Σάββατο 27 Μαρτίου 2021

Τα παιδιά διψούν για αλληλεπίδραση

Θα ήταν αφελές να πούμε ότι τα παι­διά μαγεύονται από την ευκολία μιας δραστηριότητας όπως η τηλεόραση ή ενός τρισδιάστατου παιχνιδιού οθό­νης, που εμπεριέχουν τη μοναχικότητα. Η αλήθεια είναι ότι διψούν για αλληλε­πίδραση.

Διψούν να χρησιμοποιήσουν όσο περισσότερες ικανότητες (φυσικές και πνευματικές) έχουν ανακαλύψει ότι έχουν και αδημονούν να ανακαλύψουν και άλλες.

Ενθουσιάζονται με την ιδέα ό­τι ο σημαντικότερος άνθρωπος στη ζωή τους (ο γονιός) μπορεί να έχει αντίστοι­χες ανάγκες με αυτά.

Είναι απίστευτη η αίσθηση για το παιδί να αντι­λαμβάνεται ότι ο πατέρας ή η μητέρα του πραγματικά χαίρε­ται (και δεν προσποιείται) παίρνοντας μέρος σε μια δρα­στηριότητα μαζί του.

Τελικά, η αλληλεπίδραση αυτή, εκτός α­πό δημιουργική για το παιδί και τη διαπαιδαγώγηση του, γίνεται θεμέλιος λίθος της σχέσης και πολλές φορές αγχολυτική για τον υπερδραστήριο γο­νέα.

Κύριος γνώμονας της συμπεριφοράς του παιδιού είναι σχεδόν πάντοτε η συμπεριφορά του γονέα. Από πολύ μικρή ηλικία το παιδί απευθύ­νεται ακόμα και στις εκφράσεις του προ­σώπου του γονέα για να αποφασίσει αν του αρέσει κάτι ή όχι.

'Οσο πιο συχνή η αλληλεπίδραση λοιπόν, τόσο καλύτερη και η αίσθηση που έχει το παιδί για την πραγματικότητα.

Φανταστείτε ένα παιδί που στηρίζει την αντίληψη του για την πραγματικότητα στην εικονική πραγμα­τικότητα ενός κινουμένου σχεδίου (κολ­λημένο μπροστά σε μια οθόνη) και ένα παιδί που κινείται μέσα στην πραγματικότητα (της πόλης του, της γειτονιάς του, της μουσικής, της τέχνης, της Ιστορίας) και μπορεί να ελέγχει την αντίληψη του γι' αυτήν μέσα από τις εκάστοτε αντιδρά­σεις του γονιού.

Το δεύτερο αισθάνεται σιγουριά και σταθερότητα μέσα από τον γονιό για την πραγματικότητα του, ενώ το πρώτο αναρωτιέται γιατί εδώ που ζει όλα είναι τόσο δύσκολα και απαιτούν τόση προσπάθεια.

Το παραπάνω δεν αποτελεί και το μονα­δικό πλεονέκτημα.

Σκεφτείτε πώς δημιουργείται, πώς αναπτύσσεται και πώς εδραιώνεται μια οποι­αδήποτε σχέση στη ζωή ενός ανθρώπου.

Πρέπει να ανακα­λύψουμε τα κοινά ενδιαφέρο­ντα.

Πρέπει να δούμε τον τρό­πο που τα δύο μέλη της σχέσης διαχειρίζονται καταστάσεις. Και βέβαια έχουμε ανάγκη να παρατηρήσουμε αν μπορούμε να συνεργαστούμε.

Για να τα καταφέρου­με όλα αυτά αρκεί να δραστηριοποιού­μαστε μαζί. Πόσο μάλλον στη σχέση που έχει ένας γονιός με το παιδί του.

Αρκεί να ανακαλύψουμε τα κοινά μας ενδιαφέ­ροντα, να διαχειριστούμε μαζί καταστά­σεις και να συνεργαστούμε.

Να βγούμε έξω και να δείξουμε στο παιδί τι μας αρέ­σει, δίνοντας του έτσι την ευκαιρία να μας δείξει και αυτό τι του αρέσει.

Να καλλιεργήσουμε μαζί τις δεξιότητές μας, επιβραβεύοντας ο ένας τον άλλον.

Όσο ο γονιός μένει άπραγος τόσο μένει και το παιδί.

Όσο ο γονιός μένει άπραγος τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες στην εφηβεία να δημιουργηθεί ένα κοινωνικά δυσλει­τουργικό και μόνιμα ανικανοποίητο παι­δί.

Κάνοντας κάτι διαφορετικό από τα τε­τριμμένα με το παιδί, ο γονιός σίγουρα θα νιώσει σημαντικός και σωστός στον ρόλο του, μια και το παιδί του θα έχει αυ­τόματα την ευκαιρία να γνωρίσει πράγ­ματα που χωρίς τη δική του παρότρυνση θα ήταν απλά ανύπαρκτα.

Αυτή η αίσθη­ση γίνεται αυτόματα αγχολυτική σε μια ζωή που η ρουτίνα αποτελεί το κέντρο της καθημερινότητας.

Έτσι, η κοινή δρα­στηριότητα δεν ωφελεί μόνο τη ζωή και την ανάπτυξη του παιδιού αλλά και την ψυχική υγεία του γονιού.

Είναι αλήθεια λοιπόν ότι πρέπει γονείς και παιδιά να ζουν την πραγματικότητα μαζί όπως είναι, γεμάτοι ενδιαφέρον και άγνωστους κόσμους και όχι έτσι όπως τη ζουν, φυλακισμένοι μέσα σε ένα εύκολο και φαινομενικά ασφαλές περιβάλλον.

Όσκαρ Ουάιλντ: Ο Σκοπός της Zωής είναι η Eξέλιξη του Eαυτού μας

«Δεν υπάρχει καλή επιρροή, κύριε Γκρέι. Κάθε επιρροή είναι ανήθικη, ανήθικη από επιστημονική άποψη».

– «Γιατί»;

– «Διότι να ασκείς επιρροή πάνω σε έναν άνθρωπο σημαίνει ότι του δίνεις την ίδια σου την ψυχή.

Εκείνος τότε δεν έχει τον δικό του φυσικό τρόπο σκέψης, δεν τον φλογίζουν τα δικά του πάθη.

Οι αρετές του δεν είναι αληθινές. Οι αμαρτίες του, αν υπάρχει αυτό που ονομάζουμε αμαρτία, είναι δανεικές.

Γίνεται η ηχώ της μουσικής κάποιου άλλου, ο ηθοποιός ενός έργου που δε γράφτηκε για αυτόν.

Ο σκοπός της ζωής είναι η εξέλιξη του εαυτού μας. Να πραγματοποιήσουμε τις επιταγές της φύσης μας –γι’ αυτό το σκοπό ήρθαμε στη γη.

Οι άνθρωποι φοβούνται τον εαυτό τους στις μέρες μας. Έχουν ξεχάσει το ύψιστο καθήκον, το χρέος που έχουμε απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.

Φυσικά είναι γεμάτοι ευσπλαχνία. Ταΐζουν τους πεινασμένους και ντύνουν τους ζητιάνους.

Αλλά οι ίδιες τους οι ψυχές πεινούν και είναι γυμνές.

Το θάρρος έχει εκλείψει απ’ την φυλή μας. Ίσως και ποτέ να μην το είχαμε.

Ο φόβος μπροστά στην κοινωνία, που είναι η βάση της ηθικής, ο φόβος μπροστά στο Θεό, που είναι το μυστικό της θρησκείας –αυτά μας κυβερνούν.

Αλλά…. Πιστεύω ότι αν ένας άνθρωπος ζούσε τη ζωή του με πληρότητα, αν την εξαντλούσε ως την τελευταία της σταγόνα, αν έδινε μορφή σε κάθε του συναίσθημα κι έκφραση σε κάθε του σκέψη, αν υλοποιούσε κάθε του όνειρο- πιστεύω ότι ο κόσμος θα κέρδιζε μια τόσο καινούρια και ορμητική χαρά, που θα ξεχνούσε όλες τις αρρώστιες του μεσαιωνισμού και θα επιστρέφαμε στο ελληνικό ιδεώδες –ίσως και σε κάτι λεπτότερο, πλουσιότερο κι από το ελληνικό ιδεώδες.

Αλλά ακόμη και ο πιο γενναίος ανάμεσά μας φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο αυτοακρωτηριασμός των αγρίων επιβιώνει τραγικά στην αυταπάρνηση που φθείρει τις ζωές μας. Τιμωρούμαστε για τις αρνήσεις μας.

Κάθε παρόρμηση που πολεμάμε να καταπνίξουμε, μένει κρυμμένη και δουλεύει μέσα στο μυαλό και μας δηλητηριάζει.

Το σώμα αμαρτάνει μια φορά και ξεμπερδεύει, γιατί η πράξη είναι ένας τρόπος εξαγνισμού.

Δε μένει τιποτ’ άλλο παρά η ανάμνηση μιας απόλαυσης ή η πολυτέλεια της μεταμέλειας. Ο μόνος τρόπος να ξεφορτωθείς έναν πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν.

Αν του αντισταθείς, η ψυχή σου θ’ αρρωστήσει απ΄ τη λαχτάρα για τα πράγματα που η ίδια απαγόρευσε στον εαυτό της, απ’ την επιθυμία για όσα οι τερατώδεις νόμοι της έχουν κηρύξει τερατώδη και παράνομα.

Κάποιος είπε ότι τα πιο σημαντικά γεγονότα του κόσμου συντελούνται μέσα στο μυαλό.

Στο μυαλό, λοιπόν, και μόνο σ’ αυτό γίνονται και οι μεγαλύτερες αμαρτίες του κόσμου».

Όσκαρ Ουάιλντ, Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ

Η τύχη και ο άνθρωπος

Η ζωή μάς συνεπαίρνει, μας ενθουσιάζει, μας μεθάει και μας κυριαρχεί μ’ όλο που ξέρουμε την ματαιότητα που γεννάει η φθορά. Πολλές φορές ξεγελιόμαστε με παραμύθια, με σοφιστείες με θρησκευτικούς δογματισμούς, με παρερμηνείες, με πλάνες. Και βλέπουμε με άλλο πρίσμα τη ζωή και από άλλη οπτική γωνία την μοίρα. Γιατί πολύ συχνά η μοίρα φοράει μια μάσκα όταν μας πληγώνει.

Το σκεπτικό της τύχης, ανοίγει μπροστά μας ορίζοντες στοχασμού, χρήσιμου για την ατομική μας συγκρότηση και για την κοινωνική μας συμπεριφορά. Ας επεξεργαστούμε μερικούς τέτοιους στοχασμούς.

Τον παράγοντα τύχη (δηλ. την σύμπτωση των γεγονότων) θα ’πρεπε να τον υπολογίζουμε πρώτα στον εαυτό μας κι ύστερα στους άλλους για να μειώσουμε την αξία τους… όπως τόσο συχνά το συνηθίζουμε. Εξάλλου, οι αλλεπάλληλες ατυχίες μπορούν να οδηγήσουν και τον πιο δραστήριο άνθρωπο στην αδράνεια. Και το πιο κοφτερό μαχαίρι όταν αστοχεί, στομώνει.

Η γέννηση και η αξιοποίηση των ικανοτήτων μας, μοιάζει με τη γέννηση και την ευδοκίμηση ενός πρίγκιπα. Η τύχη δίνει την πρώτη κίνηση ύστερα όλα το άλλα είναι ζήτημα εξυπνάδας και εργατικότητας. Πρέπει όμως να προσέξουμε κάτι. Την μεγάλη φήμη της η τύχη τη χρωστάει στην προπαγάνδα που της κάνουν οι άτυχοι. Έτσι, οι λιγοστοί τυχεροί, γρήγορα μεταφράζουν την τύχη τους σε προσωπική ικανότητα για να διαφημίσουν τον εαυτό τους. Και κάτι ακόμα: Ό,τι πετυχαίνουμε στην τύχη χωρίς να υπάρχουν προϋποθέσεις που να το δικαιώσουν, δεν ικανοποιεί βαθύτερα την συνείδηση μας. Κι ας δείχνουμε το αντίθετο.

Στη ζωή, η τύχη, που μας βρίσκει, μοιάζει με τον άνεμο που ξαφνικά φυσάει όταν εμείς στεκόμαστε ανύποπτοι. Μα η τύχη που εμείς βρίσκουμε (με την προετοιμασία μας, με την εργατικότητά και την δημιουργικότητα μας) μοιάζει με τον άνεμο που με την κίνησή μας δημιουργούμε, κι ας έχει άπνοια. Ο τεμπέλης, πάντα θεωρεί τον εαυτό του άτυχο. Μα κι ένα άλλο αξιοπρόσεχτο: Το να διορθώνεις με τη λογική τις δυσμένειες της τύχης είναι ο κανόνας αλλά το να διορθώνει η τύχη τις αβλεψίες της λογικής είναι η εξαίρεση. Γι’ αυτό με λίγη τύχη, ο άνθρωπος δημιουργεί μόνος του την τύχη του… Οι περισσότεροι νομίζουμε πως είμαστε άτυχοι. Μα αν σκαλίσουμε την μνήμη θα βρούμε πως σε κάποια τύχη χρωστάμε και την ζωή μας ακόμα. Μια τύχη μέσα στη δυστυχία μεγεθύνεται. Μια ατυχία μέσα στην ευτυχία συστέλλεται. Και ότι τελικά περισώζουμε από τις ατυχίες μας, τ’ ονομάζουμε τύχη.
Σε μια βαθύτερη ανάλυση της επίδρασης της τύχης στα ανθρώπινα, βλέπουμε πως αληθινός κύριος της τύχης είναι όχι αυτός που την συγκρατεί με κάθε θυσία, αλλά εκείνος που έχει την δύναμη να την αφήσει να φύγει.

Όταν μιλάμε για τύχη, το μυαλό μας δεν πρέπει να πηγαίνει κυρίως στις δυσμένειες της αλλά και στις εύνοιες της. O Montaigne στα «Δοκίμια» του αναφέρει -ανάμεσα στ’ άλλα- ένα χαρακτηριστικό γεγονός εύνοιας της τύχης. Ο ζωγράφος Πρωτογενής είχε αποτελειώσει τον πίνακα ενός σκύλου κατακουρασμένου και καταπονημένου, και ήταν πολύ ικανοποιημένος απ’ τις λεπτομέρειες της εργασίας του, έκτος από μία, την οποία θεωρούσε ιδιαίτερα σημαντική: δεν κατάφερνε να παραστήσει όπως ήθελε τον αφρό και το σάλιο στο στόμα του σκύλου. Βαρύθυμος και νευριασμένος εναντίον του έργου του, πήρε το σφουγγάρι του κι όπως ήταν ποτισμένο με διάφορες μπογιές το πέταξε πάνω στον πίνακα για να τον σβήσει τελείως. Μα η τύχη οδήγησε απόλυτα επιτυχημένα το σφουγγάρι να πέσει ακριβώς στο σημείο του στόματος του σκύλου, και να αποτελειώσει εκείνο που η τέχνη δεν είχε μπορέσει να πετύχει.

Για τη σχέση τύχης και ανθρώπου μεγάλο ρόλο παίζει ο χαρακτήρας, το ήθος, η ποιότητα της ψυχής και της συμπεριφοράς του ανθρώπου. «Το ήθος είναι στον άνθρωπο η τύχη του, το ριζικό του» θα μας πει ο Ηράκλειτος. Ο Μένανδρος συνδέει την καλή και σωστή φρόνηση με την καλή τύχη. Αλλά το ήθος που καθορίζει την τύχη είναι αποτέλεσμα αγωγής και παιδείας. Γι’ αυτό οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν στη μοίρα κατά διαφορετικό τρόπο απ’ τους Ανατολίτες που υποτάσσονταν στο «κισμέτ». Το έμβλημα τους ήταν «ΣΥΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΧΕΙΡΑ ΚΙΝΕΙ». Οι ατυχίες τους, κινητοποιούσαν τις προσπάθειες τους.

«ΕΝ ΤΟΙΣ ΠΟΝΟΙΣΙΝ ΑΥΞΕΤΑΙ Ο ΕΛΛΗΝ» λέει ο Ευριπίδης (Ικετ. 323). Η δράση και ο αγώνας είναι σύμφυτος με τον χαρακτήρα του Έλληνα. «ΠΑΤΡΙΟΝ ΗΜΙΝ ΕΚ ΤΩΝ ΠΟΝΩΝ <ΤΗΣ ΑΤΥΧΙΑΣ> ΤΑΣ ΑΡΕΤΑΣ ΚΤΑΣΘΑΙ» θα μας πει ο Θουκυδίδης.

Το καλύτερο φάρμακο για την ατυχία είναι να την υπομένεις, να προσαρμόζεσαι στο καθεστώς της και αν είναι δυνατό να συνεργάζεσαι μαζί της, ελπίζοντας πάντοτε στο «κύλισμα του τροχού» της, με τη συμβολή σου. «Έργο του γενναίου καραβοκύρη είναι να προσαρμόζεται στις μεταβολές των ανέμων και του σοφού ανθρώπου, στις αλλαγές της τύχης» λέει ο Αριστώνυμος (Ανθ. Στοβ. Γ., 40). Η ζωή ολόκληρη απαιτεί προσαρμογή σε κάθε εναντιότητα και κάτι περισσότερο: συνεχή αναπροσαρμογή. Γιατί τίποτε δεν είναι και δε μένει στατικό. Η τύχη μεταβάλλεται, κι αυτός που καυχιέται για την ευτυχία του ή εξουθενώνεται απ’ την ατυχία του, δεν ελέγχει το μέτρο των συναισθημάτων και των σκέψεων του. Εξάλλου ο Βίας είπε: «Άτυχος είναι αυτός που δεν μπορεί να υποφέρει την ατυχία. Αυτός που την υπομένει είναι τυχερός».

Είναι άλλωστε από όλους γνωστό, πως άλλο ατυχία κι άλλο δυστυχία, άλλο τύχη κι άλλο ευτυχία. Και ακόμα, βλέπουμε στη ζωή, άλλους με την ατυχία τους να προχωρούν (γιατί επιστρατεύουν ένα πλήθος από δυνάμεις εσωτερικές και ενεργοποιούν ένα σωρό δυνατότητες του χαρακτήρα τους), και βλέπουμε άλλους με την τύχη τους να μένουν πίσω (γιατί επαναπαύτηκαν στην παροδική ευτυχία τους και αδράνησαν).Ωστόσο, το πιο δραστικό φάρμακο για την ατυχία παραμένει η παιδεία που μας κάνει να φιλοσοφούμε τις αντιξοότητες στη ζωή και να μην απογοητευόμαστε. Και παραμένει πάντα σοφός και ζωντανός ο λόγος του Λουκιανού: «ΚΑΙ ΤΥΧΗΣ ΔΕΙΣΘΑΙ ΛΑΜΠΡΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΟΥ ΜΙΚΡΑΣ».

Επόμενος πιθανός προορισμός των ανθρώπων ο Εγκέλαδος του Κρόνου

Ο επόμενος προορισμό του ανθρώπου αναμένεται να είναι ο Εγκέλαδος, το έκτο σε έκταση φεγγάρι του Κρόνου, που παρουσιάζει πολλές ιδιαιτερότητες... τύπου Γης.

Οι τελευταίες έρευνες των επιστημόνων καταδεικνύουν ολοένα και περισσότερα κοινά στοιχεία του Εγκέλαδου με τη Γη. Όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι ερευνητές της NASA, το έκτο σε έκταση φεγγάρι του Κρόνου είναι ένα από τα ελάχιστα ουράνια αντικείμενα στο Ηλιακό μας σύστημα που ενδέχεται να έχουν τη δυνατότητα, βάσει συνθηκών, να φιλοξενήσουν ζωή.

Όλα τα μοντέλα που έχουν εφαρμόσει, όπως αποκαλύπτεται στη μελέτη που δημοσίευσαν οι επιστήμονες, καταλήγουν σε ένα ποσοστό εξαιρετικών πιθανοτήτων για την ύπαρξη ζωής στον δορυφόρο του Κρόνου.

Ποια είναι τα νέα δεδομένα που διαπιστώθηκαν; Στον Εγκέλαδο καταγράφηκαν ρεύματα αέρα παρόμοια με εκείνα που επικρατούν στη Γη και ιδιαίτερα στην Ανταρκτική. Το γεγονός ότι τόσο η περιοχή της Ανταρκτικής, όσο και ο Εγκέλαδος, καλύπτονται από φαρδύ στρώμα πάγου. Αυτό είναι το ένα και ιδιαίτερα σοβαρό στοιχείο.

Υπάρχει και δεύτερο και τρίτο. Πιο συγκεκριμένα, ο παγωμένος δορυφόρος διαθέτει νερό σε υγρή μορφή, κάτω από το στρώμα πάγου. Το τρίτο στοιχείο ενισχύει τη σοβαρότητα της διαπίστωσης των επιστημόνων. Το νερό των υπόγειων ωκεανών φέρεται να είναι αλμυρό! Όπως οι θάλασσες στη Γη.

Δυο νέα πειράματα έγιναν αποδεκτά στο CERN για μεταφορά αντιύλης

Το Εργοστάσιο Αντιύλης του CERN είναι το μόνο μέρος του κόσμου όπου παράγονται αντιπρωτόνια – το αντίστοιχο του πρωτονίου στην περιοχή της αντιύλης. Όμως, στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον θα είναι επίσης και το πρώτο μέρος που θα στέλνει παγιδευμένα αντιπρωτόνια σε άλλη τοποθεσία. Στις 17 Μαρτίου 2021, η Επιτροπή Έρευνας του CERN αποδέχθηκε την ανάπτυξη δυο νέων πειραμάτων για μεταφορά αντιπρωτονίων από το Εργοστάσιο Αντιύλης σε άλλες εγκαταστάσεις, για μελέτες σε αντιύλη και στην πυρηνική φυσική. Τα BASE-STEP και PUMA, όπως αποκαλούνται τα πειράματα, είναι αρκετά συμπαγή για να μεταφέρονται σε ένα μικρό φορτηγάκι ή βαν.

Το BASE-STEP βασίζεται στο πείραμα BASE– μια διάταξη παγίδων για να αποθηκεύει και μελετά λεπτομερώς αντιπρωτόνια που παράγονται στο Εργοστάσιο Αντιύλης. Χρησιμοποιώντας αυτή τη διάταξη, η ομάδα του BASE μετρά τις ιδιότητες των αντιπρωτονίων και τις συγκρίνει με αυτές του πρωτονίου για να δει αν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των δυο τους – εάν βρεθούν, τέτοιες διαφορές θα μπορούσαν να ρίξουν φως στην ανισορροπία μεταξύ ύλης και αντιύλης στο σύμπαν. Στο BASE έχουν πραγματοποιηθεί ακόμη πιο ακριβείς μετρήσεις αντιπρωτονίων, όμως η ακρίβεια αυτών των μετρήσεων είναι περιορισμένη από τις διαταραχές στα μαγνητικά πεδία της διάταξης που προκαλούνται από το μαγνητικό περιβάλλον του Εργοστασίου Αντιύλης.

Το BASE-STEP είναι μια παραλλαγή της διάταξης του BASE που σχεδιάστηκε για να μεταφέρεται σε εγκαταστάσεις στο CERN ή όπου αλλού, όπου υπάρχει πιο ήρεμο μαγνητικό περιβάλλον και έτσι επιτρέπει να γίνουν μετρήσεις υψηλής ακρίβειας. Η συσκευή θα διαθέτει μια πρώτη παγίδα για να δέχεται και να απελευθερώνει τα αντιπρωτόνια που παράγονται στο Εργοστάσιο Αντιύλης και μια δεύτερη παγίδα για να αποθηκεύει τα αντιπρωτόνια.

Το PUMA, το δεύτερο πείραμα, βασίζεται σε ένα διαφορετικό φορητό σύστημα παγίδευσης αντιπρωτονίων και έχει διαφορετικό επιστημονικό στόχο. Θα μεταφέρει αντιπρωτόνια από το Εργοστάσιο Αντιύλης στις εγκαταστάσεις πυρηνικής φυσικής ISOLDE του CERN, για τη διερεύνηση εξωτικών φαινομένων πυρηνικής φυσικής. Θα συνίσταται από μια πρώτη ζώνη παγίδευσης για να σταματήσουν αντιπρωτόνια και μια δεύτερη ζώνη παγίδευσης για να φιλοξενήσει συγκρούσεις μεταξύ αντιπρωτονίων και ραδιενεργών ατομικών πυρήνων που συστηματικά παράγονται στις εγκαταστάσεις ISOLDE, αλλά διασπώνται πολύ γρήγορα για να μεταφερθούν οπουδήποτε οι ίδιοι.

Η ανάλυση των αποτελεσμάτων αυτών των συγκρούσεων, που θα ανιχνευτούν από σωματιδιακούς ανιχνευτές που περιβάλλουν την ζώνη συγκρούσεων, θα βοηθήσουν τους ερευνητές να προσδιορίσουν τις σχετικές πυκνότητες των πρωτονίων και των νετρονίων στην επιφάνεια των πυρήνων. Οι πυκνότητες αυτές θα μπορούσαν να αποκαλύψουν εάν οι πυρήνες έχουν εξωτικές ιδιότητες όπως λεπτό «δέρμα» νετρονίων ή εκτεταμένη άλω πρωτονίων ή νετρονίων γύρω από το κέντρο τους. Μια τέτοια γνώση θα μπορούσε να ρίξει φως στο εσωτερικό των άστρων νετρονίων.

Τα δυο πειράματα, PUMA και BASE-STEP, αναμένεται να είναι λειτουργικά το 2023.

Η ηθική θεωρία των Στωικών

Όπως κάθε αρχαίος φιλόσοφος, και ο Στωικός θέτει στον εαυτό του το ερώτημα ποιο είναι το υπέρτατο αγαθό. Η απάντηση, όπως αρμόζει σε έναν αληθινό σοφό, είναι, βέβαια, η ευδαιμονία. Αλλά τι είναι η ευδαιμονία για τον Στωικό; Είναι η «ομοίωσις θεώ», όπως στον Πλάτωνα; Είναι ο θεωρητικός βίος του ανθρώπου που προσφέρει στον εαυτό του ποικίλα σωματικά και εξωτερικά αγαθά, όπως δίδασκε ο Αριστοτέλης; Είναι η απόλαυση, η ηδονή, όπως στους Κυρηναϊκούς ή τους Επικούρειους; Όχι! Το ύψιστο αγαθό για τον Στωικό είναι «η ζωή σύμφωνα με τη φύση… που είναι το ίδιο πράγμα με την ενάρετη ζωή, γιατί η αρετή είναι ο σκοπός προς τον οποίο η φύση μας οδηγεί» (Διογένης Λαέρτιος, VII 87).

Η «φύση» για τους Στωικούς, ανάγκη να το θυμηθούμε, κυβερνάται από την αναγκαιότητα ή τη μοίρα. Αν αυτό αληθεύει και κάθε πράξη και κάθε γεγονός της ανθρώπινης ζωής προσδιορίζεται από την ανάγκη ή τη μοίρα, πως είναι δυνατόν να ζήσει κανείς αντίθετα προς ό,τι υπαγορεύει η φύση ή, για την περίπτωση, πως είναι δυνατό να εκτιμηθούν οι πράξεις του ανθρώπου με κριτήρια ηθικής; (Διογένης Λαέρτιος, VII 23)

Οι Στωικοί βρίσκουν επίσης τον δρόμο για την αξιολογική προσέγγιση των κοινωνικών φαινομένων. Ό,τι είναι ο νόμος της ανάγκης στη φύση, γίνεται κανόνας υποχρέωσης στην κοινωνία, δηλαδή ό,τι ορίζει ο λόγος. Κάθε φυσικό ον αγωνίζεται για την ηδονή, αλλά κυρίως για την ασφάλεια, και καθοδηγείται κατά κύριο λόγο από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Τα λογικά όντα καθοδηγούνται από το λογικό τους, που πρώτα απ’ όλα ενδιαφέρεται για το αγαθό. Η αρετή του λόγου είναι η γνώση του καλού και του κακού, και το μειονέκτημά του είναι η άγνοια. Κατά συνέπεια, η ενάρετη ζωή είναι εκείνη που ακολουθεί το λογικό.[1]

Το αγαθό κατά τους Στωικούς, αποτελείται από τέσσερις βασικές αρετές: τη σύνεση, τη μετριοφροσύνη και ολιγάρκεια, τη δικαιοσύνη και το θάρρος, ενώ το κακό αποτελείται από τα ενάντια: την έλλειψη σύνεσης, την έλλειψη μέτρου, την αδικία τη δειλία. Καθετί άλλο –η ζωή και ο θάνατος, η καλή και η κακή φήμη, η σκληρή εργασία και η απόλαυση, ο πλούτος και η φτώχεια, η αβεβαιότητα ή η καλή υγεία –δεν είναι στη δυνατότητα του ανθρώπου[2] να τα επιλέγει και, κατά συνέπεια, δεν έχουν σχέση με την ηθική, όλα αυτά είναι ηθικά αδιάφορα. Η αρετή και η κακία μόνο είναι μέσα στη σφαίρα της ηθικότητας, καθότι εξαρτώνται και επιλέγονται από τον άνθρωπο με την ελεύθερη βούλησή του.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη παραδοξολογία της στωικής ηθικής διδασκαλίας. Πώς να επιλέγει κανείς ελεύθερα ενώπιον μιας τόσο αυστηρής αναγκαιότητας που βασιλεύει στον κόσμο της στωικής φιλοσοφίας; Ο άνθρωπος δεν μπορεί να μεταβάλει ούτε τα πράγματα ούτε την πορεία των γεγονότων ούτε τις ίδιες τις ιδέες που έχει αυτός για τον εξωτερικό κόσμο· το μόνο που μπορεί να μεταβάλει, είναι η στάση του απέναντι σε όλα αυτά. Κατά συνέπεια, η ελευθερία στον Στωικισμό δεν εκτείνεται στην πρακτική δραστηριότητα του ανθρώπου, αλλά περιορίζεται αποκλειστικά στη θεωρητική και συγκινησιακή στάση του απέναντι στον κόσμο και στον εαυτό του.

Οι Στωικοί, αρχίζοντας από τον Ζήνωνα, διέκριναν τέσσερις ομάδες από αρνητικές συγκινήσεις, τη λύπη, τον φόβο, την επιθυμία και την απόλαυση, και τρεις ομάδες θετικών συγκινήσεων, την ευθυμία ή λογική διέγερση σε αντιδιαστολή προς την απόλαυση, τη διάκριση σε αντιδιαστολή προς τον φόβο και τη βούληση σε αντιδιαστολή προς την επιθυμία. Καθεμιά από τις παραπάνω ομάδες υποδιαιρείται σε αρκετά είδη (βλέπε Διογένη Λαέρτιο, VII 110-116). Η σοφία συνίσταται στην ελευθερία του ανθρώπου από συγκινησιακές καταστάσεις, που είναι ο τελικός σκοπός ης ζωής και εγκλείει την ευδαιμονία που μπορεί να την αποκτήσει μόνο ο σοφός.

Το πρώιμο στωικό ιδανικό του σοφού ανθρώπου αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ αυστηρό για να το ακολουθήσει ένας κοινός άνθρωπος, καθότι δεν έκανε καμία παραχώρηση για την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης. Σύμφωνα με τον Κλεάνθη (SVF, I), δεν υπάρχει μέσος όρος ανάμεσα στην αρετή και την κακία. Αντίθετα προς τη φυσική κλίση όλων των ανθρώπων προς το αγαθό, οι ενάρετοι είναι προορισμένοι να μένουν ενάρετοι και οι κακοί είναι προορισμένοι να παραμένουν κακοί. Αυτή η διδασκαλία στην πραγματικότητα απέρριπτε τη δυνατότητα οποιασδήποτε βαθμιαίας προόδου προς τελείωση και χώριζε όλους τους ανθρώπους σε δύο τάξεις: τους λίγους σοφούς και το μεγάλο πλήθος ων ανοήτων. Αυτή η διδασκαλία είχε στόχο αντίθετο προς τους Περιπατητικούς που πίστευαν ότι υπάρχει δυνατότητα για βαθμιαία τελείωση ή βαθμιαία έκπτωση του ανθρώπου.

Καθώς περνούσε ο καιρός, οι Στωικοί αισθάνθηκαν την ανάγκη να τροποποιήσουν την αυστηρότητα της αρχική στάσης τους, γιατί ο ιδανικός σοφός δεν μπορούσε να αποτελεί στόχο εφικτό για τους κοινούς θνητούς. Η αυστηρή προσήλωση προς τις αρχικές ηθικές απειλούσε να υπονομεύσει την ευρύτητα επιρροής του Στωικισμού, καθώς επίσης και του Κυνισμού.

Όταν αντιλήφθηκαν αυτό τον κίνδυνο, οι Στωικοί έκαναν σημαντικές αλλαγές στη διδασκαλία τους. Πρώτα απ’ όλα αναθεώρησαν την αντίληψή τους για τα ηθικά αδιάφορα πράγματα, χωρίζοντάς τα σε δυο κατηγορίες: σε εκείνα που είναι σύμφωνα με τη φύση και σε εκείνα που αντιστρατεύονται τις απαιτήσεις της, δηλαδή σε πράγματα που μπορεί ο άνθρωπος να τα επιλέγει και σε άλλα που δεν μπορεί να τα προτιμά. Λόγου χάρη, ενώ ο πλούτος και η φτώχεια, η υγεία και η ασθένεια είναι ηθικά αδιάφορες καταστάσεις, είναι καλύτερο να είναι κανείς πλούσιος και υγιής παρά φτωχός και ασθενής. Αποτέλεσμα αυτής της διάκρισης ήταν ότι οι Στωικοί δεν καταδίκαζαν πια το ενδιαφέρον του ανθρώπου για τις προτιμώμενες επιλογές, με την προϋπόθεση ότι οι πράξεις ων ανθρώπων κατευθύνονται από ηθικά κίνητρα.

Αυτό εξηγεί γιατί οι μεταγενέστεροι Στωικοί επέμεναν να αξιολογούν τα κίνητρα του ανθρώπου και άρχισαν να διακρίνουν όχι μόνο ανάμεσα στους καλούς και τους κακούς, αλλά επίσης ανάμεσα στις «ίδιες», τις ελεύθερα επιλεγόμενες πράξεις και τις ηθικά υποχρεωτικές πράξεις (καθήκοντα). Οι υποχρεώσεις του ανθρώπου προκύπτουν από τον νόμο, ενώ οι ίδιες πράξεις (πράξεις ελευθερίας) είναι ενάρετες, μόνο αν απορρέουν από ηθικούς διαλογισμούς. Κατά συνέπεια, κατά τη γνώμη των Στωικών, οι πράξεις του αληθινά σοφού είναι πάντα ηθικές, ενώ οι πράξεις του απερίσκεπτου είναι απλά οι «πρέπουσες».

Τελικά, αντίθετα προς η διδασκαλία τους ότι υπάρχει ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην αρετή και την κακία, ανάμεσα στον σοφό και τον αδαή, οι Στωικοί εισήγαγαν την έννοια της τελείωσης ή της προόδου και παραδέχθηκαν ποικίλους βαθμούς αρετής, που μπορούν όμως να πραγματοποιηθούν από λίγους.

Η αδυναμία του λόγου να μεταβάλλει τη μοίρα του ανθρώπου οδήγησε τους Στωικούς να ταυτίσουν τον λόγο με το αντίθετό του, την ανεξιχνίαστη μοίρα. Και όλα αυτά δεν ήταν παρά η έκφραση της αποτυχίας του ανθρώπου και της απελπισίας του. Αντίθετα με τις απόψεις που είναι κοινά αποδεκτές, οι Στωικοί δεν υποδείκνυαν την απάθεια μπροστά στις τυφλές δυνάμεις, αλλά υπογράμμιζαν την ανάγκη για τον άνθρωπο να εκπληρώσει το καθήκον του κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, αποδεχόμενος με αξιοπρέπεια οτιδήποτε η τύχη είχε στο οπλοστάσιό της. Μπροστά σε οτιδήποτε έχει γράψει η μοίρα γι’ αυτόν, ο άνθρωπος οφείλει να στέκει ακλόνητος (στωική καρτερικότητα).

