Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Αντισημιτισμός στην αρχαιότητα

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕΤΕΤΡΕΨΑΝ ΤΟΝ ΑΝΤΙ-ΙΟΥΔΑΪΣΜΟ ΤΩΝ ΑΙΓΥΠΤΙΩΝ ΣΕ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟ.

Ο αντισημιτισμός κατά την αρχαιότητα σύμφωνα με τους υποστηρικτές αυτής της θεωρίας φαίνεται πως είχε πολιτισμική και θρησκευτική βάση. Σύμφωνα με τον Πήτερ Σάφερ (Peter Schafer), καθηγητή των Εβραϊκών σπουδών, οι Έλληνες, επαναδιατυπώνοντας τις αιγυπτιακές προκαταλήψεις και διεκδικώντας έναν παγκόσμιας εμβέλειας πολιτισμό κατά την ελληνιστική περίοδο, μετέτρεψαν τον αντι-ιουδαϊσμό των Αιγυπτίων σε αντισημιτισμό. Ωστόσο, θεωρεί ότι η ελληνική επαναδιατύπωση ήταν απόλυτα εξαρτώμενη από το βαθύ αιγυπτιακό μίσος, έτσι όπως εκφράστηκε από τον Μανέθωνα. Αναζητώντας τα κίνητρα θεωρεί ότι ο ιουδαϊκός λαός διακατέχεται από μια "διάθεση απομόνωσης και αποξένωσης", αλλά θεωρεί ότι οι Ελληνοαιγύπτιοι και Αιγύπτιοι συγγραφείς μετέτρεψαν την ιουδαϊκή ιδιαιτερότητα σε "τερατώδη συνωμοσία ενάντια στο ανθρώπινο γένος και τις αξίες του". ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΕΝΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΙΑ: "ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΙΩΝ":

Όπως τονίζει στο "Καλωσόρισμα" η υπεύθυνη του ιστολογίου "εμείς οι πρώην εθνικοί, (άρα δεν είναι εβραία η συντάκτης), είμαστε κλαδιά αγρίων ελαιών, αλλά ευτυχώς μπολιαστήκαμε με το ήμερο ελιόδεντρο (το Ισραήλ) και έτσι γίναμε συμπολίτες του θεού του Ισραήλ". Καλωσόρισμα

Καλώς ήρθατε στο ιστολόγιο αυτό. Απευθύνεται σε όλους όσους αγαπούν το Ισραήλ και την Ιερουσαλήμ και έχουν μια ξεχωριστή θέση γι' αυτά στην καρδιά τους. Εδώ θα βρείτε απολογητικά και ιστορικά άρθρα που αναφέρονται στη σύγχρονη και την αρχαία ιστορία του Ισραήλ, στη σχέση του με το Θεό, αλλά και στα ήθη και έθιμά του. Η Ιερουσαλήμ είναι μια πόλη που πολύ με ελκύει, γιατί είναι η πόλη του μεγάλου Βασιλιά (Ματθαίος 5:35), και το Ισραήλ έχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου, γιατί η εκλογή τους από τον Θεό τους κάνει αγαπητούς εξαιτίας των προγόνων τους (Ρωμαίους 11:28).

Σαν πιστός του Μεσσία, δεν ξεχνώ τις εβραϊκές ρίζες της πίστης μου, γιατί στην Ιερουσαλήμ γεννήθηκε η εκκλησία τη μέρα της Πεντηκοστής κι απαρτιζόταν μόνον από Εβραίους. Δεν ξεχνώ ότι ο Ιησούς κι οι απόστολοι ήταν Εβραίοι, και ότι η εβραϊκή Γραφή δεν είναι μόνον ένα εβραϊκό ιερό βιβλίο αλλά και χριστιανικό.

Δε ξεχνώ ότι εμείς (οι πρώην εθνικοί), τα κλαδιά της άγριας ελιάς, μπολιαστήκαμε στο ήμερο ελιόδεντρο (το Ισραήλ) (Ρωμαίους 11:17) και δεν είμαστε πια αποξενωμένοι από την πολιτεία του Ισραήλ, αλλά συμπολίτες των αγίων και οικείοι του Θεού του Ισραήλ (Εφεσίους 2:11-22).

Δε ξεχνώ τις προφητείες σχετικά με το ρόλο που θα παίξουν η Ιερουσαλήμ και το Ισραήλ στα γεγονότα των τελευταίων ημερών, πριν από τον ερχομό του Μεσσία. Χωρίς να συμφωνώ μ' όλες τις ενέργειες του Ισραήλ ως κράτους, αυτό που με ενδιαφέρει είναι η πολύ σημαντική θέση που κατέχει ως λαός στα σχέδια του Θεού. Μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες και την προπαγάνδα κατά του Ισραήλ, θα ήθελα να εμφανίσω μια διαφορετική εικόνα και να ακουστεί μια άλλη άποψη για το λαό αυτόν, μέσα από την οπτική γωνία του Λόγου του Θεού. Προσεύχομαι για την ειρήνη της Ιερουσαλήμ και την ευημερία του λαού Ισραήλ.


Αντισημιτισμός στην αρχαιότητα - A' 
 
Ο αντισημιτισμός δεν είναι, όπως συνήθως πιστεύεται, εξίσου παλαιός με τους Εβραίους.[1]

Οι Εβραίοι, ενώ είχαν δική τους χώρα, πάντα αντιμετώπιζαν τη φυσική εχθρότητα των γειτονικών εθνών, αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο, κάτι που θα μπορούσε να οριστεί ως αντισημιτισμός. Η ανάπτυξη του αντισημιτισμού έμελλε να γίνει αργότερα, στη Διασπορά, και δεν ήταν παρά τον 3ο αιώνα π.Χ.[2] που μπόρεσε να διακριθεί καθαρά.

Η Έξοδος του Ισραήλ από την Αίγυπτο, τον 13ο αιώνα π.Χ., έχει χαρακτηριστεί ως «το πρώτο πογκρόμ». Μερικοί ιστορικοί αποδίδουν σ’ αυτόν το διωγμό, από την Αίγυπτο, κάποιον αντισημιτικό χαρακτήρα. Και μπορεί να χαρακτηριστεί αντισημιτικός, μόνον αν διευρύνουμε τη σημασία του όρου.

Η Αίγυπτος εκείνη την περίοδο είχε αναπτύξει μία έντονη ξενοφοβία, ιδιαίτερα σε σχέση με τις πολυάριθμες σημιτικές φυλές στα ανατολικά της, οι οποίες συνέχιζαν να κατακλύζουν την εύφορη κοιλάδα του Νείλου. Η μισητή δυναστεία των Υξώς είχε τελειώσει, αφήνοντας στους Αιγύπτιους τον φόβο για οποιαδήποτε σημιτικά στοιχεία στο έδαφός τους: «Κοιτάξτε πόσο πολυάριθμος και δυνατός είναι ο λαός του Ισραήλ, που αυξάνει περισσότερο από εμάς! Ελάτε, ας επινοήσουμε κάτι εναντίον τους, για να μην πολλαπλασιασθούν, και αν γίνει πόλεμος ενωθούν με τους εχθρούς μας και μας πολεμήσουν και αναχωρήσουν από τον τόπο μας» (Έξοδος 1:9-10). Αυτά τα λόγια του Φαραώ φανερώνουν μάλλον έναν ανήσυχο και καχύποπτο ηγέτη, και όχι έναν εχθρό του Εβραϊσμού.

Η σχεδόν χιλιετής περίοδος, από την Έξοδο μέχρι τον Έσδρα και τον Νεεμία (5ος αιώνα π.Χ.), ήταν μία επίπονη περίοδος πνευματικής και πολιτιστικής διαμόρφωσης. Ο λαός που ο Μωυσής οδήγησε στη Χαναάν έζησε μέσα σε μία θρησκευτική απομόνωση και σφυρηλάτησε μία κοινωνική αλληλεγγύη που διατηρήθηκε και τις επόμενες χιλιετίες. Από την κορυφή του Σινά, η φωνή του Γιαχβέ είχε βροντοφωνήσει το δόγμα του Ενός Θεού: «Εγώ Είμαι, ο Κύριος, ο Θεός σου... δεν θα έχεις άλλους θεούς εκτός από Εμένα» (Έξοδος 20:2-3). Και η εκλογή του Ισραήλ από τον Θεό είχε τονιστεί το ίδιο καθαρά: «Εγώ, ο Κύριος, Είμαι Άγιος, Εγώ σας έχω ξεχωρίσει από τα άλλα έθνη για να είστε δικοί μου» (Λευιτικό 20:26). Από αυτές τις υπερβατικές διακηρύξεις προέκυψε μία πληθώρα τελετουργικών, κανόνων και εθίμων που κατέστησαν τον λαό Ισραήλ το χρισμένο από τον Θεό έθνος, ανάμεσα στα άλλα έθνη της γης. Οι Εβραίοι δεν μπορούσαν να έχουν καμία αμφιβολία: ο αποχωρισμός τους από τα άλλα έθνη ήταν το θέλημα του Θεού.

Καθώς περνούσαν μέσα από την ταραχώδη περίοδο των Κριτών, των Βασιλέων και των Προφητών, ο κόσμος, κατά κανόνα, δεν τους είχε δώσει μεγάλη προσοχή.[3] Μέχρι και τον 5ο αιώνα π.Χ., ο Ηρόδοτος - αυτός ο σχολαστικός περιηγητής και πρωτοπόρος ιστορικός που είχε επισκεφτεί πολλές χώρες, συμπεριλαμβανόμενης της «Παλαιστίνης της Συρίας» - αγνοούσε τους Εβραίους στην περιεκτική ιστορία του της εποχής.[4] Προφανώς, οι θεολογικοί ισχυρισμοί τους και η εθνική απομόνωσή τους ούτε ενδιέφεραν ούτε ενοχλούσαν τους συγκριτικούς πολυθεϊστές της αρχαιότητας που επισκέπτονταν πολλές χώρες. Ούτε και τίποτα έλκυε την προσοχή τους τα πρώτα χρόνια της Διασποράς. Το πολύ - πολύ, αυτές οι εσωστρεφείς κοινότητες που ήταν διεσπαρμένες μεταξύ των εθνών, να θεωρούνταν απλώς περίεργα φαινόμενα. Ο Ηρόδοτος που επισκέφθηκε και την Ελεφαντίνη, δεν έγραψε στην Ιστορία του τίποτα για τη φρουρά της που ήταν εβραϊκή. Αλλά η Διασπορά, εδραιώνοντας αθόρυβα τη θέση της μέσα στον αρχαίο κόσμο, ήταν το στάδιο στο οποίο προετοιμαζόταν η αναπόφευκτη σύγκρουση των πιστών του Ενός Θεού με τους πιστούς των ειδωλολατρικών θεοτήτων.

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΠΑΦΕΣ

Η διασπορά των Εβραίων άρχισε περί τον 9ο αιώνα π.Χ., και τροφοδοτούμενη από μεταναστεύσεις από την Ιουδαία, αυξήθηκε μέχρι που η Βαβυλώνα, η Αίγυπτος, και τελικά και η Ρώμη, έγιναν σημαντικά εβραϊκά κέντρα, πολύ πριν τη χριστιανική εποχή. Από αυτά τα κέντρα η διασπορά απλώθηκε και έφτασε να περιβάλλει ολόκληρη την περιοχή της Μεσογείου, φθάνοντας μέχρι την Περσία, την Αρμενία, την Αραβία, την Αβησσυνία, την Ισπανία και τη Βρετανία.[5] Αν και υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες για το μέγεθος της διασποράς, οι πιο αξιόπιστες εκτιμήσεις την υπολογίζουν σε περίπου 4.000.000 ανθρώπους, κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ., συν ένα ακόμα εκατομμύριο στην Ιουδαία, οπότε το σύνολο των Εβραίων αποτελούσε το 1/8 της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[6]

Αντίθετα με μία κοινά διαδεδομένη άποψη, οι Εβραίοι της διασποράς δεν κατείχαν κάποια ιδιαίτερη θέση στην οικονομική δομή του αρχαίου κόσμου. Η κατανομή τους στους διάφορους τομείς της οικονομίας αντανακλούσε αρκετά πιστά το γενικό πλαίσιο που υπήρχε. Προερχόμενοι από ένα γεωργικό έθνος, ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς - ίσως η πλειονότητα - ήταν αγρότες. Πολύ λίγοι, ιδιαίτερα όσοι είχαν μεταναστεύσει εθελοντικά και είχαν έρθει στις πόλεις, ασχολούνταν με το εμπόριο. Ασχολούνταν με όλες τις τέχνες και τις βιομηχανίες της αρχαιότητας και τελικά απέκτησαν το μονοπώλιο ορισμένων, όπως της υαλουργίας, της υφαντουργίας και της βαφής υφασμάτων. Καθώς η απομόνωσή τους μειωνόταν, κατά τους Ελληνο-ρωμαϊκούς χρόνους, ασχολήθηκαν με τις επιστήμες και άλλα επαγγέλματα, και είχαν επίσης μέρος στα δημόσια λειτουργήματα, ιδιαίτερα στα εφοριακά και στρατιωτικά.

Οι πρώτες επαφές των Εβραίων με τον αρχαίο κόσμο ήταν γενικά ομαλές. Η απροθυμία πολλών εξορίστων να επιστρέψουν στην Ιουδαία μετά την απελευθέρωσή της κι η ολοένα αυξανόμενη έλξη της Αιγύπτου και των άλλων ελληνιστικών κέντρων, έκαναν τους Εβραίους της Ιουδαίας να γράψουν αρκετά γι’ αυτό. Επιπλέον οι αρχαιότερες φιλολογικές αναφορές σε Ιουδαίους τον 4ο και 3ο π.Χ. αιώνα, αν και τόσο ελλιπείς σε γνώσεις σχετικά με τον Ιουδαϊσμό, δεν είναι εχθρικές. Ο Θεόφραστος είχε παράξενες ιδέες για τις ιουδαϊκές τελετουργίες και αποκαλούσε τους Εβραίους «φυλή φιλοσόφων». Ο Κλέαρχος, μαθητής του Αριστοτέλη, τους θεωρούσε «απογόνους των φιλοσόφων της Ινδίας», μία άποψη που απέδιδε στον δάσκαλό του. Ο Μεγασθένης και ο Έρμιππος, παρόμοια, τους θεωρούσαν γένος ενός ξένου φιλόσοφου, και ο τελευταίος ισχυριζόταν πως μερικές από τις ιδέες του Πυθαγόρα είχαν ιουδαϊκή προέλευση.

Η ισοπέδωση του Ναού στην εβραϊκή αποικία της Ελεφαντίνης της Αιγύπτου (410 π.Χ.) δεν μπορεί εύκολα να θεωρηθεί πράξη αντισημιτισμού. Μάλλον ήταν μία πράξη που υπαγορεύτηκε από πολιτικά κίνητρα και θρησκευτικό φανατισμό. Η εβραϊκή φρουρά που στάθμευε εκεί, προάσπιζε τα περσικά συμφέροντα. Όπως είναι φυσικό, οι Αιγύπτιοι κάτοικοι αντιστέκονταν στην περσική κυριαρχία και απέκτησαν κακή διάθεση απέναντι στους Εβραίους εκπρόσωπους των εχθρών τους. Τα πράγματα έγιναν χειρότερα επειδή οι Εβραίοι θυσίαζαν ζώα, όπως το κριάρι, που λατρεύονταν ως ιερά από τους Αιγύπτιους, και αυτό θεωρήθηκε ιεροσυλία.

Παραδοσιακά θεωρείται ότι η ιστορία του αντισημιτισμού άρχισε με την ιστορία του Αμάν, που αναφέρεται στο βιβλίο της Εσθήρ. Ο Αμάν, μέγας σύμβουλος του βασιλιά της Περσίας Ασσουήρη (Ξέρξη Α', 486-465 π.Χ.), εξοργίστηκε από την άρνηση του Εβραίου Μαροδοχαίου να τον προσκυνήσει, και προειδοποίησε τον βασιλιά με αυτά τα λόγια: «Υπάρχει ένας λαός διεσπαρμένος σε όλες τις επαρχίες της βασιλείας σου, που ξεχωρίζει από τους άλλους λαούς. Οι νόμοι τους είναι διαφορετικοί από τους νόμους όλων των λαών, και δεν τηρούν τους νόμους του βασιλέα» (Εσθήρ 3:8). Οι περισσότεροι ιστορικοί απορρίπτουν την ιστορικότητα αυτού του κειμένου επειδή μοιάζει να αντανακλά μάλλον την εποχή των Μακκαβαίων του 2ου αιώνα π.Χ., παρά την περσική εποχή του 5ου αιώνα π.Χ. Ωστόσο, το κείμενο είναι σημαντικό, επειδή πολύ περιεκτικά μας δίνει τον τρόπο σχηματισμού της κλασσικής αντίδρασης απέναντι στην εβραϊκή άρνηση να αναμιχθούν με τους άλλους λαούς και να λατρεύσουν εθνικούς θεούς, άρνηση που έμελλε να ηχεί δια μέσου όλων των αιώνων που θα ακολουθούσαν.

Ο ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου (356-323 π.Χ.), οι Εβραίοι έπαψαν να μένουν απαρατήρητοι. Ο Μακεδόνας κατακτητής, μαθητής του Αριστοτέλη και επιμελής προπαγανδιστής του ελληνικού τρόπου ζωής, άφησε πίσω του έναν κόσμο που γρήγορα γινόταν ελληνιστικός. Ενάντια σε αυτήν την πρώτη πολιτισμική ενοποίηση, οι εβραϊκές κοινότητες - που τώρα πλέον είχαν αυξηθεί σε μέγεθος και επιρροή - πρόβαλλαν ως κάτι το τελείως μοναδικό. Αντίθετα με όλους τους Έλληνες, Ασιάτες, και αργότερα Ρωμαίους, γείτονες τους, οι Εβραίοι δεν δέχονταν τη θέση τους ως μέσοι πολίτες των πόλεων στις οποίες έμεναν. Συνέχιζαν να αναγνωρίζουν την Ιερουσαλήμ ως την Αγία Πόλη, στην οποία έστελναν τα δίδραχμα κάθε χρόνο, ως προσωπικό φόρο, εκεί όπου υψωνόταν ο ναός του Γιαχβέ, του αληθινού Θεού, του αόρατου και υπερβατικού, ο Οποίος αρνιόταν να πάρει τη θέση Του στο πάνθεον της αυτοκρατορίας.

Θεωρώντας τις χώρες που τους φιλοξενούσαν «ξένη γη», και τους κατοίκους τους δεισιδαίμονες, οι Εβραίοι συνήθως κατοικούσαν σε ιδιαίτερη περιοχή κάθε πόλης. Το «γκέτο» ήταν μία εκούσια πραγματικότητα εκατοντάδες χρόνια πριν εφευρεθεί ο όρος και οριστεί η σχετική νομοθεσία. Όμως, για τους υπερήφανους κληρονόμους του Όμηρου, του Περικλή και του Αριστοτέλη, η επιφυλακτική στάση των Εβραίων ήταν μία ανυπόφορη αλαζονεία. Πεπεισμένοι ότι «πας μη Έλλην βάρβαρος», αντέκρουαν τα επιχειρήματα για ανωτερότητα ή προνόμια ενός λαού, που θεωρούσαν ότι δεν διακρίνεται πολιτικά και πολιτιστικά από τους άλλους. Η σύγκρουση μεταξύ αυτών των δύο υπερήφανων και ανόμοιων νοοτροπιών ήταν μόνο θέμα χρόνου.

Τα πρώτα καθαρά ίχνη ενός ειδικού αντιεβραϊκού συναισθήματος εμφανίστηκαν στην Αίγυπτο του 3ου αιώνα. Το μέρος δεν ήταν τυχαίο. Η Αίγυπτος δεν ήταν μόνον η καρδιά της διασποράς, αλλά και το πιο προοδευμένο μέρος του Ελληνισμού έξω από την Ελλάδα. Η Αλεξάνδρεια ήταν μία δεύτερη Αθήνα. Μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, οι ασταθείς συνθήκες στην Ιουδαία προκάλεσαν αυξημένες μεταναστεύσεις Εβραίων στην Αίγυπτο, αυτόν τον κρατήρα του εβραϊκού έθνους που ποτέ δεν έπαψε να τραγουδάει το τραγούδι των σειρήνων προς τον λαό Ισραήλ. Ο κυριότερος αποδέκτης αυτής της εισροής Εβραίων ήταν η Αλεξάνδρεια, το νέο «εμπορικό κέντρο του Δυτικού κόσμου» (Στράβων), που είχε ιδρυθεί από τον Μέγα Αλέξανδρο, και γρήγορα έγινε η εμπορική και πολιτιστική πρωτεύουσα του αρχαίου κόσμου.

Οι Εβραίοι είχαν προσκληθεί να έρθουν και να κατοικήσουν εκεί από τον ίδιο τον Αλέξανδρο, ο οποίος τους είχε δώσει ένα ιδιαίτερο τμήμα της πόλης, για να μπορούν να ζουν εκεί σύμφωνα με το Νόμο τους, ξεχωριστά από τους άλλους. Σύμφωνα με εβραϊκές παραδόσεις ο Αλέξανδρος είχε εκτιμήσει το γένος των Εβραίων και τον Θεό του Ισραήλ, προσφέροντας μάλιστα θυσία στο Ναό, όταν πέρασε από την Ιερουσαλήμ.

Στην αρχή της χριστιανικής εποχής, οι Εβραίοι της Αλεξάνδρειας αριθμούσαν 100.000 και αποτελούσαν τα 2/5 της πόλης. Τους επιτρεπόταν να έχουν δική τους γερουσία και εθνάρχη (κυβερνήτη), ήταν δραστήριοι στο εμπόριο, είχαν μονοπώλιο στο εμπόριο σταριού και τη ναυσιπλοΐα του Νείλου. Είχαν σημαντική θέση στον φορολογικό τομέα και μερικοί είχαν γίνει πολύ πλούσιοι - επίτευγμα που προκαλούσε ζήλεια στους Έλληνες, Σύριους και Αιγύπτιους, που επιζητούσαν την ίδια επιτυχία. Όλοι οι Αλεξανδρινοί Εβραίοι δεν ήταν θρησκευόμενοι φιλόσοφοι ευγενούς χαρακτήρα όπως ο Φίλων, και αν πιστέψουμε τον αυτοκράτορα Αδριανό, οι στόχοι τους δεν ήταν πολύ υψηλοί: «Ο Ένας Θεός τους είναι το χρήμα. Οι Χριστιανοί λατρεύουν το χρήμα, οι Εβραίοι επίσης, το ίδιο κάθε άνθρωπος». Η αρχαία ξενοφοβία, επιπρόσθετα, υπήρχε ακόμα στους Αιγύπτιους που προσβάλλονταν από την ανοχή που έδειχναν οι Έλληνες και Ρωμαίοι κατακτητές προς τους Εβραίους. Αλλά, πάνω από όλα, η εβραϊκή άρνηση να δεχτούν τα κοινώς αποδεκτά θρησκευτικά και κοινωνικά πρότυπα, πίκραινε τον έντονα εξελληνισμένο πληθυσμό. Η Αλεξάνδρεια έμελλε να γίνει το κυριότερο κέντρο αντισημιτισμού στον αρχαίο κόσμο.

