Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

Ψυχανάλυση – Το συνειδητό και το ασυνείδητο

Ο Φρόυντ δεν ήταν το πρώτο πρόσωπο που έγραψε για το ασυνείδητο. Η έννοια ότι υπάρχουν διανοητικές διαδικασίες, οι οποίες επηρεάζουν τη συμπεριφορά μας αλλά που δεν είναι προσιτές στο συνειδητό, λογικό μυαλό, είναι παρούσα σε μια σειρά κειμένων που χρονολογούνται από τους κλασσικούς χρόνους. Εντούτοις, κανένας πριν τον Φρόυντ δεν είχε κάνει μια συστηματική μελέτη αυτής της ιδέας και βεβαίως κανένας πριν τον Φρόυντ δεν τόλμησε να προτείνει ότι:

Οι διανοητικές διαδικασίες είναι, πολύ κατά ένα μεγάλο μέρος, ασυνείδητες και ότι το συνειδητό, το λογικό μυαλό είναι μόνο η κορυφή ενός παγόβουνου, ένα μικρό νησί από συνείδηση στο μεγάλο ωκεανό του ασυνείδητου. Κατέληξε σε αυτήν την πεποίθηση στα 1890, που ξετύλιξε βαθμιαία καθώς θεράπευε τους υστερικούς και νευρωτικούς ασθενείς του και επίσης από αυτά που ανακάλυψε καθώς πέρασε μια περίοδο έντονης ενδοσκόπησης και αυτό-ανάλυσης, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του πατέρα του, το 1896.

Με τους ασθενείς η ύπνωση είχε λειτουργήσει αρχικά, όπως στην περίπτωση της από Άννας Ο., φέρνοντας κατασταλμένες μνήμες στην επιφάνεια του συνειδητού. Στις αρχές του 1890 ο Φρόυντ χρησιμοποίησε την “τεχνική πίεσης” για να κινηθούν οι ασθενείς του προς την πρόσβαση του κατασταλμένου ασυνείδητου υλικού. Καθώς αυτοί κάθονταν επάνω στον σύντομα διάσημο καναπέ του, στην Berggasse 19 της Βιέννης, πίεζε το χέρι του στα μέτωπά τους και απλά τους ερωτούσε, ενθαρρύνοντάς τους να ξεγλιστρήσουν από τη λογοκρισία που τους επιβάλλεται από το λογικό νου.
 
Τελικά υιοθέτησε την τεχνική των “ελεύθερων συνειρμών“. Κάθονταν έξω από θέα των ασθενών και λέγοντας μόνο όσο λίγα ήταν απαραίτητα για να κρατήσει τη συζήτηση, ο Φρόυντ τους επέτρεπε να αποκαλύπτουν οπουδήποτε πήγαινε το μυαλό τους, χωρίς το φόβο της κρίσης, της καταδίκης ή του εμπαιγμού. Η μια σκέψη οδηγούσε στην άλλη και η διαδικασία πήρε τον Φρόυντ και τους ασθενείς του σε εκπληκτικές κατευθύνσεις. Το υλικό που προέκυψε από αυτές τις συνεδρίες, έθεσε τις βάσεις για τις ιδέες του Φρόυντ σχετικά με την σεξουαλική ανάπτυξη και το διαχωρισμό μεταξύ συνειδητού και ασυνείδητου. Το ασυνείδητο ήταν το αποτέλεσμα της καταστολής και το τι καταστάληκε ήταν όλες εκείνες οι σκέψεις, οι επιθυμίες και τα συναισθήματα που ο συνειδητός εαυτός βρίσκει απαράδεκτα.

Τα μυαλά των ασθενών του Φρόυντ ήταν διαιρεμένα μυαλά. Υπήρχε το μέρος (το συνειδητό) που γνώριζε τις σκέψεις και τις επιθυμίες του. Υπήρχε και το πολύ μεγαλύτερο μέρος που αποκαλύφθηκε από τους ελεύθερους συνειρμούς (το ασυνείδητο) το οποίο ήταν μια αποθήκη, δύσκολη στην πρόσβαση, όπου οι ασθενείς κρατούσαν όλες τις σκοτεινές και μύχιες σκέψεις και επιθυμίες τους.
 
Γιατί ήταν τόσο πολλές σκέψεις και επιθυμίες των ασθενών του, απαράδεκτες σε αυτούς; Ο Φρόυντ υπέβαλε την ιδέα δύο αντιτιθέμενων αρχών που βρίσκονται πίσω από τη συμπεριφορά.
  • Η “αρχή της απόλαυσης” είναι αυτό που μας κυβερνά στη γέννηση και αυτή η αρχή μας ωθεί προς την στιγμιαία ικανοποίηση όλων των επιθυμιών μας.
  • Δεδομένου ότι μεγαλώνουμε και ανακαλύπτουμε ότι πρέπει να ζήσουμε και να προσαρμοστούμε, στο φυσικό κόσμο και τους άλλους ανθρώπους, η “αρχή της πραγματικότητας” μπαίνει σε λειτουργία.
Η αναβολή της ικανοποίησης φαίνεται να είναι μια πολιτιστική ανάγκη.

Ειδικότερα η σεξουαλική ορμή, που ο Φρόυντ αποκάλεσε “λίμπιντο“, αυτή η απείθαρχη ορμή που θεώρησε ως κεντρικό κίνητρο για το μεγαλύτερο μέρος της συμπεριφοράς, πρέπει να αναπροσανατολιστεί σε κοινωνικά αποδεκτά κανάλια.

Η διανοητική υγεία, σύμφωνα με Φρόυντ, είναι εξαρτώμενη από το πόσο επιτυχημένοι είναι οι άνθρωποι στον αναπροσανατολισμό της λίμπιντο σε κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά.

Οι νευρωτικοί και υστερικοί ασθενείς του, είχαν αποτύχει να βρουν επιτυχή μέσα αναπροσανατολισμού της λίμπιντο. Η σύγκρουση μεταξύ της “αρχής της απόλαυσης” και της “αρχής της πραγματικότητας” ήταν εκκρεμής – ανεπίλυτη, και το αποτέλεσμα ήταν η ασθένειά τους. Μόνο με την πρόσβαση στο κατεσταλμένο υλικό στο ασυνείδητό τους και την εργασία μέσα από αυτό, θα μπορούσε να επιτευχθεί το λύσιμο της σύγκρουσης και η διανοητική ασθένεια να υπερνικηθεί.

Κατόπιν, η νευρωτική δυστυχία θα μπορούσε να μετατραπεί στη συνηθισμένη ανθρώπινη στεναχώρια. Αλλά, φυσικά, η σύγκρουση ανάμεσα στο συνειδητό και στο ασυνείδητο δεν περιορίστηκε μόνο στην υστερία και στη νεύρωση.

Αυτό που πρότεινε ο Φρόυντ δεν ήταν μόνο μια περίληψη του “άρρωστου μυαλού” αλλά και μια γενική δομή του ανθρώπινου νου. Αυτό είπε με την Ψυχανάλυση. Απλά οι νευρώσεις παρείχαν ιδανικές ευκαιρίες για έναν μεγαλοφυή επιστήμονα όπως αυτός, ώστε να φωτίσει αυτή τη γενική ψυχική δομή.

Υπήρξαν βέβαια και άλλα καθοδηγητικά σημεία στη σύλληψη της διαίρεσης ανάμεσα στο συνειδητό και στο ασυνείδητο. Κυρίως όμως υπήρξαν τα όνειρα.

Αποδοχή

Δεν χρειάζεται να σου αρέσει αυτό που συμβαίνει στη ζωή σου, όμως πρέπει να αποδεχτείς, ότι συμβαίνει. Όσο ο άνθρωπος δεν αποδέχεται την πραγματικότητα είναι αδύναμος να διακρίνει το ρόλο του, και πώς έχει συμβάλει στη διαμόρφωσή της. Η ανικανότητα να αποδεχτεί κάποιος την πραγματικότητα, ισοδυναμεί με την άρνηση να κάνει μια συνειδητή επιλογή.

«Όταν δεν επιλέγεις, ζεις σε έναν αυτόματο πιλότο. Γίνεσαι ένα θύμα των περιστάσεων.» Αποδοχή σημαίνει απλά, αναγνώριση. Όταν αναγνωρίζεις κάτι, το βλέπεις έτσι όπως είναι πραγματικά.

Όλες μας οι εμπειρίες, ανεξαρτήτως του πόσο άσχημες είναι, είναι προσωρινές. Η αποδοχή μιας εμπειρίας, σαν μιας προσωρινής κατάστασης, μπορεί να κάνει πολύ πιο εύκολη τη διαχείριση της.

Δεν σημαίνει ότι δεν θα σου προκαλέσει προσωρινά ίσως κάποια αρνητικά συναισθήματα θυμού, πόνου, ή φόβου. Όμως όταν αντιμετωπίζεις μια κατάσταση, με τη γνώση ότι είναι προσωρινή, είναι πιο εύκολο να τη διαχειριστείς με πιο ήρεμο νου.

Η αποδοχή επίσης, είναι ένας εισιτήριο εξόδου από τον θυμό και το φόβο. Σε πηγαίνει από εκεί που βρίσκεσαι στο σημείο που θέλεις να βρεθείς, πολύ πιο γρήγορα.

Αποδέχομαι κάτι, δεν σημαίνει ότι το εγκρίνω. Ούτε και ότι δεν θα επηρεαστώ από αυτό που συμβαίνει. Αποδέχομαι, σημαίνει απλά ότι μπορώ να ‘’παραδοθώ’’ στην πραγματικότητα χωρίς να αντιστέκομαι και να εθελοτυφλώ, ώστε να δω τι πραγματικά συμβαίνει.

Αφαιρώντας λοιπόν την αντίσταση και την άρνηση και κυρίως τον έλεγχο ή την επιθυμία μου να συνέβαινε κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά συμβαίνει, αφαιρώ κάθε επιπλέον συναισθηματική φόρτιση, η οποία θα με δυσκολέψει ακόμα περισσότερο.

Μέσα από την αποδοχή, μπορώ να κάνω μια σοφότερη επιλογή. Γιατί βγαίνω από μια φαντασίωση που έχω δημιουργήσει στο μυαλό μου, και που μπορεί φαινομενικά να με προστατεύει, και μπαίνω στον πραγματικό κόσμο των γεγονότων και της αλήθειας.

Όταν περνάμε στην κατάσταση της αποδοχής, μπορεί να σημαίνει ότι κάτι που πρότερα ήταν κρυφό, τώρα αποκαλύπτεται σε εμάς. Σημαίνει ότι καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση, και να δείξουμε από τι πραγματικά είμαστε φτιαγμένοι.

Και κυρίως, ότι έχουμε τη δύναμη και όλα τα απαραίτητα εφόδια για να το κάνουμε. Η άρνηση, προέρχεται πολλές φορές, από τη λανθασμένη πεποίθηση ότι δεν μπορούμε να διαχειριστούμε την αλήθεια. Ότι δεν θα την αντέξουμε. Όμως πολλές φορές, αναδύεται μέσα μας ένα ανυποψίαστο απόθεμα δύναμης, όταν η ζωή μας βάζει σε μια δοκιμασία. Η αποδοχή, είναι μια πράξη θάρρους.
«Αποδοχή, είναι η θαρραλέα επιλογή να κάνεις αυτό που ξέρεις ότι πρέπει να κάνεις, προτού ασκηθεί επάνω σου δύναμη.»

Όταν αποδεχόμαστε, δείχνουμε την προθυμία μας, να κάνουμε πλέον μια συνειδητή επιλογή. Και τιμάμε με αυτόν τον τρόπο τις αξίες μας, την σοφία, τη δύναμη και το πνεύμα μας.

Αποδοχή σημαίνει ότι είμαστε πρόθυμοι να δούμε τους άλλους, όπως πραγματικά είναι. Κι όχι όπως θα θέλαμε να είναι. Και ταυτόχρονα, να διατηρούμε την πίστη, πως ανεξαρτήτως του τι θα συμβεί, εμείς θα βρούμε έναν τρόπο να είμαστε καλά.

Όταν αποδεχόμαστε τις επιλογές των άλλων, δείχνουμε τη δύναμη, να περάσουμε μέσα από αυτή τη δοκιμασία. Επιτρέπουμε στους άλλους να έχουν την ελευθερία να είναι αυτοί που πραγματικά είναι, όμως ταυτόχρονα, επιτρέπουμε και στον εαυτό μας να έχει την ελευθερία της επιλογής.

Της επιλογής, εκείνου που είναι ωφέλιμο για εμάς, και τιμάει τον πραγματικό μας εαυτό. Όπως επίσης και να απομακρύνουμε οτιδήποτε βλάπτει την ψυχική μας ηρεμία. Μα για να συμβεί αυτό, πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι, να αντικρίσουμε την πραγματικότητα. Και να εμπιστευτούμε.

Μόνο όταν δούμε την πραγματικότητα έτσι όπως είναι, μπορούμε να κάνουμε τα απαραίτητα βήματα για να προστατέψουμε τον εαυτό μας. Όταν αποδεχόμαστε αυτό που είναι, τότε αποκτάμε επίγνωση και για αυτό που δεν είναι.

Όταν γνωρίζουμε και αξιολογούμε τι πραγματικά συμβαίνει, τότε μόνο μπορούμε να προσδιορίσουμε και τι πρέπει να κάνουμε. Η αποδοχή απαιτεί εμπιστοσύνη. Και υπομονή. Πρέπει να εμπιστευτείς τον εαυτό σου τόσο, ώστε να ξέρεις πως θα κάνεις τη σωστή επιλογή.

Και πως το σύμπαν, ο θεός ή όποια είναι η ανώτερη δύναμη στην οποία πιστεύει ο καθένας, θα σε εφοδιάσει με οτιδήποτε χρειαστείς, για να κάνεις αυτό που πρέπει να κάνεις.

Μπορεί να σημαίνει ότι καλείσαι να έχεις υπομονή. Να έχεις υπομονή στο θυμό ή στον φόβο σου. Πρέπει να αποδεχτείς, πως αυτό που έχεις να κάνεις, μπορεί να μην είναι εύκολο, είναι όμως το σωστό.
Το παλιό σου έχει υποσχεθεί, οι υποσχέσεις όμως δεν έχουν εκπληρωθεί. Ο άνθρωπος, πολλές φορές προτιμάει το παλιό, αντί το καινούριο. Γιατί το παλιό είναι γνώριμο. Είναι οικείο. Είναι όμως και μίζερο. Μόνο το καινούριο υπάρχει πιθανότητα να σου φέρει ευδαιμονία. Ο μοναδικός τρόπος για να μάθεις, είναι να το επιτρέψεις. – Osho

Αν θες να αλλάξει η ζωή σου εγκατέλειψε τις προσκολλήσεις σου

Αποτέλεσμα εικόνας για Αν θες να αλλάξει η ζωή σου εγκατέλειψε τις προσκολλήσεις σουΌλοι οι άνθρωποι αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στο να μείνουν προσκολλημένοι σε κάτι ή να το εγκαταλείψουν. Συνήθως μένουμε προσκολλημένοι στα όνειρά μας, στις ελπίδες μας, στον τρόπο που ζούμε και τη φιλοσοφία που έχουμε για τη ζωή. Όμως μέσα σε όλα αυτά υπάρχουν ίχνη του Εγώ που τις περισσότερες φορές δεν τα αντιλαμβανόμαστε.

Το εγώ συνηθίζει να «έχει δίκιο» και γι’ αυτό παραμένει προσκολλημένο σε πρόσωπα και καταστάσεις για λανθασμένους λόγους.

Σκεφτείτε πόσες δυστυχισμένες σχέσεις διατηρούνται γύρω μας επειδή ο ένας σύντροφος επιμένει να αποδείξει στον άλλο την αξία του. Να αποδείξει πως είναι σωστός και πως το δίκιο είναι με το μέρος του.

Με αυτό τον τρόπο αναπτύσσονται σχέσεις κυριαρχίας και χειριστικότητας που μας απομακρύνουν από την αγάπη και μας οδηγούν σε τέλμα. Κι όταν η αγάπη θυσιάζεται στο βωμό της σύγκρουσης τότε είναι αναπόφευκτο κάποια στιγμή να παρουσιαστεί ο πόνος στο σώμα και η θλίψη να κυριεύσει τις σκέψεις, τις στιγμές, τη ζωή μας. Ακόμα και ένα τεράστιο εγώ μπορεί να ισοπεδωθεί από τον πόνο και την θλίψη.

