Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Όρισε τώρα τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά για τον εαυτό σου

Όρισε τώρα τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά για τον εαυτό σου, που θα διατηρήσεις όταν είσαι μόνος αλλά και μαζί με άλλους ανθρώπους.

Και ως επί το πλείστον να τηρείς σιωπή ή να λες τα απολύτως αναγκαία και με λίγα λόγια. Σπανίως, μάλιστα, όταν απαιτείται να μιλήσεις, μίλα, αλλά όχι για κάτι τυχαίο, όχι για μονομαχίες ή ιπποδρομίες ή αθλητές ή φαγητά ή ποτά, θέματα που συζητούνται παντού, και κυρίως όχι για ανθρώπους ψέγοντας, επαινώντας ή συγκρίνοντας. Αν το μπορείς, οδήγησε με τα λόγια σου τα λόγια των συντρόφων σου ώστε να είναι πιο αρμόζοντα, αλλά, αν τύχει να βρεθείς μόνος ανάμεσα σε ξένους, να σωπάσεις.

Να μη γελάς πολύ ούτε για πολλά θέματα ούτε ασυγκράτητα.

Να μην ορκίζεσαι, καθόλου αν είναι δυνατόν, διαφορετικά όσο μπορείς.

Απόφευγε τα συμπόσια με ανθρώπους αδαείς. Κι αν κάποτε έρθει ο καιρός που θα χρειαστεί να το κάνεις, να εντείνεις την προσοχή σου μην τυχόν γίνεις κι εσύ αδαής. Γιατί να γνωρίζεις ότι, αν ο φίλος σου είναι βρομερός, κατ’ ανάγκη θα μολύνει και αυτόν τον οποίο συναναστρέφεται, ακόμα κι αν τύχει να είναι καθαρός.

Όσα αφορούν το σώμα να τα λαμβάνεις όσο χρειάζεται, όπως τροφές, ποτά, ενδύματα, σπίτι, υπηρέτες. Ό,τι αφορά τη δόξα ή την πολυτέλεια, να το ξεχάσεις τελείως…

Αν σου πουν ότι κάποιος σε κακολογεί, μην απολογηθείς για όσα λέει αλλά απάντησε ότι «αγνοούσε και τα άλλα μου ελαττώματα, γιατί αλλιώς δεν θα έλεγε μόνο αυτά».

Δεν είναι αναγκαίο να πολυπηγαίνεις στα θέατρα. Και, αν κάποτε είναι καιρός να το κάνεις, να δείξεις ότι υποστηρίζεις μόνο τον εαυτό σου και κανέναν άλλο, δηλαδή ότι θέλεις το αποτέλεσμα να είναι αυτό που πραγματικά είναι και να νικά μόνο ο νικητής. Κι έτσι δεν θα απογοητευτείς. Να απέχεις τελείως από το να φωνάζεις και να γελάς δυνατά εναντίον κάποιου ή να συγκινείσαι υπερβολικά. Και όταν φύγεις, να μη μιλάς πολύ για όσα έγιναν, παρά μόνο για όσα συμβάλλουν στη βελτίωσή σου- γιατί διαφορετικά ο κόσμος θα σκεφτεί ότι εντυπωσιάστηκες από το θέαμα.

Στις διαλέξεις που κάποιοι δίνουν να μην πηγαίνεις τυχαία και εύκολα και, όταν το κάνεις, να τηρείς σεμνότητα και ηρεμία και να μην ενοχλείς.

Όταν πρόκειται να συναντήσεις κάποιον, ειδικά κάποιον που θεωρείται σπουδαίος, αναρωτήσου τι θα έκανε ο Σωκράτης ή ο ‘Ζήνων στη συγκεκριμένη περίπτωση κι έτσι δεν θα δυσκολευτείς να διαχειριστείς την κατάσταση κατά τον αρμόζοντα τρόπο. Όταν επισκέπτεσαι κάποιον πολύ ισχυρό, να φαντάζεσαι ότι δεν θα τον βρεις μέσα στο σπίτι, ότι θα σε κλείσουν απ’ έξω, ότι θα σε αγνοήσει. Και αν παρ’ όλα αυτά πρέπει να πας, όταν βρεθείς εκεί, να αποδεχτείς όσα συμβαίνουν, να μην πεις ποτέ στον εαυτό σου ότι «δεν άξιζε τον κόπο». Γιατί αυτό δείχνει άνθρωπο ανόητο και με στρεβλή αντίληψη για τα εξωτερικά πράγματα.

Στις συνομιλίες απόφευγε να αναφέρεις υπερβολικά δικά σου κατορθώματα ή περιπέτειες. Μπορεί να σου είναι ευχάριστο να θυμάσαι τις περιπέτειες σου, αλλά για τους άλλους δεν είναι τόσο ευχάριστο να ακούν τι σου συνέβη.

Απόφευγε να προξενείς γέλιο, γιατί αυτή η συνήθεια είναι επικίνδυνη και εύκολα μπορείς να ολισθήσεις στη χυδαιότητα και να μειωθεί ο σεβασμός που έχουν οι άλλοι για το πρόσωπό σου. Επίσης, είναι επισφαλής και η αισχρολογία. Όταν λοιπόν συμβεί κάτι τέτοιο, αν έχεις την ευκαιρία, να επιπλήξεις εκείνον που επιδόθηκε σε αισχρολογία, διαφορετικά να δείξεις σιωπώντας και κοκκινίζοντας και με έκφραση σκυθρωπή ότι σε δυσαρέστησε ο λόγος του.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

A. SCHOPENHAUER: Είμαστε συχνά πιο ανόητοι απ’ ό,τι πιστεύουμε και γινόμαστε, έτσι, εύκολα άδικοι με τον ίδιο μας τον εαυτό μας

Στον βίο είναι όπως στο σκάκι: εμείς καταστρώνουμε κάποιο σχέδιο, η εκτέλεσή του, όμως, εξαρτάται από το τι αποφασίζει να πράξει στο μεν σκάκι ο αντίπαλος, στον δε βίο η μοίρα. Οι τροποποιήσεις στις οποίες υποβάλλεται το αρχικό μας σχέδιο είναι συνήθως τόσο μεγάλες που, κατά την εκτέλεσή του, μόλις και μετά βίας αναγνωρίζεται χάρη σε μερικές βασικές κινήσεις.

Εξάλλου, υπάρχει στην διαδρομή της ζωής μας και κάτι πέρα απ’ όλα αυτά. Πρόκειται για μία αλήθεια τετριμμένη και πάμπολλες φορές πιστοποιημένη, πως δηλ. είμαστε συχνά πιο ανόητοι απ’ ό,τι πιστεύουμε, ενώ, αντίθετα, το ότι είμαστε συχνά φρονιμότεροι απ’ ό,τι πιστεύουμε είναι μία ανακάλυψη που κλίνουν μόνον όσοι έχουν βρεθεί σ’ αυτήν την κατάσταση, και μάλιστα δεν την κάνουν παρά μόνον αργότερα.

Στις κύριες γραμμές, τις βασικές καμπές της πορείας του βίου μας, δεν ενεργούμε τόσο βάσει σαφούς γνώσεως του ορθού όσο σύμφωνα με μια εσωτερική παρόρμηση μ’ ένα –θα ‘λεγε κανείς- ένστικτο προερχόμενο από τα βάθη της οντότητας μας και, κατόπιν, κατακρίνουμε σχολαστικά τις πράξεις μας με γνώμονα έννοιες σαφείς, όμως ανεπαρκείς, έννοιες επίκτητες ή, μάλλον, δανεισμένες , και γινόμαστε έτσι, εύκολα άδικοι με τον ίδιο μας τον εαυτό μας. Ωστόσο, στο τέλος γίνεται φανερό ποιος είχε δίκιο, μόνο δε το γήρας- όταν αισίως φθάσουμε σ ‘αυτό- μας παρέχει την δυνατότητα, υποκειμενικά και αντικειμενικά, να κρίνουμε το ζήτημα.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ

Θα μπορούσε κάνεις να ισχυριστεί ότι η ανθρώπινη φύση είναι αντικείμενο μελέτης των εμπειρικών επιστημών και όχι της φιλοσοφίας. Εξάλλου, πώς μπορούμε να πούμε τι είναι ο άνθρωπος αν δεν τον μελετήσουμε; Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι είναι αδύνατον να συναντήσουμε τα φυσικά ανθρώπινα όντα που η μελέτη αυτή απαιτεί, καθώς όλοι οι άνθρωποι που θα μπορούσαμε να εξετάσουμε είναι προϊόντα μιας συγκεκριμένης κοινωνίας Το ίδιο, βέβαια, ισχύει για όλα τα ανθρώπινα όντα για τα οποία υπάρχει κάποιας μορφής ιστορική μαρτυρία

Το ερώτημα αυτό είναι καθαρά φιλοσοφικό, μολονότι οι φιλόσοφοι έχουν συνήθως ένα απώτερο κίνητρο, οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι πολίτικες και ηθικές θεωρίες στηρίζονται σε μια ερμηνεία της καταγωγής του καλού και του κακού, του χάους και της τάξης, ενώ πρέπει να αποφασίσουν αν οι άνθρωποι είναι φύσει καλοί ή κακοί, φύσει κοινωνικοί ή μονήρεις ·και ούτω καθεξής. Η ιστορία της φιλοσοφίας μάς αποκαλύπτει πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις του ζητήματος αυτού.

Ένα παράδειγμα είναι η κινεζική παράδοση, στο πλαίσιο της οποίας δυο βασικοί εκπρόσωποι της ο Κομφούκιος και ο Μέγκιος βρίσκονται σε πλήρη διαφωνία ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα ο πρώτος υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι είναι φύσει κακοί και εγωπαθείς και για να γίνουν καλοί χρειάζονται εκπαίδευση και πίεση από την πλευρά της κοινωνίας, ενώ ο δεύτερος ισχυρίζεται ακριβώς το αντίθετο, ότι οι άνθρωποι είναι εγγενώς καλοί και διαφθείρονται από τις αλλοτριωμένες κοινωνίες και τα κακά εκπαιδευτικά συστήματα. Το ίδιο διχασμένη είναι και η Δυτική πολίτικη παράδοση ο Χομπς υποστηρίζει ότι οι προ-κοινωνικές φυσικές κοινωνίες είχαν αποδυθεί σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων, ώστε να απαιτείται η σύναψη ενός κοινωνικού συμβολαίου ικανού να χαλιναγωγήσει τα ανθρώπινα ένστικτα και να αποτρέψει την αιματοχυσία, ενώ ο Λοκ αρνείται την κακή φύση του ανθρώπου και ισχυρίζεται ότι το κοινωνικό συμβόλαιό χρειάζεται μόνο για να «απαλύνει» τις οχλήσεις που προκύπτουν από τη φυσική κατάσταση. Έτσι, για τον μεν Χομπς η κτηνώδης φύση καιροφυλακτεί όταν η κοινωνία αρχίσει να διαλύεται, για τον δε Λοκ η ίδια αυτή φύση ανήκει στο μακρινό και σκοτεινό παρελθόν της ανθρωπότητας.

Ο Ρουσσώ αποδεικνύει ότι οι εκ διαμέτρου αντίθετες αυτές απόψεις είναι εξίσου λανθασμένες όπως είπα αρχικά, έχουμε μόνο την εμπειρία του εκκοινωνισμένου και μη φυσικού ανθρώπου. Ο Χομπς και ο Λοκ δεν μπορούν να μας δείξουν αυθεντικά φυσικούς ανθρώπους, αλλά ανθρώπους που η σύγχρονη φιλοσοφία τοποθέτησε σε αυτή την κατάσταση με τρόπο θεωρητικό, δηλαδή τεχνητό. (Πράγματι, ο Ρουσσώ επιχειρηματολογεί υπέρ ενός ανθρώπου που είναι φυσικά και ηθικά καλός.)

Η σύγχρονη βιολογία δεν μπορεί να μας βοηθήσει, γιατί, στην καλύτερη περίπτωση, μας δίνει εξηγήσεις εκ των υστέρων, τουτέστιν πως πάμε από “εδώ” που βρισκόμαστε στο “εκεί”. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρουμε πού είναι αυτό το “εκεί” (για να μην πω ότι, στην πραγματικότητα, δεν ξέρουμε ούτε το “εδώ” που βρίσκεται). Επιπλέον, η βιολογία, στην προσπάθεια της να μας δώσει κάποιες εξηγήσεις που αφορούν στο οργανικό μέρος του ανθρωπίνου όντος, ξεχνά την πνευματική και λογική διάσταση του. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ηθική πλευρά του ανθρώπου συνδέεται κυρίως με τους λόγους παρά με τις αίτιες των πράξεων.

Οι συνηθισμένοι άνθρωποι είναι μικροί, ο μεγαλοφυής όμως μεγάλος

Στο μεμονωμένο να βλέπεις πάντα το γενικό, είναι ακριβώς το βασικό χαρακτηριστικό της μεγαλοφυΐας, ενώ ο κανονικός άνθρωπος στο μεμονωμένο αντιλαμβάνεται μόνο το μεμονωμένο ως τέτοιο, αφού μόνο ως τέτοιο ανήκει στην πραγματικότητα, η οποία και μόνο έχει για αυτόν ενδιαφέρον, δηλαδή σχέσεις προς τη βούλησή του.

Ο κανονικός άνθρωπος δηλαδή βρίσκεται μέσα στον σάλο και την ταραχή της ζωής, στην οποία ανήκει μέσω της βούλησής του- η νόησή του είναι γεμάτη από τα πράγματα και τα συμβαίνοντα της ζωής- όμως αυτά τα πράγματα και την ίδια τη ζωή στην αντικειμενική τους σημασία δεν τα βλέπει καθόλου, όπως ο έμπορος στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ καταλαβαίνει πολύ καλά τι λέει διπλανός του, αλλά το έντονο βούισμα, σαν αυτό της θάλασσας, ολόκληρης της αίθουσας του χρηματιστηρίου δεν το ακούει καθόλου, κάτι για το οποίο ένας πιο απομακρυσμένος παρατηρητής απορεί. 

Η μεγαλοφυΐα αντίθετα, η νόηση της οποίας έχει αποκοπεί από τη βούληση, δηλαδή από το άτομο, αναγνωρίζει ότι τα πράγματα που σχετίζονται με αυτό δεν είναι ο ίδιος ο κόσμος και τα ίδια τα πράγματα. Αυτά η μεγαλοφυΐα τα βλέπει τα ίδια καθαυτά, καθαρά, και τα αναγνωρίζει με την αντικειμενική παρατήρηση- με αυτή την έννοια είναι η ουσία της μεγαλοφυΐας στοχαστική.

Αυτή η στοχαστικότητα είναι που καθιστά ικανό τον ζωγράφο να απεικονίσει πιστά τη φύση που έχει μπροστά του, και τον ποιητή να προβάλει το παρόν που παρατηρεί με ακρίβεια.

Το ζώο ζει χωρίς κανέναν στοχασμό. Συνείδηση έχει, που σημαίνει αναγνωρίζει τον εαυτό του και το καλό ή το κακό του, ακόμα και τα αντικείμενα που τα προκαλούν αυτά. Όμως η αντίληψή του παραμένει πάντα υποκειμενική, δεν γίνεται ποτέ αντικειμενική: όλα όσα αντιλαμβάνεται του φαίνονται αυτονόητα, και επομένως δεν μπορεί ποτέ να γίνουν ούτε θέμα (αντικείμενο περιγραφής) ούτε πρόβλημα (αντικείμενο διαλογισμού).

Η συνείδησή του βρίσκεται λοιπόν εντελώς μέσα στα εμπειρικά όρια. Βέβαια όχι από την ίδια, αλλά από συγγενή υφή είναι η συνείδηση του συνηθισμένου ανθρώπινου τύπου, καθώς και η δική του αντίληψη των πραγμάτων είναι προπάντων υποκειμενική και κατά κύριο λόγο παραμένει μέσα στα εμπειρικά πλαίσια. Αντιλαμβάνεται τα πράγματα στον κόσμο, αλλά όχι τον κόσμο- αντιλαμβάνεται τις πράξεις του και τις δυστυχίες του, αλλά όχι τον ίδιο τον εαυτό του.

Όλα τελικά εξαρτώνται από το πού βρίσκεται η βασική σοβαρότητα του ανθρώπου. Σχεδόν σε όλους βρίσκεται αποκλειστικά στο δικό τους καλό και στο καλό των δικών τους, γι’ αυτό και δεν είναι ικανοί να προωθήσουν τίποτα άλλο έξω από αυτό. Γιατί καμία πρόθεση, καμιά θεληματική και εσκεμμένη προσπάθεια δεν αποφέρει την αληθινή, βαθιά σοβαρότητα, ή την αντικαθιστά, ή πιο σωστά την εκτοπίζει. Γιατί αυτή μένει πάντα εκεί που την έχει τοποθετήσει η φύση. Γι’ αυτό, μεγαλοφυή άτομα φροντίζουν συχνά ανεπαρκώς για το δικό τους καλό. 

Όπως ένα μολυβένιο κομμάτι σε μια αλυσίδα που αιωρείται, την επαναφέρει πάλι πίσω στο σημείο που είναι προσδιορισμένο από τη βαρύτητα, έτσι και η αληθινή σοβαρότητα του ανθρώπου τραβάει τη δύναμη και την προσοχή της νόησής του πάντα πίσω προς τα εκεί που είναι προορισμένη να βρίσκεται: όλα τα άλλα τα κάνει ο άνθρωπος χωρίς αληθινή σοβαρότητα. Γι’ αυτό μόνο οι εξαιρετικά σπάνιοι, μη κανονικοί άνθρωποι, η αληθινή σοβαρότητα των οποίων δεν βρίσκεται στο προσωπικό και πρακτικό, παρά στο αντικειμενικό και θεωρητικό, είναι σε θέση να αντιληφθούν το ουσιαστικό των πραγμάτων και του κόσμου, που σημαίνει τις ύψιστες αλήθειες, και με κάποιο τρόπο να τις προβάλουν. Γιατί μια τέτοια σοβαρότητα, που βρίσκεται έξω από το υποκείμενο, στο αντικειμενικό, είναι κάτι ξένο από την ανθρώπινη φύση, κάτι αφύσικο, στην ουσία υπερφυσικό- όμως μόνο μέσα από αυτήν είναι ένας άνθρωπος μεγάλος, και οι δημιουργίες του είναι σαν να προέρχονται από ένα, διαφορετικό από αυτόν, δημιουργικό πνεύμα, το οποίο τον κατέλαβε. 

Σε έναν τέτοιον άνθρωπο, η ζωγραφική, η ποίηση ή η σκέψη είναι σκοπός, στους άλλους είναι μέσο. Αυτοί επιδιώκουν τα συμφέροντά τους και γνωρίζουν κατά κανόνα να τα προωθούν προσαρμοζόμενοι στους συγχρόνους τους, έτοιμοι να υπηρετήσουν τις ανάγκες τους και τα κέφια τους- γι’ αυτό κατά το πλείστον ζουν σε ευτυχείς συνθήκες, εκείνος όμως συχνά σε πολύ πενιχρές- γιατί το προσωπικό του καλό το θυσιάζει στον αντικειμενικό σκοπό: δεν μπορεί δηλαδή να κάνει αλλιώς, γιατί εκεί βρίσκεται η σοβαρότητά του. Οι άλλοι κάνουν το αντίστροφο: γι’ αυτό αυτοί είναι μικροί, εκείνος όμως μεγάλος. Σύμφωνα με αυτά, το έργο του είναι για όλους τους καιρούς, αλλά η αναγνώρισή του αρχίζει συνήθως στους μεταγενέστερους. Οι άλλοι ζουν και πεθαίνουν με την εποχή τους. 

Μεγάλος γενικά είναι εκείνος που με τη δράση του (είτε αυτή είναι πρακτική είτε θεωρητή) δεν επιδιώκει τα συμφέροντά του, παρά ακολουθεί μόνο έναν αντικειμενικό σκοπό. Το ότι αυτός δεν επιδιώκει το καλό του και τα συμφέροντά του, αυτό τον κάνει κάτω από όλες τις συνθήκες μεγάλο. 

Μικρή αντίθετα είναι κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί σε προσωπικούς σκοπούς, γιατί αυτός που ενεργεί έτσι, αναγνωρίζει και βρίσκει τον εαυτό του μόνο στο απειροελάχιστα μικρό άτομό του. Αντίθετα, όποιος είναι μεγάλος αναγνωρίζει τον εαυτό του σε όλα, δηλαδή στην ολότητα: δεν ζει, όπως εκείνος, μόνο στον μικρόκοσμο, παρά ακόμα πιο πολύ στον μακρόκοσμο. Γι’ αυτό και η υπόθεσή του είναι η ολότητα, και επιδιώκει να την αντιληφθεί, για να την παρουσιάσει, ή για να την εξηγήσει, ή για να επενεργήσει σε αυτήν πρακτικά. Γιατί αυτή δεν του είναι ξένη, νιώθει ότι τον αφορά.

ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, Οι ατέλειες της νόησης και η μεγαλοφυΐα

Το πόσο υγιείς είναι οι σχέσεις σου με τους άλλους, μετριέται με το αν είσαι αφοσιωμένος σ’ αυτές όσο διαρκούν

Η πιο υποχρεωτική και σταθερή αντίδραση σε έναν συναισθηματικό δεσμό είναι, απλώς, να είσαι διατεθειμένος να μην προσκολληθείς στο άτομο εκείνο, σ’ εκείνη την κατάσταση, σ’ εκείνη τη σχέση. Κι αν ο δεσμός αυτός, όση χαρά κι αν σου δίνει, τελειώσει αύριο, να μπορείς, να πάρεις την απόφαση να τον ξεχάσεις. Μέχρι όμως να έρθει αυτή η στιγμή (που μπορεί να μην έρθει ποτέ), ενόσω δεν έρχεται το τέλος, προσπάθησε να είσαι ΤΕΛΕΙΩΣ αφοσιωμένος. 

Είμαι αφοσιωμένος όπως εκείνοι που δηλώνουν ότι αφοσιώνονται από αγάπη, κι όχι όπως εκείνοι που αγαπούν από υποχρέωση.

Το πόσο υγιής είναι η σχέση σου με τους άλλους μετριέται με το αν είσαι αφοσιωμένος όσο διαρκεί, και πόσο ελέγχεις, ψάχνεις μέσα σου και σιγουρεύεσαι ότι αυτό που έχεις είναι πράγματι αυτό που θέλεις και πρέπει να έχεις και όχι τα απομεινάρια εκείνου που είχες. Και αν έχει πεθάνει, έχει σημασία πόσο αποφασιστικά το αποχαιρετάς και φεύγεις από αυτό που έχει ήδη τελειώσει.

Λέω λοιπόν, ότι, καμιά φορά, το να μην εγκαταλείπεις κάτι είναι θάνατος.

Και κάποιες φορές, ζωή είναι να παρατάς αυτό που κάποτε σ’ έσωσε.

Είναι φοβερό να παραδεχτούμε ότι σε κάθε απώλεια υπάρχει όφελος. Ότι ο πόνος για την απώλεια θα τελειώσει αναγκαστικά με κάποιο κέρδος.

Και βέβαια δεν υπάρχει απώλεια χωρίς ένα όφελος, δεν υπάρχει απώλεια που δεν οδηγεί στην προσωπική ανάπτυξη!

Το σπέρμα «θυμάται» και μεταδίδει πληροφορίες στο έμβρυο

Ο τρόπος ζωής του πατέρα, η διατροφή, το σωματικό βάρος καθώς και τα επίπεδα του άγχους του, συνδέονται με τις συνέπειες που έχουν στην υγεία των απογόνων του. Αυτό συμβαίνει μέσω της Επιγενετικής, τα κληρονομικά βιοχημικά αποτυπώματα τα οποία σχετίζονται με το DNA και τις πρωτεΐνες που τα συνδέουν.

Ωστόσο ο τρόπος που μεταδίδονται οι πληροφορίες κατά την γονιμοποίηση, καθώς και τα μόρια και τους μηχανισμούς του σπeρματος που εμπλέκονται, ήταν μέχρι τώρα άγνωστα.

Μια νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Καναδά McGill, έρχεται να ρίξει φως σε αυτή τη διαδικασία. Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Developmental Health» και κάνει σημαντική πρόοδο εντοπίζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι περιβαλλοντικές πληροφορίες μεταδίδονται από μη DNA μόρια στο σπέρμα. Είναι μια ανακάλυψη που προάγει την επιστημονική κατανόηση της κληρονομικότητας των πατρικών εμπειριών ζωής και πιθανώς ανοίγει νέους δρόμους για τη μελέτη της μετάδοσης και της πρόληψης των ασθενειών.

«Η μεγάλη ανακάλυψη αυτής της μελέτης είναι ότι εντόπισε πως υπάρχουν μέσα που δεν βασίζονται στο DNA, με τα οποία το σπeρμα «θυμάται» το περιβάλλον του πατέρα και μεταδίδει αυτές τις πληροφορίες στο έμβρυο», δήλωσε η Sarah Kimmins, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης. Η εργασία αυτή βασίζεται σε μια 15ετή έρευνα που έκανε η ίδια και η ομάδα της. «Είναι μια αξιοσημείωτη έρευνα, αφού παρουσιάζει μια σημαντική μετατόπιση από αυτά όσα ήταν γνωστά για την κληρονομικότητα και τις ασθένειες. Από την αντίληψη ότι βασίζονται αποκλειστικά στο DNA, παρουσιάζει μια νέα, που περιλαμβάνει και πρωτεΐνες σπέρματος. Έτσι ανοίγει τον δρόμο στην πιθανότητα πως για την κατανόηση και την πρόληψη ορισμένων ασθενειών, το ‘κλειδί’ θα μπορούσαν να είναι οι πρωτεΐνες σπέρματος», συμπλήρωσε.

Η Kimmins συνέχισε λέγοντας πως «Όταν ξεκινήσαμε να βλέπουμε τα αποτελέσματα, το βρήκαμε συναρπαστικό. Γιατί κανείς δεν είχε καταφέρει νωρίτερα να εντοπίσει πώς αυτά τα κληρονομικά περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά μεταδίδονται από το σπέρμα στο έμβρυο», πρόσθεσε η Arian Lismer, επίσης συγγραφέας της μελέτης. «Ήταν ιδιαίτερα ικανοποιητικό, διότι ήταν πολύ δύσκολο να δουλέψεις στο μοριακό επίπεδο του εμβρύου, απλά και μόνο γιατί έχουμε τόσο λίγα κύτταρα διαθέσιμα για επιγενετική ανάλυση. Μόνο χάρη στη νέα τεχνολογία και τα επιγενετικά εργαλεία, μπορέσαμε να φτάσουμε σε αυτά τα αποτελέσματα».

Για να προσδιορίσουν τον τρόπο που οι πληροφορίες που επηρεάζουν την ανάπτυξη μεταδίδονται στα έμβρυα, οι ερευνητές χειραγώγησαν το επιγονιδίωμα του σπeρματος δίνοντας σε αρσενικά ποντίκια μια δίαιτα χωρίς φολικά οξέα, και στη συνέχεια προσπάθησαν να εντοπίσουν τις επιδράσεις σε συγκεκριμένες ομάδες μορίων πρωτεΐνων που σχετίζονται με το DNA.

Διαπίστωσαν ότι οι αλλαγές που προκλήθηκαν από τη συγκεκριμένη δίαιτα σε μια συγκεκριμένη ομάδα μορίων (ομάδες μεθυλίου), οι οποίες σχετίζονται με πρωτεΐνες ιστόνης, (κρίσιμες για τη συσκευασία του DNA σε κύτταρα), οδήγησαν σε αλλοιώσεις στην έκφραση του γονιδίου στα έμβρυα αλλά και σε γενετικές ανωμαλίες της σπονδυλικής στήλης και του κρανίου. Αυτό που ήταν ακόμα πιο αξιοσημείωτο είναι πως οι αλλαγές στις ιστόνες του σπeρματος, μεταδόθηκαν κατά τη γονιμοποίηση και παρέμειναν στο έμβρυο.

«Τα επόμενα βήματά μας θα είναι να προσδιορίσουμε εάν αυτές οι επιβλαβείς αλλαγές που προκαλούνται στις πρωτεΐνες του σπέρματος (ιστόνες) μπορούν να διορθωθούν. Έχουμε ενδείξεις ότι αυτό ισχύει πράγματι», αναφέρει η Kimmins. «Η ελπίδα που προκύπτει από αυτή τη μελέτη είναι πως με την επέκταση της κατανόησης μας για το τι κληρονομείται πέρα από το DNA, δημιουργούνται δυνητικά νέοι δρόμοι για την πρόληψη ασθενειών που θα οδηγήσουν σε πιο υγιή παιδιά και ενήλικες».

Η θέση του Πλάτωνα απέναντι στη ζωή και στο θάνατο

ΠΛΑΤΩΝα. Η αντίληψη του «θανάτου»

Η γήινη ύπαρξη, με την αστάθεια της, την οδύνη, τις αντιφάσεις της, όπου βρίσκεται πάντα ένα απλό γίγνεσθαι και πουθενά ένα αληθινό είναι, του φαινόταν μηδαμινή, δίχως κανένα νόημα· πρόγραμμά της ζωής ένα μόνο μπορούσε να είναι: να φύγομε απ’ αυτή τη ζωή.

Τούτον το στοχασμό διατυπώνει ο Πλάτων με εντυπωσιακή αποφασιστικότητα πρώτα μέσα στον «Φαίδωνα», γιατί στη διαμόρφωσή του πριν απ’ όλα βοήθησε ο ειρηνικός, ο εκπληκτικά γαλήνιος θάνατος του Σωκράτη, που αποτελεί το τραγικό φόντο εκείνου του διαλόγου. Ήδη ο «Γοργίας» αποδοκιμάζει έντονα τα γήινα αγαθά, ο «Κρατύλος» και ο «Μένων» μιλούν για το σώμα-τάφο της ψυχής και για την αθανασία της· όμως η διάθεση της φυγής από τον κόσμο στην αποκορύφωσή της φτάνει πρώτα μέσα στον «Φαίδωνα».

Μόνο με το θάνατο του σώματος –διδάσκει και ο «Φαίδων»- η ψυχή κατορθώνει να ζήσει τη δική της ζωή· και αντίστροφα, η ψυχή πεθαίνει όσο περισσότερο αναπτύσσεται και δυναμώνει η σωματικότητα. Αυτά τα δυο όντα «ζουν αμοιβαία το θάνατο και πεθαίνουν τη ζωή τους». Εάν λοιπόν ο άνθρωπος θέλει να μεθέξει στην αιώνια ζωή, που μόνο αυτή ταιριάζει στην ψυχή, πρέπει να πεθάνει, ως προς το σώμα, για τη γήινη ύπαρξη. Τούτο ακριβώς πράττουν οι αληθινοί φιλόσοφοι· περνούν τις μέρες τους σα «νεκροί», προσηλωμένοι πάντοτε στο θάνατο (64 a). Γιατί, τι είναι κυρίως ο θάνατος; Ολοφάνερα το λύσιμο της ψυχής από το σώμα, η απελευθέρωση της από τα δεσμά του, η περισυλλογή στον εαυτό της (64 c, 67 d). Μια τέτοιαν αποδέσμευση της ψυχής από το σώμα επιδιώκει ακριβώς και ο φιλόσοφος απαρνούμενος τις αισθησιακές ηδονές, νεκρώνοντας τις επιθυμίες, αποφεύγοντας την απάτη των οργάνων του σώματος, των αισθήσεων, και παραδιδόμενος αποκλειστικά στο Λόγο (64 d, 65 b, 83 a κλπ.). Γι’ αυτόν λοιπόν ο θάνατος όχι μόνο κακό δεν είναι, όπως νομίζει ο μωρός όχλος (68d), αλλά ίσα-ίσα ο επιθυμητός στόχος. Οι προσπάθειες του σε ένα και μόνο πάντα κατατείνουν, και αυτό είναι: «λύσις και χωρισμός της ψυχής από σώματος» (67 d), έτσι ώστε ολόκληρη η φιλοσοφία μπορεί να οριστεί: «μελέτη θανάτου» (=άσκηση πεθαμού) (80 c – 81 a, 67 e).

Την ίδια θέση απέναντι στο θάνατο κρατεί ο Πλάτων μέσα σε όλα τα μεταγενέστερα έργα του. Εντυπωσιακότερα από κάθε άλλο βιβλίο εκφράζεται στο κείμενο των «Νόμων»: Ο Πλούτων – λέγει - ο θεός του Άδη πρέπει να τιμάται ιδιαίτερα, επειδή απ’ όλους τους θεούς έχει τις καλύτερες διαθέσεις απέναντι στο ανθρώπινο γένος, αφού χαρίζει στους ανθρώπους το πιο ευκταίο πράγμα· το θάνατο. Και τονίζει ρητά ότι αυτό το λέγει με πλήρη σοβαρότητα: «ως εγώ φαίην αν σπουδή λέγων» (VIII 828 d). Και η «Πολιτεία» (VI 488 b) υπογραμμίζει ότι δειλός και ανελεύθερος είναι όποιος φοβάται το θάνατο· ο «καθαρμένος» φιλόσοφος δεν επιτρέπεται να τον θεωρεί «δεινόν». Αντίθετα: «δεινός ο βίος», διαβάζουμε σε μια σελίδα του «Γοργία» (492 e).

Οφείλουμε όμως, στην περιοχή της πεσιμιστικής βιοθεωρίας, να ξεχωρίσουμε την υπόθεση που βλέπει στο θάνατο την τέλεια νέκρωση της βούλησης του ζην, από την αντίληψη σύμφωνα με την οποία η γήινη ζωή πρέπει να θυσιαστεί για χάρη μιας άλλης καλύτερης. Στην πρώτη περίπτωση ο θάνατος νοείται ως τέρμα, στη δεύτερη ως αρχή· εκείνης οι οπαδοί αρνούνται στην ύπαρξη οποιαδήποτε αξία, αυτής εδώ οι πιστοί κατευθύνουν τη ζωή προς ένα στόχο που ξεπερνά τη γήινη ύπαρξη και είναι ικανός να δώσει στο χάος των υποχρεώσεων της ζωής τάξη και σχήμα.

Η πρώτη σημασιολόγηση του θανάτου έρχεται από την παραίτηση, την πλήρη απάρνηση ως συνέπεια αδιάκοπης πικρίας, αλλεπάλληλων απογοητεύσεων ή κόρου που φέρνει την αηδία. Ο θάνατος είναι τότε ευπρόσδεκτος, επειδή ο άνθρωπος έχει βαρεθεί τη ζωή, ή επειδή έχει από τη ζωή αξιώσεις που εκείνη δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιήσει. Υποδειγματικά περιγράφει αυτή την κατάσταση ο Σοπενχάουερ που αντιπροσωπεύει μια τέτοιαν ακριβώς βιοθεωρία: «Αισθανόμαστε τότε ότι κάθε εκπλήρωση επιθυμιών, που μας προσφέρει ο κόσμος, μοιάζει με την ελεημοσύνη που επιτρέπει στο ζητιάνο να ζήσει σήμερα, για να ξαναπεινάσει αύριο· αντίθετα η παραίτηση από την κληρονομιά αφαιρεί για πάντα από τον κάτοχο κάθε έγνοια».

Με μια τέτοια ολική απαξίωση της ύπαρξης γενικά, και ειδικά του ανθρώπου, δεν συμφωνούν άλλοι χαρακτήρες που τους ονομάσαμε μισοαπαισιόδοξους. Κατά την αντίληψη τους, αυτή η αξιοθρήνητη μοίρα έχει δοθεί μόνο στη γήινη ζωή, και μάλιστα ως συνέπεια μιας «πτώσης». Ο θάνατος ανοίγει το δρόμο σε μιαν άλλη, στην ουράνια ύπαρξη, όπου τα δεινά της γήινης ζωής είναι άγνωστα και όπου αιώνια ακτινοβολεί η αληθινή, η παντοτεινή ευτυχία. Ένας συμπονετικός θεός, γεμάτος καλοσύνη και αγάπη, έχει προορίσει και καλέσει τον άνθρωπο σ’ αυτήν την ευτυχία. Για να μπορέσει όμως αυτός να τη φτάσει, πρέπει με αδιάκοπο αγώνα να προσπαθήσει να λυθεί από τα δεσμά της σωματικότητας. Μόνο εάν κάνει τούτο κύριο έργο της ζωής του, δικαιώνει τον εαυτό του, τη θεϊκή του φύση και γίνεται ικανός να ενεργεί σύμφωνα με τον επίγειο προορισμό του.

Αυτές οι ιδέες συνδέονται συνήθως με την απαισιόδοξα χρωματισμένη χριστιανική θρησκευτικότητα. 

Το Πλάτωνα πρέπει να τον κατατάξουμε στην κατηγορία των μισο - απαισιόδοξων χαρακτήρων. Βέβαια απέναντι στα γήινα αγαθά, γενικά στον κόσμο του γίγνεσθαι και της ροής, λέγει πάντοτε ένα αποφασιστικό «όχι»! Και υποστηρίζει ότι τίποτα δεν υπάρχει καλύτερο, και γι’ αυτό ακόμη το σώμα, από τη νέκρωσή του: «σώματι διαλύσεως ουκ έστιν ή κρείττον» (Νόμ. VIII 828 d). Ένα βίωμα όμως εσωτερικό, του είχε δώσει την πεποίθηση ότι, εάν λυθεί από τα βαριά δεσμά της σωματικότητας, η ψυχή μπορεί να ανυψωθεί «προς την εν ουρανώ ξυγγένειαν» (Τιμ. 90 a, Πολιτ. VI 490 b, X 611 e, Νομ. X 899 d) και τότε γίνεται άξια μιας υψηλής αιώνιας και ευτυχισμένης ζωής. Η πίστη αυτή, καθώς και η καλοσύνη της θεότητας, δεν τον άφησαν να πέσει στην απόλυτη άρνηση και παραίτηση.

β. Το επέκεινα στον προσανατολισμό της ζωής

Δίνει στη ζωή έναν τόσο υπερβατικό στόχο, ώστε μπροστά του όλες οι ηδονές και τα αγαθά της μετατρέπονται σε σκιές, όλες οι γήινες αξίες φαίνονται μηδαμινές, δίχως νόημα. Το ιδανικό του δεν έχει σχέση με καμία επίγεια ευτυχία, υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη παράσταση μέτρου· είναι η απόλυτη τελειότητα, η «ομοίωσις τω θεώ» (Φαίδ. 82 b c, Πολιτ. II 383 c, VI 498 e, 500 d, X 613 b, Θεαίτ. 176 b, Τιμ. 41 c, 43, 69 a, c, 71 d e, 90 c). Όχι ένας από ανθρώπους βαλμένος κανόνας, αλλά ο ίδιος ο θεός πρέπει να είναι το μέτρο για κάθε φρόνημα και για κάθε πράξη: «θεός ημίν πάντων χρημάτων μέτρον» (Νόμ. IV 716 c). Ο αληθινός φιλόσοφος που στέκεται πλησιέστερα προς τον θεό (Πολ. VI 500 b c, Θεαίτ. 175 d, Σοφιστ. 216 c), ζει όπως μέσα σ’ ένα σύννεφο που πορεύεται πάνω από τη γη, (Θεαίτ. 173 e). Από εκεί ψηλά κοιτάζει κάτω τα ανθρώπινα πράγματα που του φαίνονται «σμικρά και ουδέν», ασήμαντα και ανάξια του παραμικρότερου κόπου. Γι’ αυτόν είναι μόνο «διακονήματα δουλικά» (Θεαίτ. 17 e) που δεν αξίζουν να τα παίρνει κανείς στα σοβαρά (Πολιτ. X 604 b c). Τους ανθρώπους τους θεωρεί «θεού τι παίγνια και μεμηχανημένα» (Νομ. VII 803 c), «θαύματα [= αλλόκοτα πράγματα] όντας το πολύ, σμικρά δε αληθείας μετέχοντας» (VII 804 b). Εξού η αμηχανία του αληθινού φιλοσόφου (που γελά εις βάρος του το μωρό πλήθος) στις δημόσιες υποθέσεις της πολιτείας (Θεαίτ. 173 d, 175 b κ.π.). Γιατί σ’ αυτό τον κόσμο είναι σαν ξένος που δεν ξέρει πώς να βολευτεί· το σώμα του διαμένει βέβαια στη γη, το πνεύμα του όμως πετάει στον ουρανό, επειδή δεν μπορεί να βρει κανένα νόημα στα γήινα πράγματα και τις ενασχολήσεις της «μάζας» τις θεωρεί ανάξιές του (173 e). Όχι μόνο δεν δίνει καμίαν αξία στην ομορφιά και στα πλούτη, στη σωματική ρώμη και στην πολιτική δύναμη, στη δόξα και στα εγκώμια, που θαμπώνουν τους κοινούς ανθρώπους, αλλά αποστρέφεται όλες αυτές τις απολαύσεις και τα αγαθά επειδή παρασύρουν και διαφθείρουν την ψυχή (Πολ. VI 941 c, IX 591 d). Φεύγει μακριά από το σκοτάδι και την απάτη του κόσμου των αισθήσεων, του κόσμου του απλού γίγνεσθαι και φαίνεσθαι, και διαμένει με το Λόγο διαρκώς στο φωτεινό βασίλειο του αιώνια και αληθινού όντος. Το πλήθος δεν είναι σε θέση ν’ αντικρύσει τη λαμπρότητα αυτού του ουράνιου τόπου από την αδυναμία των πνευματικών οφθαλμών του (Σοφ. 254 a b), και επειδή δεν μπορεί να καταλάβει τον ενθουσιασμό του ευνοημένου από τους θεούς φιλοσόφου, τον κοιτάζει με απορία και τον παίρνει για τρελό (Φαίδρ. 249 d). Αυτός όμως δεν προσέχει καθόλου την «δόξαν των πολλών» που ζουν στη σκιά και δεν έχουν τη δύναμη να ατενίσουν το φως της αλήθειας· στην υπεραισθητηριακή «θεωρία» του γεύεται την πιο καθαρή και αδιάκοπη ηδονή (Πολιτ. IX 582 c)· έχει φτάσει στο υψηλότερο σκαλί της τελειότητας (Φαίδρ. 249 c) έχει «γεμίσει από θεό» (ένθεος).

Όποιος αφήσει να κρούσουν την ψυχή του αυτά τα σοβαρά και βαθυστόχαστα λόγια τούτου του μεταρσιωμένου ασκητή που, στην ασίγητη ορμή του προς το αιώνιο, το τέλειο και θείο, κοιτάζει κάτω τη γη με περιφρόνηση και αηδία σαν ένα μίγμα από μωρίες και μηδαμινότητες· που θεωρεί τον εαυτό του «φυτόν ουκ έγγειον αλλά ουράνιον» (Τιμ. 90 a) και αγωνίζεται ν’ αναρριχηθεί στον ουρανό· που απαρνιέται με όλη του τη δύναμη τις ηδονές και τις χαρές της γήινης ζωής, επειδή «κάτω στρέφουσι την της ψυχής όψιν» (Πολιτ. VII 519 b· βλ. και VI 485 d e) και μόνον εκείνες τις πνευματικές απασχολήσεις επιδοκιμάζει, όσες αναγκάζουν την ψυχή να ατενίζει προς τα «άνω»· που κυρύττει το ευαγγέλιο της «φυγής» από τον κόσμο και τη «φυγή» την αντιλαμβάνεται σαν ομοίωση προς το θεό, όσο γίνεται περισσότερο (Θεαίτ. 176 a b) – θαρρεί πως ακούει μουσικούς τόνους που έρχονται στην ακοή του από τα βάθη ενός άλλου κόσμου, ενός γεμάτου από τιμή και αγιότητα.

Ο κόσμος αυτός είναι στο πνεύμα του αιώνα μας σχεδόν τελείως ξένος· Όχι λιγότερο ακατανόητη ήταν η αποκλειστική προς το «επέκεινα» προσανατολισμένη βιοθεωρία για τους Έλληνες εκείνου του καιρού. Στον «Γοργία» του Πλάτων βάζει τον Καλλικλή, καθώς συζητεί με τον Σωκράτη του διαλόγου να εκφράζει την κατάπληξη του για τις ηθικές αντιλήψεις που εκείνος υποστηρίζει, με αυτά εδώ τα λόγια: «Ειπέ μοι, ώ Σώκρατες, πότερον σε θώμεν νυνί σπουδάζοντα ή παίζοντα; Ει μεν γαρ σπουδάζεις τε και τυγάνει ταύτα αληθή όντα ά λέγεις, άλλο τι ή ημών ο βίος ανατετραμμένος αν είη των ανθρώπων και πάντα τα εναντία πράττομεν, ως έοικεν, ή α δει;» (481 c). Ασφαλώς, μια τέτοιον εντύπωση θα είχε κάνει η υπερβατικότητα του βιοτικού προσανατολισμού του Πλάτωνα στους συμπολίτες του, ακόμη και στους Έλληνες της εποχής του γενικά· εσήμαινε ακριβώς μιαν αντιστροφή της δεσπόζουσας προοπτικής, μια μετατόπιση, στο άλλο άκρο του κέντρου βάρους της ζωής. Απέναντι στη χαρούμενη κατάφαση της ζωής των εύθυμων Ελλήνων ο Πλάτων κήρυττε την την άρνηση της ζωής· αντί για την αισιόδοξη ορμή της δράσης, που αποτελούσε την ιδιορρυθμία του ελληνικού χαρακτήρα, αυτός εγκωμίαζε ένα θεωρητικό ησυχασμό· κατά την αντίληψή του, όχι ο θεός έπρεπε να ανθρωποποιηθεί, αλλά ο άνθρωπος να θεοποιηθεί όσο γίνεται περισσότερο. Η ελληνική βιοθεωρία, με μια τόσο μεγάλη μετακίνηση του εποπτικού σημείου, δεν άλλαζε απλώς, αντιστρεφόταν.

Η υπερβατικότητα της θέσης του απέναντι στη ζωή δίνει στην ηθική και πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνα ένα εντελώς θρησκευτικό τόνο. Η αρετή για τον Πλάτωνα δεν έγκειται ούτε στην άψογη συμπεριφορά του πολίτη κατά τις ιδιωτικές και δημόσιες υποθέσεις ούτε στην έλλογη αποφυγή των άκρων, με το νόημα της αριστοτελικής ηθικής· η ουσία της βρισκόταν πολύ βαθύτερα. Ομοίως, ούτε η υλική ευημερία ή η αύξηση της πολιτικής δύναμης, του κράτους, ούτε η δόξα του έθνους ή οι νικηφόρες κατακτήσεις αποτελούν το ιδανικό της δικής του πολιτείας. Όλα αυτά τα αγαθά είναι εξωτερικά και μπορούν να ενθουσιάζουν μόνο τον όχλο, τον «δήμον»· αξία έχουν μόνο για τους πολλούς και αμαθείς (Πολιτ, X 602 b). Για τον Πλάτωνα είναι αποκρουστικό ό,τι κολακεύει το πλήθος και θαμπώνει τους «πολλούς» (πρβλ. το χωρίο του «Γοργία» 513 c: Εκείνος τοποθετεί στην πρώτη γραμμή την αριστοκρατία του πνεύματος και του ηθικού φρονήματος. Κατά τη δική του προτίμηση όχι εξωτερικά αγαθά, αλλά η εσωτερική δύναμη και ομορφιά της ψυχής (βλ. Πολιτ. IV 444 d e) η «ομοίωσις τω θεώ» πρέπει να είναι οι μόνοι στόχοι των προσπαθειών του αγαθού ανθρώπου και του πολιτικού που βρίσκεται στα ύψος της αποστολής του. Οι άλλες αξίες της ζωής μπορούν το πολύ - πολύ να λογαριαστούν εφόσον δεν καταστρέφουν του «κόσμον της ψυχής», παρά συμβάλλουν στην εσωτερική διάπλαση και στον ευγενισμό του ανθρώπου. Αυτό επισημαίνεται από τη λιτή αλλά τόσο εντυπωσιακή δέηση του «Φαίδρου» (279 b c):

ΣΩ. Αγαπημένε μου Πάνα και εσείς οι άλλοι θεοί τούτου εδώ του τόπου, κάνετε να γίνω μέσα μου όμορφος, και τα εξωτερικά μου αποκτήματα να είναι αγαπημένα, μέσα σε μια αρμονία, με τα εσωτερικά. Να θεωρώ ότι πλούσιος είναι ο σοφός. Κι η ποσότητα του πλούτου που θα έχω, να είναι τόση που να μην μπορεί να τη φέρει μαζί του και να πορεύεται με αυτήν άλλος, παρά μόνο ο συνετός άνθρωπος.

Επομένως της ψυχής η σωτηρία, η προνοητική συντήρηση του θησαυρού που βρίσκεται κρυμμένος στα «ένδον» του ανθρώπου, πρέπει να είναι ο στόχος της ζωής· σ’ αυτήν έγκειται επίσης η γνήσια ευτυχία, που λίγοι μόνο ξέρουν να την εκτιμούν, καθώς και η μοναδική αληθινή και άξια ηδονή που μόνον οι εκλεκτικοί είναι σε θέση να γεύονται (Φιλ. 52 b).

ΛΟΓΓΟΣ: Τὰ κατὰ Δάφνιν καὶ Χλόην (1.28.1-1.30.6)

[1.28.1] Τοιάσδε τέρψεις αὐτοῖς τὸ θέρος παρεῖχε. Μετοπώρου δὲ ἀκμάζοντος καὶ τοῦ βότρυος, Τύριοι λῃσταὶ Καρικὴν ἔχοντες ἡμιολίαν, ὡς ἂν μὴ δοκοῖεν βάρβαροι, προσέσχον τοῖς ἀγροῖς, καὶ ἐκβάντες σὺν μαχαίραις καὶ ἡμιθωρακίοις κατέσυρον πάντα τὰ εἰς χεῖρας ἐλθόντα, οἶνον ἀνθοσμίαν, πυρὸν ἄφθονον, μέλι ἐν κηρίοις· ἤλασάν τινας καὶ βοῦς ἐκ τῆς Δόρκωνος ἀγέλης. [1.28.2] Λαμβάνουσι καὶ τὸν Δάφνιν ἀλύοντα περὶ τὴν θάλασσαν· ἡ γὰρ Χλόη βραδύτερον ὡς κόρη τὰ πρόβατα ἐξῆγε τοῦ Δρύαντος, φόβῳ τῶν ἀγερώχων ποιμένων. Ἰδόντες δὲ μειράκιον μέγα καὶ καλὸν καὶ κρεῖττον τῆς ἐξ ἀγρῶν ἁρπαγῆς, μηδέτι μηδὲν μηδὲ εἰς τὰς αἶγας μηδὲ εἰς τοὺς ἄλλους ἀγροὺς περιεργασάμενοι κατῆγον αὐτὸν ἐπὶ τὴν ναῦν κλάοντα καὶ ἠπορημένον καὶ μέγα Χλόην καλοῦντα. [1.28.3] Καὶ οἱ μὲν ἄρτι τὸ πεῖσμα ἀπολύσαντες καὶ ταῖς κώπαις ἐμβαλόντες ἀπέπλεον εἰς τὸ πέλαγος· Χλόη δὲ κατήλαυνε τὸ ποίμνιον, σύριγγα καινὴν τῷ Δάφνιδι δῶρον κομίζουσα. Ἰδοῦσα δὲ τὰς αἶγας τεταραγμένας καὶ ἀκούσασα τοῦ Δάφνιδος ἀεὶ μεῖζον αὐτὴν βοῶντος, προβάτων μὲν ἀμελεῖ καὶ τὴν σύριγγα ῥίπτει, δρόμῳ δὲ πρὸς τὸν Δόρκωνα παραγίνεται δεησομένη βοηθεῖν.
[1.29.1] Ὁ δὲ ἔκειτο πληγαῖς νεανικαῖς συγκεκομμένος ὑπὸ τῶν λῃστῶν καὶ ὀλίγον ἐμπνέων, αἵματος πολλοῦ χεομένου. Ἰδὼν δὲ τὴν Χλόην καὶ ὀλίγον ἐκ τοῦ πρότερον ἔρωτος ἐμπύρευμα λαβὼν «ἐγὼ μὲν» εἶπε, «Χλόη, τεθνήξομαι μετ᾽ ὀλίγον· οἱ γάρ με ἀσεβεῖς λῃσταὶ πρὸ τῶν βοῶν μαχόμενον κατέκοψαν ὡς βοῦν. [1.29.2] Σὺ δέ μοι καὶ Δάφνιν σῶσον κἀμοὶ τιμώρησον κἀκείνους ἀπόλεσον. Ἐπαίδευσα τὰς βοῦς ἤχῳ σύριγγος ἀκολουθεῖν καὶ διώκειν τὸ μέλος αὐτῆς, κἂν νέμωνταί ποι μακράν. Ἴθι δή, λαβοῦσα τὴν σύριγγα ταύτην ἔμπνευσον αὐτῇ μέλος ἐκεῖνο, ὃ Δάφνιν μὲν ἐγώ ποτε ἐδιδαξάμην, σὲ δὲ Δάφνις· τὸ δὲ ἐντεῦθεν τῇ σύριγγι μελήσει καὶ τῶν βοῶν ταῖς ἐκεῖ. [1.29.3] Χαρίζομαι δέ σοι καὶ τὴν σύριγγα αὐτήν, ᾖ πολλοὺς ἐρίζων καὶ βουκόλους ἐνίκησα καὶ αἰπόλους. Σὺ δὲ ἀντὶ τῶνδε καὶ ζῶντα ἔτι φίλησον καὶ ἀποθανόντα κλαῦσον· κἂν ἴδῃς ἄλλον νέμοντα τὰς βοῦς, ἐμοῦ μνημόνευσον.»
[1.30.1] Δόρκων μὲν δὴ τοσαῦτα εἰπὼν καὶ φίλημα φιλήσας ὕστατον ἀφῆκεν ἅμα τῷ φιλήματι καὶ τῇ φωνῇ τὴν ψυχήν· ἡ δὲ Χλόη λαβοῦσα τὴν σύριγγα καὶ ἐνθεῖσα τοῖς χείλεσιν ἐσύριζε μέγιστον ὡς ἠδύνατο· καὶ αἱ βόες ἀκούουσι καὶ τὸ μέλος γνωρίζουσι καὶ ὁρμῇ μιᾷ μυκησάμεναι πηδῶσιν εἰς τὴν θάλασσαν. [1.30.2] Βιαίου δὲ πηδήματος εἰς ἕνα τοῖχον τῆς νεὼς γενομένου καὶ ἐκ τῆς ἐμπτώσεως τῶν βοῶν κοίλης τῆς θαλάσσης διαστάσης τρέπεται μὲν ἡ ναῦς καὶ τοῦ κλύδωνος συνιόντος ἀπόλλυται, οἱ δὲ ἐκπίπτουσιν οὐχ ὁμοίαν ἔχοντες ἐλπίδα σωτηρίας. [1.30.3] Οἱ μὲν γὰρ λῃσταὶ τὰς μαχαίρας παρήρτηντο καὶ τὰ ἡμιθωράκια ‹τὰ› λεπιδωτὰ ἐνεδέδυντο καὶ κνημῖδας εἰς μέσην κνήμην ὑπεδέδεντο· ὁ δὲ Δάφνις ἀνυπόδετος, ὡς ἐν πεδίῳ νέμων, καὶ ἡμίγυμνος, ὡς ἔτι τῆς ὥρας οὔσης καύματος. [1.30.4] Ἐκείνους μὲν οὖν ἐπ᾽ ὀλίγον νηξαμένους τὰ ὅπλα κατήνεγκεν εἰς βυθόν· ὁ δὲ Δάφνις τὴν μὲν ἐσθῆτα ῥᾳδίως ἀπεδύσατο, περὶ δὲ τὴν νῆξιν ἔκαμνεν, οἷα πρότερον νηχόμενος ἐν ποταμοῖς μόνοις· [1.30.5] ὕστερον δὲ παρὰ τῆς ἀνάγκης τὸ πρακτέον διδαχθεὶς εἰς μέσας ὥρμησε τὰς βοῦς, καὶ βοῶν δύο κεράτων ταῖς δύο χερσὶ λαβόμενος ἐκομίζετο μέσος ἀλύπως καὶ ἀπόνως, ὥσπερ ἐλαύνων ἅμαξαν. [1.30.6] [Νήχεται δὲ ἄρα βοῦς ὅσον οὐδὲ ἄνθρωπος· μόνων λείπεται τῶν ἐνύδρων ὀρνίθων καὶ αὖ τῶν ἰχθύων· οὐδ᾽ ἂν ἀπόλοιτο βοῦς νηχόμενος, εἰ μὴ τῶν χηλῶν οἱ ὄνυχες περιπέσοιεν διάβροχοι γενόμενοι. Μαρτυροῦσι τῷ λόγῳ μέχρι νῦν πολλοὶ τόποι τῆς θαλάσσης, βοὸς πόροι λεγόμενοι.]

***
[1.28.1] Τέτοιες χαρές τους έδινε το καλοκαίρι. Μες στο φθινόπωρο όμως, τον καιρό που μέστωνε το σταφύλι, ήρθανε ληστές από την Τύρο (με καΐκι της Κάρου, για να μη φαίνονται για βάρβαροι), βγήκαν στον κάμπο με σπαθιά και θώρακες στο στέρνο και βάλθηκαν ν᾽ αρπάζουν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους: μυρωδάτο κρασί, άφθονο στάρι, κερήθρες με μέλι, καθώς και μερικές αγελάδες απ᾽ το κοπάδι του Δόρκωνος. [1.28.2] Έπιασαν και τον Δάφνη, που τριγύριζε μονάχος στο γιαλό. (Η Χλόη, σαν κορίτσι που ήταν, φοβόταν την αποκοτιά των τσοπάνηδων και συνήθιζε να βγάζει τα πρόβατα του Δρύα λίγο αργότερα.) Σαν είδαν τέτοιο όμορφο μεγαλοκαμωμένο αγόρι, που άξιζε παραπάνω από το πλιάτσικο στα υποστατικά, δε νοιάστηκαν για τίποτ᾽ άλλο —μήτε για τις γίδες μήτε για τ᾽ άλλα υποστατικά— παρά τον κατέβασαν στο καΐκι, σαστισμένο και φωνάζοντας με κλάματα δυνατά τη Χλόη. [1.28.3] Ό,τι είχαν λύσει το παλαμάρι, πιάσει τα κουπιά κι ανοιχτεί στο πέλαγο όταν έβγαλε η Χλόη το κοπάδι της, φέρνοντας και μια καινούρια φλογέρα δώρο για τον Δάφνη. Βλέποντας τις γίδες ανάστατες κι ακούγοντας τον Δάφνη να την κράζει όλο και πιο δυνατά παράτησε τα πρόβατα, πέταξε τη φλογέρα κι έτρεξε να ζητήσει βοήθεια από τον Δόρκωνα.
[1.29.1] Τούτος κείτονταν βουτηγμένος στα αίματα από τ᾽ άγρια χτυπήματα των ληστών, και μόλις που ανάσαινε ακόμα. Σαν είδε τη Χλόη, ο αλλοτινός του έρωτας του ᾽δωσε ξανά μια σπίθα ζωής και της είπε: «Εγώ, Χλόη, όπου να ᾽ναι θα πεθάνω. Θέλησα να υπερασπιστώ τις αγελάδες, κι οι αθεόφοβοι οι ληστές μ᾽ έσφαξαν σα να ᾽μουνα ο ίδιος βόδι. [1.29.2] Εσύ τώρα σώσε τον Δάφνη σου, εκδικήσου με και τιμώρησέ τους. Έχω μάθει τις αγελάδες ν᾽ ακούνε τον ήχο της φλογέρας και ν᾽ ακολουθάνε το σκοπό της, όσο μακριά κι αν βόσκουν. Σύρε λοιπόν, πάρε τούτη τη φλογέρα και παίξε εκείνο το σκοπό που έμαθα κάποτε στον Δάφνη κι ο Δάφνης σε σένα. Τ᾽ άλλα θα τα φροντίσουν η φλογέρα κι όσες αγελάδες είν᾽ εκεί. [1.29.3] Σου χαρίζω και την ίδια τη φλογέρα, που μ᾽ αυτήν μετρήθηκα και νίκησα πολλούς γελαδάρηδες και γιδοβοσκούς. Εσύ πάλι, γι᾽ αντάλλαγμα, φίλησέ με όσο ζω ακόμα και κλάψε με σαν πεθάνω — κι όταν δεις άλλον να βόσκει τις αγελάδες θυμήσου με».
[1.30.1] Τόσα είπε ο Δόρκων, τη φίλησε στερνή φορά, και μ᾽ αυτά τα λόγια και με το φιλί ξεψύχησε. Η Χλόη πήρε τη φλογέρα, την έβαλε στο στόμα της και φύσηξε μ᾽ όλη της τη δύναμη — κι οι αγελάδες την άκουσαν, αναγνώρισαν το σκοπό και πήδηξαν όλες μαζί μουκανίζοντας στη θάλασσα. [1.30.2] Με τ᾽ απότομο πήδημά τους από το ένα πλευρό του καϊκιού, και τη βουτιά τους που έκανε τα νερά να μεριάσουν, αναποδογύρισε το καΐκι και βούλιαξε μέσα στα κύματα. Όσοι ήταν μέσα βρέθηκαν στη θάλασσα, δίχως όμως να ᾽χουν όλοι τις ίδιες πιθανότητες να σωθούν: [1.30.3] γιατί οι ληστές ήταν ζωσμένοι τα σπαθιά και φορούσαν και θωράκιση λεπιδωτή στο στέρνο κι άλλη ως κάτω από τα γόνατα, ενώ ο Δάφνης ήταν ξυπόλητος, γιατί έβοσκε στον κάμπο, και μισόγυμνος γιατί έκανε ακόμα πολλή ζέστη. [1.30.4] Εκείνους λοιπόν, αφού κολύμπησαν λίγη ώρα, τους τράβηξε ο οπλισμός τους στο βυθό, ενώ ο Δάφνης δε δυσκολεύτηκε να βγάλει το ρούχο του. Το κολύμπι τον κούρασε βέβαια, γιατί ως τότε δεν είχε κολυμπήσει παρά μόνο σε ποτάμια· [1.30.5] όμως η ίδια η δύσκολη περίσταση τον έκανε να βρει τη λύση: χύμηξε καταμεσής στις αγελάδες, άρπαξε δυονών τα κέρατα με τα δυο του χέρια κι αυτές τον έσυραν ανάμεσά τους δίχως κόπο και δυσκολία καμιά, λες και οδηγούσε αμάξι. [1.30.6] (Η αγελάδα είναι καλύτερη κι από τον άνθρωπο στο κολύμπι, όπου την ξεπερνάνε μόνο τα θαλασσοπούλια και τα ίδια τα ψάρια. Αγελάδα που κολυμπάει δεν πνίγεται εύκολα, εξόν αν μαλακώσουν τα νύχια της απ᾽ το νερό και πέσουν· απόδειξη, το πόσοι θαλασσινοί τόποι ονομάζονται «βοϊδοπεράματα».)

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ - Σαμία (163-205)

(ΔΗ.) ταὐτόματόν ἐστιν ὡς ἔοικέ που θεὸς
σώζει τε πολλὰ τῶν ἀοράτων πραγμάτων·
165 ἐγὼ γὰρ οὐκ εἰδὼς ἔχον[τα τουτονὶ
ἐρωτικῶς, τα.[
(desunt uersus fere xvii)
[ΔΗ.] . . . . . . . . . . . ].[. .]ἐκεῖνον βού[λομαι
. . . . . . . . . . . δεῦ]ρ᾽ εἰς τὸ πρόσθεν, δ[ε]ῦρό μοι,
Νικήρατε σπεῦδ᾽.] (ΝΙ.) ἐπὶ τί; (ΔΗ.) χαῖρε πολλὰ σύ.
170 (ΝΙ.) καὶ σύ γε . . .]ν. (ΔΗ.) μνημονεύεις, εἰπέ μοι,
σύ, τῶν γάμων τί]ν᾽ ἐθέμεθ᾽ ἡμέραν; (ΝΙ.) ἐγώ;
[ΔΗ.] . . . . . . . . . . . . ἔσται τ]αυτ[α]γὶ τὴν τήμερον
. . . . . . . . . . . . . . . . ἴ]σθ᾽ ἀκριβῶς. (ΝΙ.) ποῦ; πότε;
(ΔΗ.) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .γ]ίνεσθαι ταχὺ
175 . . . . . . . . . . . . . . . . αἱρετώτ]ερον. (ΝΙ.) τρόπῳ τίνι;
(ΔΗ.) . . . . . . . . . . . . ] [ΝΙ.] ] ἀλλ᾽ ἐστ᾽ ἀδύνατον.
(ΔΗ.) . . . . . . . . . . . . . . . . . ἐ]μοί, σοὶ δ᾽ οὐδὲ ἕν
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .]γειν. (ΝΙ.) ὦ Ἡράκλεις,
[ΔΗ.] . . . . . . . . . . . . . . . . . . .]ς· οὕτω σοι φράσαι
180 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ].ν· ἀλλὰ ‹. .› τοδὶ λέγειν;
(ΝΙ.) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .]ν· πρὶν εἰπεῖν τοῖς φίλοις
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .]δοκεῖν. (ΔΗ.) Νικήρατε,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ἐμ]οὶ χάρισῃ, πῶς γνώσομαι
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ]τυχόντος μοι φίλον;
185 (ΝΙ.) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ]τοῦτ᾽ ἐσπούδακας
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ἀ]λλὰ συγχωροῦντά σοι
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . οὐκ᾽ ἔ]στιν φιλονικεῖν. (ΔΗ.) νοῦν [ἔχ]εις.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .]ν συνοίσει σοι. (ΝΙ.) λέγεις
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ]ς (ΔΗ.) Παρμένων, παῖ, Παρμένων,
190 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . στε]φάνους, ἱερεῖον, σήσαμα,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .]πάντα τἀξ ἀγορᾶς ἁπλῶς
πριάμενος ἧ]κε. (ΝΙ.) πάντ᾽; ἐμοὶ ‹δ᾽ ἵνα›, Δημέα,
μηδὲν παρ]αλίπῃ; (ΔΗ.) καὶ ταχέως· ἤδη λέγω·
λαβὲ καὶ μ]άγειρον. (ΠΑ.) καὶ μάγειρον; πριάμενος
195 ταυτί; (ΔΗ.) π]ριάμενος. (ΠΑ.) ἀργύριον λαβὼν τρέχω.
(ΔΗ.) σὺ δ᾽ οὐδ]έπω, Νικήρατ᾽; (ΝΙ.) εἰσιὼν φράσας
πρὸς τ]ὴν γυναῖκα τἄνδον εὐτρεπῆ ποεῖν
διώξομ᾽ εὐθὺς τοῦτον. (ΠΑ.) οὐκ οἶδ᾽ οὐδὲ ἕν,
πλὴν προστέτακται ταῦτα συντείνω τ᾽ ἐκεῖ
200 ἤδη. ΔΗ. τὸ πεῖσαι τὴν γυναῖκα πράγματα
αὐτῷ παρέξει· δεῖ δὲ μὴ δοῦναι λόγον
μηδὲ χρόνον ἡ[μ]ᾶς. παῖ, διατρίβεις; οὐ δραμεῖ;
[ΠΑ.] . . . . . . . . . . . . . . . . . . περ]ί[ερ]γος ἡ γυνὴ
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ]. ἱκετεύω· τί οὖν;
205 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . [. .]ς ἡλίκον 
(desunt uersus fere viii)

***
ΔΗΜ. Η τύχη είναι, όπως μου φαίνεται, θεός
και σώζει πολλά από τα πράγματα
165 που είναι αόρατα. Εγώ χωρίς να ξέρω
ότι αυτός εδώ ήταν ερωτευμένος, του έφερα
για νύφη αυτήν που αγαπούσε…
(λείπουν περίπου 17 στίχοι)
ΔΗΜ. Έλα εδώ, έξω, Νικήρατε, γρήγορα.
ΝΙΚ. Τί θέλεις; ΔΗΜ. Γειά και χαρά σου. ΝΙΚ. Και σένα.
170 ΔΗΜ. Θυμάσαι, δε μου λες, ποιά μέρα ορίσαμε
των γάμων; ΝΙΚ. Εγώ; Όχι. ΔΗΜ. Είπαμε πως αυτά θα γίνουν
σήμερα. Προσπάθησε να θυμηθείς. ΝΙΚ. Πού, πότε;
175 ΔΗΜ. Το γοργόν και χάριν έχει.
Είναι προτιμότερο.
ΝΙΚ. Με ποιόν τρόπο; Για μένα είναι
αδύνατο.
180 ΔΗΜ. Εσύ μη νοιάζεσαι για τίποτε. ΝΙΚ. Πώς, πριν το πω
στους φίλους; ΔΗΜ. Νικήρατε, στο ζητώ για χάρη,
δεν είμαι φίλος σου εγώ; ΝΙΚ. Αφού τόσο βιάζεσαι
185 συμφωνώ με σένα. Δεν θα μαλώσουμε.
ΔΗΜ. Σκέφτεσαι σωστά. Κι ακόμη έτσι σε συμφέρει.
ΝΙΚ. Εννοείς τον γάμο δίχως καλεσμένους.
ΔΗΜ. Παρμένων, ε Παρμένων, αυλητρίδα, στεφάνια,
190 ζώο για τη θυσία, λιβάνι, λαμπάδες, σουσάμι,
όλα να πας να φέρεις από την αγορά.
ΝΙΚ. Όλα; Σ᾽ εμένα τίποτε να μην αφήσει;
ΔΗΜ. Κάνε γρήγορα. Λέω αμέσως. Φέρε κι ένα μάγειρο.
ΠΑΡ. Και μάγειρο; Αφού αγοράσω όλα αυτά;
ΔΗΜ. Όλα αυτά. ΠΑΡ. Παίρνω λεφτά και τρέχω.
195 ΔΗΜ. Συ, όχι ακόμη, Νικήρατε; ΝΙΚ. Πάω μέσα να πω της γυναίκας μου
να τακτοποιήσει το σπίτι και θα τρέξω αμέσως πίσω του.
ΠΑΡ. Δεν ξέρω τίποτε· αυτές τις διαταγές πήρα
200 και πάω τώρα κατά κει. ΔΗΜ. Αυτός θα έχει δυσκολίες
να πείσει την γυναίκα του. Αλλά εγώ δεν πρέπει
να δώσω εξηγήσεις ούτε να χάσω χρόνο. Παρμένων
εδώ είσαι ακόμη; ΠΑΡ. Ξέρεις την περιέργεια των γυναικών·
205 θέλουν όλα να τα μάθουν.
(λείπουν περίπου 8 στίχοι)

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Πώς άλλαξε η αρχαία Ελληνική γλώσσα

10.7.10 Χάνεται ο δυϊκός αριθμός


Τέλος, θα χαθεί ο δυϊκός αριθμός, ως ειδικός τύπος του ουσιαστικού και του ρήματος

Ο δυϊκός μπορεί να βρεθεί στα αρχαία ελληνικά ομηρικά κείμενα, όπως στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια, αν και η χρήση του είναι μόνο σποραδική, εξαιτίας τόσο των καλλιτεχνικών προνομιών, όσο και των φρασεολογικών και μετρικών απαιτήσεων εντός του εξαμετρικού μέτρου. Υπήρχαν μόνο δύο διάκριτες μορφές του δυϊκού στην αρχαία ελληνική.

Στην κλασσική ελληνική γλώσσα, ο δυϊκός χάθηκε, με εξαίρεση στην αττική διάλεκτο της Αθήνας, όπου εξακολούθησε να υφίσταται μέχρι τον πέμπτο αιώνα π.Χ. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, η χρήση του εξαρτιόταν από τον συγγραφέα και ορισμένες κοινές εκφράσεις.

Στην ελληνιστική κοινή και νεοελληνική γλώσσα, το μοναδικό κατάλοιπο του δυϊκού είναι το αριθμητικό ψηφίο δύο, το οποίο έχει χάσει τις γενικές και δοτικές του πτώσεις (δυοῖν) και διατηρεί την ονομαστική/αιτιατική μορφή του. Συνεπώς, φαίνεται να είναι άκλιτο σε όλες τις πτώσεις. Παρ 'όλα αυτά, ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, η σημαντικότερη αυθεντία της εποχής του (αρχές 2ου αι. π.Χ.) στη γραμματική και το ύφος, και αφοσιωμένος υπερασπιστής της «σωστής» υψηλόβαθμης αττικής παραδόσεως, προσβάλλει εκείνους που γράφουν δυσί (δοτική, πληθυντικός αριθμός) αντί για δυοῖν (δοτική, δυϊκός αριθμός).

Επίσης, οι λέξεις αμφότερος (αντίστοιχο του αγγλικού both), εκάτερος (αντίστοιχο του αγγλικού either), έτερος καθώς και τα παράγωγα αυτών δηλώνουν την ύπαρξη δύο μόνο μερών. Π.χ.:
  • Κατέθεσαν μήνυση αμφότεροι (δύο μόνο μηνυτές) , ενώ κατέθεσαν μήνυση άπαντες (περισσότεροι από έναν μηνυτές).
  • Εκάτερος έλαβε 50.000€ (καθένας από τους δύο), ενώ έκαστος έλαβε 50.000€ (καθένας από ένα πλήθος ατόμων).
  • Η έτερη ομάδα αποκλείστηκε (μεταξύ δύο ομάδων, η άλλη), ενώ κάθε άλλη ομάδα αποκλείστηκε.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ: Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟ (1821 - 1831)

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟ (1821 - 1831)


Ο ΤΑΚΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ 
Η ιστορία του Ελληνικού Στρατού συνδέεται άρρηκτα με την ιστορία του Ελληνικού Έθνους και καλύπτει αποκλειστικά, διεξοδικά και επιστημονικά τεκμηριωμένα την ιστορία του Ελληνικού Στρατού.

Αποτελεί μια παρουσίαση στην οποία αναπτύσσονται κατά χρονολογική σειρά τα σπουδαιότερα γεγονότα του Ελληνικού Στρατού για την οργάνωση, λειτουργία και δραστηριότητα του στρατού από άποψη συγκρότησης, εκπαίδευσης, εξοπλισμού, στρατολογίας, διοικητικής μέριμνας, εθνικής και κοινωνικής προσφοράς και γενικά της συμμετοχής του στα ιστορικά γεγονότα και τις εξελίξεις που διαμόρφωσαν τη Νεότερη Ελληνική Ιστορία...

Οι Πρώτες Προσπάθειες Οργάνωσης Τακτικού Στρατού (1821-1831)

Η ιδέα, αλλά και η ανάγκη, συγκροτήσεως Τακτικού Στρατού, δημιουργήθηκε αμέσως μετά την κήρυξη της Ελληνικής Επαναστάσεως το 1821. Μέχρι τότε ο αγώνας διεξαγόταν από άτακτα σώματα, συγκροτημένα στην πλειονότητα τους από αφοσιωμένους στην ιδέα της ελευθερίας πατριώτες, που στερούνταν στρατιωτικής εκπαιδεύσεως και πειθαρχίας και δύσκολα μπορούσαν να συνεργαστούν για τον κοινό σκοπό.


Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος, που παρά τις αρχικές σημαντικές πολεμικές επιτυχίες τους, ώθησαν τις επαναστατικές αρχές και κυβερνήσεις προς τη βαθμιαία οργάνωση Τακτικού Στρατού. Στην προσπάθεια αυτή μεγάλη βοήθεια προσέφεραν οι ελληνικής καταγωγής αξιωματικοί, που υπηρετούσαν σε διάφορους ευρωπαϊκούς στρατούς, καθώς και πολλοί ξένοι στρατιωτικοί, οι οποίοι ήρθαν εθελοντικά στην Ελλάδα, για να συμμετάσχουν στην απελευθέρωση της.

Συγκρότηση και Συμμετοχή στον Αγώνα των Πρώτων Μονάδων Τακτικού Στρατού

Το πρώτο ελληνικό τακτικό σώμα συγκροτήθηκε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, στις 3 Μαρτίου 1821, στο Ιάσιο της Μολδαβίας με την ονομασία «Ιερός Λόχος». Τον Ιούνιο του 1821 έφτασε στην Πελοπόννησο ο Δημήτριος Υψηλάντης με μια μικρή ομάδα ομογενών και φιλελλήνων και αμέσως άρχισε, κατά το πρότυπο του αδελφού του Αλεξάνδρου, να συγκροτεί στην Καλαμάτα ένα τακτικό σώμα, με σκοπό να συμμετάσχει στον Αγώνα.

Στις 9 Ιανουαρίου 1822 συνήλθε στην Επίδαυρο η Α' Εθνική Συνέλευση, η οποία δύο μήνες αργότερα εξέλεξε ως πρόεδρο της πρώτης Ελληνικής Κυβερνήσεως τον αγωνιστή της Επαναστάσεως και πολιτικό Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Ο Μαυροκορδάτος, θεωρώντας αναγκαία την οργάνωση Τακτικού Στρατού, πρότεινε στο Βουλευτικό Σχέδιο Νόμου «Περί Οργανώσεως του Στρατού». Το σχέδιο αυτό ψηφίστηκε την 1η Απριλίου 1822 και αποτέλεσε τη βάση όλης της μετέπειτα στρατιωτικής νομοθεσίας.

Ειδικότερα, με το νόμο αυτό θεσπιζόταν η σύσταση Τακτικού Στρατού, ο οποίος θα αποτελούνταν από βαρύ και ελαφρό πεζικό, βαρύ και ελαφρό ιππικό, πυροβολικό πολιορκίας και πεδινό, καθώς και ένα τμήμα μηχανικού. Συστήθηκαν δηλαδή τα πρώτα Όπλα στον υπό συγκρότηση Ελληνικό Στρατό, δηλαδή του Πεζικού, Ιππικού, Πυροβολικού και Μηχανικού.


Σύμφωνα με τα παραπάνω, τον Απρίλιο του 1822 συγκροτήθηκε το πρώτο σύνταγμα Πεζικού με διοικητή τον Ιταλό Συνταγματάρχη Pietro Tarella (Ταρέλλα). Το Πυροβολικό συγκροτήθηκε από το τμήμα των δύο πυροβόλων του Συνταγματάρχη Βουτιέ. Καθώς όμως η Κυβέρνηση αδυνατούσε να διαθέσει τα απαραίτητα για τη συντήρηση του μέσα, το σύνταγμα διατηρήθηκε για λίγο καιρό συντηρούμενο από επιτόπιους πόρους και στη συνέχεια αυτοδιαλύθηκε. Οι άνδρες του, μετά από την εξέλιξη αυτή, εντάχθηκαν στα άτακτα σώματα.

Ανασύσταση και Αύξηση της Δύναμης του Τακτικού Στρατού

Σε όλη τη διάρκεια του έτους 1823. δεν έγινε δυνατή η ανασυγκρότηση του Τακτικού Στρατού, για καθαρά οικονομικούς λόγους. Μόνο τον Ιούλιο του 1824, με τη συνομολόγηση δανείου από την Αγγλία, ξεπεράστηκαν τα εμπόδια και η Κυβέρνηση προέβη στην ανασύσταση του Τακτικού Στρατού. Σταδιακά και με την κατάταξη εθελοντών σχηματίστηκε ένα τάγμα, περίπου 500 ανδρών, αποτελούμενο από τέσσερις λόχους Πεζικού, ένα λόχο Ευζώνων και έναν Επίλεκτων. Διοικητής του τοποθετήθηκε ο Δωδεκανήσιος Συνταγματάρχης Παναγιώτης Ρόδιος. Παράλληλα, συστήθηκε ένα τμήμα Πυροβολικού από περίπου 100 άνδρες, υπό τις διαταγές του Συνταγματάρχη Βουτιέ, με κύρια αποστολή το χειρισμό των πυροβόλων του φρουρίου του Ναυπλίου.

Η Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδας, διαπιστώνοντας από τις επιχειρήσεις κατά του Ιμπραήμ τα πλεονεκτήματα του Τακτικού Στρατού έναντι των άτακτων, αποφάσισε την περαιτέρω ενίσχυση του. Για το σκοπό αυτό, στις 10 Μαΐου 1825, κατήρτισε Νόμο «Περί Απογραφικής Στρατολογίας», σύμφωνα με τον οποίο θα γινόταν απογραφή και στη συνέχεια στρατολόγηση σε όλη την επικράτεια. Επίσης, διόρισε επικεφαλής των τακτικών στρατευμάτων το φιλέλληνα Γάλλο Συνταγματάρχη Charles Fabvier (Φαβιέρο).


Ο Φαβιέρος ανέλαβε τη διοίκηση του τάγματος από το Συνταγματάρχη Ρόδιο στις 30 Ιουλίου 1825. Με τους νέους στρατολογημένους, πολλούς 'Ελληνες του εξωτερικού που έσπευσαν να υπηρετήσουν την πατρίδα και πολλούς φιλέλληνες, η δύναμη του Τακτικού Στρατού αυξήθηκε και επέτρεψε τη συγκρότηση, δύο ταγμάτων δυνάμεως περίπου 400 ανδρών το καθένα με έδρα το Ναύπλιο. Στις μονάδες αυτές ενσωματώθηκε και μια μικρή δύναμη Ιππικού υπό το φιλέλληνα Γάλλο Επίλαρχο Regnault (Ρενιώ) και τμήμα Μουσικής, ενώ το τμήμα Πυροβολικού οργανώθηκε σε πυροβολαρχία των τεσσάρων πυροβόλων. Στα τάγματα ξαναδόθηκαν οι σημαίες των πρώτων ταγμάτων που είχαν απονεμηθεί το 1822.

Αναδιοργάνωση των Στρατιωτικών Δυνάμεων επί Ι. Καποδίστρια (1828-1831)

Η άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο, στις 6 Ιανουαρίου 1828, ως πρώτου Κυβερνήτη της χώρας, άνοιξε μια νέα περίοδο στην οργάνωση του Τακτικού Στρατού. Κατανόησε ότι για την επιτυχία του ήταν απαραίτητη η ύπαρξη ενός συμβουλευτικού οργάνου, και συγκρότησε στις 23 Ιανουαρίου 1828 «Πολεμικό Συμβούλιο», και ένα χρόνο μετά, το 1829, συγκροτήθηκε «Γραμματεία επί των Στρατιωτικών και Ναυτικών Υποθέσεων». Αμέσως μετά, ο Καποδίστριας επιδόθηκε στην αναδιοργάνωση των άτακτων στρατευμάτων.

Ήταν η δεύτερη σοβαρή προσπάθεια οργανώσεως των άτακτων σωμάτων από την έναρξη του Αγώνα. Η πρώτη είχε γίνει από την Α' Εθνική Συνέλευση, στις 9 Ιανουαρίου 1822. Οι νέοι σχηματισμοί συγκεντρώθηκαν στα Μέγαρα και την Ελευσίνα, όπου στις 16 και 26 Απριλίου αντίστοιχα, έδωσαν τον καθιερωμένο όρκο και παραδόθηκαν οι σημαίες από τον Κυβερνήτη. Οι δυνάμεις αυτές, με τη νέα οργάνωση και σύνθεση συμμετείχαν στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Στερεάς Ελλάδας και η προσφορά τους ήταν σημαντική.


Μετά τη μάχη στην Πέτρα Βοιωτίας, ο Καποδίστριας, δημιούργησε σταδιακά δεκατρία ελαφρά τάγματα Πεζικού, ενώ στις 17 Αυγούστου 1828 συγκροτήθηκε το πρώτο εθελοντικό τάγμα Πυροβολικού και λίγο αργότερα, στις 28 Ιουλίου 1829, συστήθηκε για πρώτη φορά, τμήμα Μηχανικού με την ονομασία «Σώμα Αξιωματικών Οχυρωματοποιίας και Αρχιτεκτονικής». Στις 22 Ιουλίου 1829 τοποθετήθηκε διοικητής του Τακτικού Στρατού ο Γάλλος Συνταγματάρχης Trezel (Τρεζέλ), ο οποίος προέβη στην ανασυγκρότηση του, με νέα οργάνωση, σύνθεση και διάταξη.

Οπλισμός - Οπλοστάσιο

Τα άτακτα σώματα των οπλαρχηγών του Αγώνα δεν είχαν ενιαίο οπλισμό. Καθένας από τους άνδρες χρησιμοποιούσε τα δικά του όπλα. Σταδιακά, ο Τακτικός Στρατός άρχισε να εξοπλίζετε με λογχοφόρα τυφέκια ενώ από το Σεπτέμβριο του 1825 άρχισε να λειτουργεί στο Ναύπλιο εργοστάσιο επισκευής και μετασκευής παλιών τυφεκίων και πυροβόλων, καθώς και κατασκευής πυρομαχικών και βλημάτων πυροβολικού, το «Οπ/οοτάσ/ον» Ναυπλίου υπό τη διεύθυνση του Γάλλου Συνταγματάρχη Amaud (Αρνώ) και αργότερα υπό τον Υπολοχαγό Bourcher (Μπουρσέ).


Εκπαίδευση

Η προσπάθεια στρατιωτικής εκπαιδεύσεως του υπό σύσταση Τακτικού Στρατού άρχισε από το Δημήτριο Υψηλάντη με τη συγκρότηση του πρώτου ημιτάγματος στην Καλαμάτα το 1821. Ως εκπαιδευτές χρησιμοποιήθηκαν Γάλλοι αξιωματικοί. Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή δεν απέδωσε πολλά, καθώς το ημίταγμα διαλύθηκε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα και αφού είχε λάβει μέρος σε πολλές επιχειρήσεις. Λίγο αργότερα εφαρμόστηκε ο Γαλλικός Κανονισμός στην εκπαίδευση του πρώτου συντάγματος του Τακτικού Στρατού, που είχε οργανωθεί με απόφαση της Α' Εθνοσυνελεύσεως.

Σημαντικότερη όμως και μεγαλύτερης διάρκειας ήταν η εκπαίδευση του τακτικού σώματος του Φαβιέρου από φιλέλληνες αξιωματικούς -κατά τα Γαλλικά και πάλι πρότυπα- με την καθοδήγηση του Γάλλου Λοχαγού Mayies ( Μαγιέ). Με τη λήξη του απελευθερωτικού αγώνα και την ανασυγκρότηση του Τακτικού Στρατού, ο πρώτος Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας φρόντισε να διατεθούν Γάλλοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί της Στρατιάς του Maison (Μαιζόν) ως προγυμναστές. Από τον Ιούλιο του 1828, με διαταγή του Κυβερνήτη, άρχισε να λειτουργεί στο Ναύπλιο ο «Λόχος Ευελπίδων», έχοντας ως αποστολή την παροχή της αναγκαίας στρατιωτικής αγωγής και επαγγελματικής καταρτίσεως στα μελλοντικά στελέχη του στρατού.


Λόγω όμως της ακαταλληλότητας του πρώτου Διοικητή, του Κορσικανού πρώην Υπολοχαγού Επιμελητείας του Αγγλικού Στρατού Romylo de Santelli (Σαντέλλι), αποφασίστηκε η διάλυση του Λόχου Ευελπίδων και η ανασυγκρότηση του σε νέες βάσεις υπό τη διεύθυνση του ικανότατου πράγματι Λοχαγού Πυροβολικού Πωζιέ, με το όνομα πλέον «Κεντρικόν Πολεμικόν Σχολείον». Παράλληλα, ο Καποδίστριας, εξέδωσε τον Οκτώβριο του 1829 διάταγμα για το σχηματισμό ενός σώματος «Ακολούθων» και έτσι, από τα πρώτα ακόμη βήματα του νεοσύστατου Κράτους, εγκαινιάστηκε το σύστημα της διπλής προελεύσεως των στελεχών, που τόσο αναπτύχθηκε στη συνέχεια, ιδιαίτερα σε εμπόλεμες περιόδους.

Στρατολογία

Τα σώματα των οπλαρχηγών του 1821 στηρίζονταν στην εθελοντική κατάταξη των μαχητών. Όμως, ο Τακτικός Στρατός για να διατηρεί σταθερή την απαιτούμενη δύναμη του, έπρεπε να προβεί σε κανονική στρατολογία. Μετά από αυτό, η Προσωρινή Κυβέρνηση κατήρτισε νόμο το Σεπτέμβριο του 1825, που καθόριζε απογραφή και στρατολογία σε όλη την επικράτεια, με αναλογία ενός στρατιώτη ανά εκατό κατοίκους. Οι στρατεύσιμοι κληρώνονταν από αυτούς που ήταν ηλικίας 18-30 ετών, με εξαίρεση τους σωματικά ανίκανους και τους μοναχογιούς. Επιτρεπόταν μάλιστα η αντικατάσταση κάθε κληρωτού με όποιον άλλο δεχόταν να στρατευθεί στη θέση του. Η θητεία ορίστηκε τριετής. Ανά έτος το ένα τρίτο των οπλιτών απαλλασσόταν με κλήρο και έπαιρνε τη θέση τους ίσος αριθμός νέων οπλιτών, ώστε στα τρία χρόνια να ανανεώνεται εντελώς το στράτευμα.


Σύμφωνα με το νόμο αυτόν, καθώς ο πληθυσμός της Ελλάδας υπολογιζόταν τότε περίπου σε 700.000 κατοίκους, έπρεπε να στρατολογηθούν 7.000 άνδρες. Επειδή όμως μεγάλο μέρος της χώρας το κατείχαν ή το λεηλατούσαν οι Τούρκοι και επειδή πολλοί νέοι είχαν ήδη ενταχθεί στα άτακτα σώματα ή το ναυτικό, η στρατολογία δεν απέδωσε το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Το μεγαλύτερο αριθμό των στρατευσίμων έδωσαν τα ελεύθερα ελληνικά νησιά που δεν είχαν υποστεί σοβαρές καταστροφές από τους Τούρκους.

Στολή - Σημαία

Στολή

Τον Απρίλιο του 1822 καθορίστηκε με νόμο, κάθε αξιωματικός και οπλίτης να δικαιούται μία στολή δωρεάν. Οι στολές ορίστηκε να είναι όμοιες με αυτές των ευρωπαϊκών στρατών. Ωστόσο, όταν ανασυντάχθηκε το πρώτο τακτικό τάγμα, υπό το Συνταγματάρχη Ρόδιο, τον Ιούλιο του 1824, διατηρήθηκε η ελληνική ενδυμασία από σαγιάκι (κάπα), άσπρη φουστανέλα και φέσι. Αργότερα, μόνο ο Φαβιέρος, μοίρασε στο τακτικό σώμα 5.000 στολές που εισήγαγε από την Αγγλία. Μετά την εκστρατεία της Χίου, το 1828, καθώς το τακτικό σώμα επέστρεψε σε άθλια σχεδόν κατάσταση, ο νέος Διοικητής του Έυδεκ, μερίμνησε πάλι για την ενδυμασία του. Νέες στολές όμοιες με τις γαλλικές, κατασκευάστηκαν στο Ναύπλιο, ενώ την ίδια εποχή ρυθμίστηκαν και οι στολές «μικρή» και «μεγάλη» των μαθητών του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου.


Ένα χρόνο αργότερα, η στολή του Τακτικού Στρατού εξομοιώθηκε με διάταγμα με τη γαλλική και μόνο οι άνδρες των ελαφρών ταγμάτων εξακολουθούσαν να φορούν την παραδοσιακή ελληνική ενδυμασία.

Σημαία

Τον τύπο της επίσημης Ελληνικής Σημαίας καθιέρωσε για πρώτη φορά το «Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος» την 1η Ιανουαρίου 1822, το οποίο όρισε το κυανό και το λευκό ως χρώματα της σημαίας και ανέθεσε στο «Εκτελεστικό Σώμα» (Κυβέρνηση) να προσδιορίσει το σχήμα της. Μετά από αυτό, στις 15 Μαρτίου 1822, καθορίστηκε με διάταγμα το σχήμα της σημαίας ως εξής:

- Των Δυνάμεων Ξηράς : Σχήματος τετραγώνου, χρώματος κυανού με λευκό σταυρό στο μέσο που τη διέσχιζε από το ένα άκρο έως το άλλο και τη χώριζε σε τέσσερα ίσα μέρη.

- Της Θάλασσας : Αυτή ήταν δύο τύπων. Μία για τα πολεμικά πλοία και μία για τα εμπορικά.


Τη σημαία των πολεμικών πλοίων αποτελούσαν εννέα εναλλασσόμενες ισοπλατείς οριζόντιες ταινίες (πέντε κυανές και τέσσερις λευκές) και είχε στο επάνω εσωτερικό μέρος κυανό τετράγωνο μέσα στο οποίο υπήρχε λευκός σταυρός. Αντίθετα, η σημαία των εμπορικών πλοίων ήταν χρώματος κυανού με λευκό τετράγωνο και κυανό σταυρό στο επάνω εσωτερικό μέρος. Από το 1828 καθιερώθηκε ενιαία σημαία για τη θάλασσα αυτή των πολεμικών πλοίων.

Μέριμνα για το Προσωπικό

Από τις πρώτες ακόμη ημέρες του Αγώνα έγινε αισθητή η ανάγκη ιατρών κα νοσοκομείων. Για το σκοπό αυτό αποφασίστηκε, τον Ιανουάριο του 1822, η τοποθέτηση σε κάθε χιλιαρχία άτακτων, ενός γιατρού παθολόγου και ενός χειρουργού, ενώ η πρώτη προσπάθεια ιδρύσεως στρατιωτικού νοσοκομείου έγινε, αμέσως με την κήρυξη της Επαναστάσεως, στο στρατόπεδο των Πατρών.

Την αποφασιστικότερη κίνηση, στον τομέα της υγειονομικής περιθάλψεως, έκανε ο Λόρδος Byron (Βύρων), ο οποίος όταν ήρθε στην Ελλάδα τις πρώτες ημέρες του 1824 φρόντισε να φέρει μαζί του μεγάλη ποσότητα φαρμάκων και χειρουργικών εργαλείων. Επίσης, βοήθησε να ιδρυθούν στρατιωτικά νοσοκομεία στο Μεσολόγγι και την Αθήνα. Το 1825, προβλέφθηκε με νόμο η ίδρυση τεσσάρων νοσοκομείων, καθώς και ο διορισμός, δίπλα στους αρχηγούς των Όπλων, ενός αρχίατρου και ενός χειρουργού, μαζί με ένα βοηθό του καθενός για 500 οπλίτες. Προβλέφθηκαν επίσης δύο τραυματιοφορείς ανά χίλιους οπλίτες και το απαραίτητο υγειονομικό υλικό.

Στην εποχή του Καποδίστρια εξάλλου, τέθηκαν και οι πρώτες βάσεις κοινωνικής μέριμνας για το στρατιωτικό προσωπικό και τις οικογένειες του. Ειδικότερα, το Φεβρουάριο του 1828, καθορίστηκαν οι συντάξεις όσων αποχωρούσαν λόγω τραυμάτων, αρρώστιας ή γήρατος, καθώς και η απονομή συντάξεων στις οικογένειες όσων σκοτώνονταν ή πέθαιναν «εν υπηρεσία».


Το Δεκέμβριο του ίδιου έτους αποφασίστηκε η χορήγηση μηνιαίου σιτηρέσιου ή ένταξη στο «Σώμα Απομάχων» αυτών που είχαν καταστεί ανίκανοι κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους. Οι απόμαχοι, που αποχωρούσαν από τις τάξεις του στρατεύματος, έπαιρναν σύνταξη ίση με το μισό των αποδοχών τους. Ολόκληρο το μισθό τους έπαιρναν, ως σύνταξη, μόνο αυτοί που συμπλήρωναν τεσσαρακονταετία. Επίσης, συστήθηκε ειδικά για την περίθαλψη τους το «Ίδρυμα Απομάχων».

Ο Τακτικός Στρατός κατά το 1825

Η δύναμις του Τακτικού Στρατού κατά το έτος 1825 ήτο 4.000 άνδρες, η δε σύνθεσή του η ακόλουθη:

Διοικητής

Συνταγματάρχης Κάρολος Φαβιέρος, Γάλλος παραλαβών την Δ/σιν την 30ην Ιουλίου 1825 παρά του Συνταγματάρχου Ροδίου.

ΠΕΖΙΚΟΝ

Α’ Τάγμα (Αθηνών) – 8 Λόχων (120-140 ανδρών έκαστος)
Β’ Τάγμα (Ναυπλίου) – 6 Λόχων (120-140 ανδρών έκαστος)
Γ’ Τάγμα (Αθηνών) – 8 Λόχων (120-140 ανδρών έκαστος)
Δ’ Ημίταγμα – 4 Λόχοι (120-140 ανδρών έκαστος)
Τμήμα Ελαφρού Πεζικού Ανιχνευτών Σταυροφόρων Δυνάμεως 250 ανδρών

ΙΠΠΙΚΟΝ

Διοικητής Tαγματάρχης Ρεννώ, Γάλλος

‘Υλη Λογχιστών
‘Υλη Καραμπινοφόρων
‘Υλη Ανίππων

ΠΥΡΟΒΟΛΙΚΟΝ

Διοικητής Λογαγός Εμμανουήλ Καλλέργης
Πυροβολαρχία 200 ανδρών μετά τεσσάρων (4) ορεινών πυροβόλων

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ
 

ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟΝ


Από του Σεπτεμβρίου 1825 ήρξατο λειτουργούν εν Ναυπλίω εργοστάσιον επισκευής παλαιών τυφεκίων και πυροβόλων, ως και κατασκευής πυρομαχικών και βλημάτων πυροβολικού, υπό την διεύθυνσιν του Γάλλου Συνταγματάρχου Αρνώ, αφιχθέντος εκ Γαλλίας με Επιτελείον πυροτεχνουργών και αναγκαιούντων μηχανημάτων.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

Διοικητής/Διευθυντής Λογαγός Μαγιές, Γάλλος

Η Σχολή Αξιωματικών Τακτικού Σώματος ελειτούργησε από τον Οκτώβριο 1825. Πρόκειται για την πρώτη Στρατιωτική Σχολή της Νεωτέρας Ελλάδος.

ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ

Διά θεσπίσματος του Βουλευτικού της 11ης Οκτωβρίου 1825 απεφασίσθη η σύστασις των αναγκαίων Νοσοκομείων διά την περίθαλψιν των ασθενών και τραυματιών.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Άμα τη συγκροτήσει του, το Τακτικόν Σώμα μετέβη εις Αθήνας την 1ην Οκτωβρίου 1825 γενόμενο ενθουσιωδώς δεκτόν. Τον Μάρτιο του 1826, ο Φαβιέρος, άνευ διαταγών και με δική του πρωτοβουλία, ωδήγησε το Τακτικόν εις Κάρυστον, όπου ηττήθη από τον Ομέρ Πασά τον Καρυστινό. Ανεσυγκροτήθη εκ ν έου εις Αθήνας και έλαβε νέες στολές. Αυτές ήταν:

Αμπέχωνο γαλάζιο στολισμένο στα στήθη με αργυρόπλεκα γαϊτάνια παντελόνι φαιό κράνος αγγλικό μαύρο, απαστράπτων, με λοφίο από μαύρα και άπρα πτερά. Σπαθιά αξιωματικών με χρυσή λαβή όπλα στρατιωτών με ξιφολόγχη δερμάτινος γυλιός.


Παρά την λαμπρή εμφάνιση, το Σώμα εστερείτο ηθικού και δεν εσημείωσε αξιόλογη δράση με εξαίρεση την είσοδό του στην πολιορκουμένη υπό του Κιουταχή Ακρόπολη των Αθηνών την 30η Νοεμβρίου 1826.

Η ενίσχυσις των πολιορκουμένων με άνδρες και εφόδια παρέτεινε την πολιορκία έως τις 27 Μαϊου 1827 οπότε υπήρξε συνθηκολόγησις υπέρ των Τούρκων.

Τα λείψανα του Τακτικού ανεσυγκροτήθησαν εις Πόρον και ανεχώρησαν δια την τελευταία εκστρατεία στην Χίο τον Οκτώβριο του 1827.

Η Ελληνική κυβέρνησις, μη δυναμένη να συντηρήση το Τακτικόν, ενέκρινε την εκστρατεία της Χίου διότι τα έξοδα τα ανέλαβαν οι Χιώτες της διασποράς. ‘Ετσι, η τελευταία δύναμις στρατού εξέφυγε από τα χέρια της Κυβερνήσεως η οποία, ανίκανη να επιβληθή στην εσωτερική αναρχία, κατέφυγε εις Αίγινα εν αναμονή του Καποδίστρια.

Δολοφονία του Καποδίστρια και Αποσύνθεση του Τακτικού Στρατού

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1831 δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, από πολιτικούς του αντιπάλους, με συνέπεια να επικρατήσει πλήρης πολιτική και κοινωνική αναρχία στο εσωτερικό της χώρας, με άμεση επίδραση και στο στρατό. Τα ελαφρά τάγματα γρήγορα διαλύθηκαν, σχηματίζοντας και πάλι ένοπλες ομάδες με αρχηγούς τους παλιούς οπλαρχηγούς των άτακτων σωμάτων.

Ο Τακτικός Στρατός, που σε όλο σχεδόν το διάστημα μέχρι το θάνατο του Κυβερνήτη είχε μείνει αμέτοχος σε κάθε πολιτική διαμάχη, υπέστη και αυτός τις αρνητικές συνέπειες των τελευταίων θλιβερών γεγονότων. Ο Στρατηγός Ζεράρ, μαζί με τους περισσότερους Γάλλους αξιωματικούς, αποχώρησαν από το στράτευμα. Επιπλέον, λόγω ελλείψεως των αναγκαίων οικονομικών πόρων για τη συντήρηση του Τακτικού Στρατού, σημειώθηκε μεγάλη διαρροή των ανδρών του προς τους άτακτους.


Η Κυβερνητική Επιτροπή που διαδέχθηκε τον Καποδίστρια, διόρισε Διοικητή του Στρατού τον παλιό φιλέλληνα Γάλλο Συνταγματάρχη Graillard (Γκρεγιάρ), με βοηθό τον Υπολοχαγό Πυροβολικού Σκαρλάτο Σούτσο. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της νέας διοικήσεως, η δύναμη του Τακτικού Στρατού μειώθηκε στο ελάχιστο και η όλη οργανωτική προσπάθεια των τελευταίων ετών κινδύνευε να καταστραφεί. Το ίδιο συνέβη και στον τομέα της εκπαιδεύσεως. Ο Πωζιέ παραιτήθηκε από τη διοίκηση του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου και στη θέση του τοποθετήθηκε ο Βαυαρός Συνταγματάρχης Reineck (Ράινεκ), ο οποίος με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να το διατηρήσει σε λειτουργία. Η αποχώρηση εξάλλου των Γάλλων προγυμναοτών και η μη αναπλήρωση τους από άλλο προσωπικό είχε ως συνέπεια τη διακοπή της εκπαιδεύσεως και τη χαλάρωση της πειθαρχίας.

Ωστόσο, τα θεμέλια που με τόσο μόχθο είχαν τεθεί επί Καποδίστρια στη στρατιωτική οργάνωση και εκπαίδευση, έμειναν ακλόνητα και αποτέλεσαν τη βάση των παραπέρα προσπαθειών για τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας.

Ιστορικά Πρόσωπα

Καποδίστριας Ιωάννης (1776-1831)


Έξοχος διπλωμάτης, πολιτικός και πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα από γονείς ευγενείς. Ο πατέρας του Αντώνιος Καποδίστριας, που ήταν δικηγόρος και πολιτικός, αλλά και η μητέρα του Διαμαντίνα το γένος Γονέμη κατάγονταν από ευγενείς οικογένειες και ήταν γραμμένοι στη Χρυσή Βίβλο, το περίφημο Libro d’ Oro. Ο Ιωάννης Καποδίστριας μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κέρκυρα, σπούδασε ιατρική στο περιώνυμο τότε πανεπιστήμιο της Πάντοβας. Εκεί είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και μαθήματα νομικής και φιλοσοφίας. Στην Ιταλία ήταν τότε πολύ διαδεδομένες οι επαναστατικές ιδέες της Γαλλικής επανάστασης. Ο Καποδίστριας, όντας από τη φύση του φιλελεύθερος, δέχτηκε τα μηνύματα αυτά και έθεσε αργότερα τον εαυτό του στην υπηρεσία του λαού, προσφέροντας τις υπηρεσίες του ως επιστήμονας, αφιλοκερδώς πολλές φορές, και ως πολιτικός.

Επανήλθε στην πατρίδα του την Κέρκυρα το 1797 σε ηλικία 21 ετών και δεν άργησε να διακριθεί. Ίδρυσε την «Εταιρία των Φiλων», έναν φιλολογικό σύλλογο με έντονη πνευματική και πολιτιστική δράση, και τον «Εθνικό Ιατρικό Σύλλογο», τον πρώτο μέχρι τότε στα ελληνικά χρονικά. Διορίστηκε διευθυντής στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Κέρκυρας, που ιδρύθηκε μετά τη Ρωσοτουρκική παρέμβαση στα Επτάνησα (1800).


Από το 1801 ήδη άρχισε να έχει ανάμειξη στην πολιτική. Διετέλεσε Γραμματέας της Ιονίου Πολιτείας και ως υπεύθυνος της εκπαίδευσης (έφορος) ίδρυσε 40 σχολεία και φρόντισε για την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας της Ιονίου πολιτείας. Το 1807 η Γερουσία του ανέθεσε την οχύρωση και άμυνα της Αγίας Μαύρας (Λευκάδας), την οποία απειλούσε ο Αλή Πασάς. Και τότε απέδειξε πως δεν ήταν μόνο έξοχος διπλωμάτης και πολιτικός, αλλά ότι διέθετε και σπάνια οργανωτικά και στρατιωτικά προσόντα.

Δεν άργησε, όμως, να εγκαταλείψει την αγαπημένη του Κέρκυρα, που τόσο νοσταλγούσε στη συνέχεια, και να πάει στην Αγία Πετρούπολη (1809) προσκεκλημένος του Τσάρου. Εκεί γνώρισε και τη Ρωξάνδρα Στούρτζα, που διετέλεσε κυρία επί των τιμών της αυτοκράτειρας Ελισάβετ, συζύγου του τσάρου Αλεξάνδρου του Α´, είναι «η μόνη γυναίκα που αγάπησε» ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας. Ο Τσάρος Αλέξανδρος Α΄ του ανέθεσε διάφορες εμπιστευτικές αποστολές και το 1815 τον διόρισε υπουργό των Εξωτερικών της Ρωσικής αυτοκρατορίας. 

Η πολιτική του καριέρα στη Ρωσία συμπίπτει με σημαντικά γεγονότα στην Ευρώπη, καθοριστικά πολλές φορές για την τύχη των λαών. Η συμβολή του Καποδίστρια στη διαμόρφωση του πολιτικού χάρτη της Ευρώπης(1814-1822) υπήρξε μεγάλη. Ιδίως η αναγνώριση της Ελβετίας από τις μεγάλες δυνάμεις ήταν δική του επιτυχία. Γι’ αυτό και τιμήθηκε ως επίτιμος πολίτης στη Γενεύη, στη Λοζάνη και στο Καντόνι του Πο σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις υπηρεσίες του προς την Ελβετία.

Η σύγκρουσή του όμως με τον Καγκελάριο της Αυστρίας Μέτερνιχ, ο οποίος ήταν η ψυχή της Ιερής Συμμαχίας, δεν άργησε να φανεί. Η πάλη των δύο ανδρών σε διπλωματικό επίπεδο ήταν σφοδρή. Ο Καποδίστριας εξωθούσε τον Τσάρο σε πόλεμο εναντίον της Τουρκίας και στην επίλυση του Ανατολικού ζητήματος με τα όπλα. Έτσι, θα ελευθερωνόταν και η Ελλάδα. Ο Μέτερνιχ πάλι τον ανάγκαζε να μένει πιστός στις αποφάσεις της Βιέννης (1815) και στις αρχές της «Ιερής Συμμαχίας» για τη διατήρηση της «νομιμότητας» στην Ευρώπη με τη δίωξη των φιλελεύθερων ιδεών και την κατάπνιξη κάθε απελευθερωτικού κινήματος.

Ο Καποδίστριας, εκτιμώντας ότι το πολιτικό κλίμα της Ευρώπης ήταν αρνητικό για την Ελληνική υπόθεση, αρνήθηκε να δεχτεί την πρόταση των φιλικών να ηγηθεί της επανάστασης. Με το ξέσπασμα της επανάστασης, διαφοροποιήθηκε πολύ από την επίσημη πολιτική της Ρωσίας και γι’ αυτό απομακρύνθηκε με εύσχημο τρόπο· πήρε άδεια επ’ αόριστον τον Αύγουστο 1822, εγκαταστάθηκε στην Ελβετία και από εκεί δεν έπαψε να εργάζεται για την ελληνική υπόθεση με το πλήθος των γνωριμιών του και το μεγάλο κύρος που διέθετε.


Τα χρόνια πέρασαν και οι αγώνες των Ελλήνων απέδωσαν καρπούς. Κατά την Γ΄ εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827), ύστερα από πρόταση του Κολοκοτρώνη, ο Καποδίστριας εκλέγεται να κυβερνήσει τη μικρή τότε ελεύθερη Ελλάδα για επτά χρόνια. Στις 7 Ιανουαρίου 1828 ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας έφτασε στο Ναύπλιο και κατόπιν πήγε στην Αίγινα, που θα ήταν προσωρινή πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους. Ο Ιωάννης Καποδίστριας κλήθηκε να συστήσει κράτος από το μηδέν.

Τα σύνορα δεν είχαν καθοριστεί. Ο πόλεμος δεν είχε λήξει. Η χώρα μας ήταν ήδη χρεωμένη στους Άγγλους από τα δάνεια, που είχαν δαπανηθεί στις ανάγκες του πολέμου αλλά και στον εμφύλιο. Η εικόνα που παρουσίασαν οι τότε υπουργοί στον κυβερνήτη ήταν φρικτή. Δεν υπήρχαν ούτε δικαστήρια ούτε δικαστές. Δεν υπήρχε ούτε στρατός, ούτε πολεμοφόδια.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας άρχισε αμέσως το τεράστιο έργο που τον περίμενε. Αναδιοργάνωσε το στρατό και το στόλο και ανακατέλαβε τη Δυτική και Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Με τη συνθήκη που θα υπογραφόταν θα ευνοούνταν οι περιοχές που είχαν πολεμήσει με επιτυχία. Επίσης, έφτασαν Γαλλικά στρατεύματα υπό τον Μαιζόν για την απομάκρυνση των Τουρκοαιγυπτίων του Ιμπραήμ από το Μοριά. Σε διπλωματικό επίπεδο έδωσε σκληρές μάχες, για να κερδίσει ό,τι καλύτερο για την πατρίδα. Αναδιοργάνωσε την επαρχιακή διοίκηση και έθεσε τις βάσεις της οικονομίας. Νοιάστηκε για τη γεωργία, που την εμπλούτισε με νέες καλλιέργειες (πατάτας), για την κτηνοτροφία, το εμπόριο, τη ναυτιλία.

Έκοψε το πρώτο νόμισμα, τον ασημένιο φοίνικα, εκπόνησε το πρώτο δασμολογικό και φορολογικό σύστημα. Έθεσε τις βάσεις της εκπαίδευσης με πολλά σχολεία αλληλοδιδακτικά, στα οποία οι πιο προχωρημένοι μαθητές δίδασκαν τους υπόλοιπους υπό την εποπτεία του δασκάλου, και άλλα χειροτεχνίας, δηλαδή πρακτικής κατεύθυνσης. Στην Αίγινα ιδιαίτερα, ίδρυσε ορφανοτροφείο με διευθύντρια τη Μαντώ Μαυρογένους, όπου βρήκαν περίθαλψη και προστασία 600 ορφανά, καθώς επίσης και το Κεντρικό Σχολείο, οι απόφοιτοι του οποίου προορίζονταν για ανώτερες σπουδές. 

Επίσης, ίδρυσε το Πρότυπο Αγροκήπιο και τη Γεωργική σχολή Τίρυνθας. Στον τομέα της δικαιοσύνης έθεσε τις βάσεις απονομής δικαίου με τη δημοσίευση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και πολλών νόμων, με την ίδρυση πρωτοδικείων στις έδρες των νομών, ειρηνοδικείων στις κωμοπόλεις, καθώς και εφετείων. Το έργο που επιτελέστηκε στα τριάμισι χρόνια διακυβέρνησής του μέχρι τη δολοφονία του ήταν τεράστιο και πρωτοφανές.

Η αντίδραση κατά του κυβερνήτη ήταν από την αρχή σχεδόν έντονη και συνεχώς αυξανόμενη. Στην προσπάθειά του να δημιουργήσει κεντρική εξουσία και να θέσει τις βάσεις για την οικονομία, βρήκε αντιμέτωπους τους άρχοντες, που αντιπροσώπευαν την παλιά αριστοκρατία. Οι πρόκριτοι φοβούνταν ότι θα έχαναν τα παλιά τους προνόμια και την εξουσία τους και γι’ αυτό δεν εννοούσαν να υπακούουν στα κελεύσματα του νεοσύστατου κράτους. Δεν εννοούσαν π.χ. ότι έπρεπε να πληρώνουν φόρους. Και όχι μόνο τούτο, αλλά ζητούσαν υπέρογκα ποσά ως πολεμική αποζημίωση για όσα είχαν χαλάσει κατά τη διάρκεια του αγώνα.


Οι Κουντουριώτηδες από την Ύδρα ζητούσαν τόσο πολλά για τα καράβια τους που είχαν καταστραφεί, για τους μισθούς των πλοιάρχων και πληρωμάτων και για άλλα ακόμη, που ο Αγώνας γι’ αυτούς θα ήταν κερδοσκοπική επιχείρηση, αν η κυβέρνηση είχε να τους αποζημιώσει. Το ίδιο κάνανε κι οι Σπέτσες και τα Ψαρά. Κι εκείνος που υποδαύλιζε την αντικαποδιστριακή τακτική ήταν ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος, ο πρώτος και μεγαλύτερος πολιτικάντης της νεότερης ιστορίας μας, ο οποίος έβλεπε να του γλιστρούν μέσα από τα χέρια τα τρανά αξιώματα. Το νησί της Ύδρας ήταν το μεγαλύτερο αντικαποδιστριακό κέντρο, όπου προσέφευγαν οι δυσαρεστημένοι και συνωμότες. Άλλο κέντρο ήταν η Μάνη των Μαυρομιχάληδων.

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27-9-1831 από τον Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, αδερφό και γιο αντίστοιχα του Πετρόμπεη, έχει υπερτονιστεί από τους ιστορικούς. Την εγκληματική ενέργεια όμως δεν πρέπει να ερμηνεύουμε με βάση τα προσωπικά πάθη των δραστών. Ίσως να μην το αποτολμούσαν, εάν η ατμόσφαιρα δεν ήταν τεταμένη και αν δεν υπήρχε τόσο το πλήθος ανθρώπων, που φανερά επιθυμούσαν το θάνατο του κυβερνήτη. Είχαν φτάσει στο σημείο να μαζεύουν χρήματα για το σκοπό αυτό κρυφά. 

Και ως ηθικούς αυτουργούς δεν πρέπει να θεωρούμε μόνο τη φάρα των Μαυρομιχαλαίων, τους Κουντουριώτηδες, τον Μαυροκορδάτο και άλλους, καθώς επίσης και την υδραίικη εφημερίδα «Απόλλων», η οποία πανηγύριζε για τον θάνατο του κυβερνήτη κι ύστερα έπαψε να εκδίδεται, επειδή είχε εκπληρώση τον προορισμό της· ηθικοί αυτουργοί ήταν και οι ξένοι και ιδίως οι Άγγλοι, οι οποίοι έβλεπαν στο πρόσωπο του Καποδίστρια όχι τον Έλληνα κυβερνήτη αλλά τον Ρώσο πράκτορα. Στη συνέχεια όλοι κατάλαβαν το μέγα σφάλμα, αλλά ήταν πια αργά.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν ακέραιος χαρακτήρας, έντιμος και θερμός πατριώτης και ανιδιοτελής. Αρνήθηκε σύνταξη από τη Ρωσία, για να μη θεωρηθεί μισθοδοτούμενος από τους ξένους. Αρνιόταν τον μισθό του. Δυο φορές θέλησαν να του κόψουν κάποια χορηγία, για να έχει τη δυνατότητα να εμφανίζεται ως αρχηγός κράτους προς τους ξένους, τη μια το «Πανελλήνιο» (η Κυβέρνηση), την άλλη η Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829). Και τις δυο φορές αρνήθηκε. Ξόδεψε όλη του την περιουσία για τις ανάγκες της πατρίδας. Πούλησε ακόμα και τις πολύτιμες πέτρες από τα παράσημά του. Και ήταν πολύ λιτοδίαιτος, όσο έβλεπε τη χώρα βουτηγμένη στα ερείπια και σε φρικτή ανέχεια.

Ο λαός τον αγαπούσε υπερβολικά και θρήνησε πολύ για το χαμό του.

Κάρολος Φαβιέρος (1782 - 1855)

Ο Κάρολος Φαβιέρος (Charles Nicolas Fabvier) (1783-1855) ήταν Γάλλος φιλέλληνας στρατηγός και διοικητής του τακτικού στρατού της Ελλάδας κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821.


Σπούδασε στην Πολυτεχνική Σχολή του Παρισιού και συμμετείχε στους Ναπολεόντειους Πολέμους. Σε ηλικία 30 ετών ήταν συνταγματάρχης, και είχε τιμηθεί με τον Ταξιάρχη της Λεγεώνας της Τιμής και είχε πάρει τον τίτλο του βαρόνου. Το 1809 στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη και το 1810 στην Περσία για να οργανώσει τον περσικό στρατό. Μετά την παλινόρθωση των Βουρβόνων, αποτάχθηκε, όπως και οι περισσότεροι αξιωματικοί του Ναπολέοντα και κατέφυγε στην Αγγλία. Το 1823 κατέβηκε στην Ελλάδα για να βοηθήσει την επανάσταση με το ψευδώνυμο De Borel. Επέστρεψε στην Αγγλία όπου συγκέντρωσε εθελοντές και το 1825 γύρισε στην Ελλάδα όπου ανέλαβε την διοίκηση του τέταρτου τακτικού στρατού στο Ναύπλιο.

Στις αρχές Αυγούστου του 1826 έλαβε μέρος στην μάχη του Χαϊδαρίου όπου ηττήθηκε και στις 30 Νοεμβρίου 1826 διέσπασε με 530 άνδρες την πολιορκία της Ακρόπολης μεταφέροντας πολεμοφόδια ,αλλά έμεινε πολιορκημένος εκεί μέχρι τις 24 Μαΐου 1827 οπότε και συνθηκολόγησε. Το καλοκαίρι του 1827 έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Χίου που διακόπηκε μετά από την αντίδραση των μεγάλων δυνάμεων.

Πήρε μέρος στην εκστρατεία του Μωριά, συνοδεύοντας τον τακτικό γαλλικό στρατό προσφέροντας με τη γνώση του για την περιοχή.


Το 1828 μετά από διαφωνία του με τον Καποδίστρια έφυγε από την Ελλάδα για την Γαλλία όπου πήρε μέρος στην επανάσταση του Ιουλίου του 1830, οπότε διορίστηκε φρούραρχος του Παρισιού. Το 1839 έγινε γενικός επιθεωρητής στρατού, και το 1845 ομότιμος της Άνω Βουλής. Η Γ’ Ελληνική Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον ανακήρυξε επίτιμο Έλληνα πολίτη και του απονεμήθηκε από τον Όθωνα ο Μεγαλόσταυρος του Τάγματος του Σωτήρος. Με τον θάνατό του από προβλήματα υγείας το 1855 κηρύχθηκε τριήμερο πένθος στον Ελληνικό στρατό και η Ακρόπολη φωταγωγήθηκε πένθιμα.

Παναγιώτης Ρόδιος (1789-1851)

Γεννήθηκε στη Ρόδο το 1789. Ο πατέρας του, Γεώργιος, ήταν εμποροπλοίαρχος, και ιδιοκτήτης πλοίου. Τα πρώτα του γράμματα, τα έμαθε στη Ρόδο και δεν θέλησε να ακολουθήσει το επάγγελμα του καραβοκύρη. Μετά το θάνατο του πατέρα του, πούλησε το πλοίο του και πήγε για σπουδές στο Φιλολογικόν Γυμνάσιον Σμύρνης όπου και διακρίθηκε. Στο σχολείο της Σμύρνης δίδασκαν σημαντικότατοι δάσκαλοι, εκπρόσωποι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, όπως ο Κων/νος Κούμας και οι αδελφοί Στέφανος και Κων/νος Οικονόμος. Από τη Σμύρνη ταξίδεψε αρχικά για την Πάδουα και στη συνέχεια στο Παρίσι για να σπουδάσει ιατρική. Εκεί προσχώρησε στις ιδέες του Διαφωτισμού και στον κύκλο του εκφραστή τους, Αδαμάντιο Κοραή, ο οποίος αποτέλεσε το πνευματικό του πρότυπο.

Όμως, πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του, ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση το 1821. Τότε, εγκατέλειψε το Παρίσι και τον Αύγουστο του 1821 επέστρεψε στην Ελλάδα και κατατάσσεται στο πρώτο τακτικό σώμα στρατού. Μετέχοντας στη συνοδεία του Σκωτσέζου φιλέλληνα Τόμας Γκόρντον, κατευθύνθηκε στο Άστρος, όπου θα συναντούσαν τον Δημήτριο Υψηλάντη. Ο Ρόδιος ενταγμένος στο επιτελείο του Υψηλάντη συμμετείχε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς μέχρι την πτώση της.


Ο διακεκριμένος Φαναριώτης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, πολιτικός και διανοούμενος, συνάντησε τον Ρόδιο στην Κόρινθο και τον έθεσε υπό την πολιτική του προστασία Ο Ρόδιος έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα, με το βαθμό του λοχαγού, διακρίθηκε για την ανδρεία του και ήταν από τους ελάχιστους επιβιώσαντες. Με τα λείψανα του τακτικού στρατού συμμετείχε στην κατάληψη του Ναυπλίου από τους Έλληνες. Τον Νοέμβριο του 1822 ο Ρόδιος ανέλαβε τη διοίκηση του πρώτου τάγματος του τακτικού στρατού, παίρνοντας προαγωγή στο βαθμό του ταγματάρχη.

Ο Ρόδιος, προσχώρησε στην κυβέρνηση του Κουντουριώτη παίρνοντας μάλιστα τη σημαντικότερη πολιτική θέση της σταδιοδρομίας του, εκείνη του προσωρινού Γενικού Γραμματέα του Εκτελεστικού, αναπληρώνοντας τον Μαυροκορδάτο, δεύτερος πολιτειακός παράγοντας, μετά τον πρόεδρο του Εκτελεστικού, Κουντουριώτη.

Από τον Ιούλιο του 1824 ο Ρόδιος προήχθη στο βαθμό του συνταγματάρχη, επιφορτισμένος με τα καθήκοντα του αρχηγού του τακτικού σώματος στρατού. Τον Ιούλιο του 1824, συνυπέγραψε την επίσημη ανασύσταση του τακτικού στρατού, την οποία ανέλαβε να φέρει σε πέρας. Το 1825 παρέδωσε τη διοίκηση του τακτικού στρατού στον Γάλλο αξιωματικό, Φαβιέρο.
Διετέλεσε στενός συνεργάτης του πρώτου Έλληνα Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και Γραμματέας επί των Στρατιωτικών. Επί υπουργίας του συμβάλλει στην ίδρυση του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου.

Ο Ι. Καποδίστριας δολοφονείται τον Οκτώβριο του 1831 και το 1833 ο Όθων φθάνει στην Ελλάδα ως πρώτος βασιλιάς της. με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3η2 Φεβρουαρίου 1830 αναγνωρίζεται διεθνώς το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.

Μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 ο Ρόδιος διορίζεται στρατιωτικός διοικητής Αργολίδος. Ο βασιλιάς Όθωνας προάγει τον Ρόδιο σε υποστράτηγο. Ο Ρόδιος συμμετέχει ως πληρεξούσιος του Ναυπλίου στην Εθνοσυνέλευση και μετέχει, ως μέλος της συντακτικής Επιτροπής του Συντάγματος. Το 1844 αναλαμβάνει καθήκοντα Γραμματέως επί των Στρατιωτικών, ενώ το 1848 διατελεί και πάλιν, Υπουργός Στρατιωτικών. Παντρεύτηκε μία από τις κόρες του Γενναίου Κολοκοτρώνη, με την οποία απέκτησε ένα γιο και πέθανε το 1851 σε ηλικία 62 ετών.

Φωτογραφικό Υλικό