Οι πρώτες επιθέσεις ήρθαν από την πένα των Αλεξανδρινών συγγραφέων.[7] Ο Εκαταίος ο Αβδηρίτης, ένας Έλληνας ιστορικός των αρχών του 3ου αιώνα π.Χ., σε μία, κατά τα άλλα φιλική, αλλά μυθική, περιγραφή της προέλευσης και της πίστης των Εβραίων, έγραψε πως ο Μωυσής «σε ανάμνηση της εξορίας του λαού του, εισάγαγε έναν μισάνθρωπο και αφιλόξενο τρόπο ζωής». Αυτό το θέμα, της ταπεινωτικής καταγωγής και μισανθρωπίας, το πήρε ο Μανέθων, ένας Αιγύπτιος ιερέας και ιστορικός του ίδιου αιώνα, και το διάνθισε, γράφοντας ότι οι Εβραίοι αρχικά ήταν Αιγύπτιοι λεπροί και άρρωστοι, που εκδιώχθηκαν από τον βασιλιά Αμένωφι και οδηγήθηκαν από τον Μωυσή, ο οποίος τους δίδαξε να μη «σέβονται τους θεούς», να «σκοτώνουν τα ιερά ζώα» και να «μην έχουν καμία σχέση με αλλόθρησκους». Είναι πιθανόν η περιγραφή αυτή να κυκλοφορούσε ανάμεσα σε ιστορικούς της εποχής. Μερικοί από αυτούς μπορεί να ήξεραν τη Βιβλική περιγραφή της Εξόδου, αλλά εφόσον ο πατριωτισμός τους δεν την έβρισκε καθόλου κολακευτική, προτιμούσαν τη δική τους διήγηση. Η συμβολή του Μανέθωνα στον αντισημιτισμό ήταν το κύρος που πρόσθεσε, ως επίσημος ιστορικός, σ’ αυτούς τους μύθους. Στο εξής, η μισανθρωπία των Εβραίων και η καταγωγή τους από τους λεπρούς, σπάνια έλειπαν από τις κατηγορίες του παγανιστικού αντισημιτισμού. Εμφανίστηκαν στα έργα του Χαιρέμωνα, του Λυσίμαχου, του Ποσειδώνιου, του Απολλώνιου Μόλωνα, και φυσικά του Απίωνα και του Τάκιτου - οι δύο τελευταίοι ήταν οι κολοφώνες του ελληνικού και ρωμαϊκού αντισημιτισμού αντίστοιχα. Η συκοφαντία της μισανθρωπίας, όπως και άλλες αντιεβραϊκές, χρησιμοποιήθηκε ξανά εναντίον των πρώτων Χριστιανών.

Τον 2ο αιώνα, ο φιλολογικός αντισημιτισμός εμφανιζόταν σποραδικά. Ο Μνασέας της Πάτρου διακρίνεται για την εφεύρεση του μύθου ότι οι Εβραίοι λάτρευαν μία χρυσή γαϊδουροκεφαλή. Αυτή η συκοφαντία, επίσης, προοριζόταν να έχει μέλλον και εφαρμογή και στους Χριστιανούς. Ο Αγαθαρχίδης της Κνίδου, στο έργο του Ιστορία της Ασίας, έγραφε για τις «γελοίες πρακτικές» των Εβραίων και την «παραξενιά του Νόμου τους», ιδιαίτερα, την τήρηση του Σαββάτου. Κοροϊδευτικά τη συσχέτιζε με τον τρόπο που κατέλαβε την Ιερουσαλήμ ο Πτολεμαίος Λάγου, το 320 π.Χ.: οι κάτοικοί της δεν αντιστάθηκαν στον εισβολέα επειδή η επίθεση έγινε ημέρα Σαββάτου.

ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ

Στη διάρκεια του ίδιου αιώνα, η ιστορία πήρε τη σκυτάλη από τους ανθρώπους των γραμμάτων και, στην αυξανόμενη σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Ιουδαίας, πεδίο της μάχης έγινε η ίδια η Ιερουσαλήμ. Η αλλαγή στην Ιουδαία από την περσική στην ελληνική κυριαρχία, και μετά, από τους Πτολεμαίους στους Σελευκίδες, άσκησε μία διαβρωτική επίδραση πάνω στον αυστηρό εθνικο-θρησκευτικό διαχωρισμό που είχαν εμφυτεύσει στον λαό ο Έσδρας και ο Νεεμίας. Τάσεις αφομοίωσης, που τις έφεραν στην πατρίδα Εβραίοι μετανάστες, βρήκαν πολλούς οπαδούς, ακόμα και έκφραση στα ιερά κείμενα: «Ας πάμε και ας κάνουμε μία συνθήκη με τα έθνη που μας περιβάλλουν, γιατί από τότε που χωριστήκαμε από αυτά, πολλά κακά έχουν πέσει επάνω μας» (Α' Μακκαβαίων 1:12). Η πρόταση των οπαδών της αφομοίωσης βοηθήθηκε το 198 π.Χ. από τη νίκη των Σελευκιδών, οι οποίοι ήταν ενθουσιώδεις προπαγανδιστές του Ελληνικού τρόπου ζωής. Οι Ελληνιστές της Ιερουσαλήμ, ενθαρρυμένοι από αυτή τη νίκη, δεν έχασαν την ευκαιρία να εισάγουν τις Ελληνικές συνήθειες στο σώμα των ιουδαϊκών πρακτικών. Έφθασαν σε ακραίο σημείο, όταν ο τότε αρχιερέας Γιεσούα υιοθέτησε το όνομα Ιάσων, έβαλε Ελληνικά σύμβολα στην Ιερουσαλήμ και προχώρησε τόσο, ώστε έφτασε να στέλνει δώρα του Ναού στον ελληνικό στίβο, που είχε φτιαχτεί κοντά στην Ιερουσαλήμ, και όπου γυμνοί Ιουδαίοι νέοι αγωνίζονταν κατά τα ελληνικά πρότυπα.

Σε μία τέτοια ατμόσφαιρα ήρθε ο Αντίοχος Δ' ο Επιφανής (175-163 π.Χ.), φανατικός ελληνιστής, να φέρει το αποκορύφωμα. Ανυπόμονος με την αργή πρόοδο των ελληνιστών Εβραίων κατέλαβε την πόλη. Σκοτώνοντας και λεηλατώντας, μπήκε στον Ναό και μάλιστα στα Άγια των Αγίων και έκανε αφιέρωση του Ναού στον Ολύμπιο Δία. Η άσκηση του Μωσαϊκού Νόμου απαγορεύτηκε με ποινή θανάτου. Η αντίδραση σχεδόν όλων των Εβραίων ήταν βίαιη. Ενωμένοι υπό την ηγεσία των Μακκαβαίων, εξεγέρθηκαν και αποτίναξαν τον ζυγό των Σελευκιδών. Για πρώτη φορά από το 586 π.Χ. η Ιουδαία απόλαυσε σχεδόν πλήρη ανεξαρτησία, επί περίπου 75 χρόνια.

Η εκπληκτική νίκη των Μακκαβαίων άναψε στις καρδιές των Εβραίων, όπου και αν βρίσκονταν, μία νέα αίσθηση ανεξαρτησίας και εθνικής υπερηφάνειας. Επίσης βοήθησε να εξισορροπηθεί η άνιση μάχη με τον Ελληνισμό. Στην Παλαιστίνη, οι Ασμοναίοι βασιλείς έκαναν επεκτατικούς πολέμους που δημιούργησαν σύνορα για το Ισραήλ, τέτοια που ποτέ δεν είχε μετά τη βασιλεία του Σολομώντα. Τα αποτελέσματα της νίκης ήταν έκδηλα και στη διασπορά, όπου η ελληνιστική αφομοίωση είχε προχωρήσει πολύ. Οι εβραϊκές κοινότητες στάθηκαν απέναντι στο πολιτιστικό κύμα που απειλούσε να τις πνίξει, και άρχισαν μία φιλολογική αντεπίθεση. Σε μία ομάδα μεσσιανικών βιβλίων οι Εβραίοι συγγραφείς εξυμνούσαν τις δόξες του Ισραήλ και οραματίζονταν τον τελικό θρίαμβό του πάνω σε όλα τα έθνη, κάτω από το σκήπτρο του Μεσσία [Χριστού].[8]

Το νέο πνεύμα συμπεριέλαβε και τους Εβραίους απολογητές, οι οποίοι μέσα στο άγχος τους να βρουν μία θέση για τον Ιουδαϊσμό ανάμεσα στον Ολύμπιο ήλιο, εξέθεταν τα ιουδαϊκά κατορθώματα με σημαντική προκατάληψη, περιγράφοντας τους Εβραίους ως γεννήτορες όλου του πολιτισμού. Ανάμεσα στους φιλοσόφους τους, ο Αριστόβουλος, ένας Μακεδόνας Ιουδαίος, δεν δίστασε να ισχυριστεί πως ο Πυθαγόρας, ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας και ο Όμηρος είχαν πάρει τις ιδέες τους από μία αρχαία ελληνική μετάφραση της Πεντάτευχου. Αλλά κανείς από αυτούς δεν προχώρησε τόσο, όσο κάποιοι πλαστογράφοι, που ενσωματώνοντας γνωστούς παγανιστές συγγραφείς στα κείμενά τους, συνθέτοντας φανταστικές αναφορές από αυτούς, και αποδίδοντας ιουδαϊκή προέλευση σε ολόκληρα εθνικά βιβλία, προσπάθησαν να εξυψώσουν τον Ιουδαϊσμό. Τα ψευδεπίγραφα του Εκαταίου και του Αριστέα είναι εμφανή δείγματα τέτοιας προπαγάνδας.

Φυσικά αυτές οι προσπάθειες συνάντησαν την αντίδραση των σωβινιστών εθνικών συγγραφέων. Αυτό που τους ανησυχούσε πιο πολύ ήταν η επιτυχία που είχαν οι προσηλυτιστικές προσπάθειες των Εβραίων. Οι προσχωρήσεις στον Ιουδαϊσμό ήταν συνηθισμένο φαινόμενο αυτήν την περίοδο, ιδιαίτερα στις τάξεις των καλλιεργημένων. Πολλοί ειδωλολάτρες ειλικρινούς καρδιάς, απογοητευμένοι από την πνευματική φτώχεια των θρησκειών τους και την ηθική κατάπτωση των μαζών, ήταν ώριμοι για την πρόσκληση του αγνού μονοθεϊσμού και των σταθερών ηθικών νόμων που πρόβαλλαν οι Ιουδαίοι προσηλυτιστές. Και αφού η ιουδαϊκή πίστη, ιδιαίτερα στη διασπορά, είχε αποκτήσει μία όψη παγκοσμιότητας και ιεραποστολής, οι πόρτες της άνοιξαν διάπλατα σε αυτούς που χτυπούσαν. Μερικοί μπήκαν ως «προσήλυτοι δικαιοσύνης», δεχόμενοι ολοκληρωτικά τον Νόμο και την περιτομή. Άλλοι μπήκαν ως ημι-προσήλυτοι, που ονομάζονταν «Φοβούμενοι τον Θεό» ή «Ευλαβείς», και οι οποίοι έμεναν στο κατώφλι, πιστεύοντας στον Ένα Θεό, και κρατώντας μόνο το Σάββατο και λίγους ιουδαϊκούς νόμους. Η συνολική εισροή πρέπει να ήταν μεγάλη, γιατί από τις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ., σύμφωνα με τον Ιώσηπο, η τήρηση των εβραϊκών νόμων υπήρχε σε κάθε έθνος και πόλη. Και ο Σενέκας παραπονιόταν πικρά για το ότι οι Ιουδαίοι «έχουν επικρατήσει τόσο, ώστε είναι αποδεκτοί παντού σε όλο τον κόσμο: οι κατακτημένοι έχουν δώσει τους νόμους τους στους κατακτητές».

Τώρα πλέον, η θέση των Εβραίων λίγο έμοιαζε με εκείνη του προηγούμενου αιώνα ή και παλαιότερα. Ένας μικρός, αφιερωμένος λαός, τώρα πλέον αντιπροσώπευε ένα προσηλυτιστικό έθνος με επιρροή, ένα έθνος που είχε γίνει απειλητικός αντίπαλος των καλύτερων προσπαθειών του Ελληνικού πολιτισμού, ξεπερνώντας τον σε πνευματική επιρροή και θρησκευτική επιμέλεια.

Η Ελλάδα δέχτηκε την πρόκληση με κακή διάθεση. Στις πόλεις στις οποίες οι Εβραίοι ήταν πολυάριθμοι, ακολούθησαν ανοιχτές εκδηλώσεις εχθρότητας. Ο Ιώσηπος αναφέρει ένα διωγμό από τον Πτολεμαίο Φύσωνα το 146 π.Χ., αλλά η περιγραφή αμφισβητείται, γιατί δείχνει έντονα σοβινιστικά χαρακτηριστικά. Μεγαλύτερη αξιοπιστία υπάρχει στην αναφορά του Ιορδάνη (6ος αιώνας μ.Χ.) για τον διωγμό που έγινε το 88 π.Χ., αλλά που ο Ιώσηπος τοποθετεί 40 χρόνια νωρίτερα. Ανεξάρτητα από την ακρίβεια χρονολογιών ή περιγραφών σ’ αυτές τις αναφορές, είναι φανερό πως η διαμάχη των Εβραίων με τους Εθνικούς είχε φτάσει στο σημείο της σύγκρουσης. Οι αντιπαραθέσεις μπορούν να αποδοθούν, σε σημαντικό βαθμό, στους πολιτικούς και εμπορικούς ανταγωνισμούς, αλλά επίσης και στη συμπεριφορά των Εβραίων, οι οποίοι από την ίδρυση της Αλεξάνδρειας και μετά, όπως γράφει ο Juster, «ήταν σε διαρκή αναβρασμό». Αλλά από μόνοι τους αυτοί οι παράγοντες δεν αρκούσαν για να φέρουν την αντιπαράθεση στο σημείο που είχε φτάσει. Το μίσος απέναντι στον διαχωρισμό και τους θρησκευτικούς ισχυρισμούς των Εβραίων, έπαιξε αναμφίβολα εξίσου σημαντικό ρόλο.

Ο ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΣ

Η μεγάλη αντίδραση ήρθε πάλι από τους ανθρώπους των γραμμάτων, οι οποίοι θεωρούσαν εαυτούς φύλακες του ελληνιστικού πολιτισμού. Πρωτοστατούσαν ανάμεσά τους οι Στωικοί και οι Επικούρειοι, που κατά κανόνα είχαν την Αλεξάνδρεια ως διαμονή ή επιρροή. Οι πρώτοι, ένθερμοι προσηλυτιστές, είχαν θορυβηθεί από τον ιουδαϊκό προσηλυτισμό και την επιτυχία του. Οι δεύτεροι, σκεπτικιστές φιλόσοφοι, αντιδρούσαν στην ιουδαϊκή χρήση των ελληνικών πηγών. Οι Έλληνες ιστορικοί, στο μεταξύ, συνέχιζαν να υπερβάλλουν τις δόξες του έθνους τους σε βάρος των νεόκοπων από την Ιουδαία.

Ο Ποσειδώνιος, Στωικός φιλόσοφος και ιστορικός, συνεχίζοντας από εκεί που σταμάτησε ο Εκαταίος και ο Μανέθων, έδωσε μεγαλύτερη κυκλοφορία στους μύθους της εκδίωξης των Ισραηλιτών ως λεπρών από την Αίγυπτο. Τους περιέγραφε ως «ασεβή λαό, μισούμενο από τους θεούς» και κατηγορούσε τον Μωυσή ότι τους οδήγησε σε «μισανθρωπία και διαστροφή», και ότι τους δίδαξε «νόμους αντίθετους με την ανθρωπότητα και τη δικαιοσύνη». Ανέφερε επίσης ότι όταν ο Αντίοχος ο Επιφανής παραβίασε τα Άγια των Αγίων θυσίασε ένα τεράστιο γουρούνι πάνω στο βωμό και υποχρέωσε τους Εβραίους να το φάνε. Αυτή η σαρδόνια αναφορά στην εβραϊκή απέχθεια για το χοιρινό, είναι η μόνη αυθεντική συνεισφορά του Ποσειδώνιου στις αντισημιτικές επινοήσεις, και η οποία παρέμεινε και στο μέλλον.

Ο Απολλώνιος Μόλων, ο διάσημος ρήτορας της εποχής και δάσκαλος του Κικέρωνα και του Καίσαρα, ήταν ο πρώτος που έγραψε ένα ολόκληρο έργο κατά των Εβραίων, εγκαινιάζοντας έτσι την αλυσίδα της βιβλιογραφίας Αdversus Judaeos [Kατά Ιουδαίων], που φθάνει μέχρι τη σημερινή εποχή. Το μόνο που έχουμε από αυτό το έργο είναι ένα απόσπασμα που βρίσκεται στον Πολυίστωρα και μερικές περιληπτικές αναφορές στο Κατά Απίωνος του Ιώσηπου. Όπως και οι περισσότεροι αντισημίτες συγγραφείς, ο Μόλων επαναλαμβάνει σχεδόν όλες τις κατηγορίες των προκατόχων του: οι Εβραίοι είναι άθεοι, μισούν τους ξένους, και έχουν παράξενες δεισιδαιμονίες. Η δική του συνεισφορά περιλαμβάνει μία επίθεση στον εβραϊκό Νόμο, τον οποίο θεωρεί ότι «στερείται αλήθειας και δικαιοσύνης». Τα υπόλοιπα είναι απλές ύβρεις: Ο Μωυσής ήταν ένας απατεώνας, οι Εβραίοι είναι δειλοί αλλά και τολμηροί (ο Μόλων δεν φαίνεται να παρατηρεί την αντίφασή του), άχρηστοι, τρελοί, και «οι πιο παράλογοι από όλους τους βαρβάρους».

Περνώντας από τον Μόλωνα στον Απίωνα, την ψηλότερη βουνοκορφή του Ελληνο-ασιατικού αντισημιτισμού, μπαίνουμε στη χριστιανική εποχή, περνώντας μόνο πάνω από μερικούς λοφίσκους του αντισημιτισμού. Αυτοί είναι ο Λυσίμαχος, ο Χαιρέμων, και ο Δημόκριτος, που το μόνο που έκαναν ήταν να επαναλαμβάνουν τις παλιές κατηγορίες. Οι πρώτοι δύο πρόσθεσαν ελάχιστα δικά τους στην ιστορία του Μανέθωνα για την Εξοδο. Ο ιστορικός Δημόκριτος, στο έργο του Περί Ιουδαίων, επαναλαμβάνει την κατηγορία του Μνασέα ότι λατρεύουν μία χρυσή γαϊδουροκεφαλή και, σύμφωνα με τον ιστορικό Σουίδα, τους κατηγορεί ότι «κάθε επτά χρόνια πιάνουν ένα ξένο, τον οδηγούν στο Ναό τους και τον προσφέρουν θυσία κόβοντάς τον κομματάκια». Έτσι γεννιέται η συκοφαντία του τελετουργικού φόνου, η οποία θα χρησιμοποιηθεί ξανά εναντίον των πρώτων Χριστιανών, και έπειτα πάλι εναντίον των Εβραίων, από τον 12ο αιώνα και μετά συνεχώς, προξενώντας στην πορεία της ποταμούς εβραϊκού αίματος.

Ο Απίων - πολιτογραφημένος Αλεξανδρινός ρήτορας - παίρνει τη θέση του στην ιστορία του αντισημιτισμού ως ο πρώτος τιτάνας. Κατεχόμενος από ένα παθιασμένο μίσος κατά των Εβραίων, αυτός ο ματαιόδοξος και αναξιόπιστος άνθρωπος, κέρδισε τη φήμη του αγύρτη και καυχησιάρη. Ο Πλίνιος αναφέρει τη γνώμη του αυτοκράτορα Τιβέριου (14-37 μ.Χ.) γι’ αυτόν: cymbalum mundi (το κύμβαλο του κόσμου). Η επίθεση του Απίωνα κατά των Εβραίων, που βρίσκεται πιο πολύ στο έργο του Αιγύπτου Ιστορία, δεν περιείχε ουσιαστικά τίποτα που να μην είχε διατυπωθεί πρωτύτερα, αλλά η κακόβουλη χρήση του υλικού που διέθετε και ο πικρόχολος τόνος του, τού εξασφάλισαν τη διάκριση. Η ψευδο-ιστορία της Εξόδου επαναλαμβάνεται, αλλά οι λεπροί τώρα ενώνονται με τους «τυφλούς και κουτσούς», και ο αριθμός τους είναι 110.000. Το Σάββατο, έγραψε, «θεσπίστηκε εξαιτίας μιας αναπηρίας στα κόκκαλα, που είχαν οι Εβραίοι όταν έφυγαν από την Αίγυπτο, και τους ανάγκασε να αναπαυθούν την έβδομη ημέρα». Στη συνήθη κατηγορία της μισανθρωπίας, ο Απίων προσθέτει ότι οι Εβραίοι είναι δεμένοι με όρκο «να μη βοηθούν τους ξένους». Κατηγορεί τους Εβραίους ότι, επειδή δεν λατρεύουν τους θεούς της πόλης, υποκινούν σε ανταρσία τους ανθρώπους. Τους κοροϊδεύει επειδή κάνουν θυσίες ζώων, δεν τρώνε χοιρινό, και κάνουν περιτομή, και επειδή λατρεύουν μία χρυσή γαϊδουροκεφαλή, που δήθεν ο Αντίοχος ο Επιφανής ανακάλυψε στον Ναό.

Αλλά ο Αντίοχος, λέει ο Απίων, ανακάλυψε και έναν Έλληνα που τον έτρεφαν πλούσια, με σκοπό να τον θυσιάσουν και να τον φάνε. Ο Ιώσηπος παραθέτει την εκδοχή του Απίωνα για τον φοβερό μύθο, σύμφωνα με τον οποίο οι Εβραίοι κάθε χρόνο θυσίαζαν στον Ναό έναν Έλληνα και μετά τον έτρωγαν. Η τερατώδης διήγηση του «τελετουργικού φόνου» είχε ήδη βρει την κλασσική της έκφραση.
Δύο Εβραίοι πρωτοπόροι απολογητές μπήκαν στη μάχη εναντίον του Απίωνα. Το έργο του Φλαβίου Ιώσηπου Κατά Απίωνος, στο οποίο ο Ιώσηπος δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρύψει την περιφρόνησή του για τον Απίωνα, τον αποκάλεσε «άνθρωπο πολύ κακής ηθικής, που σε όλη του τη ζωή ήταν ένας αγύρτης». Ο Φίλων, ο διάσημος Εβραίος νεοπλατωνικός φιλόσοφος, αντιμετώπισε τον Απίωνα στη Ρώμη το 39 μ.Χ., διευθύνοντας μία αντιπροσωπεία με σκοπό να υπερασπιστεί την εβραϊκή υπόθεση μπροστά στον Καλιγούλα, επειδή είχαν ξεσπάσει αντιεβραϊκές οχλαγωγίες στην Αλεξάνδρεια, υπό την ηγεσία του Φλάκκου. Ο Απίων, αντιπροσωπεύοντας την αντισημιτική παράταξη, δεν είχε δυσκολία να πείσει τον παράφρονα αυτοκράτορα ότι η εβραϊκή άρνηση να βάλουν αγάλματά του στους ναούς τους ήταν αρκετή για να προκαλέσει τις βίαιες εκδηλώσεις εναντίον τους. Αλλά εδώ βρισκόμαστε ήδη στη ρωμαϊκή περίοδο, ένα επόμενο στάδιο στην ιστορία του αντισημιτισμού.


ΑΠΙΩΝ Ο ΜΟΧΘΟΣ, ΕΝΑΣ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ.

Απίων ο Πλειστονίκης ή Μόχθος (1ος αι. μ.Χ.).

