Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

Οι πρώτες ενδείξεις για γιγάντιες αμμοθύελλες στον Τιτάνα

Μια νέα ανάλυση παλαιότερων στοιχείων από τον Τιτάνα, που είχε στείλει στη Γη το σκάφος Cassini της NASA, οδήγησαν τους επιστήμονες στο συμπέρασμα ότι στην επιφάνεια του μεγαλύτερου δορυφόρου του Κρόνου υπάρχουν γιγάντιες αμμοθύελλες.
 
Πώς φαντάστηκε ένας καλλιτέχνης μια αμμοθύελλα στον Τιτάνα. Το φεγγάρι του Κρόνου είναι ο τρίτος κόσμος, μετά τη Γη και τον Άρη, που είναι γνωστό ότι έχει τέτοιες καταιγίδες.
 
Η ανακάλυψη -εφόσον επιβεβαιωθεί- κάνει τον Τιτάνα το τρίτο σώμα του ηλιακού συστήματός μας, μετά τη Γη και τον ‘Αρη, όπου έχουν παρατηρηθεί αμμοθύελλες.
 
Στους ερευνητές, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό γεωεπιστημών «Nature Geoscience», είναι και η Ελληνίδα Αθηνά Κουστένη του Αστεροσκοπείου του Παρισιού, η οποία επί χρόνια έχει μελετήσει τον Τιτάνα.
 
Ο Τιτάνας είναι ένα πολύ ενεργό φεγγάρι, κάτι που ήδη γνωρίζουμε όσον αφορά τη γεωλογία του και τον εξωτικό κύκλο των υδρογονανθράκων του. Τώρα, μπορούμε να προσθέσουμε άλλη μια αναλογία με τη Γη και τον ‘Αρη: τον ενεργό κύκλο σκόνης, καθώς οργανικής προέλευσης άμμος σηκώνεται πάνω από μεγάλες εκτάσεις με δίνες.
 
Ο Τιτάν είναι ένας γοητευτικός κόσμος, που έχει πολλές ομοιότητες με τον πλανήτη μας. Είναι, μεταξύ άλλων, ο μόνος δορυφόρος στο ηλιακό μας σύστημα, ο οποίος διαθέτει εκτεταμένη ατμόσφαιρα, καθώς επίσης το μόνο σώμα πέρα από τη Γη, στην επιφάνεια του οποίου έχουν βρεθεί μεγάλες και σταθερές επιφάνειες με υγρά (λίμνες ή θάλασσες).
 
Όμως ενώ στη Γη το υγρό είναι νερό, στο δορυφόρο του Κρόνου είναι κυρίως υγρό μεθάνιο και αιθάνιο. Πρόκειται για ένα «εξωτικό» κύκλο, καθώς μόρια υδρογονανθράκων εξατμίζονται συνεχώς, συμπυκνώνονται σε νέφη και μετά πέφτουν ξανά στην επιφάνεια του Τιτάνα με τη μορφή βροχής, ανανεώνοντας τις λίμνες και τις θάλασσές του.
 

Εικόνες από το Cassini με τις θύελλες σκόνης στον Τιτάνα

Επίσης, ο καιρός στον Τιτάνα εμφανίζει εποχικές μεταβολές όπως και στη Γη, ιδίως στην περιοχή του ισημερινού του, όπου κατά περιόδους τεράστια νέφη μαζεύονται πάνω από τις τροπικές περιοχές και προκαλούν ισχυρές καταιγίδες μεθανίου, ένα φαινόμενο που το Cassini είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει κατ’ επανάληψη.
 
Όταν οι ερευνητές ανέλυσαν ξανά υπέρυθρες εικόνες του 2009 και 2010, τις οποίες είχε τραβήξει το διαστημικό σκάφος κατά τη διέλευσή του, εντόπισαν ασυνήθιστες ενδείξεις. Αρχικά νόμιζαν ότι επρόκειτο για νέφη μεθανίου, όμως μετά συνειδητοποίησαν ότι ήταν κάτι τελείως διαφορετικό: νέφη σκόνης κοντά στην επιφάνεια, που είχαν σηκωθεί από τις δίνες άμμου εξαιτίας των ισχυρών ανέμων που πνέουν στον Τιτάνα και οι οποίοι μεταφέρουν τη σκόνη σε μεγάλες αποστάσεις.

Ηράκλειτος, ο φιλόσοφος του αιώνιου γίγνεσθαι

«Δεν μπορείς να μπεις στο ίδιο ποτάμι για δεύτερη φορά», έλεγε ο Ηράκλειτος αποκαλύπτοντας το αρχιμήδειο σημείο της σκέψης του: τη ροή των πάντων και τη συνεχή αλλαγή.

Σκοτεινός και μυστηριώδης, ο τελευταίος και κορυφαίος προσωκρατικός αγωνίστηκε με πάθος και ψυχή να αποκαλύψει τους γρίφους της Φύσης και να απαλλάξει τα φυσικά φαινόμενα από τις δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις της εποχής του.

Ο μεγάλος Εφέσιος καταλήγει σε πείσμα της ακινησίας και της σταθερότητας της σκέψης των συγχρόνων του σε ένα σύμπαν ρευστό και μεταβαλλόμενο («τα πάντα ρει»), που υπόκειται σε συνεχείς αλλαγές και ίδιο δεν μένει ποτέ.

Εξέχουσα μορφή της ελληνικής φιλοσοφίας και ογκόλιθος σωστός με τον οποίο πρέπει να αναμετρηθούν όλοι οι κατοπινοί γίγαντες της σκέψης, ο Ηράκλειτος αποτέλεσε ορόσημο για την ιστορία της σκέψης και των ιδεών. Δύστροπος και στρυφνός στον λόγο του, έγραφε αποκλειστικά για μυημένους στη φιλοσοφία, γι’ αυτό και η εσκεμμένη ασάφεια της σκέψης του, ώστε να γίνει κατανοητή δηλαδή μόνο από ικανούς και τριμμένους στον λόγο.

Ο Ηράκλειτος έκανε βάση της φιλοσοφικής του σκέψης τον εσωτερικό ρυθμό, τον Λόγο, σύμφωνα με τον οποίο κινείται και ρυθμίζεται η πλάση. Το αιώνιο γίγνεσθαι εκφράζεται με τη συνεχή ροή του ποταμού που ολοένα ανανεώνεται. Μονό ένα κοσμογονικό δομικό στοιχείο αναγνωρίζει ο μεγάλος Εφέσιος, το πυρ. Η ύπαρξη του Πυρός δημιουργεί πλάι στον Λόγο έναν κόσμο άπειρο, άναρχο και αυτορυθμιζόμενο, μια ολότητα που μετατρέπεται σε ποικίλες μορφές κάτω από συγκεκριμένες όμως νόρμες τάξης. Ο κόσμος μας δεν είναι παρά η αρμονία των αντιθέσεων, η ένωση των αντιθέτων. Το καλό και το κακό είναι εδώ οι αντίθετες όψεις του ίδιου πράγματος.

Οι μόνες πραγματικότητες ήταν για τον Ηράκλειτο η κίνηση και η μεταβολή, τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Το μοναδικό σύγγραμμα που γνωρίζουμε ότι μας άφησε ήταν το «Περί φύσεως», το οποίο διαιρούνταν σε τρία μέρη: το πρώτο αφορά στο σύμπαν, το δεύτερο στην πολιτική και το τρίτο άπτεται της θεολογίας. Εσκεμμένα ασαφές, δυσνόητο και ανοιχτό σε ερμηνείες, ο Ηράκλειτος αφιέρωσε το έργο της ζωής του στο ιερό της Εφέσιας Αρτέμιδος, σύμβολο του ελληνικού αλλά και του ανατολικού πολιτισμού.

Ό,τι σώθηκε, σώθηκε ως σπάραγμα στο έργο των μεταγενεστέρων, αν και όσα απέμειναν από τη σκέψη του ήταν αρκετά ώστε να αναγκάσουν ακόμα και τον μέγα διαλεκτικό Σωκράτη να αναγνωρίσει πως «αυτά που κατάλαβα είναι σπουδαία, νομίζω όμως ότι είναι εξίσου σπουδαία και αυτά που δεν μπόρεσα να καταλάβω. Ωστόσο χρειάζεται να είσαι ένας δεινός κολυμβητής, σαν αυτούς από τη Δήλο, για να μην πνιγείς μέσα στο βιβλίο του».

Γι’ αυτό τον είπανε «Σκοτεινό Φιλόσοφο» και «Αινικτή» (Αινιγματοποιό), γιατί πολλοί τον άκουγαν, λίγοι τον καταλάβαιναν. Εμείς σήμερα γνωρίζουμε ελάχιστα τόσο για τη ζωή του όσο και το έργο του, αν και όσα μας παραδίδονται αρκούν για να τον μετατρέψουν σε έναν εντελώς ιδιοσυγκρασιακό στοχαστή της παλλόμενης ελληνικής αρχαιότητας.

Σε μας έφτασαν μερικές αποσπασματικές σκέψεις και ρητά (κάπου 111 αυθεντικά και μερικά ακόμη αμφισβητούμενα), τα οποία παραμένουν αποφασιστικής σημασίας για την ιστορία των ιδεών. Χωρίς ακριβείς αποδείξεις αλλά με σύντομους και «χτυπητούς» αφορισμούς, σαν χρησμούς δηλαδή, ο Ηράκλειτος ξεπέρασε την εποχή του, αν και δεν ξεπεράστηκε από καμιά εποχή. Πάνω του πάτησαν, είτε ως συνεχιστές είτε ως πολέμιοι, όλοι οι κατοπινοί έλληνες φιλόσοφοι και αιώνες αργότερα η νεότερη δυτική φιλοσοφία κατάλαβε επίσης ότι θα έπρεπε κι αυτή να αναμετρηθεί μαζί του μπας και προχωρήσει η ανθρώπινη διανόηση.

Η ευθεία κριτική που άσκησε στον Πυθαγόρα, οι υπαινιγμοί του Παρμενίδη στο έργο του, οι μεθοδολογικές και ιδεολογικές περιπέτειες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη με τη σκέψη του, όλα αποκαλύπτουν το μέγεθος αλλά και τη θέση του Ηράκλειτου στην αρχαιοελληνική σκέψη.

Όσο για τον κρυμμένο νόμο της Φύσης, τον οποίο ισχυριζόταν αλαζονικά πως είχε ανακαλύψει, ήταν ότι όλα τα πράγματα βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους, σύγκρουση που είναι ουσιώδης για τη ζωή και επομένως καλή. Το πυθαγόρειο (και προσωκρατικό λίγο-πολύ) ιδεώδες ενός κόσμου ειρηνικού, ακίνητου και αρμονικού το απέρριπτε ως ιδεώδες θανάτου: «Ο πόλεμος είναι ο πατέρας όλων» και «Η φιλονικία είναι δικαιοσύνη», μας λέει ο Ηράκλειτος βγάζοντάς μας από τις καλοβαλμένες αλήθειες του κόσμου μας.

Διακηρύττοντας πως όλα μεταβάλλονται και τίποτα δεν μένει σταθερό («τα πάντα ρει, δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης, αεί γίγνεσθαι και μεταβάλλεσθαι και μηδέποτε το αυτό μένειν»), ο Ηράκλειτος έκανε την αδιάκοπη αυτή ροή την κοσμογονική αρχή του, κατά την οποία τα πάντα γεννιούνται και καταστρέφονται ως μια αέναη πάλη αντίθετων αρχών («εναντιοδρομία», την έλεγε δηλωτικά): «πάντα κατ’ έριν γίγνεσθαι», αλλά και «το αντίξοον συμφέρον και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην».

Ο Ηράκλειτος ήρθε και έφυγε από τον κόσμο για να μην τον αφήσει πια ίδιο, όπως ακριβώς το ήθελε και η σκέψη του…

Πρώτα χρόνια

Ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος γεννιέται περί το 544 π.Χ. (μπορεί και το 535 π.Χ.) στην Έφεσο της Μικράς Ασίας θέτοντας μια προβληματική ήδη από τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Η κύρια βιογραφική πηγή του ήταν ο Διογένης ο Λαέρτιος και τα όσα μας καταμαρτυρεί αυτός δεν τυγχάνουν καθολικής συναίνεσης.

Ξέρουμε πάντως πως ήταν γόνος μιας εκ των αριστοκρατικών οικογενειών της πόλης και η γενιά του κρατούσε από τον ίδιο τον ιδρυτή της Εφέσου, τον Άνδροκλο, γιο του βασιλιά της Αθήνας, Κόδρου, ο οποίος έχτισε την πόλη στην Ιωνία. Ο Ηράκλειτος είχε πατέρα τον Βλύσων (ή Βλόσων) ή Ηράκων και πρέπει να απολάμβανε μεγάλα προνόμια, ακόμα και κληρονομικές αξιώσεις για ανώτατα αξιώματα.

Αυτό μας λέει ο Διογένης, που υπαινίσσεται ότι ο Ηράκλειτος παραιτήθηκε από τη βασιλεία της Εφέσου για χάρη του αδερφού του. Ο Στράβωνας επιβεβαιώνει την επικρατούσα θέση της οικογένειας του Ηράκλειτου στην πόλη, λέγοντάς μας πως το γένος των Ανδροκλειδών διατηρούσε ακόμα τον τίτλο και είχε πάντα εξέχουσα θέση στους αγώνες.

Ο Διογένης μάς λέει επίσης πως ο Ηράκλειτος αρνήθηκε να φτιάξει νέους νόμους, κάτι που λειτουργεί επιβεβαιωτικά για την προβεβλημένη θέση της οικογένειάς του αλλά και ιδίου προσωπικά στην Έφεσο. Εκείνος αρνήθηκε ωστόσο να γίνει νομοθέτης, καθώς ένιωθε ότι η φαυλότητα είχε επικρατήσει στην Έφεσο («κεκρατήσθαι τη πονηρά πολιτεία την πόλιν»), που ήταν εξάλλου επαρχία της Περσικής Αυτοκρατορίας εδώ και δεκαετίες.

Ξέρουμε επίσης με κάποια ασφάλεια ότι πρέπει να ήταν αυτοδίδακτος στο πνεύμα και τη μόρφωση, καθώς ούτε δάσκαλοί του αναφέρονται πουθενά ούτε πατάει κάπου η εμπνευσμένη συλλογιστική του. Κάποιοι μελετητές ισχυρίστηκαν ότι ενδεχομένως να ήταν μαθητής του Ξενοφάνη, αν και το πιθανότερο είναι πως ο τελευταίος είχε ήδη εγκαταλείψει την Ιωνία όταν γεννήθηκε ο Ηράκλειτος. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας ότι η θεωρητική του ακμή συμπίπτει με την 69η Ολυμπιάδα (504-501 π.Χ.) και ισχύει ότι έζησε μέχρι τα 60 του, τότε συνάγεται πως πρέπει να πέθανε περί το 484 π.Χ. (ή το 475 π.Χ.). Αυτά είναι τα μόνα βιογραφικά στοιχεία που απολαμβάνουν σχετικής συναίνεσης…

Ο βίος του

Δυνατός στο πνεύμα, αιρετικός και αλαζόνας, φαίνεται να περνά όλη του την περιουσία στον μικρό του αδερφό, να χαρακτηρίζει «τιποτένιους» και «διεφθαρμένους» τους συμπατριώτες του, να καίει τα ούτως ή άλλως δυσνόητα γραπτά του και να καταφεύγει στις ορεινές ερημιές την εποχή της δημιουργίας της Δημοκρατίας της Εφέσου. Η προσωπική του ζωή μπλέχτηκε με τις κοσμοϊστορικές αλλαγές που έλαβαν χώρα στην Ιωνία του καιρού του, αν και αυτός υπήρξε πάντα ένας φιλόσοφος αυτοδημιούργητος, αυτοπροσδιοριζόμενος και σχεδόν ουρανοκατέβατος, θιασώτης της έρευνας της απροσδιοριστίας και της αέναης κίνησης.

Ο Ηράκλειτος φαίνεται να μην υπήρξε κανενός άλλου μαθητής και ο ίδιος υποστήριζε πως είχε μάθει τα πάντα από τον εαυτό του. Από τα διασωθέντα αποσπάσματα του έργου του είναι πάντως σαφές πως ήταν πολυμαθής και γνώριζε καλά τα συγγράμματα των προγενέστερων φιλοσόφων και των συγχρόνων του, αλλά και των επικών και ελεγειακών ποιητών καθώς και όλες τις ιστορικές συγγραφές που κυκλοφορούσαν στην εποχή του.

Η εποχή του είναι τα χρόνια των προεόρτιων της Ιωνικής Επανάστασης, όταν οι τύραννοι της Ιωνίας εγκαταλείπουν μεμιάς την εξουσία τους αφήνοντας την ηγεσία στον λαό. Εποχή μεταβατική που δονείται από κατακλυσμιαίες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές, τις οποίες αντιμετωπίζει κριτικά η σκέψη του, αρνούμενη να αφήσει χώρο στον μύθο και την προκατάληψη.

Τα τυραννικά πολιτεύματα των ιωνικών πόλεων μεταπίπτουν λοιπόν απότομα σε δημοκρατικά μορφώματα και το χάος φαίνεται να επικρατεί στην Έφεσο. Εκεί δρα τώρα κάποιος Ηράκλειτος, ένας δυσνόητος και στρυφνός στην έκφραση φιλόσοφος, ο οποίος αποδέχεται αρχικά αλλά κατακεραυνώνει μετά το λαϊκό κίνημα και την τραγική εξέλιξή του (καταστροφή της Μιλήτου από τους Πέρσες).

Η κορύφωση της ρήξης συντελείται όταν οι Εφέσιοι εξορίζουν έναν φίλο του, τον Ερμόδωρο, «για να είναι όλοι κατά κάτω ίσοι», όπως διαμαρτύρεται. Οργισμένος από τη στάση των συμπολιτών του, δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να τους τα ψάλει και μάλιστα πολύ, καθώς φαίνεται πως σε όλη του τη ζωή διατή­ρησε ένα αίσθημα περιφρόνησης έναντι των ανθρώπων, χαρακτηριστικό έκδηλο στα σωζόμενα αποσπάσματα όπου στηλιτεύει τα πολιτικά ήθη των Ιώνων (γι’ αυτό και τον αποκαλούσαν «οχλολοίδορο»).

Στο απονενοημένο διάβημά του, καίει τα γραπτά του στον ναό της Αρτέμιδος και αναχωρεί προς το βουνό για να ζήσει ερημίτης, απογοητευμένος από τους συνανθρώπους του. Αυτός εξάλλου πιστεύει σε έναν άνθρωπο ολότελα διαφορετικό και έναν κόσμο παντελώς αλλιώτικο. Όσο για τους θεούς, φαίνεται πως έχει έναν δικό του και οι Εφέσιοι τον παρερμηνεύουν παίρνοντάς τον για άθεο (μεταγενέστεροι -χριστιανοί- συγγραφείς ισχυρίστηκαν χαρακτηριστικά πως διώχθηκε για αθεϊσμό).

Ο αριστοκρατικής καταγωγής Ηράκλειος ήταν όμως αντίπαλος τόσο της δημοκρατίας όσο και της τυραννίας και πρέπει να πήρε ενεργό μέρος στους πολιτικούς αγώνες της πατρίδας του. Τάχθηκε φυσικά στο πλευρό των αριστοκρατών και καταδίκασε την αρχή της ισότητας, αν και αυτά τα επιγραμματικά δεν αποκαλύπτουν την έκταση και το μέγεθος της σχέσης του με τη δημοκρατία.

Η πολιτική δράση του Ηράκλειτου αρχίζει κατά τα φαινόμενα μεταξύ 510- 500 π.Χ. χονδρικά, στα χρόνια της προεργασίας της Ιωνικής Επανάστασης. Ο φιλοπερσικός ζυγός των τυράννων της Εφέσου, του Αρισταγόρα και του Κώμα, λήγει απρόοπτα και από τις στάχτες ξεπηδά η λαϊκή βούληση.

Ο Ηράκλειτος προσπαθεί να μη συμβούν ακραία φαινόμενα στην πατρίδα του, όπως σε άλλες ιωνικές πόλεις. Ως απόγονος του Ανδρόκλου και μέλος της αριστοκρατίας, πρέπει να πήρε μέρος στα κοινά της πόλης κατά τα κρίσιμα χρόνια της αλλαγής του πολιτεύματος. Ο φίλος του ο Ερμόδωρος, τον οποίο θεωρούσε ο φιλόσοφος αξιότερο όλων να ηγηθεί της νεοσύστατης δημοκρατίας, εξορίζεται από την Έφεσο και ο Ηράκλειτος κόβει αιφνίδια τους δεσμούς του με την πόλη και τους κατοίκους της, κατηγορώντας τους για οχλοκρατία.

Τώρα καταφεύγει στα βουνά και τρέφεται με χόρτα και βοτάνια, αρρωσταίνει όμως και μάλιστα βαριά. Στην εποχή του φαίνεται να πάσχει από υδρωπικία, που εκδηλώνεται με οίδημα στην κοιλιακή χώρα, σήμερα όμως γνωρίζουμε πως πρέπει να ήταν ηπατοπάθεια, η οποία οφειλόταν πιθανώς στην ασιτία και τη μη πρόσληψη πρωτεϊνών, καθώς ζούσε σαν απομονωμένος ασκητής στα βουνά.

Όταν επιστρέφει στην Έφεσο υποσιτισμένος και σε κακή κατάσταση, κατηγορεί τους αφιλοσόφητους γιατρούς και προσπαθεί να θεραπεύσει μόνος του τον εαυτό του. Ο θάνατός του επίκειται και ο ίδιος πρέπει να έχει συνείδηση αυτού. Ο Διογένης ο Λαέρτιος μάς μεταφέρει διάφορες μυθολογικές εκδοχές του θανάτου του, η πραγματικότητα ωστόσο μάς διαφεύγει.

Δεν αποκλείεται πάντως καθόλου να προσπάθησε να αυτοθεραπευτεί ο φιλόσοφος στη βάση της «θερμοδυναμικής» πεποίθησής του για το πυρ το αείζωο, βάζοντας θερμά επιθέματα στην πρησμένη κοιλιά του για να μη σωθεί η εσωτερική φωτιά του. Όταν τον βρήκαν νεκρό στο βουνό του (ή σε βουστάσιο, κατά μία εκδοχή), είπαν πως ήταν σκεπασμένος με κοπριά που την είχε βάλει επάνω του για να ζεσταθεί. Άλλοι πάλι είπαν πως τον βρήκαν με τις σάρκες σκισμένες, βορά στα άγρια θηρία. Κάποιοι τέλος υπαινίχθηκαν πως ήταν σκεπασμένος με άμμο.

Σκοτεινός στον θάνατο όσο και τη ζωή του, ο αινιγματικός Ηράκλειτος δεν θέλησε να γίνει σαφής ούτε για να σωθεί από τον χαμό. Όταν κατέβηκε στην πόλη ψάχνοντας θεραπεία για την πάθησή του, ρωτούσε σιβυλλικά τους γιατρούς αν μπορούσαν μετά τη βροχή να δημιουργήσουν ξηρασία!

Σκοτεινός ήταν όμως και για το έργο του, το οποίο χάθηκε βέβαια και ό,τι διασώζεται γίνεται μέσω βραχύλογων αποσπασμάτων και αναφορών άλλων φιλοσόφων. Ενδεχομένως η εσκεμμένη ασάφεια να οφείλεται απλώς στο γεγονός πως το βιβλίο του γρά­φτηκε στην ιωνική διάλεκτο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πολυάριθμα γραμματικά ζητήμα­τα, παρατήρηση που είχε επισημάνει ήδη ο Αριστοτέλης.

Στα χρόνια του έλεγαν πάντως πως το αινιγματικό του ύφος ήταν ηθελημένο, μιας και ήθελε να γίνεται αντιληπτός μόνο από τους μυημένους στη φιλοσοφία. Γι’ αυτό και ακόμα κι ο Σωκράτης ομολόγησε πως χρειάζεται κάποιος τις κολυμβητικές ικανότητες ενός δεινού «Δηλίου κολυμβητή» για να τσαλαβουτήσει στο έργο του και να μην πνιγεί.

Και γι’ αυτό εξάλλου τον κατηγορούσαν ότι κατέφυγε στον ερμητισμό, για να περιορίσει ακόμα περισσότερο το ούτως ή άλλως περιορισμένο ακροατήριό του…

Το έργο του

Όπως ακριβώς και ο Ξενοφάνης, ο Ηράκλειτος ξεκινά από την παρατήρηση του κόσμου, τον οποίο θεωρεί και αυτός ως ενιαίο όλο που ούτε γεννήθηκε ούτε θα χαθεί ποτέ. Η ουσία του κόσμου είναι γι’ αυτόν μια νοητική αρχή, ο Λόγος, και ο καθολικός κοσμικός νόμος η αδιάκοπη αλλαγή, σε πείσμα της ακινησίας του όντος των Ελεατών.

Ταυτοχρόνως, είναι ακραία ορθολογιστής («κακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί και ώτα») και η λογική στον Ηράκλειτο απομακρύνεται άρδην από μεταφυσικές ιδέες και ιδεαλιστικές αντιλήψεις. Όλα στον κόσμο γίνονται λογικά, σύμφωνα με έναν αυστηρό νόμο συμπαντικής αλλαγής, άσχετα αν δεν το αισθάνονται οι άνθρωποι. Ο Λόγος είναι λοιπόν ο κοσμικός νόμος και το ανθρώπινο λογικό είναι ένα κομμάτι του, μια συνέπεια του κοσμικού Λόγου. Οι άνθρωποι γίνονται λογικοί παίρνοντας μέρος σε αυτόν.

Η θεότητα είναι ενδοκοσμικός νους, που δημιουργεί τη Φύση, την ιστορία, τη θρησκεία, το δίκαιο, την ηθικότητα κ.λπ. Όσο για την πρώτη ύλη του κόσμου, η φωτιά, η θερμότητα, που είναι το πρώτο ευκίνητο στοιχείο μέσα στη Φύση. Το πέρασμα από την πρώτη αυτή ύλη σε όλες τις άλλες (αέρα, νερό, χώμα) δεν είναι παρά μια διαρκής εναλλαγή της φωτιάς, μια αιώνια κίνηση του πυρός που σβήνει και ξανανάβει.

Ο πόλεμος (η πάλη) των στοιχείων («πόλεμος πάντων πατήρ»), η περιβόητη «εναντιοδρομία» του, έχει κίνητρο αλλά και επίκεντρο το πυρ. Περίσσευμα θερμότητας σημαίνει περίσσευμα κίνησης και περίσσευμα ψυχρού σημαίνει ακινησία και θάνατο. Ο κόσμος κατά τον Ηράκλειτο δεν δημιουργήθηκε από κανέναν («κόσμος τόνδε, τον αυτόν απάντων, ούτε τις θεών, ούτε ανθρώπων εποίησεν, αλλ’ ην αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωτον»). Γι’ αυτό και θεωρείται σήμερα υλιστής φιλόσοφος αλλά και πρόδρομος του εγελιανού διαλεκτικού υλισμού (από την αντίληψή του για τη σχετική κίνηση και εξέλιξη του κόσμου αλλά και την ένωση των αντιθέτων).

Αρχή του κόσμου λοιπόν είναι το αιώνιο γίγνεσθαι: «Tον κόσμο τούτο, ίδιον για όλους, δεν τον δημιούργησε ούτε θεός ούτε άνθρωπος, αλλά ήτανε πάντα, είναι και θα είναι αείζωη φωτιά, που σύμφωνα με νόμους ανάβει και σβήνει». Και παρά την πολλαπλότητά του, ο κόσμος είναι ένας: «Tο παν είναι διαιρετό αδιαίρετο, γεννημένο αγέννητο, θνητό και αθάνατο, λόγος και αιωνιότητα, πατέρας και γιος, θείο και δίκαιο».

Κι έτσι ο θεός του Hράκλειτου είναι η ίδια η Φύση και όχι ένα ον υπερφυσικό και υπερβατικό: «O θεός είναι ημέρα και νύχτα, χειμώνας και θέρος, πόλεμος και ειρήνη, κόρος και λιμός. Μεταμορφώνεται όπως η φωτιά, που όταν ανακατεύεται με αρώματα παίρνει διάφορα ονόματα, κατά τη μυρωδιά του καθενός».

Ο ίδιος δεν γράφει, όσο είμαστε σε θέση να ξέρουμε φυσικά, το πολυθρύλητο «τα πάντα ρει», αλλά του το προσδίδουν επιγραμματικά οι μεταγενέστεροι στην οδύσσειά τους να τον καταλάβουν. Ήταν εξάλλου ο θεωρητικός της αδιάκοπης μεταβολής και έμοιαζε ταιριαστό να το έχει πει. Είπε όμως ότι κανείς δεν μπορεί να βουτήξει δύο φορές στο ίδιο ποτάμι, εφόσον το ποτάμι κυλά και η συνεχής ροή του το αλλάζει αδιάκοπα.

O Hράκλειτος δεν είναι εμπειριστής: «H φύση αγαπά να κρύβεται», μας λέει. Ο κόσμος δεν είναι παρά η σύνθεση των αντιθέτων και ο πόλεμος κυριαρχεί ως πατέρας και βασιλιάς όλων («πόλεμος πάντων μέν πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς». Όλες οι αντιθέσεις όμως συνδέονται ταυτόχρονα σε μια σταθερή ενότητα, καθώς το αόρατο αυτό συνταίριασμα είναι πιο δυνατό από το φανερό («αρμονία αφανής φανερής κρείττων»).

Η κατακλείδα του; Τα πάντα γεννιούνται από την πάλη, την παγκόσμια και προαιώνια μάχη, και η δικαιοσύνη δεν είναι παρά αγώνας, αφού όλα τα πράγματα προκύπτουν από τον πόλεμο και την ανάγκη (αιτιότητα). Η παντοτινή αυτή αλλαγή δεν είναι όμως ούτε αυθαίρετη ούτε ανεξέλεγκτη, καθώς συντελείται σύμφωνα με ορισμένες αναλογίες και με μια διαδοχική σειρά που σταθερά μένει πάντοτε η ίδια.

Ο ρυθμός του γίγνεσθαι του Ηράκλειτου είναι με σημερινούς όρους η νομοτέλεια της Φύσης, το μόνο πράγμα που φαίνεται να έχει διάρκεια και ουσιαστική σημασία. O Hράκλειτος τη χαρακτηρίζει ειμαρμένη, δίκη, λόγο του κόσμου. Κι έτσι μέσα στην αταξία του έχει τάξη και μέσα στο χάος καθολικούς νόμους, κάτι που παραγνώρισαν στον καιρό του.

Κάπου 2.500 χρόνια αργότερα, τόσο ο Χέγκελ όσο και οι κλασικοί θεωρητικοί της διαλεκτικής θα ανακάλυπταν εκ νέου τον στρυφνό έλληνα φιλόσοφο που τέτοια κολοσσιαία τομή στη σκέψη άφησε ήδη από την εποχή του. Σε λιγότερο από δέκα χρόνια εξάλλου μετά τον θάνατό του θα γεννιόταν στην Αθήνα κάποιος Σωκράτης, που θα έχει δάσκαλο τον Κρατύλο. Ο οποίος ήταν φανατικός οπαδός του Ηράκλειτου, αυτού του αλαζονικού και υπεροπτικού πνεύματος που αρεσκόταν να εξαπολύει αινιγματικά ρητά που θύμιζαν χρησμούς παρά να αναπτύσσει μια συστηματική και αξιωματική σειρά επιχειρημάτων.

Ο Ηράκλειτος εκφράζεται με αινίγματα, ομολογούσαν οι Έλληνες της εποχής του, κάνοντάς τη μέθοδο με την οποία επικοινωνούσε με τους άλλους να παραμοιάζει με τους χρησμούς του δελφικού μαντείου (σαν αυτό το ρητό του που τόσο έχει κακοποιηθεί εννοιολογικά: «Καλό και κακό είναι ένα και το αυτό»). Το οποίο, όπως μας λέει, «ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει». Έτσι σήμαινε και ο δικός του λόγος, φτάνει να έχεις αυτιά, νου και κοσμική φωτιά να τον ακούσεις…

Αρχαία Ελληνική Κωμωδία: Παράσταση της Αρχαίας Κωμωδίας - Όρχηση

1. Κατά κανόνα, στο αττικό δράμα της Κλασικής εποχής, η μουσική, η όρχηση και ο τραγουδιστός λόγος των λυρικών αποτελούσαν ενότητα. Ο λόγος διασώθηκε, και με τη μετρική του μορφή μάς βοηθά κάπως να προσεγγίσουμε την αντίστοιχη μουσική και ορχηστική συνοδεία. Πιο δύσκολο μας είναι να φανταστούμε τη μουσική και την όρχηση στα καθαρά μουσικοχορευτικά μέρη, που ξέρουμε ότι παρεμβάλλονταν, αλλά που γι᾽ αυτά μόνο τη γενικότερα χαρωπή, τελετουργική, ανήσυχη, θρηνητική, σατιρική κλπ. διάθεσή τους μπορούμε να μαντέψουμε από τη φύση, την υπόθεση και την πορεία του έργου.
 
2. Για την ιδιαίτερη σημασία της όρχησης στην Κωμωδία σωστό είναι να θυμηθούμε την προσφώνηση Ἴακχε φιλοχορευτά, που δύο φορές απευθύνουν οι μύστες στον Διόνυσο (Βάτρ. 403=408), και το πόσο συχνά στις κωμωδίες γίνεται λόγος για τους χορευτές και τους χορούς. Αντίστοιχα, οι πληροφορίες που έχουμε για τους κωμικούς χορούς είναι περισσότερες και πιο διαφωτιστικές από τις πληροφορίες μας για τη μουσική. Είναι πρώτα τα ίδια τα κείμενα των δραμάτων, είναι και οι συγγραφείς σαν τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Λουκιανό, τον Πλούταρχο, τον Αθήναιο, τον Λιβάνιο, κ.ά. που ενδιαφέρθηκαν και έγραψαν για το χορό, είναι τέλος οι πολλές αγγειογραφίες που απεικονίζουν χορευτές και χορεύτριες να χορεύουν.
 
3. Την κλασική εποχή οι χοροί είχαν καθένας το όνομά του, και ορισμένοι ήταν στενά δεμένοι μ᾽ ένα συγκεκριμένο θεατρικό είδος: τυρβασία ήταν ο χορός του Διθυράμβου, ἐμμέλεια της Τραγωδίας, κόρδαξ της Κωμωδίας, σίκιννις του Σατυρικού δράματος. Ονόματα είχαν και ορισμένα σχήματα, φιγούρες, όπως, παράδειγμα, το σχιστὰς ἕλκειν, όπου ο χορευτής έπρεπε να διασταυρώσει στον αέρα τα πόδια του, και τα ἐκλακτίσματα, φιγούρες παρόμοιες με του καν-καν, όπου …ἔδει ὑπὲρ τὸν ὦμον ἐκλακτίσαι (Πολυδ. Ονομαστ. 4,102· πβ. Σφήκ. 1492κκ. και 1524κκ., Εκκλ. 1167 και 1180). Πέρα από κάθε συμβατική τυποίηση, οι χορευτές ήταν ελεύθεροι ν᾽ αυτοσχεδιάζουν, και για το πόσο μεγάλη μπορούσε να είναι η χορογραφική ποικιλία ας θυμηθούμε τον τραγικό Φρύνιχο, που καυχήθηκε ότι: σχήματα δ᾽ ὄρχησις τόσα μοι πόρεν, ὅσσ᾽ ἐνὶ πόντῳ / κύματα ποιεῖται χείματι νὺξ ὀλοή. (Πλούταρχ. Συμπ. 8.9).
 
4. Χαρακτηριστικά για τους χορούς στην Αρχαία Κωμωδία είναι χωρία όπως (α) η Έξοδος στους Σφήκες, όπου ο γερο-Φιλοκλέων, τρεις αδέξιοι χορευτές, γιοι του Καρκίνου, και τελικά ολόκληρος ο Χορός αποχωρούν χορεύοντας από την ορχήστρα, (β) η ομολογία του Χορού στην Ειρήνη, ότι …ὑφ᾽ ἡδονῆς / οὐκ ἐμοῦ κινοῦντος αὐτὼ τὼ σκέλει χορεύετον! (324κκ.· πβ. Πλούτ. 288)· (γ) η πολεμική σκηνή στούς Όρνιθες, όπου με διάφορα σχήματα ο χορός μιμείται και υποκαθιστά την καθαυτό σύγκρουση (327κκ), (δ) η Έξοδος στην Λυσιστράτη, όπου, μετά την διποδίαν, που εχόρεψαν οι Λάκωνες, ολόκληρος ο Χορός, Αθηναίοι και Σπαρτιάτες, άντρες και γυναίκες, αποχωρούν χορεύοντας (1271κκ.), (ε) στις Θεσμοφοριάζουσες το πολλαπλά διαφωτιστικό χορικό, που παραθέτουμε σε μετάφραση Θρ. Σταύρου: Τώρα εμπρός, το χορό μας ας σύρουμ᾽ εμείς […] Προχωρείτε μ᾽ ένα πήδημα ελαφρό / και πιασμένες απ᾽ τα χέρια γύρω γύρω / με ρυθμό τρεχάτε, μπείτε στο χορό. / Κι όπως θα χοροπηδάτε / με τα πόδια σα φτερά, / ένα γύρο να κοιτάτε / και δεξιά κι αριστερά. […] Με βήμα ελαφρό, ρυθμικό / τρεχάτε, πηδάτε, γυρνάτε, / τραγούδι ζωηρό με καρδιά τραγουδάτε. / Ω Βάκχε μας, ω κισσοφόρε θεέ, / για σένα τον ύμνο θα υψώσω· μόνο έλα κι εσύ στο δικό μας χορό / καί σέρνε τον ο ίδιος … (947κκ.).
 
5. Οι χορευταράδες νέοι που παρίσταναν τις Θεσμοφοριάζουσες χόρευαν και τραγουδούσαν οι ίδιοι. Σωστά ο Λουκιανός σημειώνει ότι πάλαι μὲν γὰρ οἱ αὐτοὶ καὶ ᾖδον καὶ ὠρχοῦντο· σε νεότερες όμως εποχές, συνεχίζει … ἐπειδὴ κινουμένων τὸ ᾆσθμα τὴν ᾠδὴν ἐπετάραττεν, ἄμεινον ἔδοξεν ἄλλους αὐτοῖς ὑπᾴδειν (π. Ορχήσεως 30). Πότε έγινε αυτό, δεν το ξέρουμε· βέβαιο είναι μόνο ότι κιόλας στα χρόνια της Μέσης Κωμωδίας η συμμετοχή του Χορού, μαζί του και του χορού, στην ουσία των κωμωδιών ολοένα υποχωρούσε, ώσπου τη θέση του να πάρει ο τυπικός Χορός των μεθυσμένων νέων, που παρεμβάλλονταν χωρίζοντας τις πράξεις στις κωμωδίες της Νέας.
 
6. Βλ. L.B. Lawler, The Dance of the Ancient Greek Theater, Iowa University Press1964, της ίδιαςΟ χορός στην αρχαία Ελλάδα, Αθήνα: Κέντρο παραδοσιακού χορού 1984 (απρόσεκτη μετάφραση από το αγγλικό πρωτότυπο του 1964)· Μ.-Η. Delavaud-Roux, «Dancer chez Aristophane», στον τόμο P. Thiercy & M. Menu (επιμ.), Aristophane: la langue, la scène, la cité, Bari: Levante 1997, σ. 295κκ.· βλ. και Γ.Μ.Σηφάκης, «Αριστοτέλους Ηθ. Νικ. 4,2,1123a 19-24 , και ο Χορός της Κωμωδίας στον τέταρτο αιώνα», μτφ. Τ. Γιάννου από αγγλικό άρθρο του 1971, στον τόμο Γ.Μ. Σηφάκης, Μελέτες για το αρχαίο θέατρο, Ηράκλειο: Π.Ε.Κ. 2007.

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Πέρσαι (681-702)

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ


ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ
ὦ πιστὰ πιστῶν ἥλικές θ᾽ ἥβης ἐμῆς
Πέρσαι γεραιοί, τίνα πόλις πονεῖ πόνον;
στένει, κέκοπται, καὶ χαράσσεται πέδον.
λεύσσων δ᾽ ἄκοιτιν τὴν ἐμὴν τάφου πέλας
685 ταρβῶ, χοὰς δὲ πρευμενὴς ἐδεξάμην.
ὑμεῖς δὲ θρηνεῖτ᾽ ἐγγὺς ἑστῶτες τάφου
καὶ ψυχαγωγοῖς ὀρθιάζοντες γόοις
οἰκτρῶς καλεῖσθέ μ᾽· ἐστὶ δ᾽ οὐκ εὐέξοδον
ἄλλως τε πάντως, χοἰ κατὰ χθονὸς θεοὶ
690 λαβεῖν ἀμείνους εἰσὶν ἢ μεθιέναι.
ὅμως δ᾽ ἐκείνοις ἐνδυναστεύσας ἐγὼ
ἥκω· τάχυνε δ᾽, ὡς ἄμεμπτος ὦ χρόνου.
τί ἐστὶ Πέρσαις νεοχμὸν ἐμβριθὲς κακόν;

ΧΟ. σέβομαι μὲν προσιδέσθαι, [στρ.]
695 σέβομαι δ᾽ ἀντία λέξαι
σέθεν ἀρχαίῳ περὶ τάρβει.

ΔΑ. ἀλλ᾽ ἐπεὶ κάτωθεν ἦλθον σοῖς γόοις πεπεισμένος,
μή τι μακιστῆρα μῦθον ἀλλὰ σύντομον λέγων
εἰπὲ καὶ πέραινε πάντα, τὴν ἐμὴν αἰδῶ μεθείς.

700 ΧΟ. δίομαι μὲν χαρίσασθαι, [ἀντ.]
δίομαι δ᾽ ἀντία φάσθαι,
λέξας δύσλεκτα φίλοισιν.

***
ΤΡΙΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΔΑΡΕΙΟΥ
Ω μέσα στους πιστούς πιστοί και της δικής μου
σύντροφοι νιότης, Πέρσες γηραλέοι, ποιός τάχα
πόνος να ᾽βρε την πόλη μου; κλαίεται, χτυπιέται,
και ξεσκίζεται η γης· στον τάφο μου από πάνω
βλέποντας τη γυναίκα μου παίρνω ένα φόβο,
κι ευτύς με προθυμιά δέχτηκα τις χοές της.
μα και σεις γύρω εδώ στο μνήμα μου θρηνείτε
και με στριγγόφωνα βουητά και ψυχοξόρκια
με κράζετε πονετικά· μα είναι καθόλου
εύκολο το έβγα κι οι θεοί του κάτου κόσμου
690 να παίρνουν πιο καλοί παρά να δίνουν πίσω.
μα εγώ, χάρη στ᾽ αξίωμα του κρατώ κοντά τους,
ήρθα· μα βιάσου, μη μου βρουν πως θα ᾽χω αργήσει·
ποιά νέα βαραίνει συμφορά πάνω στους Πέρσες;

ΧΟΡΟΣ
Δεν τολμώ να υψώσω μάτι,
δεν τολμώ ν᾽ ανοίξω στόμα
μπρος σου, απ᾽ το αρχαίο το σέβας.

ΔΑΡΕΙΟΣ
Μ᾽ αφού βγήκα τραβηγμένος απ᾽ τους θρήνους σου στο φως,
σύντομα, με δίχως λόγια να μακραίνεις περιττά,
λέγε, τέλειων᾽ όλα κι άφησ᾽ τη ντροπή που μου κρατάς.

ΧΟΡΟΣ
700 Τρέμω, πώς να σου υπακούσω,
πώς ν᾽ ανοίξω εμπρός σου στόμα
για όσα κάλλιο μην τ᾽ ακούσεις.

Πολιτεία και πόλις στον Θουκυδίδη

Ο Θουκυδίδης θεωρείται βασικά ως ο θεωρητικός των διακρατικών σχέσεων και του πολέμου. Στην καλύτερη περίπτωση αξιολογείται και για την ποιότητα της αποτύπωσης μιας εκδήλωσης της πολιτικής ζωής των πόλεων, των δημηγοριών, χωρίς όμως ποτέ να συγχρονίζεται η συνάφειά τους με τη φύση του πολιτικού συστήματος, δηλαδή με το στάδιο της εξέλιξης του κοινωνικού γεγονότος, στο οποίο αναφέρονται. Η δημηγορία, ως λόγος του πολιτικού προσωπικού, προσφέρεται επομένως για σύγκριση με τον πολιτικό λόγο ενός, εν προκειμένω, σύγχρονου πολιτικού. Το ίδιο και οι διακρατικές σχέσεις.
 
Περιττεύει να επισημάνω ότι οι προσεγγίσεις αυτές των διακρατικών σχέσεων και του λόγου του πολιτικού είναι εν πολλοίς αυθαίρετες, ανάγονται συγκεκριμένα σε μια προ-επιστημονική γνωσιολογία, στο μέτρο που δεν εγγράφονται στον οικείο κοσμοσυστημικό χρόνο και κατά τούτο δεν συνεκτιμούν τη φάση στην οποία διέρχεται κάθε εποχή. Εννοώ μ’ αυτό ότι το διακύβευμα των διακρατικών σχέσεων είναι διαφορετικό, αναλόγως εάν αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης από το κράτος/πολιτεία ή από το δήμο/πολιτεία. Ομοίως, δεν είναι ίδιος ο λόγος του πολιτικού της κυρίαρχης εξουσίας με τον λόγο του πολιτικού ρήτορα, που απλώς εισηγείται στον δήμο-κάτοχο της καθολικής πολιτικής αρμοδιότητας.

Οι παραλήψεις αυτές της νεότερης επιστήμης δεν είναι τυχαίες. Άλλωστε, όλες αφορούν στη θεμελιώδη παρανόηση για να μην πω ιδεολογική επιλογή, να ταξινομείται το πολιτικό σύστημα της εποχής μας ως δημοκρατία και, επομένως, να μην διακρίνεται από τη δημοκρατία της θουκυδίδειας ξυγγραφής.
 
Εκτιμώ από την πλευρά μου ότι η διάσταση αυτή του έργου του Θουκυδίδη είναι εξίσου, αν όχι πιο σημαντική, καθώς αποτελεί μια μοναδική μαρτυρία ζωντανής λειτουργίας των πολιτικών συστημάτων της εποχής της ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης και, στο πλαίσιο αυτό, της δημοκρατίας. Γι’ αυτό και προσφέρεται για μια αδιαμφισβήτητη διευκρίνιση του περιεχομένου τους και, κατ'επέκταση, θεμελιωδών εννοιών που συγκροτούν τον κοινωνικό σχηματισμό της επικράτειας (πόλεως ή κράτους) και, οπωσδήποτε, της δημοκρατίας. Διευκρίνιση η οποία εάν συνδυασθεί με το ενγένει φαινόμενο της πόλεως είναι ικανή να υποστηρίξει τη συγκρότηση μιας τυπολογίας των πολιτειών και μάλιστα μιας πλήρους γνωσιολογίας του κοινωνικού φαινομένου. Η γνωσιολογία ακριβώς αυτή αναδεικνύει με προφανή τρόπο τη διαφορά φύσεως που χωρίζει τον ολοκληρωμένο ανθρωποκεντρικά κόσμο των πόλεων της εποχής του Θουκυδίδη, με το πρωτο-ανθρωποκεντρικό στάδιο που διέρχεται ο νεότερος κόσμος, αλλά κυρίως, σε ότι μας αφορά εδώ, τον αρχαϊκό χαρακτήρα της νεότερης γνωσιολογίας των κοινωνικών επιστημών.
 
Στον Αλιμούσιο ιστορικό, το κράτος εμφανίζεται σπανίως ως το ταυτολογικό ισοδύναμο της πολιτείας, και κυρίως, εμφανίζεται ως μια απολύτως διακριτή έννοια έναντι της πολιτείας. Το κράτος ενσαρκώνει την πολιτεία στις ιστορικές πολεοτικές κοινωνίες όπως οι μινωικές (Α, σελ. 17) και οι μυκηναϊκές (Α, 21), αλλά και, κατά το μάλλον ή ήττον, σε αρκετές πόλεις της εποχής του (λ.χ. οι ολιγαρχίες ή οι μοναρχίες, όπως οι πόλεις των Βοιωτών- Θουκ. Ε, 37, Διατρ.). Στον αντίποδα, στις δημοκρατίες και στις μετριοπαθείς ολιγαρχίες -τις μικροδημοκρατίες, όπως τις αποκαλεί ο Αριστοτέλης- κράτος και πολιτεία αποτελούν απολύτως διακριτές έννοιες. Το κράτος ορίζει την επικράτεια της κοινωνίας της πόλεως συνέχεται με τους υποστηρικτικούς θεσμούς και μηχανισμούς της πολιτείας (με τη διοίκηση κλπ). Το πολιτικό σύστημα όμως αποσπάται από το κράτος και περιέρχεται στην πολιτικά συντεταγμένη κοινωνία των πολιτών -το δήμο- η οποία το ενσαρκώνει.

Η ολική ή μερική συνάντηση του κράτους με την πολιτεία δεν υποκρύπτει την ταυτοσημία τους, αλλά είτε τη δεσποτική (οι βάρβαροι, τα ελληνικά βασίλεια, όπως της Μακεδονίας και της Ηπείρου) είτε την πρώιμη ανθρωποκεντρικά φάση που διέρχεται μια κοινωνία ή ο σύνολος κόσμος (λχ ο σύγχρονος κόσμος). Ώστε, η δημοκρατία αντιδιαστέλλεται προς τα πολιτειακά συστήματα που τα ενσαρκώνει ο διαφοροποιημένος μηχανισμός του κράτους, διότι προσιδιάζει σε μια άλλη εξελικτική εποχή, εκείνη της ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης.

            Τί ακριβώς υποδηλώνει το ανήκειν της πολιτείας στο διαφοροποιημένο κράτος (ή, όπως στη δεσποτεία, σε συγκεκριμένο πρόσωπο) ή στην πολιτικά συγκροτημένη κοινωνία των πολιτών; Προφανώς δεν πρόκειται για μια απλή διαρρύθμιση της εξουσίας που εμφανίζεται στην πόλη, επειδή σ’ αυτήν ήταν εφικτή η φυσική συνάθροιση των πολιτών στην «κεντρική πλατεία». Το γεγονός ότι η πολιτεία της πόλης, στην εποχή του Ομήρου, της Αντιγόνης, του Δράκοντα, του Σόλωνα, του Πεισίστρατου, του Κλεισθένη, του Εφιάλτη, του Περικλή, δεν είναι ίδια, υποδεικνύει ότι στο πλαίσιο του συγκεκριμένου επικοινωνιακού συστήματος -της μικρής κοινωνικής κλίμακας- συνέτρεξαν ορισμένες επιπρόσθετες προϋποθέσεις, οι οποίες επέβαλαν, στο τέλος, μια διαφορετική σχέση μεταξύ κοινωνίας των πολιτών και πολιτικής. Προϋποθέσεις, δηλαδή λόγοι, που έκαμαν συντωχρόνω ασύμβατη την ενσάρκωση του πολιτικού συστήματος από φορείς (θεσμούς και πρόσωπα) οι οποίοι διαφοροποιούνται από το σώμα της κοινωνίας.
 
Θα επικεντρώσω την προσοχή μου σε μια, τη θεμελιώδη, προϋπόθεση, την ελευθερία. Η ελευθερία στα χρόνια του Σόλωνα ήταν επικεντρωμένη στην ατομική υποστασιοποίηση/αυτονομία του ανθρώπου. Ενδιέφερε επομένως η δημιουργία των συνθηκών που θα διασφάλιζαν την αυτονομία του ατόμου στο κοινωνικο-οικονομικό πεδίο (η, εν ισομοιρία ή μη, ατομική ιδιοκτησία κλπ) και την ισότητα έναντι του δικαίου και της απονομής της δικαιοσύνης (η πολιτεία δικαίου). Ενδιέφερε επίσης η προσήνεια του φορέα της πολιτικής στις προσδοκίες και στα αιτήματά του. Ο απλώς πολίτης δεν έθετε σε αμφισβήτηση τη θέση του έξω από το πολιτικό σύστημα, μια θέση ιδιώτη έναντι του κράτους το οποίο ενσάρκωνε την πολιτεία. Διεκδικούσε όμως το δικαίωμα να ορίζει τον φορέα της πολιτικής εξουσίας και, περαιτέρω, να εκδηλώνει τις αντιρρήσεις του στις πολιτικές του.

Τί συνέβη λοιπόν και στο έργο του Θουκυδίδη ο εξουσιαστικός τρόπος στην πολιτική συγκρότηση των κοινωνιών, δηλαδή η ενσάρκωση του πολιτικού συστήματος από το κράτος (η έννοια της πολιτικής κυριαρχίας) έχει αποβεί οριακή (έχει απορριφθεί);
 
Αν παρατηρήσουμε το διακύβευμα της ελευθερίας στη θουκυδίδεια ξυγγραφή θα διαπιστώσουμε αβίαστα ότι το περιεχόμενό της είναι εστιασμένο στην πολιτική. Όταν λέγει ότι «εν δημοκρατία ισομοιρείν» αφήνει σαφώς να εννοηθεί πως η ισομοιρία από πρόταγμα αναδασμού -ισοδιανομής- της γης που ήταν δυο αιώνες πριν, μετατράπηκε σε πρόταγμα αναδασμού -ισοδιανομής- της πολιτικής.
 
Η ισομοιρία στην πολιτική δεν υπαινίσσεται προφανώς ότι ο πολίτης αξίωσε αίφνης την ισοδιανομή -την διανομή της πολιτικής σε ίσα μέρη- κατά το πρότυπο της ιδιοκτησίας της γης. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανέφικτο διότι θα οδηγούσε στη διάλυση της κοινωνίας της πόλεως. Δεν πρόκειται επομένως για τη μοριοποίηση της πολιτικής, όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης, αλλά για τη μοριοποίηση του πολίτη στο πλαίσιο της πολιτείας. Ο πολίτης αποβαίνει ιδιοκτήτης εξ αδιαιρέτου, δηλαδή συστατικός εταίρος του πολιτικού συστήματος. Με διαφορετική διατύπωση, η κοινωνία των πολιτών, από ιδιώτης που τοποθετείται εκτός πολιτείας ή, που, στην καλύτερη περίπτωση, νομιμοποιεί ή εκλέγει το πολιτικό προσωπικό, το οποίο θα αναλάβει τη διακυβέρνηση της πόλεως, μετατρέπεται η ίδια σε πολιτεία, αυτοκυβερνάται.
 
Ώστε, οι δημηγορίες, που διαπερνούν το σύνολο της θουκυδίδειας ξυγγραφής, αποδίδουν τον εισηγητικό (ρητορικό) λόγο των βουλομένων να συμβουλεύσουν τον δήμο, όχι τον πολιτικό λόγο του φορέα του κράτους/πολιτείας. Ο πολιτικός στη δημοκρατία είναι ο συστηματικός ρήτορας που μετέχει, ισότιμα με κάθε πολίτη, στην πολιτική διαδικασία (στην εκκλησία του δήμου). Κάτοχος της πολιτείας είναι η κοινωνία των πολιτών, όχι ο πολιτικός. Ώστε, αξίζει να αναφερθεί ότι ο καθόλα περίτεχνος οικονομικός ιμπεριαλισμός της Αθήνας έφτασε στο απόγειό του υπό την ηγεσία του δήμου και όχι «δια χειρός» ενός “ιδιοφυούς” ηγέτη (βασιλέα, προέδρου, πρωθυπουργού κλπ).
 
2. Οι ανωτέρω επισημάνσεις φέρνουν αντιμέτωπη τη γνωσιολογία της νεοτερικότητας με εκείνη που απορρέει από το ελληνικό κοσμοσύστημα. Το ζήτημα εν προκειμένω αφορά στην επιλογή της πρώτης (της νεοτερικότητας), αντί να επεξεργασθεί μια καθολική γνωσιολογία, στη δοκιμασία της οποίας να υποβάλει και την εποχής της, να προβάλει τα βιούμενα από αυτήν φαινόμενα ως καθολικά, και, μάλιστα, τις έννοιες που συγκροτούν το αξιακό της κεκτημένο ως καθόλα ανώτερες από εκείνες της πόλης.
 
Θα σταθώ σε ορισμένα από αυτά, τα οποία συνθέτουν την ομοφωνία της νεότερης επιστήμης. Οι διαπιστώσεις μας όμως εκτείνονται στο σύνολο της κοινωνικής γνωσιολογίας.
 
Ήδη από τις απαρχές του Διαφωτισμού θα αποκρυσταλλωθεί η άποψη για την ανωτερότητα της ελευθερίας των νεοτέρων έναντι της ελευθερίας των αρχαίων. Η ελευθερία των νεοτέρων είναι, όπως προείπα, η ατομική ελευθερία, η οποία αντιδιαστέλλεται προς τη συλλογική/πολιτική ελευθερία. Η νεοτερικότητα θα υποστηρίξει ότι η πολιτική ελευθερία συντρέχει αυτοτελώς -χωρίς τη συνδρομή της ατομικής και της κοινωνικής ελευθερίας- και, μάλιστα, ότι οδηγεί αναπόφευκτα στη συντριβή/εξαφάνιση της ατομικής ελευθερίας.

Η αντίληψη αυτή εντούτοις πάσχει λογικά, δηλαδή στην ίδια της τη σύλληψη. Η ανάδυση της πολιτικής ελευθερίας είναι η απόληξη μιας διαδικασίας διεύρυνσης του πεδίου της ελευθερίας, από το αρχικό της στάδιο -την ανθρωποκεντρική υποστασιοποίηση του ατόμου- έως το τελικό, στην ολοκλήρωσή της εντός της πόλεως, που αφορά στην κοινωνική και πολιτική διάσταση της ελευθερίας. Ώστε, ούτε η μετάβαση απευθείας στην πολιτική ελευθερία είναι εφικτή ούτε και η κατάκτησή της συνεπάγεται στην κατάλυση της ατομικής και της κοινωνικής ελευθερίας. Θα ήταν παράδοξο να ισχυρισθεί κανείς ότι ο δουλοπάροικος θα διεκδικούσε πρώτα την πολιτική του ελευθερία χωρίς προηγουμένως να έχει βιώσει την ατομική του απελευθέρωση. Ή ότι θα ήταν δυνατόν το άτομο να αυτοκαθορίζεται πολιτικά, να το αφήνει όμως αδιάφορο το καθεστώς της προσωπικής του δουλείας. Είναι εξίσου παράλογο να δεχθούμε ότι ο πολίτης, από τη στιγμή που θα κατακτήσει την πολιτική του ελευθερία, θα αποστερήσει εαυτόν της ατομικής του ελευθερίας, αυτο-υποβαλλόμενος σε καθεστώς προσωπικής δουλείας. Ώστε, η διαδικασία διεύρυνσης της ελευθερίας έχει σωρευτικό περιεχόμενο, η δε κατάκτηση της επόμενης πτυχής της (λ.χ. της κοινωνικής ή της πολιτικής) δεν λειτουργεί αναιρετικά για την προηγούμενη (λ.χ. την ατομική).
 
Χωρίς να αποστασιοποιηθεί από την καθόλα αρχαϊκή αυτή προβληματική, η σύγχρονη επιστήμη θα προχωρήσει παραπέρα, διακρίνοντας μεταξύ ελευθερίας και δικαιώματος. Στο πλαίσιο αυτό, θα αποδεχθεί την ύπαρξη της κοινωνικής και της πολιτικής ελευθερίας στις μέρες μας. Θα διαφοροποιηθεί όμως ως προς το περιεχόμενό τους, σε σχέση με την ατομική ελευθερία. Την ελευθερία στο πεδίο της προσωπικής ζωής θα την ορίσει ως αυτονομία, ενώ στο κοινωνικό και στο πολιτικό πεδίο με όρους δικαιώματος. Με τον τρόπο αυτό, θα απορρίψει κάθε παρέμβαση τρίτου τινός στην προσωπική κατάσταση ή ζωή του ατόμου. Θα συμβιβασθεί όμως, στο κοινωνικό και στο πολιτικό πεδίο, με ένα καθεστώς ετερονομίας, το οποίο απλώς κατατείνει να προστατεύσει την μόνη βιούμενη ελευθερία, την ατομική, εκεί όπου το άτομο συμβάλλεται με τους φορείς/ιδιοκτήτες του συστήματος. Για παράδειγμα, τα δικαιώματα στον τομέα της εργασίας αποβλέπουν στην προστασία της προσωπικότητας του φορέα της και του δημοσίου χαρακτήρα της, δεν καταργούν την ετερονομική εξάρτηση του εργαζόμενου. Τα πολιτικά δικαιώματα, επίσης, αποβλέπουν στην ανάσχεση της φυσικής τάσης της εξουσίας να επεκτείνεται, στην αποτροπή, επομένως, της προσβολής της ατομικής ελευθερίας από αυτήν και, υπό μια άλλη έννοια, στην άσκηση πίεσης ή επιρροής στους φορείς της, προκειμένου να ενεργήσουν προς το συμφέρον της μιας ή της άλλης κοινωνικής ομάδας. Δεν μεταβάλλουν το πολιτικά ετερονομικό καθεστώς του ατόμου, σε αυτονομία.
 
Με διαφορετική διατύπωση, τα δικαιώματα αφθονούν εκεί όπου απουσιάζει η ελευθερία. Ενσωματώνονται δε στην ελευθερία, θα έλεγα ότι χάνουν τη σημασία τους, στο μέτρο που η τελευταία έρχεται να καλύψει το πεδίο τους. Ο πολίτης διεκδικεί το δικαίωμα να απεργεί ή να διαδηλώνει, επειδή δεν είναι κοινωνικά και/ή πολιτικά ελεύθερος, δηλαδή αυτόνομος. Από τη στιγμή που θα κατακτήσει την κοινωνική και/ή την πολιτική του ελευθερία/αυτονομία δεν παρίσταται ανάγκη να διαδηλώνει ή να απεργεί, διότι εν προκειμένω θα ενσαρκώνει ο ίδιος το (οικονομικό και/ή πολιτικό) σύστημα, θα αυτοκυβερνάται.

Απόρροια της θεμελιώδους αυτής παρανόησης είναι και η καλλιέργεια της αντίληψης για τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα της δημοκρατίας. Η ενσάρκωση της πολιτείας και, κατ’ επέκταση, η κατοχή της καθολικής πολιτικής αρμοδιότητας από το σώμα της κοινωνίας των πολιτών, εξομοιώθηκε με το τυπικό ολοκληρωτικό καθεστώς που χρησιμοποιεί ως όχημα το κράτος/σύστημα. Διαφεύγει εντούτοις της προσοχής ότι στη δημοκρατία η καθολική πολιτική αρμοδιότητα δεν μετατρέπεται σε καθολική πολιτική κυριαρχία, διότι απουσιάζει το υποκείμενο της κυριαρχίας, δηλαδή η διαφοροποίηση του κατόχου της καθολικής πολιτικής αρμοδιότητας από το υποκείμενο της πολιτικής του βούλησης. Οι παρεκκλίσεις της δημοκρατίας από το αξίωμα αυτό επιβεβαιώνουν τη διαπίστωση, δεν την αναιρούν.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αντίθεση μεταξύ της ελευθερίας των νεότερων και της ελευθερίας των αρχαίων, διαστέλλει όχι την ατομική προς τη συλλογική/πολιτική ελευθερία -που μάλιστα, όπως είδαμε, ορίζεται ως δικαίωμα- αλλά την ατομική προς την καθολική ελευθερία. Η ατομική ελευθερία μπορεί να σταδιοδρομήσει μόνη της, η πολιτική όχι. Προϋποθέτει την προηγούμενη κατάκτηση της ατομικής και της κοινωνικής ελευθερίας.
 
Επαναλαμβάνω, ότι η αναφορά στην πολιτική ελευθερία ορίζει το σωρευτικό αποτέλεσμα της συνάντησης στο πρόσωπο του πολίτη της ατομικής, κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας. Κατά τούτο, η ατομική ελευθερία δεν είναι ασύμβατη με την πολιτική, αλλά προϋπόθεσή της. Η πρόσληψη, ακριβώς, της πολιτικής ελευθερίας με όρους δικαιώματος και όχι ως αυτονομίας, οδήγησε τη νεοτερική σκέψη στην αντίληψη ότι είναι συμβατή η σταδιοδρομία της πολιτικής ελευθερίας σε ένα περιβάλλον όπου το πολιτικό σύστημα το ενσαρκώνει το κράτος.
 
Η αγωνία των νεότερων να ταξινομήσουν το πολίτευμά τους ως δημοκρατικό, απέληξε στη διάκριση μεταξύ έμμεσης και άμεσης δημοκρατίας. Το ατόπημα αυτό δεν συγκαλύπτει απλώς την ουσία του σκοπού της δημοκρατίας (τη βίωση της καθολικής ελευθερίας). Παραθεωρεί, επίσης, το γεγονός ότι ο επιθετικός προσδιορισμός (έμμεση ή άμεση) αντιφάσκει εις εαυτόν αφού η δημοκρατία ως σύστημα είναι «υλικό» γεγονός: επομένως ή υπάρχει ή δεν υπάρχει. Όπως δεν υπάρχει έμμεσος άνθρωπος (τραπέζι κλπ), έτσι και η δημοκρατία συγκεντρώνει ή δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις της. Σε κάθε περίπτωση, είναι δύσκολο να υποστηριχθεί με όρους γνωσιολογίας η άποψη της νεοτερικότητας ότι είναι ανώτερο να κυβερνάται κανείς -δηλαδή να αποφασίζει άλλος για την μοίρα του- αντί να κυβερνάει τον εαυτό του. Σε τελική ανάλυση, αν έτσι είναι, τότε γιατί να μην μεταφερθεί το αξίωμα αυτό και στην ιδιωτική/προσωπική ζωή.
 
Ποιές είναι λοιπόν οι θεσμικές προϋποθέσεις της δημοκρατίας με τις οποίες υλοποιεί την καθολική ελευθερία (τις διακρίνουμε δια γυμνού οφθαλμού στον Θουκυδίδη); (α) Η συγκρότηση της κοινωνίας σε δήμο, σε πολιτικό θεσμό της πολιτείας και (β) η ανάληψη από αυτόν της καθολικής πολιτικής αρμοδιότητας, ώστε να αυτοκαθορισθεί πολιτικά (ανάλογα ισχύουν και για την κοινωνική ελευθερία, τα οποία όμως παρακάμπτω).
 
Το σύστημα της νεοτερικότητας δεν συγκεντρώνει ούτε τη μια ούτε την άλλη προϋπόθεση. Το σύγχρονο πολιτικό σύστημα το κατέχει/το ενσαρκώνει το νομικό πλάσμα του κράτους, όπως ακριβώς και την καθολική πολιτική αρμοδιότητα. Το νεοτερικό κράτος δεν προβάλλει την πολιτική του κυριαρχία μόνον έναντι των άλλων κρατών, αλλά και έναντι της κοινωνίας του, την οποία επιμένει να διατηρεί εκτός πολιτείας, δηλαδή σε ένα καθεστώς ιδιώτη.
 
Υπό την έννοια αυτή, το νεοτερικό κράτος/πολιτεία δεν είναι ούτε αντιπροσωπευτικό. Η αντιπροσώπευση προϋποθέτει -όπως και η δημοκρατία- τη συγκρότηση της κοινωνίας των πολιτών σε δήμο. Διαφέρει όμως από αυτήν κατά το ότι δεν της αποδίδονται παρά μόνον οι αρμοδιότητες του εντολέα. Οι αρμοδιότητες που προσιδιάζουν στην ιδιότητα του εντολοδόχου παραμένουν στους φορείς της πολιτικής εξουσίας. Το νεοτερικό κράτος, επομένως, μολονότι δηλώνει αντιπροσωπευτικό, συγκεντρώνει στο εσωτερικό του την καθολική πολιτική αρμοδιότητα, δηλαδή τόσο την ιδιότητα του εντολοδόχου όσο και του εντολέα.

Οπωσδήποτε, ο ισχυρισμός ότι το σύγχρονο κράτος/σύστημα είναι δημοκρατικό επειδή είναι αντιπροσωπευτικό, εξέρχεται καταφανώς του πεδίου της γνωσιολογίας. Πρώτον, επειδή δεν θεραπεύει παρά μόνον την ατομική ελευθερία. Δεύτερον, διότι δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις της αντιπροσώπευσης. Τρίτον, διότι, ακόμη και αν ήταν αντιπροσωπευτικό, δεν θα μπορούσε να είναι συγχρόνως και δημοκρατικό, αφού τα δύο αυτά συστήματα είναι πλήρως ασύμβατα μεταξύ τους.
 
Η νεοτερική σκέψη θα επιχειρήσει να θεραπεύσει το λογικό αυτό αδιέξοδο με το επιχείρημα της συναίνεσης. Ναι μεν, θα πει, η κοινωνία δεν συγκροτεί δήμο, δεν ενσαρκώνει επομένως το πολιτικό σύστημα -εν όλω, όπως στη δημοκρατία ή, εν μέρει, όπως στην αντιπροσώπευση-, όμως το βιούμενο πολιτικό σύστημα συγκεντρώνει την αποδοχή της. Δεν είναι, λειτουργεί όμως «ως εάν» ήταν, όπως θα έλεγε ο Καντ. Παραθεωρείται έτσι ότι η συναίνεση αφορά στη νομιμοποίηση του συστήματος, όχι στον χαρακτήρα του. Η συμβατική συναίνεση στη δουλεία δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο συναινών περιάγεται στο καθεστώς της εξάρτησης, ενόσω διατηρείται η σχέση. Δεν παραμένει ελεύθερος. Οπωσδήποτε, το επιχείρημα της συναίνεσης συνομολογεί ότι το σύστημα της νεοτερικότητας παραμένει πρωτο-ανθρωποκεντρικό, ανάγεται δηλαδή στην περίοδο της απλής μετάβασης από την φεουδαλική στην ανθρωποκεντρική εποχή. Εξού και είναι αποδεκτό από την κοινωνία.
 
Μια άλλη παράμετρος που αποκαλύπτει εξίσου τον αρχαϊκό/πρωτόλειο χαρακτήρα της νεοτερικής σκέψης, αφορά στην αιτιολογία της μη συνάντησής της με την πολιτεία της δημοκρατίας. Διατυπώνεται η άποψη ότι η δημοκρατία στις μέρες μας δεν είναι εφικτή επειδή το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα -σε αντίθεση με το ομόλογο ελληνικό- έχει οικοδομηθεί στη μεγάλη κλίμακα. Στη διαφορά αυτή προστίθεται και το επιχείρημα της πολυπλοκότητας των σύγχρονων κοινωνιών και των φαινομένων που καλείται η πολιτική να αντιμετωπίσει.
 
Το ζήτημα, κατά τη γνώμη μου, όπως τίθεται είναι εσφαλμένο και οπωσδήποτε παραπλανητικό. Πρώτα-πρώτα, δεν εξηγείται γιατί ενώ οι σύγχρονες κοινωνίες είναι σαφώς πιο πολύπλοκες από εκείνες του 19ου αιώνα, η πολιτική συμμετοχή των κοινωνιών σήμερα είναι μεγαλύτερη. Δεύτερον, αποσιωπάται το γεγονός ότι το διακύβευμα στις μέρες μας δεν είναι, όπως διατείνονται οι θιασώτες της ανωτερότητας της λεγόμενης “έμμεσης” δημοκρατίας, και, εν προκειμένω, του ολιγαρχικού προτάγματος, η αναβίωση της “αθηναϊκής” δημοκρατίας, αλλά της δημοκρατικής αρχής. Το ζήτημα, θα υπογραμμίσω, δεν είναι να εφαρμόσουμε τη δημοκρατία στις μέρες μας -δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις ούτε αποτελεί αίτημα-, αλλά να συνομολογήσουμε ότι ο νεότερος κόσμος δεν είναι ακόμη ώριμος για να τη διεκδικήσει.
 
Οι ανωτέρω ολίγες μόνον επισημάνσεις κάνουν φανερό ότι η γνωσιολογία της νεοτερικότητας πάσχει συνολικά. Πάσχει ως εκ της πρωιμότητας της εποχής της και, επομένως, της αδυναμίας της να συγκροτήσει μια καθολική γνωσιολογία του κοινωνικού φαινομένου. Πάσχει επίσης λόγω της σύγχυσης την οποία της προκαλεί η συνάντησή της με την ελληνική γνωσιολογία και η αδυναμία της να κατανοήσει φαινόμενα τα οποία δεν έχει ακόμη εξελιχθεί για να τα βιώσει. Πάσχει, στο ίδιο αυτό πλαίσιο, από το γεγονός ότι η διαφορά κοσμοσυστημικής κλίμακας την εμποδίζει να αποκαταστήσει έναν αξιόπιστο συγκριτικό διάλογο με το ελληνικό κοσμοσύστημα, με όρους αναλογίας και όχι επαρσιακής ανωτερότητας. Πάσχει τέλος, στο μέτρο που έχει ευρέως μεταβληθεί σε απολογητή της νεοτερικής πρωτοπορίας, με αποτέλεσμα να επιχειρεί μάλλον να δικαιώσει την ηγεμονία της στον κόσμο -και κατ'επέκταση, στην ιστορία- αντί να παραμείνει θεματοφύλακας της γνωστικής διαδικασίας.
 
Κατά τούτο, το πρόβλημα που αναδεικνύει η σπουδή της θουκυδίδειας ξυγγραφής είναι ότι η σύγχρονη σκέψη αρνείται να αποδεχθεί τον πρωτο-ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της εποχής της και, κατ' επέκταση, την υστέρησή της έναντι του ελληνικού παραδείγματος. Συγχρόνως, αδυνατώντας αντικειμενικά να συγκροτήσει μια καθολική γνωσιολογία, στην οποία θα υπέβαλε τη σύγχρονη εποχή, έχει αναγάγει σε καθολική γνωσιολογία τις πραγματικότητές της. Σ' αυτό ακριβώς έγκειται ουσιαστικά ο αρχαϊκός της χαρακτήρας. Αντί να έρθει αντιμέτωπη με το καθολικό ανθρωποκεντρικό διακύβευμα, νερκισεύεται με τους αντικατοπτρισμούς της.

Ο Αριστοτέλης, η αμοιβαιότητα του δικαίου και η γέννηση του νομίσματος

Ο Αριστοτέλης μετά το διαχωρισμό της μερικής δικαιοσύνης σε διανεμητική και επανορθωτική θα καταθέσει κι ένα τρίτο είδος, το οποίο δανείζεται από τους Πυθαγόρειους: «Κάποιοι είναι της γνώμης ότι δίκαιο είναι, γενικά και απόλυτα» («απλώς» στο πρωτότυπο), «η αμοιβαιότητα. Αυτό υποστήριζαν οι Πυθαγόρειοι. Πραγματικά, οι Πυθαγόρειοι όριζαν το δίκαιο, απόλυτα και κατηγορηματικά, έτσι: “Δίκαιον είναι να πάθει κανείς αυτό που έκανε σε κάποιον άλλον”» (1132b 5, 24-26).
 
Η αντίληψη του δικαίου ως εξασφάλιση αμοιβαιότητας (είτε προς το καλό είτε προς το κακό), αν τεθεί με τρόπο απόλυτο φαίνεται να αντιβαίνει στις αρχές τόσο της διανεμητικής, όσο και της επανορθωτικής δικαιοσύνης. Ο Αριστοτέλης σημειώνει (αναφερόμενος πάντα στις ιδέες των Πυθαγορείων): «Αν, επιπαραδείγματι, ένας αξιωματούχος χτύπησε κάποιον, δεν πρέπει να δεχτεί κι αυτός σε ανταπόδοση το ίδιο χτύπημα· αν όμως κάποιος χτύπησε αξιωματούχο, όχι μόνο πρέπει να δεχτεί το ίδιο χτύπημα, αλλά, επιπλέον, πρέπει και να τιμωρηθεί» (1132b 5, 31-33).
 
Το κατά πόσο είναι αποδεκτό το παράδειγμα του αξιωματούχου, με την έννοια ότι καταπατάται η αρχή της ισονομίας (γιατί ο αξιωματούχος να δικαιούται μεγαλύτερο μερίδιο στην ανταπόδοση;), μένει στην κρίση του καθενός, ως ζήτημα που (εδώ) κρίνεται δευτερεύον. Αυτό που πρωτεύει είναι ότι η αρχή της ανταπόδοσης, με τον απόλυτο τρόπο που τίθεται, εμπεριέχει την εκδικητικότητα. Θα έλεγε κανείς ότι προσιδιάζει στην αυτοδικία, αφού ο αξιωματούχος που χτύπησε πρέπει να χτυπηθεί – και το αντίστροφο.
 
Όμως, η λογική «οφθαλμός αντί οφθαλμού» δεν αρμόζει στις πολιτισμένες κοινωνίες. Ο αξιωματούχος που χτυπά πρέπει να παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη και να τιμωρηθεί όπως ο νόμος προβλέπει για τέτοιες περιπτώσεις. Κι ο νόμος δεν ορίζει την ανταπόδοση με την ακριβή έννοια του όρου. Ορίζει ποινές όπως αρμόζει σε κάθε παράπτωμα. Ένα ενδεχόμενο χρηματικό πρόστιμο γι’ αυτόν που έχει χειροδικήσει μπορεί να είναι πολύ χειρότερο από την απλή ανταπόδοση του χτυπήματος που έδωσε.

Η ποινή πρέπει να είναι ανάλογη με το αδίκημα, ως αποκατάσταση της ισότητας, κι όχι ανταποδοτική, γιατί η ανταπόδοση γεννά τη βαρβαρότητα. Ο στόχος του νόμου είναι να εξαλείψει τις άδικες πράξεις κι όχι να τις επαναλάβει από την πλευρά της δικαιοσύνης. Κι αυτή ακριβώς είναι η προβληματική που επισημαίνει ο Αριστοτέλης παίρνοντας αποστάσεις από τη δικαιοσύνη της αμοιβαιότητας των Πυθαγορείων.
 
Παρά τις αντιρρήσεις όμως, διαπιστώνει ότι η αμοιβαιότητα ως μορφή δικαιοσύνης μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά στις επαγγελματικές συναλλαγές: «Στις επαγγελματικές όμως σχέσεις των ανθρώπων αυτή η μορφή δικαιοσύνης λειτουργεί πράγματι συνεκτικά, – αμοιβαιότητα, πάντως, σύμφωνη με την αναλογία και όχι στη βάση μιας αυστηρά τυπικής ισότητας. Γιατί αυτό που κάνει την πόλη να εξακολουθεί να υπάρχει είναι η αναλογική ανταπόδοση» (1132b 5, 34-37).
 
Όταν ο Αριστοτέλης κάνει λόγο για «αναλογική ανταπόδοση», δεν αναφέρεται στις ποινές (που αποκαθιστούν και δεν ανταποδίδουν), αλλά στις τρέχουσες καθημερινές εμπορικές σχέσεις των ανθρώπων: «Γιατί οι άνθρωποι κοιτάζουν να πληρώσουν ή το κακό με κακό (και αν δεν μπορούν να το κάνουν, αισθάνονται ότι βρίσκονται σε κατάσταση δουλείας) ή το καλό με καλό (και αν δεν μπορούν να το κάνουν, δεν υπάρχουν πια συναλλαγές, και στην πραγματικότητα αυτό που δένει τον έναν με τον άλλον είναι οι συναλλαγές)» (1133a 5, 1-3).
 
Στις συναλλαγές υπάρχει περίπτωση να προσφέρει κανείς από ανάγκη ή να αγοράσει από άγνοια κάποια υπηρεσία ή εμπόρευμα σε τιμή χαμηλότερη ή υψηλότερη από την πραγματική αξία που μπορεί να έχει. Αυτός που πρόσφερε σε χαμηλότερη τιμή νιώθει αδικημένος, γιατί η ανάγκη των χρημάτων τον εξώθησε να μην ανταμειφτεί σύμφωνα με τους κόπους του, σε απόλυτη ομοιότητα με εκείνον που από άγνοια (ή οποιοδήποτε άλλο λόγο) πλήρωσε περισσότερα από αυτά που έπρεπε. Και οι δύο θέλουν να ανταποδώσουν τη ζημιά στο άτομο που τους αδίκησε είτε με κάποια μελλοντική συναλλαγή που θα πάρουν πίσω τα χαμένα είτε δυσφημώντας το ανταποδίδοντας το κακό με το κακό. Αν δεν μπορούν να το κάνουν, αισθάνονται δούλοι, ακριβώς επειδή νιώθουν ότι τους έχει στερηθεί ένα βασικό δικαίωμα (εκείνο της ισότιμης συναλλαγής), χωρίς να μπορούν να κάνουν τίποτε.
 
Από την άλλη, η δίκαιη συναλλαγή, η οποία συνδυάζει ποιοτικές υπηρεσίες ή εμπορεύματα, σωστές τιμές και καλή εξυπηρέτηση, θα ανταποδοθεί με καλό είτε διαφημίζοντας σε άλλους το συγκεκριμένο πρόσωπο που συναλλάσσεται με εντιμότητα είτε κάνοντας κι άλλες συναλλαγές μαζί του είτε προσφέροντάς του επίσης ισότιμης ποιότητας συναλλαγή, αν ανταλλαχθούν οι ρόλοι και βρεθεί εκείνο στη θέση του αγοραστή. Η επιτυχία των συναλλαγών προσφέρει αρμονία στην πόλη και φυσικά συμβάλλει στην αυτάρκεια, αφού τα προϊόντα του ενός σχετίζονται με τις ανάγκες του άλλου.

Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για ύψιστο κοινωνικό ζήτημα, καθώς η κάλυψη των αναγκών μέσα στην πόλη είναι η προϋπόθεση της ευδαιμονίας. Αυτό εννοείται και στη φράση «στην πραγματικότητα αυτό που δένει τον ένα με τον άλλο είναι οι συναλλαγές», αφού αυτό που ενώνει την πόλη είναι η φυσική ανάγκη των ανθρώπων να ζουν με άλλους ανθρώπους (φύσει κοινωνικά όντα) και η εξασφάλιση της ευδαιμονίας που θα επέλθει από την αυτάρκεια σε όλους τους τομείς – εμπορεύματα, υλικά αγαθά, παιδεία, ασφάλεια, θρησκεία κλπ. Από αυτή την άποψη η ισοτιμία των συναλλαγών μετατρέπεται σε συνδετικό στοιχείο της πόλης. Σε περίπτωση που διαταραχθεί πλήττεται η αυτάρκεια γι’ αυτούς που αδικούνται, οι οποίοι δεν έχουν πια άλλη σκέψη από την ανταπόδοση του κακού που τους γίνεται.
 
Αυτός είναι και ο λόγος για την εξασφάλιση της ισοτιμίας σε όλες τις συναλλαγές. Ο καθένας οφείλει να προσφέρει με τις δικές του υπηρεσίες (ή προϊόντα) στην αυτάρκεια της πόλης και ταυτόχρονα να απολαμβάνει τις υπηρεσίες (ή τα εμπορεύματα) των άλλων νιώθοντας κι ο ίδιος αυτάρκης. Η ισότιμη συναλλαγή προϋποθέτει κανόνες που θα καθορίζουν επαρκώς τις αξίες όλων των υπηρεσιών (ή προϊόντων), ώστε να προσφέρει κανείς στους άλλους αυτό που παράγει και να παίρνει αυτά που χρειάζεται από τους άλλους. Κι αυτό είναι το νόημα της αναλογικής ανταπόδοσης: «Η αναλογική ανταπόδοση πετυχαίνεται με τη διαγώνια σύζευξη» (1133a 5, 7-8).
 
Ο Αριστοτέλης θα διευκρινίσει αμέσως: «Ας υποθέσουμε ότι το α είναι ένας οικοδόμος, το β ένας τσαγκάρης, το γ ένα σπίτι, το δ ένα παπούτσι. Ο οικοδόμος λοιπόν πρέπει να πάρει από τον τσαγκάρη το προϊόν εκείνου, και ο ίδιος να δώσει σ’ εκείνον σε ανταπόδοση το δικό του προϊόν. Αν λοιπόν πρώτα καθοριστεί η αναλογική ισότητα των προϊόντων και ύστερα γίνει η αμοιβαία ανταλλαγή των προϊόντων, θα υπάρξει το αποτέλεσμα που είπαμε. Αν όχι, δε θα υπάρχει ισότητα στη συναλλαγή, και η σχέση δε θα κρατήσει· τίποτε, πράγματι, δεν εμποδίζει το προϊόν του ενός να είναι μεγαλύτερης αξίας από το προϊόν του άλλου· ανάγκη λοιπόν τα προϊόντα να γίνουν ίσα» (1133a 5, 8-16).

Κι αυτή είναι η ανάγκη που γέννησε το νόμισμα: «Γι’ αυτό και όλα τα πράγματα που ανταλλάσσονται πρέπει να μπορούν να συγκρίνονται κατά κάποιον τρόπο μεταξύ τους. Αυτός είναι ο λόγος που έκανε την εμφάνισή του το νόμισμα, και αυτό γίνεται κατά κάποιον τρόπο ένας ενδιάμεσος όρος· μετράει, πράγματι, τα πάντα, επομένως και την υπεροχή και την έλλειψη – πόσα, ας πούμε, παπούτσια έχουν ίση αξία με ένα σπίτι ή με μια συγκεκριμένη ποσότητα τροφίμων. Ο αριθμός λοιπόν των παπουτσιών που θα ανταλλαγούν με ένα σπίτι [ή με μια συγκεκριμένη ποσότητα τροφίμων] πρέπει να είναι όσος είναι και ο λόγος τους οικοδόμου προς τον τσαγκάρη. Γιατί αν δεν είναι έτσι, δε θα υπάρξει ούτε ανταλλαγή ούτε δοσοληψία» (1133a 5, 22-29).
 
Όταν ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι η ισοτιμία των παπουτσιών με το σπίτι πρέπει να είναι όση «και ο λόγος του οικοδόμου προς τον τσαγκάρη» δεν εννοεί φυσικά την ανωτερότητα της προσωπικότητας ή της ατομικής αξίας, αλλά του μόχθου που καταβλήθηκε σε σχέση με το παραγόμενο προϊόν. Γιατί άλλο μόχθο κατέβαλε ο οικοδόμος για ένα σπίτι κι άλλο ο τσαγκάρης για ένα ζευγάρι παπούτσια. Όπως θα ήταν άδικο να εξισωθεί ο καταβαλλόμενος μόχθος, έτσι θα ήταν άδικο να εξισωθούν και τα παπούτσια με το σπίτι. Ο τσαγκάρης, λοιπόν, πρέπει να καταβάλλει πολλά παπούτσια για να ισοσταθμίσει το σπίτι. Και ο αριθμός αυτών θα οριστεί επακριβώς από τη νομισματική αξία των δύο προϊόντων που θα συγκριθεί και θα υποδείξει τη διαφορά. Αν δε συνέβαινε αυτό, δε θα υπήρχαν ούτε ανταλλαγές ούτε δοσοληψίες.
 
Αποδεχόμενοι ότι χωρίς ανταλλαγές και δοσοληψίες δε θα μπορούσαν να καλυφθούν οι ανθρώπινες ανάγκες (καθιστώντας ανέφικτη την αυτάρκεια) γίνεται αντιληπτό ότι το νόμισμα, ως κοινά αποδεκτό μέτρο για την αξία, εξυπηρετεί τη μεγαλύτερη ανθρώπινη ανάγκη, δηλαδή την κάλυψη όλων των αγαθών που χρειάζεται. Ο Αριστοτέλης σημειώνει: «Η ενιαία αυτή μονάδα-μέτρο είναι στην πραγματικότητα η ανάγκη, η οποία συνέχει τα πάντα· γιατί αν οι άνθρωποι δεν είχαν καμία απολύτως ανάγκη, ή αν οι ανάγκες τους δεν ήταν ίδιες, τότε ή δε θα υπήρχε καμιά συναλλαγή ή δε θα ήταν ίδια – σαν ένα είδος ανταλλάξιμου αντιπροσώπου της ανάγκης δημιουργήθηκε με κοινή συμφωνία το νόμισμα· και είναι αυτός ο λόγος που λέγεται με αυτή τη λέξη, γιατί χρωστάει την ύπαρξή του όχι στη φύση, αλλά στο νόμο, και εξαρτάται από μας να το μεταβάλλουμε ή να το αχρηστεύσουμε» (1133a 5, 31-37).
 
Κι όπως ο νόμος είναι που δημιούργησε το νόμισμα, έτσι οφείλει να προστατεύσει και την ομαλή λειτουργία της αγοράς. Οφείλει δηλαδή να την προφυλάσσει από όλες τις περιπτώσεις αισχροκέρδειας και πάσης φύσεως ανεντιμότητας αποσκοπώντας στο δίκαιο των συναλλαγών με σεβασμό στην αποτίμηση της νομισματικής αξίας όλων των προϊόντων, όπως κατοχυρώνεται από το μέγεθος της ανθρώπινης εργασίας που πρέπει να καταβληθεί για την παραγωγή τους.

Και βέβαια, η αποτίμηση της αναλογικής αυτής αξίας πρέπει να είναι καθορισμένη από πριν, ώστε να είναι ξεκάθαρη και στα δύο μέρη που συναλλάσσονται: «Στο σχήμα όμως της αναλογίας δεν πρέπει να φτάσουν, αφού πρώτα θα έχουν κάνει την ανταλλαγή, αλλά όταν ο καθένας τους έχει ακόμη τα δικά του προϊόντα. Με αυτόν τον τρόπο οι δύο πλευρές είναι ίσες και μπορούν να κάνουν συναλλαγές, ακριβώς γιατί η ισότητα αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί στην περίπτωσή τους» (1133b 5, 1-5).
 
Πέρα από αυτό ο νόμος οφείλει, επίσης, να προστατεύει και το ίδιο το νόμισμα από τυχόν παραχαράξεις ή άλλους παράγοντες που μπορούν να υποβαθμίσουν την αξία του. Η σταθερότητα του νομίσματος είναι η εγγύηση των μελλοντικών συναλλαγών, αφού έτσι εξασφαλίζεται η ομαλότητα στην αγορά, η οποία θα κατοχυρώσει την ευρυθμία της παραγωγής προσφέροντας εχέγγυα για τη συνεχή εκπλήρωση όλων των αναγκών στους ανθρώπους της πόλης: «Όσο για τις μελλοντικές συναλλαγές, το νόμισμα είναι για μας ένα είδος εγγύησης ότι η ανταλλαγή θα μπορεί πάντοτε να γίνεται, αν υπάρχει ανάγκη, έστω κι αν τώρα δεν έχουμε ανάγκη κανενός πράγματος. Γιατί όταν ένας δίνει νόμισμα, πρέπει να μπορεί να πάρει αυτό που του χρειάζεται. Συμβαίνει όμως και στο νόμισμα ό,τι και στα άλλα αγαθά: δεν έχει πάντοτε την ίδια αξία· παρ’ όλα αυτά έχει σε μεγαλύτερο βαθμό την ιδιότητα να παραμένει σταθερό. Αυτός είναι ο λόγος που όλα τα αγαθά πρέπει να έχουν μια ορισμένη τιμή· γιατί τότε θα υπάρχει πάντοτε ανταλλαγή, κι αν θα υπάρχει ανταλλαγή, θα υπάρχουν και σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων» (1133b 5, 12-18).
 
Κατόπιν αυτών είναι απολύτως φανερό τι σημαίνει να πράττει κανείς το δίκαιο: «η δικαιοπραγία είναι το μέσον ανάμεσα στο να αδικούμε και στο να αδικούμαστε· γιατί “αδικούμε” θα πει: έχουμε περισσότερα από αυτό που μας ανήκει, και “αδικούμαστε” θα πει: έχουμε λιγότερα από αυτό που μας ανήκει. Η δικαιοσύνη είναι ένα είδος μεσότητας, όχι πάντως με τον ίδιο τρόπο όπως στις άλλες αρετές, αλλά με το νόημα ότι επιδιώκει και πραγματοποιεί το ίσον, ενώ η αδικία έχει σχέση με τα δύο άκρα» (1133b 5, 34-37 και 1134a 5, 1). Τα δύο άκρα είναι πάντα η υπερβολή και η έλλειψη που διαταράσσουν την αναλογική μεσότητα της δίκαιης ανταλλαγής.
 
Από κει και πέρα, ο ορισμός της αδικίας φαντάζει σχεδόν αυτονόητος: «Γι’ αυτόν τον λόγο η αδικία είναι υπερβολή και έλλειψη, γιατί από αυτήν ξεκινάει η υπερβολή και η έλλειψη: ενσχέσει με τον εαυτό του υπερβολή σε ό,τι είναι ολοκάθαρα ωφέλιμο και έλλειψη σε ό,τι είναι βλαβερό, ενώ ενσχέσει με τους άλλους γίνεται γενικά το ίδιο όπως στην προηγούμενη περίπτωση, μόνο που η παραβίαση της αναλογίας μπορεί να γίνεται σε βάρος της μιας ή της άλλης πλευράς – όπως τύχει. Όσο, τώρα, για την άδικη πράξη: αν ύστερα από αυτήν έχει κανείς το μικρότερο μέρος, θα πει ότι αδικείται, ενώ αν έχει το μεγαλύτερο μέρος, θα πει ότι αδικεί» (1134a 5, 10-16).
 
Σε τελική ανάλυση, ο νόμος, ως θεσμοθετημένο σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης, είναι το μοναδικό εχέγγυο που μπορεί να εξασφαλίσει την τήρηση της αμοιβαιότητας στις συναλλαγές – μαζί βέβαια με τους εκπροσώπους του, τους δικαστές και τους ελεγκτές που θα επιβλέπουν τη λειτουργία της αγοράς. Ο νόμος που αντί να αποβλέπει στην ισοτιμία μόχθου και χρήματος στις αξίες που παράγονται ευνοεί συγκεκριμένα συμφέροντα ή ομάδες ανθρώπων, ώστε να αμείβονται υπέρογκα σε σχέση με αυτό που πράγματι προσφέρουν, είναι ο νόμος της αδικίας και της εκμετάλλευσης. Ένας τέτοιος νόμος δεν μπορεί να λέγεται πολιτικό δίκαιο, αφού βάζει τα συμφέροντα μερικών πιο ψηλά από εκείνα του συνόλου. Κι αυτή είναι η ουσία της αυταρχικότητας. Τέτοιοι νόμοι αρμόζουν περισσότερο σε τυραννίες κι όχι σε πόλεις ελεύθερων ανθρώπων.
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια

Το βασανιστήριο της σιωπής στα ζευγάρια

Μια από τις πιο στενόχωρες και ενοχλητικές εικόνες στις σχέσεις των ζευγαριών, είναι εκείνη των δύο συντρόφων που δειπνούν βυθισμένοι σε εχθρική σιωπή.

Αυτό δείχνει καθαρά την αμετάκλητη διάλυση της σχέσης, η οποία, σ' αυτό το σημείο, φαίνεται ότι βρίσκεται μέσα σ' ένα απερίγραπτο εσωτερικό κενό.   

Η σκηνή συνήθως περιλαμβάνει έναν άνδρα, που κάθεται σιωπηλός και περιμένει σαδιστικά την αναπόφευκτη ερώτηση της συντρόφου:

"Τι σκέφτεσαι;".

"Τίποτε" είναι η συνήθης απάντηση, αν υπάρξει απάντηση...

Η σιωπή είναι έκφραση καταδίκης πολύ πιο ταπεινωτικής από οποιαδήποτε λεκτική κρίση, γιατί αρνείται τη σχέση καταργώντας κάθε πιθανή ευκαιρία, κάθε δυνατότητα άμυνας.

Κι αφού η σχέση ανήκει στον θηλυκό κόσμο, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι αυτή η μέθοδος χρησιμοποιείται εναντίον των γυναικών...

Αλλά η επιθυμία και η αναζήτηση της σχέσης είναι έμφυτη στον άνθρωπο και το θηλυκό διαθέτει μεγαλύτερη ικανότητα για σχέσεις απ΄ ότι το αρσενικό, διότι, όπως υποστήριξε ο Neumann, η σχέση του θηλυκού με τη μητέρα διαρκεί πολύ περισσότερο από ό,τι του αρσενικού, το οποίο επειδή πρέπει να αναπτύξει διαφορετική σεξουαλική ταυτότητα, αποσύρεται συντομότερα από τη μητρική σχέση.

Στη δυναμική του ζευγαριού, η αντίδραση του αρσενικού είναι συχνά ανεπαρκής, παιδαριώδης, αστεία...

Η σιωπή στο ζευγάρι σκοτώνει, εξουδετερώνει τον άλλο, αρνείται την ίδια του την παρουσία και σιγά-σιγά τον σπρώχνει προς μια διάσταση ανυπαρξίας...Όταν μας υποβάλλουν σε τέτοια εχθρική σιωπή αρχίζουμε να αμφιβάλλουμε για τα πάντα: υπάρχουμε ακόμη;

Στέλνουμε μηνύματα, προωθούμε ερωτήματα, αλλά όλα μας επιστρέφονται αναλλοίωτα μέσα στη σιωπή.

Θύματα είναι εν γένει οι γυναίκες, γιατί αυτές έχουν μεγαλύτερη τάση προς τη σχέση. Αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί ο αριθμός των γυναικών που αναζητούν ψυχοθεραπεία είναι σταθερά μεγαλύτερος από αυτό των ανδρών.

Οι γυναίκες πασχίζουν να ξεφύγουν από την ακινησία της μη επικοινωνίας...Οι λέξεις είναι η πρώτη ύλη της ανθρώπινης επικοινωνίας και κάθε παθολογική αλλοίωση αυτής της δυναμικής καθηλώνει τους συνομιλητές μέσα σε ένα οδυνηρό κενό επαφής.

Σε άλλα άτομα οι ψυχολογικές διαταραχές εκδηλώνονται με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο, δηλαδή με ακατάσχετη φλυαρία που έχει ως αποτέλεσμα το ίδιο κενό επαφής και ουσίας.

Η σιωπή όμως παραμένει το πιο ισχυρό και καταστροφικό όπλο, γιατί επιβάλλει μια καταδίκη χωρίς περιθώρια έφεσης, που δημιουργεί σ' αυτόν που την υφίσταται ενοχές τόσο πιο βασανιστικές, όσο πιο ανεξήγητες και αβάσιμες είναι.

Η σιωπή μας κάνει να νιώθουμε "τιμωρημένοι" χωρίς να ξέρουμε το γιατί... Η σιωπή μπορεί να είναι κυριολεκτικά, υπερβολικά "σκληρή", "ωμή", μπορεί να περιέχει ένα ισχυρό σαδιστικό στοιχείο, παρόλο που αυτός που τη χρησιμοποιεί εμφανίζεται σαν θύμα, αντιστρέφοντας τους ρόλους μέσω μιας εξόχως απορριπτικής και "παθητικής" επιλογής.

Γιατί ο έρωτας είναι μια αρρώστια και μια καταστροφή

Ο Βρετανός καθηγητής νευροβιολογίας και νευροαισθητικής στο Πανεπιστημιακό Κολέγιο του Λονδίνου (Unıversity College London) Σεμίρ Ζέκι, περιγράφει τι συμβαίνει στον εγκέφαλο των ανθρώπων, όταν ερωτεύονται, και παράλληλα μιλάει για τον "μηχανισμό αγάπης" του εγκεφάλου, για τις ορμόνες, οι οποίες καθορίζουν τη μονογαμικότητα ή την πολυγαμικότητα, αλλά και για την "αρρώστια του έρωτα".
   
«Ο έρωτας είναι μια αρρώστια και μια καταστροφή, αλλά επιθυμητή καταστροφή. Ο άνθρωπος, όταν ερωτεύεται, χάνει την κρίση του, αλλά μόνο σε ό,τι αφορά το πρόσωπο με το οποίο είναι ερωτευμένος. Γι' αυτό, όταν είναι τόσο παθιασμένα ερωτευμένος και θέλει να παντρευτεί είναι καλύτερα να περιμένει μέχρι να κατευνάσει ο έρωτας», υποστηρίζει ο καθηγητής.
 
Ο έρωτας είναι μια αρρώστια και μια καταστροφή, αλλά επιθυμητή καταστροφή. Ο άνθρωπος, όταν ερωτεύεται, χάνει την κρίση του, αλλά μόνο σε ό,τι αφορά το πρόσωπο με το οποίο είναι ερωτευμένος.
 
Ο καθηγητής, με τη χρήση νευροαπεικονιστικών τεχνικών, όπως η λειτουργική μαγνητική τομογραφία, έχει μελετήσει το νευρωνικό υπόβαθρο συναισθηματικών καταστάσεων, όπως είναι η επιθυμία του έρωτα και η απόλαυση της ομορφιάς.
 
Τι συμβαίνει στον ανθρώπινο εγκέφαλο, στον εγκέφαλο μιας γυναίκας ή ενός άντρα όταν είναι ερωτευμένος; Συμβαίνει το ίδιο και στα δύο φύλα;
 
Σύμφωνα με τον καθηγητή, όταν ένας άντρας ή μια γυναίκα κοιτάει τη φωτογραφία κάποιου με τον οποίο είναι ερωτευμένος, η δραστηριότητα είναι στα ίδια τμήματα του εγκεφάλου και των δύο.
Αυτό εκπλήσσει, διότι ο έρωτας, ενώ είναι μια εμπειρία που απασχολεί όλους, εμπλέκει μικρά τμήματα και περιορισμένες περιοχές του εγκεφάλου.
 
Αλλά αυτές οι περιορισμένες περιοχές συνδέονται με διάφορες άλλες περιοχές του εγκεφάλου.
 
Ουσιαστικά, όμως, στο επίπεδο του έρωτα, δεν ανακαλύπτουμε καμία αλλαγή στους εμπλεκόμενους μηχανισμούς του εγκεφάλου μιας ερωτευμένης γυναίκας ή ενός ερωτευμένου άντρα.
 
Αν, όμως, κοιτάξουμε "τη φιλολογία του έρωτα", βρίσκουμε ότι εκφράζεται το ίδιο συναίσθημα ανάμεσα τους, και από τον άντρα και από τη γυναίκα.
 
Άρα ποια είναι αυτή η αίσθηση, αυτή η καθοριστική ιδιότητα του ρομαντικού έρωτα (αγάπης); Πολύ απλά, είναι η επιθυμία της ένωσης με την εραστή.
 
Αυτό υπάρχει από την εποχή του Πλάτωνα, στο Συμπόσιο, μέχρι και τους πιο πρόσφατους καιρούς και από το αν αυτό γράφτηκε από άντρα ή από γυναίκα.
 
Τι συμβαίνει με την αγάπη των γονιών στα παιδιά;
 
Η επίδραση της αγάπης στον εγκέφαλο είναι η ίδια σε κάθε περίπτωση;
 
Ο κος Ζέκι αναφέρει πως υπάρχει ένας σύστημα αγάπης στον εγκέφαλο με παραλλαγές.
 
Έτσι, όταν κοιτάει κανείς τη φωτογραφία του παιδιού του, δραστηριοποιούνται τα ίδια τμήματα του εγκεφάλου που δραστηριοποιούνται κι όταν βλέπει τον ρομαντικό σύντροφό του.
 
Όμως, υπάρχουν μικρές διαφορές- π.χ. στον ρομαντικό έρωτα, δραστηριοποιείται ο υποθάλαμος που εμπλέκεται με τη σεξουαλική δραστηριότητα και αυτό δεν υπάρχει στην περίπτωση της μητρικής αγάπης.
 
Στη μητρική αγάπη, η δραστηριότητα είναι σε περιοχές του εγκεφάλου που είναι σημαντικές για τη γαλουχία, για τον θηλασμό, πράγμα που δεν υπάρχει στην περίπτωση του ρομαντικού έρωτα.
 
Όμως, πέρα από αυτό, αν π.χ. είναι κανείς ομοφυλόφιλος ή ετεροφυλόφυλος, όταν είναι ερωτευμένος, η δραστηριότητα στον εγκέφαλο είναι πάλι η ίδια.
 
Όμως, μιλάμε για αγάπη, δεν μιλάμε για σεξουαλικότητα. Δεν έχω μελετήσει τη σεξουαλικότητα, αλλά δεν έχω αμφιβολία πως υπάρχουν διαφορές μεταξύ αρσενικών ή θηλυκών.
 
Τι συμβαίνει με τις ορμόνες;
Ο ρομαντικός έρωτας - η ρομαντική αγάπη δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη σεξουαλικότητα, όμως η σεξουαλικότητα μπορεί να διαχωριστεί από τη ρομαντική αγάπη.
 
Όπως σχολιάζει ο κος Ζέκι, οι περιοχές τους εγκεφάλου που δραστηριοποιούνται κατά τη διάρκεια επεισοδίων σεξουαλικής έξαψης είναι διαφορετικές από τις περιοχές που εμπλέκονται με τον ρομαντικό έρωτα.
 
Υπάρχουν δύο ή τρεις κρίσιμες νευρο-ορμόνες που εμπλέκονται και αυτές συνδέονται μεταξύ τους, π.χ. υπάρχει η ντοπαμίνη που είναι ένα είδος ορμόνης επιβράβευσης, αλλά έχει και πολλές άλλες λειτουργίες.
 
Μετά υπάρχει η σεροτονίνη που συνδέεται με την ντοπαμίνη, επειδή όταν η συγκέντρωση της ντοπαμίνης αυξάνεται, η σεροτονίνη μειώνεται.
 
Και μετά υπάρχουν η βασοπρεσίνη και η οξυτοκίνη.
 
Έχει αποδειχτεί, ότι η βασοπρεσίνη εκφράζεται στον άντρα αμέσως μετά τη γέννηση του παιδιού, συνδέεται με την οικογένεια και κρατώντας μακριά οποιονδήποτε άλλον. Η οξυτοκίνη είναι αρκετά σημαντική για τις γυναίκες, για τον θηλασμό.
 
Ανακαλύπτουμε, ότι τα ζώα, που έχουν πολλούς υποδοχείς της οξυτοκίνης, έχουν την τάση να είναι πολύ μονογαμικά, π.χ. ζώα όπως οι αρουραίοι, που έχουν χαμηλή συγκέντρωση υποδοχέων της οξυτοκίνης έχουν πολυγαμική τάση.
 
Επομένως, το αν ο αρουραίος έχει ένα σύντροφο ή μερικούς συντρόφους, πράγματι εξαρτάται από τη συγκέντρωση της οξυτοκίνης.
 
Έτσι, αν πάρετε ένα ζώο με μεγάλο αριθμό υποδοχέων της οξυτοκίνης και με κάποιο είδος χειραγώγησης μειώσετε την έκκριση της οξυτοκίνης, γίνονται επίσης πολυγαμικά.
 
Είναι ο έρωτας αρρώστια;
"Ναι, απολύτως." υπογραμμίζει ο καθηγητής: Ο έρωτας είναι καταστροφή, αλλά μια πολύ επιθυμητή καταστροφή.
 
Ο Πλάτων τον έχει περιγράψει ως τρέλα (μανία), που είναι όμως ένα καλό είδος τρέλας.
 
Γιατί είναι αρρώστια; Είναι αρρώστια εξαιτίας διάφορων βιολογικών αιτίων.
 
Τι συμβαίνει, όταν ερωτεύονται οι άνθρωποι; Χάνουν την κρίση τους.
 
Ειδικά σε ό,τι αφορά το πρόσωπο που αγαπούν, που έχουν ερωτευτεί.
 
Όταν είναι μαθηματικοί δεν χάνουν την κρίση τους σε ό,τι αφορά τα μαθηματικά, αλλά χάνουν την κρίση τους για το άτομο με το οποίο είναι ερωτευμένοι. Έτσι, έχουν μικρότερη κρίση.
 
Δεν είναι καλό να λες σε κάποιον που αγαπάει μια κοπέλα, την οποία δεν εγκρίνει η οικογένειά του, είτε επειδή έχει διαφορετική κουλτούρα ή διαφορετική κοινωνική θέση; "τι κάνεις, είσαι τρελός και θέλεις να την παντρευτείς".
 
Δεν είναι καλό να το λες γιατί έχει χάσει την κρίση του.
 
Ποια είναι η βιολογική αιτία γι' αυτό;
 
Αν ο γάμος περιορίζεται αποκλειστικά ανάμεσα σε ανθρώπους της ίδιας φυλής, της ίδιας τάξης του ίδιου οικονομικού και πολιτισμού υπόβαθρου, θα μειωθεί φυσικά και η ποικιλομορφία.
 
Από αυτή την άποψη υπάρχει θετική βιολογική ανάπτυξη...
 
Αλλά υπάρχει μια σύμπτωση σε αυτό, επειδή οι άνθρωποι χάνουν την κρίση τους, όταν είναι παθιασμένα ερωτευμένοι, η χειρότερη ώρα για να παντρευτούν είναι, όταν είναι παθιασμένα ερωτευμένοι.
 
Υπάρχει ένας "γάμος λογικής" και ένας "γάμος από έρωτα". Είναι δύο διαφορετικές κατηγορίες και ακόμη και η καθολική εκκλησία, που είναι αντίθετη με το διαζύγιο, στο κανονικό δίκαιο λέει ότι αν δεν είσαι σε θέση να έχεις κρίση την ώρα που τελείται ο γάμος, τότε αυτός μπορεί να ακυρωθεί, και το διαζύγιο είναι ακύρωση.
 
Επομένως, εάν κάποιος είναι τόσο παθιασμένα ερωτευμένος, ώστε αυτό να τον κάνει άρρωστο, και θέλει να παντρευτεί, θα πρέπει να περιμένει ώστε ο έρωτάς του να είναι σε επίπεδο που δεν θα είναι ρομαντικός παθιασμένος έρωτας. 
 
Νομίζω πως αυτό μπορεί να συμβεί μετά από 3 ή 7 χρόνια, μετά η στάση αλλάζει.
 
Αλλά, αν κοιτάξετε τις στατιστικές, στη Δύση, το 32% των ζευγαριών παίρνουν διαζύγιο.
 
Αν σε αυτούς προσθέσουμε και τον αριθμό των ανθρώπων που δεν χωρίζουν είτε επειδή δεν μεγάλωσαν τα παιδιά, είτε για οικονομικούς λόγους ή για κοινωνικούς λόγους -κυρίως στην επαρχία- βλέπουμε ότι μεγάλος αριθμός ανθρώπων δεν είναι ικανοποιημένος με τη ρομαντική κατάσταση, με την ερωτική τους ζωή.