Κυριακή 9 Απριλίου 2017

ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

ΜΝΗΜΕΙΟ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στο πέρασμα των χρόνων πολλοί στρατιώτες έδωσαν τη ζωή τους και έπεσαν στα πεδία Μνημείο Άγνωστου Στρατιώτη μαχών χωρίς να αναγνωριστούν ή να ανεβρεθούν οι σωροί τους. Η ανάγκη να εκπροσωπηθούν όλοι οι άγνωστοι πεσόντες και να επιτευχθεί η απονομή επίσημης συνολικής τιμής στη μνήμη των υπέρ πατρίδος πεσόντων στρατιωτών οδήγησε τα έθνη στη δημιουργία ενός συμβολικού μνημείου, τον τάφο του άγνωστου στρατιώτη. Ο τάφος του αγνώστου στρατιώτη εξωτερικεύει την έννοια της φιλοπατρίας, συγκεντρώνει τα στοιχεία μιας υψηλής πατριωτικής πράξεως και αποτελεί τη φανερότερη εκδήλωση του οφειλόμενου επαίνου και της δόξας που πρέπει να ακολουθεί τη μνήμη των πεσόντων και την εθελουσία τους υπέρ της πατρίδας...

ΣΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΑ ΠΕΡΙΞ

Με τον ορισμό της Αθήνας ως πρωτεύουσας του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους το 1834, ξεκίνησαν οι εργασίες για τη μεταμόρφωση της μικρής πόλης σε πρωτεύουσα. Από τις πρώτες αποφάσεις της ηγεσίας πρόδηλη είναι η μέριμνα όχι μόνο για την ανέγερση ενός επιβλητικού κτηρίου Ανακτόρων για το βασιλιά της Ελλάδας, αλλά και για τη σύνδεσή του με έναν αντίστοιχο κήπο. Όλες οι προτάσεις που κατατίθενται, από Έλληνες και Γερμανούς αρχιτέκτονες και πολεοδόμους, αποβλέπουν στη δημιουργία μιας λειτουργικής και αισθητικής ενότητας Ανακτόρων και Κήπου. Τελικά, τα Ανάκτορα αρχίζουν να οικοδομούνται, σε σχέδια του Friedrich von Gärtner στο λόφο της Μπουμπουνίστρας το 1836.

Την επόμενη χρονιά φτάνει στην Ελλάδα η σύζυγος του βασιλιά Όθωνα, Αμαλία, και αποφασίζει να ασχοληθεί προσωπικά με τον Κήπο, καθιστώντας τη διαμόρφωσή του το σημαντικότερο έργο της παραμονής της στην Ελλάδα. Παρά τις αλλεπάλληλες αλλαγές στα σχέδια και τις προσαρμογές στις υπάρχουσες δυνατότητες, ο Κήπος κατορθώνει, όχι μόνο να συνδεθεί άρρηκτα με το κτήριο των Ανακτόρων, αλλά και να αποτελέσει έναν ιδιαίτερα πλούσιο Βοτανικό Κήπο και πάρκο. Όσο μάλιστα ο Κήπος γίνεται σταδιακά προσβάσιμος στο λαό, τόσο εμπεδώνεται στις συνειδήσεις των Αθηναίων ως τοπόσημο της καρδιάς της πόλης. Η τύχη της μοναρχίας στην Ελλάδα και τα νέα πολιτικά δεδομένα στις αρχές του 20ού αιώνα, άλλαξαν το χαρακτήρα του κτηρίου και κατ’ επέκταση του Κήπου. 

Παράλληλα, οι πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις, και ιδίως η εμπειρία του Α' Παγκοσμίου Πολέμου -με τους πολυάριθμους πεσόντες-, είχαν καταστήσει επιτακτική την ανάγκη για τη διαμόρφωση ενός μνημείου για τους ανώνυμους στρατιώτες που έπεσαν στα πεδία των μαχών -άλλωστε, η ιδέα της απόδοσης τιμής στους πεσόντες έχει τις ρίζες της στην κλασική Ελλάδα. Αυτή την ανάγκη, την είχαν ήδη αντιμετωπίσει τη δεκαετία του 1920 άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία. Η επιλογή της θέσης για την ανέγερση του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη στο χώρο μπροστά από το κτήριο των παλαιών πλέον Ανακτόρων, επικυρώθηκε από τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Το γεγονός ότι την ίδια στιγμή τα παλαιά Ανάκτορα μετασκευάζονται για να στεγάσουν τη Βουλή των Ελλήνων, ενισχύσει το συσχετισμό του μνημείου με το κτήριο: η βάση του κτηρίου της Βουλής, το βάθρο της Δημοκρατίας, αποτελεί το ταφικό μνημείο που αφιερώνεται στους αγώνες του νεότερου Ελληνικού έθνους. Αν και κατά την περίοδο της κατασκευής του το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, πολύ γρήγορα αποτέλεσε σημείο συγκέντρωσης μεγάλων λαϊκών εκδηλώσεων, όπως αυτής του φθινοπώρου του 1941 -παρά την απαγόρευση από τις δυνάμεις κατοχής.


Η κατάθεση στεφάνων στον Άγνωστο στην επέτειο της 28ης Οκτωβρίου -πριν ακόμη αυτή θεσπιστεί ως επίσημη εθνική εορτή- αναδεικνυόταν σε μείζονα πράξη λαϊκής αντίστασης, εκεί όπου είχε γίνει και η επανάσταση του 1843 για την παραχώρηση συντάγματος. Στον ίδιο χώρο θα συγκεντρωθεί το πλήθος των Αθηναίων το 1944 για να πανηγυρίσει την αποχώρηση των κατακτητών. Ο αυθόρμητος αυτός εορτασμός της Απελευθέρωσης επικεντρωνόταν σε ένα χώρο που δεν ήταν απλώς το κέντρο της πόλης, αλλά και χώρος όπου τιμούνταν οι νεκροί των Ελληνικών πολέμων.

Κατ’ αυτόν το τρόπο, το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη θα είναι πλέον άρρηκτα δεμένο με το κτήριο της Βουλής και την πλατεία Συντάγματος, και θα λειτουργεί από κοινού ως σύμβολο Δημοκρατίας. Στη συνείδηση λοιπόν των κατοίκων της Αθήνας, αλλά και στην καθημερινή λειτουργία της πόλης, το κτήριο της Βουλής είναι συνυφασμένο με τους δύο άτυπους "δορυφόρους" του: το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη και τον Εθνικό Κήπο. Στο πρώτο, συναντιόνται η Δημοκρατία, το Σύνταγμα και οι πολίτες-στρατιώτες που θυσιάζονται για την πατρίδα. Ο δεύτερος προσφέρεται για ανάπαυλα των πολιτών.

ΑΡΧΑΙΕΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΕΣ ΜΕ ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Η ανέγερση ενός επιτύμβιου μνημείου αφιερωμένου συμβολικά στους αφανείς πεσόντες συνιστά μια πρακτική που δεν έχει ακριβές αντίστοιχο στην αρχαία Ελληνική κοινωνία. Ο ''Άγνωστος Στρατιώτης'', η αφηρημένη δηλαδή και σύνθετη έννοια ''ενός'' νεκρού που συμπυκνώνει συμβολικά όλους τους νεκρούς στρατιώτες της πατρίδας είναι σύγχρονη. Ανήκει ουσιαστικά στην παράδοση του εθνικού κράτους που και το ίδιο έχει δομηθεί πάνω στις έννοιες του συμβολισμού και της αντιπροσώπευσης. Ωστόσο, μεταξύ των διαφόρων πρακτικών ταφής και απόδοσης τιμών στους πεσόντες των μαχών κατά την αρχαιότητα, μπορούν να ανιχνευθούν επιμέρους αναλογίες με τα συμφραζόμενα των σύγχρονων μνημείων των αγνώστων στρατιωτών.

Φυσικά, ο σεβασμός απέναντι στους νεκρούς και ιδίως η φροντίδα για την περισυλλογή, την πρέπουσα ταφή και την απόδοση τιμών σε όσους έπεσαν στη μάχη είναι κοινό χαρακτηριστικό που μοιράζονται όλες οι κοινωνίες, σε όλες τις εποχές. Η φροντίδα αυτή καταλαμβάνει κεντρική θέση στην κοινωνική δομή της αρχαίας Ελληνικής πόλης-κράτους. Πρόκειται για ολιγομελείς κοινωνίες, η επιβίωση των οποίων εξαρτάται άμεσα, τόσο από τη συνοχή και αποτελεσματικότητά τους στον πόλεμο, όσο και από την εύνοια των θεών. Γι’ αυτό και η ταφή και τιμή των νεκρών πολεμιστών είναι καθήκον όχι τόσο ανθρωπιστικό, όσο κυρίως θρησκευτικό.


Ενδεικτική αυτών των αντιλήψεων είναι η γνωστή περίπτωση της καταδίκης των Αθηναίων στρατηγών για την αμέλειά τους να περισυλλέξουν τους νεκρούς μετά τη ναυμαχία των Αργινουσών, το 406 π.χ. (Ξενοφών, Ελληνικά 1.7.1-35). Ακόμα και οι νεκροί του αντιπάλου πρέπει να τύχουν του σεβασμού των νικητών. Το αίτημα μιας πόλης να της επιτραπεί να συλλέξει τους νεκρούς της από το πεδίο της μάχης ισοδυναμεί άλλωστε με την επίσημη παραδοχή της ήττας της. Δύο κατηγορίες ταφικών μνημείων για πολεμιστές ενσωματώνουν στοιχεία που συναντώνται και στα σύγχρονα μνημεία των αγνώστων στρατιωτών. Τα Πολυάνδρια και τα Κενοτάφια.

Τα πολυάνδρια είναι κοινοί, ομαδικοί τάφοι των πεσόντων μιας μάχης. Ανεγείρονται στο πεδίο της ή κοντά σε αυτό και έχουν συνήθως τη μορφή τύμβου που επιστέφεται από ενεπίγραφες στήλες ή άγαλμα. Τα σώματα των νεκρών συνήθως θάβονται εκεί, ή και αποτεφρώνονται -διαδικασία δαπανηρή και ιδιαίτερα τιμητική. Στις περιπτώσεις καύσης, συχνά η τέφρα μεταφέρεται πίσω στην πόλη και φυλάσσεται σε δεύτερο ταφικό μνημείο. Από αρχαιολογικά κατάλοιπα και φιλολογικές μαρτυρίες τεκμηριώνεται η ύπαρξη πολυάριθμων πολυάνδριων μνημείων. Τα πλέον χαρακτηριστικά είναι η ομαδική ταφή στη Χαιρώνεια και ο τύμβος των Μαραθωνομάχων.

Στη Χαιρώνεια, το επιτύμβιο μνημείο των πεσόντων της ομώνυμης μάχης του 338 π.Χ. περιλαμβάνει την ομαδική ταφή 254 αταύτιστων στρατιωτών (μάλλον Μακεδόνων). Στο χώρο δεσπόζει, (σήμερα αποκατεστημένος) επάνω στο ψηλό του βάθρο, ο περίφημος μαρμάρινος λέων -αρχαίο αλλά και σύγχρονο σύμβολο ανδρείας σε πολλά μνημεία πεσόντων. Αντίστοιχα, στον τύμβο του Μαραθώνα, οι Αθηναίοι διαφύλαξαν τη μνήμη της θυσίας των 192 συμπολιτών τους στη μάχη του 490 π.Χ. Για τους πεσόντες επιφυλάχθηκε η τιμητική διαδικασία της καύσης, ενώ τα ονόματά τους χαράχθηκαν σε στήλες στην κορυφή του.

Το μνημείο των Μαραθωνομάχων καθώς και το αντίστοιχο των Αθηναίων πεσόντων στις Πλαταιές αποτελούν εξαιρέσεις από την καθιερωμένη πρακτική που ακολουθούσαν οι Αθηναίοι αναφορικά με τους νεκρούς τους. Σε αντίθεση με τα περισσότερα Ελληνικά κράτη, οι Αθηναίοι συνήθιζαν να μεταφέρουν τους πεσόντες από το πεδίο της μάχης και τους έθαβαν πίσω, στη γενέθλια γη. Μόνο οι προαναφερθέντες νεκροί των Περσικών πολέμων -λόγω της ιερότητας του αγώνα τους- θάφτηκαν στα πεδία των μαχών. Αυτή η πρακτική επιστροφής των λειψάνων στην πατρίδα, παραπέμπει κατά μία έννοια στις αντίστοιχες διαδικασίες που ακολουθήθηκαν κατά την ανέγερση των πρώτων μνημείων αγνώστων στρατιωτών στις αρχές του 20ού αιώνα.


Στην Αθήνα, ο κατεξοχήν δημόσιος χώρος τιμών και ταφής των πεσόντων είναι το «Δημόσιο Σήμα» στον Κεραμεικό, έξω από τις δυτικές πύλες της πόλης. Εκεί, κατά μήκος της αρχαίας οδού προς την Ακαδήμεια, έχουν εντοπιστεί τα κατάλοιπα δημόσιων πολυανδρίων. Αρκετά σωζόμενα επιτύμβια επιγράμματα και μεταγενέστερες μαρτυρίες (Παυσανίας, Αττικά 29) τεκμηριώνουν το πλήθος τους. Από αυτά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το -μερικώς ανασκαμμένο- επονομαζόμενο επιτύμβιο «μνημείο του Χαβρία». Είναι ένα μεγάλο δημόσιο ταφικό κτίσμα με περίβολο και λίθινο τύμβο με κωνική στέγη.

Πιθανόν πρόκειται για ομαδικό τάφο ή για κενοτάφιο και ηρώο ενός αφανούς σημαντικού νεκρού, γεγονός που το φέρνει αρκετά κοντά στα πρότυπα των σύγχρονων μνημείων αγνώστων στρατιωτών. Οι νεκροί κάθε μάχης, με την επιστροφή τους στην πόλη, τιμώνται από το Αθηναϊκό κράτος όλοι μαζί. προηγείται η «πρόθεση» των σωμάτων τους και ακολουθεί η «εκφορά» τους σε νεκρικές «κλίνες», μία για την κάθε φυλή. Εδώ, η περιγραφή της διαδικασίας από το Θουκυδίδη στο περίφημο χωρίο που προηγείται του Επιταφίου Λόγου του Περικλή, παρέχει μια πολύτιμη πληροφορία: μια κενή κλίνη έχει προβλεφθεί και για τους «αφανείς», που τα σώματά τους δεν βρέθηκαν μετά τη μάχη: «μία δε κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών, οι αν μη ευρεθώσινες αναίρεσιν».

Ουσιαστικά, πρόκειται για την πλησιέστερη στις σύγχρονες αντιλήψεις προσέγγιση του ζητήματος του Άγνωστου Στρατιώτη. Ακολουθεί η ταφή στο «Δημόσιο Σήμα» και η εκφώνηση των επιταφίων λόγων. Οι νεκροί κάθε μάχης ή έτους πολέμου, όπως τιμούνται ομαδικά, έτσι και θάβονται όλοι μαζί. Τα ονόματά τους αναγράφονται ανά φυλή σε λίθινες στήλες, τους «καταλόγους απωλειών». Τις ίδιες αντιλήψεις για τους ηρωικούς πεσόντες υπηρετούν και τα κενοτάφια. Μπορεί να είναι ομαδικά ή αφιερωμένα σε ένα μόνο νεκρό. Όταν υπάρχουν πεσόντες τα σώματα των οποίων δεν έχουν ανευρεθεί, το κενοτάφιό τους ανεγείρεται στο πεδίο της μάχης, δίπλα στον κανονικό ομαδικό τάφο.

Η πιο συνηθισμένη περίπτωση, όμως, είναι να έχει στηθεί ο ομαδικός τάφος στο πεδίο της μάχης και ένα κενοτάφιο για όλους τους πεσόντες πίσω στην πόλη. Εκεί αναγράφονται τα ονόματα των νεκρών και το ίδιο το γεγονός της μάχης, και αποδίδονται οι πρέπουσες ετήσιες τιμές. Είναι σημαντικό το ότι τα κενοτάφια αντιμετωπίζονται όπως ακριβώς και οι υπόλοιποι τάφοι. Οι τελετές που τα περιβάλλουν είναι ακριβώς οι ίδιες με εκείνες των κανονικών ταφών: εκφορά της τέφρας του νεκρού ή, αν δεν υπάρχει, κάποιου ομοιώματος - υποκατάστατου και ταφή. χαρακτηριστικά παραδείγματα μεμονωμένων κενοταφίων πολεμιστών προσφέρει η Σπάρτη.


Τα σχετικά επιτύμβια επιγράμματα (Σιμωνίδης 344 Α, Νίκανδρος 435 κ.ά.) καθώς και άλλες πηγές (Ηρόδοτος ΣΤ’ 58) μαρτυρούν πως αυτά ανεγείρονται και για τους πολίτες και για τους βασιλείς της -για τους τελευταίους μάλιστα, με ιδιαίτερα μεγάλες τιμές. Αρκετές από τις αντιλήψεις και τις πρακτικές που συνοδεύουν τη λατρεία των πεσόντων πολεμιστών στην αρχαιότητα, επανεμφανίζονται και στα σύγχρονα μνημεία των αγνώστων στρατιωτών: η “επιστροφή” του στρατιώτη για να ταφεί στην πατρίδα, η έννοια του κενοταφίου, η δημόσια κηδεία και ταφή, η τακτική απόδοση τιμών κ.ά. Η συνειδητή τους όμως συγκρότηση σε ένα ενιαίο σύνολο και η προβολή τους σε ένα Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη ανήκει στη σύγχρονη εποχή.

Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΑΝΕΓΕΡΣΗΣ

Στην Αθήνα η ιδέα για ανέγερση Μνημείου Αγνώστου Στρατιώτη αποφασίστηκε το 1926. Τότε με απόφαση του Υπουργού Στρατιωτικού προκηρύχθηκε καλλιτεχνικός διαγωνισμός «διά την υποβολήν μελέτης ανεγέρσεως τάφου Αγνώστου Στρατιώτου εις την έμπροσθεν των Παλαιών Ανακτόρων Πλατείαν, καταλλήλος προς τούτο διαρρυθμιζομένην». Το βραβείο απονεμήθηκε κατά πλειοψηφία στην μελέτη του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη. Η θέση του Μνημείου είχε αποφασιστεί από τον Θ. Πάγκαλο προκειμένου στο κτίριο των παλαιών ανακτόρων να στεγαστεί το Υπουργείο Στρατιωτικών.

Στην πραγματικότητα όμως η ιδέα δημιουργίας του Μνημείου ανήκει στην εφημερίδα «ΕΣΠΕΡΙΝΗ», η οποία το 1921 πρότεινε τη δημιουργία του «ΜΝΗΜΕΙΟΥ του ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΤΣΟΛΙΑ». Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς και παρακολουθώντας τις ευρωπαϊκές χώρες, που η μία μετά την άλλη ανήγειραν Μνημεία στον Άγνωστο Στρατιώτη –με πρώτη τη Γαλλία και δεύτερη την Αγγλία– και τις θυσίες των Ελλήνων τσολιάδων, η εφημερίδα καλούσε τους «ιθύνοντες» να κατανοήσουν «την βαθείαν σημασίαν του μνημείου αυτού και να σκεφθούν σοβαρώς διά την προσεχήν του ανέγερσιν».

Στη μνημειώδη εκείνη πρόταση κλείστηκε ο ρομαντισμός για την Ελλάδα, τους αγώνες και τις θυσίες της «διά την απελευθέρωσιν των αλυτρώτων της τέκνων», τα οποία δικαιούνταν «από κάθε άλλην επικράτειαν παρομοίου μνημείου». Πρότεινε μάλιστα η εφημερίδα να μεταφερθούν τα οστά ενός τσολιά και να ταφούν πανηγυρικά στο Μνημείο. Ο τσολιάς εκπροσωπούσε το όνειρο της μικρής χώρας και η θυσία του αντιπροσώπευσε τους πόθους όλων των Ελλήνων, ο καθένας από τους οποίους «εις το Μνημείον του αγνώστου αυτού ήρωος δεν θα είξευραν καλά καλά εάν θα έκλαιον τον ιδικόν των γνωστόν τσολιά». Ήταν η εποχή που σχεδόν κάθε Ελληνική οικογένεια έκλαιγε το δικό της παλικάρι που θυσιαζόταν από το Σαραντάπορο της Μακεδονίας μέχρι τον Σαγγάριο της Ανατολίας.


Ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1929 παραμερίζει τις διαφωνίες που είχαν δημιουργηθεί από την πρόταση Πάγκαλου. Προκρίνει την ανέγερση στην Πλατεία Ανακτόρων θεωρώντας ότι το μνημείο πρέπει να είναι στο κέντρο της πόλης όπως το αντίστοιχο της Γαλλίας. Στην αγόρευσή του στην Βουλή τονίζει ότι η θυσία του αγνώστου στρατιώτη αποτελούσε τη βάση της Δημοκρατίας. Έτσι ο συσχετισμός του μνημείου με το Σύνταγμα και τη Βουλή (είχε ήδη μεταφερθεί τότε στα Παλαιά Ανάκτορα) υποδείκνυε την θυσία του αγνώστου στρατιώτη για τους δημοκρατικούς θεσμούς. Με δεδομένο ότι το Σύνταγμα ορίζει την καθολική στράτευση των ανδρών, δηλαδή το καθήκον υπεράσπισης της πατρίδας.

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Την ημέρα της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου του 1932 αποδίδεται στην πόλη της Αθήνας το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Η ολοήμερη τελετή των εγκαινίων του μνημείου, με παρόντες όλους τους θεσμικούς εκπρόσωπους του κράτους, περιελάμβανε αρχικά δοξολογία και κατάθεση στεφάνων από τον Πρόεδρο της Βουλής και τους υπουργούς Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδας, αλλά και αντιπρόσωπους πολλών ξένων κρατών. Ακολούθησε παρέλαση, και τα αποκαλυπτήρια του μνημείου συνόδευσαν 21 κανονιοβολισμοί από τον Λυκαβηττό και πτήση 38 αεροπλάνων. Ο εορτασμός συνεχίστηκε το βράδυ με στρατιωτική λαμπαδηφορία 3.000 οπλιτών και 500 ευζώνων μετά μουσικής.

Και επιπλέον με τη φωταγώγηση, για πρώτη φορά, του Παρθενώνα, του Ερεχθείου και του Ναού της Απτέρου Νίκης. Ο λαμπρός αυτός εορτασμός επιχειρεί να «κλείσει την αυλαία» σε μια σειρά διαμάχες που προκλήθηκαν με αφορμή το μνημείο, αλλά ουσιαστικά αντανακλούσαν σε μεγάλο βαθμό ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής και συνοδεύουν αναπόφευκτα τις επιλογές σχεδιασμού δημόσιου χώρου, ιδιαίτερα όταν επιχειρεί να διαχειριστεί ζητήματα μνήμης.


ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Η διαμόρφωση του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη αποτελεί τη σημαντικότερη επέμβαση που δέχεται ο περιβάλλων χώρος του κτίσματος των παλαιών Aνακτόρων, την περίοδο ακριβώς που αποφασίζεται να στεγάσει τη Βουλή των Ελλήνων. Η επιλογή της θέσης ανέγερσης του μνημείου μπροστά από τα παλαιά Aνάκτορα θα αλλάξει οριστικά το χαρακτήρα του χώρου αυτού, από μεταβατικό χώρο πρόσβασης στο κτήριο σε λειτουργικά αυτόνομο χώρο-μνημείο, μεταλλάσσοντας έκτοτε αποφασιστικά και τη σχέση του κτηρίου με την πόλη.

Η σύλληψη της ιδέας για απόδοση τιμής στους άγνωστους πεσόντες στη μάχη με την εικονική και συμβολική ''ταφή'' τους, ανάγεται στην κλασική Αθήνα με γνωστότερη ίσως αναφορά αυτήν που γίνεται στον Επιτάφιο του Περικλή: «μία κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών, οι αν μη ευρεθώσιν ες αναίρεσιν» (Θουκυδίδης 2.34.3). Η ιδέα της κατασκευής ενός μνημείου για τον Άγνωστο Στρατιώτη, συνδέεται άμεσα με την ανάγκη τόνωσης της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή.

Αντίστοιχα μνημεία, αφιερωμένα στους αφανείς στρατιώτες που έπεσαν στη μάχη, κατασκευάζονται στην Ευρώπη κυρίως μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς η εκάστοτε πολιτεία επιχειρεί να εκτονώσει τα αισθήματα απελπισίας και αγανάκτησης των μεμονωμένων πολιτών, αποκαθιστώντας το αίσθημα της συλλογικής απώλειας των εκατομμυρίων νεκρών. Στην περίπτωση της Ελλάδας το σχετικό μνημείο ανεγείρεται λίγα χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και εξυπηρετεί επιπλέον τη συγκρότηση ενός είδους επιθυμητής συνέχειας του νέου ελληνικού κράτους με το αρχαιοελληνικό παρελθόν του.

Η πρόθεση ανάδειξης αυτής της ιστορικής συνέχειας που έρχεται από το παρελθόν για να προεκταθεί όμως και στο μέλλον είναι έκδηλη στην περίπτωση της πρότασης που τελικά βραβεύεται και κατασκευάζεται. Η διατύπωση της ανάγκης να αποτυπωθεί στο αστικό τοπίο ένα μνημείο που αποτελεί σταθερή υπόμνηση της θυσίας των Ελλήνων υπέρ του νέου Ελληνικού κράτους εντάσσεται στην προσπάθεια του σχεδιασμού της πόλης και με όρους συμβολικούς και ιδεολογικούς. Το μνημείο αποδίδει φόρο τιμής στους μέχρι τότε πεσόντες και «υπόσχεται» φόρο τιμής στους πεσόντες που έπονται, καθώς δεν αναφέρεται σε μία συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, αλλά στη συνέχεια της ιστορίας του έθνους.

Η διαμόρφωση του μνημείου οφείλει να έχει τη δυναμική του ατελούς, οφείλει να περιλαμβάνει “κενά” που θα συμπληρώνονται (τους αγώνες που έπονται) και να παρέχει τη δυνατότητα νέων εγγραφών που θα αποτυπώνουν αυτήν τη συνέχεια στην πόλη. Η έννοια του ''κενού'' στο δημόσιο χώρο δηλώνεται με την ένταση μιας παύσης στη συνέχεια της πόλης. Δεν είναι τυχαίο ότι η αίσθηση του ''άδειου'' χώρου χαρακτηρίζει τις διαμορφώσεις αντίστοιχων μνημείων, καθώς υπογραμμίζει τον απώτερο στόχο τους: την ανάκληση της συλλογικής μνήμης, την επαφή με το θάνατο.


Η ιστορία της ανέγερσης του μνημείου, από την προκήρυξη του σχετικού διαγωνισμού (1926) έως την αποπεράτωση του έργου (1932), χαρακτηρίζεται από την ένταση των συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα στην κοινωνία της εποχής για μία σειρά ζητημάτων. Οι συγκρούσεις αυτές έχουν κυρίως ιδεολογικό υπόβαθρο και αναπτύσσονται σε τρεις κυρίως άξονες: τη διαμάχη που αφορά τη χωροθέτηση του μνημείου, την αμφισβήτηση της βραβευμένης στο σχετικό αρχιτεκτονικό διαγωνισμό πρότασης, αλλά και την καλλιτεχνική αξία της ίδιας της ανάγλυφης παράστασης που τελικά θα φιλοτεχνηθεί.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΧΩΡΟΘΕΤΗΣΗΣ

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα που προκύπτουν αμέσως μετά την προκήρυξη του σχετικού διαγωνισμού αφορά τη θέση του χώρου ανέγερσης του μνημείου και του τρόπου που αυτό θα συνδιαλέγεται πλέον με την πόλη. Η θέση του χώρου ανέγερσης του μνημείου και ο τρόπος που αυτό θα συνδιαλέγεται πλέον με την πόλη, συνδέεται αναπόφευκτα με τις διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές αντιλήψεις της περιόδου. Ο άμεσος συσχετισμός του μνημείου με το κτήριο των παλαιών Ανακτόρων -που την εποχή αυτή η χρήση του είναι υπό διαπραγμάτευση- και η προκήρυξη του διαγωνισμού από τον Υπουργείο Στρατιωτικών που διεκδικεί το κτήριο, προκαλεί αντιδράσεις.

Βασικό κριτήριο για την επιλογή της θέσης ανέγερσης του μνημείου αποτελούν οι συνθήκες ιερότητας και ''σιωπής'' που οφείλει να ικανοποιεί και που σύμφωνα με την επιχειρηματολογία των διαφόρων αντιπροτάσεων, προκύπτουν μόνο μέσω της προσέγγισης του μνημείου σε ''ιερά'' κτήρια ή σημαντικά ιστορικά μνημεία και τοποθεσίες της πόλης, όπως το Πεδίο του Άρεως, το Στάδιο, η Ακρόπολη, ο λόφος του Φιλοπάππου, ο Κεραμικός, ο χώρος δίπλα από τη Μητρόπολη και το παρεκκλήσιο του Αγίου Ελευθερίου κ.ά. Οι πρώτες αντιδράσεις για τη θέση του μνημείου εκδηλώνονται ήδη από την προκήρυξη του διαγωνισμού και κορυφώνονται μετά τη δημοσίευση του πρώτου βραβείου.


Αυτές έγιναν μέσω επιστολών και δημοσιευμάτων που υπογράφονται από προσωπικότητες της εποχής, με αποτέλεσμα τη σύσταση επιτροπής (1927) για την επανεξέταση του ζητήματος χωροθέτησης. Αποτέλεσμα των αντιδράσεων αποτελεί η διά νόμου σύσταση επιτροπής τον Ιούλιο του 1927. Η επιτροπή αποτελείται από καθηγητές της αρχιτεκτονικής σχολής και της Σχολής Καλών Τεχνών του ΕΜΠ, αλλά και τον Μητροπολίτη Αθηνών, τον Δήμαρχο Αθηναίων, τον Νομάρχη, και ανώτερους αξιωματικούς. Η ίδια η σύσταση της επιτροπής προβάλλει την πολυπλοκότητα του ζητήματος της αρμοδιότητας στη λήψη αποφάσεων αντίστοιχων θεμάτων που αφορούν, εν τέλει, την ιδεατή εικόνα της πόλης.

Μέσω της απόφασης για την ιδανική θέση του μνημείου διατυπώνεται η ανάγκη της σύνθεσης μιας κοινής ιδεολογίας για την πόλη, η οποία λαμβάνει υπόψη σχεδόν ισότιμα τις απόψεις των εκπροσώπων της θρησκευτικής εξουσίας, της πολιτείας, του στρατού, καθώς και των επιστημόνων και καλλιτεχνών του αρμόδιου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της χώρας. Η επιτροπή αυτή, εν τέλει, αποφαίνεται ότι η καταλληλότερη θέση για το μνημείο είναι όντως η πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων ενισχύοντας την πεποίθηση των φιλελεύθερων ότι η απόφαση αυτή αποτυπώνει και την ισχύ των πιο συντηρητικών δυνάμεων της χώρας, και ειδικότερα του στρατού.

Η εμπάθεια που προκαλεί το ζήτημα είναι απολύτως κατανοητή, αφού σχετίζεται και αφορά μια σειρά από έννοιες που την εποχή αυτή είναι καίριες για τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας. Στο τευχίδιο με τίτλο Σύντομος μελέτη επί του ζητήματος της ανεγέρσεως του μνημείου τω Αγνώστω Στρατιώτη, η κατάλληλος θέσις και η πρέπουσα μορφή (Αθήνα, 1926) που υπογράφεται από τον αρχιτέκτονα Πάτροκλο Καμπανάκη, Tόσο η ανάλυση όσο και η επιχειρηματολογία βασίζονται ακριβώς στην ερμηνεία του μνημείου με όρους Θρησκευτικούς, Συμβολικούς και Διδακτικούς.

Είναι ενδεικτικό ότι η θέση του μνημείου κατά το συγγραφέα μπορεί να σχετιστεί μόνο με υπάρχοντα μνημεία που αφορούν την ιστορία του Eλληνικού έθνους και αυτά είναι: η Ακρόπολη (αναφορά στην αρχαιότητα), η Αγία Σοφία (αναφορά στο Βυζάντιο) ή η Ιερά Μητρόπολη (αναφορά στο νεότερη ιστορία του κράτους). Μετά την απόφαση και της ειδικής επιτροπής που επιβεβαιώνει ως καταλληλότερη τη χωροθέτηση του μνημείου στην πρώην πλατεία Ανακτόρων, την ευθύνη της ανέγερσης του μνημείου θα αναλάβει εντέλει ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1929, ο οποίος σχεδόν ταυτόχρονα αποφασίζει να στεγαστεί η Βουλή των Ελλήνων στο κτήριο των παλαιών Ανακτόρων.


Ο ίδιος ο Βενιζέλος θα υπερασπιστεί δημόσια την άποψη ότι το μνημείο σχετίζεται καταρχήν ιδεολογικά και συμβολικά με την έννοια της Δημοκρατίας και επομένως η άμεση γειτνίασή του με το κτήριο της Βουλής των Ελλήνων και μάλιστα στο κέντρο της πρωτεύουσας –όπως συμβαίνει αντίστοιχα και σε άλλες πρωτεύουσες της Ευρώπης– είναι η ικανοποιητικότερη λύση.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΟΠΗΣ ΤΟΥ ΚΤΙΡΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ

Η πρόταση που βραβεύεται στο σχετικό διαγωνισμό με το ψευδώνυμο ΣΚΡΑ, ανήκει στον αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη, ο οποίος λαμβάνει μέρος στο διαγωνισμό με δύο προτάσεις. Ο Λαζαρίδης, Έλληνας της Κωνσταντινούπολης με Ευρωπαϊκές σπουδές, την εποχή που κερδίζει το διαγωνισμό έχει ήδη σημαντική εμπειρία στο σχεδιασμό δημόσιων χώρων, ως προϊστάμενος των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Αθηναίων επί δημαρχίας του Βενιζελικού Σπύρου Πάτση. Αν και οι μελέτες που εκπονεί αφορούν από κτιριακά έργα μέχρι εσωτερικές διαρρυθμίσεις σημαντικών κτηρίων, το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη παραμένει το γνωστότερο ίσως από τα έργα του.

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο Λαζαρίδης, λίγα χρόνια αργότερα έλαβε μέρος -πάλι με δύο προτάσεις- και στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για το Ηρώο Θεσσαλονίκης, το οποίο τελικά δεν κατασκευάστηκε. Η συμμετοχή του αυτή επιβεβαιώνει, τόσο το ενδιαφέρον του για αντίστοιχες διαμορφώσει, όσο και την τακτική υποβολής δύο προτάσεων. Η σημαντικότερη επέμβαση της πρότασης ΣΚΡΑ για τη διαμόρφωση του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη αφορά την εκτεταμένη εκσκαφή στο φυσικό πρανές που εκτείνεται μπροστά από το κτήριο των παλαιών Ανακτόρων, αποτελώντας τη μέχρι τότε ''Πλατεία των Ανακτόρων'', προκειμένου να δημιουργηθεί μια επίπεδη σχεδόν πλατεία 7 μ. χαμηλότερα, στην ίδια δηλαδή στάθμη με τη λεωφόρο Αμαλίας.

Η νέα αυτή πλατεία αυτή περιβάλλεται από έναν αναλημματικό τοίχο σχήματος Π «κανονικής λαξευτής λιθοδομής» από πωρόλιθους μεγάλων διαστάσεων. Στον τοίχο του βάθους τοποθετείται η ανάγλυφη παράσταση του άγνωστου στρατιώτη. Δύο συμμετρικές ως προς τον άξονα του μνημείου κλίμακες συνδέουν τη στάθμη της πλατείας και του μνημείου με τη στάθμη του υπερκείμενου περιβάλλοντα χώρου του κτηρίου των παλαιών Ανακτόρων. Ανάμεσα στις κλίμακες, τους δύο ημικυκλικά επίπεδα συγκροτούν ένα είδος χαμηλού βάθρου για τον τάφο, ο οποίος τοποθετείται αξονικά ως προς την πλατεία και την ανάγλυφη παράσταση.