Αλεξανδρινός λόγιος και ιστοριογράφος, από την Όαση της Αιγύπτου, γνωστός για την πολυμορφία του συγγραφικού του έργου. Στην Αλεξάνδρεια παρακολούθησε τα μαθήματα του γραμματικού Διδύμου, (του οποίου ήταν ίσως θετός γιος) και του Θέωνα του οποίου έγινε διάδοχος ως επικεφαλής της εκεί σχολής γραμματικών. Ασχολήθηκε με τη διδασκαλία της ρητορικής και της γραμματικής, πρώτα στη Ρώμη και αργότερα στην Αλεξάνδρεια. Έγραψε διάφορα συγγράμματα, ανάμεσα στα οποία και μία διόρθωση των ομηρικών επών, από αυτά όμως κανένα δεν διασώθηκε.
Για τη μεγάλη επιμέλεια και εργατικότητά του επονομαζόταν και Μόχθος.

Οι ιδέες και το έργο του προκάλεσαν τα επαινετικά σχόλια του αυτοκράτορα Τιβερίου, του ιστορικού Πλίνιου κ.ά., αλλά και την έντονη αντίδραση και κριτική των Εβραίων λογίων και ιδιαίτερα του ιστορικού Ιώσηπου Φλάβιου, που έγραψε εναντίον του δύο λόγους. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι o Απίων δεν λάτρευε ιδιαίτερα τους Εβραίους και τους κατηγορούσε (ότι προσκυνούν κεφαλή γαϊδάρου κ.ά.) ενώ παράλληλα τους θεωρούσε Αιγυπτίους αποίκους. Η αντιπάθειά του αυτή εκφράστηκε και από τη συμμετοχή του σε πρεσβεία που στάλθηκε το 39 μ.Χ. στον αυτοκράτορα Καλιγούλα εναντίον των Εβραίων της Αλεξάνδρειας.

Ο Απίων -Frg. 2.7-, διαχωρίζει τους ανθρώπους καθοριστικά εις τους «εκ περιτομής» και τους «εξ Ελλήνων».

Ο Απίων έγραψε ότι οι Ιουδαίοι «Ορκίζονται εις τον Θεόν, ότι κανέναν αλλόφυλον δεν θα ευνοήσουν, ιδιαίτερα δε τους Έλληνας» ( Ιώσηπος, Κατ' Απίωνος Β, κεφ 10).

Μεταξύ των άλλων γραμματικών έργων του έγραψε ένα εξαιρετικό σύγγραμμα με τίτλο «Γλώσσαι ομηρικαί» (ετυμολογικά μελετήματα σε αλφαβητική σειρά), που το χρησιμοποίησε ο Απολλώνιος ο σοφιστής. Ο Απολλώνιος, ο λεγόμενος Σοφιστής, έζησε τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Το μόνο σωζόμενο έργο του είναι το «Λεξικόν κατά στοιχείον της τε Ιλιάδος και Οδυσσείας», στο οποίο διασώζονται διαφορετικές εκδοχές πολλών ομηρικών στίχων και σπάνιες ερμηνείες ομηρικών λέξεων, επί τη βάσει των απωλεσθέντων συγγραμμάτων του Απίωνος.

Ένα πολύ σημαντικό σύγγραμμά του Απίωνος είναι μια ιστορία της Αιγύπτου (Αιγυπτιακά, σε 5 βιβλία) που δεν διασώθηκε. Στις κατηγορίες που διατυπώνονταν εκεί εναντίον των Εβραίων απάντησε ο ιουδαίος Ιώσηπος (Κατ' Απίωνος), που βέβαια διασώθηκε από τους χριστιανούς αντιγραφείς.

Από το έργο αυτό του Απίωνος (Αιγυπτιακά) κατάγεται και η γνωστή ιστορία για τον Ανδροκλή και το λιοντάρι καθώς και πολλές άλλες.

Σήμερα, οποιαδήποτε ιστορία θα διαβάσετε για τον Έλληνα Απίωνα τον Μόχθον, θα δείτε ότι τον κοροϊδεύουν συστηματικά με το προσωνύμιο «κύμβαλον» που του το πρόσθεσε ο ιουδαίος Ιώσηπος. Όλοι, μα όλοι οι μετά από αυτόν εβραίοι, χριστιανοί, ακόμη και οι κομμουνιστές, για να μειώσουν τον Έλληνα Απίωνα, τον αναφέρουν σαν «Απίων, το κύμβαλον». Ακόμη και στον εβραιοκομμουνιστή Κάουτσκυ, στο βιβλίο του «Η καταγωγή του Χριστιανισμού» διάβασα την φράση: «ο Απίων, το παγκόσμιο κύμβαλο, όπως τον έλεγε ο Ιώσηπος». Όπως καταλαβαίνει κανείς αυτό δεν γίνεται τυχαία. Αυτό που θέλουν είναι να μειώσουν τον Απίωνα, έτσι ώστε να χάσουν ισχύ τα αντιεβραϊκά του επιχειρήματα.

Όλοι όμως οι σοβαροί άνθρωποι του πνεύματος στην αρχαιότητα τον είχαν σε μεγάλη εκτίμηση. Ο αυτοκράτορας Τιβέριος, ο ιστορικός Πλίνιος και πολλοί άλλοι εκτιμούσαν ιδιαιτέρως τον Απίωνα. Δεν του έδωσαν άλλωστε αβασάνιστα το όνομα Μόχθος. Ο Απίων πράγματι αγαπούσε με πάθος τον Ελληνισμό και τα Ελληνικά γράμματα. Εργάστηκε με πολύ μόχθο γι' αυτά, ιδίως για τα Ομηρικά ζητήματα. Βέβαια τα έργα του καταστράφηκαν. Οι σημερινοί Έλληνες απόγονοί του δεν τον γνωρίζουν καθόλου ή θα τον μάθουν μέσω εβραίων (και χριστιανών κολαούζων) συγγραφέων σαν ένα πολύ κακό άνθρωπο.

Μετά τον Απίωνα, ο Ελληνικός αντισημιτισμός κόπασε. Η πολιτική και η πολιτιστική ηγεμονία είχε περάσει πλέον στη Ρώμη, και ο Ελληνισμός είχε χάσει μεγάλο μέρος από το αγέρωχο σφρίγος του. Από εδώ και πέρα οι πιο πολλοί Έλληνες συγγραφείς έδειξαν μία νέα ανοχή προς τους Εβραίους, καθώς ο αντισημιτισμός επέστρεφε στην αρχική έκδοσή του: ο λαός Ισραήλ ήταν μία παραξενιά. Ο Πλούταρχος είναι χαρακτηριστικός εκπρόσωπος αυτής της τάσης: χρησιμοποιώντας πλήθος ψεύτικων πληροφοριών γράφει με αδιαφορία για τους Ιουδαίους. Ο Κέλσος, τον 2ο αιώνα μ.Χ., περιλαμβάνει και τους Χριστιανούς στην περιφρόνηση που δείχνει για τους Ιουδαίους. Ακόμα και τότε δεν μπορούσε να μην κατηγορήσει τους Ιουδαίους πως «υπερηφανεύονται για τους εαυτούς τους ότι κατέχουν μία ανώτερη σοφία και απορρίπτουν την παρέα άλλων ανθρώπων». Η τελευταία επίθεση του ελληνικού αντισημιτισμού - και πολύ βίαιη - ήρθε τον 3ο αιώνα από τον σοφιστή Φιλόστρατο, ο οποίος μας μεταφέρει πάλι πίσω στον Μόλωνα και στον Απίωνα, ωστόσο όμως δεν λέει τίποτα πρωτότυπο.
-------------------------------------
Υποσημειώσεις
[1] Εδώ με τον όρο «Ιουδαίοι» ή «Εβραίοι», δηλώνουμε οποιοδήποτε μέλος της θρησκείας του Μωυσή, αν και μερικοί ιστορικοί θέλουν να διακρίνουν τους όρους «Ισραηλίτες», «Εβραίοι», «Ιουδαίοι». Αν και ο όρος «Ισραήλ» είναι αυτός που χρησιμοποιείται στη Βίβλο, ο όρος «Ιουδαίος» προέρχεται από τη φυλή Ιούδα, και εισήχθηκε από τους Εθνικούς την περίοδο των Μακκαβαίων, αλλά αργότερα υιοθετήθηκε και από τη Διασπορά. Ο όρος «Ισραήλ» διατηρήθηκε πιο πολύ για θρησκευτικές αναφορές, αλλά σήμερα είναι το όνομα του εβραϊκού κράτους, που ιδρύθηκε το 1948 και των υπηκόων του, των «Ισραηλινών». [Πάντως «Ιουδαίοι» ήταν ο όρος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Σήμερα, χρησιμοποιούμε τη λέξη «Εβραίοι»].
[2] Πολλοί σύγχρονοι ιστορικοί χρησιμοποιούν τους όρους B.C.E και C.E. (Προ Κοινής Εποχής - Κοινής Εποχής) αντί των π.Χ. και μ.Χ.
[3] Φλάβιος Ιώσηπος, ελληνιστής Εβραίος ιστορικός του 1ου μ.Χ. αιώνα, ο οποίος δυσκολευόταν πολύ να δικαιολογήσει την αδιαφορία του ελληνικού κόσμου απέναντι στην ύπαρξη των Εβραίων. Η εξήγησή του ήταν ότι οι Εβραίοι, επειδή κατοικούσαν σε πεδινή χώρα, ζούσαν από τη γεωργία και κτηνοτροφία και έτσι δεν είχαν ασχοληθεί με το εμπόριο όπως άλλοι λαοί. (Βλ. Against Apion, Ι, 12. The Life and Works of Flavius Josephus, μετ. W. Winston [New York: Holt, Rinehart and Winston, 1962], σ. 862-863).
[4] Ο Ηρόδοτος αναφέρει «Σύριοι της Παλαιστίνης» αλλά δεν λέει τίποτα περισσότερο γι’ αυτούς. Ο Theod. Reinach αμφισβητεί τη γνώμη του Ιώσηπου ότι ο Ηρόδοτος αναφέρεται στους Εβραίους. (Βλ. Reinach, Textes des autres Grecs et Romains relatifs aux Judaïsme [Paris: Leroux, 1895], no.1, σ. 4). Η εργασία αυτή είναι μια αυθεντική σύνθεση αρχαίων ρωμαϊκών και ελληνικών φιλολογικών αναφορών στους Εβραίους, και θα χρησιμοποιηθεί σ’ αυτό το κεφάλαιο αντί των πρωταρχικών πηγών.
[5] Ο J. Juster απαριθμεί σχεδόν 500 πόλεις και κωμοπόλεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στις οποίες υπάρχουν αποδείξεις για ύπαρξη εβραϊκού πληθυσμού [Βλ. Les Juifs dans l’ Empire Romain (Paris: Guenthner, 1914), I, 179-209].
[6] Ο Στράβων, ο Καππαδόκης ιστορικός που έγραψε κατά την αρχή της χριστιανικής περιόδου, προσθέτει αληθοφάνεια σ’ αυτούς τους υπολογισμούς με τον ισχυρισμό του ότι οι Εβραίοι «υπήρχαν ήδη σε όλες τις πόλεις και είναι δύσκολο να βρεις ένα μέρος πάνω στη γη που να κατοικείται και να μην έχει δεχτεί αυτή τη φυλή των ανθρώπων». (Fl. Josephus, Jewish Antiquities, ΧΙV, 7, 2, σ. 417). Οι Χριστιανοί ιεραπόστολοι, επίσης, θα ανακάλυπταν αυτή την πραγματικότητα. Οι Πράξεις (2:5, 9-11) αναφέρουν ότι την ημέρα της Πεντηκοστής «Ιουδαίοι από κάθε έθνος κάτω από τον ουρανό» είχαν έρθει στην Ιερουσαλήμ. Και ο Απόστολος Παύλος επισκεπτόταν τις εβραϊκές κοινότητες όπου πήγαινε. Η προφητεία που είχε δώσει η Σίβυλλα είχε επαληθευτεί: «Κάθε γη θα γεμίσει από σένα, και κάθε θάλασσα» (Οracula Sibylina, III, 271).
[7] Είναι δύσκολο να καθοριστεί σε ποιά έκταση οι απόψεις αυτών των συγγραφέων δημιουργούσαν την αυξανόμενη λαϊκή εχθρότητα ή απλά αντανακλούσαν την υπάρχουσα, σχημάτιζαν ή σχηματίζονταν από την ιστορία. Φαίνεται πιθανό οι απόψεις αυτές να ήταν και αιτία και αποτέλεσμα, δίνοντας έκφραση στα συλλογικά αισθήματα, αλλά συμβάλλοντας και στη διαμόρφωσή τους.
[8] Τo Βιβλίο του Δανιήλ, το απόκρυφο βιβλίο του Ενώχ, και οι Σιβυλλικοί Χρησμοί εμφανίστηκαν αυτή την περίοδο.

Αντισημιτισμός στην αρχαιότητα - Β'

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΡΩΜΑΪΚΟ ΑΕΤΟ

Ο ρωμαϊκός αντισημιτισμός, άμεσος κληρονόμος του ελληνικού, έφερε τη σφραγίδα του προκατόχου του. Η ρωμαϊκή κατάκτηση δεν άλλαξε ουσιαστικά το πολιτιστικό κλίμα και τις κοινωνικές συνθήκες του Ελληνο-ασιατικού κόσμου. Η ελληνική άποψη για τους Ιουδαίους πέρασε έτσι και στους Ρωμαίους. Ο ρωμαϊκός αντισημιτισμός, ωστόσο, ήταν πιο πολύπλοκος από τον Ελληνικό. Το πνεύμα των Μακκαβαίων δεν κόπασε τους ρωμαϊκούς χρόνους και η Ρώμη ήξερε πως να αποθαρρύνει τις επαναστάσεις. Ποταμοί αίματος έμελλαν να χυθούν κατά τις συγκρούσεις των Ρωμαίων με τους Εβραίους. Από την άλλη πλευρά, η ρωμαϊκή πολιτική έδειχνε μία καθαρή φιλοσημιτική τάση.[1] Πράγματι, η επίσημη εύνοια προς την ιουδαϊκή πίστη, και η επιτυχία του ιουδαϊκού προσηλυτισμού μεταξύ των Ρωμαίων, εντυπωσιάζουν τον ιστορικό της εποχής τόσο όσο και οι εβραιο-ρωμαϊκοί πόλεμοι και οι αντιεβραϊκές αντιδράσεις. Μόνον οι διανοούμενοι παρέμειναν ανεπηρέαστοι από την έκκληση του Ισραήλ για μονοθεϊσμό.

Το πιο σημαντικό νέο στοιχείο στη ρωμαϊκή περίοδο ήταν η εβραϊκή κοινότητα στη Ρώμη. Αν και ήταν από τις τελευταίες που ιδρύθηκαν στη διασπορά, χρησίμευε ως ένα μικρής κλίμακας υπόδειγμα όλου του Εβραϊσμού, στη σκιά του ίδιου του αυτοκρατορικού ανακτόρου, παίζοντας έτσι σημαντικό ρόλο ως καθοριστικός παράγοντας της αυτοκρατορικής πολιτικής και της στάσης του λαού απέναντι στους Εβραίους. Πριν τη χριστιανική εποχή, η εβραϊκή κοινότητα ήταν μεγάλη και είχε επιρροή - δεύτερη μετά την Αλεξάνδρεια. Ήδη το 59 π.Χ., ο Κικέρων στο έργο του Pro Flacco υπέθετε ότι όλοι ήξεραν «πόσο πολυάριθμοι είναι, πόσο αφοσιωμένοι είναι στη φυλή τους και πόση επιρροή έχουν στις συνελεύσεις». Οι Εβραίοι της Ρώμης είχαν δικαίωμα ψήφου στις συνελεύσεις και είχαν γίνει πολιτική δύναμη. Είχαν μπει στην οικονομική ζωή της πόλης, κέρδιζαν πολλούς οπαδούς στην πίστη τους, και είχαν αποσπάσει πολλά προνόμια από τους αυτοκράτορες. Αυτά τα προνόμια προκαλούσαν τον φθόνο των γειτόνων τους, και οι προσηλυτιστικές τους επιτυχίες τον φθόνο των διανοούμενων, και περιστασιακά της κυβέρνησης.

Η κυριότερη αιτία έντασης, ωστόσο, ήταν θρησκευτική. Η ρωμαϊκή θρησκεία ήταν τελετουργική και έντονα ενσωματωμένη στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Εικόνες των θεών υπήρχαν παντού και σχεδόν κάθε πράξη, δημόσια ή ιδιωτική, είχε την υπερφυσική συνοδεία της. Οι Ρωμαίοι ήταν υπερήφανοι για τις τελετουργίες και τους θεούς τους, οι οποίοι συνδέονταν στενά με τη δόξα της Ρώμης. Ενώ γενικά ήταν ανεκτικοί προς τις άλλες θρησκείες, των οποίων ήταν οικοδεσπότες, ήταν ασυμβίβαστοι προς οτιδήποτε απειλούσε τη δική τους θρησκεία.[2] Ήταν ασυνήθιστοι, ωστόσο, στον θρησκευτικό ανταγωνισμό. Οι περισσότεροι από τους ξένους οπαδούς θρησκειών, που ζούσαν μέσα στα όρια της αυτοκρατορίας, ήταν ικανοποιημένοι με τη θρησκευτική τους ελευθερία και δεν είχαν δυσκολία στην απλή απαίτηση της Ρώμης να λατρεύουν και τον Jupiter [Δία] και να απέχουν από πράξεις εχθρικές προς την αυτοκρατορική θρησκεία.

Αλλά δε συνέβαινε το ίδιο και με τους Εβραίους. Μπορούσαν να προσαρμοστούν σε όλα εκτός από τη θρησκεία. Είχαν και αυτοί μία θρησκεία - στην πραγματικότητα πιο απαιτητική από εκείνη των Ρωμαίων - εξ ίσου ενσωματωμένη στην καθημερινή τους ζωή. Ο Θεός του Ισραήλ ήταν ένας ζηλωτής Θεός που δεν δεχόταν συμβιβασμούς. Αυτή η αδιάλλακτη στάση έβαλε τις ρωμαϊκές αρχές σε ένα δίλημμα: είτε να αποκηρύξουν την πολύτιμη αρχή της ανοχής, είτε να κάνουν μία ιδιαίτερη εξαίρεση για την πεισματική μειονότητα - σύμφωνα με τη φράση του Juster: «διωγμός ή προνόμιο».

Ο ρωμαϊκός ρεαλισμός υπερίσχυσε. Δόθηκαν στους Εβραίους όλα τα προνόμια που ήταν απαραίτητα για μία πλήρη άσκηση του τρόπου ζωής τους, όχι μόνο στην Ιουδαία αλλά και σε όλη τη Διασπορά, ακόμα και στην ίδια τη Ρώμη. Στην πραγματικότητα η ιστορία των εβραιο-ρωμαϊκών σχέσεων περιλαμβάνει λίγα ακόμα στοιχεία εκτός από την ιστορία αυτών των προνομίων και από τις διαμάχες ή τις συμμαχίες που προέκυψαν. Οι Εβραίοι πήραν μοναδικά προνόμια για να μπορέσουν να ασκήσουν τις πρακτικές του μονοθεϊσμού. Εξαιρέθηκαν από πολλές εξωτερικές πράξεις της ρωμαϊκής θρησκείας και απαλλάχθηκαν από όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες την ημέρα του Σαββάτου, με μόνη απαίτηση να προσεύχονται για τον αυτοκράτορα. Πριν αρχίσει η χριστιανική εποχή, ο Ιουδαϊσμός ήταν η μόνη αναγνωρισμένη θρησκεία εκτός από την αυτοκρατορική.

Οι ιστορικοί έχουν ψάξει να βρουν εξηγήσεις γι’ αυτήν την ιδιαίτερη κατάσταση. Πολλοί παράγοντες συνέβαλλαν σ’ αυτήν, αλλά η θεμελιώδης απάντηση φαίνεται να είναι ψυχολογική. Η Ρώμη και η Ιερουσαλήμ θαύμαζαν και φοβούνταν η μία την άλλη. Οι Ιουδαίοι φαίνονταν να προτιμούν τη ρωμαϊκή κυριαρχία από οποιαδήποτε άλλη - ακόμα και από εκείνη της δυναστείας του Ηρώδη - και περισσότερες από μία φορές συμμάχησαν με τη Ρώμη εναντίον των εχθρών της. Αλλά είχαν μάθει να φοβούνται τη ρωμαϊκή βαρβαρότητα, και η μνήμη των 2.000 Εβραίων που κρεμάστηκαν στην Ιερουσαλήμ από τον Βάρο (139-169 μ.Χ.) ήταν αρκετή για να κρατήσει τους φόβους τους ζωντανούς. Η Ρώμη, από την πλευρά της, φαινόταν να είναι εντυπωσιασμένη από τη γενναία προσκόλληση των Εβραίων στη θρησκεία τους, αλλά κι αυτή φοβόταν τις εξεγέρσεις τους, μερικές από τις οποίες είχαν βλάψει πολύ τη στρατιωτική της δύναμη. Και παρ’ όλα αυτά, πέρα από τον αμοιβαίο θαυμασμό και φόβο, υπήρχε κάποια μικρή κατανόηση μεταξύ αυτών των ριζικά αντίθετων νοοτροπιών. Αλλά η σχέση τους έμελλε να είναι θυελλώδης.