Και ευτυχώς, γιατί τότε υπάρχει μια πιθανότητα να σκεφτούμε ότι κάτι δεν πάει καλά όχι μόνο με τους άλλους αλλά και με μας τους ίδιους. Τότε υπάρχει μια πιθανότητα να νικήσουμε την επιθυμία μας να αποδείξουμε ότι έχουμε δίκιο και να αναρωτηθούμε τι συνέβη και χάσαμε τη χαρά μας. Τι συνέβη και δεν έχουμε πια αγάπη, αρμονία, ισορροπία και γαλήνη στη ζωή μας. Τότε υπάρχει μια πιθανότητα να αναρωτηθούμε: Αυτή τη ζωή θέλω να ζω; Κι αυτή η ερώτηση είναι το κλειδί που θα ανοίξει την πόρτα για την αλλαγή ώστε να μπορέσουμε να δούμε τον εαυτό μας και να αντιληφθούμε την επιθυμία της Ψυχής μας. Γιατί το «θέλω»  της Ψυχής δεν έχει καμιά σχέση με το τι θέλει το μυαλό, το Εγώ.

Όμως, είναι αδύνατον να ζήσουμε σύμφωνα με την επιθυμία της ψυχής χωρίς να εγκαταλείψουμε ότι έχει κτίσει και έχει ισχυροποιήσει το Εγώ μας. Είναι αδύνατο να φέρουμε την αλλαγή στη ζωή μας χωρίς να εγκαταλείψουμε προσδιορισμούς, προσκολλήσεις, εγωισμό, κακία, ανευθυνότητα, τάσεις για κριτική, για σύγκρουση, για κατηγόρια. Μόνο αν δώσουμε χώρο στην αποδοχή, την κατανόηση, την αγάπη, την συγχώρεση, στο θάρρος να δοκιμάσουμε το καινούριο, μόνο τότε η αλλαγή θα έρθει να μας συναντήσει και να μας οδηγήσει στο δρόμο της ψυχής μας.

Η ΖΩΗ δεν είναι μονόδρομος. Πάντα στην καθημερινότητα μας θα έχουμε την επιλογή του «είτε αυτό/είτε εκείνο». Είναι στο χέρι μας το αν θα μπούμε, πόσο γρήγορα θα μπούμε και με ποιο τρόπο θα βαδίσουμε το μονοπάτι της Ψυχής μας ώστε να απλωθεί φως στα σκοτάδια του μυαλού μας και να μας πλημμυρίσει γαλήνη.

Κάτι που θα μας βοηθήσει να το καταφέρουμε αυτό είναι να αναπτύξουμε την ικανότητα της συμπόνιας.

Η συμπόνια είναι μια ανεκτίμητη αρετή και εδραιώνει την παρουσία της αγάπης στη ζωή μας. Μας προσφέρει την ικανότητα να μπορούμε να κατανοήσουμε τι έφερε τον άλλον στην κατάσταση που βρίσκεται και να του φερθούμε με τον τρόπο που χρειάζεται.  Μπορεί κάποιος να χρειάζεται λόγια υποστήριξης ή μια ιδέα που θα του γεννήσει καινούριες ιδέες μέσα του ή μια αγκαλιά για να νιώσει ζεστασιά ή χώρο για να μιλήσει ή απλά ένα βλέμμα αποδοχής.

Συμπόνια σημαίνει να είμαστε εκεί συνειδητά για να του δώσουμε αυτό που χρειάζεται ξεχνώντας το δικά μας προβλήματα, την δική μας άποψη, σβήνοντας από το χάρτη του μυαλού μας όλες τις προηγούμενες πληροφορίες. Επιτρέπουμε να συναντηθούν οι καρδιές μας και αφουγκράζομαι τις σιωπές που υπάρχουν μεταξύ μας. Συμπορευόμαστε για όσο χρειάζεται στο μονοπάτι έχοντας τις ίδιες εικόνες, την ίδια αίσθηση…

Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ένα φλύαρο μυαλό που είναι γεμάτο από δικές του πληροφορίες, δικές του γνώμες και δικά του πρέπει. Μόνο αν μπορούμε να φύγουμε από το «εγώ» μας, όταν σταματήσουμε να «μαντεύουμε» τι χρειάζεται ο άλλος και πραγματικά τον συναισθανθούμε μόνο τότε μπορούμε πραγματικά να τον ακούσουμε να τον κατανοήσουμε και να του προσφέρουμε. Επομένως, η συμπόνια είναι μια αρετή της καρδιάς που χρειάζεται να αναπτύξουμε.

Υπάρχουν τρεις κύριοι τρόποι με τους οποίους μπορούμε να αυξήσουμε την κατανόηση και την ευαισθησία μας ως προς τις ανάγκες και τα αισθήματα των άλλων:

Να ακούμε: Όταν πραγματικά ακούμε χωρίς να κρίνουμε και χωρίς να βάζουμε το εγώ ανάμεσα μας ο άλλος θα ανοίξει πιο εύκολα την καρδιά του και θα μοιραστεί μαζί μας τον εαυτό του.

Να παρατηρούμε: Δεν είναι όλοι ξεκάθαροι και ειλικρινείς για το πώς αισθάνονται ή τι πραγματικά αντιμετωπίζουν. Ένας καλός παρατηρητής όμως θα έχει την ευκαιρία να δει πίσω από τις εικόνες, πίσω από τις κινήσεις του σώματος και να ακούσει πίσω από τις λέξεις. Παρατηρώντας, του δίνεται η δυνατότητα να δει που πραγματικά βρίσκεται ο άλλος, ποιες πληγές κουβαλά και που θέλει να πάει…

Να έχουμε ενσυναίσθηση: Ένας άνθρωπος που έχει την ικανότητα της ενσυναίσθησης πραγματικά διευκολύνει τη ζωή των άλλων. Έχει παρουσία χωρίς να είναι παρεμβατικός και δεν «θέλει το καλό του άλλου» αλλά δίνει το χώρο και τον τρόπο ο άλλος να το ανακαλύψει μόνος του.

Δεν είναι ¨καλός άνθρωπος¨ όποιος συμβουλεύει και περιμένει να γίνουν αυτά που λέει. Αυτός είναι ένας άνθρωπος που έχει ανάγκη την επιβεβαίωση και την δύναμη που του χαρίζει η «αυλή».
Ποιος μπορεί να ξέρει καλύτερα από εμένα ποιο είναι το καλό μου;
Ποιος μπορεί να ξέρει καλύτερα από εσένα ποιο είναι το καλό σου;

Η παρεμβατική και η θυσιαστική Αγάπη ανήκουν σε μιαν άλλη εποχή. Ο πραγματικά συμπονετικός άνθρωπος έχει την ικανότητα να συγχωρεί τους ανθρώπους που τον έχουν πειράξει, τον έχουν προσβάλλει ή αδικήσει γιατί μπορεί να δει ποια πληγή κρύβεται πίσω από την συμπεριφορά τους. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι όλους τους ανθρώπους τους κρατάμε στη ζωή μας. Κάποιους χρειάζεται να τους αποχαιρετήσουμε αφού τους συγχωρήσουμε και τους ευχαριστήσουμε (σε ενεργειακό ή υλικό επίπεδο) για το μάθημα ζωής που μας έδωσαν.

Οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκουν ευκολότερο να κρίνουν τα λάθη παρά να κατανοούν τα αισθήματα. Όμως αυτός είναι ο τρόπος που μας επιτρέπει να προχωράμε με ελαφρότητα στη ζωή μας.

Κάποιοι από εμάς ίσως να μην έχουμε ανεπτυγμένη την ικανότητα της συμπόνιας όμως σίγουρα μπορούμε αν θέλουμε να την καλλιεργήσουμε. Αν προσεγγίζουμε με την καρδιά τους άλλους και όχι με το εγώ μας, αν παρατηρούμε και ακούμε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αν μπορούμε να βλέπουμε τον εαυτό μας στη θέση των άλλων συχνότερα τότε η συμπόνια μας θα μεγαλώνει και θα μπορούμε να βαδίζουμε με ευκολία στο μονοπάτι που ορίζει η Ψυχή μας.

Το ένστικτο μας δεν είναι πάντα ο καλύτερος οδηγός για μια απόφαση

Σχετική εικόναΥπάρχει μια πολύ “θολή” γραμμή μεταξύ ενστίκτου και ώθησης για να πάρουμε μια απόφαση που δύσκολα μπορούν να παρατηρήσουν οι περισσότεροι.

Είναι έμφυτη μια ενστικτώδης αντίδραση; Η συνήθεια μας λέει ότι το ένστικτο μας μπορεί να μας καθοδηγήσει προς τη σωστή κατεύθυνση τις περισσότερες φορές. Εάν μάθουμε να ακούμε το ένστικτο μας, θα μπορούσαμε να είμαστε σε μια καλύτερη πορεία, για ένα καλύτερο μέλλον.

Ενστικτωδώς, όλοι έχουν κοινές πεποιθήσεις, όλοι έχουν φυσιολογικές ανάγκες και όλοι θα πρέπει να έχουν τους ίδιους ενστικτώδεις στόχους.

Ένα τεράστιο πρόβλημα με αυτή την άποψη, είναι όλα αυτά που συμβαίνουν στη κοινωνία σήμερα επηρεάζουν την ικανότητά μας να πάρουμε γρήγορα μια σωστή απόφαση. Έχει διαπιστωθεί ότι ακολουθώντας το ένστικτο μας, μερικές φορές παίρνουμε βιαστικές αποφάσεις και ενεργούμε με παρορμητισμό.

Μερικές φορές δεν ακούμε το ένστικτο μας, ενώ κυριαρχεί μέσα μας μια υπέρμετρη αισιοδοξία, η οποία κατά συνέπεια μεταφέρεται μετά στις πράξεις μας. Επίσης όταν οι ιδέες στο μυαλό μας “πετάγονται σαν σπίθες”, εμφανίζουμε τη τάση να θέλουμε ή να απαιτούμε να δούμε τα “πυροτεχνήματα” αμέσως.

Μερικές φορές δεν βλάπτει απλά να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να ξανασκεφτούμε περισσότερο μια ιδέα η οποία “γεννιέται” μέσα από το ένστικτο μας. Αυτό θα μας βοηθήσει να δούμε στην ιδέα έναν αντικειμενικό φακό, έτσι ώστε το ένστικτο μας να έχει την ευκαιρία να επικοινωνήσει περισσότερο ή ακόμα να προσεγγίσει τον παράγοντα της λογικής.

Ο Αριστοτέλης και η νομοθεσία του Σόλωνα

Αναντίρρητα, δε θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η σύνεση και διορατικότητα του Σόλωνα στη διαχείριση του αθηναϊκού πολιτεύματος. Γιατί ο Σόλων, διαβλέποντας τις πληγές και το έκρυθμο της κοινωνίας κατάφερε να παρέμβει εξομαλύνοντας – κατά το δυνατό βέβαια – τις κοινωνικές αντιπαλότητες, που δε θα μπορούσαν παρά να έχουν ταξικό περιεχόμενο. Από τη μια οι αριστοκράτες γαιοκτήμονες, οι κυρίαρχοι του οικονομικού παιχνιδιού, κι από την άλλοι οι εκτήμοροι, οι φτωχοί ακτήμονες χωρίς ιδιοκτησία που νοίκιαζαν τη γη από τους γαιοκτήμονες δίνοντας το ένα έκτο της ετήσιας σοδειάς τους, αποτελούσαν τα αγεφύρωτα οικονομικά άκρα βάζοντας σε κίνδυνο αυτό που ονομάζουμε ομαλότητα, αφού η ολοφάνερη κοινωνική αναταραχή δεν μπορούσε παρά να είναι τα προεόρτια της εξέγερσης. Όμως το πραγματικό μπαρούτι που θα μπορούσε να τα τινάξει όλα στον αέρα ήταν οι δούλοι που έχασαν την ελευθερία τους λόγω χρεών τα οποία δεν μπορούσαν να ξεπληρώσουν στους πλούσιους γαιοκτήμονες δανειστές τους. Η δυνατότητα δανεισμού με εγγύηση την προσωπική ελευθερία, που ίσχυε ως εκείνη την εποχή, μετέτρεπε πρώην ελεύθερους (και καθόλα Αθηναίους) σε δούλους δημιουργώντας κοινωνική ανισότητα – και οργή – χωρίς προηγούμενο. Μπροστά σ’ αυτή την εύφλεκτη κατάσταση ο Σόλων κατάφερε να πείσει τους αριστοκράτες να αποδεχτούν τις ριζοσπαστικές του τομές προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα.
 
Μερικές από τις πιο σπουδαίες μεταρρυθμίσεις ήταν η κατάργηση της θεσμικής διάταξης του “δανείζειν επί τοις σώμασιν”, η “σεισάχθεια” νομοθεσία, η κατάργηση των υποχρεώσεων που βάρυναν τους εκτήμορους, η απαγόρευση της υποθήκης σε περίπτωση δανεισμού κ. α. Ο Πλούταρχος στη βιογραφία “Σόλων” γράφει ότι ο πρώτος σολώνειος νόμος – η “σεισάχθεια” νομοθεσία – “όριζε την απόσβεση των χρεών και απαγόρευε στους πολίτες να δανείζονται χρήματα, παρέχοντας για εγγύηση το σώμα τους. Η κατάργηση της δουλείας για χρέη επέδρασε οπωσδήποτε στην ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων, γιατί οι χρεοφειλέτες δεν ανήκαν πια στην κατηγορία των εξαρτημένων πολιτών. Έτσι, στην Αττική εισέρευσε ένας αριθμός δούλων από άλλες περιοχές”. Νομοθετικά απαγορευόταν να μετατρέπονται οι χρεώστες σε δούλους. Προηγούμενα οι δανειστές τοποθετούσαν πέτρες με επιγραφές στους αγρούς των χρεοφειλετών. Επί Σόλωνα, αυτό επίσης απαγορεύτηκε.
 
Φυσικά, τα μέτρα αυτά κάθε άλλο παρά ευχαριστούσαν την αριστοκρατία, αφού πέρα από τις δεδομένες οικονομικές ζημιές που προκαλούσαν, ουσιαστικά στερούσαν το δικαίωμα της ιδιοκτησιακής επέκτασης στη γη: «Τα μέτρα αυτά ανέκοψαν την προσπάθεια για πλουτισμό των εκπροσώπων της αριστοκρατίας, που τώρα πια δεν μπορούσε να διευρύνει τη γαιοκτησία της ούτε να δημιουργεί εξαρτημένους αγροκαλλιεργητές». Προκειμένου λοιπόν να πείσει τους αριστοκράτες να τα δεχτούν δε θα μπορούσε παρά να προβεί και στα απαραίτητα ανταλλάγματα. Πέρα από το μεγάλο δέλεαρ της κοινωνικής ομαλότητας που θα απέκλειε την περίπτωση της κοινωνικής εξέγερσης – φαινόμενο άκρως επικίνδυνο γι’ αυτούς που κατέχουν την οικονομική ισχύ – και αποφεύγοντας τον αναδασμό της γης που απαιτούσαν οι πιο ριζοσπαστικές ομάδες, όρισε ως κύριο παράγοντα για τη συμμετοχή στη διακυβέρνηση την ατομική περιουσία του καθενός, αποκλείοντας μ’ αυτό τον τρόπο τους φτωχούς από την εξουσία. Η συμφωνία ήταν απλή: οι αριστοκράτες έπρεπε να εγκαταλείψουν τις οικονομικές αξιώσεις που εξαθλίωναν το λαό και υποκινούσαν τον ξεσηκωμό του, αλλά θα διατηρούσαν την εξουσία, δηλαδή τον έλεγχο της κατάστασης. Η λεπτομέρεια ότι το κριτήριο για τη διεκδίκηση της εξουσίας είναι απολύτως οικονομικό, πράγμα που απαξίωνε παράγοντες όπως τίτλοι ευγενείας ή καταγωγή ή οτιδήποτε συνόδευε αυτό που ονομάζουμε αριστοκράτη, δε φάνηκε να αποθαρρύνει τους αριστοκράτες, καθιστώντας σαφές ότι το τελικό ζητούμενο είναι το χρήμα και μόνο το χρήμα κι ότι η περίπτωση του ξεπεσμένου αριστοκράτη που έχει χάσει την περιουσία του προφανώς δεν σημαίνει και τίποτε το σοβαρό που να αξίζει διαπραγμάτευση. Ο Σόλωνας κατάφερε μ’ ένα σμπάρο να πετύχει όλα τα τρυγόνια, αφού και τις εξαθλιωμένες τάξεις ανακούφισε απομακρύνοντας τις αναταραχές, και τους αριστοκράτες ικανοποίησε διασφαλίζοντας ότι δε θα χάσουν τα ινία, και άνοιξε για τους εμπόρους το δρόμο προς την εξουσία, καθώς γνώριζε καλά (ο ίδιος υπήρξε πολυταξιδεμένος έμπορος) ότι είναι η ανερχόμενη οικονομική δύναμη. Για τη συμμετοχή του λαού στη διακυβέρνηση της πολιτείας ο Σόλων έθεσε όρια στο εισόδημα των πολιτών. Τώρα δεν ίσχυε η ένταξη στο ένα ή το άλλο γένος, δηλαδή η καταγωγή, αλλά το μέγεθος της ατομικής ιδιοκτησίας που καθόριζε την κοινωνική ένταξη και την αξία του ανθρώπου. Ο ελεύθερος ιθαγενής πληθυσμός της Αττικής χωρίστηκε με βάση το τιμοκρατικό σύστημα σε τέσσερις κοινωνικές “τάξεις”, σύμφωνα με το μέγεθος των εσόδων (πεντακοσιομέδιμνοι, ιππείς, ζευγίτες, θήτες). Τα άτομα που είχαν εισόδημα πεντακόσια μέδιμνα σιτηρά ή 500 μέτρα λάδι (ή κρασί) κατατάχτηκαν στην υψηλότερη βαθμίδα, δηλαδή στην “τάξη” των πεντακοσιομεδίμνων. Όσοι παρήγαγαν αντίστοιχα τριακόσια μέδιμνα ανήκαν στην “τάξη” των ιππέων (που ήταν σε θέση να συντηρούν άλογα), όσοι παρήγαγαν διακόσια μέδιμνα ανήκαν στην “τάξη” των ζευγιτών, που καλλιεργούσαν δικό τους κομμάτι γης. Στην “τάξη” των θητών ανήκαν όσοι είχαν λιγότερο από διακόσια μέδιμνα. Το ίδιο περίπου μέτρο, αλλά σε χρηματικό ποσό (μια δραχμή = ένα μέδιμνο), ίσχυε για τους εμπόρους και τους χειροτέχνες.
 
