Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Αναζητώντας αρχαιολογικές αποδείξεις για την ύπαρξη γιγάντων

Αποτέλεσμα εικόνας για Αναζητώντας αρχαιολογικές αποδείξεις για την ύπαρξη γιγάντωνΟι ιστορίες για τους κολοσσιαίους προγόνους μας έχουν κατακλύσει μυθολογίες και λαϊκούς θρύλους, καθώς κάθε αρχαίος πολιτισμός διέθετε το δικό του σώμα «γνώσης» για τους γίγαντες που όργωναν άλλοτε την οικουμένη.

Κι έτσι τα τελευταία 200 χρόνια (και ειδικά από τις αρχές του 20ού αιώνα) η αρχαιολογική σκαπάνη φέρεται να αποκαλύπτει συχνά πυκνά γιγαντιαίους σκελετούς ή απολιθωμένα αποτυπώματα, υποδεικνύοντας ότι ενδεχομένως να υπάρχει κάτι περισσότερο από την απλή μυθιστορία.

Κάθε τέτοια αναφορά συνοδεύεται βέβαια πάντα από θεωρίες συνωμοσίας και πλεκτάνες, αφήνοντας πρόδηλους υπαινιγμούς για «θάψιμο» των ανακαλύψεων ή αντιθέτως για απάτες που στήνονται εις βάρος της επιστήμης.

Είναι όμως όλες οι ανασκαφές πλαστές ή μήπως υπάρχει κάτι που δεν εμπίπτει στην επικράτεια της εξαπάτησης;

Οι παρακάτω ανακαλύψεις γιγάντων έχουν δεχτεί φυσικά την κριτική τους και παραμένουν ακραία αμφιλεγόμενες, φαίνεται πάντως πως επιμένουν να αψηφούν τις απόπειρες να αποδειχτούν ολότελα ιστορίες για αγρίους…

Τα γιγαντιαία απομεινάρια της βουλγαρικής Βάρνα (2015)

gginffnttoprinntnsse1

Η «Θερινή Πρωτεύουσα της Βουλγαρίας» και δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της έχει πλούσια ιστορία με θρύλους γιγάντων, κι έτσι όταν κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2015 η είδηση για ανακάλυψη πελώριων απομειναριών, πολλοί ήταν αυτοί που έσπευσαν να εκδηλώσουν ενδιαφέρον.

Η ανακάλυψη έγινε μάλιστα συμπτωματικά, όταν η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε έναν αμφορέα του 5ου αιώνα και μια σειρά από αρχαίες οχυρώσεις, στα θεμέλια των οποίων βρέθηκε ο γιγαντιαίος σκελετός. Τα χέρια του ήταν ακουμπισμένα στη μέση και το κεφάλι του στραμμένο στην Ανατολή, κάτι που κάνει τους αρχαιολόγους να υποθέσουν ότι ο συμβολικός τρόπος ταφής του υποδεικνύει ότι ήταν σημαντικό μέλος της κοινωνίας.

Παρά το γεγονός ότι δεν έγινε ποτέ γνωστό το πραγματικό ύψος του σκελετού, ο υπεύθυνος της αρχαιολογικής ομάδας τον χαρακτήρισε «εντυπωσιακό» και «πολύ ψηλό». Διάσπαρτες αναφορές ήθελαν την ανακάλυψη απάτη και κανείς δεν ξέρει πραγματικά τι έφερε (κι αν έφερε κάτι) στο φως η σκαπάνη στη Βάρνα…

Τα πελώρια οστά του Ισημερινού (1964)

gginffnttoprinntnsse2

Ήταν το 1964 στο Εκουαδόρ όταν ο ιερωμένος Κάρλος Βακά κλήθηκε από τους ντόπιους για να δει με τα μάτια του τα περίεργα κόκαλα που είχαν βρει πάνω σε ένα ορεινό συγκρότημα. Το περίεργο του πράγματος ήταν φυσικά το κολοσσιαίο μέγεθός τους! Ο ιερέας πήρε δείγμα από τα οστά και το κράτησε στο σπίτι του μέχρι τον θάνατό του.