Σε αντιδιαστολή προς τους Επικούρειους που θεωρούσαν το σύμπαν ως ένα παιχνίδι ατόμων χωρίς αισθήσεις και τον άνθρωπο ως ελεύθερο δημιουργό που δεν περιορίζεται από καμιά υποχρέωση και ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, οι Στωικοί αντιλαμβάνονταν τον κόσμο σαν ένα οργανικό σύνολο με τον δικό του εσωτερικό λόγο και είχαν την τάση, να βλέπουν την κοινωνία ως ένα παράγωγο της φύσης. Στα μάτια των Στωικών οι κοινωνικοί θεσμοί ήταν, κατά συνέπεια, ένα μέρος του σχεδίου του σύμπαντος, όπως έχει διαμορφωθεί από τον λόγο· και ο άνθρωπος ήταν γι’ αυτούς αχώριστα δεμένος με την κοινωνία και με το κράτος, σύμφωνα με τον παγκόσμιο νόμο. Και αντίθετα προς τον Επίκουρο που υποστήριζε ότι ο σοφός δεν πρέπει να παίρνει μέρος στην πολιτική, παρά μόνο αν είναι αναγκασμένος να το κάνει, ο Χρύσιππος δίδασκε ότι ο σοφός άνθρωπος πρέπει να παίρνει μέρος στην πολιτική, αν κάτι δεν τον εμποδίζει, εφόσον έτσι θα περιορίζει το κακό και θα προωθεί την αρετή (Διογένης Λαέρτιος, VII 121, 123). Δε θα πρέπει, λοιπόν, ο σοφός να ζει στη μοναξιά απομονωμένος, γιατί αυτός είναι από τη φύση του φτιαγμένος για την κοινωνία και τη δράση (Διογένης Λαέρτιος, VII 123).
----------------------
[1] [Εδώ θυμίζει τον Σωκράτη: «Ουδέν άλλω πείθομαι ή του λόγου, ος αν μοι λογιζομένω βέλτιστος φαίνηται»].
[2] [Ο Επίκτητος (Εγχειρίδιον, κεφ. Α΄) αρχίζει με αυτήν ακριβώς τη διάκριση: Των όντων τα μεν εστί εφ’ υμίν, τα δε ουκ εφ’ υμίν …]

ΛΟΓΓΟΣ: Τὰ κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην (1.31.1-1.32.4)

[1.31.1] Ἐκσῴζεται μὲν δὴ τὸν τρόπον τοῦτον ὁ Δάφνις, δύο κινδύνους παρ᾽ ἐλπίδα πᾶσαν διαφυγών, λῃστηρίου καὶ ναυαγίου· ἐξελθὼν δὲ καὶ τὴν Χλόην ἐπὶ τῆς γῆς γελῶσαν ἅμα καὶ δακρύουσαν εὑρὼν ἐμπίπτει τε αὐτῆς τοῖς κόλποις καὶ ἐπυνθάνετο τί βουλομένη συρίσειεν· [1.31.2] ἡ δὲ αὐτῷ διηγεῖται πάντα· τὸν δρόμον τὸν ἐπὶ τὸν Δόρκωνα, τὸ παίδευμα τὸ τῶν βοῶν, πῶς κελευσθείη συρίσαι, καὶ ὅτι τέθνηκε Δόρκων· μόνον αἰδεσθεῖσα τὸ φίλημα οὐκ εἶπεν. Ἔδοξε δὴ τιμῆσαι τὸν εὐεργέτην, καὶ ἐλθόντες μετὰ τῶν προσηκόντων Δόρκωνα θάπτουσι τὸν ἄθλιον. [1.31.3] Γῆν μὲν οὖν πολλὴν ἐπέθεσαν, φυτὰ δὲ ἥμερα πολλὰ ἐφύτευσαν καὶ ἐξήρτησαν αὐτῷ τῶν ἔργων ἀπαρχάς· ἀλλὰ καὶ γάλα κατέσπεισαν καὶ βότρυς κατέθλιψαν καὶ σύριγγας πολλὰς κατέκλασαν. [1.31.4] Ἠκούσθη καὶ τῶν βοῶν ἐλεεινὰ μυκήματα καὶ δρόμοι τινὲς ὤφθησαν ἅμα τοῖς μυκήμασιν ἄτακτοι· καὶ ὡς ἐν ποιμέσιν εἰκάζετο καὶ αἰπόλοις, ταῦτα θρῆνος ἦν τῶν βοῶν ἐπὶ βουκόλῳ τετελευτηκότι.
[1.32.1] Μετὰ δὲ τὸν Δόρκωνος τάφον λούει τὸν Δάφνιν ἡ Χλόη πρὸς τὰς Νύμφας ἀγαγοῦσα, εἰς τὸ ἄντρον εἰσαγαγοῦσα. Καὶ αὐτὴ τότε πρῶτον Δάφνιδος ὁρῶντος ἐλούσατο τὸ σῶμα λευκὸν καὶ καθαρὸν ὑπὸ κάλλους καὶ οὐδὲν λουτρῶν ἐς κάλλος δεόμενον· [1.32.2] καὶ ἄνθη τε συλλέξαντες, ὅσα ἄνθη τῆς ὥρας ἐκείνης, ἐστεφάνωσαν τὰ ἀγάλματα καὶ τὴν τοῦ Δόρκωνος σύριγγα τῆς πέτρας ἐξήρτησαν ἀνάθημα. Καὶ μετὰ τοῦτο ἐλθόντες ἐπεσκόπουν τὰς αἶγας καὶ τὰ πρόβατα. [1.32.3] Τὰ δὲ πάντα κατέκειτο μήτε νεμόμενα μήτε βληχώμενα, ἀλλ᾽, οἶμαι, τὸν Δάφνιν καὶ τὴν Χλόην ἀφανεῖς ὄντας ποθοῦντα. Ἐπεὶ γοῦν ὀφθέντες καὶ ἐβόησαν τὸ σύνηθες καὶ ἐσύρισαν, τὰ μὲν ‹πρόβατα› ἀναστάντα ἐνέμετο, αἱ δὲ αἶγες ἐσκίρτων φριμασσόμεναι, καθάπερ ἡδόμεναι σωτηρίᾳ συνήθους αἰπόλου. [1.32.4] Οὐ μὴν ὁ Δάφνις χαίρειν ἔπειθε τὴν ψυχήν, ἰδὼν τὴν Χλόην γυμνὴν καὶ τὸ πρότερον λανθάνον κάλλος ἐκκεκαλυμμένον. Ἤλγει τὴν καρδίαν ὡς ἐσθιομένην ὑπὸ φαρμάκων, καὶ αὐτῷ τὸ πνεῦμα ποτὲ μὲν λάβρον ἐξέπνει, καθάπερ τινὸς διώκοντος αὐτόν, ποτὲ δὲ ἐπέλειπε, καθάπερ ἐκδαπανηθὲν ἐν ταῖς προτέραις ἐπιδρομαῖς. Ἐδόκει τὸ λουτρὸν εἶναι τῆς θαλάσσης φοβερώτερον· ἐνόμιζε τὴν ψυχὴν ἔτι παρὰ τοῖς λῃσταῖς μένειν, οἷα νέος καὶ ἄγροικος καὶ ἔτι ἀγνοῶν τὸ ἔρωτος λῃστήριον.

***
[1.31.1] Μ᾽ αυτό τον τρόπο σώθηκεν ο Δάφνης, γλιτώνοντας ανέλπιστα ολωσδιόλου από δυο κινδύνους — τους ληστές και το ναυάγιο. Σα βγήκε στη στεριά, βρήκε τη Χλόη να κλαίει και να γελάει συνάμα, κι έπεσε στην αγκαλιά της. Τη ρώτησε για ποιόν λόγο είχε φυσήξει στη φλογέρα, [1.31.2] και τότε εκείνη του τα διηγήθηκε όλα: πώς έτρεξε στον Δόρκωνα, πώς τούτος είχε δασκαλέψει τις αγελάδες, πώς της παράγγειλε να μεταχειριστεί τη φλογέρα και πώς πέθανε· μόνο για το φιλί που του ᾽δωσε ντράπηκε να πει. Αποφάσισαν λοιπόν να τιμήσουν το σωτήρα τους, και μαζί με τους δικούς του έθαψαν το δόλιο τον Δόρκωνα. [1.31.3] Έριξαν πάνω του μπόλικο χώμα, όπου φύτεψαν πολλά ήμερα φυτά και κρέμασαν τους πρώτους καρπούς· εκτός απ᾽ αυτά του ᾽καναν και σπονδές με γάλα, πάτησαν σταφύλια κι έσπασαν πολλές φλογέρες. [1.31.4] Ακούστηκαν κι αγελάδες να μουκανίζουν λυπητερά, και ταυτόχρονα φάνηκαν μερικές απ᾽ αυτές να τρέχουν δω κι εκεί ανάστατες: αυτός, κατά τη γνώμη των γιδάδων και των προβατάδων, ήταν ο τρόπος που οι αγελάδες θρηνούσαν το χαμό του βοσκού τους.
[1.32.1] Μετά την ταφή του Δόρκωνος η Χλόη οδήγησε τον Δάφνη στις Νύμφες, τον πήγε μέσα στη σπηλιά και τον έπλυνε. Και τότε για πρώτη φορά έλουσε κι η ίδια μπροστά του το κάτασπρο κορμί της, που άστραφτεν απ᾽ ομορφιά και δεν είχε ανάγκη από λουτρό για να φαντάζει ωραίο. [1.32.2] Κατόπι μάζεψαν όσα λουλούδια άνθιζαν την εποχή εκείνη, στεφάνωσαν τ᾽ αγάλματα και κρέμασαν τη φλογέρα του Δόρκωνος, αφιέρωμα στο βράχο. Ύστερα πήγαν να επιθεωρήσουν τα γιδοπρόβατα, [1.32.3] και τα βρήκαν όλα πλαγιασμένα καταγής δίχως να βόσκουν μήτε να βελάζουν· νοσταλγούσαν, θαρρώ, τον Δάφνη και τη Χλόη που είχαν εξαφανιστεί. Ευθύς ως φάνηκαν τα παιδιά κι ακούστηκαν οι συνηθισμένες τους φωνές κι οι φλογέρες, τα πρόβατα σηκώθηκαν κι άρχισαν να βόσκουν, κι οι γίδες να πηδάνε ζωηρά σα να γιόρταζαν τη σωτηρία του γνώριμου βοσκού τους. [1.32.4] Ο Δάφνης ωστόσο, από την ώρα που είδε τη Χλόη γυμνή κι ανακάλυψε την κρυμμένη ως τότε ομορφιά της, δεν κατόρθωνε να νιώσει χαρά. Πονούσε η καρδιά του σα να την έτρωγαν φαρμάκια· ακόμα κι η ανάσα του πότε έβγαινε λαχανιασμένη σα να τον κυνηγούσαν, πότε σταμάταγε σα να ᾽χε ξοδευτεί από τις πρωτινές περιπέτειες. Τούτο το λουτρό, σκέφτηκε, ήταν φοβερότερη δοκιμασία κι από τη θάλασσα. Του φαινόταν σα να ᾽ταν ακόμα αιχμάλωτος των ληστών — γιατί νέος κι άβγαλτος καθώς ήταν δεν ήξερε ακόμα τί λογής ληστής είναι ο Έρωτας.

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ - Σαμία (206-248)

[ΔΗ.] [ . . .]. δρόμου καλο[ῦ
χειμὼν ἀπ[ροσδ]όκητος ἐξαίφνης [μέγας
ἐλθών. ἐκεῖνος τοὺς ἐν εὐδίᾳ ποτὲ
θέοντας ἐξήραξε κἀνεχαίτισε·
210 τοιοῦτο γὰρ καὶ τοὐμόν ἐστι νῦν· ἐγὼ
ὁ τοὺς γάμους ποῶν, ὁ θύων τοῖς θεοῖς,
ᾧ πάντα κατὰ νοῦν ἀρτίως ἐγίγν[ετο,
οὐδ᾽ εἰ βλέπω, μὰ τὴν Ἀθηνᾶν, οἶδ᾽ [ἐγὼ
καλῶς ἔτ᾽· οὔκ, [ἀ]λλ᾽ ἐπὶ τ‹ὸ› πρόσθεν π̣[εριπατῶ
215 ὀδύν]ην τιν᾽ ἀνυπέρβλητον ἐξ[αίφνης ἔχων.
ἦ ᾽στ[ὶ] πιθανόν; σκέψασθε πότερα [νῦν φρονῶ
ἢ μαίνομ᾽· οὐδὲν εἰς ἀκρίβειαν [
λαβὼν ἐπάγομαι μέγ᾽ ἀτύχημα [
ὡς γὰρ τάχιστ᾽ εἰσῆλθον, ὑπερεσπουδακὼς
220 τὰ τοῦ γάμου πράττειν, φράσας τὸ πρᾶγμ᾽ ἁπλῶς
τοῖς ἔνδον ἐκέλευσ᾽ εὐτρεπίζειν πάνθ᾽ ἃ δεῖ,
καθαρὰ ποεῖν, πέττειν, ἐνάρχεσθαι κανοῦν.
ἐγίνετ᾽ ἀμέλει πάνθ᾽ ἑτοίμως, τὸ δὲ τάχος
τῶν πραττομένων ταραχήν τιν᾽ αὐτοῖς ἐνεπόει,
225 ὅπερ εἰκός. ἐπὶ κλίνης μὲν ἔρριπτ᾽ ἐκποδὼν
τὸ παιδίον κεκραγός· αἳ δ᾽ ἐβόων ἅμα
«ἄλευρ᾽, ὕδωρ, ἔλαιον ἀπόδος ἄνθρακας.»
καὐτὸς διδοὺς τούτων τι καὶ συλλαμβάνων
εἰς τὸ ταμιεῖον ἔτυχον εἰσελθών, ὅθεν
230 πλείω προαιρῶν συσκοπούμενος [θ᾽ ἅμα
οὐκ εὐθὺς ἐξῆλθον. καθ᾽ ὃν δ᾽ ἦν χρόνον ἐγὼ
ἐνταῦθα, κατέβαιν᾽ ἀφ᾽ ὑπερῴου τις γυνὴ
ἄνωθεν εἰς τοὔμπροσθε τοῦ ταμιειδίου
οἴκημα· τυγχάνει γὰρ ἱστεών τις ὤν,
235 ὥσθ᾽ ἥ τ᾽ ἀνάβασίς ἐστι διὰ τούτου τό τε
ταμιεῖον ἡμῖν. τοῦ δὲ Μοσχίωνος ἦν
τίτθη τις αὕτη, πρεσβυτέρα, γεγονυῖ᾽ ἐμὴ
θεράπαιν᾽, ἐλευθέρα δὲ νῦν. ἰδοῦσα δὲ
τὸ παιδίον κεκραγὸς ἠμελημένον
240 ἐμέ τ᾽ οὐδὲν εἰδυῖ᾽ ἔνδον ὄντ᾽, ἐν ἀσφαλεῖ
εἶναι νομίσασα τοῦ λαλεῖν, προσέρχεται
καὶ ταῦτα δὴ τὰ κοινὰ «φίλτατον τέκνον»
εἰποῦσα καὶ «μέγ᾽ ἀγαθόν· ἡ μάμμη δέ ποῦ;»
ἐφίλησε, περιήνεγκεν. ὡς δ᾽ ἐπαύσατο
245 κλᾶον, πρὸς αὑτήν φησιν «ὦ τάλαιν᾽ ἐγώ,
πρώην τοιοῦτον ὄντα Μοσχίων᾽ ἐγώ,
αὐτὸν ἐτιθηνούμην ἀγαπῶσα, νῦν δ᾽ [ἐπεὶ
παιδίον ἐκείνου γέγονεν ἤδη καὶ τόδ[ε
(desunt in C uersus ii uel iii)

***
ΔΗΜ. … Εκεί που ταξιδεύεις ωραία, ξαφνικά θύελλα
φοβερή, που δεν περίμενες, χτυπά κι αναποδογυρίζει
το πλοίο, καθώς πήγαινε σε ήρεμα νερά.
210 Κάτι τέτοιο τώρα έπαθα κι εγώ· εγώ
που ετοίμαζα τον γάμο, που θυσίαζα στους θεούς,
που σε μένα όλα πριν από λίγο ήρθαν
όπως τα ήθελα, ούτε αν βλέπω καλά
μα την Αθηνά, δεν ξέρω πια. Όχι, αλλ᾽ εδώ
215βρίσκομαι με πόνο ξαφνικό κι αβάσταχτο.
Ποιός θα το πίστευε; Σκεφτείτε, αν είμαι τώρα
στα καλά μου ή τρελάθηκα. Χωρίς να ξέρω
τίποτε με βεβαιότητα, το συμπέρασμα είναι
μεγάλη συφορά. Μόλις λοιπόν μπήκα μέσα
220 όλος φροντίδα και βιασύνη να κάνουμε τον γάμο,
απλώς το ανακοίνωσα και τους διέταξα
να κάνουν όλα όσα χρειάζονται: να καθαρίσουν
το σπίτι, να ζυμώσουν, ν᾽ αρχίσουν τη θυσία.
Και πράγματι όλα γίνονταν με προθυμία.
Η βιασύνη όμως, όπως είναι φυσικό, προκάλεσε
αναστάτωση στο σπίτι. Το μωρό έκλαιγε
225 γοερά ριγμένο σ᾽ ένα κρεβάτι και οι γυναίκες
φώναζαν «αλεύρι», «νερό», «λάδι», «φέρε
κάρβουνα». Κι εγώ δίνοντάς τους αυτά
και βοηθώντας, μπήκα στην αποθήκη
από όπου δεν βγήκα αμέσως, γιατί τους
230 έδινα περισσότερα και εξετάζαμε τί άλλο
χρειαζόταν. Κι ενώ ήμουν εκεί, μια γυναίκα
κατέβαινε από το πάνω πάτωμα στο δωμάτιο
μπροστά στην αποθήκη —είναι εργαστήριο
που υφαίνουν— έτσι απ᾽ αυτό περνάμε
235 και για να ανεβούμε και για την αποθήκη.
Αυτή υπήρξε του Μοσχίωνος τροφός, γυναίκα
ηλικιωμένη, δούλη μου κάποτε, τώρα ελεύθερη.
Όταν είδε το παιδί να κλαίει παραμελημένο
και μη έχοντας ιδέα ότι εγώ ήμουν μέσα,
240 νόμισε ότι μπορεί να μιλήσει ελεύθερα·
Πηγαίνει κοντά του, του λέει αυτά τα γνωστά,
«αγαπημένο μου παιδί» και «θησαυρέ μου,
πού είναι η μανούλα σου;» Το φίλησε,
το πήρε στην αγκαλιά της. Κι όταν έπαψε
να κλαίει, την άκουσα να λέει,
245 «ω δυστυχία μου, κάποτε που ήταν ο Μοσχίων
μωράκι σαν αυτό, εγώ το φρόντιζα με αγάπη,
αλλά τώρα αυτό εδώ το δικό του παιδί...
(λείπουν 2 ή 3 στίχοι)

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Πώς άλλαξε η αρχαία Ελληνική γλώσσα

10.8 Τί έγινε λοιπόν;


Στα παραδείγματα που μόλις είδαμε βλέπει κανείς τη γενικότερη τάση της κοινής για την απλούστευση της μορφολογίας (των μορφών που παίρνουν οι λέξεις ανάλογα με τους διάφορους «ρόλους» που παίζουν στην γλώσσα) να εκδηλώνεται μέσα από έναν άλλο δρόμο. 

Αν στα πρώτα φαινόμενα που εξετάσαμε η απλούστευση γίνεται με την εξομάλυνση της κλίσης (με τη δημιουργία δηλαδή λίγων και μεγάλων κατηγοριών κλίσης και την εξαφάνιση των μικρών και ειδικών περιπτώσεων), στα τελευταία φαινόμενα που είδαμε η απλούστευση γίνεται με την αντικατάσταση της μορφολογίας από τη σύνταξη, με τη χρήση δηλαδή περιφράσεων (π.χ. την αντικατάσταση της δοτικής από την περίφραση πρόθεση + αιτιατική ή γενική, την αντικατάσταση του «μονολεκτικού» μέλλοντα από τον περιφραστικό μέλλω ή ἒχω + απαρέμφατο). 

Αυτή η μετακίνηση από τη μορφολογία στη σύνταξη (από τη σύνθεση στην ανάλυση, όπως λέγαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο) συμβάλλει, και αυτή, στην ευκολότερη εκμάθηση της γλώσσας, καθώς ο συντακτικός τρόπος είναι περισσότερο διάφανος από τον «πυκνό» μορφολογικό τρόπο.

Ο καθρέφτης του έρωτα

Ο έρωτας είναι ένα συναίσθημα αναγέννησης, το οποίο μπορεί να ξυπνήσει μέσα μας καθετί δυνατό, καθετί όμορφο και παραδεισένιο. Όταν δύο άνθρωποι συναντιούνται και νιώθουν αυτό το μοναδικό συναίσθημα της έλξης και της απαράμιλλης ψυχικής επικοινωνίας επιθυμούν να συνδεθούν και να πορευτούν μαζί.

Πώς ο έρωτας προωθεί την εξέλιξή μας

Τότε συμβαίνει κάτι μοναδικό στην ανθρώπινη ύπαρξη και αρχίζουν οι ψυχές και οι παλμοί της καρδιάς να χτυπούν στον ίδιο τόνο και παλμό.

Σε αυτό το άρθρο θα μελετήσουμε όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε ότι μέσα από το συναίσθημα του έρωτα μπορούμε να εξελιχθούμε ως μοναδικές ψυχοσωματικές οντότητες και να δημιουργήσουμε ένα ζωντανό σύστημα αγάπης και αρμονικής συνύπαρξης.

Δεν υπάρχουν τέλειοι σύντροφοι

Πρώτα από όλα, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι ένα από τα πιο όμορφα στοιχεία του έρωτα είναι να μπορείς να κοιτάζεις τον άνθρωπο που αγαπάς και να βλέπεις στα μάτια του όλες εκείνες τις αρετές που ονειρευόσουν να βρεις στη συντροφικότητα. Σίγουρα κανένας μας δεν είναι τέλειος και όλοι εξελισσόμαστε κατά τη διάρκεια της ζωής μας.

Δεν υπάρχουν κανόνες στον έρωτα

Καλό είναι να μην τοποθετούμε στο μυαλό μας αυστηρές προδιαγραφές και πλαίσια μέσα στα οποία χρειάζεται κάποιος να χωρέσει .Όλα αυτά τα αυστηρά πλαίσια και τα κουτάκια ουσιαστικά πνίγουν και καταρρακώνουν σταδιακά την σχέση.

Ο καθένας μας βέβαια έχει τα δικά του κριτήρια. Για παράδειγμα, κάποιος άνθρωπος μπορεί να θέλει να συνάψει μία σχέση με έναν άνθρωπο που να διαθέτει αρκετό χιούμορ ή που ασχολείται με αθλητικές δραστηριότητες.

Είναι εποικοδομητικό να διακρίνει κάποιος ποιος είναι ο άνθρωπος που του ταιριάζει και μπορεί χαρούμενα να συμπορευτεί μαζί του.

Τα κριτήρια είναι σημαντικά και μας βοηθούν στην επιλογή του κατάλληλου συντρόφου για εμάς αλλά δεν χρειάζεται να υπάρχουν αυστηρά πλαίσια και κανόνες. Ο κάθε σύντροφος αλλά και κάθε άνθρωπος είναι μοναδική ψυχοσωματική οντότητα και δεν είναι υποχρεωμένος να χωρέσει ασφυκτικά στα δικά μας όρια και να πιεστεί για να ανταποκριθεί σε τυχόν ασφυκτικές προσδοκίες.

Οι άνθρωποι αλλάζουν με δική τους επιλογή

Επιπρόσθετα, καλό είναι να τονίσουμε ότι εγωιστικά και καταπιεστικά δεν μπορούμε να αλλάξουμε κανέναν. Σε μία οικογένεια ή σχέση ο καθένας προσφέρει τον εαυτό του, την αγάπη, την καλή διάθεση του όμως εμείς έχουμε επιλέξει το σύντροφο που θεωρούμε ότι ταιριάζει σε εμάς.

Ο κάθε άνθρωπος αν το θελήσει μπορεί μόνος του να αλλάξει και να βελτιώσει στοιχεία του χαρακτήρα του αλλά είναι εποικοδομητικό να θυμόμαστε ότι δεν μπορούμε να επιβάλλουμε δια της βίας στην /στον σύντροφο να αλλάξει αναγκαστικά τον χαρακτήρα του και να παρουσιάσει στοιχεία, τα οποία εμείς επιζητούμε να βρούμε.

Η επιλογή συντρόφου είναι μία καθοριστική επιλογή για τη ζωή μας και έχουμε την προσωπική ευθύνη και ελευθερία αυτής της επιλογής.

Το σύστημα του έρωτα

Στον έρωτα υπάρχει ακόμη ένας μοναδικός καθρέφτης. Σε αυτόν τον καθρέφτη οι ψυχές αγκαλιάζονται και τα μάτια συναντιούνται με ένα μοναδικό τρόπο και παλμό. Είναι πραγματική ευλογία να βλέπεις στα μάτια του ανθρώπου που αγαπάς ό,τι καλύτερο υπάρχει στην ψυχή σου. Να σου δείχνει εμπιστοσύνη, ενσυναίσθηση, αγάπη, άνευ όρων αποδοχή και να αισθάνεσαι την ομορφιά αλλά και το σεβασμό σε κάθε βλέμμα που αγγίζει την ψυχή σου.

Στον έρωτα δύο ψυχές δημιουργούν ένα δικό τους ζωντανό σύστημα, το σύστημα της δικής τους αγάπης και αυτή η αγάπη εντάσσεται στη συνολική αγάπη του κόσμου. Κάθε άνθρωπος που είναι ερωτευμένος είναι ένας ζωντανός πομπός αγάπης και χαράς.

Είναι έτοιμος να δοθεί και να δώσει, να προσφερθεί και να προσφέρει, να κάνει υπερβάσεις, να βελτιώσει τον εαυτό του, να δει τον εαυτό του μέσα από ένα πρίσμα αλλαγής και αναγέννησης.

Ενεργητική ακρόαση

Είναι αληθινά πανέμορφο να μπορεί ο ένας σύντροφος να δει στα μάτια του άλλου ό,τι καλύτερο έχει ονειρευτεί. Να βλέπει τον πιο ένθερμο υποστηρικτή του, το σύμμαχο της ζωής του, έναν άνθρωπο στον οποίο μπορεί να ακουμπήσει, να πει κάθε ανησυχία του, κάθε πρόβλημά του και να αισθάνεται ότι πραγματικά ο σύντροφός του θα ενσκήψει με αγάπη σε ό,τι του εκφράζει χωρίς να τον επικρίνει ή χωρίς να απορρίψει το συναίσθημά του.

Πραγματικά, η ζωή γίνεται πανέμορφη όταν το κάθε ζευγάρι μπορεί να κάνει μία απλή ερώτηση ο ένας στον άλλον: Τι μπορώ να κάνω για σένα σήμερα ούτως ώστε να κάνω τη ζωή σου πιο χαρούμενη και ευτυχισμένη;

Όταν σκεφτόμαστε πώς μπορούμε να δώσουμε χαρά στον άνθρωπο που αγαπάμε τότε πραγματικά ο ένας εξελίσσεται χέρι-χέρι με τον άλλον.

Συντροφικότητα σημαίνει να εξελισσόμαστε ταυτόχρονα

Συντροφικότητα σημαίνει να εξελισσόμαστε ταυτόχρονα μαζί σαν δύο λουλούδια που ανθίζουν παράλληλα αλλά το καθένα με το δικό του ρυθμό και με το δικό του ξεχωριστό και μοναδικό τρόπο.

Ο καθένας είναι απαραίτητο να έχει τον προσωπικό του χώρο και χρόνο για εξέλιξη, να έχει χρόνο για τον εαυτό του, για τη δουλειά του για την οικογένειά του. Αγάπη σημαίνει σεβασμός μα πάνω από όλα αγάπη σημαίνει υπέρβαση για να συναντήσουμε το βλέμμα και τον παλμό της καρδιάς του ανθρώπου που λαχταράμε να συμπορευτούμε στη ζωή.

Ο έρωτας ανθίζει πάντα στις ψυχές που λαχταρούν να ενώσουν και ομορφύνουν τη ζωή τους μαζί.

Το τέλος του εγωισμού στις σχέσεις

Ζευγάρια μονίμως θυμωμένα. Πολύ απογοήτευση. Έρωτες που έσβησαν, σχέσεις που φθάρθηκαν, λόγια που πονάνε. Σύντροφοι στρεσαρισμένοι. Άλλοι φωνάζουν, άλλοι απειλούν, άλλοι απιστούν, άλλοι παρακαλούν. Κουβέντες βαριές, βλέμματα αδιάφορα, χαμόγελα παγωμένα, μόνιμη πίκρα…

Ζευγάρια που έχουν ξεχάσει να αγαπιούνται. Έχουνε ξεχάσει πως κάποτε παθιάστηκαν έντονα ο ένας για τον άλλον. Έχουνε ξεχάσει πως ενώθηκαν από προσωπική επιθυμία… δεν τους υποχρέωσε κανένας, οι ίδιοι το θέλησαν, οι ίδιοι διεκδίκησαν την προσοχή και την αγάπη του άλλου και οι ίδιοι κατάφεραν.

Και τώρα; Τί καταφέρνουν; Το ακριβώς αντίθετο. Την καταστροφή της επιθυμίας και του πάθους που οι ίδιοι δημιούργησαν.

Πως θα αποτρέψουμε αυτή την καταστροφή ή πως θα ξαναδημιουργήσουμε πιο γερά τα θεμέλια σε μία σχέση;

Με μία φράση: Το τέλος του εγωϊσμού!

Με πολλές:

Η αγάπη του ενός για τον άλλον.

Μόνο η αγάπη θα λειτουργήσει ως καύσιμο σε μία σχέση… ούτε τα χρήματα, ούτε η δόξα, ούτε η ομορφιά… τίποτα από όλα αυτά δεν αρκούν για να προχωρήσει μία σχέση. Με την αγάπη, τα ζευγάρια μπορούν να καταφέρουν πάρα πολλά… Μόνο με αυτή!

Το δόσιμο του ενός στον άλλον.

Η πίστη και η εμπιστοσύνη που έχουν οι σύντροφοι μεταξύ τους, θα λειτουργήσει ως κινητήριος δύναμη για να ανταπεξέλθουν στα προβλήματα της καθημερινότητας. Η σκέψη και το αίσθημα πως ο σύντροφος μου, θα είναι εκεί να με στηρίξει…μας κάνει πιο δυνατούς.

Οι αναγκαίες υποχωρήσεις και οι συμβιβασμοί που χρειάζεται να κάνουν και οι δύο σύντροφοι.

Ο εγωισμός είναι αγκάθι στην σχέση. Δεν υπάρχει σχέση χωρίς υποχωρήσεις, χωρίς αμοιβαία αλλαγή των απόψεων, χωρίς μετακίνηση από τη βάση τους. Η σχέση διαμορφώνεται από τον συμβιβασμό. Από τον συγκερασμό των «θέλω» και των «πρέπει» των δύο συντρόφων.

Σκεφτείτε τη σχέση ως έναν καναπέ διθέσιο έναντι των δυο ατομικών πολυθρόνων. Οι δύο σύντροφοι για να είναι ενωμένοι πρέπει να κάθονται μαζί, αλλιώς ας κάτσουν σε μία ατομική πολυθρόνα και ας είναι μόνοι τους.

Ό,τι αφήνεις, να ξέρεις, εκείνο σε αφήνει δύο φορές

Ότι ξεχνάς γίνεται συνήθεια… και ξεθωριάζει.

Η σιωπή φέρνει σιωπή. Η απόσταση γίνεται ταξίδι μακρινό και καμία φορά ταξίδι που ούτε στα όνειρά κάνεις.

Όταν επιλέγεις να βγεις από τη ζωή κάποιου, έχε το θάρρος να το κάνεις με αξιοπρέπεια.

Αν πάλι θέλεις να είσαι μέρος του με τους δικούς σου όρους, τότε έχεις χάσει το παιχνίδι…

Οι άνθρωποι έχουν χρήση ναι, μα όταν κάτι το χρησιμοποιείς ανεξέλεγκτα και αδιάκοπα, τότε φτάνει η ώρα που εκείνο σε αποχαιρετά γιατί απλά στράγγιξε…

Χαλάει ό,τι δεν του δίνεις προσοχή.

Μη στραγγίζεις τους ανθρώπους σου. Αυτούς που λες ότι αγαπάς μην…
Μια λέξη είναι αρκετή.
Ναι ρε φίλε όποιος σε ξέχνα, επίτηδες το κάνει, εσκεμμένα. Προσπάθησε αν θες…
Για λίγο όμως, πρόσεχε να έχεις κάτι να περισώσεις μετά.
Μην τα δώσεις όλα για κάποιον που δε σου δίνει ένα δεύτερο του δευτερολέπτου.

Μη μου πεις ότι δεν έχει χρόνο, δε θα σε πιστέψω, και καλά θα κάνεις να μην το πιστέψεις ούτε κι εσύ.

Οι εννέα στις δέκα πεποιθήσεις μας για την επιδίωξη της ευτυχίας είναι λάθος

Οι εννέα στις δέκα πεποιθήσεις μας για την επιδίωξη της ευτυχίας είναι λάθος. Οι γιατροί Lickerman and ElDifrawi έχουν αφιερώσει δυο δεκαετίες στην έρευνα για να δώσουν απάντηση στο ¨γιατί τόσο λίγοι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι¨.

Εάν αναρωτηθούμε τι πραγματικά θέλουμε στη ζωή, οι περισσότεροι από εμάς θα λέγαμε ότι θέλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι. Ωστόσο, ο τρόπος επίτευξης αυτού του στόχου δεν είναι τόσο σαφής. Η επιδίωξη της ευτυχίας είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε ανθρώπου, αλλά οι περισσότερες από τις πεποιθήσεις μας για το πώς να επιδιώξουμε την ευτυχία είναι λάθος, μας λέει ο Alex Lickerman, συν-συγγραφέας του βιβλίου The Ten Worlds: The New Psychology of Happiness.

¨Με το θετικό κίνημα ψυχολογίας του Martin Seligman από την δεκαετία του 1990, υπήρξε μια έκρηξη ιδεών για το πώς να επιδιώξουμε την ευτυχία¨, μας λέει ο Lickerman. ¨Η έρευνα για το τι κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται ευτυχισμένοι δεν είναι λάθος, αλλά αναφέρεται στα άκρα του τι σημαίνει να είσαι ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος. Όλοι έχουμε κάποια ιδέα για το τι χρειάζεται να κάνουμε για να είμαστε ευτυχισμένοι, ωστόσο, αντιμετωπίζουμε δυσκολία στο να βιώνουμε την ευτυχία και να παραμένουμε ευτυχισμένοι για μεγάλη χρονική διάρκεια. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι περισσότεροι από εμάς το επιδιώκουμε με λάθος τρόπο εξαιτίας των διάφορων ψευδαισθήσεων που τρέφουμε για αυτή¨.

Οι δέκα κόσμοι …

Η επιδίωξη της ευτυχίας απαιτεί μια βαθύτερη κατανόηση των συνηθειών και την διαφόρων τάσεων της ζωής μας, λέει ο ένας από τους συγγραφείς του βιβλίου The Ten Worlds, Ash ElDifrawi. Στο βιβλίο, τόσο ο ίδιος όσο και ο συν-συγγραφέας του βιβλίου Lickerman, προσδιορίζουν τις δέκα βασικές πεποιθήσεις για την ευτυχία.

Ενώ μπορούμε να μετακινούμαστε ανάμεσα σε αυτές τις πεποιθήσεις, οι περισσότεροι από εμάς ρέπουμε προς μια από αυτές, την κάνουμε κτήμα και αλήθεια μας και ζούμε μέσα στον ¨κόσμο της¨.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς, οι εννέα από τις δέκα πεποιθήσεις είναι ψευδαισθητικές, ενώ μόνο η μία είναι η αληθινή πηγή της ευτυχίας. Ανακαλύψτε τις δικές σας πεποιθήσεις για την ευτυχία και αν επιθυμείτε να το προχωρήσετε ένα βήμα παρακάτω.

1. Κόλαση: Ο κόσμος του πόνου.

Όταν παγιδευόμαστε εδώ, αισθανόμαστε απελπισμένοι και αβοήθητοι. Η ψευδαίσθηση των ανθρώπων είναι ότι είμαστε ανίσχυροι να σταματήσουμε τον πόνο.

2. Πείνα: Ο κόσμος της επιθυμίας.

Οι άνθρωποι που ζουν σε αυτόν τον κόσμο είναι ανήσυχοι και η επιθυμία τους είναι επίμονη. Η ψευδαίσθηση των ανθρώπων είναι ότι πρέπει να έχουν αυτό που θέλουν για να αισθάνονται ευτυχισμένοι.

3. Ζώα: Ο κόσμος του ενστίκτου.

Οι άνθρωποι περιστρέφονται γύρω από την παρούσα στιγμή και την ικανοποίηση των φυσικών τους αναγκών. Η ψευδαίσθηση είναι ότι η ευτυχία και η ευχαρίστηση είναι το ίδιο.

4. Θυμός: Ο κόσμος του εγώ.

Οι άνθρωποι οδηγούνται από την ανάγκη να βλέπουν τα πάντα με θετικό πρόσημο το οποίο τους κάνει συχνά να νιώθουν περιφρονημένοι και ζηλότυποι. Η ψευδαίσθηση προέρχεται από την αίσθηση των ανθρώπων πως πρέπει να είναι καλύτεροι από όλους τους άλλους.

5. Γαλήνη: Ο κόσμος της ηρεμίας.

Οι άνθρωποι που ζουν σε αυτόν τον κόσμο βρίσκονται σε μια ζώνη άνεσης με αποτέλεσμα να αποφεύγουν την ποικιλία και να δοκιμάζουν νέα πράγματα. Η ψευδαίσθηση είναι ότι για να είμαστε ευτυχείς πρέπει να αποφύγουμε τον πόνο.

6. Έκσταση: Ο κόσμος της χαράς.

Οι άνθρωποι εδώ αισθάνονται συναρπαστικά και πλήρεις αλλά με τρόπο ηδονιστικό. Η ψευδαίσθηση είναι ότι η ευτυχία εξαρτάται από συγκεκριμένες προσκολλήσεις όπως τα χρήματα ή τα υλικά αγαθά.

7. Μάθηση: Ο κόσμος της γνώσης.

Σε αυτόν τον κόσμο, καταβάλετε μια αδιάκοπη προσπάθεια να μάθετε και να επιτύχετε κάτι που να δημιουργεί αξία και νόημα. Η ψευδαίσθηση είναι όταν σκέφτεστε ότι η ευτυχία έρχεται μόνο μέσα από την ολοκλήρωση αυτών στα οποία προσδίδετε νόημα και αξία.

8. Υλοποίηση: Ο κόσμος της αυτο-βελτίωσης.

Εδώ, παθαίνετε εμμονή με την αυτο-εξέταση και την προσωπική ανάπτυξη αλλά μπορεί να οδηγηθείτε σε αυτο-απορρόφηση. Η ψευδαίσθηση είναι ότι νομίζετε πως πρέπει να αναπτυχθείτε περισσότερο για να είστε ευτυχισμένοι.

9. Συναίσθημα: Ο κόσμος της αγάπης.

Σε αυτόν τον κόσμο, η εκπλήρωση προέρχεται από τη φροντίδα τόσο για την ευτυχία των άλλων όσο και του εαυτού μας. Παρόλο που αυτό ακούγεται καλό, η ψευδαίσθηση είναι πως πιστεύετε ότι για να είστε ευτυχισμένοι, πρέπει να βοηθήσετε τους άλλους να γίνουν ευτυχείς και αυτό μπορεί να ενθαρρύνει την δυσαρέσκεια και την πικρία.

10. Φώτιση: Ο κόσμος του δέους.

Ο 10ος κόσμος είναι το αληθινό μονοπάτι προς την ευτυχία. Παραμένουμε σε μια συνεχή κατάσταση θαύματος και ενότητας με την πανέμορφη τάξη και την ομορφιά του σύμπαντος.

Κατανοήστε τον κόσμο σας …

Όλοι δημιουργούμε τον δικό μας κόσμο. Σε αυτό τον κόσμο οι περισσότερες από τις πεποιθήσεις μας τείνουν να υποδαυλίζονται. ¨Μπορεί να μετακινούμαστε από την μια στην άλλη, τείνουμε όμως προς εκείνη που σηματοδοτεί το ασφαλές ή ήρεμο σημείο της αναφοράς μας¨. ¨Όταν αποκτούμε επίγνωση αυτής της πεποίθησης, μπορεί να βοηθηθούμε και να ανακτήσουμε τον έλεγχο της ζωής μας. Η επίγνωση, μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει, να κάνουμε το απαραίτητο πρώτο βήμα για να την αντιμετωπίσουμε και επίσης να καταλάβουμε γιατί αυτές οι πεποιθήσεις είναι λανθασμένες¨.

Ο ElDifrawi επίσης μας λέει ότι ζει στον κόσμο της γαλήνης. ¨Δουλεύω σκληρά για την αποφυγή του πόνου ο οποίος εκδηλώνεται όταν κάποιες αποφάσεις μπορεί να με παραλύουν. Δημιουργώ εσωτερική ανησυχία στο ενδεχόμενο να κάνω μια λανθασμένη επιλογή πιστεύοντας ότι η ευτυχία μου μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο με την απόφασή μου. Τώρα που καταλαβαίνω, με βοηθάει να αισθανθώ πιο ανάλαφρα. Ξέρω ότι η ευτυχία μου δεν είναι φευγαλέα, πράγμα που με βοηθά να λαμβάνω αποφάσεις με πιο ορθολογικό τρόπο¨.

Ο Lickerman λέει ότι ζει στον κόσμο της μάθησης. ¨Ακόμα κι αν γνωρίζω διανοητικά ότι αυτός ο τύπος ευτυχίας προέρχεται από την οικοδόμηση της αξίας μου, η ψευδαίσθηση είναι ότι πρέπει να ολοκληρώσω ή να βιώσω την ευτυχία σε κάτι που είναι προσωρινό. Κάθε ψευδαίσθηση σας δίνει ένα ανώτατο όριο για την ευτυχία σας. Η κατανόηση σας βοηθά να ασκήσετε πάνω της την δύναμή σας. Μπορείτε να γίνετε αυτόφωτοι και να μην οδηγείστε από τις ψευδαισθήσεις των πεποιθήσεων για την ευτυχία ασυνείδητα¨.

¨Οι αυταπάτες δημιουργούνται όταν περιμένετε την ευτυχία που προέρχεται από τις πεποιθήσεις που έχετε για την ευτυχία να είναι μόνιμες. Μια διαφορετική αντίληψη είναι πολύ χρήσιμη. Στην δέκατη πεποίθηση η ευτυχία είναι μόνιμη¨.

Πολλοί από εμάς γίνονται σκεπτικιστές όταν πρόκειται για την Φώτιση, ωστόσο δεν πρόκειται για μυστικιστικές ή θρησκευτικές δοξασίες, λέει ο Lickerman. “Εάν επιτρέπετε στον εαυτό σας να ελπίζει, χρησιμοποιείτε τον κόσμο της φαντασίας σας ή προσπαθείτε με τον οποιονδήποτε άλλο τρόπο για αυτή, μπορείτε να ανακαλύψετε τον Φωτισμένο Εαυτό σας”.

“Καταλάβετε τι σας εγείρει το συναίσθημα. Δεν είναι όλοι λυπημένοι από τα ίδια πράγματα, ή δεν βιώνουν δέος με τις ίδιες εμπειρίες ή τις σκέψεις. Αυτό που επιδιώκουμε είναι ένας τρόπος για να βιώσουμε το περιβάλλον πιο εκτεταμένα, απελευθερώνοντας αυτά που περιορίζουν τις συνθήκες της ζωής μας και απίστευτα υπερβατική χαρά. Αυτός είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους για να σκεφτείτε την ευτυχία. Εξετάστε τις εσφαλμένες πεποιθήσεις σας και με την κατανόηση ανακτήστε τον έλεγχο που ασκούν πάνω σας”.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Όρισε τώρα τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά για τον εαυτό σου

Όρισε τώρα τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά για τον εαυτό σου, που θα διατηρήσεις όταν είσαι μόνος αλλά και μαζί με άλλους ανθρώπους.

Και ως επί το πλείστον να τηρείς σιωπή ή να λες τα απολύτως αναγκαία και με λίγα λόγια. Σπανίως, μάλιστα, όταν απαιτείται να μιλήσεις, μίλα, αλλά όχι για κάτι τυχαίο, όχι για μονομαχίες ή ιπποδρομίες ή αθλητές ή φαγητά ή ποτά, θέματα που συζητούνται παντού, και κυρίως όχι για ανθρώπους ψέγοντας, επαινώντας ή συγκρίνοντας. Αν το μπορείς, οδήγησε με τα λόγια σου τα λόγια των συντρόφων σου ώστε να είναι πιο αρμόζοντα, αλλά, αν τύχει να βρεθείς μόνος ανάμεσα σε ξένους, να σωπάσεις.

Να μη γελάς πολύ ούτε για πολλά θέματα ούτε ασυγκράτητα.

Να μην ορκίζεσαι, καθόλου αν είναι δυνατόν, διαφορετικά όσο μπορείς.

Απόφευγε τα συμπόσια με ανθρώπους αδαείς. Κι αν κάποτε έρθει ο καιρός που θα χρειαστεί να το κάνεις, να εντείνεις την προσοχή σου μην τυχόν γίνεις κι εσύ αδαής. Γιατί να γνωρίζεις ότι, αν ο φίλος σου είναι βρομερός, κατ’ ανάγκη θα μολύνει και αυτόν τον οποίο συναναστρέφεται, ακόμα κι αν τύχει να είναι καθαρός.

Όσα αφορούν το σώμα να τα λαμβάνεις όσο χρειάζεται, όπως τροφές, ποτά, ενδύματα, σπίτι, υπηρέτες. Ό,τι αφορά τη δόξα ή την πολυτέλεια, να το ξεχάσεις τελείως…

Αν σου πουν ότι κάποιος σε κακολογεί, μην απολογηθείς για όσα λέει αλλά απάντησε ότι «αγνοούσε και τα άλλα μου ελαττώματα, γιατί αλλιώς δεν θα έλεγε μόνο αυτά».

Δεν είναι αναγκαίο να πολυπηγαίνεις στα θέατρα. Και, αν κάποτε είναι καιρός να το κάνεις, να δείξεις ότι υποστηρίζεις μόνο τον εαυτό σου και κανέναν άλλο, δηλαδή ότι θέλεις το αποτέλεσμα να είναι αυτό που πραγματικά είναι και να νικά μόνο ο νικητής. Κι έτσι δεν θα απογοητευτείς. Να απέχεις τελείως από το να φωνάζεις και να γελάς δυνατά εναντίον κάποιου ή να συγκινείσαι υπερβολικά. Και όταν φύγεις, να μη μιλάς πολύ για όσα έγιναν, παρά μόνο για όσα συμβάλλουν στη βελτίωσή σου- γιατί διαφορετικά ο κόσμος θα σκεφτεί ότι εντυπωσιάστηκες από το θέαμα.

Στις διαλέξεις που κάποιοι δίνουν να μην πηγαίνεις τυχαία και εύκολα και, όταν το κάνεις, να τηρείς σεμνότητα και ηρεμία και να μην ενοχλείς.

Όταν πρόκειται να συναντήσεις κάποιον, ειδικά κάποιον που θεωρείται σπουδαίος, αναρωτήσου τι θα έκανε ο Σωκράτης ή ο ‘Ζήνων στη συγκεκριμένη περίπτωση κι έτσι δεν θα δυσκολευτείς να διαχειριστείς την κατάσταση κατά τον αρμόζοντα τρόπο. Όταν επισκέπτεσαι κάποιον πολύ ισχυρό, να φαντάζεσαι ότι δεν θα τον βρεις μέσα στο σπίτι, ότι θα σε κλείσουν απ’ έξω, ότι θα σε αγνοήσει. Και αν παρ’ όλα αυτά πρέπει να πας, όταν βρεθείς εκεί, να αποδεχτείς όσα συμβαίνουν, να μην πεις ποτέ στον εαυτό σου ότι «δεν άξιζε τον κόπο». Γιατί αυτό δείχνει άνθρωπο ανόητο και με στρεβλή αντίληψη για τα εξωτερικά πράγματα.

Στις συνομιλίες απόφευγε να αναφέρεις υπερβολικά δικά σου κατορθώματα ή περιπέτειες. Μπορεί να σου είναι ευχάριστο να θυμάσαι τις περιπέτειες σου, αλλά για τους άλλους δεν είναι τόσο ευχάριστο να ακούν τι σου συνέβη.

Απόφευγε να προξενείς γέλιο, γιατί αυτή η συνήθεια είναι επικίνδυνη και εύκολα μπορείς να ολισθήσεις στη χυδαιότητα και να μειωθεί ο σεβασμός που έχουν οι άλλοι για το πρόσωπό σου. Επίσης, είναι επισφαλής και η αισχρολογία. Όταν λοιπόν συμβεί κάτι τέτοιο, αν έχεις την ευκαιρία, να επιπλήξεις εκείνον που επιδόθηκε σε αισχρολογία, διαφορετικά να δείξεις σιωπώντας και κοκκινίζοντας και με έκφραση σκυθρωπή ότι σε δυσαρέστησε ο λόγος του.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

A. SCHOPENHAUER: Είμαστε συχνά πιο ανόητοι απ’ ό,τι πιστεύουμε και γινόμαστε, έτσι, εύκολα άδικοι με τον ίδιο μας τον εαυτό μας

Στον βίο είναι όπως στο σκάκι: εμείς καταστρώνουμε κάποιο σχέδιο, η εκτέλεσή του, όμως, εξαρτάται από το τι αποφασίζει να πράξει στο μεν σκάκι ο αντίπαλος, στον δε βίο η μοίρα. Οι τροποποιήσεις στις οποίες υποβάλλεται το αρχικό μας σχέδιο είναι συνήθως τόσο μεγάλες που, κατά την εκτέλεσή του, μόλις και μετά βίας αναγνωρίζεται χάρη σε μερικές βασικές κινήσεις.

Εξάλλου, υπάρχει στην διαδρομή της ζωής μας και κάτι πέρα απ’ όλα αυτά. Πρόκειται για μία αλήθεια τετριμμένη και πάμπολλες φορές πιστοποιημένη, πως δηλ. είμαστε συχνά πιο ανόητοι απ’ ό,τι πιστεύουμε, ενώ, αντίθετα, το ότι είμαστε συχνά φρονιμότεροι απ’ ό,τι πιστεύουμε είναι μία ανακάλυψη που κλίνουν μόνον όσοι έχουν βρεθεί σ’ αυτήν την κατάσταση, και μάλιστα δεν την κάνουν παρά μόνον αργότερα.

Στις κύριες γραμμές, τις βασικές καμπές της πορείας του βίου μας, δεν ενεργούμε τόσο βάσει σαφούς γνώσεως του ορθού όσο σύμφωνα με μια εσωτερική παρόρμηση μ’ ένα –θα ‘λεγε κανείς- ένστικτο προερχόμενο από τα βάθη της οντότητας μας και, κατόπιν, κατακρίνουμε σχολαστικά τις πράξεις μας με γνώμονα έννοιες σαφείς, όμως ανεπαρκείς, έννοιες επίκτητες ή, μάλλον, δανεισμένες , και γινόμαστε έτσι, εύκολα άδικοι με τον ίδιο μας τον εαυτό μας. Ωστόσο, στο τέλος γίνεται φανερό ποιος είχε δίκιο, μόνο δε το γήρας- όταν αισίως φθάσουμε σ ‘αυτό- μας παρέχει την δυνατότητα, υποκειμενικά και αντικειμενικά, να κρίνουμε το ζήτημα.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ

Θα μπορούσε κάνεις να ισχυριστεί ότι η ανθρώπινη φύση είναι αντικείμενο μελέτης των εμπειρικών επιστημών και όχι της φιλοσοφίας. Εξάλλου, πώς μπορούμε να πούμε τι είναι ο άνθρωπος αν δεν τον μελετήσουμε; Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι είναι αδύνατον να συναντήσουμε τα φυσικά ανθρώπινα όντα που η μελέτη αυτή απαιτεί, καθώς όλοι οι άνθρωποι που θα μπορούσαμε να εξετάσουμε είναι προϊόντα μιας συγκεκριμένης κοινωνίας Το ίδιο, βέβαια, ισχύει για όλα τα ανθρώπινα όντα για τα οποία υπάρχει κάποιας μορφής ιστορική μαρτυρία

Το ερώτημα αυτό είναι καθαρά φιλοσοφικό, μολονότι οι φιλόσοφοι έχουν συνήθως ένα απώτερο κίνητρο, οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι πολίτικες και ηθικές θεωρίες στηρίζονται σε μια ερμηνεία της καταγωγής του καλού και του κακού, του χάους και της τάξης, ενώ πρέπει να αποφασίσουν αν οι άνθρωποι είναι φύσει καλοί ή κακοί, φύσει κοινωνικοί ή μονήρεις ·και ούτω καθεξής. Η ιστορία της φιλοσοφίας μάς αποκαλύπτει πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις του ζητήματος αυτού.

Ένα παράδειγμα είναι η κινεζική παράδοση, στο πλαίσιο της οποίας δυο βασικοί εκπρόσωποι της ο Κομφούκιος και ο Μέγκιος βρίσκονται σε πλήρη διαφωνία ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα ο πρώτος υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι είναι φύσει κακοί και εγωπαθείς και για να γίνουν καλοί χρειάζονται εκπαίδευση και πίεση από την πλευρά της κοινωνίας, ενώ ο δεύτερος ισχυρίζεται ακριβώς το αντίθετο, ότι οι άνθρωποι είναι εγγενώς καλοί και διαφθείρονται από τις αλλοτριωμένες κοινωνίες και τα κακά εκπαιδευτικά συστήματα. Το ίδιο διχασμένη είναι και η Δυτική πολίτικη παράδοση ο Χομπς υποστηρίζει ότι οι προ-κοινωνικές φυσικές κοινωνίες είχαν αποδυθεί σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων, ώστε να απαιτείται η σύναψη ενός κοινωνικού συμβολαίου ικανού να χαλιναγωγήσει τα ανθρώπινα ένστικτα και να αποτρέψει την αιματοχυσία, ενώ ο Λοκ αρνείται την κακή φύση του ανθρώπου και ισχυρίζεται ότι το κοινωνικό συμβόλαιό χρειάζεται μόνο για να «απαλύνει» τις οχλήσεις που προκύπτουν από τη φυσική κατάσταση. Έτσι, για τον μεν Χομπς η κτηνώδης φύση καιροφυλακτεί όταν η κοινωνία αρχίσει να διαλύεται, για τον δε Λοκ η ίδια αυτή φύση ανήκει στο μακρινό και σκοτεινό παρελθόν της ανθρωπότητας.

Ο Ρουσσώ αποδεικνύει ότι οι εκ διαμέτρου αντίθετες αυτές απόψεις είναι εξίσου λανθασμένες όπως είπα αρχικά, έχουμε μόνο την εμπειρία του εκκοινωνισμένου και μη φυσικού ανθρώπου. Ο Χομπς και ο Λοκ δεν μπορούν να μας δείξουν αυθεντικά φυσικούς ανθρώπους, αλλά ανθρώπους που η σύγχρονη φιλοσοφία τοποθέτησε σε αυτή την κατάσταση με τρόπο θεωρητικό, δηλαδή τεχνητό. (Πράγματι, ο Ρουσσώ επιχειρηματολογεί υπέρ ενός ανθρώπου που είναι φυσικά και ηθικά καλός.)

Η σύγχρονη βιολογία δεν μπορεί να μας βοηθήσει, γιατί, στην καλύτερη περίπτωση, μας δίνει εξηγήσεις εκ των υστέρων, τουτέστιν πως πάμε από “εδώ” που βρισκόμαστε στο “εκεί”. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρουμε πού είναι αυτό το “εκεί” (για να μην πω ότι, στην πραγματικότητα, δεν ξέρουμε ούτε το “εδώ” που βρίσκεται). Επιπλέον, η βιολογία, στην προσπάθεια της να μας δώσει κάποιες εξηγήσεις που αφορούν στο οργανικό μέρος του ανθρωπίνου όντος, ξεχνά την πνευματική και λογική διάσταση του. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ηθική πλευρά του ανθρώπου συνδέεται κυρίως με τους λόγους παρά με τις αίτιες των πράξεων.

Οι συνηθισμένοι άνθρωποι είναι μικροί, ο μεγαλοφυής όμως μεγάλος

Στο μεμονωμένο να βλέπεις πάντα το γενικό, είναι ακριβώς το βασικό χαρακτηριστικό της μεγαλοφυΐας, ενώ ο κανονικός άνθρωπος στο μεμονωμένο αντιλαμβάνεται μόνο το μεμονωμένο ως τέτοιο, αφού μόνο ως τέτοιο ανήκει στην πραγματικότητα, η οποία και μόνο έχει για αυτόν ενδιαφέρον, δηλαδή σχέσεις προς τη βούλησή του.

Ο κανονικός άνθρωπος δηλαδή βρίσκεται μέσα στον σάλο και την ταραχή της ζωής, στην οποία ανήκει μέσω της βούλησής του- η νόησή του είναι γεμάτη από τα πράγματα και τα συμβαίνοντα της ζωής- όμως αυτά τα πράγματα και την ίδια τη ζωή στην αντικειμενική τους σημασία δεν τα βλέπει καθόλου, όπως ο έμπορος στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ καταλαβαίνει πολύ καλά τι λέει διπλανός του, αλλά το έντονο βούισμα, σαν αυτό της θάλασσας, ολόκληρης της αίθουσας του χρηματιστηρίου δεν το ακούει καθόλου, κάτι για το οποίο ένας πιο απομακρυσμένος παρατηρητής απορεί. 

Η μεγαλοφυΐα αντίθετα, η νόηση της οποίας έχει αποκοπεί από τη βούληση, δηλαδή από το άτομο, αναγνωρίζει ότι τα πράγματα που σχετίζονται με αυτό δεν είναι ο ίδιος ο κόσμος και τα ίδια τα πράγματα. Αυτά η μεγαλοφυΐα τα βλέπει τα ίδια καθαυτά, καθαρά, και τα αναγνωρίζει με την αντικειμενική παρατήρηση- με αυτή την έννοια είναι η ουσία της μεγαλοφυΐας στοχαστική.

Αυτή η στοχαστικότητα είναι που καθιστά ικανό τον ζωγράφο να απεικονίσει πιστά τη φύση που έχει μπροστά του, και τον ποιητή να προβάλει το παρόν που παρατηρεί με ακρίβεια.

Το ζώο ζει χωρίς κανέναν στοχασμό. Συνείδηση έχει, που σημαίνει αναγνωρίζει τον εαυτό του και το καλό ή το κακό του, ακόμα και τα αντικείμενα που τα προκαλούν αυτά. Όμως η αντίληψή του παραμένει πάντα υποκειμενική, δεν γίνεται ποτέ αντικειμενική: όλα όσα αντιλαμβάνεται του φαίνονται αυτονόητα, και επομένως δεν μπορεί ποτέ να γίνουν ούτε θέμα (αντικείμενο περιγραφής) ούτε πρόβλημα (αντικείμενο διαλογισμού).

Η συνείδησή του βρίσκεται λοιπόν εντελώς μέσα στα εμπειρικά όρια. Βέβαια όχι από την ίδια, αλλά από συγγενή υφή είναι η συνείδηση του συνηθισμένου ανθρώπινου τύπου, καθώς και η δική του αντίληψη των πραγμάτων είναι προπάντων υποκειμενική και κατά κύριο λόγο παραμένει μέσα στα εμπειρικά πλαίσια. Αντιλαμβάνεται τα πράγματα στον κόσμο, αλλά όχι τον κόσμο- αντιλαμβάνεται τις πράξεις του και τις δυστυχίες του, αλλά όχι τον ίδιο τον εαυτό του.

Όλα τελικά εξαρτώνται από το πού βρίσκεται η βασική σοβαρότητα του ανθρώπου. Σχεδόν σε όλους βρίσκεται αποκλειστικά στο δικό τους καλό και στο καλό των δικών τους, γι’ αυτό και δεν είναι ικανοί να προωθήσουν τίποτα άλλο έξω από αυτό. Γιατί καμία πρόθεση, καμιά θεληματική και εσκεμμένη προσπάθεια δεν αποφέρει την αληθινή, βαθιά σοβαρότητα, ή την αντικαθιστά, ή πιο σωστά την εκτοπίζει. Γιατί αυτή μένει πάντα εκεί που την έχει τοποθετήσει η φύση. Γι’ αυτό, μεγαλοφυή άτομα φροντίζουν συχνά ανεπαρκώς για το δικό τους καλό. 

Όπως ένα μολυβένιο κομμάτι σε μια αλυσίδα που αιωρείται, την επαναφέρει πάλι πίσω στο σημείο που είναι προσδιορισμένο από τη βαρύτητα, έτσι και η αληθινή σοβαρότητα του ανθρώπου τραβάει τη δύναμη και την προσοχή της νόησής του πάντα πίσω προς τα εκεί που είναι προορισμένη να βρίσκεται: όλα τα άλλα τα κάνει ο άνθρωπος χωρίς αληθινή σοβαρότητα. Γι’ αυτό μόνο οι εξαιρετικά σπάνιοι, μη κανονικοί άνθρωποι, η αληθινή σοβαρότητα των οποίων δεν βρίσκεται στο προσωπικό και πρακτικό, παρά στο αντικειμενικό και θεωρητικό, είναι σε θέση να αντιληφθούν το ουσιαστικό των πραγμάτων και του κόσμου, που σημαίνει τις ύψιστες αλήθειες, και με κάποιο τρόπο να τις προβάλουν. Γιατί μια τέτοια σοβαρότητα, που βρίσκεται έξω από το υποκείμενο, στο αντικειμενικό, είναι κάτι ξένο από την ανθρώπινη φύση, κάτι αφύσικο, στην ουσία υπερφυσικό- όμως μόνο μέσα από αυτήν είναι ένας άνθρωπος μεγάλος, και οι δημιουργίες του είναι σαν να προέρχονται από ένα, διαφορετικό από αυτόν, δημιουργικό πνεύμα, το οποίο τον κατέλαβε. 

Σε έναν τέτοιον άνθρωπο, η ζωγραφική, η ποίηση ή η σκέψη είναι σκοπός, στους άλλους είναι μέσο. Αυτοί επιδιώκουν τα συμφέροντά τους και γνωρίζουν κατά κανόνα να τα προωθούν προσαρμοζόμενοι στους συγχρόνους τους, έτοιμοι να υπηρετήσουν τις ανάγκες τους και τα κέφια τους- γι’ αυτό κατά το πλείστον ζουν σε ευτυχείς συνθήκες, εκείνος όμως συχνά σε πολύ πενιχρές- γιατί το προσωπικό του καλό το θυσιάζει στον αντικειμενικό σκοπό: δεν μπορεί δηλαδή να κάνει αλλιώς, γιατί εκεί βρίσκεται η σοβαρότητά του. Οι άλλοι κάνουν το αντίστροφο: γι’ αυτό αυτοί είναι μικροί, εκείνος όμως μεγάλος. Σύμφωνα με αυτά, το έργο του είναι για όλους τους καιρούς, αλλά η αναγνώρισή του αρχίζει συνήθως στους μεταγενέστερους. Οι άλλοι ζουν και πεθαίνουν με την εποχή τους. 

Μεγάλος γενικά είναι εκείνος που με τη δράση του (είτε αυτή είναι πρακτική είτε θεωρητή) δεν επιδιώκει τα συμφέροντά του, παρά ακολουθεί μόνο έναν αντικειμενικό σκοπό. Το ότι αυτός δεν επιδιώκει το καλό του και τα συμφέροντά του, αυτό τον κάνει κάτω από όλες τις συνθήκες μεγάλο. 

Μικρή αντίθετα είναι κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί σε προσωπικούς σκοπούς, γιατί αυτός που ενεργεί έτσι, αναγνωρίζει και βρίσκει τον εαυτό του μόνο στο απειροελάχιστα μικρό άτομό του. Αντίθετα, όποιος είναι μεγάλος αναγνωρίζει τον εαυτό του σε όλα, δηλαδή στην ολότητα: δεν ζει, όπως εκείνος, μόνο στον μικρόκοσμο, παρά ακόμα πιο πολύ στον μακρόκοσμο. Γι’ αυτό και η υπόθεσή του είναι η ολότητα, και επιδιώκει να την αντιληφθεί, για να την παρουσιάσει, ή για να την εξηγήσει, ή για να επενεργήσει σε αυτήν πρακτικά. Γιατί αυτή δεν του είναι ξένη, νιώθει ότι τον αφορά.

ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, Οι ατέλειες της νόησης και η μεγαλοφυΐα

Το πόσο υγιείς είναι οι σχέσεις σου με τους άλλους, μετριέται με το αν είσαι αφοσιωμένος σ’ αυτές όσο διαρκούν

Η πιο υποχρεωτική και σταθερή αντίδραση σε έναν συναισθηματικό δεσμό είναι, απλώς, να είσαι διατεθειμένος να μην προσκολληθείς στο άτομο εκείνο, σ’ εκείνη την κατάσταση, σ’ εκείνη τη σχέση. Κι αν ο δεσμός αυτός, όση χαρά κι αν σου δίνει, τελειώσει αύριο, να μπορείς, να πάρεις την απόφαση να τον ξεχάσεις. Μέχρι όμως να έρθει αυτή η στιγμή (που μπορεί να μην έρθει ποτέ), ενόσω δεν έρχεται το τέλος, προσπάθησε να είσαι ΤΕΛΕΙΩΣ αφοσιωμένος. 

Είμαι αφοσιωμένος όπως εκείνοι που δηλώνουν ότι αφοσιώνονται από αγάπη, κι όχι όπως εκείνοι που αγαπούν από υποχρέωση.

Το πόσο υγιής είναι η σχέση σου με τους άλλους μετριέται με το αν είσαι αφοσιωμένος όσο διαρκεί, και πόσο ελέγχεις, ψάχνεις μέσα σου και σιγουρεύεσαι ότι αυτό που έχεις είναι πράγματι αυτό που θέλεις και πρέπει να έχεις και όχι τα απομεινάρια εκείνου που είχες. Και αν έχει πεθάνει, έχει σημασία πόσο αποφασιστικά το αποχαιρετάς και φεύγεις από αυτό που έχει ήδη τελειώσει.

Λέω λοιπόν, ότι, καμιά φορά, το να μην εγκαταλείπεις κάτι είναι θάνατος.

Και κάποιες φορές, ζωή είναι να παρατάς αυτό που κάποτε σ’ έσωσε.

Είναι φοβερό να παραδεχτούμε ότι σε κάθε απώλεια υπάρχει όφελος. Ότι ο πόνος για την απώλεια θα τελειώσει αναγκαστικά με κάποιο κέρδος.

Και βέβαια δεν υπάρχει απώλεια χωρίς ένα όφελος, δεν υπάρχει απώλεια που δεν οδηγεί στην προσωπική ανάπτυξη!

Το σπέρμα «θυμάται» και μεταδίδει πληροφορίες στο έμβρυο

Ο τρόπος ζωής του πατέρα, η διατροφή, το σωματικό βάρος καθώς και τα επίπεδα του άγχους του, συνδέονται με τις συνέπειες που έχουν στην υγεία των απογόνων του. Αυτό συμβαίνει μέσω της Επιγενετικής, τα κληρονομικά βιοχημικά αποτυπώματα τα οποία σχετίζονται με το DNA και τις πρωτεΐνες που τα συνδέουν.

Ωστόσο ο τρόπος που μεταδίδονται οι πληροφορίες κατά την γονιμοποίηση, καθώς και τα μόρια και τους μηχανισμούς του σπeρματος που εμπλέκονται, ήταν μέχρι τώρα άγνωστα.

Μια νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Καναδά McGill, έρχεται να ρίξει φως σε αυτή τη διαδικασία. Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Developmental Health» και κάνει σημαντική πρόοδο εντοπίζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι περιβαλλοντικές πληροφορίες μεταδίδονται από μη DNA μόρια στο σπέρμα. Είναι μια ανακάλυψη που προάγει την επιστημονική κατανόηση της κληρονομικότητας των πατρικών εμπειριών ζωής και πιθανώς ανοίγει νέους δρόμους για τη μελέτη της μετάδοσης και της πρόληψης των ασθενειών.

«Η μεγάλη ανακάλυψη αυτής της μελέτης είναι ότι εντόπισε πως υπάρχουν μέσα που δεν βασίζονται στο DNA, με τα οποία το σπeρμα «θυμάται» το περιβάλλον του πατέρα και μεταδίδει αυτές τις πληροφορίες στο έμβρυο», δήλωσε η Sarah Kimmins, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης. Η εργασία αυτή βασίζεται σε μια 15ετή έρευνα που έκανε η ίδια και η ομάδα της. «Είναι μια αξιοσημείωτη έρευνα, αφού παρουσιάζει μια σημαντική μετατόπιση από αυτά όσα ήταν γνωστά για την κληρονομικότητα και τις ασθένειες. Από την αντίληψη ότι βασίζονται αποκλειστικά στο DNA, παρουσιάζει μια νέα, που περιλαμβάνει και πρωτεΐνες σπέρματος. Έτσι ανοίγει τον δρόμο στην πιθανότητα πως για την κατανόηση και την πρόληψη ορισμένων ασθενειών, το ‘κλειδί’ θα μπορούσαν να είναι οι πρωτεΐνες σπέρματος», συμπλήρωσε.

Η Kimmins συνέχισε λέγοντας πως «Όταν ξεκινήσαμε να βλέπουμε τα αποτελέσματα, το βρήκαμε συναρπαστικό. Γιατί κανείς δεν είχε καταφέρει νωρίτερα να εντοπίσει πώς αυτά τα κληρονομικά περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά μεταδίδονται από το σπέρμα στο έμβρυο», πρόσθεσε η Arian Lismer, επίσης συγγραφέας της μελέτης. «Ήταν ιδιαίτερα ικανοποιητικό, διότι ήταν πολύ δύσκολο να δουλέψεις στο μοριακό επίπεδο του εμβρύου, απλά και μόνο γιατί έχουμε τόσο λίγα κύτταρα διαθέσιμα για επιγενετική ανάλυση. Μόνο χάρη στη νέα τεχνολογία και τα επιγενετικά εργαλεία, μπορέσαμε να φτάσουμε σε αυτά τα αποτελέσματα».

Για να προσδιορίσουν τον τρόπο που οι πληροφορίες που επηρεάζουν την ανάπτυξη μεταδίδονται στα έμβρυα, οι ερευνητές χειραγώγησαν το επιγονιδίωμα του σπeρματος δίνοντας σε αρσενικά ποντίκια μια δίαιτα χωρίς φολικά οξέα, και στη συνέχεια προσπάθησαν να εντοπίσουν τις επιδράσεις σε συγκεκριμένες ομάδες μορίων πρωτεΐνων που σχετίζονται με το DNA.

Διαπίστωσαν ότι οι αλλαγές που προκλήθηκαν από τη συγκεκριμένη δίαιτα σε μια συγκεκριμένη ομάδα μορίων (ομάδες μεθυλίου), οι οποίες σχετίζονται με πρωτεΐνες ιστόνης, (κρίσιμες για τη συσκευασία του DNA σε κύτταρα), οδήγησαν σε αλλοιώσεις στην έκφραση του γονιδίου στα έμβρυα αλλά και σε γενετικές ανωμαλίες της σπονδυλικής στήλης και του κρανίου. Αυτό που ήταν ακόμα πιο αξιοσημείωτο είναι πως οι αλλαγές στις ιστόνες του σπeρματος, μεταδόθηκαν κατά τη γονιμοποίηση και παρέμειναν στο έμβρυο.

«Τα επόμενα βήματά μας θα είναι να προσδιορίσουμε εάν αυτές οι επιβλαβείς αλλαγές που προκαλούνται στις πρωτεΐνες του σπέρματος (ιστόνες) μπορούν να διορθωθούν. Έχουμε ενδείξεις ότι αυτό ισχύει πράγματι», αναφέρει η Kimmins. «Η ελπίδα που προκύπτει από αυτή τη μελέτη είναι πως με την επέκταση της κατανόησης μας για το τι κληρονομείται πέρα από το DNA, δημιουργούνται δυνητικά νέοι δρόμοι για την πρόληψη ασθενειών που θα οδηγήσουν σε πιο υγιή παιδιά και ενήλικες».

Η θέση του Πλάτωνα απέναντι στη ζωή και στο θάνατο

ΠΛΑΤΩΝα. Η αντίληψη του «θανάτου»

Η γήινη ύπαρξη, με την αστάθεια της, την οδύνη, τις αντιφάσεις της, όπου βρίσκεται πάντα ένα απλό γίγνεσθαι και πουθενά ένα αληθινό είναι, του φαινόταν μηδαμινή, δίχως κανένα νόημα· πρόγραμμά της ζωής ένα μόνο μπορούσε να είναι: να φύγομε απ’ αυτή τη ζωή.

Τούτον το στοχασμό διατυπώνει ο Πλάτων με εντυπωσιακή αποφασιστικότητα πρώτα μέσα στον «Φαίδωνα», γιατί στη διαμόρφωσή του πριν απ’ όλα βοήθησε ο ειρηνικός, ο εκπληκτικά γαλήνιος θάνατος του Σωκράτη, που αποτελεί το τραγικό φόντο εκείνου του διαλόγου. Ήδη ο «Γοργίας» αποδοκιμάζει έντονα τα γήινα αγαθά, ο «Κρατύλος» και ο «Μένων» μιλούν για το σώμα-τάφο της ψυχής και για την αθανασία της· όμως η διάθεση της φυγής από τον κόσμο στην αποκορύφωσή της φτάνει πρώτα μέσα στον «Φαίδωνα».

Μόνο με το θάνατο του σώματος –διδάσκει και ο «Φαίδων»- η ψυχή κατορθώνει να ζήσει τη δική της ζωή· και αντίστροφα, η ψυχή πεθαίνει όσο περισσότερο αναπτύσσεται και δυναμώνει η σωματικότητα. Αυτά τα δυο όντα «ζουν αμοιβαία το θάνατο και πεθαίνουν τη ζωή τους». Εάν λοιπόν ο άνθρωπος θέλει να μεθέξει στην αιώνια ζωή, που μόνο αυτή ταιριάζει στην ψυχή, πρέπει να πεθάνει, ως προς το σώμα, για τη γήινη ύπαρξη. Τούτο ακριβώς πράττουν οι αληθινοί φιλόσοφοι· περνούν τις μέρες τους σα «νεκροί», προσηλωμένοι πάντοτε στο θάνατο (64 a). Γιατί, τι είναι κυρίως ο θάνατος; Ολοφάνερα το λύσιμο της ψυχής από το σώμα, η απελευθέρωση της από τα δεσμά του, η περισυλλογή στον εαυτό της (64 c, 67 d). Μια τέτοιαν αποδέσμευση της ψυχής από το σώμα επιδιώκει ακριβώς και ο φιλόσοφος απαρνούμενος τις αισθησιακές ηδονές, νεκρώνοντας τις επιθυμίες, αποφεύγοντας την απάτη των οργάνων του σώματος, των αισθήσεων, και παραδιδόμενος αποκλειστικά στο Λόγο (64 d, 65 b, 83 a κλπ.). Γι’ αυτόν λοιπόν ο θάνατος όχι μόνο κακό δεν είναι, όπως νομίζει ο μωρός όχλος (68d), αλλά ίσα-ίσα ο επιθυμητός στόχος. Οι προσπάθειες του σε ένα και μόνο πάντα κατατείνουν, και αυτό είναι: «λύσις και χωρισμός της ψυχής από σώματος» (67 d), έτσι ώστε ολόκληρη η φιλοσοφία μπορεί να οριστεί: «μελέτη θανάτου» (=άσκηση πεθαμού) (80 c – 81 a, 67 e).

Την ίδια θέση απέναντι στο θάνατο κρατεί ο Πλάτων μέσα σε όλα τα μεταγενέστερα έργα του. Εντυπωσιακότερα από κάθε άλλο βιβλίο εκφράζεται στο κείμενο των «Νόμων»: Ο Πλούτων – λέγει - ο θεός του Άδη πρέπει να τιμάται ιδιαίτερα, επειδή απ’ όλους τους θεούς έχει τις καλύτερες διαθέσεις απέναντι στο ανθρώπινο γένος, αφού χαρίζει στους ανθρώπους το πιο ευκταίο πράγμα· το θάνατο. Και τονίζει ρητά ότι αυτό το λέγει με πλήρη σοβαρότητα: «ως εγώ φαίην αν σπουδή λέγων» (VIII 828 d). Και η «Πολιτεία» (VI 488 b) υπογραμμίζει ότι δειλός και ανελεύθερος είναι όποιος φοβάται το θάνατο· ο «καθαρμένος» φιλόσοφος δεν επιτρέπεται να τον θεωρεί «δεινόν». Αντίθετα: «δεινός ο βίος», διαβάζουμε σε μια σελίδα του «Γοργία» (492 e).

Οφείλουμε όμως, στην περιοχή της πεσιμιστικής βιοθεωρίας, να ξεχωρίσουμε την υπόθεση που βλέπει στο θάνατο την τέλεια νέκρωση της βούλησης του ζην, από την αντίληψη σύμφωνα με την οποία η γήινη ζωή πρέπει να θυσιαστεί για χάρη μιας άλλης καλύτερης. Στην πρώτη περίπτωση ο θάνατος νοείται ως τέρμα, στη δεύτερη ως αρχή· εκείνης οι οπαδοί αρνούνται στην ύπαρξη οποιαδήποτε αξία, αυτής εδώ οι πιστοί κατευθύνουν τη ζωή προς ένα στόχο που ξεπερνά τη γήινη ύπαρξη και είναι ικανός να δώσει στο χάος των υποχρεώσεων της ζωής τάξη και σχήμα.

Η πρώτη σημασιολόγηση του θανάτου έρχεται από την παραίτηση, την πλήρη απάρνηση ως συνέπεια αδιάκοπης πικρίας, αλλεπάλληλων απογοητεύσεων ή κόρου που φέρνει την αηδία. Ο θάνατος είναι τότε ευπρόσδεκτος, επειδή ο άνθρωπος έχει βαρεθεί τη ζωή, ή επειδή έχει από τη ζωή αξιώσεις που εκείνη δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιήσει. Υποδειγματικά περιγράφει αυτή την κατάσταση ο Σοπενχάουερ που αντιπροσωπεύει μια τέτοιαν ακριβώς βιοθεωρία: «Αισθανόμαστε τότε ότι κάθε εκπλήρωση επιθυμιών, που μας προσφέρει ο κόσμος, μοιάζει με την ελεημοσύνη που επιτρέπει στο ζητιάνο να ζήσει σήμερα, για να ξαναπεινάσει αύριο· αντίθετα η παραίτηση από την κληρονομιά αφαιρεί για πάντα από τον κάτοχο κάθε έγνοια».

Με μια τέτοια ολική απαξίωση της ύπαρξης γενικά, και ειδικά του ανθρώπου, δεν συμφωνούν άλλοι χαρακτήρες που τους ονομάσαμε μισοαπαισιόδοξους. Κατά την αντίληψη τους, αυτή η αξιοθρήνητη μοίρα έχει δοθεί μόνο στη γήινη ζωή, και μάλιστα ως συνέπεια μιας «πτώσης». Ο θάνατος ανοίγει το δρόμο σε μιαν άλλη, στην ουράνια ύπαρξη, όπου τα δεινά της γήινης ζωής είναι άγνωστα και όπου αιώνια ακτινοβολεί η αληθινή, η παντοτεινή ευτυχία. Ένας συμπονετικός θεός, γεμάτος καλοσύνη και αγάπη, έχει προορίσει και καλέσει τον άνθρωπο σ’ αυτήν την ευτυχία. Για να μπορέσει όμως αυτός να τη φτάσει, πρέπει με αδιάκοπο αγώνα να προσπαθήσει να λυθεί από τα δεσμά της σωματικότητας. Μόνο εάν κάνει τούτο κύριο έργο της ζωής του, δικαιώνει τον εαυτό του, τη θεϊκή του φύση και γίνεται ικανός να ενεργεί σύμφωνα με τον επίγειο προορισμό του.

Αυτές οι ιδέες συνδέονται συνήθως με την απαισιόδοξα χρωματισμένη χριστιανική θρησκευτικότητα. 

Το Πλάτωνα πρέπει να τον κατατάξουμε στην κατηγορία των μισο - απαισιόδοξων χαρακτήρων. Βέβαια απέναντι στα γήινα αγαθά, γενικά στον κόσμο του γίγνεσθαι και της ροής, λέγει πάντοτε ένα αποφασιστικό «όχι»! Και υποστηρίζει ότι τίποτα δεν υπάρχει καλύτερο, και γι’ αυτό ακόμη το σώμα, από τη νέκρωσή του: «σώματι διαλύσεως ουκ έστιν ή κρείττον» (Νόμ. VIII 828 d). Ένα βίωμα όμως εσωτερικό, του είχε δώσει την πεποίθηση ότι, εάν λυθεί από τα βαριά δεσμά της σωματικότητας, η ψυχή μπορεί να ανυψωθεί «προς την εν ουρανώ ξυγγένειαν» (Τιμ. 90 a, Πολιτ. VI 490 b, X 611 e, Νομ. X 899 d) και τότε γίνεται άξια μιας υψηλής αιώνιας και ευτυχισμένης ζωής. Η πίστη αυτή, καθώς και η καλοσύνη της θεότητας, δεν τον άφησαν να πέσει στην απόλυτη άρνηση και παραίτηση.

β. Το επέκεινα στον προσανατολισμό της ζωής

Δίνει στη ζωή έναν τόσο υπερβατικό στόχο, ώστε μπροστά του όλες οι ηδονές και τα αγαθά της μετατρέπονται σε σκιές, όλες οι γήινες αξίες φαίνονται μηδαμινές, δίχως νόημα. Το ιδανικό του δεν έχει σχέση με καμία επίγεια ευτυχία, υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη παράσταση μέτρου· είναι η απόλυτη τελειότητα, η «ομοίωσις τω θεώ» (Φαίδ. 82 b c, Πολιτ. II 383 c, VI 498 e, 500 d, X 613 b, Θεαίτ. 176 b, Τιμ. 41 c, 43, 69 a, c, 71 d e, 90 c). Όχι ένας από ανθρώπους βαλμένος κανόνας, αλλά ο ίδιος ο θεός πρέπει να είναι το μέτρο για κάθε φρόνημα και για κάθε πράξη: «θεός ημίν πάντων χρημάτων μέτρον» (Νόμ. IV 716 c). Ο αληθινός φιλόσοφος που στέκεται πλησιέστερα προς τον θεό (Πολ. VI 500 b c, Θεαίτ. 175 d, Σοφιστ. 216 c), ζει όπως μέσα σ’ ένα σύννεφο που πορεύεται πάνω από τη γη, (Θεαίτ. 173 e). Από εκεί ψηλά κοιτάζει κάτω τα ανθρώπινα πράγματα που του φαίνονται «σμικρά και ουδέν», ασήμαντα και ανάξια του παραμικρότερου κόπου. Γι’ αυτόν είναι μόνο «διακονήματα δουλικά» (Θεαίτ. 17 e) που δεν αξίζουν να τα παίρνει κανείς στα σοβαρά (Πολιτ. X 604 b c). Τους ανθρώπους τους θεωρεί «θεού τι παίγνια και μεμηχανημένα» (Νομ. VII 803 c), «θαύματα [= αλλόκοτα πράγματα] όντας το πολύ, σμικρά δε αληθείας μετέχοντας» (VII 804 b). Εξού η αμηχανία του αληθινού φιλοσόφου (που γελά εις βάρος του το μωρό πλήθος) στις δημόσιες υποθέσεις της πολιτείας (Θεαίτ. 173 d, 175 b κ.π.). Γιατί σ’ αυτό τον κόσμο είναι σαν ξένος που δεν ξέρει πώς να βολευτεί· το σώμα του διαμένει βέβαια στη γη, το πνεύμα του όμως πετάει στον ουρανό, επειδή δεν μπορεί να βρει κανένα νόημα στα γήινα πράγματα και τις ενασχολήσεις της «μάζας» τις θεωρεί ανάξιές του (173 e). Όχι μόνο δεν δίνει καμίαν αξία στην ομορφιά και στα πλούτη, στη σωματική ρώμη και στην πολιτική δύναμη, στη δόξα και στα εγκώμια, που θαμπώνουν τους κοινούς ανθρώπους, αλλά αποστρέφεται όλες αυτές τις απολαύσεις και τα αγαθά επειδή παρασύρουν και διαφθείρουν την ψυχή (Πολ. VI 941 c, IX 591 d). Φεύγει μακριά από το σκοτάδι και την απάτη του κόσμου των αισθήσεων, του κόσμου του απλού γίγνεσθαι και φαίνεσθαι, και διαμένει με το Λόγο διαρκώς στο φωτεινό βασίλειο του αιώνια και αληθινού όντος. Το πλήθος δεν είναι σε θέση ν’ αντικρύσει τη λαμπρότητα αυτού του ουράνιου τόπου από την αδυναμία των πνευματικών οφθαλμών του (Σοφ. 254 a b), και επειδή δεν μπορεί να καταλάβει τον ενθουσιασμό του ευνοημένου από τους θεούς φιλοσόφου, τον κοιτάζει με απορία και τον παίρνει για τρελό (Φαίδρ. 249 d). Αυτός όμως δεν προσέχει καθόλου την «δόξαν των πολλών» που ζουν στη σκιά και δεν έχουν τη δύναμη να ατενίσουν το φως της αλήθειας· στην υπεραισθητηριακή «θεωρία» του γεύεται την πιο καθαρή και αδιάκοπη ηδονή (Πολιτ. IX 582 c)· έχει φτάσει στο υψηλότερο σκαλί της τελειότητας (Φαίδρ. 249 c) έχει «γεμίσει από θεό» (ένθεος).

Όποιος αφήσει να κρούσουν την ψυχή του αυτά τα σοβαρά και βαθυστόχαστα λόγια τούτου του μεταρσιωμένου ασκητή που, στην ασίγητη ορμή του προς το αιώνιο, το τέλειο και θείο, κοιτάζει κάτω τη γη με περιφρόνηση και αηδία σαν ένα μίγμα από μωρίες και μηδαμινότητες· που θεωρεί τον εαυτό του «φυτόν ουκ έγγειον αλλά ουράνιον» (Τιμ. 90 a) και αγωνίζεται ν’ αναρριχηθεί στον ουρανό· που απαρνιέται με όλη του τη δύναμη τις ηδονές και τις χαρές της γήινης ζωής, επειδή «κάτω στρέφουσι την της ψυχής όψιν» (Πολιτ. VII 519 b· βλ. και VI 485 d e) και μόνον εκείνες τις πνευματικές απασχολήσεις επιδοκιμάζει, όσες αναγκάζουν την ψυχή να ατενίζει προς τα «άνω»· που κυρύττει το ευαγγέλιο της «φυγής» από τον κόσμο και τη «φυγή» την αντιλαμβάνεται σαν ομοίωση προς το θεό, όσο γίνεται περισσότερο (Θεαίτ. 176 a b) – θαρρεί πως ακούει μουσικούς τόνους που έρχονται στην ακοή του από τα βάθη ενός άλλου κόσμου, ενός γεμάτου από τιμή και αγιότητα.

Ο κόσμος αυτός είναι στο πνεύμα του αιώνα μας σχεδόν τελείως ξένος· Όχι λιγότερο ακατανόητη ήταν η αποκλειστική προς το «επέκεινα» προσανατολισμένη βιοθεωρία για τους Έλληνες εκείνου του καιρού. Στον «Γοργία» του Πλάτων βάζει τον Καλλικλή, καθώς συζητεί με τον Σωκράτη του διαλόγου να εκφράζει την κατάπληξη του για τις ηθικές αντιλήψεις που εκείνος υποστηρίζει, με αυτά εδώ τα λόγια: «Ειπέ μοι, ώ Σώκρατες, πότερον σε θώμεν νυνί σπουδάζοντα ή παίζοντα; Ει μεν γαρ σπουδάζεις τε και τυγάνει ταύτα αληθή όντα ά λέγεις, άλλο τι ή ημών ο βίος ανατετραμμένος αν είη των ανθρώπων και πάντα τα εναντία πράττομεν, ως έοικεν, ή α δει;» (481 c). Ασφαλώς, μια τέτοιον εντύπωση θα είχε κάνει η υπερβατικότητα του βιοτικού προσανατολισμού του Πλάτωνα στους συμπολίτες του, ακόμη και στους Έλληνες της εποχής του γενικά· εσήμαινε ακριβώς μιαν αντιστροφή της δεσπόζουσας προοπτικής, μια μετατόπιση, στο άλλο άκρο του κέντρου βάρους της ζωής. Απέναντι στη χαρούμενη κατάφαση της ζωής των εύθυμων Ελλήνων ο Πλάτων κήρυττε την την άρνηση της ζωής· αντί για την αισιόδοξη ορμή της δράσης, που αποτελούσε την ιδιορρυθμία του ελληνικού χαρακτήρα, αυτός εγκωμίαζε ένα θεωρητικό ησυχασμό· κατά την αντίληψή του, όχι ο θεός έπρεπε να ανθρωποποιηθεί, αλλά ο άνθρωπος να θεοποιηθεί όσο γίνεται περισσότερο. Η ελληνική βιοθεωρία, με μια τόσο μεγάλη μετακίνηση του εποπτικού σημείου, δεν άλλαζε απλώς, αντιστρεφόταν.

Η υπερβατικότητα της θέσης του απέναντι στη ζωή δίνει στην ηθική και πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνα ένα εντελώς θρησκευτικό τόνο. Η αρετή για τον Πλάτωνα δεν έγκειται ούτε στην άψογη συμπεριφορά του πολίτη κατά τις ιδιωτικές και δημόσιες υποθέσεις ούτε στην έλλογη αποφυγή των άκρων, με το νόημα της αριστοτελικής ηθικής· η ουσία της βρισκόταν πολύ βαθύτερα. Ομοίως, ούτε η υλική ευημερία ή η αύξηση της πολιτικής δύναμης, του κράτους, ούτε η δόξα του έθνους ή οι νικηφόρες κατακτήσεις αποτελούν το ιδανικό της δικής του πολιτείας. Όλα αυτά τα αγαθά είναι εξωτερικά και μπορούν να ενθουσιάζουν μόνο τον όχλο, τον «δήμον»· αξία έχουν μόνο για τους πολλούς και αμαθείς (Πολιτ, X 602 b). Για τον Πλάτωνα είναι αποκρουστικό ό,τι κολακεύει το πλήθος και θαμπώνει τους «πολλούς» (πρβλ. το χωρίο του «Γοργία» 513 c: Εκείνος τοποθετεί στην πρώτη γραμμή την αριστοκρατία του πνεύματος και του ηθικού φρονήματος. Κατά τη δική του προτίμηση όχι εξωτερικά αγαθά, αλλά η εσωτερική δύναμη και ομορφιά της ψυχής (βλ. Πολιτ. IV 444 d e) η «ομοίωσις τω θεώ» πρέπει να είναι οι μόνοι στόχοι των προσπαθειών του αγαθού ανθρώπου και του πολιτικού που βρίσκεται στα ύψος της αποστολής του. Οι άλλες αξίες της ζωής μπορούν το πολύ - πολύ να λογαριαστούν εφόσον δεν καταστρέφουν του «κόσμον της ψυχής», παρά συμβάλλουν στην εσωτερική διάπλαση και στον ευγενισμό του ανθρώπου. Αυτό επισημαίνεται από τη λιτή αλλά τόσο εντυπωσιακή δέηση του «Φαίδρου» (279 b c):

ΣΩ. Αγαπημένε μου Πάνα και εσείς οι άλλοι θεοί τούτου εδώ του τόπου, κάνετε να γίνω μέσα μου όμορφος, και τα εξωτερικά μου αποκτήματα να είναι αγαπημένα, μέσα σε μια αρμονία, με τα εσωτερικά. Να θεωρώ ότι πλούσιος είναι ο σοφός. Κι η ποσότητα του πλούτου που θα έχω, να είναι τόση που να μην μπορεί να τη φέρει μαζί του και να πορεύεται με αυτήν άλλος, παρά μόνο ο συνετός άνθρωπος.

Επομένως της ψυχής η σωτηρία, η προνοητική συντήρηση του θησαυρού που βρίσκεται κρυμμένος στα «ένδον» του ανθρώπου, πρέπει να είναι ο στόχος της ζωής· σ’ αυτήν έγκειται επίσης η γνήσια ευτυχία, που λίγοι μόνο ξέρουν να την εκτιμούν, καθώς και η μοναδική αληθινή και άξια ηδονή που μόνον οι εκλεκτικοί είναι σε θέση να γεύονται (Φιλ. 52 b).

ΛΟΓΓΟΣ: Τὰ κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην (1.28.1-1.30.6)

[1.28.1] Τοιάσδε τέρψεις αὐτοῖς τὸ θέρος παρεῖχε. Μετοπώρου δὲ ἀκμάζοντος καὶ τοῦ βότρυος, Τύριοι λῃσταὶ Καρικὴν ἔχοντες ἡμιολίαν, ὡς ἂν μὴ δοκοῖεν βάρβαροι, προσέσχον τοῖς ἀγροῖς, καὶ ἐκβάντες σὺν μαχαίραις καὶ ἡμιθωρακίοις κατέσυρον πάντα τὰ εἰς χεῖρας ἐλθόντα, οἶνον ἀνθοσμίαν, πυρὸν ἄφθονον, μέλι ἐν κηρίοις· ἤλασάν τινας καὶ βοῦς ἐκ τῆς Δόρκωνος ἀγέλης. [1.28.2] Λαμβάνουσι καὶ τὸν Δάφνιν ἀλύοντα περὶ τὴν θάλασσαν· ἡ γὰρ Χλόη βραδύτερον ὡς κόρη τὰ πρόβατα ἐξῆγε τοῦ Δρύαντος, φόβῳ τῶν ἀγερώχων ποιμένων. Ἰδόντες δὲ μειράκιον μέγα καὶ καλὸν καὶ κρεῖττον τῆς ἐξ ἀγρῶν ἁρπαγῆς, μηδέτι μηδὲν μηδὲ εἰς τὰς αἶγας μηδὲ εἰς τοὺς ἄλλους ἀγροὺς περιεργασάμενοι κατῆγον αὐτὸν ἐπὶ τὴν ναῦν κλάοντα καὶ ἠπορημένον καὶ μέγα Χλόην καλοῦντα. [1.28.3] Καὶ οἱ μὲν ἄρτι τὸ πεῖσμα ἀπολύσαντες καὶ ταῖς κώπαις ἐμβαλόντες ἀπέπλεον εἰς τὸ πέλαγος· Χλόη δὲ κατήλαυνε τὸ ποίμνιον, σύριγγα καινὴν τῷ Δάφνιδι δῶρον κομίζουσα. Ἰδοῦσα δὲ τὰς αἶγας τεταραγμένας καὶ ἀκούσασα τοῦ Δάφνιδος ἀεὶ μεῖζον αὐτὴν βοῶντος, προβάτων μὲν ἀμελεῖ καὶ τὴν σύριγγα ῥίπτει, δρόμῳ δὲ πρὸς τὸν Δόρκωνα παραγίνεται δεησομένη βοηθεῖν.
[1.29.1] Ὁ δὲ ἔκειτο πληγαῖς νεανικαῖς συγκεκομμένος ὑπὸ τῶν λῃστῶν καὶ ὀλίγον ἐμπνέων, αἵματος πολλοῦ χεομένου. Ἰδὼν δὲ τὴν Χλόην καὶ ὀλίγον ἐκ τοῦ πρότερον ἔρωτος ἐμπύρευμα λαβὼν «ἐγὼ μὲν» εἶπε, «Χλόη, τεθνήξομαι μετ᾽ ὀλίγον· οἱ γάρ με ἀσεβεῖς λῃσταὶ πρὸ τῶν βοῶν μαχόμενον κατέκοψαν ὡς βοῦν. [1.29.2] Σὺ δέ μοι καὶ Δάφνιν σῶσον κἀμοὶ τιμώρησον κἀκείνους ἀπόλεσον. Ἐπαίδευσα τὰς βοῦς ἤχῳ σύριγγος ἀκολουθεῖν καὶ διώκειν τὸ μέλος αὐτῆς, κἂν νέμωνταί ποι μακράν. Ἴθι δή, λαβοῦσα τὴν σύριγγα ταύτην ἔμπνευσον αὐτῇ μέλος ἐκεῖνο, ὃ Δάφνιν μὲν ἐγώ ποτε ἐδιδαξάμην, σὲ δὲ Δάφνις· τὸ δὲ ἐντεῦθεν τῇ σύριγγι μελήσει καὶ τῶν βοῶν ταῖς ἐκεῖ. [1.29.3] Χαρίζομαι δέ σοι καὶ τὴν σύριγγα αὐτήν, ᾖ πολλοὺς ἐρίζων καὶ βουκόλους ἐνίκησα καὶ αἰπόλους. Σὺ δὲ ἀντὶ τῶνδε καὶ ζῶντα ἔτι φίλησον καὶ ἀποθανόντα κλαῦσον· κἂν ἴδῃς ἄλλον νέμοντα τὰς βοῦς, ἐμοῦ μνημόνευσον.»
[1.30.1] Δόρκων μὲν δὴ τοσαῦτα εἰπὼν καὶ φίλημα φιλήσας ὕστατον ἀφῆκεν ἅμα τῷ φιλήματι καὶ τῇ φωνῇ τὴν ψυχήν· ἡ δὲ Χλόη λαβοῦσα τὴν σύριγγα καὶ ἐνθεῖσα τοῖς χείλεσιν ἐσύριζε μέγιστον ὡς ἠδύνατο· καὶ αἱ βόες ἀκούουσι καὶ τὸ μέλος γνωρίζουσι καὶ ὁρμῇ μιᾷ μυκησάμεναι πηδῶσιν εἰς τὴν θάλασσαν. [1.30.2] Βιαίου δὲ πηδήματος εἰς ἕνα τοῖχον τῆς νεὼς γενομένου καὶ ἐκ τῆς ἐμπτώσεως τῶν βοῶν κοίλης τῆς θαλάσσης διαστάσης τρέπεται μὲν ἡ ναῦς καὶ τοῦ κλύδωνος συνιόντος ἀπόλλυται, οἱ δὲ ἐκπίπτουσιν οὐχ ὁμοίαν ἔχοντες ἐλπίδα σωτηρίας. [1.30.3] Οἱ μὲν γὰρ λῃσταὶ τὰς μαχαίρας παρήρτηντο καὶ τὰ ἡμιθωράκια ‹τὰ› λεπιδωτὰ ἐνεδέδυντο καὶ κνημῖδας εἰς μέσην κνήμην ὑπεδέδεντο· ὁ δὲ Δάφνις ἀνυπόδετος, ὡς ἐν πεδίῳ νέμων, καὶ ἡμίγυμνος, ὡς ἔτι τῆς ὥρας οὔσης καύματος. [1.30.4] Ἐκείνους μὲν οὖν ἐπ᾽ ὀλίγον νηξαμένους τὰ ὅπλα κατήνεγκεν εἰς βυθόν· ὁ δὲ Δάφνις τὴν μὲν ἐσθῆτα ῥᾳδίως ἀπεδύσατο, περὶ δὲ τὴν νῆξιν ἔκαμνεν, οἷα πρότερον νηχόμενος ἐν ποταμοῖς μόνοις· [1.30.5] ὕστερον δὲ παρὰ τῆς ἀνάγκης τὸ πρακτέον διδαχθεὶς εἰς μέσας ὥρμησε τὰς βοῦς, καὶ βοῶν δύο κεράτων ταῖς δύο χερσὶ λαβόμενος ἐκομίζετο μέσος ἀλύπως καὶ ἀπόνως, ὥσπερ ἐλαύνων ἅμαξαν. [1.30.6] [Νήχεται δὲ ἄρα βοῦς ὅσον οὐδὲ ἄνθρωπος· μόνων λείπεται τῶν ἐνύδρων ὀρνίθων καὶ αὖ τῶν ἰχθύων· οὐδ᾽ ἂν ἀπόλοιτο βοῦς νηχόμενος, εἰ μὴ τῶν χηλῶν οἱ ὄνυχες περιπέσοιεν διάβροχοι γενόμενοι. Μαρτυροῦσι τῷ λόγῳ μέχρι νῦν πολλοὶ τόποι τῆς θαλάσσης, βοὸς πόροι λεγόμενοι.]

***
[1.28.1] Τέτοιες χαρές τους έδινε το καλοκαίρι. Μες στο φθινόπωρο όμως, τον καιρό που μέστωνε το σταφύλι, ήρθανε ληστές από την Τύρο (με καΐκι της Κάρου, για να μη φαίνονται για βάρβαροι), βγήκαν στον κάμπο με σπαθιά και θώρακες στο στέρνο και βάλθηκαν ν᾽ αρπάζουν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους: μυρωδάτο κρασί, άφθονο στάρι, κερήθρες με μέλι, καθώς και μερικές αγελάδες απ᾽ το κοπάδι του Δόρκωνος. [1.28.2] Έπιασαν και τον Δάφνη, που τριγύριζε μονάχος στο γιαλό. (Η Χλόη, σαν κορίτσι που ήταν, φοβόταν την αποκοτιά των τσοπάνηδων και συνήθιζε να βγάζει τα πρόβατα του Δρύα λίγο αργότερα.) Σαν είδαν τέτοιο όμορφο μεγαλοκαμωμένο αγόρι, που άξιζε παραπάνω από το πλιάτσικο στα υποστατικά, δε νοιάστηκαν για τίποτ᾽ άλλο —μήτε για τις γίδες μήτε για τ᾽ άλλα υποστατικά— παρά τον κατέβασαν στο καΐκι, σαστισμένο και φωνάζοντας με κλάματα δυνατά τη Χλόη. [1.28.3] Ό,τι είχαν λύσει το παλαμάρι, πιάσει τα κουπιά κι ανοιχτεί στο πέλαγο όταν έβγαλε η Χλόη το κοπάδι της, φέρνοντας και μια καινούρια φλογέρα δώρο για τον Δάφνη. Βλέποντας τις γίδες ανάστατες κι ακούγοντας τον Δάφνη να την κράζει όλο και πιο δυνατά παράτησε τα πρόβατα, πέταξε τη φλογέρα κι έτρεξε να ζητήσει βοήθεια από τον Δόρκωνα.
[1.29.1] Τούτος κείτονταν βουτηγμένος στα αίματα από τ᾽ άγρια χτυπήματα των ληστών, και μόλις που ανάσαινε ακόμα. Σαν είδε τη Χλόη, ο αλλοτινός του έρωτας του ᾽δωσε ξανά μια σπίθα ζωής και της είπε: «Εγώ, Χλόη, όπου να ᾽ναι θα πεθάνω. Θέλησα να υπερασπιστώ τις αγελάδες, κι οι αθεόφοβοι οι ληστές μ᾽ έσφαξαν σα να ᾽μουνα ο ίδιος βόδι. [1.29.2] Εσύ τώρα σώσε τον Δάφνη σου, εκδικήσου με και τιμώρησέ τους. Έχω μάθει τις αγελάδες ν᾽ ακούνε τον ήχο της φλογέρας και ν᾽ ακολουθάνε το σκοπό της, όσο μακριά κι αν βόσκουν. Σύρε λοιπόν, πάρε τούτη τη φλογέρα και παίξε εκείνο το σκοπό που έμαθα κάποτε στον Δάφνη κι ο Δάφνης σε σένα. Τ᾽ άλλα θα τα φροντίσουν η φλογέρα κι όσες αγελάδες είν᾽ εκεί. [1.29.3] Σου χαρίζω και την ίδια τη φλογέρα, που μ᾽ αυτήν μετρήθηκα και νίκησα πολλούς γελαδάρηδες και γιδοβοσκούς. Εσύ πάλι, γι᾽ αντάλλαγμα, φίλησέ με όσο ζω ακόμα και κλάψε με σαν πεθάνω — κι όταν δεις άλλον να βόσκει τις αγελάδες θυμήσου με».
[1.30.1] Τόσα είπε ο Δόρκων, τη φίλησε στερνή φορά, και μ᾽ αυτά τα λόγια και με το φιλί ξεψύχησε. Η Χλόη πήρε τη φλογέρα, την έβαλε στο στόμα της και φύσηξε μ᾽ όλη της τη δύναμη — κι οι αγελάδες την άκουσαν, αναγνώρισαν το σκοπό και πήδηξαν όλες μαζί μουκανίζοντας στη θάλασσα. [1.30.2] Με τ᾽ απότομο πήδημά τους από το ένα πλευρό του καϊκιού, και τη βουτιά τους που έκανε τα νερά να μεριάσουν, αναποδογύρισε το καΐκι και βούλιαξε μέσα στα κύματα. Όσοι ήταν μέσα βρέθηκαν στη θάλασσα, δίχως όμως να ᾽χουν όλοι τις ίδιες πιθανότητες να σωθούν: [1.30.3] γιατί οι ληστές ήταν ζωσμένοι τα σπαθιά και φορούσαν και θωράκιση λεπιδωτή στο στέρνο κι άλλη ως κάτω από τα γόνατα, ενώ ο Δάφνης ήταν ξυπόλητος, γιατί έβοσκε στον κάμπο, και μισόγυμνος γιατί έκανε ακόμα πολλή ζέστη. [1.30.4] Εκείνους λοιπόν, αφού κολύμπησαν λίγη ώρα, τους τράβηξε ο οπλισμός τους στο βυθό, ενώ ο Δάφνης δε δυσκολεύτηκε να βγάλει το ρούχο του. Το κολύμπι τον κούρασε βέβαια, γιατί ως τότε δεν είχε κολυμπήσει παρά μόνο σε ποτάμια· [1.30.5] όμως η ίδια η δύσκολη περίσταση τον έκανε να βρει τη λύση: χύμηξε καταμεσής στις αγελάδες, άρπαξε δυονών τα κέρατα με τα δυο του χέρια κι αυτές τον έσυραν ανάμεσά τους δίχως κόπο και δυσκολία καμιά, λες και οδηγούσε αμάξι. [1.30.6] (Η αγελάδα είναι καλύτερη κι από τον άνθρωπο στο κολύμπι, όπου την ξεπερνάνε μόνο τα θαλασσοπούλια και τα ίδια τα ψάρια. Αγελάδα που κολυμπάει δεν πνίγεται εύκολα, εξόν αν μαλακώσουν τα νύχια της απ᾽ το νερό και πέσουν· απόδειξη, το πόσοι θαλασσινοί τόποι ονομάζονται «βοϊδοπεράματα».)