Ο Αριστοτέλης, στο δεύτερο βιβλίο απ’ τα «Πολιτικά» αναφέρει: «Για το Σόλωνα πιστεύουν μερικοί ότι υπήρξε σπουδαίος νομοθέτης. Διότι και την ολιγαρχία (ενν. της Αθήνας), η οποία ήταν ακραία, κατήργησε και το λαό απάλλαξε από τη δουλεία και εγκαθίδρυσε την πατροπαράδοτη δημοκρατία μετά από αρμονική σύνθεση διαφορετικών πολιτειακών στοιχείων. Διότι ο θεσμός της βουλής του Αρείου Πάγου είναι ολιγαρχικός, ο θεσμός της ανάδειξης στα αξιώματα της πολιτείας με εκλογές αριστοκρατικός και ο θεσμός των δικαστηρίων δημοκρατικός». Η άποψη ότι ο Σόλωνας εγκαθίδρυσε τη δημοκρατία είναι μάλλον υπερβολική, αφού δημοκρατία που θεσμοθετεί επισήμως τον αποκλεισμό των φτωχότερων από την εξουσία δεν είναι δημοκρατία. Το βέβαιο είναι ότι ο Σόλωνας είχε την πρόθεση να ενεργοποιήσει την πολιτική αντίληψη όλων των στρωμάτων, να δώσει δηλαδή το έναυσμα για τη συμμετοχή στα πολιτικά ζητήματα – γεγονός που προϋποθέτει πολιτική σκέψη – όχι όμως και να δώσει τη δυνατότητα της μετατροπής του λαού σε δυναμικό παράγοντα διαμόρφωσης αποφάσεων, αφού η εξουσία παρέμενε εξ’ ορισμού στα χέρια των λίγων. Επί Σόλωνα στη λαϊκή συνέλευση είχαν δικαίωμα να παίρνουν μέρος οι διάφορες “τάξεις” – ζευγίτες, θήτες κ. α. – κάτι που μετέτρεπε το σώμα αυτό σε σπουδαίο όργανο εξουσίας. Την περίοδο αυτή η λαϊκή συνέλευση θέσπισε νόμο με τον οποίο αφαιρούσε τα πολιτικά δικαιώματα απ’ όσους στη διάρκεια κάποιας εμφύλιας αντιδικίας δεν προσχωρούσαν σε καμιά πολιτική παράταξη. Ο νόμος αυτός στόχευε στη δραστηριοποίηση των πολιτών. Για την καλύτερη λειτουργία των θεσμών της πολιτείας ο Σόλων ίδρυσε τη Βουλή των Τετρακοσίων, όπου εκλέγονταν εκατό αντιπρόσωποι από κάθε φυλή (υπήρχαν τέσσερις φυλές). Εδώ γινόταν η προετοιμασία για τα θέματα της Εκκλησίας του δήμου.
 
To εκτελεστικό όργανο της εξουσίας, σε συνδυασμό με την ενδυνάμωση της λαϊκής συνέλευσης, είχαν ως άμεση συνέπεια τον ξεκάθαρο εκδημοκρατισμό της δικαστικής εξουσίας: Επί Σόλωνα το εκτελεστικό όργανο εξουσίας της πόλης αποτελούσαν οι δέκα άρχοντες (βασιλεύς, επώνυμος άρχοντας, πολέμαρχος, έξι θεσμοθέτες και γραμματεύς), ταυτόχρονα υπήρχε και ο θεσμός των στρατηγών (τέσσερις, ένας από κάθε φυλή). Όλα τα παραπάνω οδήγησαν στον περιορισμό των δικαιοδοσιών του Αρείου Πάγου και στον εκδημοκρατισμό της δικαστικής εξουσίας: ιδρύθηκε το δικαστήριο της Ηλιαίας, που τα μέλη του εκλέγονταν απ’ όλους τους πολίτες. Είχε έξι χιλ. μέλη ενταγμένα σε δέκα τμήματα και ήταν τα πιο δημοκρατικό ανάμεσα στα άλλα όργανα εξουσίας, γιατί στη σύνθεσή τους έπαιρναν μέρος και οι θήτες. Επί Σόλωνα το πνεύμα της δικαστικής εξουσίας διέπεται από την αρχή της δικαιοσύνης για όλους, εκτός από τους δούλους.
 
Η άποψη του Αριστοτέλη ότι το πολίτευμα του Σόλωνα συνδύαζε θεσμούς όλων των αποχρώσεων είναι απολύτως κατατοπιστική. Η δυνατότητα της ενεργής συμμετοχής όλων στη δικαστική εξουσία είναι ξεκάθαρο δείγμα εκδημοκρατισμού. Ο τρόπος λειτουργίας όμως του Αρείου Πάγου και κυρίως ο αποκλεισμός των φτωχών από τα πολιτικά αξιώματα, όχι. Εξ’ άλλου, ακόμη και η συμμετοχή στο δικαστήριο της Ηλιαίας κρίνεται επισφαλής, αφού τα φτωχά στρώματα, που συντηρούνταν από την καθημερινή τους εργασία, συναντούσαν αντικειμενικές οικονομικές δυσκολίες. Ο μεροκαματιάρης δεν είναι τόσο εύκολο να απουσιάζει κάθε λίγο από τη δουλειά του. Κατά συνέπεια δεν είναι εύκολο να γίνει δικαστής. Ο Simon Hornblower στο συλλογικό τόμο του πανεπιστημίου της Οξφόρδης «Η Ελλάδα και ο Ελληνιστικός Κόσμος» που επιμελήθηκαν οι John Boardman, Jasper Griffin, και Oswyn Murray ξεκαθαρίζει: «Αρχικά ο Σόλων και μετά ο Κλεισθένης στο τέλος του έκτου αιώνα είχαν αφήσει την Αθήνα πόλη αριστοκρατική ακόμη από πολλές απόψεις. Και συγκεκριμένα η εισαγωγή της “προσφυγής στο λαό”, που ο Αριστοτέλης θεωρούσε ως ένα από τα δημοτικότατα μέτρα του Σόλωνα, παρέμενε μόνο δυνάμει δημοκρατικό μέχρι που η εισαγωγή της πληρωμής των ενόρκων στη δεκαετία του 460 σήμαινε ότι τα μεγάλα λαϊκά δικαστήρια (με εκατοντάδες ή ακόμα και χιλιάδες δικαστές) μπορούσαν να συνέρχονται τακτικά χωρίς εισοδηματικές απώλειες για τα μέλη τους».
 
Ο Αριστοτέλης στο ζήτημα του εκδημοκρατισμού της δικαστικής εξουσίας από το Σόλωνα τοποθετείται μάλλον επικριτικά, αφού στέκεται στις κατηγορίες που διατύπωσαν μερικοί: «Γι’ αυτό και τον κατηγορούν μερικοί. Λένε δηλαδή ότι κατήργησε τους άλλους θεσμούς (ενν. τους μη δημοκρατικούς), αφού κατέστησε τα δικαστήρια, των οποίων τα μέλη αναδεικνύονται με κλήρο, κυρίαρχη εξουσία για όλα τα ζητήματα. Διότι, όταν αυτό το θεσμικό σύστημα επικράτησε, κολακεύοντας ορισμένοι το λαό, σα να ήταν τύραννος, μετέστρεψαν το πολίτευμα στη σημερινή μορφή της δημοκρατίας». Είναι φανερό ότι ο Αριστοτέλης είναι βαθύτατα απογοητευμένος από την ποιότητα της δημοκρατίας που παρακολουθεί. Και σ’ αυτό δεν έχει άδικο. Η κυριαρχία του αριβισμού και η ανευθυνότητα ενός λαού που άγεται και φέρεται από τη βούληση των καιροσκόπων σηματοδοτούν τη στρέβλωση της δημοκρατίας μετατρέποντας τον τυχοδιωκτισμό σε αδιαπραγμάτευτη πολιτική συνθήκη. Υπό αυτούς τους όρους είναι αδύνατο να συζητάμε για ευνομία, αφού όλα ματαιώνονται από την επιβολή των προσωπικών συμφερόντων που διεκδικούν την επίφαση της νομιμότητας. Όμως ο Αριστοτέλης δεν επιχειρεί να μπει στην ουσία αυτών των στρεβλώσεων. Στέκεται περισσότερο ως παρατηρητής και προχωρά σε ταξινομήσεις. Η δημοκρατία που βλέπει ταξινομείται στα στρεβλά πολιτεύματα και κατ’ επέκταση οτιδήποτε μπορεί να συνέβαλε στη δημιουργία της δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία. Μοιραία πέφτει σε αντιφάσεις. Ενώ στο τρίτο βιβλίο απ’ τα «Πολιτικά» θέτει ξεκάθαρα τον ορισμό του πολίτη ως εξής: «Πολίτης, λοιπόν, με την ακριβέστερη σημασία της λέξης ορίζεται κάποιος με βάση κυρίως το δικαίωμά του να μετέχει στη δικαστική και πολιτική εξουσία και με τίποτε άλλο», πράγμα που επαναλαμβάνει: «Διευκρινίστηκε επομένως από όλα αυτά ποια είναι η φύση του πολίτη: όποιος δηλαδή σε μια πόλη έχει τη δυνατότητα να μετέχει στη βουλευτική και δικαστική εξουσία, αυτόν θεωρούμε πολίτη της πόλης τούτης», βλέποντας τη μεταρρύθμιση του Σόλωνα, όπου γίνονται τρομερά βήματα προς την κατεύθυνση του να αποδοθεί στους Αθηναίους η ιδιότητα του πολίτη (όπως ο ίδιος την ορίζει), επισημαίνει τις κατηγορίες, γιατί διαβλέπει τις συνθήκες της δημοκρατικής στρέβλωσης που θα ακολουθήσει. Μολονότι αντιλαμβάνεται ότι πρέπει ο πολίτης να έχει λόγο για τις κοινές υποθέσεις και μολονότι συνειδητοποιεί ότι ο λαός ενωμένος είναι πανίσχυρος και ξεπερνά κάθε άριστο, εντούτοις αποστασιοποιείται από οτιδήποτε του δίνει πρόσβαση στη διαχείριση της εξουσίας. Θα λέγαμε ότι, ενώ συνειδητοποιεί την ανωτερότητα της πολιτειακής οργάνωσης που προϋποθέτει τη λαϊκή κυριαρχία, ταυτόχρονα απομακρύνεται γιατί δεν μπορεί να ερμηνεύσει τα θεσμικά κενά που την οδηγούν στη στρέβλωση. Όλα καλά και άγια λοιπόν με τις κολοσσιαίας σημασίας μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα, αλλά μια “τρύπα” που υπάρχει στο όλο σύστημα θα αποδειχθεί καταστροφική: Ο Σόλων δεν προβλέπει κεντρική εξουσία στο διοικητικό μηχανισμό. Όμως, όπως ήδη καταλάβαμε, δεν προβλέπει ούτε “λαϊκή εξουσία”. Η εξουσία μοιράζεται άτσαλα στην ανανεούμενη κάθε χρόνο “κυβέρνηση” των πεντακοσιομεδίμνων αρχόντων, την Εκκλησία του Δήμου, τον Άρειο Πάγο και τη Βουλή των Τετρακοσίων. Οι έριδες ανάμεσα σ’ αυτά τα “όργανα” είναι συχνές και οξύτατες. Οι διορθώσεις στο διοικητικό σύστημα, που κάνει ο Σόλων, δε στέκονται ικανές να διορθώσουν την κατάσταση. Κάπου τα μπέρδεψε ο Σόλων. Αλλά πώς να μην τα μπερδέψει; Ήταν τόσο καινούργια αυτά που έκανε, που τα λάθη του δε μετρούν.
 
Ο Αριστοτέλης δεν μπορεί να διαγνώσει αυτά τα λάθη. Ούτε μπαίνει στη διαδικασία της μελέτης των θεσμών, ώστε να εντοπίσει τις ατέλειες. Έτσι μένει μετέωρος ανάμεσα στην πεποίθηση της υπεροχής του λαού (ως σύνολο) και της ταυτόχρονης υποτίμησης της δημοκρατίας, ως κάτι στρεβλό που ευνοεί περισσότερο την αναξιοκρατία. Όπως είναι φυσικό, στέκεται επικριτικά ακόμη και στον ολοκληρωτικό εκδημοκρατισμό της δικαστικής εξουσίας από τον Περικλή που θεσμοθέτησε μισθό για τους δικαστές, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν όλοι ισότιμα: «Την εξουσία της βουλής του Αρείου Πάγου περιόρισαν ο Εφιάλτης και ο Περικλής, και μισθό στους δικαστές έδωσε ο Περικλής. Με τον τρόπο αυτό κάθε δημαγωγός συνέβαλλε όλο και περισσότερο στη διαμόρφωση της σημερινής μορφής της δημοκρατίας». Ο εκδημοκρατισμός είναι για τον Αριστοτέλη σχεδόν συνώνυμο της δημαγωγίας. Ο Simon Hornblower στο βιβλίο «Η Ελλάδα και ο Ελληνιστικός Κόσμος» ξεκαθαρίζει: «Στην πραγματικότητα, οι δημαγωγοί όφειλαν τη δύναμη της επιρροής τους σε ένα δομικό κενό της δημοκρατίας. Η διαχείριση της ηγεμονίας σήμαινε έναν ολοένα αυξανόμενο όγκο εργασίας, και οι Αθηναίοι που δε διέθεταν δημόσια διοίκηση σημερινού τύπου, άφηναν αυτό το έργο στους πολιτικούς που έκαναν δουλειά τους τη λεπτομερή γνώση: η γνώση ήταν δύναμη». Και κάπου εδώ κρύβονται τα θεσμικά κενά της αθηναϊκής δημοκρατίας, που μοιραία την οδήγησαν στη στρέβλωση. Κι αυτά δεν έχουν να κάνουν με τη συμμετοχή όσο με την αποχή του λαού από τα τεκταινόμενα της διαχείρισης της εξουσίας. Η μετατροπή των πολιτικών σε επαγγελματίες γνώστες των ζητημάτων που ο λαός αδυνατεί να ελέγξει, αφού δεν τα κατέχει, δε θα μπορούσε να οδηγήσει πουθενά αλλού πέρα απ’ τη στρέβλωση. Γιατί αυτό ακριβώς είναι το πεδίο των δημαγωγών που σταδιακά θα καταλύσουν όλους τους νόμους. Οι δημοκρατίες δε στηρίζονται ούτε σε ευχολόγια ούτε στην καλή θέληση των ανθρώπων που κατέχουν τα διοικητικά πόστα. Οι δημοκρατίες στηρίζονται στη διαφάνεια, που μόνο οι θεσμοί μπορούν να εξασφαλίσουν. Δημοκρατία χωρίς ισχυρούς θεσμούς κι ελεγκτικούς μηχανισμούς που καθιστούν τους πολίτες αληθινούς κοινωνούς της εξουσίας (δικαιοσύνη, ενημέρωση, οικονομικός έλεγχος κλπ), δεν μπορεί παρά να κινείται παρασκηνιακά. Είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει τους πολιτικούς σε επαγγελματίες γνώστες και το λαό ανίσχυρο μπροστά σε όρους και γεγονότα που δεν καταλαβαίνει. Είναι δηλαδή ο μηχανισμός της συσκότισης. Οι δημοκρατίες αυτού του είδους είναι οι κατ’ επίφαση δημοκρατίες, γιατί στην ουσία λειτουργούν ολιγαρχικά. Οι νόμοι διαστρεβλώνονται, τα συμφέροντα κυριαρχούν και οι δημαγωγοί βρίσκουν άριστο πεδίο δράσης. Όμως, είναι ολοφάνερο ότι όλα αυτά προϋποθέτουν την απομάκρυνση του λαού από την εξουσία κι όχι τη συμμετοχή του.
 