Στο βασικό επίπεδο της πλατείας δύο όμοια παρτέρια υψηλής φύτευσης διαμορφώνονται εκατέρωθεν του άξονα συμμετρίας του μνημείου, ενώ ο υπόλοιπος χώρος παραμένει κενός. Η πλατεία ασφαλτοστρώνεται, αλλά στην ασφαλτόστρωση ενσωματώνονται ζώνες λευκού μαρμάρου, επιμερίζοντας τη μεγάλη επιφάνεια με τέτοιον τρόπο ώστε να δημιουργείται η εντύπωση προοπτικής σύγκλισης προς το κέντρο του μνημείου, δηλαδή τον τάφο και την ανάγλυφη παράσταση.


Η τελική διαφορά στάθμης μεταξύ του επιπέδου του περιβάλλοντος χώρου της εισόδου του κτιρίου των παλαιών ανακτόρων και του επιπέδου της πλατείας του Αγνώστου Στρατιώτη είναι συνολικά σχεδόν 7 μέτρα και αντιστοιχεί στο ύψος ορόφων του κτιρίου, με αποτέλεσμα την εντύπωση της δημιουργίας μιας βάσης με ύψος «τυπικού ορόφου» από την όψη της Λ. Αμαλίας. Έτσι, είναι δυνατή η πρόσληψη του μνημείου ως «μέρους» της κατασκευής του κτίσματος, προκαλώντας επιθυμητούς συνειρμούς σε συμβολικό επίπεδο: τη βάση του κτιρίου αποτελεί η διαμόρφωση ενός ταφικού μνημείου αφιερωμένου στους αγώνες του νεότερου Ελληνικού έθνους.

Το συγκεκριμένο αυτό συστατικό στοιχείο της πρότασης ωστόσο βρίσκει ένα μεγάλο μέρος των αρχιτεκτόνων -και όχι μόνο- αντίθετους, καθώς το κτίριο έχανε την επαφή του με τη γη στην οποία μέχρι τότε εδραζόταν, ενώ ταυτόχρονα αλλοιωνόταν η φυσική τοπογραφία στο σημείο εκείνο της πόλης που είχε παραμείνει αλώβητη. Επιπλέον, το τεχνητό αυτό βάθρο προσέδιδε στο κτίριο μια μνημειακότητα που αντιστρατευόταν εν μέρει την απλότητα και τη «μετριοπάθεια» που το χαρακτήριζε. Χαρακτηριστική είναι η άποψη του Ζαχαρία Παπαντωνίου λίγες μέρες μετά τα εγκαίνια, ο οποίος και ως διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης είχε από νωρίς ενεργό μέρος στις αντιδράσεις και τον σχετικό διάλογο:

«Χάσαμε την ήρεμη όψη του βαυαρικού κτηρίου για να κερδίσουμε τι; Ποιος θα το έλεγε! Τον αισθητικό εφιάλτη ότι το κτήριο των ανακτόρων είναι στον αέρα» (Αθηναϊκά Νέα, 31.3.1932).

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι και η δεύτερη πρόταση που κατατίθεται από το Λαζαρίδη με το ψευδώνυμο ΕΛΛΗΝ διατηρεί τις ίδιες βασικές συνθετικές αρχές, δηλαδή την εκσκαφή και τον αναλημματικό τοίχο, τις δύο κλίμακες που συνδέουν το επίπεδο που προκύπτει με τον προαύλιο χώρο του κτηρίου καθώς και το αξονικά τοποθετημένο θέμα του τάφου, με τα δύο παρτέρια εκατέρωθεν. Οι ομοιότητες αυτές αφορούν τη γενικότερη συνθετική προσέγγιση του αρχιτέκτονα, ο οποίος αντιμετωπίζει το μνημείο όχι ως αυτόνομη γλυπτική σύνθεση αλλά ως στοιχείο του ευρύτερου σχεδιασμού της πλατείας και του τρόπου που αυτή συνδιαλέγεται με τα δεδομένα της υφιστάμενης κατάστασης.

Όπως και ο ίδιος αναφέρει σε δημοσίευμά του στο περιοδικό Έργα (15 Αυγούστου 1928) με αφορμή την ανάθεση της οριστικής μελέτης:

«…ο τάφος του Αγνώστου και η προ των παλαιών Ανακτόρων πλατεία έπρεπε να αποτελέσει έν καλλιτεχνικόν σύνολον αδιαίρετο, ούτως ώστε τάφος και πλατεία να αποτελέσωσιν έν και μόνον θέμα, το του μνημείου».


Οι διαφορές των δύο προτάσεων αφορούν το γενικότερο ύφος σε επίπεδο χαράξεων των δαπεδοστρώσεων και των επενδύσεων, τα προτεινόμενα υλικά, καθώς και την επεξεργασία των επιμέρους στοιχείων. Στη δεύτερη πρόταση το κεντρικό θέμα του τάφου αποδίδεται με μία γλυπτική σύνθεση που αφορά ημικυκλικό περίπτερο με πέντε κίονες, στο κέντρο του όποιου τοποθετείται άγαλμα στρατιώτη. Η λύση που βραβεύεται είναι σίγουρα πιο λιτή στο σύνολό της, παρόλο που στα σχέδια του διαγωνισμού το ύφος και ο σχεδιασμός της ανάγλυφης εντοιχισμένης παράστασης δεν αποπνέει τη δωρικότητα της παράστασης που τελικά κατασκευάζεται.

Τελικά. τον Ιούνιο του 1928 το υπουργικό συμβούλιο αναθέτει στο Λαζαρίδη την εκπόνηση των οριστικών σχεδίων. Το μνημείο κατασκευάζεται με ελάχιστες διαφοροποιήσεις και προσθήκες (κύπελλα θυμιάματος κ.λπ.), ενώ αντικαθίσταται η ανάγλυφη παράσταση. Η αντικατάσταση του αναγλύφου που υποβλήθηκε στο διαγωνισμό έρχεται ως συνέπεια της διαφωνίας που προκύπτει μεταξύ του Εμμανουήλ Λαζαρίδη και του γλύπτη Θωμά Θωμόπουλου με τον οποίον είχε συνεργαστεί για την υποβολή της πρότασης. Το ζήτημα αυτό, δηλαδή της αντικατάστασης όχι μόνο του θέματος που απεικονίζεται αλλά και του ίδιου του γλύπτη που την επιμελείται, καθώς και η καλλιτεχνική αξία της τελικής και πραγματοποιημένης πρότασης αποτελεί αιτία επιπλέον αντιδράσεων.

Το νέο σχεδιασμό αναλαμβάνει τελικά και εκτελεί ο Φωκίωνας Ρωκ, υπό την επίβλεψη του Κώστα Δημητριάδη, καθηγητή γλυπτικής και προσωπικού φίλου του Ελευθέριου Βενιζέλου. πρόκειται για ένα νεκρό οπλίτη που φορά κράνος και κρατά ασπίδα, ο οποίος λαξεύεται πάνω στον πωρόλιθο. Οι εντονότερες επιθέσεις, ωστόσο, αφορούν αυτή καθαυτή την πρόταση και επικεντρώνονται κυρίως στο ζήτημα της εκσκαφής. Η υψομετρική διαφορά που προκύπτει δημιουργεί ένα είδος τεχνητού βάθρου για το κτήριο των παλαιών Ανακτόρων, αποκόπτοντάς το από το φυσικό επίπεδο έδρασής του και αλλοιώνοντας τη φυσική τοπογραφία στο σημείο εκείνο της πόλης.

Η τολμηρή αυτή χειρονομία θα δεχτεί έντονη κριτική, καθώς υποστηρίζεται επιπλέον ότι προσδίδει στο κτήριο μια μνημειακότητα που αντιστρατεύεται την απλότητα και τη ''μετριοπάθεια'' που το χαρακτήριζε. Ωστόσο, η πρόσληψη του μνημείου ως ''μέρους'' του κτηρίου προκαλεί επιθυμητούς συνειρμούς σε συμβολικό επίπεδο: τη βάση του κτηρίου της Βουλής, το βάθρο της Δημοκρατίας, αποτελεί η διαμόρφωση ενός ταφικού μνημείου αφιερωμένου στους αγώνες του νεότερου Ελληνικού έθνους. Είναι ενδεικτικό ότι και στις δύο προτάσεις που καταθέτει ο Λαζαρίδης, τόσο στα σχέδια των όψεων, όσο και σε αυτά των κατόψεων, απεικονίζεται το πρόστυλο της πρόσοψης του κτηρίου, ως μέρος της σύνθεσης.

Ωστόσο, θα ήταν υπερβολή να αποδίδαμε τέτοιου τύπου ιδεολογικούς συσχετισμούς στις προθέσεις του αρχιτέκτονα. Ο συσχετισμός του κτηρίου με την πλατεία-μνημείο εντάσσεται στην προσπάθεια του Λαζαρίδη να διαμορφώσει ένα δημόσιο χώρο που να βρίσκεται σε διαλογική σχέση με το κτήριο των παλαιών Ανακτόρων -η χρήση του οποίου την περίοδο προκήρυξης του διαγωνισμού-, αλλά και με την πλατεία Συντάγματος και τον άξονα της οδού Ερμού, όπως ο ίδιος αναφέρει σε σχετικό δημοσίευμα (περ. Έργα [15.8.1928]).


Οι αντιδράσεις της εποχής σχετικά με το μνημείο, αν και απολύτως θεμιτές, μπορούν να ερμηνευτούν έως ένα βαθμό και μέσα στο πλαίσιο της δυσκολίας αποδοχής οποιουδήποτε νέου σχεδιασμού στο δημόσιο χώρο, ειδικά όταν αυτός αλλοιώνει τη βασική φυσιογνωμία του χώρου και χάνεται ο χαρακτήρας των σχέσεων που έχουν διαμορφωθεί στη συλλογική μνήμη των πολιτών. Αξιολογώντας την πρόταση σήμερα, μπορούμε να διακρίνουμε ότι τόσο σε επίπεδο γενικότερου σχεδιασμού, όσο και σε επίπεδο συσχετισμού υλικών και ενσωμάτωσης διακόσμου.

Το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη διεκδίκησε ποιότητες του ''σύγχρονου'' στην εποχή του -στο πεδίο του σχεδιασμού δημόσιου χώρου- και είχε την πρόθεση να συνομιλήσει με έργα πέρα από τα όρια της Ελλάδας -στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο. Επιπλέον, έχει σημασία να τονιστεί η προσπάθεια του αρχιτέκτονα να συλλάβει την πλατεία - μνημείο ως συνέχεια και απόληξη των άλλων σημαντικών δημόσιων χώρων που σχετίζονται άμεσα με αυτόν, αποκαθιστώντας ένα ενιαίο σύνολο που, όπως υποστήριζε, θα ήταν το πρώτο μέχρι τότε στην πρωτεύουσα:

«Το μνημείον ούτω εννοούμενον έπρεπεν επί πλέον να ευρίσκεται εν απολύτω αρμονία με τα οπίσω αυτού παλαιά Ανάκτορα πλαισιώνον αυτά και να συμπληρώνη την γενικήν διάταξιν της πλατείας του Συντάγματος μετά της κατά τον άξονα αυτής οδού Ερμού, ούτως ώστε να αποτελεσθή μία γενική σύνθεσις θέτουσα τέρμα εις το ασυνάρτητον του γενικού τούτου χώρου και αποτελούσα σύνολον διακοσμητικόν, όπερ θα είναι το πρώτο δημιουργούμενον εν τη πρωτευούση» (περ. Έργα [15.8.1928]).

Οι αντιδράσεις για την επέμβαση αυτή συνεχίζονται έντονα σε όλη τη φάση της κατασκευής, όταν κατά τη διάρκεια των έργων θα γίνει αισθητή η αλλοίωση του χαρακτήρα ενός ημιδημόσιου χώρου που έχει εγγραφεί ήδη στη συλλογική μνήμη από την εποχή της ανέγερσης των Ανακτόρων. Είναι γεγονός ότι κάθε επέμβαση σε δημόσιο χώρο της πόλης -ιδιαίτερα όταν μεταβάλλεται η βασική του φυσιογνωμία- προκαλεί αναμφισβήτητα ένα είδους σοκ στους πολίτες,: με κάθε κατεδάφιση, κατεδαφίζεται και η συνέχεια των αναφορών που έχουμε με έναν τόπο, τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.


Η ρήξη αυτή είναι δύσκολο να αποκατασταθεί, και είναι επόμενο να συνοδεύεται από μεγάλη επιφυλακτικότητα για την νέα κατάσταση την οποία καλούμαστε να οικειοποιηθούμε. Καθώς δεν μπορούν να αφομοιωθούν άμεσα οι νέες σχέσεις που προτείνονται, το τελικό αποτέλεσμα περιγράφεται με χαρακτηρισμούς που αναδεικνύουν ακριβώς αυτήν την ανοίκεια κατάσταση: πρόκειται περί «τέρατος». Ο τίτλος του πρωτοσέλιδου δημοσιεύματος της 20ής Αυγούστου 1931 στην εφημερίδα Αθηναϊκά Νέα είναι ενδεικτικός: «Ο Άγνωστος Στρατιώτης. Πώς εγεννήθη το τέρας». Αν και το δημοσίευμα αναφέρεται στο ανάγλυφο, ο τίτλος θα μπορούσε κάλλιστα να αφορά το σύνολο.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΛΥΦΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Οι αντιδράσεις ωστόσο δεν αφορούν μόνο το ζήτημα της εκσκαφής, αλλά και τον συνολικό χαρακτήρα της πρότασης με επίκεντρο, από μία χρονική στιγμή και μετά, την καλλιτεχνική αξία της ίδιας της ανάγλυφης παράστασης. Η παράσταση αυτή αποτελεί κεντρικό στοιχείο του σχεδιασμού, και η κριτική αφορά όχι μόνο το τελικό αποτέλεσμα αλλά και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την αντικατάσταση του γλύπτη και της πρότασης που είχε αρχικά υποβληθεί στη μελέτη του διαγωνισμού. Η αντικατάσταση αυτή προκύπτει μετά τη διαφωνία του αρχιτέκτονα Εμμ. Λαζαρίδη με τον βασικό του συνεργάτη για την υποβολή της πρότασης στον διαγωνισμό Θ. Θωμόπουλο.

Η παράκαμψη του Θωμοπούλου μεθοδεύεται από τον Λαζαρίδη με το επιχείρημα ότι το αρχικό έργο είχε «κίνησιν και σύνθεσιν φεύγουσα», η οποία δεν εντασσόταν στον χαρακτήρα της συνολικής μελέτης. Ο Λαζαρίδης υποστήριζε ότι είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει την τροποποίηση του ανάγλυφου, ο Θωμόπουλος όμως θα καταγγείλει ότι το ζήτημα προέκυψε μετά από διαφωνία για την αμοιβή του. Ο ίδιος ο υπουργός Παιδείας Γ. Παπανδρέου θα ορίσει τότε τον καθηγητή Γλυπτικής και διευθυντή της Σχολής Καλών Τεχνών Κ. Δημητριάδη, ως τον πλέον αρμόδιο για να αποφασίσει σχετικά με το θέμα.

Ο Δημητριάδης -ο οποίος ορίζεται επιπλέον και επιβλέπων για όλα τα καλλιτεχνικά τμήματα του μνημείου- θα εισηγηθεί τελικά την ανάθεση της ανάγλυφης πλάκας στον Φωκίωνα Ρωκ, βοηθό του στην Σχολή Καλών Τεχνών, ο οποίος και θα εκπονήσει τελικά το έργο. Ωστόσο, ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1931 οι αντιδράσεις για την καλλιτεχνική αξία της νέας πρότασης, για τις μεθοδεύσεις που οδήγησαν στη νέα ανάθεση αλλά και για τη συμμετοχή στη φιλοτέχνηση του έργου Ιταλού τεχνίτη, έναντι υπέρογκου για την εποχή ποσού, είναι έντονες.

Ο καλλιτεχνικός κόσμος συμμερίζεται την αγανάκτηση του Θωμόπουλου, ενώ ο Τύπος, στο σύνολο του σχεδόν, προβάλλει ιδιαίτερα το θέμα, απαιτώντας εξηγήσεις για τις κινήσεις που έχουν γίνει, αναγκάζοντας τον ίδιο τον Βενιζέλο να δηλώσει δημόσια την εμπιστοσύνη του στον Δημητριάδη για την ποιότητα του έργου. Τα αρνητικά δημοσιεύματα, που αφορούσαν τόσο το σύνολο του έργου όσο και τα επιμέρους ζητήματα που ήδη αναφέρθηκαν, δεν θα σταματήσουν ούτε μετά τα επίσημα εγκαίνια του μνημείου, αποδεικνύοντας την ένταση που προκάλεσε, σε μια κρίσιμη για την Ελλάδα περίοδο, μια μικρή ίσως αλλά ιδεολογικά φορτισμένη επέμβαση στην πόλη.


Αξιολογώντας την πρόταση σήμερα, μπορούμε να διακρίνουμε ότι τόσο σε επίπεδο γενικότερου σχεδιασμού όσο και σε επίπεδο συσχετισμού υλικών και ενσωμάτωσης διακόσμου, διεκδίκησε ποιότητες του «σύγχρονου» στην εποχή του με πρόθεση να συνομιλήσει με έργα στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο. Επιπλέον, έχει σημασία να τονιστεί η προσπάθεια του αρχιτέκτονα να συλλάβει την πλατεία- μνημείο ως συνέχεια και απόληξη των άλλων σημαντικών δημόσιων χώρων που σχετίζονται άμεσα με αυτόν (την πλατεία Συντάγματος και τον άξονα της οδού Ερμού), αποκαθιστώντας ένα ενιαίο σύνολο που όπως υποστήριζε θα ήταν το πρώτο μέχρι τότε στην πρωτεύουσα.

Ο ρόλος της πλατείας-μνημείου στη διάρκεια ζωής της στην πόλη επιβεβαιώνει τη σημασία της ως ενδιάμεσου χώρου μεταξύ της πλατείας Συντάγματος και του κτηρίου της Βουλής. Αν και οι δράσεις που αναπτύσσονται στην πλατεία ακολουθούν το συντακτικό ενός θεατρικού εντέλει χώρου -όπου το μνημείο και η αλλαγή φρουράς των Ευζώνων αποτελούν το βασικό θέαμα με τους πολίτες να διατάσσονται γύρω και μπροστά από αυτό-, η πλατεία λειτουργεί παράλληλα ως το επίπεδο διακοπής της δυνατότητας προσέγγισης στο κτήριο της Βουλής και των δράσεων που απευθύνονται προς αυτό.

Ωστόσο, η διαμόρφωση του μνημείου σήμερα είναι πλέον άρρηκτα συνδεδεμένη, τόσο με το κτήριο της Βουλής, όσο και την πλατεία Συντάγματος, επικυρώνοντας μέρος των αρχικών προθέσεων, σε συμβολικό τουλάχιστον επίπεδο. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δικαιώνονται όλες οι επιλογές του αρχικού του σχεδιασμού, αλλά επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η εγγραφή ενός δημόσιου χώρου στη συνείδηση της πόλης βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη συνέχεια μιας συλλογικής βιωματικής εμπειρίας, όταν υποστηρίζεται όμως και από έναν ικανό σχεδιασμό.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ - ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ
  • Τοποθεσία: Αθήνα, πλατεία Συντάγματος
  • Έτος Δημιουργίας: 1929-1930
  • Αποκαλυπτήρια: 25 Μαρτίου 1932
  • Αφιερωμένο στους Πεσόντες Πολεμιστές της Ελλάδας
  • Αρχιτέκτονας: Λαζαρίδης Εμμανουήλ
  • Γλύπτες: Ρωκ Φωκίων, Δημητριάδης Κωνσταντίνος, Θωμόπουλος Θωμάς
  • Υλικό Κατασκευής: Μάρμαρο

Ιδιαίτερα Χαρακτηριστικά: 

1. Κενοτάφιο,
2. Απεικονιζόμενος Οπλίτης,
3. Φύλαξη από την Προεδρική Φρουρά (Εύζωνες),
4. Πλάκες με καταγραφές από μάχες όλων των πολέμων που συμμετείχε η Ελλάδα από το 1821 και μετά,
5. Φράσεις χαραγμένες από τον Επιτάφιο Λόγο του Περικλέους (Θουκυδίδης)

Το γλυπτό έργο είναι ένα ανάλημμα σχήματος Π από λαξευμένους πωρόλιθους μεγάλων διαστάσεων. Το γλυπτό βρίσκεται στο βάθος και κεντρικά του όλου έργου και χαρακτηρίζεται από απλότητα στην αναπαράστασή του. Σε παραλληλόγραμμο πλαίσιο, αναφορά σε αρχαία σαρκοφάγο, παριστάνεται μια γυμνή ανδρική μορφή ξαπλωμένη σε κάποια έξαρση του εδάφους. Ο νεκρός πολεμιστής στο αριστερό χέρι κρατάει κυκλική αψίδα. Στο κεφάλι φοράει αρχαίο κράνος με το πρόσωπο δοσμένο από τα πλάγια να θυμίζει αρχαίο νόμισμα. Η απόδοση του σώματος του νεκρού από τον καλλιτέχνη δίνει την εντύπωση στο θεατή ότι ο στρατιώτης αναπαύεται ζωντανός, έτοιμος να σηκωθεί.

Το θέμα κερδίζει εκφραστικότητα με λιτότητα και δύναμη των μορφών και την πειστικότητα του συνόλου. Αριστερά και δεξιά της παράστασης έχουν χαραχτεί επιγράμματα από τον Επιτάφιο του Θουκιδίδη («Μια κλίνη κενή φέρεται εστρωμμένη των αφανών» - «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος»). Στο μέσο του κενοταφίου χαράχτηκε με μικρότερα γράμματα η φράση «Εις αφανή στρατιώτη». Στους πελεκημένους πωρόλιθους του τοίχου είναι χαραγμένα, δίπλα σε 16 μεταλλικές ασπίδες, τα ονόματα τόπων που έδωσε πολύνεκρες μάχες ο Ελληνικός Στρατός στην νεότερη ιστορία. Στα αριστερά της σύνθεσης περιλαμβάνονται οι μάχες του Α` Βαλκανικού Πολέμου.

Στο κέντρο του μνημείου και στους πωρόλιθους που υπάρχουν στις κλίμακες μάχες του Β` Βαλκανικού Πολέμου και της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Ενώ στα δεξιά της σύνθεσης συγκρούσεις του Α` Παγκοσμίου Πολέμου και επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στη Ρωσία. Μετά την απελευθέρωση πάνω στο κενοτάφιο προστέθηκαν τα πεδία των μαχών του Β` Παγκοσμίου Πολέμου και αργότερα οι επιχειρήσεις στην Κορέα. Με απόφαση της Βουλής των Ελλήνων το 1994 προστέθηκε και το όνομα «Κύπρος». Το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη λοιπόν δεν είναι ένα απλό μνημείο, είναι το κορυφαίο μνημείο για τον πιο κορυφαίο ήρωα τον ήρωα εκείνο που έπεσε για την ελευθερία.

Αυτός είναι κι ο λόγος που αποδίδονται τόσο μεγάλες τιμές σε αυτό το πρόσωπο. Αυτός είναι επίσης κι ο λόγος για τον οποίο το μνημείο αυτό φυλάσσεται από την γνωστή σε όλους "Προεδρική Φρουρά" ή αλλιώς τους "Εύζωνες". Η Φύλαξη αυτή είναι συμβολική και προσπαθεί ουσιαστικά να δείξει την τιμή και την ευγνωμοσύνη που αισθανόμαστε όλοι οι Έλληνες για την θυσία που έκαναν οι πεσόντες για την Ελευθερία της χώρας μας. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο Ελληνικό Μνημείο δεν υπάρχει σορός, ακολουθώντας τα έθιμα των Αρχαίων Ελλήνων που ήθελαν τον τάφο κενό («µία δέ κλίνη κενή φέρεται ἐστρωµένη τῶν ἀφανῶν», Θουκυδίδης, 2.34.3).


ΟΙ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ

Α’ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1912-1913)

ΕΛΑΣΣΩΝ=ΣΑΡΑΝΤΑΠΟΡΟΝ
ΛΑΖΑΡΑΔΕΣ=ΣΤΕΝΑΠΟΡΤΑΣ=ΚΑΤΕΡΙΝΗ=ΣΟΡΟΒΙΤΣ
ΓΙΑΝΝΙΤΣΑ=ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ=ΟΣΤΡΟΒΟΝ=ΚΟΡΙΤΣΑ
ΠΕΣΤΑ=ΓΡΥΜΠΟΒΟ=ΠΕΝΤΕΠΗΓΑΔΙΑ=ΠΡΕΒΕΖΑ
ΑΕΤΟΡΡΑΧΗ=ΜΑΝΩΛΙΑΣΣΑ=ΜΠΙΖΑΝΙ=ΔΡΙΣΚΟΣ
Β’ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1913)
ΚΙΛΚΙΣ=ΛΑΧΑΝΑ=ΜΠΕΛΕΣ=ΚΡΕΣΝΑ ΤΣΟΥΜΑΓΙΑ
ΠΕΤΣΟΒΟ=ΝΕΥΡΟΚΟΠΙ=ΜΠΑΝΙΤΣΑ=ΜΑΧΩΜΕΑ

Α’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1914-1918)

ΓΚΟΛΟΜΠΙΛΟ=ΣΜΠΟΡΣΚΟ=ΠΡΕΣΛΑΠ=ΕΡΙΓΩΝ
ΡΑΒΙΝΕ=ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ=ΣΚΡΑ=ΣΤΡΥΜΩΝ
ΔΟΪΡΑΝΗ=ΜΠΕΛΕΣ=ΓΚΡΑΝΚΟΡΟΝΕ=ΤΖΕΝΑ

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΗ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ ΡΩΣΙΑ (1919)

ΧΕΡΣΩΝ=ΣΕΡΜΙΚΑΣ=ΟΔΗΣΣΟΣ=ΣΕΒΑΣΤΟΥΠΟΛΙΣ

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ (1919-1922)

ΑΡΤΑΚΗ=ΑΙΔΙΝΙΟΝ=ΠΡΟΥΣΣΑ=ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ
ΤΟΥΜΛΟΥΜΠΟΥΝΑΡ=ΚΙΟΥΤΑΧΕΙΑ=ΔΟΡΙΛΑΙΩΝ
ΑΦΙΟΝ ΚΑΡΑΧΙΣΑΡ=ΣΑΓΓΑΡΙΟΣ=ΚΑΛΕΓΚΡΟΤΟ

Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1940-1945) – ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΚΟΡΕΑΣ (1950-1953)- ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ (1974)

ΠΙΝΔΟΣ
ΜΟΡΟΒΑ=ΚΟΡΥΤΣΑ=ΚΑΛΑΜΑΣ
ΤΟΜΟΡΟΣ=ΤΡΕΜΠΕΣΙΝΑ
ΧΕΙΜΑΡΡΑ=ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟΝ
743=ΜΠΟΥΜΠΕΣΙ=ΚΑΛΠΑΚΙ
ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ=ΠΡΕΜΕΤΗ
ΟΣΤΡΟΒΙΤΣΑ=ΠΟΓΡΑΔΕΤΣ
ΡΟΥΠΕΛ=ΠΕΡΙΘΩΡΙ=ΚΡΗΤΗ
ΕΛ-ΑΛΑΜΕΪΝ=ΡΙΜΙΝΙ
ΡΟΥΒΙΚΩΝ=ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ=ΚΟΡΕΑ
ΚΥΠΡΟΣ


ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ -  ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ

Δημόσιοι χώροι όπου τιμάται η θυσία των πεσόντων στρατιωτών είναι τα στρατιωτικά νεκροταφεία, τα μνημεία πολέμων ή μεμονωμένων μαχών (τοπικά και εθνικά) και τα μνημεία του Άγνωστου Στρατιώτη. Υπηρετούν κοινούς στόχους, οι λειτουργίες τους συχνά αλληλοσυμπληρώνονται, αλλά δεν πρέπει να συγχέονται. Τα μνημεία του Άγνωστου Στρατιώτη έχουν ιδιαίτερες και συγκεκριμένες καταβολές -την επαύριον του Α' Παγκοσμίου Πολέμου- και αυτόνομη δυναμική. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα η εμπειρία του πολέμου συνιστά την κατεξοχήν ευκαιρία έκφρασης της εθνικής περηφάνιας και συσπείρωσης. Γι’ αυτό, προβάλλεται σε τοπικά και εθνικά μνημεία πολέμου, που –όχι τυχαία– ανεγείρονται με αφορμή στρατιωτικές νίκες.

Ενώ όμως πρόκειται για δημόσιους χώρους μνήμης, τα ονόματα των νεκρών στρατιωτών παραλείπονται και οι πεσόντες καταγράφονται ως αριθμοί. Μόνο οι στρατηγοί μνημονεύονται -συχνά το ίδιο το μνημείο είναι αφιερωμένο προσωπικά σε έναν από αυτούς. Ωστόσο, σταδιακά από τα μέσα του αιώνα και έως τον Α' Π. Π., με την απόδοση νέου, αυξημένου ρόλου στον «κοινό άνθρωπο» στις κοινωνίες του δυτικού κόσμου, αρχίζουν να αναγράφονται πλήρεις κατάλογοι πεσόντων στα μνημεία των μαχών. Όμως ακόμα, η έννοια ενός (μόνο) συμβολικού τάφου για τους αφανείς νεκρούς απουσιάζει.

Η ανάγκη για κάτι τέτοιο θα προκύψει μόνο μετά την εμπειρία του Μεγάλου πολέμου. προγενέστερα παραδείγματα είναι μόνο σποραδικά, και μάλιστα χωρίς να δημιουργούν μια σχετική παράδοση. Η θεμελίωση μνημείου και η συνοδευτική τελετουργική απόδοση τιμών για τους αφανείς νεκρούς, ειδικά του Α’ παγκοσμίου πολέμου, αποφασίζεται και εφαρμόζεται σε δύο από τις νικήτριες δυνάμεις, τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, με αφορμή την εθνική εορτή της πρώτης επετείου της «Ημέρας της κατάπαυσης του πυρός», στις 11 Νοεμβρίου 1919. Στο Παρίσι, κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου διαμορφώνεται ο τάφος του Γάλλου Άγνωστου Στρατιώτη.

Έναν χρόνο αργότερα, πραγματοποιείται η εκταφή λειψάνων αταύτιστων στρατιωτών από τα πεδία μαχών, η τυχαία επιλογή ενός από αυτά, και η ταφή του στο μνημείο. Έτσι, η Αψίδα από μνημείο δόξας των στρατηγών του Ναπολέοντα, γίνεται μνημείο της θυσίας όλου του Γαλλικού λαού. Την ίδια περίοδο, στη Μεγάλη Βρετανία λαμβάνουν χώρα αντίστοιχες ενέργειες: παρέλαση, εκταφή σωρών, επιλογή της μιας, νεκρώσιμη πομπή και ταφή της. Η διαφοροποίηση έγκειται στο ότι δεν χρησιμοποιείται ένα προϋπάρχον πολεμικό μνημείο, αλλά ανεγείρεται ένα νέο, συνειδητά διαμορφωμένο ως μνημείο πεσόντων, το «Κενοτάφιο».


Αντίστοιχα, τα λείψανα του «Άγνωστου πολεμιστή», τοποθετούνται σε κανονικό τάφο στο Αβαείο του Ουεστμίνστερ -εκεί όπου αναπαύονται όλοι οι ένδοξοι Άγγλοι νεκροί. Ακολουθούν, το 1921, άλλοι δύο από τους νικητές, η Ιταλία που επιστρατεύει τον κατεξοχήν χώρο έκφρασης της εθνικής της ενότητας, το Μνημείο του Βίκτωρα Εμμανουήλ στη Ρώμη, και οι ΗΠΑ που επιλέγουν το ιστορικό στρατιωτικό νεκροταφείο του Άρλινγκτον στη Βιρτζίνια ως χώρο τοποθέτησης της σαρκοφάγου του Άγνωστου Στρατιώτη. Αντίστοιχα, οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στην ηττημένη Γερμανία του μεσοπολέμου, επιτρέπουν μόλις το 1931, τη μετατροπή του «Νέου Κτιρίου της φρουράς» στο Βερολίνο σε μνημείο των πεσόντων.

Αυτές οι ενέργειες βρίσκουν πολύ γρήγορα μιμητές και στα υπόλοιπα κράτη που έχουν συμμετάσχει στο Μεγάλο πόλεμο και στους πολέμους που συνδέονται με αυτόν. Έως τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο η αισθητική των μνημείων και το περιεχόμενο των σχετιζόμενων με αυτά τελετών θα έχουν παγιωθεί σε ένα πρότυπο που ισχύει μέχρι και σήμερα -ιδίως στη Γαλλική του εκδοχή, όπου τάφος και μνημείο ταυτίζονται. Είναι σαφές ότι η εμπειρία του Α' Παγκοσμίου Πολέμου αποτελεί την κύρια αιτία, τόσο για την ανέγερση μνημείων για τους αφανείς πεσόντες, όσο και για την υιοθέτηση του συχνά περίπλοκου τελετουργικού που συνοδεύει τη λειτουργία τους. Ο Μεγάλος πόλεμος συνιστά μια εμπειρία που άλλαξε τις κοσμοαντιλήψεις ολόκληρων κοινωνιών.

Για πρώτη φορά είχαν χρησιμοποιηθεί τόσο μεγάλοι στρατοί νεαρών, ενθουσιωδών πολιτών-στρατιωτών. Η φρίκη της σφαγής εκατομμυρίων από αυτούς, καθιστά τώρα επιτακτική την ίδρυση από το κράτος μνημείων-“καταφυγίων”, όπως είναι οι τάφοι και τα κενοτάφια των Αγνώστων Στρατιωτών. Στόχοι αυτών των μνημείων και των τελετών που τα περιβάλλουν είναι: να ενοποιήσουν το πένθος χιλιάδων μεμονωμένων οικογενειών σε μια ενιαία πολιτική λατρεία των πεσόντων και να απαλύνουν την εμπειρία του πολέμου από τη μνήμη όσων είχαν πάρει μέρος σε αυτόν, ώστε να της δώσουν μια αγνή, σχεδόν μυθική διάσταση. Αυτή η προσπάθεια εξιδανίκευσης γίνεται αισθητή και μέσω της θεματολογίας και τεχνοτροπίας των συγκεκριμένων μνημείων.

Ο Χριστιανισμός και η κλασική αρχαιότητα είναι οι βασικές αναφορές τους. Συχνά μάλιστα, στα ανάγλυφα ή αγάλματα που κοσμούν τα μνημεία, τα όπλα που κρατούν οι πεσόντες στρατιώτες είναι ξίφη –αναγωγή στην ηρωική, ''ιπποτική'' διάσταση του πολέμου. Όχι τυχαία, ο Βρετανός «Άγνωστος πολεμιστής» είναι θαμμένος μαζί με ένα ξίφος από την εποχή των Σταυροφοριών. Στο ίδιο πλαίσιο εξιδανίκευσης εντάσσεται και ένα άλλο χαρακτηριστικό στα μνημεία των Αγνώστων Στρατιωτών: η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στη στρατιωτική ιεραρχία. Οι ενταφιασμένοι άγνωστοι στρατιώτες ή οι φρουροί που τους φυλάνε δεν έχουν βαθμό.


Ο μύθος της πολεμικής εμπειρίας είναι μύθος ''ισότητας'': κάθε μεμονωμένος νεκρός στρατιώτης είναι σημαντικό πρόσωπο, γιατί εκφράζει το ιδεατό της εθνικής κοινότητας ως μιας συντροφικότητας μεταξύ ίσων που μοιράζονται μια κοινή αποστολή. Φυσικά, το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη σε κάθε χώρα καλύπτει και πιο συγκεκριμένες, πρακτικές ανάγκες, ανάλογα με την ιστορική συγκυρία. Έτσι, στη Μεγάλη Βρετανία η ανέγερση του «Κενοταφίου» θεωρήθηκε και ως ένα μέσο εκτόνωσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας που είχε επιφέρει ο πόλεμος. Αντίστοιχα, ο Άγνωστος Στρατιώτης στη Γερμανία θα γίνει το επίκεντρο της προσπάθειας διατήρησης του φιλοπόλεμου αισθήματος ενός ηττημένου κράτους.

Η μνήμη των αγνώστων νεκρών των πολέμων που ακολουθούν τον Α' Παγκόσμιο υπηρετήθηκε, είτε με τη σταδιακή συμπερίληψή τους στο αρχικό μνημείο (ή, αν πρόκειται για κενοτάφιο, με την αναγραφή του πολεμικού γεγονότος), είτε με την αποδοχή ότι στο αρχικό μνημείο θα τιμώνται ουσιαστικά και όλοι οι μεταγενέστεροι νεκροί. Τέλος, κράτη που καθυστέρησαν να ιδρύσουν τέτοια μνημεία, όταν το έκαναν, τίμησαν αναδρομικά σε αυτά και τους πεσόντες των παλαιότερων πολέμων. Έτσι, το μνημείο μετατρέπεται προοδευτικά από τάφος του αγνώστου ενός πολέμου, σε τάφο ή τάφους του αγνώστου ή των αγνώστων όλων των πολέμων του έθνους.

Σήμερα, τα μνημεία των Αγνώστων Στρατιωτών αποτελούν πηγή εθνικής περηφάνιας, σεβασμού αλλά και αναστοχασμού για τα δεινά του πολέμου για τους πολίτες κάθε κράτους. Ένα ίσως ελάχιστα γνωστό σημείο από την ιστορία του μνημείου είναι ότι «ευζωνικά τάγματα» ανέλαβαν το 1943 - 1944 να "συνδράμουν" τον κατακτητή κατά της Αντίστασης και συγκροτήθηκαν από τους τσολιάδες του μνημείου. Το βασικό δε Τάγμα Ασφαλείας της πρωτεύουσας ήταν το «Τάγμα Φρουράς του Αγνώστου Στρατιώτου». Στην επίσημη ιστοσελίδα της Προεδρικής Φρουράς γράφει :

«Κατά την διάρκεια της κατοχής οι Γερμανικές δυνάμεις κατοχής επέτρεψαν στην τότε Ανακτορική Φρουρά να εξακολουθεί να φρουρεί το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Με αποφάσεις όμως της κατοχικής κυβέρνησης Ράλλη, τα τάγματα Ευζώνων αναγκάστηκαν να συνεργαστούν με τις κατοχικές δυνάμεις. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να τους αποδοθεί ο αρνητικός όρος "Γερμανοτσολιάδες".


ΤΑ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ

Με την δημιουργία του γλυπτού διαμορφώθηκε και όλος ο χώρος της πλατείας μπροστά από την Βουλή. Έτσι δόθηκε μνημειακός χαρακτήρας σε όλη την έκταση της πλατείας που κατασκευάστηκε. Οι χωματουργικές εργασίες είχαν κρατήσει μεγάλο διάστημα. Δεδομένου ότι υπήρχε υψομετρική διαφορά αλλά και δυσκολία στην επεξεργασία του πωρόλιθου. Έτσι απαιτήθηκε περισσότερος χρόνος αλλά και ειδικοί τεχνίτες από την Γαλλία. Το γεγονός αυτό ανέβαζε πολύ το κόστος κατασκευής και ήδη είχαν δημιουργηθεί πολλά αρνητικά σχόλια που τόνιζαν τις σπατάλες την στιγμή δύσκολης κατάστασης για την χώρα. Ακόμα και το σωματείο των γλυπτών είχε αφήσει υπόνοιες για μυστικές συμφωνίες και «απευθείας αναθέσεις».

Ιδιαίτερη αίσθηση είχε προκαλέσει το γεγονός ότι οι μεταλλικές ασπίδες και τα κύπελλα θυμιάματος ενώ ήταν προγραμματισμένο να χυτευτούν στην Ελλάδα τελικά κατασκευάστηκαν στο Παρίσι με τετραπλάσια τιμή από την αρχική.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ - ΒΑΣΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΗΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

1833
ΚΗΠΟΣ Πολεοδομικό σχέδιο των Σταμάτιου Κλεάνθη – Eduard Schaubert, το οποίο προβλέπει Βασιλικό Κήπο (180 στρέμματα) σε άμεση γειτνίαση με τα Aνάκτορα στην περιοχή της σημερινής πλατείας Ομονοίας.

1834
ΚΗΠΟΣ Οι Leo von Klenze και Karl Friedrich von Schinkel προτείνουν χωρίς επιτυχία ανέγερση βασιλικών ανακτόρων και κήπων σε Κεραμεικό και Ακρόπολη αντίστοιχα. Ο Friedrich von Gärtner, που τελικά αναλαμβάνει την οικοδόμηση των Ανακτόρων στο λόφο της Μπουμπουνίστρας, προβλέπει στα ανατολικά τους βασιλικό κήπο Γαλλικού τύπου.

Η Αθήνα ανακηρύσσεται πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους. Επίσημη υποδοχή του Όθωνα στην πόλη.
 
1836
ΚΗΠΟΣ Έναρξη οικοδόμησης των Ανακτόρων. παράλληλα, ο Γερμανός αρχιτέκτονας Ludwig Lange προτείνει τη δημιουργία ενός δημόσιου κήπου που θα εκτείνεται από το Λυκαβηττό μέχρι τις όχθες του Ιλισσού.

1836 - 1859
ΚΗΠΟΣ Αγορά αγροτεμαχίων για τη δημιουργία και επέκταση του Βασιλικού Κήπου.

1837
Τα υπό ανέγερση Ανάκτορα συνδέονται με τον περιβάλλοντα χώρο τους βάσει του σχεδίου του αρχιτέκτονα Hoch.

Έμφαση δίνεται στη διαμόρφωση της περιοχής της πλατείας στα δυτικά του κτηρίου.

ΚΗΠΟΣ Άφιξη της Αμαλίας στην Αθήνα. Η βασίλισσα αναλαμβάνει προσωπικά την υπόθεση του Κήπου και συστήνει αρμόδια επιτροπή.


1839
ΚΗΠΟΣ πολεοδομικό σχέδιο του Λύσανδρου Καυταντζόγλου που προβλέπει την τοποθέτηση των Ανακτόρων ανάμεσα σε δύο κήπους, καθώς και τη δημιουργία ενός ευρύτερου δημόσιου αρχαιολογικού πάρκου.

ΚΗΠΟΣ Έναρξη δενδροφύτευσης και δημιουργία του βασικού κηποτεχνικού σκελετού με φυτά αυτοφυή και από το εξωτερικό. Την επίβλεψη των εργασιών (και τη διεύθυνση του Κήπου) αναλαμβάνουν ο Βαυαρός γεωπόνος Smarat και ο πρώσος Friedrich Schmidt. Στην εκσκαφή του πρώτου τμήματος του Κήπου έχουμε την πρώτη απόπειρα χάραξης κήπου αγγλικού τύπου. Ο Κήπος συνεχίζει να εμπλουτίζεται έως το 1882.

1843
ΚΗΠΟΣ Ο Κήπος επεκτείνεται νότια και ανατολικά.

Ιούλιος Το βασιλικό ζεύγος και η Αυλή εγκαθίστανται στα Ανάκτορα.

3 Σεπτεμβρίου Εκδηλώνεται κίνημα για την παραχώρηση Συντάγματος.

1844
Μάρτιος Συνταγματική μοναρχία. Έναρξη κοινοβουλευτικού βίου.

1846
ΚΗΠΟΣ χώρος υπαίθριων προγευμάτων της Αυλής διαμορφώνεται στο σημείο του Βασιλικού Κήπου, όπου αποκαλύπτεται μωσαϊκό δάπεδο Ρωμαϊκής εποχής.

1847
ΚΗΠΟΣ Αρχικηπουρός διορίζεται ο Γάλλος κηποτέχνης François Lοuis Bareaud, που έχει συντάξει (1843) και τον κατάλογο των κυριότερων ειδών δέντρων που καλλιεργούνταν στον Κήπο.

ΚΗΠΟΣ Στο σχέδιο της πόλης των Αθηνών της Επιτροπής Αξιωματικών σημειώνεται όλος ο χώρος μέχρι τον Ιλισσό και το Ολυμπείον ως μελλοντικό πεδίο επέκτασης του Κήπου.

1848 - 1852
ΚΗΠΟΣ Ο Κήπος φθάνει με τρίτη επέκταση τα 150 στρέμματα.

1848
ΚΗΠΟΣ Ο Βαυαρός αρχιτέκτονας κήπων Eduard von Riedel πραγματοποιεί τις χαράξεις του Κήπου, αντικαθιστώντας το Hoch. Συμμετέχει και ο Αθηναίος αρχιτέκτονας παναγής Βρετός-Κάλκος.

1850
ΚΗΠΟΣ Σχέδιο του François Lοuis Bareaud προβλέπει πυκνή φύτευση του βορειανατολικού τμήματος του Κήπου, διαμόρφωση οπωρώνα στο κέντρο και δημιουργία τριών διαδρόμων θέας με χλοοτάπητες, τριανταφυλλιές και άλλα άνθη.


1851
ΚΗΠΟΣ Το Βασιλικό Ελληνικό Αυλαρχείο, για λόγους ασφαλείας, αποφασίζει την απαγόρευση εισόδου του κοινού στον Κήπο, με κάποιες εξαιρέσεις. Ύστερα από έντονες αντιδράσεις, επιτρέπεται η είσοδος «εις τους καλώς ενδεδυμένους».

1854
ΚΗΠΟΣ Αποφασίζεται να ανοίγει ο Κήπος κάποιες ώρες για όλους τους κατοίκους.

1862
Οκτώβριος Έξωση του Όθωνα και της Αμαλίας.

1863
Οκτώβριος Άφιξη Γεωργίου Α’.

1864
Μάρτιος Ένωση Ιονίων νήσων με την Ελλάδα.

1866
ΚΗΠΟΣ Τοποθετούνται στον Κήπο οι μαρμάρινες προτομές του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και του Ελβετού φιλέλληνα τραπεζίτη Ιωάννη-Γαβριήλ Εϋνάρδου, έργα του γλύπτη Ιωάννη Κόσσου.

1868
ΚΗΠΟΣ Έναρξη αποπληρωμής του χρέους για την κατασκευή των Ανακτόρων και τη διαμόρφωση του Κήπου στην Αμαλία.

ΚΗΠΟΣ Εγκαθίσταται στη βορειοανατολική γωνία του Κήπου η Βασιλική (μετέπειτα προεδρική) φρουρά σε έκταση 4,5 στρεμμάτων.

1881
Φεβρουάριος Παραχωρούνται στην Ελλάδα η Θεσσαλία και η περιοχή της Άρτας.

1883
ΚΗΠΟΣ Το Friedrich Schmidt διαδέχεται στη διεύθυνση του Κήπου ο Γάλλος γεωπόνος Laval.

1884
Ιούλιος Πυρκαγιά στα Ανάκτορα.

1896
Μάρτιος-Απρίλιος. Τέλεση των Α’ Ολυμπιακών Αγώνων στο Παναθηναϊκό Στάδιο.

1897
Απρίλιος Ο ''ατυχής'' Ελληνο-τουρκικός πόλεμος.

1909
Αύγουστος Κίνημα στου Γουδή.

Δεκέμβριος Νέα πυρκαγιά στα Ανάκτορα. Μεγάλες καταστροφές.

1912 - 1913
Βαλκανικοί πόλεμοι.

1915 - 1921
ΚΗΠΟΣ Ο γεωπόνος Ιωάννης Κοντόπουλος αναδιαμορφώνει και σταθεροποιεί τις μορφές των πιο χαρακτηριστικών σημείων του Κήπου.


1915 - 1917
Εθνικός Διχασμός.

1917
Μετά την παραίτηση και αποχώρηση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’, ο Κήπος εκ των πραγμάτων γίνεται Εθνικός.

1920
ΚΗΠΟΣ Τοποθετείται η προτομή του Σπυρίδωνα-Φιλίσκου Σαμάρα, έργο του γλύπτη Μιχάλη Τόμπρου.

1922
Αύγουστος-Σεπτέμβριος Μικρασιατική καταστροφή.

Υπηρεσίες περίθαλψης των προσφύγων εγκαθίστανται στα “παλαιά” πλέον Ανάκτορα.

1923
ΚΗΠΟΣ Ο Κήπος χαρακτηρίζεται κρατικός και έκτοτε παραμένει ανοικτός για το κοινό από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου.

1924
Μάρτιος-Απρίλιος Εγκαθίδρυση αβασίλευτης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

1924-1926
Στέγαση υπηρεσιών υπουργείων και άλλων φορέων στο κτήριο των παλαιών Ανακτόρων.

1925
ΚΗΠΟΣ Αποκαλυπτήρια της προτομής του Διονύσιου Σολωμού, έργο του Θωμά Θωμόπουλου, με πλήθος κόσμου και προσφώνηση από τον Κωστή παλαμά.

ΜΝΗΜΕΙΟ Αρχίζει να διαμορφώνεται η ιδέα κατασκευής ενός μνημείου για τον Άγνωστο Στρατιώτη. Η χωροθέτηση του μνημείου στην πόλη θα αποτελέσει ζήτημα διαμάχης.

1926
ΚΗΠΟΣ Θυσιάζεται μικρή λωρίδα δέντρων για τη διαπλάτυνση και ευθυγράμμιση της λεωφόρου Βασιλίσσης Αμαλίας. Αποκαλυπτήρια της προτομής του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, έργο του φωκίωνα Ρωκ.

ΜΝΗΜΕΙΟ Μάρτιος προκηρύσσεται, στο πλαίσιο της επιδιωκόμενης από το Θεόδωρο πάγκαλο στέγασης του Υπουργείου Στρατιωτικών στα παλαιά Ανάκτορα, διαγωνισμός μελέτης για την κατασκευή του Μνημείου. Ορίζεται ως χώρος ανέγερσής του η «έμπροσθεν των παλαιών Ανακτόρων πλατείαν, καταλλήλως προς τούτο διαρρυθμιζομένην». Η επιλογή του χώρου αμφισβητείται από φιλελεύθερους και διανοούμενους.

ΜΝΗΜΕΙΟ Οκτώβριος Έγκριση και βράβευση της μελέτης για το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη με το ψευδώνυμο ΣΚΡΑ, του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη. Η μελέτη περιλαμβάνει ανάγλυφη παράσταση σε προσχέδιο του γλύπτη Θωμά Θωμόπουλου.

1927
ΚΗΠΟΣ Με νομοθετικό διάταγμα ιδρύεται η Επιτροπή Δημοσίων Κήπων και Δενδροστοιχιών και καθιερώνεται και επίσημα η ονομασία Εθνικός Κήπος.

ΜΝΗΜΕΙΟ Σύσταση επιτροπής για την εύρεση της καταλληλότερης θέσης για την ανέγερση του Μνημείου. Οριστική επιλογή της πλατείας των παλαιών Ανακτόρων.


1927 - 1940
ΚΗΠΟΣ Εποχή σταθεροποίησης και βελτίωσης της μορφής του Εθνικού Κήπου και μετατροπής του από ιδιωτικό κήπο σε δημόσιο πάρκο.

1928
ΜΝΗΜΕΙΟ Ιούνιος Το υπουργικό συμβούλιο, εγκρίνει τη χωροθέτηση του Μνημείου και αναθέτει στον Εμμανουήλ Λαζαρίδη την εκπόνηση των οριστικών σχεδίων.

1928 - 1929
ΜΝΗΜΕΙΟ Οι αντιδράσεις για την επιλογή του χώρου εντείνονται (εφημερίδες, καλλιτεχνικός κόσμος, Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, πολιτικός κόσμος).

1929
ΜΝΗΜΕΙΟ Την ευθύνη για την ανέγερση του Μνημείου στο χώρο αναλαμβάνει προσωπικά ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος.

Μάρτιος Οριστική απόφαση του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου για στέγαση της Βουλής και της Γερουσίας στο κτήριο των παλαιών Ανακτόρων.

ΜΝΗΜΕΙΟ Απρίλιος Έναρξη των χωματουργικών και προπαρασκευαστικών εργασιών για τη διαμόρφωση του χώρου για το Μνημείο.

ΜΝΗΜΕΙΟ Σεπτέμβριος Ρήξη του Θωμά Θωμόπουλου με τον Εμμανουήλ Λαζαρίδη. Ο πρώτος, μετά τον παραγκωνισμό του, προσφεύγει στις αρμόδιες αρχές χωρίς να βρει δικαίωση. Ο Λαζαρίδης αναζητεί νέο συνεργάτη.

ΜΝΗΜΕΙΟ Σεπτέμβριος Η επιτροπή επίβλεψης αποφασίζει την τοποθέτηση μεταλλικών ασπίδων και κυπέλλων θυμιάματος ως διακοσμητικών στοιχείων του Μνημείου, σε σχέδια του Εμμανουήλ Λαζαρίδη.

ΜΝΗΜΕΙΟ Δεκέμβριος Η επιτροπή επίβλεψης προτείνει τη διαμόρφωση του χώρου των ανθοπωλείων στο πρανές της βόρειας πλευράς της πλατείας του Άγνωστου Στρατιώτη. Τα σχέδια ανατίθενται στον Εμμανουήλ Λαζαρίδη.

1930
ΜΝΗΜΕΙΟ Μαΐος Με παρέμβαση του υπουργού παιδείας Γεώργιου παπανδρέου, απαιτείται θετική εισήγηση του γλύπτη Κώστα Δημητριάδη, προκειμένου να εγκριθεί οποιαδήποτε σύνθεση για την ανάγλυφη παράσταση του Μνημείου.

ΜΝΗΜΕΙΟ Δεκέμβριος Η επιτροπή επίβλεψης εγκρίνει τη νέα πρόταση με παράσταση νεκρού οπλίτη, έργο του γλύπτη φωκίωνα Ρωκ.

1931
ΚΗΠΟΣ Μεγάλη ανοιξιάτικη χιονόπτωση προξενεί καταστροφή πολλών δέντρων του Κήπου.

ΜΝΗΜΕΙΟ Ιούνιος Ο Κώστας Δημητριάδης, αναλαμβάνει επίσημα την επίβλεψη των εργασιών του φωκίωνα Ρωκ, ως επιβλέπων όλων των καλλιτεχνικών τμημάτων του Μνημείου.

ΜΝΗΜΕΙΟ Ιούλιος Η επιτροπή επίβλεψης αποφασίζει τον τρόπο αναγραφής των τοπωνυμίων των μαχών στους αναβαθμούς του Μνημείου.

ΜΝΗΜΕΙΟ Σεπτέμβριος Αντιδράσεις για την καλλιτεχνική αξία της πρότασης Ρωκ, τις μεθοδεύσεις που οδήγησαν στην ανάθεση αλλά και για την υπέρογκη αμοιβή του μαρμαρογλύπτη.


1932
ΜΝΗΜΕΙΟ Εγκαίνια του Μνημείου με μεγάλη επισημότητα στην εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου.

ΜΝΗΜΕΙΟ Μάιος πρωτόκολλο παράδοσης του έργου από το Λαζαρίδη στην επιτροπή επίβλεψης.

ΜΝΗΜΕΙΟ Ιούλιος παρουσιάζεται το σχέδιο φωτισμού της πλατείας και του Μνημείου.

1934
ΚΗΠΟΣ Κίνδυνοι καταστροφής του Κήπου από ψύχος και ξηρασία.

Ανεπιτυχής απόπειρα οικοπεδοποίησής του.

1935
Ιούλιος Πανηγυρική έναρξη των εργασιών της Βουλής στο νέο της κτήριο.

1936
Αύγουστος Διάλυση της Βουλής. Δικτατορία Μεταξά.

1938
ΜΝΗΜΕΙΟ Ιανουάριος Ο Λαζαρίδης αποστέλλει στο Υπουργείου Τύπου και Τουρισμού συνοπτικό ιστορικό της πορείας των έργων του Μνημείου.

1941 - 1944
ΚΗΠΟΣ Κατοχή. Σημαντικές φθορές στον Κήπο: καταστροφή μεγάλου αριθμού φυτών, εγκατάλειψη παρτεριών ανθέων-χλόης, τέλεια καταστροφή ζωοπτηνολογικής συλλογής, σοβαρές ζημιές στα διάφορα τεχνικά έργα.

1944
Δεκέμβριος Συγκρούσεις των “Δεκεμβριανών” στην Αθήνα.

1946
Μάιος Επανέναρξη των εργασιών της Βουλής.

1946 - 1949
Εμφύλιος πόλεμος.

1954
ΚΗΠΟΣ Η Διεύθυνση Κήπων και Δενδροστοιχιών επιτρέπει την εγκατάσταση υπαίθριου θέατρου μέσα στον Κήπο, προς την πλευρά της λεωφόρου Αμαλίας. Ξεσηκώνεται θύελλα διαμαρτυριών. Το θέατρο λειτούργησε περίπου για μία δεκαετία.

1956
ΚΗΠΟΣ Η προσπάθεια αποκατάστασης επιτυγχάνει σε μεγάλο βαθμό. Ο Κήπος βρίσκει τουλάχιστον εξωτερικά την προπολεμική του εμφάνιση.

1960 - 1980
ΚΗΠΟΣ Ο Κήπος συντηρείται σε σταθερή βάση, εκσυγχρονίζεται τεχνικά και εμπλουτίζεται με νέα είδη φυτών. 


1963
ΚΗΠΟΣ Τοποθετείται η ορειχάλκινη προτομή του ποιητή Jean Moréas (Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου), έργο του γλύπτη EmileAntoine Bourdelle.

1967 - 1974
Δικτατορία των Συνταγματαρχών.

1974
Δεκέμβριος Δημοψήφισμα για το πολιτειακό: κατάργηση βασιλείας.

1975
Ιούνιος Ψήφιση Συντάγματος: προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία.

1975 - 2009
Συνεχείς εργασίες συντήρησης και εκσυγχρονισμού του κτηρίου της Βουλής.

1978
ΚΗΠΟΣ Σφοδρή ανεμοθύελλα επιφέρει σοβαρές ζημιές στον Κήπο.

1979
Μάιος Ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.

1984
ΚΗΠΟΣ Αρχίζει η λειτουργία Βοτανικού Μουσείου (σήμερα είναι κλειστό), παιδικής Βιβλιοθήκης και καφενείου στον Κήπο.

1997
ΚΗΠΟΣ Ο Κήπος περνάει στην αρμοδιότητα της περιφέρειας Αττικής.

2001
Ιανουάριος Ένταξη της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

2004
ΚΗΠΟΣ Ο Κήπος παραχωρείται για 90 χρόνια στο Δήμο Αθηναίων.

2005
ΚΗΠΟΣ Συγκροτείται το νομικό πρόσωπο Δήμος Αθηναίων - Εθνικός Κήπος, αρμόδιο για τη διαχείριση του Κήπου.

Σήμερα
ΚΗΠΟΣ Ο Κήπος έχει γύρω στα 7.000 δέντρα, 40.000 θάμνους και άλλα μικρότερα φυτά απ’ όλο τον κόσμο. Διαθέτει επτά εισόδους: μία στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, τρεις στην οδό Ηρώδου του Αττικού, δύο στο Ζάππειο και μία στη λεωφόρο Βασιλίσσης Αμαλίας.


Την παράδοση του γέρου κηπουρού Schmidt, που ταυτίστηκε με τον Κήπο, συνέχισε μια πλειάδα διευθυντών: Πέτρος Πάτσης (1887 - 1895), Σουκ (1895 - 1896), Ιωάννης Πάτσης (1897 - ;), Φρειδερίκος Καιζοκέφαλος (1923 - 1924), Αδριανός Κοσμάς (1924 - 1926), Ηρακλής Παπαθεοδώρου (1926 - 1945), Νικόλαος Ταμβάκης (1955 - 1985).

ΘΟΥ­ΚΥ­ΔΙ­ΔΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ «Ε­ΠΙ­ΤΑ­ΦΙ­ΟΣ»

᾿Εν δὲ τῷ αὐ­τῷ χει­μῶ­νι ᾿Α­θη­ναῖ­οι τῷ πα­τρί­ῳ νό­μῳ χρώ­με­νοι δη­μο­σί­ᾳ τα­φὰς ἐ­ποι­ή­σα­ντο τῶν ἐν τῷ­δε τῷ πο­λέ­μῳ πρώ­των ἀ­πο­θα­νό­ντων τρό­πῳ τοι­ῷ­δε. τὰ μὲν ὀ­στᾶ προ­τί­θε­νται τῶν ἀ­πο­γε­νο­μέ­νων πρό­τρι­τα σκη­νὴν ποι­ή­σα­ντες, καὶ ἐ­πι­φέ­ρει τῷ αὑ­τοῦ ἕ­κα­στος ἤν τι βού­λη­ται· ἐ­πει­δὰν δὲ ἡ ἐκ­φο­ρὰ ᾖ, λάρ­να­κας κυ­πα­ρισ­σί­νας ἄ­γου­σιν ἅ­μα­ξαι, φυ­λῆς ἑ­κά­στης μί­αν· ἔ­νε­στι δὲ τὰ ὀ­στᾶ ἧς ἕ­κα­στος ἦν φυ­λῆς. μί­α δὲ κλί­νη κε­νὴ φέ­ρε­ται ἐ­στρω­μέ­νη τῶν ἀ­φα­νῶν, οἳ ἂν μὴ εὑ­ρε­θῶ­σιν ἐς ἀ­ναί­ρε­σιν. ξυ­νεκ­φέ­ρει δὲ ὁ βου­λό­με­νος καὶ ἀ­στῶν καὶ ξέ­νων, καὶ γυ­ναῖ­κες πά­ρει­σιν αἱ προ­σή­κου­σαι ἐ­πὶ τὸν τά­φον ὀ­λο­φυ­ρό­με­ναι. τι­θέ­α­σιν οὖν ἐς τὸ δη­μό­σι­ον σῆ­μα, ὅ ἐ­στιν ἐ­πὶ τοῦ καλ­λί­στου προ­α­στεί­ου τῆς πό­λε­ως, καὶ αἰ­εὶ ἐν αὐ­τῷ θά­πτου­σι τοὺς ἐκ τῶν πο­λέ­μων, πλήν γε­τοὺς ἐν Μα­ρα­θῶ­νι· ἐ­κεί­νων δὲ δι­α­πρε­πῆ τὴν ἀ­ρε­τὴν κρί­να­ντες αὐ­τοῦ καὶ τὸν τά­φον ἐ­ποί­η­σαν. ἐ­πει­δὰν δὲ κρύ­ψω­σι γῇ, ἀ­νὴρ ᾑ­ρη­μέ­νος ὑ­πὸ τῆς πό­λε­ως, ὃς ἂν γνώ­μῃ τε δο­κῇ μὴ ἀ­ξύ­νε­τος εἶ­ναι καὶ ἀ­ξι­ώ­σει προ­ή­κῃ, λέ­γει ἐ­π' αὐ­τοῖς ἔ­παι­νον τὸν πρέ­πο­ντα· με­τὰ δὲ τοῦ­το ἀ­πέρ­χο­νται. ὧ­δε μὲν θά­πτου­σιν· καὶ δι­ὰ πα­ντὸς τοῦ πο­λέ­μου, ὁ­πό­τε ξυμ­βαί­η αὐ­τοῖς, ἐ­χρῶ­ντο τῷ νό­μῳ. ἐ­πὶ δ' οὖν τοῖς πρώ­τοις τοῖσ­δε Πε­ρι­κλῆς ὁ Ξαν­θίπ­που ᾑ­ρέ­θη λέ­γειν. καὶ ἐ­πει­δὴ και­ρὸς ἐ­λάμ­βα­νε, προ­ελ­θὼν ἀ­πὸ τοῦ σή­μα­τος ἐ­πὶ βῆ­μα ὑ­ψη­λὸν πε­ποι­η­μέ­νον, ὅ­πως ἀ­κού­οι­το ὡς ἐ­πὶ πλεῖ­στον τοῦ ὁ­μί­λου, ἔ­λε­γε τοι­ά­δε.

Οἱ μὲν πολ­λοὶ τῶν ἐν­θά­δε ἤ­δη εἰ­ρη­κό­των ἐ­παι­νοῦ­σι τὸν προ­σθέ­ντα τῷ νό­μῳ τὸν λό­γον τόν­δε, ὡς κα­λὸν ἐ­πὶ τοῖς ἐκ τῶν πο­λέ­μων θα­πτο­μέ­νοις ἀ­γο­ρεύ­ε­σθαι αὐ­τόν. ἐ­μοὶ δὲ ἀρ­κοῦν ἂν ἐ­δό­κει εἶ­ναι ἀν­δρῶν ἀ­γα­θῶν ἔρ­γῳ γε­νο­μέ­νω­νἔρ­γῳ καὶ δη­λοῦ­σθαι τὰς τι­μάς, οἷ­α καὶ νῦν πε­ρὶ τὸν τά­φο­ντόν­δε δη­μο­σί­ᾳ πα­ρα­σκευ­α­σθέ­ντα ὁ­ρᾶ­τε, καὶ μὴ ἐν ἑ­νὶ ἀν­δρὶ πολ­λῶν ἀ­ρε­τὰς κιν­δυ­νεύ­ε­σθαι εὖ τε καὶ χεῖ­ρον εἰ­πό­ντι πι­στευ­θῆ­ναι. χα­λε­πὸν γὰρ τὸ με­τρί­ως εἰ­πεῖν ἐν ᾧ μό­λις καὶ ἡ δό­κη­σις τῆς ἀ­λη­θεί­ας βε­βαι­οῦ­ται. ὅ τε γὰρ ξυ­νει­δὼς καὶ εὔ­νους ἀ­κρο­α­τὴς τά­χ' ἄν τι ἐν­δε­ε­στέ­ρως πρὸς ἃ βού­λε­ταί τε καὶ ἐ­πί­στα­ται νο­μί­σει­ε δη­λοῦ­σθαι, ὅ τε ἄ­πει­ρος ἔ­στιν ἃ καὶ πλε­ο­νά­ζε­σθαι, δι­ὰ φθό­νον, εἴ τι ὑ­πὲρ τὴν αὑ­τοῦ φύ­σιν ἀ­κού­οι. μέ­χρι γὰρ τοῦ­δε ἀ­νε­κτοὶ οἱ ἔ­παι­νοί εἰ­σι πε­ρὶ ἑ­τέ­ρων λε­γό­με­νοι, ἐς ὅ­σον ἂν καὶ αὐ­τὸς ἕ­κα­στος οἴ­η­ται ἱ­κα­νὸς εἶ­ναι δρᾶ­σαί τι ὧν ἤ­κου­σεν· τῷ δὲ ὑ­περ­βάλ­λο­ντι αὐ­τῶν φθο­νοῦ­ντες ἤ­δη καὶ ἀ­πι­στοῦ­σιν. ἐ­πει­δὴ δὲ τοῖς πά­λαι οὕ­τως ἐ­δο­κι­μά­σθη ταῦ­τα κα­λῶς ἔ­χειν, χρὴ καὶ ἐ­μὲ ἑ­πό­με­νον τῷ νό­μῳ πει­ρᾶ­σθαι ὑ­μῶν τῆς ἑ­κά­στου βου­λή­σε­ώς τε καὶ δό­ξης τυ­χεῖν ὡς ἐ­πὶ πλεῖ­στον.


῎Αρ­ξο­μαι δὲ ἀ­πὸ τῶν προ­γό­νων πρῶ­τον· δί­και­ον γὰρ αὐ­τοῖς καὶ πρέ­πον δὲ ἅ­μα ἐν τῷ τοι­ῷ­δε τὴν τι­μὴν ταύ­την τῆς μνή­μης δί­δο­σθαι. τὴν γὰρ χώ­ραν οἱ αὐ­τοὶ αἰ­εὶ οἰ­κοῦ­ντες δι­α­δο­χῇ τῶν ἐ­πι­γι­γνο­μέ­νων μέ­χρι τοῦ­δε ἐ­λευ­θέ­ραν δι­' ἀ­ρε­τὴν πα­ρέ­δο­σαν. καὶ ἐ­κεῖ­νοί τε ἄ­ξι­οι ἐ­παί­νου καὶ ἔ­τι μᾶλ­λον οἱ πα­τέ­ρες ἡ­μῶν· κτη­σά­με­νοι γὰρ πρὸς οἷς ἐ­δέ­ξα­ντο ὅ­σην ἔ­χο­μεν ἀρ­χὴν οὐκ ἀ­πό­νως ἡ­μῖν τοῖς νῦν προ­σκα­τέ­λι­πον. τὰ δὲ πλεί­ω αὐ­τῆς αὐ­τοὶ ἡ­μεῖς οἵ­δε οἱ νῦν ἔ­τι ὄ­ντες μά­λι­στα ἐν τῇ κα­θε­στη­κυί­ᾳ ἡ­λι­κί­ᾳ ἐ­πηυ­ξή­σα­μεν καὶ τὴν πό­λιν τοῖς πᾶ­σι πα­ρε­σκευ­ά­σα­μεν καὶ ἐς πό­λε­μον καὶ ἐς εἰ­ρή­νην αὐ­ταρ­κε­στά­την. ὧν ἐ­γὼ τὰ μὲν κα­τὰ πο­λέ­μους ἔρ­γα, οἷς ἕ­κα­στα ἐ­κτή­θη, ἢ εἴ τι αὐ­τοὶ ἢ οἱ πα­τέ­ρες ἡ­μῶν βάρ­βα­ρον ἢ ῞Ελ­λη­να πο­λέ­μι­ον ἐ­πι­ό­ντα προ­θύ­μως ἠ­μυ­νά­με­θα, μα­κρη­γο­ρεῖν ἐν εἰ­δό­σιν οὐ βου­λό­με­νος ἐ­ά­σω· ἀ­πὸ δὲ οἵ­ας τε ἐ­πι­τη­δεύ­σε­ως ἤλ­θο­μεν ἐ­π' αὐ­τὰ καὶ με­θ' οἵ­ας πο­λι­τεί­ας καὶ τρό­πων ἐξ οἵ­ων με­γά­λα ἐ­γέ­νε­το, ταῦ­τα δη­λώ­σας πρῶ­τον εἶ­μι καὶ ἐ­πὶ τὸν τῶν­δε ἔ­παι­νον, νο­μί­ζων ἐ­πί τε τῷ πα­ρό­ντι οὐκ ἂν ἀ­πρε­πῆ λε­χθῆ­ναι αὐ­τὰ καὶ τὸν πά­ντα ὅ­μι­λον καὶ ἀ­στῶν καὶ ξέ­νων ξύμ­φο­ρον εἶ­ναι ἐ­πα­κοῦ­σαι αὐ­τῶν.

Χρώ­με­θα γὰρ πο­λι­τεί­ᾳ οὐ ζη­λού­σῃ τοὺς τῶν πέ­λας νό­μους, πα­ρά­δει­γμα δὲ μᾶλ­λον αὐ­τοὶ ὄ­ντες τι­σὶν ἢ μι­μού­με­νοι ἑ­τέ­ρους. καὶ ὄ­νο­μα μὲν δι­ὰ τὸ μὴ ἐς ὀ­λί­γους ἀλ­λ' ἐς πλεί­ο­νας οἰ­κεῖν δη­μο­κρα­τί­α κέ­κλη­ται· μέ­τε­στι δὲ κα­τὰ μὲν τοὺς νό­μους πρὸς τὰ ἴ­δι­α δι­ά­φο­ρα πᾶ­σι τὸ ἴ­σον, κα­τὰ δὲ τὴν ἀ­ξί­ω­σιν, ὡς ἕ­κα­στος ἔν τῳ εὐ­δο­κι­μεῖ, οὐκ ἀ­πὸ μέ­ρους τὸ πλέ­ον ἐς τὰ κοι­νὰ ἢ ἀ­π' ἀ­ρε­τῆς προ­τι­μᾶ­ται, οὐ­δ' αὖ κα­τὰ πε­νί­αν, ἔ­χων γέ τι ἀ­γα­θὸν δρᾶ­σαι τὴν πό­λιν, ἀ­ξι­ώ­μα­τος ἀ­φα­νεί­ᾳ κε­κώ­λυ­ται. ἐ­λευ­θέ­ρως δὲ τά τε πρὸς τὸ κοι­νὸν πο­λι­τεύ­ο­μεν καὶ ἐς τὴν πρὸς ἀλ­λή­λους τῶν κα­θ' ἡ­μέ­ραν ἐ­πι­τη­δευ­μά­των ὑ­πο­ψί­αν, οὐ δι­' ὀρ­γῆς τὸν πέ­λας, εἰ καθ᾿ ἡ­δο­νήν τι δρᾷ, ἔ­χο­ντες, οὐ­δὲ ἀ­ζη­μί­ους μέν, λυ­πη­ρὰς δὲ τῇ ὄ­ψει ἀ­χθη­δό­νας προ­στι­θέ­με­νοι. ἀ­νε­πα­χθῶς δὲ τὰ ἴ­δι­α προ­σο­μι­λοῦ­ντες τὰ δη­μό­σι­α δι­ὰ δέ­ος μά­λι­στα οὐ πα­ρα­νο­μοῦ­μεν, τῶν τε αἰ­εὶ ἐν ἀρ­χῇ ὄ­ντων ἀ­κρο­ά­σει καὶ τῶν νό­μων, καὶ μά­λι­στα αὐ­τῶν ὅ­σοι τε ἐ­π' ὠ­φε­λί­ᾳ τῶν ἀ­δι­κου­μέ­νων κεῖ­νται καὶ ὅ­σοι ἄ­γρα­φοι ὄ­ντες αἰ­σχύ­νην ὁ­μο­λο­γου­μέ­νην φέ­ρου­σιν.


Καὶ μὴν καὶ τῶν πό­νων πλεί­στας ἀ­να­παύ­λας τῇ γνώ­μῃ ἐ­πο­ρι­σά­με­θα, ἀ­γῶ­σι μέν γε καὶ θυ­σί­αις δι­ε­τη­σί­οις νο­μί­ζο­ντες, ἰ­δί­αις δὲ κα­τα­σκευ­αῖς εὐ­πρε­πέ­σιν, ὧν κα­θ' ἡ­μέ­ραν ἡ τέρ­ψις τὸ λυ­πη­ρὸν ἐκ­πλήσ­σει. ἐ­πε­σέρ­χε­ται δὲ δι­ὰ μέ­γε­θος τῆς πό­λε­ως ἐκ πά­σης γῆς τὰ πά­ντα, καὶ ξυμ­βαί­νει ἡ­μῖν μη­δὲν οἰ­κει­ο­τέ­ρᾳ τῇ ἀ­πο­λαύ­σει τὰ αὐ­τοῦ ἀ­γα­θὰ γι­γνό­με­να καρ­ποῦ­σθαι ἢ καὶ τὰ τῶν ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων.

Δι­α­φέ­ρο­μεν δὲ καὶ ταῖς τῶν πο­λε­μι­κῶν με­λέ­ταις τῶν ἐ­να­ντί­ων τοῖσ­δε. τήν τε γὰρ πό­λιν κοι­νὴν πα­ρέ­χο­μεν, καὶ οὐκ ἔ­στιν ὅ­τε ξε­νη­λα­σί­αις ἀ­πείρ­γο­μέν τι­να ἢ μα­θή­μα­τος ἢ θε­ά­μα­τος, ὃ μὴ κρυ­φθὲν ἄν τις τῶν πο­λε­μί­ων ἰ­δὼν ὠ­φε­λη­θεί­η, πι­στεύ­ο­ντες οὐ ταῖς πα­ρα­σκευ­αῖς τὸ πλέ­ον καὶ ἀ­πά­ταις ἢ τῷ ἀ­φ' ἡ­μῶν αὐ­τῶν ἐς τὰ ἔρ­γα εὐ­ψύ­χῳ· καὶ ἐν ταῖς παι­δεί­αις οἱ μὲν ἐ­πι­πό­νῳ ἀ­σκή­σει εὐ­θὺς νέ­οι ὄ­ντες τὸ ἀν­δρεῖ­ον με­τέρ­χο­νται, ἡ­μεῖς δὲ ἀ­νει­μέ­νως δι­αι­τώ­με­νοι οὐ­δὲν ἧσ­σον ἐ­πὶ τοὺς ἰ­σο­πα­λεῖς κιν­δύ­νους χω­ροῦ­μεν. τε­κμή­ρι­ον δέ· οὔ­τε γὰρ Λα­κε­δαι­μό­νι­οι κα­θ' ἑ­αυ­τούς, μέθ᾿ ἁ­πά­ντων δὲ ἐς τὴν γῆν ἡ­μῶν στρα­τεύ­ου­σι, τήν τε τῶν πέ­λας αὐ­τοὶ ἐ­πελ­θό­ντες οὐ χα­λε­πῶς ἐν τῇ ἀλ­λο­τρί­ᾳ τοὺς πε­ρὶ τῶν οἰ­κεί­ων ἀ­μυ­νο­μέ­νους μα­χό­με­νοι τὰ πλεί­ω κρα­τοῦ­μεν. ἁ­θρό­ᾳ τε τῇ δυ­νά­μει ἡ­μῶν οὐ­δείς πω πο­λέ­μι­ος ἐ­νέ­τυ­χε δι­ὰ τὴν τοῦ ναυ­τι­κοῦ τε ἅ­μα ἐ­πι­μέ­λει­αν καὶ τὴν ἐν τῇ γῇ ἐ­πὶ πολ­λὰ ἡ­μῶν αὐ­τῶν ἐ­πί­πεμ­ψιν· ἢν δέ που μο­ρί­ῳ τι­νὶ προ­σμεί­ξω­σι, κρα­τή­σα­ντές τέ τι­νας ἡ­μῶν πά­ντας αὐ­χοῦ­σιν ἀ­πε­ῶ­σθαι καὶ νι­κη­θέ­ντες ὑ­φ' ἁ­πά­ντων ἡσ­σῆ­σθαι. καί­τοι εἰ ῥᾳ­θυ­μί­ᾳ μᾶλ­λον ἢ πό­νων με­λέ­τῃ καὶ μὴ με­τὰ νό­μων τὸ πλέ­ον ἢ τρό­πων ἀν­δρεί­ας ἐ­θέ­λο­μεν κιν­δυ­νεύ­ειν, πε­ρι­γί­γνε­ται ἡ­μῖν τοῖς τε μέλ­λου­σιν ἀλ­γει­νοῖς μὴ προ­κά­μνειν, καὶ ἐς αὐ­τὰ ἐλ­θοῦ­σι μὴ ἀ­τολ­μο­τέ­ρους τῶν αἰ­εὶ μο­χθού­ντων φαί­νε­σθαι, καὶ ἔν τε τού­τοις τὴν πό­λιν ἀ­ξί­αν εἶ­ναι θαυ­μά­ζε­σθαι καὶ ἔ­τι ἐν ἄλ­λοις.

Φι­λο­κα­λοῦ­μέν τε γὰρ με­τ' εὐ­τε­λεί­ας καὶ φι­λο­σο­φοῦ­μεν ἄ­νευ μα­λα­κί­ας· πλού­τῳ τε ἔρ­γου μᾶλ­λον και­ρῷ ἢ λό­γου κό­μπῳ χρώ­με­θα, καὶ τὸ πέ­νε­σθαι οὐχ ὁ­μο­λο­γεῖν τι­νὶ αἰ­σχρόν, ἀλ­λὰ μὴ δι­α­φεύ­γειν ἔρ­γῳ αἴ­σχι­ον. ἔ­νι τε τοῖς αὐ­τοῖς οἰ­κεί­ων ἅ­μα καὶ πο­λι­τι­κῶν ἐ­πι­μέ­λει­α, καὶ ἑ­τέ­ροις πρὸς ἔρ­γα τε­τρα­μέ­νοις τὰ πο­λι­τι­κὰ μὴ ἐν­δε­ῶς γνῶ­ναι· μό­νοι γὰρ τόν τε μη­δὲν τῶν­δε με­τέ­χο­ντα οὐκ ἀ­πρά­γμο­να, ἀλ­λ' ἀ­χρεῖ­ον νο­μί­ζο­μεν, καὶ οἱ αὐ­τοὶ ἤ­τοι κρί­νο­μέν γε ἢ ἐν­θυ­μού­με­θα ὀρ­θῶς τὰ πρά­γμα­τα, οὐ τοὺς λό­γους τοῖς ἔρ­γοις βλά­βην ἡ­γού­με­νοι, ἀλ­λὰ μὴ προ­δι­δα­χθῆ­ναι μᾶλ­λον λό­γῳ πρό­τε­ρον ἢ ἐ­πὶ ἃ δεῖ ἔρ­γῳ ἐλ­θεῖν. δι­α­φε­ρό­ντως γὰρ δὴ καὶ τό­δε ἔ­χο­μεν ὥ­στε τολ­μᾶν τε οἱ αὐ­τοὶ μά­λι­στα καὶ πε­ρὶ ὧν ἐ­πι­χει­ρή­σο­μεν ἐ­κλο­γί­ζε­σθαι· ὃ τοῖς ἄλ­λοις ἀ­μα­θί­α μὲν θρά­σος, λο­γι­σμὸς δὲ ὄ­κνον φέ­ρει. κρά­τι­στοι δ' ἂν τὴν ψυ­χὴν δι­καί­ως κρι­θεῖ­εν οἱ τά τε δει­νὰ καὶ ἡ­δέ­α σα­φέ­στα­τα γι­γνώ­σκο­ντες καὶ δι­ὰ ταῦ­τα μὴ ἀ­πο­τρε­πό­με­νοι ἐκ τῶν κιν­δύ­νων. καὶ τὰ ἐς ἀ­ρε­τὴν ἐ­νη­ντι­ώ­με­θα τοῖς πολ­λοῖς· οὐ γὰρ πά­σχο­ντες εὖ, ἀλ­λὰ δρῶ­ντες κτώ­με­θα τοὺς φί­λους. βε­βαι­ό­τε­ρος δὲ ὁ δρά­σας τὴν χά­ριν ὥ­στε ὀ­φει­λο­μέ­νην δι­' εὐ­νοί­ας ᾧ δέ­δω­κε σῴ­ζειν· ὁ δὲ ἀ­ντο­φεί­λων ἀμ­βλύ­τε­ρος, εἰ­δὼς οὐκ ἐς χά­ριν, ἀλ­λ' ἐς ὀ­φεί­λη­μα τὴν ἀ­ρε­τὴν ἀ­πο­δώ­σων. καὶ μό­νοι οὐ τοῦ ξυμ­φέ­ρο­ντος μᾶλ­λον λο­γι­σμῷ ἢ τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τῷ πι­στῷ ἀ­δε­ῶς τι­νὰ ὠ­φε­λοῦ­μεν.


Ξυ­νε­λών τε λέ­γω τήν τε πᾶ­σαν πό­λιν τῆς ῾Ελ­λά­δος παί­δευ­σιν εἶ­ναι καὶ κα­θ' ἕ­κα­στον δο­κεῖν ἄν μοι τὸν αὐ­τὸν ἄν­δρα πα­ρ' ἡ­μῶν ἐ­πὶ πλεῖ­στ' ἂν εἴ­δη καὶ με­τὰ χα­ρί­των μά­λι­στ' ἂν εὐ­τρα­πέ­λως τὸ σῶ­μα αὔ­ταρ­κες πα­ρέ­χε­σθαι. καὶ ὡς οὐ λό­γων ἐν τῷ πα­ρό­ντι κό­μπος τά­δε μᾶλ­λον ἢ ἔρ­γων ἐ­στὶν ἀ­λή­θει­α, αὐ­τὴ ἡ δύ­να­μις τῆς πό­λε­ως, ἣν ἀ­πὸ τῶν­δε τῶν τρό­πων ἐ­κτη­σά­με­θα, ση­μαί­νει. μό­νη γὰρ τῶν νῦν ἀ­κο­ῆς κρείσ­σων ἐς πεῖ­ραν ἔρ­χε­ται, καὶ μό­νη οὔ­τε τῷ πο­λε­μί­ῳ ἐ­πελ­θό­ντι ἀ­γα­νά­κτη­σιν ἔ­χει ὑ­φ' οἵ­ων κα­κο­πα­θεῖ οὔ­τε τῷ ὑ­πη­κό­ῳ κα­τά­μεμ­ψιν ὡς οὐχ ὑ­π' ἀ­ξί­ων ἄρ­χε­ται. με­τὰ με­γά­λων δὲ ση­μεί­ων καὶ οὐ δή τοι ἀ­μάρ­τυ­ρόν γε τὴν δύ­να­μιν πα­ρα­σχό­με­νοι τοῖς τε νῦν καὶ τοῖς ἔ­πει­τα θαυ­μα­σθη­σό­με­θα, καὶ οὐ­δὲν προσ­δε­ό­με­νοι οὔ­τε ῾Ο­μή­ρου ἐ­παι­νέ­του οὔ­τε ὅ­στις ἔ­πε­σι μὲν τὸ αὐ­τί­κα τέρ­ψει, τῶν δ' ἔρ­γων τὴν ὑ­πό­νοι­αν ἡ ἀ­λή­θει­α βλά­ψει, ἀλ­λὰ πᾶ­σαν μὲν θά­λασ­σαν καὶ γῆν ἐ­σβα­τὸν τῇ ἡ­με­τέ­ρᾳ τόλ­μῃ κα­τα­να­γκά­σα­ντες γε­νέ­σθαι, πα­ντα­χοῦ δὲ μνη­μεῖ­α κα­κῶν τε κἀ­γα­θῶν ἀί­δι­α ξυ­γκα­τοι­κί­σα­ντες. πε­ρὶ τοι­αύ­της οὖν πό­λε­ως οἵ­δε τε γεν­ναί­ως δι­και­οῦ­ντες μὴ ἀ­φαι­ρε­θῆ­ναι αὐ­τὴν μα­χό­με­νοι ἐ­τε­λεύ­τη­σαν, καὶ τῶν λει­πο­μέ­νων πά­ντα τι­νὰ εἰ­κὸς ἐ­θέ­λειν ὑ­πὲρ αὐ­τῆς κά­μνειν.

Δι­’ ὃ δὴ καὶ ἐ­μή­κυ­να τὰ πε­ρὶ τῆς πό­λε­ως, δι­δα­σκα­λί­αν τε ποι­ού­με­νος μὴ πε­ρὶ ἴ­σου ἡ­μῖν εἶ­ναι τὸν ἀ­γῶ­να καὶ οἷς τῶν­δε μη­δὲν ὑ­πάρ­χει ὁ­μοί­ως, καὶ τὴν εὐ­λο­γί­αν ἅ­μα ἐ­φ’ οἷς νῦν λέ­γω φα­νε­ρὰν ση­μεί­οις κα­θι­στάς. καὶ εἴ­ρη­ται αὐ­τῆς τὰ μέ­γι­στα· ἃ γὰρ τὴν πό­λιν ὕ­μνη­σα, αἱ τῶν­δε καὶ τῶν τοι­ῶν­δε ἀ­ρε­ταὶ ἐ­κό­σμη­σαν, καὶ οὐκ ἂν πολ­λοῖς τῶν ῾Ελ­λήνων ἰ­σόρ­ρο­πος ὥ­σπερ τῶν­δε ὁ λό­γος τῶν ἔρ­γων φα­νεί­η. δο­κεῖ δέ μοι δη­λοῦν ἀν­δρὸς ἀ­ρε­τὴν πρώ­τη τε μη­νύ­ου­σα καὶ τε­λευ­ταί­α βε­βαι­οῦ­σα ἡ νῦν τῶν­δε κα­τα­στρο­φή. καὶ γὰρ τοῖς τἆλ­λα χεί­ρο­σι δί­και­ον τὴν ἐς τοὺς πο­λέ­μους ὑ­πὲρ τῆς πα­τρί­δος ἀν­δρα­γα­θί­αν προ­τί­θε­σθαι· ἀ­γα­θῷ γὰρ κα­κὸν ἀ­φα­νί­σα­ντες κοι­νῶς μᾶλ­λον ὠ­φέ­λη­σαν ἢ ἐκ τῶν ἰ­δί­ων ἔ­βλα­ψαν. τῶν­δε δὲ οὔ­τε πλού­του τις τὴν ἔ­τι ἀ­πό­λαυ­σιν προ­τι­μή­σας ἐ­μα­λα­κί­σθη οὔ­τε πε­νί­ας ἐλ­πί­δι, ὡς κἂν ἔ­τι δι­α­φυ­γὼν αὐ­τὴν πλου­τή­σει­εν, ἀ­να­βο­λὴν τοῦ δει­νοῦ ἐ­ποι­ή­σα­το· τὴν δὲ τῶν ἐ­να­ντί­ων τι­μω­ρί­αν πο­θει­νο­τέ­ραν αὐ­τῶν λα­βό­ντες καὶ κιν­δύ­νων ἅ­μα τόν­δε κάλ­λι­στον νο­μί­σα­ντες ἐ­βου­λή­θη­σαν με­τ’ αὐ­τοῦ τοὺς μὲν τι­μω­ρεῖ­σθαι, τῶν δὲ ἐ­φί­ε­σθαι, ἐλ­πί­δι μὲν τὸ ἀ­φα­νὲς τοῦ κα­τορ­θώ­σειν ἐ­πι­τρέ­ψα­ντες, ἔρ­γῳ δὲ πε­ρὶ τοῦ ἤ­δη ὁ­ρω­μέ­νου σφί­σιν αὐ­τοῖς ἀ­ξι­οῦ­ντες πε­ποι­θέ­ναι, καὶ ἐν αὐ­τῷ τῷ ἀ­μύ­νε­σθαι καὶ πα­θεῖν μᾶλ­λον ἡ­γη­σά­με­νοι ἢ [τὸ] ἐν­δό­ντες σῴ­ζε­σθαι, τὸ μὲν αἰ­σχρὸν τοῦ λό­γου ἔ­φυ­γον, τὸ δ’ ἔρ­γον τῷ σώ­μα­τι ὑ­πέ­μει­ναν καὶ δι­’ ἐ­λα­χί­στου και­ροῦ τύ­χης ἅ­μα ἀ­κμῇ τῆς δό­ξης μᾶλ­λον ἢ τοῦ δέ­ους ἀ­πηλ­λά­γη­σαν.


Καὶ οἵ­δε μὲν προ­ση­κό­ντως τῇ πό­λει τοι­οί­δε ἐ­γέ­νο­ντο· τοὺς δὲ λοι­ποὺς χρὴ ἀ­σφα­λε­στέ­ραν μὲν εὔ­χε­σθαι, ἀ­τολ­μο­τέ­ραν δὲ μη­δὲν ἀ­ξι­οῦν τὴν ἐς τοὺς πο­λε­μί­ους δι­ά­νοι­αν ἔ­χειν, σκο­ποῦ­ντας μὴ λό­γῳ μό­νῳ τὴν ὠ­φε­λί­αν, ἣν ἄν τις πρὸς οὐ­δὲν χεῖ­ρον αὐ­τοὺς ὑ­μᾶς εἰ­δό­τας μη­κύ­νοι, λέ­γων ὅ­σα ἐν τῷ τοὺς πο­λε­μί­ους ἀ­μύ­νε­σθαι ἀ­γα­θὰ ἔ­νε­στιν, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον τὴν τῆς πό­λε­ως δύ­να­μιν κα­θ’ ἡ­μέ­ραν ἔρ­γῳ θε­ω­μέ­νους καὶ ἐ­ρα­στὰς γι­γνο­μέ­νους αὐ­τῆς, καὶ ὅ­ταν ὑ­μῖν με­γά­λη δό­ξῃ εἶ­ναι, ἐν­θυ­μου­μέ­νους ὅ­τι τολ­μῶ­ντες καὶ γι­γνώ­σκο­ντες τὰ δέ­ο­ντα καὶ ἐν τοῖς ἔρ­γοις αἰ­σχυ­νό­με­νοι ἄν­δρες αὐ­τὰ ἐ­κτή­σα­ντο, καὶ ὁ­πό­τε καὶ πεί­ρᾳ του σφα­λεῖ­εν, οὐκ οὖν καὶ τὴν πό­λιν γε τῆς σφε­τέ­ρας ἀ­ρε­τῆς ἀ­ξι­οῦ­ντες στε­ρί­σκειν, κάλ­λι­στον δὲ ἔ­ρα­νον αὐ­τῇ προϊ­έ­με­νοι. κοι­νῇ γὰρ τὰ σώ­μα­τα δι­δό­ντες ἰ­δί­ᾳ τὸν ἀ­γή­ρων ἔ­παι­νον ἐ­λάμ­βα­νον καὶ τὸν τά­φον ἐ­πι­ση­μό­τα­τον, οὐκ ἐν ᾧ κεῖ­νται μᾶλ­λον, ἀλ­λ’ ἐν ᾧ ἡ δό­ξα αὐ­τῶν πα­ρὰ τῷ ἐ­ντυ­χό­ντι αἰ­εὶ καὶ λό­γου καὶ ἔρ­γου και­ρῷ αἰ­εί­μνη­στος κα­τα­λεί­πε­ται. ἀν­δρῶν γὰρ ἐ­πι­φα­νῶν πᾶ­σα γῆ τά­φος, καὶ οὐ στη­λῶν μό­νον ἐν τῇ οἰ­κεί­ᾳ ση­μαί­νει ἐ­πι­γρα­φή, ἀλ­λὰ καὶ ἐν τῇ μὴ προ­ση­κού­σῃ ἄ­γρα­φος μνή­μη πα­ρ’ ἑ­κά­στῳ τῆς γνώ­μης μᾶλ­λον ἢ τοῦ ἔρ­γου ἐν­δι­αι­τᾶ­ται. οὓς νῦν ὑ­μεῖς ζη­λώ­σα­ντες καὶ τὸ εὔ­δαι­μον τὸ ἐ­λεύ­θε­ρον, τὸ δ’ ἐ­λεύ­θε­ρον τὸ εὔ­ψυ­χον κρί­να­ντες μὴ πε­ρι­ο­ρᾶ­σθε τοὺς πο­λε­μι­κοὺς κιν­δύ­νους. οὐ γὰρ οἱ κα­κο­πρα­γοῦ­ντες δι­και­ό­τε­ρον ἀ­φει­δοῖ­εν ἂν τοῦ βί­ου, οἷς ἐλ­πὶς οὐκ ἔ­στιν ἀ­γα­θοῦ, ἀλ­λ’ οἷς ἡ ἐ­να­ντί­α με­τα­βο­λὴ ἐν τῷ ζῆν ἔ­τι κιν­δυ­νεύ­ε­ται καὶ ἐν οἷς μά­λι­στα με­γά­λα τὰ δι­α­φέ­ρο­ντα, ἤν τι πταί­σω­σιν. ἀλ­γει­νο­τέ­ρα γὰρ ἀν­δρί γε φρό­νη­μα ἔ­χο­ντι ἡ με­τὰ τοῦ [ἐν τῷ] μα­λα­κι­σθῆ­ναι κά­κω­σις ἢ ὁ με­τὰ ῥώ­μης καὶ κοι­νῆς ἐλ­πί­δος ἅ­μα γι­γνό­με­νος ἀ­ναί­σθη­τος θά­να­τος.

Δι᾿ ὅ­περ καὶ τοὺς τῶν­δε νῦν το­κέ­ας, ὅ­σοι πά­ρε­στε, οὐκ ὀ­λο­φύ­ρο­μαι μᾶλ­λον ἢ πα­ρα­μυ­θή­σο­μαι. ἐν πο­λυ­τρό­ποις γὰρ ξυμ­φο­ραῖς ἐ­πί­στα­νται τρα­φέ­ντες· τὸ δ’ εὐ­τυ­χές, οἳ ἂν τῆς εὐ­πρε­πε­στά­της λά­χω­σιν, ὥ­σπερ οἵ­δε μὲν νῦν, τε­λευ­τῆς, ὑ­μεῖς δὲ λύ­πης, καὶ οἷς ἐ­νευ­δαι­μο­νῆ­σαί τε ὁ βί­ος ὁ­μοί­ως καὶ ἐ­ντε­λευ­τῆ­σαι ξυ­νε­με­τρή­θη. χα­λε­πὸν μὲν οὖν οἶ­δα πεί­θειν ὄν, ὧν καὶ πολ­λά­κις ἕ­ξε­τε ὑ­πο­μνή­μα­τα ἐν ἄλ­λων εὐ­τυ­χί­αις, αἷς πο­τὲ καὶ αὐ­τοὶ ἠ­γάλ­λε­σθε· καὶ λύ­πη οὐχ ὧν ἄν τις μὴ πει­ρα­σά­με­νος ἀ­γα­θῶν στε­ρί­σκη­ται, ἀλ­λ’ οὗ ἂν ἐ­θὰς γε­νό­με­νος ἀ­φαι­ρε­θῇ. καρ­τε­ρεῖν δὲ χρὴ καὶ ἄλ­λων παί­δων ἐλ­πί­δι, οἷς ἔ­τι ἡ­λι­κί­α τέ­κνω­σιν ποι­εῖ­σθαι· ἰ­δί­ᾳ τε γὰρ τῶν οὐκ ὄ­ντων λή­θη οἱ ἐ­πι­γι­γνό­με­νοί τι­σιν ἔ­σο­νται, καὶ τῇ πό­λει δι­χό­θεν, ἔκ τε τοῦ μὴ ἐ­ρη­μοῦ­σθαι καὶ ἀ­σφα­λεί­ᾳ, ξυ­νοί­σει· οὐ γὰρ οἷ­όν τε ἴ­σον τι ἢ δί­και­ον βου­λεύ­ε­σθαι οἳ ἂν μὴ καὶ παῖ­δας ἐκ τοῦ ὁ­μοί­ου πα­ρα­βαλ­λό­με­νοι κιν­δυ­νεύ­ω­σιν. ὅ­σοι δ’ αὖ πα­ρη­βή­κα­τε, τόν τε πλέ­ο­να κέρ­δος ὃν ηὐ­τυ­χεῖ­τε βί­ον ἡ­γεῖ­σθε καὶ τόν­δε βρα­χὺν ἔ­σε­σθαι, καὶ τῇ τῶν­δε εὐ­κλεί­ᾳ κου­φί­ζε­σθε. τὸ γὰρ φι­λό­τι­μον ἀ­γή­ρων μό­νον, καὶ οὐκ ἐν τῷ ἀ­χρεί­ῳ τῆς ἡ­λι­κί­ας τὸ κερ­δαί­νειν, ὥ­σπερ τι­νές φα­σι, μᾶλ­λον τέρ­πει, ἀλ­λὰ τὸ τι­μᾶ­σθαι. παι­σὶ δ’ αὖ ὅ­σοι τῶν­δε πά­ρε­στε ἢ ἀ­δελ­φοῖς ὁ­ρῶ μέ­γαν τὸν ἀ­γῶ­να (τὸν γὰρ οὐκ ὄ­ντα ἅ­πας εἴ­ω­θεν ἐ­παι­νεῖν), καὶ μό­λις ἂν κα­θ’ ὑ­περ­βο­λὴν ἀ­ρε­τῆς οὐχ ὁ­μοῖ­οι, ἀλ­λ’ ὀ­λί­γῳ χεί­ρους κρι­θεῖ­τε. φθό­νος γὰρ τοῖς ζῶ­σι πρὸς τὸ ἀ­ντί­πα­λον, τὸ δὲ μὴ ἐ­μπο­δὼν ἀ­να­ντα­γω­νί­στῳ εὐ­νοί­ᾳ τε­τί­μη­ται. εἰ δέ με δεῖ καὶ γυ­ναι­κεί­ας τι ἀ­ρε­τῆς, ὅ­σαι νῦν ἐν χη­ρεί­ᾳ ἔ­σο­νται, μνη­σθῆ­ναι, βρα­χεί­ᾳ πα­ραι­νέ­σει ἅ­παν ση­μα­νῶ. τῆς τε γὰρ ὑ­παρ­χού­σης φύ­σε­ως μὴ χεί­ρο­σι γε­νέ­σθαι ὑ­μῖν με­γά­λη ἡ δό­ξα καὶ ἧς ἂν ἐ­π’ ἐ­λά­χι­στον ἀ­ρε­τῆς πέ­ρι ἢ ψό­γου ἐν τοῖς ἄρ­σε­σι κλέ­ος ᾖ.


Εἴ­ρη­ται καὶ ἐ­μοὶ λό­γῳ κα­τὰ τὸν νό­μον ὅ­σα εἶ­χον πρό­σφο­ρα, καὶ ἔρ­γῳ οἱ θα­πτό­με­νοι τὰ μὲν ἤ­δη κε­κό­σμη­νται, τὰ δὲ αὐ­τῶν τοὺς παῖ­δας τὸ ἀ­πὸ τοῦ­δε δη­μο­σί­ᾳ ἡ πό­λις μέ­χρι δ’ αὖ πα­ρη­βή­κα­τε, τόν τε πλέ­ο­να κέρ­δος ὃν ηὐ­τυ­χεῖ­τε βί­ον ἡ­γεῖ­σθε καὶ τόν­δε βρα­χὺν ἔ­σε­σθαι, καὶ τῇ τῶν­δε εὐ­κλεί­ᾳ κου­φί­ζε­σθε. τὸ γὰρ φι­λό­τι­μον ἀ­γή­ρων μό­νον, καὶ οὐκ ἐν τῷ ἀ­χρεί­ῳ τῆς ἡ­λι­κί­ας τὸ κερ­δαί­νειν, ὥ­σπερ τι­νές φα­σι, μᾶλ­λον τέρ­πει, ἀλ­λὰ τὸ τι­μᾶ­σθαι. παι­σὶ δ’ αὖ ὅ­σοι τῶν­δε πά­ρε­στε ἢ ἀ­δελ­φοῖς ὁ­ρῶ μέ­γαν τὸν ἀ­γῶ­να (τὸν γὰρ οὐκ ὄ­ντα ἅ­πας εἴ­ω­θεν ἐ­παι­νεῖν), καὶ μό­λις ἂν κα­θ’ ὑ­περ­βο­λὴν ἀ­ρε­τῆς οὐχ ὁ­μοῖ­οι, ἀλ­λ’ ὀ­λί­γῳ χεί­ρους κρι­θεῖ­τε. φθό­νος γὰρ τοῖς ζῶ­σι πρὸς τὸ ἀ­ντί­πα­λον, τὸ δὲ μὴ ἐ­μπο­δὼν ἀ­να­ντα­γω­νί­στῳ εὐ­νοί­ᾳ τε­τί­μη­ται. εἰ δέ με δεῖ καὶ γυ­ναι­κεί­ας τι ἀ­ρε­τῆς, ὅ­σαι νῦν ἐν χη­ρεί­ᾳ ἔ­σο­νται, μνη­σθῆ­ναι, βρα­χεί­ᾳ πα­ραι­νέ­σει ἅ­παν ση­μα­νῶ. τῆς τε γὰρ ὑ­παρ­χού­σης φύ­σε­ως μὴ χεί­ρο­σι γε­νέ­σθαι ὑ­μῖν με­γά­λη ἡ δό­ξα καὶ ἧς ἂν ἐ­π’ ἐ­λά­χι­στον ἀ­ρε­τῆς πέ­ρι ἢ ψό­γου ἐν τοῖς ἄρ­σε­σι κλέ­ος ᾖ.

Εἴ­ρη­ται καὶ ἐ­μοὶ λό­γῳ κα­τὰ τὸν νό­μον ὅ­σα εἶ­χον πρό­σfora, καὶ ἔρ­γῳ οἱ θα­πτό­με­νοι τὰ μὲν ἤ­δη κε­κό­σμη­νται, τὰ δὲ αὐ­τῶν τοὺς παῖ­δας τὸ ἀ­πὸ τοῦ­δε δη­μο­σί­ᾳ ἡ πό­λις μέ­χρι ἥ­βης θρέ­ψει, ὠ­φέ­λι­μον στέ­φα­νον τοῖσ­δέ τε καὶ τοῖς λει­πο­μέ­νοις τῶν τοι­ῶν­δε ἀ­γώ­νων προ­τι­θεῖ­σα· ἆ­θλα γὰρ οἷς κεῖ­ται ἀ­ρε­τῆς μέ­γι­στα, τοῖς δὲ καὶ ἄν­δρες ἄ­ρι­στοι πο­λι­τεύ­ου­σιν. νῦν δὲ ἀ­πο­λο­φυ­ρά­με­νοι ὃν προ­σή­κει ἑ­κά­στῳ ἄ­πι­τε. Τοι­όσ­δε μὲν ὁ τά­φος ἐ­γέ­νε­το ἐν τῷ χει­μῶ­νι τού­τῳ·


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Τον ίδιο χειμώνα οι Αθηναίοι, ακολουθώντας την πατροπαράδοτη συνήθεια, τέλεσαν δημόσια την ταφή αυτών που πρώτοι σκοτώθηκαν σ’ αυτόν τον πόλεμο, με τον εξής περίπου τρόπο. Φτιάχνουν μια εξέδρα και εκθέτουν τα οστά των νεκρών για δυο μέρες, και ο καθένας φέρνει στο δικό του αν κάτι θέλει. Και όταν γίνεται η κηδεία, αμάξια μεταφέρουν κυπαρισσένιες οστεοθήκες, μια για κάθε φυλή· τα οστά του καθενός είναι μέσα στην οστεοθήκη της φυλής του (τα οστά βρίσκονται στη θήκη της φυλής στην οποία ο καθένας ανήκει). Ένα όμως φέρετρο κενό, στρωμένο, το μεταφέρουν στα χέρια· είναι των αγνοουμένων, εκείνων δηλαδή που τα πτώματά τους δε βρέθηκαν να τα συλλέξουν (σηκώσουν).

Παίρνει μέρος στη νεκρώσιμη πομπή όποιος θέλει, είτε πολίτης, είτε ξένος και παρευρίσκονται στον τόπο της ταφής και γυναίκες και συγγενείς μοιρολογώντας. Τους αποθέτουν λοιπόν στο δημόσιο νεκροταφείο, που βρίσκεται στο πιο ωραίο προάστιο της πόλης, και πάντα σε αυτό θάβουν τους νεκρούς των μαχών, εκτός από εκείνους που έπεσαν στο Μαραθώνα. Εκείνων την παλικαριά, επειδή την έκριναν ξεχωριστή, εκεί τους έκαναν και τον τάφο. Όταν τους σκεπάσουν με χώμα, ένας άνδρας εκλεγμένος από την πολιτεία, που θεωρείται πολύ συνετός και επιβάλλεται με το κύρος του, εκφωνεί πάνω στον τάφο τους επαινετικό λόγο που ταιριάζει. Ύστερα φεύγουν.

Έτσι γίνεται η ταφή· και σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, σε κάθε παρόμοια περίπτωση, ακολουθούσαν τη συνήθεια.  Για αυτούς λοιπόν τους πρώτους νεκρούς ορίστηκε να μιλήσει ο Περικλής ο γιος του Ξανθίππου. Και όταν έφτασε η ώρα, προχώρησε από τον τάφο σε ένα βήμα καμωμένο ψηλό, για να ακούγεται όσο γίνεται πιο μακριά στο συγκεντρωμένο πλήθος και έλεγε τα εξής περίπου.


«Οι περισσότεροι απ όσους έχουν μιλήσει ως τώρα απ αυτό το βήμα επαινούν τον νομοθέτη που συμπλήρωσε τη συνηθισμένη τελετή μ' αυτό τον λόγο, με τη σκέψη ότι είναι ωραίο να εκφωνείται πάνω στον τάφο των νεκρών του πολέμου. Εγώ όμως θα ήμουν της γνώμης πως είναι αρκετό, για άντρες που αποδείχτηκαν γενναίοι με έργα, με έργα να τους αποδίδονται τιμές, σαν κι αυτές που βλέπετε να συνοδεύουν αυτή την ταφή, κι όχι να κρέμεται η αναγνώριση του ηρωισμού πολλών από έναν άντρα, που ο λόγος του μπορεί να είναι ωραίος, μπορεί και κατώτερος. Γιατί είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς μ επιτυχία, εκεί που με κόπο εξασφαλίζεται η εντύπωση ότι λέει την αλήθεια.

Κι αυτό, γιατί ο ακροατής που ξέρει καλά τα γεγονότα και τ' ακούει μ' ευνοϊκή διάθεση, ίσως θα σχημάτιζε τη γνώμη ότι τα λεγόμενα είναι κάπως κατώτερα, σε σύγκριση μ' αυτά που και θέλει ν’ ακούει και τα ξέρει καλά' όμως, αυτός που δεν τα γνώρισε, θα σχημάτιζε τη γνώμη πως πρόκειται για υπερβολές, επειδή νιώθει φθόνο, αν τυχόν ακούσει κάτι που ξεπερνά τη δική του δύναμη. Γιατί μόνο ως εκείνο το σημείο ανέχεται ο άνθρωπος ν’ ακούει επαίνους που λέγονται για άλλους, ως εκεί που κι ο καθείς πιστεύει ότι είναι ικανός να κατορθώσει κάτι απ όσα άκουσε' όμως, για καθετί που ξεπερνά τη δύναμη του, κυριεύεται απ' την πρώτη στιγμή από φθόνο, κι έτσι δεν δίνει πίστη.

Αλλά, επειδή οι παλιότεροι δοκίμασαν στην πράξη το έθιμο χι έκριναν ότι έχει καλώς, έχω κι εγώ την υποχρέωση να συμμορφωθώ με τον νόμο και ν' ανταποκριθώ όσο γίνεται πιο πολύ στην επιθυμία και τις πεποιθήσεις του καθενός σας. Θα μιλήσω πρώτα για τους προγόνους μας. Γιατί είναι δίκαιο, αλλά συγχρόνως και πρέπον, σε μια τέτοια περίσταση, όπως η σημερινή, να τους απονέμεται η τιμή αυτή να μνημονεύονται πρώτοι. Γιατί την χώρα αυτή, οι ίδιοι πάντα κατοικώντας από γενεά σε γενεά μέχρι των ημερών μας, χάρις στην ανδρεία τους μας την παράδωσαν ελεύθερη. Και εκείνοι λοιπόν είναι άξιοι επαίνου αλλά ακόμη περισσότερο οι πατέρες μας.

Γιατί, μαζί με όσα κληρονόμησαν, αφού απέκτησαν όση εξουσία έχουμε με πολλούς κόπους τη κληροδότησαν σε μας τους σημερινούς. Τους περισσότερους τομείς εμείς οι ίδιοι που είμαστε συγκεντρωμένοι εδώ, οι οποίοι βρισκόμαστε ακόμη σε αυτήν ακριβώς την ηλικία μας, αυξήσαμε και προετοιμάσαμε την πόλη μας με όλα τα πράγματα, ώστε και για πόλεμο και για ειρήνη να είναι αυταρκέστατη. Από όλα δε αυτά εγώ όσα αναφέρονται σε πολεμικά κατορθώματα, με τα οποία έγινε η κάθε μια κατάκτηση, ή αφορούν τον τρόπο, με τον οποίο αποκρούσαμε πρόθυμα, είτε εμείς είτε οι πρόγονοί μας, κάποιον βάρβαρο ή Έλληνα επιτιθέμενο εχθρό, θα τα παραλείψω, γιατί δεν επιθυμώ να απεραντολογώ ενώπιον ανθρώπων, οι οποίοι τα γνωρίζουν.

Αλλά με ποιον τρόπο φθάσαμε στο σημείο αυτό της δύναμης που είμαστε σήμερα, και με ποια μορφή πολιτεύματος και με ποιες συνήθειες έγινε μεγάλη η δύναμή μας, όλα αυτά θα αναπτύξω πρώτα, και έπειτα θα προχωρήσω στο εγκώμιο αυτών εδώ των νεκρών, γιατί νομίζω ότι δεν είναι ανάρμοστο να λεχθούν αυτά και για την παρούσα περίσταση, και δεν είναι ανώφελο να τα ακούσουν όλοι οι παρευρισκόμενοι, αστοί και ξένοι.


Έχουμε δηλαδή πολίτευμα, το οποίο δεν αντιγράφει τους νόμους άλλων, μάλλον δε εμείς οι ίδιοι είμαστε υπόδειγμα σε μερικούς παρά μιμούμαστε άλλους. Και ονομάζεται μεν δημοκρατία, γιατί η διοίκηση είναι στα χέρια των πολλών και όχι των ολίγων. Όλοι έχουν τα ίδια δικαιώματα έναντι δε των νόμων στις ιδιωτικές τους διαφορές, ενώ ως προς την θέση τους στον δημόσιο βίο κάθε ένας, ανάλογα με την επίδοση σε κάποιο τομέα, προτιμάται για ένα από τα δημόσια αξιώματα, και όχι από την πολιτική του παράταξη όσο από την αρετή του, ούτε εξαιτίας της φτώχειας, ενώ έχει την ικανότητα να παράσχει κάποια υπηρεσία στην πατρίδα του, εμποδίζεται από το γεγονός ότι είναι άγνωστος.

Ζούμε ελεύθερα, και ως πολίτες στον δημόσιο βίο και ως άτομα στον ιδιωτικό, στις επιδιώξεις μας της καθημερινής ζωής, κατά τις οποίες δεν κοιτάμε ο ένας στον άλλον με καχυποψία, δεν θυμώνουμε με τον γείτονά μας, όταν κάνει σύμφωνα με την ευχαρίστησή του, ούτε παίρνουμε μια φυσιογνωμία σκυθρωπή, η οποία μπορεί να μην βλάπτει τον άλλο, πάντως όμως είναι δυσάρεστη. Ενώ δε στην ιδιωτική μας ζωή συναναστρεφόμαστε χωρίς να ενοχλεί ο ένας τον άλλον, στην δημόσιά μας ζωή από σεβασμό προ πάντων δεν παραβαίνουμε τους νόμους, υπακούμε σε όσους κάθε φορά έχουν τα αξιώματα και στους νόμους.

Και περισσότερο σε εκείνους από τους νόμους, που έχουν θεσπιστεί για ωφέλεια των αδικούμενων, και σε άλλους, οι οποίοι αν και άγραφοι, η παράβασή τους φέρνει πανθομολογούμενη ντροπή. Αλλά και για το πνεύμα μας έχουμε εφεύρει πολλούς τρόπους να το ανακουφίζουμε από τους κόπους, με γιορταστικούς αγώνες και θυσίες, που έχουμε καθιερώσει καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, και με ευπρεπή ιδιωτικά οικήματα, η ευχαρίστηση που καθημερινά απολαμβάνουμε από όλα αυτά, διώχνει την μελαγχολία. Εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των κατοίκων της πόλης μας εισάγονται σε αυτήν προϊόντα όλου του κόσμου, και συμβαίνει να απολαμβάνουμε έτσι τα προϊόντα των άλλων χωρών με όση οικειότητα καταναλώνουμε τα δικά μας.


Υπερέχουμε δε από τους αντιπάλους μας και στην πολεμική προετοιμασία κατά τα εξής: Την πόλη μας την παρέχουμε ανοιχτή, και ποτέ δεν αποκλείουμε κανέναν διώχνοντας τους ξένους από οποιοδήποτε μάθημα ή θέαμα, από το οποίο, αν δεν το κρατήσουμε μυστικό και το δει κανείς από τους εχθρούς μας, είναι δυνατόν να ωφεληθεί, γιατί πιστεύουμε όχι τόσο στις προετοιμασίες και τα στρατηγήματα όσο στην έμφυτη γενναιότητά μας στα έργα.

Στο ζήτημα δε πάλι της αγωγής, ενώ εκείνοι υποβάλλονται από την νεαρή τους ηλικία σε επίπονη άσκηση, με την οποία επιδιώκουν να γίνουν γενναίοι, εμείς ζούμε με όλες τις ανέσεις και όμως είμαστε εξ ίσου πρόθυμοι να αντιμετωπίσουμε τους ίδιους μεγάλους κινδύνους. Και η απόδειξη: ενώ οι Λακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν με όλους τους συμμάχους τους κατά της χώρας μας και ποτέ μόνοι, εμείς εισβάλλουμε κατά των άλλων εντελώς μόνοι, και τις περισσότερες φορές νικάμε χωρίς δυσκολία τους αντιπάλους μας, αν και εκείνοι μάχονται για την πατρίδα τους, εμείς δε είμαστε σε ξένο έδαφος.

Και κανείς από τους εχθρούς μας δεν αντιμετώπισε μέχρι σήμερα τις δυνάμεις μας ενωμένες, γιατί από τη μία φροντίζουμε ταυτόχρονα για το ναυτικό μας, και από την άλλη στέλνουμε τις δυνάμεις μας σε πολλά σημεία της γης. Αν δε κάπου με μέρος μόνο της δύναμής μας συμπλακούν οι εχθροί μας, τότε, αν νικήσουν, καυχώνται ότι μας νίκησαν όλους, αν νικηθούν, διακηρύσσουν ότι νικήθηκαν από όλους. Και βέβαια, αν εμείς αντιμετωπίζουμε με πολλή προθυμία τους κινδύνους, περισσότερο με μια αφροντισιά και άνεση παρά μετά από επίπονη άσκηση, και με ανδρεία που οφείλεται όχι τόσο στην επιβολή των νόμων όσο στην φυσική μας ευψυχία, έχουμε το πλεονέκτημα ότι δεν κουραζόμαστε προκαταβολικά για δεινά, που ανήκουν ακόμα στο μέλλον.

Και, όταν φθάσουμε στα δεινά αυτά, ότι αποδεικνυόμαστε ότι δεν είμαστε λιγότερο τολμηροί από εκείνους που μοχθούν συνεχώς. Δεν είναι η πόλη μας άξια μόνο σε αυτά αλλά και σε πολλά ακόμη. Γιατί αγαπούμε το ωραίο με απλότητα, και αγαπούμε τη σοφία χωρίς μαλθακότητα. Μεταχειριζόμαστε τον πλούτο περισσότερο σαν μια ευκαιρία έργων παρά σαν αφορμή κομπορρημοσύνης, το να ομολογεί δε κανείς την φτώχεια του δεν είναι ντροπή, είναι όμως αισχρότερο να μην προσπαθεί να την αποφύγει με την εργασία.

Επί πλέον, οι ίδιοι εμείς είμαστε σε θέση να φροντίζουμε ταυτόχρονα για τις ιδιωτικές μας υποθέσεις και για τις υποθέσεις της πόλης μας, και ενώ ασχολούμαστε με διαφορετικά επαγγέλματα κατέχουμε καλά τα πολιτικά ζητήματα. Γιατί είμαστε ο μόνος λαός που αυτόν που δε μετέχει στα κοινά δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο αλλά άχρηστο, και οι μόνοι που ή κρίνουμε ή διαμορφώνουμε σωστές γνώμες για τα πράγματα, γιατί δεν θεωρούμε τους λόγους εμπόδιο των έργων, αλλά μάλλον θεωρούμε εμπόδιο να μην έχουμε κατατοπισθεί προφορικά σε όσα έχουμε να κάνουμε, πριν καταπιαστούμε με αυτά. Γιατί υπερέχουμε από τους άλλους και ως προς αυτό, ότι δηλαδή εμείς οι ίδιοι τολμούμε να υπολογίσουμε για όσα πρόκειται να επιχειρήσουμε.

Σχετικά μ΄ αυτό στους άλλους η αμάθεια φέρνει θράσος, ενώ η σκέψη τους κάνει να διστάζουν. Πιο γενναιόψυχοι όμως πρέπει να θεωρούνται όσοι γνωρίζουν με σαφήνεια τις συμφορές και τα ευχάριστα, και όμως η γνώση αυτή δεν τους κάνει να αποφεύγουν τους κινδύνους. Αλλά και στα ζητήματα της αρετής διαφέρουμε από τους πολλούς. Γιατί εμείς αποκτάμε τους φίλους τους περισσότερο ευεργετώντας παρά ευεργετούμενοι από αυτούς. Σταθερότερος δε φίλος είναι αυτός που ευεργέτησε, γιατί είναι φυσικό να προσπαθεί να διατηρεί την ευγνωμοσύνη του ευεργετημένου με τη συμπάθεια που του δείχνει. Ενώ αντιθέτως αυτός που οφείλει την ευεργεσία είναι απρόθυμος, γιατί γνωρίζει, ότι πρόκειται να ανταποδώσει την καλοσύνη σαν χρέος και όχι για να εξασφαλίσει την ευγνωμοσύνη του άλλου. 


Και είμαστε οι μόνοι που βοηθάμε τον άλλο χωρίς δισταγμό, όχι τόσο από υπολογισμό του συμφέροντος, όσο από την πίστη μας στη ελευθερία. Συνοψίζοντας θεωρώ ότι η όλη πόλη είναι σχολείο της Ελλάδας και ότι, μου φαίνεται, ο καθένας από εμάς μπορεί να παρουσιάσει τον εαυτό του αυτάρκη σε πάρα πολλές δραστηριότητες με χάρη και επιδεξιότητα. Και ότι αυτά είναι μάλλον η αλήθεια και όχι απλή κομπορρημοσύνη, κατάλληλη για την παρούσα περίσταση, το αποδεικνύει η ίδια η δύναμη της πόλης, την οποία αποκτήσαμε με τους τρόπους αυτούς.

Γιατί είναι η μόνη πόλη από τις σημερινές που όταν δοκιμάζεται αποδεικνύεται ανώτερη της φήμης της, και η μόνη, η οποία ούτε στον εχθρό που της επιτίθεται, δίνει αφορμή να αγανακτήσει με όσα παθαίνει από τέτοιους αντιπάλους, ούτε στους συμμάχους της δίνει αφορμή για παράπονα, γιατί τάχα εξουσιάζονται από ανάξιους. Αφού παρουσιάσαμε τη δύναμή μας με μεγάλες αποδείξεις, και μαρτυρίες θα μας θαυμάζουν οι σύγχρονοί μας και οι επόμενοι, και μάλιστα χωρίς να χρειαζόμαστε τον Όμηρο να μας επαινεί, ούτε κανέναν άλλο που με λόγια θα μας ευχαριστήσει προς στιγμήν, όμως την ιδέα που θα σχηματιστεί για τα έργα μας θα τη βλάψει η αλήθεια.

Αλλά εξαναγκάσαμε με την τόλμη μας ολόκληρη τη θάλασσα και την ξηρά να γίνει προσιτή, ιδρύσαμε παντού αιώνια μνημεία και των συμφορών μας και των επιτυχιών μας. Για μια τέτοια πόλη και αυτοί εδώ λοιπόν πολεμώντας γενναία πέθαναν, για να μη τη στερηθούν, και είναι φυσικό ο καθένας από όσους απομένουν να θέλει να μοχθήσει γι’ αυτήν. Γι’ αυτόν μακρηγόρησα για όσα αφορούν την πόλη, αφ’ ενός γιατί ήθελα να σας δείξω, ότι εμείς δεν αγωνιζόμαστε για τον ίδιο σκοπό, που αγωνίζονται όσοι δεν έχουν κανένα από αυτά τα πλεονεκτήματα σε ίσο βαθμό με μας, και αφ’ ετέρου γιατί με αυτόν τον τρόπο ήθελα να κάνω φανερό με αποδείξεις το εγκώμιο των ανδρών, για τους οποίους μιλάω τώρα.

Και έχουν ειπωθεί τα κυριότερα σημεία αυτού του εγκωμίου. Γιατί οι αρετές αυτών και των ομοίων τους έκαναν στολίδια όσα ύμνησα για την πόλη, και άρα για λίγους από τους Έλληνες όπως ακριβώς γι’ αυτούς ο λόγος θα μπορούσε να φανεί ισάξιος με τα έργα τους. Έχω η γνώμη, ότι ο θάνατος αυτών εδώ των νεκρών παρέχει το μέτρο της αξίας ενός ανθρώπου, είτε είναι ο πρώτος που τη φανερώνει, είτε ο τελευταίος που την επισφραγίζει. Γιατί και εκείνοι ακόμη που υστερούν κατά τα άλλα, δικαιούνται να προβάλλουν την ανδραγαθία, που επέδειξαν κατά τους πολέμους, μαχόμενοι υπέρ της πατρίδας.

Γιατί εξαφάνισαν το κακό με το καλό, και με τον κοινό αγώνα για το γενικό συμφέρον ωφέλησαν περισσότερο απ’ όσο έβλαψαν με τυχόν σφάλματά τους στην ιδιωτική τους ζωή. Από αυτούς εδώ κανείς δεν δείχθηκε δειλός μπροστά στον θάνατο εξ αιτίας του πλούτου του, δεν προτίμησε δηλαδή να συνεχίσει την απόλαυσή του, ούτε απέφυγε τον κίνδυνο εξ αιτίας της φτώχειας του, από την ελπίδα ότι μπορεί να την αποφύγει επί τέλους και να γίνει πλούσιος. Αντίθετα, πόθησαν την τιμωρία των εχθρών τους περισσότερο από όλα τα αγαθά, και συγχρόνως έκριναν αυτό τον κίνδυνο σαν τον πιο ωραίο από τους κινδύνους.

Και για αυτό αποφάσισαν να τον αντιμετωπίσουν, να εκδικηθούν τους εχθρούς τους, και για να επιδιώξουν την απόκτηση των αγαθών αυτών΄ την αβεβαιότητα δηλαδή της επιτυχίας την εμπιστεύθηκαν στην ελπίδα, ως προς τον κίνδυνο του θανάτου που βρισκόταν μπροστά τους κατά την μάχη ήταν αποφασισμένοι να στηριχθούν στον εαυτό τους και μόνο. Και μέσα στη μάχη θεώρησαν πάντα προτιμότερο να αντισταθούν και να βρουν τον θάνατο παρά να σωθούν υποχωρώντας, και γι’ αυτό απέφευγαν την αισχρή φήμη της δειλίας, και υπέβαλαν τα σώματά τους σε όλα τα δεινά της μάχης, σε μια κρίσιμη στιγμή, που ήταν στα χέρια της τύχης, στο ύψος της δόξας μάλλον παρά του τρόμου, βρήκαν τον θάνατο.


Αυτοί εδώ λοιπόν, σαν γνήσια παιδιά της πόλης, αυτό το φρόνημα έδειξαν. Όσοι όμως μένετε, έχετε καθήκον να εύχεστε το φρόνημά σας απέναντι στους εχθρούς να σας βάλει σε μικρότερο κίνδυνο, αλλά να μη καταδεχτείτε να είναι λιγότερο τολμηρό, λογαριάζοντας όχι μόνο με τα λόγια τις ωφέλειες - κάτι που θα μπορούσε ν' αναπτύξει κάποιος διεξοδικότερα σε σας, που κι από μόνοι σας τις ξέρετε εξίσου καλά, απαριθμώντας πόσα καλά εξασφαλίζει η αντίσταση στον εχθρό-, καλύτερα όμως προσηλώνοντας καθημερινά το βλέμμα σας στα έργα, που δείχνουν τη δύναμη της πόλης μας, κι έτσι να την αγαπήσετε με πάθος.

Κι όταν αντιληφτείτε το μεγαλείο της, βάλτε στο νου σας ότι τη δύναμη αυτή την απέκτησαν άντρες τολμηροί που είχαν συνείδηση του καθήκοντος και με φιλότιμο την ώρα του αγώνα' και που, κάθε φορά που αποτύχαιναν σε κάποιο εγχείρημά τους, δεν επέτρεπαν βέβαια στον εαυτό τους να στερήσει την πόλη απ' τη δική τους ανδρεία, αλλά πρόσφεραν σ' αύτή την πιο ωραία συνεισφορά' γιατί, δίνοντας όλοι μαζί τη ζωή τους, έπαιρναν ο καθείς τους ξεχωριστά τον αγέραστο έπαινο και τον πιο περίλαμπρο τάφο: όχι τόσο τον τάφο, στον οποίο κείτονται, αλλά εκείνον όπου η δόξα τους επιζεί, για να μνημονεύεται αιώνια σε κάθε ευκαιρία που παρουσιάζεται, είτε για λόγο είτε για δράση.

Γιατί τάφος των ενδόξων αντρών είναι η γη ολόκληρη, και τη μνήμη τους δεν τη διασώζει μόνο η επιγραφή μιας στήλης στην πατρίδα τους, αλλά και στα ξένα μέρη φωλιάζει στην Ψυχή του καθενός άγραφη η ανάμνηση όχι τόσο των ανδραγαθημάτων τους, όσο του φρονήματός τους. Εσείς λοιπόν να έχετε αυτούς εδώ πρότυπα και να θεωρήσετε θεμέλιο της ευτυχίας την ελευθερία και θεμέλιο της ελευθέριας τη δυνατή Ψυχή' κι έτσι μη δειλιάζετε μπροστά στους κινδύνους της μάχης. Γιατί δεν έχουν σοβαρότερο λόγο ν' αψηφούν το θάνατο οι απόκληροι της ζωής, που δεν έχουν να ελπίζουν καλύτερες μέρες, αλλά εκείνοι που, στη ζωή που τους απομένει, υπάρχει φόβος να μεταβληθεί ριζικά η καλή τύχη τους' αυτοί, αν κάπου σκοντάψουν, έχουν να χάσουν περισσότερα από κάθε άλλον.

Γιατί, για έναν άντρα με υψηλό φρόνημα, είναι πιο πικρή η εξαθλίωση που φέρνει η δειλία παρά ο θάνατος που έρχεται χωρίς να τον νιώσει, σε στιγμή έξαρσης της δύναμής του και της κοινής ελπίδας. Γι' αυτό και τους γονείς αυτών που ενταφιάζoυμε τώρα, όσοι βρίσκεστε εδώ, δε τους κλαίω, πιο πολύ θα προσπαθήσω να ελαφρώσω τον πόνο τους. Γιατί το ξέρουν καλά πως η ζωή τους πέρασε μέσ' από κάθε λογής μεταπτώσεις της τύχης' κι ότι ευτυχισμένοι είναι, όπως οι σημερινοί νεκροί μας, εκείνοι που η μοίρα τους χάρισε τον πιο ένδοξο θάνατο, και, όπως εσείς, για το τιμημένο πένθος σας, κι εκείνοι που κανονίστηκε το τέλος της ζωής τους να συμπέσει με το τέλος της ευτυχίας τους.

Γνωρίζω βέβαια ότι είναι δύσκολο να πείσω εσάς, αφού θα σας φέρνουν ζωντανή τη θύμηση αυτών που χάσατε οι ευτυχίες των άλλων γονιών που κι εσείς κάποτε τις χαρήκατε' και θλίβεται ο άνθρωπος όχι επειδή του λείπουν αγαθά που δεν τα δοκίμασε, αλλά για όσα, ενώ είχε συνηθίσει να τα’ απολαμβάνει, τα έχασε. Πρέπει όμως να δείχνετε εγκαρτέρηση, με την ελπίδα άλλων παιδιών, όσοι ακόμα είστε σε ηλικία ν’ αποχτήσετε παιδία' γιατί, για τα άτομα, τα παιδιά που θα τους έρθουν στον κόσμο από δω και πέρα θα κάνουν πόλους να ξεχάσουν εκείνους που χάθηκαν, ενώ, για την πόλη, θα είναι διπλό το όφελος:

Και δε θα ερημώσει και θα έχει ασφάλεια' γιατί δεν είναι δυνατό να έχει την ίδια αξία ή να είναι το ίδιο δίκαιη η γνώμη για τα δημόσια πράγματα όσων δεν μπαίνουν στον ίδιο κίνδυνο, ρίχνοντας σ’ αυτόν τα παιδιά τους. Κι όσους πάλι σας πήραν τα χρόνια, να θεωρήσετε κέρδος το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σας, που το περάσατε ευτυχισμένοι, και ότι το μέρος της που απομένει θα είναι σύντομο, κι ας κάνει ελαφρότερο το πένθος σας η δόξα αυτών εδώ. Γιατί το μόνο που δεν γερνά είναι ο πόθος για τιμές, και στην ηλικία που ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσφέρει τίποτε, δεν είναι, όπως λεν μερικοί, το κέρδος που δίνει τη μεγαλύτερη τέρψη, αλλά οι τιμές.


Τώρα, τα παιδιά των νεκρών μας, όσα βρίσκεστε εδώ ή τ' αδέρφια τους, βλέπω ότι έχετε μεγάλον αγώνα μπροστά σας (γιατί ο καθείς συνηθίζει να επαινεί αυτόν που δε βρίσκεται στη ζωή), και πολύ δύσκολα, ακόμη κι αν δείξετε μοναδικό ηρωισμό, θα σας κρίνουν κάπως κατώτερους - ποτέ το ίδιο ανδρείους! Γιατί οι ζωντανοί νιώθουν φθόνο για τον ανταγωνιστή τους' αντίθετα, όποιον δεν αντισκόφτει το δρόμο τους, τον τιμούν με αδιαφιλονίκητη εύνοια. Κι αν είμαι υποχρεωμένος ν' αναφέρω κάτι για την αρετή που ταιριάζει στη φύση της γυναίκας, θα δηλώσω, για όσες τώρα θα μείνουν χήρες, με μια σύντομη παραίνεση όλη μου τη σκέψη:

Δηλαδή, μεγάλη η δόξα σας, αν δεν φανείτε κατώτερες απ' τη γυναικεία φύση, όπως κι η δόξα εκείνης, που τ' όνομά της θ' ακουστεί λιγότερο, επαινετικά ή περιγελαστικά, ανάμεσα στους άντρες. Έχετε ακούσει κι από μένα, με την επιβαλλόμενη από το νόμο αγόρευσή μου, όσα είχα κατάλληλα, και με έργα αυτοί που θάβονται έχουν κιόλας πάρει τις τιμές τους΄ εξάλλου, από σήμερα τα παιδιά τους θα τ' αναθρέψει με δημόσια δαπάνη η πόλη ως την εφηβεία τους, προβάλλοντας ως βραβείο τέτοιων αγώνων και γι' αυτούς εδώ και για όσους επιζούν, ένα στεφάνι που πιάνει τόπο. Γιατί, όπου έχουν θεσμοθετηθεί τα πιο μεγάλα βραβεία ανδρείας, εκεί ζουν ως πολίτες άντρες με τη μεγαλύτερη αρετή.

Και τώρα, αφού ο καθένας αποτέλειωσε το θρήνο για τον δικό του, να πάτε στο καλό. Τέτοια ήταν η ταφή εκείνον τον χειμώνα.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

Όλοι οι άνθρωποι είναι καλλιτέχνες — όλοι

Όλοι οι άνθρωποι είναι καλλιτέχνες — όλοι!

Όλα τα σύμβολα, όλες οι λέξεις, είναι μικρά έργα τέχνης. Από τη δική μου σκοπιά, το μεγαλύτερο μας δημιούργημα είναι η χρήση της γλώσσας, αφού μας επιτρέπει να δημιουργούμε μια ολόκληρη πραγματικότητα μέσα στο νου μας. Η εικονική πραγματικότητα που δημιουργούμε θα μπορούσε να είναι μια καθαρή αντανάκλαση της αλήθειας ή μια διαστρεβλωμένη έκφρασή της. Αλλά όπως και να έχει, είναι τέχνη. Το δημιούργημά μας μπορεί να είναι ο προσωπικός μας παράδεισος ή η προσωπική μας κόλαση. Αλλά είναι τέχνη. Εντούτοις, μέσα από την επίγνωσή μας για το τι είναι αληθινό και τι εικονικό, μπορούμε να καταφέρουμε αμέτρητα πράγματα. Η αλήθεια παράγει αυτοκυριαρχία και κάνει τη ζωή μας εύκολη. Η διαστρέβλωση της αλήθειας συχνά προκαλεί περιττές τριβές και πόνο. Η επίγνωση είναι ο παράγοντας που κάνει τη διαφορά.

Ο άνθρωπος γεννιέται με επίγνωση. Γεννιόμαστε φτιαγμένοι για να αντιλαμβανόμαστε την αλήθεια. Ωστόσο, συσσωρεύουμε γνώσεις και μαθαίνουμε να αρνούμαστε όσα αντιλαμβανόμαστε.

Εξασκούμαστε στην άμβλυνση της επίγνωσης και τελικά κατακτάμε στην εντέλεια αυτή την τέχνη! Ο κόσμος είναι μαγικός και εμείς μαθαίνουμε να εξασκούμε τη μαγεία μας ενάντια στον εαυτό μας, ενάντια στη δημιουργία, ενάντια στον ίδιο τον άνθρωπο. Επίγνωση σημαίνει αντίληψη της αλήθειας.

Όταν αντιλαμβανόμαστε την αλήθεια, βλέπουμε τα πάντα έτσι όπως είναι, όχι έτσι όπως πιστεύουμε πως είναι, ούτε έτσι όπως θα θέλαμε να είναι. Η επίγνωση ανοίγει την πόρτα για εκατομμύρια πιθανότητες, και αν ξέρουμε πως είμαστε καλλιτέχνες της ζωής μας, μπορούμε να επιλέξουμε μία από αυτές.

ΟΙ ΒΑΣΙΚΟΙ ΙΔΡΥΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

Ο Ιουδαϊσμός τον 1ος π.Χ. αιώνα υφίστατο από τον Ελληνισμό ισχυρή πίεση. Ένα επιτελείο από οξυδερκείς, ικανούς και σοφούς ιουδαίους, υπό την αρχηγία του Γαμαλιήλ, διέγνωσε τον τεράστιο κίνδυνο για εξαφάνιση του Ιουδαϊσμού. Υπήρχε μεγάλη ανάγκη ελιγμών για αναγέννηση του ραγδαία συρρικνούμενου ιουδαϊκού ιερατείου. Έτσι προέκυψε η γέννηση του παραλλαγμένου Ιουδαϊσμού με την μορφή του Χριστιανισμού, ο οποίος θα ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο επεκτατισμού, που όλοι οι ιουδαίοι έπρεπε να ακολουθήσουν. Το νέο αυτό είδος Ιουδαϊσμού θα εκπλήρωνε πολύ καλύτερα τις εξουσιαστικές τους βλέψεις επί των εθνών.

 Έτσι η νομοδιδασκαλική σχολή του Γαμαλιήλ έψαξε να βρει τα κατάλληλα πρόσωπα (δηλαδή νέους, εκπαιδευμένους και «αφιερωμένους») που θα διακινδύνευαν αναλαμβάνοντας δράση. Οι χρισμένοι ή χριστοί στον ναό ή σε ανάδοχες οικογένειες ήταν αρκετοί και μπορούσαν να επανδρώσουν τις ομάδες εκτέλεσης των σοφών σχεδιαστών. Ήταν οι κατάλληλες δεξαμενές ηρώων, ένας ορατός βραχίονας ενός αόρατου διευθυντηρίου. Με την δημιουργία του Χριστιανισμού κάθε άλλο παρά εγκατάλειψη του Ιουδαϊκού έθνους υπήρξε. Απεναντίας οι πρώτοι που έγιναν μαζικά χριστιανοί, ήταν το σπέρμα του Αβραάμ, (όπως πολύ αργότερα, οι πρώτοι που έγιναν μαζικά κομμουνιστές), αφού οι ενημερωμένοι Ιουδαίοι κατάλαβαν την μοναδική ευκαιρία που είχαν πλέον, να προσεγγίσουν μέσα από τον χριστιανισμό, τα ισχυρά κέντρα αποφάσεων και ιστορικών εξελίξεων ώστε να κάνουν επιτέλους το όνειρο του Αβραάμ πραγματικότητα. Μάλιστα στηριζόμενος απολύτως στην Παλαιά Διαθήκη ο Χριστιανισμός έδωσε στο έθνος αυτό, απίστευτες ευκαιρίες διεθνοποίησης της Εβραϊκής ιστορίας και θεολογίας, κάνοντας παγκοσμίως γνωστό, ένα ασήμαντο μέχρι τότε θρησκευτικά και πολιτικά έθνος.      

Ο ΓΑΜΑΛΙΗΛ, Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

Ο Γαμαλιήλ ο Πρεσβύτερος ή Ραββί (Ραμπάν) Γαμαλιήλ Α΄ ήταν Φαρισαίος νομοδιδάσκαλος ραββίνος και εγγονός του περίφημου Ιουδαίου διδασκάλου Χιλλέλ. Ήταν μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου (Σανχεντρίν) της Ιερουσαλήμ του 1ου αιώνα μ.Χ. Έδρασε γύρω στο 30 - 40 μ.Χ. Υπήρξε δάσκαλος του αποστόλου Παύλου. Επρόκειτο για μία από τις εξέχουσες πνευματικές προσωπικότητες, που βοήθησε στην ανάπτυξη της περίφημης ραββινικής παράδοσης.

Ήταν εκείνος που, όταν αγανακτισμένοι Ιουδαίοι θρησκευτικοί ηγέτες έφεραν τους Αποστόλους στο Συνέδριο για να δικαστούν με την κατηγορία ότι κήρυτταν μέσα στον Ναό, επενέβη και συνέστησε την προσεκτική μεταχείριση των Αποστόλων και συντέλεσε ώστε να αφεθούν ελεύθεροι. (Πράξεις 5:22-40)

Οι Ιουδαίοι έτρεφαν μεγάλο σεβασμό στο πρόσωπό του και, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη Μισνά (Ταλμούδ), μετά τον θάνατό του άρχισε μια εποχή ηθικής παρακμής.

Ο Γαμαλιήλ συγχέεται πολλές φορές με τον ομώνυμο εγγονό του, διακεκριμένο επίσης δάσκαλο των Ιουδαίων κατά τα τέλη του 1ου και αρχές του 2ου αιώνα.

Μέλος του Σάνχεδριν, Φαρισαίος και δάσκαλος του Νόμου, «στα πόδια» του οποίου είχε εκπαιδευτεί ο απόστολος Παύλος «σύμφωνα με την αυστηρότητα του προγονικού Νόμου». (Πρ 5:34· 22:3). Ο Γαμαλιήλ, κατά γενική παραδοχή, ταυτίζεται με τον Γαμαλιήλ τον Πρεσβύτερο. Ο Γαμαλιήλ ο Πρεσβύτερος έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και ήταν ο πρώτος στον οποίο αποδόθηκε ο τίτλος «Ραββάν». Αυτός ο τιμητικός τίτλος ήταν μεγαλύτερος και από τον τίτλο «Ραββί». Αναφερόμενο στον Γαμαλιήλ, το Μισνά (Σοτά 9:15) λέει: «Όταν πέθανε ο Ραββάν Γαμαλιήλ ο Πρεσβύτερος, η δόξα του Νόμου εξέλιπε και η αγνότητα και η αποχή χάθηκαν». (Μετάφραση, στην αγγλική, Χ. Ντάνμπι).

Ο Γαμαλιήλ, τον οποίον αναφέρει ο Λουκάς στις Πράξεις των Αποστόλων, σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση, ήταν και συγγενής του Στεφάνου. Μερικοί λέγουν ότι ήτο διδάσκαλος και του Βαρνάβα και του Στεφάνου και παρεκάλεσε τους αποστόλους και του έδωκαν το άγιο λείψανο, το οποίον λαβών το έθαψε εις το κοιμητήριο, όπου είχε για τον εαυτόν του.

Ο Γαμαλιήλ, κατά τους σημερινούς χριστιανούς, διέθετε ευρύτητα πνεύματος και δεν ήταν φανατικός στις απόψεις του, πράγμα που αντικατοπτρίζεται στη συμβουλή που έδωσε όταν ο Πέτρος και οι άλλοι απόστολοι φέρθηκαν ενώπιον του Σάνχεδριν. Χρησιμοποιώντας παραδείγματα από το παρελθόν, ο Γαμαλιήλ κατέδειξε πόσο σοφό ήταν να μην αναμειχθούν στο έργο των αποστόλων και στη συνέχεια πρόσθεσε: «Αν αυτό το σχέδιο ή αυτό το έργο είναι από ανθρώπους, θα ανατραπεί· αλλά αν είναι από τον Θεό, δεν θα μπορέσετε να τους ανατρέψετε . . . μπορεί να βρεθείτε και θεομάχοι».—Πρ 5:34-39.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

34 ᾿Αναστὰς δέ τις ἐν τῷ συνεδρίῳ Φαρισαῖος ὀνόματι Γαμαλιήλ, νομοδιδάσκαλος τίμιος παντὶ τῷ λαῷ, ἐκέλευσεν ἔξω βραχύ τι τοὺς ἀποστόλους ποιῆσαι,

35 εἶπέ τε πρὸς αὐτούς· ἄνδρες ᾿Ισραηλῖται, προσέχετε ἑαυτοῖς ἐπὶ τοῖς ἀνθρώποις τούτοις τί μέλλετε πράσσειν.

36 πρὸ γὰρ τούτων τῶν ἡμερῶν ἀνέστη Θευδᾶς, λέγων εἶναί τινα ἑαυτόν, ᾧ προσεκλίθη ἀριθμὸς ἀνδρῶν ὡσεὶ τετρακοσίων· ὃς ἀνῃρέθη, καὶ πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διελύθησαν καὶ ἐγένοντο εἰς οὐδέν.

37 μετὰ τοῦτον ἀνέστη ᾿Ιούδας ὁ Γαλιλαῖος ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς ἀπογραφῆς καὶ ἀπέστησε λαὸν ἱκανὸν ὀπίσω αὐτοῦ· κἀκεῖνος ἀπώλετο, καὶ πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διεσκορπίσθησαν.

38 καὶ τὰ νῦν λέγω ὑμῖν, ἀπόστητε ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων τούτων καὶ ἐάσατε αὐτούς· ὅτι ἐὰν ᾖ ἐξ ἀνθρώπων ἡ βουλὴ αὕτη ἢ τὸ ἔργον τοῦτο, καταλυθήσεται·

39 εἰ δὲ ἐκ Θεοῦ ἐστιν, οὐ δύνασθε καταλῦσαι αὐτό, μή ποτε καὶ θεομάχοι εὑρεθῆτε.

40 ἐπείσθησαν δὲ αὐτῷ, καὶ προσκαλεσάμενοι τοὺς ἀποστόλους δείραντες παρήγγειλαν μὴ λαλεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ ᾿Ιησοῦ, καὶ ἀπέλυσαν αὐτούς.

Ο ΓΑΜΑΛΙΗΛ ΕΙΧΕ ΚΑΝΕΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ (ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΑ) ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ

Το μυστικό επιτελείο του Γαμαλιήλ , όπως φαίνεται από τα παραπάνω εδάφια, είχε δοκιμάσει και άλλους «σωτήρες» των ψυχών μας, πριν το Ιησού, τον Θευδά και τον Ιούδα τον Γαλιλαίο, αλλά τα σχέδια δεν πέτυχαν. Τώρα με το νέο, περισσότερο μορφωμένο Γαλιλαίο, πιστεύουν ότι θα τα πάνε καλύτερα.

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΟΥ ΓΑΜΑΛΙΗΛ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΙ.

Στην σχολή του Γαμαλιήλ στην Ιερουσαλήμ φοιτούσαν χίλιοι νέοι, από τους οποίους οι πεντακόσιοι σπούδαζαν τον Ιουδαϊκό νόμο και οι άλλοι 500 την «σοφία των Ελλήνων». (βλέπε: W.J. Conybear and J.S. Howson, The Life and Epistles of Saint Paul). Άρα εδώ έχουμε μία σχολή στην Ιερουσαλήμ, που είναι ουσιαστικά ένα πανεπιστήμιο για εβραίους φοιτητές, χίλιους στο αριθμό, η οποία λειτουργούσε ακριβώς στα χρόνια που τριγυρνούσε εκεί ο Ιησούς (μεταξύ 30 με 40 μ.Χ.). Πουθενά στην «Καινή Διαθήκη», τον καιρό ακριβώς της δράσης του Ιησού, δεν αναφέρεται τέτοια σημαντική σχολή, με 1000 σπουδαστές, από τους οποίους οι μισοί σπούδαζαν την «σοφία των Ελλήνων». Ο Ιησούς ασφαλώς γνώριζε καλά τον αρχιερέα Γαμαλιήλ. Δεν γνώριζε την σχολή του; Μία σχολή 1000 ατόμων σε μία μικρή περιφερειακή πόλη του Ελληνορωμαϊκού κόσμου σίγουρα έλαμπε δια της παρουσίας της. Ο σπουδαστής της Σαούλ, ο μετέπειτα Παύλος, ανέλαβε τα ηνία της νέας θρησκείας, (προφανώς μετά από εκτεταμένες και ώριμες συζητήσεις με τον δάσκαλο Γαμαλιήλ), η οποία είχε πάρει την κατιούσα και την ανασύνταξε και την επεξέτεινε διεθνώς.

ΟΙ ΒΟΗΘΟΙ ΤΟΥ ΓΑΜΑΛΙΗΛ

1. Ο ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΓΑΜΑΛΙΗΛ ΣΑΟΥΛ Ή ΠΑΥΛΟΣ

Στα χρόνια του Ναζιραίου Χριστού ο Σαούλ σπούδαζε στην σχολή Γαμαλιήλ. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι σπούδασε στο τμήμα των ιουδαϊκών γραφών, ενδελεχής όμως έλεγχος των γραπτών του από σημερινούς πανεπιστημιακούς Έλληνες, δείχνει πλήθος εδαφίων από ρήσεις Ελλήνων φιλοσόφων στα γραπτά του.

Ο φανατικός διώκτης των χριστιανών Σαούλ, μαθητής του Γαμαλιήλ, ήταν σε άλλο τμήμα στην σχολή και δεν είχε πληροφορηθεί για το κοινωνικό πείραμα: «Ναζιραίος Ιησούς». Φαίνεται ότι παραήταν επιθετικός εναντίον των Ναζιραίων και ο Γαμαλιήλ του τράβηξε το αυτί. Η αλλαγή στάσης του Σαούλ βέβαια, σύμφωνα με τα ιουδαϊκά πρότυπα, έπρεπε να αποδοθεί σε όραμα, όπερ και εγένετο.

Πραξ 22,3 : «Εγώ είμαι Ιουδαίος, γεννημένος στην Ταρσό της Κιλικίας, μεγαλωμένος όμως εδώ στα Ιεροσόλυμα. Είχα δάσκαλο το Γαμαλιήλ, που με δίδαξε με ακρίβεια το νόμο των προγόνων μας. Αγωνίστηκα με ζήλο για το Θεό».

Αναφέρεται ότι ο Απόστολος Σαούλ ή Παύλος, ο οποίος προοριζόταν για γαμβρός του αρχιραββίνου των Ιεροσολύμων Γαμαλιήλ, εκτελούσε εντολές του μυστικού συμβουλίου Σανχεντρίν, ειπών και το περίφημο "Ουκ ένι ΄Ελλην ή Ιουδαίος, εξ ενός αίματος ο Θεός εποίησεν παν γένος ανθρώπων".

ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22.

3 καί φησιν· ἐγὼ μέν εἰμι ἀνὴρ ᾿Ιουδαῖος, γεγεννημένος ἐν Ταρσῷ τῆς Κιλικίας, ἀνατεθραμμένος δὲ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ παρὰ τοὺς πόδας Γαμαλιήλ, πεπαιδευμένος κατὰ ἀκρίβειαν τοῦ πατρῴου νόμου, ζηλωτὴς ὑπάρχων τοῦ Θεοῦ καθὼς πάντες ὑμεῖς ἐστε σήμερον.

4 ὃς ταύτην τὴν ὁδὸν ἐδίωξα ἄχρι θανάτου, δεσμεύων καὶ παραδιδοὺς εἰς φυλακὰς ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας,

5 ὡς καὶ ὁ ἀρχιερεὺς μαρτυρεῖ μοι καὶ πᾶν τὸ πρεσβυτέριον· παρ᾿ ὧν καὶ ἐπιστολὰς δεξάμενος πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς εἰς Δαμασκὸν ἐπορευόμην ἄξων καὶ τοὺς ἐκεῖσε ὄντας δεδεμένους εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἵνα τιμωρηθῶσιν.

6 ᾿Εγένετο δέ μοι πορευομένῳ καὶ ἐγγίζοντι τῇ Δαμασκῷ περὶ μεσημβρίαν ἐξαίφνης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ περιαστράψαι φῶς ἱκανὸν περὶ ἐμέ,

7 ἔπεσόν τε εἰς τὸ ἔδαφος καὶ ἤκουσα φωνῆς λεγούσης μοι· Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις;

8 ἐγὼ δὲ ἀπεκρίθην· τίς εἶ, Κύριε; εἶπέ τε πρός με· ἐγώ εἰμι ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὃν σὺ διώκεις.

9 οἱ δὲ σὺν ἐμοὶ ὄντες τὸ μὲν φῶς ἐθεάσαντο καὶ ἔμφοβοι ἐγένοντο, τὴν δὲ φωνὴν οὐκ ἤκουσαν τοῦ λαλοῦντός μοι.

10 εἶπον δέ· τί ποιήσω, Κύριε; ὁ δὲ Κύριος εἶπε πρός με· ἀναστὰς πορεύου εἰς Δαμασκόν, κἀκεῖ σοι λαληθήσεται περὶ πάντων ὧν τέτακταί σοι ποιῆσαι.

11 ὡς δὲ οὐκ ἐνέβλεπον ἀπὸ τῆς δόξης τοῦ φωτὸς ἐκείνου, χειραγωγούμενος ὑπὸ τῶν συνόντων μοι ἦλθον εἰς Δαμασκόν.

Όπως όλοι οι εβραίοι στην ιστορία, την αλλαγή γραμμής την απέδωσε σε όραμα του Ιεχωβά. Το όραμα αυτό του Σαούλ προφανώς θα «προήλθε» μετά την κλήση του στην σχολή του Γαμαλιήλ, την διαφώτιση και επεξήγηση από τον σοφό δάσκαλο, περί του τι είναι αυτή η κίνηση των Ναζιραίων και τι συστάσεις έλαβε για να υποστηρίξει την νέα κίνηση. Μετά βέβαια του ήρθε η «θεία φώτιση» και έγινε από φανατικός εχθρός, φανατικός υπερασπιστής των Ναζιραίων.

ΟΙ ΝΑΖΙΡΑΙΟΙ, ΟΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΙ ΒΟΗΘΟΙ ΤΟΥ ΓΑΜΑΛΙΗΛ.

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ, ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ', ΤΟ ΝΕΖΕΡ

Δ Βασ. 11,12 καὶ ἐξαπέστειλε τὸν υἱὸν τοῦ βασιλέως καὶ ἔδωκεν ἐπ᾿ αὐτὸν τὸ νεζὲρ καὶ τὸ μαρτύριον καὶ ἐβασίλευσεν αὐτὸν καὶ ἔχρισεν αὐτόν, καὶ ἐκρότησαν τῇ χειρὶ καὶ εἶπαν· ζήτω ὁ βασιλεύς.

Δ Βασ. 11,12 Ο Ιωδαέ τότε έβγαλε τον νεαρόν βασιλέα, έθεσεν εις αυτόν το βασιλικόν διάδημα, έδωσεν εις τα χέρια του τον Νομον, τον έκανε χριστόν και τον ανεκήρυξεν ως βασιλέα. Οι παριστάμενοι εχειροκρότησαν και είπαν· “ζήτω ο βασιλεύς” !

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΡΙΤΑΙ, "Ο ΣΑΜΨΩΝ, ΝΑΖΙΡ ΘΕΟΥ ΕΣΤΑΙ".

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13- Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΑΜΨΩΝ

Κρ. 13,1 Καὶ προσέθηκαν ἔτι οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου, καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς Κύριος ἐν χειρὶ Φυλιστιΐμ τεσσαράκοντα ἔτη.

Κρ. 13,1 Και πάλιν οι Ισραηλίται εξέκλιναν εις την ειδωλολατρείαν και την φαυλότητα ενώπιον του Κυρίου δια τούτο και παρέδωκεν αυτούς ο Κυριος εις τα χέρια των Φιλισταίων επί τεσσαράκοντα έτη.

Κρ. 13,2 καὶ ἦν ἀνὴρ εἷς ἀπὸ Σαραὰ ἀπὸ δήμου συγγενείας τοῦ Δανί, καὶ ὄνομα αὐτῷ Μανωέ, καὶ γυνὴ αὐτοῦ στεῖρα καὶ οὐκ ἔτεκε.

Κρ. 13,2 Υπήρχε τότε μεταξύ των Ισραηλιτών ανήρ καταγόμενος από την πόλιν Σαραά η οποία ανήκεν εις την φυλήν του Δαν, ονόματι Μανωέ. Η σύζυγός του ήτο στείρα και δεν ετεκνοποίει.

Κρ. 13,3 καὶ ὤφθη ἄγγελος Κυρίου πρὸς τὴν γυναῖκα, καὶ εἶπε πρὸς αὐτήν· ἰδοὺ σὺ στεῖρα καὶ οὐ τέτοκας, καὶ συλλήψῃ υἱόν.

Κρ. 13,3 Αγγελος Κυρίου παρουσιάσθη εις την γυναίκα αυτήν και της είπεν· “ιδού συ είσαι στείρα και έως τώρα δεν εγέννησες υιόν. Τωρα όμως θα συλλάβης υιόν.

Κρ. 13,4 καὶ νῦν φύλαξαι δὴ καὶ μὴ πίῃς οἶνον καὶ μέθυσμα καὶ μὴ φάγῃς πᾶν ἀκάθαρτον·

Κρ. 13,4 Από τώρα λοιπόν πρόσεξε να μη πίης οίνον η άλλο μεθυστικόν ποτόν· πρόσεξε επί πλέον να μη φάγης τίποτε από εκείνα, τα οποία ο νόμος του Θεού χαρακτηρίζει ακάθαρτα.

Κρ. 13,5 ὅτι ἰδοὺ σὺ ἐν γαστρὶ ἔχεις καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ σίδηρος ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ οὐκ ἀναβήσεται, ὅτι ναζὶρ Θεοῦ ἔσται τὸ παιδάριον ἀπὸ τῆς κοιλίας, καὶ αὐτὸς ἄρξεται σῶσαι τὸν Ἰσραὴλ ἐκ χειρὸς Φυλιστιΐμ.

Κρ. 13,5 Διότι συ θα συλλάβης εν γαστρί και θα γεννήσης υιόν. Ψαλλίδι δεν θα ανεβή εις την κεφαλήν αυτού δια να κόψη την κόμην του, διότι το παιδίον τούτο θα είναι ναζιραίος (αφιερωμένος δηλαδή στον Θεόν) εκ κοιλίας μητρός του. Και αυτός θα κάμη αρχήν του έργου της σωτηρίας και απελευθερώσεως των Ισραηλιτών από την εξουσίαν των Φιλισταίων”.

Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΝΑΖΙΡΑΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ

Άγιος Μάξιμος Ομολογητής: «Τι σημαίνει ότι ο Σαμψών με την σιαγόνα του εξόντωσε τους Φιλισταίους; Ο Σαμψών είναι ο τύπος του αληθινού Ναζιραίου, του Χριστού».

2. Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ, Ο ΝΑΖΙΡΑΙΟΣ ΕΞΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ.

ΘΡΗΝΟΙ ΙΕΡΕΜΙΟΥ

ΚΕΦ. 4-5

Θ. Ιερ. 4,7 Ἐκαθαριώθησαν Ναζιραῖοι αὐτῆς ὑπὲρ χιόνα, ἔλαμψαν ὑπὲρ γάλα, ἐπυρώθησαν ὑπὲρ λίθους σαπφείρου τὸ ἀπόσπασμα αὐτῶν.

Θ. Ιερ. 4,7 Αλλοτε οι Ναζιραίοι της ήσαν καθαροί και κατάλευκοι, περισσότερον από το χιόνι. Ελαμπαν περισσότερον από το γάλα. Η ακτινοβολία των ήτο λαμπρότερα από τας πυρώδεις ακτίνας, που ρίπτει ο σάπφειρος.

Θ. Ιερ. 4,8 Ἐσκότασεν ὑπὲρ ἀσβόλην τὸ εἶδος αὐτῶν, οὐκ ἐπεγνώσθησαν ἐν ταῖς ἐξόδοις· ἐπάγη δέρμα αὐτῶν ἐπὶ τὰ ὀστέα αὐτῶν, ἐξηράνθησαν, ἐγενήθησαν ὥσπερ ξύλον.

Θ. Ιερ. 4,8 Τωρα όμως η μορφή των έγινε περισσότερον σκοτεινή και μελανή από την καπνιάν. Αγνώριστοι κατήντησαν στους δρόμους της ζωής των. Εκόλλησε το δέρμα των επάνω εις τα κόκκαλά των. Εξηράνθησαν, έγιναν ώσαν το ξύλον.

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΑΛΑΧΙΑΣ

Μαλ. 4,4 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστελῶ ὑμῖν Ἠλίαν τὸν Θεσβίτην, πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ,

Μαλ. 4,4 Ιδού, εγώ θα στείλω προς σας 'Ηλιαν τον Θεσβίτην, πριν έλθη η ημέρα εκείνη του Κυρίου, η μεγάλη και επιφανής.

Μαλ. 4,5 ὃς ἀποκαταστήσει καρδίαν πατρὸς πρὸς υἱὸν καὶ καρδίαν ἀνθρώπου πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ, μὴ ἐλθὼν πατάξω τὴν γῆν ἄρδην.

Μαλ. 4,5 Αυτός θα αποκαταστήση δεσμούς αγάπης, την καρδίαν του πατρός προς τον υιόν και την καρδίαν του ανθρώπου προς τον πλησίον αυτού, ίνα μη έλθω εγώ και κτυπήσω εκ θεμελίων την γην.

Μαλ. 4,6 μνήσθητι νόμου Μωσῆ τοῦ δούλου μου, καθότι ἐνετειλάμην αὐτῷ ἐν Χωρὴβ πρὸς πάντα τὸν Ἰσραὴλ προστάγματα καὶ δικαιώματα.

Μαλ. 4,6 Εχε πάντοτε στον νουν και την καρδίαν σου τον Νομον του δούλου μου Μωϋσέως, όλας εκείνας τας εντολάς που του έδωσα στο Χωρήβ δι' όλον τον Ισραηλιτικόν λαόν, προστάγματα και δικαιώματα.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

11 καὶ ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες, ὅτι λέγουσιν οἱ γραμματεῖς ὅτι ᾿Ηλίαν δεῖ ἐλθεῖν πρῶτον.

12 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· ᾿Ηλίας μὲν ἐλθὼν πρῶτον ἀποκαθιστᾷ πάντα· καὶ πῶς γέγραπται ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἵνα πολλὰ πάθῃ καὶ ἐξουδενωθῇ;

13 ἀλλὰ λέγω ὑμῖν ὅτι καὶ ᾿Ηλίας ἐλήλυθε, καὶ ἐποίησαν αὐτῷ ὅσα ἠθέλησαν, καθὼς γέγραπται ἐπ᾿ αὐτόν.

Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΕΞΑΔΕΛΦΟΥ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος

Ο Γαμαλιήλ ήθελε να δημιουργήσει μία κοινωνική χημεία προσδοκίας. Ήθελε να ξυπνήσει στον ιουδαϊκό λαό ένα φλογερό μεσσιανικό κλίμα, εντός του οποίου θα δρούσε ο Ναζιραίος Ιησούς. Χρειαζόταν μία πρόδρομη δράση, έτσι ώστε να μπορεί να εκτιμήσει τις κοινωνικές αντιδράσεις και να αναπροσαρμόσει την επακολουθούσα δράση του Ιησού. Γι αυτό χρησιμοποίησε τον εξάδελφο του Ιησού Ναζιραίο Ιωάννη.

Ο Γαμαλιήλ προσπαθούσε με τον Ναζιραίο Ιωάννη να ξεσηκώσει τις βαθειά ριζωμένες προσδοκίες του ιουδαϊκού λαού, για την επικείμενη επάνοδο στην γη του προφήτη Ηλία. Έτσι υποχρεώθηκε ο Ναζιραίος Ιωάννης να ζει στην έρημο του Ιορδάνη φορώντας δέρμα καμήλας, όπως και ο Ηλίας. Ο Ναζιραίος Ιωάννης βάπτιζε στα νερά του Ιορδάνη, αδιαμαρτύρητα, πολλούς Φαρισαίους και ιουδαίους ιερείς, χωρίς να διαθέτει ο ίδιος κανένα αναγνωρισμένο αξίωμα. Επί πλέον ενώ τους βάφτιζε τους έβριζε κιόλας. Στο σημείο αυτό φαίνεται καθαρά η συμπαιγνία και οι σαφείς εντολές προς όλους από τον Γαμαλιήλ.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

1 Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ἐκείναις παραγίνεται ᾿Ιωάννης ὁ βαπτιστὴς κηρύσσων ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς ᾿Ιουδαίας

2 καὶ λέγων· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

3 οὗτος γάρ ἐστιν ὁ ρηθεὶς ὑπὸ ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ.

4 Αὐτὸς δὲ ὁ ᾿Ιωάννης εἶχε τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπὸ τριχῶν καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, ἡ δὲ τροφὴ αὐτοῦ ἦν ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριον.

5 Τότε ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν ῾Ιεροσόλυμα καὶ πᾶσα ἡ ᾿Ιουδαία καὶ πᾶσα ἡ περίχωρος τοῦ ᾿Ιορδάνου,

6 καὶ ἐβαπτίζοντο ἐν τῷ ᾿Ιορδάνῃ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.

7 ἰδὼν δὲ πολλοὺς τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων ἐρχομένους ἐπὶ τὸ βάπτισμα αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ὑμῖν φυγεῖν ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς;

8 ποιήσατε οὖν καρπὸν ἄξιον τῆς μετανοίας,

Καθηγητής του ΑΠΘ κ. Στέργιος Σάκκος, ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ , ΤΟΜΟΣ Α’ , ΚΕΦΑΛΑΙΑ 1-8, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΧΑ Χριστιανική Ελπίς , Θεσσαλονίκη, 2008, σελίδες 400

ΝΑΖΙΡΑΙΟΣ Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ, Ο ΕΞΑΔΕΛΦΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΘΕΟΛΟΓΟ.

«Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται η τάξη των ναζίρ η ναζιραίων, των αφιερωμένων στον Θεό. Ήταν έγγαμοι. Η αφιέρωση τους φαινόταν εξωτερικά από το ότι δεν έκοβαν τα μαλλιά τους και δεν έπιναν κρασί ούτε άλλα μεθυστικά ποτά. Αυτό συνέβαινε συνήθως για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα (βλ. Αρ 6,1-21). Ορισμένοι ωστόσο έμειναν ισόβια ναζιραίοι, όπως ο Σαμψών και ο Σαμουήλ. Σ ‘ αυτούς θα συγκαταλεχτεί και ο εκλεκτός γιος του Ζαχαρία, διότι σύμφωνα με την αποκάλυψη του αγγέλου « οίνον και σίκερα ου μη πίη». Επιπλέον, ο Ιωάννης θα ζήσει με ισόβια άσκηση και παρθενία».

3. Ο ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ

ΒΑΣΙΚΟΣ ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΓΑΜΑΛΙΗΛ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ «ΝΑΖΙΡΑΙΟΣ».
ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΑΓΙΟΣ ΤΟΥ ΤΑΛΜΟΥΔ
(ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΜΠΕΝ ΓΚΟΥΡΙΟΝ).

Νικόδημος

Ο Νικόδημος είναι πρόσωπο που εμφανίζεται στην Καινή Διαθήκη.

Ήταν Φαρισαίος και μέλος του Σανχεντρίν, ο οποίος, με βάση το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, υποστήριξε τον Ιησού. Εμφανίζεται τρεις φορές στη διήγηση του Ιωάννη: την πρώτη επισκέπτεται τη νύχτα τον Ιησού για να ακούσει τη διδασκαλία του (κατά Ιωάννη 3:1-21), τη δεύτερη επικαλείται το νόμο σχετικά με την υπόθεση της σύλληψης του Ιησού κατά τη γιορτή της Σκηνοπηγίας (κατά Ιωάννη 7:45-51) και την τελευταία μετά τη Σταύρωση, όπου και βοηθάει τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία να ετοιμάσει το σώμα του Ιησού για την ταφή (κατά Ιωάννη19:39-42).

Η συζήτηση του Νικόδημου με τον Ιησού αποτελεί πηγή για πολλές εκφράσεις του Χριστιανισμού, και κυρίως, για την περιγραφική φράση αναγέννηση που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την πίστη ότι ο Χριστός είναι ο Σωτήρας, και το χωρίο «Κατά Ιωάννη 3:16», μια φράση που χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου.

Ένα απόκρυφο ευαγγέλιο με τίτλο Ευαγγέλιο του Νικοδήμου γράφτηκε κάποια στιγμή το Μεσαίωνα. Παρουσιάζει πολλά κοινά με τις Πράξεις του Πιλάτου, που είχαν κυκλοφορήσει νωρίτερα, και αφηγείται και την κάθοδο του Χριστού στον Άδη.

Αν και δεν υπάρχουν τεκμηριωμένες πληροφορίες για το Νικόδημο, πέρα από τα όσα αναφέρονται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, η Ιουδαϊκή Εγκυκλοπαίδεια και πολλοί ιστορικοί της Βίβλου εικάζουν ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο με τον Νικόδημο Μπεν Γκουριόν, που αναφέρεται από το Ταλμούδ σαν ένας ευκατάστατος και δημοφιλής άνδρας στον οποίον αποδίδονταν θαυματουργικές δυνάμεις. Με βάση τη χριστιανική παράδοση ο Νικόδημος μαρτύρησε κάποια στιγμή μέσα στον πρώτο αιώνα.

Αναφέρεται επίσης ότι ο Νικόδημος ήταν ανεψιός του Γαμαλιήλ (!)

4. Ο ΙΩΣΗΦ ΑΡΙΜΑΘΑΙΑΣ

ΑΛΛΟ ΕΝΑ ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ ΣΑΝΧΕΝΤΡΙΝ ΣΕ ΑΠΟΣΤΟΛΗ.

Ο Ιωσήφ της Αριμαθείας ή Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας ήταν μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου της Ιερουσαλήμ, πλούσιος και μυστικός μαθητής του Ιησού, που φέρεται να αντιτάχθηκε στη καταδίκη του και ο οποίος, σύμφωνα με το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (27:57-60), μετά τον θάνατο του Ιησού ζήτησε από τον Πόντιο Πιλάτο την άδεια να αποκαθηλώσει το νεκρό σώμα του Ιησού από τον Σταυρό, προκειμένου να το προετοιμάσει για τον ενταφιασμό (κηδέψει) στον παραχωρούμενο, από τον ίδιο τον Ιωσήφ, λαξευτό τάφο, πιθανώς οικογενειακό. Πράγματι η άδεια αυτή του παραχωρήθηκε και με βοηθό του τον (ελληνοφανή) Νικόδημο "το Άχραντον Σώμα σινδόνι καθαρά ειλήσας και αρώμασι εν μνήματι καινώ κηδεύσας απέθετο", έως την «ανάστασή» του. Ο Ιωσήφ αναφέρεται και από τους τέσσερις Ευαγγελιστές, αλλά επί της ουσίας τίποτα περαιτέρω δε γνωστοποιείται για τις μεταγενέστερες δραστηριότητές του. Στο πρόγραμμα "Ναζιραίος" έπρεπε ο καθένας να εκπληρώσει τις οδηγίες του και μετά να αποσυρθεί στην αφάνεια.

5. Ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ

Ο Στέφανος, επονομαζόμενος και πρωτομάρτυρας, υπήρξε, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη διάκονος και πρώτος μάρτυρας της Χριστιανικής εκκλησίας. Συγκαταλέγεται στους αγίους του Χριστιανισμού.

Στις Πράξεις των Αποστόλων (κεφ. 6-8), αναφέρεται πως κατηγορήθηκε από τους Ιουδαίους, ότι βλασφημούσε τον Μωυσή και τον Θεό. Ο Στέφανος απολογούμενος ενώπιον του συνεδρίου, προέβαλε επιχειρήματα υποστηρίζοντας ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν ο Μεσσίας, κάτι το οποίο εξόργισε τους απληροφόρητους φανατικούς Ιουδαίους οι οποίοι, αφού τον έβγαλαν έξω από την πόλη της Ιερουσαλήμ, τον λιθοβόλησαν. Ο φίλος και προστάτης του Γαμαλιήλ δεν πρόλαβε να δράσει.

Ο Εφραίμ ο Σύρος σε ένα εξηγητικό του έργο πάνω στις Πράξεις, μας διηγείται, για πρώτη φορά, μία εξωγραφική πληροφορία, καθώς μας αναφέρει ότι ο Στέφανος ήταν στενός φίλος του Γαμαλιήλ (!)

Τα τμήματα του παζλ μπαίνουν σιγά σιγά το καθένα στην θέση τους.

6. ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΙΟΥΔΑΙΟΙ ΙΕΡΕΙΣ

ΟΙ «ΘΑΝΑΣΙΜΟΙ» ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΤΟΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΥΝ ΠΑΝΤΟΤΕ

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13. Οι ίδιοι οι Φαρισαίοι προστατεύουν τον Ιησού από απόπειρα δολοφονίας. Ανάλογα περιστατικά προστασίας, φιλοξενίας και στημένης αντιπαλότητας περιγράφονται ατελείωτα στην "Καινή Διαθήκη".

31 ᾿Εν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ προσῆλθόν τινες Φαρισαῖοι λέγοντες αὐτῷ· ἔξελθε καὶ πορεύου ἐντεῦθεν, ὅτι ῾Ηρῴδης θέλει σε ἀποκτεῖναι.

32 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες εἴπατε τῇ ἀλώπεκι ταύτῃ· ἰδοὺ ἐκβάλλω δαιμόνια καὶ ἰάσεις ἐπιτελῶ σήμερον καὶ αὔριον, καὶ τῇ τρίτῃ τελειοῦμαι·

Η δήθεν αντιπαλότητα του Ιησού με τους ιερείς και φαρισαίους ήταν στημένη από τον Γαμαλιήλ. Η σχολή του Γαμαλιήλ θα γεννούσε μία θυγατέρα, η οποία έπρεπε, σύμφωνα με το σοφό σχέδιο, να ξεκοπεί από τον καταπιεστικό και άγριο Γιαχβικό ιουδαϊσμό, για να είναι σε θέση να σαγηνεύσει τα έθνη, με γλυκόλαλες επικλήσεις και όμορφες ιστορίες αγάπης και ελπίδας.

ΓΑΜΑΛΙΗΛ, Ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ, ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ, ΚΟΙΝΟΣ ΑΓΙΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΑΛΜΟΥΔ. Ο μυστικός ιδρυτής του χριστιανισμού, ο επιστημονικός διευθυντής του Σανχεντρίν στο μυστικό ιουδαϊκό πρόγραμμα: «Πορευθέντες Ναζιραίοι, μαθητεύσατε πάντα τα έθνη».

Περίφημος Εβραίος νομοδιδάσκαλος του 1ου μ. Χ αιώνα, Φαρισαίος με μεγάλο κύρος στο ιουδαϊκό λαό. Διαδέχτηκε τον πατέρα του Σίμωνα και τον παππού του, ραβίνο Χιλλέλ, στου οποίου τη σχολή ανήκε και ήταν νασί (=πρόεδρος) του Συνεδρίου (Σανχεντρίν). Υπήρξε ο πρώτος που έλαβε την ονομασία rabban (=δάσκαλος) και κατείχε τον τίτλο ha-Zaqen (πρεσβύτερος).

Κατά την καταδίκη των Αποστόλων (Πραξ. 5,34 επ) από το Συνέδριο, υποστήριξε και πέτυχε την απελευθέρωσή τους. Σε πολλά μαρτυρολόγια φέρεται σαν μάρτυρας του χριστιανισμού (!) Κατά το ρωμαϊκό μαρτυρολόγιο γιορτάζεται στις 3 Αυγούστου η ανακομιδή των λειψάνων του (!)

ΠΩΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΧΑΣΑΝ ΤΗΝ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ.

Οι υπερήφανοι φιλοσοφημένοι Έλληνες καθήμενοι με αξιοπρέπεια στις φιλοσοφικές τους σχολές, προσπαθούσαν να προσελκύσουν τους λίγους και εκλεκτούς φιλομαθείς στον κόσμο της επιστήμης. Οι Έλληνες έψαχναν τους λιγοστούς άξιους για να τους ανεβάσουν στην κορυφή της απαιτητικής γνώσης. Ήταν παραδομένοι στην παντοειδή έρευνα, στην χαραυγή των επιστημών, στην κατανόηση της φύσης και των μυστικών του σύμπαντος, στην δημιουργία των τεχνών. Ο Σέξτος Εμπειρικός στο έργο του «Προς αστρολόγους» σχολιάζει όλη την ανατολίτικη δεισιδαιμονία. Περιγράφοντας τους ισχυρισμούς των σημιτών για την αστρολογία, τα θαύματα, τις προβλέψεις των σεισμών, των λοιμών και των καταποντισμών, γράφει ο Έλληνας σοφός αγανακτισμένος: «όλα αυτά και τα παρόμοια γέλωτος μάλλον παρά σπουδής άξια είναι».

Οι καιροί όμως είχαν αλλάξει. Μία θρησκευτική θύελλα φούντωνε πάνω στον Ελληνικό κόσμο και απειλούσε να βουλιάξει το σκάφος του Ελληνισμού μαζί με όλους τους σοφούς, τις βιβλιοθήκες, τις σχολές και τα εργαστήρια.

Από τις αρχές του 1ου μ.Χ. αιώνα ο θρησκευτικός λαϊκισμός σάρωνε κυριολεκτικά την Μεσόγειο διαλαλώντας τους ιουδαϊκούς μύθους και κερδίζοντας σαρωτικά τους λαϊκούς πόθους. Μία οργανωμένη σαγηνευτική θύελλα μάζευε σωρευτικά τις απαίδευτες ψυχές. Ο αδαής λαός με σκοτεινές γιαφκικές φοβέρες και ελπιδολάγνους μεταθανάτιους δελεασμούς, τυφλωμένος μαζικά από το «φως» των «αποστόλων», που πουλούσαν «σωτηρία» και «ελπίδα» βάδιζε αργά αλλά σταθερά στην παράλυση από το «εξ ιουδαίας δηλητήριον».

Το παιχνίδι παιζόταν έξω στους δρόμους, εκεί δινόταν το δράμα της λαϊκής επικράτησης. Οι «απόστολοι» ψάρευαν τα ευκολοθήρευτα αδαή και απαίδευτα ψάρια σε μεγάλους αριθμούς. Οι Έλληνες όμως προσπερνούσαν με περιφρονητική αδιαφορία ή σοβαροφανή ουδετερότητα. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι η νέα αυτή εξ ανατολών θρησκεία έδινε ένα ορκισμένο και μεθοδικό αγώνα απόλυτης επικράτησης. Ότι αυτή η κοινωνική απειλή θα εξάρθρωνε στην Μεσόγειο εκ βάθρων όλα τα ήθη, τα έθιμα και τις κοινωνικές δομές του Ελληνικού κόσμου.

ΓΙΑΤΙ ΕΠΕΣΕ ΕΤΣΙ Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ;

Ο Ελληνισμός αδράνησε, δεν αντέδρασε στην εισβολή του ιουδαϊκού χριστιανισμού, λόγω της πανάρχαιας εθιμικής του ανεξιθρησκίας. Το Ελληνικό πνεύμα θεωρούσε αδιανόητη την εχθρική συμπεριφορά (την μισαλλοδοξία) κατά της πίστης των άλλων. Δεν κατάλαβε ότι η νέα ανατολίτικη πίστη, θα γίνει όπλο επικράτησης και μεθοδικής εξόντωσης του δικού του τρόπου ζωής.

Δεν κατάλαβε ότι οι κοινωνικές μάχες κερδίζονται ή χάνονται σε επίπεδο λαϊκής αποδοχής. Έτσι παρέδωσε μαζικά τους αγράμματους (τα ψάρια των γαλιλαίων ψαράδων) στα επιδέξια χέρια των ιουδαίων μάγων. Ο ιουδαιοχριστιανισμός με φαρισαϊκή μαεστρία μετέτρεψε την «θεολογία» του σε πολυπρόσωπη πολιτική τέχνη. Νάρκωσε μεθοδικά κάθε λαϊκή αντίδραση. Στους απλοϊκούς μεσόγειους εμφάνισε το προσωπείο της αγαθής αγάπης. Στους πονεμένους υποσχέθηκε συμπόνια, στους αδικημένους εκδίκηση και στους φοβισμένους τον προστασία. Κουνώντας ασταμάτητα στα λαϊκά μάτια και αυτιά το δώρο της αιώνιας ζωής που υποσχόταν, κατάφερνε να φανατίζει την ψυχή των λαϊκών στρωμάτων.

Στο φαινόμενο που λέγεται «πίστη» υπάρχει μία πνευματική ασθένεια. Οι «πιστοί» αποτελούνται από ανθρώπους που ποτέ δεν έχουν το κουράγιο για σοβαρή αμφισβήτηση σε όσα τους μαθαίνουν να πιστεύουν. Όσοι διαβάζουν τα βιβλία της πίστης τους, το κάνουν μόνο λατρευτικά. Είναι μελετημένο επιστημονικά ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πιστών ποτέ δεν διάβασε τα κείμενα της «πίστης» τους. Μερικοί μελετηροί «πιστοί» μαθαίνουν μόνο μερικά αποσπάσματα π.χ. των εβραϊκών γραφών, παπαγαλίζουν συγκεκριμένα υπερασπιστικά εδάφια της πίστης τους και σχεδόν κανένας δεν διαθέτει πληρέστερη επίγνωση των γραφών.

Ο ΙΟΥΔΑΪΣΜΟΣ, ΜΙΑ ΜΗΤΡΑ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑΕΙ ΑΤΕΛΕΙΩΤΑ ΑΝΤΙΓΡΑΦΑ.

Η λειτουργική δομή, η μεταδοτικότητα και ο δυναμισμός της ιουδαϊκής σωτηριολογίας, μπορεί σχετικά εύκολα σε διάφορους λαούς να γεννήσει παραλλαγές του εαυτού της. Η ορμητική γέννηση του Ισλαμισμού τον 7ο αιώνα με δύο κεντρικά πρόσωπα, τον αρχέτυπο προφήτη Αβραάμ και τον προφήτη Μωάμεθ, δείχνει ξεκάθαρα ότι ο δυναμισμός της ιουδαϊκής θρησκείας μπορεί να αναπαράγει σε διάφορους λαούς παραλλαγές του αρχέτυπου ιουδαϊκού θρησκευτισμού.

Όταν οι ιστορικές συγκυρίες της Μεσογείου το απαιτούσαν, ο επεκτατισμός της πίστης στον Ιεχωβά μεταμορφώθηκε με σχετική ευκολία σε ιουδαιοχριστιανισμό. Αργότερα επανέλαβε τον ίδιο άθλο προσφέροντας στον αραβικό κόσμο μία άλλη παραλλαγή της αρχαιοεβραϊκής ιστορίας, γεννώντας εύκολα τον ιουδαιοϊσλαμισμό.

Και πολύ αργότερα, όταν οι θρησκευτικές πίστεις υποχωρούσαν στους ευρωπαϊκούς λαούς, έδωσε μία νεώτερη «επιστημονική» ιουδαϊκή φιλοσοφία, τον ιουδαϊκό διαλεκτικό υλισμό - κομμουνισμό.

Δεν υπάρχει τίποτα άχρηστο, ούτε η ίδια η αχρηστία

Δεν υπάρχει βιβλίο ικανό να ταρακουνήσει τα σωθικά μας όπως τα Δοκίμια (1580-1588) του Μονταίνιου. Κι όμως ο συγγραφέας δηλώνει ότι άρχισε να το γράφει χωρίς κάποιον συγκεκριμένο σκοπό («δεν έβαλα εδώ για τον εαυτό μου άλλο στόχο παρά οικιακό και ιδιωτικό»), αλλά για να αφηγηθεί, σε ένα κλίμα οικειότητας, όπως πολύ σωστά παρατήρησε η Φάουστα Γκαραβίνι, τους φόβους και τις άμυνες ενός κατακερματισμένου και διαφοροποιημένου πλάσματος: «Έτσι, αναγνώστη, είμαι εγώ ο ίδιος η ύλη του βιβλίου μου: δεν υπάρχει λόγος να περάσεις τη σχόλη σου μ’ ένα θέμα τόσο επιπόλαιο και τόσο κενόδοξο». Επομένως, ένα άχρηστο βιβλίο το οποίο γράφεται σε μια βιβλιοθήκη που στήθηκε εκεί όπου πριν υπήρχε η γκαρνταρόμπα, «ο πιο άχρηστος τόπος του σπιτιού» (ο.π.,ΙΙΙ,3, σ. 60). Είναι εδώ που ο Μονταίνιος περνά τον καιρό του, μοναχικά, μελετώντας για την ευχαρίστησή του και όχι για κάποια μορφή κέρδους («Νέος μελετούσα για να κάνω επίδειξη` αργότερα, για να γίνω κάπως σοφός` τώρα, για διασκέδαση` ποτέ για το κέρδος».

Και μελετά ξέροντας καλά ότι η φιλοσοφία αντιμετωπίζεται ως κάτι «δίχως καμία χρησιμότητα και καμία αξία»:

Είναι πολύ παράδοξο ότι τα πράγματα έχουν φτάσει
σε τέτοιο σημείο στον αιώνα μας, ώστε η φιλοσοφία
να είναι, ακόμα και για τους γνωστικούς ανθρώπους,
λέξη κενή κι ουρανοκατέβατη, που θεωρείται δίχως
καμία χρησιμότητα και καμία αξία (ο.π., Ι, 26, σ. 224).

Παρ’ όλα αυτά, ο Μονταίνιος δεν παραδίδει τα όπλα. Το αντίθετο, σε πολλές περιπτώσεις, ο φιλόσοφος μας καλεί να αναγνωρίσουμε το άχρηστο εκείνων των αγαθών που συνήθως θεωρούνται χρήσιμα (θα έπρεπε «να γεννηθεί στους ανθρώπους η περιφρόνηση του χρυσού και του μεταξιού, όπως για πράγματα μάταια κι άχρηστα` ενώ τους αυξάνουμε την τιμή και την αξία, το οποίο είναι αδέξιος τρόπος για να κάνουμε τους ανθρώπους να τα σιχαθούν», ο.π., Ι, 43, σ. 347).

Η χαρά βρίσκεται πάντοτε μέσα σου. Οι άλλοι είναι απλώς οι αφορμές.

Όποτε υπάρχει χαρά, νιώθεις πως έρχεται απ’ έξω. Συνάντησες ένα φίλο. Φυσικά, φαίνεται ότι η χαρά σου έρχεται από το φίλο, επειδή τον είδες. Στην πραγματικότητα όμως, δεν συμβαίνει αυτό. Η χαρά βρίσκεται πάντοτε μέσα σου. Ο φίλος έγινε απλώς η αφορμή. Ο φίλος σε βοήθησε να τη βγάλεις προς τα έξω, σε βοήθησε να δεις πως είναι εκεί.

Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο με τη χαρά, αλλά με το κάθε τι. Συμβαίνει με το θυμό, με τη λύπη, με τη δυστυχία, με την ευτυχία, συμβαίνει με το κάθε τι. Οι άλλοι είναι απλώς οι αφορμές, με τις οποίες εκφράζονται τα πράγματα που είναι κρυμμένα μέσα σου. Δεν είναι οι αιτίες, δεν προκαλούν εκείνοι κάτι μέσα σου.

Οτιδήποτε συμβαίνει, συμβαίνει μέσα σου. Πάντοτε εκεί βρισκόταν. Απλώς η συνάντηση με αυτό το φίλο έχει γίνει η αφορμή να βγει οτιδήποτε ήταν κρυμμένο. Από τις κρυμμένες πηγές, έχει γίνει φανερό, έχει εκδηλωθεί. Όποτε συμβαίνει αυτό, μείνε κεντραρισμένος στο εσωτερικό συναίσθημα και τότε θα έχεις διαφορετική συμπεριφορά για το κάθε τι στη ζωή.

Όποτε είσαι μόνος, δεν υπάρχει κανένας που να προκαλέσει το θυμό σου, κανένας που να σε κάνει να στενοχωρηθείς, κανένας που να σε κάνει να φορέσεις τα ψεύτικα πρόσωπά σου. Όταν είσαι μόνος, δεν εμφανίζεται ο θυμός. Όχι ότι ο θυμός έχει εξαφανιστεί, απλώς δεν υπάρχει αφορμή για να εκδηλωθεί ο θυμός. Είσαι γεμάτος θυμό, μα δεν βρίσκεται εκεί κανένας για να σε προσβάλλει, να σε πληγώσει. Το μόνο που λείπει είναι η ευκαιρία. Κι ύστερα, γυρίζεις και πάλι στον κόσμο. Ζεις πενήντα χρόνια στα Ιμαλάια και όταν ξαναγυρίζεις στον κόσμο, αμέσως θα βρεις πως υπάρχει θυμός μέσα σου, φρέσκος όσο ποτέ. Μπορεί μάλιστα να είναι και πιο δυνατός τώρα, επειδή επί πενήντα χρόνια μάζευες θυμό, μάζευες δηλητήριο. Τότε, φοβάται κανείς να ξαναγυρίσει στον κόσμο.

Ο πενηνταεφτάχρονος ύπνος του Επιμενίδη

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο πενηνταεφτάχρονος ύπνος του ΕπιμενίδηΣτα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα η Αθήνα περνούσε μεγάλη κοινωνική κρίση, από την οποία θα έβγαινε πολλά χρόνια αργότερα, χάρη στις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα πρώτα, και του Κλεισθένη αργότερα. Κυβερνούσαν οι αριστοκράτες, αλλά η δυσαρέσκεια του λαού ήταν πολύ μεγάλη.Τη δυσαρέσκεια αυτή επιχείρησε να εκμεταλλευτεί ένας ευγενής που λεγόταν Κύλων και είχε δυο σοβαρά ατού: ήταν ολυμπιονίκης και ο πεθερός του, ο Θεαγένης, ήταν τύραννος στα γειτονικά Μέγαρα.

Με αρκετούς λοιπόν οπαδούς του, και με τη βοήθεια ενόπλων που του παραχώρησε ο Θεαγένης, ο Κύλων έκανε κατάληψη, όπως θα λέγαμε σήμερα, στην Ακρόπολη και επιχείρησε να γίνει τύραννος. Η βοήθεια όμως που του έδωσε ο Θεαγένης, θεωρήθηκε από τους Αθηναίους «ξένη επέμβαση» και ο Κύλων απομονώθηκε. Ένοπλοι πολίτες από το άστυ και την ύπαιθρο έτρεμαν και τον πολιόρκησαν στην Ακρόπολη. Εκείνος, πιστεύοντας πως θα νικούσε σύντομα, δεν είχε φροντίσει να εφοδιαστεί με τρόφιμα και άλλο, εφόδια. Τελικά, αυτός μεν κατάφερε να ξεφύγει μαζί με τον αδελφό του, οι οπαδοί του όμως και οι Μεγαρίτες σύμμαχοι, εξαντλημένοι από την πείνα κατέφυγαν ικέτες στο βωμό της Αθηνάς.

Οι άρχοντες των Αθηναίων τους υποσχέθηκαν πως αν παραδοθούν δε θα θιγούν αλλά θα περάσουν από κανονική δίκη, μόλις όμως εκείνοι κατέθεσαν τα όπλα οι πολιορκητές τους τους θανάτωσαν. Μόνο ο Κύλων και ο αδελφός του δικάστηκαν ερήμην και καταδικάστηκαν σε «αειφυγία», δηλαδή σε ισόβια εξορία και απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων τους, ποινή που επεκτάθηκε και στους απογόνους τους.

Το ανοσιούργημα αυτό των αρχόντων, που αδίκως το φορτώσανε αργότερα στον «επώνυμο άρχοντα», τον Μεγακλή του Αλκμαίωνος, χαρακτηρίστηκε «Κυλώνιον άγος» και όλοι φοβήθηκαν πως θα προκαλούσε την οργή των θεών και στην πόλη θα ξεσπούσαν επιδημίες και θεομηνίες. Έπρεπε λοιπόν να γίνει επίσημος καθαρμός της πόλης, από κάποιον ειδικό. Απευθύνθηκαν στην Πυθία και εκείνη τους υπέδειξε τον Επιμενίδη από την Κρήτη.

Ο Επιμενίδης ήταν γιος του Φαιστίου, από σημαντική οικογένεια της Κνωσού και ήταν πασίγνωστος και σεβαστός στο Πανελλήνιο, ως γιατρός και ως μάντης, προικισμένος με θαυματουργές ικανότητες. Τη φήμη του αυτή την απέκτησε πολύ νωρίς, χάρη σε μιαν απίστευτη περιπέτεια που είχε στα παιδικά του χρόνια. Όταν κάποτε χάσανε ένα πρόβατο, ο πατέρας του τον έστειλε πρωί πρωί στα χωράφια, να ψάξει να το βρει. Ο Επιμενίδης βγήκε από την πόλη και μέσα στο καλοκαιρινό λιοπύρι έψαχνε στους γύρω λόφους να βρει το ζωντανό, ώσπου μεσημέριασε. Στο δρόμο του βρήκε μια σπηλιά και μπήκε μέσα να δροσιστεί. Καθώς όμως ήταν πολύ κουρασμένος αποκοιμήθηκε αμέσως.

Όταν ξύπνησε και είδε πως η ώρα είχε περάσει, βγήκε και συνέχισε να ψάχνει για το πρόβατο. Του φάνηκαν τότε όλα διαφορετικά κι αυτό τον παραξένεψε. Επιπλέον το πρόβατο εξακολουθούσε vα μένει άφαντο. Αποφάσισε τότε να γυρίσει σπίτι. Όταν όμως μπήκε στην Κνωσό τον έπιασε τρόμος. Όλα τα βρήκε τελείως διαφορετικά από ό,τι τα είχε αφήσει το πρωί.

Τελείως διαφορετικό του φάνηκε και το πατρικό του σπίτι, όταν μπήκε μέσα συνάντησε έναν γέρο που τον κοιτούσε κατάπληκτος. Τελικά, όταν δόθηκαν οι σχετικές εξηγήσεις, ο Επιμενίδης έμαθε πως αυτός ο γέρος ήταν ο μικρότερος αδελφός του, πως οι γονιοί τους είχαν πεθάνει πριν πολλά χρονιά και πως τον ίδιο τον θεωρούσαν χαμένο, γιατί όταν πριν από πενήντα επτά χρονιά τον έστειλαν να βρει ένα πρόβατο δεν γύρισε πίσω!

Η απίστευτη ιστορία του μαθεύτηκε αμέσως σε όλη την πόλη και σύντομα διαδόθηκε στο Πανελλήνιο, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ο Επιμενίδης εκλεκτός των θεών και να ξεκινήσει μια λαμπρή σταδιοδρομία στον τομέα αυτόν. Έτσι τον υπέδειξε η Πυθία ως τον καταλληλότερο για να καθαρίσει την Αθήνα από το Κυλώνειον άγος.

Οι Αθηναίοι στείλανε τότε στην Κνωσό τον Νικία του Νικηράτου με ένα πλοίο να τον φέρει στην πόλη τους. Ο Επιμενίδης δέχτηκε και ήρθε στην Αθήνα, τον πρώτο χρόνο της 46ης Ολυμπιάδας. Ξεκίνησε αμέσως τον καθαρμό της πόλης με εξιλαστήριες θυσίες προβάτων και την ανέγερση ναών ή βωμών στους θεούς, κυρίως όμως τον πέτυχε, συμφιλιώνοντας τους πολίτες και αποκαθιστώντας την ομόνοια μεταξύ τους. Οι Αθηναίοι τον τίμησαν με ανδριάντα και τον κατέταξαν στους ήρωες-ευεργέτες της πόλης τους.

Στον Επιμενίδη αποδίδεται και μια ρήση, που από μονή της αποτελεί παραδοξολογία. Εξοργισμένος με τους συμπατριώτες του, που όχι μόνο ισχυρίζονταν πως ο Δίας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κρήτη αλλά πως, παρά το ότι ήταν θεός, πέθανε εκεί και θάφτηκε στο βουνό Ιυκτός (που και σήμερα κρατά το αρχαίο του όνομα, Γιούχτας), είπε το περίφημο «πάντες οι Κρήτες ψεύδονται».

Αλλά καθώς και ο ίδιος ήταν Κρητικός, σύμφωνα με τα δικά του λόγια έλεγε ψέματα. Αν όμως έλεγε ψέματα τότε δεν ήταν αλήθεια πως όλοι οι Κρητικοί λένε ψέματα και ούτω καθεξής…

ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ, (Βίοι Φιλοσόφων – Βιβλίο Α’, 109)

Πυθαγόρειες τριάδες και αριθμοί Φιμπονάτσι

Οι πυθαγόρειες τριάδες
Όταν άρχισε να εφαρμόζει το πυθαγόρειο θεώρημα, εντύπωση του έκανε η τριάδα «3, 4 ,5» ως μήκη πλευρών ορθογωνίου τριγώνου. Δοκίμασε και με την τριάδα 2, 3, 4 για να διαπιστώσει εύκολα ότι δεν μπορούσε να είναι πλευρές ορθογωνίου τριγώνου. Το ίδιο έγινε και με την τριάδα 4, 5 ,6.

Αναρωτήθηκε «ποιες άλλες τριάδες φυσικών αριθμών θα μπορούσαν να είναι πλευρές ορθογωνίου τριγώνου» και η πρώτη βέβαια επιλογή ήταν «όλα τα πολλαπλάσια των «3, 4 ,5» δηλαδή οι τριάδες «6, 8 ,10» «9, 12, 15» «15, 20 ,25» «18, 24, 30» και οι υπόλοιπες. Αναρωτήθηκε εάν υπάρχουν άλλες τριάδες εκτός από αυτές. Σε γλώσσα άλγεβρας τριάδες φυσικών αριθμών α, β, γ, που ικανοποιούν τη σχέση α2 + β2 = γ2 .

Και τυχαία διέκρινε την τριάδα «12, 5, 13» άρα και τα πολλαπλάσιά της την «24, 10, 26» την «36, 15, 39» και τις υπόλοιπες. Αναρωτήθηκε πώς θα μπορούσε να αναζητήσει τις άλλες τριάδες αλλά δεν το κατάφερνε και το άφησε.

Αναρωτήθηκε στη συνέχεια εάν υπάρχουν τριάδες φυσικών αριθμών που να ικανοποιούν τη σχέση α3 + β3= γ3 ή ίσως και την α4 + β4= γ4 δεν μπόρεσε να βρει ούτε μία τέτοια τριάδα και κάπου εκεί ρωτώντας κάποιος φοιτητής του μαθηματικού του μίλησε για το τελευταίο θεώρημα του Fermat.
Εξυπακούεται ότι κατά την εποχή της «εφηβικής του Αρχαιότητας» το κομπιουτεράκι ως καθημερινή πρακτική δεν είχε κάνει την εμφάνισή του ούτε το θεώρημα του Fermat είχε αποδειχθεί από τον Andrew Wiles .

Οι φιμπονάτσι
Η ακολουθία Fibonacci 1, 1, 2, 3, 5, 8, 13, 21, 34, 55, 89, 144, 233, 377, 610, 987, 1597, 2584, 4181, 6765, 10946, 17711, 28657, 46368, 75025 . . Καθένας από τους όρους της προκύπτει από το άθροισμα των δύο που προηγούνται. αν = αν-1 + αν-2 .

Ο Leonardo από την Πίζα – Leonardo Pisano, αποκαλούμενος Fibonacci, γιος του Bonacci, – ο μεγαλύτερος ίσως ευρωπαίος μαθηματικός του Μεσαίωνα, είχε καταλήξει σε αυτή την ακολουθία παρακολουθώντας τις συνήθειες των κουνελιών όταν ζευγαρώνουν. Οι «αριθμοί Fibonacci» εμφανίζονται στη φύση σε ένα σωρό επεισόδια. Πόσα είναι τα πέταλα των λουλουδιών; Αν τα μετρήσουμε θα καταλήξουμε σε αριθμό Fibonacci. Σε κάθε κουκουνάρι υπάρχουν έλικες. Πόσες είναι οι έλικες σε ένα τυχαίο κουκουνάρι; Αν τις μετρήσουμε θα βρούμε κάποιον αριθμό Fibonacci. Η ανάπτυξη των οστράκων μέσα στον χρόνο βρίσκεται επίσης σε αντιστοιχία με τους αριθμούς Fibonacci.

Και το πιο παράξενο. Η ακολουθία σχετίζεται με το κατασκεύασμα της ελληνίδας Γεωμετρίας που λέγεται χρυσή τομή.

Συνταγές για τον σχηματισμό των πλανητών

Variations on a themeΟι παρατηρήσεις των πλανητών του ηλιακού μας συστήματος όσο και των εξωπλανητών διαμορφώνουν τις ιδέες μας για το πώς σχηματίζονται και εξελίσσονται τα πλανητικά συστήματα. Ο Michael Meyer – ο αστρονόμος του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης με έρευνα στον σχηματισμό των πλανητών -περιγράφει εδώ πως γίνεται το ‘μαγείρεμα’ των πλανητών τόσο στην δική μας γειτονιά όσο και σε άλλα σημεία του Γαλαξία μας – ή και πέρα ακόμη από αυτόν.

Παραλλαγές σε ένα θέμα
Όποιος έχει χρησιμοποιήσει ποτέ μαγειρική σόδα αντί για μπέικιν πάουντερ όταν προσπαθεί να φτιάξει ένα κέικ ξέρει μια απλή αλήθεια: το ζήτημα των συστατικών. Το ίδιο ισχύει και για το σχηματισμό ενός πλανήτη. Οι πλανήτες είναι κατασκευασμένοι από τα υλικά που συσσωρεύονται σε ένα περιστρεφόμενο δίσκο γύρω από νεαρά αστέρια – κυρίως τα «υπόλοιπα» από τη στιγμή που σχηματίστηκαν τα ίδια τα αστέρια μέσω της βαρυτικής κατάρρευσης των περιστρεφόμενων νεφών του αερίου και της σκόνης. Ο δίσκος που θα σχηματίσει τον πλανήτη θα πρέπει συνεπώς να έχει αρχικά το ίδιο ποσοστό του αερίου με την σκόνη όπως έχει και το διαστρικό μέσο: περίπου 100 με 1 κατά βάρος. Ομοίως, φαίνεται λογικό ότι η στοιχειώδη σύνθεση του δίσκου πρέπει να ταιριάζει με αυτή του άστρου, αντικατοπτρίζοντας έτσι τις αρχικές συνθήκες σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο στο γαλαξία.
 

Η σύνθεση των πλανητών στο ηλιακό σύστημα

Ωστόσο, βλέπουμε μια μεγάλη ποικιλία στη χημική σύσταση των πλανητών στο ηλιακό μας σύστημα σαν συνάρτηση της μάζας του πλανήτη, και την  απόσταση από τον Ήλιο (δύο μεταβλητές που από μόνες τους δεν είναι εντελώς ανεξάρτητες). Ας εξετάσουμε το εσωτερικό του ηλιακού συστήματος, το οποίο είναι το βασίλειο των "γήινων" πλανητών – Άρη, Γη, Αφροδίτη και Ερμή. Από όσο ξέρουμε η Αφροδίτη, η Γη, ο Άρης και τα μητρικά αντικείμενα των μετεωριτών που πέφτουν στη Γη, όλα τους έχουν παρόμοια σύνθεση. Ο Ερμής είναι μια περίεργη μπάλα με μία ασυνήθιστα πλούσια σε σίδηρο και φτωχή σε πυρίτιο σύνθεση: θεωρείται ότι είναι ο πυρήνας ενός πλανήτη που έχασε τον μανδύα και τον φλοιό του σε μια δραματική σύγκρουση με άλλον πρωτοπλανήτη. Ωστόσο, ακόμη και άλλοι επίγειοι πλανήτες παρουσιάζουν περίεργες διαφορές στα ποσοστά ορισμένων στοιχείων σε σχέση με τον Ήλιο. Η αναλογία του άνθρακα προς το πυρίτιο στη Γη, για παράδειγμα, είναι 20 φορές μικρότερη από ό,τι είναι στον ήλιο. Μάλιστα οι διαφορές αυτές θα μπορούσαν να προσφέρουν σημαντικές ενδείξεις για το σχηματισμό του ηλιακού μας συστήματος.
 
Ο Δίας και ο Κρόνος είναι πιο μακριά, σε μια τροχιά γύρω από τον Ήλιο 5 και 10 φορές αντίστοιχα μεγαλύτερη από τη μέση απόσταση μεταξύ της Γης και του Ήλιου (λέγεται και αστρονομική μονάδα ή AU). Επίσης, είναι ριζικά διαφορετικοί πλανήτες πό τα γήινα ξαδέλφια τους. Όπως και ο Ήλιος, αυτοί οι “γίγαντας αέριοι" πλανήτες αποτελούνται κυρίως από υδρογόνο και ήλιο. Ωστόσο, από εξελιγμένες μετρήσεις του βαρυτικού πεδίου του Δία από διαστημόπλοια σε τροχιά, προκύπτουν ότι περιέχει περισσότερες από 30 γήινες μάζες στοιχείων βαρύτερων από το στοιχείο ήλιο. Αυτό σημαίνει ότι ο μεγαλύτερος πλανήτης του ηλιακού συστήματος, με περίπου 318 γήινες μάζες, είναι πλουσιότερος από τον Ήλιο σε αυτά τα στοιχεία με ένα συντελεστή τρία. Το ίδιο ισχύει και για τον Κρόνο.
 
Πέρα από τον Κρόνο στο εξώτερο τμήμα του ηλιακού συστήματος βρίσκονται ο Ουρανός και ο Ποσειδώνας. Αυτοί οι ονομαζόμενοι και παγωμένοι γίγαντες σχηματίστηκαν πέραν της ακτίνας στην οποία θεωρούμε ότι ο άνθρακας, το άζωτο και το οξυγόνο συμπυκνώνονται από την αέριο φάση τους για να σχηματίσουν πάγους σε στερεά μορφή. Αυτοί οι δύο μακρινοί πλανήτες αποτελούνται από υδρογόνο και ήλιο σε περίπου ίσο ποσοστό με τα βαριά στοιχεία. Αυτό μπορεί να υποδεικνύει ότι οι πυρήνες τους έχουν δημιουργηθεί μόλις ο δίσκος του αερίου από τον οποίο σχηματίστηκαν ο Δίας και ο Κρόνος εξατμίστηκε. Αυτό το γεγονός θεωρείται ότι έχει σημειωθεί πάνω από 10 εκατομμύρια χρόνια, αφότου σχηματίστηκε η πρώτη συμπύκνωση του πρωτοάστρου, που δημιουργήθηκε από την κατάρρευση ενός περιστρεφόμενου μοριακού νέφους και το οποίο αργότερα έγινε ο Ήλιος μας.
 
Οι αστρονόμοι μπορούν να λάβουν πολλές άλλες ενδείξεις για το σχηματισμό και την εξέλιξη του ηλιακού μας συστήματος και από τη μελέτη της σύνθεσης των πλανητικών δορυφόρων, τους νάνους πλανήτες στη ζώνη Kuiper πέραν του Ποσειδώνα, τους κομήτες, διάφορα κατάλοιπα, και από τον ίδιο τον ήλιο. Όμως, κατά την τελευταία δεκαετία, έχουν αρχίσει να μαθαίνουν περισσότερα για τους πλανήτες πέρα από το ηλιακό μας σύστημα, που είναι σε τροχιά γύρω από εξωτικά άλλα άστρα σαν τον Ήλιο. Αυτό σημαίνει ότι για πρώτη φορά μπορούμε να μελετήσουμε πλανητικά συστήματα που έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα από το δικό μας. Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι σε αυτήν την κουζίνα, τα συστατικά για να ψήσουμε διάφορα είδη κέικ διατηρούνται ξεχωριστά, και οδηγούν σε κέικ πολύ διαφορετικών τύπων.
 

Όταν ξεκίνησαν οι πλανήτες

planetary_cookbook
Μια σχηματική άποψη του πρωτοπλανητικού δίσκου γύρω από ένα νέο αστέρι δείχνει τις διάφορες περιοχές όπου μπορεί να σχηματιστούν πλανήτες. Στη μικρότερη ακτίνα (<0,05 AU), σχηματίζεται ένα κενό στον περιστρεφόμενο δίσκο, που οφείλεται στις μαγνητικές αλληλεπιδράσεις με το νέο αστέρι. Ο εσωτερικός δίσκος (0,05 <r <0,1 AU) αποτελείται κυρίως από αέριο, επειδή οι υψηλές θερμοκρασίες σε αυτές τις αποστάσεις είναι η αιτία της εξάχνωσης των κόκκων της σκόνης. Πέρα από αυτή την απόσταση είναι ο εξωτερικός δίσκος, όπου η σκόνη και το αέριο αναμειγνύονται. Το υλικό κυρίως συσσωρεύεται στον δίσκο έως την ακτίνα 1 AU. Ακόμα πιο έξω, η συσσώρευση μπορεί να συμβεί μόνο σε ένα επιφανειακό στρώμα, αφήνοντας έτσι μια «νεκρή ζώνη» στο εσωτερικό του δίσκου. Η γραμμή του πάγου, όπου γίνεται η συμπύκνωση του άνθρακα, του αζώτου και του οξυγόνου, βρίσκεται πέραν των 3 αστρονομικών μονάδων AU.
 

Ακολουθούν οι συμβουλές πώς μπορείς να φτιάξεις ένα πλανητικό σύστημα

Ξεκινήστε με ένα δίσκο αερίου και σκόνης, αρχικά περίπου 10-20% της μάζας των νέων άστρων. Ο δίσκος θα είναι θερμότερος σε μικρές ακτίνες (πολλές φορές όμως την ακτίνα του άστρου) και ψυχρότερος σε μεγαλύτερες ακτίνες (συχνά πάνω από 100 AU), που θα οφείλεται στις συνδυασμένες επιδράσεις της απελευθέρωσης της δυναμικής ενέργειας της βαρύτητας και της αστρικής ακτινοβολίας. Κοντά στο αστέρι, ο δίσκος θα αποτελείται μόνο από αέριο, διότι οι κόκκοι σκόνης θα εξαχνώνονται. Το εσωτερικό  άκρο της περιοχής αυτής με το αέριο καθορίζεται από τις αλληλεπιδράσεις με το νέο αστέρι, καθώς η μαγνητική πίεση του αστρικού διπόλου ανταγωνίζεται με την πίεση του αερίου που προσπαθεί να πέσει πάνω στο αστέρι. Έξω από αυτή την περιοχή, το αέριο και η σκόνη θα πρέπει να αναμειγνύονται καλά. Η επιφανειακή πυκνότητα της μάζας στην επιφάνεια του δίσκου, θα είναι κατά πάσα πιθανότητα μεγαλύτερη στην άκρη του εσωτερικού δακτυλίου και θα μειώνεται ελαφρά με την αύξηση της ακτίνας.
 
Αριστερά: ένας πλανήτης περιστρέφεται και καθαρίζει από τη σκόνη ένα τμήμα του πλανητικού δίσκου του μητρικού του άστρου
 
Εάν ο δίσκος είναι αρκετά ογκώδης, μπορείτε να παρατηρήσετε να αναπτύσσονται σπειροειδή κύματα πυκνότητας, όχι διαφορετικά με αυτά που παρατηρούνται σε γαλαξίες με σαφώς καθορισμένες  σπείρες. Μην ανησυχείτε. Αυτό μπορεί στην πράξη να βοηθήσει στη συλλογή των στερεών σωματιδίων που απαιτούνται για να σχηματίσουν μεγάλους πλανητοειδείς (planetesimals), ή ακόμη και τους πυρήνες των γιγαντιαίων πλανητών, όπως περιγράφεται παρακάτω.
 
Στη συνέχεια, αναδεύετε με ορμή καθώς το σύστημα συνεχίζει να γίνεται παχύρρευστο. Ποιούς μηχανισμούς παρέχει το απαιτούμενο ιξώδες δεν είναι απολύτως σαφές. Ωστόσο, εάν ο δίσκος είναι αρκετά ιονισμένος, η θεωρία δείχνει ότι μια εγγενής αστάθεια στους δίσκους του αγώγιμου αερίου – αποκαλείται μαγνητο-περιστροφική αστάθεια (MRI) – μπορεί να δημιουργήσει τις απαραίτητες αναταραχές. Εάν ο δίσκος είναι οπτικά παχύς (όπως οι περισσότεροι είναι κατά την εκκίνηση), μπορεί να σχηματιστεί στο δίσκο μια «νεκρή ζώνη» μεταξύ κάτι λιγότερο από 1 AU έως και περισσότερο από 10 AU, όπου η αστάθεια MRI δεν μπορεί να λειτουργήσει, λόγω του χαμηλού ιονισμού . Ωστόσο, η επιφάνεια του δίσκου πρέπει να είναι επαρκώς ιονισμένη ώστε να επιτρέπει την παχύρρευστο επικάθηση του υλικού: το περισσότερο υλικό κινείται προς τα εσωτερικά προς το αστέρι, ενώ κάποιο υλικό κινείται προς τα έξω, για την διατήρηση της στροφορμής. Σε όλη αυτή τη διαδικασία ανάμιξης, μικροί κόκκοι σκόνης συγκρούονται και κολλάνε, αποτελώντας όλο και μεγαλύτερα σώματα με την πάροδο του χρόνου. Καθώς συμβαίνει αυτό, ο δίσκος θα γίνεται λιγότερο αδιαφανής, καθώς μεγάλα σωματίδια έχουν μεγαλύτερες αναλογίες μάζας προς την επιφάνειά του σε σύγκριση με τα μικροσκοπικά σώματα.
 
Μόλις τα μικρά σώματα φθάσουν σε διάμετρο το 1 μέτρο, μπορούν να καταλήξουν στο να προωθηθούν μέσα στο κεντρικό αστέρι χάρις σε ένα φαινόμενο γνωστό ως "έλξη αερίου". Αυτό συμβαίνει επειδή το αέριο στο δίσκο υποστηρίζεται εν μέρει από την πίεση του αερίου, έτσι ώστε να περιστρέφεται πιο αργά από ό,τι οι γειτονικοί ογκόλιθοι. Ως εκ τούτου, αυτά τα βράχια αισθάνονται έναν "αντίθετο άνεμο" από το αέριο, χάνουν στροφορμή και κινούνται σπειροειδώς προς ένα πύρινο θάνατο κοντά στο αστέρι. Εάν πάρα πολύ στερεό υλικό χάνεται με αυτό τον τρόπο, τότε δεν θα είναι σε θέση να φτιαχτεί ο πλανήτης σας. Αυτό το είδος του μαγειρέματος δεν είναι για αυτό που πάσχει από την καρδιά του!
 
Αλλά υπάρχει τουλάχιστον ένας τρόπος για να αποφευχθεί αυτό το πρόβλημα. Πολλοί πλανητικοί επιστήμονες έχουν προτείνει ότι πλανητικοί σεφ θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την έλξη του αερίου προς όφελός τους. Όπου υπάρχει μια αύξηση της πυκνότητας του αερίου, προτείνουν οι ερευνητές, τα στερεά σωματίδια επίσης θα τείνουν να συγκεντρωθούν. Και στο πλαίσιο αυτών των πυκνότερων περιφερειών του δίσκου, θα μπορούν να παραχθούν μεγαλύτερα σώματα μέσω συγκρούσεων πιο γρήγορα από ό,τι χάνονται με την έλξη του αερίου από τα άστρα.
 
Εάν αυτή η διαδικασία πετύχει, θα αφήσει πίσω της πολλά μεγαλύτερα σώματα, περίπου 100 χιλιομέτρων, ιδανικά για την κατασκευή των πρωτοπλανητών. Ένα φαινόμενο, της βαρυτικής εστίασης, όπου οι τροχιές των μικρών σωματιδίων διαταράσσονται σημαντικά από τις συναντήσεις τους με μεγαλύτερα σώματα, μπορεί να επιταχύνει αυτή την διαδικασία, με αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη αύξηση της ανάπτυξης τους, όπου το μεγάλο γίνεται ακόμα μεγαλύτερο. Όταν όμως οι πρωτοπλανήτες γίνουν μεγαλύτεροι και από το φεγγάρι, υπάρχει και ένα άλλο  πρόβλημα: ο συνδυασμός των ροπών και των συντονισμών μεταξύ των βραχωδών πρωτοπλανητών και των  υπόλοιπων αερίων μπορούν να ασκήσουν πιέσεις και να τραβήξουν τα πλανητικά έμβρυα σε μια πορεία προς τα μέσα, ένα φαινόμενο γνωστό ως μετανάστευση τύπου Ι. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια πρόσθετη απώλεια των απαραίτητων στερεών υλικών καθώς πέφτουν πάνω στο μικρό άστρο. Ωστόσο, είναι δυνατόν να επιβραδυνθεί η απώλεια των στερεών και να γίνει ακόμη και  συσσώρευση σε αντικείμενα ύλης με μάζα σαν της Σελήνης.
 
Το ορόσημο ή γραμμή του πάγου όπως λέγεται, όπου σημαντικά βαριά στοιχεία συμπυκνώνονται σε πάγους, είναι ένα άλλο μέρος για να ψάξουμε για σημάδια του πρώιμου σχηματισμού ενός πλανήτη. Εάν όλος ο άνθρακας, το άζωτο και το οξυγόνο στην περιοχή αυτή μετατραπεί από αέριο σε στερεά φάση, τότε η επιφανειακή πυκνότητα των στερεών (σκόνη συν πάγος) στον δίσκο θα αυξηθεί πολλαπλά, προωθώντας έτσι σημαντικά τη διαμόρφωση των πυρήνων των γιγάντιων πλανητών. Αυτό θα άφηνε τελικά ένα μικρό αριθμό μεγάλων "ολιγαρχικών" πρωτοπλανητών, η σύνθεση των οποίων θα εξαρτιέται από τις τοπικές συνθήκες της κάθε ζώνης στο δίσκο. Αυτοί είναι τα δομικά στοιχεία για την περαιτέρω πλανητική διαμόρφωση. Στο εσωτερικό του ηλιακού συστήματος, τα αντικείμενα αυτά θα έχουν μάζα μικρότερη από εκείνη του ‘Αρη, που οδηγεί στην τελική διαμόρφωση πλανητών με μάζα σαν της Γης για πάνω από δεκάδες εκατομμύρια χρόνια. Ωστόσο, οι πρωτοπλανήτες στο εξωτερικό τμήμα του δίσκου θα μπορούσαν  να είναι μεγάλα όσο και η Γη.
 

Σύνθετη μαγειρική

Ο σχηματισμός των πρωτοπλανητών, ωστόσο, είναι απλώς το πρώτο βήμα. Αν θέλετε να φτιάξετε ένα γιγάντιο αέριο πλανήτη, τότε θα πρέπει να οικοδομήσετε έναν πυρήνα με μάζα μεταξύ 1-10-μάζες της Γης προτού ο αέριος δίσκος εξαφανιστεί. Μεταξύ 0,1 με 10 εκατομμύρια χρόνια μετά τον σχηματισμό του δίσκου, η επιφανειακή του πυκνότητα θα μειωθεί καθώς κάποια ποσότητα υλικού χάνεται προς το κεντρικό αστέρι, και καθώς η εξωτερική ακτίνα του δίσκου αυξάνει όταν το υλικό απλώνεται στον χώρο για να διατηρηθεί η στροφορμή. Επίσης, υψηλής ενέργειας υπεριώδη ακτινοβολία και ακτίνες-Χ από το νέο αστέρι μπορεί να διασπάσουν τα μόρια και να ιονίσουν τα άτομα, τα οποία μπορούν να αφήσουν κάποιο υλικό με αρκετή κινητική ενέργεια για να μπορέσει να ξεφύγει εντελώς από το σύστημα. Αυτή η διαδικασία είναι γνωστή ως φωτο-εξάτμιση. Οι παρατηρήσεις δείχνουν ότι ο δίσκος του αερίου συνήθως εξαφανίζεται μέσα σε 10 εκατομμύρια χρόνια – έτσι ώστε το χρονικό παράθυρο για την δημιουργία πλανήτη πλούσιου σε αέριο είναι αρκετά σύντομη με βάση τα αστροφυσικά στάνταρντ.
 
Ακόμα, αν φτιάξετε τον πυρήνα του αέριου γίγαντα πλανήτη σας αρκετά γρήγορα, τότε θα μπορείτε να προκαλέσετε την ταχύτατη επικάθηση πάνω του αερίου, οδηγώντας έτσι στην δημιουργία ενός γιγάντιου πλανήτη. Αλλά ακόμη και τότε, ο γίγαντας αέριος πλανήτης σας μπορεί να μην είναι ασφαλής! Ο πλανήτης μπορεί να παρασυρθεί μακριά σε ένα άλλο είδος μεταναστευτικής διαδικασίας, που ονομάζεται μετανάστευση τύπου ΙΙ. Αν συμβεί αυτό, ο πλανήτης σας θα μπορούσε να καταλήξει να "σταθμεύσει" στο εσωτερικό του δίσκου (σαν τους εξωπλανήτες που λέγονται καυτοί Δίοι πλανήτες, που βρέθηκαν πολύ κοντά στα μητρικά αστέρια τους) ή ακόμη και να πέσουν πάνω στο ίδιο το νεαρό αστέρι.
 
Όλη αυτή η δυναμική και η ενεργητική δραστηριότητα έχει μια βαθιά επίδραση στη χημεία του δίσκου και, επομένως, για τη σύνθεση των πλανητών που σχηματίζονται σε κάποια συγκεκριμένη θέση. Επιστήμονες έχουν υπολογίσει ότι σε θερμοκρασίες άνω των 800 Kelvin, μόρια υδροξυλίου βοηθούν να μετατραπούν στερεά πλούσια σε άνθρακα  προς άλλες μορφές, μειώνοντας την περιεκτικότητα τους σε άνθρακα με αυτή την διαδικασία. Αυτά λοιπόν τα άτομα δίχως άνθρακα γρήγορα αντιδρούν με το πλούσιο σε οξυγόνο δίσκο του αερίου, φτιάχνοντας μονοξείδιο του άνθρακα.
 
Αυτά τα μόρια του αερίου μπορεί είτε να πέσουν πάνω στο νέο αστέρι ή να φωτο-εξατμιστούν. Είτε έτσι είτε αλλιώς, η περιεκτικότητα σε άνθρακα στα στερεά του σχηματισθέντος πλανήτη εξαντλείται, γεγονός το οποίο μπορεί να εξηγήσει γιατί ο λόγος του άνθρακα με το πυρίτιο των γήινων πλανητών είναι τόσο διαφορετικός σε σχέση με την αναλογία που βρέθηκε στον ήλιο. Όμως, η ποσοτικοποίηση του μεγέθους αυτού του μυστήριου απαιτεί να γνωρίζουμε την αναλογία των στοιχείων στον ήλιο με υψηλή ακρίβεια. Μάλιστα σήμερα έχουμε νέα μοντέλα που μας δίνουν καλύτερα αποτελέσματα με βάση το ηλιακό φάσμα.
 
Κατ’ αρχήν, σχηματίζοντας έναν πλανήτη με μάζα σαν τη Γη μέσω συγκρούσεων θα είναι πολύ ευκολότερο από ό,τι να σχηματίσουμε ένα γιγάντιο αέριο πλανήτη (που απαιτεί τον σχηματισμό του πυρήνα του πριν από την εξαφάνιση του αερίου), ενώ μπορείτε να λύσετε τα προβλήματα της έλξης του αερίου και της μετανάστευσης τύπου Ι  των στερεών. Σύμφωνα με αστροφυσικά μοντέλα χρειάζονται κάπου 10 με 100 εκατομμύρια χρόνια για να σχηματιστεί ένας πλανήτης με τη μάζα της Γης σε μια ακτίνα μικρότερη των 3 αστρονομικών μονάδων. Εάν η διαδικασία αυτή αποδειχθεί ότι είναι καθολική, αυτό θα οδηγήσει σε μια πληθώρα γήινων πλανητών στον γαλαξία – για να μην αναφέρουμε το σύμπαν ολόκληρο.
 
Τέλος, ενώ φαίνεται να είναι αρκετά εύκολο να φτιαχτούν  πλανήτες "υπερ-γαίες" με μάζες μερικές φορές μεγαλύτερες από τη Γη – έχουν παρατηρηθεί τέτοιοι πλανήτες περίπου μέχρι και το 30% των άστρων στην έρευνα HARPS – θα μπορούσε να υπάρχει ένα «χάσμα μάζας» που καθιστά δύσκολο το σχηματισμό πλανητών ελαφρύτερους από τον Κρόνο, αλλά βαρύτερους από τον Ποσειδώνα. Ένα τέτοιο κενό έχει προβλεφθεί σε διάφορα αστροφυσικά μοντέλα. Τελικά μας λείπει ακόμα μια πειστική συνταγή για τον σχηματισμό των γιγάντιων παγωμένων πλανητών στο ηλιακό μας σύστημα.

Alone in space – Δισεκατομμύρια ‘ορφανοί’ πλανήτες περιπλανώνται στο διάστημα

free_planetΕκατοντάδες δισεκατομμύρια απομονωμένων πλανητών πιστεύεται ότι ‘πλέουν’ μόνοι τους στο σκοτεινό διάστημα, όπως ανακοινώθηκε από μια διεθνή ομάδα αστρονόμων, οι οποίοι υποθέτουν ότι αποσπάστηκαν από αναπτυσσόμενα πλανητικά συστήματα.
 
Η ομάδα από την Ιαπωνία και τη Νέα Ζηλανδία σάρωσε το κέντρο του Γαλαξία μας από το 2006 έως το 2007, και για πρώτη φορά βρέθηκαν στοιχεία για μέχρι 10 ελεύθερους περιπλανώμενους πλανήτες, ή «ορφανοί» πλανήτες όπως λέγονται, με περίπου τη μάζα του Δία. Απέχουν περίπου 10 έως 20 χιλιάδες έτη φωτός από τη Γη.

Καλλιτεχνική απεικόνιση ενός πλανήτη σαν τον Δία που περιπλανάται στο σκοτεινό διάστημα χωρίς μητρικό άστρο

Η ομάδα αυτή ήταν σε θέση να ανιχνεύσει αντικείμενα πολύ μικρότερο από τον Δία, αλλά πιστεύει ότι οι μικροί ορφανοί πλανήτες μπορεί να είναι ακόμη πιο πολλοί.
 
"Παρόλο που προβλεπόταν να βρούμε ελεύθερα περιπλανώμενους πλανήτες, τελικά τους ανιχνεύσαμε, οπότε η παρουσία τους έχει σημαντικές επιπτώσεις για την θεωρία του πλανητικού σχηματισμού και την εξέλιξη των μοντέλων”, δήλωσε ο Mario Perez, επιστήμονας ειδικός στους εξωπλανήτες της NASA.
 
Η ανακάλυψη τόσων πολλών σε μία μικρή περιοχή, μας δείχνει ότι είναι πιθανό να υπάρχουν αναρίθμητοι σε όλο το σύμπαν. Η  ομάδα εκτιμά ότι υπάρχουν περίπου διπλάσιοι τέτοιοι πλανήτες από τα αστέρια. Ή το πλήθος τους εκτιμάται ότι είναι τουλάχιστον όσο το πλήθος των πλανητών που βρίσκονται σε τροχιά γύρω από άστρα όπως ο Ήλιος. Αυτό συνεπάγεται στην ύπαρξη εκατοντάδων δισεκατομμυρίων μοναχικών πλανητών μόνο στον Γαλαξία μας.
 
«Η έρευνά μας είναι σαν μια απογραφή πληθυσμού» δηλώνει ο David Bennett της NASA, «μελετήσαμε ένα τμήμα του γαλαξία, και με βάση τα στοιχεία αυτά, μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα για ολόκληρο τον γαλαξία».
 
Η έρευνα δεν είναι ευαίσθητη σε πλανήτες που είναι μικρότεροι από τον Δία και Κρόνο, αλλά οι θεωρίες υποστηρίζουν ότι και μικρότεροι σε μέγεθος πλανήτες σαν τη Γη, θα μπορούσαν με μεγάλη συχνότητα να διαφεύγουν από τα άστρα τους. Και τούτο διότι τα πλανητικά συστήματα συχνά γίνονται ασταθή αποβάλλοντας τους πλανήτες τους.
 
Τα νέα ευρήματα πιστεύεται ότι αντιπροσωπεύουν πλανήτες που έχουν εκτιναχθεί από τα ηλιακά συστήματα τους, λόγω της βαρυτικής επίδρασης άλλων πλανητών ή άστρων. Χωρίς να γυρίζουν γύρω από ένα αστέρι μετακινούνται ελεύθερα μέσα στο γαλαξία με τον ίδιο τρόπο όπως τα αστέρια, σε σταθερές τροχιές γύρω από το κέντρο του γαλαξία.
 
Υπάρχει ακόμα η πιθανότητα ότι ορισμένοι από αυτούς τους πλανήτες μπορεί να έχουν πολύ απομακρυσμένες τροχιές γύρω από αστέρια, αλλά άλλες έρευνες δείχνουν ότι οι πλανήτες σαν τον Δία σε τέτοιες τροχιές είναι σπάνιοι.
 
Όταν η φαντασία γίνεται πραγματικότητα
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη ελεύθερων πλανητών είχε προταθεί ήδη το 1932 στη νουβέλα επιστημονικής φαντασίας Όταν συγκρούονται οι πολιτισμοί των Philip Wylie και Edwin Balmer. Μετά όμως την πρώτη ανακοίνωση παρατήρησης τέτοιου είδους ουράνιων σωμάτων το 2000, η σκυτάλη πέρασε στους επιστήμονες. Πολλοί από αυτούς δοκίμασαν να υπολογίσουν την πιθανότητα της διατήρησης ζωής σε έναν ελεύθερο πλανήτη καθώς και την πιθανότητα σύλληψης ενός ελεύθερου πλανήτη από ένα προϋπάρχον πλανητικό σύστημα, παρόμοιο με τις εκατοντάδες που έχουν ήδη ανακαλυφθεί τα τελευταία χρόνια.
 
Έτσι αρκετοί αστροβιολόγοι έδειξαν ότι η γεωθερμική ενέργεια ενός ελεύθερου πλανήτη με πυκνή ατμόσφαιρα μπορεί να διατηρεί επιφανειακή θερμοκρασία στην οποία διάφοροι διαλύτες βιολογικής σημασίας (όπως π.χ. το νερό) βρίσκονται σε υγρή μορφή, ενώ η ερευνητική ομάδα Δυναμικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης έδειξε ότι η πιθανότητα σύλληψης ενός ελεύθερου πλανήτη από ένα πλανητικό σύστημα δεν είναι καθόλου αμελητέα. Άρα η μεταφορά ζωής, ή και ακόμη-ακόμη αποικιών, μέσω ελεύθερων πλανητών από ένα πλανητικό σύστημα σε ένα άλλο δεν φαίνεται να αποκλείεται στο απώτερο μέλλον.
 
Η μέθοδος του βαρυτικού μικρο-φακού
Η πρώτη ανακοίνωση για την ύπαρξη ελεύθερων πλανητών είχε γίνει το 2000 από μια ομάδα ισπανών αστρονόμων που είχαν χρησιμοποιήσει κλασικές φωτογραφικές μεθόδους για να αποτυπώσουν αμυδρά αντικείμενα με μάζα λίγες φορές μεγαλύτερη από τη μάζα του Δία, του μεγαλύτερου πλανήτη του ηλιακού μας συστήματος.
 
Για να γίνει αποδεκτή όμως μια τόσο σημαντική ανατροπή χρειάζεται επιβεβαίωση με άλλη, ανεξάρτητη μέθοδο. Η πιο σύγχρονη και κατάλληλη για τον σκοπό αυτό μέθοδος είναι το φαινόμενο του βαρυτικού μικρο-φακού (microlensing), που ανιχνεύει ένα σώμα με άλλη μέθοδο και όχι από το φως που αυτό εκπέμπει.
 
Σύμφωνα με τη Γενική Θεωρία Σχετικότητας, ένα σώμα, είτε φωτεινό είτε σκοτεινό, που τυχαίνει να βρίσκεται στην ευθεία η οποία ενώνει το μάτι μας με μια μακρινή φωτεινή πηγή, εστιάζει το φως της πηγής, όπως ένας αμφίκυρτος φακός συγκεντρώνει το ηλιακό φως. Για τον λόγο αυτό το πλησιέστερο σώμα ονομάζεται βαρυτικός φακός. Αν ο φακός έχει μάζα όση ένας γαλαξίας ή ένα σμήνος γαλαξιών, τότε είναι δυνατό να παρατηρήσουμε την εικόνα της μακρινής πηγής που αυτός προβάλλει. Αν ο φακός έχει μάζα όση ένα αστέρι ή ένας πλανήτης, τότε δεν μπορούμε να δούμε την εικόνα της πηγής, όμως μπορούμε να παρατηρήσουμε την απότομη αύξηση της λαμπρότητάς της που προκαλείται από την εστίαση της ακτινοβολίας της. Ανάλογα με τη μάζα του φακού και την ταχύτητα με την οποία αυτός κινείται, η αναλαμπή αυτή της πηγής μπορεί να διαρκέσει μερικές ώρες ή ημέρες.
 
Τη διετία 2006-2007 η ερευνητική ομάδα MAO (Microlensing Observations in Astrophysics) παρατηρούσε συστηματικά το κέντρο του Γαλαξία μας με σκοπό την καταγραφή αναλαμπών που οφείλονται σε ελεύθερους πλανήτες. Κατά τη διάρκεια των παρατηρήσεων καταγράφηκαν αρκετές εκατοντάδες αναλαμπές αυτού του είδους, πολλές από τις οποίες επιβεβαιώθηκαν στη συνέχεια από την ερευνητική ομάδα OGLE (Optical Gravitational Lensing Experiment). Η στατιστική ανάλυση αυτών των γεγονότων, που ολοκληρώθηκε μόλις πρόσφατα, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι στον Γαλαξία μας υπάρχουν ελεύθεροι πλανήτες, στο μέγεθος του Δία, ο αριθμός των οποίων είναι διπλάσιος από τον αριθμό των αστέρων του Γαλαξία. Επειδή ο αριθμός των αστέρων είναι 200 δισεκατομμύρια, ο αριθμός των ελεύθερων πλανητών του Γαλαξία μας είναι 400 δισεκατομμύρια. Ανάλογος αριθμός θα πρέπει να υπάρχει και στα υπόλοιπα 200 δισεκατομμύρια γαλαξίες που υπάρχουν στο ορατό από εμάς Σύμπαν.
 
Η μελέτη, με επικεφαλής τον Takahiro Sumi από το πανεπιστήμιο της Osaka στην Ιαπωνία, δημοσιεύεται στο περιοδικό Nature.

Οι συνέπειες του να «καταπιείς» ένα πλανήτη

oi-sunepeies-tou-na-katapieis-ena-planitiΑστρονόμοι ανέπτυξαν ένα μοντέλο με το οποίο μπορούν να υπολογίσουν τον αντίκτυπο που έχει στα άστρα η «κατανάλωση» πλανητών αποτελούμενων από βαριά στοιχεία.  Η μέθοδος αυτή προσθέτει στην κατανόηση των επιστημόνων για τη διαδικασία του σχηματισμού των πλανητών ενώ μπορεί να χρησιμεύσει και στην έρευνα για βραχώδεις πλανήτες πέρα από το Ηλιακό μας Σύστημα.
 
Κατά την εξέλιξη της ζωής ενός άστρου διάφοροι παράγοντες μπορούν να συντελέσουν ώστε να συγκρουστεί με κάποιον πλανήτη, γεγονός που αναμφίβολα θα προκαλέσει τη διάλυση του δεύτερου. Μία τέτοια περίπτωση θα έχει επιπτώσεις στη σύνθεση του άστρου, οι οποίες μπορούν να εκτιμηθούν, σύμφωνα με τους ερευνητές του πανεπιστημίου Βάντερμπιλτ.

Ένα άστρο παρόμοιο με τον Ήλιο, αποτελείται από ήλιο και υδρογόνο σε ένα ποσοστό τουλάχιστον 98% της σύνθεσής του. Τα υπόλοιπα συστατικά των άστρων αυτών κατηγοριοποιούνται από τους επιστήμονες ως «μέταλλα» και η «μεταλλικότητα» είναι ένα όρος που μετράει το λόγο των βαρύτερων στοιχείων προς τα ελαφρότερα σε ένα άστρο.
 
Από τη δεκαετία του ’90, όταν οι αστρονόμοι ξεκίνησαν την έρευνα για εξωπλανήτες υπήρξε και η ιδέα της σύνδεσης της μεταλλικότητας των άστρων με την πιθανότητα να φιλοξενούν πλανητικά συστήματα, με τα πιο μεταλλικά άστρα να συγκεντρώνουν περισσότερες πιθανότητες για να σχηματιστεί στην περιοχή τους ένας βραχώδης πλανήτης.
 
Στη νέα έρευνα, οι επιστήμονες επικεντρώθηκαν σε ορισμένα χημικά στοιχεία όπως το αλουμίνιο, το πυρίτιο και το σίδηρο που βρίσκονται σε μικρές περιεκτικότητες στα άστρα αλλά αποτελούν και σημαντικό τμήμα της σύνθεσης σε πλανήτες όπως ο δικός μας.
 
Ερευνώντας το δυαδικό αστρικό σύστημα HD 20781 και HD 20782, στο οποίο τα δίδυμα άστρα είναι γνωστό πως έχουν πλανητικά συστήματα, διαπίστωσαν πως οι συνθέσεις τους είναι διαφορετικές, κάτι ανεξήγητο από τη στιγμή που δημιουργήθηκαν από το ίδιο νέφος αερίων και σκόνης.
 
Αναλύοντας τη σύνθεσή τους μέσω του φάσματος της ακτινοβολίας τους υπολόγισαν πως η διαφοροποίηση έγκειται κατά πάσα πιθανότητα στο γεγονός πως το ένα από τα δύο άστρα είχε στο παρελθόν καταβροχθίσει από το περιβάλλον του βαριά υλικά που ισοδυναμούν με 10-20 φορές τη μάζα της Γης και τουλάχιστον 20 φορές τη μάζα της Γης το δεύτερο.
 
Τα αποτελέσματα αυτά υποστηρίζουν τη θεωρία πως η σύνθεση ενός άστρου σχετίζεται με τη φύση του πλανητικού συστήματος που φιλοξενεί.  
 
Από την επακόλουθη ανάλυση προέκυψε πως δεν είναι πιθανό τα δύο αυτά άστρα να περιβάλλονται πλέον από κάποιον βραχώδη πλανήτη, όμως η προέκταση των αποτελεσμάτων σε πιο γενικά συμπεράσματα θα μπορέσει ίσως να επιτρέψει σύντομα στους επιστήμονες να αποφαίνονται για τη μη ύπαρξη πλανητών που να μοιάζουν με τη Γη σε άστρα με όμοια χημική υπογραφή.

Σάββατο 8 Απριλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Θεομνήστου (6-14)

[6] Ἴσως τοίνυν, ὦ ἄνδρες δικασταί, περὶ τούτων μὲν οὐδὲν ἀπολογήσεται, ἐρεῖ δὲ πρὸς ὑμᾶς ἅπερ ἐτόλμα λέγειν καὶ πρὸς τὸν διαιτητήν, ὡς οὐκ ἔστι τῶν ἀπορρήτων, ἐάν τις εἴπῃ τὸν πατέρα ἀπεκτονέναι· τὸν γὰρ νόμον οὐ ταῦτ᾽ ἀπαγορεύειν, ἀλλ᾽ ἀνδροφόνον οὐκ ἐᾶν λέγειν.

[7] ἐγὼ δὲ οἶμαι δεῖν, ὦ ἄνδρες δικασταί, οὐ περὶ τῶν ὀνομάτων διαφέρεσθαι ἀλλὰ τῆς τούτων διανοίας, καὶ πάντας εἰδέναι ὅτι ὅσοι ‹ἀπεκτόνασί τινας, καὶ ἀνδροφόνοι εἰσί, καὶ ὅσοι› ἀνδροφόνοι εἰσί, καὶ ἀπεκτόνασί τινας. πολὺ γὰρ ἔργον ἦν τῷ νομοθέτῃ ἅπαντα τὰ ὀνόματα γράφειν ὅσα τὴν αὐτὴν δύναμιν ἔχει· ἀλλὰ περὶ ἑνὸς εἰπὼν περὶ πάντων ἐδήλωσεν.

[8] οὐ γὰρ δήπου, ὦ Θεόμνηστε, εἰ μέν τίς σε εἴποι πατραλοίαν ἢ μητραλοίαν, ἠξίους ἂν αὐτὸν ὀφλεῖν σοι δίκην, εἰ δέ τις εἴποι ὡς τὴν τεκοῦσαν ἢ τὸν φύσαντα ἔτυπτες, ᾤου ἂν αὐτὸν ἀζήμιον δεῖν εἶναι ὡς οὐδὲν τῶν ἀπορρήτων εἰρηκότα.

[9] ἡδέως γὰρ ἄν σου πυθοίμην (περὶ τοῦτο γὰρ δεινὸς εἶ καὶ μεμελέτηκας καὶ ποιεῖν καὶ λέγειν)· εἴ τίς σε εἴποι ῥῖψαι τὴν ἀσπίδα, ἐν δὲ τῷ νόμῳ εἴρηται, «ἐάν τις φάσκῃ ἀποβεβληκέναι, ὑπόδικον εἶναι», οὐκ ἂν ἐδικάζου αὐτῷ, ἀλλ᾽ ἐξήρκει ἄν σοι [ἐρριφέναι τὴν ἀσπίδα] λέγοντι οὐδέν σοι μέλειν; οὐδὲ γὰρ τὸ αὐτό ἐστι ῥῖψαι καὶ ἀποβεβληκέναι·

[10] ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἂν τῶν ἕνδεκα γενόμενος ἀποδέξαιο, εἴ τις ἀπάγοι τινὰ φάσκων θοἰμάτιον ἀποδεδύσθαι ἢ τὸν χιτωνίσκον ἐκδεδύσθαι, ἀλλ᾽ ἀφείης ἂν τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅτι οὐ λωποδύτης ὀνομάζεται. οὐδ᾽ εἴ τις παῖδα ἐξαγαγὼν ληφθείη, οὐκ ἂν φάσκοις αὐτὸν ἀνδραποδιστὴν εἶναι, εἴπερ μαχῇ τοῖς ὀνόμασιν, ἀλλὰ μὴ τοῖς ἔργοις τὸν νοῦν προσέξεις, ὧν ἕνεκα τὰ ὀνόματα πάντες τίθενται.

[11] Ἔτι τοίνυν σκέψασθε, ὦ ἄνδρες δικασταί· οὑτοσὶ γάρ μοι δοκεῖ ὑπὸ ῥᾳθυμίας καὶ μαλακίας οὐδ᾽ εἰς Ἄρειον πάγον ἀναβεβηκέναι. πάντες γὰρ ἐπίστασθε ὅτι ἐν ἐκείνῳ τῷ χωρίῳ, ὅταν τὰς τοῦ φόνου δίκας δικάζωνται, οὐ διὰ τούτου τοῦ ὀνόματος τὰς διωμοσίας ποιοῦνται, ἀλλὰ δι᾽ οὗπερ ἐγὼ κακῶς ἀκήκοα· ὁ μὲν γὰρ διώκων ὡς ἔκτεινε διόμνυται, ὁ δὲ φεύγων ὡς οὐκ ἔκτεινεν.

[12] οὐκ οὖν ἄτοπον ἂν εἴη τὸν δράσαντ᾽ ἀφεῖναι φάσκοντα ἀνδροφόνον εἶναι, ὅτι ὁ διώκων, ὡς ἔκτεινε, ‹πρὸς› τὸν φεύγοντα διωμόσατο; τί γὰρ ταῦτα, ὧν οὗτος ἐρεῖ, διαφέρει; καὶ αὐτὸς μὲν Θέωνι κακηγορίας ἐδικάσω εἰπόντι σε ἐρριφέναι τὴν ἀσπίδα. καίτοι περὶ μὲν τοῦ ῥῖψαι οὐδὲν ‹ἐν› τῷ νόμῳ εἴρηται, ἐὰν δέ τις εἴπῃ ἀποβεβληκέναι τὴν ἀσπίδα, πεντακοσίας δραχμὰς ὀφείλειν κελεύει.

[13] οὐκ οὖν δεινόν, εἰ ὅταν μὲν δέῃ σὲ κακῶς ἀκούσαντα τοὺς ἐχθροὺς τιμωρεῖσθαι, οὕτω τοὺς νόμους ὥσπερ ἐγὼ νῦν λαμβάνεις, ὅταν δ᾽ ἕτερον παρὰ τοὺς νόμους εἴπῃς κακῶς, οὐκ ἀξιοῖς δοῦναι δίκην; πότερον οὕτως σὺ δεινὸς εἶ ὥστε, ὅπως ἂν βούλῃ, οἷός τ᾽ εἶ χρῆσθαι τοῖς νόμοις, ἢ τοσοῦτον δύνασαι ὥστε οὐδέποτε οἴει τοὺς ἀδικουμένους ὑπὸ σοῦ τιμωρίας τεύξεσθαι;

[14] εἶτ᾽ οὐκ αἰσχύνῃ οὕτως ἀνοήτως διακείμενος, ὥστε οὐκ ἐξ ὧν εὖ πεποίηκας τὴν πόλιν, ἀλλ᾽ ἐξ ὧν ἀδικῶν οὐ δέδωκας δίκην, οἴει δεῖν πλεονεκτεῖν; Καί μοι ἀνάγνωθι τὸν νόμον.

***
[6] Ίσως ωστόσο, άνδρες δικαστές, δεν θα βασίσει καθόλου την υπεράσπισή του σε αυτά, αλλά θα σας πει ό,τι είχε το θράσος να πει και στον διαιτητή, ότι δηλαδή δεν είναι από αυτά που απαγορεύονται, εάν ένας πει για κάποιον ότι σκότωσε τον πατέρα του. Διότι ο νόμος δεν απαγορεύει, λέει, αυτό, απλώς δεν επιτρέπει να αποκαλείς κάποιον ανδροφόνο.

[7] Εγώ όμως νομίζω, άνδρες δικαστές, ότι δεν πρέπει να μας απασχολούν οι λέξεις, αλλά το τί σημαίνουν, και ότι όλοι σας γνωρίζετε πως όσοι έχουν διαπράξει φόνο είναι και ανδροφόνοι , και πως όσοι είναι ανδροφόνοι έχουν διαπράξει φόνο. Προφανώς ήταν μεγάλος κόπος για τον νομοθέτη να γράψει όλες τις λέξεις που έχουν την ίδια σημασία. Αντ᾽ αυτού ανέφερε μία και κατέστησε φανερή την πρόθεσή του για όλες.

[8] Γιατί ασφαλώς, Θεόμνηστε, δεν θα είχες την απαίτηση να τιμωρηθεί κάποιος, αν σε αποκαλούσε πατραλοία ή μητραλοία, ενώ θα θεωρούσες ότι πρέπει να μείνει ατιμώρητος, αν ένας έλεγε ότι δέρνεις αυτή που σε γέννησε ή εκείνον που σε έσπειρε, εφόσον κατά τη λογική σου δεν θα είχε πει κάτι από αυτά που απαγορεύονται.

[9] Ασμένως μάλιστα θα ήθελα να μάθω από σένα (γιατί σε αυτό είσαι ασυναγώνιστος και διαθέτεις πλούσια εμπειρία και στην πράξη και στα λόγια): Αν κάποιος έλεγε ότι πέταξες την ασπίδα, ενώ η διατύπωση του νόμου είναι «αν ένας λέει για κάποιον ότι εγκατέλειψε την ασπίδα, να διώκεται», δεν θα τον εδίωκες, αλλά θα σου ήταν αρκετό να λες ότι ποσώς σε απασχολεί, διότι άλλο «πετάω» άλλο «εγκαταλείπω»;

[10] Σε περίπτωση πάλι που βρεθείς ανάμεσα στους Ένδεκα, αν ένας οδηγήσει ενώπιόν σου κάποιον με τη διαδικασία της απαγωγής, ισχυριζόμενος ότι του αφαίρεσε το ιμάτιο ή του πήρε τον χιτώνα, δεν θα αποδεχθείς ως βάσιμη την κατηγορία, αλλά θα τον αφήσεις παρομοίως ελεύθερο, επειδή δεν χρησιμοποιήθηκε η λέξη λωποδύτης (ενδυματοκλέπτης). Αν, τέλος, συλληφθεί κάποιος έχοντας απαγάγει ένα παιδί για να το πουλήσει ως δούλο, δεν θα πεις ότι αυτός είναι ανδραποδιστής (δουλέμπορος), αν παίζεις με τις λέξεις και δεν στρέψεις την προσοχή σου στα πράγματα, για τα οποία χρησιμοποιούν οι πάντες τις λέξεις.

[11] Σκεφθείτε ακόμη, άνδρες δικαστές. Διότι αυτός εδώ έχω την εντύπωση ότι λόγω ραστώνης και μαλθακότητας δεν έχει ανεβεί καν στον Άρειο πάγο. Διότι όλοι γνωρίζετε ότι εκεί, όταν εκδικάζονται οι υποθέσεις φόνου, ορκίζονται στο πλαίσιο της διωμοσίας χρησιμοποιώντας όχι τη συγκεκριμένη λέξη (ανδροφόνος), αλλά εκείνη με την οποία κατηγορήθηκα εγώ. Ο κατήγορος, ως γνωστόν, ορκίζεται ότι ο αντίδικος «εφόνευσε», ο κατηγορούμενος ότι δεν «εφόνευσε».

[12] Δεν θα ήταν λοιπόν παράλογο να αθωώσουν τον δράστη που ομολογεί ότι είναι ανδροφόνος, μόνο και μόνο επειδή ο κατήγορος στον όρκο του προς τον κατηγορούμενο στο πλαίσιο της διωμοσίας ορκίστηκε ότι ο κατηγορούμενος εφόνευσε; Γιατί σε τι διαφέρουν αυτά από εκείνα που θα πει αυτός; Εσύ ο ίδιος άλλωστε εδίωξες για δυσφήμηση τον Θέωνα που είπε ότι πέταξες την ασπίδα. Ωστόσο ο νόμος πουθενά δεν λέει «πέταξε», απλώς ορίζει ότι καταβάλλει πεντακόσιες δραχμές όποιος πει για κάποιον ότι εγκατέλειψε την ασπίδα.

[13] Δεν είναι λοιπόν εξωφρενικό, όταν είναι να τιμωρήσεις για δυσφήμηση τους εχθρούς σου, να ερμηνεύεις τους νόμους όπως ακριβώς εγώ τώρα, όταν όμως, παραβαίνοντας τους νόμους, δυσφημείς κάποιον άλλον, να έχεις την αξίωση να μην τιμωρηθείς; Για ποιό λόγο; Είσαι μήπως τόσο επιδέξιος ώστε να χρησιμοποιείς τους νόμους κατά το δοκούν; Ή έχεις τόση δύναμη, ώστε φαντάζεσαι ότι οι άνθρωποι που αδικείς ουδέποτε θα σε τιμωρήσουν;

[14] Και τελικά δεν αισθάνεσαι ντροπή που είσαι τόσο ανόητος, ώστε νομίζεις ότι πρέπει να έχεις προνομιακή μεταχείριση όχι γιατί έχεις προσφέρει στην πόλη, αλλά για το γεγονός ότι δεν έχεις τιμωρηθεί για αδικήματα που διαπράττεις; Διάβασέ μου, παρακαλώ, τον νόμο.