Χωρίς ο ίδιος ποτέ του να έχει γράψει τίποτε, ο Σωκράτης επηρέασε ίσως όσο κανείς άλλος μια σειρά από φιλοσόφους. Και ωστόσο αρκετοί από τους συγχρόνους του τον κατηγόρησαν ακριβώς για την ποιότητα των μαθητών του. Η διαφθορά των νέων ήταν ανάμεσα στις κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν, και είναι προφανές ότι η μαθητεία δίπλα σε αυτόν τον σπουδαίο δάσκαλο ανθρώπων όπως ο Κριτίας ή ο Χαρμίδης και βεβαίως ο Αλκιβιάδης δημιουργούσε αρκετές επιφυλάξεις στον ευρύτερο περίγυρο. Η σχετική καχυποψία πρέπει να αντλούσε στήριξη και από την εικόνα που είχε καλλιεργήσει ο Αριστοφάνης στις Νεφέλες του, περιγράφοντας τις προσπάθειες του καταχρεωμένου και απελπισμένου Στρεψιάδη ο οποίος, θέλοντας να απαλλαγεί από τις απαιτήσεις των δανειστών του, θα αναζητούσε την κατάλληλη καθοδήγηση στο πρόσωπο του Σωκράτη- θα έστελνε, λοιπόν, τον γιο του στο φροντιστήριον του σπουδαίου δασκάλου, προκειμένου να διδαχθεί τα τεχνάσματα του, προφανώς άδικου, λόγου. Βεβαίως δουλειά του Αριστοφάνη ήταν να σατιρίζει την επικαιρότητα της εποχής του, και έτσι είναι φυσιολογικό να υπερβάλλει, τόσο ως προς το περιεχόμενο των σπουδών όσο και ως προς τις προθέσεις των δασκάλων της σοφίας (ο Σωκράτης φαίνεται να λειτουργεί σαν παράδειγμα μιας σειράς διανοουμένων με αρκετά διαφορετικούς προσανατολισμούς, που εκτείνονται από την κοσμολογία ώς τη θεωρία της γλώσσας και τη ρητορική), αλλά και των μαθητών τους. Όμως αυτή η προκατάληψη απέναντι στους επίδοξους εκπαιδευτές της Αθήνας δεν προέρχεται μόνο από την κωμωδία· κατά τις τελευταίες δεκαετίες του πέμπτου αιώνα, οι Αθηναίοι δείχνουν ολοένα και μεγαλύτερη επιφύλαξη απέναντι στους επίδοξους εκπαιδευτές που έχουν συγκεντρωθεί στην πόλη τους για να διδάξουν μια σειρά από νέα αντικείμενα και να ασκήσουν κριτική στα παλιά. Κατ' αυτή την έννοια, η δίκη του Σωκράτη είναι ίσως η κορυφή ενός μεγάλου παγόβουνου - για όσους βλέπουν τη φιλοσοφία απ' έξω. Για όσους τη βλέπουν από μέσα, ήταν μάλλον η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει, και έτσι ο Πλάτων, ο σπουδαιότερος από τους μαθητές του Σωκράτη, σύντομα θα αναλάμβανε να ξεκαθαρίσει το τοπίο και να εξηγήσει ποια είναι η σωστή φιλοσοφία και σε τι χρησιμεύει. Η συμβολή του Πλάτωνα θα είναι το κύριο θέμα που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια, ενώ στον περιορισμένο χώρο που διαθέτουμε, θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μια αίσθηση και ορισμένων άλλων σημαντικών κατευθύνσεων που ξεκίνησαν από τη διδασκαλία του Σωκράτη.
Γεννημένος στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 420 από αριστοκρατική οικογένεια, ο Πλάτων απέφυγε την άμεση εμπλοκή με την πολιτική. Υπεύθυνη γι' αυτή του την επιλογή πρέπει να ήταν η απογοήτευση που ο ίδιος εισέπραξε από την πολιτική κατάσταση της Αθήνας των ημερών του, με αποκορύφωμα την ίδια τη δίκη του Σωκράτη2. Φαίνεται ωστόσο ότι ο Πλάτων επέλεξε με επιτυχία την έμμεση εμπλοκή με την πολιτική, καλλιεργώντας τις «ακαδημαϊκές» προϋποθέσεις για την ανάμιξη όποιων θα ήθελαν να επιλέξουν έναν τέτοιο δρόμο. Το ίδιο το επίθετο «ακαδημαϊκός» προέρχεται από την περίφημη Ακαδημία, το πρωτοποριακό κέντρο διδασκαλίας και έρευνας που ίδρυσε ο Πλάτων σε μια περιοχή της πόλης που συνδεόταν με τη λατρεία του ήρωα Ακάδημου (και που διατηρεί το ίδιο όνομα μέχρι σήμερα), προσελκύοντας μεγάλες μορφές της φιλοσοφίας και της επιστήμης, με σπουδαιότερο φυσικά τον ίδιο τον Αριστοτέλη. Ακολουθώντας τον κανόνα του σωκρατικού κύκλου, ο Πλάτων έγραψε με τη μορφή διαλόγου, χρησιμοποιώντας συχνά τον Σωκράτη ως κύριο ομιλητή. Έχουμε στα χέρια μας περίπου τριάντα τέτοια γνήσια κείμενα, τα οποία καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, έχοντας ωστόσο πάντα στο επίκεντρο την ηθική και την πολιτική. Μια πρόκληση για τον ερμηνευτή αυτών των κειμένων είναι, πέρα από τον απαιτητικό χαρακτήρα της φιλοσοφικής διαλεκτικής, η έντονη δραματουργική τους δύναμη - δύναμη που θα φαινόταν ακόμη πιο ισχυρή για ένα κοινό που συχνά θα γνώριζε και έτσι θα αναγνώριζε πολύ περισσότερο από ό, τι εμείς σήμερα τα πρόσωπα που συνομιλούν και τις ιστορικές καταστάσεις που αποτελούν το υπόβαθρο των διαλόγων.
Ανεξάρτητα από την ιδιαιτερότητα και την πρωτοτυπία της σκέψης του, στην οποία θα στραφούμε σε λίγο, έχει ενδιαφέρον η προσπάθεια που καταβάλλει ο Πλάτων για να απομακρύνει κάθε αμφιβολία που μπορούσε να εξακολουθεί να αμαυρώνει τη μνήμη του δασκάλου του. Η προσπάθεια αυτή διακρίνεται συχνά πίσω από τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται σε πολλούς διάλογους για το θέμα της διδαξιμότητας της αρετής. Αλλά η χαρακτηριστικότερη ετυμηγορία του Πλάτωνα για τη σχέση του Σωκράτη με τον Αλκιβιάδη βρίσκεται στο τέλος του Συμποσίου, καθώς ο επίμαχος μαθητής περιγράφει με αρκετή λεπτομέρεια την ταπεινωτική προσπάθειά του να «αποπλανήσει» τον υπεράνω κάθε υποψίας, όπως φαίνεται, δάσκαλο του και τη ματαίωση που τελικά εισέπραξε:
...τον σκέπασα με τον μανδύα μου (ήταν χειμώνας), πλάγιασα κάτω από τον τρίβωνά του, τύλιξα τα χέρια μου γύρω από το σώμα τού αληθινά δαιμόνιου και εξαιρετικού αυτού όντος και έμεινα έτσι όλη τη νύχτα. Και αυτή τη φορά, Σωκράτη, δεν θα ισχυριστείς πως λέω ψέματα. Ε, λοιπόν! Παρ' ό, τι έκανα, αυτός αποδείχθηκε τόσο ανίκητος από τα νεανικά μου θέλγητρα, τόσο τα περιφρόνησε και τα γελοιοποίησε, τόσο πολύ με ταπείνωσε - και όμως πίστευα πως κάποια αξία είχε αυτό το πράγμα, κύριοι δικασταί' γιατί στην πραγματικότητα είστε δικαστές της περηφάνιας του Σωκράτη. Μάθετε, λοιπόν, σας ορκίζομαι, στους θεούς, στις θεές: κοιμήθηκα και ξύπνησα στο πλευρό του Σωκράτη, χωρίς να συμβεί τίποτε περισσότερο από ό, τι αν είχα κοιμηθεί με τον πατέρα μου ή με έναν μεγαλύτερο αδερφό.
Πλάτων, Συμπόσιο 219b-c
Αυτό από το οποίο κυρίως προσπαθεί να απαλλάξει ο Πλάτων τον Σωκράτη εδώ δεν είναι η μάλλον σκανδαλιστική, για κάποια μεταγενέστερα ήθη, σεξουαλική διάσταση της σχέσης του με τον Αλκιβιάδη - αν και ασφαλώς το Συμπόσιο μας περιγράφει πώς ο πλατωνικός Σωκράτης ασπάζεται τη διδασκαλία της Διοτίμας για μια ανώτερη, πνευματική μορφή έρωτα, που στόχο έχει όχι τους επιμέρους ανθρώπους αλλά τις ίδιες τις Ιδέες. Ως αιτία της απόρριψης του Αλκιβιάδη ο Σωκράτης του πλατωνικού Συμποσίου επικαλείται την έλλειψη πνευματικού βάθους αυτού του επίδοξου ερωτικού συντρόφου: «ψάχνεις», του λέει, «να αποκτήσεις σε αντάλλαγμα του φαινομενικού το αληθινό κάλλος, και το σχέδιο σου είναι πράγματι χάλκινα να δώσεις και χρυσά να πάρεις» (Συμπόσιο 218e).
Το παράδειγμα του Συμποσίου είναι μια καλή αφετηρία για να καταλάβουμε πώς ο Πλάτων επενδύει μια μάλλον πραγματική διάσταση του ιστορικού Σωκράτη, που είναι το ενδιαφέρον του για τα ερωτικά, εντάσσοντάς την σε ένα νέο φιλοσοφικό οπλοστάσιο, κεντρική θέση στο οποίο κατέχουν η διάκριση ανάμεσα στο πραγματικό και το φαινομενικό, και η πεποίθηση ότι ο κόσμος μας χαρακτηρίζεται από βαθμούς πραγματικότητας. Αυτοί οι αναβαθμοί, σύμφωνα με το Συμπόσιο, αποκαλύπτονται μόνο σε όσους μυηθούν σωστά στα μυστήρια του έρωτα. Τι είναι όμως αυτό που αντικρίζει τελικά ο μυημένος; Εδώ ο Πλάτων προσφέρει στον δάσκαλο του ένα δώρο, και το δώρο αυτό είναι η ονομαζόμενη θεωρία των Ιδεών. Σύμφωνα με τη θεωρία που βάζει ο Πλάτων στο στόμα του Σωκράτη, αυτό που επιτρέπει στον αισθητό κόσμο να υπάρχει αλλά και σε εμάς να τον κατανοούμε είναι η ύπαρξη αυθύπαρκτων, αμετάβλητων και νοητών οντοτήτων, τις οποίες τα αισθητά μιμούνται, μετέχοντας στην ουσία τους σε έναν μικρότερο ή διαφορετικό βαθμό. Μια σημαντική διάσταση αυτής της θεωρίας είναι ότι η πραγματική πρόσβαση στις Ιδέες είναι ανοιχτή, για να ξαναγυρίσουμε στη γλώσσα του Συμποσίου, μόνο για τους μυημένους, γι' αυτούς δηλαδή που επενδύουν στη φιλοσοφία και καταλαμβάνουν την πνευματική προσπάθεια να φτάσουν ώς εκεί. Η μάλλον απαισιόδοξη στάση του Πλάτωνα όσον αφορά τους υπόλοιπους φαίνεται σε ένα άλλο πολύ γνωστό κείμενο, στην αλληγορία του σπηλαίου.
Στο έβδομο βιβλίο της Πολιτείας ο πλατωνικός Σωκράτης επιχειρεί να περιγράψει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ανθρώπινη φύση «ως προς την παιδεία και την απαιδευσία της». Η αλληγορία παρουσιάζει ανθρώπους αλυσοδεμένους από τα πόδια και τον αυχένα έτσι ώστε να μην μπορούν να στρέψουν το κεφάλι τους. Αυτά που βλέπουν οι κρατούμενοι είναι οι αντανακλάσεις στο τοίχωμα της σπηλιάς ομοιωμάτων ανθρώπων και ζώων που τα κινούν κάποιοι άλλοι. Και καθώς οι κρατούμενοι δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω για να καταλάβουν ότι πρόκειται για κάποιου είδους θέατρο πιστεύουν ότι αυτό που βλέπουν είναι η ίδια η πραγματικότητα και όχι κάποιο αντίγραφο της. Όμως ακόμη και αν έστρεφαν τα κεφάλια τους, ίσως ποτέ δεν καταλάβαιναν ότι τα αντικείμενα αυτά δεν είναι τα ίδια τα φυσικά είδη, ότι δηλαδή υπάρχει και ένας άλλος κόσμος, που είναι αυτός που βρίσκεται έξω από τη σπηλιά, και ότι τα κατασκευάσματα που κινούνται πάνω στο τειχάκι δεν είναι παρά αντίγραφα. Είναι ωστόσο ενδιαφέρον ότι αυτό που επιλέγει να τονίσει εδώ ο Πλάτων δεν είναι τόσο η σχέση ανάμεσα στα πράγματα και στα είδωλά τους (τα διαφορετικά επίπεδα της γνώσης, που αντιστοιχούν σε διαφορετικά είδη αντικειμένων, παρουσιάζονται λίγο πιο πάνω στον ίδιο διάλογο, μέσα από την αναλογία της τετμημένης γραμμής) όσο η κατάσταση στην οποία θα βρεθεί όποιος επιχειρήσει να βγει από το σπήλαιο, καθώς θα δυσκολεύεται να δεχθεί πως όλα αυτά που μέχρι τότε τα θεωρούσε πραγματικά δεν ήταν παρά αντανακλάσεις ενός άλλου, αληθινού κόσμου:
«Θα χρειαζόταν, νομίζω, κάποιος χρόνος προσαρμογής, προκειμένου να αντικρίσει τα πράγματα επάνω. Έτσι, στην αρχή θα διέκρινε ευκολότερα τις σκιές, έπειτα τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων πραγμάτων στο νερό κι ύστερα τα ίδια τα πράγματα· από αυτά όσα βρίσκονται στον ουρανό, και αυτόν τον ίδιο τον ουρανό, θα μπορούσε να τα κοιτάξει πιο εύκολα τη νύχτα με το φως των άστρων και του φεγγαριού παρά την ημέρα, με τον ήλιο και το φως του... Κι ύστερα από αυτά θα έφθανε να συλλάβει με τον λογισμό του ότι αυτός, ο ήλιος, είναι που δωρίζει τις εποχές και τα χρόνια και που διαφεντεύει τα πάντα στη σφαίρα των ορατών πραγμάτων, και κατά κάποιον τρόπο είναι η αιτία για όλα όσα έβλεπαν ο ίδιος κι οι άλλοι δεσμώτες».
516b-c
Εξίσου μεγάλη θα είναι η δυσκολία αυτοΰ του ανθρώπου να επιστρέφει στη σπηλιά, όχι μόνο επειδή δεν θα ήθελε πια να αφήσει την πραγματικότητα αλλά κι επειδή δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αυτούς που θα είχαν μείνει πίσω και που θα πίστευαν πως τα δικά του μάτια ήταν χαλασμένα «κι ότι δεν αξίζει τον κόπο ούτε καν να δοκιμάσει κανείς να ανεβεί επάνω». Αν μάλιστα ο άνθρωπος αυτός, έχοντας δει το αληθινό φως, επιχειρούσε να ελευθερώσει και τους άλλους από τα δεσμά για να τους φέρει έξω, θα αντιμετώπιζε την οργή των παλαιών συγκροτουμένων του, οι οποίοι, με πρώτη ευκαιρία, θα τον σκότωναν.
Σε ένα πρώτο επίπεδο, το κείμενο μπορεί να διαβαστεί ως μια κριτική ερμηνεία του τέλους του Σωκράτη. Ο φιλόσοφος που διαφοροποιείται από τα πλήθη, ο οποίος ίσως ενοχλεί όσους «κάνουν το λάθος» να τον ακολουθήσουν και να δουν ένα κομμάτι της αλήθειας, έρχεται αντιμέτωπος στο τέλος με την οργή των συμπολιτών του. Την ίδια περίπου ιδέα εκφράζει ο Πλάτων όταν στον Γοργία (486a-b) βάζει τον Καλλικλή να λέει στον Σωκράτη ότι αν κάποιος τον συκοφαντούσε και τον έσερνε στη φυλακή δεν θα κατάφερνε να βγει- ή όταν δείχνει τον ίδιο τον Σωκράτη να προβλέπει το τέλος του, λέγοντας πως αν κανείς τον κατηγορούσε ότι διαφθείρει τους νέους και ότι τους ταλαιπωρεί οδηγώντας τους σε αμηχανία, τη στιγμή που κάποιοι άλλοι ρήτορες προφανώς θα τους καλόπιαναν, η θέση του θα ήταν παρόμοια με του γιατρού που θα έπρεπε να απαντήσει στις κατηγορίες ενός σπουδαίου μάγειρα, ενώπιον δικαστηρίου παδιών (Γοργίας 521d-522b).
Ασφαλώς στο πλαίσιο της Πολιτείας του Πλάτωνα η αναλογία του σπηλαίου επιτελεί μια πολύ πιο συγκεκριμένη και τεχνική λειτουργία, καθώς έρχεται να ολοκληρώσει μια συζήτηση για το Αγαθό, την αρχή που κυβερνά τον κόσμο. Ο ήλιος που θα αντικρίσει ο φιλόσοφος βγαίνοντας από το σπήλαιο αντιστοιχεί στον κόσμο των αισθήσεων με ό,τι θα ήταν το Αγαθό στον κόσμο της νόησης. Ο φιλόσοφος είναι αυτός που μέσα από τη διαλεκτική θα φτάσει να γνωρίσει τις ίδιες τις Ιδέες - ή ίσως να τις «θυμηθεί»: σύμφωνα με την περίφημη διδασκαλία της Ανάμνησης, που αναπτύσσεται πιο αναλυτικά και μέσα από φιλοσοφικά επιχειρήματα σε διάλογους όπως ο Μένων και ο Φαίδων, η γνώση του ενσαρκωμένου ανθρώπου προκύπτει από την ικανότητα που έχει να επαναφέρει στη μνήμη του τις Ιδέες όπως τις γνώρισε προτού ενσαρκωθεί. Το οπλοστάσιο των Ιδεών δίνει στη φιλοσοφία ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο, που της επιτρέπει να διεκδικήσει μια περιοχή διακριτή από εκείνη των υπόλοιπων επίδοξων εκπαιδευτών της Αθήνας, οι οποίοι, χάρη στην αμείλικτη κριτική του Πλάτωνα, υποβαθμίζονται τώρα στις θέσεις των σοφιστών και των ρητόρων. Και αυτό είναι που τελικά επιτρέπει στον Πλάτωνα να εξηγήσει τη φαινομενικά παράδοξη, τουλάχιστον με βάση τις αξίες της εποχής, επιλογή του να εμπιστευτεί την πολιτεία στα χέρια φιλοσόφων.
Τι γίνεται όμως με τη φιλοσοφική παράδοση των κοσμολογιών; Τι είναι αυτό που κάνει τον Πλάτωνα να πιστεύει ότι «γυρίζει σελίδα» από κάθε άποψη στη φιλοσοφία; Η μεγάλη συμβολή του Πλάτωνα στη μελέτη της φύσης είναι η πεποίθησή του ότι ο κόσμος μας, ο καλύτερος δυνατός κόσμος, είναι αποτέλεσμα σχεδίου του υψηλότερου δυνατού νου. Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι αυτή η πεποίθηση του Πλάτωνα αντανακλά ιδέες που διατυπώνονταν, έστω εν σπέρμα-τι, από τον ίδιο τον ιστορικό Σωκράτη. Όποια όμως και αν είναι η αλήθεια ως προς αυτό το χρέος, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ιδέα της ύπαρξης σχεδιασμού του κόσμου αναπτύσσεται για πρώτη φορά από τον Πλάτωνα, και μάλιστα με εκπληκτική λεπτομέρεια, σε ένα έργο που έμελλε να ασκήσει ιδιαίτερη επίδραση στην εξέλιξη της κοσμολογικής και θεολογικής σκέψης.
Στο έργο αυτό, που είναι ο Τίμαιος, ο ομώνυμος ομιλητής του διαλόγου αναλαμβάνει να διηγηθεί την ιστορία της δημιουργίας του κόσμου από έναν γεωμέτρη θεό. Προνομιακό πεδίο της δημιουργίας, ο ουρανός, παρουσιάζεται ως το κατ' εξοχήν πεδίο τελειότητας: σύμφωνα με μια αρχή που θα κυριαρχούσε στην ιστορία της επιστήμης ως την εποχή του Κέπλερ, τα ουράνια σώματα κινούνται σε τροχιές σύμφωνες προς το τελειότερο γεωμετρικό σχήμα, που είναι ο κύκλος, και η κίνησή τους είναι ομαλή. Η τελειότητα της ουράνιας σφαίρας γίνεται το μοντέλο προς το οποίο ο άνθρωπος, αξιοποιώντας τη γέφυρα μεταξύ νοητού και αισθητού κόσμου, που είναι η ίδια η ψυχή του, μπορεί και πρέπει να στρέψει τη νόησή του:
«Η παρατήρηση της μέρας και της νύχτας, των μηνών, της εναλλαγής των ετών, των ισημεριών και των τροπικών μάς οδήγησε στην επινόηση τον αριθμού, μας έδωσε την έννοια του χρόνου και μας ώθησε στη διερεύνηση της φύσης του Σύμπαντος. Από αυτή την πηγή αντλήσαμε τη φιλοσοφία, το μεγαλύτερο αγαθό που δώρισαν ή θα δωρίσουν ποτέ οι θεοί στους θνητούς... Ας πούμε απλώς και μόνον ότι η όραση είναι η αιτία του μέγιστου αγαθού: ο Θεός την ανακάλυψε και μας τη δώρισε για να μπορούμε να παρατηρούμε στον ουρανό τις αδιατάρακτες κυκλικές κινήσεις του νου και να τις προσαρμόζουμε στις συγγενικές αλλά ταραγμένες περιφορές της δικής μας διάνοιας».