Ο Αριστοτέλης δε θεωρεί υπεύθυνο το Σόλωνα για την ανάδειξη των δημαγωγών: «Αυτό όμως» (η ανάδειξη των δημαγωγών) «δε φαίνεται ότι ανταποκρινόταν στην πρόθεση του Σόλωνα, αλλά συνέβη συμπτωματικά. (Διότι ο λαός, επειδή κατά τους περσικούς πολέμους υπήρξε η αιτία της κυριαρχίας (ενν. των Ελλήνων) στη θάλασσα, έγινε αλαζονικός και διάλεξε για αρχηγούς ανθρώπους φαύλους παρά την αντίδραση των έντιμων πολιτών). Διότι ο Σόλωνας φαίνεται ότι έδωσε στο λαό όση δύναμη θεωρούσε απολύτως αναγκαία, δηλαδή να εκλέγει τους αξιωματούχους και να ζητεί απ’ αυτούς να λογοδοτούν για τις πράξεις τους (γιατί, αν ο λαός δεν είχε και αυτή την εξουσία, θα ήταν δούλος και εχθρός της πολιτείας), ενώ όλοι οι αξιωματούχοι όρισε να είναι διακεκριμένοι και πλούσιοι, να προέρχονται δηλαδή από τις τάξεις των πεντακοσιομεδίμνων και των ζευγιτών, καθώς και από την τρίτη τάξη των λεγομένων ιππέων. Η τέταρτη τάξη, ήταν η τάξη των θητών, οι οποίοι δεν είχαν καμιά συμμετοχή στην εξουσία». Με άλλα λόγια ο λαός πρέπει να ελέγχει τους αξιωματούχους, πρέπει να απαιτεί να λογοδοτούν οι διαχειριστές της εξουσίας, αλλά όχι να τη διεκδικεί ο ίδιος. Τα εγγενή θεσμικά προβλήματα δε φαίνεται να προβληματίζουν τον Αριστοτέλη. Το βέβαιο είναι ότι η πολιτική σκέψη διαμορφώνεται αυστηρά μέσα στα δεδομένα και τις δυνατότητες που προσφέρει κάθε εποχή. Εξάλλου και οι προθέσεις του Αριστοτέλη φαίνεται ότι είναι περισσότερο περιγραφικές, ως αυστηρός καθορισμός των πολιτευμάτων που μελετάει, κι ως εντοπισμός των αδυναμιών του καθενός. Ο Αριστοτέλης περισσότερο διαχωρίζει τις έννοιες από τον τρόπο που λειτουργούν τα πολιτεύματα παρά προβαίνει σε προσωπικές προτάσεις ή λύσεις προκειμένου να βελτιωθούν. Γι’ αυτό ακριβώς και το έργο του «Πολιτικά» είναι το θεμέλιο της πολιτικής σκέψης. Γιατί δίνει τα εννοιολογικά εργαλεία για να μπορούμε να εντοπίζουμε όλες τις λεπτές αποχρώσεις των συστημάτων που πολλές φορές εμπλέκονται και λειτουργούν από κοινού, σαν αξεδιάλυτο κουβάρι. Κι αυτό ακριβώς το ξεδιάλεγμα είναι το έργο του Αριστοτέλη, που τον καθιστά πιο επίκαιρο από ποτέ.
 
Όσο για το Σόλωνα, τελικά προκάλεσε τη δυσαρέσκεια όλων. Ο Πλούταρχος υπογραμμίζει ότι ο Σόλων με τις μεταρρυθμίσεις αυτές δυσαρέστησε και τους εύπορους και τους άπορους, τους πρώτους επειδή κατάργησε τα χρέη, τους δεύτερους επειδή δε μοίρασε τη γη. Ήταν όμως πανθομολογούμενο το γεγονός ότι οι μεταρρυθμίσεις τους Σόλωνα οδήγησαν στην ενεργοποίηση της λαϊκής συνέλευσης (Εκκλησία του δήμου)». Το μόνο που μένει είναι η απάντηση του Σόλωνα «όταν τον ρωτούσαν αν θέσπισε τους καλύτερους νόμους για τους Αθηναίους: “Τους καλύτερους που θα μπορούσαν να δεχτούν οι ίδιοι”.
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (61.1-65a.1)

61. ΓΕΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΤΥΧΗ [61.1] γεωργός τις χρυσίον εὑρὼν ἐν γῇ σκάπτων ἔστεφε τὴν Γῆν καθ᾽ ἡμέραν ὡς εὐεργετηθεὶς παρ᾽ αὐτῆς. τούτῳ δὲ ἐπιστᾶσά φησιν ἡ Τύχη· «ὦ οὗτος, τί τῇ Γῇ τὰ ἐμὰ δῶρα προστιθεῖς, ἅπερ ἐγὼ σοὶ δέδωκα πλουτίσαι βουλομένη σε; ἂν γὰρ ὁ καιρὸς μεταλλάξῃ τὴν φύσιν καὶ †εἰς ἄλλας χρείας μοχθηρὰς ἀναλώσῃ, πάλιν τὴν Τύχην μέμψῃ».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι χρὴ ἐπιγιγνώσκειν τὸν εὐεργέτην καὶ τούτῳ χάριτας ἀποδιδόναι.

62. ΓΕΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΟΦΙΣ
[62.1] γεωργὸς χειμῶνος ὥραν ὄφιν εὑρὼν ὑπὸ κρύους πεπηγότα τοῦτον ἐλεήσας καὶ λαβὼν ὑπὸ κόλπον ἔθετο. θερμανθεὶς δὲ ἐκεῖνος καὶ ἀναλαβὼν τὴν ἰδίαν φύσιν ἔπληξε τὸν εὐεργέτην καὶ ἀνεῖλε. ὁ δὲ θνῄσκων ἔλεγε
«δίκαια πάσχω τὸν πονηρὸν οἰκτείρας».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι ἀμετάθετοί εἰσιν αἱ πονηρίαι, κἂν τὰ μέγιστα φιλανθρωπεύωνται.

63. ΔΗΜΑΔΗΣ Ο ΡΗΤΩΡ
[63.1] Δημάδης ὁ ῥήτωρ δημηγορῶν ποτε ἐν Ἀθήναις ἐκείνων δὲ μὴ πάνυ τι αὐτῷ προσεχόντων ἐδεήθη αὐτῶν, ὅπως ἐπιτρέψωσιν αὐτῷ Αἰσώπειον μῦθον εἰπεῖν. τῶν δὲ συγχωρησάντων αὐτῷ ἀρξάμενος ἔλεγε· «Δήμητρα καὶ χελιδὼν καὶ ἔγχελυς τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἐβάδιζον. γενομένων δὲ αὐτῶν κατά τινα ποταμὸν ἡ μὲν χελιδὼν ἀνέπτη, ἡ δὲ ἔγχελυς κατέδυ». καὶ ταῦτα εἰπὼν ἐσιώπησεν. ἐρομένων δὲ αὐτῶν· «ἡ οὖν Δήμητρα τί ἔπαθεν;» ἔφη· «κεχόλωται ὑμῖν, οἵ τινες τὰ τῆς πόλεως πράγματα ἐάσαντες Αἰσωπείων μύθων ἀκούειν ἀνέχεσθε».
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων ἀλόγιστοί εἰσιν, ὅσοι τῶν μὲν ἀναγκαίων ὀλιγωροῦσι, τὰ δὲ πρὸς ἡδονὴν μᾶλλον αἱροῦνται.

64. ΚΥΝΟΔΗΚΤΟΣ
[64.1] δηχθείς τις ὑπὸ κυνὸς περιῄει ζητῶν τὸν ἰασόμενον. εἰπόντος δέ τινος [οὕτως] ὡς ἄρα δέοι αὐτὸν ἄρτῳ τὸ αἷμα ἐκμάξαντα τῷ δακόντι κυνὶ βαλεῖν, ὑποτυχὼν ἔφη· «ἀλλ᾽ ἐὰν τοῦτο πράξω, δεήσει με ὑπὸ πάντων τῶν ἐν τῇ πόλει κυνῶν δάκνεσθαι».
οὕτω καὶ ἡ τῶν ἀνθρώπων πονηρία δελεαζομένη ἔτι μᾶλλον ἀδικεῖν παροξύνεται.

65. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΟΔΟΙΠΟΡΩΝ
[65.1] Διογένης ὁ κύων ὁδοιπορῶν ὡς ἐγένετο κατά τινα ποταμὸν πλημμυροῦντα, εἱστήκει πρὸς τὰς διαβάσεις ἀμηχανῶν. εἷς δέ τις τῶν διαβιβάζειν εἰθισμένων θεασάμενος αὐτὸν διαποροῦντα προσελθὼν διεπέρασεν αὐτόν. ὁ δὲ ἀγάμενος αὐτοῦ τὴν φιλοφροσύνην εἱστήκει τὴν αὑτοῦ πενίαν μεμφόμενος δι᾽ ἣν ἀμείψασθαι τὸν εὐεργέτην οὐ δύναται. ἔτι δὲ αὐτοῦ ταῦτα διανοουμένου ἐκεῖνος θεασάμενος ἕτερον ὁδοιπόρον διελθεῖν μὴ δυνάμενον προσδραμὼν καὶ αὐτὸν διεπέρασε. καὶ ὁ Διογένης προσελθὼν αὐτῷ εἶπεν· «ἀλλ᾽ ἔγωγε οὐκέτι σοι χάριν ἔχω ἐπὶ τῷ γεγονότι· ὁρῶ γάρ, ὅτι οὐ κρίσει ἀλλὰ νόσῳ τοῦτο ποιεῖς».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι ‹οἱ› μετὰ τῶν σπουδαίων καὶ τοὺς ἀνεπιτηδείους εὐεργετοῦντες οὐκ εὐεργεσίας δόξαν, ἀλογιστίαν δὲ μᾶλλον ὀφλισκάνουσι.

65a. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΚΑΙ ΦΑΛΑΚΡΟΣ
[65a.1] Διογένης ὁ κυνικὸς φιλόσοφος λοιδορούμενος ὑπό τινος φαλακροῦ εἶπεν· «ἐγὼ μὲν οὐ λοιδορῶ, μὴ γένοιτο. ἐπαινῶ δὲ τὰς τρίχας, ὅτι κρανίου κακοῦ ἀπηλλάγησαν».

***
61. Ο γεωργός και η Τύχη.
[61.1] Ήταν ένας γεωργός που ανακάλυψε χρυσάφι καθώς σκάλιζε το χώμα. Ύστερα από αυτό, που λέτε, ο άνθρωπος πρόσφερε στεφάνια στη θεά Γη καθημερινά, θεωρώντας πως αυτή είναι η ευεργέτιδά του. Τότε όμως εμφανίστηκε μπροστά του η Τύχη και διαμαρτυρήθηκε: «Γιά άκου να σου πω, βρε αχάριστε, γιατί καταλογίζεις στη Γη τα δικά μου δώρα; Να ξέρεις, εγώ σου τα έδωσα αυτά για να σε κάνω πλούσιο. Αλλά έτσι μου είσαστε: άμα αλλάξουν αργότερα οι καιροί και εσύ σπαταλήσεις το χρυσάφι κάνοντας κακή χρήση του, πάλι στην Τύχη θα ρίξεις το φταίξιμο».
Το δίδαγμα του μύθου: Πρέπει να αναγνωρίζουμε τον ευεργέτη μας και να του αποδίδουμε τις πρέπουσες ευχαριστίες.

62. Ο γεωργός και το φίδι.
[62.1] Ήταν κάποιος γεωργός που βρήκε ένα φίδι, χειμώνα καιρό, να έχει ξυλιάσει από το κρύο. Το λυπήθηκε, λοιπόν, και το πήρε να το βάλει στον κόρφο του. Μόλις όμως το φίδι ζεστάθηκε, άρχισε πάλι να διακατέχεται από τη φυσική του κλίση, με αποτέλεσμα να δαγκώσει τον ευεργέτη του και να τον ξεκάνει. Ψυχορραγώντας, ο άνθρωπος ψέλλισε:
«Καλά να πάθω, που έδειξα συμπόνια στον αχρείο».
Το δίδαγμα του μύθου: Η κακία δεν αλλάζει, με όση φιλανθρωπία και αν της φερθείς.

63. Ο ρήτορας Δημάδης.
[63.1] Μια φορά ο Δημάδης, ο γνωστός ρήτορας, έβγαζε λόγο δημόσια στην Αθήνα. Ο κόσμος όμως δεν του έδινε ιδιαίτερη προσοχή. Γι᾽ αυτό ο Δημάδης, με τα πολλά, τους παρακάλεσε να τον αφήσουν να τους διηγηθεί έναν μύθο του Αισώπου. Το ακροατήριο του έδωσε την άδεια, και έτσι ο ρήτορας έπιασε να εξιστορεί ως εξής: «Κάποτε περπατούσαν μαζί στον ίδιο δρόμο η Δήμητρα, το χελιδόνι και το χέλι. Έφτασαν, που λέτε, μπροστά σε ένα ποτάμι, και εκεί το χελιδόνι πέταξε ψηλά ενώ το χέλι βούτηξε μέσα στο νερό». Και σε αυτό το σημείο ο ρήτορας σταμάτησε να μιλάει. Ο κόσμος τότε βάλθηκε να τον βομβαρδίζει με ερωτήσεις: «Και η Δήμητρα; Τί έκανε η Δήμητρα; Πες μας». Και ο Δημάδης αποκρίθηκε: «Έγινε έξω φρενών εναντίον σας, φυσικά, αφού αδιαφορείτε για τις υποθέσεις του κράτους και κάθεστε να ακούτε ιστορίες από τον Αίσωπο».
Έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους: Είναι άμυαλοι όσοι παραμελούν τα απαραίτητα και προτιμούν αντίθετα να καταγίνονται με ό,τι τους κάνει κέφι.

64. Το δάγκωμα του σκυλιού.
[64.1] Ήταν ένας άνθρωπος που τον δάγκωσε σκυλί και τριγυρνούσε γυρεύοντας κάποιον να τον γιατρέψει. Με τα πολλά βρέθηκε κάποιος και βάλθηκε να του δίνει οδηγίες: «Το και το, πρέπει να σκουπίσεις τα αίματα με ένα κομμάτι ψωμί και μετά να το πετάξεις στο σκυλί που σε δάγκωσε». Όμως ο δαγκωμένος τον διέκοψε, βάζοντας τις φωνές: «Είσαι με τα καλά σου; Άμα το κάνω αυτό, σίγουρα θα πέσουν μετά πάνω μου να με γεμίσουν δαγκωνιές όλα τα σκυλιά της πόλης!».
Έτσι συμβαίνει και με τους αχρείους ανθρώπους: Άμα δελεάσεις την κακία τους, ξεσηκώνονται και διαπράττουν ακόμη περισσότερο κακό.

65. Ο Διογένης πεζοπορεί.
[65.1] Μια φορά ο Διογένης, ο διάσημος Κυνικός φιλόσοφος, ταξίδευε με τα πόδια και έφτασε στις όχθες κάποιου ποταμού που ήταν γεμάτος νερό. Στεκόταν λοιπόν μπροστά στο πέρασμα και δεν ήξερε τί να κάνει. Με τα πολλά τον πρόσεξε κάποιος από εκείνους που είχαν αναλάβει την αποστολή να περνούν τον κόσμο απέναντι. Τούτος, που λέτε, βλέποντας τον φιλόσοφο να κοντοστέκεται άπραγος, τον πήρε και τον διαπόρθμευσε στην άλλη όχθη. Ο Διογένης έμεινε έκπληκτος με την καλοσύνη του ανθρώπου· γι᾽ αυτό έμεινε κολλημένος επιτόπου και ελεεινολογούσε την άμοιρη τη φτώχεια του, που εξαιτίας της δεν ήταν σε θέση να ανταμείψει κατάλληλα τον ευεργέτη του. Ενώ όμως ο φιλόσοφος καθόταν και τα αναλογιζόταν όλα αυτά, ο περαματάρης πρόσεξε κάποιον άλλον ταξιδιώτη που δεν μπορούσε να διαβεί αντίπερα. Ευθύς λοιπόν έτρεξε προς το μέρος του και τον διαπόρθμευσε και αυτόν. Τότε ο Διογένης πήγε κοντά του και του είπε: «Ξέρεις, κύριος, δεν αισθάνομαι πια να σου έχω καμία υποχρέωση για αυτό που έγινε. Εξ όσων βλέπω, ό,τι κάνεις δεν το κάνεις από ορθή κρίση αλλά από καθαρή τρέλα».
Το δίδαγμα του μύθου: Όσοι ευεργετούν αδιάκριτα τους ανάξιους μαζί με τους σπουδαίους, δεν αποκτούν τη δόξα του ευεργέτη. Απεναντίας, ο κόσμος τούς περνάει μάλλον για ανόητους.

65a. Ο Διογένης και ο φαλακρός.
[65a.1] Μια φορά κάποιος φαλακρός περιγελούσε τον Διογένη, τον γνωστό Κυνικό φιλόσοφο. Ο Διογένης, όμως, τον συγύρισε κατάλληλα: «Εγώ, αγαπητέ, δεν θα σε βρίσω· μακριά από μένα τέτοιο πράγμα. Εγώ έχω μονάχα επαίνους — επαίνους για τα πρώην μαλλιά σου, εννοείται, που σηκώθηκαν και έφυγαν από τέτοια ξεκουτιασμένη κούτρα».

Το τρίγωνο στις διαπροσωπικές σχέσεις

Σχετική εικόναΊσως να μην υπάρχει τίποτα το οποίο συναντάμε συχνότερα στην ιστορία της ανθρωπότητας από τις τριάδες. Πράγματι, ο αριθμός τρία, είναι ένα νούμερο το οποίο συναντάμε ξανά και ξανά.

Στην τριαδική ανάλυση του ανθρώπινου ψυχισμού από τον Freud, αλλά και τον Rogers στη συνέχεια, βλέπουμε πάντοτε έναν «τρίτο» ο οποίος μπαίνει μέσα σε μια δυαδική σχέση για να καταλήξει να συμβολίζει τελικά την σοφία, την ισορροπία, το μέτρο. Δεν έχει μεγάλη σημασία εάν αυτός ο «τρίτος», είναι το «Άγιο Πνεύμα», το Φροϋδικό «Υπερεγώ», ή ο «ιδανικός εαυτός» του Rogers. Το θέμα είναι αυτή καθαυτή η ύπαρξή του, ο ρόλος του και οι λόγοι για τους οποίους αυτός ο «τρίτος» είναι απαραίτητος για την σταθεροποίηση μιας δυαδικής δομής.

Από την αρχαία τραγωδία, μέχρι και σήμερα η ανθρώπινη ζωή ήταν πάντοτε ένα δράμα αποτελούμενο από τρεις ρόλους. Σύμφωνα με τον Μπουκάι, ο Hegel ήταν αυτός που είχε υποστηρίξει, ότι και στις ανθρώπινες σχέσεις, ο τρίτος άνθρωπος παίζει καταλυτικό ρόλο.

Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, ο σκοπός κάθε ανθρώπου είναι να καταφέρει να κάνει έναν άλλο άνθρωπο να τον θαυμάσει. Αυτή είναι και η κινητήρια δύναμη για την δημιουργία μίας σχέσης. Εμφανίζεται όμως το εξής πρόβλημα: Εγώ μπορεί να αγωνίζομαι με πάθος για να κερδίσω τον θαυμασμό κάποιου άλλου, αλλά αυτό θα έχει αξία μόνο μέχρι να τα καταφέρω. Από τη στιγμή που θα επιτύχω το στόχο μου, και θα καταφέρω ο άλλος να με θαυμάζει, ξαφνικά αυτός ο άλλος πέφτει στα μάτια μου. Δεν είναι πλέον ένας άνθρωπος, αλλά κάτι το δεδομένο για μένα, κάποιος ο οποίος έτσι κι αλλιώς με θαυμάζει, και ο θαυμασμός του προς το πρόσωπό μου, δεν μου προσφέρει πλέον τίποτα.

Προκειμένου να δοθεί μια λύση σε αυτό το παράδοξο, ο Hegel πρότεινε ότι πρέπει να μπει ένας τρίτος άνθρωπος στο παιχνίδι. Αυτός θα λειτουργήσει ως αυτόπτης μάρτυρας της όλης διαδικασίας. Είναι αυτός που θα με δει να κατακτώ τον θαυμασμό του άλλου. Επειδή αυτός ο τρίτος δεν θα βρίσκεται χαμηλότερα στα μάτια μου από εμένα, όπως ο άνθρωπος που κατάφερα να κάνω να με θαυμάσει, ο τρόπος με τον οποίο θα με βλέπει , θα μου προσφέρει τελικά την ικανοποίηση που ψάχνω.

Το τρίγωνο στην ψυχολογία
Περνώντας στον τομέα της ψυχολογίας, τα τρίγωνα είναι μια έννοια την οποία θα συναντάμε πολύ συχνά μπροστά μας. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες διαπροσωπικές σχέσεις περιλαμβάνουν τρίγωνα, και η αναγνώρισή τους είναι πολύ σημαντική, αφού αποτελεί ένα από τα πρώτα βήματα που θα οδηγήσουν στην βελτίωση των εν λόγω σχέσεων.

Μιλώντας για τρίγωνο στην ψυχολογία, εννοούμε την περίπτωση που σε μία σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους χρησιμοποιείται ένας τρίτος προκειμένου να λυθούν προβλήματα της σχέσης. Αυτό συνήθως γίνεται χωρίς να το γνωρίζει κανένας από τους συμμετέχοντες. Δεν περιλαμβάνει δηλαδή πρόθεση.

Ένα πολύ συνηθισμένο παράδειγμα τριγώνου, είναι σε μία σχέση ανάμεσα σε δύο γονείς, η οποία δεν πάει καλά. Προκειμένου να μπορέσει να κρατηθεί ζωντανή, οι γονείς μπορεί να χρησιμοποιούν το παιδί. Μπορεί να ενώνουν τις δυνάμεις τους για να «λύσουν» ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει το παιδί, το οποίο με τη σειρά του, να συνεχίζει να έχει αυτό το πρόβλημα έτσι ώστε οι γονείς να ασχολούνται με αυτό αντί να συγκρούονται μεταξύ τους (κοινώς να τραβάει τα πυρά). Σε κάποια άλλη περίπτωση, μπορεί κάθε φορά που η μητέρα τσακώνεται με τον πατέρα, να περνάει περισσότερο και ποιοτικότερο χρόνο με το παιδί, και έτσι ο πατέρας να νιώθει απομονωμένος και ανεπαρκής στο ρόλο του ως γονιός. Ή μπορεί ο πατέρας να κάνει το ίδιο πράγμα, κάνοντας τη μητέρα να νιώθει ανεπαρκής.

Η κατανόηση των τριγώνων, είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιπτώσεις που κάποιος ο οποίος αναφέρει πρόβλημα στην συντροφική του σχέση. Υπάρχει ο κίνδυνος, να πιέσει τον σύμβουλο να πάρει κάποια θέση υπέρ ή εναντίον του και στη συνέχεια συζητώντας το με τον σύντροφό του, να στραφούν και οι δύο ενάντια στον τρίτο. Αυτό είναι μια τακτική που θα βοηθήσει το ζευγάρι να νιώσει καλύτερα, αλλά αυξάνει τον κίνδυνο να απομακρυνθεί από τη θεραπεία χωρίς να έχει ουσιαστικά αντιμετωπιστεί κανένα από τα προβλήματα με τα οποία ήρθε.

Αλλά και στην καθημερινή μας ζωή, το να κατανοήσουμε ποια τρίγωνα δημιουργούμε στις σχέσεις με τους αγαπημένους μας ανθρώπους καθώς και τον ρόλο που παίζουν αυτά, στην αλληλεπίδρασή μας με τους γύρω μας, αποτελεί ένα σημείο κλειδί για την βελτίωση των σχέσεών μας

Βελτιώνοντας την ακρίβεια των μοντέλων που προβλέπουν το πλήθος των στοιχείων που δημιουργούνται σε εκρήξεις άστρων

Οι κλασικοί καινοφανείς – θερμοπυρηνικές εκρήξεις που συμβαίνουν ένας λευκός νάνος σωρεύει υλικό από ένα συνοδό άστρο – θεωρούνται ότι είναι μια σημαντική πηγή των στοιχείων μέχρι το ασβέστιο. Ωστόσο, υπάρχουν μεγάλες αβεβαιότητες στις προβλέψεις του υπάρχοντος μοντέλου των ποσοτήτων των στοιχείων που δημιουργούνται στους καινοφανείς. Τέτοιες αδυναμίες υφίστανται, εν μέρει, εξαιτίας της φτωχής γνώσης των ρυθμών των πυρηνικών αντιδράσεων μέσω των οποίων δημιουργούνται τέτοια στοιχεία. Τώρα, ο Gregory Christian, στο Πανεπιστήμιο A&M του Τέξας στην College Station και οι συνάδελφοί του έχουν περιγράψει μια τέτοια αντίδραση με πρωτοφανή ακρίβεια. Σύμφωνα με την ανάλυση των συγγραφέων, τα νέα αποτελέσματα μειώνουν δραματικά τις αβεβαιότητες των υπολογισμών του μοντέλου.

Οι ερευνητές εστίασαν σε μια αντίδραση στην οποία πυρήνας καλίου-38 συλλαμβάνει ένα πρωτόνιο για να σχηματίσει ασβέστιο-39 και απελευθερώνει ακτίνες-γ. Προηγούμενη θεωρητική εργασία έδειξε ότι για ορισμένους τύπους καινοφανών η αντίδραση αυτή ήταν ένα κύριος καθοριστικός παράγοντας του ρυθμού παραγωγής για το ασβέστιο, το κάλιο και το αργό. Σε πειράματα που έλαβαν χώρα στο εθνικό εργαστήριο για σωματιδιακή και πυρηνική φυσική, TRIUMF, του Καναδά, η ομάδα κατεύθυνε δέσμη ραδιενεργού καλίου-38 προς ένα στόχο αερίου υδρογόνου. Μετά χρησιμοποιώντας τον Ανιχνευτή DRAGON (Detector Recoils And Gammas Of Nuclear Reactions), μέτρησαν το ρυθμό με τον οποίο παράγονταν το ασβέστιο-39 και οι ακτίνες-γ σε συγχρονία. Από τέτοιες μετρήσεις, η ομάδα απέκτησε μια εκτίμηση του ρυθμού αντίδρασης με μια αβεβαιότητα – που ορίζεται ως το λόγος του ανώτερου προς το κατώτερο όριο για το ρυθμό – περίπου 15, που είναι 250 φορές καλύτερη από προηγούμενες εκτιμήσεις. Βρήκαν ότι τα νέα όρια βελτιώνουν την ακρίβεια των προβλέψεων του πλήθους για τα τρία στοιχεία κατά έναν παράγοντα περίπου 10.

Ανεκπλήρωτος έρωτας

Η αγάπη δε χρειάζεται να πληγώνει, δυστυχώς όμως φαίνεται ότι σε μερικές περιπτώσεις αυτό ακριβώς κάνει.

Τι είναι αυτό που πληγώνει;
Η αλήθεια είναι ότι δεν πρόκειται για την αγάπη καθαυτή που πληγώνει, αλλά για το ότι το άτομο παύει να είναι ερωτευμένο και απομακρύνεται, προξενώντας στον σύντροφό του στεναχώρια.  Και όσο πιο ερωτευμένος είναι κανείς, όσο μεγαλύτερο πάθος έχει, τόσο μεγαλύτερη και πιο απότομη είναι η πτώση του.  Ένας χωρισμός, διαζύγιο, θάνατος ή εγκατάλειψη είναι από τις πιο οδυνηρές εμπειρίες, επειδή μας λείπει η αγάπη τόσο πολύ.

Τι χρειαζόμαστε στη ζωή;
Δυο βασικά πράγματα που χρειαζόμαστε στη ζωή είναι α) να μην είμαστε ή να μην αισθανόμαστε μόνοι και β) να αισθανόμαστε ότι οι άλλοι μας εκτιμούν και μας αγαπούν γι’ αυτό που είμαστε.  Η αγάπη μας φέρνει κοντά, ενώ η μοναξιά μας υπενθυμίζει ότι κάτι μας λείπει στη ζωή.  Έτσι, όταν υπάρχει μονόπλευρη αγάπη, δηλαδή όταν κάποιος αγαπάει ένα άλλο άτομο που δεν ανταποκρίνεται, στην πραγματικότητα έχει τόση ανάγκη ν’ αγαπηθεί και να μην είναι μόνος, που διαλέγει το λάθος ‘αντικείμενο’ και δεν μπορεί να το αφήσει για κάτι πιο ταιριαστό.  Συχνά οι άνθρωποι ψάχνουν την ψυχική ικανοποίηση μέσα από την αγάπη των άλλων, ενώ το μόνο που έχουν να κάνουν είναι καταρχήν ν’ αγαπήσουν τον εαυτό τους.

Το άτομο που βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση ν’ αγαπάει χωρίς ανταπόκριση, είτε εισπράττει πλήρη άρνηση και αδιαφορία από τον άλλον, είτε πρέπει να αρκεστεί στο ότι ο άλλος του προσφέρει μόνο τη φιλία του.  Όσο ο έρωτας του ενός φουντώνει, τόσο η ερωτική αδιαφορία του άλλου γίνεται εμφανέστερη και γι’ αυτό πληγώνει περισσότερο. Κι επειδή πρόκειται για παγκόσμιο φαινόμενο, που λίγο-πολύ καθένας έχει την εμπειρία του, γι’ αυτό το λόγο και η αγάπη χωρίς ανταπόκριση αποτελεί βασικό θέμα πολλών ταινιών και τραγουδιών.

Όταν η αγάπη υπάρχει μόνο από τη μία πλευρά και το άτομο αυτό καταφέρει με κάποιον τρόπο να πείσει ή να αναγκάσει το άλλο άτομο που δεν ανταποκρίνεται να δημιουργήσουν μια σχέση έστω και δοκιμαστικά, το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό, γιατί οδηγεί στην εγκατάλειψη και τη στεναχώρια.

Η συνταγή της μιζέριας
Πέρα από την αγάπη χωρίς ανταπόκριση, υπάρχουν και πολλά άλλα συναισθήματα που αναμειγνύονται σε αυτή την κατάσταση. Υπάρχει πάθος, που γίνεται έμμονη ιδέα με το άλλο άτομο που δεν ανταποκρίνεται.

Σε αυτό προσθέτουμε τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες, τα όνειρα, τη φαντασίωση ότι κάτι θα μπορούσε να γίνει ξαφνικά και να αλλάξει την κατάσταση. Και βέβαια, το συναίσθημα της απόρριψης από το άλλο άτομο είναι παρόν και έντονο.

Υπάρχει ζήλεια, αυτολύπηση και, βέβαια, η αίσθηση του ανεκπλήρωτου. Το όλο συναισθηματικό μείγμα είναι η συνταγή για να νιώθει κανείς μίζερα και χωρίς ελπίδα.

Όταν μάλιστα το άτομο που δεν ανταποκρίνεται στην αγάπη του άλλου δεν λέει ξεκάθαρα ότι δεν ενδιαφέρεται ή όταν είναι φιλικό και ευγενικό, χωρίς περαιτέρω ερωτικές προθέσεις, τότε δημιουργεί ψεύτικες ελπίδες στον ερωτευμένο καθώς και εξάρτηση.

Και όταν ξεκαθαριστεί κάποια στιγμή ότι η στάση του είναι καθαρά φιλική, το άτομο που ήταν ερωτευμένο χωρίς ανταπόκριση αισθάνεται ότι γκρεμίζεται από την κορυφή του πύργου των ονείρων και των επιθυμιών του και προσγειώνεται με τα μούτρα στη σκληρή πραγματικότητα.

Σύμφωνα με το μοντέλο της συμπεριφορικής ψυχολογίας, ο λόγος που η ευγενική και φιλική συμπεριφορά αυτού που δεν είναι ερωτευμένος προς τον ερωτευμένο του γίνεται έμμονη ιδέα και του προκαλεί εξάρτηση είναι επειδή πρόκειται για επιβράβευση των προσδοκιών του ερωτευμένου.

Και όσο πιο πολύ επιβραβεύουμε μια συμπεριφορά, σε τυχαία χρονικά διαστήματα, τόσο περισσότερη εξάρτηση δημιουργούμε. Έτσι δημιουργούνται οι φρούδες ελπίδες και στη συνέχεια έρχεται ο ψυχικός πόνος.

Τι μπορεί να γίνει
Αν είστε στη θέση του ατόμου που δεν ανταποκρίνεστε στα αισθήματα που εκφράζει για σας κάποιος άλλος, θα πρέπει να είστε εντελώς ξεκάθαροι και ειλικρινείς με το άλλο άτομο. Η επικοινωνία είναι το κλειδί της επιτυχίας, ώστε ούτε το άλλο άτομο να αισθανθεί συντετριμμένο ούτε εσείς να έχετε τύψεις.

Το σημαντικότερο είναι να πει κανείς ξεκάθαρα -χωρίς να είναι ανελέητος- ότι δεν ενδιαφέρεται και να λήξει το ζήτημα εκεί. Το να χρυσώσει κανείς το χάπι, να αφήσει να εννοηθεί ότι κάτι θα μπορούσε να γίνει και να πει το ‘όχι, αλλά ίσως..’, αφήνοντας ψεύτικες προσδοκίες δεν είναι καλή τακτική, μια που διαιωνίζει το πρόβλημα και θα προκαλέσει δυσάρεστες καταστάσεις.

Αν είστε στη θέση του ατόμου που αγαπά χωρίς ανταπόκριση, θα πρέπει να διατηρήσετε την ψυχραιμία σας στο πώς βλέπετε και αντιμετωπίζετε τα πράγματα. Η απόρριψη από ένα άτομο δε σημαίνει ότι είστε καταδικασμένοι σε μόνιμη αποτυχία.

Το να γίνει σκοπός της ζωής σας το να κατακτήσετε αυτό το άτομο ή το να σας γίνει έμμονη ιδέα και να σκέφτεστε διαρκώς όλες τις πτυχές του ζητήματος ή να το αναλύετε σε βάθος και πλάτος ούτε αυτό ωφελεί.

Μπορείτε να ομολογήσετε ειλικρινά στον εαυτό σας ότι ερωτευτήκατε, ότι κάνατε λάθος επιλογή ατόμου, ότι παρασυρθήκατε και ότι πιθανότατα είναι ο πληγωμένος σας εγωισμός που δε σας αφήνει να ξεκολλήσετε.

Αν μπορέσετε ν’ αντιληφθείτε ότι από τη στιγμή που ο άλλος δε σας θέλει αυτό σημαίνει αυτομάτως ότι δεν είναι αρκετά καλός για σας και ότι θα υπάρξει κάποιο άλλο άτομο να ερωτευθείτε και να σας ερωτευθεί στη συνέχεια, τότε θα σας είναι πολύ πιο εύκολο ν’ αφήσετε πίσω σας τον έρωτα χωρίς ανταπόκριση.

Κι έπειτα, θα πρέπει να θυμάστε ότι δεν είστε το μόνο άτομο στον κόσμο που του συνέβη κάτι τέτοιο, μια που αυτή η κατάσταση είναι πάρα πολύ συχνή, στην αληθινή ζωή και στον κινηματογράφο, και ότι το ‘happy ending’, το αίσιο τέλος έρχεται, ίσως όχι με τη μορφή και τον άνθρωπο που θα θέλατε εκείνη τη στιγμή, αλλά έρχεται!

Ενδιαφερόμαστε για τους ανθρώπους σαν αντικείμενα

Σχετική εικόναΗ προσέγγισή μας στη ζωή γίνεται σήμερα ολοένα και πιο μηχανική. Ο βασικός στόχος μας είναι να παράγουμε πράγματα και στη διαδικασία αυτής της ειδωλολατρίας των πραγμάτων μεταμορφώνουμε τους εαυτούς μας σε εμπορεύματα. Συμπεριφερόμαστε στους ανθρώπους σαν να ήταν αριθμοί. Το ερώτημα εδώ δεν είναι κατά πόσο τους συμπεριφερόμαστε καλά και αν είναι καλοταϊσμένοι (μπορεί κανείς να συμπεριφέρεται καλά και στα αντικείμενα)- το ερώτημα είναι κατά πόσο οι άνθρωποι είναι πράγματα ή έμβια όντα. Οι άνθρωποι αγαπούν τα μηχανικά μαραφέτια περισσότερο από τα έμβια όντα. Προσεγγίζουμε τους ανθρώπους νοητικά-αφαιρετικά. Ενδιαφερόμαστε για τους ανθρώπους σαν αντικείμενα, τα κοινά τους χαρακτηριστικά, τους στατιστικούς κανόνες της μαζικής συμπεριφοράς, και όχι για τα ζωντανά άτομα.

Όλα αυτά συμβαδίζουν με τον συνεχώς αυξανόμενο ρόλο των γραφειοκρατικών μεθόδων. Σε τεράστια κέντρα παραγωγής, τεράστιες πόλεις, τεράστιες χώρες, οι άνθρωποι διοικούνται σαν να ήταν πράγματα- οι άνθρωποι και οι διοικητές τους μετασχηματίζονται σε πράγματα και υπακούν στους νόμους των πραγμάτων. Όμως ο προορισμός του ανθρώπου δεν είναι ένα πράγμα. Καταστρέφεται αν γίνει πράγμα- και προτού συμβεί αυτό, φτάνει σε απόγνωση και επιθυμεί να σκοτώσει κάθε ζωή.

Σε ένα γραφειοκρατικά οργανωμένο και συγκεντρωτικό βιομηχανισμό, οι προτιμήσεις χειραγωγούνται, ώστε οι άνθρωποι να καταναλώνουν όσο το δυνατόν περισσότερο και σε προβλέψιμες και προσοδοφόρες κατευθύνσεις. Η ευφυΐα και ο χαρακτήρας τους κανονικοποιείται από τον συνεχώς αυξανόμενο ρόλο των τεστ που επιλέγουν τους μέτριους και δειλούς σε σύγκριση με τους ευρηματικούς και τολμηρούς. Μάλιστα, ο γραφειοκρατικός-βιομηχανικός πολιτισμός, που έχει επικρατήσει στην Ευρώπη και στη βόρεια Αμερική, έχει δημιουργήσει έναν νέο τύπο ανθρώπου- μπορούμε να τον περιγράψουμε ως τον οργανωτικό άνθρωπο, ως τον αυτόματο άνθρωπο και ως τον homo mechanicus (μηχανικός άνθρωπος). Με αυτό εννοώ έναν άνθρωπο των “συσκευών” (gadget), που έλκεται βαθιά από οτιδήποτε μηχανικό και έχει μια τάση κατά οτιδήποτε ζωντανού. Είναι αλήθεια ότι ο βιολογικός και φυσιολογικός εξοπλισμός του ανθρώπου τον εφοδιάζει με τόσο ισχυρές σεξουαλικές παρορμήσεις, που ακόμη και ο homo mechanicus συνεχίζει να έχει σεξουαλικές επιθυμίες και να αποζητά γυναίκες. Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ενδιαφέρον του για τις γυναίκες μειώνεται. Μια γελοιογραφία στην εφημερίδα New Yorker το υπέδειξε αυτό με πολύ κωμικό τρόπο. Μια πωλήτρια που προσπαθεί να πουλήσει μια συγκεκριμένη μάρκα αρώματος σε μια νεαρή πελάτισσα το προτείνει λέγοντας: “Μυρίζει σαν καινούριο σπορ αυτοκίνητο”. Πράγματι, κάθε παρατηρητής της ανθρώπινης συμπεριφοράς σήμερα θα επιβεβαιώσει ότι αυτό το σκίτσο είναι κάτι παραπάνω από ένα έξυπνο αστείο. Υπάρχει, όπως φαίνεται, μεγάλος αριθμός αντρών που ενδιαφέρονται περισσότερο για τα σπορ αυτοκίνητα, τις συσκευές τηλεόρασης και ραδιοφώνου, τα διαστημικά ταξίδια και ένα σωρό άλλα μαραφέτια, απ’ ό,τι για τις γυναίκες, την αγάπη, τη φύση, την τροφή- άντρες που διεγείρονται περισσότερο από τη μεταχείριση μη οργανικών, μηχανικών πραγμάτων παρά από τη ζωή. Δεν θα ήταν υπερβολικό ακόμη και να υποθέσουμε ότι ο homo mechanicus περισσότερο γοητεύεται και νιώθει υπερηφάνεια για συσκευές που μπορούν να σκοτώσουν εκατομμύρια ανθρώπους σε απόσταση αρκετών χιλιάδων χιλιομέτρων μέσα σε μερικά λεπτά, παρά αισθάνεται φόβο και θλίψη από την πιθανότητα μιας τέτοια μαζικής καταστροφής. Ο homo mechanicus συνεχίζει να απολαμβάνει το σεξ και το ποτό. Όμως όλες αυτές τις ηδονές τις αναζητά μέσα στο πλαίσιο αναφοράς του μηχανικού και του άβιου. Περιμένει ότι πρέπει να υπάρχει ένα κουμπί που, αν το πατήσει, θα φέρει ευτυχία, αγάπη, ικανοποίηση. (Πολλοί πηγαίνουν σε ψυχαναλυτή έχοντας την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να τους διδάξει πώς να βρουν αυτό το κουμπί.) Κοιτάζει τις γυναίκες όπως θα κοίταζε κανείς ένα αυτοκίνητο: ξέρει ποια είναι τα σωστά κουμπιά που πρέπει να πατήσει, απολαμβάνει τη δύναμη που έχει να την κάνει να “τρέξει” και παραμένει ένας ψυχρός παρατηρητής. Τον homo mechanicus τον ενδιαφέρει ολοένα και περισσότερο η μεταχείριση των μηχανών παρά η συμμετοχή και η αντίδραση στη ζωή. Έτσι, γίνεται αδιάφορος απέναντι στη ζωή.

Σκεφτείτε τον ρόλο που παίζει ο σκοτωμός στις διασκεδάσεις μας. Ο κινηματογράφος, τα κόμικς, οι εφημερίδες είναι τόσο συναρπαστικά, επειδή είναι γεμάτα με αναφορές καταστροφής, σαδισμό και βαρβαρότητα. Εκατομμύρια άνθρωποι ζουν μια ανιαρή αλλά άνετη ζωή- και τίποτα δεν τους συναρπάζει περισσότερο από το να παρακολουθούν ή να διαβάζουν για σκοτωμούς, είτε πρόκειται για έναν φόνο είτε για ένα μοιραίο ατύχημα σε έναν αυτοκινητιστικό αγώνα. Αυτό δεν αποτελεί ένδειξη για το πόσο βαθύ έχει γίνει ήδη αυτό το πάθος για τον θάνατο; Ή σκεφτείτε εκφράσεις όπως “μέχρι θανάτου” ή “πεθαίνω να” κάνω αυτό ή εκείνο ή την έκφραση “με σκοτώνει”. Σκεφτείτε την αδιαφορία για τη ζωή που εκδηλώνεται στα ποσοστά των τροχαίων ατυχημάτων.

Εν συντομία, η διανοητικοποίηση, η ποσοτικοποίηση, η αφαιρετικοποίηση, η γραφειοκρατικοποίηση και η πραγματικοποίηση – οι οποίες αποτελούν χαρακτηριστικά της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας- όταν εφαρμόζονται στους ανθρώπους, αντί στα πράγματα, δεν αποτελούν τις αρχές της ζωής αλλά της μηχανικής. Οι άνθρωποι που ζουν σε ένα τέτοιο σύστημα αναπτύσσουν αδιαφορία προς τη ζωή ή ακόμη και έλξη προς τον θάνατο. Οι ίδιοι δεν το αντιλαμβάνονται. Περνούν τις εξάψεις των συγκινήσεων για τις χαρές της ζωής και ζουν με την ψευδαίσθηση ότι είναι ζωντανοί όταν έχουν πολλά πράγματα στην κυριότητά τους ή προς χρήση. Η έλλειψη διαμαρτυρίας κατά του πυρηνικού πολέμου, οι συζητήσεις των “ατομολόγων” μας για το ισοζύγιο της ολοκληρωτικής ή σχεδόν ολοκληρωτικής καταστροφής δείχνει πόσο βαθιά έχουμε προχωρήσει ήδη στην “κοιλάδα της σκιάς του θανάτου”.

Erich Fromm, Η Καρδιά του Ανθρώπου

Τα βαρυτικά κύματα μας αποκαλύπτουν την σταθερά Hubble και το πόσο γρήγορα διαστέλλεται το σύμπαν

Σχετική εικόναΤο 2016 οι αστρονόμοι πραγματοποίησαν την  πρώτη ανίχνευση των βαρυτικών κυμάτων εξ αιτίας της συγχώνευσης δύο μαύρων οπών. Και έτσι μας έδωσε έναν εντελώς νέο τρόπο να δούμε τον Κόσμο. Τώρα πια δεν περιοριζόμαστε από την εκπομπή και την απορρόφηση του φωτός από την ύλη. Μπορούμε να εξερευνήσουμε το σύμπαν μέσα από κυματισμούς στον ιστό του ίδιου του χωροχρόνου. Μέσα δε από πρόσφατες παρατηρήσεις μπορούμε να μελετήσουμε την πιο μυστηριώδη άποψη του χωροχρόνου, γνωστή και ως σκοτεινή ενέργεια.
 
Η σκοτεινή ενέργεια είναι αυτό που προκαλεί την διαστολή του ίδιου του σύμπαντος. Αποτελεί περίπου το 70% του σύμπαντος, αλλά δεν γνωρίζουμε πραγματικά τι είναι. Ένας λόγος γι ‘αυτό είναι ότι δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια πόσο διαστέλλεται το σύμπαν. Η κοσμική διαστολή τυπικά καθορίζεται από την παράμετρο – σταθερά Hubble H 0 . Επειδή το σύμπαν διαστέλλεται, οι πιο μακρινοί γαλαξίες φαίνεται να απομακρύνονται από εμάς γρηγορότερα από τους κοντινότερους γαλαξίες. Η ταχύτητα ενός μακρινού γαλαξία σχετίζεται με την απόσταση του, από τον γνωστό τύπο v = H 0 d. Μπορούμε, ως γνωστόν, να μετρήσουμε την ταχύτητα ενός γαλαξία μέσω της ερυθρής μετατόπισης του φωτός του (redshift). Όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα του γαλαξία, τόσο περισσότερο το φως μετατοπίζεται προς μεγαλύτερα (ερυθρά) μήκη κύματος.
 
Γνωρίζοντας λοιπόν την απόσταση ενός γαλαξία και την παρατηρούμενη ερυθρή μετατόπιση του φωτός του (redshift), μπορούμε να προσδιορίσουμε την παράμετρο Hubble. Όταν το κάνουμε αυτό για πολλούς γαλαξίες, βρίσκουμε μια τιμή περίπου H 0 = 67,6 (km / s) / Mpc. Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα. Δεν μπορούμε να μετρήσουμε άμεσα τις αποστάσεις σ τους πιο μακρινούς γαλαξίες. Χρησιμοποιούμε γι αυτούς τη γνωστή ως κλίμακα κοσμικής απόστασης , όπου χρησιμοποιούμε έναν τύπο μέτρησης για να προσδιορίσουμε την απόσταση των κοντινών άστρων και χρησιμοποιούμε αυτό το αποτέλεσμα σε άλλες παρατηρήσεις για να μετρήσουμε τις αποστάσεις σε κοντινούς γαλαξίες και μετά χρησιμοποιούμε αυτό το αποτέλεσμα για να μετρήσουμε πιο απομακρυσμένους γαλαξίες κοκ. Κάθε βήμα στην κλίμακα έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του, και εάν ένα σκαλοπάτι στην κλίμακα δεν είναι ακριβής, γίνεται λάθος σε όλα τα άλλα.
   
Ευτυχώς, έχουμε και άλλους τρόπους μέτρησης της παραμέτρου –σταθεράς Hubble. Ένας από αυτούς είναι μέσα από το Κοσμικό Μικροκυματικό Υπόβαθρο . Αυτή η εναπομένουσα ηχώ του Big Bang έχει μικρές διακυμάνσεις της θερμοκρασίας. Το μέγεθος αυτών των διακυμάνσεων μας αποκαλύπτει μεταξύ των άλλων και το ρυθμό της κοσμικής διαστολής. Παρατηρήσεις από τον δορυφόρο Planck έδωσαν μία τιμή της σταθεράς Hubble περίπου H 0 = 67,7 (km / s) / Mpc.
 
Όμως άλλες μέθοδοι μέτρησης της σταθεράς Hubble δίνουν ελαφρώς διαφορετικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, μια μέθοδος εξέτασε το πώς το φως βγαίνει με τη βοήθεια βαρυτικού φακού από μακρινούς γαλαξίες. Ο βαρυτικός φακός μπορεί να δημιουργήσει πολλές εικόνες απομακρυσμένων υπερκαινοφανών, και καθώς κάθε εικόνα κάνει μια διαφορετική διαδρομή γύρω από τον γαλαξία, φθάνουν σε διαφορετικούς χρόνους. Ο χρονισμός αυτών των εικόνων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό της σταθεράς Hubble και το αποτέλεσμα δίνει, περίπου, H 0 = 71,9 (km / s) / Mpc. Μια άλλη διαφορετική μέθοδος χρησιμοποιεί τους μακρινούς σουπερνόβα και δίνει ένα αποτέλεσμα πολύ υψηλό, H 0 = 73 (km / s) / Mpc. Ποια είναι λοιπόν η πραγματική τιμή της παραμέτρου Hubble;
 
Εδώ έρχονται προς βοήθεια μας τα κύματα βαρύτητας. Όλες οι μετρήσεις της σταθεράς Hubble H μέχρι στιγμής βασίζονται σε παρατηρήσεις φωτός. Τα κύματα βαρύτητας όμως μας παρέχουν μια εντελώς νέα μέθοδο μέτρησης των κοσμικών αποστάσεων. Καθώς αρχίζουν να συγχωνεύονται δύο μαύρες τρύπες ή άστρα νετρονίων, κάνουν μια σπειροειδή κίνηση όλο και περισσότερο μεταξύ τους, δημιουργώντας κύματα βαρύτητας που μπορούμε να εντοπίσουμε. Η συχνότητα αυτών των κυμάτων εξαρτάται από τις μάζες τους και οι μάζες τους καθορίζουν πόση ενέργεια παράγουν όταν συγχωνευθούν. Συγκρίνοντας την ενέργεια που παράγουν με την ισχύ των κυμάτων βαρύτητας που παρατηρούμε, γνωρίζουμε την απόσταση τους. Αυτός ο τρόπος είναι παρόμοιος με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται τα Τυποποιημένα Κεριά στην οπτική αστρονομία, όπου γνωρίζουμε την πραγματική φωτεινότητα ενός άστρου ή γαλαξία και τη συγκρίνουμε με την παρατηρούμενη φωτεινότητα του για τον προσδιορισμό της απόστασης. Στην πραγματικότητα, αυτή η νέα μέθοδος έχει ονομαστεί Τυποποιημένη Σειρήνα (standard siren). Η δε ιδέα για τη χρήση πηγών βαρυτικών κυμάτων ως Τυποποιημένων Σειρήνων προτάθηκε από τον Bernard Schutz το 1986 .
 
Αλλά η απόσταση δεν είναι αρκετή για να καθορίσει την παράμετρο – σταθερά του Hubble. Πρέπει, επίσης, να καθορίσουμε την ταχύτητά του που απομακρύνεται από εμάς. Δεν μπορούμε να μετρήσουμε την ερυθρή μετατόπιση των βαρυτικών κυμάτων, και γι’ αυτό δεν μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε για να μετρήσουμε την ταχύτητα. Αλλά όταν συγχωνεύονται δύο άστρα νετρονίων, παράγουν τόσο βαρυτικά κύματα όσο και φως. Για μια τέτοια συγχώνευση, παρατηρήσαμε όχι μόνο το παραγόμενο φως αλλά και την ερυθρή μετατόπισή του. Από αυτή μπορούμε να βρούμε την παράμετρο Hubble. Δεδομένου ότι η απόσταση βρίσκεται απευθείας από τα κύματα βαρύτητας, δεν βασίζεται στην Κλίμακα της Κοσμικής Απόστασης ή ένα υποτιθέμενο μοντέλο της κοσμικής διαστολής. Έτσι από αυτό το γεγονός βρέθηκε ότι H 0 = 70 (km / s) / Mpc.
 
Ενώ αυτό το αποτέλεσμα δείχνει μια μεγαλύτερη σταθερά Hubble H 0 , η αβεβαιότητα του αποτελέσματος είναι πραγματικά μεγάλη. Βάσει των δεδομένων, θα μπορούσε να είναι από 82 έως 62 km / s) / Mpc. Όμως αυτή η τιμή H 0 = 70 (km / s) / Mpc προέρχεται μόνο από μία μέτρηση. Καθώς θα παρατηρούνται περισσότερες συγχωνεύσεις, θα έχουμε ακριβέστερα αποτελέσματα. Έτσι τα κύματα βαρύτητας θα μας βοηθήσουν να καταγράψουμε καλύτερα την σταθερά Hubble.

Αντίληψη και Κατανόηση χωρίς τον Νου

Οι άνθρωποι αντιλαμβανόμαστε το περιβάλλον μας και τον κόσμο που γνωρίζουμε με ένα σταθερό και παγ(ι)ωμένο «ερμηνευτικό σύστημα» που στην τελική είναι αδιάφορο αν είναι δικό μας ή μας το έδωσαν άλλοι. Το πρόγραμμα ερμηνείας του σύμπαντος που τρέχουμε είναι ελαττωματικό και αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο ελαττωματικά· γι αυτό έχουμε τόσες αναπάντητες ερωτήσεις και τόσες πολλές διαστρεβλωμένες θεωρίες που δεν εξηγούν τίποτε, πέρα από την προβολή επιστημονικών φαντασιώσεων. Αυτό μπορεί να το δει κάθε άνθρωπος που είναι ικανός να βλέπει την ενέργεια που ρέει μέσα στο σύμπαν.

Το βασικότερο εμπόδιο που πρέπει με άτεγκτα αυστηρή πειθαρχία να ξεπεραστεί είναι το εμπόδιο του «εγώ» της κοινωνικοποίησης και της συνήθειας που δίνει στους ανθρώπους από γενιά σε γενιά μια πανομοιότυπα αυθαίρετη, οριστική κι αμετάκλητη άποψη του Κοσμικού. Αποτέλεσμα αυτής της ψευδαίσθησης (σκιές στον τοίχο από τους δεσμώτες – θαυματοποιούς) είναι η φαινομενικά ατράνταχτη πεποίθηση των ανθρώπων ότι ο κόσμος (φυσικός, ιστορικός, μυθολογικός) είναι ο μοναδικός και η οριστικότητα του είναι στατικά αδιαμφισβήτητη, ειδικά αφού την επιβάλλουν τόσο περισπούδαστοι ιεράρχες θρησκευτικοί κι επιστημονικοί. Επειδή δεν τολμάει κανείς να τους αμφισβητήσει, οι ψευδαισθήσεις τους εδραιώθηκαν σαν η μοναδική αληθοφανής θέση. Οι άνθρωποι είναι έρμαια δυνάμεων που τους έλκουν· από και σε κάθε κατεύθυνση και σπάνια αμφισβητούν την «ιερή αγελάδα» αντιθέτως την λατρεύουν. Μια χαρά τα ήξερε ο παππούς Πλάτων.

Βασική προϋπόθεση αντίληψης (πόσο μάλλον κατανόησης) κάθε πληροφορίας που έρχεται έξω από το ελαττωματικό ερμηνευτικό σύστημα είναι η απουσία μεσολάβησης του νου. Ο νους αγαπάει την συνήθεια και την κοινωνικοποίηση κι αυτό τον καθιστά επιρρεπή να άγεται και να φέρεται τόσο ηλίθια. Βασικό εργαλείο έκφρασης του «εγώ» σε κάθε του έκφανση είναι ο νους.

Θα στρέψω την προσοχή μας στην Ηλεκτρική Θεωρία του Σύμπαντος, η οποία τονίζει την σημασία του ηλεκτρισμού σε όλο το Σύμπαν και που εξηγεί το 99,99% των παρατηρούμενων κοσμολογικών φαινομένων και τις επιπτώσεις τους στην ζωή μας, από την δημιουργία ήλιων, αστέρων και πλανητών, μέχρι το βάθος του γονιδιώματος μας, όπου η πιθανότητα να αφήσεις έξω από την βιτρίνα το «εγώ» και τον νου θα δημιουργήσει μια παράξενα μαγική κατανόηση. Αντίληψη και Κατανόηση χωρίς τον Νου. Άφησε την Αίσθηση (όχι τα συναισθήματα· είναι του νου) να σε κατευθύνει, αυτή είναι η ΔΥΝΑΜΗ που τόσο συχνά διαβάζεις κι αναφέρουμε.

Η τρέλα του γαμήλιου έρωτα

Η υπερβολή της εποχής μας συνοψίζεται στο άπιαστο όνειρο: όλα σε ένα ή τα θέλω όλα. Ένα και μοναδικό πλάσμα πρέπει να συμπυκνώνει όλες μου τις προσδοκίες. Ποιος μπορεί να ανταποκριθεί σε τέτοια απαίτηση;
 Η ιλιγγιώδης αύξηση των διαζυγίων στην Ευρώπη δεν οφείλεται στον εγωισμό μας αλλά στον ιδεαλισμό μας: είναι αδύνατο να ζήσουμε μαζί, απέναντι στο είναι δύσκολο να μείνουμε μόνοι. Τα ζευγάρια διαλύονται όχι από απογοήτευση, αλλά από υπερβολική ιδέα για τον εαυτό τους. Από τον έρωτα δεν μένει παρά «το κεραυνοβόλο βλέμμα του θεού» (Αντρέ Μπρετόν) κι αυτό είναι το πρόβλημα. Παραφορτώνουμε το καράβι, το επενδύουμε με τόσες ελπίδες, ώστε τελικά ναυαγεί. Δεν υποφέρουμε από έλλειψη συναισθημάτων αλλά από υπερβολική ανάγκη για συναισθήματα.
 
Πιστεύω ακόμα στον μεγάλο έρωτα, ακούμε να λέμε. Όμως δεν έχει νόημα να πιστεύουμε σε μία αφηρημένη έννοια, όσο αξιοθαύμαστη κι αν είναι, καλύτερα να πιστεύουμε στα άτομα, τα ευάλωτα και ατελή άτομα. Αγαπώντας τον έρωτα καταλήγουμε στην εξιδανίκευσή του. Κάποτε αποκλεισμένος από τον γάμο, ο έρωτας-αίσθημα διαλύθηκε εκ των έσω προτού μπει σε κίνδυνο από τις υπερβολικές φιλοδοξίες – η βουλιμία του σηματοδοτεί και την απώλειά του. Από τότε που αφαιρέθηκαν τα εμπόδια που τον τροφοδοτούσαν με το να τον φρενάρουν, είναι υποχρεωμένος να βρει μόνος του τα μέσα για να ανανεωθεί. Πεθαίνει, όχι από τα εμπόδια που συναντά, αλλά από την εύκολη επιτυχία του.
 
Λένε ότι το πάθος είναι ακαταμάχητο: πράγματι, αντιστέκεται σε όλα εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Η αρχαία τραγωδία αντέτασσε μια αδύνατη ένωση στη σκληρή τάξη των πραγμάτων – η σύγχρονη τραγωδία είναι ο έρωτας που σκοτώνει τον εαυτό του, που πεθαίνει επειδή νικά. Η ελευθερία του τού επιτρέπει να φθάνει στο απόγειό του και να παρακμάζει. Ποτέ οι ερωτικές μας ιστορίες δεν ήταν τόσο βραχύβιες, ποτέ δεν έφταναν τόσο νωρίς στο κρεβάτι και στη συμβίωση, εφόσον δεν υπάρχουν πια εμπόδια. Η δυστυχία μας δεν οφείλεται πια στην έλλειψη, οφείλεται στον κορεσμό.
 
Πρόκειται για μια ευρέως διαδεδομένη ασθένεια: η δαιμονική αναζήτηση του ερωτικού αντικειμένου που απογοητεύει και αντικαθίσταται από ένα άλλο, το οποίο με τη σειρά του επισκιάζεται από ένα τρίτο, ένα τέταρτο, μία σειρά από φλόγες που τρεμοσβήνουν κι ύστερα χάνονται για πάντα. Ενθουσιαζόμαστε, ψυχραινόμαστε, δεν είμαστε ποτέ ικανοποιημένοι. Κάθε φορά υπερτιμάμε τα συναισθήματά μας, νιώθουμε ψευτοερωτοχτυπημένοι – όπως γράφει ο Σταντάλ, «πιστεύουμε ότι αγαπάμε κάποιον για όλη μας τη ζωή στη διάρκεια μίας και μοναδικής βραδιάς».
 
Η αδελφή ψυχή δεν είναι ποτέ αρκετά ωραία, έξυπνη, σέξι, όλοι οι υποψήφιοι είναι καταδικασμένοι σε αποτυχία. Ο πρίγκιπας ήταν λοιπόν ένας τιποτένιος, η σεξοβόμβα μία ψυχρή νευρωτική, μία μέγαιρα. Αυτή είναι η κόλασή μας, αντίβαρο της προόδου: δεν μπορούμε να ερωτευτούμε άνδρες ή γυναίκες στο ύψος των προσδοκιών μας, επειδή οι προσδοκίες μας είναι μη ρεαλιστικές.
 
Έτσι, φτάνουμε στη μοναξιά. Μετά τα τριάντα, αντί να βρούμε το ονειρεμένο πλάσμα, καθόμαστε μπροστά στην τηλεόραση και μασουλάμε πρόχειρα φαγητά περιμένοντας να χτυπήσει το τηλέφωνο. Γι’ αυτό και πολλαπλασιάζονται οι μοναχικές και πονεμένες ψυχές στο διαδίκτυο, που συμμετέχουν σε μία αγορά «δεύτερο χέρι»: χωρισμένοι και ξαναπαντρεμένοι κάμποσες φορές «ερωτεύονται» έναν άγνωστο και είναι έτοιμοι να κάνουν τα ίδια λάθη, τις ίδιες εξωφρενικές επιλογές.
 
Θα πεθαίνατε για κάποιον που αγαπάτε; Το ζήτημα όμως δεν μπαίνει έτσι, κυρίως πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να ζήσουμε με κάποιον, όχι να πεθάνουμε. Η ρουτίνα της καθημερινότητας συνεπάγεται τη συνέπεια της κάθε στιγμής και κάνει ανώφελη την εξονυχιστική εξέταση της κάθε χειρονομίας, της κάθε ακραίας ή τυχαίας κίνησης.
 
Κάποτε η συναισθηματική αγωγή συνίστατο στην αποφυγή της απογοήτευσης: έπρεπε να βρούμε το δρόμο μας στους μαιάνδρους της καρδιάς, να μην παραδοθούμε στις παρορμήσεις, να αντιμετωπίσουμε τις χίμαιρες της νιότης και να επιλέξουμε ένα πνευματικό και ηθικό δρομολόγιο. Όλη η φιλολογία μάς διδάσκεια, αντιθέτως, πώς να ανασκαλεύουμε τη φωτιά, πώς να φλεγόμαστε…
 
Ανατροπή σε σχέση με την κλασική εποχή: η κλασική εποχή φοβόταν τα μεγάλα πάθη, που προκαλούν δυστυχία – εμείς φοβόμαστε τη χλιαρότητα… Στην πραγματικότητα, δεν φοβόμαστε πια την αναρχία της συμπεριφοράς, αλλά την εξάλειψη των συγκινήσεων. Αυτό που επιζητούμε είναι το πάθος – ποιητικό, ευτυχισμένο – χωρίς τις μοιραίες του συνέπειες.

Ο Αριστοτέλης και η έννοια του νόμου

Στα Ηθικά Νικομάχεια ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει ότι ο νομοθέτης είναι ο μεγάλος παιδαγωγός της κοινωνίας. Υποστηρίζοντας ότι η αρετή δεν είναι εκ φύσεως αλλά αποτέλεσμα εθισμού, καθιστά σαφές πως μόνο με την επανάληψη ηθικών πράξεων μπορεί κανείς να αποκτήσει την αρετή, αφού μόνο η επανάληψη οδηγεί στη συνείδηση. Η ολοκλήρωση του εθισμού, δηλαδή της διαδικασίας των επαναλαμβανομένων πράξεων με σκοπό την αρετή, πιστοποιείται από τα αντίστοιχα συναισθήματα που συνοδεύουν την πράξη, αφού δε φτάνει να κάνει κανείς καλές πράξεις, αλλά πρέπει να νιώθει και χαρά απ’ αυτό. Κι αυτό ακριβώς είναι ο εθισμός (κατά την αρχαιοελληνική έννοια του όρου), η ταύτιση συγκεκριμένων ενεργειών με ευχάριστα συναισθήματα. Υπό αυτή την έννοια, το ότι δουλεύει κανείς (από μόνο του) δεν είναι απόδειξη της εργατικότητάς του. Γιατί, αν δεν εισπράττει και συναισθηματικά από την εργασία, με την πρώτη ευκαιρία θα την παρατήσει. Γι’ αυτό πρέπει να εθιστεί κανείς στην αρετή. Για να νιώθει συναισθηματικά ολοκληρωμένος με την εκπλήρωσή της. Μόνο έτσι θα καταφέρει να απομακρύνει όλους τους πιθανούς πειρασμούς. Και σ’ αυτό βέβαια χρειάζεται δάσκαλος. Ο δάσκαλος είναι ο άνθρωπος που θα καθοδηγήσει σωστά τη διαδικασία του εθισμού, αφού η εφαρμογή της ηθικής αρετής είναι πρωτίστως θέμα παιδείας. Γι’ αυτό και η διαπαιδαγώγηση οφείλει να ξεκινά από τις πολύ μικρές ηλικίες.

Υπό αυτή την έννοια, κατά τον Αριστοτέλη, ο νομοθέτης είναι αυτός που χαράσσει τον ηθικό δρόμο και τον επιβάλλει αδιαλείπτως στο όνομα της συνύπαρξης. Είναι ο μεγάλος δάσκαλος που εθίζει τους πολίτες στο καλό. Αν εθίσει τους πολίτες σωστά θα ελαχιστοποιήσει τις παραβάσεις. Αν όχι, θα τις αυξήσει – δηλαδή θα αποτύχει. Γι’ αυτό οι νόμοι πρέπει να ανταποκρίνονται στις ανάγκες, την κουλτούρα και τις συνθήκες της κάθε κοινωνίας. Γιατί ο ουρανοκατέβατος νόμος είναι παράλογος νόμος, κι ως τέτοιος είναι αδύνατο να έχει αποδοχή. (Ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου ο ίδιος ο νομοθέτης παραβιάζει το νόμο ή φτιάχνει άδικους νόμους προκειμένου να ευνοήσει συγκεκριμένα συμφέροντα. Γιατί ο Αριστοτέλης δε χρησιμοποιεί λέξεις άσκοπα. Αν ο νομοθέτης δεν είναι ακέραιος τότε δεν είναι νομοθέτης, ή μάλλον είναι νομοθέτης μόνο κατ’ όνομα, αφού κατ’ ουσία είναι παραβάτης ο ίδιος).
 
Από τη στιγμή που καθίσταται σαφές ότι η αρετή, ως αντικείμενο του νόμου, είναι θέμα παιδείας, κι ότι κατ’ επέκταση ο νομοθέτης είναι ο δάσκαλος όλης της κοινωνίας, δε μένει παρά να μελετηθεί η παιδαγωγική μέθοδος που επιδιώκει την ταύτιση του ευχάριστου συναισθήματος με την πράξη της αρετής και συνακόλουθα του δυσάρεστου συναισθήματος με τις πράξεις που αντίκεινται στην αρετή. Κι εδώ ο Αριστοτέλης επικαλείται τις παιδαγωγικές μεθόδους του Πλάτωνα που συνδύαζε τον έπαινο με τις ενάρετες πράξεις, ώστε να συνδυαστεί το ευχάριστο συναίσθημα του επαίνου με το καλό, και την τιμωρία με τις ανεπιθύμητες, μη ηθικές πράξεις, ώστε να συνδυαστεί το δυσάρεστο συναίσθημα της τιμωρίας με το κακό. Η επανάληψη αυτής της τακτικής θα οδηγούσε τελικά στον εθισμό, δηλαδή στην αυτόματη και ισόβια αναζήτηση της ευχαρίστησης στις ηθικές πράξεις. Στο ερώτημα, κατά πόσο ο νομοθέτης οφείλει να ακολουθήσει αυτή την τακτική, ο Αριστοτέλης θέτει αντιρρήσεις στο ζήτημα του επαίνου. (Στο ζήτημα της τιμωρίας από την πλευρά του νόμου δεν αναφέρεται καν, ως κάτι απολύτως προφανές, αφού είναι αυτονόητο ότι οι παραβάτες του νόμου πρέπει να τιμωρούνται): «Σχετικά τώρα με τις τιμές που πρέπει να αποδίδονται σ’ εκείνους που επινοούν κάτι χρήσιμο για την πόλη η σχετική νομοθεσία δεν είναι ακίνδυνη, παρά είναι μόνο ευχάριστο να ακούει κανείς κάτι τέτοιο. Διότι μπορεί να προκαλέσει συκοφαντίες και ενδεχομένως ανατρεπτικά κινήματα».
 
Φυσικά το να ισχυριστεί κανείς ότι ο νόμος θα έπρεπε να επαινεί κάθε νόμιμη πράξη, με την ίδια λογική που οφείλει να τιμωρεί κάθε παράνομη πράξη, θα ήταν ανόητο. Η έννοια της επιβράβευσης τείνει προς την προαίρεση, και ο νόμος όχι μόνο δεν είναι προαιρετικός, αλλά (ενδεχομένως) ακόμη και ο χαρακτηρισμός καθήκον να μην είναι ακριβής. Γιατί ο νόμος είναι πρωτίστως κατοχύρωση των δικαιωμάτων, καθώς δε λειτουργεί περιοριστικά σε σχέση με τα πράγματα που απαγορεύει, αλλά απελευθερωτικά σε σχέση με τα πράγματα που διασφαλίζει. Η τήρηση του νόμου, ως προϋπόθεση της συνύπαρξης, είναι η επίτευξη της αρμονίας. Η ισότητα, η ισονομία, ο σεβασμός στον άλλο, η αξιοκρατία, με δυο λόγια η συνείδηση της αναγκαιότητας της κοινωνικής ισορροπίας, ως όρος για την ατομική γαλήνη, είναι ο δρόμος προς τη συλλογικότητα. Κι αυτό ακριβώς είναι ο νόμος. Το σημείο που διαχωρίζει την ατομικότητα από το όλο καθορίζοντας τις αμοιβαία απαιτούμενες συμπεριφορές. Αποδεχόμενοι ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον δεν έχουμε παρά να συμπεράνουμε ότι ο νόμος είναι ο ρυθμιστής μιας φυσικής επιταγής. Αν καταλυθεί ο νόμος θα διαλυθούν οι πόλεις. Κι αν διαλυθούν οι πόλεις ο άνθρωπος θα οδηγηθεί στο παρά φύση, δηλαδή στη δυστυχία. Γι’ αυτό δε χρειάζεται ο νόμος να επιβραβεύει την εφαρμογή του. Η επιβράβευση είναι η ευεργεσία της συνύπαρξης. Κι αυτό πρέπει να το αντιλαμβάνεται κανείς χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Ο έπαινος αφορά ζητήματα που θα ήταν καλό να κάνει κάποιος. Λειτουργεί δηλαδή προτρεπτικά. Κι η τήρηση του νόμου δεν είναι θέμα προτροπής. Είναι θέμα συνείδησης.
 
Όμως και οι τιμές προς όλους αυτούς «που επινοούν κάτι χρήσιμο για την πόλη» κρίνονται από τον Αριστοτέλη επικίνδυνες. Από θέση αρχής, κρύβουν κάτι λαϊκιστικό μέσα τους: «είναι μόνο ευχάριστο να ακούει κανείς κάτι τέτοιο». Η συνείδηση της αναγκαιότητας του νόμου δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνείδηση της συλλογικότητας, δηλαδή της αδιαπραγμάτευτης προτεραιότητας του ομαδικού, αφού μόνο μέσα του ολοκληρώνεται η ατομικότητα. Με άλλα λόγια, απ’ όποια σκοπιά και να το δει κανείς, είτε τη συλλογική είτε την ατομική, αυτό που προέχει είναι διαφύλαξη της κοινωνίας. Ακόμη και η πιο στείρα εγωιστική εκδοχή οφείλει να γνωρίζει ότι το εγώ δεν υφίσταται χωρίς τους άλλους. Υπό αυτή την έννοια, ο εγωισμός που εκδηλώνεται σε βάρος του συνόλου και που κλονίζει την κοινωνική συνοχή, είναι ο εγωισμός που στρέφεται ενάντια στον εαυτό του. Ο υγιής εγωισμός είναι αυτός που προβάλλει την ατομικότητα μέσα στο πλαίσιο του συνόλου. Είναι δηλαδή η φιλοδοξία της υπεροχής που εκδηλώνεται θετικά προς τους άλλους. Και υπερέχει κανείς από τους άλλους, όταν μπορεί να πετύχει αυτό που οι άλλοι δεν μπορούν. Γι’ αυτό ο εγωιστής οφείλει να είναι πρωτίστως ευεργετικός. Γιατί εισπράττει συναισθηματικά την αναγνώριση της υπεροχής του, ικανοποιεί δηλαδή τον εγωισμό του (ενδεχομένως να έχει και κάποιες υλικές απολαβές) χωρίς όμως να προσπαθεί να αρπάξει από τους άλλους αυτό που δεν αξίζει. Ο γνήσιος εγωιστής δεν ανέχεται τις χάρες. Γιατί ο εγωισμός πηγαίνει με την περηφάνια.
 
Το ξεχείλωμα των νόμων προκειμένου να προωθούνται συγκεκριμένα συμφέροντα (ή, πολύ περισσότερο, η θέσπιση άδικων νόμων για τους ίδιους λόγους) δεν προδίδει μόνο μια κοινωνία αρπακτικών, αλλά, πρωτίστως, μια κοινωνία ηλιθίων. (Ερωτήσεις όπως “σε ποια κοινωνία ο νόμος διασφάλισε την ιδανική συνύπαρξη” και “πότε η εφαρμογή του νόμου εξάλειψε την αδικία” κλπ, καλύτερα να αποφευχθούν γιατί μάλλον θα οδηγήσουν σε δυσάρεστα αδιέξοδα. Το σίγουρο είναι ότι μόνο σε κοινωνίες ηλιθίων, η ηλιθιότητα αποτελεί κοινωνικό πρότυπο). Όμως ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται σε κάτι τέτοιο. Ο Αριστοτέλης αναφέρεται σε μια κατάσταση ιδανικής θέσπισης και εφαρμογής των νόμων. Δηλαδή σε μια κατάσταση συνειδητοποιημένων πολιτών. Γι’ αυτό ο νόμος δε χρειάζεται να επιβραβεύει όλους αυτούς που πρόσφεραν κάτι ιδιαιτέρως χρήσιμο στην πόλη. Γιατί η πόλη είναι η προέκταση του εαυτού τους. Και βέβαια, ο Αριστοτέλης δεν επικροτεί μια κοινωνία απάθειας ή αγνωμοσύνης. Η προσφορά του καθενός οφείλει να αναγνωρίζεται. Όμως η αναγνώριση και ο κοινωνικός σεβασμός ως ένδειξη παραδοχής της προσφοράς κάποιου δεν έχει να κάνει με το νόμο. Έχει να κάνει με τις πεποιθήσεις και τις αξίες των ανθρώπων. Ο καθένας μπορεί να τιμά και να επικρίνει όποιον θέλει.
 
Όμως, η αδιαπραγμάτευτη σημασία του νόμου για την ύπαρξη της κοινωνίας δεν μπορεί παρά να οδηγήσει και στο αδιαπραγμάτευτο της ισχύος που πρέπει να έχει. Η ισχύς του νόμου, που οφείλει να είναι απαράβατος, δεν εξασφαλίζεται μόνο με την αντίληψη της ισονομίας ή της σωστής εφαρμογής του κλπ, αλλά (κυρίως) με τον ίδιο το σεβασμό που προκαλεί στους πολίτες. Κι εδώ δε μιλάμε για το σεβασμό που επιτυγχάνεται δια του φόβου. Εδώ μιλάμε για το σεβασμό που εμπνέει η εμπιστοσύνη της νηφάλιας κρίσης ως μέσο επίλυσης όλων των διαφορών. Και καθώς η κοινωνία εξελίσσεται, δεν υπάρχει τίποτε πιο λογικό απ’ το να εξελίσσονται και οι νόμοι που την καθορίζουν. Οι παρωχημένοι νόμοι δεν είναι παρά η οπισθοδρόμηση που αδυνατεί να προσαρμοστεί στις εξελίξεις. Η μετατροπή του νόμου σε τροχοπέδη των εξελίξεων είναι η αρχή της απαξίωσής του. Είναι η στιγμή που ο νομοθέτης δεν εθίζει σωστά τους πολίτες και γι’ αυτό αποτυγχάνει: «Όσον αφορά λοιπόν τις άλλες επιστήμες, η μεταβολή αποδείχθηκε επωφελής. Αυτό ισχύει π. χ. για την Ιατρική, όταν ήρθε σε ρήξη με την παράδοσή της, για τη Γυμναστική και για όλες γενικά τις τέχνες και δεξιότητες, και προφανώς πρέπει να ισχύει το ίδιο και για την Πολιτική, αφού και αυτή πρέπει να καταταχθεί σ’ αυτές. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι απόδειξη περί αυτού αποτελούν τα ίδια τα γεγονότα. Είναι πιθανόν οι πρώτοι άνθρωποι, είτε γεννήθηκαν από τη γη είτε διασώθηκαν από κάποια καταστροφή, να ήταν όμοιοι με τους σημερινούς τυχαίους και ανόητους, όπως λέγεται και για τους ανθρώπους που γεννήθηκαν από τη γη. Γι’ αυτό είναι παράλογο να μένουμε προσκολλημένοι στις αντιλήψεις τους».
 
Ξεκαθαρίζοντας ότι ο Αριστοτέλης δεν τάσσεται συλλήβδην κατά της παράδοσης, καθίσταται σαφές ότι προσπαθεί να καταδείξει με νηφαλιότητα τη σημασία της διαχείρισης των νόμων. Και η προσκόλληση στο παρελθόν, που κατά βάση εξιδανικεύεται, δεν αποτελεί νηφάλια προσέγγιση. Η αντίληψη της άκαμπτης νομοθεσίας δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να οδηγήσει το νόμο σε σύγκρουση με τις κοινωνικές ανάγκες. Ο νόμος οφείλει να βρίσκεται σε διαρκή διαλεκτική σχέση με την κοινωνία. Πρέπει να την καθορίζει και ταυτόχρονα να καθορίζεται από αυτή. Πρέπει να διαισθάνεται τις ανάγκες της προτού εκείνες τον ξεπεράσουν. Κι αυτή είναι η έννοια του νόμου που υπηρετεί την κοινωνία. Αλίμονο αν ο νόμος από υπηρέτης γίνει τύραννος. Θα βρεθεί μπροστά στην πιο κραυγαλέα αποτυχία.
 
Από την άλλη όμως, όσο κι αν είναι δεδομένη η ανάγκη της προσαρμογής του νόμου στα εκάστοτε νέα δεδομένα, το ζήτημα των νομοθετικών αλλαγών δεν είναι καθόλου αυτονόητο: «Όταν όμως δούμε τα πράγματα από άλλη σκοπιά, θα φανεί ότι αυτό θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή. Διότι, όταν η βελτίωση είναι ασήμαντη, και βεβαίως ο εθισμός στην εύκολη κατάργηση των νόμων κακός, είναι φανερό ότι πρέπει να ανεχόμαστε μερικές αδυναμίες των νόμων και των αρχόντων. Διότι το όφελος εκείνου που θα επιφέρει την αλλαγή θα είναι μικρότερο από τη βλάβη που θα του προξενήσει ο εθισμός στην απείθεια έναντι των αρχόντων. Άστοχη είναι και η παραβολή της πολιτικής με τις τέχνες. Διότι η μεταβολή στις τέχνες και η αλλαγή των νόμων είναι πράγματα διαφορετικά. Διότι η υπακοή στο νόμο θεμελιώνεται αποκλειστικά με τη δύναμη της συνήθειας. Γι’ αυτό η ευκολία στη μεταβολή από τους υπάρχοντες νόμους σε άλλους καινούργιους είναι δυνατό να εξασθενήσει τη δύναμη του νόμου».
 
Η ισχύς του νόμου εξασφαλίζεται από την εμπιστοσύνη των πολιτών και δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος για την εμπιστοσύνη από τη σταθερότητα. Ο νόμος οφείλει να αλλάζει προσαρμοζόμενος στις αλλαγές της κοινωνίας. Όμως οι αλλαγές στις κοινωνικές δομές που χρήζουν νομοθετικής μεταρρύθμισης γίνονται αργά και σταθερά. Ο νόμος, που παρακολουθεί τις εξελίξεις, δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το ν’ αλλάζει με τους ίδιους ρυθμούς. Όσο κι αν λέμε ότι στη σύγχρονη εποχή η κοινωνία αλλάζει ραγδαία, είναι αδύνατο να δικαιολογηθούν τόσες νομοθετικές αλλαγές. (Το παράδειγμα της παιδείας είναι πολύ χαρακτηριστικό. Τι το απρόβλεπτο έχει γίνει στην εκπαίδευση και αλλάζει το πλαίσιο χρονιά παρά χρονιά; Πώς μπορούν να δικαιολογηθούν οι ρυθμίσεις επί ρυθμίσεων;) Οι διαρκείς νομοθετικές αλλαγές, πέρα από τη σύγχυση που προκαλούν, προσβάλλουν θανάσιμα και το κύρος του νόμου. Γιατί γεννούν την καχυποψία. Γιατί, αυτό που μένει, είναι ή η ανικανότητα του νομοθέτη να θεσπίσει ένα νόμο που θα διευθετήσει την κατάσταση ή – ακόμα χειρότερα – η υποψία των συμφεροντολογικών μαγειρεμάτων που διαρκώς αναπροσαρμόζονται. Όλες οι εκδοχές συγκλίνουν στην απαξίωση του νόμου. Είναι μοιραίο, η νομοθεσία που αλλάζει διαρκώς να απαξιώνεται. Γιατί αυτοαναιρείται. Κι αυτή είναι η απαρχή της δυσαρέσκειας. Όμως όταν ο νόμος χάσει τη δυναμική του στην κοινωνία, μετά ο καθείς νιώθει δικαίωση καταπατώντας τον με την πρώτη ευκαιρία. Κι αυτός είναι ο ορισμός της νομοθετικής αποτυχίας.
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά