Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019

Ο ΣΤΩΙΚΟΣ ΣΟΦΟΣ – ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΣΤΩΙΚΙΣΜΟΥ

Το ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΣ ΖΗΤΗΜΑ όλης της ελληνικής φιλοσοφίας (όπως το είδε ξεκάθαρα και ο Αυγουστίνος1) είναι το ζήτημα του υπέρ­τατου αγαθού. Και η απάντηση της Στοάς, όπως και όλων των άλλων συστημάτων, κλασικών και ελληνιστικών, είναι ότι υπέρ­τατο αγαθό στη ζωή είναι η εὐδαιμονία.2 Όμως (όπως ήξερε καλά ο Αυγουστίνος), ενώ ο Χριστιανός δέχεται την ευλογία ενός θεού που παρέχει την ελπίδα και μαζί την πραγμάτωσή της, ο Έλληνας φιλόσοφος πιστεύει πως μπορούμε, μες σε τούτο το βασανισμένο κόσμο, να κερδίσουμε από μόνοι μας την ευτυχία.3 Για τον Στωικό ο σκοπός της ζωής ταυτίζεται με τον ενάρετο βίο4 κι αυτό, πάλι, σημαίνει ότι το μόνο αληθινό ἀγαθόν είναι το ηθικό αγαθό. Και ως τέτοιο είναι το μόνο πράγμα που αξίζει- και επιπλέον, είναι αρκετό για να ζει κανείς ευτυχισμένος. Δηλαδή η χρηστότητα -ή ευδαιμονία- εναπόκειται σε μια εσωτερική στάση, στην αγαθή βούληση, όπως θα έλεγε ο Καντ. Δεν έχει σημασία τι εξωτερικά γεγονότα έχει ν’ αντιμετωπίσει ο άνθρω­πος. Αυτό που μετράει είναι ότι θέλει το πρέπον, ότι πράττει το πρέπον, ότι κάνει σωστή χρήση των όσων του συμβαίνουν.

Όμως αν ο Στωικός επιδιώκει να γίνει αφέντης του εαυτού του, το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Σε τι έγκειται η ιδιαιτερότητα της στωικής αντίληψης ως προς την κυριαρχία πάνω στον εαυ­τό; Χωρίς άλλο, στην ελευθερία από τα πάθη· στην ἀπάθεια. Η αρετή συνίσταται στο να μην ταράζεται κανείς από τα γεγονότα.

Όχι πως οι αρχαίοι -και ιδιαίτερα οι Στωικοί, και σε αντίθε­ση με την Αναγέννηση και τον Καρτέσιο και τον 18ο αιώνα-, δεν είχαν επίγνωση του γεγονότος ότι τα πάθη μπορούν να οδη­γήσουν τους ανθρώπους στο καλό. Όμως, ενώ ο Αριστοτέλης και ο Θεόφραστος θεωρούν ότι ο θυμός μπορεί να παρακινήσει σε σπουδαίες πράξεις, οι Στωικοί αμφιβάλλουν πολύ για τη βο­ήθεια που μπορούν να προσφέρουν τα πάθη στην υπόθεση της αρετής. Ακόμα και τα καλά πάθη τείνουν να τα θεωρούν κακούς στρατιώτες, κακούς συμμάχους στον αγώνα της ζωής, γιατί δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος πως θα τον οδηγήσουν στη σω­στή κατεύθυνση- μπορούν επίσης να οδηγήσουν στην καταστρο­φή. Κι επιπλέον, αν αφεθούν ελεύθερα, μπορούν να εξωθήσουν και στο κακό. Κάποιος που είναι ευσπλαχνικός και ελεήμων με τους άλλους, είναι πολύ πιθανό και να μισήσει. Κοντολογίς, οι Στωικοί δεν εμπιστεύονται την «εμπαθή» αρετή, την αρετή που βασίζεται στο συναίσθημα. Αναζητούν την αρετή που βασίζεται σε αρχές.

Όμως αν ο σοφός εξαλείφει ή αποβάλλει όλα τα πάθη αδιακρί­τως, αν δεν είναι πρόθυμος, σαν τους Αριστοτελικούς, να αφήσει κάποιο περιθώριο, έστω για τα μετριασμένα πάθη, τότε μάλλον δικαιώνεται ο Pope όταν λέει:

Άσε να καυχώνται οι Στωικοί μες στην τεμπέλικη απάθεια
Με την αρετή τους παγιδευμένη μέσα σε πάγο θαρρείς
Στενόκαρδη αρετή, μαζεμένη, μες στα στήθη τους.
5

Αν ακόμη κι ο οίκτος για τους ανθρώπους είναι ηθικό ελάττω­μα για τούτον τον σοφό, τότε κάλλιστα μπορεί κανείς να ισχυ­ριστεί ότι ο σοφός δεν νοιάζεται για τους συνανθρώπους του. Όπως φαίνεται, το πιστεύω του είναι «Η ψυχή μου και ο θεός», και όχι «Η ψυχή μου, οι ψυχές των συνανθρώπων μου και ο θεός». Κι αν διατείνεται ότι νιώθει λύπη για κάποιον συνάνθρω­πο, τούτη η λύπη δεν είναι από καρδιάς, είναι μια καθωσπρέπει προσποίηση. Γιατί όπως λέει ο Επίκτητος, «Αν το φέρει η τύχη, μη διστάσεις να συμπαρασταθείς σ’ αυτόν που υποφέρει, να τον παρηγορήσεις με τα λόγια σου, ακόμα και ν’ αναστενάξεις (συνεπιστενάξαι.) μαζί του. Εντούτοις, πρόσεχε, μην τυχόν στενάξεις και μέσα σου (πρόσεχε μή καί ἔσωθεν στενάξης).6

Όμως ακόμα κι αν τέτοια ήταν ίσως η ερμηνεία που δόθη­κε από τον Θεόφραστο, ακόμα κι αν την επαναλαμβάνει και ο Κικέρων, ακόμα κι αν οι Στωικοί της Αναγέννησης το βρήκαν δύσκολο να την ανασκευάσουν, κι αν κάποιοι σημερινοί λόγιοι εξακολουθούν να την επαναλαμβάνουν, ασφαλώς δεν πρόκει­ται για σωστή ερμηνεία. Όπως εξηγεί ένας από τους παλαιούς σχολιαστές, η συμπόνοια του σοφού δεν μπορεί να είναι μήτε προσποιητή μήτε επιτηδευμένη, γιατί δεν του είναι επιτρεπτό να ψεύδεται- άλλωστε, το να συναισθάνεσαι τον άλλον είναι απα­ραίτητη προϋπόθεση για να τον βοηθήσεις. Άλλο έχει στο νου του ο Επίκτητος: να συναισθάνεσαι και να προσφέρεις βοήθεια στον άλλο, με τον ίδιο τρόπο που θα προσπαθούσες να σώσεις κάποιον που πνίγεται μες στη θάλασσα. Με το να στέκεσαι στην ακτή δεν τον σώζεις· πρέπει να μπεις στο νερό- και θα το κάνεις επειδή τον συμπονάς. Όμως δεν θα αφεθείς να σε παρασύρει το ρεύμα. Μ’ άλλα λόγια, δεν πρέπει να συμπονάς υπερβολικά, αλλιώς θα πνιγείτε και οι δύο. Να μη χάνεις από τα μάτια την ευρύτερη εικόνα. Αυτό ακριβώς απαιτεί και ο Σωκράτης από τον Κρίτωνα. Αυτός που δεν έχει προσβληθεί από το κακό πρέπει να ’χει το μυαλό καθαρό και ψύχραιμο- να δίνει φρόνιμες συμ­βουλές. Και μπορεί να το κάνει μόνο αν, χωρίς να ξεχνά πως δεν είναι ο ίδιος που υποφέρει, είναι σε θέση να δει τα πράγματα στις αληθινές τους διαστάσεις.

Ο Στωικός σοφός, λοιπόν, δεν είναι Ινδός βουδιστής. Δεν είναι αλήθεια ότι κάνει το καλό χωρίς να συναισθάνεται και να συμπονά τους άλλους. Τα ίχνη των παθών, οι ουλές, όπως λέει, ο Ζήνων,7 παραμένουν στην ψυχή του. Το ίδιο παραδέχεται και ο Χρύσιππος. Ο Σενέκας το λέει ωραία: «Δεν αποτελεί δύναμη το να αντέχει κανείς κάτι που δεν αισθάνεται.»8 Βεβαιότατα, ο σο­φός υποτάσσει τα συναισθήματά του- τα ελέγχει, όμως δεν παύει να έχει αισθήματα. Μόνο οι Μεγαρείς σοφοί εύχονται να είναι εντελώς αναίσθητοι. Για καμία από τις ποικίλες μορφές στωικισμού δεν σημαίνει η απάθεια απελευθέρωση από τη συμπόνοια, δεν σημαίνει μια παγιδευμένη στον πάγο αρετή. Ἀπάθεια ση­μαίνει ότι ο σοφός δεν επιτρέπει να μεγεθύνονται οι εφήμερες αντιδράσεις και να γίνονται πάθη και σταθερές έξεις, ακριβώς όπως δεν του αρκεί απλώς να τις μετριάζει. Επιπλέον, η στωική απελευθέρωση από τα πάθη δεν είναι παρά ένα πρώτο βήμα· έχει αρνητικό χαρακτήρα, ενώ ο Στωικός σοφός στοχεύει σε κάτι υψηλότερο: στο να αντικαταστήσει τα συνήθη πάθη με δια­φορετικά, υγιή συναισθήματα. Ο οίκτος, για παράδειγμα, είναι ένα πάθος που βλάπτει και αυτόν που τον αισθάνεται και αυτόν που υποφέρει. Όμως η συμπάθεια, όπως και η φιλανθρωπία, είναι καλά αισθήματα. Όπως λέει ο Σενέκας,9 «κάνουμε κι εμείς ό,τι και οι άνθρωποι με πάθη, όμως με διαφορετικό τρόπο». Οι συναισθηματικές καταστάσεις πρέπει να είναι γνήσιες και ορθές- τα συναισθήματα να είναι υγιή συναισθήματα. Το ζητούμενο δεν είναι η απάθεια, αλλά -για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία της Στοάς- η εὐπάθεια (το «καλό» συναίσθημα). Αντί για ηδονή, φόβο και επιθυμία, ο σοφός θα επιζητήσει τη χαρά, την προσοχή («εὐλάβεια») και την ορθή βούληση. Αυτά τα συναισθήματα το­ποθετεί στη θέση των παθών - όπως και άλλες μορφές ψυχικής διάθεσης που αντιστοιχούν σε άλλα μικρότερα πάθη. Δεν είναι εύκολο να αποδοθεί το νόημα της εὐπάθειας. «Σωστά πάθη» και «αβλαβή» ή «αθώα πάθη», έχει μεταφραστεί, και «χρηστά συ­ναισθήματα». Ίσως πιο καλό θα ήταν το: «συναισθήματα που πλάθονται με ορθό πνεύμα». Για να το πούμε όπως ο Ζήνων, ευ­πάθεια είναι η αβίαστη ροή της ζωής· μια συναισθηματική στα­θερότητα, όπως υποστηρίζει, ο Σενέκας, που τη χαρακτηρίζει η αταραξία. Τούτες οι λέξεις ωστόσο μπορεί να παραπλανήσουν κι όλες οι διακρίσεις που ανέφερα μπορεί απλώς να κρύψουν το γεγονός ότι για το σοφό τίποτα δεν έχει σημασία εκτός από την ηρεμία, την ελευθερία του νου και την εσωτερική γαλήνη.

Πολλοί υποστηρίζουν πως, είτε πρόκειται για ευπάθεια είτε για απάθεια, ο στωικισμός θα πρέπει να ονομαστεί δόγμα της παραίτησης και της αποδοχής· κι αυτό φαίνεται καθαρά στη στάση του Στωικού μπρος στα αποτελέσματα των πράξεων του. Για τη στωική φιλοσοφία, λένε, οι πράξεις του ανθρώπου πρέπει να είναι σαν του ταχυδρομικού διανομέα που έχει αναλάβει να παραδώσει ένα πακέτο σε κάποιον παραλήπτη που θα πρέπει να τον αναζητήσει σε διάφορες διευθύνσεις. Ο καλός διανομέας θα πάει κανονικά σε όλες τις διευθύνσεις· αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί σε καμιά, αυτό δεν έχει καμιά σημασία για τον διανομέα. Έχει κάνει το καθήκον του, και το πακέτο τον ενδιαφέρει όσο και ο παραλήπτης: ελάχιστα. Η δράση του δεν συνοδεύεται από καμιά επιθυμία. Τα πάντα είναι θέμα προαίρεσης, θέμα εσωτε­ρικής στάσης· και τούτη η εσωτερική στάση είναι σε τελευταία ανάλυση μια στάση πλήρους αδιαφορίας.

Όμως αν αυτό ήταν αλήθεια, τότε ο Στωικός σοφός θα ήταν στην πραγματικότητα Κυνικός ή Σκεπτικός. Η Στοά ποτέ δεν υιοθέτησε τον μηδενισμό. Από τον Ζήνωνα μέχρι τον Επίκτητο και τον Μάρκο Αυρήλιο, οι Στωικοί με μια φωνή υποστηρίζουν ότι, παρ’ όλο που μόνο η αρετή είναι το ἀγαθόν, εντούτοις και άλλα πράγματα έχουν «αξία» (ένας όρος που εφευρέθηκε από τους Στωικούς). Τα αγαθά στη ζωή είναι όπως η αυλή ενός βα­σιλιά. Ο βασιλιάς, βέβαια, κατέχει την υψηλότερη θέση, όμως υπάρχουν και άλλοι αξιωματούχοι, και παρ’ ότι η θέση τους εί­ναι χαμηλότερη δεν παύουν να έχουν ένα βαθμό. Αν και η αρετή είναι το μόνο ἀγαθόν, τα πράγματα είναι είτε προτιμητέα είτε απορριπτέα- τούτη η διάκριση ανάμεσα στο ἀγαθόν και σ’ αυτό που έχει αξία δεν είναι κανένας συμβιβασμός, δεν είναι μετριασμός, δεν είναι προσαρμογή, είναι μια διάκριση που δεν θα μπο­ρούσε να παραλειφθεί, γιατί είναι η ουσία του στωικισμού. Και ο ένας και μόνος Στωικός που τόλμησε να την αρνηθεί, ο Αρίστων από την Χίο, έγινε αιρετικός, γιατί ο Στωικός πιστεύει πως αν τα πράγματα δεν είχαν αξία τότε η ίδια η ηθική θα καταστρε­φόταν. Το να υποστηρίζεις ότι μόνο ἀγαθόν είναι η ηθική αξία, λέει ο Χρύσιππος, σημαίνει ότι παραιτείσαι από τη φροντίδα για την υγεία σου, τη φροντίδα της περιουσίας σου, τη συμμετοχή στην πολιτική, τον χειρισμό υποθέσεων, τα καθήκοντα που θέτει η ζωή - ότι εγκαταλείπεις ακόμα και την ίδια την ηθική αξία. Μ’ άλλα λόγια, η Στοά συνταιριάζει την τυπική και την εμπράγ­ματη ηθική, το πώς και το τι· αντιτίθεται στο μηδενισμό, στην διάλυση του νόμου, στην αρχαία και σύγχρονη πεποίθηση ότι αυτό που μετράει είναι μόνο η στάση μας, ασχέτως τι είναι αυτό που κάνουμε. Ακόμα και ο σοφός θα επιλέξει την υγεία ή οτι­δήποτε άλλο ανάμεσα στα προτιμητέα πράγματα αν του δοθεί η ευκαιρία να διαλέξει, διότι κατά φύσιν όλα τα πράγματα που έχουν αξία είναι σχετικά σε σύγκριση με το ηθικώς ἀγαθόν που είναι το απολύτως αγαθόν. Σε περίπτωση σύγκρουσης ανάμεσα σ’ αυτό που ο σοφός ονομάζει αγαθόν και σ’ αυτό που ονομάζει προηγμένον (: προτιμώμενο), τότε η αξία του δεύτερου τού είναι σχετικά αδιάφορη, παρ’ όλο που από μόνο του είναι προτιμητέο. Δεν πρόκειται εδώ για δυο μέτρα και σταθμά- ή μήπως είναι έτσι μόνο με την έννοια υπό την οποία σε κάθε ηθικό σύστημα εμφανίζονται δύο μέτρα και σταθμά; Μήπως δεν είναι αλήθεια ότι οπουδήποτε τίθεται θέμα επιλογής, η μια αξία πρέπει να εγκαταλείπεται προς χάρη κάποιας άλλης; Καμιά φορά ο πλού­τος εγκαταλείπεται για χάρη της προσφοράς βοήθειας, η υγεία επίσης, όταν πρόκειται να κερδηθούν άλλα πλεονεκτήματα, και η ζωή η ίδια θυσιάζεται για να σωθεί μια άλλη ζωή. Αμφιβάλλου­με ότι, παρ’ όλα αυτά, ο πλούτος, η υγεία κι η ζωή είναι αξίες;

Ωστόσο, η ερμηνεία που έδωσα φαίνεται να ανασκευάζεται από κάποιες άλλες δηλώσεις που έχουν κάνει οι Στωικοί, από τις οποίες έχουν αρπαχτεί σύγχρονοι ερμηνευτές, από τότε που ο Άνταμ Σμιθ έγραψε τη θεωρία του περί «ηθικού αισθήματος». Οι Στωικοί παραβάλλουν τη ζωή με ένα παιχνίδι με σκορ, όπου η νίκη δεν έχει καμιά σπουδαιότητα και αυτό που μετράει είναι ο τρόπος που παίζεις και όχι το σκορ που πετυχαίνεις. Ο Επί­κτητος συγκρίνει τον Σωκράτη με παίχτη της μπάλας. «Ποια μπάλα παιζόταν από το Σωκράτη; Η ζωή του, η φυλακή, η εξο­ρία, το φαρμάκωμα, η στέρηση της γυναίκας του, το ν’ αφήσει τα παιδιά του ορφανά. Μ’ αυτά έπαιζε ο Σωκράτης, αλλά αυτό δεν τον έκανε να παίζει λιγότερο και να χειρίζεται την μπάλα με λιγότερη επιδεξιότητα. Έτσι κι εμείς: να ’μαστέ επιδέξιοι και καλοί παίχτες της μπάλας (τήν ἐπιμέλειαν σφαιριστικωτάτην), και ταυτόχρονα για την ίδια τη μπάλα να ’μαστέ αδιάφοροι.»10 Όμως δεν πρέπει να ξεχνά κανείς σε ποια στιγμή παίζει αυτό το παιχνίδι ο Σωκράτης. Είναι η στιγμή της πιο μεγάλης απόφα­σης, η στιγμή όπου η βασική αρχή που λέει ότι «το ηθικά αγαθό είναι το μόνο αληθινό αγαθό», πρέπει να επικυρωθεί πάση θυσία. Και όπως λέει ο Επίκτητος εκ μέρους του Σωκράτη: «Και για να συνεχίσω το παιχνίδι, προσφέρω τις υπηρεσίες μου μέχρις ότου με διατάξουν να κάνω καμιά βλακεία ή κάτι ανάρμοστο. Κι αν μου πουν “πήγαινε να φέρεις τον Λέοντα τον Σαλαμίνιο”, θα πω: “Βρες άλλον να στείλεις. Εγώ σταματάω το παιχνίδι.” “Στη φυλακή!”. “Ακολουθώ. Συνεχίζεται το παιχνίδι”.11

Με άλλα λόγια, μέσα στη σφαίρα των σχετικών αξιών, το παι­χνίδι παίζεται σύμφωνα με τους κανόνες. Επιτυχία και αποτυ­χία, κέρδος και ζημία, τα δέχεται κανείς με φίλαθλο πνεύμα. Φυσικά, ακόμα κι εδώ, ο καλός παίχτης ελπίζει στην επιτυχία- επιλέγει τις αξίες εφ’ όσον η έκβαση είναι άγνωστη. Ωστόσο, αν το παιχνίδι στραφεί εναντίον του, δεν χάνει την ψυχραιμία του. Τελειώνει τον αγώνα και δέχεται την ήττα με καλή διάθεση. Όπως το λέει και ο Επίκτητος, παραθέτοντας τον Χρύσιππο:

Εφ’ όσον μου είναι άγνωστα τα όσα επιφυλάσσει το μέλλον, εγώ πάντα θα πιάνομαι, από αυτά που βοηθούν περισσότερο ώστε να διασφαλίζω τις προτιμώμενες αξίες- ο ίδιος ο θεός μου έχει δώ­σει αυτή τη δυνατότητα να τις επιλέγω. Αν όμως ήξερα πως είναι της μοίρας μου τώρα να αρρωστήσω, πρόθυμα θα στρεφόμουν ακόμα και σ’ αυτό- γιατί και τα πόδια ακόμα, αν είχαν λογικό, πρόθυμα θα λασπώνονταν.13

Μ’ άλλα λόγια, συγκατατίθεμαι σ’ αυτό που συμβαίνει, εφ’ όσον δεν είναι αποφασιστικής σημασίας, αλλά ποτέ δεν πρόκειται να δεχτώ να κάνω οτιδήποτε είναι ηθικά φαύλο.

Μπορεί η ζωή να ’ναι παιχνίδι για τον σοφό, όμως το παιχνίδι αυτό έχει αλλόκοτους κανόνες. Σε ορισμένες καταστάσεις, αυ­τοί οι κανόνες επιβάλλουν στον παίκτη να επιλέξει το θάνατο (είτε ως αυτόχειρας είτε ως θύμα άλλων), και να αποχωρήσει από το παιχνίδι. Ο Στωικός σοφός δεν είναι προσκολλημένος σε ένα δόγμα παραίτησης ή μακάριας αποδοχής και αδιαφορίας για την τύχη του. Πρεσβεύει μια θεωρία που συγκατατίθεται, επιδοκιμάζει, κρίνει και ορίζει τι είναι πρέπον να γίνει και τι όχι. Είναι πολύ σημαντικό να κάνουμε αυτή τη διάκριση· σ’ αυτή την περίπτωση, η επιμονή σε μια ορθή και αυστηρή ορολογία ας μη ταυτίζεται μ’ εκείνο το παιχνίδι των λέξεων που τόσο περιφρονούσε ο Πλάτων στους φιλόσοφους.

Από πού αντλεί τη δύναμη ο σοφός για να υιοθετήσει μια τόσο ηρωική στάση απέναντι στη ζωή; Ασφαλώς δεν πιστεύει στην αθανασία και στις τιμωρίες ή ανταμοιβές που επιφυλάσσονται στη μετά θάνατο ζωή. «Τι κερδίζει όταν πράττει το ορθό; Τι κερδίζει αυτός που γράφει το όνομα του Δίωνα σωστά; Το κέρ­δος του ίδιου του γραψίματος (αὐτό τό γράψαι). Κι αυτή είναι όλη κι όλη η ανταμοιβή του; -Μα εσύ... ζητεῖς ἔπαθλον ἀνδρί ἀγαθῷ μεῖζον τοῦ τά καλά καί δίκαια πράττειν»14 Το μόνο που κερδίζει, σε αντίθεση με τους πολλούς ή τους ανόητους, είναι πως αυτός δεν θα ’ναι μια σκέτη κλωστή όμοια με τις άλλες στο υφάδι του κόσμου, αλλά θα ’ναι η πορφύρα, που «κοσμεί και αναδεικνύει το σύνολο».15

Δεν υπάρχουν μαρτυρίες ότι ο σοφός θεωρεί δεδομένο πως «τα γεγονότα του κόσμου κατευθύνονται από τη θεία πρόνοια έτσι ώστε να πραγματωθεί ένας ορισμένος σκοπός, και ότι ο σκοπός αυτός αξίζει να πραγματωθεί»,16 πως τα πράγματα βρίσκουν την εκπλήρωσή τους σ’ αυτόν τον ανώτερο σκοπό, τον άγνω­στο στους ανθρώπους. Όσοι αποδίδουν τέτοιες πεποιθήσεις στο σοφό το κάνουν γιατί διαφορετικά οι πράξεις του τους φαίνονται ακατανόητες. Κι ακόμη: δεν υπάρχει κανένας «φίλος στα παρα­σκήνια», όπως πιστεύουν εκείνοι που καταδικάζουν, εξυμνούν ή ερμηνεύουν το στωικισμό ως θρησκεία.17

Είναι αλήθεια πως η θεολογική γλώσσα, ιδιαίτερα των ύστε­ρων Στωικών, αναγορεύει τον άνθρωπο σε φίλο του Θεού,18 «τον οποίο ακολουθεί με τη δική του ελεύθερη βούληση». Όμως, εάν ο σοφός βρεθεί σε μια θέση όπου δεν μπορεί να πράττει το ορθό όπως εκείνος το αντιλαμβάνεται και το ορίζει, τότε θεωρεί πως είναι καθήκον του να πεθάνει- και λέει στο θεό: Δεν σε εγκατα­λείπω· αλλά το βλέπω πως δεν με χρειάζεσαι πια.19 Να ’σαι καλά.20 Πόσο διαφορετικά ηχούν αυτά τα λόγια από εκείνα του Ιησού: «Θεέ μου, θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» Τα λόγια του Στωικού είναι θαρραλέα. Έχει το θάρρος και μπορεί να μιλήσει έτσι γιατί ο σοφός και ο θεός είναι ίσοι, δύο ισότιμοι φίλοι. Ο σοφός, όπως και ο θεός, έχει τη δύναμη να ασκεί την ελεύθε­ρη βούλησή του, να εγκρίνει και να απορρίπτει, με δυο λόγια, να κυριαρχεί στις σκέψεις του.21 Κατέχει την αληθινή φύση του αγαθού και του φαύλου.22 Ο σοφός είναι όμοιος με το θεό, και μόνο σε ένα πράγμα διαφέρουν: ο σοφός είναι θνητός. Φυσικά μειονεκτεί σε σχέση με το θεό, ο οποίος έχει μεγαλύτερη αγαθο­ποιό δύναμη απ’ ό,τι ένα ανθρώπινο ον όμως μεταξύ δύο σοφών ο πλουσιότερος δεν είναι και ο καλύτερος. Η στωική συναίνεση ή η απόσυρση του Στωικού από τον κόσμο είναι αποτέλεσμα της δύναμης, της ισχύος και της επίγνωσης που κέρδισε από μόνος του. Η ευλογία που γεύεται σε τούτο το βασανισμένο κόσμο εί­ναι καρπός της δικής του προσωπικότητας. Σε αντίθεση με την αντίληψη του Αυγουστίνου για τον Χριστιανό, ο Στωικός σοφός είναι θεός όχι γιατί ο ύψιστος θεός τού δίνει αυτή τη δυνατότητα, αλλά γιατί το κατορθώνει με τον προσωπικό του αγώνα. Καμία ομοιότητα με το χριστιανικό ιδεώδες. Καμία πίστη του τύπου «γενηθήτω το θέλημά σου». Ο Πασκάλ αντιλήφθηκε αυτή τη διαφορά πολύ πιο ξεκάθαρα από τους σύγχρονους ερμηνευτές. Ο Στωικός σοφός δεν γνωρίζει την αρετή της ταπεινότητας. Ο Στωικός σοφός γνωρίζει μόνο το μεγαλείο του ανθρώπου κι όχι την αδυναμία του.

Αυτή, λοιπόν, είναι η μορφή του σοφού την οποία οι Στωικοί εξυμνούν με κάθε δυνατό τρόπο. Αυτός και μόνον αυτός είναι ευτυχής, ωραίος, ελεύθερος, πλούσιος, πράττει το ορθό, είναι ο μόνος αυθεντικός πολιτικός, σύζυγος και πατέρας. Ελπίζω πως έχω ήδη δείξει πως αν και ακριβοδίκαιος δεν είναι άσπλαχνος με τους συνανθρώπους του. Βεβαίως δεν θα αρνηθώ πως ο σοφος είναι σοβαρός και αυστηρός. «Είναι στυφός, με την έννοια που δίνουμε στη λέξη όταν μιλάμε για στυφό κρασί που το χρησι­μοποιούμε ως φάρμακο κι όχι για να κάνουμε προπόσεις, κα­θώς δεν ενδιαφέρεται για την ηδονή και δεν ανέχεται αυτά που ηδονίζουν τους άλλους».23 Πάνω απ’ όλα είναι δίκαιος, τόσο με τον εαυτό του όσο και με τους άλλους. Όταν είναι απαραίτητο, τιμωρεί και κολάζει- δεν γνωρίζει τι σημαίνει οίκτος, δεν συγχωρεί: ἐλεήμονάς τε μή εἶναι συγγνώμην τ’ ἔχειν μηδενί.24 Και καθώς δεν είναι συναισθηματικός, και δεν αδιαφορεί για τις αξί­ες, με τον ίδιο τρόπο δεν θέλει να προκαλεί το μαρτύριο μήτε το επιζητεί, παρ’ όλο που είναι πρόθυμος να το υποστεί αν το θεω­ρήσει αναγκαίο. Δεν είναι η προσωποποίηση της απολιθωμένης αυστηρότητας. Η ψυχική του κατάσταση είναι η έλλογη χαρά, η ίδια που χαρακτηρίζει και τον Σοφό του Σπινόζα. Ασφαλώς, ο Στωικός σοφός αποφεύγει την δραματοποίηση και δεν διεκτρα­γωδεί καταστάσεις (τραγῳδίαν οὐ ποιεῖ)25, μα δεν παύει να είναι ανθρώπινος. Ο ίδιος ο Ζήνων είχε προβλέψει την παρεξήγηση κι είχε τονίσει πως μόνο αν οι οπαδοί του παρερμήνευαν εντελώς τη διδασκαλία του θα γίνονταν άτομα νοσηρά και ανελεύθερα, πικρόχολα και άτεγκτα, άκαμπτα, δηκτικά και ψυχρά.26

Είναι πράγματι «μεγαλειώδης» η ζωή που εκπροσωπεί ο σο­φός. Όμως θα ήταν μέγιστο λάθος να τον δούμε σαν ένα «τέ­ρας», απάνθρωπο μες στην τελειότητά του. Είναι μεγαλοπρεπής εν μέσω συμφορών τις οποίες δεν μπορεί να αποφύγει περισ­σότερο απ’ ό,τι μπορεί να τις αποφύγει ο κάθε άνθρωπος. Ο Οράτιος εκφράζει με ωραίο τρόπο το κατόρθωμα του σοφού που ζει σ’ ένα κόσμο όπου οι αντιξοότητες και τα ατυχή συμβάντατα αποτελούν τον κανόνα. Λέει:

Αν το σύμπαν γκρμιζόταν,
άφοβο θα τον παρέσυραν τα συντρίμμια

(Sifractus illabatur orbis / Impavidum ferient ruinae).27

Όμως, πάλι, θα σχολιάσει σκωπτικά: «κατώτερος μόνο από το Αία: πλούσιος, ελεύθερος, τιμημένος, ωραίος, βασιλεύς των βα­σιλέων, ιδίως όταν χαίρει άκρας υγείας και δεν είναι κρυολογημένος».28

Αλίμονο, οι άνθρωποι υποφέρουν συχνά από «κρυολογήματα»· οι συμφορές δεν έχουν τελειωμό. Μα αν έχεις μύξες, λέει ο Επί­κτητος,29 μη ρωτάς αν είναι λογικό να υπάρχουν μύξες στον κό­σμο. Σκούπισ’ τη μύτη σου και σταμάτα να κλαίγεσαι γι’ αυτά που φέρνει η τύχη· μην κατηγοράς τον θεό. «Τι σου τα ’δωσε τα χέρια; Κάθεσαι και παρακαλάς να μη τρέχουν οι μύξες σου- μα τίποτα δεν σου έχει δώσει ο θεός; Δεν σου ’χει δώσει υπομονή, δεν σου ’χει δώσει μεγαλοφροσύνη, δεν σου ’χει δώσει ανδρεία; Με τέτοιες χερούκλες, κι ακόμη ψάχνεις αυτόν που θα σου σκουπίσει τη μύτη;»30

Ζήνωνα, σεβάσμιε με το στοχαστικό μέτωπο
αντρίκειος ήταν ο λόγος σου


έγραψε ένας Στωικός.31 Ο Σενέκας λέει πως η διαφορά μεταξύ των Στωικών και των άλλων φιλοσόφων, είναι η διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών- εκείνοι που επιλέγουν τη Στοά, επιλέγουν τον ανδρείο, τον ηρωικό σκοπό.32 Να θυμάστε μόνο πως αυτή η αντρίκεια, ηρωική αρετή καταχτιέται κι από τις γυναίκες κι όχι μόνο από άντρες.

Όμως, ακόμη κι αν περιορίσουμε τις διαστάσεις του σε πιο αν­θρώπινα μεγέθη, ακόμη και αν δεν τον δούμε σαν ένα απόκοσμο τέρας, ο Στωικός σοφός εξακολουθεί να παραμένει μια μορφή που μοιάζει να υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα- κι είναι λογι­κό να αναρωτηθούμε, πώς είναι δυνατόν ένα ανθρώπινο πλάσμα ακόμα και να ελπίσει πως θα κατορθώσει ποτέ να φτάσει στο επίπεδο του Στωικού σοφού;

Δεν πιστεύω πως οι Στωικοί φιλόσοφοι αμφέβαλαν ποτέ πως είναι ανθρωπίνως δυνατό να γίνει κανείς σοφός. Παραδέχονταν, βέβαια, πως ο σοφός είναι σπάνιο φαινόμενο σε κάθε εποχή, και πως σ’ όλη την ιστορία ελάχιστοι υπήρξαν οι σοφοί. Όμως πρέπει να τονίσω πως το ερώτημα, αν μπορεί ή όχι ο άνθρω­πος να γίνει σοφός, δεν ήταν αποφασιστικής σημασίας για τους Στωικούς φιλοσόφους. Γιατί μιλούν για το σοφό όπως μιλούσε ο Πλάτων για την ουράνια πολιτεία· λίγο μας ενδιαφέρει αν υπάρ­χει κι αυτή στην πραγματικότητα ή όχι, και αν μπορεί να γίνει πραγματικότητα πάνω στη γη. Όπως η ουράνια πολιτεία του Πλάτωνα, έτσι κι η μορφή του Στωικού σοφού αποτελεί ένα ιδε­ώδες, ένα πρότυπο. Δείχνει πώς θα μπορούσε και πώς πρέπει να είναι οι άνθρωποι. Στην ελληνιστική περίοδο, που σημειώνεται μια στροφή στον ατομικισμό, το ιδεώδες δεν μπορεί πλέον να ταυτίζεται με την ιδιότητα του ανθρώπου ως πολίτη της ουρά­νιας πολιτείας- μπορεί, όμως, να ταυτιστεί με την τελειότητα ενός ανθρώπινου όντος όπως το οραματιζόμαστε με την φαντα­σία μας.

Η μορφή του σοφού είναι λοιπόν το πρότυπο σύμφωνα με το οποίο μπορούμε να κρίνουμε τον εαυτό μας. Όταν ξέρουμε τι οφείλουν να είναι οι άνθρωποι, είμαστε σε θέση να ανακαλύψουμε τι είμαστε, γιατί μπορούμε να μετρήσουμε την πρόοδο και την προσέγγιση μας στο ιδεώδες. Αυτή είναι η μεγάλη απαί­τηση που προβάλλει ο στωικισμός στον καθένα μας: η ηθική εξέλιξη, η επάρκεια, η τελειοποίηση του εαυτού. Αυτό το ήθος της τελειότητας που βασίζεται στην πίστη πως ο ανθρώπινος χαρακτήρας επιδέχεται αέναη τελειοποίηση, είναι η ουσία του στωικισμού από την αρχή ως το τέλος. Η συνειδητή ηθική ανά­πτυξη είναι το σύνθημα της στωικής φιλοσοφίας. Κι αυτή η ηθι­κή ανάπτυξη μπορεί να κατακτήσει ακόμη και τις περιοχές του ασυνειδήτου - τις οποίες ο Πλάτων, θεώρησε αδιαπέραστες από την ορθή βούληση. Από τα όνειρά σας, λέει ο Ζήνων,33 θα κατα­λάβετε αν προοδεύετε ή όχι. Ο σοφός δεν παύει να είναι σοφός ακόμη και στον ύπνο του.

Ακόμη και οι ηγετικές φυσιογνωμίες της Στοάς -Ζήνων, Χρύ­σιππος, Κλεάνθης, Παναίτιος, Ποσειδώνιος, Σενέκας και Επί­κτητος·, δεν διεκδίκησαν ποτέ τον τίτλο του σοφού. Η στάση τους είναι πολύ διαφορετική από εκείνη του Επίκουρου. Αλλ’ αν ακόμη και τούτοι οι άντρες δεν πέτυχαν το στόχο τους, τότε τι μπορούν να ελπίζουν οι υπόλοιποι; Απομένει μόνο η ελπίδα. Απαντώντας στο ερώτημα, «Ποια είναι η διαφορά του Πλάτωνα με τον τύραννο Διονύσιο, αν ούτε και ο Πλάτων δεν είναι σο­φός;», ο Ζήνων θα πει: «Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ των δύο. Για το Διονύσιο το καλύτερο θα ήταν να πεθάνει, γιατί δεν μπορεί να ελπίζει πως θα κερδίσει τη σοφία. Για τον Πλάτωνα το καλύτερο είναι να ζήσει, γιατί αυτός μπορεί να ελπίζει πως θα την κερδίσει».34 Βέβαια ο άνθρωπος, όντας αυτό που είναι, δεν μπορεί να ελπίζει πως θα προεγγίσει την τελειότητα παρά «στο γέρμα της ζωής, στο ηλιοβασίλεμα του βίου του».33 Αυ­τός ο ηθικός ιδεαλισμός και η αισιοδοξία είναι συνεισφορά της Στοάς, αυτή η επιμονή ν’ αγωνιστείς για ν’ αγγίξεις το στόχο, η πεποίθηση ότι το ιδεώδες δεν είναι ανέφικτο, το να λες: «Κι αν δεν είσαι ακόμη Σωκράτης, οφείλεις να ζήσεις σαν κάποιος που θέλει να γίνει Σωκράτης».36

Πώς γεννήθηκε αυτό το καινούριο ιδεώδες; Ποιες ήταν οι κινη­τήριες δυνάμεις του; Η σύνδεση του στωικισμού με παλαιότερες φιλοσοφίες και ιδιαίτερα μ’ εκείνη του Σωκράτη είναι προφανής και την επιβεβαιώνουν αρκετά από τα ρητά που έχω παραθέσει. Όμως και τα νέα στοιχεία δεν είναι λίγα. Από πού προέρχο­νται; Όλοι σχεδόν οι ερμηνευτές συμφωνούν πως τα πρωτότυπα στοιχεία του στωικισμού καθορίζονται από τις συγκεκριμένες πολιτικές και ιστορικές συνθήκες που επικρατούν στα τέλη του τέταρτου αιώνα π.Χ. Είναι, λένε, περίοδος ηθικής και πολιτικής αποσύνθεσης. Οι αξίες της πόλης-κράτους και τα παλαιότερα θρησκευτικά ιδανικά έχουν καταρρεύσει, και προκύπτει η ανά­γκη αναζήτησης νέων θεμελίων για τη ζωή. Πρέπει να κατευνα­στούν οι φόβοι των ανθρώπων, να χαλιναγωγηθούν οι επιθυμίες τους.37

Όμως πόσα μπορούν να εξηγηθούν μ’ αυτόν τον τρόπο; Το πέρασμα από τον πέμπτο στον τέταρτο αιώνα επίσης είχε σηματοδοτηθεί από μια μεγάλη κρίση· κι είναι δύσκολο να πούμε αν εκείνη η πρώτη κρίση δεν ήταν μεγαλύτερη από αυτήν που σημειώθηκε στα τέλη του τέταρτου αιώνα. Όπως και να ’χει, η απάντηση στην προγενέστερη κρίση ήταν ο πλατωνικός ιδεα­λισμός. Δεν θα μπορούσε να ισχύσει η ίδια απάντηση και τώρα, στα τέλη του τέταρτου αιώνα; Και επιπλέον, αν το ζητούμενο ήταν μια απάντηση, ο στωικισμός δεν υπήρξε η μοναδική. Η φιλοσοφία του Επίκουρου επίσης κατευνάζει τους φόβους και χαλιναγωγεί τις επιθυμίες - αλλά με πόσο διαφορετικό τρόπο!

Κι αν τότε επικρατούσε «απελπιστική κατάσταση ανάγκης», την αντιμετώπισε επίσης και ο Επίκουρος, κι οι λύσεις που πρόσφερε για τον άνθρωπο ως άτομο ήσαν εξίσου αποτελεσματικές με του Ζήνωνα.

Όχι· αν υπάρχει ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του στωικισμού που οφείλεται στην τότε κατάσταση, είναι αυτό που μοιράζεται από κοινού με τον επικουρισμό. Και εννοώ τη νέα συνείδηση της δύναμης του ανθρώπου όπως αναδύεται τον τέταρτο αιώνα, την πίστη στη αποθέωση της ανθρώπινης ύπαρξης. Λίγα χρόνια μετά την άφιξή του στην Αθήνα το 307; ο Ζήνων παρακολούθησε και άκουσε τους Αθηναίους να υποδέχονται το Δημήτριο τον Πολιορκητή, έναν από τους επιγόνους του Μεγά­λου Αλεξάνδρου. Ένας σύγχρονός του ιστορικός κατέγραψε τα γεγονότα. Όταν ο Δημήτριος επέστρεψε στην Αθήνα από τη Λευκάδα και την Κέρκυρα, οι Αθηναίοι τον υποδέχτηκαν όχι μόνο με θυμιάματα και στεφάνους και σπονδές αλλά και με χο­ρωδιακές πομπές και παιάνες. Και όταν οι χορωδοί συνενώθηκαν με το πλήθος, σύσσωμοι έψαλλαν επανειλημμένα την επωδό: «... είναι ο μόνος αληθινός θεός, γιος του Ποσειδώνα και της Αφροδί­της. Οι άλλοι θεοί κοιμούνται ή λείπουν μακριά ή δεν υπάρχουν καν...».39 Ο ζωντανός θεός με την ανθρώπινη μορφή αντικατέ­στησε τον θεό τον λαξεμένο σε πέτρα, χρυσό ή ελεφαντόδοντο.

Όμως τι λογής άνθρωποι ήσαν αυτοί οι νέοι «θεοί»; Τουλάχι­στον ξέρουμε τη γνώμη που είχαν οι Κυνικοί, στους οποίους μαθήτευσε ο Ζήνων, γι’ αυτούς τους κατακτητές ή για τους προγό­νους τους πάνω στα χνάρια των οποίων βάδιζαν. «Ο Φίλιππος και οι σύντροφοί του ζούσαν μες στην σπατάλη ... με συνεχείς λεηλασίες ... οι σύντροφοί του ήταν άνθρωποι που είχαν μαζευ­τεί από όλα τα μέρη της Ελλάδας... με κριτήριο όχι την αρετή τους (οὐκ ἀριστίνδην ἐξειλεγμένοι) αλλά μάλλον με το αντίθετο κριτήριο (ἀλλ’ εἴ τις ἦν ἐν τοῖς Ἕλλησιν ἤ τοῖς βαρβάροις λάσταυρος ἤ βδελυρός ἤ θρασύς τόν τρόπον, οὗτοι σχεδόν ἅπαντες εἰς Μακεδονίαν ἀθροισθέντες ἑταῖροι Φίλιππου προσηγορεύοντο.) Ποτέ δε γνώρισε η ιστορία τόσο άγρια κτήνη. Η φύση τούς είχε προορίσει για φονιάδες (ἀνδροφόνοι γάρ τήν φύσιν ὄντες) αλλά ἀνδρόπορνοι τόν τρόπον ἦσαν.» Τέτοιοι χαρακτήρες, -όπως φαίνεται, εγγυώνται την επιτυχία, τη φήμη και μια αχα­νή αυτοκρατορία». Και ποιο ρόλο έπαιξε ο Αλέξανδρος, ο μεγά­λος βασιλιάς, από τον οποίο πολλοί υποθέτουν πως οι Στωικοί εμπνεύστηκαν το όραμά τους για ένα οικουμενικό κράτος και για την ενότητα της ανθρωπότητας; Στο πρόσωπό του η ανθρώπινη πλεονεξία βρίσκει, το αποκορύφωμά της. «Ο Αλέξανδρος», λέει ο Σενέκας, «παρ’ όλο που έφτασε ως τις ακτές του Ινδικού Ωκεανού, λαχταρούσε ακόμη μεγαλύτερη επικράτεια απ’ αυτή που είχε ήδη κατακτήσει. Ήταν ένας άνθρωπος πένης, στ’ αλή­θεια, που έσπρωξε τ’ άρματά του πέρα από τα σύνορα της φύσης και που σπρωγμένος από παράτολμη απληστία βούτηξε με τα μούτρα σε μια ανεξερεύνητη και απύθμενη θάλασσα ... μέχρι το τέλος, η πλεονεξία του παρέμεινε ακόρεστη». Τα πάντα ανήκουν στο σοφό -κι ο σοφός δεν αρκείται στα λίγα-, όμως τούτες οι «κτήσεις» του έχουν άλλο νόημα από κείνες του Αλέξανδρου.41 Αντί να υποτάξει τον κόσμο, υποτάσσει τον εαυτό του- αντί να οικοδομήσει μια αυτοκρατορία ανθρώπων και πραγμάτων, οικοδομεί τον βίο που κυβερνάται από τον λόγο και ορίζεται από τη διάνοια. Όμως σίγουρα, στη δύναμη και στην υπεράνθρωπη προσπάθεια, ο σοφός μπορεί άνετα να συγκριθεί και με τον Φί­λιππο και με τον Αλέξανδρο και τους διαδόχους του.

Ακόμη κι αν δεχτούμε πως με τις απεριόριστες αξιώσεις από τον εαυτό του και τους άλλους ο Στωικός σοφός είναι κάτι σαν θεάνθρωπος στον καιρό του, και πάλι, η λύση θα μπορούσε να ’ναι εκείνη που προτείνει ο Επικουρισμός. Τι είναι εκείνο που καθορίζει την ιδιαίτερη στωική απάντηση; Λέγεται πως ο ίδιος ο ηθικός σκοπός, αυτός καθαυτός, διαμορφώνει και την απάντη­ση. Πολύ πριν αποκτήσουμε το συνήθειο να εξηγούμε τα φιλο­σοφικά συστήματα με βάση την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, είχε υποστηριχτεί (α) πως η πραγματική εξήγηση του στωικισμού πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι ο Ζήνων ήταν άνθρωπος με ισχυρή ηθική δύναμη, ένα είδος προφήτη, και (β) πως η στω­ική φιλοσοφία καθορίστηκε από την «πρακτική ανάγκη» και όχι από την ανιδιοτελή επιθυμία για γνώση. Και (γ) πως αν ο στωικισμός ανέπτυξε μια δική του οντολογία (φυσική θεωρία), ήταν μόνο γιατί «τίποτα δεν μπορεί να προσφέρει ασφάλεια και καθο­δήγηση σ’ ένα μπερδεμένο και ανασφαλή κόσμο, αν αφήνει χώρο να περάσει η αμφιβολία»· κι αν ανέπτυξε ένα λογικό σύστημα, ήταν απλά και μόνο για να πείθει, τον κόσμο. Ήθελε να μετα­τρέψει τους ανθρώπους σε πιστούς - και προσαρμόστηκε στις ελληνικές απαιτήσεις με το να διασπείρει το μήνυμά του υπό μορφή σύντομων συλλογιστικών προτάσεων. Είναι καταφανή τα μειονεκτήματα του όλου συστήματος, αλλά θα πρέπει, λένε, να τα συγχωρήσουμε γιατί, στο κάτω-κάτω, «έχουμε και μια ζωή να ζήσουμε». 42

Φρονώ ότι περιττεύει πλέον η ανασκευή τέτοιου είδους από­ψεων, στο βαθμό που είναι διαποτισμένες από τις προκαταλή­ψεις των κλασικιστών του 19ου αιώνα ενάντια στα επιτεύγματα της ελληνιστικής περιόδου. Σήμερα, κατά γενική ομολογία, δεν είναι απαραίτητο να θεωρούμε πως απλά και μόνο επειδή κά­ποιος έτυχε να ζήσει μερικές δεκαετίες μετά τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη δεν ενδιαφερόταν για την αλήθεια και δεν ήταν παρά ένας πρακτικός φιλόσοφος (Lebensphilosoph). Όμως, στο βαθμό που τέτοιου είδους κρίσεις καθορίζονται από την πεποί­θηση ότι όλη η φιλοσοφία δεν είναι παρά ασυνείδητες διαδρομές του νου επικαλυπτόμενες με λογικά επιχειρήματα, και πως η «άγραφη φιλοσοφία» κάποιου διαμορφώνει και τη γραπτή του φιλοσοφία, τολμώ να ομολογήσω ότι δεν πιστεύω σε τέτοιου εί­δους ερμηνείες, παρ’ ότι αναγνωρίζω πως ο φιλόσοφος ως ένα 3αθμό μπορεί να καθορίζεται από προθέσεις των οποίων δεν έχει επίγνωση. Τολμώ να πιστεύω πως φιλοσοφία είναι η έρευνα για την αλήθεια- πως ενυπάρχει στον άνθρωπο μια ανιδιοτελής επι­θυμία να καταλάβει.

Και βέβαια ο σοφός σύμφωνα με τους Στωικούς δεν είναι απλώς κάποιος που ζει προς χάρη της ηθικής πράξης, όπως τον απεικόνισα μέχρι τώρα, αλλά είναι κατ’ εξοχήν άνθρωπος που γνωρίζει αλλά ποτέ δεν γνωμοδοτεί.43 Να μια άποψη πρωτά­κουστη στην εποχή της. Κανένα στωικό παράδοξο δεν διακωμωδήθηκε περισσότερο. Το παράδοξο αυτό όμως δηλώνει πως ο σοφός, και όταν πρόκειται για την αλήθεια, πάντα αποβλέπει στο ιδεώδες της τελειότητας. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του στωικισμού, από τον Ζήνωνα ακόμα -και όχι μόνο την επο­χή της Μέσης Στοάς-, ο σοφός είναι ένας μάρτυρας της φυσικής τάξης, θαυμαστής και λάτρης της Φύσης. Η έρευνα ή ο στοχα­σμός, λέει ο Σενέκας, είναι μια από τις μορφές της ανθρώπινης ύπαρξης, κι όχι απλά ένα καταφύγιο, ένα λιμάνι για τον κάθε άεργο. Και προσθέτει: «Ακριβώς επειδή αφοσιώθηκαν στη με­λέτη της αλήθειας, ο Ζήνων, ο Κλεάνθης κι ο Χρύσιππος έχουν προσφέρει στην ανθρωπότητα πολύ περισσότερα απ’ όλους όσοι αφιερώθηκαν στην πολιτική δράση».44 Τέτοιες δηλώσεις φανε­ρώνουν πως είναι μάλλον απίθανο οι Στωικοί να αρκούνταν στην πρακτική φιλοσοφία, πως η αντίθεσή τους με όσους διαχώριζαν την ηθική από τη φυσική και τη λογική οφειλόταν μόνο στο ότι ήθελαν να χειραγωγήσουν ολοκληρωτικά τους άλλους, και πως η λογική κι η φυσική τους ήταν μόνο «για τα μάτια». Ναι, αλη­θεύει πως υψηλότερος σκοπός του σοφού είναι να μάθει πώς να συμπεριφέρεται στη ζωή· κι ο Ζήνων έλεγε, παραφράζοντας τον Ησίοδο: «Πανάριστος είναι εκείνος που πειθαρχεί στις ορθές πα­ραινέσεις· αλλά κι εκείνος που ανακαλύπτει τα πάντα μόνος του είναι γενναίος και δυνατός (ἐσθλός).” Ο δεύτερος διαθέτει απλά μια ευρεία αντίληψη ενώ ο πρώτος όταν αποδέχεται τη σωστή καθοδήγηση, προχωρά στην πράξη».45 Όμως, μήτε ο Ζήνων μήτε κανείς άλλος Στωικός δεν αμφισβήτησε ποτέ πως η ορθή συμβουλή δεν πρέπει απλά να βασίζεται σε ηθικά προστάγματα μα στην κατανόηση του κόσμου και στην αλήθεια.

Η αντίδραση των άλλων φιλοσοφικών σχολών στο στωικισμό δείχνει όντως ξεκάθαρα πως εκείνο που θαύμαζαν ή απέρριπταν στη Στοά ήταν οι λόγοι που έδινε, οι λογικές και μεταφυσικές θέ­σεις στις οποίες στηρίζεται η ηθική στάση του σοφού. Οι αρχαί­οι συχνά λέγανε πως η πλατωνική, η αριστοτελική και η στωική ηθική δεν διέφεραν ουσιαστικά ως προς το περιεχόμενο, πως οι διαφορές τους ήταν επιφανειακές και όχι ουσιαστικές -διαφορές στην ορολογία περισσότερο παρά στις λύσεις. Ωστόσο η καινοτο­μία της στωικής φυσικής και λογικής ήταν αδιαμφισβήτητη· και το ότι σηματοδοτούσε την αποφασιστική προσπάθεια της Στο­άς να εδραιώσει την αλήθεια, φανερώνεται από τις βίαιες επιθέ­σεις των αρχαίων Σκεπτικών κατά του στωικισμού ως τυπικής μορφής δογματισμού. Στο εγχειρίδιο του Σέξτου Εμπειρικού, ο στωικισμός εμφανίζεται ακόμα να είναι συνώνυμος με τη δογ­ματική φιλοσοφία. Τα πρώτα χρόνια του ακαδημεικού σκεπτι­κισμού, ο Καρνεάδης (διευθυντής της Πλατωνικής Ακαδημίας από το 214 έως το 129 π.Χ.) είχε τον Χρύσιππο για κύριο στόχο του. «Αν δεν υπήρχε ο Χρύσιππος», έλεγε, «δεν θα υπήρχα κι εγώ». Αυτές οι επιθέσεις μαρτυρούν όχι την αδυναμία του στωικισμού αλλά το γεγονός ότι ο σκεπτικισμός δεν θα ήταν ασφαλής αν δεν μπορούσε να ανασκευάσει τη στωική -επιστημολογία και μεταφυσική. Κι είναι αλήθεια πως στα χρόνια του Κικέρωνα, η επιστημολογία του Ζήνωνα, που παρέμενε αμετάβλητη, προκάλεσε την παροδική έκλειψη του Σκεπτικισμού: ο Αντίοχος βρήκε πως ήταν αδύνατο να ανασκευαστεί η ζηνώνεια επιστημολογία. Με δυο λόγια, το να αντιμετωπίζουμε το στωικισμό απλώς ως μια πρακτική φιλοσοφία (Lebensphilosophie), ως μια ηθική της καρδιάς και όχι ως ηθική σκέψη φιλοσοφικού διαμετρήματος, 6α ήταν εξίσου λάθος με το να φανταζόμαστε πως η ηθική του Καντ μπορεί να γίνει κατανοητή ξέχωρα από την επαναστατική του φιλοσοφία της κριτικής, την υπερβατικότητα, που αποτελεί το ίδιο της το θεμέλιο.

Δεν μπορεί να αληθεύει, λοιπόν, πως οι άνθρωποι δέχτηκαν το μήνυμα του Ζήνωνα (στο οποίο πάνω απ’ όλα βαραίνει το «ού­τως υπαγορεύει η λογική»), όχι επειδή πείστηκαν με έναν ψυχρό και διανοητικό τρόπο, αλλά επειδή πίσω από τις ιδέες βρισκόταν μια τρομερά ισχυρή προσωπικότητα κι επειδή κάτι βαθιά μες στην καρδιά τους ξύπνησε και ανταποκρίθηκε στη διδασκαλία του.46 Η άποψη πως ο στωικισμός «ήταν ο δρόμος της πίστης» απέχει από την αλήθεια πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η ρήση του Μάθιου Άρνολντ: «Ο στωικισμός δεν είναι ένα Πιστεύω. Είναι η φιλοσοφία του κάθε ανθρώπου που θέλει να πορεύεται με οδη­γό την όραση και όχι την πίστη». Σπεύδω να προσθέσω πως «όραση» δεν είναι παρά η βαθιά θεώρηση που γεννήθηκε από τη φιλοσοφική έρευνα του τέταρτου αιώνα.

Τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα, η στωική οντολογία και λογική χαρακτηριζόταν χονδροειδής, αδέξια και αφελής.47 Είναι αλήθεια πως η στωική φυσική είναι υλιστική και πως η στωική λογική και επιστημολογία άκαμπτες. Στα μάτια του ιδεαλιστή ο στωικισμός πάντα θα μοιάζει οπισθοδρομικός και ακατέργαστος σε σύγκριση με τον πλατωνισμό και τον αριστοτελισμό- αυτό όμως δεν σημαίνει πως οι καινούργιες στωικές θέσεις ήσαν προ­ϊόντα ακρισίας ή πως οι Στωικοί δεν πέρασαν από κόσκινο τις προηγούμενες θεωρίες. Δεν είναι τυχαίο που επέστρεψαν στους Προσωκρατικούς. Δεν εγκατέλειψαν κάποιες αλήθειες επειδή στάθηκαν ανίκανοι να τις καταλάβουν. Το αντίθετο: συνέχισαν ακριβώς από το σημείο όπου τις βρήκαν από τους προηγούμε­νους διανοητές. Αυτό -επιβεβαιωμένο πλέον από τις πρόσφατες μελέτες-, μας το μεταφέρει και η αρχαία παράδοση - ως συνή­θως, υπό μορφή ανέκδοτου: Ο Ζήνων θέλησε να συμβουλευτεί το μαντείο ζητώντας να μάθει τι έπρεπε να κάνει για να είναι άριστος ο βίος του, και η απάντηση του θεού ήταν πως έπρεπε να «συγχρωτιστεί» -δηλαδή να αποκτήσει ίδια όψη- με τους νε­κρούς. Και κατάλαβε πως το νόημα του χρησμού ήταν να μελετά τους αρχαίους συγγραφείς.48 Με άλλα λόγια, η στωική ηθική δεν είναι μια ηθική που καθορίζεται μόνο από πρακτικούς στό­χους. Δεν διασφαλίζεται απλά και μόνο με το να υιοθετεί ιδέες που μπορεί να φανούν χρήσιμες ή να μπαλώσουν μια κατάσταση ανάγκης. Ο σοφός πράττει το πρέπον γιατί πιστεύει πως έτσι ακολουθεί τις επιταγές της Φύσης. Η Φύση, όπως την αντιλαμ­βάνεται ερευνώντας την αλήθεια, είναι το άστρο που τον οδηγεί. Απ’ αυτήν ακριβώς τη σκοπιά θα προσπαθήσω να κατανοήσω τις προϋποθέσεις της στωικής φιλοσοφίας.
---------------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ – ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
 
1. Αυγουστ. Civitas Dei 19,1.
2. Η. von Arnim, Stoicorum Veterum Fragmenta (“Ἀποσπάσματα Ἀρχαίων Στωικών” - στο εξής: SVF) III 16 (- Στοβαῖος Ἀνθολ. 2.77): Τέλος δὲ φασιν εἶναι τὸ <εὐδαιμονεῖν,> οὗ ἕνεκα πάντα πράττεται, αὐτὸ δὲ πράττεται μὲν οὐδενός δὲ ἕνεκα· τοῦτο δὲ ὑπάρχειν ἐν τῷ κατ’ ἀρετὴν ζῆν, ἐν τῷ ὁμολογουμένως ζῆν, ἔτι, ταὐτοῦ ὄντος, ἐν τῷ κατὰ φύσιν ζῆν. Τὴν δὲ <εὐδαιμονίαν> ὁ Ζήνων ὡρίσατο τὸν τρόπον τοῦτον· εὐδαιμονία δ’ ἐστίν εὔροια βίου. Κεχρηται δὲ καὶ Κλεάνθης τῷ ὅρῳ τούτῳ ἐν τοῖς ἑαυτοῦ συγγράμμασι καὶ ὁ Χρύσιππος καὶ οἱ ἀπὸ τούτων πάντες, τὴν εὐοαιμονίαν εἶναι λέγοντες οὐχ ἑτέραν τοῦ εὐδαίμονος βίου, καίτοι γε λέγοντες, τὴν μὲν εὐδαιμονίαν σκοπὸν ἐκκεῖσθαι, τέλος δ’ εἶναι τὸ τυχεῖν τῆς εὐδαιμονίας, ὅπερ ταυτόν εἶναι τῷ εὐδαιμονεῖν. Δηλον οὖν ἐκ τούτων, ὅτι ἰσοδύναμεῖ «τὸ κατὰ φύσιν ζῆν» καὶ «τὸ καλῶς ζῆν» καὶ «τὸ εὖ ζῆν» καὶ πὰλιν «τὸ καλὸν κἀγαθόν» καὶ «ἡ ἀρετὴ καὶ τὸ μέτοχον ἀρετῆς»· καὶ ὅτι πᾶν ἀγαθόν καλόν, ὁμοίως δὲ καὶ πᾶν αἰσχρὸν κακὸν δι’ ὅ καὶ τὸ Στωικὸν τέλος ἴσον δύνασθαι τῷ κατ’ ἀρετὴν βίῳ. Πρβ. SVF 373 (Σέξτου Ἐμπειρικού Πρὸς Λογικοὺς A 11. 30.9): ἦσαν δὲ οἱ φάσκοντες ἀγαθόν ὑπάρχειν τὸ δὶ’ αὐτὸ αἱρετόν. Οἱ δ’ οὕτως· «ἀγαθόν ἐστι τὸ συλλαμβανόμενον πρὸς εὐδαιμονίαν», τινὲς δὲ τὸ συμπληρωτικόν εὐδαιμονίας». εὐδαιμονία δὲ ἐστιν, ὡς οἵ τε περὶ τὸν Ζήνωνα καὶ Κλεάνθην καὶ Χρύσιππον ἀπέδοσαν, εὔροια βίου.
3. Ο.π.
4. SVF, σ. 45, 22.
5. An Essay on Man, II, 101-103.
6. Ἐπίκτητος, Ἐγχεφίδιον 16: Ὅταν κλαίοντα ἴδης τινὰ ἐν πένθει ἤ ἀποδημοντος τέκνου ἀπολωλεκότα τὰ ἑαυτοῦ, πρόσεχε μὴ σὲ φαντασία συναρπάσῃ ὡ ἐν κακος ὄντος αὐτοῦ τος ἐκτός, λλ’ εὐθὺς ἔστω πρόχειρον ὅτι “τοῦτον θλίβει ο τὸ συμβεβηκὸς (ἄλλον γὰρ ο θλίβει), λλά τὸ δόγμα τὸ περὶ τούτου” . μέχρι μέντοι λόγου μὴ ὄκνει συμπεριφέρεσθαι
αὐπ, κν οὕτω τύχ, καὶ συνεπιστενάξαι· πρόσεχε μέντοι μὴ καὶ ἔσωθεν στενάξῃς.
7. SVF, I π. 215 = Σενέκας De ira I 16,7.
8. Σενέκας De Constantia X 4.
9. Σενέκας De Clementia II 6.
10. Επίκτητος, II 5.
11. Επίκτητος, IV 7.
12. Επίκτητος, II 6.
13. SVF III ἄπ. 191.
14. Επίκτητος, III, 24, 51-52: οὐκ οἶσθ’, ὅτι ἀνήρ καλὸς καὶ ἀγαθὸς οὐδέν ποιεῖ τοῦ δόξαι ἕνεκα, ἀλλά τοῦ πεπρᾶχθαι καλῶς; — Τί οὖν ὄφελος αὐτῷ τοῦ πρᾶξαι καλῶς; — Τί δ’ ὄφελος τῷ γράφοντι τὸ Δίωνος ὄνομα, ὡς χρὴ γράφειν; αὐτό τὸ γράψαι. — Ἔπαθλον οὖν οὐδέν; — Σὺ δὲ ζητεῖς ἔπαθλον ἀνδρί ἀγαθῷ μεῖζον τοῦ τὰ καλὰ καὶ δίκαια πράττειν; ἐν Ὀλυμπίᾳ δ’ οὐδείς ἄλλο οὐδέν, ἀλλ’ ἀρκεῖν σοὶ δοκεῖ τὸ ἐστεφανῶ- σθαι ‘Ολύμπια.
οὕτως σοὶ μικρὸν καὶ οὐδενός ἄξιον εἶναι φαίνεται τὸ εἶναι καλὸν καὶ ἀγαθὸν καὶ εὐδαίμονα;;
15. Επίκτητος, I, 2, 22: τί δ’ ὠφελεῖ ἡ πορφύρα τὸ ἱμάτιον; τί γὰρ ἄλλο ἤ διαπρέπει ἐν αὐτῷ ὡς πορφύρα καὶ τοῖς ἄλλοις δὲ καλὸν παράδειγμα ἔκκειται;
16. Ε. Bevan, Stoics and Sceptics, σέλ. 48.
17. Π.χ. ὁ A.-J. Festugiere, στὸ Ὁ Ἐπίκουρος καὶ οἱ θεοὶ τοῦ (ἔκδ. Θύραθεν).
18. Επίκτητος, II, 17, 29' IV, 3, 9.
19. Επίκτητος, III, 24, 101.
20. Επίκτητος, III, 24, 97.
21. Επίκτητος, I, 1, 10.
22. Επίκτητος, III, 24, 1.
23. Διογένης Λαέρτιος, VII, 117.
24. Διογένης Λαέρτιος, VII, 123.
25. Μάρκος Αὐρηλιος, Τὰ εἰς ἑαυτὸν ΙΙΙ, 7.
26. SVF I απ. 242- πρβλ. SVFI, ἀποσπ. 348.
27. Ωδές Ill, iii, 7-8.
28. Επιστολὲς I, 1, 106-108.
29. Επίκτητος, I, 6, 30-5: «Ναί· ἀλλ’ α μύξαι μου έουσιν.» τίνος ον ἕνεκα χερας ἔχεις, ἀνδράποδον; οχ να καὶ ἀπομύσσς σεαυτόν; — Τοῦτο ον εὔλογον μύξας γίνεσθαι ἐν τῷ κόσμ; — Καὶ πόσ κρεττον ἀπομύξασθαι σὲ ἤ ἐγκαλεν; τί οἴει ὅτι ὁ Ἡρακλῆς ἂν πέβη, εἰ μὴ λέων τοιοῦτος ἐγένετο καὶ ὕδρα καὶ ἔλαφος καὶ σς καὶ ἄδικοι τινὲς ἄνθρω-
ποὶ καὶ θηριώδεις, ος ἐκεῖνος ἐξήλαυνεν καὶ ἐκάθαιρεν; καὶ τί ἂν ποίει μηδενὸς τοιούτου γεγονότος; δλον ὅτι ντετυλιγμένος ἂν κάθευδεν; οκον πρῶτον μὲν οὐκ ἂν ἐγένετο ρακλῆς ν τρυφ τοιαύτ καὶ ἡσυχί νυστάζων ὅλον τὸν βίον
30. Επίκτητος, II, 16, 13-15: «κύριε θεός, πῶς μὴ ἀγωνι;» μωρέ, χερας οὐκ ἔχεις; οὐκ ἐποίησεν σοὶ αὐτάς ὁ θεός; εὔχου νῦν καθἠμενος, ὅπως α μύξαι σου μὴ εωσιν· ἀπόμυξαι μᾶλλον καὶ μὴ ἐγκάλει. τί οὖν; ἐνταθα σοὶ οδέν δέδωκεν; ο δέδωκε σοι καρτερίαν, οὐ δέδωκε σοι μεγαλοψυχίαν, ο δέδωκεν ἀνδρείαν; τηλικαύτας ἔχων χερας τι ζητεῖς τὸν πομύξοντα;
31. Διογ. Λαέρτιος, VII.30.
32. De Constantia I, 1.
33. SVFI απ. 234 = Πλουτάρχου, Πῶς ἂν τις αἰσθοιτο ἑαυτοῦ προκὸπτοντος ἐπ' ρετ, 82F-83A: Ὅρα δὴ καὶ τὸ τοῦ Ζήνωνος ποον στιν. ἠξίου γὰρ ἀπό τῶν ὀνείρων ἕκαστον αὐτοῦ συναισθάνεσθαι προκόπτοντος, εἰ μηθἡδόμενον αἰσχρ τινι ἑαυτὸν μήτε τι προσιέμενον πράττοντα τῶν δεινῶν καὶ τόπων ὅρα κατὰ τοὺς ὕπνους, λλ’ οον ἐν βυθ γαλήνης ἀκλύστου καταφανεῖ διαλάμπει τῆς ψυχς τὸ φανταστικὸν καὶ παθητικὸν διακεχυμένον ὑπό του λόγου.
34. Κικέρων, De finibus IV, 20, 56.
35. SVF I, ἄπ. 529 = Σέξτος Εμπειρικός, Προς Λογικοὺς Α, 9.90.1: (Κλεάνθης): καίτοι ο πάνυ τι ὁ ἄνθρωπος κράτιστον εἶναι δύναται ζον, οον εὐθέως ὅτι διά κακίας πορεύεται τὸν πάντα χρόνον, εἰ δέ μὴ γε, τὸν πλεστον (καὶ γὰρ ε πότε περιγένοιτο ἀρετῆς, ὀψὲ καὶ πρὸς ταῖς τοῦ βίου δυσμας περιγίνεται).
36. Επίκτητος, Εγχειρ. 50 (51): σὺ δὲ εἰ καὶ μήπω εἶ Σωκράτης, ὡς Σωκράτης γὲ εἶναι βουλόμενος ὀφείλεις βιοῦν.
37. Bevan, Stoics and Sceptics, σέλ. 26-28.
38. Ο.π., σέλ. 32.
39. Δημοχάρης, ανεψιὸς του Δημοσθένη, (Αθηναίου Δειπνοσοφισταί, Ἱ, 62): φησί γοῦν Δημοχάρης ἐν τ πρώτ καὶ εἰκοστ γράφων· “ἐπανελθόντα δὲ τὸν Δημήτριον ἀπό τς Λευκάδος καὶ Κερκύρας εἰς τὰς Ἀθήνας οἱ Ἀθηναῖοι δέχοντο ο μόνον θυμιῶντες καὶ στεφανοῦντες καὶ ονοχοοῦντες, ἀλλὰ καὶ προσοδιακοὶ χοροὶ καὶ ἰθύφαλλοι μετ’ ὀρχήσεως καὶ δς ἀπηντων ατ καὶ φιστάμενοι κατὰ τοὺς ὄχλους δον ρχούμενοι καὶ πδοντες ὡς εἴη μόνος θεὸς ἀληθινός, οἱ δ’ ἄλλοι καθεύδουσιν ἀπδημοσιν οὐκ εσίν, γεγονώς δ’ εἴη ἐκ Ποσειδῶνος καὶ Ἀφροδίτης, τῷ δὲ κάλλει διάφορος καὶ τ πρὸς πάντας φιλανθρωπί κοινός, δεόμενοι δ’ αὐτοῦ κέτευον, φησί, καὶ προσηύχοντο.”
40. Θεόπομπος (Jacoby, Frag. Greek Hist., 115 F 224-225).
41. De Beneficiis VII, 2, 5.
42. Bevan, Stoics and Sceptics, σέλ. 21-22, 25, 32, καί, 75.
43. SVFI ἄπ. 54. = Στοβαίος νθολ. 2.7.11m: Μηδὲν δ’ ὑπολαμβάνειν ἀσθενῶς, λλά μᾶλλον ἀσφαλῶς καὶ βεβαίως, διὸ καὶ μηδὲ δοξάζειν τὸν σοφόν. Διττάς γὰρ εἶναι δόξας, τὴν μὲν καταλήπτ συγκατάθεσιν, τὴν δὲ ὑπόληφιν σθενῆ· ταύτας <δ’> ἀλλοτρίους εἶναι τῆς τοῦ σοφοῦ διαθέσεως· δὶ’ ὃ καὶ τὸ προττίπτειν πρὸ καταληφεως <καὶ> συγκατατίθεσθαι κατὰ τὸν προπετῆ φαῦλον εἶναι καὶ μὴ πιπτειν εἰς τὸν εὑφυ καὶ τέλειον νδρα καὶ σπουδαον. - Καὶ Δ. Λαέρτ. 7.121: τι τε μὴ δοξάσειν τὸν σοφόν, τουτέστι ψεύδει μὴ συγκαταθήσεσθαι μηδενί.
44. Σενέκας, De Otio 5, 6.
45. SVF I ἄπ. 235 = Διογ. Λαέρτ. 7.25-26: τοὺς θ’ Ἡσιόδου στίχους μεταγράψειν οὕτω·
κεῖνος μὲν πανάριστος ὃς εὖ εἰπόντι πίθηται,
 ἐσθλὸς δ’ αὖ κἀκεῖνος ὃς αὐτὸς πάντα νόήςῃ.
κρείττονα γὰρ εἶναι τὸν ἀκοῦσαι καλῶς δυνάμενον τὸ λεγόμενον καὶ χρῆσθαι αὐτῷ τοῦ δι’ αὐτοῦ τὸ πᾶν συννοησαντος· τῷ μὲν γὰρ εἶναι μόνον τὸ συνεῖναι, τῷ δ’ εὖ πεισθέντι προσεῖναι καὶ τὴν πράξιν.
46. Bevan, Stoics and Sceptics, σέλ. 22-23.
47. Ο.π., σέλ. 36, 39 καὶ 42.
48. Διογ. Λαέρτιος, VII, 2.
49. Bevan, Stoics and Sceptics, σέλ. 40, 32.

Ο μύθος της χριστιανικής αγάπης

«Ει τις έρχεται προς με και ου μισεί τον πατέρα εαυτού και την μητέρα και την γυναίκα και τα τέκνα και τους αδελφούς και τας αδελφάς έτι τε και την ψυχήν εαυτού ου δύναται είναι μου μαθητής».
(Κατά Λουκάν, 14:26)

Πολλά πράγματα από όσα μας δίδαξαν, στην πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς έτσι. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται προκαταλήψεις, δεισιδαιμονίες, και λανθασμένες αντιλήψεις, οι οποίες με τον καιρό συμβάλλουν στην διαμόρφωση της συνείδησής μας. Όταν κάτι ριζώσει μέσα μας, πολύ δύσκολα αργότερα αποβάλλεται. Θέλει κόπο, πόνο, αγώνα. Θέλει «γερό στομάχι» και λιονταρίσιο θάρρος προκειμένου να συνειδητοποιήσεις ότι όσα πίστευες ως απόλυτες αλήθειες, ήταν αερολογίες. Και όσοι πέρασαν από το συγκεκριμένο κανάλι, είναι σε θέση να αφουγκραστούν και να εννοήσουν.

Ένα τέτοιο παραμύθι είναι και αυτό της χριστιανικής αγάπης. Μιας αγάπης που υποτίθεται ότι είναι καινοφανής, αφού αγκαλιάζει όλο τον κόσμο και είναι άνευ όρων. Που περιθάλπει εχθρούς και φίλους και που υμνείται στο 13ο κεφάλαιο της «Α΄προς Κορινθίους». Που ανέχεται το διαφορετικό, μα που στην πραγματικότητα έχει ως μέτρο και όριό της την πίστη.

Αν ξαναδιαβάσουμε την Καινή Διαθήκη κατανοώντας αυτό που πραγματικά γράφει και όχι αυτό που λένε οι άλλοι ότι γράφει (έχει τεράστια απόσταση το ένα από το άλλο), θα δούμε τα πράγματα τελείως διαφορετικά. Αλλά σε αυτό το σημείο, ας «μιλήσουν» τα ίδια τα κείμενα
ηκούσατε ότι ερρέθη αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου· εγώ δε λέγω υμίν αγαπάτε τους εχθρούς υμών και προσεύχεσθε υπέρ των διωκόντων υμάς· όπως γένησθε υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς ότι τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους· εάν γαρ αγαπήσητε τους αγαπώντας υμάς τίνα μισθόν έχετε ουχί και οι τελώναι το αυτό ποιούσιν· και εαν ασπάσησθε τους αδελφούς υμών μόνον τι περισσόν ποιείτε· ουχί και οι εθνικοί το αυτό ποιούσιν; έσεσθε ουν υμείς τέλειοι ως ο πατήρ υμών ο ουράνιος τέλειος εστίν.
(Κατά Ματθαίον, 5:43-48)
Στο ίδιο κεφάλαιο, ο Ιησούς φέρεται να διδάσκει την απαρέγκλιτη τήρηση του Νόμου του Μωυσή (στ. 17-20). Αυτό δείχνει ότι την ομιλία του την απευθύνει σε Ιουδαίους και σε προσήλυτους στον Ιουδαϊσμό. Κατά συνέπεια, δεν απευθύνεται σε όλους. Το ίδιο πράγμα φαίνεται και από το ότι διαχωρίζει το ακροατήριό του από τους τελώνες και τους εθνικούς. Ποιοί όμως είναι οι «εχθροί» και οι «διώκτες»; Αυτό προκύπτει από το ίδιο το κείμενο, κάποιους στίχους πιο πριν: «Ούτως γαρ εδίωξαν τους προφήτας τους προ υμών» (στ. 12). Οι εχθροί και οι διώκτες των προφητών, κατά την βιβλική παράδοση, ήταν άτομα που ανήκαν στον ίδιο τον λαό. Είναι οι ίδιοι οι «αδελφοί» τους. Σε αυτούς τους παραστρατημένους Ιουδαίους, αναφέρεται ο Ιησούς, τους οποίους οφείλουν να αγαπούν οι ευσεβέστεροι. Ένας επιπλέον μύθος που καταρρίπτεται εδώ, είναι το ανιδιοτελές της αγάπης. Ο Ιησούς αναφέρεται σε «μισθό», ότι και αν εννοεί με αυτό.
τίμα τον πατέρα και την μητέρα και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν.
(Κατά Ματθαίον, 19:19)
Ποιός είναι ο πλησίον στον οποίο αναφέρεται; Δεν είναι γενικό και αόριστο. Είναι συγκεκριμένο. Είναι ο ομοεθνής Ιουδαίος. Αυτό προκύπτει από το ίδιο το κείμενο. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα, ένας πλούσιος νέος πλησιάζει και ρωτάει τον Ιησού τι να κάνει για έχει αιώνια ζωή. Ο Ιησούς τον παραπέμπει στις εντολές του Νόμου (δεν του λέει να πιστέψει σε Αυτόν!). Ο Νόμος έλεγε ποιος είναι ο «πλησίον»· «ουκ εκδικάται σου η χειρ και ου μηνιείς τοις υιοίς του λαού σου και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Λευιτικό, 19:18). Οι υιοί του λαού σου.
διδάσκαλε ποια εντολή μεγάλη εν τω Νόμω; ο δε έφη αυτώ· αγαπήσεις Κύριον τον θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου· αύτη εστίν η μεγάλη και πρώτη εντολή· δευτερα δε ομοία αύτη αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν· εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος κρέμαται και οι προφήται.
(Κατά Ματθαίον, 22:36-40)
Γίνεται εύκολα αντιληπτό από τα συμφραζόμενα του χωρίου, ποιος είναι ο «πλησίον». Όχι ο οποιοσδήποτε, αλλά αυτός που ο νόμος όριζε ως «πλησίον», που είδαμε και παραπάνω.
ούτως γαρ ηγάπησεν ο θεός τον κόσμον ώστε τον υιόν τον μονογενή έδωκεν ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον.
(Κατά Ιωάννην, 3:16)
Αυτό το χωρίο θεωρείται από τους Χριστιανούς ως το δυνατότερο χωρίο της Βίβλου, που αποδεικνύει την άπειρη αγάπη του Θεού για όλους τους ανθρώπους. Είναι η σημαία του ευαγγελισμού, που υψώνεται σε όλα τα χριστιανικά ρεύματα. Παρ’ όλα αυτά, με μια πιο προσεκτική ματιά -αλλά και από την συνέχεια του χωρίου που συχνά δεν αναφέρεται- μπορούμε να δούμε τελείως άλλα πράγματα. Η ποιότητα της θεϊκής αγάπης μετριέται από τον βαθμό της θυσίας. Ο Θεός για χάρη του ανθρώπου και της «πτώσης» του, έδωσε τον Υιό του. Κατ’αρχάς, το να «θυσιάσει» κανείς τον υιό του για «ευθύνες» άλλου, δεν είναι και το δικαιότερο πράγμα που υπάρχει. Πέρα από αυτό, αυτή η τόσο πολυδιαφημισμένη αγάπη, είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτό που θέλει ο Χριστιανισμός να κάνει τον κάθε άνθρωπο, ώστε να έχει την ανάγκη της· να κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται «αμαρτωλός». Και ενώ το αίτιο της πτώσεως -κατά την βιβλική διήγηση- ήταν η γνώση, η θεραπεία είναι η πίστη. Και ενώ η υποτιθέμενη «πτώση» ήταν κάτι το στιγμιαίο, η «λύτρωση» άργησε να έρθει…κατά κάποιες χιλιετίες. Αν δεν αισθανθεί ο άνθρωπος «αμαρτωλός» και «ένοχος», δεν μπορεί να δει την «αγάπη» του Θεού. Όμως και η συνέχεια του χωρίου, αποκαλύπτει όλη αυτήν την μεγάλη υποκρισία…
ου γαρ απέστειλεν ο θεός τον υιόν εις τον κόσμον ίνα κρίνη τον κόσμον αλλ ίνα σωθή ο κόσμος δι αυτού· ο πιστεύων εις αυτόν ου κρίνεται ο δε μη πιστεύων ήδη κέκριται ότι μη πεπίστευκεν εις το όνομα του μονογενούς υιού του θεού· αύτη δε εστίν η κρίσις οτι το φως ελήλυθεν εις τον κόσμον και ηγάπησαν οι άνθρωποι μάλλον το σκότος η το φως ην γαρ αυτών πονηρά τα έργα· πας γαρ ο φαύλα πράσσων μισεί το φως και ουκ έρχεται προς το φως ίνα μη ελεγχθή τα έργα αυτού· ο δε ποιων την αλήθειαν έρχεται προς το φως ίνα φανερωθή αυτού τα έργα ότι εν θεώ εστίν ειργασμένα.
(Κατά Ιωάννην, 3:17-21)
Ο Θεός, λοιπόν, δεν έστειλε τον Υιό του για να κρίνει, αλλά για να σώσει. Παρ’ όλα αυτά, αυτός που πιστεύει δεν κρίνεται, αλλά αυτός που δεν πιστεύει ήδη είναι κριμένος διότι δεν πίστεψε. Δηλαδή, η αγάπη του Θεού για σένα εξαρτάται από την πίστη σου. Μάλιστα, σύμφωνα με τον συγγραφέα του συγκεκριμένου ευαγγελίου, το να μην πιστεύει κάποιος στον Υιό, οφείλεται στο ότι τα ίδια του τα έργα είναι πονηρά και δεν αγαπά το φως και την αλήθεια! Σαν να μην υπάρχουν άλλες αιτίες για να μην πιστεύει κάποιος! Όπως βλέπουμε, η «υπερέχουσα» θεϊκή αγάπη, η θυσιαστική υπέρ του ανθρώπου, μέσα σε λίγες λέξεις, μικραίνει τόσο πολύ, ώστε μπαίνει στα ανθρώπινα μέτρα της πίστεως ή της απιστίας. Γίνεται εξαρτώμενη, καλουπωμένη. Διότι όταν λέει ότι «ο μη πιστεύων ήδη κέκριται», εννοεί ότι ήδη έχει καταδικαστεί. Η θεϊκή «αγάπη» καταδικάζει επομένως. Ίσως τελικά να μην είναι και τόσο…θεϊκή! Πάνω σε αυτό, θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε την έννοια της Κολάσεως και του κολασμού μέσα από τα ίδια τα χριστιανικά κείμενα, και να δείξουμε ότι το σόφισμα που θέλει την άκτιστη δόξα του Θεού να βιώνεται είτε ως φως είτε ως πυρ κολαστήριο, δεν έχει καμία σχέση με τις αναφορές περί Κολάσεως που υπάρχουν στα ευαγγέλια. Επειδή όμως είναι θέμα διαφορετικό, ίσως να ασχοληθούμε σε κάποια μελλοντική ανάρτηση.
αγαπήσας τους ιδίους τους εν τω κόσμω εις τέλος ηγάπησεν αυτούς.
(Κατά Ιωάννην, 13:1)
Ο Ιησούς αγάπησε ως τέλος τους ακολούθους του. Μήπως αγάπησε και όσους δεν τον δέχτηκαν; Όχι. Στο ίδιο ευαγγέλιο, τους αποκαλεί «τέκνα του Διαβόλου». Άρα, τελικά η αγάπη «δεν μακροθυμεί», όπως λέει ο Παύλος…
εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί έστε εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις.
(Κατά Ιωάννην, 13:35)
Όπως παρατηρούμε για άλλη μια φορά, η αγάπη είναι «εν αλλήλοις». Μεταξύ των μαθητών στους οποίους απευθύνεται. Όποιος αποχωρεί από την ομάδα, όπως ο Ιούδας (παρ’ όλο που ο Ιησούς ήξερε εξ αρχής τι θα γινόταν), χαρακτηρίζεται «διάβολος», και «υιός της απώλειας»! (κεφάλαια 6:70 και 17:12 αντίστοιχα).
ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς εκείνος εστίν ο αγαπών με· ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου καγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν.
(Κατά Ιωάννην, 14:21)
Εδώ, βλέπουμε πάλι την άμεση εξάρτηση της αγάπης από την πίστη. Αυτός που τηρεί τις εντολές, αυτός αγαπάει. Και με την σειρά του, θα αγαπηθεί από τον Πατέρα και από τον Υιό! Εδώ, δεν έχουμε ανταπόκριση της θεϊκής αγάπης από τον άνθρωπο, όπως θα περίμενε κανείς. Αλλά το αντίθετο. Ο Θεός ανταποκρίνεται στην αγάπη του ανθρώπου! Εφ’ όσον λέει «αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου καγώ αγαπήσω αυτόν», σημαίνει ότι πριν από την τήρηση των εντολών, δεν υπάρχει για αυτόν η θεϊκή αγάπη. Πολύ φτωχή αγάπη για τον «απαθή» Θεό της αποφατικής θεολογίας!
αύτη εστίν η εντολή η εμή ίνα αγαπάτε αλλήλους καθώς ηγάπησα υμάς· μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού· υμείς φίλοι μου εστέ εάν ποιήτε α εγώ εντέλλομαι υμίν.
(Κατά Ιωάννην, 15:12-14)
Πάλι βλέπουμε ότι αναφέρεται στην αγάπη μεταξύ των μαθητών. Τους οποίους ονομάζει «φίλους» του. Και αν θέλουν να παραμείνουν φίλοι του, πρέπει να κάνουν ότι τους διατάζει. Μεγαλύτερη αγάπη δεν υπάρχει, από το να θέτει κάποιος την ζωή του για τους φίλους του. Πέθανε επομένως, για τους φίλους του. Όχι για τον κάθε ένα. Σε αυτό το σημείο, αξίζει να θυμηθούμε τι φέρεται να λέει σε άλλο ευαγγέλιο, το οποίο συμφωνεί με την άποψη ότι ο Ιησούς δεν πέθανε για όλους. «Ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθεν διακονηθήναι αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Κατά Μάρκον, 10:45). Αντί πολλών και όχι για όλους! Άρα, η ρήση «τόσο αγάπησε ο Θεός τον κόσμο», χρήζει αναθεωρήσεως μετά από τα παραπάνω.

Αλλά και στις επιστολές, το ίδιο πνεύμα επικρατεί. Η αγάπη οριοθετείται.
Μη αγαπάτε τον κόσμον μηδέ τα εν τω κόσμω· εάν τις αγαπά τον κόσμον ουκ εστίν η αγάπη του πατρός εν αυτώ
(Α΄ Ιωάννου, 2:15)
Τελειώνοντας, ως επίλογο, παραθέτω απόσπασμα επιστολής ενός μεγάλου θεωρούμενου «αγίου» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τις μοναχές του. Είναι του Νεκταρίου, και επιβεβαιώνει όλα όσα αναφέρθηκαν στο άρθρο.
Η αγάπη προς τον Κύριο, ως αγάπη κοινή, θερμαίνει και προς εσάς την καρδιά μου. Όταν μια από εσάς αποσπάσει την καρδιά της απ’ τον Κύριο και παραδώσει αυτήν στην ματαιότητα του κόσμου και στα πάθη της ψυχής της, τότε η αγάπη μου προς αυτήν διακόπτεται, γιατί η αδελφή απομακρύνοντας την καρδιά της απ’ το Χριστό, έκοψε τον μεταξύ μας σύνδεσμο τη αγάπης, αφού ο κρίκος σύνδεσής μας ήταν η κοινή αγάπη προς τον Χριστό. Έτσι η ψυχρότητά μου προς αυτήν ήταν επακόλουθο της απομάκρυνσής της απ’ το Χριστό. Η αγάπη της προς εμένα , ως ανθρώπινη, δεν θερμαίνει την καρδιά μου, γιατί είναι ξένη απ’ την αγάπη του Χριστού και γι’ αυτό αδυνατώ να έχω στην καρδιά μου δύο αγάπες, μία θεία και μια ανθρώπινη. […] Κάθε αδελφή η οποία απέσπασε απ’ την καρδιά της τον Χριστό, κάτι που απεύχομαι, και αν ακόμα με αγαπάει και με λατρεύει, εγώ καθόλου δεν την αγαπώ.
(Διδαχές αγίου Νεκταρίου, Δ. Τάτση, σ. 138-139)

 ΔΕΣ:

Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν... (ήτοι «αγάπα με ή κάηκες»)

Η «αγάπη» και η χριστιανική υποκρισία

Τουλάχιστον 50 λόγοι να ντρεπόσαστε για τον Ιησού και να μην είσαστε οπαδοί του

Ο σεβασμός των συναισθημάτων

Ακόμη και σήμερα τα συναισθήματα αντιμετωπίζονται συχνά ως εμπόδια στην εξέλιξη και στην πειθάρχηση του ανθρώπου, λες και είναι κάτι από το οποίο χρειάζεται να απαλλαγούμε ή κάτι το οποίο πρέπει να καταπιέσουμε. Ωστόσο θα ήθελα να στρέψουμε την προσοχή μας και σε μια άλλη παράμετρο που νομιμοποιεί και συνδιαμορφώνει τη στάση μας απέναντι στα συναισθήματα και στις έννοιες που είναι έντονα φορτισμένα με αυτά.

Οι στίχοι των ερωτικών τραγουδιών


Αναφέρομαι στους στίχους των ερωτικών τραγουδιών της μαζικής ποπ ή λαϊκής κουλτούρας, οι οποίοι συμβάλλουν στη διαμόρφωση των εννοιών όπως αυτών της αγάπης, του πόνου, της χαράς, ή της λύπης, μέσα από τους οποίους οι άνθρωποι παρουσιάζονται κυριολεκτικά έρμαια των συναισθημάτων τους. Ωστόσο, η τεράστια απήχηση τους, δείχνει πρωτίστως ότι οι άνθρωποι ταυτίζονται σε συναισθηματικό επίπεδο με τις ιστορίες των τραγουδιών, ενώ το σημαντικό της υπόθεσης έγκειται στο ότι νομιμοποιούν στις συνειδήσεις τους αυτές τις συναισθηματικές θέσεις και τις αντίστοιχες ερμηνείες τους. Δηλαδή, η μαζική μουσική κουλτούρα αναπαράγει την ήδη εδραιωμένη έλλειψη επίγνωσης και τη νομιμοποιεί, διαμορφώνοντας εκ νέου τις συνειδήσεις, τις προσωπικότητες και τον τρόπο που αλληλοεπιδρούν οι άνθρωποι μεταξύ τους.

Μια ιστορική αναδρομή


Αν κάνουμε μια ιστορική ανάδρομή στους θεωρητικούς του Διαφωτισμού θα δούμε ότι οι ίδιοι είχαν προσπαθήσει να επιβάλουν τη δύναμη της ορθολογικότητας αποχωρίζοντας την βίαια από το συναίσθημα. Ωστόσο κατά την ίδια περίοδο περίπου εμφανίστηκε το ρεύμα του ρομαντισμού όπου, κυρίως στην ποίηση, παρατηρούμε για πρώτη φορά να γίνεται αναφορά στα συναισθήματα, αλλά στα συναισθήματα που κατακλύζουν τους ήρωες και τα οποία δεν μπορούν να διαχειριστούν. Δηλαδή το μήνυμα που προβάλλεται είναι ότι τα σαρωτικά συναισθήματα είναι μια κανονικότητα, ενώ η μετακίνηση προς τη λογική προϋποθέτει την καταπίεση τους.
Σύμφωνα όμως με τον Damasio και τις νεότερες ανακαλύψεις στο πεδίο των νευροεπιστημών, η ορθολογικότητα βασίζεται στο συναίσθημα και δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτό.
Το λογικό κομμάτι δεν δουλεύει μόνο του αλλά αλληλεπιδρά με τα ρυθμιστικά και θυμικά του τμήματα. Οι ανώτερες περιοχές της λογικής και της επεξεργασίας των εσωτερικών ή εξωτερικών ερεθισμάτων δεν μπορούν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα από τις περισσότερο πρωτόγονες ενστικτώδες αποκρίσεις μας. Οι γνωστικές διεργασίες μπορούν να εκλεπτύνουν αντίστοιχες συναισθηματικές, αδυνατούν όμως να υπάρξουν χωρίς αυτές. Οι γνωστικές διεργασίες βασίζονται στην ήδη αποθηκευμένη γνώση. Αυτή λοιπόν η προηγούμενη γνώση, που μας παρουσιάζεται ως ενστικτώδης, γίνεται ο μηχανισμός μέσω του οποίου αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα και τα ερμηνεύουμε. Είναι η διόπτρα μέσα από την οποία βλέπουμε και ερμηνεύουμε τον εξωτερικό αλλά και τον εσωτερικό μας κόσμο. Με άλλα λόγια είναι το φίλτρο που χρησιμοποιούμε για να ερμηνεύσουμε, να κατανοήσουμε ή να προβλέψουμε τα πράγματα αλλά και τα συναισθήματα μας. Όπως το έχει θέσει ο Bryan Appleyard (1992), «…Ο κόσμος που αντικρίζουμε είναι συνάρτηση των διαστάσεων μας…».

Παιδιά & Συναισθήματα


Όσον αφορά τα παιδιά, κανένα παιδί δεν μπορεί να μάθει πως ελέγχουμε και προσαρμόζουμε καταλλήλως τη δική μας συναισθηματική κατάσταση αν δεν δει πρώτα το παράδειγμα της μαμάς και του μπαμπά. Αυτή η «εκπαίδευση» ξεκινάει πολύ νωρίς στη ζωή, πολύ πριν αναπτυχθούν οι εγκεφαλικές περιοχές του λόγου στον άνθρωπο. Τόσο τα φυσιολογικά όσο και τα νοητικά μας συστήματα αναπτύσσονται σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους και αυτό συμβαίνει με τη μεγαλύτερη ένταση κατά τη βρεφική ηλικία, όπου και αποτυπώνονται αυτές οι «εντυπώσεις-καταγραφές» στις υποφλοιικές περιοχές του εγκεφάλου.

Το ανθρώπινο βρέφος λοιπόν αποτελεί το κατεξοχήν κοινωνικώς καθοριζόμενο πλάσμα επί γης, καθώς είναι έτοιμο να μάθει τόσο τα δικά του συναισθήματα όσο και τρόπους διαχείρισης τους.

Αυτό σημαίνει ότι οι πρώιμες εμπειρίες της βρεφικής μας ηλικίας σχετίζονται με τον ενήλικο εαυτό μας σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από όσο μπορεί να φανταζόμαστε. Η ερευνητική εργασία των D. Stern, B. Beebe και άλλων, έχουν συμβάλει τα μέγιστα σε αυτό τον τομέα. Σε τούτη ακριβώς την ηλικία είναι που βιώνουμε για πρώτη φορά τα συναισθήματα μας και που μαθαίνουμε να τα αντιμετωπίζουμε. Σε τούτη την ηλικία είναι που αρχίζουμε να οργανώνουμε το υλικό της εμπειρίας μας με τρόπους οι οποίοι θα επηρεάσουν την κατοπινή μας συμπεριφορά και τους ορίζοντες της σκέψης μας.

Έτσι το να ανασκάψουμε την πρώιμη παιδική μας ηλικία και να δούμε ακριβώς τι μας συνέβη τότε δεν κρίνεται πάντα απαραίτητο γιατί στην πραγματικότητα, την κουβαλάμε ήδη μέσα μας και τη ζούμε στις σχέσεις που συνάπτουμε με τους οικείους μας, ή τη συναντούμε μπροστά μας στον τρόπο που αντιδρούμε στις καταστάσεις.

Ο Freud ήταν ο πρώτος που μίλησε για αυτό το φαινόμενο και το ονόμασε «καταναγκασμό της επανάληψης». Αν μιλήσουμε τώρα για τα μοτίβα της συμπεριφοράς μας που έχουν τις ρίζες τους στη βρεφική ηλικία, σαφώς είναι κάτι το οποίο δεν μπορούμε να θυμηθούμε αλλά ωστόσο δεν έχουμε ξεχάσει. Είναι τα άδηλα πρότυπα των ανθρωπίνων σχέσεων τα οποία όταν εδραιώνονται μετά από κάποιες επαναλήψεις, καταγράφονται στις υποφλοιϊκές δομές και συμβάλλουν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας μας. Εκεί ακριβώς μπαίνουν οι βάσεις της προσωπικότητας μας και σχηματίζεται η πρώτη-πρώτη και σημαντική γνώση για τη κατανόηση που θα έχουμε για την ιδέα της οικειότητας, για τις στενές σχέσεις και για το πως να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα μας.

Εάν δεν έχουμε την επιθυμητή «εκπαίδευση» γύρω από τη διαχείριση των συναισθημάτων μας, τα συναισθήματα μας ενδέχεται να μας κατακλύζουν και να θέλουμε να απαλλαγούμε από αυτά με κάθε τρόπο.

Εάν έχουμε και κάποια συγγραφική κλίση ίσως καταλήξουμε να γράφουμε στίχους τραγουδιών που θα αντανακλούν τον εσωτερικό μας κόσμο και θα βρίσκουν σύμφωνη μια σημαντική μερίδα ανθρώπων.

Πειθαρχία σημαίνει διδαχή & μάθηση


Η έννοια της πειθαρχίας στα παιδιά, σύμφωνα με τον επίσημο ορισμό της λατινογενής λέξης «disciplina», μέχρι τον 11ο αιώνα χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει τη διδαχή, τη μάθηση και την εκπαίδευση. Δυστυχώς αργότερα η έννοια της πειθαρχίας συνδέθηκε και με την έννοια της τιμωρίας, κάτι το οποίο δεν συμβάλει στη μάθηση, παρά μόνο στη συμμόρφωση και στην καταπίεση των συναισθημάτων ή στη κατακλυσμιαία τους αίσθηση.

Τα συναισθήματα μας είναι μέρος του συνόλου μας και μέσω της γονεϊκής στάσης μπορούμε αρχικά να μάθουμε να τα αντέχουμε και σε δεύτερο χρόνο να συνομιλούμε μαζί τους χωρίς εξωτερική ανακατεύθυνση και να ακούμε το μήνυμα που πραγματικά έχουν να μας μεταφέρουν. Αν το άτομο που μας φροντίζει ως βρέφος, αντέχει τα δύσκολα μας συναισθήματα και κατά κάποιο τρόπο τα μεταβολίζει για εμάς και μας τα επιστρέφει πίσω έτσι που να λαμβάνουμε το μήνυμα της αποδοχής τους από το πρόσωπο φροντίδας μας, τότε θα μάθουμε να το κάνουμε κι εμείς σταδιακά για τον εαυτό μας.
Τα συναισθήματα υπάρχουν για κάποιο σημαντικό λόγο. Δείχνουν μία ευχάριστη ή δυσάρεστη ψυχική κατάσταση, ενώ προκύπτουν ως επακόλουθο κάποιου γεγονότος ή εμπειρίας που πάντα συνοδεύεται από ορισμένες μεταβολές στις λειτουργίες του οργανισμού μας. Τα συναισθήματα είναι η εσωτερική μας πυξίδα.
Είναι ο απαραίτητος μηχανισμός με τον οποίο μας έχει προικίσει η φύση για να νοιώθουμε ότι υπάρχουμε ως όλον. Επιπλέον όταν υπάρχει επαρκώς καλή αναγνώριση των συναισθημάτων μας είμαστε σε θέση να διακρίνουμε τις επικίνδυνες συμπεριφορές άλλων ανθρώπων απέναντι μας από εκείνες που δεν θα μας βλάψουν και αναλόγως να κινούμαστε. Πολύ σημαντική κρίνεται και η ερμηνεία που δίνουμε στα συναισθήματα μας. Δηλαδή αν δεν αναγνωρίζουμε το θυμό μας που πυροδοτείται από παλιές προσωπικές μας ιστορίες, πολύ εύκολα τον προβάλλουμε στους άλλους, οι οποίοι γίνονται οι κακοί άλλοι.

Αν δεν έχει γίνει ο σωστός «προγραμματισμός» των συναισθημάτων μας από την αρχή της ζωής, φαίνεται ότι ο προβληματικός αυτός προγραμματισμός μας ακολουθεί δια βίου. Τα καλά νέα είναι ότι σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής μας μπορούμε να μάθουμε διαφορετικά τα πράγματα χάρη στην πλαστικότητα του εγκεφάλου και να ζήσουμε τη ζωή αυτή για την οποία έχουμε έρθει στη γη να ζήσουμε. Ενώ όταν έρθει η ώρα θα μπορούμε να σταθούμε αρωγοί στην «πειθάρχηση» του παιδιού μας απέναντι στο βίωμα των συναισθημάτων του, οδηγώντας το στην ενήλικη ζωή και στο ουσιαστικό βίωμα της ανθρώπινης φύσης που δεν είναι άλλο από τον σεβασμό του εαυτού και τον σεβασμό που καλούμαστε να δείξουμε απέναντι σε οποιοδήποτε άλλο ζωντανό πλάσμα επί γής.

Το ρήμα αγαπώ

Το σ’ αγαπώ είναι μια ομολογία.

Ανάλογα με τον τρόπο ή τον τόνο που θα εκφραστεί διαλαλεί ένα αίσθημα εφορίας, πόνου, παροξυσμού, έκστασης, αγωνία, αδυναμίας.

Το σ’ αγαπώ είναι μια ικεσία.
Προσμένεις πως ο άλλος ως δια μαγείας να συγχρονιστεί με τα δικά σου συναισθήματα και θα απαντήσει θετικά βγάζοντας σε από την αγωνία της αβεβαιότητας.

Το σ’ αγαπώ είναι μια απολυτότητα.
Αν το πεις δεν υπάρχει επιστροφή. Δεν είναι δυνατόν να σταματήσεις ν’ αγαπάς.

Γι’ αυτό αποφεύγεις να το ξεστομίσεις.
Φοβάσαι πως δεσμεύεσαι, πως δηλώνεις την επιθυμία να μείνεις μια ζωή με τον ίδιο άνθρωπο.

Όμως στην πραγματικότητα, όταν αγαπήσεις αληθινά, το μόνο που δεσμεύεις είναι ο εαυτός σου.

“Σ’ αγαπώ” δεν σημαίνει πως εγώ θα ζήσω μαζί σου, ό,τι κι αν συμβεί.
Σημαίνει πως “ό,τι και να μας συμβεί, εσύ θα ζεις πάντα μέσα μου”.

Δεν δηλώνει κτήση, αυταπάρνηση, θυσία. Δεν κατακερματίζει τα προσωπικά θέλω.
Δεν φοβάται να κινδυνέψει, να αφοσιωθεί, να αγκαλιάσει, να υποφέρει, να υπερβεί τον εαυτό του για χάρη εκείνου που αγαπά.

Δεν παίρνει πίσω την αγάπη του στην πρώτη δυσκολία ή αναποδιά.
Είναι δήλωση και πράξη ουσίας, τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο.

Κι όμως… συνεχίζεις ν’ αποφεύγεις το “σ’ αγαπώ”.
Φοβάσαι πως ίσως κάνεις λάθος. Όμως, η αγάπη δεν κάνει λάθη. Εσύ κάνεις.

Αγαπάς αλλά συνηθίζεις να περνάς περισσότερο χρόνο με εκείνους που θέλεις λιγότερο. Ξοδεύεσαι σε ανούσιες στιγμές και αφήνεις τις αληθινές να προσπεράσουν.

Αγαπάς και θέλεις να σε αγαπούν με τον ίδιο τρόπο ενώ ξέρεις πως η αγάπη δεν μπαίνει σε καλούπια.
Επιμένεις να τη θέλεις με τους δικούς σου όρους, τη δική σου λογική. Να την κάνεις να μοιάζει με τη δική σου αγάπη.

Ωστόσο, καμιά αγάπη δεν είναι ποτέ η ίδια.

Αγάπη. Μια βαθιά τομή του Εμείς σε ένα ακέραιο Εγώ.

Κι ακόμη κι αν τύχει το Εμείς να χαθεί. Θα υπάρχει πάντα το Εγώ.

Εγώ (σ’) αγάπησα. Εγώ (σ’) αγαπώ.

Τα πραγματικά μεγάλα πνεύματα -όπως οι αετοί- φωλιάζουν ψηλά στους αιθέρες

Είναι αξιοθαύμαστο το πόσο εύκολα και γρήγορα φανερώνεται στην συνομιλία η ομοιότητα ή η διαφορετικότητα του πνεύματος και του θυμικού των ανθρώπων: γίνεται αισθητή σε κάθε λεπτομέρεια. Όταν συνομιλούν δύο άνθρωποι πού διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους, τότε η κάθε μία φράση του ενός, οσοδήποτε ξένο ή αδιάφορο και αν είναι γι’ αυτούς το θέμα στο οποίο αφορά ο διάλογός τους, θα προκαλεί μικρότερη ή μεγαλύτερη απαρέσκεια στον άλλον, μερικές μάλιστα φράσεις θα τον εξοργίζουν. Παρεμφερείς άνθρωποι, αντίθετα, διαισθάνονται αμέσως και παντού μία κάποια συμφωνία, η οποία, σε περίπτωση μεγάλης ομοιότητας, καταλήγει σύντομα σε τέλεια αρμονία, μάλιστα σε απόλυτη ομοφωνία.

Από τούτα εξηγείται, πρώτον, γιατί οι εντελώς συνηθισμένοι είναι τόσο κοινωνικοί και βρίσκουν παντού τόσο εύκολα πολύ καλή συντροφιά, ανθρώπους καλούς, συμπαθητικούς και γενναιόψυχους. Για τους ασυνήθιστους, ισχύει το αντίθετο, και μάλιστα τόσο περισσότερο όσο πιο έκτακτοι είναι, ούτως ώστε κάποτε, μέσα στην απομόνωσή τους, να νιώθουν μεγάλη χαρά, όταν διακρίνουν σ’ έναν άλλον μία κάποια ίνα, οσοδήποτετε μικροσκοπική, που να είναι της αυτής φύσεως με τη δική τους˙ διότι, βέβαια, ο καθένας δεν μπορεί να είναι για τον άλλον παρά ό,τι κι εκείνος για τον ίδιο. Τα πραγματικά μεγάλα πνεύματα -όπως οι αετοί- φωλιάζουν ψηλά στους αιθέρες, μοναχικά.

Από τα ανωτέρω, γίνεται κατανοητό, δεύτερον, πως οι ομόφρονες άνθρωποι καταφέρνουν να σμίγουν τόσο γρήγορα, σαν να ασκούν εκατέρωθεν μαγνητική έλξη – verwandte Seelen grüßen sich von ferne [συγγενείς ψυχές αλληλοχαιρετώνται από μακριά]. Συχνότερα, ωστόσο έχει κανείς την ευκαιρία να παρατηρήσει το φαινόμενο αυτό σε ανθρώπους χαμηλού ποιού ή χωρίς χαρίσματα˙ ο λόγος, ωστόσο, δεν είναι παρά το γεγονός ότι  από τούς τελευταίους αυτούς υπάρχουν στρατιές ολόκληρες, ενώ οι ανώτερου ποιού κι εξαίρετοι είναι και ονομάζονται σπάνιοι.

Arthur Schopenhauer, Εγχειρίδιο πρακτικής σοφίας

Δεν είμαι καπετάνιος, όμως, αν ήσουν τόσο μακριά μου σαν την απέραντη ακτή της πιο μακρινής θάλασσας, θα το διακινδύνευα για τέτοιο θησαυρό

Η σκηνή αυτή από τη δεύτερη πράξη του Ρωμαίος και Ιουλιέτα παρομοιάζει τον έρωτα με το πολυτιμότερο από τα πλούτη, μια και χωρίς αυτόν τίποτα απ’ όσα έχουμε δεν μπορεί να λάμψει.

Ο έρωτας ασφαλώς και αξίζει να ξεκινάμε το μακρινότερο ταξίδι, για να φέρουμε με την επιστροφή το μυστικό καρύκευμα που διορθώνει όλα τα πιάτα της ύπαρξής μας, όπως το περιγράφει η ανατολίτικη ιστορία που ακολουθεί:

Μια γυναίκα είδε τρεις γέρους με λευκές γενειάδες στον κήπο της. Δεν ήξερε ποιοι ήταν, αλλά τους λυπήθηκε και τους κάλεσε να μπουν στο σπίτι να τους δώσει να φάνε κάτι.

-Είναι εδώ ο άντρας του σπιτιού; τη ρώτησε κάποιος.
-Όχι, απάντησε η γυναίκα.
Το σούρουπο, όταν ο άντρας της γύρισε στο σπίτι, η γυναίκα του διηγήθηκε το συμβάν.
-Πήγαινε και πες τους ότι είμαι στο σπίτι κι ότι τους καλώ να έρθουν και οι τρεις.
Έτσι έκανε η σύζυγος, κι αυτή τη φορά η απάντηση ήταν διαφορετική:
-Δεν μπορούμε να είμαστε καλεσμένοι σ’ ένα σπίτι και οι τρεις, της είπε με αποφασιστικότητα κάποιος.
-Γιατί; ρώτησε η γυναίκα με πολλή περιέργεια. Ο γέροντας με τη λευκότερη γενειάδα της απάντησε:
-Το όνομά του είναι Πλούτος, είπε δείχνοντας τον έναν και, δείχνοντας τον άλλο, πρόσθεσε: Το όνομά του είναι Επιτυχία, και το δικό μου είναι Αγάπη… Τώρα, πήγαινε στον άντρα σου κι αποφασίστε ποιον καλείτε.
Ο άντρας της, συγκινημένος, αναφώνησε:
-Τι καταπληκτικό! Αν πρέπει να διαλέξουμε, θα καλέσουμε τον Πλούτο. Έτσι θα γεμίσουμε το σπίτι με πλούτη.
Όμως η σύζυγος σχολίασε πως ήταν καλύτερα να καλέσουν την Επιτυχία, ώστε να τους θαυμάζουν όλοι. Η κόρη , που άκουγε τη συζήτηση από το δωμάτιό της, αναφώνησε:
-Γιατί δεν καλούμε την Αγάπη; Γιατί πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε τα πλούτη και την επιτυχία σαν να μην είναι η αγάπη τόσο σημαντική για μας;
Οι γονείς, ντροπιασμένοι, της έδωσαν δίκιο. Τότε η γυναίκα βγήκε να συναντήσει τους γέροντες και τους ρώτησε:
-Ποιος από σας είναι η Αγάπη; Παρακαλώ, να περάσει και να είναι ο καλεσμένος μας.
Ο γέροντας Αγάπη σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει. Σηκώθηκαν και οι άλλοι δύο. Έκπληκτη η γυναίκα κοίταξε τους γέροντες Επιτυχία και Πλούτο και τους ρώτησε:
-Αφού κάλεσα την Αγάπη, γιατί έρχεστε κι εσείς;
Οι τρεις γέροντες απάντησαν μαζί:
-Αν είχατε καλέσει την Επιτυχία ή τον Πλούτο, οι άλλοι δύο θα έμεναν έξω, αλλά όπου πάει η Αγάπη, ακολουθούν και οι άλλοι δύο. Όπου υπάρχει αγάπη, πάντα υπάρχει επιτυχία και πλούτος.

Να πούμε μια για πάντα τα πράγματα με το όνομά τους

Η κοινή διαπίστωση ότι η ζωή μοιάζει με θεατρική παράσταση επιβεβαιώνεται κυρίως από το ότι οι άνθρωποι αλλιώς μιλούν και διαφορετικά ενεργούν: πρόκειται για μια κωμωδία στην οποία όλοι σήμερα είναι ηθοποιοί, γιατί όλοι μιλούν την ίδια γλώσσα, ενώ κανείς σχεδόν δεν είναι θεατής, αφού όλη αυτή η φλυαρία ξεγελά πια μόνο τα παιδιά και τους ανόητους.

Είναι μια παράσταση εντελώς ερασιτεχνική, αφόρητα παράλογη και βαρετή. Κι ωστόσο, θα άξιζε να προσπαθήσουμε σε τούτο τον αιώνα να κάνουμε τη ζωή μας μια αληθινή και όχι προσποιητή πράξη και να λύσουμε για πρώτη φορά στην ιστορία την περίφημη αντίθεση ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις.

Αλλά, όπως μας διδάσκει η πείρα, αυτά δε διορθώνονται και, καθώς δεν μπορούμε να αξιώσουμε από τους ανθρώπους να εξαντληθούν επιχειρώντας το αδύνατο, μας απομένει ένα μέσο μοναδικό και συγχρόνως πολύ απλό, αν και αναξιοποίητο μέχρι σήμερα: να χρησιμοποιήσουμε αλλιώς τις λέξεις και να πούμε μια για πάντα τα πράγματα με το όνομά τους.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1454a-1454b)

[XV] Περὶ δὲ τὰ ἤθη τέτταρά ἐστιν ὧν δεῖ στοχάζεσθαι, ἓν μὲν καὶ πρῶτον, ὅπως χρηστὰ ᾖ. ἕξει δὲ ἦθος μὲν ἐάν, ὥσπερ ἐλέχθη ποιῇ φανερὸν ὁ λόγος ἢ ἡ πρᾶξις προαίρεσίν τινα, χρηστὸν δὲ ἐὰν χρηστήν. ἔστιν δὲ ἐν ἑκάστῳ γένει· καὶ γὰρ γυνή ἐστιν χρηστὴ καὶ δοῦλος, καίτοι γε ἴσως τούτων τὸ μὲν χεῖρον, τὸ δὲ ὅλως φαῦλόν ἐστιν. δεύτερον δὲ τὸ ἁρμόττοντα· ἔστιν γὰρ ἀνδρείαν μὲν τὸ ἦθος, ἀλλ᾽ οὐχ ἁρμόττον γυναικὶ οὕτως ἀνδρείαν ἢ δεινὴν εἶναι. τρίτον δὲ τὸ ὅμοιον. τοῦτο γὰρ ἕτερον τοῦ χρηστὸν τὸ ἦθος καὶ ἁρμόττον ποιῆσαι ὡς προείρηται. τέταρτον δὲ τὸ ὁμαλόν. κἂν γὰρ ἀνώμαλός τις ᾖ ὁ τὴν μίμησιν παρέχων καὶ τοιοῦτον ἦθος ὑποτεθῇ, ὅμως ὁμαλῶς ἀνώμαλον δεῖ εἶναι. ἔστιν δὲ παράδειγμα πονηρίας μὲν ἤθους μὴ ἀναγκαίας οἷον ὁ Μενέλαος ὁ ἐν τῷ Ὀρέστῃ, τοῦ δὲ ἀπρεποῦς καὶ μὴ ἁρμόττοντος ὅ τε θρῆνος Ὀδυσσέως ἐν τῇ Σκύλλῃ καὶ ἡ τῆς Μελανίππης ῥῆσις, τοῦ δὲ ἀνωμάλου ἡ ἐν Αὐλίδι Ἰφιγένεια· οὐδὲν γὰρ ἔοικεν ἡ ἱκετεύουσα τῇ ὑστέρᾳ. χρὴ δὲ καὶ ἐν τοῖς ἤθεσιν ὁμοίως ὥσπερ καὶ ἐν τῇ τῶν πραγμάτων συστάσει ἀεὶ ζητεῖν ἢ τὸ ἀναγκαῖον ἢ τὸ εἰκός, ὥστε τὸν τοιοῦτον τὰ τοιαῦτα λέγειν ἢ πράττειν ἢ ἀναγκαῖον ἢ εἰκὸς καὶ τοῦτο μετὰ τοῦτο γίνεσθαι ἢ ἀναγκαῖον ἢ εἰκός. φανερὸν οὖν ὅτι καὶ τὰς λύσεις τῶν μύθων ἐξ αὐτοῦ δεῖ τοῦ

[1454b] μύθου συμβαίνειν, καὶ μὴ ὥσπερ ἐν τῇ Μηδείᾳ ἀπὸ μηχανῆς καὶ ἐν τῇ Ἰλιάδι τὰ περὶ τὸν ἀπόπλουν. ἀλλὰ μηχανῇ χρηστέον ἐπὶ τὰ ἔξω τοῦ δράματος, ἢ ὅσα πρὸ τοῦ γέγονεν ἃ οὐχ οἷόν τε ἄνθρωπον εἰδέναι, ἢ ὅσα ὕστερον, ἃ δεῖται προαγορεύσεως καὶ ἀγγελίας· ἅπαντα γὰρ ἀποδίδομεν τοῖς θεοῖς ὁρᾶν. ἄλογον δὲ μηδὲν εἶναι ἐν τοῖς πράγμασιν, εἰ δὲ μή, ἔξω τῆς τραγῳδίας, οἷον τὸ ἐν τῷ Οἰδίποδι τῷ Σοφοκλέους. ἐπεὶ δὲ μίμησίς ἐστιν ἡ τραγῳδία βελτιόνων ἢ ἡμεῖς, δεῖ μιμεῖσθαι τοὺς ἀγαθοὺς εἰκονογράφους· καὶ γὰρ ἐκεῖνοι ἀποδιδόντες τὴν ἰδίαν μορφὴν ὁμοίους ποιοῦντες καλλίους γράφουσιν· οὕτω καὶ τὸν ποιητὴν μιμούμενον καὶ ὀργίλους καὶ ῥᾳθύμους καὶ τἆλλα τὰ τοιαῦτα ἔχοντας ἐπὶ τῶν ἠθῶν τοιούτους ὄντας ἐπιεικεῖς ποιεῖν οἷον τὸν Ἀχιλλέα ἀγαθὸν καὶ παράδειγμα σκληρότητος Ὅμηρος. ταῦτα δὴ διατηρεῖν, καὶ πρὸς τούτοις τὰ παρὰ τὰς ἐξ ἀνάγκης ἀκολουθούσας αἰσθήσεις τῇ ποιητικῇ· καὶ γὰρ κατ᾽ αὐτὰς ἔστιν ἁμαρτάνειν πολλάκις· εἴρηται δὲ περὶ αὐτῶν ἐν τοῖς ἐκδεδομένοις λόγοις ἱκανῶς.

***
[15] Ο λόγος μας θα είναι τώρα για τα ήθη, τους χαρακτήρες. Ενσχέσει με αυτά ο ποιητής πρέπει να επιδιώκει τέσσερα πράγματα.

Ένα —το πρώτο— είναι οι χαρακτήρες του να είναι χρηστοί. Ένα πρόσωπο της τραγωδίας θα έχει χαρακτήρα, αν, όπως είπαμε, τα λόγια ή οι πράξεις του κάνουν φανερή κάποια επιλογή και προτίμηση, και ο χαρακτήρας θα είναι χρηστός, αν η επιλογή και προτίμηση θα είναι χρηστή. Χρηστός χαρακτήρας υπάρχει σε όλες τις κατηγορίες ανθρώπων· γιατί και γυναίκα χρηστή υπάρχει και δούλος επίσης — αν και ίσως το πρώτο από τα δύο αυτά όντα είναι κατώτερης αξίας, ενώ το άλλο ολωσδιόλου δίχως καμιά αξία.

Το δεύτερο είναι οι χαρακτήρες του να ανταποκρίνονται στο αρμόζον. Μπορεί, πράγματι, ένας χαρακτήρας να είναι αντρίκιος, δεν είναι όμως αρμόζον μια γυναίκα να είναι τόσο ανδροπρεπής ή τόσο έξυπνη και δραστήρια.

Το τρίτο είναι οι χαρακτήρες του να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα· αυτό, φυσικά, είναι τελείως διαφορετικό από το να παρουσιάζει τους χαρακτήρες χρηστούς ή αρμόζοντες — με το νόημα που δόθηκε στις λέξεις αυτές παραπάνω.

Το τέταρτο είναι οι χαρακτήρες του να είναι σταθερά οι ίδιοι. Όταν ο χαρακτήρας του ήρωα που γίνεται αντικείμενο μίμησης παρουσιάζει ασυνέπειες και αντιφάσεις, όταν δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτήρας είναι για τον ποιητή δεδομένος, πρέπει να παρουσιάζεται με συνέπεια ασυνεπής.

Δείγμα ευτελούς χαρακτήρα, χωρίς η ευτέλεια αυτή να είναι απαραίτητη, είναι π.χ. ο Μενέλαος στον Ορέστη, ενώ δείγμα του απρεπούς και μη αρμόζοντος είναι ο θρήνος του Οδυσσέα στη Σκύλλα και η ρήση της Μελανίππης. Δείγμα ασυνεπούς χαρακτήρα είναι η Ιφιγένεια στην Αυλίδα· εκείνη πράγματι που στην αρχή ικέτευε δεν μοιάζει καθόλου με την κατοπινή.

Όπως στην πλοκή του μύθου, έτσι και στους χαρακτήρες πρέπει κανείς να επιδιώκει πάντοτε το αναγκαίο ή το πιθανό, ώστε αυτού και αυτού του είδους τα πράγματα αυτού και αυτού του είδους ο χαρακτήρας να τα λέει ή να τα πράττει κατανάγκην ή κατά το πιθανό, και ακόμη το τάδε συγκεκριμένο πράγμα να γίνεται ύστερα από το τάδε συγκεκριμένο πράγμα κατανάγκην ή κατά το πιθανό. Είναι λοιπόν φανερό ότι και οι λύσεις των μύθων πρέπει

[1454b] να βγαίνουν από τον ίδιο τον μύθο και όχι όπως στη Μήδεια «από μηχανής» ή όπως στην Ιλιάδα όλα τα σχετικά με τον απόπλου των Ελλήνων. Η θεϊκή «από μηχανής» παρέμβαση πρέπει να χρησιμοποιείται, για πράγματα όμως που είναι έξω από το δράμα, για πράγματα που έγιναν πριν και δεν είναι δυνατό να τα γνωρίζει άνθρωπος, ή για πράγματα που θα γίνουν και χρειάζονται προφητεία ή αναγγελία· το αναγνωρίζουμε, πράγματι, στους θεούς αυτό το προνόμιο, να τα βλέπουν και να τα γνωρίζουν όλα. Στην πλοκή του μύθου δεν πρέπει να υπάρχει τίποτε το πέρα από την ανθρώπινη λογική, και, αν υπάρχει, αυτό πρέπει να βρίσκεται έξω από την τραγωδία — ακριβώς όπως στον Οιδίποδα του Σοφοκλή.

Δεδομένου, τώρα, ότι η τραγωδία είναι μίμηση ανθρώπων που είναι καλύτεροι από μας, ο ποιητής πρέπει να ακολουθεί το παράδειγμα των καλών προσωπογράφων. Αυτοί, δηλαδή, αποδίδοντας τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά της μορφής των επιμέρους ανθρώπων, ενώ τους κάνουν ίδιους, την ίδια στιγμή τούς ζωγραφίζουν ωραιότερους. Έτσι και ο ποιητής : ενώ μιμείται ανθρώπους οξύθυμους, ανθρώπους ράθυμους, γενικά ανθρώπους που έχουν στον χαρακτήρα τους κάποιο τέτοιο ελάττωμα, πρέπει —με αυτόν τον χαρακτήρα τους— να τους παρουσιάζει καλούς· αυτό έκανε, π.χ., ο Όμηρος, που παράστησε τον Αχιλλέα έξοχο, και την ίδια στιγμή πρότυπο σκληρότητας.

Αυτούς τους κανόνες πρέπει κανείς να τους έχει υπόψη του· εκτός όμως από αυτούς πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη του και ό,τι άλλο πάνω στη σκηνή υποπίπτει στην αντίληψη των θεατών ως υποχρεωτικό παρακολούθημα του ποιητικού δημιουργήματος· γιατί και από αυτή την άποψη είναι δυνατό να κάνει κανείς πολλά λάθη. Εν πάση περιπτώσει είναι αρκετά όσα έχω πει για το θέμα αυτό στα ήδη δημοσιευμένα έργα μου.