Πλάτων, Τίμαιος 47a-c
Αυτό λοιπόν που διακρίνει τη σκέψη του Πλάτωνα από τη σκέψη των άλλων κοσμολόγων είναι η ρητή και αιτιολογημένη επένδυση του φυσικού κόσμου με ηθικές αξίες· η καταγγελία του ως προς τη ρήξη του με την παλαιότερη σκέψη του βρίσκεται σε ένα χωρίο που συχνά περιγράφεται ως «πνευματική αυτοβιογραφία του Σωκράτη». Έτσι, στις τελευταίες σελίδες του Φαίδωνα, που αφηγούνται τις τελευταίες στιγμές του Σωκράτη στη φυλακή, ο Πλάτων βάζει τον Σωκράτη να εκφράζει την απογοήτευσή του ως προς τις προσπάθειες των προηγούμενων στοχαστών να ερμηνεύσουν τον φυσικό κόσμο. Το λάθος τους έγκειται στη ροπή τους προς αυτό που εμείς θα ονομάζαμε μάλλον υλιστικές ή μηχανιστικές ερμηνείες και στην αδυναμία τους να προβλέψουν μια θέση για το αγαθό, να αναδείξουν δηλαδή τη λειτουργία ενός σοφού σχεδιασμού πίσω από τον κόσμο. Ως δηλωμένος στόχος του πλατωνικού Σωκράτη στον Φαίδωνα εμφανίζεται ο Αναξαγόρας, εξαιτίας της ανεκπλήρωτης ελπίδας που άφηνε σε όποιον, όπως ο ίδιος ο Σωκράτης, αγοράζοντας το βιβλίο του περίμενε να καταλάβει την εξηγητική δύναμη του Νου, που είναι η βασική αρχή του συγκεκριμένου συστήματος, στον φυσικό κόσμο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο η κριτική του Πλάτωνα αξιοποιεί, για μία ακόμη φορά, την εικόνα του φυλακισμένου Σωκράτη:
«Αυτή όμως την ελπίδα γρήγορα την εγκατέλειψα όταν, καθώς προχωρούσα στην ανάγνωση, είδα έναν άνθρωπο [τον Αναξαγόρα] που δεν χρησιμοποιεί καθόλου τον νου ούτε αποδίδει σε κάποιες αιτίες την τάξη των πραγμάτων, αλλά ως αιτίες αναφέρει τον αέρα, τον αιθέρα και το νερό και πολλά άλλα παράλογα. Αυτό που κάνει μου φαίνεται πανομοιότυπο σαν να έλεγε κάποιος ότι ο Σωκράτης όσα κάνει τα κάνει με νου και έπειτα, επιχειρώντας να προσδιορίσει τις αιτίες των πράξεών μου, να πει ότι για αυτόν τον λόγο κάθομαι εδώ [στο κελί μου], γιατί το σώμα μου αποτελείται από οστά και νεύρα... Τα οστά αιωρούνται στα σημεία συναρμογής τους, τα νεύρα χαλαρώνουν και τεντώνονται και με κάνουν ικανό να κάμπτω τώρα τα μέλη μου. Και επειδή έκαμψα τα μέλη μου, για αυτήν την αιτία κάθομαι εδώ... Έτσι όμως αποφεύγει να πει την πραγματική αιτία, ότι δηλαδή, αφού οι Αθηναίοι θεώρησαν καλύτερο να με καταδικάσουν, για αυτόν ακριβώς τον λόγο θεώρησα κι εγώ καλύτερο και δικαιότερο να μείνω εδώ και να υποστώ την ποινή που θα μου επιβάλουν. Γιατί, μα την αλήθεια, πιστεύω ότι αυτά τα νεύρα και αυτά τα οστά θα ήταν από καιρό στα Μέγαρα ή στη Βοιωτία, ωθούμενα από κάποια αντίληψη του βέλτιστου, αν δεν θεωρούσα ότι είναι πιο δίκαιο και πιο ωραίο, αντί να αποδράσω και να εξοριστώ, να υποστώ την ποινή που η πόλη μου επιτάσσει. Είναι λοιπόν παράλογο να ονομάζει κανείς αίτια τέτοιου είδους πράγματα. Αν βέβαια κάποιος έλεγε ότι χωρίς τα οστά και τα νεύρα και όλα τα παρόμοια που έχω δεν θα ήμουν σε θέση να κάνω όσα θεωρώ σωστό να κάνω, θα έλεγε την αλήθεια. Θα ήταν όμως ασυγχώρητη επιπολαιότητα το να πει κανείς ότι κάνω όσα κάνω εξαιτίας αυτών των πραγμάτων και ότι κάνω κάτι με νου αλλά όχι εξαιτίας της επιλογής του βέλτιστου. Αυτό θα σήμαινε ότι δεν μπορεί κανείς να διακρίνει ότι άλλο πράγμα είναι ο προσδιορισμός του πραγματικού αιτίου και άλλο εκείνο χωρίς το οποίο δεν θα μπορούσε να υπάρξει αίτιο. Εκείνο μου φαίνεται ότι ψάχνουν οι περισσότεροι ψηλαφώντας στο σκοτάδι, και το ονομάζουν λανθασμένα «αίτιο».
Πλάτων, Φαίδων, 98b-99b
Λίγες ώρες προτού πεθάνει, λοιπόν, ο πλατωνικός Σωκράτης δηλώνει πρόθυμος να γίνει ευχαρίστως μαθητής οποιουδήποτε θα ήταν σε θέση να προσδιορίσει αυτή την αιτία. Η δήλωση αυτή προοικονομεί την εξέλιξη της σκέψης του Πλάτωνα, που θα επιτρέψει στους ρόλους του μαθητή Πλάτωνα και του δασκάλου Σωκράτη να αντιστραφούν: ο Σωκράτης στον Τίμαιο «υποβαθμίζεται» στον ρόλο του σιωπηλού ακροατή, ενώ ο Πλάτων κατορθώνει να κληροδοτήσει στην επιστημονική σκέψη ένα πρόγραμμα που θα έχει ιδιαίτερη σημασία για την εξέλιξή της, μια που η επικράτηση του (τόσο χάρη στην επιτυχία που θα γνώριζε ο Τίμαιος όσο και μέσα από την αριστοτελική τελεολογία) σημαίνει την αναστολή της εξάπλωσης της ατομικής φυσικής του Δημόκριτου.
Ένα άλλο σημείο στο οποίο ο Πλάτων φαίνεται να αναπτύσσει τη δική του σκέψη στη βάση στάσεων ή ιδεών του δασκάλου του είναι η εξήγηση που προτείνει για την επιλογή της προφορικής σε σχέση με τη γραπτή διδασκαλία. Η σχετική μαρτυρία βρίσκεται στις τελευταίες σελίδες του Φαίδρου:
«Άκουσα μια ιστορία για έναν από τους παλιούς αιγυπτιακούς θεούς, τον θεό Θευθ. Είναι αυτός που ανακάλυψε τον αριθμό και τους υπολογισμούς, τη γεωμετρία και την αστρονομία, ακόμη και τους πεσσούς και τους κύβους, και πάνω απ' όλα τη γραφή. Βασιλιάς τότε όλης της Αιγύπτου ήταν ο Θαμούς - τον Θαμού οι Έλληνες τον ονομάζουν Άμμωνα. Σ' αυτόν λοιπόν ήρθε ο Θευθ, του επέδειξε τις τέχνες του και του είπε ότι θα έπρεπε να διαδοθούν σε όλους τους άλλους Αιγυπτίους. Ο βασιλιάς τότε ρώτησε ποια είναι η ωφέλεια της καθεμιάς, και καθώς εκείνος του εξηγούσε, άλλες από τις εξηγήσεις τις επαινούσε και άλλες τις κατέκρινε ανάλογα με ό,τι του φαινόταν σωστό ή λάθος. Κάποια στιγμή όμως έφτασαν και στη γραφή. «Αυτή η μάθηση, βασιλιά μου», είπε ο Θευθ, «θα κάνει τους ανθρώπους σοφότερους και θα αυξήσει τη μνήμη τους· γιατί βρέθηκε το φάρμακο της μνήμης και της σοφίας». Και ο Θαμούς τού απάντησε: «Πολύτεχνε Θευθ, άλλος έχει την ικανότητα να γεννά τις τέχνες και άλλος να κρίνει αν οι τέχνες αυτές θα βλάψουν ή θα ωφελήσουν. Εσύ λοιπόν τώρα, σαν πατέρας που είσαι της γραφής, έδειξες εύνοια σ' αυτήν και της προσέδωσες τις αντίθετες από τις πραγματικές της δυνατότητες. Γιατί η γραφή θα φέρει λήθη στις ψυχές όσων τη μάθουν, μια και αυτοί σίγουρα θα παραμελήσουν τη μνήμη τους· δείχνοντας εμπιστοσύνη στη γραφή, θα φέρνουν στη θύμηση τους κάτι όχι από μέσα τους, από τον ίδιο τον εαυτό τους, αλλά από κάποια ξένα εξωτερικά σημάδια. Αυτό που ανακάλυψες δεν είναι το φάρμακο της μνήμης αλλά της υπόμνησης. Στους μαθητές σου δεν φέρνεις την αληθινή σοφία αλλά μόνο την επίφαση της σοφίας. Τους κάνεις να ακούν πολλά χωρίς να τους διδάσκεις, και τελικά φθάνουν να νομίζουν ότι γνωρίζουν και πολλά, ενώ δεν γνωρίζουν τίποτε" γίνονται μάλιστα φορτικοί σε κάθε συντροφιά, αφού παριστάνουν τους σοφούς, χωρίς να είναι».
Πλάτων, Φαιδρός 274c-275b.
Παρά το ενδιαφέρον που μπορεί να έχουν αυτές οι παρατηρήσεις στο πλαίσιο της πρόσληψης μιας νέας, ριζοσπαστικής τεχνολογίας, όπως ήταν ασφαλώς η γραφή την εποχή που μας απασχολεί, θα ήταν λάθος να τις εκλάβουμε ως βάση για την ερμηνεία της «επιλογής» του Σωκράτη ή, όπως θα δούμε, και του ίδιου του Πλάτωνα να αποφύγει τον γραπτό λόγο. Ο προφανής στόχος του αιγυπτιακού μύθου είναι μάλλον ορισμένοι από τους συγχρόνους του Σωκράτη αλλά και του Πλάτωνα οι οποίοι, επενδύοντας στη δύναμη του γραπτού λόγου, ενθάρρυναν τους μαθητές τους να απομνημονεύουν ή να αναπαράγουν μηχανιστικά, αποσπασματικά και έτσι να μιμούνται άκριτα το ύφος ή και τις ιδέες που συναντούσαν στα βιβλία, υποβαθμίζοντας την αξία της αληθινής, ζωντανής διαλεκτικής. Δεν είμαστε όμως σε θέση να γνωρίζουμε αν ο ίδιος ο Σωκράτης είχε «θεωρητικοποιήσει» αυτό το ζήτημα, και αν με αυτόν τον τρόπο είχε οδηγηθεί στη συνειδητή επιλογή να μη γράφει- μπορούμε ωστόσο εύλογα να υποθέσουμε ότι, σε αντίθεση με τα μεταγενέστερα και οπωσδήποτε με τα σημερινά ακαδημαϊκά ήθη, η καταγραφή της διδασκαλίας δεν αποτελούσε κατ' ανάγκην προτεραιότητα για έναν δάσκαλο φιλοσοφίας στην αρχαιότητα.
Η υπόθεση αυτή μας επιτρέπει να αποσυνδέσουμε την κριτική της γραφής του Φαιδρού από τη στάση του ιστορικού Σωκράτη. Αυτό όμως που μένει αδιευκρίνιστο είναι κατά πόσον η κριτική αυτή εκφράζει τη στάση του ίδιου του Πλάτωνα για τη φιλοσοφική μέθοδο. Ετσι, συχνά διατυπώνεται η άποψη ότι η κριτική του γραπτού λόγου στον Φαίδρο συνδέεται με, και ταυτοχρόνως φωτίζει, την επιλογή του Πλάτωνα να γράψει σε διαλογική μορφή, χωρίς ποτέ του να εμφανίσει τον ίδιο του τον εαυτό ως συνομιλητή στους διάλογους του. Η ανάγνωση αυτή ενισχύεται από κάποιες μεταγενέστερες μαρτυρίες, οι οποίες αναφέρονται στα «άγραφα δόγματα» του φιλοσόφου, υποβαθμίζοντας τους διάλογους ως κείμενα που αφορούσαν μόνο ένα ευρύτερο κοινό. Όποια όμως και αν είναι η αληθινή απάντηση στο πώς, με δεδομένη την κριτική του αιγυπτιακού μύθου, ο ίδιος ο Πλάτων αντιλαμβανόταν την αξία των δικών του γραπτών κειμένων, η ευαισθησία μας απέναντι στην αξιοποίηση της διαλογικής μορφής και της σχέσης της προς τη διαλεκτική πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Γιατί ανεξάρτητα από τις τύχες που είχε η φιλοσοφία του Πλάτωνα στη μεταγενέστερη παράδοση, καθώς και από τη σύγχρονη τάση της ιστοριογραφίας να «απομονώνει» ιδέες ή δόγματα από τα κείμενα σαν να πρόκειται για πραγματείες, ένα χαρακτηριστικό των διαλόγων του Πλάτωνα είναι ο τρόπος με τον οποίο αναγκάζουν τον αναγνώστη να συμμετάσχει στην αναζήτηση της αλήθειας, σε μια υπόθεση που για τον συγκεκριμένο φιλόσοφο δεν μπορεί ποτέ να είναι μοναχική.
Λόγω της τύχης που επιφύλαξε στη φιλοσοφία του η μεταγενέστερη παράδοση (τύχης που μπορεί κάλλιστα να συνδέεται με το βάθος και την αυστηρότητα της σκέψης του καθώς και με την απαράμιλλη δραματουργική αξία των κειμένων του) ο Πλάτων μάλλον δίκαια κερδίζει τη μερίδα του λέοντος σε οποιαδήποτε παρουσίαση των μαθητών του Σωκράτη. Το γεγονός αυτό συχνά μας κάνει να ξεχνάμε ότι ο Πλάτων ήταν μόνο ένας από αρκετούς ανθρώπους που όχι μόνο γνώρισαν και επηρεάστηκαν από τον Σωκράτη αλλά και που παρήγαγαν τον δικό τους φιλοσοφικό λόγο. Οι υπόλοιποι μαθητές ονομάστηκαν «ελάσσονες» ή μικροί Σωκρατικοί. Η όποια προσπάθεια «αναβάθμισης τους» στον κανόνα της ιστορίας της φιλοσοφίας προσκρούει στο γεγονός ότι ελάχιστα από τα έργα τους έχουν σωθεί. Οι δρόμοι που χάραξαν ήταν αρκετά, συχνά εντυπωσιακά διαφορετικοί. Ισως αυτό που τους έφερε κοντά στον Σωκράτη να μην ήταν τελικά το όποιο περιεχόμενο της διδασκαλίας του, αλλά το ενδιαφέρον για την ίδια τη φιλοσοφία ως τρόπο ζωής, στηριγμένο σε κάποιες γενικές παραδοχές, όπως είναι η σχέση της γνώσης, της αρετής και της ευδαιμονίας, ή η πεποίθηση ότι αυτό που διαμορφώνει την ηθική προσωπικότητα του ανθρώπου είναι η φιλοσοφία. Ακόμη και αν τα έργα τους δεν σώθηκαν, πολλοί από αυτούς διακρίθηκαν ως ιδρυτές σχολών, διασφαλίζοντας, με αυτόν τον τρόπο, τη συνέχεια της «σωκρατικής» τους κληρονομιάς.
Ο πιο γνωστός κατά την πρώτη δεκαπενταετία μετά τον θάνατο του Σωκράτη είναι ο Αντισθένης (περ. 455-360), γιος αθηναίου πολίτη και μιας δούλας. Ο Διογένης Λαέρτιος του αποδίδει περίπου εξήντα τίτλους έργων, από τα οποία σήμερα σώζονται σε πλήρη μορφή μόνο δύο επιδεικτικοί λόγοι. Στη μεταγενέστερη παράδοση η διάσταση της φιλοσοφίας του που κυριαρχεί είναι η ηθική: ο Αντισθένης έμεινε γνωστός για την απαξίωση της σωματικής ηδονής (εμβληματική είναι η φράση του «μανείην μᾶλλον ἤ ἡσθείην»), ενώ κυρίαρχη θέση κατέχουν πολλές από τις ιδέες και τις αξίες του σωκρατικού κύκλου, όπως είναι η σχέση της αρετής με τη γνώση και η αξία της για τη διασφάλιση της ευδαιμονίας. Από την άποψη της μεθόδου, έχει ενδιαφέρον η χρήση παραδειγμάτων γνωστών ηρώων που θα οδηγούσε στην υιοθέτηση των σωστών αξιών, καθώς και η έμφαση της ηθικής του διδασκαλίας στις πράξεις, που συνοδεύεται από επιφύλαξη για τη χρησιμότητα μιας πιο ακαδημαϊκής παιδείας ως μέσου για την απόκτηση της αρετής. Ενδεικτικός της αντιπάθειάς του προς τον Πλάτωνα, αλλά και της αθυροστομίας που φαίνεται πως διέκρινε τον Αντισθένη, είναι ο τίτλος του έργου του Σάθων, που εκμεταλλεύεται την ομοιοκαταληξία με το όνομα του αντιπάλου του, σημαίνοντας, ωστόσο, το ανδρικό μόριο. Στα θέματα που οδήγησαν σε αντιπαλότητα με τον Πλάτωνα οπωσδήποτε συγκαταλέγονται ορισμένες απόψεις του Αντισθένη για τη μελέτη της γλώσσας που συνεπάγονται μεταξύ άλλων την αδυναμία μας να ορίσουμε την ουσία των πραγμάτων με τον αντικειμενικό τρόπο που αξίωναν όσοι ακολουθούσαν τον Πλάτωνα και αργότερα τον Αριστοτέλη.
Ο Αντισθένης θεωρείται ιδρυτής του κυνισμού, ενός κινήματος που διακρίνεται κυρίως για τον αντικομφορμισμό του. Τα χαρακτηριστικά που συνδέουν τους Κυνικούς με τους σκύλους, και που μάλλον αιτιολογούν την ονομασία τους, είναι η ειλικρίνεια, η ευθύτητα και η ικανότητα να ξεχωρίζουν τους εχθρούς από τους φίλους και, τέλος, η αναισχυντία, που εξηγεί την παντελή αδιαφορία τους για τις κοινωνικές συμβάσεις. Ενδεικτική αυτής της πεποίθησης είναι η ιστορία που μας παραδίδεται για τον Διογένη: γιος τραπεζικού από τη Σινώπη λέγεται ότι αναγκάστηκε, σε ηλικία τριάντα πέντε ετών, να ακολουθήσει τον πατέρα του, ο οποίος καταδικάστηκε για παραχάραξη του νομίσματος της πόλης. Η κληρονομιά αυτή κατά κάποιον τρόπο σημάδεψε τη μετέπεισα φιλοσοφική στάση του Διογένη: η αδιαφορία του για την αξία του νομίσματος (συμφωνά με μια παράδοση, υπεύθυνος για την παραχάραξη ήταν τελικά ο ίδιος ο Διογένης) ήταν μόνο η αρχή μιας συνολικότερης στάσης απέναντι στα νόμιμα, δηλαδή τις συνήθειες και τους θεσμούς της κοινωνίας. Τη θέση των συμβατικών αξιών των επιμέρους κοινωνιών παίρνει τώρα η έννοια του κοσμοπολιτισμού: αυτό που οδηγεί τον πολίτη του κόσμου δεν είναι αυτό που τυχαίνει να ορίζει λίγο έως πολύ αυθαίρετα ως σωστό η εκάστοτε κοινότητα, αλλά ο ορθός λόγος, που επιτρέπει πράξεις ανήκουστες για τα χρηστά ήθη, όπως η ιεροσυλία και ο κανιβαλισμός, ενώ καταδικάζει τη δεισιδαιμονία, αποκλείοντας τις έννοιες της θείας πρόνοιας και της επέμβασης των θεών στις ανθρώπινες υποθέσεις. Χαρακτηριστική είναι και η απόρριψη ενός μεγάλου μέρους της εγκυκλίου παιδείας ως άχρηστης γι' αυτό που πραγματικά έχει αξία στη ζωή, που είναι η απόκτηση της αρετής.
Στον αντίποδα του Κυνισμού συχνά τοποθετείται η διδασκαλία του Αρίστιππου (περ. 435-356), ο οποίος στην αρχαιότητα απέκτησε τη φήμη του υποστηρικτή ενός βίου αφιερωμένου στην ηδονή. Ωστόσο, προσεκτικότερη μελέτη των πηγών δείχνει πως η φήμη αυτή κρύβει μια δόση υπερβολής. Μεγαλύτερο φιλοσοφικό ενδιαφέρον έχει η στροφή που πραγματοποιεί ο συγκεκριμένος φιλόσοφος προς την αξία της υποκειμενικής εμπειρίας, καθώς αναλύει την ηδονή (που για τον Αρίστιππο είναι ο σκοπός του ανθρώπινου βίου) και τον πόνο με όρους φυσιολογίας. Ο Αρίστιππος υπήρξε ιδρυτής της Κυρηναϊκής Σχολής.
Η ποικιλία των απόψεων, οι ερμηνευτικές διαμάχες γύρω από τα σωζόμενα αποσπάσματα αλλά και ο συχνά τεχνικός χαρακτήρας πολλών από τα επιχειρήματα που μπορεί κανείς να ανασυγκροτήσει με βάση τις πηγές μας καθιστούν την πληρέστερη παρουσίαση του κύκλου του Σωκράτη αδύνατη στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης. Μια διάσταση που έχει ενδιαφέρον, ωστόσο, ως προς τη διαφοροποίηση των «μαθητών» μεταξύ τους, είναι η δυναμική και οι συγκρούσεις που φαίνεται πως σύντομα αναπτύχθηκαν μεταξύ τους. Αναφερθήκαμε ήδη στην αντιπαλότητα ανάμεσα στον Αντισθένη και τον Πλάτωνα. Αρκετά ενδιαφέρουσα πηγή για τη σχέση των «Σωκρατικών» με τον δάσκαλο τους, καθώς και για το περιεχόμενο του στενού πυρήνα των μαθητών, είναι τα στοιχεία που μας παρουσιάζει ο Φαίδων. Εκεί μαθαίνουμε πως ο Αρίστιππος απουσίαζε από την τελευταία μέρα της ζωής του Σωκράτη, με την ισχνή, σύμφωνα με τα κουτσομπολιά των αρχαίων πηγών, δικαιολογία ότι βρισκόταν στην όχι και τόσο απομακρυσμένη Αίγινα. Παρόντες από αυτούς που ίδρυσαν ενδιαφέρουσες φιλοσοφικές παραδόσεις ήταν, εκτός από τον Αντισθένη, ο Ευκλείδης (περ. 450-380), ιδρυτής της Μεγαρικής Σχολής, που έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη μελέτη της διαλεκτικής, και συντάκτης του κειμένου που καταγράφει τη συνομιλία ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Θεαίτητο στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο, αλλά και ο Φαίδων από την Ήλιδα, ο πλατωνικός αφηγητής της συζήτησης που έλαβε χώρα την τελευταία μέρα της ζωής του Σωκράτη, και ιδρυτής της σχολής η οποία, εξαιτίας της συνεργασίας του ιδρυτή της με τον ερετριέα Μενέδημο, ονομάστηκε τελικά Ερετρική (ορισμένοι την αναφέρουν ως Ηλιοερετρική). Αν και τα κείμενα του Φαίδωνα δεν σώζονται, φαίνεται πως υπήρξαν αρκετά δημοφιλή στην αρχαιότητα. Η πιο ενδιαφέρουσα συμβολή του αφορά τις απόψεις του για τον φυσιογνωμισμό, την αξιοποίηση δηλαδή των σωματικών χαρακτηριστικών του ανθρώπου ως ενδείξεων για την ηθική ποιότητα και τον χαρακτήρα.
Σε πολλές περιπτώσεις, και καθώς οι πηγές μας δεν επαρκούν για τη βέβαιη ανασυγκρότηση των απόψεων των διαφορετικών μελών του σωκρατικού κύκλου, η αξία της διδασκαλίας αυτών των φιλοσόφων φαίνεται στις σχολές σκέψης που γονιμοποίησε. Αναφερθήκαμε ήδη στην παράδοση που συνδέει τον Αντισθένη με τους Κυνικούς. Ο Διογένης Λαέρτιος επισημαίνει την ύπαρξη μιας μεγαλύτερης παράδοσης, που κληροδοτείται μέσω του Αντισθένη στον Διογένη, στη συνέχεια στον Κράτητα και τέλος, στον ιδρυτή του Στωικισμού, που είναι ο Ζήνων ο Κιτιεύς. Για μία ακόμη φορά, δεν είναι εύκολο να προσδιορίσουμε τι μέρος αυτής της γενεαλογίας αντιστοιχεί στην αλήθεια και τι αντανακλά το ενδιαφέρον για ιδιοποίηση μιας σημαντικής κληρονομιάς. Όμως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Στωικοί αντιλαμβάνονταν τους εαυτούς τους ως οπαδούς του Σωκράτη. Ως προς τη θεωρία, το πιο χαρακτηριστικό σημείο συνέχειας είναι, για μία ακόμη φορά, η πεποίθηση ότι το μόνο πράγμα που οδηγεί στην πραγματική ευδαιμονία είναι η αρετή. Αλλά ο θαυμασμός και η συνέχεια της διδασκαλίας δεν αφορούν μόνο το περιεχόμενο της διδασκαλίας: σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το ίδιο το παράδειγμα της ζωής και του θανάτου του Σωκράτη, που αντιμετωπίζεται πια όχι μόνο ως εκδήλωση νομιμοφροσύνης αλλά και ως πράξη ύψιστης ελευθερίας.
Αν έπρεπε να απομονώσουμε έναν στωικό φιλόσοφο στη σκέψη του οποίου η παρουσία του Σωκράτη γίνεται ιδιαίτερα αισθητή, το πρόσωπο που θα διαλέγαμε θα ήταν ο Επίκτητος, που γεννήθηκε στα μέσα του πρώτου αιώνα μ.Χ. στην Ιεράπολη της σημερινής Τουρκίας (στο σημερινό Παμούκ καλέ). Το όνομα Επίκτητος, ίσως όχι τυχαία, προδίδει το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με δούλο, ο οποίος, χάρη στον αφέντη του Επαφρόδιτο, γραμματέα αρχικά του Νέρωνα και εν συνεχεία του Δομιτιανού, βρέθηκε στο περιβάλλον της αυτοκρατορικής αυλής, όπου, προτού ακόμη ελευθερωθεί, κατόρθωσε να παρακολουθήσει μαθήματα του διάσημου στωικού φιλοσόφου Μουσώνιου Ρούφου. Η μαθητεία του Επίκτητου στον Μουσώνιο ίσως ήταν αυτό που του εξασφάλισε πέρα από την ελευθερία του και την αρχή της σταδιοδρομίας του ως δασκάλου στη Ρώμη. Υστερα από τη δίωξη των φιλοσόφων από τον Δομιτιανό το 95 μ.Χ. ο Επίκτητος βρέθηκε στη Νικόπολη (κοντά στη σημερινή Πρέβεζα), όπου συνέχισε τη διδασκαλία του.
Παρ' όλο που οι πηγές μας για τη σκέψη των Στωικών δεν μας επιτρέπουν να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα τι μέρος της διδασκαλίας του Επίκτητου συνιστά ανεξάρτητη συμβολή ενός συγκεκριμένου φιλοσόφου, έχει υποστηριχτεί η άποψη ότι η πρωτοτυπία του στο πλαίσιο της Στωικής φιλοσοφίας έγκειται στον τρόπο με τον οποίο υιοθετεί και προσαρμόζει τη διαλεκτική των πλατωνικών διαλόγων. Το γεγονός αυτό επιτρέπει την όλο και μεγαλύτερη διάδοση των σωκρατικών αξιών, καθώς, σε αντίθεση με τον εικοστό αιώνα που ελάχιστο ενδιαφέρον έδειξε γι' αυτό το κεφάλαιο της φιλοσοφίας, ο Επίκτητος υπήρξε από τους πιο πολυδιαβασμένους φιλοσόφους της αρχαιότητας.
Μια πλήρης παρουσίαση των διαφορετικών σχολών σκέψης που επικαλέστηκαν το όνομα του Σωκράτη, είτε στην αρχαιότητα είτε στη νεότερη εποχή, θα ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνατότητες αυτού του κειμένου. Οι όλο και πιο διαφορετικές μεταμορφώσεις που παίρνει ο Σωκράτης καθώς απομακρυνόμαστε από την εποχή του θα μας υποχρέωναν να ανοίξουμε μια σειρά από άλλα κεφάλαια, όπως αυτό των οπαδών του Ακαδημεικού σκεπτικισμού, με σπουδαιότερο εκπρόσωπο τον Αρκεσίλαο (που αναγνώρισαν στην άγνοια του Σωκράτη τον πρόδρομο της δικής τους φιλοσοφικής στάσης), των πρώιμων χριστιανών (οι οποίοι συχνά, και εύλογα, συνέκριναν τη δική τους θέση και στάση με εκείνες του αρχαίου σοφού: όπως ο Σωκράτης, έτσι και οι ίδιοι κατηγορούνταν άδικα, αλλά ήταν πρόθυμοι να πεθάνουν γι' αυτό) ή, περνώντας με ένα μεγάλο άλμα στη νεότερη φιλοσοφία, εκείνα του Nietzsche και του Kirkegaard.
Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ
ΠΛ Πολ 616b–619a
ΠΛ Πολ 616b–619a
(ΠΛ Πολ 613e–619a: Η μεταθανάτια ανταμοιβή των δικαίων και τιμωρία των αδίκων) Οι ψυχές οδηγούνται στο χώρο της μετενσάρκωσής τους και επιλέγουν την επόμενη ζωή τους – Με ποια κριτήρια πρέπει να γίνεται η επιλογή
[616b] ἐπειδὴ
δὲ τοῖς ἐν τῷ λειμῶνι ἑκάστοις ἑπτὰ ἡμέραι γένοιντο, ἀνα-
στάντας ἐντεῦθεν δεῖν τῇ ὀγδόῃ πορεύεσθαι, καὶ ἀφικνεῖσθαι
τεταρταίους ὅθεν καθορᾶν ἄνωθεν διὰ παντὸς τοῦ οὐρανοῦ
καὶ γῆς τεταμένον φῶς εὐθύ, οἷον κίονα, μάλιστα τῇ ἴριδι
προσφερῆ, λαμπρότερον δὲ καὶ καθαρώτερον· εἰς ὃ ἀφι-
κέσθαι προελθόντες ἡμερησίαν ὁδόν, καὶ ἰδεῖν αὐτόθι κατὰ
[616c] μέσον τὸ φῶς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὰ ἄκρα αὐτοῦ τῶν δεσμῶν
τεταμένα ―εἶναι γὰρ τοῦτο τὸ φῶς σύνδεσμον τοῦ οὐρανοῦ,
οἷον τὰ ὑποζώματα τῶν τριήρων, οὕτω πᾶσαν συνέχον τὴν
περιφοράν― ἐκ δὲ τῶν ἄκρων τεταμένον Ἀνάγκης ἄτρακτον,
δι’ οὗ πάσας ἐπιστρέφεσθαι τὰς περιφοράς· οὗ τὴν μὲν
ἠλακάτην τε καὶ τὸ ἄγκιστρον εἶναι ἐξ ἀδάμαντος, τὸν δὲ
σφόνδυλον μεικτὸν ἔκ τε τούτου καὶ ἄλλων γενῶν. τὴν δὲ
[616d] τοῦ σφονδύλου φύσιν εἶναι τοιάνδε· τὸ μὲν σχῆμα οἵαπερ ἡ
τοῦ ἐνθάδε, νοῆσαι δὲ δεῖ ἐξ ὧν ἔλεγεν τοιόνδε αὐτὸν εἶναι,
ὥσπερ ἂν εἰ ἐν ἑνὶ μεγάλῳ σφονδύλῳ κοίλῳ καὶ ἐξεγλυμ-
μένῳ διαμπερὲς ἄλλος τοιοῦτος ἐλάττων ἐγκέοιτο ἁρμόττων,
καθάπερ οἱ κάδοι οἱ εἰς ἀλλήλους ἁρμόττοντες, καὶ οὕτω δὴ
τρίτον ἄλλον καὶ τέταρτον καὶ ἄλλους τέτταρας. ὀκτὼ γὰρ
εἶναι τοὺς σύμπαντας σφονδύλους, ἐν ἀλλήλοις ἐγκειμένους,
[616e] κύκλους ἄνωθεν τὰ χείλη φαίνοντας, νῶτον συνεχὲς ἑνὸς
σφονδύλου ἀπεργαζομένους περὶ τὴν ἠλακάτην· ἐκείνην δὲ
διὰ μέσου τοῦ ὀγδόου διαμπερὲς ἐληλάσθαι. τὸν μὲν οὖν
πρῶτόν τε καὶ ἐξωτάτω σφόνδυλον πλατύτατον τὸν τοῦ
χείλους κύκλον ἔχειν, τὸν δὲ τοῦ ἕκτου δεύτερον, τρίτον δὲ
τὸν τοῦ τετάρτου, τέταρτον δὲ τὸν τοῦ ὀγδόου, πέμπτον δὲ
τὸν τοῦ ἑβδόμου, ἕκτον δὲ τὸν τοῦ πέμπτου, ἕβδομον δὲ τὸν
τοῦ τρίτου, ὄγδοον δὲ τὸν τοῦ δευτέρου. καὶ τὸν μὲν τοῦ
μεγίστου ποικίλον, τὸν δὲ τοῦ ἑβδόμου λαμπρότατον, τὸν δὲ
[617a] τοῦ ὀγδόου τὸ χρῶμα ἀπὸ τοῦ ἑβδόμου ἔχειν προσλάμποντος,
τὸν δὲ τοῦ δευτέρου καὶ πέμπτου παραπλήσια ἀλλήλοις,
ξανθότερα ἐκείνων, τρίτον δὲ λευκότατον χρῶμα ἔχειν, τέταρ-
τον δὲ ὑπέρυθρον, δεύτερον δὲ λευκότητι τὸν ἕκτον. κυκλεῖ-
σθαι δὲ δὴ στρεφόμενον τὸν ἄτρακτον ὅλον μὲν τὴν αὐτὴν
φοράν, ἐν δὲ τῷ ὅλῳ περιφερομένῳ τοὺς μὲν ἐντὸς ἑπτὰ
κύκλους τὴν ἐναντίαν τῷ ὅλῳ ἠρέμα περιφέρεσθαι, αὐτῶν δὲ
τούτων τάχιστα μὲν ἰέναι τὸν ὄγδοον, δευτέρους δὲ καὶ ἅμα
[617b] ἀλλήλοις τόν τε ἕβδομον καὶ ἕκτον καὶ πέμπτον· [τὸν] τρίτον
δὲ φορᾷ ἰέναι, ὡς σφίσι φαίνεσθαι, ἐπανακυκλούμενον τὸν
τέταρτον, τέταρτον δὲ τὸν τρίτον καὶ πέμπτον τὸν δεύτερον.
στρέφεσθαι δὲ αὐτὸν ἐν τοῖς τῆς Ἀνάγκης γόνασιν. ἐπὶ δὲ
τῶν κύκλων αὐτοῦ ἄνωθεν ἐφ’ ἑκάστου βεβηκέναι Σειρῆνα
συμπεριφερομένην, φωνὴν μίαν ἱεῖσαν, ἕνα τόνον· ἐκ πασῶν
δὲ ὀκτὼ οὐσῶν μίαν ἁρμονίαν συμφωνεῖν. ἄλλας δὲ καθη-
[617c] μένας πέριξ δι’ ἴσου τρεῖς, ἐν θρόνῳ ἑκάστην, θυγατέρας τῆς
Ἀνάγκης, Μοίρας, λευχειμονούσας, στέμματα ἐπὶ τῶν κεφα-
λῶν ἐχούσας, Λάχεσίν τε καὶ Κλωθὼ καὶ Ἄτροπον, ὑμνεῖν
πρὸς τὴν τῶν Σειρήνων ἁρμονίαν, Λάχεσιν μὲν τὰ γεγονότα,
Κλωθὼ δὲ τὰ ὄντα, Ἄτροπον δὲ τὰ μέλλοντα. καὶ τὴν μὲν
Κλωθὼ τῇ δεξιᾷ χειρὶ ἐφαπτομένην συνεπιστρέφειν τοῦ
ἀτράκτου τὴν ἔξω περιφοράν, διαλείπουσαν χρόνον, τὴν δὲ
Ἄτροπον τῇ ἀριστερᾷ τὰς ἐντὸς αὖ ὡσαύτως· τὴν δὲ Λάχεσιν
[617d] ἐν μέρει ἑκατέρας ἑκατέρᾳ τῇ χειρὶ ἐφάπτεσθαι. σφᾶς οὖν,
ἐπειδὴ ἀφικέσθαι, εὐθὺς δεῖν ἰέναι πρὸς τὴν Λάχεσιν.
προφήτην οὖν τινα σφᾶς πρῶτον μὲν ἐν τάξει διαστῆσαι, ἔπειτα
λαβόντα ἐκ τῶν τῆς Λαχέσεως γονάτων κλήρους τε καὶ βίων
παραδείγματα, ἀναβάντα ἐπί τι βῆμα ὑψηλὸν εἰπεῖν―
«Ἀνάγκης θυγατρὸς κόρης Λαχέσεως λόγος. Ψυχαὶ
ἐφήμεροι, ἀρχὴ ἄλλης περιόδου θνητοῦ γένους θανατηφόρου.
[617e] οὐχ ὑμᾶς δαίμων λήξεται, ἀλλ’ ὑμεῖς δαίμονα αἱρήσεσθε.
πρῶτος δ’ ὁ λαχὼν πρῶτος αἱρείσθω βίον ᾧ συνέσται ἐξ
ἀνάγκης. ἀρετὴ δὲ ἀδέσποτον, ἣν τιμῶν καὶ ἀτιμάζων
πλέον καὶ ἔλαττον αὐτῆς ἕκαστος ἕξει. αἰτία ἑλομένου·
θεὸς ἀναίτιος.»
Ταῦτα εἰπόντα ῥῖψαι ἐπὶ πάντας τοὺς κλήρους, τὸν
δὲ παρ’ αὑτὸν πεσόντα ἕκαστον ἀναιρεῖσθαι πλὴν οὗ, ἓ
δὲ οὐκ ἐᾶν· τῷ δὲ ἀνελομένῳ δῆλον εἶναι ὁπόστος εἰλή-
[618a] χει. μετὰ δὲ τοῦτο αὖθις τὰ τῶν βίων παραδείγματα εἰς
τὸ πρόσθεν σφῶν θεῖναι ἐπὶ τὴν γῆν, πολὺ πλείω τῶν
παρόντων. εἶναι δὲ παντοδαπά· ζῴων τε γὰρ πάντων βίους
καὶ δὴ καὶ τοὺς ἀνθρωπίνους ἅπαντας. τυραννίδας τε
γὰρ ἐν αὐτοῖς εἶναι, τὰς μὲν διατελεῖς, τὰς δὲ καὶ μεταξὺ
διαφθειρομένας καὶ εἰς πενίας τε καὶ φυγὰς καὶ εἰς πτω-
χείας τελευτώσας· εἶναι δὲ καὶ δοκίμων ἀνδρῶν βίους,
τοὺς μὲν ἐπὶ εἴδεσιν καὶ κατὰ κάλλη καὶ τὴν ἄλλην ἰσχύν
[618b] τε καὶ ἀγωνίαν, τοὺς δ’ ἐπὶ γένεσιν καὶ προγόνων ἀρεταῖς,
καὶ ἀδοκίμων κατὰ ταῦτα, ὡσαύτως δὲ καὶ γυναικῶν. ψυχῆς
δὲ τάξιν οὐκ ἐνεῖναι διὰ τὸ ἀναγκαίως ἔχειν ἄλλον ἑλομένην
βίον ἀλλοίαν γίγνεσθαι· τὰ δ’ ἄλλα ἀλλήλοις τε καὶ πλού-
τοις καὶ πενίαις, τὰ δὲ νόσοις, τὰ δ’ ὑγιείαις μεμεῖχθαι,
τὰ δὲ καὶ μεσοῦν τούτων. ἔνθα δή, ὡς ἔοικεν, ὦ φίλε
Γλαύκων, ὁ πᾶς κίνδυνος ἀνθρώπῳ, καὶ διὰ ταῦτα μάλιστα
[618c] ἐπιμελητέον ὅπως ἕκαστος ἡμῶν τῶν ἄλλων μαθημάτων
ἀμελήσας τούτου τοῦ μαθήματος καὶ ζητητὴς καὶ μαθητὴς
ἔσται, ἐάν ποθεν οἷός τ’ ᾖ μαθεῖν καὶ ἐξευρεῖν τίς αὐτὸν
ποιήσει δυνατὸν καὶ ἐπιστήμονα, βίον καὶ χρηστὸν καὶ πονη-
ρὸν διαγιγνώσκοντα, τὸν βελτίω ἐκ τῶν δυνατῶν ἀεὶ παν-
ταχοῦ αἱρεῖσθαι· ἀναλογιζόμενον πάντα τὰ νυνδὴ ῥηθέντα
καὶ συντιθέμενα ἀλλήλοις καὶ διαιρούμενα πρὸς ἀρετὴν βίου
πῶς ἔχει, εἰδέναι τί κάλλος πενίᾳ ἢ πλούτῳ κραθὲν καὶ
[618d] μετὰ ποίας τινὸς ψυχῆς ἕξεως κακὸν ἢ ἀγαθὸν ἐργάζεται,
καὶ τί εὐγένειαι καὶ δυσγένειαι καὶ ἰδιωτεῖαι καὶ ἀρχαὶ καὶ
ἰσχύες καὶ ἀσθένειαι καὶ εὐμαθίαι καὶ δυσμαθίαι καὶ πάντα
τὰ τοιαῦτα τῶν φύσει περὶ ψυχὴν ὄντων καὶ τῶν ἐπικτήτων
τί συγκεραννύμενα πρὸς ἄλληλα ἐργάζεται, ὥστε ἐξ ἁπάντων
αὐτῶν δυνατὸν εἶναι συλλογισάμενον αἱρεῖσθαι, πρὸς τὴν
τῆς ψυχῆς φύσιν ἀποβλέποντα, τόν τε χείρω καὶ τὸν ἀμείνω
[618e] βίον, χείρω μὲν καλοῦντα ὃς αὐτὴν ἐκεῖσε ἄξει, εἰς τὸ ἀδικω-
τέραν γίγνεσθαι, ἀμείνω δὲ ὅστις εἰς τὸ δικαιοτέραν. τὰ δὲ
ἄλλα πάντα χαίρειν ἐάσει· ἑωράκαμεν γὰρ ὅτι ζῶντί τε
καὶ τελευτήσαντι αὕτη κρατίστη αἵρεσις. ἀδαμαντίνως δὴ
[619a] δεῖ ταύτην τὴν δόξαν ἔχοντα εἰς Ἅιδου ἰέναι, ὅπως ἂν ᾖ καὶ
ἐκεῖ ἀνέκπληκτος ὑπὸ πλούτων τε καὶ τῶν τοιούτων κακῶν,
καὶ μὴ ἐμπεσὼν εἰς τυραννίδας καὶ ἄλλας τοιαύτας πράξεις
πολλὰ μὲν ἐργάσηται καὶ ἀνήκεστα κακά, ἔτι δὲ αὐτὸς μείζω
πάθῃ, ἀλλὰ γνῷ τὸν μέσον ἀεὶ τῶν τοιούτων βίον αἱρεῖσθαι
καὶ φεύγειν τὰ ὑπερβάλλοντα ἑκατέρωσε καὶ ἐν τῷδε τῷ
βίῳ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ἐν παντὶ τῷ ἔπειτα· οὕτω γὰρ
[619b] εὐδαιμονέστερος γίγνεται ἄνθρωπος.
[616b] ἐπειδὴ
δὲ τοῖς ἐν τῷ λειμῶνι ἑκάστοις ἑπτὰ ἡμέραι γένοιντο, ἀνα-
στάντας ἐντεῦθεν δεῖν τῇ ὀγδόῃ πορεύεσθαι, καὶ ἀφικνεῖσθαι
τεταρταίους ὅθεν καθορᾶν ἄνωθεν διὰ παντὸς τοῦ οὐρανοῦ
καὶ γῆς τεταμένον φῶς εὐθύ, οἷον κίονα, μάλιστα τῇ ἴριδι
προσφερῆ, λαμπρότερον δὲ καὶ καθαρώτερον· εἰς ὃ ἀφι-
κέσθαι προελθόντες ἡμερησίαν ὁδόν, καὶ ἰδεῖν αὐτόθι κατὰ
[616c] μέσον τὸ φῶς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὰ ἄκρα αὐτοῦ τῶν δεσμῶν
τεταμένα ―εἶναι γὰρ τοῦτο τὸ φῶς σύνδεσμον τοῦ οὐρανοῦ,
οἷον τὰ ὑποζώματα τῶν τριήρων, οὕτω πᾶσαν συνέχον τὴν
περιφοράν― ἐκ δὲ τῶν ἄκρων τεταμένον Ἀνάγκης ἄτρακτον,
δι’ οὗ πάσας ἐπιστρέφεσθαι τὰς περιφοράς· οὗ τὴν μὲν
ἠλακάτην τε καὶ τὸ ἄγκιστρον εἶναι ἐξ ἀδάμαντος, τὸν δὲ
σφόνδυλον μεικτὸν ἔκ τε τούτου καὶ ἄλλων γενῶν. τὴν δὲ
[616d] τοῦ σφονδύλου φύσιν εἶναι τοιάνδε· τὸ μὲν σχῆμα οἵαπερ ἡ
τοῦ ἐνθάδε, νοῆσαι δὲ δεῖ ἐξ ὧν ἔλεγεν τοιόνδε αὐτὸν εἶναι,
ὥσπερ ἂν εἰ ἐν ἑνὶ μεγάλῳ σφονδύλῳ κοίλῳ καὶ ἐξεγλυμ-
μένῳ διαμπερὲς ἄλλος τοιοῦτος ἐλάττων ἐγκέοιτο ἁρμόττων,
καθάπερ οἱ κάδοι οἱ εἰς ἀλλήλους ἁρμόττοντες, καὶ οὕτω δὴ
τρίτον ἄλλον καὶ τέταρτον καὶ ἄλλους τέτταρας. ὀκτὼ γὰρ
εἶναι τοὺς σύμπαντας σφονδύλους, ἐν ἀλλήλοις ἐγκειμένους,
[616e] κύκλους ἄνωθεν τὰ χείλη φαίνοντας, νῶτον συνεχὲς ἑνὸς
σφονδύλου ἀπεργαζομένους περὶ τὴν ἠλακάτην· ἐκείνην δὲ
διὰ μέσου τοῦ ὀγδόου διαμπερὲς ἐληλάσθαι. τὸν μὲν οὖν
πρῶτόν τε καὶ ἐξωτάτω σφόνδυλον πλατύτατον τὸν τοῦ
χείλους κύκλον ἔχειν, τὸν δὲ τοῦ ἕκτου δεύτερον, τρίτον δὲ
τὸν τοῦ τετάρτου, τέταρτον δὲ τὸν τοῦ ὀγδόου, πέμπτον δὲ
τὸν τοῦ ἑβδόμου, ἕκτον δὲ τὸν τοῦ πέμπτου, ἕβδομον δὲ τὸν
τοῦ τρίτου, ὄγδοον δὲ τὸν τοῦ δευτέρου. καὶ τὸν μὲν τοῦ
μεγίστου ποικίλον, τὸν δὲ τοῦ ἑβδόμου λαμπρότατον, τὸν δὲ
[617a] τοῦ ὀγδόου τὸ χρῶμα ἀπὸ τοῦ ἑβδόμου ἔχειν προσλάμποντος,
τὸν δὲ τοῦ δευτέρου καὶ πέμπτου παραπλήσια ἀλλήλοις,
ξανθότερα ἐκείνων, τρίτον δὲ λευκότατον χρῶμα ἔχειν, τέταρ-
τον δὲ ὑπέρυθρον, δεύτερον δὲ λευκότητι τὸν ἕκτον. κυκλεῖ-
σθαι δὲ δὴ στρεφόμενον τὸν ἄτρακτον ὅλον μὲν τὴν αὐτὴν
φοράν, ἐν δὲ τῷ ὅλῳ περιφερομένῳ τοὺς μὲν ἐντὸς ἑπτὰ
κύκλους τὴν ἐναντίαν τῷ ὅλῳ ἠρέμα περιφέρεσθαι, αὐτῶν δὲ
τούτων τάχιστα μὲν ἰέναι τὸν ὄγδοον, δευτέρους δὲ καὶ ἅμα
[617b] ἀλλήλοις τόν τε ἕβδομον καὶ ἕκτον καὶ πέμπτον· [τὸν] τρίτον
δὲ φορᾷ ἰέναι, ὡς σφίσι φαίνεσθαι, ἐπανακυκλούμενον τὸν
τέταρτον, τέταρτον δὲ τὸν τρίτον καὶ πέμπτον τὸν δεύτερον.
στρέφεσθαι δὲ αὐτὸν ἐν τοῖς τῆς Ἀνάγκης γόνασιν. ἐπὶ δὲ
τῶν κύκλων αὐτοῦ ἄνωθεν ἐφ’ ἑκάστου βεβηκέναι Σειρῆνα
συμπεριφερομένην, φωνὴν μίαν ἱεῖσαν, ἕνα τόνον· ἐκ πασῶν
δὲ ὀκτὼ οὐσῶν μίαν ἁρμονίαν συμφωνεῖν. ἄλλας δὲ καθη-
[617c] μένας πέριξ δι’ ἴσου τρεῖς, ἐν θρόνῳ ἑκάστην, θυγατέρας τῆς
Ἀνάγκης, Μοίρας, λευχειμονούσας, στέμματα ἐπὶ τῶν κεφα-
λῶν ἐχούσας, Λάχεσίν τε καὶ Κλωθὼ καὶ Ἄτροπον, ὑμνεῖν
πρὸς τὴν τῶν Σειρήνων ἁρμονίαν, Λάχεσιν μὲν τὰ γεγονότα,
Κλωθὼ δὲ τὰ ὄντα, Ἄτροπον δὲ τὰ μέλλοντα. καὶ τὴν μὲν
Κλωθὼ τῇ δεξιᾷ χειρὶ ἐφαπτομένην συνεπιστρέφειν τοῦ
ἀτράκτου τὴν ἔξω περιφοράν, διαλείπουσαν χρόνον, τὴν δὲ
Ἄτροπον τῇ ἀριστερᾷ τὰς ἐντὸς αὖ ὡσαύτως· τὴν δὲ Λάχεσιν
[617d] ἐν μέρει ἑκατέρας ἑκατέρᾳ τῇ χειρὶ ἐφάπτεσθαι. σφᾶς οὖν,
ἐπειδὴ ἀφικέσθαι, εὐθὺς δεῖν ἰέναι πρὸς τὴν Λάχεσιν.
προφήτην οὖν τινα σφᾶς πρῶτον μὲν ἐν τάξει διαστῆσαι, ἔπειτα
λαβόντα ἐκ τῶν τῆς Λαχέσεως γονάτων κλήρους τε καὶ βίων
παραδείγματα, ἀναβάντα ἐπί τι βῆμα ὑψηλὸν εἰπεῖν―
«Ἀνάγκης θυγατρὸς κόρης Λαχέσεως λόγος. Ψυχαὶ
ἐφήμεροι, ἀρχὴ ἄλλης περιόδου θνητοῦ γένους θανατηφόρου.
[617e] οὐχ ὑμᾶς δαίμων λήξεται, ἀλλ’ ὑμεῖς δαίμονα αἱρήσεσθε.
πρῶτος δ’ ὁ λαχὼν πρῶτος αἱρείσθω βίον ᾧ συνέσται ἐξ
ἀνάγκης. ἀρετὴ δὲ ἀδέσποτον, ἣν τιμῶν καὶ ἀτιμάζων
πλέον καὶ ἔλαττον αὐτῆς ἕκαστος ἕξει. αἰτία ἑλομένου·
θεὸς ἀναίτιος.»
Ταῦτα εἰπόντα ῥῖψαι ἐπὶ πάντας τοὺς κλήρους, τὸν
δὲ παρ’ αὑτὸν πεσόντα ἕκαστον ἀναιρεῖσθαι πλὴν οὗ, ἓ
δὲ οὐκ ἐᾶν· τῷ δὲ ἀνελομένῳ δῆλον εἶναι ὁπόστος εἰλή-
[618a] χει. μετὰ δὲ τοῦτο αὖθις τὰ τῶν βίων παραδείγματα εἰς
τὸ πρόσθεν σφῶν θεῖναι ἐπὶ τὴν γῆν, πολὺ πλείω τῶν
παρόντων. εἶναι δὲ παντοδαπά· ζῴων τε γὰρ πάντων βίους
καὶ δὴ καὶ τοὺς ἀνθρωπίνους ἅπαντας. τυραννίδας τε
γὰρ ἐν αὐτοῖς εἶναι, τὰς μὲν διατελεῖς, τὰς δὲ καὶ μεταξὺ
διαφθειρομένας καὶ εἰς πενίας τε καὶ φυγὰς καὶ εἰς πτω-
χείας τελευτώσας· εἶναι δὲ καὶ δοκίμων ἀνδρῶν βίους,
τοὺς μὲν ἐπὶ εἴδεσιν καὶ κατὰ κάλλη καὶ τὴν ἄλλην ἰσχύν
[618b] τε καὶ ἀγωνίαν, τοὺς δ’ ἐπὶ γένεσιν καὶ προγόνων ἀρεταῖς,
καὶ ἀδοκίμων κατὰ ταῦτα, ὡσαύτως δὲ καὶ γυναικῶν. ψυχῆς
δὲ τάξιν οὐκ ἐνεῖναι διὰ τὸ ἀναγκαίως ἔχειν ἄλλον ἑλομένην
βίον ἀλλοίαν γίγνεσθαι· τὰ δ’ ἄλλα ἀλλήλοις τε καὶ πλού-
τοις καὶ πενίαις, τὰ δὲ νόσοις, τὰ δ’ ὑγιείαις μεμεῖχθαι,
τὰ δὲ καὶ μεσοῦν τούτων. ἔνθα δή, ὡς ἔοικεν, ὦ φίλε
Γλαύκων, ὁ πᾶς κίνδυνος ἀνθρώπῳ, καὶ διὰ ταῦτα μάλιστα
[618c] ἐπιμελητέον ὅπως ἕκαστος ἡμῶν τῶν ἄλλων μαθημάτων
ἀμελήσας τούτου τοῦ μαθήματος καὶ ζητητὴς καὶ μαθητὴς
ἔσται, ἐάν ποθεν οἷός τ’ ᾖ μαθεῖν καὶ ἐξευρεῖν τίς αὐτὸν
ποιήσει δυνατὸν καὶ ἐπιστήμονα, βίον καὶ χρηστὸν καὶ πονη-
ρὸν διαγιγνώσκοντα, τὸν βελτίω ἐκ τῶν δυνατῶν ἀεὶ παν-
ταχοῦ αἱρεῖσθαι· ἀναλογιζόμενον πάντα τὰ νυνδὴ ῥηθέντα
καὶ συντιθέμενα ἀλλήλοις καὶ διαιρούμενα πρὸς ἀρετὴν βίου
πῶς ἔχει, εἰδέναι τί κάλλος πενίᾳ ἢ πλούτῳ κραθὲν καὶ
[618d] μετὰ ποίας τινὸς ψυχῆς ἕξεως κακὸν ἢ ἀγαθὸν ἐργάζεται,
καὶ τί εὐγένειαι καὶ δυσγένειαι καὶ ἰδιωτεῖαι καὶ ἀρχαὶ καὶ
ἰσχύες καὶ ἀσθένειαι καὶ εὐμαθίαι καὶ δυσμαθίαι καὶ πάντα
τὰ τοιαῦτα τῶν φύσει περὶ ψυχὴν ὄντων καὶ τῶν ἐπικτήτων
τί συγκεραννύμενα πρὸς ἄλληλα ἐργάζεται, ὥστε ἐξ ἁπάντων
αὐτῶν δυνατὸν εἶναι συλλογισάμενον αἱρεῖσθαι, πρὸς τὴν
τῆς ψυχῆς φύσιν ἀποβλέποντα, τόν τε χείρω καὶ τὸν ἀμείνω
[618e] βίον, χείρω μὲν καλοῦντα ὃς αὐτὴν ἐκεῖσε ἄξει, εἰς τὸ ἀδικω-
τέραν γίγνεσθαι, ἀμείνω δὲ ὅστις εἰς τὸ δικαιοτέραν. τὰ δὲ
ἄλλα πάντα χαίρειν ἐάσει· ἑωράκαμεν γὰρ ὅτι ζῶντί τε
καὶ τελευτήσαντι αὕτη κρατίστη αἵρεσις. ἀδαμαντίνως δὴ
[619a] δεῖ ταύτην τὴν δόξαν ἔχοντα εἰς Ἅιδου ἰέναι, ὅπως ἂν ᾖ καὶ
ἐκεῖ ἀνέκπληκτος ὑπὸ πλούτων τε καὶ τῶν τοιούτων κακῶν,
καὶ μὴ ἐμπεσὼν εἰς τυραννίδας καὶ ἄλλας τοιαύτας πράξεις
πολλὰ μὲν ἐργάσηται καὶ ἀνήκεστα κακά, ἔτι δὲ αὐτὸς μείζω
πάθῃ, ἀλλὰ γνῷ τὸν μέσον ἀεὶ τῶν τοιούτων βίον αἱρεῖσθαι
καὶ φεύγειν τὰ ὑπερβάλλοντα ἑκατέρωσε καὶ ἐν τῷδε τῷ
βίῳ κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ἐν παντὶ τῷ ἔπειτα· οὕτω γὰρ
[619b] εὐδαιμονέστερος γίγνεται ἄνθρωπος.
***
Αφού δε έμειναν σ' εκείνο το λιβάδι επτά ημέρες, έπρεπε την όγδοη να ξεκινήσουν κ' έπειτα από τέσσερων ημερών πορεία έφταναν σ' ένα τόπο, όθε έβλεπαν ψηλά ένα φως που απλωνόταν σ' ολόκληρο τον ουρανό και τη γη, ευθύ ως στήλη και όμοιο με την Ίριδα, αλλά λαμπρότερο και καθαρώτερο· στο φως τούτο έφτασαν ύστερ' από πορεία άλλης μιας ημέρας· εκεί είδαν, στη μέση του φωτός, να είναι από τον ουρανό τεντωμένες οι άκρες των δεσμών του ―το φως χρησίμευε ως σύνδεσμος του ουρανού και συγκρατούσε ολόκληρο τον περιστρεφόμενο ουρανό, απαράλλακτα όπως τα υποζώματα των πλοίων― και στις άκρες ήταν στερεωμένο της Ανάγκης το αδράχτι που έδινε την κίνηση σε όλες τις ουράνιες περιστροφές· το στέλεχος και τ' αγκίστρι του ήταν από χάλυβα, το σφοντύλι όμως από μίγμα χάλυβα και άλλων μετάλλων. Η φύση του σφοντυλιού ήταν η εξής: ως προς το σχήμα έμοιαζε με τα δικά μας εδώ· και για να έχης ακριβέστερην ιδέα πώς το παράσταινε, πρέπει να φαντασθής ένα μεγάλο σφοντύλι κοίλο και φαγωμένο από μέσα εντελώς· μέσα σ' αυτό προσαρμοζόταν ένα άλλο μικρότερο, όπως οι κάδοι που μπαίνουν ο ένας μέσα στον άλλο· μέσα στο δεύτερο άλλο τρίτο, και πάλι ένα τέταρτο, και ακόμη άλλα τέσσαρα· γιατί όλα ήσαν οκτώ, το ένα βαλμένο μέσα στο άλλο· από πάνω φαίνονταν του καθενός τα χείλη σαν κύκλοι και απ' έξω παρουσίαζαν επιφάνεια συνεχή, σα να ήταν ένα μόνο σφοντύλι γύρω από το στέλεχος· αυτό το στέλεχος πέρναγε καταμεσίς το κέντρο του όγδοου σφοντυλιού. Το πρώτο προς τα έξω σφοντύλι είχε τον κύκλο του χείλους πλατύτερον απ' όλους, δεύτερο στο πλάτος ερχόταν το χείλος του έκτου σφοντυλιού, τρίτο του τέταρτου, τέταρτο του όγδοου, πέμπτο του έβδομου, έκτο του πέμπτου, έβδομο του τρίτου και όγδοο του δεύτερου. Ο κύκλος που σχηματιζότανε από το χείλος του πιο μεγάλου σφοντυλιού είχε ποικίλα χρώματα, του έβδομου ήταν λαμπρότατος, ο όγδοος έπαιρνε από τον έβδομο το χρώμα και τη λάμψη του, ο δεύτερος και ο πέμπτος είχαν τα ίδια χρώματα, αλλά προς το ξανθότερο, του τρίτου το χρώμα ήταν το πιο άσπρο απ' όλα, του τέταρτου κοκκινωπό και του έκτου δεύτερο στην ασπράδα. Ολόκληρο το αδράχτι στρεφόταν γύρω στον άξονά του κατά την ίδια φορά, ενώ εσωτερικά οι επτά συγκεντρικοί κύκλοι περιστρέφονταν ήρεμα κατά την αντίθετη διεύθυνση· απ' αυτούς πάλι παραπολύ γρήγορα περιστρεφόταν ο όγδοος, κατά δεύτερο λόγο και ισόχρονα ο ένας με τον άλλο ο έβδομος, ο έκτος και ο πέμπτος· ο τέταρτος, όπως τους φαινότανε, ήταν τρίτος στην ταχύτητα, ο τρίτος τέταρτος και ο δεύτερος πέμπτος. Τούτο το αδράχτι στρεφότανε απάνω στα γόνατα της Ανάγκης. Απάνω σε καθέν' από τους κύκλους του στεκότανε από μια Σειρήνα που περιστρεφότανε κι' αυτή κ' έψαλλε με φωνή απάνω σ' ένα και τον ίδιο τόνο πάντοτε κανονισμένη, έτσι ώστε από τις οκτώ που ήσαν σχηματιζότανε μία και αρμονική συμφωνία. Γύρω από το αδράχτι και σε ίσες αποστάσεις κάθονταν απάνω σε θρόνο οι τρεις Μοίρες, θυγατέρες της Ανάγκης, η Λάχεση, η Κλωθώ και η Άτροπος, με άσπρα φορέματα και με στέμματα στο κεφάλι· συνόδευαν με το τραγούδι τους την αρμονία των Σειρηνών ψάλλοντας η Λάχεση τα περασμένα, η Κλωθώ τα τωρινά και η Άτροπος τα μέλλοντα. Η Κλωθώ αγγίζοντας κατά διαλείμματα με το δεξί της χέρι βοηθούσε στην εξωτερική περιστροφή του αδραχτιού, η Άτροπος πάλι με το αριστερό της χέρι βοηθούσε στις εσωτερικές περιστροφές· και η Λάχεση πιάνοντας πότε με το δεξί και πότε με το αριστερό της χέρι βοηθούσε και στα δύο είδη των περιστροφών. Μόλις έφτασαν εκεί, έπρεπε να παρουσιαστούν αμέσως μπροστά στη Λάχεση.
Τότε, πρώτα ένας προφήτης έδειξε στον καθένα τη θέση του και τη σειρά του, και αφού πήρε από τα γόνατα της Λάχεσης κλήρους και παραδείγματα ανθρώπινων βίων, ανέβηκε πάνω σ' ένα ψηλό βήμα και είπε:
«Αυτά εδώ τα λέγει η Λάχεση η παρθένος, της Ανάγκης η θυγατέρα. Τύχες εφήμερες, τώρ' αρχίζει άλλη περίοδος ζωής για το θνητό γένος με απόληξη πάλι το θάνατο. Δεν θα σας διαλέξη ο δαίμονας, αλλά σεις θα διαλέξετε το δαίμονά σας. Ο πρώτος που θα τον υποδείξη ο κλήρος, θα εκλέξη πρώτος το βίο του που θα τον ζήση κατ' ανάγκη. Η αρετή είναι κτήμα αδέσποτο, και καθένας θα πάρη απ' αυτή το μερδικό του ανάλογα με την τιμή ή την περιφρόνηση που θα της έχει. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για την εκλογή του· ο θεός ανεύθυνος».
Αφού είπε αυτά, έριξε απάνω σ' όλους τους κλήρους και καθένας έπαιρνε εκείνον που έπεσε μπροστά του, εκτός απ' αυτόν εδώ [τον Ήρα], γιατί εκείνον δεν τον άφησε· ήξερε λοιπόν καθένας απ' τον κλήρο του ποια ήταν η σειρά του να διαλέξη. Αμέσως έπειτα ο προφήτης έβαλε μπροστά τους καταγής τα παραδείγματα των βίων, πολύ περισσότερα από τον αριθμό των βρισκόμενων εκεί. Και ήσαν κάθε λογής· βίοι των ζώων όλων και όλων των ανθρώπων. Υπήρχαν λοιπόν μεταξύ τους τυραννίες, άλλες ισόβιες και άλλες που καταλύονταν στο μεταξύ και καταντούσαν σε πενία, εξορία και επαιτεία· υπήρχαν επίσης βίοι ανδρών επιφανών, άλλων για τις μορφές και τα κάλλη και για την άλλη δύναμη και την αγωνιστική τους ικανότητα, άλλων πάλι για την καταγωγή τους και για τις αρετές των προγόνων τους· υπήρχαν ακόμη βίοι ανδρών άσημων από τις απόψεις αυτές, και γυναικών ομοίως. Τάξη όμως ωρισμένη για τις επιδόσεις της κάθε ψυχής δεν υπήρχε καμιά, γιατί έπρεπε η καθεμιά κατ' ανάγκη να γίνη αλλιώτικη, ανάλογα με την εκλογή που θάκανε· τα άλλα παραδείγματα ήσαν ανακατωμένα μεταξύ τους και με πλούτη και φτώχειες, άλλα με αρρώστιες, άλλα με υγείες και άλλα με μέσες καταστάσεις. ― Εδώ λοιπόν, αγαπητέ μου Γλαύκων, φαίνεται πως βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον άνθρωπο· και γι' αυτό πρέπει ο καθένας μας, αφήνοντας κατά μέρος κάθε άλλο μάθημα, ν' αφοσιωθή ολοκληρωτικά σε κείνο μόνο που θα τον κάνη ικανό ν' αναζητήση και να βρη τον άνθρωπο που θα μπορέση να του μάθη νάναι σε θέση να διακρίνη με τέλεια γνώση το βίο το χρηστό και τον πονηρό και να προτιμά παντού και πάντοτε από τους δυνατούς τον καλύτερο, και ζυγίζοντας στο νου του όλα όσα είπαμε τώρα δα να κρίνη κατά πόσον αυτά, είτε συνδυαζόμενα το ένα με το άλλο είτε χωριστά θεωρούμενα, οδηγούν στην ορθή αντίληψη για την αρετή του βίου· έτσι, παραδείγματος χάρη, θα γνωρίζη πόση ομορφιά, άμα ανακατωθή με κάποιο βαθμό φτώχειας ή πλούτου και με ωρισμένη διάθεση της ψυχής, κάνει τον άνθρωπο καλό ή κακό· ποιο αποτέλεσμα μπορούν να έχουν η ευγενής και η ταπεινή καταγωγή και ο ιδιωτικός βίος και τα αξιώματα, οι σωματικές δυνάμεις και ασθένειες, η ευμάθεια και η δυσμάθεια και μ' ένα λόγο οι διαφορές της ψυχής φυσικές ή επίκτητες ιδιότητες, συναρμοζόμενες μεταξύ τους· ώστε, αφού τα λογαριάση όλ' αυτά, να είναι σε θέση, αποβλέποντας στη φύση της ψυχής, να κάνη την εκλογή του ανάμεσα στο χειρότερο και στον καλύτερο τρόπο ζωής, με τη βεβαιότητα ότι χειρότερος είναι εκείνος που πάει να κάνη την ψυχή αδικώτερη, και καλύτερος όποιος πάει να την κάνη δικαιότερη. Όλα τάλλα δεν θα τα λογαριάση για τίποτα, γιατί είδαμε ότι αυτή είναι η καλύτερη εκλογή που έχει να κάμη, είτε γι' αυτή τη ζωή είτε για την άλλη. Πρέπει ακόμη να κατεβή στον Άδη, κρατώντας αδιάσειστη αυτή την πεποίθηση, ώστε κ' εκεί να μη τον θαμπώσουν πλούτη και άλλα τέτοια κακά, κ' έτσι πέφτοντας σε τυραννίες και άλλες όμοιες πράξεις προξενήση πολλές κ' ανεπανόρθωτες συμφορές στους άλλους και στον εαυτό του ακόμη μεγαλύτερα παθήματα, αλλ' αντίθετα να μάθη πάντα να διαλέγη τρόπο ζωής που να στέκεται στο μέσον των όσων είπαμε και ν' αποφεύγη τα άκρα, από το ένα και από τ' άλλο μέρος, και σ' αυτή τη ζωή, όσο το δυνατόν, και σ' όλη την άλλη έπειτα· γιατί μόνο έτσι γίνεται ευτυχέστατος ο άνθρωπος.
Αφού δε έμειναν σ' εκείνο το λιβάδι επτά ημέρες, έπρεπε την όγδοη να ξεκινήσουν κ' έπειτα από τέσσερων ημερών πορεία έφταναν σ' ένα τόπο, όθε έβλεπαν ψηλά ένα φως που απλωνόταν σ' ολόκληρο τον ουρανό και τη γη, ευθύ ως στήλη και όμοιο με την Ίριδα, αλλά λαμπρότερο και καθαρώτερο· στο φως τούτο έφτασαν ύστερ' από πορεία άλλης μιας ημέρας· εκεί είδαν, στη μέση του φωτός, να είναι από τον ουρανό τεντωμένες οι άκρες των δεσμών του ―το φως χρησίμευε ως σύνδεσμος του ουρανού και συγκρατούσε ολόκληρο τον περιστρεφόμενο ουρανό, απαράλλακτα όπως τα υποζώματα των πλοίων― και στις άκρες ήταν στερεωμένο της Ανάγκης το αδράχτι που έδινε την κίνηση σε όλες τις ουράνιες περιστροφές· το στέλεχος και τ' αγκίστρι του ήταν από χάλυβα, το σφοντύλι όμως από μίγμα χάλυβα και άλλων μετάλλων. Η φύση του σφοντυλιού ήταν η εξής: ως προς το σχήμα έμοιαζε με τα δικά μας εδώ· και για να έχης ακριβέστερην ιδέα πώς το παράσταινε, πρέπει να φαντασθής ένα μεγάλο σφοντύλι κοίλο και φαγωμένο από μέσα εντελώς· μέσα σ' αυτό προσαρμοζόταν ένα άλλο μικρότερο, όπως οι κάδοι που μπαίνουν ο ένας μέσα στον άλλο· μέσα στο δεύτερο άλλο τρίτο, και πάλι ένα τέταρτο, και ακόμη άλλα τέσσαρα· γιατί όλα ήσαν οκτώ, το ένα βαλμένο μέσα στο άλλο· από πάνω φαίνονταν του καθενός τα χείλη σαν κύκλοι και απ' έξω παρουσίαζαν επιφάνεια συνεχή, σα να ήταν ένα μόνο σφοντύλι γύρω από το στέλεχος· αυτό το στέλεχος πέρναγε καταμεσίς το κέντρο του όγδοου σφοντυλιού. Το πρώτο προς τα έξω σφοντύλι είχε τον κύκλο του χείλους πλατύτερον απ' όλους, δεύτερο στο πλάτος ερχόταν το χείλος του έκτου σφοντυλιού, τρίτο του τέταρτου, τέταρτο του όγδοου, πέμπτο του έβδομου, έκτο του πέμπτου, έβδομο του τρίτου και όγδοο του δεύτερου. Ο κύκλος που σχηματιζότανε από το χείλος του πιο μεγάλου σφοντυλιού είχε ποικίλα χρώματα, του έβδομου ήταν λαμπρότατος, ο όγδοος έπαιρνε από τον έβδομο το χρώμα και τη λάμψη του, ο δεύτερος και ο πέμπτος είχαν τα ίδια χρώματα, αλλά προς το ξανθότερο, του τρίτου το χρώμα ήταν το πιο άσπρο απ' όλα, του τέταρτου κοκκινωπό και του έκτου δεύτερο στην ασπράδα. Ολόκληρο το αδράχτι στρεφόταν γύρω στον άξονά του κατά την ίδια φορά, ενώ εσωτερικά οι επτά συγκεντρικοί κύκλοι περιστρέφονταν ήρεμα κατά την αντίθετη διεύθυνση· απ' αυτούς πάλι παραπολύ γρήγορα περιστρεφόταν ο όγδοος, κατά δεύτερο λόγο και ισόχρονα ο ένας με τον άλλο ο έβδομος, ο έκτος και ο πέμπτος· ο τέταρτος, όπως τους φαινότανε, ήταν τρίτος στην ταχύτητα, ο τρίτος τέταρτος και ο δεύτερος πέμπτος. Τούτο το αδράχτι στρεφότανε απάνω στα γόνατα της Ανάγκης. Απάνω σε καθέν' από τους κύκλους του στεκότανε από μια Σειρήνα που περιστρεφότανε κι' αυτή κ' έψαλλε με φωνή απάνω σ' ένα και τον ίδιο τόνο πάντοτε κανονισμένη, έτσι ώστε από τις οκτώ που ήσαν σχηματιζότανε μία και αρμονική συμφωνία. Γύρω από το αδράχτι και σε ίσες αποστάσεις κάθονταν απάνω σε θρόνο οι τρεις Μοίρες, θυγατέρες της Ανάγκης, η Λάχεση, η Κλωθώ και η Άτροπος, με άσπρα φορέματα και με στέμματα στο κεφάλι· συνόδευαν με το τραγούδι τους την αρμονία των Σειρηνών ψάλλοντας η Λάχεση τα περασμένα, η Κλωθώ τα τωρινά και η Άτροπος τα μέλλοντα. Η Κλωθώ αγγίζοντας κατά διαλείμματα με το δεξί της χέρι βοηθούσε στην εξωτερική περιστροφή του αδραχτιού, η Άτροπος πάλι με το αριστερό της χέρι βοηθούσε στις εσωτερικές περιστροφές· και η Λάχεση πιάνοντας πότε με το δεξί και πότε με το αριστερό της χέρι βοηθούσε και στα δύο είδη των περιστροφών. Μόλις έφτασαν εκεί, έπρεπε να παρουσιαστούν αμέσως μπροστά στη Λάχεση.
Τότε, πρώτα ένας προφήτης έδειξε στον καθένα τη θέση του και τη σειρά του, και αφού πήρε από τα γόνατα της Λάχεσης κλήρους και παραδείγματα ανθρώπινων βίων, ανέβηκε πάνω σ' ένα ψηλό βήμα και είπε:
«Αυτά εδώ τα λέγει η Λάχεση η παρθένος, της Ανάγκης η θυγατέρα. Τύχες εφήμερες, τώρ' αρχίζει άλλη περίοδος ζωής για το θνητό γένος με απόληξη πάλι το θάνατο. Δεν θα σας διαλέξη ο δαίμονας, αλλά σεις θα διαλέξετε το δαίμονά σας. Ο πρώτος που θα τον υποδείξη ο κλήρος, θα εκλέξη πρώτος το βίο του που θα τον ζήση κατ' ανάγκη. Η αρετή είναι κτήμα αδέσποτο, και καθένας θα πάρη απ' αυτή το μερδικό του ανάλογα με την τιμή ή την περιφρόνηση που θα της έχει. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για την εκλογή του· ο θεός ανεύθυνος».
Αφού είπε αυτά, έριξε απάνω σ' όλους τους κλήρους και καθένας έπαιρνε εκείνον που έπεσε μπροστά του, εκτός απ' αυτόν εδώ [τον Ήρα], γιατί εκείνον δεν τον άφησε· ήξερε λοιπόν καθένας απ' τον κλήρο του ποια ήταν η σειρά του να διαλέξη. Αμέσως έπειτα ο προφήτης έβαλε μπροστά τους καταγής τα παραδείγματα των βίων, πολύ περισσότερα από τον αριθμό των βρισκόμενων εκεί. Και ήσαν κάθε λογής· βίοι των ζώων όλων και όλων των ανθρώπων. Υπήρχαν λοιπόν μεταξύ τους τυραννίες, άλλες ισόβιες και άλλες που καταλύονταν στο μεταξύ και καταντούσαν σε πενία, εξορία και επαιτεία· υπήρχαν επίσης βίοι ανδρών επιφανών, άλλων για τις μορφές και τα κάλλη και για την άλλη δύναμη και την αγωνιστική τους ικανότητα, άλλων πάλι για την καταγωγή τους και για τις αρετές των προγόνων τους· υπήρχαν ακόμη βίοι ανδρών άσημων από τις απόψεις αυτές, και γυναικών ομοίως. Τάξη όμως ωρισμένη για τις επιδόσεις της κάθε ψυχής δεν υπήρχε καμιά, γιατί έπρεπε η καθεμιά κατ' ανάγκη να γίνη αλλιώτικη, ανάλογα με την εκλογή που θάκανε· τα άλλα παραδείγματα ήσαν ανακατωμένα μεταξύ τους και με πλούτη και φτώχειες, άλλα με αρρώστιες, άλλα με υγείες και άλλα με μέσες καταστάσεις. ― Εδώ λοιπόν, αγαπητέ μου Γλαύκων, φαίνεται πως βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον άνθρωπο· και γι' αυτό πρέπει ο καθένας μας, αφήνοντας κατά μέρος κάθε άλλο μάθημα, ν' αφοσιωθή ολοκληρωτικά σε κείνο μόνο που θα τον κάνη ικανό ν' αναζητήση και να βρη τον άνθρωπο που θα μπορέση να του μάθη νάναι σε θέση να διακρίνη με τέλεια γνώση το βίο το χρηστό και τον πονηρό και να προτιμά παντού και πάντοτε από τους δυνατούς τον καλύτερο, και ζυγίζοντας στο νου του όλα όσα είπαμε τώρα δα να κρίνη κατά πόσον αυτά, είτε συνδυαζόμενα το ένα με το άλλο είτε χωριστά θεωρούμενα, οδηγούν στην ορθή αντίληψη για την αρετή του βίου· έτσι, παραδείγματος χάρη, θα γνωρίζη πόση ομορφιά, άμα ανακατωθή με κάποιο βαθμό φτώχειας ή πλούτου και με ωρισμένη διάθεση της ψυχής, κάνει τον άνθρωπο καλό ή κακό· ποιο αποτέλεσμα μπορούν να έχουν η ευγενής και η ταπεινή καταγωγή και ο ιδιωτικός βίος και τα αξιώματα, οι σωματικές δυνάμεις και ασθένειες, η ευμάθεια και η δυσμάθεια και μ' ένα λόγο οι διαφορές της ψυχής φυσικές ή επίκτητες ιδιότητες, συναρμοζόμενες μεταξύ τους· ώστε, αφού τα λογαριάση όλ' αυτά, να είναι σε θέση, αποβλέποντας στη φύση της ψυχής, να κάνη την εκλογή του ανάμεσα στο χειρότερο και στον καλύτερο τρόπο ζωής, με τη βεβαιότητα ότι χειρότερος είναι εκείνος που πάει να κάνη την ψυχή αδικώτερη, και καλύτερος όποιος πάει να την κάνη δικαιότερη. Όλα τάλλα δεν θα τα λογαριάση για τίποτα, γιατί είδαμε ότι αυτή είναι η καλύτερη εκλογή που έχει να κάμη, είτε γι' αυτή τη ζωή είτε για την άλλη. Πρέπει ακόμη να κατεβή στον Άδη, κρατώντας αδιάσειστη αυτή την πεποίθηση, ώστε κ' εκεί να μη τον θαμπώσουν πλούτη και άλλα τέτοια κακά, κ' έτσι πέφτοντας σε τυραννίες και άλλες όμοιες πράξεις προξενήση πολλές κ' ανεπανόρθωτες συμφορές στους άλλους και στον εαυτό του ακόμη μεγαλύτερα παθήματα, αλλ' αντίθετα να μάθη πάντα να διαλέγη τρόπο ζωής που να στέκεται στο μέσον των όσων είπαμε και ν' αποφεύγη τα άκρα, από το ένα και από τ' άλλο μέρος, και σ' αυτή τη ζωή, όσο το δυνατόν, και σ' όλη την άλλη έπειτα· γιατί μόνο έτσι γίνεται ευτυχέστατος ο άνθρωπος.
Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2024
ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΕΝΑΣ ΒΡΩΜΟΣΤΟΜΟΣ ΑΝΘΕΛΛΗΝΑΣ, ηθικός αυτουργός της Ιεράς Εξέτασης, προστάτης της παιδείας των Ρωμιών
Ο ΓΕΝΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΜΙΣΑΛΛΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΩΝ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ!!!
«Ο μεν γαρ Ελληνισμός πανταχού της γης εκταθείς και τας απάντων ανθρώπων ψυχάς κατασχών ούτως ύστερον μετά την τοσαύτην ισχύν και την επίδοσιν υπό της του Χριστού κατελύθη δυνάμεως».
Ιωάννης Χρυσόστομος, (Λόγος εις τον μακάριον Βαβύλαν και κατά Ελλήνων, 15)
Ιωάννης Χρυσόστομος, (Λόγος εις τον μακάριον Βαβύλαν και κατά Ελλήνων, 15)
Το άθλιο αυτό υποκείμενο της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας και του φανατισμού, αυτόν τον δολοφόνο του Ελληνικού πνεύματος, καθιέρωσαν οι χριστιανοί ως προστάτη της παιδείας του γένους των Ελλήνων. Ένα αίσχος και μια ντροπή των Ιουδαιοχριστιανών, οι οποίοι τιμούν τον αρχηγέτη των καταστροφέων των Ελλήνων και του πολιτισμού τους.
Ο σχιζοφρενικής φύσεως τραγέλαφος του Ελληνοχριστιανισμού αποτυπωμένος και στους τόμους των έργων του Ιωάννη Χρυσόστομου των εκδ. «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ» 1980. Επάνω και ψηλά τα εξώφυλλα γράφουν: «ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ». Ανοίγεις και διαβάζεις μέσα όλες τις λοιδορίες, κάθε είδους εμπαθείς συκοφαντίες και σωρεία ψευδών κατά των Ελλήνων!
Κανείς περισσότερο απ’ αυτόν τον «ιεράρχη» δεν σήκωσε τον τόνο της μισαλλοδοξίας υψηλότερα κατά πάντων των μη χριστιανών, με ιδιαίτερη μάλιστα ακράτεια κατά των Ελλήνων και των Ιουδαίων, τους οποίους βεβαίως για άλλους λόγους μισεί ακατάσχετα. Όταν η μισαλλοδοξία ενδύεται το ράσο «αγάπη», όπως θα καταδείξουμε στη συνέχεια.
Άπαντες οι μεταφραστές – παραφραστές των εν λόγω εκδόσεων παραφράζουν την λέξη Έλλην σε «ειδωλολάτρης», η οποία λέξη αναφέρεται κατά κόρον στα έργα του «πατρός» Ιωάννη. Η μοναδική εξαίρεση αποτυπώνεται στα εξώφυλλα. Διότι εάν δεν υπήρχε ο προφανής λόγος της εξαίρεσης αυτής, τότε αντί του «ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» θα έπρεπε να γράψουν «ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» οι αθεόφοβοι. Μη γένοιτο.
Δηλαδή όσοι πρώην Έλληνες αλλαξοπίστησαν παρέμειναν οι μοναδικοί Έλληνες, ενώ οι επιμένοντες στα πάτρια τώρα λέγονται ειδωλολάτρες! Μ’ άλλα λόγια οι βιασθέντες από τους Ρωμαίους Έλληνες, για να ασπαστούν δια πυρός και μαχαίρας το Ιουδαιοχριστιανικό δόγμα είναι οι γνήσιοι Έλληνες, ενώ οι ανυπότακτοι γουρούνια κατά τον Χρυσόστομο και για την ακρίβεια χειρότεροι απ’ αυτά (όπως σε λίγο θα τον ακούσουμε να τα ξεστομίζει μέσα από τα γραπτά του, ο Βρωμόστομος αυτός Ανθέλληνας).
Μέχρις εδώ έχουμε δύο εκκρεμότητες: η πρώτη λέγεται ειδωλολατρία και η δεύτερη βιασμός. Θα επιχειρήσουμε να ξεκαθαρίσουμε και τις δύο αποκλειστικά μέσα από κατ’ εξοχήν χριστιανικούς χώρους.
Και πρώτον για τα περί ειδωλολατρίας.
Νικόλαος Τωμαδάκης καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών, 1956. «Εισαγωγή εις την Βυζαντινή Φιλολογία» τόμος Α΄, τεύχος Α΄, Β΄έκδοση.
«Ο χριστιανισμός υπήρξε πολέμιος κατά κύριον λόγον του Ελληνισμού, ως ζωής και ως σκέψεως… η μεγαλυτέρα διαβολή την οποίαν ενήργησε κατά του κλασσικού κόσμου είναι η εμφάνισις αυτού ως ειδωλολατρικού. Λατρείαν των ειδώλων, δι’ ην κατηγορούν τα συναξάρια τους μη χριστιανούς συχνότατα, δεν εγνώρισαν οι Έλληνες, εν τούτοις το όνομα Έλλην συνέπεσε ταχύτατα με την έννοια του ειδωλολάτρης».
Κατά δεύτερον περί του βιασμού.
Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Πρύτανις στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, βιβλίο «Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ», έκδοση «Ψυχογιός» σελ. 17,
«Πράγματι κατά τη βασιλεία του Θεοδοσίου ο χριστιανισμός γίνεται η θρησκεία του κράτους. Εναντίων των ειδωλολατρών (διάβαζε Ελλήνων) εφαρμόσθηκαν μέτρα, που πήραν συχνά το χαρακτήρα πραγματικών διώξεων. Το μαντείο των Δελφών υποχρεώθηκε να σιγήσει, οι Ολυμπιακοί αγώνες και τα Ελευσίνια μυστήρια απαγορεύτηκαν, τα ιερά λεηλατήθηκαν από τους χριστιανούς, οι ιερείς, όπως γράφει ο Λιβάνιος υποχρεώθηκαν «να σιγήσουν ή να πεθάνουν». Και όλα αυτά βεβαίως στα πλαίσια της θρησκείας της αγάπης!
Και ρωτάμε του κ.κ. θεολόγους: γιατί αποφεύγετε να σχολιάσετε τα προαναφερθέντα των συναδέλφων και ομοθρήσκων σας, παρ’ όλο που σας προκαλέσαμε τόσες και τόσες φορές;; Μια που δεν μας το λέτε εσείς θα το φανερώσουμε εμείς: διότι στο διαμέτρημα του Τωμαδάκη και της Αλβελέρ χωρούν όλα μαζί τα δικά σας. Διότι δεν είστε επιστήμονες αλλά παπαδογλύφτες και κακόμοιροι καρεκλοθήρες.
Ο υβριστής των Ελλήνων
Αλλά είναι καιρός να δούμε πώς υβρίζει τους Έλληνες, ο Έλληνας κατά χριστιανούς πατέρας της εκκλησία: «Μωρούς», τόμος 18 σελ. 17, εκφέροντες «λόγους μάταιους κι ακάθαρτους», 18. 113, «δεισιδαίμονες» 34. 429, αιμομίκτες μετά μητέρων και αδελφών, 34. 497, ασοφότερους από τα ζώα, 34. 497. Επί πλέον «στιγματισμένους, χειρότερους από τους χοίρους που πασαλείβονται με περιττώματα», «κυνικά καθάρματα», «πανάθλιους», «παμμίαρους, αδιάντροπους» και χίλιες δυο άλλες ανυπόστατες λοιδορίες.
Την στιγμή αυτή όμως είναι απαραίτητο κανείς να ξεφυσήσει την μύτη του για να αποβάλλει τα κατάλοιπα της δυσωδίας, τα εκ της κακοσμίας του στόματος του πατρός αυτού προερχόμενα. Εάν ο άνθρωπος αυτός δεν πρέπει να ονομαστεί Ιωάννης ο Βρομόστομος τότε ποιος άλλος δικαιούται περισσότερο αυτό το όνομα; Κι εσύ καλό χριστιανόπουλο θα αναρωτηθείς τώρα γιατί σου κρύβουν με τόση επιμέλεια τα άπλυτα αυτά του πατρός σου; Γιατί σου τον φόρεσαν προστάτη της παιδείας σου;
Και μια περί παιδείας ο λόγος: από την «Εις την Α΄ Κορινθίους» Δ΄ ομιλία του, τόμος 18 σελ. 99, όπου ειρωνεύεται τον Πλάτωνα και περιφρονεί τα μαθηματικά «Πόσον εκοπίασεν ο Πλάτων με τους μαθητές του με το να μας συζητεί περί γραμμής και γωνίες και σημείου και περί αριθμών αρτίων και περιττών και ίσων μεταξύ των και ανίσων και δια τέτοια θέματα λεπτεπίλεπτα ως ο ιστός της αράχνης – διότι αυτά είναι δια την ζωήν περισσότερον άχρηστα από εκείνα τα υφάσματα – και χωρίς να ωφελήση πολύ ή ολίγον με τας συζητήσεις αυτάς εγκατέλειψεν έτσι την ζωήν».
Κακόμοιρε ορθόδοξε χριστιανέ που βασανίζεις ακόμα άσκοπα εντελώς τα τέκνα σου με εκατοντάκις λεπτεπιλεπτέστερα ζητήματα, στην παιδεία του προστάτη της Χρυσόστομου!
Όμως όσο και να απεχθάνεται κανείς το φως του ήλιου, όσο και να προσπαθεί να το αποφύγει, κάποια στιγμή θα σηκώσει το βλέμμα του προς αυτό και προς στιγμή τουλάχιστον θα αντιληφθεί το μέγεθος της λαμπρότητάς του.
Ιδού τι μας ομολογεί ο πατήρ Χρυσόστομος:
«Δια να καταισχύνωμεν και του Έλληνας. Διότι τώρα, αν και θέλω να απευθύνομαι προς αυτούς, ενώ τους νικώμεν εις τους λόγους και εις την αλήθεια των δογμάτων, επισύρωμεν εις βάρος μας τον χλευασμόν από την σύγκρισιν του βίου, αφού εκείνοι μεν, αν και ευρίσκονται εις την πλάνην και δεν πιστεύουν εις τίποτε ισάξιον με την ιδικήν μας πίστιν, όμως ζουν βίον φιλοσοφίας, ενώ εμείς κάμνομεν το εντελώς αντίθετον».
Εις την Α΄ Κορινθίους» Ομιλία Ζ΄ τόμος 18 σελ. 197. Στον ίδιο δε τόμο σελ. 177 λέει:
«αλλ’ εγώ τώρα θρηνώ, όταν Έλληνες είναι φιλοσοφώτεροι από εμάς που έχομεν εντολή να μιμούμεθα αγγέλους». Στην δε σελ. 103 του ίδιου τόμου λέει «Ας μιμηθώμεν τουλάχιστον τους βαρβάρους εμείς οι πολίται των ουρανών».
Από τις ομολογίες αυτές μάλλον διαφαίνεται ότι ο συρφετός αυτός του χριστιανικού όχλου δεν είχε καμμιά πιθανότητα να καθιερώσει την θρησκεία αυτή, εάν δεν έπονταν η βία και το μακελειό των Ρωμαίων αυτοκρατόρων κατά των Ελλήνων. Επρόκειτο βεβαίως περί μιάς ουσιαστικής γενοκτονίας. Αλλά δεν γίνεται να υπάρξει ένας Θεοδόσιος, ένας Αρκάδιος ή ένας Ιουστινιανός (άπαντες δολοφόνοι των Ελλήνων) εάν δεν προηγηθεί ένας Χρυσόστομος. Όπως ούτε Λένιν άνευ Μαρξ. Αλλά ούτε και Χρυσόστομος άνευ Χριστού.
Ο γενάρχης των γενοκτονιών
Και εξηγούμαστε: Κατά Λουκάν (19.27) «πλήν τους εχθρούς μου εκείνους τους μη θελήσαντές με βασιλεύσαι επ’ αυτούς, αγάγετε ώδε και κατασφάξατε αυτούς έμπροσθέν μου». Τα λόγια αυτά βγαίνουν από το στόμα του θεού της αγάπης παρακαλώ, του Χριστούλη. Μωρέ αυτός δεν ήταν που έλεγε να αγαπάμε του εχθρούς μας! Έλεος κύριε θεολόγε… εξηγήστε μας πριν αποτρελαθούμε, δεν μπορεί κάπου θα σφάλουμε, κάτι παρεξηγούμε.
Έχετε δίκιο αγαπητοί μου αδελφοί, απαντά ο θεολόγος, δεν εννοεί εδώ αυτό που αντιληφθήκατε, και συνεχίζει, πρόκειται για το επιμύθιο της παραβολής των μνων. Είναι παραβολικό, δεν αντιλαμβάνεσθε διότι δεν έχετε καθαρή καρδιά. Δεν τυγχάνετε της χάριτος του θείου Πνεύματος.
Έτσι αποφαίνεται πάντοτε ο θεολόγος, ο κατ’ εξοχήν άνθρωπος του θεού, ο αρχιψευταράς της οικουμένης των ανθρώπων. Τους ερωτώ λοιπόν: καλά εσείς είστε ανώτεροι θεολόγοι από τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο; Αμέσως λαμβάνω απ’ όλους την ίδια απάντηση: μη γένοιτο, εμείς μπροστά στον μέγιστο των αγίων;; Θα παραδεχτείτε λοιπόν την άποψή του περί του προαναφερθέντος χωρίου; Μα φυσικά απαντούν άπαντες. Απαντούν δε με άνεση περί της παραδοχής τους διότι από τους αθεόφοβους αυτούς ουδείς έχει ανοίξει βιβλίο του Χρυσοστόμου.
Με την επαλήθευση δε αυτή αποδεικνύονται και ανήθικοι διότι όταν τους διαβάσεις τον Χρυσόστομο να διευκρινίζει ότι προσέξτε δεν είναι παραβολικό το λεχθέν του Χριστού, που λέει «κατασφάξατέ τους έμπροσθέν μου» όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, τότε οι θεολόγοι αυτοί αντί να παραδεχτούν από την μια την άγνοιά τους για τα ζητήματα των ευαγγελίων, κι από την άλλη το ποιόν του θεού τους, επιδεικνύουν πάντοτε συμπεριφορά υβριστική και επιθετική (ομιλώ εκ πείρας).
Το μίσος του προς τους Ιουδαίους
Και για του λόγου το αληθές ιδού η άποψη του αγίου περί της επιθυμίας του Χριστού προς σφαγή των απειθούντων προς τις εντολές του: «Λόγος κατά Ιουδαίων» τόμος 34 σελ. 107,
«πράγμα που έπαθαν και οι Ιουδαίοι, οι οποίοι, αφού κατέστησαν τους εαυτούς τους άχρηστους για εργασία έγιναν κατάλληλοι για σφαγή» (οι Ιουδαίοι ουδέποτε δέχτηκαν τον Χριστό ως Μεσσία). Και συνεχίζει ο άγιος «Γι’ αυτό και ο Χριστός έλεγε: τους εχθρούς μου που δεν θέλησαν να βασιλεύσω σ’ αυτούς οδηγήστε τους εδώ και κατασφάξετέ τους». (Λουκ. 19:27)
Ο άγιος λοιπόν πατέρας αυτός μας επιβεβαιώνει κατηγορηματικώς ότι ο Χριστούλης όλ’ αυτά τα έλεγε και τα εννοούσε τοις μετρητοίς. Για όσους δεν ευκολύνονται να διαβάσουν τον «Α΄ Λόγον κατά Ιουδαίων» του Χρυσοστόμου, θα σταχυολογήσουμε εδώ μερικούς από τους απάνθρωπους χαρακτηρισμούς του κατά των ανθρώπων αυτών, χάριν του εξανεμισμού κάθε αμφιβολίας για το άσβεστο μίσος του και την γενοκτονική διάθεσή του προς αυτούς. Τους χαρακτηρίζει λοιπόν:
«Άθλιους και ταλαίπωρους, παράνομους, ασεβείς, ευρισκομένους στο σκοτάδι, συγγενείς των σκύλων, ελεεινότερους πάντων, μέθυσους, πόρνους, χειρότερους των χοίρων και των τράγων, βέβηλους μιαρούς, δαιμονιζόμενους, απάνθρωπους, άρπαγες και ένα σωρό άλλους παρόμοιους χαρακτηρισμούς».
Για δε την συναγωγή τους, «Ή καλύτερα δεν είναι μόνον πορνείον και θέατρο, αλλά και σπήλαιο ληστών και καταφύγιο θηρίων», επίσης «δι’ αυτό λοιπόν προπάντων πρέπει να μισήτε και αυτούς και την συναγωγή τους».
«Αλλά τώρα έχουν αποστερηθεί κάθε συγγνώμης». Πώς στο όνομα του θεού της αγάπης, της συγχώρησης και της αποδοχής της μετάνοιας αφαιρεί κάποιος άγιος κάθε συγνώμη από κάποιους; Ο ίδιος ο Χριστός επάνω από τον σταυρό δεν παρακάλεσε τον πατέρα του τον Γιαχβέ να συγχωρήσει αυτούς που τον σταύρωναν; Αυτός που διακηρύττει τα αντίθετα δεν είναι αντίχριστος;
«Ώστε ως προς την ασέβεια καμμιά διαφορά δεν υπάρχει μεταξύ αυτών και των Ελλήνων».
Ο Νίτσε τίναξε στον αέρα την φλογερή φιλία του με τον Βάγκνερ λόγω του αντισημιτισμού που διέκρινε στον μεγάλο μουσικοσυνθέτη. Και μετά μας είπαν ότι το μίσος του Χίτλερ κατά των Εβραίων πήγασε από τις ιδέες του Νίτσε! Η επίδοση του χριστιανικού κόσμου στο αναποδογύρισμα της ιστορίας είναι πλέον δαιδαλώδης.
Και συνεχίζουμε με τα χείριστα του πατρός της μισαλλοδοξίας και της γενοκτονίας:
«Κι αν ακόμη φονεύσει κάποιος κατά το θέλημα του θεού, ο φόνος αυτός είναι από κάθε φιλανθρωπία καλύτερος, ενώ αν κάποιος από λύπη δείξη ευσπλαχνία και φιλανθρωπία, παρά το θέλημα του θεού, θα μπορούσε η φειδώ αυτή να αποβή πιο μιαρή από οποιοδήποτε φόνο»!
Εάν κανείς διαβάσει αυτά απαίσια και σιχαμερά λόγια και εξακολουθεί να θεωρεί το κτήνος αυτό άγιο τότε θα πρέπει να γνωρίζει ότι χρειάζεται επειγόντως ψυχίατρο.
Ασφαλώς πρόκειται για την ιδρυτική διακήρυξη της γενοκτονίας. Για έναν ορισμό της από θετική αλλά και από αρνητική θέση. Όταν ο ταύρος πιάνεται για τα καλά κι από τα δύο κέρατα. Αρκεί ο άγιος να δηλώσει ότι η δολοφονία των ανθρώπων, τους οποίους αυτός μισεί, είναι θέλημα του θεού του. Πράγματι ο κακούργος αυτός Χρυσόστομος χρηματοδότησε ορδές χριστιανών για να δολοφονήσουν Έλληνες και να καταστρέψουν ιερά, ναούς και δημόσια κτίρια του Ελληνισμού.
Ο Ναός Αρτέμιδος στην Έφεσο ήταν ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Αποτελούνταν από διπλή ιωνική κιονοστοιχία από 117 κίονες εξωτερικά και τριπλή κιονοστοιχία στη δυτική πλευρά. Το 406 μ.Χ. ο Ιωάννης Χρυσόστομος διέταξε την εκθεμελίωση και πυρπόλησή του: «Μαθών δε την Φοινίκην έτι περί τας των δαιμόνων τελετάς (ο Ιωάννης Χρυσόστομος) μεμηνέναι, ασκητάς μεν ζήλω θείω πυρπολουμένους συνέλεξε, νόμοις δε αυτούς οπλίσας βασιλικοίς κατά των ειδωλικών εξέπεμψε τεμενών, τα δε τοις καταλύουσι τεχνίταις και τοις τούτων υπουργοίς χορηγούμενα χρήματα ουκ εκ ταμιείων βασιλικών λαμβάνων ανήλισκεν, αλλά τας πλούτω κομώσας και πίστει λαμπρυνομένας γυναίκας φιλοτίμως ταύτα παρέχειν ανέπειθε, την εκ της χορηγίας φυομένην ευλογίαν επιδεικνύς τους μεν ουν υπολειφθέντας των δαιμόνων σηκούς τούτον τον τρόπον εκ βάθρων ανέσπασεν» (Θεοδώρητος, Εκκλησιαστική Ιστορία, 329-330). Άλλα τεμάχια του ναού χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση χριστιανικών ναών στην περιοχή κι άλλα μεταφέρθηκαν αργότερα κατ΄ εντολή του Ιουστινιανού στην Κωνσταντινούπολη για την ανέγερση της Αγίας Σοφίας, στη βάση του τρούλλου της οποίας υπάρχουν τέσσερις γρανιτένιοι κίονες από την Έφεσο. Στην Έφεσο έχει απομείνει από τις καταστροφές των χριστιανών: Ένας πρόχειρα πρόσφατα αναστηλωμένος κίονας.
Η θεωρία όμως θέλει και το παράδειγμά της: «Λόγος κατά Ιουδαίων Δ΄» σελ. 199,
«Ο Φινεές λοιπόν, που διέπραξε σε μια στιγμή δύο φόνους, φονεύοντας έναν άνδρα και μια γυναίκα, τιμήθηκε με το αξίωμα της ιεροσύνης, ενώ αυτός όχι μόνον δεν μόλυνε με το αίμα τα χέρια του αλλά καθαρώτερα τα έκαμε». Αυτός είναι ο πατέρας και θεωρητικός των Ιεροεξεταστών του μεσαίωνα. Δεν μπορεί να υπάρξει καμμιά αμφιβολία.
Η γενοκτονική διάθεση ποτίζεται και λιπαίνεται με το μίσος. «Αλλά γι’ αυτό κυρίως μισώ την συναγωγή», σελ. 323, «Γι’ αυτό και εγώ μισώ τους Ιουδαίους».
Μωρέ καλά χριστιανόπουλα τι γίνεται εδώ πέρα; Πολύ δούλεμα δεν πέφτει; Αυτός ο αθεόφοβος διατυμπανίζει το μίσος στο όνομα του «αγαπάτε του εχθρούς σας». Είναι καιρός τώρα να κατανοήσετε γιατί η ορθοδοξία έθεσε σε δεύτερη μοίρα τα ευαγγέλια, για να μη πω ότι υποβάθμισε κυριολεκτικά, υπέρ των λεγόμενων Πατέρων της εκκλησίας.
Η καραμέλα που πιπιλίζουν τους τελευταίους αιώνες οι ταγοί της ορθοδοξίας λέγεται πατερική παράδοση. Γιατί άραγε; Γιατί ανασυντάχθηκαν ένα σωρό χριστιανικά δόγματα (Ευαγγελιστές κ. ά.) αποκλειστικά στα ευαγγέλια, γράφοντας στα παλιά τους τα παπούτσια Πατέρες και αγίους Αγίους; Αυτοί όλοι κάτι μυρίστηκαν. Κάτι τους βρόμισε ανυπόφορα. Η δική σας μύτη αποξεράθηκε τελείως;
Αλλά ας συνεχίσουμε με τον Ιωάννη, γιατί ο άνθρωπος είναι ατελείωτος στην κακία του. «Κατά Ιουδαίων Λόγος Η΄» σελ. 399, «Υπάρχουν επομένως αμαρτήματα που υπερβαίνουν κάθε συγγνώμη και δεν μπορεί να υπάρξει απολογία γι’ αυτά»!!! Πάει περίπατο η εξομολόγηση.
Στο σημείο αυτό όμως τίθεται ευλόγως το ερώτημα: σε τι είδους ανθρώπους απευθύνονταν αυτός ο ιεράρχης και πώς τους διαπαιδαγωγούσε για τον καθημερινό βίο; Ας τα ακούσουμε καλύτερα από το στόμα του ίδιου.
ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ
«Όπως ακριβώς δεν ωφελεί καθόλου η περιτομή ούτε βλάπτει η έλλειψις περιτομής, έτσι ούτε βλάπτει η δουλεία ούτε ωφελεί η ελευθερία»!!! «Εις την Α΄ Κορινθίους Ομιλία» ΙΘ΄ σελ. 535.
Και συνεχίζει αμέσως αναφερόμενος στα λόγια του Παύλου:
«Και δια να καταδείξη τούτο με μεγαλυτέραν σαφήνειαν λέγει – αλλά και αν ημπορείς να γίνεις ελεύθερος, χρησιμοποίησε περισσότερον την δουλείαν – δηλαδή να είσαι περισσότερο δούλος. Και διατί τέλος πάντων αυτόν που δύναται να ελευθερωθεί τον συμβουλεύει να παραμείνη δούλος. Διότι θέλει να δείξη ότι καθόλου δεν βλάπτει η δουλεία, αλλ’ ωφελεί μάλιστα».
Και ενώ τα λέει τα πράγματα εντελώς ξεκάθαρα, για να μη ξεφύγει και κανείς απρόσεκτος, κερνάει ακόμη μια γύρα από το ναρκωτικό της δουλείας:
«Και γνωρίζω μεν ότι μερικοί ισχυρίζονται ότι το – χρησιμοποίησε περισσότερο – (εννοεί του Παύλου) το είπε περί ελευθερίας, υποστηρίζοντες ότι σημαίνει, εάν ημπορείς να ελευθερωθής, ελευθερώσου.. Δεν λέγει λοιπόν τούτο, αλλ’ εκείνο που είπα προηγουμένως, θέλων να δειξη ότι δεν κερδίζει τίποτε περισσότερον αυτός που γίνεται ελεύθερος και επομένως, λέγει, και αν ακόμη εξαρτάται από σένα να ελευθερωθής, μάλλον μένε ως δούλος».
Αυτό το κάθαρμα της κοινωνίας αποκαλεί τους Έλληνες μωρούς. Ξέρετε γιατί; Διότι οι Έλληνες προτιμούσαν τον θάνατο από την δουλεία.
Ο βρωμερός μισογυνισμός του
“Γενικά όμως είναι ένα σκουλήκι (η γυναίκα) που σέρνεται, η κόρη του ψεύδους, ο εχθρός της ειρήνης.
Ο κατάλογος των αμαρτημάτων και των αδυναμιών της είναι ατελείωτος.
Είναι ελαφρόμυαλη, φλύαρη και ακόλαστη. Πάνω απ’ όλα είναι παθιασμένη με την πολυτέλεια και τις δαπάνες.
Φορτώνεται με κοσμήματα, πουδράρει το πρόσωπό της, βάφει τα μάγουλά της με κοκκινάδια, βάζει μυρωδικά στα ρούχα της, και έτσι γίνεται θανάσιμη παγίδα για τον εκμαυλισμό των νέων μέσω όλων των αισθήσεων.
Όσος και αν είναι ο πλούτος, δεν επαρκεί για να ικανοποιήσει την γυναικεία επιθυμία.
Μέρα και νύχτα η γυναίκα δεν σκέφτεται τίποτε άλλο παρά το χρυσάφι και τα πολύτιμα πετράδια, τα υφάσματα και τα κεντήματα, τις κρέμες και τα αρώματα. Αν δεν υπήρχε η σεξουαλική επιθυμία, κανένας άντρας με τα σωστά του δεν θα ήθελε να μοιράζεται το σπίτι του με μια γυναίκα και να υφίσταται τις επακόλουθες ζημιές, παρά τις οικιακές εργασίες που εκτελεί. Γι’ αυτό το λόγο ο Θεός, γνωρίζοντας την ελεεινή της φύση, την προίκισε με το όπλο της σεξουαλικότητας…” “ΕΚΛΟΓΑΙ: ΛΟΓΟΣ Δ΄, ΠΕΡΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΣΩΦΡΟΣΥΝΗΣ“, MIGNE 63.
ΕΠΑΙΝΟΣ ΤΗΣ ΜΟΙΧΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΔΙΔΕΙ ΣΤΗΝ «ΕΥΜΗΧΑΝΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΟΦΙΑΝ»
Είναι καταγεγραμμένο στην Βίβλο ότι ο Αβραάμ εξέδιδε την γυναίκα του στους βασιλιάδες της εποχής του, παρουσιάζοντάς την για αδελφή του. Ακούστε τώρα πώς ο ανήθικος αυτός άνθρωπος επαινεί και τον Αβραάμ και την Σάρρα, για τις πράξεις τους αυτές (αξίζει τον κόπο να διαβάσετε όλη αυτή την ιστορία, με κάθε λεπτομέρεια, Σάρρα, η νύφη της συμφοράς):
«Είδες την θαυμάσιαν τούτη γυναίκα που λάμπουσα από της ψυχής το κάλλος αλλά και της όψεως, στις (υποδείξεις) του δικαίου (Αβραάμ) πορευομένη; Αυτήν να μιμείσθε γυναίκες… (!) αυτό είναι φιλίας και υπακοής γνώρισμα… υπέρ του δικαίου (Αβραάμ) και εις μοιχείαν εαυτήν (Σάρρα) εξέδωσεν και συνουσίας ανέχετο βαρβαρικής (!!!) …Είδες αγαπητέ μου την ευμήχανον του θεού σοφία;» Ι. Χρυσοστόμου Παραινετικός… της αγίας Τεσσαρακοστης Ομιλία ΛΒ΄ ε΄25… ή (53.299.22.εως 53.300.48) ή ΤLG Joannes Chrysostomus Scr. Work #112 53.300.46
Η απέχθειά του προς τον χορό και το τραγούδι
Στο βιβλίο του Αλέξη Σολωμού με τον τίτλο «Ο Άγιος Βάκχος» διαβάζουμε, μεταξύ των άλλων σχετικών, για τον αρχιπατέρα της χριστιανικής εκκλησίας Χρυσόστομο: «δεν τον ενοχλούσαν μονάχα οι παραστάσεις των χορευτών και των μίμων. Ζητούσε από τους χριστιανούς να ξεγράψουν οριστικά κάθε λαϊκό τους τραγούδι. Οι αγωγιάτες να μην τραγουδάνε πάνω στο κάρο τους ούτε οι κοπέλες στον αργαλειό τους ούτε οι μανάδες νανουρίζοντας τα μωρά τους. Τα λείψανα αυτά της αρχαίας Ελληνικής ζωής έπρεπε να τα αντικαταστήσουν με ψαλμούς του Δαβίδ».
Χίλια χρόνια αργότερα οι μαθητές του μισέλληνα και ανώμαλου αυτού ανθρώπου έψελναν τα εξής: «Σίγησον Ορφεύ, ρίψον Ερμή την λύραν, τρίπους ο Δελφοίς δύνον εις λήθην έτι. Δαβίδ γαρ ημίν πνεύματος κρούων λύραν…». Ας δούμε όμως τι έψελνε ο Δαβίδ με την λύρα του αλλά και οι συνάδελφοί του μεταξύ των άλλων: «και επεγερώ τα τέκνα σου, Σιών, επί τα τέκνα των Ελλήνων και ψηλαφήσω ρομφαίαν μαχητού. Και κύριος έσται επ’ αυτούς και εξελεύσεται ως αστραπή βολής» (Ζαχαρίας Θ, 13-15).
Στο «ΠΗΔΑΛΙΟ» (εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Καρόλου Ντηλ 4, Θεσς/νίκη) κατά τον χριστιανικό κόσμο «είναι η Διαθήκη μετά την καινή και την παλαιά, η μετά τας αγίας γραφάς αγία Γραφή») διαβάζουμε από την εν Λαοδικεία τοπική σύνοδο εν έτει 364, κανών 53ος:
«ότι ου δει χριστιανούς εις γάμους απερχομένους βαλλίζειν ή ορχήσθαι αλλά σεμνώς δειπνείν ή αιριστείν ως πρέπει Χριστιανοίς». Κατηγορηματική δηλαδή απαγόρευση του τραγουδιού και του χορού, των κατ’ εξοχήν Ελληνικών αυτών στοιχείων.
Η διαταγή του βυζαντινού αυτοκράτορα Αρκάδιου στα τέλη του 4ου αιώνα, το περίφημο «ες έδαφος φέρειν», το οποίο αφορούσε στην ισοπέδωση κάθε ελληνικού ναού και δημοσίου κτίσματος, δεν ίσχυσε καθόλου λιγότερο και για το ελληνικό τραγούδι, απ’ ότι διαπιστώνουμε.
Στον 55ο κανόνα διαβάζουμε: «ότι ου δει ιερατικούς ή κληρικούς, αλλ’ ουδέ λαϊκούς, εκ συμβολής συμπόσια επιτελείν». Απαγόρευση των συμποσίων στους πάντες: κληρικούς και λαϊκούς. Μας είναι γνωστό όμως τι συνέβαινε στα συμπόσια: «μολπή τ’ ορχηστός τε, τα γαρ αναθήματα δαιτός», μας πληροφορεί ο Όμηρος. Ότι το τραγούδι κι ο χορός είναι τα στολίδια του συμποσίου.
Χαρείτε χριστιανοί τον προστάτη της παιδείας σας. Αυτό το μισαλλόδοξο τέρας. Τον υμνητή της γενοκτονίας. Τον λάτρη της δουλείας. Τον κατ’ εξοχήν ανθέλληνα. Τον θεωρητικό και πρακτικό Ελληνοκτόνο.
Μια λίστα από τον οχετό των ύβρεων που εξέμεσε ο ανθέλλην Ιωάννης ο Χρυσόστομος (βρομόστομος) σε βάρος των Ελλήνων:
• Πού είναι τώρα οι σοφοί των Ελλήνων με τα πυκνά τους γένια, με τους έξωμους χιτώνες τους και με τα παραφουσκωμένα λόγια; Όλη την βάρβαρη Ελλάδα ο σκηνοποιός (ο Παύλος) επέστρεψε (=εκχριστιάνισε). Ας είναι ανάμεσά τους κι αυτός ο περιβόητος Πλάτων, που τρεις φορές πήγε στη Σικελία, γεμάτος επίδειξη και κομπορρημοσύνη, μα κανείς δεν του έδωσε προσοχή. Όμως εκείνος ο σκηνοποιός όχι μόνο στη Σικελία, όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και σ’ όλη την οικουμένη πέταξε και δεν σκανδάλισε, και είναι φυσικό, γιατί οι διδάσκαλοι δεν καταφρονούνται από την εργασία τους αλλά από τα ψέμματά τους.» Στο έργο του «Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους επιστολήν»:
• Αυτόθι: «Δεν βλέπετε στους Ολυμπιακούς αγώνες, όταν ο αγωνοθέτης βαδίζει διαμέσου της Αγοράς, πόση ευταξία και σιωπή υπάρχει στο λαό; Πώς λοιπόν εκεί που ο Διάβολος πομπεύει, υπάρχει τόση σιωπή και εδώ που είναι ο Χριστός έχει τόσο θόρυβο;»
• Στην ομιλία του «Εις Τεσσαρακοστήν»: Ας ντραπούν οι Έλληνες βλέποντας την αγάπη με την αποδεχόμαστε και ασπαζόμαστε τον ερχομό της Αγίας Τεσσαρακοστής, κι ας ονομάζουν εκείνοι γιορτές και πανηγύρια τη μέθη και όλες τις ακολασίες και ασχήμιες.»
• Στην «Εις την Α΄ Κορινθίους Δ΄ Ομιλία»: Πόσο κόπιασε ο Πλάτων με τους μαθητές του με το να μας συζητεί περί γραμμής και γωνίας και σημείου και περί αριθμών αρτίων και περιττών και ίσων μεταξύ τους και ανίσων και για τέτοια θέματα λεπτεπίλεπτα ως ο ιστός της αράχνης- δίιότι αυτά στη ζωή είναι περισσότερο άχρηστα από εκείνα τα υφάσματα- και χωρίς να ωφελήσει πολύ ή λίγο με τις συζητήσεις αυτές εγκατέλειψε έτσι τη ζωή;
• Στην «Εις την Α΄ Κορινθίους ομιλία Ζ΄»: …Για να καιταισχύνουμε και τους Έλληνες. Διότι τώρα αν και θέλω να απευθύνομαι σε αυτούς, διστάζω, μήπως ενώ τους νικούμε στους λόγους και στην αλήθεια των δογμάτων επισύρουμε εις βάρος μας τον χλευασμό από τη σύγκριση του βίου, αφού εκείνοι μεν, αν και βρίσκονται στην πλάνη και δεν πιστεύουν σε τίποτα ισάξιο με τη δικά μας πίστη, όμως ζουν βίο φιλοσοφίας ενώ εμείς κάνουμε το εντελώς αντίθετο. Όμως θα μιλήσω, γιατί προσπαθώντας να ανταγωνιζόμαστε αυτούς, ίσως επιδιώξουμε να γίνουμε καλύτεροι από αυτούς και στην ίδια τη ζωή.
• Στον «ΚΣΤ΄ λόγον εις την Α΄ Κορινθίους»: Αλλά εγώ τώρα θρηνώ, όταν οι Έλληνες είναι φιλοσοφώτεροι από εμάς, που έχουμε την εντολή να μιμούμαστε αγγέλους.
• Στην παρ. β της ομιλίας «Ότι ο Θεός είναι ο Χριστός»: (οι απόστολοι) τους βαρβάρους και Έλληνες και κάθε άλλο έθνος κατατρόπωσαν.
• Οι Έλληνες είναι βρομεροί και πανάθλιοι, μιαροί και παμμίαροι. («Εις τον Μακάριο Βαβύλα» λόγος Β΄ παρ. α)
• Ο Κύριος μας Ιησού Χριστός…είπε και τούτο: «Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, αυτός που πιστεύει σ’ εμένα, τα έργα τα οποία κάνω εγώ και εκείνος θα κάνει, και μεγαλύτερα απ’ αυτά θα κάνει.» Βέβαια πολλοί άλλοι και διδάσκαλοι ήταν και μαθητές είχαν και θαύματα φανέρωσαν, όπως καυχώνται οι παίδες των Ελλήνων, κι όμως ουδέποτε κανείς από αυτούς εσκέφθη τίποτα τέτοιο ούτε τόλμησε να πει Ούτε μπορούσε ποτέ κανένας Έλληνας κι ας ήταν τελείως αδιάντροποι να παρουσιάσει προφητεία ή τέτοιο λόγο δοσμένο σ’ αυτούς…, ενώ για όλα τα’ άλλα μιλούν αδιάντροπα και λένε ψέματα, όσα τους κατέβουν στο κεφάλι, τίποτα τέτοιο δεν τόλμησαν να πλάσουν ποτέ. Είδαν με πολλοί πονηριά οι συμφοριασμένοι εκείνοι ότι αυτός που θέλει να εξαπατήσει, πρέπει να κατασκευάσει μερικά πράγματα πιθανά και καλοστολισμένα και τόσο καλοπλεγμένα πουθενά να μην αποδειχθεί η ψευτιά τους. Έφτιαξαν και έπλασαν όσα μπορούσαν για να ξεγελάσουν τους πιο αφελείς.
• Πόση είναι η διαφορά ανάμεσα στην ανωτερότητα των χριστιανών και στη ντροπή των Ελλήνων (ενθ. Ανωτ. Παρ.α)
• «(Είναι δυνατόν οι Χριστιανοί) να είναι χειρότεροι από τους Έλληνες. Διότι αν εκείνοι για τη δόξα επέδειξαν τόσο κενή φιλοσοφία, πόσο περισσότερο για το Θεό πρέπει εμείς να είμαστε ενάρετοι;» («Εις Μακάριον Βαβύλαν» λόγος Β΄ και «κατά Ιουλιανού και προς Έλληνας» παρ. ζ)
• «Έτσι έκανε και ο Παύλος βρίσκοντας το επίγραμμα (ενν. το τω αγνώστω Θεώ) γραμμένο στο βωμό σαν σε παράταξη εχθρική… Γιατί ήταν εκείνο το επίγραμμα ξίφος των Αθηναίων, μαχαίρι των εχθρών, με το μαχαίρι αυτό απέκοψε το κεφάλι των εχθρών» («Ομιλία εις τας Πράξεις των Αποστόλων» Α΄)
• «Ταύτα ουν εννοήσαντες και την άνοιαν και παραπληξίαν των Ελλήνων…» («Εις τον πτωχόν Λάζαρον» λόγος Ε΄ παρ. β)
• «…εντρέπει Έλληνας…Ημείς γαρ εσμέν αίτιοι του μένειν αυτούς επί της πλάνης (Ομιλία ΟΒ΄, «Περί της αγάπης και βίου ορθού και ότι ταύτα μάλιστα τους Έλληνας εντρέπει»)
• «(Ο άγιος Βαβύλας) διήλεγξε (=φανέρωσε) την των Ελλήνων απάτην.» «Εις Μακάριον Βαβύλαν» β παρ. κγ)
• «Ο Απόστολος Παύλος σκόρπισε το χριστιανικό κήρυγμα και η ελληνική πλάνη διαλύθηκε» («Εις τον Απόστολον Παύλον» ομιλία Δ΄)
• «Καταγελώντες μεν της ελληνικής πλάνης» («Περί μοίρας και προνοίας» Β΄)
• «Φλυαρίες και γελοιότητες είναι όλα αυτά της ελληνικής ανοησίας» («Εις Μακάριον Βαβύλαν» λόγος Β΄ παρ. δ)
• «Αληθώς Έλληνες αεί παίδες, γέρων δε ουδείς. Δέον γάρ την οικείαν ανοίαν (βλακεία) θρηνείν (ενθ. αν. παρ. ιθ)
• «Και γάρ άπαντα ταύτα από της κατά την φιλοσοφίαν την έξωθεν ανοίας ετίκτετο και αύτη (=η ελληνική φιλοσοφία) ην των κακών η μήτηρ» (Ομιλία εις Α΄ προς Κορινθίους)
• «Αν ξεκινήσουμε να παραθέτουμε τα δόγματά τους, θα ακολουθήσει πολύ γέλιο.»
• «(Οι Έλληνες) ποτέ δεν έκαναν κάτι σωστό, αλλά ήταν δειλοί, φιλόδοξοι, αλαζόνες και είχαν ασυλλόγιστα πάθη» («Εις Μακάριον Βαβύλαν» λόγος Β΄ παρ.στ)
• «(Οι απόστολοι κατάφερναν) των φιλοσόφων την γλώσσα να δένουν, των ρητόρων τα στόματα να κλείνουν.» («Ότι ο Θεός είναι ο Χριστός» παρ. ε)
• «(Οι Έλληνες φιλόσοφοι και ρήτορες είναι) καταγέλαστοι και δεν διαφέρουν από τα παιδιά που λένε ανοησίες. Γιατί δεν μπόρεσαν να πάρουν με το μέρος τους ούτε έναν σοφό ή άσοφο, ούτε άνδρα ή γυναίκα, ούτε ένα μικρό παιδί από τόσα έθνη και τόσους λαούς, αλλά προκαλούσαν τόσα γέλια τα βιβλία που είχαν γράψει, ώστε, μόλις τα παρουσίαζαν, να εξαφανίζονται, γι’ συτό και χάθηκαν τα περισσότερα. Και αν διασώθηκε κανένα και βρίσκεται κάπου, θα το έχουν σώσει οι χριστιανοί(!). Τόσο δεν φοβόμαστε μην πάθουμε κανένα κακό από την έχθρα τους, τόσο περιφρονούμε την πολυμήχανη δραστηριότητά τους.» («Εις Μακάριον Βαβύλαν» λόγος Β΄ και «κατά Ιουλιανού και προς Έλληνας» παρ. β)
• «Κανένας βασιλιάς, που παραδέχεται την αλήθεια του Χριστού, δεν έβγαλε τέτοια προστάγματα εναντίον των Ελλήνων σαν αυτά που επινόησαν εναντίον μας όσοι λάτρεψαν τους δαίμονες (δηλ. τους ελληνικούς θεούς). Κι όμως παρόλο που η πλάνη της ελληνικής δεισιδαιμονίας δεν ενοχλήθηκε ποτέ από κανένα, έσβησε μόνη της…Δεν πάνε να κρεμασθούνε (οι Έλληνες σοφοί) πουθενά ή να γκρεμοτσακιστούνε, αφού δεν ξέρουν τι τους γίνεται;» (ενθ. ανωτ. παρ. γ)
• «Τίποτα δεν κατόρθωναν, διότι τέτοια είναι η πλάνη (των Ελλήνων φιλοσόφων) ώστε, κι αν ακόμη κανείς δεν την ενοχλεί διαλύεται» (Εις τον απόστολον Παύλο, ομιλία Δ΄)
• «Τα παιδιά να υπακούετε τους γονείς σας σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου… Όμως όταν ο γονέας είναι Έλλην ή αιρετικός, τότε το παιδί δεν πρέπει να υπακούει.» (Εις την επιστολή προς Εφεσσίους, ομιλία 20)
• «Γιατί ο Άγιος Βαβύλας παρακάλεσε το Θεό να ρίξει φωτιά στο ναό (ενν. του Απόλλωνος στη Δάφνη) και η φωτιά αυτή κατάκαψε όλη την οροφή, αφάνισε το είδωλο μέχρι το τελευταίο κομμάτι, έκανε τα πάντα στάχτη και σκόνη.» («Εις τον Μακάριο Βαβύλα», λόγος Β΄ παρ. ιζ)
• «Δεν επιτρέπεται κανείς να ζει ανεξέλεγκτα, όπως συνέβαινε με τους Έλληνες σε αισχρότητα και μέθη κι αδηφαγία κι απολαύσεις και πολυτέλεια.» («Περί της Αναστάσεως των νεκρών»)
• «Αν στα ενδότερα (των ελληνικών σκέψεων) κοιτάξεις, θα δεις, τέφρα και σκόνη και υγιές ουδέν, αλλά τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών, (των Ελλήνων φιλοσόφων!) τα πάντα δε γεμάτα ακαθαρσίες και ιχώρ, (έμπυο!) και πάντα τα δόγματα τους βρίθουν σκωλήκων… Αυτά γέννησαν και αύξησαν οι Έλληνες, από των φιλοσόφων λαβόντες… Ημείς δε ου παραιτούμεθα της κατ’ αυτών μάχης» (ομιλία ξσ΄ 59.369.12 -370.11)
• «Οι γυναίκες όταν υποτάξουν κάποιον στην εξουσία τους, τον καθιστούν ευκολοκυρίευτο από τον Διάβολο, περισσότερο απρόσεκτο, ζωηρότερο, αδιάντροπο, ανόητο, οξύθυμο, θρασύ, ενοχλητικό, ταπεινό, απότομο, ανελεύθερο, δουλοπρεπή, αυθάδη, φλύαρο και με μία λέξη όλα τα γυναικεία ελαττώματα, τα οποία έχουν αυτές τα αποτυπώνουν στην ψυχή του. Είναι λοιπόν αδύνατον εκείνος ο οποίος διαρκώς βρίσκεται μαζί με γυναίκες και τόση συμπάθεια και μεγαλώνει με τη συναναστροφή τους, να μην γίνει αγύρτης και αργόσχολος και μηδαμινός Κι αν λέει κάτι, όλα θα είναι λόγια των αργαλειών και των μαλλιών, επειδή η γλώσσα του θα έχει μολυνθεί από το είδος των γυναικείων λόγων. Και αν κάνει κάτι, το κάνει με πολλή δουλοπρέπεια, επειδή βρίσκεται μακριά από την ελευθερία, η οποία αρμόζει στους Χριστιανούς και για κανένα σπουδαίο κατόρθωμα δεν είναι χρήσιμος». («Περί νηστείας και σωφροσύνης», Δ΄ λόγος).
Εορτάζεται: Από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις εξής ημέρες:
13 Νοεμβρίου: μνήμη Ιωάννη του Χρυσοστόμου (η 14η Σεπτεμβρίου είναι η εορτή Υψώσεως του Σταυρού και έτσι η εορτή μετατέθηκε).
30 Ιανουαρίου: των Τριών Ιεραρχών, μαζί με τον Μέγα Βασίλειο και τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο
15 Δεκεμβρίου: χειροτονία του σε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
27 Ιανουαρίου: ανακομιδή των λειψάνων του το 438 από τον Πατριάρχη Πρόκλο
26 Φεβρουαρίου: η χειροτονία του σε πρεσβύτερο.
Μια περίπτωση ξεκάθαρης διδασκαλίας υπέρ της δολοφονίας παντός μη χριστιανού ανθρώπου, από τον προστάτη της παιδείας των Ρωμιών. Απέναντί της κάθε χριστιανοθεολογική γλώσσα παραλύει αυτόματα και εξανεμίζεται κάθε απόπειρα απόδοσης μεταφορικής σημασίας.
ΤΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ
«Κι αν ακόμη φονεύσει κάποιος κατά το θέλημα του θεού, ο φόνος αυτός είναι από κάθε φιλανθρωπία καλύτερος, ενώ αν κάποιος από λύπη δείξει ευσπλαχνία και φιλανθρωπία, παρά το θέλημα του θεού, θα μπορούσε η φειδώ αυτή να αποβή πιο μιαρή από οποιοδήποτε φόνο»
«Ο Φινεές λοιπόν, που διέπραξε σε μια στιγμή δύο φόνους, φονεύοντας έναν άνδρα και μια γυναίκα, τιμήθηκε με το αξίωμα της ιεροσύνης, ενώ αυτός όχι μόνον δεν μόλυνε με το αίμα τα χέρια του αλλά καθαρώτερα τα έκαμε».
«Λόγος κατά Ιουδαίων Δ΄». Ιωάννης Χρυσόστομος.
Αυτός είναι ο πατέρας και θεωρητικός των Ιεροεξεταστών του μεσαίωνα. Δεν μπορεί να υπάρξει καμμιά αμφιβολία.
Κλείνοντας θα πρέπει να προτρέψουμε τους αναγνώστες μας να διαβάσουν την αλληλογραφία μεταξύ του Αγίου Βασιλείου και του Ιωάννη του βρομόστομου (Χρυσόστομου) τις ''ευσεβείς πατερικές ύβρεις'' τόσο για τις αλλαξοπατριαρχίες τους στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης, όσο και για τα οικονομικά που καταχράστηκαν! Για τον όποιο ενδιαφερόμενο, στοιχεία υπάρχουν στην «Ελληνική Πατρολογία».
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α'
Θα κλείσουμε με μερικές ακόμα σκέψεις μας για το «πνεύμα και τη σοφία» του Ιωάννη του Χρυσόστομου, αλλά και για τα «ανδραγαθήματα» των ομοφρόνων του:
Αυτοί που σκόπιμα συκοφάντησαν τους Έλληνες ως «ειδωλολάτρες» και με φανατισμό επεδίωξαν την εξαφάνιση των τεκμηρίων της λαμπρότητας του αρχαίου Ελληνικού κόσμου και τον πατριωτικό και πνευματικό «αποχρωματισμό» των Ελλήνων στο όνομα του εβραιοχριστιανισμού (γιατί ο θάνατος της Ελληνικής παιδείας ήταν όρος επιβίωσης του χριστιανισμού) και τη μετάλλαξή τους σε ακίνδυνους για την εξουσία Ελληνο-Ρωμιούς Βυζαντινολάτρες, πιστούς υπηκόους της θεοκρατικής Ρωμανίας, αυτοί που «ζήλον ένθεον αναλαβόντες στερρώς ηνδραγάθησαν», πρέπει να είναι καταδικασμένοι στη σκέψη και στη συνείδηση κάθε γνήσιου Έλληνα, γιατί, όπως γράφει ο σύγχρονος στοχαστής, μελετητής της θρησκειολογίας και συγγραφέας Ιάσονας Ευαγγέλου, «ο Έλληνας που αγκαλιάζει με αγάπη την προγονική του κληρονομιά, δεν γυρίζει πίσω, αλλά θέλει να προχωρήσει μπροστά»!
Ο Γκαίτε έλεγε: «Ό,τι είναι ο νους και η καρδιά για τον άνθρωπο, είναι η Ελλάδα για την ανθρωπότητα». Μα και ο μεγάλος εθνικός μας ποιητής Διον. Σολωμός αφυπνιστικά μας φωνάζει: «Κλείστε μέσα στην ψυχή σας την Ελλάδα και θα νοιώσετε κάθε είδους μεγαλείο»!
Τελικά οι εβραιόφρονες πατέρες της εκκλησίας, “επέδραμαν πάνω στο ευγενές οπωροφόρο δένδρο”, την Ελλάδα, την κοιτίδα του πολιτισμού και αφού κατάκλεψαν, διαστρέβλωσαν και αλλοίωσαν τις ιδέες των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων, “τη μπόλιασαν με μοσχεύματα πολύ κατώτερης ποιότητας”, απαγορεύοντας ακόμα και τα ελληνικά ονόματα! Και επειδή το “αλλότριον” εάν δεν αποβληθεί αλλοτριώνει, φθάσαμε στο σημείο, αφού μας έδωσαν πίστη… εβραϊκή, απερίσκεπτα και αποχαυνωτικά, σαν μαθητούδια του κατηχητικού, να εκστασιαζόμαστε μπροστά στην αλλότρια μυθοπλασία και να βιώνουμε άκριτα μια μυθολατρεία παρωχημένης εποχής.
Γι’ αυτό ο χαρακτηρισμός «ελληνοχριστιανικός πολιτισμός» είναι ύπουλος, υστερόβουλος, δηλ. ηθελημένα κακόβουλος, ψευδεπίγραφος, οξύμωρος και σχιζοφρενικός! Είναι η αποτυχημένη προσπάθεια για πνευματικό άλλοθι αυτών που κατέστρεψαν τον ελληνικό πολιτισμό! Όπως οξύμωρος είναι και ο όρος «θρησκευτική φιλοσοφία». Γιατί ο μεγάλος εκκλησιαστικός πατέρας Τερτυλλιανός είναι αυτός που ανήγαγε τις ασύδοτες δοξασίες και τον παραλογισμό σε θεμέλιο της πίστης, αφού έλεγε ότι: «Πιστεύω επειδή είναι άτοπο, άλογο, ανορθόλογο, παράλογο» (Credo quia absurdum). Προφανώς ο Τερτυλλιανός γνώριζε καλά ότι το ανορθολογικό υπέδαφος της ανθρωπότητας διαθέτει…ανεξάντλητα κοιτάσματα! Και οι εκμεταλλευτές του ανεξάντλητους τρόπους αξιοποίησης! Οι οποίοι μάλιστα συνεχώς ανανεώνονται (νέα «θαύματα» κλπ)! Κι αυτό γιατί η φάτνη των α-λόγων διαθέτει… άφθονο σανό!
Δεν μπορεί λοιπόν να ταυτίζεται ο θύτης με το θύμα! Ό,τι έκτισε το γονιμοποιό ελληνικό πνεύμα, κατέστρεψε ή προσπάθησε να καταστρέψει το στείρο και βαρβαρικό. Και οι δήμιοι του Ελληνισμού, οι παραχαράκτες και μεταλλάκτες του Ελληνικού Αρχέτυπου, οι «ιουδύλοι», οι απόγονοι του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, “των αγίων και δικαίων θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης…”, οι οπαδοί του θεοκρατικού Βυζαντίου, οι σπορείς της αγνωσίας και οι καλλιεργητές της αντιγνώσης, οι απατεώνες του λόγου και οι δημαγωγοί του παραμυθιού, αυτοί που πριόνισαν τις ρίζες των Ελλήνων, δεν έχουν το ηθικό ανάστημα να επικαλούνται τον ανεπανάληπτο προγονικό μας Ελληνικό πολιτισμό και τους «ένδοξους προγόνους» μας τους Έλληνες, όταν επί τόσα (πέτρινα) χρόνια εδίωκαν χωρίς οίκτο, δια πυρός και σιδήρου «την πλάνην του Ελληνίζειν»! Άλλωστε πρέπει να ξέρουν ότι… «στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί!». Ακόμα πολύ καλά ξέρουν ότι «Ού δύνασθε δυσί Κυρίοις δουλεύειν»!... Και εκείνοι αφού είναι “υπηρέτες” «του Θεού των Εβραίων», «του Θεού του Ισραήλ» του Σαβαώθ ή Γιαχβέ ή Ιεχωβά, πως μπορούν να υπηρετούν και τον άλλο Κύριο που λέγεται Ελληνικός Πολιτισμός;
Ο καθένας λοιπόν ας αναστοχαστεί και ας κάνει την επιλογή του, αφού μόνοι τους οι εβραιόφρονες νεοφαρισαίοι πατέρες του χριστιανισμού έθεσαν τη μαύρη διαχωριστική γραμμή, απαρνούμενοι την (ενιαία) ελληνική καταγωγή τους με το να αυτοαποκαλούνται με υπερηφάνεια «ο καινός (=νέος) Ισραήλ» και λέγοντας (Τερτυλλιανός): «Ποία ομοιότης μεταξύ ενός φιλοσόφου και ενός χριστιανού, μεταξύ ενός μαθητού της Ελλάδος και ενός μαθητού του ουρανού; Τι κοινόν μεταξύ Αθηνών και Ιερουσαλήμ; Μεταξύ Ακαδημίας και εκκλησίας, μεταξύ Στοάς του Ζήνωνος και στοάς του Σολομώντος;», επιχαίροντας μάλιστα ότι «…νυν ηττώνται Αθηναίοι Γαλιλαίοις»!
Και αφού έτσι αποφάνθηκαν, ρωτάμε κι εμείς με τη σειρά μας: Τι εκφράζει περισσότερο τον πολιτισμό, τις ανθρωπιστικές αξίες, την πρόοδο και την πνευματική ανάταση του ανθρώπου, οι «Άγιοι Τόποι» της Ιερουσαλήμ και ο «Ναός του Σολομώντος» ή ο σεβαστός από όλη την πολιτισμένη ανθρωπότητα περικαλλής «Ιερός Βράχος» της Ακρόπολης και του Παρθενώνα και η νήσος Δήλος με το “καταρδεύον” όλη την οικουμένη «Απολλώνιον φως»;
Γιατί όταν οι νικητές γράφουν την ιστορία, το μακραίωνο και αιματοβαμμένο οδοιπορικό του διωγμού των Ελλήνων από το χριστιανικό Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος και παρακράτος (θεοκρατικό Βυζάντιο) «των απογόνων» του Αβραάμ θα μένει σκόπιμα συσκοτισμένο, το «αρχαίο πνεύμα το αθάνατο, του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού» έντεχνα και βάναυσα κρυμμένο και συκοφαντημένο και αν δεν ψάξουμε σε βάθος, ποτέ δεν θα μάθουμε για τα πάθη των νικημένων!
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β'
Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΕΙΧΕ… 4 ΚΕΦΑΛΙΑ;
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για να βρω πληροφορίες για τον πολυθρύλητο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, εντύπωση μου έκανε ο μεγάλος αριθμός λειψάνων του… αγίου, που κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα στον χριστιανικό κόσμο.
Το κωμικοτραγικό αυτής της υπόθεσης: Άκουσον… άκουσον… είναι ότι μεταξύ των λειψάνων υπάρχουν και 4 κάρες (κεφάλια) του ανθέλληνα αγίου:

Η υποτιθέμενη κάρα του αγίου Ιωάννη Χρυσόστομου στην Φλωρεντία.
1. Η κάρα του αγίου Ιωάννου Χρυσόστομου στην Φλωρεντία (στην Ιταλία), που βρίσκεται στον καθεδρικό ναό Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε, μία από τις μεγαλύτερες εκκλησίες του κόσμου, με χωρητικότητα 30.000 ατόμων. Την δώρισε κάποιος πάπας των Μεδίκων για ανταγωνισμό με την αντίπαλο πόλη της Πίζας, που είχε επίσης την υποτιθέμενη κάρα του ίδιου αγίου. Από την έχθρα μεταξύ των δύο πόλεων στις 26 Απριλίου 1478, κατά την διάρκεια του Πάσχα και μέσα στον κατάμεστο ναό Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε της Φλωρεντίας, έγινε δολοφονική απόπειρα εναντίον μελών του Οίκου των Μεδίκων, για την οποία συνελήφθη ο Αρχιεπίσκοπος Πίζας, θεωρούμενος ως ένας από τους κύριους οργανωτές της απόπειρας…
2. Η κάρα του αγίου Ιωάννου Χρυσόστομου στην Πίζα… Ευρίσκεται στο παρεκκλήσιο Kάμπο Σάντο της Πίζας (επίσης στην Ιταλία).

Λειψανοθήκη με μια… άλλη… κάρα του αγίου Ιωάννη Χρυσόστομου στην ΙΜ Βατοπεδίου Αγίου Όρους.
3. Η κάρα του αγίου Ιωάννου Χρυσόστομου στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους. Η υποτιθέμενη κάρα του… αγίου Χρυσόστομου της Μονής Βατοπεδίου του Αγίου Όρους συχνά φιλοξενείται σε ναούς διαφόρων πόλεων, όπου γίνονται αγρυπνίες, θαύματα, και κερδοφόρες λιτανείες, δυστυχώς συχνά και με την συμμετοχή εκπροσώπων της πολιτείας.

Άλλη… κάρα… του αγίου Ιωάννη Χρυσόστομου στην Μόσχα.
4. Η κάρα του αγίου Ιωάννου Χρυσόστομου στην Μόσχα (στην Ρωσία). Την μετέφερε το 1655 ο τσάρος Αλέξιος από το Άγιον Όρος στην Ρωσία, δίνοντας το μεγάλο ποσόν των 2.000 ρουβλιών. Με την Ρωσική Επανάσταση τοποθετήθηκε σε μουσείο. Το 1988 επεστράφη στην εκκλησία και τοποθετήθηκε στην εκκλησία του Σωτήρος Χριστού στην Μόσχα.
Four versions: Skulls of John Chrysostom
Claimed skulls of St. John Chrysostom is located in the Cathedral in Florence, in a Roman Catholic shrine in Pisa, in Moscow and on Mount Athos in Greece.
Τέσσερις εκδοχές κρανίων Ι.Χρυσόστομου
Τα κρανία που διεκδικύν το κεφάλι του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου βρίσκονται στον Καθεδρικό Ναό της Φλωρεντίας, σε ένα ρωμαιοκαθολικό ιερό στην Πίζα, στη Μόσχα και στο Άγιο Όρος στην Ελλάδα.

The Russian version of the skull of the “saint” arrived in New York for veneration 6th of February 2010.
Η ρωσική εκδοχή του κρανίου του «αγίου» έφτασε στη Νέα Υόρκη για προσκύνηση στις 6 Φεβρουαρίου 2010.

The second Italian version of the skull, is located in a Roman Catholic shrine in Pisa.
Η δεύτερη ιταλική εκδοχή του κρανίου, βρίσκεται σε ένα ρωμαιοκαθολικό ιερό στην Πίζα
Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΕΙΧΕ… 4 ΚΕΦΑΛΙΑ;
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για να βρω πληροφορίες για τον πολυθρύλητο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, εντύπωση μου έκανε ο μεγάλος αριθμός λειψάνων του… αγίου, που κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα στον χριστιανικό κόσμο.
Το κωμικοτραγικό αυτής της υπόθεσης: Άκουσον… άκουσον… είναι ότι μεταξύ των λειψάνων υπάρχουν και 4 κάρες (κεφάλια) του ανθέλληνα αγίου:

Η υποτιθέμενη κάρα του αγίου Ιωάννη Χρυσόστομου στην Φλωρεντία.
1. Η κάρα του αγίου Ιωάννου Χρυσόστομου στην Φλωρεντία (στην Ιταλία), που βρίσκεται στον καθεδρικό ναό Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε, μία από τις μεγαλύτερες εκκλησίες του κόσμου, με χωρητικότητα 30.000 ατόμων. Την δώρισε κάποιος πάπας των Μεδίκων για ανταγωνισμό με την αντίπαλο πόλη της Πίζας, που είχε επίσης την υποτιθέμενη κάρα του ίδιου αγίου. Από την έχθρα μεταξύ των δύο πόλεων στις 26 Απριλίου 1478, κατά την διάρκεια του Πάσχα και μέσα στον κατάμεστο ναό Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε της Φλωρεντίας, έγινε δολοφονική απόπειρα εναντίον μελών του Οίκου των Μεδίκων, για την οποία συνελήφθη ο Αρχιεπίσκοπος Πίζας, θεωρούμενος ως ένας από τους κύριους οργανωτές της απόπειρας…
2. Η κάρα του αγίου Ιωάννου Χρυσόστομου στην Πίζα… Ευρίσκεται στο παρεκκλήσιο Kάμπο Σάντο της Πίζας (επίσης στην Ιταλία).

Λειψανοθήκη με μια… άλλη… κάρα του αγίου Ιωάννη Χρυσόστομου στην ΙΜ Βατοπεδίου Αγίου Όρους.
3. Η κάρα του αγίου Ιωάννου Χρυσόστομου στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους. Η υποτιθέμενη κάρα του… αγίου Χρυσόστομου της Μονής Βατοπεδίου του Αγίου Όρους συχνά φιλοξενείται σε ναούς διαφόρων πόλεων, όπου γίνονται αγρυπνίες, θαύματα, και κερδοφόρες λιτανείες, δυστυχώς συχνά και με την συμμετοχή εκπροσώπων της πολιτείας.

Άλλη… κάρα… του αγίου Ιωάννη Χρυσόστομου στην Μόσχα.
4. Η κάρα του αγίου Ιωάννου Χρυσόστομου στην Μόσχα (στην Ρωσία). Την μετέφερε το 1655 ο τσάρος Αλέξιος από το Άγιον Όρος στην Ρωσία, δίνοντας το μεγάλο ποσόν των 2.000 ρουβλιών. Με την Ρωσική Επανάσταση τοποθετήθηκε σε μουσείο. Το 1988 επεστράφη στην εκκλησία και τοποθετήθηκε στην εκκλησία του Σωτήρος Χριστού στην Μόσχα.
Four versions: Skulls of John Chrysostom
Claimed skulls of St. John Chrysostom is located in the Cathedral in Florence, in a Roman Catholic shrine in Pisa, in Moscow and on Mount Athos in Greece.
Τέσσερις εκδοχές κρανίων Ι.Χρυσόστομου
Τα κρανία που διεκδικύν το κεφάλι του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου βρίσκονται στον Καθεδρικό Ναό της Φλωρεντίας, σε ένα ρωμαιοκαθολικό ιερό στην Πίζα, στη Μόσχα και στο Άγιο Όρος στην Ελλάδα.

The Russian version of the skull of the “saint” arrived in New York for veneration 6th of February 2010.
Η ρωσική εκδοχή του κρανίου του «αγίου» έφτασε στη Νέα Υόρκη για προσκύνηση στις 6 Φεβρουαρίου 2010.

The second Italian version of the skull, is located in a Roman Catholic shrine in Pisa.
Η δεύτερη ιταλική εκδοχή του κρανίου, βρίσκεται σε ένα ρωμαιοκαθολικό ιερό στην Πίζα
There you will worship man-made gods of wood and stone, which cannot see or hear or eat or smell.
Εκεί θα λατρεύσετε άλλους θεούς, έργα χειρών ανθρώπων, ξύλα και λίθους, θεούς, οι οποίοι δεν θα βλέπουν, δεν θα ακούουν, δεν θα τρώγουν, ούτε θα οσφραίνωνται, διότι θα είναι άψυχα είδωλα.
Deuteronomy 4:28

The box with the Russian skull has a top opening. It looks a little bit like the surface of the planet Mars.
Το κουτί με το ρωσικό κρανίο έχει άνοιγμα στην κορυφή. Μοιάζει λίγο με την επιφάνεια του πλανήτη Άρη.
Deuteronomy 4:28

The box with the Russian skull has a top opening. It looks a little bit like the surface of the planet Mars.
Το κουτί με το ρωσικό κρανίο έχει άνοιγμα στην κορυφή. Μοιάζει λίγο με την επιφάνεια του πλανήτη Άρη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)