Οι πολιτικές των αυτοκρατόρων αντανακλούσαν αυτή την αμφίρροπη κατάσταση. Μερικοί ήταν ευνοϊκά διακείμενοι προς τους Εβραίους, μερικοί εχθρικά. Ο Ιούλιος Καίσαρ (100-44 π.Χ.), έδειξε ευγνωμοσύνη για τη βοήθειά τους στη διάρκεια του εμφύλιου πόλεμου, λούζοντας τους με προνόμια. Γι’ αυτό οι Εβραίοι της Ρώμης θρήνησαν πολύ τον θάνατό του. Οι παραχωρήσεις του, που θεωρούνται από τους ιστορικούς ως η «Μάγκνα Κάρτα» των Εβραίων της αρχαιότητας, ανανεώνονταν στο σύνολό τους από τους επόμενους αυτοκράτορες. Ο Αύγουστος (27 π.Χ. -14 μ.Χ.) συνέχισε αυτή την πολιτική, και ανάμεσα στα άλλα, σταμάτησε να μοιράζει σιτάρι στους Εβραίους την ημέρα του Σαββάτου. Ο Τιβέριος (14-37 μ.Χ.), υπό την επιρροή του Σεανού, του αντισημίτη υπουργού του, εξόρισε 4.000 Εβραίους στη Σαρδηνία, αλλά ανανέωσε τα προνόμια τους μετά τον θάνατο του Σεανού. Ο Καλιγούλας (37-41 μ.Χ.) προσπάθησε να επιβάλλει τη λατρεία του αυτοκράτορα στις συναγωγές, αλλά πέθανε προτού εκτελεστεί η απαίτησή του. Ο Κλαύδιος (41-54 μ.Χ.) φέρθηκε καλά προς τους Εβραίους, αν και έδιωξε μερικούς από τη Ρώμη εξαιτίας της διαμάχης μεταξύ Εβραίων και Χριστιανών.[3]

Ο άγριος πόλεμος που επέφερε την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ., ίσως να αναμενόταν ότι θα κατέστρεφε την επίσημη θέση του Ισραήλ, αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Η μόνη μεταβολή που υπήρξε ήταν η αλλαγή πληρωμής του φόρου που οι Εβραίοι έστελναν για τον Ναό στην Ιερουσαλήμ, σε φόρο για το Καπιτώλιο του Jupiter στη Ρώμη. Μετά τον πόλεμο η πορεία των εβραιο-ρωμαϊκών σχέσεων εξαρτιόταν γενικά από τις προσηλυτιστικές και μεσσιανικές εβραϊκές κινήσεις: εμπνεόμενοι ακόμα από τα οράματα της ανεξαρτησίας, συχνά επαναστατούσαν, και η πιο σοβαρή εξέγερση έγινε το 115 μ.Χ., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Τραϊανός, και το 131 μ.Χ. όταν ήταν ο Αδριανός. Αυτή η τελευταία εξέγερση έφερε σε τέλος το Ισραήλ ως πολιτική δύναμη της αρχαιότητας. Η τελική εξέγερση, στην αυτοκρατορία του Αδριανού, πυροδοτήθηκε από την απαγόρευση της εβραϊκής θρησκείας και της περιτομής, καθώς και από την ανέγερση της ειδωλολατρικής πόλης Aelia Capitolina στην Ιερουσαλήμ. Ο Αδριανός, που ήταν φανατικός ελληνιστής, είχε φοβηθεί από τις επιτυχίες του ιουδαϊκού προσηλυτισμού και αποφάσισε να τον εξαλείψει οριστικά.[4]

Ο αντισημιτισμός των λαϊκών μαζών, αν και δεν ήταν το χαρακτηριστικό στοιχείο της ρωμαϊκής εποχής, δεν ήταν λιγότερο διαδεδομένος, και μάλιστα μερικές φορές ήταν έντονος. Μέσα σε όλη την αυτοκρατορία, τα ιδιαίτερα προνόμια των Εβραίων, ο «ξενικός» χαρακτήρας τους, και η επιχειρηματική τους πρωτοβουλία προκαλούσαν τον φθόνο του μη εβραϊκού πληθυσμού. Στη Ρώμη, τα προνόμιά τους και η επιρροή τους προκαλούσαν έντονη αντίδραση, η οποία, ωστόσο, συγκρατιόταν από την αυτοκρατορική προστασία. Στην Αλεξάνδρεια οι παλιές εντάσεις είχαν αυξηθεί, αλλά τα πρώτα χρόνια της αυτοκρατορίας δεν ριψοκινδύνευαν να εκδηλωθούν ανοιχτά. Με αυτοκράτορα τον ασταθή Καλιγούλα, το ρίσκο μειώθηκε, και ένα ξέσπασμα το 38 μ.Χ. - το πρώτο πραγματικό πογκρόμ στην ιστορία - συνέβη στην Αλεξάνδρεια. Αβέβαιοι για τις διαθέσεις του αυτοκράτορα, οι έπαρχοι της πόλης υποκίνησαν τους όχλους σε οχλοκρατικές διαμαρτυρίες, επειδή οι Εβραίοι αρνήθηκαν να στήσουν τον αυτοκρατορικό ανδριάντα στις συναγωγές. Στη συνέχεια, τους αφαιρέθηκε η ιδιότητα του πολίτη, τους προπηλάκισαν και τους περιόρισαν στο ένα τέταρτο της πόλης, πιέζοντάς τους να μείνουν ακόμη και σε κοιμητήρια και σε παραλίες. Μερικοί βασανίστηκαν και άλλοι δολοφονήθηκαν. Στο αποκορύφωμα αυτών των ταραχών, μία αντιπροσωπεία Εβραίων, με επικεφαλής τον Φίλωνα, πήγε στον Καλιγούλα, έχοντας ως κατήγορο τον Απίωνα, αλλά τελικά αυτή η προσπάθεια είχε σαν αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη ταπείνωσή τους.

Ταραχές σκιάσανε τις εβραιο-ρωμαϊκές σχέσεις και σε άλλες πόλεις όπου οι Εβραίοι ήταν πολυάριθμοι, ιδιαίτερα επί Βεσπασιανού (69-79 μ.Χ.) και Τίτου (78-81 μ.Χ.). Στην Αντιόχεια τα πολιτικά δικαιώματα των Εβραίων προκάλεσαν τους κατοίκους, και έγιναν αιτήσεις στη Ρώμη να τους καταπιέσει. Ακολούθησαν σφαγές Εβραίων. Στην Έφεσο, την Κυρηναϊκή και τις πόλεις της Ιωνίας γίνονταν ταραχές που ξεσπούσαν συνήθως με αφορμή την άρνηση των Εβραίων να συμμετέχουν στην ειδωλολατρική θρησκεία. Στην Καισάρεια - που ιδρύθηκε από τον Ηρώδη (4π.Χ.- 40 μ.Χ.) - ήταν συχνές οι πολιτικές διαμάχες για την πολιτική ηγεσία και πολλές φορές οι Εβραίοι δέχονταν επιθέσεις. Σε μερικές περιπτώσεις πολλοί δολοφονήθηκαν, ιδιαίτερα σε πόλεις που βρίσκονταν κοντά στην Παλαιστίνη (Δαμασκό, Τύρο, Ασκαλώνα, Πτολεμαΐδα, Γάδαρα, Ιππώνα και Σκυθόπολη) όπου η ιουδαϊκή θρησκευτική προπαγάνδα ήταν πολύ έντονη.

Ο ΚΛΑΣΣΙΚΟΣ ΑΝΤΙΣΗΜΙΤΙΣΜΟΣ

Οι πραγματικοί αντισημίτες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δεν ήταν ούτε η κυβέρνηση ούτε ο λαός, αλλά οι διανοούμενοι. Πολλοί από αυτούς δεν ασχολούνταν καθόλου με το Ισραήλ, αλλά από όσους ασχολούνταν, πολύ λίγοι ήταν φιλικοί προς αυτούς, ενώ οι περισσότεροι ήταν φανατικοί εχθροί. Ο Βάρρων ίσως να έδειξε λίγο σεβασμό, ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος και ο Τίτος Λίβιος παρέμειναν ουδέτεροι. Από τους υπόλοιπους δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά περιφρόνηση και προσβολές.

Αυτή η φάση της ιστορίας άρχισε το 59 π.Χ. με τη σπουδαία φωνή του Κικέρωνα. Ο διάσημος ρήτορας, έξυπνος μαθητής του Μόλωνα, μετέφερε τις προκαταλήψεις του Ροδεσιανού δασκάλου του στη Ρώμη, συνδέοντας έτσι τον ρωμαϊκό Αετό με τον ελληνικό. Η ευκαιρία που του δόθηκε να εκφράσει τα αισθήματά του, ήταν όταν πήγε σε μία δίκη ως συνήγορος του Ρωμαίου έπαρχου Φλάκκου στη Μικρά Ασία ο οποίος είχε λεηλατήσει το ιουδαϊκό θησαυροφυλάκιο. Η συνηγορία του Κικέρωνα αποθανατίστηκε στο έργο του Pro Flacco (Υπέρ Φλάκκου). Μπροστά στο δικαστήριο παρουσίασε τους φόβους του για τους πολυάριθμους, πανούργους Εβραίους της Ρώμης που αύξαναν την επιρροή τους, και επαίνεσε τον Φλάκκο επειδή «είχε αντισταθεί στις βαρβαρικές τους δεισιδαιμονίες». «Το είδος των τελετουργιών και της θρησκείας τους δεν έχει τίποτα το κοινό με το μεγαλείο της αυτοκρατορίας, τη δόξα του ονόματός μας, και τους θεσμούς των προγόνων μας. Αυτός ο λαός με τα όπλα του, όλο και περισσότερο, δείχνει πως νοιώθει για εμάς. Ακόμα και έτσι που είναι κατακτημένοι και σκλαβωμένοι, οι αθάνατοι θεοί πολύ λίγο νοιάζονται γι’ αυτούς». «Οι Ιουδαίοι», είχε παρατηρήσει παλαιότερα μπροστά στη Σύγκλητο, «είναι γεννημένοι για δούλοι». Η ιστορία δεν κατέγραψε το αποτέλεσμα της δίκης του Φλάκκου, αλλά για τον Κικέρωνα μας λέει ότι την επόμενη χρονιά εξορίστηκε από τη Ρώμη.

Κατά τους τελευταίους χρόνους της προχριστιανικής περιόδου, ο φιλολογικός αντισημιτισμός με δυσκολία κρατήθηκε ζωντανός, χάρη σε μερικές ειρωνείες του Οράτιου σχετικά με τον ιουδαϊκό προσηλυτισμό και την ευπιστία τους, στους σαρκασμούς του Τίβουλλου και του Οβίδιου σχετικά με τη σαββατική ανάπαυση, και στις διαστρεβλώσεις της εβραϊκής ιστορίας από τον Πομπήιο. Ο τόνος του Κικέρωνα δεν υπάρχει πλέον, μέχρις ότου, τον επόμενο αιώνα, φάνηκε ο Σενέκας. Αυτός ο ένθερμος πατριώτης και Στωικός, αγωνιζόταν ενάντια στην επικράτηση των εθίμων αυτού «του πιο διεστραμμένου έθνους», ιδιαίτερα ενάντια στην πρακτική της αργίας του Σαββάτου. Ο Πρετώνιος εντρυφούσε σε σαρκασμούς σχετικά με την περιτομή και την «απέχθεια» για το χοιρινό. Οι ισχυρισμοί του Κουιντιλλιανού και του Μαρτιαλινού ήταν βραχύλογοι αλλά αιχμηροί: για τον πρώτο, οι Εβραίοι ήταν ένα «επιζήμιο έθνος» και η πίστη τους μία «δεισιδαιμονία». Για τον δεύτερο, η περιτομή και το Σάββατο ήταν συνώνυμα με κάθε τι το εκφυλιστικό. Τον 2ο αιώνα, ο Ιουβενάλιος ελεεινολογούσε τη διεφθαρμένη επιρροή των Εβραίων γονέων πάνω στα «δυστυχισμένα παιδιά τους».

Ο Τάκιτος έφτασε στο απόγειο του αρχαίου αντισημιτισμού. Ο μεγάλος ιστορικός ξεπέρασε όλους τους ανταγωνιστές του της Ελληνο-ρωμαϊκής εποχής σε μίσος και σφοδρότητα. Καμία από τις προηγούμενες κατηγορίες δεν λείπει από τον κατάλογό του - εκτός από εκείνη του «τελετουργικού φόνου», που τώρα πλέον είχε επιστρατευτεί κατά των Χριστιανών - και κάθε κατηγορία αποκτά ένα καινούργιο «γαρνίρισμα». «Το Σάββατο», λέει ο Τάκιτος, «τους θυμίζει την ημέρα της απόδρασής τους, στην οποία, λόγω της τεμπελιάς τους, έμειναν προσκολλημένοι». Οι υπόλοιποι θεσμοί τους είναι «πονηροί, ατιμωτικοί, και έχουν επιζήσει μόνον εξαιτίας της διαστροφής τους». Η ευημερία τους «προέρχεται από την πεισματώδη αλληλεγγύη τους, που είναι αντίθετη προς το αδυσώπητο μίσος που καλλιεργούν ενάντια στους υπόλοιπους ανθρώπους». Ποτέ δεν τρώνε μαζί με ξένους, και, αν και είναι επιρρεπείς στην ακολασία, «απέχουν από επαφή με ξένες γυναίκες». Ανάμεσά τους, ωστόσο, «τίποτα δεν είναι απαγορευμένο». Η πρώτη εντολή που τους δίνεται είναι να απεχθάνονται τους θεούς, να απαρνούνται την πατρική γη τους, να ξεχνούν τους γονείς, τα αδέλφια και τα παιδιά τους.

Ξαφνικά ο τόνος αλλάζει, πλησιάζει κοντά στην ευλογία: οι Ιουδαίοι θεωρούν έγκλημα να σκοτώσουν ένα «παιδί που είναι μόνο», πιστεύουν στην αθανασία εκείνων που πεθαίνουν στη μάχη, γι’ αυτό και η απάθειά τους για το θάνατο. Ο Θεός τους είναι ένα ανώτατο και αιώνιο Ον, και γι’ αυτό και δεν ανέχονται «κανένα άγαλμα στις πόλεις και ιδιαίτερα στους ναούς τους, και τις κολακείες προς τους βασιλείς...»

Αυτή η έκλαμψη είναι στιγμιαία. Τι είναι οι Ιουδαίοι; «Από όλους τους υποδουλωμένους λαούς οι πιο αξιοκαταφρόνητοι... ένας αηδιαστικός λαός... γεμάτοι δεισιδαιμονίες και μίσος για όλες τις θρησκευτικές πρακτικές», ένας λαός με «έθιμα παράλογα και αποκρουστικά...», και συνοψίζει: «Όλα όσα εμείς θεωρούμε ιερά, αυτοί τα θεωρούν βέβηλα, και όλα όσα είναι νόμιμα γι’ αυτούς, είναι ακάθαρτα για μας».

Μετά τον Τάκιτο, ο ρωμαϊκός φιλολογικός αντισημιτισμός άρχισε να παρακμάζει. Υπήρχαν λίγα αμυδρά παράπονα, και μετά από ένα τελικό κροτάλισμα εθνικού μίσους από τον Ρουτίλιο Ναματιανό, ποιητή του 5ου αιώνα, που είχε εξαγριωθεί από έναν «γκρινιάρη Ιουδαίο» που συνάντησε στο δρόμο, και τα αισθήματά του είχαν φουντώσει σε μία ελεγεία για «το ακοινώνητο ζώο, αυτόν τον Ιουδαίο...» Ο ποιητής τελειώνει με μία επίθεση στο Σάββατο και σε άλλα ιουδαϊκά έθιμα και τελικά στην «πληγή που παρέδωσε ο Ιουδαϊσμός στον κόσμο»: τον Χριστιανισμό.

ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ

Ο Ελληνικός και ο ρωμαϊκός αντισημιτισμός μοιάζουν αρκετά ώστε να θεωρηθούν μία ενιαία ιστορική ενότητα. Η ρωμαϊκή φάση σε μεγάλη έκταση μπορεί να θεωρηθεί ελληνικός αντισημιτισμός που συνεχίστηκε κάτω από νέες πολιτικές συνθήκες. Και στις δύο φάσεις διακρίνεται η ίδια βασική κατάσταση: ένας υπερήφανος και κατακτητικός πολιτισμός να αντιμετωπίζει ένα πολιτικά αμελητέο έθνος, στερημένο - σύμφωνα με τα ειδωλολατρικά πρότυπα - από όλο τον πολιτισμό και τα επιτεύγματά του, προβάλλοντας την ανωτερότητα της Τορά (Πεντατεύχου) απέναντι στους νόμους και στα γράμματα του κατακτητή.

Παρά τη σύγκρουση των θρησκευτικών απόψεων και αξιών μεταξύ των οπαδών του Γιαχβέ και των οπαδών του Jupiter, ο ειδωλολατρικός αντισημιτισμός δεν ήταν θεολογικός. Οι ξένες θεολογίες ήταν γενικά ανεκτές, με την προϋπόθεση ότι οι ακόλουθοί τους θα απείχαν από πράξεις εχθρικές προς την αυτοκρατορική θρησκεία και θα απέδιδαν έναν εξωτερικό χαιρετισμό στον Jupiter. Οι Εβραίοι εξαιρούνταν από την τελευταία απαίτηση, και ο Ιουδαϊσμός ήταν η μόνη νομικά αναγνωρισμένη θρησκεία στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Αυτός ο πρώτος αντισημιτισμός δεν ήταν ούτε τόσο εθνικός, ούτε τόσο φυλετικός. Παρά την περιφρόνηση που έδειχναν οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι κατακτητές για τους κατακτημένους λαούς, ήταν ανεκτικοί απέναντι στο ετερόκλητο αμάλγαμα των λαών που αποτελούσαν τις αυτοκρατορίες τους. Οι Εβραίοι, επιπρόσθετα, συγχέονταν συχνά με τους Σύριους ή με τους Ασιάτες γενικά.

Επίσης ο αντισημιτισμός της αρχαιότητας δεν ήταν οικονομικός, όπως είναι στην εποχή μας ή και σε άλλες εποχές. Οι οικονομικοί παράγοντες ήταν σημαντικοί στην Αλεξάνδρεια, στα λιμάνια, και στις ελληνικές πόλεις, αλλά δεν μπορούν από μόνοι τους να θεωρηθούν αρκετοί για να δικαιολογήσουν το φαινόμενο. Ο Juster, ο οποίος έκανε μία λεπτομερή μελέτη της Ελληνο-ρωμαϊκής περιόδου, δεν βρήκε κάποια δυσαναλογία των Εβραίων, σε σχέση με τους υπόλοιπους, στον τομέα του εμπορίου και θεώρησε καλό να συμπεράνει: «Ποτέ κάποιος παγανιστής συγγραφέας δεν χαρακτήρισε τους Ιουδαίους ως εμπόρους. Ποτέ στην αρχαιότητα δεν συνδέονταν οι έννοιες «Ιουδαίος» και «έμπορος». Στην ίδια περίοδο τίποτα δεν δείχνει ότι οι Εβραίοι είχαν κάποια προτίμηση στο εμπόριο».[5] Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τον εβραϊκό πλούτο. Μερικοί ήταν πλούσιοι και προκαλούσαν φθόνο, αλλά οι ιουδαϊκές μάζες ήταν από μεσαίοι έως φτωχοί. Μερικοί απ’ αυτούς ήταν ζητιάνοι, ενώ πολλοί είχαν αρχίσει τη ζωή τους στη διασπορά ως δούλοι. Ο οικονομικός αντισημιτισμός εμφανίστηκε στην ιστορία πολύ μετά την παγανιστική εποχή.

Ουσιαστικά, ο αρχαίος αντισημιτισμός ήταν πολιτιστικός, έχοντας τη μορφή μιας εθνικής ξενοφοβίας που αναπτύχθηκε σε ιδιαίτερες πολιτικές συνθήκες. Ήταν κυρίως ένα φιλολογικό φαινόμενο, που απέρρεε, στο μεγαλύτερο μέρος του, από τις πένες αλαζονικών εθνικιστών συγγραφέων, οι οποίοι φιλοδοξούσαν να είναι προστάτες του εθνικού μεγαλείου και της αυτοκρατορικής δόξας.

Είναι δύσκολο, ιστορικά, να υπερτονίσουμε τη σπουδαιότητα αυτής της πρώτης εκδήλωσης αντισημιτικής εχθρότητας, αν ο μοναδικός λόγος είναι το ότι δίνει βάση στη θεώρηση ενός «αιώνιου» αντισημιτισμού, η οποία κρύβει τον λεπτό υπαινιγμό ότι οι ίδιοι οι Εβραίοι είναι πάντα ένοχοι για τα ξεσπάσματα αντισημιτισμού. Πιο σημαντικό είναι το ότι φανερώνει το αντισημιτικό στοιχείο σε έναν πολιτισμό κατά κάποιο τρόπο αμόλυντο από κάθε θεολογική ή φυλετική εβραιοφοβία, όπως έμελλε να αναπτυχθεί κατά τη χριστιανική περίοδο και τη νεώτερη εποχή.

Η μελέτη αυτής της περιόδου, επιπρόσθετα, εδραιώνει την άποψη ότι ο αντισημιτισμός πατάει, σε μεγάλο βαθμό, πάνω σε θετικό έδαφος: στη Βιβλική προτροπή του Ιουδαϊσμού να ξεχωρίσουν οι πιστοί του από τα υπόλοιπα έθνη, προς μαρτυρία της αλήθειας του Ενός Θεού και του Νόμου Του. Οι αντιδράσεις αυτής της περιόδου προέρχονταν από την απομόνωση, το ξεχώρισμα των Εβραίων, τους ισχυρισμούς τους για πνευματική ανωτερότητα, αλλά και από την αναμφίβολα υψηλότερη ηθική της ζωής τους. Ένας αρχικός κρυπτοθαυμασμός, που αργότερα μεταστράφηκε στο αντίθετο, είναι συχνά ευδιάκριτος πίσω από τις κατηγορίες των αρχαίων. Αυτό το θετικό συστατικό μες στη καρδιά του αντισημιτισμού συχνά παραβλέπεται από τους ιστορικούς και αναλυτές του θέματος.

Η σπουδαιότητα και σημασία του αντισημιτισμού της αρχαιότητας έχει αναγνωριστεί από διακεκριμένες αυθεντίες αυτού του τομέα, όπως ο Theodore Reinach και ο Salo Baron. Ο πρώτος είναι της άποψης ότι η Ελληνο-ρωμαϊκή γνώμη για τους Εβραίους «συνέβαλλε στη διασαφήνιση μιας ολόκληρης ιστορικής εξέλιξης που φτάνει μέχρι την εποχή μας». Ο δεύτερος έχει να πει: «Σχεδόν κάθε νότα στην κακοφωνία του μεσαιωνικού και του σύγχρονου αντισημιτισμού είχε πρώτα ακουστεί από τη χορωδία των αρχαίων συγγραφέων». Ο Jules Isaac προειδοποιεί για τον κίνδυνο του να υπερτονίσουμε τη σπουδαιότητα και την επιρροή αυτού του πρώιμου αντισημιτισμού, αλλά αφιερώνει συνειδητά ένα 40% του έργου του στην προέλευση του αντισημιτισμού.

Δεν έχει δοθεί αρκετή προσοχή, ωστόσο, σ’ αυτή την αρχική περίοδο αντισημιτισμού, και μερικές φορές έχει υποβιβαστεί τελείως.[6] Ο Lovsky αποδίδει αυτήν την έλλειψη σε δύο αντίθετα κίνητρα. Γράφει:

«Όταν η αντισημιτική προκατάληψη είναι χριστιανική, προεξέχουν τα άλλοθι των Αιγύπτιων (ή Περσών), σαν να μπορούσε η αμαρτία των παγανιστών να δικαιολογήσει την αμαρτία των Χριστιανών. Όταν η προκατάληψη είναι αντιχριστιανική, οι διαμαρτυρίες ενάντια στην ύπαρξη αιγυπτιακού αντισημιτισμού είναι πολύ μεγαλύτερες, με σκοπό να επιβαρύνουν αποκλειστικά την Εκκλησία για μία αγριότητα που εμπνεύστηκε από τη χριστιανική πίστη. Πράγματι, εξαιτίας αυτών των προκαταλήψεων η αμερόληπτη συζήτηση του προβλήματος φαίνεται αδύνατη».[7]

Μπορούμε πράγματι να παρατηρήσουμε, στις διαφορετικές περιγραφές αυτής της ιστορικής φάσης του αντισημιτισμού, θεωρήσεις που κυμαίνονται από πλήρη υποβάθμιση της σημασίας της μέχρι την ανάδειξή της ως θεμελιώδους υπόβαθρου για την οικοδόμηση όλων των μεταγενέστερων αντισημιτισμών. Χρειάζεται όμως να τονίσουμε ότι ο ιστορικός πρέπει να είναι απαλλαγμένος από απολογητική ή από a priori στάση, για να μπορεί να αποφύγει οποιαδήποτε διαστρέβλωση των ιστορικών δεδομένων.

Το ότι ο ελληνο-ρωμαϊκός φιλολογικός αντισημιτισμός μετέδωσε μία επιρροή στον σύγχρονο ορθολογιστικό αντισημιτισμό, είναι φανερό από τη κατά λέξη χρησιμοποίηση από τους εγκυκλοπαιδιστές, μερικών από τις αντισημιτικές κατηγορίες των αρχαίων συγγραφέων. Ο Βολταίρος είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Arthur Hertzberg που ασχολήθηκε με αυτή την περίπτωση, συμπεραίνει:

«Η ιδέα ότι η νέα κοινωνία (του Διαφωτισμού) επρόκειτο να είναι μία επαναπροβολή της κλασσικής αρχαιότητας, ήταν η κύρια πηγή του μετα-χριστιανικού αντισημιτισμού, τον 19ο αιώνα. Ο ζωτικός σύνδεσμος, ο άνθρωπος που υπερπήδησε τους χριστιανικούς αιώνες και επινόησε μία νέα, διεθνή, κοσμική, αντιεβραϊκή ρητορική, στο όνομα του ευρωπαϊκού πολιτισμού μάλλον, παρά της θρησκείας, ήταν ο Βολταίρος».

Ο Samuel Ettinger επίσης έχει δείξει πόσο οι αρχαίες αντισημιτικές ιδέες, ακόμη και η φρασεολογία, πέρασε μέσω των Άγγλων Δεϊστών του 18ου αιώνα στο κύριο ρεύμα του Διαφωτισμού.[8]

Το πόσο ο παγανιστικός αντισημιτικός ιός μόλυνε τη χριστιανική ανάπτυξη είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Ο βαθμός μόλυνσης φαίνεται να είναι πολύ μικρός. Ωστόσο, πρέπει να δεχτούμε ότι μία μικρή μόλυνση πέρασε στη φάση που η Εκκλησία άρχισε να εθνικοποιείται και να αποβάλλει τον ιουδαϊκό της χαρακτήρα, περί τα τέλη του 1ου αιώνα μ.Χ. Ο χριστιανικός αντισημιτισμός είναι, όπως θα δούμε, άλλης μορφής, και δεν χρειαζόταν μεγάλη ώθηση από τον παγανιστικό αντισημιτισμό για να έρθει στην ύπαρξη. Από μόνος του αυξήθηκε μέχρι το σημείο που η εβραιοφοβία του έγινε ασύγκριτα μεγαλύτερη από εκείνη των προκατόχων της.

Καθώς ο Χριστιανισμός εξασφάλιζε την άνοδό του, ο παγανιστικός αντισημιτισμός παράκμαζε γοργά. Η Εκκλησία είχε φτάσει σε μία νέα πηγή αντιεβραϊκής σκέψης και συναισθήματος.
από το βιβλίο
------------------------------
Υποσημειώσεις
[1] Ο F. Lovsky μας προειδοποιεί για τον κίνδυνο να υπερβάλλουμε τον ρωμαϊκό φιλοσημιτισμό ακόμα και στις περιπτώσεις των ευνοϊκά διακείμενων αυτοκρατόρων. Η διοικητική και κρατική καλοσύνη, όπως υποστηρίζει ο Lovsky, δεν αποκλείει την περιφρόνηση ή ακόμα και το μίσος απέναντι στους Εβραίους. (Βλ. F. Lovsky, Antisemitisme et Mystere d’ Israel [Paris: Michel, 1955], σ. 67-69).
[2] Η Σύγκλητος, για παράδειγμα, το 161 π.Χ. απαγόρευσε την πρόσβαση στους Έλληνες φιλόσοφους.
[3] Το διάσημο κείμενο του Σουητώνιου που επιβεβαιώνει αυτή την απέλαση, το Impulsore Chresto, αμφισβητείται από ορισμένους γιατί δεν εμφανίζεται σε καμιά άλλη ιστορία. Αλλά η απέλαση αναφέρεται επίσης και στις Πράξεις 18:2. Βλ. Giuseppe Riccioti, The History of Israel (Milwaukee, Bruce, 1955), II, 185.
[4] O ιουδαϊκός προσηλυτισμός, που άρχισε την Αλεξανδρινή περίοδο, συνεχίστηκε και επεκτάθηκε κάτω από το ρωμαϊκό Αετό. Η ρωμαϊκή κυβέρνηση πάντοτε παρακολουθούσε αυτή τη κίνηση και πήρε μέτρα εναντίον της από το 139 π.Χ., όταν ο πραίτορας Ισπάλιος απέλασε τους Εβραίους από τη Ρώμη εξαιτίας των προσηλυτιστικών τους προσπαθειών. Το 19 π.Χ., διατάχθηκε η απέλαση 4.000 Εβραίων, επί αυτοκράτορα Τιβέριου, λόγω της θρησκευτικής προπαγάνδας που έκαναν. Ο Δομητιανός (81-96 π.Χ.), παρακινούμενος από την ίδια αιτία, έβαλε φόρο σε αυτούς που πρέσβευαν τον Ιουδαϊσμό. Αν και ο Αντωνίνος ο Ευσεβής (138-161 μ.Χ.) κατάργησε την απαγόρευση της περιτομής για τους Εβραίους, που είχε διατάξει ο Αδριανός, τη διατήρησε για τους όλους τους άλλους υπηκόους του. Ο Σεπτίμιος Σεβήρος απαγόρευσε επίσης τις μεταστροφές στον Ιουδαϊσμό. Οι μεταγενέστεροι αυτοκράτορες είχαν κατά κανόνα καλή συμπεριφορά, ενώ η αντιχριστιανική τους πολιτική έστρεψε την εχθρότητά τους σε άλλη κατεύθυνση.
[5] Juster, II, σ. 313-314. Μια προειδοποίηση «Φυλαχτείτε από τους Εβραίους» ενός Αλεξανδρινού εμπόρου στο ζενίθ της διαμάχης Εβραίων με Εθνικούς ( ibid., ΙΙ, 312) και μια κατηγορία του Απίωνος για μονοπωλιακή τακτική από μέρους των Εβραίων εμπόρων σιταριού (βλ. Ιώσηπο, Against Apion, ΙΙ, 5, σ. 884) δεν είναι αρκετά για να συνθέσουν ένα χαρακτηριστικό.
[6] Ένα παράδειγμα αυτού είναι το βιβλίο των Grosser και Halperin Anti-Semitism: The Causes and Effects of a Prejudice (Secaucus, N.J.: Citadel, 1976). Aυτό, το κατά τα άλλα εξαιρετικό, βιβλίο, ενώ εμφανίζεται ως βιβλίο-πηγή για το θέμα του αντισημιτισμού, αρχίζει την εξιστόρησή του από το 70 μ.Χ. Ένα πιο ήπιο παράδειγμα είναι η πίεση του προηγούμενου εκδότη του Η Αγωνία των Εβραίων να αλλαχτεί ο υπότιτλος από 2300 Χρόνια Αντισημιτισμού σε 2000 Χρόνια Αντισημιτισμού, παρά το ότι το βιβλίο περιείχε την προ-Χριστιανική περίοδο του αντισημιτισμού.
[7] Op. cit., σ. 45. Ο Marcel Simon επίσης παραπονείται για μια απ’ αυτές τις παραποιήσεις: «Τείνουν, ίσως ασυνείδητα, να παρουσιάσουν αυτόν τον καθαρό και φιλολογικό αντισημιτισμό της ειδωλολατρικής αρχαιότητας σαν κάτι το τεχνητό με σκοπό να ρίξουν όλο το βάρος της ευθύνης επάνω στην Εκκλησία» (Verus Israel : Paris : de Broccard, 1948), σ. 263. Βρίσκει αυτή τη τάση και στους Parker και Juster, και στην τελευταία έκδοση του βιβλίου του συμπεριέλαβε και τον Isaac (op. cit, 1964: Postscriptum, σ. 491).
[8] Βλ. Samuel Ettinger, «Jews and Judaism as Seen by English Deists of the Eighteenth Century» (Άρθρο στα αγγλικά στη Zion 39, 1964). Βλ. επίσης του Milton Himmelfarb «Response to Shlomo Avineri» στο Auschwitz, Beginning of an Era? (New York: Ktav, 1974) όπου κριτικάρεται η έλλειψη προσοχής στον αρχαίο παγανιστικό αντισημιτισμό και της επιρροής του στον σύγχρονο αντισημιτισμό, σ. 267-272. Στο μεταξύ, σε μια πρόσφατη λεπτομερή μελέτη αυτής της περιόδου ο Καθ. John Gager έχει προκαλέσει την ορθότητα της άποψης ενός διαβρωτικού αντισημιτισμού στην παγανιστική αρχαιότητα και έδειξε ένα μεγαλύτερο φιλοσημιτισμό από αυτόν που γενικά αποδέχονται οι ιστορικοί. Βλ. J. Gager, The Origins of Anti-Semitism: Attitudes toward Judaism in Pagan and Christian Antiquity (New York: Oxford, 1983).

Σημείωση: 
Μία εκτεταμένη αντίκρουση των όσων πραγματεύεται εδώ ο χριστιανός ιερέας του Ιεχωβά, θα έπαιρνε πολλές σελίδες. Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι ο χριστιανός ιερέας του Ιεχωβά σχεδόν απαλλάσσει όλους τους λαούς από το αμάρτημα του "αντισημιτισμού" και στρέφεται και κατακεραυνώνει μόνο και ειδικά τους Έλληνες. 
 
Αυτοί οι Έλληνες έχουν πάντα και παντού ιδιαίτερη μεταχείριση. 

Ο Χριστιανός ιερέας του Ιεχωβά σχεδόν απαλλάσσει τους Αιγύπτιους για τον "αντισημιτισμό", "οι Αιγύπτιοι ήταν απλώς ανήσυχοι και καχύποπτοι με τους εβραίους".

Μετά δεν αναφέρει λέξη για τους Φιλισταίους και τους άλλους λαούς της Παλαιστίνης που εξοντώθηκαν μεθοδικά και γενοκτονικά (και μάλιστα με βιολογικό πόλεμο) από την εκλεκτή φυλή του Ιεχωβά. 

Μετά μας μιλάει για τον αριθμό των εβραίων τον 1ο αιώνα π.Χ. που μετριόφρονα τον υπολογίζει σε 4.000.000. Ασφαλώς θα ταρασσόταν υπερβολικά η χριστιανική ηρεμία του, αν κανείς του υπενθύμιζε ότι ο καταραμένος ειδωλολατρικός λαός των Ελλήνων εκείνη την εποχή, (1ος αιώνας π.Χ.) ξεπερνούσε τα 40.000.000, γύρω από την δική τους λίμνη, την Μεσόγειο θάλασσα, ο οποίος λαός τα επόμενα χρόνια εξοντώθηκε μεθοδικά με εθνοκάθαρση. 
 
Για την Εσθήρ δεν αναφέρει τίποτε ο χριστιανός ιερέας του Ιεχωβά. Άλλωστε τι να πει; Εκεί οι ίδιοι οι ιουδαίοι ομολογούν, ότι είναι: "δυσμενῆς λαός τοῖς νόμοις ἀντίθετος πρὸς πᾶν ἔθνος" (!) Εσθ. 3,13δ και "οι νόμοι αὐτῶν ἔξαλλοι παρὰ πάντα τὰ ἔθνη" Εσθ. 3,8.

Για την οικονομική υποδούλωση της Βαβυλώνας και την παράδοσή της στους Πέρσες δεν γράφει τίποτε ο πιστός χριστιανός ιερέας του Ιεχωβά.

Μπορεί κανείς να συνεχίσει βήμα προς βήμα αυτήν την διερεύνηση και συστηματική αντίκρουση και κατάλυση του παραπάνω βιβλίου, καθώς και των βιβλίων του αγαπημένου παιδιού της Μέρκελ, του ιουδαίου Πήτερ Σάφερ (Peter Schafer). Πρόκειται καθαρά για πολιτικό προπαγανδιστικό βιβλίο της νέας εποχής, σαν το βιβλίο του Καλλέργη: "Πρακτικός Ιδεαλισμός" που όπως αναφέρει στην βιογραφία του ο ίδιος ο Καλλέργης, το χρηματοδότησαν οι χρηματιστές Ρότσιλντ και Βάρμπουργκ.

Κανονικά οι "πνευματικοί" Έλληνες πολύ εύκολα θα κατέρριπταν τα επιχειρήματά του. 
Δυστυχώς εξαφανίστηκαν αυτοί οι Έλληνες.

Ο πρώτος ηλίθιος

Ο ηλίθιος δεν μιλούσε πολύ. Μόνο οι άλλοι το έκαναν γι’ αυτόν. Ο ηλίθιος άκουγε.

Άκουγε όλους τους άλλους. Ο καθένας είχε να του πει την ιστορία του, τον πόνο του και το βάσανό του. Ήταν χαρούμενοι μόνο όταν ήταν μαζί τους, όχι όταν ήταν με τους άλλους. Όταν έπαιζε με τα παιδιά τους, έλεγαν γι’ αυτόν ότι δεν είχε να κάνει τίποτα άλλο. Ο ηλίθιος άκουγε όλες αυτές τις ερμηνείες και τις απόψεις του κόσμου. Δεν άλλαζε όμως.

Ήταν πάντα με εκείνους που τον είχαν ανάγκη, ακόμα και αν δεν είχαν ανάγκες. Ήταν η άμμος της παιδικής χαράς. Όλα τα παιδιά έπαιζαν μαζί του κι ύστερα τον άφηναν μόνο για να μπορέσουν να τον βρουν και πάλι την επόμενη ημέρα να τα περιμένει. Ο ηλίθιος τα αγαπούσε όλα και γι’ αυτό το λόγο δεν τον αγαπούσε κανένα ιδιαίτερα. Ήταν απλώς ο ηλίθιος τους. Μαζί του ένιωθαν πάντα ασφάλεια διότι ήταν ο μεγάλος. Όμως όπως ήταν ο μεγάλος τούς άρεσε να κοροϊδεύουν τα γεράματά του. Δεν έφταιγαν τα παιδιά αν είχε γεννηθεί γέρος για να τα προστατέψει. Εκείνος έφταιγε για όλα, τα παιδιά ήταν αθώα και το ίδιο οι γονείς τους.

Δεν ήταν αγαθός αλλιώς πώς θα έφταιγε για όλους και όλα. Ήταν υπεύθυνος για όλα μπροστά σε όλους και για όλους μπροστά σε όλα. Όπως δεν ανήκε σε καμιά παρέα, ήταν ο παράξενος της παρέας. Και κάθε παρέα ήθελε τον παράξενο της. Ο ηλίθιος αναλάμβανε αυτό το ρόλο με πάθος και περίμενε τα καρφιά της αθωότητας που δεν έλειπαν ποτέ να τον πληγώσουν.

Για τα παιδιά ήταν ο γαλάζιος γίγαντας, εκείνος που δεν πέθαινε ποτέ για να τον βασανίζουν όλα τα παιδιά δίχως εξαίρεση. Βέβαια οι γονείς ήξεραν ότι ήταν παράξενος. Και τον πρόσεχαν όπως προσέχουν τους δασκάλους. Κάθε του λέξη την ερμήνευαν. Δεν έπρεπε να θίξει την κοινωνία. Ο ηλίθιος ήταν ο δάσκαλος των παιδιών διότι ήταν παιδιά. Έτσι τουλάχιστον πίστευαν. Η ανθρωπιά του δεν ήταν ένα καλό παράδειγμα για τα κοινωνικά παιδιά και πρόσεχαν να μην εκτραπούν. Ενώ τα παιδιά τον αγαπούσαν διότι μπορούσαν να τον πληγώσουν δίχως να πει τίποτα. Ενώ τους γιάτρευε κάθε φορά που πονούσαν ακόμα και αν το χτύπημα ήταν δικό τους. Ήταν ο δικός τους ηλίθιος. Έτσι τον έβλεπαν και οι γονείς. Αρκεί να μην έβλαπτε την κοινωνία.

Μιλούσε βέβαια για την ανθρωπότητα αλλά του το συγχωρούσαν διότι ήξεραν ότι ήταν ηλίθιος και παράξενος. Έλεγαν μέσα τους ότι ο καθένας έχει τα κουσούρια του. Η ανθρωπότητα ήταν η αδυναμία του αλλά ποιος μπορούσε να κατανοήσει τι έλεγε πραγματικά και ουσιαστικά.

Όμως μερικά παιδιά που ήταν και αυτά παράξενα τον άκουσαν. Δεν μιλούσαν πολύ και οι γονείς δεν αντιλήφθηκαν αμέσως το κακό που γινόταν. Άκουγαν τον ηλίθιο και καταλάβαιναν για πρώτη φορά τι σημαίνει ζωή. Θέλησαν να μιλήσουν για πρώτη φορά για την ανθρώπινη ζωή στην κοινωνία και τότε εκείνη αποφάσισε να λυτρώσει τον ηλίθιο από τα βάσανα.

Τον δηλητηρίασε.

Ήταν ο πρώτος ηλίθιος και λεγόταν Σωκράτης.

Κάποια είδη ηδονής είναι περισσότερο επιθυμητά και αξιόλογα από κάποια άλλα στη σκέψη του John Stuart Mill

Οι φιλελεύθερες ιδέες που διατύπωσε ο Mill δεν είναι μόνο αποτέλεσμα των βιωμάτων του, αλλά και των ωφελιμιστικών απόψεων που είχε υιοθετήσει τόσο από τον πατέρα του όσο και από τον Jeremy Bentham, ο οποίος συνέβαλε εξίσου στη διαπαιδαγώγησή του. Στο έργο του “Utilitarianism” (1861) φαίνεται να υποστηρίζει τη βασική αρχή του ωφελιμισμού, σύμφωνα με την οποία οι ανθρώπινες πράξεις για να θεωρούνται ορθές πρέπει να είναι τέτοιες, ώστε να προάγουν τη μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό ατόμων. Έκδηλη όμως παρουσιάζεται η αποστασιοποίηση των απόψεών του από αυτές των βασικών εκπροσώπων της θεωρίας του ωφελιμισμού, εκφράζοντας τη διακριτική επαναστατική του διάθεση. Η διαφοροποίησή του έγκειται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να κατακτηθεί η πολυπόθητη ευτυχία.

Αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι με τις πράξεις τους επιδιώκουν την ευτυχία. Το αν αυτές οι πράξεις είναι ηθικά σωστές ή λανθασμένες κρίνεται από τις συνέπειές τους. Ο Bentham θεωρώντας ότι η ευτυχία εμπεριέχει το στοιχείο της ηδονής προτείνει ένα αριθμητικό υπολογιστικό σύστημα των ηδονών προκειμένου να κριθεί η ηθικότητα της ανθρώπινης πράξης. Συγκεκριμένα, το μέγεθος της ηδονής καθορίζεται από: 

α) την έντασή της, 
β) τη διάρκειά της, 
γ) τη βεβαιότητά της, 
δ) από το εάν τίθεται στο εγγύς ή στο απώτερο μέλλον σε σχέση με το χρόνο κατά τον οποίο λαμβάνει χώρο ο υπολογισμός της, 
ε) τη γονιμότητά της, εάν δηλαδή συνεπάγεται άλλες ομοειδείς ηδονές, 
στ) την καθαρότητά της, εάν δηλαδή προκαλούν ταυτόχρονα δυσάρεστα συναισθήματα και 
ζ) την έκτασή της, εάν μπορεί δηλαδή να προκαλέσει ηδονικές καταστάσεις και σε άλλα άτομα, πέρα από τα άτομα που σχετίζονται άμεσα με την ηδονική πράξη.

Αυτός ο ποσοτικός υπολογισμός των ηδονών απορρίπτεται από τον Mill, ο οποίος στο έργο του «Ωφελιμισμός» διατυπώνει την έμμεση κριτική του στον Bentham: «Η παραδοχή του γεγονότος ότι κάποια είδη ηδονής είναι περισσότερο επιθυμητά και αξιόλογα από κάποια άλλα είναι απόλυτα σύμφωνη με την αρχή της ωφέλειας. Θα ήταν άτοπο τη στιγμή που κατά την αξιολόγηση άλλων πραγμάτων συνυπολογίζουμε την ποιότητα με την ποσότητα να θεωρούμε ότι η αξιολόγηση των ηδονών πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από την ποσότητά τους».

Η ποιοτική αξιολόγηση των ηδονών που προτείνει ο Mill έχει να κάνει με το διαχωρισμό τους σε ανώτερες και σε κατώτερες. Στις ανώτερες ηδονές κατατάσσει τις πνευματικές ηδονές, οι οποίες είναι, ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι, προτιμητέες από κάθε αξιοπρεπές έλλογο όν, προκειμένου να αποκτήσουν την πραγματική ευτυχία. Όσοι αρκούνται στις σωματικές και στις αισθησιακές απολαύσεις δε θεωρούνται από τον Mill πραγματικά ευτυχείς, αλλά ικανοποιημένοι ως ένα βαθμό. Αυτός ο συμβιβασμός όμως πολύ λίγο απέχει από τη δυστυχία.

Ο δρόμος για την απόκτηση της ευτυχίας για τον Mill δεν είναι μονόδρομος. Πρόκειται για μια διαδικασία πλουραλιστική και είναι τέτοια εξαιτίας του πολυδιάστατου της ανθρώπινης φύσης και των ποικίλων δυνατοτήτων της. Προτείνει το συνδυασμό της βασικής ωφελιμιστικής αρχής με άλλες αρχές, όπως είναι η αρετή. Ο Mill δεν ικανοποιείται με αυτό που προτείνει η μπενθαμική θεωρία, η οποία προϋποθέτει τη μεγιστοποίηση της ηδονής και την ελαχιστοποίηση του πόνου, αλλά ζητά από τα άτομα να ενεργούν έτσι ώστε να επιζητούν διαρκώς την ενάρετη ζωή, την πρόοδο, που θα ανάγει σε αυτοσκοπό όχι το ατομικό συμφέρον, αλλά την αυτοβελτίωση.

Προτείνει την καλλιέργεια των αισθημάτων και της ανθρώπινης φαντασίας, την καλλιέργεια των διανοητικών ικανοτήτων με την παράλληλη ανάπτυξη των συναισθημάτων του εσωτερικού κόσμου. Η ανάγκη του ανθρώπου για αυτήν την ισορροπία πηγάζει φυσικά από τη συναισθηματική αναπηρία που βίωσε κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων. Έτσι, η καλλιέργεια των συναισθημάτων έγινε ένα από τα κύρια σημεία στην ηθική και φιλοσοφική του θεωρία.

Η μπενθαμική θεωρία υποστήριζε ότι υπήρχε ασυμφωνία ανάμεσα στην ανάπτυξη της διανόησης των ατόμων και στην καλλιέργεια των ηθικών και αισθητικών αισθημάτων τους και καθώς θεώρησε ότι τα τελευταία δεν μπορούσαν να συνεισφέρουν στους σκοπούς της κοινωνικής μεταρρύθμισης, τα αγνόησε. Έτσι, ο Mill απομακρύνεται από τις θέσεις των υποστηρικτών του κλασικού ωφελιμισμού, δίνοντας στον ωφελιμισμό μια νέα διάσταση και ένα ευρύτερο περιεχόμενο.

Χαρακτήρισε τον άνθρωπο ως ον προοδευτικό, που δεν υπολογίζει τις ηδονές και τα συμφέροντά του μηχανικά, αλλά επιζητά την αυτοανάπτυξή του. Αυτό το ον δεν είναι ανταγωνιστικό, ούτε νιώθει ευτυχία με την ήττα των υπολοίπων προκειμένου να επιτύχει το ίδιο τις επιδιώξεις του, όπως ισχυρίστηκε ο Bentham. Αυτό που προσπαθεί είναι να εναρμονίσει τα αισθήματα και τους στόχους του με εκείνα των υπολοίπων συνανθρώπων του.

ΠΗΤΕΡ ΟΥΣΠΕΝΣΚΥ: Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται

Μελετώντας τον άνθρωπο στην τωρινή του κατάσταση ύπνου, απουσίας, ενότητας, μηχανικότητας και έλλειψης ελέγχου, βρίσκουμε και διάφορες άλλες κακές λειτουργίες που είναι το αποτέλεσμα της κατάστασής του· ιδιαίτερα το γεγονός ότι λέει συνέχεια ψέματα στον εαυτό του και στους άλλους. Την ψυχολογία του συνηθισμένου ανθρώπου θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε και μελέτη του ψέματος, διότι ο άνθρωπος λέει ψέματα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο· και στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να πει την αλήθεια. Δεν είναι τόσο απλό να λέμε την αλήθεια· πρέπει να μάθουμε πως να το κάνουμε και καμιά φορά χρειάζεται πάρα πολύς καιρός.

Ψέμα είναι να σκεφτόμαστε ή να μιλάμε για πράγματα που δεν γνωρίζουμε· αυτή είναι η αρχή του ψέματος. Δεν σημαίνει το ψέμα που λέγεται σκόπιμα – να λέμε παραμύθια, όπως για παράδειγμα, ότι υπάρχει μια αρκούδα στο άλλο δωμάτιο. Μπορούμε να πάμε στο άλλο δωμάτιο και να δούμε πως δεν υπάρχει αρκούδα. Αλλά αν συγκεντρώσουμε όλες τις θεωρίες που διατυπώνουν οι άνθρωποι για οποιοδήποτε θέμα, χωρίς να γνωρίζουν τίποτε σχετικά, θα δούμε που αρχίζει το ψέμα. Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τον εαυτό του, δεν γνωρίζει τίποτε και όμως έχει θεωρίες για τα πάντα. Οι περισσότερες από τις θεωρίες είναι ψέμα.

Η γνώση από μόνη της δεν είναι αρκετή. Μπορεί να γνωρίζουμε και οι επιθυμίες να εξακολουθούν να συγκρούονται, διότι κάθε επιθυμία αντιπροσωπεύει διαφορετική θέληση. Αυτό που ονομάζουμε θέλησή μας με τη συνηθισμένη έννοια δεν είναι παρά η συνισταμένη επιθυμιών. Η συνισταμένη πολλές φορές φτάνει σε μια συγκεκριμένη γραμμή δράσης και άλλες φορές δεν μπορεί να φτάσει σε καμία γραμμή, διότι μια επιθυμία ακολουθεί μία κατεύθυνση και κάποια άλλη, άλλη κατεύθυνση και δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τι να κάνουμε. Αυτή είναι η συνηθισμένη μας κατάσταση. Βέβαια ο μελλοντικός μας στόχος θα πρέπει να είναι να αποτελέσουμε ενότητα αντί να είμαστε πολλοί, διότι για να κάνουμε οτιδήποτε σωστά, για να γνωρίζουμε οτιδήποτε σωστά, για να φτάσουμε οπουδήποτε, πρέπει να γίνουμε ένας. Είναι ένας απώτατος σκοπός και δεν μπορούμε να αρχίσουμε να τον προσεγγίζουμε πριν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, διότι, στην κατάσταση που είμαστε τώρα, η άγνοιά μας για τον εαυτό μας είναι τέτοια, που όταν την δούμε αρχίζει να μας πιάνει πανικός μήπως δεν βρούμε το δρόμο μας πουθενά.

Το ανθρώπινο ον είναι μια πολύ περίπλοκη μηχανή και πρέπει να μελετηθεί σαν μηχανή. Αντιλαμβανόμαστε ότι για να ελέγξουμε οποιοδήποτε είδος μηχανής, όπως ένα αυτοκίνητο ή μια μηχανή τρένου, θα πρέπει πρώτα να μάθουμε. Δεν μπορούμε να ελέγχουμε τις μηχανές αυτές ενστικτωδώς, αλλά για κάποιο λόγο νομίζουμε ότι το συνηθισμένο ένστικτο είναι αρκετό για να ελέγχει την ανθρώπινη μηχανή, αν και είναι πολύ πιο περίπλοκη. Αυτή είναι μία από τις πρώτες εσφαλμένες υποθέσεις: δεν αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να μάθουμε, ότι ο έλεγχος είναι ζήτημα γνώσης και επιδεξιότητας.

ΠΗΤΕΡ ΟΥΣΠΕΝΣΚΥ, Ο ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

Στον γάμο, επειδή είναι η στενότερη δυνατή συναναστροφή, ισχύουν πολύ περισσότερο οι κανόνες περί καλής συναναστροφής

Καμιά φορά, ο Επίκτητος αναφερόταν με δυσπιστία στον θεσμό του γάμου υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια συμβίωση «βγάζει από μέσα μας τον χειρότερό μας εαυτό». Πίστευε πολύ στη φιλία, αλλά δεν πίστευε ότι μπορούν δύο σύζυγοι να είναι φίλοι. 

Ο γάμος, έλεγε, είναι μια τρομερή διάσπαση από την καλή ζωή. Το να ασχολείσαι καθημερινά με μικροπράγματα τα οποία οι σύζυγοι συσσωρεύουν (καμιά φορά επιδεικνύοντας έξαλλη καταναλωτική συμπεριφορά) και το να ανησυχείς με το τι κάνει το παιδί σου (αν έφαγε ή αν άργησε να γυρίσει σπίτι) μπορεί να γίνει σκέτη αγγαρεία. 

Η συνεχής συναισθηματική προσοχή που απαιτείται από τους συζύγους μπορεί να αποβεί μεγάλο βάρος. 

Οι σοφοί δεν πρέπει να ανησυχούν και να κατατρίβονται με τις ασήμαντες λεπτομέρειες της οικογενειακής ζωής. 

Ο Επίκτητος ήταν υπέρ του γάμου μεταξύ δυο φιλοσόφων, όπως στην περίπτωση των Κυνικών Κράτη και Ιππαρχίας, που ζούσαν απέριττα, χωρίς σπίτι ή υπάρχοντα, χωρίς να αναλώνονται σε τσακωμούς για το ποιος θα πλύνει τα πιάτα.

Το ζήτημα, όπως μπαίνει στον σύγχρονο κόσμο, είναι η σωστή επιλογή συντρόφου και η απλή, χιουμοριστική και άνετη αντιμετώπιση της καθημερινότητας. Λέμε συχνά ότι η καθημερινότητα σκοτώνει τον έρωτα — αντί να πούμε ότι τον έρωτα τον σκοτώνει ο τρόπος με τον οποίο διαχειριζόμαστε την καθημερινότητα: η γκρίνια, οι απαιτήσεις, τα παράπονα, οι παρεξηγήσεις, οι όχι και τόσο ξεκάθαρες κουβέντες, οι υπόγειες αλληλοκατηγορίες, οι υποψίες.

Αν ένα αγαπημένο σας πρόσωπο σας προδώσει, κάντε μια παύση

Όταν η εμπιστοσύνη γκρεμίζεται, όταν η ελπίδα διαλύεται, όταν ένα αγαπημένο σας πρόσωπο σας αφήνει, πριν κάνετε οτιδήποτε, κάντε μια παύση και σταθείτε μια στιγμή.

Εάν μπορείτε, μαζέψτε γύρω σας καλούς φίλους, φάτε και πιείτε μαζί, κι αφήστε τον εαυτό σας να αφηγηθεί σιγά σιγά τις καταπιεσμένες ιστορίες της προδοσίας, της απογοήτευσης και του πόνου.

Πηγαίνετε σινεμά, μόνοι ή με τον καλύτερό σας φίλο. Διαλέξτε την πιο φαιδρή ταινία, ακόμα κι αν δεν βλέπετε ποτέ κωμωδίες, και γελάστε δυνατά μέχρι να πονέσετε, και κλάψτε μέχρι τα δάκρυα να κυλήσουν, σαν να μη σας έβλεπε κανείς, σαν ανέμελος έφηβος.

Διαλέξτε ένα τραγούδι που να σας αγγίζει. Ακούστε το ξανά και ξανά, τραγουδήστε το ξανά και ξανά, σαν να το κάνατε για όλες τις πληγωμένες ψυχές.

Εάν τίποτε από όλα αυτά δεν βοηθήσει, πάρτε μια αναρρωτική άδεια και κάντε ένα ταξίδι. Πηγαίνετε εκεί που πάντα θέλατε να πάτε – στο Γκραν Κάνυον, στον Άγιο Ιάκωβο της Κομποστέλα, στο Μάτσου Πίτσου.

Ολομόναχοι. Εσείς και ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά σας.

Αφού περάσετε λίγο χρόνο με τον εαυτό σας, αποσυρθείτε στο «καταφύγιό» σας. Κλείστε τα μάτια και καθαρίστε τον νου σας.

Ακόμα κι αν δεν είστε πνευματικοί άνθρωποι, φέρτε στην επιφάνεια τη συμπόνια που κρύβεται μέσα στην καρδιά σας και νιώστε την αγκαλιά της αποδοχής.

Συντετριμμένοι και στενοχωρημένοι: κάποτε βρισκόμουν και εγώ στη θέση σας κι εσείς στη δική μου.

Αγαπήστε τον εαυτό σας παρά τα ελαττώματά του. Δεν μπορείτε να δείξετε κατανόηση στον εαυτό σας που αγωνίζεται καθημερινά;

Βοηθάτε τους φίλους σας με μεγάλη προθυμία, αλλά αντιμετωπίζετε τον εαυτό σας με περιφρόνηση. Πού και πού βάλτε το χέρι στην καρδιά και πείτε στον εαυτό σας «Σ’ αγαπώ».

Γράψτε σε ένα χαρτί όλα όσα σας αγχώνουν. Σημειώστε αυτά που πρέπει να γίνουν, ακόμα και τα πιο ασήμαντα – να ποτίσετε τα λουλούδια ή να στείλετε ένα e-mail.

Αυτά που σας δημιουργούν ένταση είναι πια σημειωμένα στο χαρτί, μακριά από τις σκέψεις σας, γι αυτό απόψε ξεκουραστείτε.

Πείτε στον εαυτό σας ότι αύριο θα αναλάβετε δράση, ένα προς ένα, ξεκινώντας με το ευκολότερο.

Το επόμενο πρωί που θα ανοίξετε τα μάτια σας, νους και σώμα θα βρίσκονται σε ετοιμότητα.

Μπορώ να σας το εγγυηθώ.

Ευτυχία δεν σημαίνει απαραίτητα να ξοδεύετε υπερβολική ενέργεια για να φτάσετε κάπου αλλού. Αντίθετα, χαλαρώστε στο τώρα και δείτε τη ζωή από την κωμική της πλευρά.

Το χιούμορ κάνει τη ζωή ανάλαφρη κι ανέμελη.

Το γέλιο πάντα επαναφέρει τους ανθρώπου; στο παρόν.

Το χιούμορ ανοίγει τις κλεισμένες καρδιές. Απαγκιστρώνει τις σκέψεις μας.

Όταν χαμογελάμε, νιώθουμε ότι είναι ευκολότερο να δεχτούμε κάποια πράγματα- και ότι μπορούμε να συγχωρέσουμε αυτούς που μας έβλαψαν.

Το χιούμορ είναι απαραίτητο στοιχείο της ζωής.

Όταν είμαστε χαρούμενοι, ανοίγουμε την καρδιά μας σε νέα πράγματα.
Όταν έχουμε κακή διάθεση, δεν είμαστε δεκτικοί σε νέα πράγματα, όσο όμορφα κι αν είναι.

Χωρίς ευτυχία, η ζωή προχωρά αργά και αδιάφορα.

Νιώθετε αναστατωμένοι ή μελαγχολικοί; Τότε δείτε, για ένα λεπτό, ένα παιδικό προσωπάκι να κοιμάται.

Πολύ σύντομα θα πλημμυρίσετε με γαλήνη.

Απασχολεί κάτι το μυαλό σας;
Περπατήστε στον ήλιο.
Κάτω από τις ζεστές ακτίνες του
το μυαλό θα απελευθερώσει σεροτονίνη,
που ηρεμεί τον νου.

Αν αφήσετε το ερώτημα να πλανάται
χωρίς να προσπαθείτε τόσο σκληρά να βρείτε λύση,
η απάντηση θα έρθει από μόνη της.

Όσο πιο ευγνώμονες είμαστε,
τόσο πιο ευτυχείς νιώθουμε.
Η ευγνωμοσύνη μάς βοηθά να καταλάβουμε
ότι είμαστε όλοι συνδεδεμένοι.
Δεν νιώθει κανείς απομονωμένος
όταν νιώθει ευγνωμοσύνη.
Η ευγνωμοσύνη φωτίζει την αλήθεια
της αλληλεξαρτώμενης φύσης μας.

Εάν πραγματικά ενδιαφέρεστε για τους άλλους
και θέλετε να τους βοηθήσετε να πετύχουν,
δεν χρειάζεται να φτιάξετε τη διάθεσή σας.
Μια ανιδιοτελής και ευγενική καρδιά
ανοίγει την πόρτα στην ευτυχία.

Εάν περνάτε μια δύσκολη μέρα,
βρείτε κάποιον να σας βοηθήσει.
Ακόμα και μια μικρή βοήθεια θα σας κάνει
να νιώσετε καλύτερα.

Χωρίς την αίσθηση της έντονης αγάπης, δεν μπορείς να έχεις την αντίληψη του συνόλου της ζωής

Χωρίς να βγούμε από το δωμάτιο, ελπίζουμε ότι θα εξερευνήσουμε το ποτάμι σε όλο το μήκος και το πλάτος του και ότι θα αντιληφθούμε τον πλούτο των πράσινων λιβαδιών στις όχθες του. Ζούμε σ’ ένα μικρό δωμάτιο και ζωγραφίζουμε πάνω σ’ ένα μικρό τελάρο, νομίζοντας ότι έχουμε αρπάξει τη ζωή από τα μαλλιά ή ότι έχουμε κατανοήσει τη σημασία του θανάτου, αλλά αυτό δεν ισχύει. Για να συμβεί αυτό, πρέπει να βγούμε έξω. Και είναι εξαιρετικά δύσκολο να βγεις έξω, ν’ αφήσεις το δωμάτιο με το στενό παράθυρο και να δεις τα πάντα όπως είναι, χωρίς να κρίνεις, χωρίς να καταδικάζεις, χωρίς να λες «αυτό μ’ αρέσει, εκείνο δεν μ’ αρέσει», επειδή οι περισσότεροι από εμάς νομίζουμε ότι μέσα από το μερικό θα κατανοήσουμε το σύνολο. Νομίζουμε ότι από τη μια ακτίνα της ρόδας του ποδηλάτου θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε όλη τη ρόδα του, αλλά μια ακτίνα δεν κάνει όλη τη ρόδα, έτσι δεν είναι; Χρειάζονται όλες οι ακτίνες, το κέντρο της ρόδας και το στεφάνι της, πρέπει να δούμε ολόκληρη τη ρόδα για να μπορέσουμε να την κατανοήσουμε. Με τον ίδιο τρόπο, πρέπει να αντιληφθούμε όλη τη διαδικασία του να ζεις, αν ενδιαφερόμαστε πραγματικά να κατανοήσουμε τη ζωή.

Η εκπαίδευση θα έπρεπε να σε βοηθάει να κατανοήσεις τη ζωή στο σύνολό της, και όχι απλώς να σε προετοιμάζει να βρεις δουλειά και να ακολουθήσεις το συνηθισμένο δρόμο του γάμου, των παιδιών, της ασφάλειας. Αλλά για να υπάρξει μια σωστή εκπαίδευση, χρειάζονται νοημοσύνη και βαθιά εν-όραση. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό και ο ίδιος ο δάσκαλος να έχει εκπαιδευτεί σωστά, ώστε να κατανοεί τη διαδικασία της ζωής και όχι απλώς να διδάσκει σύμφωνα με παλιές ή καινούριες φόρμουλες.

Η ζωή είναι ένα εκπληκτικό μυστήριο – όχι το μυστήριο των βιβλίων, όχι το μυστήριο για το οποίο μιλάνε οι άνθρωποι, αλλά ένα μυστήριο που πρέπει ν’ ανακαλύψει κανείς μόνος του. Γι’ αυτό πρέπει να κατανοήσει κανείς πρώτα εκείνο που είναι μικρό, λίγο, ασήμαντο, και μετά να προχωρήσει πέρα απ’ αυτό.

Αν δεν αρχίσετε να κατανοείτε τη ζωή όσο είστε νέοι, θα μεγαλώσετε και θα είστε εσωτερικά άσχημοι, χωρίς κανένα ενδιαφέρον, θα είστε άδειοι μέσα σας, παρόλο που μπορεί να έχετε χρήματα, να οδηγείτε ακριβά αυτοκίνητα και να παίρνετε διάφορες πόζες. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να αφήνεις το “δωματιάκι” σου και να αντιλαμβάνεσαι την απεραντοσύνη του ουρανού. Αλλά δεν μπορείς να το κάνεις αυτό αν δεν έχεις μέσα σου αγάπη – όχι ερωτική αγάπη ή ιερή αγάπη, αλλά απλώς αγάπη, που σημαίνει ν’ αγαπάς τα πουλιά, τα δέντρα, τα λουλούδια, τους φίλους σου, τους γονείς σου και, πέρα από τους γονείς σου, όλη την ανθρωπότητα.

Δεν θα ήταν τραγικό να μην ανακαλύψετε από μόνοι σας τι είναι αγάπη; Αν εσείς, που είστε παιδιά, δεν γνωρίσετε την αγάπη τώρα, δεν θα την γνωρίσετε ποτέ. Διότι, καθώς θα μεγαλώνετε, αυτό που ονομάζεται αγάπη θα καταντήσει να σημαίνει κάτι πολύ άσχημο: ιδιοκτησία, ένα είδος εμπορεύματος που αγοράζεται και πουλιέται. Αλλά αν αρχίσετε από τώρα να έχετε αγάπη στις καρδιές σας, αν αγαπάτε το δέντρο που φυτέψατε, το αδέσποτο ζώο που χαϊδέψατε, τότε, καθώς θα μεγαλώνετε, δεν θα παραμείνετε στο “δωματιάκι” σας με το στενό παράθυρο, αλλά θα το αφήσετε και θα αγαπάτε ολόκληρη τη ζωή κι όχι κάποια κομμάτια της.

Η αγάπη είναι είναι γεγονός που συμβαίνει, δεν είναι μελοδραματισμοί, κάτι που σε κάνει να κλαις, δεν είναι συναίσθημα. Στην αγάπη δεν υπάρχει καθόλου συναισθηματισμός. Και είναι πολύ σημαντικό να γνωρίσετε την αγάπη όσο είστε νέοι. Οι γονείς σας και οι δάσκαλοί σας ίσως δεν γνωρίζουν την αγάπη και γι’ αυτό δημιούργησαν ένα φριχτό κόσμο, μια κοινωνία που βρίσκεται συνεχώς σε σύγκρουση, τόσο μέσα στους κόλπους της όσο και με άλλες κοινωνίες. Οι θρησκείες τους, οι φιλοσοφίες τους, οι ιδεολογίες τους είναι όλες ψέματα, όταν σ’ αυτές αγάπη υπάρχει μόνο στα λόγια. Αντιλαμβάνονται μόνο ένα κομμάτι της ζωής κοιτάζουν έξω από ένα στενό παράθυρο, απ’ όπου η θέα μπορεί να είναι ευχάριστη, αλλά αυτό δεν είναι η ζωή σε όλη της την έκταση. Χωρίς την αίσθηση της έντονης αγάπης, δεν μπορείς να έχεις την αντίληψη του συνόλου της ζωής, οπότε θα είσαι πάντα δυστυχισμένος και στο τέλος της ζωής σου δεν θα έχεις τίποτε άλλο πέρα από στάχτες κι ένα σωρό κούφια λόγια.

Οι τέσσερις κανόνες της ζωής

Σας είπαν ότι οι παλαιές ηθικές αξίες είναι ξεπερασμένες. Λάθος. Εάν απογυμνώσετε τη σημερινή ανθρωπότητα από τις λέξεις που την περιβάλλουν, αυτό που ξεπροβάλλει είναι πάντα ο ίδιος προαιώνιος άνθρωπος.

Συγγραφείς εξαγγέλλουν το τέλος του κλασικού πολιτισμού. Ισχυρίζονται ότι «οφείλουμε να αποδεχτούμε το αυτονόητο». «Με τον 20ό αιώνα» λένε «κλείνει οριστικά μία περίοδος πέντε χιλιάδων χρόνων της ανθρωπότητας –η περίοδος των μεγάλων κλασικών πολιτισμών– και έρχεται μια νέα, που δεν θα έχει πλέον καμία σχέση με την προηγούμενη· και δεν πρόκειται για μια νέα παραλλαγή της ψυχής, που θα πραγματωθεί μέσα σ’ ένα ιστορικά προκαθορισμένο σώμα, αλλά για μια εντελώς νέα ψυχή μέσα σ’ ένα νέο σώμα».

Πώς; Μια νέα ψυχή μέσα σ’ ένα νέο σώμα; Διαφωνώ. Δεν υπάρχει νέο σώμα. Σάμπως όλοι δεν διαθέτουμε μία καρδιά, ένα συκώτι, αρτηρίες και νεύρα, ακριβώς όπως και ο άνθρωπος του Κρο-Μανιόν; Όσο για την ψυχή, οι ηθικές αξίες δεν επινοήθηκαν αυθαίρετα από τίποτα ξεμωραμένους ηθικολόγους. Υφίστανται γιατί, χωρίς αυτές, καμία κοινωνία αλλά και καμία ευτυχία δεν μπορούν να επιβιώσουν.

Θα ξεκινήσω λοιπόν υπενθυμίζοντάς σας ορισμένους κανόνες τόσο παλαιούς όσο και ο πολιτισμός, οι οποίοι εξακολουθούν να ισχύουν ακόμα και στη σημερινή εποχή της νέας τεχνολογίας και των μηδενιστικών φιλοσοφιών.

Ο πρώτος είναι ότι δεν πρέπει να ζεις μόνο για τον εαυτό σου.

Ο άνθρωπος που ομφαλοσκοπεί βρίσκει πάντα χίλιους λόγους για να είναι δυστυχής. Ποτέ δεν θα έχει κάνει όλα όσα θα ήθελε και όφειλε να κάνει, ποτέ δεν θα έχει αποκτήσει όσα θεωρεί ότι έπρεπε να αποκτήσει, και σπανίως θα τον έχουν αγαπήσει όσο ο ίδιος ονειρεύτηκε να αγαπηθεί. Αν αρχίσει να αναμοχλεύει το παρελθόν, θα νιώσει ματαίως τύψεις κι ενοχές. «Τα λάθη μας είναι προορισμένα για τη λήθη και αυτό είναι το μόνο που τους αρμόζει». Αντί λοιπόν να διαγράφετε ένα παρελθόν που τίποτα δεν μπορεί να το καταργήσει, προσπαθήστε να οικοδομήσετε ένα παρόν για το οποίο θα είστε, κάποια μέρα, υπερήφανος. Η ασυμφωνία με τον εαυτό μας είναι το χειρότερο δεινό. Όποιος ζει για τους άλλους, για την πατρίδα του, για μια γυναίκα, για ένα δημιούργημα, για τους λιμοκτονούντες, για τους κυνηγημένους, ξεχνά με θαυμαστό τρόπο τις δικές του αγωνίες, τις ταπεινές του έγνοιες. «Ο πραγματικός εξωτερικός κόσμος είναι ο πραγματικός εσωτερικός κόσμος».

Ο δεύτερος κανόνας είναι ότι πρέπει να πράττεις.

Αντί να μεμψιμοιρούμε για τον παράλογο κόσμο, ας προσπαθήσουμε να μεταμορφώσουμε, ο καθένας από εμάς, τον μικρόκοσμο στον οποίο μάς μέλει να ζήσουμε. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε ολόκληρο το σύμπαν, αλλά ποιος στ’ αλήθεια θα ήθελε κάτι τέτοιο; Οι στόχοι μας είναι πιο κοντινοί και πιο απλοί: να ασκήσουμε ένα επάγγελμα, να το επιλέξουμε σωστά, να το μάθουμε σε βάθος και να γίνουμε ειδήμονες σ’ αυτό. Ο καθένας έχει το δικό του πεδίο δράσης: εγώ γράφω βιβλία, ο ξυλουργός συναρμολογεί τα ράφια για τη βιβλιοθήκη μου, ο τροχονόμος ρυθμίζει την κίνηση, ο μηχανικός κατασκευάζει, ο δήμαρχος διοικεί το δήμο. Όλοι, όταν αναλαμβάνουν εργασίες που ξέρουν να κάνουν καλά, χαίρονται τη στιγμή που τις διεκπεραιώνουν και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που, ακόμα και στον ελεύθερό τους χρόνο, επιβάλλουν στον εαυτό τους δράσεις φαινομενικά άχρηστες, όπως τα παιχνίδια ή τα αθλήματα. Ο παίκτης του ράγκμπι που κυλιέται μέσα στις λάσπες από το σπρώξιμο του αντιπάλου είναι ευτυχισμένος. Όσο για τις κοινωφελείς δράσεις, ωφελούμαστε από την αποτελεσματικότητά τους: ο δραστήριος δήμαρχος κρατάει καθαρή την πόλη, ο δραστήριος ιερέας ζωντανή την ενορία και οι επιτυχίες αυτές τούς προσφέρουν ικανοποίηση.

Ο τρίτος κανόνας είναι ότι πρέπει να πιστεύεις στη δύναμη της θέλησης.

Είναι λάθος να θεωρείς το μέλλον πλήρως προδιαγεγραμμένο. Ένας σπουδαίος άνθρωπος μπορεί να αλλάξει το ρου της ιστορίας· και όποιος έχει τη δύναμη της θέλησης μπορεί να αλλάξει το ίδιο του το μέλλον. Φυσικά κανείς δεν είναι παντοδύναμος και η ελευθερία κάθε ανθρώπου έχει τα όριά της. Η ελευθερία ζει στο μεταίχμιο μεταξύ θέλησης και δυνατοτήτων. Δεν είναι στο χέρι μου να εμποδίσω έναν πόλεμο, μπορώ όμως με τα λόγια και τα γραπτά μου να κάνω μια πράξη που, αν πολλαπλασιαστεί από εκατομμύρια άλλες, θα περιορίσει τις πιθανότητες πολέμου. Μπορώ να αποφύγω να λέω στους συμπατριώτες μου, σε κάθε ευκαιρία ή και χωρίς κάποια συγκεκριμένη ευκαιρία, ότι έχουν θιγεί και ότι για να σώσουν την τιμή τους πρέπει να αυτοκτονήσουν μαζί με τη χώρα μας. Δεν εξαρτάται από μένα να κερδίζω τις μάχες, είναι όμως στο χέρι μου να είμαι ένας θαρραλέος στρατιώτης, πάντα στο πόστο μου και «σε ετοιμότητα». Και, καθώς «το όριο της θέλησης εξαρτάται από τη δική μας τόλμη», οφείλουμε πάντα, χωρίς να μας απασχολούν τα όρια, να κυβερνούμε τις ζωές μας όσο καλύτερα μπορούμε. Η οκνηρία και η δειλία είναι κινήσεις εγκατάλειψης· η εργασία και η τόλμη, ηθελημένες κινήσεις δράσης. Και πιθανότατα η δύναμη της θέλησης να είναι η βασίλισσα όλων των αρετών.

Εντούτοις, ως τέταρτο κανόνα, θα σας πρότεινα μιαν άλλη αρετή εξίσου πολύτιμη με τη θέληση: την πίστη.

Πίστη στις υποσχέσεις, στις δεσμεύσεις απέναντι στους άλλους, απέναντι στον εαυτό μας. Πρέπει να είναι κανείς αξιόπιστος και να μην απογοητεύει ποτέ τους άλλους. Η πίστη δεν είναι εύκολη αρετή. Χίλιοι πειρασμοί ξεπηδούν στην πορεία προς την τήρηση της δέσμευσης. Θα μου πείτε: «Μα πώς είναι δυνατόν; Αν η γυναίκα που παντρεύτηκα αποδειχτεί φιλάρεσκη, άπιστη και ανόητη, εγώ οφείλω να της είμαι πιστός; Αν επιλέξω ένα επάγγελμα και συνειδητοποιήσω ότι δεν ανταποκρίνεται εντέλει στις προσδοκίες μου, θα απαγορεύσω στον εαυτό μου να κάνει μια νέα αρχή; Αν έχω ενταχθεί σε ένα κόμμα και ανακαλύψω ότι απαρτίζεται από ένα σωρό άπληστους και αποπροσανατολισμένους ανθρώπους, θα αρνηθώ να μεταπηδήσω σε κάποιο άλλο, το οποίο, τώρα που είμαι καλύτερα πληροφορημένος, αναγνωρίζω ως εντιμότερο;». Όχι. Πίστη δεν σημαίνει τύφλωση. Ωστόσο δεν πρέπει να αποδίδουμε σε μια προηγούμενη κακή επιλογή μας τις απιστίες που ενδεχομένως αποτελούν ένδειξη ελλιπούς γενναιοδωρίας. «Αντιθέτως, το σωστό είναι να σκεφτούμε» λέει ο Αλαίν «ότι όλες οι επιλογές είναι κακές όταν είναι αποτέλεσμα αδράνειας και ότι όλες μπορούν να γίνουν καλές χάρη στην ισχυρή θέληση. Κανείς δεν επιλέγει το επάγγελμά του για τους σωστούς λόγους, αφού για να το επιλέξει πρέπει πρώτα να το γνωρίζει. Αλλά ούτε και τους έρωτές του επιλέγει». Συχνά όμως μπορεί να διαπλάσει μια γυναίκα, να κάνει καλά τη δουλειά που έχει επιλέξει και να μεταμορφώσει ένα κόμμα. Η πίστη παράγει αυτό που τη δικαιώνει.

Φαντάζομαι ότι οι εν λόγω κανόνες ζωής σάς φαίνονται συνοπτικοί και συγχρόνως αυστηροί. Το ξέρω αλλά αυτοί είναι· δεν υπάρχουν άλλοι. Δεν σας ζητώ να διασχίσετε τη ζωή ως ένας αδιάλλακτος στωικός. Να έχετε πάντοτε την αίσθηση του χιούμορ. Να μπορείτε να χαμογελάτε ακόμα και με τον εαυτό σας – και με εμένα, επίσης. Αν δεν μπορείτε να τιθασεύετε τις αδυναμίες σας, να τις αποδέχεστε, αλλά να διατηρείτε, παρά την ύπαρξή τους, μια γερή θωράκιση. Κάθε κοινωνία της οποίας οι πολίτες δεν ζουν παρά μόνο για τις φιλοδοξίες ή τις ακολασίες τους, κάθε κοινωνία που ανέχεται τη βία και την αδικία, κάθε κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι δεν έχουν πλέον καμία εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον και τα μέλη της παύουν να έχουν βούληση, είναι καταδικασμένη.

Όσο η Ρώμη παρέμενε η Ρώμη των ηρώων, ευημερούσε. Μόλις έπαψε να σέβεται τις αξίες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε, κατέρρευσε. Οι νέες τεχνικές αλλάζουν τους τρόπους δράσης. Δεν αλλάζουν όμως ούτε την αξία της δράσης ούτε τις αιτίες της. Έτσι ήταν εξαρχής κι έτσι θα είναι πάντα.

A. SCHOPENHAUER: Η πλήξη δεν είναι κάτι που μπορούμε να το πάρουμε αψήφιστα

Η ζωή της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων είναι ένας διαρκής αγώνας να επιβιώσουν, όντας σίγουροι πως στο τέλος θα χάσουν. Αυτό που τους δίνει τη δυνατότητα ν’ αντέξουν τον κάματο της μάχης δεν είναι τόσο πολύ η αγάπη της ζωής όσο ο φόβος του θανάτου, ο οποίος ωστόσο ως αναπόφευκτος περιμένει στα παρασκήνια, απ’ όπου μπορεί την κάθε στιγμή να βγει στη σκηνή. Η ίδια η ζωή είναι μια θάλασσα γεμάτη βράχια και φουρτούνες. Ο άνθρωπος αποφεύγει αυτές τις κακοτοπιές όσο πιο προσεχτικά μπορεί, αν και γνωρίζει ότι, ακόμα κι αν, με κόπο και επιδεξιότητα καταφέρει να τις ξεπεράσει, κάθε του βήμα τον φέρνει όλο και πιο κοντά στο μεγαλύτερο, στο απόλυτο, στο αναπόφευκτο και αναπότρεπτο ναυάγιο, για την ακρίβεια κατευθύνεται πλησίστιος προς αυτό, προς τον θάνατο. Αυτός είναι ο τελικός προορισμός του κουραστικού ταξιδιού και είναι χειρότερος απ’ όλα τα βράχια που έχει καταφέρει να αποφύγει.

Αξίζει εδώ να παρατηρήσουμε ότι απ’ τη μια μεριά, τα βάσανα και οι θλίψεις της ζωής μπορούν εύκολα να πάρουν τόσο μεγάλες διαστάσεις, ώστε ακόμη κι ο θάνατος, αυτό που κάθε ζωή προσπαθεί να αποφύγει, γίνεται επιθυμητός, κι ο άνθρωπος εκούσια πορεύεται προς αυτόν. Απ’ την άλλη μεριά, όμως, αξίζει να παρατηρήσουμε ότι, μόλις χαλαρώσουν κάπως οι στερήσεις και τα βάσανα, υπεισέρχεται αμέσως η πλήξη τόσο πιεστικά, ώστε οι άνθρωποι να χρειάζονται έναν τρόπο να ροκανίσουν το χρόνο. Αυτό που απασχολεί και κρατάει σε κίνηση όλα τα ζωντανά όντα είναι ο αγώνας για την ύπαρξη. Όταν όμως η ύπαρξη εξασφαλιστεί, δεν ξέρουν τι να την κάνουν. Οπότε το δεύτερο πράγμα που τους θέτει σε κίνηση, είναι η προσπάθεια ν’ απαλλαγούν απ’ το βάρος της ύπαρξης, να πάψουν να το νιώθουν, «να σκοτώσουν το χρόνο τους», με άλλα λόγια να ξεφύγουν απ’ την πλήξη. Έτσι παρατηρούμε, ότι σχεδόν όλοι, όσοι έχουν απαλλαγεί από έγνοιες και στερήσεις, τελικά, έχοντας απαλλαγεί απ’ όλα τα άλλα βάρη, έχουν μετατραπεί σε βάρος του εαυτού τους. Θεωρούν κέρδος κάθε ώρα που περνάει, δηλαδή κάθε μείωση αυτής της ίδιας ζωής, την οποία μέχρι τότε κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια να παρατείνουν, Η πλήξη δεν είναι κάτι που μπορούμε να το πάρουμε αψήφιστα` σε τελευταία ανάλυση ζωγραφίζει στα πρόσωπά μας την πραγματική απόγνωση. Κάνει κάποια πλάσματα, που αγαπιούνται ελάχιστα μεταξύ τους, όπως οι άνθρωποι, να επιζητούν το ένα την παρέα του άλλου, γι’ αυτό και αποτελεί τη ρίζα της κοινωνικότητας.

Το κράτος ενεργώντας έξυπνα, με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζει και άλλες συμφορές, παίρνει παντού μέτρα εναντίον της πλήξης` γιατί αυτή η μάστιγα, όπως και το άκρο αντίθετό της, η πείνα, μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους στις μεγαλύτερες υπερβολές και στην αναρχία` «άρτον και θεάματα» χρειάζεται ο λαός.

ARTHUR SCHOPENHAUER, Η ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΕΠΙΒΙΩΝΕΙΣ

Ο μοναδικός δρόμος για την ευτυχία είναι να μην ανησυχούμε για πράγματα που ξεπερνούν τα όρια των δυνατοτήτων μας

Πολλοί από μας παραπονιούνται: «Αχ, αν είχα καλύτερο σπίτι… αν είχα καλύτερη εμφάνιση… αν είχα καλύτερη δουλειά» — και παραιτούμαστε από την απόλαυση και τη βελτίωση όσων έχουμε ήδη. Πολλοί ανησυχούμε —«τρωγόμαστε»— για πράγματα που δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Για παράδειγμα, δεν μπορούμε να αλλάξουμε το ότι είμαστε θνητοί ή το ότι τα αγαπημένα μας πρόσωπα έχουν ελαττώματα — κι ότι είναι επίσης ευάλωτα.

Υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν εξουσιάζουμε, που βρίσκονται έξω από τον έλεγχό μας. Οι άνθρωποι που θέλουν να ελέγχουν τα πάντα — οι λεγόμενοι, στα αγγλικά, control freaks (η έκφραση είναι πολύ πετυχημένη)— υποφέρουν πολύ από το απλό γεγονός ότι δεν μπορούν να ελέγχουν τα πάντα. Έτσι, ματαιοπονούν, αγχώνονται, απογοητεύονται, επιρρίπτουν ευθύνες στους άλλους και, την ίδια στιγμή, βασανίζονται από ενοχές.

Αν θέλεις, λένε οι Στωικοί, να μη σου τύχουν αρρώστιες, θάνατος ή φτώχεια, θα δυστυχήσεις. Αν επιθυμείς κάτι που ξεπερνά τις δυνάμεις σου, θα αποτύχεις. Καθετί που αγαπάς πρέπει να ξέρεις τι είναι, ποια είναι η φύση του και τα όριά του. Παραδείγματος χάρη, ένα ποτήρι είναι κάτι εύθραυστο, αν σπάσει λοιπόν δεν πρέπει να ταραχτείς· το παιδί σου είναι άνθρωπος, άρα εξ ορισμού θνητό. Ο ποιητής Τ. Σ. Έλιοτ προσθέτει: «Οι άνθρωποι στους οποίους δεν έχουν τύχει σοβαρά πράγματα δεν αντιλαμβάνονται την ασημαντότητα των γεγονότων».

Μερικοί άνθρωποι πιστεύουν ότι δικαιούνται μια ζωή χωρίς διακυμάνσεις, χωρίς κρίσεις, χωρίς αποτυχίες και άσχημες εκπλήξεις — τέτοια ζωή δεν υπάρχει ούτε για τα άτομα ούτε για τις κοινωνίες. Ο Στωικός πιστεύει πως συμβαίνουν συμφορές τις οποίες ωστόσο πρέπει να αντιμετωπίζουμε με θάρρος, χιούμορ και υπομονή.

Η δυστυχία οφείλεται τις περισσότερες φορές στην απεγνωσμένη προσπάθεια να ελέγξουμε όσα είναι ανεξέλεγκτα ή στην αμέλεια που δείχνουμε για όσα μπορούμε να ελέγξουμε. Πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει πολλά υπάρχοντα αλλά εκείνος που έχει λίγες επιθυμίες. Την ιδέα αυτή συναντάμε επίσης στον βουδισμό, ο οποίος, αντίθετα από τις άλλες θρησκείες, δεν επικεντρώνεται στη λατρεία της θεότητας αλλά στον τερματισμό της ανθρώπινης οδύνης.

Η αθανασία της ψυχής στον Πλάτωνα: 7. Η αθανασία της ψυχής κατά τον «Φαίδρο»

[245c-246a]

Το επιχείρημα του Φαίδωνα, με το οποίο ξεκινά η απόδειξη στον Φαίδρο, απέδειξε ότι η ψυχή είναι φορέας του είδους «ζωή». Ως φορέας του είδους «ζωή» η ψυχή δεν μπορεί ποτέ να δεχτεί το αντίθετο της ζωής. Όταν την πλησιάζει το αντίθετο, τότε εκείνη υποχωρεί. Ως φορέας της ζωής η ψυχή φέρνει τη ζωή σε καθετί όπου εισέρχεται. Είναι εκείνο που δίνει τη ζωή σε όλα τα’ άλλα, ενώ η ίδια είναι ζωντανή αφ’ εαυτής ως φορέας του είδους «ζωή». Σε σύγκριση λοιπόν με εκείνο που καθίσταται ζωντανό μέσω αυτής η ψυχή είναι ένα πρώτον, πρώτη και ανώτατη. Εκείνο από το οποίο ως πρώτο και ανώτατο αποκτά κάτι είναι η αρχή, κάτω από την οποία βρίσκονται όλα τ’ άλλα. Η αρχαία ελληνική λέξη αρχή αποδίδει την έννοια αυτή. Η ψυχή ως φορέας της ζωής, που δίνει ζωή σε όλα τ’ άλλα, είναι επομένως αρχή. Τι σημαίνει «ζωή»; Ζωή είναι εμμενής ενέργεια (= εμμενής δράση), σ’ αντίθεση προς την ενέργεια που κατευθύνεται προς τα έξω και η οποία στρέφεται μόνο στη δημιουργία ή στην αναμόρφωση άλλων πραγμάτων. Στην εμμενή ενέργεια ή δράση εκείνο που ενεργεί εκδιπλώνει τον ίδιο του τον εαυτό. Η δράση, η ανάπτυξη, η ενέργεια δεν είναι τίποτε άλλο από ένα είδος κίνησης. Αφού η «ζωή» είναι εμμενής δράση, είναι και ένα είδος κίνησης. Η ψυχή δίνει ζωή σε όλα τ’ άλλα, η ίδια όμως ως φορέας του είδους «ζωή» είναι αφ’ εαυτής ζωντανή. Αφού η «ζωή» είναι ένα είδος κίνησης, μπορούμε τώρα να ορίσουμε την ψυχή ως εκείνο που κινεί όλα τα’ άλλα, η ίδια όμως κινείται αφ’ εαυτού δεν λαμβάνει την κίνηση από έξω, δηλαδή η κίνηση δεν του μεταδίδεται μέσω κάτι διαφορετικού από το ίδιο, αλλά ό,τι κινείται αφ’ εαυτού έχει εντός του την αιτία της κίνησής του. Το να έχει κάτι εντός του την αιτία της κίνησής και να κινεί όλα τ’ άλλα, αν το εφαρμόσουμε στην ψυχή, σημαίνει τα ακόλουθα: η ψυχή είναι φορέας του είδους «ζωή» και επειδή κατά την ουσία της μετέχει στο είδος αυτό, είναι πάντοτε ζωντανή, και μάλιστα από την ίδια της την ουσία ή αφ’ εαυτής. Όντας αφ’ εαυτής ζωντανή, είναι και αφ’ εαυτής, δηλαδή από την ίδια της την ουσία, κινούμενη. Συνεπώς, το να έχει κάτι εντός του την αιτία της κίνησης σημαίνει ότι η αιτία της κίνησης βρίσκεται στην ίδια του την ουσία. Εφόσον η ψυχή δίνει ζωή σε όλα τα’ άλλα στα οποία εισέρχεται, είναι, όπως διαπιστώσαμε, αρχή. Τώρα πλέον μπορούμε να πούμε ότι η ψυχή είναι πηγή και αρχή κινήσεως (Φαίδρ. 245c9), εκείνο από το οποίο ξεκινά η κίνηση· συνεπώς, η ψυχή είναι η πηγή της κίνησης. Με βάση αυτούς τους προκαταρκτικούς συλλογισμούς μπορεί τώρα να αναπτυχθεί η απόδειξη της αθανασίας της ψυχής (Φαίδρ. 245c-246a).

Ό,τι κινείται από κάτι άλλο και το ίδιο κινεί άλλα εξαρτάται ως προς την κίνησή του από εκείνο μέσω του οποίου κινείται. Όταν δεν του μεταδίδεται πλέον κίνηση, παύει και το ίδιο να κινείται και ούτε μπορεί πλέον να κινεί άλλα. Ας δούμε ένα παράδειγμα: Το μπαστούνι, που κινείται από το χέρι, κινεί τη μπάλα· αν το χέρι παύσει να μεταδίδει την κίνηση στο μπαστούνι, τότε παύει και η κίνηση του μπαστουνιού και το μπαστούνι δεν μπορεί πλέον να μεταδώσει την κίνηση στη μπάλα. Ή ένα άλλο παράδειγμα: Το ανθρώπινο σώμα κινείται από την ψυχή και μπορεί ως κινούμενο να κινήσει άλλα (όπως, λ.χ., το μπαστούνι). Εάν παύσει να λαμβάνει κίνηση από την ψυχή, τότε σταματά η κίνησή του, πεθαίνει και φυσικά δεν μπορεί να μεταδώσει πια κίνηση σε άλλα.

Τι συμβαίνει όμως με αυτό που κινείται αφ’ εαυτού, όσον αφορά την παύση της κίνησης; Καθώς αυτό ως προς την κίνηση του δεν εξαρτάται από κάποιο άλλο, δεν μπορεί να παύσει η κίνησή του, αν έπαυε να του μεταδίδεται κίνηση από κάποιο άλλο, γιατί δεν λαμβάνει την κίνησή του από άλλο, αλλά από τον ίδιο του τον εαυτό, και επιπλέον μεταδίδει την κίνηση σε άλλα· αυτό που κινείται αφ’ εαυτού είναι, όπως αποδείχθηκε με τους προκαταρκτικούς συλλογισμούς, αρχή. Η ψυχή ως αρχή δεν μπορεί να ανήκει στην περιοχή του γιγνομένου, γιατί τότε ως προς το γίγνεσθαί της θα εξαρτιόνταν από κάτι άλλο. Εκείνο που ανήκει στο γιγνόμενο και ως προς το γίγνεσθαί του εξαρτάται από άλλο δεν μπορεί να είναι πρώτο και ανώτατο, κάτω από το οποίο βρίσκονται όλα τα άλλα, δεν μπορεί να είναι αρχή. Γιατί καθετί που γίνεται γίνεται αυτό που γίνεται δια της παρουσίας των ειδών. Τα είδη, που από την πλευρά τους προϋποθέτουν στο είναι και στην ουσία τους το αγαθόν, είναι σε σύγκριση με το γιγνόμενο αρχή, αγέννητη αρχή. Γιατί παρόλο που προϋποθέτουν το αγαθόν δεν γίνονται, αλλά είναι. Αν γίνονταν, δηλαδή αν δημιουργούνταν από το αγαθόν, τότε δεν θα ήταν όντως όντα και αρχαί. Στην περιοχή των όντως όντων ανήκει η ψυχή, όπως γνωρίζουμε από τον Φαίδωνα. Η ίδια η ψυχή δεν είναι μεν είδος, αλλά φορέας του είδους «ζωή», και ισχύει επίσης ότι είναι αρχή. Η ψυχή ως αρχή είναι αγέννητη (αγένητον: Φαίδρ. 245d3).

Ό,τι είναι αγέννητο είναι κατ’ ανάγκην άφθαρτο. Το συμπέρασμα αυτό δεν το κατανοούμε εξαρχής. Για ποιο λόγο το αδημιούργητο δεν μπορεί να φθαρεί; Γένεση είναι η συναρμογή (πρβ. Τίμ. 41a-b). Ό,τι όμως είναι, χωρίς να έχει δημιουργηθεί, δεν μπορεί να έχει συναρμοστεί και γι’ αυτό το λόγο δεν έχει μέρη, στα οποία να μπορεί να διαλυθεί. Παραμένει εν τούτοις το ερώτημα μήπως το μη αποτελούμενο από μέρη και αδημιούργητο ον δεν μπορεί να φθαρεί με άλλο τρόπο, ακόμη κι αν δεν μπορεί να διαλυθεί σε μέρη. Θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι το αδημιούργητο σβήνει σαν τη φωτιά που παύει να τροφοδοτείται.

Εδώ πρέπει να σκεφτούμε τι σημαίνει «φθορά» (φθορά, κατά την αριστοτελική ορολογία). Ο Αριστοτέλης, Περί γενέσεως και φθοράς 335b4, αναφέρει τα εξής: Να φθαρεί μπορεί μόνο εκείνο που μπορεί να είναι ή να μην είναι. Να είναι ή να μην είναι μπορεί εκείνο που δεν συμπεριφέρεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή εκείνο που είναι μεταβλητό. Εκείνο όμως που κατά την ουσία του είναι αμετάβλητο δεν μπορεί να είναι ή να μην είναι, αλλά είναι κάτ’ ανάγκην. Ό,τι όμως είναι κάτ’ ανάγκην δεν μπορεί να έχει γίνει· γιατί αν είχε γίνει, τότε κάποτε ήταν μη ον και από την κατάσταση του μη όντος θα είχε καταβληθεί σε ον. Αυτό όμως που δεν έχει δημιουργηθεί αλλά είναι αμετάβλητο δεν μπορεί να περιέλθει στην κατάσταση του μη όντος, γιατί τότε θα έπρεπε να είναι κάτι μεταβλητό. Παραπέρα: Η γένεση και η φθορά λαμβάνουν χώρα, όπως κάθε μεταβολή, μέσα στο χρόνο. Καθετί που έχει δημιουργηθεί είναι κάτι πέρα για πέρα χρονικό (πρβ. Τίμ. 36c κ.ε.) και γι’ αυτό υπόκειται στη μεταβολή. Μια αδημιούργητη αρχή, αντίθετα, δεν υπόκειται στο χρόνο· για ένα τέτοιο αδημιούργητο δεν ισχύει το «ήταν, είναι, θα είναι», αλλά μόνο το «είναι»· είναι αίδιον, που το μεταφράζουμε ως «αιώνιο»: άχρονη παραμονή στο «τώρα». Ό,τι είναι άχρονο δεν μπορεί να φθαρεί σε κάποια χρονική στιγμή. Τρόπος ύπαρξης του είναι η αμετάβλητη αιωνιότητα, και όπου δεν υπάρχει μεταβολή δεν υπάρχει ούτε γένεση ούτε φθορά. Αν κάτι είναι αδημιούργητο, μπορούμε να συμπεράνουμε τα εξής: ως αδημιούργητο είναι αιώνιο, ως αιώνιο είναι άφθαρτο. Το αδημιούργητο είναι άφθαρτο.

Η ιδέα αυτή, ότι δηλαδή ό,τι δεν δημιουργήθηκε δεν μπορεί και να φθαρεί και ότι, συνεπώς, από τη μη γένεση συνάγεται η αφθαρσία και από τη γένεση η φθορά προϋποτυπώθηκε από τους προσωκρατικούς· η διάκριση όμως χρόνου και αιωνιότητας (αιωνιότητα = αμετάβλητο «τώρα»· ο χρόνος είναι απείκασμα της αιωνιότητας· το «τρίτον της ομοιώσεως» είναι η ατελείωτη διάρκεια του χρόνου) δεν είναι ανιχνεύσιμη πουθενά πριν από τον Πλάτωνα. Ο πρώτος που δίδαξε ότι μαζί με τη γένεση πάει η φθορά, με τη μη γένεση η αφθαρσία είναι, κατά τον Διογένη Λαέρτιο IX 19, ο Ξενοφάνης: «Πρώτος απέδειξε ότι καθετί που γίνεται είναι φθαρτό.» Ο Παρμενίδης (απ. 8.3: ως αγένητον εόν και ανώλεθρον εστιν) μοιάζει επίσης να λέει ότι η πραγματικότητα, επειδή είναι αγέννητη, είναι άφθαρτη. Αργότερα, η θέση πως ό,τι έχει γεννηθεί είναι φθαρτό και πως ό,τι δεν έχει γεννηθεί είναι άφθαρτο έγινε σχεδόν κοινός τόπος· πρβ., λ.χ., Μέλισσος, απ. 2: «Αφού λοιπόν αυτό (το ον) δεν έγινε, είναι και πάντα ήταν και πάντα θα είναι, και δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Γιατί αν είχε γεννηθεί, θα είχε μια αρχή (γιατί, αν γεννήθηκε, θα έπρεπε κάποια στιγμή να έχει αρχίσει να γεννιέται)»· Πλατ. Τίμ. 41a8-β3: «Καθετί που συναρμόστηκε μπορεί να διαλυθεί· γι’ αυτό εσείς, επειδή έχετε γεννηθεί, δεν είστε ούτε τελείως αθάνατοι ούτε τελείως απρόσβλητοι στη διάλυση» (ο Δημιουργός απευθύνεται στους κατώτερους θεούς). Ο Αριστοτέλης (Περί ουρανού 282b8 κ.ε.) εξισώνει τις έννοιες «γενητόν» και «φθαρτόν» και αποδεικνύει στη συνέχεια ότι το αγένητον είναι άφθαρτον και το άφθαρτον είναι είναι αγένητον.

Ένα πρόσθετο επιχείρημα για το ότι η αγέννητη αρχή δεν μπορεί να φθαρεί –και επανερχόμαστε έτσι στον Φαίδρο- υπάρχει στον ακόλουθο συλλογισμό (Φαίδρ. 245d4-6): Αν υποθέσουμε ότι η αγέννητη αρχή μπορεί να φθαρεί, τότε ούτε η ίδια η αρχή ούτε και κάτι άλλο θα μπορούσε να γίνει από την αρχήν. Η αρχή δεν μπορεί να γίνει από την αρχήν, γιατί δεν θα υπήρχε καμιά αρχή, από την οποία θα μπορούσε να γίνει η αρχή, και γιατί αυτό που έχει γίνει δεν μπορεί να αποτελεί την ανώτατη και αμετάβλητη αρχήν. Ούτε κάτι άλλο θα μπορούσε να γίνει από την αρχήν, αφού αρχή δεν θα υπήρχε. Γιατί όλα πρέπει να γίνονται από την αρχήν. Αν δεν υπάρχει κάτι πρώτο και ανώτατο, αν δεν υπάρχει αρχή της κίνησης, τότε δεν υπάρχει και κίνηση.

Την ιδέα αυτή μπορούμε να την διασαφηνίσουμε με το παράδειγμα της αιτιώδους σειράς. Κάθε κίνηση μέσα στον κόσμο της εμπειρίας μας έχει μια αιτία που την προκαλεί. Το να μπορεί η αιτία αυτή να θέτει σε κίνηση κάτι άλλο είναι δυνατόν μόνο εάν η ίδια η αιτία έχει κίνηση, την οποία μπορεί να μεταδώσει σε άλλα. Από πού αντλεί η αιτία την κίνηση; Από κάτι άλλο. Και από πού αντλεί αυτό την κίνησή του; Πάλι από κάτι άλλο κ.ο.κ. Αν παρακολουθήσουμε τη σειρά των κινούντων αιτίων και όσων κινούνται από αυτά, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι όλα κινούνται από κάτι άλλο. Και αυτή η σειρά κινούντος και κινουμένου θα μπορούσε να είναι ατέρμονη μέσα στον κόσμο του γίγνεσθαι, εφόσον δεν δεχόμαστε ότι ο κόσμος του γίγνεσθαι έχει μια αρχή στο χρόνο. Το ερώτημα όμως αν ο κόσμος έχει ή δεν έχει μια χρονική αρχή δεν έχει σημασία για το συλλογισμό μας. Όλες οι αιτίες μέσα στον κόσμο της εμπειρίας απαιτούν μια προηγούμενη αιτία κι αυτή πάλι μια άλλη αιτία. Γι’ αυτό όλες αυτές οι αιτίες οφείλονται σε μια άλλη αιτία και επομένως δεν είναι τίποτε άλλο παρά δευτερεύουσες αιτίες· λ.χ., το μπαστούνι, που κινούμενο από το χέρι κινεί μια μπάλα, είναι δευτερεύουσα αιτία. Αν όμως δεχτούμε ότι υπάρχουν μόνο δευτερεύουσες αιτίες και ούτε μια πρώτη αιτία, τότε θα προέκυπτε ένα άτοπο συμπέρασμα: Θα υπήρχαν δευτερεύουσες αιτίες, δεν θα υπήρχε όμως η πρώτη εκείνη αιτία που μεταδίδει την κίνηση σ’ όλη τη σειρά κινούντος και κινουμένου. Αυτό γίνεται ακόμη πιο σαφές αν, θεωρητικά, συνοψίσουμε όλη τη σειρά των δευτερευουσών αιτιών σε μια ενότητα. Από πού αντλεί το σύνολο αυτό των δευτερευουσών αιτιών την κίνησή του; Προφανώς από μια αιτία που δεν ανήκει η ίδια στη σειρά των δευτερευουσών αιτιών, αλλά πρέπει να τοποθετηθεί έξω από αυτή. Η αιτία που δεν ανήκει στη σειρά των δευτερευουσών αιτιών πρέπει να κινείται αφ’ εαυτής· η κίνηση της μπορεί μόνο από αυτή την ίδια να προέρχεται και όχι από κάτι άλλο, γιατί τότε θα ήταν και αυτή δεύτερη και όχι πρώτη αιτία. Εάν λοιπόν εξαφανιζόνταν η πρώτη αιτία, τότε δεν θα υπήρχαν και δεύτερες αιτίες.

Ας εφαρμόσουμε τα παραπάνω στην ψυχή. Η ψυχή ως αρχή της κινήσεως μεταδίδει την κίνηση σ’ ολόκληρη τη σειρά των δευτερευουσών αιτιών. Ως αρχή της κινήσεως, ως πρώτη αιτία της κίνησης, η ψυχή δεν μπορεί να ανήκει στη σειρά των δευτερευουσών αιτιών. Αφού όλες οι αιτίες μέσα στον κόσμο της εμπειρίας είναι δευτερεύουσες αιτίες, η ψυχή όμως δεν ανήκει στον κόσμο της εμπειρίας αλλά στο νοητό, η πρώτη αιτία της κίνησης βρίσκεται στο νοητό. Εάν εξαφανιζόταν η πρώτη αιτία, αν αφανιζόταν δηλαδή η ψυχή, τότε η σειρά των δευτέρων αιτιών δεν θα ελάμβανε πλέον κίνηση. Το αποτέλεσμα θα ήταν το τέλος κάθε κίνησης. Η ψυχή ως αρχή της κινήσεως είναι επομένως άφθαρτη. Αλλά ούτε και μπορεί να έχει δημιουργηθεί, γιατί η γένεση είναι μια κίνησις. Από πού θα έπαιρνε η ψυχή μια τέτοια κίνησιν, αν η ίδια είναι η αρχή της κινήσεως; Γι’ αυτό η αρχή της κινήσεως, η ψυχή, είναι αγέννητη και άφθαρτη. Ο Πλάτων θέλει να θεωρεί ότι ο συλλογισμός αυτός έχει ισχύ για κάθε ψυχή (Φαίδρ. 245c5: ψυχή πάσα αθάνατος), τόσο για την ψυχή που δίνει ζωή στο σώμα των ανθρώπων και των ζώων όσο και για την κοσμική ψυχή. Η πηγή του επιχειρήματος αυτού είναι ο Αλκμαίων ο Κροτονιάτης (περ. 570-500 π. Χ.), ο οποίος δίδαξε (πρβ. Αριστ. Περί ψυχής 405a29) ότι η ψυχή είναι πάντοτε σε κίνηση και γι’ αυτό είναι αθάνατη (πρβ. επίσης H. Diels, Doxographi Graeci, σελ. 386).

Στους Νόμ. 894b κ.ε. η απόδειξη του Φαίδρου επαναλαμβάνεται, πρβ. επίσης 896a-b: Η ψυχή είναι αρχή κινήσεως· η ψυχή είναι πρώτον κινούν, που κινεί το σώμα. Πρέπει επίσης να παραβάλλουμε το χωρίο 988e της μάλλον νόθας Επινομίδος: Η ψυχή είναι η αιτία κάθε κίνησης. Μια άλλη θεμελίωση της αθανασίας της ψυχής προτείνεται στο μύθο της δημιουργίας του κόσμου στον Τίμαιο (πρβ. 41a κ.α.): Η ψυχή είναι αθάνατη, γιατί πλάστηκε από τον ίδιο τον Δημιουργό. Καθετί φθαρτό οφείλει τη γένεσή του στις κατώτερες θεότητες.

ΛΟΓΓΟΣ: Τὰ κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην (2.24.1-2.26.5)

[2.24.1] Τοιαῦτα ἰδὼν καὶ ἀκούσας Δάφνις ἀναπηδήσας τῶν ὕπνων καὶ κοινῇ ὑφ᾽ ἡδονῆς καὶ λύπης δακρύων τὰ ἀγάλματα τῶν Νυμφῶν προσεκύνει καὶ ἐπηγγέλλετο σωθείσης Χλόης θύσειν τῶν αἰγῶν τὴν ἀρίστην. [2.24.2] Δραμὼν δὲ καὶ ἐπὶ τὴν πίτυν, ἔνθα τὸ τοῦ Πανὸς ἄγαλμα ἵδρυτο τραγοσκελές, κερασφόρον, τῇ μὲν σύριγγα τῇ δὲ τράγον πηδῶντα κατέχον, κἀκεῖνον προσεκύνει καὶ ηὔχετο ὑπὲρ τῆς Χλόης καὶ τράγον θύσειν ἐπηγγέλλετο. [2.24.3] Καὶ μόλις ποτὲ περὶ ἡλίου καταφορὰς παυσάμενος δακρύων καὶ εὐχῶν, ἀράμενος τὰς φυλλάδας, ἃς ἔκοψεν, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἔπαυλιν, καὶ τοὺς ἀμφὶ τὸν Λάμωνα πένθους ἀπαλλάξας, εὐφροσύνης ἐμπλήσας, [2.24.4] τροφῆς τε ἐγεύσατο καὶ εἰς ὕπνον ὥρμησεν οὐδὲ τοῦτον ἄδακρυν, ἀλλ᾽ εὐχόμενος μὲν αὖθις τὰς Νύμφας ὄναρ ἰδεῖν, εὐχόμενος δὲ τὴν ἡμέραν γενέσθαι ταχέως, ἐν ᾗ Χλόην ἐπηγγείλαντο αὐτῷ. Νυκτῶν πασῶν ἐκείνη ἔδοξε μακροτάτη γεγονέναι· ἐπράχθη δὲ ἐπ᾽ αὐτῆς τάδε.
[2.25.1] Ὁ στρατηγὸς ὁ τῶν Μηθυμναίων ὅσον δέκα σταδίους ἀπελάσας ἠθέλησε τοὺς στρατιώτας τῇ καταδρομῇ κεκμηκότας ἀναλαβεῖν. [2.25.2] Ἄκρας οὖν ἐπεμβαινούσης τῷ πελάγει λαβόμενος ἐπεκτεινομένης μηνοειδῶς, ἧς ἐντὸς θάλασσα γαληνότερον τῶν λιμένων ὅρμον εἰργάζετο, ἐνταῦθα τὰς ναῦς ἐπ᾽ ἀγκυρῶν μετεώρους διορμίσας, ὡς μηδεμίαν ἐκ τῆς γῆς τῶν ἀγροίκων τινὰ λυπῆσαι, ἀνῆκε τοὺς Μηθυμναίους εἰς τέρψιν εἰρηνικήν. [2.25.3] Οἱ δὲ ἔχοντες πάντων ἀφθονίαν ἐκ τῆς ἁρπαγῆς ἔπινον, ἔπαιζον, ἐπινίκιον ἑορτὴν ἐμιμοῦντο. Ἄρτι δὲ παυομένης ἡμέρας καὶ τῆς τέρψεως ἐς νύκτα ληγούσης αἰφνίδιον μὲν ἡ γῆ πᾶσα ἐδόκει λάμπεσθαι πυρί, κτύπος δὲ ἠκούετο ῥόθιος κωπῶν, ὡς ἐπιπλέοντος μεγάλου στόλου. [2.25.4] Ἐβόα τις ὁπλίζεσθαι, τὸν στρατηγὸν ἄλλος ἐκάλει, καὶ τετρῶσθαι τις ἐδόκει, καὶ σχῆμά τις ἔκειτο νεκροῦ μιμούμενος. Εἴκασεν ἄν τις ὁρᾶν νυκτομαχίαν οὐ παρόντων πολεμίων.
[2.26.1] Τῆς δὲ νυκτὸς αὐτοῖς τοιαύτης γενομένης ἐπῆλθεν ἡ ἡμέρα πολὺ τῆς νυκτὸς φοβερωτέρα. Οἱ τράγοι μὲν οἱ τοῦ Δάφνιδος καὶ αἱ αἶγες κιττὸν ἐν τοῖς κέρασι κορυμβοφόρον εἶχον, οἱ δὲ κριοὶ καὶ αἱ ὄϊες τῆς Χλόης λύκων ὠρυγμὸν ὠρύοντο. [2.26.2] Ὤφθη δὲ καὶ αὐτὴ πίτυος ἐστεφανωμένη. Ἐγίνετο καὶ περὶ τὴν θάλασσαν αὐτὴν πολλὰ παράδοξα. Αἵ τε γὰρ ἄγκυραι κατὰ βυθοῦ πειρωμένων ἀναφέρειν ἔμενον, αἵ τε κῶπαι καθιέντων εἰς εἰρεσίαν ἐθραύοντο· καὶ δελφῖνες πηδῶντες ἐξ ἁλὸς ταῖς οὐραῖς παίοντες τὰς ναῦς ἔλυον τὰ γομφώματα. [2.26.3] Ἠκούετό τις καὶ ἀπὸ τῆς ὀρθίου πέτρας τῆς ὑπὲρ τὴν ἄκραν σύριγγος ἦχος· ἀλλὰ οὐκ ἔτερπεν ὡς σῦριγξ, ἐφόβει δὲ τοὺς ἀκούοντας ὡς σάλπιγξ. [2.26.4] Ἐταράττοντο οὖν καὶ ἐπὶ τὰ ὅπλα ἔθεον καὶ πολεμίους ἐκάλουν τοὺς οὐ βλεπομένους, ὥστε πάλιν ηὔχοντο νύκτα ἐπελθεῖν, ὡς τευξόμενοι σπονδῶν ἐν αὐτῇ. [2.26.5] Συνετὰ μὲν οὖν πᾶσιν ἦν τὰ γινόμενα τοῖς φρονοῦσιν ὀρθῶς ὅτι ἐκ Πανὸς ἦν τὰ φαντάσματα καὶ ἀκούσματα μηνίοντός τι τοῖς ναύταις· οὐκ εἶχον δὲ τὴν αἰτίαν συμβαλεῖν —οὐδὲν γὰρ ἱερὸν σεσύλητο Πανός—, ἔστε ἀμφὶ μέσην ἡμέραν ἐς ὕπνον οὐκ ἀθεεὶ τοῦ στρατηγοῦ καταπεσόντος αὐτὸς ὁ Πὰν ὤφθη τοιάδε λέγων·

***
[2.24.1] Βλέποντας κι ακούγοντας τούτα ο Δάφνης πετάχτηκε απ᾽ τον ύπνο και, δακρύζοντας από χαρά και λύπη συνάμα, προσκύνησε τ᾽ αγάλματα των Νυμφών και τους έταξε, αν σωζόταν η Χλόη, να τους θυσιάσει την καλύτερή του γίδα. [2.24.2] Κατόπι έτρεξε στην κουκουναριά όπου ένα άγαλμα παράσταινε τον Πάνα, τραγοπόδη και με κέρατα, να κρατάει με το ᾽να χέρι φλογέρα και με τ᾽ άλλο έναν τράγο πηδηχτό· προσκύνησε και τούτον, προσευχήθηκε για τη Χλόη κι υποσχέθηκε να του θυσιάσει έναν τράγο. [2.24.3] Μόλις κατά το ηλιοβασίλεμα άφησε τα δάκρυα και τις προσευχές, μάζεψε τις φυλλωσιές που είχε κόψει και ξαναγύρισε στο σπίτι. Ο Λάμων και οι άλλοι, που τον έκλαιγαν κιόλας, ησύχασαν, [2.24.4] κι ο Δάφνης έφαγε και πλάγιασε να κοιμηθεί. Μήτε και τώρα ωστόσο δε στέρεψαν τα δάκρυά του· προσευχόταν να δει ξανά τις Νύμφες στ᾽ όνειρό του και να ξημερώσει γρήγορα η μέρα όπου του ᾽χαν τάξει ότι θα ξανάβλεπε τη Χλόη. Εκείνη τη νύχτα, που του φάνηκε πιο ατέλειωτη από κάθε άλλη, έγιναν τ᾽ ακόλουθα:
[2.25.1] Όταν οι Μηθυμνιώτες ξεμάκρυναν κάπου ένα μίλι, ο στρατηγός τους αποφάσισε να ξεκουράσει τους στρατιώτες του, που είχαν αποκάμει με την επιδρομή. [2.25.2] Ήταν εκεί κοντά ένας κάβος που έμπαινε στη θάλασσα σε σχήμα μισοφέγγαρου, έτσι που μέσα στον όρμο τα νερά ήταν πιο γαλήνια κι από λιμάνι. Σ᾽ αυτό το μέρος έβαλε τα καράβια να ρίξουν άγκυρα στ᾽ ανοιχτά, για να μην μπορούν να πειράξουν κανένα οι χωρικοί από τη στεριά, κι έδωσε άδεια στους Μηθυμνιώτες να γλεντήσουν ειρηνικά. [2.25.3] Τούτοι, έχοντας απ᾽ όλα αφθονία χάρη στο κούρσος, στρώθηκαν στο πιοτό και στο παιχνίδι σα να γιόρταζαν καμιά νίκη. Λίγο αφού σκοτείνιασε ωστόσο, καθώς το γλέντι σίμωνε στο τέλος του, έμοιασε ξάφνου να φεγγοβολάει όλη η γης από φλόγες, ενώ ταυτόχρονα ακούστηκε κρότος σαν πλατάγιασμα από κουπιά, λες κι ερχόταν καταπάνω τους ολάκερος στόλος. [2.25.4] Άλλοι φώναζαν «στα όπλα!», άλλοι έκραζαν το στρατηγό κι άλλοι πάλι, νομίζοντας ότι είχαν χτυπηθεί, κείτονταν σα νεκροί. Θαρρούσες πως έβλεπες νυχτερινή μάχη δίχως εχθρούς.
[2.26.1] Ύστερα από τέτοια νύχτα που πέρασαν, ήρθε μέρα πολύ τρομερότερη απ᾽ τη νύχτα. Οι τράγοι κι οι γίδες του Δάφνη βρέθηκαν να ᾽χουν τσαμπιά από κισσό στα κέρατα, ενώ τα κριάρια κι οι προβατίνες της Χλόης ούρλιαζαν σα λύκοι, [2.26.2] κι η ίδια φάνηκε στεφανωμένη με κουκουναριά. Αλλά και στη θάλασσα γίνονταν σημεία και τέρατα: οι άγκυρες, που οι ναύτες προσπαθούσαν να σηκώσουν, έμεναν κολλημένες στο βυθό· όταν δοκίμαζαν να λάμουν γίνονταν κομμάτια τα κουπιά· δελφίνια ξεπηδούσαν από τα νερά και με τις ουρές τους χτυπούσαν και τσάκιζαν τα γοφιά των καραβιών. [2.26.3] Συνάμα ακουγόταν από πάνω απ᾽ τον απότομο βράχο του κάβου ήχος φλογέρας — μόνο που δεν ήταν απαλός σαν τη συνηθισμένη φλογέρα, παρά τρόμαζε όσους τον άκουγαν, σα σάλπισμα πολεμικό. [2.26.4] Τα ᾽χασαν οι Μηθυμνιώτες, έτρεχαν στα όπλα, φώναζαν «εχθρός» αν κι ο εχθρός ήταν άφαντος — τόσο που δεν έβλεπαν την ώρα να νυχτώσει ξανά, μήπως και πετύχουν τότε ανακωχή. [2.26.5] Τώρα για κάθε μυαλωμένο άνθρωπο ήταν ολοφάνερο τί συνέβαινε: ότι δηλαδή αυτές οι πλανερές οπτασίες κι οι κρότοι ήταν από τον Πάνα, που για κάποιο λόγο είχε θυμώσει με τους ναύτες. Την αιτία μολοτούτο δεν τη μάντευαν, μιας και δεν είχαν πειράξει κανένα ιερό του θεού, ώσπου κατά το μεσημέρι αποκοιμήθηκε ο στρατηγός —όχι χωρίς θεϊκή επέμβαση— και τότε του παρουσιάστηκε ο ίδιος ο Παν, λέγοντας πάνω-κάτω τούτα: