποψία κακίας και χιούμορ σε κάθε μια από τις κατηγορίες τους, επειδή το χιούμορ ήταν ο μοναδικός τρόπος να αντισταθμίσουν την ακαταμάχητη τάση της ανθρώπινης συνείδησης να κατατάσσει και να δημιουργεί άβολες κατηγορίες.

Οι νέοι μάντεις, σύμφωνα με την πρακτική τους, θεώρησαν σωστό να ξεκινήσουν την κατάταξη με την αρχέγονη πηγή ενέργειας τον ένα και μοναδικό κυρίαρχο του σύμπαντος, που την ονόμασαν απλά «ο τύραννος». Οι υπόλοιποι καταπιεστές και αυθεντίες, φυσικά κατατάχτηκαν απείρως χαμηλότερα από την κατηγορία του τυράννου. Σε σύγκριση με την πηγή των πάντων, οι πιο τρομεροί, τυραννικοί άνθρωποι ήταν απλοί παλιάτσοι. Άρα, κατατάχτηκαν στην κατηγορία των μικρών τυράννων, «πίντσες τιράνος».

Είπε ότι υπήρχαν δύο υποκατηγορίες μικρών τυράννων. Η πρώτη υποκατηγορία περιλάμβανε τους μικρούς τυράννους που ταλαιπωρούν και προκαλούν δυστυχία, χωρίς όμως να προκαλούν το θάνατο κανενός. Αυτοί ονομάζονταν μικροί τυραννίσκοι, «ρεπίντσες τιρανίτος», ή μικροτυραννάκια «πίντες τιρανίτος τσικιτίτος».

Σκέφτηκα ότι οι κατηγορίες αυτές ήταν γελοίες. Ήμουν σίγουρος ότι έβγαζε από το μυαλό του τους ισπανικούς όρους. Τον ρώτησα αν ήταν έτσι.

«Κάθε άλλο», απάντησε, δείχνοντας να το διασκεδάζει. «Οι νέοι μάντεις ήταν καταπληκτικοί με τις κατατάξεις τους. Ο Χενάρο αναμφισβήτητα είναι ένας από τους καλύτερους. Αν τον παρατηρήσεις προσεκτικά, θα συνειδητοποιήσεις πως ακριβώς αισθάνονται οι μάντεις για τις κατηγορίες αυτές».

Γέλασε δυνατά βλέποντας την σύγχυση μου όταν τον ρώτησα αν με κορόιδευε.

«Δεν θα μπορούσα ούτε να το διανοηθώ», είπε χαμογελώντας. «Ο Χενάρο θα μπορούσε να το κάνει, αλλά όχι εγώ, ιδίως όταν ξέρω πως αισθάνεσαι για τις κατηγορίες. Μόνο που οι νέοι μάντεις είναι τρομερά ανεβλαβείς».

Πρόσθεσε ότι οι μικροί μικρό-τύραννοι χωρίζονταν σε τέσσερις άλλες υποκατηγορίες. Μια γι’ αυτούς που βασανίζουν βάναυσα και βίαια. Μια άλλη γι’ αυτούς που δημιουργούν τρομερή ανησυχία και φόβο με ύπουλες μεθόδους. Μια άλλη γι’ αυτούς που καταπιέζουν με την λύπη. Και η τελευταία, γι’ αυτούς που βασανίζουν κάνοντας τους πολεμιστές να οργίζονται.

«Η Γκόρντα ανήκει σε δική της κατηγορία» πρόσθεσε. «Είναι ένας δραστήριος μικροσκοπικός μικρό-τύραννος. Σε ενοχλεί μέχρι θανάτου και σε εξοργίζει. Μέχρι που σε χαστουκίζει. Με όλα αυτά σε διδάσκει την απελευθέρωση από τον εγωισμό».

«Δεν είναι δυνατόν!» διαμαρτυρήθηκα.

«Δεν έχεις ακόμα συνδυάσει όλα τα συστατικά της στρατηγικής που έχουν διαμορφώσει οι νέοι μάντεις», είπε. «Όταν θα το κάνεις θα δεις πόσο αποτελεσματική και έξυπνη είναι η λύση να χρησιμοποιείται ένας μικρός τύραννος. Μπορώ να πω ότι αυτή η στρατηγική, όχι μόνο εξαφανίζει τον εγωισμό, αλλά και προετοιμάζει τους πολεμιστές για την τελική συνειδητοποίηση ότι το να είσαι άψογος είναι το μόνο που έχει σημασία στο μονοπάτι της γνώσης».

Είπε ότι αυτό που είχαν υπ’ όψη τους οι νέοι μάντεις ήταν μια θανάσιμη κατάσταση στην οποία ο μικρός τύραννος ήταν σαν μια βουνοκορυφή και τα συστατικά της πολεμικότητας ήταν σαν αναρριχητές που συναντιόνταν στην κορφή.

«Συνήθως χρησιμοποιούνται μόνο τέσσερα συστατικά», συνέχισε. «Το πέμπτο, η «ΘΕΛΗΣΗ», φυλάγεται πάντα για την τελική αντιπαράθεση, όπως όταν οι πολεμιστές αντιμετωπίζουν το εκτελεστικό απόσπασμα».

«Γιατί γίνεται έτσι;»

«Γιατί η Θέληση ανήκει σε μια άλλη σφαίρα, το άγνωστο. Τα άλλα τέσσερα ανήκουν στο γνωστό, εκεί ακριβώς που βρίσκονται οι μικροί τύραννοι. Μάλιστα αυτό που μετατρέπει τους ανθρώπους σε μικρούς τυράννους, είναι η συνεχής μανιακή χρήση του γνωστού».

Ο Δον Χουάν εξήγησε ότι η αλληλεπίδραση ανάμεσα στα πέντε συστατικά της πολεμικότητας γίνεται μόνο από μάντεις που είναι άψογοι πολεμιστές και ελέγχουν απόλυτα την «Θέληση». Μια τέτοια αλληλεπίδραση αποτελεί την υπέρτατη κίνηση που δεν μπορεί να γίνει στο καθημερινό ανθρώπινο στάδιο.

«Τα τέσσερα συστατικά είναι αρκετά για να αντιμετωπίσει κανείς ακόμα και τους χειρότερους μικρούς τυράννους», συνέχισε. «Με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι έχει βρεθεί ένας μικρός τύραννος. Όπως είπα, ο μικρός τύραννος είναι το εξωτερικό στοιχείο, αυτό που δεν μπορούμε να ελέγξουμε και το στοιχείο που κατά πάσα πιθανότητα είναι το πιο σημαντικό. Ο ευεργέτης μου έλεγε ότι ο πολεμιστής που σκοντάφτει πάνω σε έναν μικρό τύραννο, είναι τυχερός. Εννοούσε ότι είσαι τυχερός αν συναντήσεις έναν στον δρόμο σου, γιατί αν δεν τον συναντήσεις θα πρέπει να ψάξεις να τον βρεις».

Εξήγησε ότι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της εποχής της κατοχής ήταν ένα οικοδόμημα που το αποκάλεσε «πρόοδο τριών φάσεων». Οι μάντεις της περιόδου αυτής, καταλαβαίνοντας την φύση του ανθρώπου, μπόρεσαν να φτάσουν στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι αν οι μάντεις μπορούν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τους μικρούς τυράννους, μπορούν σίγουρα να αντιμετωπίσουν ανώδυνα το άγνωστο. Και μετά μπορούν να αντέξουν ακόμα και την παρουσία αυτού που βρίσκεται πέρα από τα όρια της ανθρώπινης κατανόησης.

«Η αντίδραση του μέσου ανθρώπου είναι να σκεφτεί ότι η σειρά αυτής της δήλωσης πρέπει να αναστραφεί», συνέχισε. «Ένας μάντης που μπορεί να κρατήσει την θέση του απέναντι στο άγνωστο, μπορεί σίγουρα να αντιμετωπίσει τους μικρούς τυράννους. Αλλά δεν είναι έτσι. Αυτό που κατέστρεψε τους θαυμάσιους μάντεις των αρχαίων χρόνων, ήταν αυτή ακριβώς η παρανόηση.

Τώρα ξέρουμε περισσότερα. Ξέρουμε ότι τίποτα δεν μπορεί να δοκιμάσει περισσότερο το πνεύμα του πολεμιστή, απ’ ότι το να αντιμετωπίσει απίθανους ανθρώπους σε θέσεις ισχύος. Μόνο κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες μπορούν οι πολεμιστές να αποκτήσουν την νηφαλιότητα και την ηρεμία που απαιτείται για να αντέξουν την πίεση που δεν μπορεί να κατανοηθεί».

Διαφώνησα μαζί του. Του είπα ότι, κατά την γνώμη μου, το μόνο που μπορούν να κάνουν οι τύραννοι είναι να φέρουν τα θύματά τους σε απόγνωση ή να τα αναγκάσουν να γίνουν εξ ίσου βάναυσα μ’ αυτούς. Επεσήμανα ότι έχουν γίνει αναρίθμητες μελέτες σχετικά με τα αποτελέσματα σωματικών και ψυχολογικών βασανιστηρίων σε τέτοια θύματα.

«Η διαφορά βρίσκεται σε κάτι που είπες», απάντησε. «Μίλησες για θύματα, όχι για πολεμιστές. Κάποτε αισθανόμουν κι εγώ σαν και σένα. Θα σου πω τι με έκανε να αλλάξω, αλλά πρώτα ας γυρίσουμε σ’ αυτό που είπα για την κατοχή. Οι μάντεις εκείνης της εποχής δεν θα μπορούσαν να βρουν προσφορότερο έδαφος. Οι Ισπανοί ήταν οι μικροί τύραννοι που δοκίμασαν τις ικανότητές τους στο έπακρο. Αφού αντιμετώπισαν τους κατακτητές, οι μάντεις ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν οτιδήποτε. Ήταν τυχεροί. Εκείνη την εποχή υπήρχαν παντού μικροί τύραννοι.

»Μετά από αυτά τα θαυμάσια χρόνια της αφθονίας, τα πράγματα άλλαξαν σημαντικά. Οι μικροί τύραννοι δεν είχαν ποτέ άλλοτε τέτοια δύναμη. Μόνο εκείνη την περίοδο είχαν απεριόριστη εξουσία. Ένας μικρός τύραννος με απεριόριστες δυνατότητες είναι το τέλειο συστατικό για την προετοιμασία ενός θαυμάσιου μάντη.

»Δυστυχώς, στην εποχή μας οι μάντεις χρειάζεται να φτάσουν στα άκρα για να βρουν έναν αξιόλογο τύραννο. Και τις περισσότερες φορές αναγκάζονται να ικανοποιηθούν με μικροπράγματα».

«Εσύ βρήκες ένα μικρό τύραννο δον Χουάν;»

«Ήμουν τυχερός. Ένας τεράστιος τύραννος με βρήκε εμένα. Εκείνη την εποχή, όμως, αισθανόμουν όπως και ‘συ. Δε θεωρούσα τον εαυτό μου τυχερό».

Ο Δον Χουάν είπε ότι η δοκιμασία του άρχισε μερικές εβδομάδες πριν συναντήσει τον ευεργέτη του. Μόλις που είχε κλείσει τα είκοσι. Είχε βρει μια δουλειά σαν εργάτης σε ένα εργοστάσιο ζάχαρης. Ανέκαθεν ήταν δυνατός και έτσι ήταν εύκολο να βρίσκει δουλειές που απαιτούσαν μπράτσα. Μια μέρα, καθώς μετέφερε κάτι μεγάλα σακιά ζάχαρη, μπήκε μέσα μια γυναίκα. Ήταν πολύ καλά ντυμένη και φαινόταν εύπορη. Ήταν καμιά πενηνταριά χρονών, είπε ο Δον Χουάν. Κοίταξε τον Δον Χουάν, μίλησε στον αρχιεργάτη κι έφυγε. Στην συνέχεια ο αρχιεργάτης πλησίασε τον Δον Χουάν και του είπε ότι αν του έδινε κάτι, θα τον σύστηνε για μια δουλειά στο σπίτι του αφεντικού. Ο Δον Χουάν του είπε ότι δεν είχε λεφτά. Ο αρχιεργάτης χαμογέλασε και είπε ότι δεν πείραζε, θα είχε αρκετά την ημέρα της μισθοδοσίας. Χτύπησε φιλικά τον Δον Χουάν στην πλάτη και τον διαβεβαίωσε ότι ήταν μεγάλη τιμή να δουλέψει για το αφεντικό.

Ο Δον Χουάν είπε ότι σαν αστοιχείωτος και φτωχός ινδιάνος που ήταν εκείνη την εποχή, τα έχαψε όλα. Πίστευε ότι τον βοηθούσε κάποια καλή νεράιδα. Υποσχέθηκε να δώσει στον αρχιεργάτη ό,τι ήθελε. Ο αρχιεργάτης ζήτησε ένα τεράστιο ποσό που έπρεπε να πληρωθεί σε δόσεις.

Αμέσως μετά, ο ίδιος ο αρχιεργάτης, πήγε τον Δον Χουάν στο σπίτι, που ήταν αρκετά μακριά από την πόλη, και τον άφησε εκεί με έναν άλλο αρχιεργάτη, έναν άσκημο, σοβαρό, τεράστιο άντρα που έκανε πολλές ερωτήσεις. Ήθελε να μάθει για την οικογένεια του Δον Χουάν. Ο Δον Χουάν είπε ότι δεν είχε οικογένεια. Ο αρχιεργάτης χάρηκε τόσο πολύ που χαμογέλασε, δείχνοντας τα σάπια δόντια του.

Υποσχέθηκε στον Δον Χουάν ότι θα τον πλήρωναν καλά και ότι θα ήταν σε θέση ακόμα και να αποταμιεύσει, μια και δεν θα ήταν αναγκασμένος να ξοδεύει, μένοντας και τρώγοντας στο σπίτι. Ο τρόπος με τον οποίο γελούσε ο τεράστιος αυτός άνθρωπος, ήταν τρομακτικός. Ο δον Χουάν κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγει αμέσως. Έτρεξε στην πόρτα, αλλά ο αρχιεργάτης μπήκε μπροστά του με ένα πιστόλι στο χέρι. Σήκωσε τον κόκορα και το έχωσε στο στομάχι του Δον Χουάν.

«Έχεις έρθει εδώ για να δουλέψεις μέχρι να σέρνεσαι», είπε «και μην το ξεχνάς». Τον έσπρωξε με ένα γκλομπ και τον οδήγησε στο πλάι του σπιτιού. Αφού δήλωσε ότι οι άντρες του δούλευαν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου, χωρίς διάλειμμα, έβαλε τον Δον Χουάν να σκάψει για να ξεριζώσει δυο τεράστιους κορμούς. Του είπε επίσης ότι αν προσπαθούσε να αποδράσει, ή αν πήγαινε στις αρχές, θα τον σκότωνε – και ότι αν ποτέ ο Δον Χουάν έφευγε, θα ορκιζόταν στο δικαστήριο ότι είχε προσπαθήσει να δολοφονήσει το αφεντικό.

«Θα δουλέψεις εδώ μέχρι να πεθάνεις», είπε. «Κάποιος άλλος Ινδιάνος θα πάρει την θέση σου, όπως εσύ παίρνεις την θέση κάποιου που πέθανε».

Ο Δον Χουάν είπε ότι το σπίτι έμοιαζε με κάστρο, γεμάτο άντρες οπλισμένους με μασέτες. Άρχισε λοιπόν να δουλεύει και προσπάθησε να μην σκέφτεται την θέση του. Στο τέλος της ημέρας, ο αρχιεργάτης γύρισε και τον πήγε με κλωτσιές μέχρι την κουζίνα, επειδή δεν του άρεσε το περήφανο βλέμμα του. Απείλησε να κόψει τους τένοντες στα χέρια του Δον Χουάν αν δεν υπάκουε.

Στην κουζίνα, μια γριά έφερε φαγητό, αλλά ο Δον Χουάν ήταν τόσο στενοχωρημένος και φοβισμένος που δεν μπορούσε να φάει. Η γριά τον συμβούλεψε να φάει όσο μπορούσε. Έπρεπε να κρατήσει την δύναμή του, είπε, επειδή η δουλειά του δεν θα σταματούσε ποτέ. Τον προειδοποίησε ότι ο άνθρωπος που είχε την θέση του πριν απ’ αυτόν, είχε πεθάνει μια μέρα νωρίτερα. Ήταν πολύ αδύναμος για να δουλέψει και είχε πέσει από ένα παράθυρο του δεύτερου ορόφου.

Ο Δον Χουάν μου είπε ότι δούλεψε στο σπίτι του αφεντικού επί τρεις βδομάδες, και ότι ο αρχιεργάτης τον κυνηγούσε συνέχεια. Τον έβαζε να δουλεύει κάτω από τις πιο επικίνδυνες συνθήκες, να κάνει την πιο βαριά δουλειά που μπορούσε να φανταστεί κανείς, κάτω από την συνεχή απειλή του μαχαιριού, του πιστολιού και του γκλομπ. Τον έστελνε καθημερινά στους στάβλους για να καθαρίσει ανάμεσα στα χωρίσματα, ενώ τα νευρικά άλογα ήταν μέσα. Στην αρχή της κάθε μέρας, ο Δον Χουάν πίστευε ότι θα ήταν η τελευταία του σ’ αυτόν τον κόσμο. Και η επιβίωση σήμαινε απλά και μόνο ότι θα έπρεπε να ξαναπεράσει από την ίδια δοκιμασία την επόμενη μέρα.

Αυτό που έφερε το τέλος, ήταν ότι ζήτησε λίγη ελεύθερη ώρα. Σαν πρόφαση, είπε ότι έπρεπε να πάει στην πόλη για να δώσει στον αρχιεργάτη του εργοστασίου ζαχάρεως τα λεφτά που του χρώσταγε. Ο άλλος αρχιεργάτης απάντησε ότι ο Δον Χουάν δεν μπορούσε να σταματήσει ούτε για ένα λεπτό να δουλεύει, γιατί ήταν χρεωμένος μέχρι το λαιμό μόνο και μόνο για το προνόμιο να δουλεύει εκεί.

Ο Δον Χουάν κατάλαβε ότι ήταν ξοφλημένος. Κατάλαβε ότι οι δύο αρχιεργάτες ήταν συνεννοημένοι να παίρνουν φτωχούς ινδιάνους από το εργοστάσιο, να τους αναγκάζουν να δουλεύουν μέχρι θανάτου και μετά να μοιράζονται τους μισθούς τους. Αυτό τον έκανε να θυμώσει τόσο πολύ που διέσχισε τρέχοντας και ουρλιάζοντας την κουζίνα και μπήκε στο κυρίως σπίτι. Ο αρχιεργάτης και οι άλλοι εργάτες ξαφνιάστηκαν. Έτρεξε έξω από την μπροστινή πόρτα, και σχεδόν κατάφερε να ξεφύγει, αλλά ο αρχιεργάτης τον πρόλαβε στο δρόμο και τον πυροβόλησε στο στήθος. Τον άφησε νομίζοντας ότι ήταν νεκρός.

Ο Δον Χουάν είπε ότι δεν ήταν η μοίρα του να πεθάνει. Ο ευεργέτης του τον βρήκε εκεί και τον φρόντισε, μέχρι που έγινε καλά.

«Όταν είπα ολόκληρη την ιστορία στον ευεργέτη μου», είπε ο Δον Χουάν, «με δυσκολία συγκράτησε τον ενθουσιασμό του. Αυτός ο αρχιεργάτης είναι θησαυρός, μου είπε. Είναι πολύ καλός για να τον αφήσουμε να πάει χαμένος. Κάποια μέρα, πρέπει να γυρίσεις σ’ εκείνο το σπίτι.

«Μίλησε για την τύχη μου, που κατάφερα να βρω έναν μικρό τύραννο που ήταν ένας στο εκατομμύριο, με σχεδόν απεριόριστη ισχύ. Νόμιζα ότι ήταν μουρλός. Πέρασαν χρόνια πριν καταλάβω για τι πράγμα μιλούσε».

«Είναι μια από τις πιο τρομερές ιστορίες που έχω ακούσει», είπα. «Ξαναγύρισες πράγματι στο σπίτι;»

«Και βέβαια, τρία χρόνια αργότερα. Ο ευεργέτης μου είχε δίκιο. Ένας μικρός τύραννος σαν κι αυτόν ήταν ένας στο εκατομμύριο και δεν μπορούσε να πάει χαμένος».

«Πως κατάφερες να γυρίσεις;»

«Ο ευεργέτης μου ανέπτυξε μια στρατηγική που χρησιμοποιούσε τα τέσσερα συστατικά της πολεμικότητας: έλεγχο, πειθαρχία, επιμονή και χρονισμός».

Ο Δον Χουάν είπε ότι ο ευεργέτης του, εξηγώντας του τι έπρεπε να κάνει για να κερδίσει αντιμετωπίζοντας αυτό το κάθαρμα, του είπε αυτά που οι νέοι μάντεις θεωρούσαν τα τέσσερα βήματα στο μονοπάτι της γνώσης. Το πρώτο βήμα είναι η απόφαση να γίνεις μαθητευόμενος. Αφού οι μαθητευόμενοι αλλάξουν τις απόψεις τους για τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους, κάνουν το δεύτερο βήμα και γίνονται πολεμιστές, δηλαδή όντα ικανά για απόλυτη πειθαρχία και έλεγχο του εαυτού τους. Το τρίτο βήμα, αφού αποκτηθεί η υπομονή και ο χρονισμός, είναι να γίνουν άνθρωποι της γνώσης. Και όταν οι άνθρωποι της γνώσης μάθουν να «βλέπουν», έχουν κάνει το τέταρτο βήμα και έχουν γίνει μάντεις.

Ο ευεργέτης του είχε τονίσει το γεγονός ότι ο Δον Χουάν βρισκόταν στο μονοπάτι αρκετό καιρό, ώστε να αποκτήσει τα πρώτα δύο συστατικά: έλεγχο και πειθαρχία. Ο Δον Χουάν επεσήμανε ότι και τα δύο αυτά συστατικά αναφέρονται σε μια εσωτερική κατάσταση. Ο πολεμιστής ασχολείται με τον εαυτό του, όχι με εγωιστικό τρόπο, αλλά από την άποψη της απόλυτης και συνεχούς εξέτασης του είναι του.

«Εκείνη την εποχή, τα άλλα δύο συστατικά μου ήταν απαγορευμένα», συνέχισε ο Δον Χουάν. «Η επιμονή και ο χρονισμός δεν αποτελούν ακριβώς εσωτερική κατάσταση. Αποτελούν το χώρο όπου κινείται ο άνθρωπος της γνώσης. Ο ευεργέτης μου μου το έδειξε μέσω της στρατηγικής του».

«Αυτό σημαίνει ότι δεν θα μπορούσες να αντιμετωπίσεις από μόνος σου το μικρό τύραννο;» ρώτησα.

«Είμαι σίγουρος ότι θα τα κατάφερνα μόνος μου, αν και πάντα αμφέβαλα αν θα μπορούσα να τα καταφέρω με τόσο κέφι και χαρά. Ο ευεργέτης μου χαιρόταν την σύγκρουση, καθοδηγώντας την. Η ιδέα του να χρησιμοποιείς έναν μικρό τύραννο, δεν είναι μόνο για την τελειοποίηση του πνεύματος του πολεμιστή, αλλά και για διασκέδαση και χαρά».

«Πως μπορεί να διασκεδάσει κανείς με το τέρας που μου περιέγραψες;»

«Δεν ήταν τίποτα σε σχέση με τα πραγματικά τέρατα που αντιμετώπιζαν οι μάντεις κατά την διάρκεια της κατοχής. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, διασκέδαζαν πολύ αντιμετωπίζοντας τους. Απέδειξαν ότι ακόμα και οι χειρότεροι τύραννοι μπορούν να δώσουν χαρά, με την προϋπόθεση φυσικά ότι είσαι πολεμιστής».

Ο Δον Χουάν εξήγησε ότι το λάθος που έκαναν οι άνθρωποι όταν αντιμετώπιζαν μικρούς τυράννους ήταν το να μην έχουν μια στρατηγική. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι ο μέσος άνθρωπος παίρνει τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά. Οι ενέργειές τους και τα αισθήματά τους, όπως και αυτά των μικρών τυράννων, έχουν μεγάλη σημασία. Οι πολεμιστές από την άλλη μεριά, όχι μόνο έχουν μια καλά προετοιμασμένη στρατηγική, αλλά είναι απελευθερωμένοι και από τον εγωισμό. Αυτό που συγκρατεί τον εγωισμό είναι το ότι έχουν καταλάβει πως η πραγματικότητα είναι μια δική μας ερμηνεία. Αυτή η γνώση ήταν το πλεονέκτημα που είχε ο μάντης απέναντι στον απλοϊκό Ισπανό.

Είπε ότι πείσθηκε ότι θα μπορούσε να νικήσει τον αρχιεργάτη, χρησιμοποιώντας την απλή διαπίστωση ότι οι μικροί τύραννοι, παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους, κάτι που δεν κάνουν οι πολεμιστές. Ακολουθώντας το στρατηγικό σχέδιο του ευεργέτη του, ο δον Χουάν έπιασε δουλειά στο ίδιο εργοστάσιο ζάχαρης. Κανείς δεν θυμόταν ότι είχε ξαναεργασθεί εκεί. Διάφοροι φτωχοί ινδιάνοι έρχονταν και έφευγαν χωρίς να αφήνουν κανένα ίχνος.

Η στρατηγική του ευεργέτη του έλεγε να περιμένει να έρθει κάποιος αναζητώντας νέο θύμα. Όπως έγιναν τα πράγματα, ήρθε η ίδια γυναίκα και τον επεσήμανε, όπως είχε κάνει πριν από μερικά χρόνια. Αυτή την φορά ήταν ακόμα πιο δυνατός στα μπράτσα.

Τα πράγματα ακολούθησαν την ίδια πορεία. Η στρατηγική, όμως, έλεγε ότι έπρεπε να αρνηθεί από την αρχή να πληρώσει τον αρχιεργάτη. Ο αρχιεργάτης δεν είχε ξανασυναντήσει άρνηση και σάστισε. Απείλησε να απολύσει τον Δον Χουάν. Ο Δον Χουάν τον απείλησε με την σειρά του, λέγοντας ότι θα πήγαινε κατευθείαν στο σπίτι της κυρίας και θα την έβλεπε. Ο Δον Χουάν ήξερε ότι η γυναίκα, που ήταν η γυναίκα του ιδιοκτήτη του εργοστασίου, δεν ήξερε τι έκαναν οι δύο αρχιεργάτες. Είπε στον αρχιεργάτη ότι ήξερε που έμενε, επειδή είχε δουλέψει στα γειτονικά χωράφια, κόβοντας ζαχαροκάλαμο. Ο αρχιεργάτης άρχισε να μαζεύεται και ο Δον Χουάν του ζήτησε εκείνου λεφτά, πριν δεχθεί να πάει στο σπίτι της κυρίας. Ο αρχιεργάτης υποχώρησε και του έδωσε μερικά χαρτονομίσματα. Ο Δον Χουάν ήξερε πολύ καλά ότι η συμφωνία του αρχιεργάτη ήταν απλά ένα κόλπο για να τον πάει μέχρι το σπίτι.

«Με πήγε πάλι ο ίδιος στο σπίτι», είπε ο Δον Χουάν, «ήταν μια παλιά χασιέντα που ανήκε στην οικογένεια που είχε το εργοστάσιο – πλούσιοι άνθρωποι που ή ήξεραν τι συνέβαινε και δεν τους ένοιαζε, ή αδιαφορούσαν τόσο που δεν το είχαν καν προσέξει.

»Μόλις φθάσαμε εκεί, έτρεξα μέσα στο σπίτι για να βρω την κυρία. Την βρήκα. Γονάτισα μπροστά της και της φίλησα το χέρι, ευχαριστώντας την. Οι δύο αρχιεργάτες έμειναν άναυδοι.

»Ο αρχιεργάτης του σπιτιού έκανε τα ίδια όπως και την προηγούμενη φορά. Αλλά είχα τα κατάλληλα μέσα να τον αντιμετωπίσω. Είχα έλεγχο, πειθαρχία, επιμονή και χρονισμό. Όλα έγιναν όπως τα είχε προγραμματίσει ο ευεργέτης μου. Ο έλεγχος με βοήθησε να ικανοποιήσω τις μεγαλύτερες απαιτήσεις του. Αυτό που συνήθως μας εξαντλεί σ’ αυτές τις περιπτώσεις, είναι η φθορά του εγωισμού μας. Κάθε άνθρωπος που έχει λίγη περηφάνια μέσα του, αισθάνεται να κομματιάζεται όταν τον κάνουν να αισθάνεται ότι δεν έχει καμιά αξία.

»Έκανα με ευχαρίστηση ό,τι μου έλεγαν. Ήμουν χαρούμενος και δυνατός. Και δεν έδινα δεκάρα για την περηφάνια μου ή για το φόβο μου. Βρισκόμουν εκεί σαν ένας άψογος πολεμιστής. Το να κουρδίζεις το πνεύμα σου όταν κάποιος άλλος σε ταλαιπωρεί, λέγεται έλεγχος».

Ο Δον Χουάν εξήγησε ότι η στρατηγική του ευεργέτη του, απαιτούσε ότι αντί να λυπάται τον εαυτό του, όπως είχε κάνει την προηγούμενη φορά, να αρχίσει αμέσως να χαρτογραφεί τα ισχυρά σημεία του αντιπάλου, τις αδυναμίες του, τις ιδιοτροπίες της συμπεριφοράς του.

Ανακάλυψε ότι τα ισχυρότερα σημεία του αρχιεργάτη, ήταν η βίαιη φύση και η τόλμη του. Είχε πυροβολήσει τον Δον Χουάν μέρα μεσημέρι, και μπροστά σε ένα σωρό περαστικούς. Η μεγάλη του αδυναμία ήταν ότι του άρεσε η δουλειά του και δεν ήθελε να την βάλει σε κίνδυνο. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να προσπαθήσει να σκοτώσει τον Δον Χουάν μέσα στον περίβολο του σπιτιού, την ημέρα. Η άλλη του αδυναμία, ήταν ότι ήταν οικογενειάρχης. Είχε μια γυναίκα και παιδιά, που ζούσαν σε μια καλύβα κοντά στο σπίτι.

«Το να μαζέψεις όλες αυτές τις πληροφορίες ενώ σε δέρνουν, λέγεται πειθαρχία», είπε ο Δον Χουάν. «Ο αρχιεργάτης ήταν ένα κάθαρμα. Δεν είχε τίποτα καλό επάνω του. Σύμφωνα με τους νέους μάντεις, ένας τέλειος μικρός τύραννος δεν έχει τίποτα το καλό».

Ο Δον Χουάν είπε ότι τα άλλα δύο συστατικά της πολεμικότητας, υπομονή και χρονισμός, που δεν τα είχε ακόμα αποκτήσει, είχαν αυτόματα αποτελέσει μέρος της στρατηγικής του ευεργέτη του. Η υπομονή είναι να περιμένεις -χωρίς βιασύνη, χωρίς άγχος- μια ευχάριστη αναβολή αυτού που θα γίνει.

«Πάσχιζα μέρα με την μέρα», συνέχισε ο Δον Χουάν, «καμιά φορά κλαίγοντας κάτω από το μαστίγιο του αρχιεργάτη. Και όμως, ήμουν ευτυχισμένος. Η στρατηγική του ευεργέτη μου ήταν αυτή που με έκανε να περνάω από μέρα σε μέρα, χωρίς να τον μισώ. Ήμουν πολεμιστής. Ήξερα ότι περιμένω και ήξερα τι περίμενα. Εκεί βρίσκεται η μεγάλη χαρά του να είσαι πολεμιστής».

Πρόσθεσε ότι η στρατηγική του ευεργέτη του απαιτούσε την συστηματική παρενόχληση του αρχιεργάτη, με τον να καλύπτεται πίσω από κάποιον ανώτερο, όπως είχαν κάνει και οι μάντεις της κατοχής, καλυπτόμενοι πίσω από την καθολική εκκλησία. Ένας φτωχός παπάς, ήταν καμιά φορά πιο ισχυρός από έναν ευγενή.

Η ασπίδα του Δον Χουάν ήταν η γυναίκα που του είχε βρει την δουλειά. Γονάτιζε μπροστά της και την φώναζε αγία, κάθε φορά που την έβλεπε. Την ικέτευσε να του δώσει το μετάλλιο του φύλακα αγίου της έτσι ώστε να προσεύχεται σ’ αυτόν για την υγεία και την ευτυχία της.

«Μου έδωσε ένα», είπε ο Δον Χουάν, «και αυτό τάραξε πολύ τον αρχιεργάτη. Και όταν έβαλα τους υπηρέτες να προσεύχονται το βράδυ, κόντεψε να πάθει καρδιακή προσβολή. Νομίζω ότι τότε αποφάσισε να με σκοτώσει. Δεν μπορούσε να με αφήσει να συνεχίσω.

»Σαν αντίμετρο, οργάνωσα μιαν ολονυκτία ανάμεσα στους υπηρέτες του σπιτιού. Η κυρία πίστευε ότι ήμουν ένας πολύ ευλαβής άνθρωπος.

»Δεν κοιμόμουν βαριά μετά απ’ αυτό, ούτε κοιμόμουν στο κρεβάτι μου. Κάθε βράδυ σκαρφάλωνα στην στέγη. Από εκεί τον είδα δύο φορές να με ψάχνει μέσα στην νύχτα, με το φόνο να γυαλίζει στα μάτια του.

»Κάθε μέρα με έστελνε στα χωρίσματα των αλόγων, ελπίζοντας ότι θα με τσαλαπατούσαν μέχρι θανάτου, αλλά εγώ είχα μερικές βαριές σανίδες που έστηνα σε μια γωνιά και προφυλαγόμουν από πίσω τους. Ο αρχιεργάτης ποτέ δεν το έμαθε, γιατί τα άλογα του έφερναν αηδία -άλλη μια από τις αδυναμίες του, η πιο θανάσιμη, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα».

Ο Δον Χουάν είπε ότι ο χρονισμός, είναι αυτό που προσδιορίζει την στιγμή της απελευθέρωσης όλων αυτών που συγκρατείς μέσα σου. Έλεγχος, πειθαρχία, και υπομονή είναι σαν ένα φράγμα πίσω από το οποίο λιμνάζουν τα πάντα. Ο χρονισμός είναι η πόρτα του φράγματος.

Ο αρχιεργάτης γνώριζε μόνο την βία, με την οποία τρομοκρατούσε. Αν εξουδετερωνόταν η βία του, γινόταν σχεδόν ακίνδυνος. Ο δον Χουάν ήξερε ότι ο αρχιεργάτης δεν θα τολμούσε να τον σκοτώσει μπροστά στο σπίτι, έτσι μια μέρα, μπροστά σε όλους τους εργάτες, αλλά και σε σημείο όπου μπορούσε να τον δει η γυναίκα του αφεντικού του, τον προσέβαλε. Τον αποκάλεσε δειλό, που φοβόταν θανάσιμα την γυναίκα του αφεντικού.

Η στρατηγική του ευεργέτη του προέβλεπε ότι θα έπρεπε να περιμένει να εμφανιστεί μια τέτοια ευκαιρία, για να την εκμεταλλευτεί ανατρέποντας έτσι την κατάσταση. Έτσι γίνεται συνήθως με κάτι ξαφνικό. Ο τελευταίος των σκλάβων ξαφνικά κοροϊδεύει τον τύραννό του, τον προκαλεί και τον κάνει να αισθάνεται γελοίος μπροστά σε μάρτυρες, και μετά απομακρύνεται χωρίς να του δώσει καιρό να αντεπιτεθεί.

«Την άλλη στιγμή ο αρχιεργάτης τρελάθηκε από την οργή του, αλλά εγώ είχα ήδη γονατίσει μπροστά στην κυρά», συνέχισε.

Ο Δον Χουάν είπε ότι όταν η κυρία γύρισε στο σπίτι, ο αρχιεργάτης και οι φίλοι του τον φώναξαν στο πίσω μέρος, δήθεν για να κάνει κάποια δουλειά. Ο αρχιεργάτης ήταν πολύ χλωμός από τον θυμό. Από τον ήχο της φωνής του, ο Δον Χουάν κατάλαβε τι σκόπευε να κάνει. Ο Δον Χουάν προσποιήθηκε ότι δεχόταν, αλλά αντί να πάει προς την πίσω αυλή, έτρεξε προς τους στάβλους. Ήταν σίγουρος ότι τα άλογα θα έκαναν τέτοια φασαρία, που οι ιδιοκτήτες θα έβγαιναν να δουν τι συνέβαινε. Ήξερε ότι ο αρχιεργάτης δεν θα τολμούσε να τον πυροβολήσει. Κάτι τέτοιο θα έκανε πολύ φασαρία και ο φόβος να χάσει την δουλειά του, τον συγκρατούσε. Ο Δον Χουάν ήξερε επίσης ότι ο αρχιεργάτης δεν θα πήγαινε εκεί που ήταν τα άλογα εκτός αν τον πίεζε πέρα από το ανώτατο σημείο της αντοχής του.

«Πήδηξα μέσα στο χώρισμα του πιο άγριου βαρβάτου», είπε ο Δον Χουάν «και ο μικρός τύραννος, τυφλωμένος από την οργή, έβγαλε το μαχαίρι του και με ακολούθησε. Αμέσως κρύφτηκα πίσω από τις σανίδες μου. Το άλογο τον κλώτσησε μια φορά και όλα τελείωσαν.

»Είχα μείνει έξι μήνες στο σπίτι, και σ’ αυτή την περίοδο είχα χρησιμοποιήσει τα τέσσερα συστατικά της Τοτεμικότητας. Χάρη σ΄ αυτά είχα πετύχει. Ούτε μια φορά δεν είχα λυπηθεί τον εαυτό μου, ούτε είχα κλάψει από την αδυναμία μου να αντιδράσω. Ήμουν χαρούμενος και ήρεμος. Ο έλεγχος και η πειθαρχία μου παρέμεναν όπως πάντα, και είχα ένα παράδειγμα του τι μπορεί να κάνει η επιμονή και ο χρονισμός για τους άψογους πολεμιστές. Και ούτε για μια στιγμή δεν είχα επιδιώξει τον θάνατο του αρχιεργάτη.

»Ο ευεργέτης μου, μου εξήγησε κάτι πολύ ενδιαφέρον. Η υπομονή σημαίνει να συγκρατείς με το πνεύμα κάτι που ξέρεις ότι πρέπει να συμβεί. Δεν σημαίνει ότι ο πολεμιστής σχεδιάζει να κάνει κακό σε κάποιον, ή να ξεκαθαρίσει παλιούς λογαριασμούς. Η υπομονή είναι κάτι το ανεξάρτητο. Όσο ο πολεμιστής έχει έλεγχο, πειθαρχία και χρονισμό, η υπομονή εξασφαλίζει ότι θα γίνει αυτό που πρέπει, σε όποιον το αξίζει».

«Υπάρχει περίπτωση να νικάνε οι μικροί τύραννοι και να καταστρέφουν τον πολεμιστή που τους αντιμετωπίζει;» ρώτησα.

«Φυσικά. Υπήρχε μια εποχή που οι πολεμιστές πέθαιναν σαν μύγες, στην αρχή της κατοχής. Είχαν αποδεκατιστεί. Οι μικροί τύραννοι μπορούσαν να θανατώσουν οποιονδήποτε, όποτε τους ερχόταν. Κάτω από τέτοιες πιέσεις, οι μάντεις έφθασαν στο απόγειο των ικανοτήτων τους».

Ο Δον Χουάν είπε ότι εκείνη την εποχή, οι μάντεις που επιζούσαν, έπρεπε να παλεύουν με όλες τους τις δυνάμεις, για να βρουν καινούργιες τεχνικές.

«Οι νέοι μάντεις χρησιμοποιούσαν μικρούς τυράννους», είπε ο Δον Χουάν κοιτάζοντάς με επίμονα, «όχι μόνο για να ξεφορτωθούν τον εγωισμό τους, αλλά και για να πετύχουν την πολύ εξευγενισμένη κίνηση του να φύγουν απ’ αυτόν τον κόσμο. Θα καταλάβεις αυτή την κίνηση, καθώς θα συνεχίσουμε να συζητάμε την κυριαρχία της συνείδησης».

Εξήγησα στον Δον Χουάν ότι αυτό που ήθελα να μάθω, ήταν αν στο παρόν, στην δική μας εποχή, οι μικροί τύραννοι που εκείνος αποκαλούσε «μικροπράγματα», μπορούσαν να νικήσουν ένα πολεμιστή.

«Φυσικά», απάντησε. «Οι συνέπειες όμως, δεν είναι τόσο σοβαρές όσο στο παρελθόν. Σήμερα εννοείται ότι οι πολεμιστές έχουν πάντα την ευκαιρία να συνέλθουν, ή να αποσυρθούν και να ξαναγυρίσουν. Αλλά υπάρχει και μια άλλη πλευρά στο πρόβλημα. Το να νικηθείς από έναν ασήμαντο μικρό τύραννο δεν είναι θανάσιμο, αλλά είναι εξευτελιστικό. Η θνησιμότητα, με μεταφορική έννοια, είναι σχεδόν το ίδιο υψηλή. Εννοώ ότι οι πολεμιστές που υποκύπτουν σε έναν ασήμαντο μικρό τύραννο, εξολοθρεύονται από την δική τους αίσθηση της αποτυχίας και της ανεπάρκειας. Αυτό για μένα σημαίνει μεγάλη θνησιμότητα».

«Πως μετράτε την αποτυχία;»

«Όποιος ενώνεται με τον μικρό τύραννο, είναι νικημένος. Το να ενεργείς με θυμό, χωρίς έλεγχο και πειθαρχία, το να μην έχεις υπομονή, σημαίνει ήττα!»

«Τι συμβαίνει όταν ηττηθούν οι πολεμιστές;»

«Ή ανασυντάσσονται, ή εγκαταλείπουν την επιδίωξη της γνώσης και μπαίνουν για πάντα στις τάξεις των μικρών τυράννων».

Αντιλαμβάνεσαι πόσο αστείος φαίνεσαι όταν διαμαρτύρεσαι και διαμαρτύρεσαι και διαμαρτύρεσαι, χωρίς να αναλαμβάνεις Ευθύνη για τίποτα ! Χωρίς να νιώθεις ΕΥΓΝΩΜΟΣΎΝΗ για τους τόσους μικρούς τυράννους (τυραννίσκους) που υπάρχουν γύρω σου έτοιμοι να σου προσφέρουν το θείο δώρο της Πειθαρχίας και της Ανεξαρτησίας; Ναι, σήμερα, είναι εξευτελισμός να νικηθεί κάποιος από έναν μικρό τύραννο! πόσο μάλλον από τον Αετό!

Τα τέσσερα στοιχεία, έλεγχος, πειθαρχία, επιμονή και χρονισμός, είναι αρκετά για ν’ αντιμετωπίσει ο πολεμιστής και τους χειρότερους μικρούς τυράννους. Αν μπορέσουν και αντιμετωπίσουν με επιτυχία αυτό, τότε μπορούν με την Θέληση, ν’ αντέξουν ανώδυνα και αυτό που βρίσκεται πέρα από τα όρια.. του γνωστού. Μόνο κάτω από αυτές τις συνθήκες οι πολεμιστές αποκτούν την νηφαλιότητα και την ηρεμία ν’ αντέξουν την πίεση πέρα από τα όρια του γνωστού και να εισέλθουν στο Άγνωστο με την επίγνωσή τους ανέπαφη.

Μικροί και μεγάλοι τύραννοι καταρρέουν μπροστά στο αμείλικτο βλέμμα του άψογου πολεμιστή! Πάντα!

Πώς να μην Γίνεις Ακόλουθος

Μπορεί κανείς να είναι σχετικά απαλλαγμένος από υποχρεώσεις σε ένα ορισμένο επίπεδο.

Στο πλαίσιο της θεωρίας της εξουσίας, οι έννοιες της ομάδας των ακολούθων και της ομάδας συνεργασίας έχουν διασταυρώσεις. Το πρώτο χαρακτηρίζεται από την παρακολούθηση, ακολουθία και υποταγή σε μια ‘χαρισματική’ προσωπικότητα, χωρίς καμία πραγματική παραγωγική δραστηριότητα, όταν η πίστη ανταλλάσσεται με οφέλη. Βέβαια δεν είναι όλα τόσο απλά. Μπορεί να σημαίνουν και ακολούθους και μια ομάδα συνεργατών που ακολουθεί τον δημιουργικό ηγέτη / διευθυντή. Στην τελευταία περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με παραγωγική δραστηριότητα με στόχο τα αποτελέσματα και τις υψηλές στατιστικές.

Τίθεται ένα εύλογο ερώτημα: μπορεί ένας έξυπνος και δυνατός άνθρωπος να γίνει ακόλουθος; Ναι μπορεί, είναι ακόμα πιο εύκολο απ’ όσο φαίνεται. Το να τραβήξετε ένα τέτοιο άτομο στην τροχιά της επιρροής σας, είναι μια πολύ ελκυστική και ενδιαφέρουσα κίνηση, για άτομα που «έχουν τα πάντα». Κατά κάποιο τρόπο, αυτό μοιάζει με την «αγορά» ποδοσφαιριστών από Άραβες σεΐχηδες, προσθέτοντας στην συλλογή τους πολύτιμα “αντικείμενα”.

Οι ταλαντούχοι άνθρωποι λαμβάνουν τακτικά προσκλήσεις, αποδεχόμενοι ότι όλα τα υλικά τους προβλήματα και οι τρέχουσες (!!!) επιθυμίες τους θα πραγματοποιηθούν, το επίπεδο ευημερίας θ’ αυξηθεί κατά τουλάχιστον δύο επίπεδα, ίσως και παραπάνω. Ο πειρασμός είναι πολύ υψηλός, πολλοί συμφωνούν, ανταλλάσσοντας τις μακροπρόθεσμες προοπτικές τους με την τρέχουσα ευημερία, κι ασχολούνται με την αυταπάτη, την ματαιοδοξία και τον εγωισμό του και γίνονται ακόλουθοι, υπήκοοι, πιστοί κλπ.

Η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι μπορείτε να σπάσετε την συμφωνία να είστε ακόλουθος, φυσικά, χάνοντας ταυτόχρονα πολύ περισσότερα από όσα λάβατε. Υπάρχουν πολλές ιστορίες στην δημόσια σφαίρα για πρόσωπα του θεάματος που προσπάθησαν να διακόψουν τις σχέσεις με έναν τύραννο παραγωγό και ως αποτέλεσμα έχασαν τα δικαιώματα της τέχνης τους, το όνομα και τις προοπτικές τους. Στην πραγματικότητα, το να είναι κάποιος ακόλουθος είναι πανομοιότυπο με την πώληση του εαυτού σε μερική ή ολική σκλαβιά.

Οποιαδήποτε δουλειά με αμοιβή πολλές φορές μεγαλύτερη από αυτή που πραγματικά αξίζετε, θα πρέπει να είναι πολύ ανησυχητική για έναν έξυπνο και ταλαντούχο άνθρωπο, ειδικά όταν δεν υπάρχει συγκεκριμένο έργο που χρειάζεται πραγματικά να γίνει. Εάν αποδειχθεί ότι οι συνθήκες είναι μια τάξη μεγέθους υψηλότερες, θα πρέπει να φύγετε ή να παραιτηθείτε από την απώλεια των μελλοντικών προοπτικών ανάπτυξης. Σε επαγγελματικούς και διευθυντικούς όρους, τα χρόνια που δαπανήθηκαν μπορούν όχι μόνο να διαγραφούν, αλλά και να γυρίσουν εις βάρος σας.

Τα προβλήματα ξεκινούν όταν η ευθύνη και η εστίαση στα αποτελέσματα εξαφανίζονται, ο ηγέτης σταματά να δημιουργεί και να γίνεται χαρισματικός άνθρωπος, αρχίζει να υποβιβάζει τον εαυτό του και η ομάδα του μετατρέπεται σταδιακά από ομάδα συνεργατών σε ομάδα από ακόλουθους. Στο πλαίσιο αυτής της εξέλιξης, μόνο οι έξυπνοι έχουν χρόνο να αποστασιοποιηθούν και να φύγουν ελεύθεροι, έστω και με προσωρινές απώλειες.

Υπάρχει ένας άλλος τύπος ακολουθίας όμως, που σχηματίζεται γύρω από τον ηγέτη με την ελπίδα της ανόδου της, με ένα όνειρο για την δική της μετέπειτα καριέρα και θέση στο μέλλον. Αυτοί οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να κουβαλούν μια τσάντα πίσω από τον «κύριο» τους για πολλά χρόνια, με την ελπίδα να γίνουν διάδοχοί του, καθαρίζουν τον χώρο και, σαν τρελά πιράνχας, ορμούν σε όποιον βλέπουν ως ανταγωνιστή. Το αστείο είναι ότι τις περισσότερες φορές ο «κύριος» τους καταλήγει να καταρρίπτεται από κάποιον πιο ικανό και αυτό συμβαίνει γιατί η κοινωνική ευφυΐα που απαιτείται για την απογείωση δεν επιτρέπει σ’ έναν μέτριο άνθρωπο να αναπτυχθεί σε τέτοιο περιβάλλον.

Φανταστείτε σε μία υποθετική κατάσταση που για μία-δύο δεκαετίες μια τέτοια ομάδα πίστευε ειλικρινά ότι τα είχαν όλα τακτοποιήσει και δεν είχαν ανταγωνιστές… αλλά, ξαφνικά, ουπς… αποδεικνύεται ότι κανείς δεν χρειάζεται τον «κύριο» του και τις “περίπου” υπάρχουσες δευτερεύουσες και τριτογενείς μη ανεξάρτητες καμπύλες ανάκλασης. Στις συνεδριάσεις των εξειδικευμένων αντιπροέδρων της κυβέρνησης, εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι καλούνται ως εξωτερικοί εμπειρογνώμονες και όχι με βάση την θέση και το καθεστώς τους, αλλά στα πρακτικά γράφουν, για παράδειγμα, «αναλυτής, πολιτικός επιστήμονας».

Ακολουθεί ένα ακόμη παράδειγμα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’00, πολλοί ταλαντούχοι πτυχιούχοι προγραμματιστές πήγαν να δουλέψουν σε τράπεζες ή ασφαλιστικές εταιρείες, για υψηλότερο μισθό, αλλά με στενά καθήκοντα στην υποστήριξη λογισμικού. Μετά από μερικά χρόνια, όσοι ήταν πιο έξυπνοι έλαβαν συμπληρωματική εκπαίδευση ή/και άλλαξαν επάγγελμα για μετέπειτα ανάπτυξη και πολλοί συνεχίζουν να εργάζονται με το ένα τρίτο των δυνατοτήτων τους, λαμβάνοντας πολλές φορές λιγότερα από τους συμμαθητές τους που δεν ακολούθησαν αυτόν τον δρόμο.

Και ναι, μπορείς να είσαι σχετικά απαλλαγμένος από υποχρεώσεις σε ένα ορισμένο επίπεδο, τότε όμως είναι που θα πρέπει να διαλέξεις – να μείνεις στους ακόλουθους ή να συμμετάσχεις (κι εδώ είναι το πιο σημαντικό) σε μια ομάδα συνεργασίας κι όχι απλά σε μια ομάδα ακολούθων;

Τα πάντα στην ζωή σου είναι θέμα Επιλογής

Η Φιλοσοφία των Κυνικών: Διογένης ο Σινωπεύς

Διογένης: ο κυνικός φιλόσοφος

§1. Για τη βιογραφία του μέγιστου κυνικού φιλοσόφου, του Διογένη, κύρια πηγή είναι το έκτο βιβλίο του έργου του Διογένη του Λαέρτιου: Βίοι Φιλοσόφων. Τα στοιχεία αυτών των φιλοσοφικών βίων είναι τόσο αναμεμειγμένα μεταξύ ιστορικής αλήθειας και θρύλου, που δεν μπορεί κανείς να τα διαχωρίσει. Ωστόσο αυτό το έργο του Διογένη του Λαέρτιου είναι το μόνο σωζόμενο κείμενο από την αρχαιότητα για την ιστορία της φιλοσοφίας και γι’ αυτό έχει ανεκτίμητη αξία, ανεξάρτητα από τη μείξη αξιόπιστης γνώσης και καθαρής κατασκευής. Οι πληροφορίες, που μας δίνει για τη ζωή και το έργο του Διογένη, μπορεί να έχουν, ως επί το πλείστον, τη μορφή ανέκδοτου, αλλά άλλες μας αποκαλύπτουν έναν ιστορικό πυρήνα και άλλες μοιάζουν για περισσότερο αυθεντικές. Γενικώς ειπείν, το γεγονός ότι καθετί σχετικό με τον βίο και το έργο του Διογένη έχει διασωθεί ανεκδοτολογικά δεν μειώνει το φιλοσοφικό περιεχόμενο της γενικής δραστηριότητας του εν λόγω Κυνικού. Τέτοιες παραδόσεις σχετικά με τη γνώση, διάφοροι μεταγενέστεροι φιλόσοφοι τις αντιμετώπισαν με το πνεύμα της δικής τους φιλοσοφίας. Έτσι, για παράδειγμα, ο κορυφαίος διαλεκτικός φιλόσοφος της νεότερης εποχής, ο Χέγκελ, τις θεωρούσε ως μη έχουσες μεγάλη γνωστική αξία, ως απλές αφηγήσεις, χωρίς κάποια συστηματική μέθοδο. Απεναντίας, ο Νίτσε είχε υψηλά τις ανέκδοτες αφηγήσεις του Διογένη του Λαέρτιου, εκτιμώντας πολύ και τον ίδιο. Θεωρούσε πως κάθε ανέκδοτη φύση ήταν πολύ διαφωτιστική για τις εν λόγω αφηγήσεις.

§2. Ο Διογένης από τη Σινώπη (περ. 412/403-324/21), σύμφωνα με την παραδοσιακή φιλοσοφική-ιστορική γενεαλογία, ήταν μαθητής του Αντισθένη – ο οποίος με τη σειρά του ήταν μαθητής του Σωκράτη– και θεωρείται ο κατ’ εξοχήν ιδρυτής του Κυνισμού. Είναι ο κύων, ο «σκύλος», που επιδιώκει ριζικά να αφήσει πίσω του τις μετασωκρατικές συζητήσεις για τις έννοιες: φύσις και νόμος, φύσις και δόξα,[=γνώμη], φυσικότητα και κοινωνικοί κανόνες, εκφράζοντας την εγκυρότητα του νόμου και της δόξας με αποφθέγματα και πράξεις και δυσφημώντας τελικά την αναμφισβήτητα αποδεκτή θετικότητα του νόμου και των εθίμων. Στα πρώτα χρόνια της ζωής του γνώρισε την πολιτική, οικονομική και ηθική κατάρρευση της Αθήνας ως αποτέλεσμα της ήττας στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Στην περιφέρεια του ελληνικού κόσμου οι επιπτώσεις αυτού του πολιτικού σεισμού θα έχουν γίνει ελαφρά αισθητές. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για την παιδική του ηλικία, τη νεότητά του και την πρώιμη ανδρική ηλικία του. Ξέρουμε μόνο ότι ήταν γιος τραπεζίτη, που κατηγορήθηκε για πλαστογραφία νομισμάτων. Ο ίδιος άφησε πίσω του την πατρίδα του, τη Σινώπη και ήρθε στην Αθήνα, όπου συνδέθηκε με τον Αντισθένη. Από μια γενική άποψη, όφειλε τη φιλοσοφική του εμπειρία αφύπνισης σε ένα ποντίκι. Αυτό του δίδαξε ότι η ανεξαρτησία από τα είδη πολυτελείας κάνει κάποιον να απαλλαγεί από το φόβο: όταν είδε ένα ποντίκι να τρέχει πέρα ​​δώθε που ούτε έψαχνε για κρεβάτι, ούτε φοβόταν το σκοτάδι ούτε ανυπομονούσε για υποτιθέμενες γαστρονομικές απολαύσεις, αυτό τον έκανε να ανακαλύπτει μια διέξοδο από την εκάστοτε δύσκολη κατάσταση ή θέση.

§3. Ο Διογένης, όπως και οι άλλοι κυνικοί φιλόσοφοι, εξύψωσε την απλότητα, τον αυτάρκη βίο, σε ύψιστη αρετή. Είχε επιλέξει το πιθάρι σε δημόσιο χώρο ως κατοικία του· όσο για τις σκέψεις και τη ζωή του τις συνέδεε πλήρως με τις σκηνές και τις χειρονομίες, μέσω των οποίων αποστασιοποιείται από την παράδοση και στέκεται ειρωνικά στη σχέση του με την κοινωνία. Κατά τη διάρκεια ενός θαλάσσιου ταξιδιού, έπεσε στα χέρια πειρατών, που τον πούλησαν σε έναν πλούσιο Κορίνθιο ονόματι Ξενιάδη, στο σπίτι του οποίου έμενε ως δάσκαλος των παιδιών του, μέχρι που πέθανε. Τελικά, είναι ο μόνος που μπορεί να νικήσει τον Μέγα Αλέξανδρο, καθώς στον ασκητικό τρόπο της ζωής του είναι κύριος των ορμών και των επιθυμιών του και όχι δούλος, όπως ο Αλέξανδρος. Σύμφωνα με το μύθο, λέγεται ότι πέθανε την ίδια μέρα με τον Αλέξανδρο. Η γενική κατάσταση διαβίωσής του αντανακλά ακριβώς την κοινωνική του θέση: ήταν μια αποκλειστικά για τον εαυτό του ατομικότητα και συγχρόνως ένα καθ’ ολοκληρίαν δημόσιο πρόσωπο. Τούτα σημαίνουν πως ζούσε μόνος του, αλλά παράλληλα ήταν προσιτός σε όλους τους άλλους στο κέντρο της πόλεως. Αυτό που διακρίνει την προκλητική, συχνά συγκλονιστική και γενικά παράδοξη «διδασκαλία» του Διογένη δεν είναι το περιεχόμενό της, το οποίο είναι δύσκολο να κατανοηθεί εννοιολογικά, αλλά η συμπεριφορά και οι πράξεις του Κυνικού, που αποδείχτηκαν ικανές να καθιερώσουν μια διαρκή παράδοση κυνικών τρόπων ζωής μέχρι και τον έκτο αιώνα μ.Χ. Είναι η υπέρβαση του κοινωνικά καθορισμένου –το οποίο φυσικά θεωρείται αυστηρός κανόνας– η χειρονομία παραβίασης των ταμπού, και όχι λιγότερο η αφόρητη αλαζονεία όσων ζουν σε εθελοντική φτώχεια και προκλητική απόσταση από τα κοινωνικά έθιμα.

§4. Ο Κυνικός παριστάνει τον αληθινά ελεύθερο, αυτάρκη και χαρούμενο, ενώ ικανοποιεί την πείνα, τη δίψα και το σεξουαλικό του ένστικτο σαν σκύλος σε ανοιχτή αγορά. Για το λόγο αυτό, ο όρος Κυνισμός δεν προέρχεται, όπως αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος, από το «Κυνόσαργες», τον τόπο, όπου λέγεται ότι δίδαξε ο Αντισθένης, δηλαδή από μια «φιλοσοφική σχολή», αλλά ασφαλώς από τον «κύνα», δηλαδή τον «σκύλο», εμβληματικό μοντέλο του Κυνικού Διογένη, κάτω από το οποίο δεν πρέπει να φανταστεί κανείς το περιποιημένο κατοικίδιο, αλλά τον σκύλο που περιφέρεται στους δημόσιους χώρους και ξαπλώνει νωχελικά στην πλατεία του μεσογειακού χωριού. Έτσι ο Κυνισμός, ως ονομασία, καθιερώνεται ουσιαστικά από και με τον Διογένη και όχι από τον δάσκαλό του, τον Αντισθένη. Οι οπαδοί του τελευταίου δεν ονομάζονται Κυνικοί, κατά τον Αριστοτέλη, αλλά Αντισθένειοι (Μετά τα Φυσικά H1043b24). Τούτο βέβαια δεν αίρει το γεγονός ότι η κυνική φιλοσοφία αρχίζει με τον Αντισθένη. Απόλυτα συμβατό ή συνεπές με όλη αυτή την εικόνα του «κυνός» είναι το γεγονός ότι δεν έχει διασωθεί τίποτα γραπτώς για τον φιλοσοφικό Διογένη, ότι - εκτός από ένα απόσπασμα του Θεόφραστου - καμιά σύγχρονη παράδοση δεν μας δίνει σαφείς μαρτυρίες για το έργο του, για τις φιλοσοφικές του πράξεις, για την ιστορική του διαδρομή· όσα μας είναι γνωστά, έχουν σε μεγάλο βαθμό ανεκδοτολογικό χαρακτήρα, όχι όμως χωρίς έντονο συμβολισμό για τις διάφορες στάσεις ζωής, που συνάπτονται με την τραγικότητα της μιας ή της άλλης εποχής.

§5. Γι’ αυτό και στην περίπτωση του Διογένη, ο Κυνισμός είναι περισσότερο τρόπος ζωής και «κίνημα» παρά «σχολή». Αρχίζει να γίνεται ιστορικά απτός μόνο στη γενιά μετά τον Διογένη, για παράδειγμα στις μορφές του Κράτη του Θηβαίου, του Ονησίκριτου, του Μόνιμου από τις Συρακούσες, της Ιππαρχίας κ.λπ. Παρά την εν λόγω έλλειψη ιστορικά επιβεβαιωμένων και αυθεντικών στοιχείων για τον Διογένη, η ασυμβίβαστη φύση της κριτικής, η ριζοσπαστική πολιτισμική-κριτική προσέγγιση και κυρίως ο ανθρωπολογικός του τύπος είναι τα πιο ξεκάθαρα, από όλους τους Κυνικούς, χαρακτηριστικά της φιλοσοφίας του. Εδώ, πολύ πριν από τη φιλοσοφική επιτήδευση και την ύστερη αρχαία εξιδανίκευση στον στωικά εμπνευσμένο κυνισμό του Επίκτητου ή του Ιουλιανού, η σύνδεση μεταξύ αυτάρκειας, απάρνησης και ευτυχίας συνδέεται θεμελιωδώς με την πρακτική της εκούσιας φτώχειας και με το αξίωμα της «φυσικότητας», που δεν είναι έννοια, αλλά πρέπει να νοείται ως γεγονός της ζωής, αλλά ταυτόχρονα πάντα ως διαλεκτική σκηνοθεσία. Ο Διογένης, και ο Κυνικός γενικότερα, είναι ένας ανατροπέας όλων των αξιών, περίπου δηλαδή κάτι σαν τον Νίτσε, που μένει στη φύση χωρίς να την εξιδανικεύει: οι απαγορεύσεις δεν είναι παρά κοινωνική αυθαιρεσία, η ηθική είναι μια ανθρώπινη κατασκευή που βασίζεται σε κοινωνικά συμφέροντα, όχι σε αμετάβλητους ιερούς νόμους. Η ανθρωποφαγία και η αιμομιξία δεν είναι καθολικά ταμπού, αλλά μόνο σε κοινωνίες που θεσπίζουν ρητά τέτοιες απαγορεύσεις. Αποκάλεσε τον Οιδίποδα ανόητο, επειδή έβγαλε τα μάτια του για ένα τέτοιο ασήμαντο γεγονός, όπως η αιμομιξία. Αντίθετα θα έπρεπε να είχε νομιμοποιήσει την αιμομιξία στη Θήβα.

§6. Για αυτόν, η σεξουαλικότητα ήταν ουσιαστικά μια ζωώδης ορμή που θα έπρεπε να ικανοποιηθεί αμέσως χωρίς αναστολή ή ψεύτικη ντροπή. Η σεξουαλική επαφή γινόταν επίσης μερικές φορές coram publico στους κυνικούς κύκλους: ο Κράτης π.χ. κοιμόταν με την πιο δημοφιλή Κυνικό, την Ιππαρχία, δημόσια. Η σεξουαλικότητα είναι η φυσική προδιάθεση των ανθρώπων που τους οδηγεί περισσότερο να εξαρτώνται από άλλους ανθρώπους. Αλλά για τον κυνικό Διογένη δεν υπήρχε τίποτα πιο πολύτιμο από την αυτονομία και την αυτάρκεια. Κατά συνέπεια, επέλεξε εκείνο το είδος της ικανοποίησης των αναγκών του που του εξασφάλιζε τη μεγαλύτερη αυτονομία. Απολάμβανε περιστασιακά τις υπηρεσίες διάσημων εταίρων και μάλιστα, όπως λέγεται, δωρεάν. Ο πόθος δεν καταδικάστηκε καθόλου απ’ αυτόν, αλλά δεν επιτρεπόταν να περιορίσει την ελευθερία. Φυσικά, ο Διογένης δεν παντρεύτηκε, ούτε απέκτησε παιδιά. Ο θεσμός του γάμου δεν ήταν συμβατός με τις ιδέες του περί ελευθερίας και αυτάρκειας. Γι' αυτό τάχθηκε υπέρ του δωρεάν και ελεύθερου έρωτα και της κοινής ιδιοκτησίας των παιδιών. Παραμένοντας στην πλευρά της φύσης, του φυσικού Είναι του ανθρώπου, έναντι της πλατωνικής ιδεατότητας του ανθρώπου, αναζητά τον άνθρωπο, δηλαδή την πλατωνική ιδέα του ανθρώπου, δεν τη βρίσκει και λέει ότι βλέπει μόνο ανθρώπους, δηλαδή πραγματικότητες που γίνονται αντιληπτές από τις αισθήσεις. Αυτή η ερμηνεία αντικατόπτριζε την «καθολική διαμάχη» μεταξύ Διογένη και Πλάτωνα: Σε αντίθεση με την πεποίθηση του Πλάτωνα για την υπεροχή των γενικών ιδεών και την ανώτερη πραγματικότητά τους, για τον Διογένη μόνο τα επιμέρους πράγματα είναι πραγματικά: για αυτόν ως νομιναλιστή, οι γενικές έννοιες δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα, αλλά υπάρχουν μόνο στη διάνοιά μας, είναι απλά ονόματα:

Όταν ο Πλάτωνας έκανε διάλεξη για τις Ιδέες του και επινόησε τους όρους «Είναι/Ιδέα του τραπεζιού» και «Είναι/Ιδέα του κυπέλλου», ο Διογένης είπε: «Όσον με αφορά, Πλάτωνα, βλέπω ένα τραπέζι και ένα κύπελλο, αλλά ποτέ δεν βλέπω μια Ιδέα του τραπεζιού και μια του κυπέλλου». Ο Πλάτων απάντησε: «Αυτό είναι εύκολο να το καταλάβεις, γιατί έχεις μάτια, με τα οποία μπορείς να δεις το κύπελλο και το τραπέζι, αλλά δεν έχεις τη διάνοια, τον νου για να αντιλαμβάνεσαι το «Ιδέα του τραπεζιού και του κυπέλλου».

Στον αφηρημένο ιδεαλισμό του Πλάτωνα ο Διογένης αντιτάσσει τον συγκεκριμένο ρεαλισμό της καθημερινότητας, στην υπέρβαση την ενύπαρξη, στο κεφάλι το στομάχι, στην επιστήμη τη σοφία, στην ανάλυση το γέλιο, στην κατανόηση των εννοιών τη συνοπτικότητα του φιλοσοφικού σημείου, στη θεωρία την πράξη, στον αέρινο ιστό των Ιδεών τη γήινη βαρύτητα των γεγονότων, στο συστηματικό στοιχείο το ανέκδοτο, στο σοβαρό το υπονομευτικό αστείο και την προσποιητή ανοησία.

§7. Ο Διογένης, αν και διακήρυττε την αυτάρκεια, προσπάθησε να προσηλυτίσει τους άλλους με τη δική του εξωφρενική συμπεριφορά (που ξεπερνούσε τις απαιτήσεις της φυσικής ζωής), με άμεση προτροπή, χρησιμοποιώντας όλα τα εφόδια της τρομερής εξυπνάδας και της ρητορικής του ικανότητας και με διάφορα γραπτά έργα. Παρά τις αρχαίες και σύγχρονες αμφιβολίες, είναι βέβαιο ότι ο Διογένης εξέθεσε τις απόψεις του σε ένα έργο του με τίτλο: Πολιτεία (βλ. Διογένης Λαέρτιος: βιβλίο VI 72 και Φιλόδημος: Περί των Στωικών) και αρκετές τραγωδίες. Σε κάθε περίπτωση, η αυθεντικότητα των έργων του φιλοσόφου αμφισβητήθηκε από τον Σωσικράτη τον Ρόδιο, ο οποίος αποδίδει τις τραγωδίες στον Φιλίσκο από την Αίγινα, μαθητή του Διογένη, και από τον Σάτυρο (Διογένης Λαέρτιος, VI, 80). Ο Favorinus (Διογένης Λαέρτιος, VI 73), με τη σειρά του, αποδίδει αυτές τις τραγωδίες στον Πασιφώντα (από την Ερέτρια;). Ο Φιλόδημος, στο Περί των Στωικών του, εξηγεί ότι ορισμένοι Στωικοί (μπορεί κανείς να σκεφτεί τον Πανέτιο, τον Σωσικράτη ή άτομα γύρω από τον Πανέτιο) έκαναν τα πάντα για να δείξουν ότι η Πολιτεία δεν είναι έργο του Διογένη, ενώ ο Κλεάνθης και ο Χρύσιππος αναφέρουν στα έργα τους ότι στην πραγματικότητα γράφτηκε από αυτόν. Οι τραγωδίες, που αποδίδονται στον Διογένη, πραγματεύονται τους μεγάλους ελληνικούς μύθους και περιλαμβάνουν την Ελένη, τον Θυέστη, τον Ηρακλή, τον Αχιλλέα, τη Μήδεια, τον Χρύσιππο, γιο του Πέλοπα και τον Οιδίποδα. Ο κυνισμός του Διογένη χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από τρόπο ζωής και από θεωρητικές αρχές. Το πρώτο το γνωρίζουμε μέσα από τα πολυάριθμα ρητά που αποδίδονται στον φιλόσοφο από αρχαίους συγγραφείς, ιδιαίτερα τον Διογένη Λαέρτιο. Οι αρχές του έχουν φτάσει σε εμάς μέσα από μερικά σπάνια αποσπάσματα, τα σημαντικότερα από τα οποία είναι τα αποσπάσματα της Πολιτείας που απαντούν στο ως άνω έργο του Φιλόδημου. Τέτοια γραπτά, σαν την Πολιτεία, διακυβεύουν το ιδανικό της πρακτικής απόδειξης της φιλοσοφικής αλήθειας και της τυπικής απόρριψης της λογοτεχνίας, και δεν συνεπάγονται πραγματική συζήτηση με τους συμβατικούς φιλοσόφους. Ο Διογένης μίλησε π.χ. για τον Πλάτωνα αλλά απέρριψε τη φιλοσοφία του ως παράλογη· η Πολιτεία του, ενώ πρόκειται για μια σοβαρή έκθεση κυνικών θέσεων, παρωδούσε τις «σοβαρές» αξιώσεις των φιλοσόφων.

Η έννοια της αρετής στον Αριστοτέλη

Η έννοια της αρετής αποτελεί θεμελιώδη λίθο για την οικοδόμηση της ηθικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, η οποία παρουσιάζεται, κατά κύριο λόγο, σε τρία έργα: τα Ηθικά μεγάλα, τα Ηθικά Ευδήμεια και τα Ηθικά Νικομάχεια. Σύμφωνα με τον Düring, «στα Ηθικά μεγάλα ο Αριστοτέλης απευθύνεται σε νεαρούς ακροατές και ρίχνει το βάρος στη λογική επιχειρηματολογία και ταξινόμηση· τα Ηθικά Ευδήμεια, με εξαίρεση την εισαγωγή, είναι επιστημονικό μάθημα (Kolleg) για προχωρημένους ακροατές της Ακαδημίας· τέλος, τα Ηθικά Νικομάχεια είναι μια έκθεση όχι χωρίς λογοτεχνική πνοή που απευθύνεται σε ευρύ κύκλο ακροατών και αναγνωστών»[1]. Η παρούσα μελέτη της αριστοτελικής έννοιας της αρετής βασίζεται στο τρίτο από αυτά.

Τα Ηθικά Νικομάχεια ξεκινούν με την παρατήρηση πως «κάθε τέχνη και κάθε επιστημονική έρευνα όπως και κάθε πράξη και κάθε κατόπιν σκέψεως λαμβανόμενη απόφαση φαίνεται ότι αποβλέπει σε κάποιο αγαθό» (ΗΝ 1094a1-2)[2]. Ωστόσο, κάθε αγαθό που επιδιώκεται με τις επιμέρους πράξεις στη ζωή κάθε ανθρώπου αποτελεί απλώς ένα ενδιάμεσο στάδιο για την επίτευξη του ύψιστου αγαθού, της «ευδαιμονίας» (ΗΝ 1095a14-20). Τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του υπέρτατου αυτού αγαθού: α) είναι τέλειο, δηλαδή επιδιώκεται για χάρη του εαυτού του και όχι κάποιου άλλου («τὸ καθ’ αὐτὸ διωκτὸν τοῦ δι’ ἕτερον καὶ τὸ μηδέποτε δι’ ἄλλο αἱρετὸν τῶν», ΗΝ 1097a32-33), β) είναι αύταρκες, δηλαδή ακόμη κι αν μείνει μόνο του είναι αρκετό για να κάνει τη ζωή άξια επιλογής («τίθεμεν ὁ μονούμενον αἱρετὸν ποιεῖ τὸν βίον καὶ μηδενὸς ἐνδεὰ», ΗΝ 1097b14-15) και γ) είναι μη συναριθμούμενο (ΗΝ 1097b17), δηλαδή συμπεριλαμβάνει οποιοδήποτε ανθρώπινο αγαθό[3].

Για να ολοκληρώσει τον ορισμό της ευδαιμονίας ο Αριστοτέλης εισάγει και το επιχείρημα της λειτουργίας[4]: Το ιδιαίτερο γνώρισμα του ανθρώπου, που τον διακρίνει από όλα τα άλλα είδη έμβιων όντων, είναι η «ψυχής ενέργεια κατά λόγον»· τέλειος είναι ο άνθρωπος που εκτελεί τέλεια αυτή την λειτουργία· και την εκτελεί τέλεια όταν κάθε πράξη του επιτελείται σύμφωνα με την «οικείαν αρετήν» (ΗΝ 1098a8-16). Επομένως:

«τὸ ἀνθρώπινον ἀγαθὸν ψυχῆς ἐνέργεια γίνεται κατ' ἀρετήν, εἰ δὲ πλείους αἱ ἀρεταί, κατὰ τὴν ἀρίστην καὶ τελειοτάτην. Ἔτι δ’ ἐν βίῳ τελείῳ.» (ΗΝ 1098a17-19)

Με τον ισχυρισμό ότι η ευδαιμονία είναι ενέργεια της ψυχής που καθοδηγείται από την αρετή ο Αριστοτέλης απομακρύνεται πλέον από την πλατωνική γραμμή της διερεύνησης της ιδέας του αγαθού και στρέφεται προς τη διερεύνηση των «κατ' αρετήν» πράξεων[5]. Πριν την εξέταση της αριστοτελικής έννοιας των ενάρετων πράξεων, ωστόσο, επιβάλλεται μια τελευταία διευκρίνηση όσον αφορά στην ευδαιμονία «εν βίω τελείω». Ο ευδαίμων βίος, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αφορά το σύνολο της ανθρώπινης ζωής και όχι μόνο σύντομες περιόδους αυτής. Γι’ αυτό και η εύνοια της τύχης είναι απαραίτητη για την απόκτηση της ευδαιμονίας (ΗΝ 1099a29-b9). Εντούτοις, «αυτή η ταύτιση της ευδαιμονίας με την ολότητα του βίου δεν σημαίνει ότι ευδαίμων γίνεται κάποιος μόνο τη στιγμή του θανάτου του, αλλά ότι πρέπει να αντιμετωπίζει την ηθική του ποιότητα υπό την προοπτική της διάρκειας και της συνέχειας»[6].

Η ηθική του Αριστοτέλη, επομένως, είναι σαφώς τελεολογική· «η ηθικότητα, κατά την άποψή του, έγκειται σε ορισμένες πράξεις που γίνονται, όχι επειδή είναι ορθές καθαυτές, αλλά επειδή θα μας φέρουν πιο κοντά στο “ανθρώπινο αγαθό”»[7]. Το υπέρτατο δε ανθρώπινο αγαθό συλλαμβάνεται από τον σταγειρίτη φιλόσοφο ως ένα σύνολο «ικανοτήτων και δραστηριοτήτων ορθολογικού αυτοκαθορισμού» που εκδηλώνεται μέσα από την καλλιέργεια των αρετών[8]. Σε τι συνίστανται όμως οι αρετές; Και ποια είναι εκείνη η «αρίστη και τελειοτάτη», μέσω της οποίας κατακτάται το ύψιστο αγαθό; Καταρχήν ο Αριστοτέλης περιγράφει τις αρετές ως εκείνες τις ψυχικές διαθέσεις που είναι άξιες επαίνου, και τις διαχωρίζει σε διανοητικές και ηθικές αρετές ανάλογα με το τμήμα της έλλογης ψυχής από το οποίο προέρχονται (ΗΝ A, ΧΙΙΙ ). Σύμφωνα με την αριστοτελική σύλληψη της νοητικής βαθμίδας της ψυχής[9], αυτή αποτελείται «από ένα λογικό μέρος (το οποίο με τη σειρά του διαιρείται στον θεωρητικόν λόγον και στον πρακτικόν λόγον) και από ένα άλογο, στο οποίο ανήκουν τα πάθη, οι επιθυμίες και η βούληση»[10]. Οι διανοητικές αρχές αντιστοιχούν στον θεωρητικό λόγο και οι ηθικές στον πρακτικό. Επιπλέον, οι διανοητικές αρετές βασίζονται, κατά κύριο, στην διδασκαλία – άρα απαιτείται εμπειρία και χρόνος για την ανάπτυξή τους –, ενώ οι ηθικές αρετές βασίζονται στο έθος (ΗΝ 1103a14-18). Λίγο αργότερα δίνεται ο ακριβής ορισμός της ηθικής αρετής:

«Ἐστὶ ἄρα ἡ ἀρετὴ ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρὸς ἡμάς, ὡρισμένη λόγῳ καὶ ᾦ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν» (ΗΝ 1106b36-1107b2)

Η πρώτη συνιστώσα αυτού του ορισμού αφορά την έννοια της έξης. Σύμφωνα με αυτή, οι ηθικές αρετές δεν είναι ούτε φυσικές ούτε αφύσικες για τον άνθρωπο[11]· υπάρχει στον καθένα η ικανότητα να τις αποκτήσει, αλλά αυτό μπορεί να συμβεί μόνο μέσω του εθισμού (ΗΝ 1103a19-b2). Σημείο εκκίνησης για την διαμόρφωση των έξεων είναι η ηδονή και η λύπη που αισθανόμαστε μετά από κάθε πράξη (ΗΝ 1104b 3-5). Με την επαναλαμβανόμενη εκτέλεση ενάρετων πράξεων διαπλάθουμε σταδιακά το ήθος μας[12]. Λογικό επακόλουθο του συσχετισμού του έθους με τις ηθικές πράξεις είναι πως το αποτέλεσμα των πράξεων καθαυτό δεν αρκεί για να τις κρίνει ως αγαθές· αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση ο πράττων να βρίσκεται στην κατάλληλη προδιάθεση, να πράττει «πώς έχων» (ΗΝ 1105a30). Η ηθική αρετή, με άλλα λόγια, «συνιστά τη “βιωματική προ-κατάληψη” που καθιστά δυνατή την ίδια τη φρόνηση (γι’ αυτό και δεν υφίσταται πραγματική “πράξη” όταν κάποιος ενεργεί υπό καθεστώς εξωτερικής βίας)»[13]. Αποκλειστικός δε υπεύθυνος για την δημιουργία του ηθικού του χαρακτήρα είναι ο ίδιος ο άνθρωπος[14], με αρωγό όμως στην προσπάθειά του την κοινωνία ως καθοδηγητή και παιδαγωγό[15].

Η δεύτερη συνιστώσα του παραπάνω ορισμού αποβλέπει, επίσης, στην υπευθυνότητα του ηθικού ατόμου: η αρετή είναι έξη προαιρετική. Αλλά δεν θα πρέπει να συγχέεται ο όρος προαίρεση, λέει ο Αριστοτέλης, με το εκούσιο. Γιατί εκούσιες είναι και οι ενέργειες των παιδιών και των ζώων, όμως η προαίρεση περιλαμβάνει, εκτός από την εθελούσια ενέργεια, και την επιθυμία, την σκέψη και την εκλογή αυτής (ΗΝ Γ, ΙΙ ). Εισάγεται, δηλαδή, ένα δεύτερο κριτήριο για να χαρακτηριστεί η πράξη ενός ανθρώπου αγαθή: «πρέπει να εκτελείται ύστερα από απόφαση παρμένη με πολύ σκέψη και συνείδηση της ενέργειας που εκτελεί» (ΗΝ 1105a30-31). Αναλυτικότερα, η διαδικασία εκτέλεσης μιας ηθικής πράξης ακολουθεί τέσσερα στάδια. Αρχικά το άτομο προσδιορίζει, αναλύει και συγκρίνει όλες τις εναλλακτικές πράξεις που αφορούν την προκειμένη περίπτωση, στα πλαίσια πάντα των δυνατοτήτων του (ΗΝ 1112a31) (βούλευση)· στη συνέχεια προχωρεί στην επιλογή της καλύτερης των εναλλακτικών πράξεων (κρίση)· έπειτα αποφασίζει ότι θα κάνει πράξη το αποτέλεσμα της κρίσης του (προαίρεση)· και τέλος προχωρά στην εκτέλεση της συγκεκριμένης πράξης (πράξη)[16].

Κρίνουμε, λοιπόν, ως ηθικό έναν άνθρωπο όταν, αφενός, έχει αποκτήσει μια ηθική προδιάθεση μέσω της συνεχούς εκτέλεσης ηθικών πράξεων και, αφετέρου, προαιρείται τις αγαθές πράξεις που εκτελεί. Διότι δεν υφίσταται ηθικότητα χωρίς πράξη, σύμφωνα με τον σταγειρίτη φιλόσοφο. Για να κατορθώσουμε, επομένως, να καταλήξουμε σε πράξεις σύμφωνες με την αρετή, ο Αριστοτέλης μας παρέχει ένα μεθοδολογικό κριτήριο[17]: η αρετή είναι έξη προαιρετική, που βρίσκεται στο μέσον αναφορικά με μας.

«Ἡ δ' ἀρετὴ περὶ πάθη καὶ πράξεις ἐστίν, ἐν οἷς ἡ μὲν ὑπερβολὴ ἁμαρτάνεται καὶ ἡ ἔλλειψις [ψέγεται], τὸ δὲ μέσον ἐπαινεῖται καὶ κατορθοῦται· ταῦτα δ' ἄμφω τῆς ἀρετῆς. Μεσότης τις ἄρα ἐστὶν ἡ ἀρετή, στοχαστική γε οὖσα τοῦ μέσου.» (HN 1106b24-28)

Με βάση την θεωρία της μεσότητας, η ουσία της αρετής, «το τι ην είναι», έγκειται στο μέσον ανάμεσα στις ακρότητες της υπερβολής και της έλλειψης. Η αρετή, όμως, ως ενέργεια, ως άριστη πράξη, δεν αποτελεί μεσότητα αλλά ακρότητα (HN 1107a6-7). Ο ηθικός άνθρωπος οφείλει και δύναται να βρίσκει το μέσον σε μια κατάσταση και να το επιλέγει, και τούτο αποτελεί δύσκολο έργο· «διο και έργον εστί σπουδαίον είναι» (HN 1109a23-24). Η Αριστοτέλης δεν δίνει περισσότερες εξηγήσεις για την μεσότητα· προχωρεί στην περιγραφή των επιμέρους ηθικών αρετών και παρουσιάζει με παραδείγματα την μεσότητα κάθε αρετής σε αντίθεση με τις εκάστοτε ακρότητες. Όπως επισημαίνει ο Σαντάς, «η θεωρία της μεσότητας δε φαίνεται αρκετά λεπτομερής. Στερείται επαρκούς πρακτικού περιεχομένου για την καθοδήγηση των επιλογών»[18]. Ο Αριστοτέλης έχει επίγνωση αυτού του γεγονότος, θεωρεί όμως ότι δεν θα μπορούσε κανείς να μιλήσει με ακρίβεια γι’ αυτό το θέμα και να δώσει έναν κανόνα γενικής ισχύος, καθώς στη διαδικασία εύρεσης της μεσότητας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι μεταβλητές που λαμβάνουν χώρα σε κάθε ειδική περίσταση (ΗΝ 1104a1-10). Γι’ αυτόν τον λόγο η ηθική πράξη στοχεύει στη μεσότητα «τη προς ημάς» και εναπόκειται «εν τη αισθήσει η κρίσις» (ΗΝ 1109b23).

«Σ’ όλες τις έξεις, για τις οποίες μιλήσαμε, όπως ακριβώς και σ’ όλες τις άλλες υπεισέρχεται κάποιος σκοπός στον οποίο αποβλέπει ο λογικός άνθρωπος για να επιτείνει ή να χαλαρώνει (τις προσπάθειές του). Υπάρχει εξάλλου ένα όριο, δηλ. οι μεσότητες εκείνες, που βρίσκονται ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη και ανταποκρίνονται στον ορθό λόγο. Γι’ αυτό και σχετικά με τις έξεις της ψυχής δεν αρκεί να είναι σωστό ό,τι είπαμε, αλλά πρέπει και να εξακριβώσουμε ποιος άραγε είναι ο ορθός λόγος και πώς είναι δυνατό να ορισθεί» (ΗΝ 1138b21-26, 32-34). Με αυτές τις φράσεις ξεκινά το 6ο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων και εισάγει την ανάλυση της τέταρτης συνιστώσας του ορισμού της αρετής: καθορισμένη από τον λόγο. Ο τριμερής χωρισμός του ανώτερου μέρους της ψυχής αποτελεί την βάση και γι’ αυτήν την ανάλυση.

Η διαδικασία για την εκτέλεση μιας ηθικής πράξης, όπως περιγράφηκε ανωτέρω, αναφέρεται μόνο στα μέσα με τα οποία θα επιτευχθεί ο τελικός στόχος και όχι στον προσδιορισμό του ίδιου του στόχου· επαφίεται δε στον πρακτικό λόγο της έλλογης ψυχής να την φέρει σε πέρας. Πριν από την έναρξη αυτής της διαδικασίας, ωστόσο, θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί δύο άλλες λειτουργίες. Πρώτον, ο θεωρητικός λόγος θα πρέπει να έχει θέσει τον τελικό στόχο, δηλαδή ποιο αγαθό πρέπει να αποκτηθεί ή, αλλιώς, ποια πράξη είναι καλή, καθώς έργο της διάνοιας είναι μόνο να αποφαίνεται για την αλήθεια και το ψέμα και δεν έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει κίνηση. Δεύτερον, το άλογο μέρος της ψυχής, η «όρεξις», θα πρέπει να έχει ενεργοποιηθεί κατάλληλα ώστε να επιθυμεί την επίτευξη του τελικού στόχου. Από τη στιγμή που η θεωρητική διάνοια αναγνωρίσει κάτι ως αληθές, ως καλό έργο, ο πρακτικός λόγος αναλαμβάνει δράση, αφενός, για να μεταβάλλει αυτή την κρίση σε επιθυμία σταθερή και αμετάβλητη (ΗΝ 1105b1) μέσω της όρεξης και, αφετέρου, για να θέσει το σχέδιο πλεύσης μέσω του νου[19]· «διο ή ορεκτικός νους ή προαίρεσις ή όρεξις διανοητική, και η τοιαύτη αρχή άνθρωπος» (ΗΝ 1139b4-5).

Η ηθική τελειότητα, επομένως, επιτυγχάνεται όταν ο θεωρητικός λόγος αποφαίνεται αληθώς και ο πρακτικός λόγος δρα σωστά, δηλαδή η όρεξη είναι ορθή και ο νους πράττει ορθά.

«ὥστ' ἐπειδὴ ἡ ἠθικὴ ἀρετὴ ἕξις προαιρετική, ἡ δὲ προαίρεσις ὄρεξις βουλευτική, δεῖ διὰ ταῦτα μὲν τόν τε λόγον ἀληθῆ εἶναι καὶ τὴν ὄρεξιν ὀρθήν, εἴπερ ἡ προαίρεσις σπουδαία, καὶ τὰ αὐτὰ τὸν μὲν φάναι τὴν δὲ διώκειν.» (ΗΝ 1139a22-26)

Αυτό είναι και το χαρακτηριστικό του φρόνιμου ανθρώπου, ο οποίος αποτελεί την τελευταία συνιστώσα του ορισμού της ηθικής αρετής. Αναγνωρίζει την αλήθεια και, μέσω της ορθής του επιθυμίας και πράξης, γίνεται ο κανόνας και το μέτρο της αρετής για τους άλλους ανθρώπους (ΗΝ 1113a32-33).[20] Εξάλλου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Βιρβιδάκης: «σύμφωνα με την αριστοτελική θέση για την ενότητα των αρετών (ΗΝ 1144b30-1145a2), θα συνοψίζει στο πρόσωπό του όλες εκείνες τις ιδιότητες που αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις της ευδαιμονίας»[21].

Η φρόνηση, όμως, εκτός από κύριο γνώρισμα του φρόνιμου ανθρώπου – και συνεπώς μέρος του ορισμού της ηθικής αρετής – είναι και μία από τις διανοητικές αρετές[22]. Επιχειρώντας να την ορίσει ως τέτοια, ο Αριστοτέλης λέει ότι δεν είναι επιστήμη επειδή σχετίζεται με τη πράξη, και η πράξη αφορά τα «καθ’ ἔκαστα» και τα «ενδεχόμενα άλλως έχειν» ενώ η επιστήμη τα «καθόλου» και τα «εξ ανάγκης όντα». Δεν είναι ούτε τέχνη γιατί ο σκοπός της δημιουργίας είναι κάθε φορά διαφορετικός ενώ της πράξης πάντα ένας: η ευπραξία (ΗΝ Ζ, IV-VI). Δεν μένει, λοιπόν, παρά να είναι

«ἕξιν ἀληθῆ μετὰ λόγου πρακτικὴν περὶ τὰ ἀνθρώπῳ ἀγαθὰ καὶ κακὰ» (ΗΝ 1149b6-7)

Ο ορισμός αυτός, βέβαια, δεν προσφέρει κανένα καινούργιο στοιχείο. Η χαρακτηριστική ποιότητα της φρόνησης, τελικά, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Βιρβιδάκης, «δεν περιγράφεται μέσα από κάποιο σύστημα κανόνων προς τους οποίους καλείται κανείς να συμμορφωθεί, αλλά καταδεικνύεται από την ικανότητα ευβουλίας που φαίνεται να αποτελεί μη μεταδόσιμο προσόν των προικισμένων με το κατάλληλο, πεπαιδευμένο «εκ της εμπειρίας» «όμμα της ψυχής», φρονίμων»[23].Ανακεφαλαιώνοντας, λοιπόν, «αντικείμενο της φρόνησης είναι τα ανθρώπινα πράγματα, τα πράγματα δηλαδή εκείνα σχετικά με τα οποία μπορεί να κρίνει και ν’ αποφασίζει ο άνθρωπος. Γιατί λέμε ότι η κυριότερη ενέργεια του φρόνιμου ανθρώπου είναι να κρίνει και να αποφασίζει σωστά. Αλλά, όταν πρόκειται για πράγματα που είναι αδύνατον να είναι διαφορετικά ή δεν επιδιώκουν ένα πραγματοποιήσιμο σκοπό, και μάλιστα σκοπό που αποβλέπει σ’ ένα αγαθό που μπορεί να επιτύχει, κανένας δεν μπορεί να κρίνει και να αποφασίζει. Επομένως, απόλυτα φρόνιμος άνθρωπος είναι εκείνος που γνωρίζει, έπειτα από ώριμη σκέψη, ν’ αποκτά αυτό που μπορεί να επιτευχθεί με τη δράση, το υπέρτατο αγαθό» (ΗΝ 1141b7-14).

Θα ήταν, ίσως, λογικό να υποθέσουμε από τα παραπάνω ότι η φρόνηση είναι η τέλεια αρετή μέσω της οποίας προσεγγίζουμε το ύψιστο αγαθό, την ενάρετη ζωή στα πλαίσια του πολιτικού βίου. Ο Αριστοτέλης, όμως, θα μας διαψεύσει. Η σοφία, μας λέει, είναι εκείνη η «αρίστη και τελειοτάτη» αρετή, μέσω της οποίας ο άνθρωπος κατακτά την τέλεια ευδαιμονία. Επισημαίνει, βέβαια, ότι σοφία και φρόνηση είναι αρετές αναγκαίες καθαυτές, ακόμα και αν τίποτε δεν δημιουργούνταν από αυτές, γιατί αποτελούν τις αρετές των δύο μερών της ψυχής, του θεωρητικού και του πρακτικού λόγου, αντίστοιχα (ΗΝ 1144a1-3). Όμως και οι δύο δημιουργούν, αφού είναι απαραίτητες για την σωστή προαίρεση, καθώς «η μεν γαρ το τέλος η δε τα προς το τέλος ποιεί πράττειν» (ΗΝ 1145a5-6). Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που η σοφία είναι ανώτερη από την φρόνηση, όπως η υγεία είναι ανώτερη από την ιατρική (ΗΝ 1145a7-9). Πρόκειται για την αρετή του τελειότερου και θεϊκότερου μέρους του ανθρώπου, του θεωρητικού νου (ΗΝ 1177a12-17). Γι’ αυτό και η προτροπή του Αριστοτέλη «πάντα ποιείν προς το ζην κατά το κράτιστον των εν αυτώ» (ΗΝ 1177b33-34) «δεν μπορεί να ερμηνευθεί παρά μέσα από την μετοχή του ανθρώπου στο θεϊκό στοιχείο, που είναι ο νους»[24].

Ως εκ τούτου, ο ιδεώδης βίος σύμφωνα με τον Αριστοτέλη έγκειται στην ενέργεια εκείνη που ανταποκρίνεται στην αρετή της σοφίας: «ωστ' είη αν η ευδαιμονία θεωρία τις» (ΗΝ 1178b32). Στόχος δε της θεωρίας είναι η θέαση της αλήθειας για το αιώνιο ον. Αυτό που περιγράφει, τελικά, ο Αριστοτέλης ως ιδανική ζωή δεν είναι άλλο από τον τέλειο φιλοσοφικό βίο. Σύμφωνα με τον σταγειρίτη φιλόσοφο, «χωρίς να καθορίζεται από τις ηθικές έξεις, χωρίς να έχει ανάγκη από διαλείμματα, χωρίς να υπόκειται στην τύχη, η θεωρία είναι η συνεχέστερη και πιο ευχάριστη δραστηριότητα που ταιριάζει στο ανθρώπινο ον»[25]. Εντούτοις, σε ελάχιστους και εκλεκτούς δίνεται η δυνατότητα και έχουν την ικανότητα να φτάσουν σε αυτό το επίπεδο τελειότητας. Στους υπόλοιπους αρμόζει να θέτουν ως στόχο ζωής την ευπραξία. Εξάλλου, ακόμα και αυτοί που θα θέσουν ως στόχο ζωής την θεωρία θα πρέπει να μην παραμελήσουν στη διάρκεια της ζωής τους το ευ πράττειν, ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν την νόησή τους καθαρή για να επιδοθούν ανενόχλητοι στις θεωρητικές επιστήμες όταν θα ολοκληρωθούν ως φιλόσοφοι[26]. Αυτός είναι ο λόγος που ο Αριστοτέλης θέτει ως δεύτερο, στην ιεραρχία της ευδαιμονίας, τον ενάρετο βίο στο πλαίσιο της πολιτικής ζωής (ΗΝ Κ, VIII). Δεν θα πρέπει να λησμονούμε, εξάλλου, ότι η νομοθεσία, ως «αρχιτεκτονική φρόνησις» (ΗΝ 1141b25), παίζει καθοριστικό ρόλο στην ευδαιμονία της πολιτείας, εφόσον η μεγάλη μάζα του λαού «από τη φύση της δεν πειθαρχεί από σεβασμό, μα από φόβο, και δεν μένει μακριά από το κακό γιατί είναι ατιμωτικό, αλλά επειδή επιβάλλονται τιμωρίες εναντίον της» (ΗΝ 1179b10-12). Γύρω από αυτού του είδους την ευδαιμονία στρέφεται άλλωστε όλο το περί ηθικής έργο του Αριστοτέλη. Γι’ αυτό και ο Düring χαρακτηρίζει την ηθική του ως «κοινωνική ηθική, φιλοσοφία της ανθρώπινης συμβίωσης»[27].
--------------------------------
Παραπομπές - Σημειώσεις

[1] Düring Ι., Ο Αριστοτέλης. Παρουσίαση και ερμηνεία της σκέψης του, τ. Β΄, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2003, σσ. 237-8.

[2] Τα μεταφρασμένα αποσπάσματα είναι απόδοση του Β. Μόσκοβη (εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη).

[3] Βλ. Σκαλτσάς Θ., Ο χρυσούς αιών της αρετής. Αριστοτελική ηθική, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1993, σ. 23. Πρβλ. επίσης την ερμηνεία της Πεντζοπούλου-Βαλαλά ότι το ύψιστο αγαθό είναι πολυσήμαντο· Πεντζοπούλου-Βαλαλά Τ., Προβολές στον Αριστοτέλη, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 21998, σ. 260.

[4] Για πλήρη ανάλυση του επιχειρήματος βλ. Σαντάς Γ., «Είναι η Ηθική του Αριστοτέλη αρεταϊκή;», στο: Ανδριόπουλος Δ.Ζ., Αριστοτέλης, τ. Ι, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα 2003, σσ. 138-9.

[5] Βλ. και Πεντζοπούλου-Βαλαλά Τ., ό.π., σ. 260.

[6] Κόντος Π., «Η φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Ηθική και πολιτική φιλοσοφία», στο: Βιρβιδάκης Σ. κ.ά., Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη: από την Αρχαιότητα έως τον 20ο Αιώνα, τ. Α΄, ΕΑΠ, Πάτρα 2000, σ. 207.

[7] Ross W.D., Αριστοτέλης, μτφρ. Μ. Μήτσου, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 32001, σ. 266.

[8] Βιρβιδάκης Σ., «Η αριστοτελική Ηθική και οι σύγχρονες αντιθεωρητικές τάσεις στο χώρο της ηθικής φιλοσοφίας», στο: Ανδριόπουλος Δ.Ζ., ό.π., τ. Ι, σ. 179.

[9] Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη η ψυχή χωρίζεται σε τρεις ιεραρχικές βαθμίδες: τη θρεπτική, την αισθητική και τη νοητική. Η θρεπτική υπάρχει σε όλα τα έμβια όντα, η αισθητική υπάρχει στα ζώα και η νοητική υπάρχει μόνο στον άνθρωπο. Βλ. Μιχαηλίδης Κ., «Η μεσότητα ως συνθετική αρχή της ψυχής κατά τον Αριστοτέλη», στο: Ανδριόπουλος Δ.Ζ., ό.π., τ. ΙΙ, σ. 291.

[10] Vegetti M., Ιστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας, μτφρ. Γ.Α. Δημητρακόπουλος, εκδ. Π. Τραυλός, Αθήνα 2000, σ. 247.

[11] Αναφερόμαστε φυσικά στον ελεύθερο πολίτη, καθώς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Vegetti (ό.π., σ. 248), «ενώ η αρετή που μπορούν να επιδείξουν οι δούλοι, οι χειρώνακτες, τα τέκνα και οι γυναίκες έγκειται ουσιαστικά στην – διαφορετικού είδους για τον καθένα – υπακοή που οφείλουν στον αρχηγό της οικογένειας, τα πραγματικά ηθικά προβλήματα τίθενται μόνο όσον αφορά στη συμπεριφορά αυτού του αρχηγού – του μόνου που είναι ελεύθερος να αποφασίσει για τη διαγωγή του στα πλαίσια της οικογένειας και της πόλης, του μόνου που έχει πλήρη ευθύνη για τις πράξεις του και, συνεπώς, του μόνου που επιδέχεται ηθική αξιολόγηση».

[12] Στο σημείο αυτό διαφαίνεται ο κίνδυνος ενός φαύλου κύκλου: οι ενάρετες πράξεις προϋποθέτουν το έθος, το οποίο με τη σειρά του προϋποθέτει ενάρετες πράξεις. Τη λύση στο πρόβλημα αυτό δίνει ο Σκαλτσάς (ό.π., σσ. 51-8).

[13] Κόντος Π., ό.π., σ. 208.

[14] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ross (ό.π., σ. 286): «Στο χέρι του φαύλου ανθρώπου ήταν να μη γίνει φαύλος· τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι αυτή τη στιγμή μπορεί να πάψει να είναι».[15] Βλ. Σκαλτσάς Θ., ό.π., σ. 54.

[16] Βλ. στο ίδιο, σσ. 27-40.

[17] Ένα κριτήριο «καλής λειτουργίας», όπως το ονομάζει ο Σαντάς (ό.π., σ. 148).

[18] Σαντάς Γ., ό.π., σ. 153.

[19] Βλ. και Düring I., ό.π., σσ. 243-5 και Ross W.D., ό.π., σσ. 283-4.

[20] Αντίθετα, η ορθή πράξη που συνοδεύεται από ορθό λόγο αλλά όχι και από ορθή όρεξη είναι χαρακτηριστικό του εγκρατούς ανθρώπου· ενώ η λανθασμένη πράξη που εκκινά από έλλειψη ορθής όρεξης ή από έλλειψη ορθού λόγου χαρακτηρίζει τον ακρατή και τον ακόλαστο, αντίστοιχα (ΗΝ VII, Ι-Χ ). Βλ. και Σκαλτσάς Θ., ό.π., σ. 47-66.

[21] Βιρβιδάκης Σ., ό.π., σ. 173.

[22] Οι διανοητικές αρετές είναι πέντε: η τέχνη, η επιστήμη, ο νους, η φρόνηση και η σοφία (ΗΝ 1139b15).

[23] Βιρβιδάκης Σ., ό.π., σ. 175.

[24] Πεντζοπούλου-Βαλαλά Τ., ό.π., σ. 272.

[25] Κόντος Π., ό.π., σ. 211.

[26] Βλ. Düring Ι., ό.π., σ. 233.

[27] Στο ίδιο, σ. 206.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΦΑΙΔΡΟΣ

ΠΛ Φαιδρ 243e–247c

Απόσπασμα από την παλινωδία του Σωκράτη για την υπεράσπιση του έρωτα

Το πρώτο μέρος του διαλόγου αυτού περιλαμβάνει τρεις λόγους για τον έρωτα. Αρχικά ο Φαίδρος εκφώνησε έναν λόγο του Λυσία, όπου ο έρωτας παρουσιάζεται ως αγιάτρευτη μανία. Ο πρώτος λόγος του Σωκράτη κινήθηκε στην ίδια κατεύθυνση, στον δεύτερο, όμως, ο έρωτας εξιδανικεύεται.


ΣΩ. Οὑτωσὶ τοίνυν, ὦ παῖ καλέ, ἐννόησον, ὡς ὁ μὲν
[244a] πρότερος ἦν λόγος Φαίδρου τοῦ Πυθοκλέους, Μυρρινουσίου
ἀνδρός· ὃν δὲ μέλλω λέγειν, Στησιχόρου τοῦ Εὐφήμου,
Ἱμεραίου. λεκτέος δὲ ὧδε, ὅτι Οὐκ ἔστ’ ἔτυμος λόγος ὃς ἂν
παρόντος ἐραστοῦ τῷ μὴ ἐρῶντι μᾶλλον φῇ δεῖν χαρίζεσθαι,
διότι δὴ ὁ μὲν μαίνεται, ὁ δὲ σωφρονεῖ. εἰ μὲν γὰρ ἦν
ἁπλοῦν τὸ μανίαν κακὸν εἶναι, καλῶς ἂν ἐλέγετο· νῦν δὲ τὰ
μέγιστα τῶν ἀγαθῶν ἡμῖν γίγνεται διὰ μανίας, θείᾳ μέντοι
δόσει διδομένης. ἥ τε γὰρ δὴ ἐν Δελφοῖς προφῆτις αἵ τ’ ἐν
[244b] Δωδώνῃ ἱέρειαι μανεῖσαι μὲν πολλὰ δὴ καὶ καλὰ ἰδίᾳ τε καὶ
δημοσίᾳ τὴν Ἑλλάδα ἠργάσαντο, σωφρονοῦσαι δὲ βραχέα ἢ
οὐδέν· καὶ ἐὰν δὴ λέγωμεν Σίβυλλάν τε καὶ ἄλλους, ὅσοι
μαντικῇ χρώμενοι ἐνθέῳ πολλὰ δὴ πολλοῖς προλέγοντες εἰς
τὸ μέλλον ὤρθωσαν, μηκύνοιμεν ἂν δῆλα παντὶ λέγοντες.
τόδε μὴν ἄξιον ἐπιμαρτύρασθαι, ὅτι καὶ τῶν παλαιῶν οἱ τὰ
ὀνόματα τιθέμενοι οὐκ αἰσχρὸν ἡγοῦντο οὐδὲ ὄνειδος μανίαν·
[244c] οὐ γὰρ ἂν τῇ καλλίστῃ τέχνῃ, ᾗ τὸ μέλλον κρίνεται, αὐτὸ
τοῦτο τοὔνομα ἐμπλέκοντες μανικὴν ἐκάλεσαν. ἀλλ’ ὡς
καλοῦ ὄντος, ὅταν θείᾳ μοίρᾳ γίγνηται, οὕτω νομίσαντες
ἔθεντο, οἱ δὲ νῦν ἀπειροκάλως τὸ ταῦ ἐπεμβάλλοντες
μαντικὴν ἐκάλεσαν. ἐπεὶ καὶ τήν γε τῶν ἐμφρόνων,
ζήτησιν τοῦ μέλλοντος διά τε ὀρνίθων ποιουμένων καὶ τῶν
ἄλλων σημείων, ἅτ’ ἐκ διανοίας ποριζομένων ἀνθρωπίνῃ
οἰήσει νοῦν τε καὶ ἱστορίαν, οἰονοϊστικὴν ἐπωνόμασαν,
[244d] ἣν νῦν οἰωνιστικὴν τῷ ω̄ σεμνύνοντες οἱ νέοι καλοῦσιν·
ὅσῳ δὴ οὖν τελεώτερον καὶ ἐντιμότερον μαντικὴ οἰωνιστικῆς,
τό τε ὄνομα τοῦ ὀνόματος ἔργον τ’ ἔργου, τόσῳ κάλλιον
μαρτυροῦσιν οἱ παλαιοὶ μανίαν σωφροσύνης τὴν ἐκ θεοῦ τῆς
παρ’ ἀνθρώπων γιγνομένης. ἀλλὰ μὴν νόσων γε καὶ πόνων
τῶν μεγίστων, ἃ δὴ παλαιῶν ἐκ μηνιμάτων ποθὲν ἔν τισι
τῶν γενῶν ἡ μανία ἐγγενομένη καὶ προφητεύσασα, οἷς ἔδει
[244e] ἀπαλλαγὴν ηὕρετο, καταφυγοῦσα πρὸς θεῶν εὐχάς τε καὶ
λατρείας, ὅθεν δὴ καθαρμῶν τε καὶ τελετῶν τυχοῦσα ἐξάντη
ἐποίησε τὸν [ἑαυτῆς] ἔχοντα πρός τε τὸν παρόντα καὶ τὸν
ἔπειτα χρόνον, λύσιν τῷ ὀρθῶς μανέντι τε καὶ κατασχομένῳ
[245a] τῶν παρόντων κακῶν εὑρομένη. τρίτη δὲ ἀπὸ Μουσῶν
κατοκωχή τε καὶ μανία, λαβοῦσα ἁπαλὴν καὶ ἄβατον ψυχήν,
ἐγείρουσα καὶ ἐκβακχεύουσα κατά τε ᾠδὰς καὶ κατὰ τὴν
ἄλλην ποίησιν, μυρία τῶν παλαιῶν ἔργα κοσμοῦσα τοὺς
ἐπιγιγνομένους παιδεύει· ὃς δ’ ἂν ἄνευ μανίας Μουσῶν ἐπὶ
ποιητικὰς θύρας ἀφίκηται, πεισθεὶς ὡς ἄρα ἐκ τέχνης ἱκανὸς
ποιητὴς ἐσόμενος, ἀτελὴς αὐτός τε καὶ ἡ ποίησις ὑπὸ τῆς
τῶν μαινομένων ἡ τοῦ σωφρονοῦντος ἠφανίσθη.

[245b] Τοσαῦτα μέν σοι καὶ ἔτι πλείω ἔχω μανίας γιγνομένης
ἀπὸ θεῶν λέγειν καλὰ ἔργα. ὥστε τοῦτό γε αὐτὸ μὴ φοβώ-
μεθα, μηδέ τις ἡμᾶς λόγος θορυβείτω δεδιττόμενος ὡς πρὸ
τοῦ κεκινημένου τὸν σώφρονα δεῖ προαιρεῖσθαι φίλον· ἀλλὰ
τόδε πρὸς ἐκείνῳ δείξας φερέσθω τὰ νικητήρια, ὡς οὐκ ἐπ’
ὠφελίᾳ ὁ ἔρως τῷ ἐρῶντι καὶ τῷ ἐρωμένῳ ἐκ θεῶν ἐπιπέμπεται.
ἡμῖν δὲ ἀποδεικτέον αὖ τοὐναντίον, ὡς ἐπ’ εὐτυχίᾳ τῇ μεγίστῃ
[245c] παρὰ θεῶν ἡ τοιαύτη μανία δίδοται· ἡ δὲ δὴ ἀπόδειξις ἔσται
δεινοῖς μὲν ἄπιστος, σοφοῖς δὲ πιστή. δεῖ οὖν πρῶτον ψυχῆς
φύσεως πέρι θείας τε καὶ ἀνθρωπίνης ἰδόντα πάθη τε καὶ
ἔργα τἀληθὲς νοῆσαι· ἀρχὴ δὲ ἀποδείξεως ἥδε.

Ψυχὴ πᾶσα ἀθάνατος. τὸ γὰρ ἀεικίνητον ἀθάνατον· τὸ
δ’ ἄλλο κινοῦν καὶ ὑπ’ ἄλλου κινούμενον, παῦλαν ἔχον
κινήσεως, παῦλαν ἔχει ζωῆς. μόνον δὴ τὸ αὑτὸ κινοῦν, ἅτε
οὐκ ἀπολεῖπον ἑαυτό, οὔποτε λήγει κινούμενον, ἀλλὰ καὶ
τοῖς ἄλλοις ὅσα κινεῖται τοῦτο πηγὴ καὶ ἀρχὴ κινήσεως.
[245d] ἀρχὴ δὲ ἀγένητον. ἐξ ἀρχῆς γὰρ ἀνάγκη πᾶν τὸ γιγνόμενον
γίγνεσθαι, αὐτὴν δὲ μηδ’ ἐξ ἑνός· εἰ γὰρ ἔκ του ἀρχὴ
γίγνοιτο, οὐκ ἂν ἔτι ἀρχὴ γίγνοιτο. ἐπειδὴ δὲ ἀγένητόν
ἐστιν, καὶ ἀδιάφθορον αὐτὸ ἀνάγκη εἶναι. ἀρχῆς γὰρ δὴ
ἀπολομένης οὔτε αὐτή ποτε ἔκ του οὔτε ἄλλο ἐξ ἐκείνης
γενήσεται, εἴπερ ἐξ ἀρχῆς δεῖ τὰ πάντα γίγνεσθαι. οὕτω
δὴ κινήσεως μὲν ἀρχὴ τὸ αὐτὸ αὑτὸ κινοῦν. τοῦτο δὲ οὔτ’
ἀπόλλυσθαι οὔτε γίγνεσθαι δυνατόν, ἢ πάντα τε οὐρανὸν
[245e] πᾶσάν τε γῆν εἰς ἓν συμπεσοῦσαν στῆναι καὶ μήποτε αὖθις
ἔχειν ὅθεν κινηθέντα γενήσεται. ἀθανάτου δὲ πεφασμένου
τοῦ ὑφ’ ἑαυτοῦ κινουμένου, ψυχῆς οὐσίαν τε καὶ λόγον
τοῦτον αὐτόν τις λέγων οὐκ αἰσχυνεῖται. πᾶν γὰρ σῶμα,
ᾧ μὲν ἔξωθεν τὸ κινεῖσθαι, ἄψυχον, ᾧ δὲ ἔνδοθεν αὐτῷ
ἐξ αὑτοῦ, ἔμψυχον, ὡς ταύτης οὔσης φύσεως ψυχῆς· εἰ
δ’ ἔστιν τοῦτο οὕτως ἔχον, μὴ ἄλλο τι εἶναι τὸ αὐτὸ ἑαυτὸ
[246a] κινοῦν ἢ ψυχήν, ἐξ ἀνάγκης ἀγένητόν τε καὶ ἀθάνατον ψυχὴ
ἂν εἴη.

Περὶ μὲν οὖν ἀθανασίας αὐτῆς ἱκανῶς· περὶ δὲ τῆς ἰδέας
αὐτῆς ὧδε λεκτέον. οἷον μέν ἐστι, πάντῃ πάντως θείας
εἶναι καὶ μακρᾶς διηγήσεως, ᾧ δὲ ἔοικεν, ἀνθρωπίνης τε
καὶ ἐλάττονος· ταύτῃ οὖν λέγωμεν. ἐοικέτω δὴ συμφύτῳ
δυνάμει ὑποπτέρου ζεύγους τε καὶ ἡνιόχου. θεῶν μὲν οὖν
ἵπποι τε καὶ ἡνίοχοι πάντες αὐτοί τε ἀγαθοὶ καὶ ἐξ ἀγαθῶν,
[246b] τὸ δὲ τῶν ἄλλων μέμεικται. καὶ πρῶτον μὲν ἡμῶν ὁ ἄρχων
συνωρίδος ἡνιοχεῖ, εἶτα τῶν ἵππων ὁ μὲν αὐτῷ καλός τε καὶ
ἀγαθὸς καὶ ἐκ τοιούτων, ὁ δ’ ἐξ ἐναντίων τε καὶ ἐναντίος·
χαλεπὴ δὴ καὶ δύσκολος ἐξ ἀνάγκης ἡ περὶ ἡμᾶς ἡνιόχησις.
πῇ δὴ οὖν θνητόν τε καὶ ἀθάνατον ζῷον ἐκλήθη πειρατέον
εἰπεῖν. ψυχὴ πᾶσα παντὸς ἐπιμελεῖται τοῦ ἀψύχου, πάντα δὲ
οὐρανὸν περιπολεῖ, ἄλλοτ’ ἐν ἄλλοις εἴδεσι γιγνομένη. τελέα
[246c] μὲν οὖν οὖσα καὶ ἐπτερωμένη μετεωροπορεῖ τε καὶ πάντα
τὸν κόσμον διοικεῖ, ἡ δὲ πτερορρυήσασα φέρεται ἕως ἂν
στερεοῦ τινος ἀντιλάβηται, οὗ κατοικισθεῖσα, σῶμα γήϊνον
λαβοῦσα, αὐτὸ αὑτὸ δοκοῦν κινεῖν διὰ τὴν ἐκείνης δύναμιν,
ζῷον τὸ σύμπαν ἐκλήθη, ψυχὴ καὶ σῶμα παγέν, θνητόν τ’
ἔσχεν ἐπωνυμίαν· ἀθάνατον δὲ οὐδ’ ἐξ ἑνὸς λόγου λελογι-
σμένου, ἀλλὰ πλάττομεν οὔτε ἰδόντες οὔτε ἱκανῶς νοήσαντες
[246d] θεόν, ἀθάνατόν τι ζῷον, ἔχον μὲν ψυχήν, ἔχον δὲ σῶμα, τὸν
ἀεὶ δὲ χρόνον ταῦτα συμπεφυκότα. ἀλλὰ ταῦτα μὲν δή,
ὅπῃ τῷ θεῷ φίλον, ταύτῃ ἐχέτω τε καὶ λεγέσθω· τὴν δὲ
αἰτίαν τῆς τῶν πτερῶν ἀποβολῆς, δι’ ἣν ψυχῆς ἀπορρεῖ,
λάβωμεν. ἔστι δέ τις τοιάδε.

Πέφυκεν ἡ πτεροῦ δύναμις τὸ ἐμβριθὲς ἄγειν ἄνω μετε-
ωρίζουσα ᾗ τὸ τῶν θεῶν γένος οἰκεῖ, κεκοινώνηκε δέ πῃ
μάλιστα τῶν περὶ τὸ σῶμα τοῦ θείου [ψυχή], τὸ δὲ θεῖον
[246e] καλόν, σοφόν, ἀγαθόν, καὶ πᾶν ὅτι τοιοῦτον· τούτοις δὴ
τρέφεταί τε καὶ αὔξεται μάλιστά γε τὸ τῆς ψυχῆς πτέρωμα,
αἰσχρῷ δὲ καὶ κακῷ καὶ τοῖς ἐναντίοις φθίνει τε καὶ διόλ-
λυται. ὁ μὲν δὴ μέγας ἡγεμὼν ἐν οὐρανῷ Ζεύς, ἐλαύνων
πτηνὸν ἅρμα, πρῶτος πορεύεται, διακοσμῶν πάντα καὶ ἐπι-
μελούμενος· τῷ δ’ ἕπεται στρατιὰ θεῶν τε καὶ δαιμόνων,
[247a] κατὰ ἕνδεκα μέρη κεκοσμημένη. μένει γὰρ Ἑστία ἐν θεῶν
οἴκῳ μόνη· τῶν δὲ ἄλλων ὅσοι ἐν τῷ τῶν δώδεκα ἀριθμῷ
τεταγμένοι θεοὶ ἄρχοντες ἡγοῦνται κατὰ τάξιν ἣν ἕκαστος
ἐτάχθη. πολλαὶ μὲν οὖν καὶ μακάριαι θέαι τε καὶ διέξοδοι
ἐντὸς οὐρανοῦ, ἃς θεῶν γένος εὐδαιμόνων ἐπιστρέφεται
πράττων ἕκαστος αὐτῶν τὸ αὑτοῦ, ἕπεται δὲ ὁ ἀεὶ ἐθέλων
τε καὶ δυνάμενος· φθόνος γὰρ ἔξω θείου χοροῦ ἵσταται.
ὅταν δὲ δὴ πρὸς δαῖτα καὶ ἐπὶ θοίνην ἴωσιν, ἄκραν ἐπὶ τὴν
[247b] ὑπουράνιον ἁψῖδα πορεύονται πρὸς ἄναντες, ᾗ δὴ τὰ μὲν θεῶν
ὀχήματα ἰσορρόπως εὐήνια ὄντα ῥᾳδίως πορεύεται, τὰ δὲ
ἄλλα μόγις· βρίθει γὰρ ὁ τῆς κάκης ἵππος μετέχων, ἐπὶ
τὴν γῆν ῥέπων τε καὶ βαρύνων ᾧ μὴ καλῶς ἦν τεθραμμένος
τῶν ἡνιόχων. ἔνθα δὴ πόνος τε καὶ ἀγὼν ἔσχατος ψυχῇ
πρόκειται. αἱ μὲν γὰρ ἀθάνατοι καλούμεναι, ἡνίκ’ ἂν πρὸς
ἄκρῳ γένωνται, ἔξω πορευθεῖσαι ἔστησαν ἐπὶ τῷ τοῦ οὐρανοῦ
[247c] νώτῳ, στάσας δὲ αὐτὰς περιάγει ἡ περιφορά, αἱ δὲ θεωροῦσι
τὰ ἔξω τοῦ οὐρανοῦ.

***
ΣΩ. Έχε λοιπόν στο νου σου, όμορφο παιδί μου, πως ο προηγούμενος λόγος ήτανε του Φαίδρου που είναι γιος του Πυθοκλή από το Μυρρινούντα· αυτός όμως που θε να ειπώ τώρα είναι του Στησίχορου, που είναι γιος του Εύφημου από την Ιμέρα.

Και πρέπει να λέη τ' ακόλουθα· πως «δεν είναι αληθινός ο λόγος» που λέει ότι πρέπει να χαρίζεται κανείς πιο πολύ σ' έναν που δεν κατέχεται από έρωτα, την ώρα που έχει μπροστά του έναν εραστή, γιατί τάχα ο ένας είναι μανιακός, ενώ ο άλλος είναι φρόνιμος. Αν βέβαια ήταν απλό να ειπή κανείς πως η μανία είναι κάτι κακό, τότε ο προηγούμενος λόγος θα ήταν καλά ειπωμένος· μα εδώ τα μεγαλύτερα καλά μας έρχονται από τη μανία, που μας χαρίζεται σαν ένα θείο δώρο. Γιατί και η προφήτισσα στους Δελφούς και οι ιέρειες στη Δωδώνη, όταν τις έπιασε η μανία, έκαμαν στην Ελλάδα πολλά και καλά και σε ανθρώπους και σε πόλεις, ενώ όταν ήτανε φρόνιμες έκαμαν λίγα ή και τίποτε. Κι αν βέβαια αρχίσωμε να λέμε και για τη Σίβυλλα και για τους άλλους, όσοι με τη μαντική τέχνη προφήτεψαν πολλά σε πολλούς και τους έκαμαν καλό στο μέλλον τους, θα μακραίναμε το λόγο μας λέγοντας πράγματα φανερά στον καθένα.

Όμως τούτο δα αξίζει να φέρωμε για μάρτυρα, πως κι από τους παλιούς εκείνοι που έβαλαν τα ονόματα στα πράγματα δεν είχαν τη μανία για κάτι άσχημο, ούτε για ντροπή· γιατί αλλιώςδεν θα σμίγανε με την ανώτερη τέχνη, μ' αυτήν που κρίνεται το μέλλον, το ίδιο τούτο όνομα και δεν θα την έλεγαν μανική. Μα επειδή είναι κάτι καλό, όταν έρχεται δοσμένη από το θεό, της βάλανε το όνομα μ' αυτή τη γνώμη, οι σημερινοί όμως ακαλαίσθητα έβαλαν μέσα στη λέξη το ταυ και την είπανε μαντική. Γιατί και την τέχνη που έχουνε οι φρόνιμοι, δηλαδή εκείνοι που ζητάνε να ιδούνε το μέλλον από τα πουλιά κι από τάλλα σημάδια, επειδή αυτοί προσπορίζουνε με το λογικό· στην ανθρώπινη γνώμη (οιήσει) νόημα (νουν) και πείρα (ιστορίαν), την είπανε οι αρχαίοι ο ι ο ν ο ϊ σ τ ι κή, αυτήν που τώρα οι νεώτεροι την μεγαλώνουν επιδεικτικά με το ω και την λένε οιωνιστική. Όσο λοιπόν τελειότερο και σεβαστότερο είναι η μαντική από την οιωνιστική, και το όνομα από το όνομα και το πράγμα· από το πράγμα, τόσο ωραιότερη είναι, κατά τη μαρτυρία των παλιών, η μανία από τη φρονιμάδα, γιατί εκείνη έρχεται από το θεό, ενώ ετούτη είναι ανθρώπινη.

Αλλά κι από αρρώστιες κι από τις πιο μεγάλες δυστυχίες, που έπεσαν σε μερικές γενιές από θεϊκή οργή για κάποια προγονικά φονικά, έφερε λύτρωση η μανία που ήρθε στην ώρα της και προφήτεψε σ' εκείνους που έπρεπε. Γιατί βρήκε καταφύγι τις προσευχές στους θεούς και τις λατρείες, και μ' αυτές έφθασε στην καθαρωσύνη και στη μύηση, έκαμε καθαρό και για τώρα και για πάντα εκείνον που την είχε, και σ' εκείνον που τον χτύπησε στα σωστά και τον κυρίεψε ολωσδιόλου έφερε λύτρωση από τα βάσανα που τον κρατούσανε. Τρίτη όμως θεοζαλιά και μανία είναι εκείνη που έρχεται από τις Μούσες· άμα αυτή κυριέψη καμμιά ψυχή απαλή κι ανάγγιχτη, την ξυπνάει και την μεθάει για τα τραγούδια και για τάλλα είδη της ποίησης, στολίζει τα μύρια έργα των παλιών και παιδεύει τις ερχόμενες γενιές. Όποιος όμως πάει χωρίς τη μανία των Μουσών στις θύρες της ποίησης, όντας της γνώμης πως τάχα με την τεχνοσύνη του θα γίνη καλός ποιητής, μένει κι αυτός ο ίδιος ασήμαντος και η ποίησή του, αυτουνού που είναι φρόνιμος, αφανίζεται από την ποίηση εκείνων που τους κυριεύει η μανία.

Τόσα πολλά έχω να σου ειπώ κι ακόμα πιο πολλά καλά έργα της μανίας που έρχεται από τους θεούς. Ώστε αυτήν την ίδια ας μην την φοβόμαστε, ούτε να μας φοβίζη και να μας θορυβή ο λόγος που λέει πως πρέπει να προτιμάη κανείς για φίλο το φρόνιμο παρά το φρενιασμένο· αλλά αν αυτός ο λόγος κοντά σ' εκείνο που λέει αποδείξη και τούτο, πως ο έρως δεν δίνεται για καλό από τους θεούς στον εραστή και στον αγαπημένο, τότε να πάρη τα νικητήρια. Εμείς όμως πάλιν πρέπει ν' αποδείξωμε το αντίθετο, πως η μανία αυτή δίνεται από τους θεούς για την πιο μεγάλη ευτυχία· και την απόδειξη γι' αυτό που λέμε δεν θα την πιστέψουν μερικά δυνατά κεφάλια, μα οι σοφοί θα την πιστέψουν.

Πρέπει, όμως πρώτα να ιδούμε τη φύση της ψυχής, της θεϊκής και της ανθρώπινης, τα πάθη και τα ενεργήματά της για να γνωρίσωμε την αλήθεια.

Και η αρχή της απόδειξης είναι η ακόλουθη· κάθε ψυχή είναι αθάνατη. Γιατί εκείνο που πάντα κινείται είναι αθάνατο· ενώ εκείνο που κινεί κάποιο άλλο και κινείται από κάποιο άλλο, μια που έχει τέλος στην κίνησή του, έχει τέλος και στη ζωή του. Μόνον λοιπόν εκείνο που κινείται μοναχό του, επειδή δεν αφήνει ποτέ τον εαυτό του, δεν παύει ποτέ και να κινήται, αλλά αυτό είναι η πηγή και η αρχή και για την κίνηση των άλλων όσα κινούνται. Η αρχή όμως είναι αγέννητη· γιατί από την αρχή είναι ανάγκη να γίνεται κάθε τι που γίνεται, αυτή όμως να μη γίνεται από κανένα, γιατί αν η αρχή εγίνονταν από κάτι, δεν θα ήτανε πια αρχή. Επειδή όμως η αρχή είναι αγέννητη είναι ανάγκη να είναι και άφθαρτη. Γιατί βέβαια αν χαθή η αρχή, τότε ούτε αυτή η ίδια θα γίνη ποτέ από κάτι, ούτε τίποτε άλλο απ' εκείνη, αν πρέπη δα όλα να γίνωνται από την αρχή. Έτσι λοιπόν η αρχή της κίνησης είναι εκείνο που κινεί τον εαυτό του. Κι αυτό ούτε μπορεί να χαθή, ούτε μπορεί να γίνη, αλλιώς όλος ο ουρανός και όλο το γίγνεσθαι θα γίνονταν ένας σωρός και θα έστεκαν ακίνητα και δεν θα είχαν πούθε να ξανακινηθούν και να ξαναγίνουν. Αφού λοιπόν εδείχθηκε πως εκείνο που κινεί τον εαυτό του είναι αθάνατο, δεν θα ντραπή κανείς να λέη πως αυτή είναι η ουσία κι αυτός ο λόγος της ψυχής. Γιατί κάθε σώμα που παίρνει την κίνηση απ' έξω είναι άψυχο, ενώ εκείνο που την έχει από μέσα του, από τον εαυτό του, είναι έμψυχο· γιατί αυτή δα είναι η φύση της ψυχής. Αν όμως τούτο είναι έτσι, δηλαδή αν εκείνο που κινεί τον εαυτό του δεν είναι τίποτε άλλο παρά ψυχή, τότε είναι ανάγκη η ψυχή να είναι κάτι αγέννητο και αθάνατο.

Όσο λοιπόν για την αθανασία της, αρκετά είναι αυτά· για τη μορφή της όμως πρέπει να ειπούμε τ' ακόλουθα: Τι λογής βέβαια είναι, αυτό για να φανή θέλει δίχως άλλο θεϊκή και μακρόλογη περιγραφή· με τι πράγμα όμως μοιάζει, αυτό για να φανή αρκεί περιγραφή ανθρώπινη και πιο σύντομη. Με τέτοιο λοιπόν τρόπο ας μιλήσωμε. Λέμε λοιπόν πως μοιάζει με τη σύδετη δύναμη που έχει ένα ζευγάρι φτερωτά άλογα μαζί με τον ηνίοχο. Τα άλογα λοιπόν των θεών και οι ηνίοχοι είναι όλοι καλοί κι από καλή γενιά, ενώ στους άλλους είναι ανακατωμένα. Και πρώτα–πρώτα ο δικός μας αρματηλάτης βαστάει με τα χαλινάρια ένα μονάχα ζευγάρι άλογα, κι από τ' άλογα αυτά το ένα είναι όμορφο κι ευγενικό κι από καλή γενιά, ενώ το άλλο είναι απ' αντίθετη κι αντίθετο∙ έτσι η ηνιόχηση είναι σε μας από την ίδια τη μοίρα δύσκολη κι επίπονη. Πώς όμως ειπώθηκε το ένα θνητό και το άλλο αθάνατο ζώο, πρέπει να δοκιμάσωμε να ειπούμε. Όλη η ψυχή εξουσιάζει όλο το άψυχο και διατρέχει όλο τον ουρανό, πότε με τη μια πότε με την άλλη μορφή. Κι εκείνη λοιπόν που είναι τέλεια και φτερωτή περνοδιαβαίνει μέσα στον αέρα κι εξουσιάζει τον κόσμον όλον· εκείνη πάλιν που θα χάση τα φτερά της φέρνεται με βία δώθε κείθε, ως που να πιασθή από κάτι στέρεο· εκεί μέσα πια μένει, παίρνει γήινο σώμα που, μ' εκεινής τη δύναμη, νομίζει πως κινεί το ίδιο τον εαυτό του· κι αυτό το όλο, σύδετο ψυχή και σώμα, το είπανε ζώο και του έδωσαν το παρανόμι θνητό. Σε ποιο όμως να δώσωμε το παρανόμι αθάνατο δεν έχομε ούτε ένα λόγο θεμελιωμένο με τη σκέψη μας, αλλά πλάθομε, χωρίς να ιδούμε και χωρίς να νοιώσωμε καθαρά, το θεό ένα αθάνατο ζώο, που έχει και ψυχή, που έχει και σώμα, μα που είναι τα δυο αυτά σ' όλους τους αιώνες σύδετα. Αυτά ως τόσο ας είναι κι ας λέγωνται όπως ο θεός θέλει την αιτία όμως που πέφτουνε τα φτερά, που πέφτουνε από την ψυχή πρέπει να την ιδούμε. Και είναι περίπου η ακόλουθη.

Η δύναμη του φτερού είναι το φυσικό της να τραβάη το βαρύ προς τα πάνω, και να το ανεβάζη ψηλά εκεί όπου κατοικεί το γένος των θεών· κι απ' όσα είναι κατά το σώμα η ψυχή έχει καταλάβει πιο πολύ από το θείο· και το θείο είναι όμορφο, σοφό, καλό και ό,τι άλλο όμοιο. Μ' αυτά δα πιο πολύ θρέφεται και μεγαλώνει της ψυχής το φτέρωμα, ενώ με το άσχημο και με το κακό και με τάλλα τ' αντίθετα μαραίνεται κι αφανίζεται. Ο μεγάλος λοιπόν άρχοντας στον ουρανό ο Ζευς, οδηγώντας το φτερωτό του άρμα, πορεύεται πρώτος, τα βάζει όλα σε τάξη και όλα τα φροντίζει· και τον ακολουθάει στρατιά από θεούς και δαίμονες παραταγμένη σε ένδεκα μέρη· γιατί η Εστία μένει μονάχη στον οίκο των θεών. Οι άλλοι όμως θεοί, όσοι έχουνε την τάξη τους μέσα στον αριθμό των δώδεκα, πάνε μπροστά σαν άρχοντες με την τάξη που είναι βαλμένος ο καθένας. Εκεί λοιπόν μέσα στον ουρανό υπάρχουνε πολλά και τρισμάκαρα οράματα και περάσματα, που τα περνοδιαβαίνει το ευτυχισμένο γένος των θεών, και καθένας των φροντίζει ό,τι είναι ταγμένο σ' αυτόν κι ακολουθάει όποιος ολοένα θέλει και μπορεί, γιατί ο φθόνος στέκει έξω από τη χορεία των θεών. Κι όταν πάνε σε συμπόσιο και σε χαροκόπι, ανεβαίνουν τον ανήφορο που φέρνει ως την άκρη της αψίδας του ουρανού· και σ' αυτό το ανέβασμα τα οχήματα των θεών, όντας ισοζυγισμένα και καλοκυβέρνητα, πάνε εύκολα, τάλλα όμως με μόχθο· γιατί το άλογο που έχει την κακοτροπιά βαραίνει και ρέπει βαριά προς τη γη, αν δεν είναι καλά γυμνασμένο από τον ηνίοχο. Κι εδώ, είναι ο μόχθος και ο έσχατος αγώνας της ψυχής. Εκείνες βέβαια οι ψυχές που τις λένε αθάνατες, όταν φθάσουνε στην άκρη της αψίδας, περνάνε πέρα, στέκουν επάνω στο καταράχι τ' ουρανού, και καθώς στέκουν τις πάει γύρω η περιφορά, κι αυτές βλέπουνε τα όσα είναι πέρα από τον ουρανό.