Χρόνια αργότερα, ο αυστριακός ερευνητής Κλάους Ντόνα πήρε τα απομεινάρια στην Αυστρία για να τα εξετάσει και να τα εκθέσει φυσικά στα «Ανεξιχνίαστα Μυστήριά» του. Κατά τον ίδιο, πάμπολλοι παλαιοντολόγοι και αρχαιολόγοι τα εξέτασαν και όλοι συμφώνησαν ότι ήταν ανθρώπινα. Από το μέγεθος των οστών (μεταξύ των οποίων και μια πλήρης κνήμη), οι ειδικοί εκτίμησαν το μέγεθος του σκελετού στα 7,6 μέτρα!

Το γεγονός ότι δεν μπόρεσε η ομάδα των ειδικών να εντοπίσει ίχνη DNA στα οστά τούς κάνει να υποθέτουν ότι τα κόκαλα είναι ηλικίας τουλάχιστον 10.000 ετών. Την ίδια ώρα, το μέρος απ’ όπου ξεθάφτηκαν αποκαλείται από την ντόπια φυλή του Ισημερινού ως «νεκροταφείο γιγάντων». Κι αυτή η υπόθεση λογίστηκε αμφιλεγόμενη…

Οι τιτάνιες μούμιες του ποταμού Κολοράντο (1909)

gginffnttoprinntnsse3

Όπως πληροφορούμαστε από την εφημερίδα «Arizona Gazette» τον Απρίλιο του 1909, ο εξερευνητής Κίνκεϊντ έκανε μια σπουδαία ανακάλυψη κατεβαίνοντας το ποτάμι: αποκάλυψε ένα σπήλαιο που τον πήγε κάπου 1,6 χιλιόμετρα κάτω από την επιφάνεια της γης.

Εκεί, στο τέλος της σήραγγας, συνάντησε μια οχυρωμένη περιοχή γεμάτη από χάλκινα όπλα και εργαλεία, ένα μεγάλο άγαλμα (που ο ίδιος ο εξερευνητής παρομοίασε με τις αναπαραστάσεις του Βούδα), αρχαίες επιγραφές με περίεργα ιερογλυφικά και, το καλύτερο όλων, αρκετές μούμιες τυλιγμένες σε σκουρόχρωμα σάβανα. Όσο για το ύψος τους, ήταν τουλάχιστον 2,7 μέτρα!

Λες και δεν ήταν αρκετά αμφιλεγόμενες από μόνες τους οι ανακαλύψεις του, ο Κίνκεϊντ πρόσθεσε λίγο ακόμα λάδι στη συνωμοσιολογική πυρά όταν δήλωσε πως η αμερικανική κυβέρνηση σφράγισε και απέκλεισε εντελώς την περιοχή ώστε να παραμείνει για πάντα άγνωστη στο κοινό. Αν μετανάστευσαν στην Αμερική πανύψηλοι άντρες από την Ασία (ή την Αφρική) εδώ και χιλιάδες χρόνια, κανείς δεν ξέρει, καθώς η ιστορία «θάφτηκε» έκτοτε και αφέθηκε βορά στη συνωμοσιολογική πένα…

Το επιβλητικό ανθρώπινο δάχτυλο της Αιγύπτου (2012)

gginffnttoprinntnsse4

Ήταν Μάρτιος του 2012 όταν βούιξε ο Παγκόσμιος Ιστός για μια σειρά φωτογραφιών που εμφάνιζαν υποτίθεται τα μουμιοποιημένα απομεινάρια ενός πελώριου δαχτύλου που εντοπίστηκε στην Αίγυπτο. Το μήκος του υπολογίστηκε στα 38 εκατοστά, κάτι που σημαίνει πως αν αποδεικνυόταν αυθεντικό, τότε θα ανήκε στα σίγουρα σε γίγαντα.

Βέβαια, παρά τις φωτογραφικές αποδείξεις, η αυθεντικότητα του δαχτύλου μένει να αποδειχτεί, καθώς αυτός που τράβηξε τις εντυπωσιακές εικόνες δεν είχε στην κατοχή του το δάχτυλο. Σύμφωνα με την ιστορία που αναδύθηκε τόσο σε συνωμοσιολογικά μπλογκ και σκανδαλοθηρικές φυλλάδες όσο και καθιερωμένα ειδησεογραφικά δίκτυα, οι φωτογραφίες μάς έρχονται από το 1988 από κάποιον Γκρέγκορ Σπόρι, ο οποίος είχε πληρώσει 300 δολάρια σε έναν αιγύπτιο τυμβωρύχο (της «μεγάλης δυναστείας των τυμβωρύχων», όπως είπε χαρακτηριστικά) για να εξασφαλίσει τις αποκλειστικές εικόνες του δαχτύλου.

Ο άγνωστος τυμβωρύχος του έδειξε λέει και μια ακτινογραφία αλλά και ένα επίσημο κιτάπι που αποδείκνυε ότι το δάχτυλο που είχε περιέλθει στην κατοχή του κατά τη δεκαετία του 1960 ήταν αυθεντικό. Ο Σπόρι επέστρεψε στην Αίγυπτο το 2009 για να ξαναβρεί τον τυμβωρύχο, αλλά μάταια.

 Όπως ήταν φυσικό, η ιστορία πυροδότησε το παγκόσμιο ενδιαφέρον μελετητών και συνωμοσιολόγων, καθώς η αρχαία Αίγυπτος είναι γεμάτη από θρύλους για γιγαντόσωμους ανθρώπους, μύθους που φαίνεται να επιβεβαιώνει και ο ιστορικός του 1ου αιώνα μ.Χ. Φλάβιος Ιώσηπος στο «Περί του Ιουδαϊκού Πολέμου», όταν λέει «Υπήρχαν γίγαντες. Πολύ μεγαλύτεροι και τελείως διαφορετικού σχήματος από τους κανονικούς ανθρώπους. Τρομακτικοί στην όψη!»…

Οι γίγαντες του Καυκάσου (2008)

gginffnttoprinntnsse5

Η λαμπρή οροσειρά της Ευρασίας πρωταγωνιστεί σε αυτή την ιστορία, που θέλει τοπικό βοσκό να σκοντάφτει πάνω σε τάφο γιγάντων. Ομάδα ερευνητών από τη Γεωργία έσπευσε στο απομονωμένο σημείο για να ελέγξει το γεγονός και βρήκε την κρύπτη, μέσα στην οποία διατεινόταν ο βοσκός ότι υπήρχαν δύο πελώριοι σκελετοί, αν και μέχρι τότε είχε καταρρεύσει.

Η ομάδα των ειδικών βρήκε ωστόσο μέσα στα συντρίμμια πληθώρα οστών που φαίνονταν ανθρώπινα, αν και σαφώς πολύ μεγαλύτερα από το σύνηθες. Δείγμα από τα οστά τέθηκε κάτω από το μικροσκόπιο του διαπρεπούς καθηγητή Βέκουα, ο οποίος εκτίμησε το μέγεθος του σκελετού στα 2,5-3 μέτρα. Πριν ωστόσο εκδώσει την τελική ετυμηγορία του για την αυθεντικότητα των οστών, ο καθηγητής πέθανε και έκτοτε τα οστά χάθηκαν από τις αποθήκες του μουσείου όπου φιλοξενούνταν!
Δεύτερη ομάδα προσπάθησε να ανασύρει από τον Καύκασο δείγμα από τα οστά, αν και μέχρι τότε η κρύπτη είχε καταστραφεί ολοσχερώς. Αυτοί οι ερευνητές ανακοίνωσαν σχετικά πρόσφατα πως προτίθενται να προβούν σε κανονική ανασκαφή για να εντοπίσουν τυχόν υπολείμματα του σκελετού. Παρά την ξεκάθαρη συνωμοσιολογική αύρα, η ιστορία δεν πρέπει να είναι πλαστή (ή εντελώς πλαστή τουλάχιστον), καθώς φαίνεται να υπάρχει αρχαιολογικό ενδιαφέρον για το επίμαχο σημείο…

Μπόνους: Τα γιγαντιαία «αποτυπώματα» που συναντάμε παντού στον κόσμο

gginffnttoprinntnsse6

Πάμπολλα αποτυπώματα γιγάντων εμφανίζονται συχνά πυκνά να εντοπίζονται στην οικουμένη, αν και τα περισσότερα αποδεικνύονται είτε απάτες είτε φυσικοί σχηματισμοί που πρέπει να θέλεις πολύ για να μπερδέψεις με γιγαντόσωμο ανθρώπινο ίχνος. Το πιο γνωστό είναι το «Αποτύπωμα του Γολιάθ» της Νότιας Αφρικής, που ανευρέθηκε κοντά στα σύνορα με τη Σουαζιλάνδη, και πρόκειται για μια γιγαντιαία ανθρώπινη πατημασιά μήκους 1,2 μέτρων!

Παρά το γεγονός ότι συναίνεση δεν υπάρχει για το πόσο παλιά είναι, οι εκτιμήσεις την τοποθετούν κάπου μεταξύ 200 εκατομμυρίων και τριών δισεκατομμυρίων ετών. Η ιστορία των γιγαντιαίων αποτυπωμάτων είναι πολύ παλιά, καθώς από το 1925 και το 1926 άρχισαν να κυκλοφορούν μαζικά υποθέσεις ανακάλυψης τέτοιων χναριών. Το 1976 μάλιστα η διαπρεπής παλαιοανθρωπολόγος Μαίρη Λίκι αποκάλυψε το πιο παλιό στιγμιότυπο της ζωής των προγόνων μας, τα απολιθωμένα ίχνη πατημασιών ανθρωπιδών στην Τανζανία που χρονολογήθηκαν στα 3,6 εκατομμύρια χρόνια!

 

Η χρονολόγηση ανέτρεψε όπως ήταν φυσικό όλα τα επιστημικά δεδομένα για τη ζωή του ανθρώπου στη Γη, θέτοντας κατά μερικά εκατομμύρια χρόνια πρωτύτερα την ύπαρξη του ανθρώπου στην Αφρική. Αν λοιπόν αγνοούμε βασικά χαρακτηριστικά για την ιστορία των προγόνων μας, ισχυρίζονται οι μελετητές, τότε μπορεί οι πρώτοι άνθρωποι να συνυπήρχαν με γίγαντες, φτάνει βέβαια να αποδειχθεί έστω και ένα απολίθωμα ή υπόλειμμα σκελετού αυθεντικό πέραν αμφιβολίας…

Στα έγκατα της Ρουμανίας έχει βρεθεί το πιο απομονωμένο οικοσύστημα στον κόσμο με κατοίκους παράξενα πλάσματα

Η είσοδος στη σπογγώδη δεξαμενή ασβεστόλιθου του σπηλαίου Movile
<Η είσοδος στη σπογγώδη δεξαμενή
ασβεστόλιθου του σπηλαίου Movile

Aν θα θέλαμε να φτιάξουμε ένα ακόμη σπήλαιο Movile θα έπρεπε με απλά λόγια να ακολουθήσουμε την παρακάτω συνταγή:

1. Δημιουργήστε μια σειρά από στενά υπόγεια τούνελ και μικρές πισίνες από ασβεστόλιθο.
2. Συνδέστε τη σπηλιά σας με μια δεξαμενή ασβεστόλιθου γεμάτη νερό που είναι ήδη ανέγγιχτη για δεκάδες χιλιάδες χρόνια.
3. Επιτρέψτε σε εκατοντάδες είδη να εισέλθουν στην κατασκευή
4. Σφραγίστε ξαφνικά το σύστημα μεε ένα παχύ στρώμα αργίλου για να καταστεί αδιαπέραστο σε υπέργεια στοιχεία.
5. " Ψήστε" στους 25 βαθμούς Κελσίου για 5,5 εκατομμύρια χρόνια.

Όταν ανοίξετε και πάλι το σύστημα, τα πράγματα θα είναι πολύ διαφορετικά...
Τα αρθρόποδα και σχεδόν όλοι οι οργανισμοί του σπηλαίου έχουν απολέσει το χρώμα τους. Κάποια ήταν λευκά ή και σχεδόν διάφανα.
Τα αρθρόποδα και σχεδόν όλοι οι οργανισμοί του σπηλαίου έχουν απολέσει το χρώμα τους. Κάποια ήταν λευκά ή και σχεδόν διάφανα.

Όσο το ανθρώπινο είδος εξελίσσονταν στις πεδιάδες της Αφρικής, ένα διαφορετικό είδος εξέλιξης, λάμβανε χώρα σε ένα σπήλαιο στη Ρουμανία. Οι εντομοειδείς κάτοικοι του Σπηλαίου Movile αποκόπηκαν από τον έξω κόσμο περισσότερο από πέντε εκατομμύρια χρόνια πριν, και όταν στα τέλη του 1890 το σπήλαιο ανακαλύφθηκε, αποκάλυψε ένα εξαιρετικά ασυνήθιστο οικοσύστημα. Το Movile θεωρείται σήμερα ότι είναι το πιο απομονωμένο οικοσύστημα στον κόσμο, και οι επιστήμονες μόλις τώρα αρχίζουν να ξετυλίγουν και να κατανοούν τα μυστικά του.

Χρειάστηκαν χρόνια για να ξεκινήσει η καταγραφή των πλασμάτων στο Σπήλαιο Movile για διάφορους λόγους. Πρώτον, είναι ένα επικίνδυνο περιβάλλον με δηλητηριώδη ατμόσφαιρα. Η είσοδος στο σπήλαιο απαιτεί συνδυασμό καταδύσεων και εξερεύνησης σπηλαίων. Θα πρέπει κανείς να κατέβει από ένα στενό φρεάτιο 20 μέτρων, να αναρριχηθεί μέσα από μικροσκοπικές σήραγγες ασβεστόλιθου πριν τελικά φτάσει στο κύριο σπήλαιο. Η ρουμανική κυβέρνηση είναι επίσης πολύ επιλεκτική σχετικά με το ποιος επιτρέπεται να εισέλθει για έρευνα στο σπήλαιο με το φόβο να μην διαταραχθεί η ευαίσθητη οικολογική ισορροπία. Μόνο μερικές δεκάδες επιστήμονες έχουν τη δυνατότητα να το επισκεφθούν και συμμετέχουν στην έρευνα τους μυστηριώδους σπηλαίου.

Οι ερευνητές έχουν ανακαλύψει πως το Movile είναι γεμάτο ζωή και πως οι κάτοικοί του δεν ενοχλούνται με τα υψηλά επίπεδα του διοξειδίου του άνθρακα και υδροθείου στον αέρα. Με μόνο το ήμισυ της συνηθισμένης συγκέντρωσης οξυγόνου, οι άνθρωποι πρέπει απαραιτήτων να φορούν αναπνευστικές συσκευές για να επιβιώσουν, αλλά οι ζωντανοί οργανισμοί του είναι ακόμη περισσότεροι στα σημεία όπου η ατμόσφαιρα είναι πολύ επιβαρυμένη.

Τα περισσότερα πλάσματα πιστεύεται ότι έχουν φτάσει στο σπήλαιο πάνω από πέντε εκατομμύρια χρόνια πριν, όταν ο ασβεστόλιθος σφράγισε την είσοδο και τα εγκλώβισε στο νέο τους σπίτι. Τα περισσότερα έντομα έχουν έκτοτε προσαρμοστεί στο απόλυτο σκοτάδι, χάνοντας τα μάτια και τη χρώση τους. Πολλά έχουν επίσης αναπτύξει μακρύτερα πόδια και κεραίες για να αισθάνονται το περιβάλλον στο σκοτάδι. Μεταξύ άλλων συναντά κανείς σπάνια είδη αραχνών, ψευδοσκορπιούς, νεροσκορπιούς, σαρανταποδαρούσες, και βδέλλες.
Ένας νεροσκορπιός θρέφεται από ένα οστρακόδερμο
Ένας νεροσκορπιός θρέφεται από ένα οστρακόδερμο

Το οικοσύστημα βασίζεται εξ ολοκλήρου στα χημειοσυνθετικά βακτήρια που εξάγουν άνθρακα από τον αέρα χωρίς τη βοήθεια του φωτός. Τα πιο πολλά βακτήρια χρησιμοποιούν το διοξείδιο του άνθρακα, και άλλα απορροφούν τον άνθρακα από μεθάνιο. Το βακτηριακό φιλμ που καλύπτει το νερό και τα τοιχώματα είναι το σημείο όπου όλα τα θρεπτικά συστατικά εισέρχονται σε αυτό το οικοσύστημα, και αυτό είναι το μόνο γνωστό παράδειγμα ενός τέτοιου συστήματος. Οι μικρότεροι θρέφονται από τη λάσπη και γίνονται το γεύμα για τους μεγαλύτερους.

Οι επιστήμονες ενδιαφέρονται για τα ζώα στο σπήλαιο, αλλά τα βακτήρια θα μπορούσαν να παρέχουν συμβουλές για το πώς η ζωή λειτούργησε όταν Γη ήταν ακόμη πολύ νέα. Με την υψηλή θερμότητα, τα τοξικά αέρα και τον ελάχιστο φωτισμό, οι συνθήκες είναι πολύ παρόμοιες με εκείνες της Γης πριν από δισεκατομμύρια χρόνια. Μερικοί εξετάζουν επίσης την ιδέα της χρήσης αυτών των βακτηρίων για την καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη, καθώς το διοξείδιο του άνθρακα και το μεθάνιο είναι οι μεγαλύτεροι ένοχοι.

Όπως και να έχει, αυτό το σπήλαιο στη Ρουμανία, είναι σίγουρα πως έχει πολλά περισσότερα μυστικά να αποκαλύψει. Υπάρχουν ακόμη αρκετοί ζωντανοί οργανισμοί θαμμένοι στα ιζήματα του σπηλαίου, που περιμένουν να εντοπιστούν, και θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν να ώστε κατανοήσουμε μερικές από τις βαθύτερες ερωτήσεις σχετικά με τη φύση της ζωής.
Στα έγκατα της Ρουμανίας έχει βρεθεί το πιο απομονωμένο οικοσύστημα στον κόσμο με κατοίκους παράξενα πλάσματα
 

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ, ΨΥΧΑΓΩΓΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ, ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ - Ἰκαρομένιππος ἢ Ὑπερνέφελος § 20-21

Ο Μένιππος στη σελήνη

Ο Ικαρομένιππος ή Υπερνέφελος ανήκει στις "μενίππειες σάτιρες" του Λουκιανού, στις οποίες ο συγγραφέας μιμείται έργα του Μενίππου (κυνικού συγγραφέα του 3ου αι. π.Χ.) δίνοντάς τους διαλογική μορφή. Κύρια χαρακτηριστικά τους "τα φανταστικά ταξίδια, η σατιρική παρουσίαση των θεών των Ελλήνων, ο σαρκασμός απέναντι στη στενόμυαλη ανθρώπινη υπεροψία κάθε είδους" (H.-G. Nesselrath). Ως προς τη μορφή χαρακτηρίζονται από την ανάμειξη σοβαρού και αστείου (σπουδογέλοιον), έμμετρου και πεζού λόγου. Στον Ικαρομένιππο ο Μένιππος, κύριο πρόσωπο του έργου, αφηγείται σ΄ έναν φίλο του το ταξίδι που πραγματοποίησε στον ουρανό, χρησιμοποιώντας τη δεξιά φτερούγα ενός αετού και την αριστερή ενός γύπα. Στην πράξη του αυτή οδηγήθηκε από τη σύγχυση που του δημιούργησαν οι αντικρουόμενες απαντήσεις των φιλοσόφων σε ερωτήματα σχετικά με τον δημιουργό, την αρχή και τον προορισμό του σύμπαντος αλλά και τη φύση των ουρανίων σωμάτων και φαινομένων. Πέταξε πρώτα στη σελήνη, από όπου μπορούσε να παρακολουθήσει όλες τις πράξεις των ανθρώπων, και από εκεί στην κατοικία του Δία. Εκεί παρευρέθη σε ίνα συμπόσιο των θεών, περιμένοντας την απάντηση του Δία στα ερωτήματά του. Στη συνέλευση ωστόσο των θεών το επόμενο πρωί, οι θεοί απαίτησαν την εξόντωση των ασεβών φιλοσόφων, η εκτέλεση της απόφασης ανεστάλη όμως από τον Δία για "του χρόνου". Όσο για τον Μένιππο, αυτός όχι μόνο δεν έλαβε τις απαντήσεις που περίμενε, αλλά αντίθετα ο Δίας αποφάσισε να τον κατεβάσει ο Ερμής στη γη. Ο τελευταίος τον έπιασε από το αφτί και τον απέθεσε στον Κεραμεικό. Έτσι, το ταξίδι του Μένιππου στους αιθέρες, αντίστοιχο αναμφίβολα του ταξιδιού στον Κάτω κόσμο που περιγράφεται στο έργο του Λουκιανού Μένιππος ή Νεκυομαντεία, τελειώνει κυκλικά με την επιστροφή στον τόπο της αφετηρίας.

Στο απόσπασμα που ακολουθεί περιγράφεται η συνάντηση του Μένιππου με τη Σελήνη, η οποία του ζητά μια χάρη.

Ἰκαρομένιππος ἢ Ὑπερνέφελος § 20-21

[20] οὔπω στάδιον ἀνεληλύθειν καὶ ἡ Σελήνη γυναικείαν φωνὴν προϊεμένη, «Μένιππε,» φησίν, «οὕτως ὄναιο, διακόνησαί μοί τι πρὸς τὸν Δία.» «λέγοις ἄν,» ἦν δ᾽ ἐγώ· «βαρὺ γὰρ οὐδέν, ἢν μή τι φέρειν δέῃ.» «πρεσβείαν,» ἔφη, «τινὰ οὐ χαλεπὴν καὶ δέησιν ἀπένεγκε παρ᾽ ἐμοῦ τῷ Διί· ἀπείρηκα γὰρ ἤδη, Μένιππε, πολλὰ καὶ δεινὰ παρὰ τῶν φιλοσόφων ἀκούουσα, οἷς οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν ἔργον ἢ τἀμὰ πολυπραγμονεῖν, τίς εἰμι καὶ πηλίκη, καὶ δι᾽ ἥντινα αἰτίαν διχότομος ἢ ἀμφίκυρτος γίγνομαι. καὶ οἱ μὲν κατοικεῖσθαί μέ φασιν, οἱ δὲ κατόπτρου δίκην ἐπικρέμασθαι τῇ θαλάττῃ, οἱ δὲ ὅ τι ἂν ἕκαστος ἐπινοήσῃ τοῦτό μοι προσάπτουσι. τὰ τελευταῖα δὲ καὶ τὸ φῶς αὐτὸ κλοπιμαῖόν τε καὶ νόθον εἶναί μοί φασιν ἄνωθεν ἧκον παρὰ τοῦ Ἡλίου, καὶ οὐ παύονται καὶ πρὸς τοῦτόν με ἀδελφὸν ὄντα συγκροῦσαι καὶ στασιάσαι προαιρούμενοι· οὐ γὰρ ἱκανὰ ἦν αὐτοῖς ἃ περὶ αὐτοῦ εἰρήκασι τοῦ Ἡλίου, λίθον αὐτὸν εἶναι καὶ μύδρον διάπυρον.
[21] καίτοι πόσα ἐγὼ συνεπίσταμαι αὐτοῖς ἃ πράττουσι τῶν νυκτῶν αἰσχρὰ καὶ κατάπτυστα οἱ μεθ᾽ ἡμέραν σκυθρωποὶ καὶ ἀνδρώδεις τὸ βλέμμα καὶ τὸ σχῆμα σεμνοὶ καὶ ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν ἀποβλεπόμενοι; κἀγὼ μὲν ταῦτα ὁρῶσα ὅμως σιωπῶ· οὐ γὰρ ἡγοῦμαι πρέπειν ἀποκαλύψαι καὶ διαφωτίσαι τὰς νυκτερινὰς ἐκείνας διατριβὰς καὶ τὸν ὑπὸ σκηνῆς ἑκάστου βίον, ἀλλὰ κἄν τινα ἴδω αὐτῶν μοιχεύοντα ἢ κλέπτοντα ἢ ἄλλο τι τολμῶντα νυκτερινώτατον, εὐθὺς ἐπισπασαμένη τὸ νέφος ἐνεκαλυψάμην, ἵνα μὴ δείξω τοῖς πολλοῖς γέροντας ἄνδρας βαθεῖ πώγωνι καὶ ἀρετῇ ἐνασχημονοῦντας. οἱ δὲ οὐδὲν ἀνιᾶσι διασπαράττοντές με τῷ λόγῳ καὶ πάντα τρόπον ὑβρίζοντες, ὥστε νὴ τὴν Νύκτα πολλάκις ἐβουλευσάμην μετοικῆσαι ὅτι πορρωτάτω, ἵν᾽ αὐτῶν τὴν περίεργον ἂν γλῶτταν διέφυγον.
μέμνησο οὖν ταῦτά τε ἀπαγγεῖλαι τῷ Διὶ καὶ προσθεῖναι δ᾽ ὅτι μὴ δυνατόν ἐστί μοι κατὰ χώραν μένειν, ἢν μὴ τοὺς φυσικοὺς ἐκεῖνος ἐπιτρίψῃ καὶ τοὺς διαλεκτικοὺς ἐπιστομίσῃ καὶ τὴν Στοὰν κατασκάψῃ καὶ τὴν Ἀκαδημίαν καταφλέξῃ καὶ παύσῃ τὰς ἐν τοῖς περιπάτοις διατριβάς· οὕτω γὰρ ἂν εἰρήνην ἀγάγοιμι καὶ παυσαίμην ὁσημέραι παρ᾽ αὐτῶν γεωμετρουμένη.»

***
[20] Ούτε ένα στάδιο δεν είχα ανέβει και η σελήνη «Μένιππε», μου λέει με φωνή γυναίκας, «σε παρακαλώ, μπορείς να με διευκολύνεις σε κάτι με τον Δία;» «Γιατί όχι;» της απάντησα, «φτάνει να μην είναι κάτι βαρύ που πρέπει να το μεταφέρω». «Μια απλή παραγγελία θα μεταφέρεις», είπε εκείνη, «μια παράκληση από μένα προς τον Δία· γιατί έχω απαυδήσει πια, Μένιππε, ν᾽ ακούω τα πολλά και φοβερά από τους φιλοσόφους που άλλη δουλειά δεν έχουν παρά να ασχολούνται συνεχώς μαζί μου, ποια είμαι, πόσο μεγάλη και για ποιο λόγο γίνομαι ημικυκλική ή μηνίσκος. Άλλοι απ᾽ αυτούς λένε πως κατοικούμαι, άλλοι πως κρέμομαι πάνω από τη θάλασσα σαν καθρέφτης κι άλλοι ό,τι φανταστεί ο καθένας τους, εκείνο μου προσάπτουν. Τελευταία μάλιστα έφτασαν να πουν ότι και το φως μου ακόμα δεν είναι γνήσιο, αλλά είναι κλοπιμαίο κι έρχεται από πάνω, από τον ήλιο, και άλλο δεν κοιτάζουν παρά πώς θα με βάλουν να μαλώσω με τον αδελφό μου, σαν να μην τους έφταναν όσα έχουν πει για τον ίδιο τον Ήλιο, πως τάχα είναι πέτρα και πυρωμένο σίδερο.
[21] Κι όμως, πόσα και πόσα δεν ξέρω εγώ γι᾽ αυτούς, πράξεις αισχρές και κατάπτυστες που κάνουν τη νύχτα εκείνοι που την ημέρα εμφανίζονται σοβαροί και ανδροπρεπείς, επιβλητικοί στο βλέμμα και στη μορφή, καμάρι των απλών πολιτών. Εγώ βέβαια δεν λέω λέξη, κι ας βλέπω όλ᾽ αυτά· γιατί δεν θεωρώ πρέπον να αποκαλύψωκαι να βγάλω στο φως τις νυκτερινές εκείνες ενασχολήσεις και την παρασκηνιακή ζωή του καθενός· ακόμα κι αν δω κάποιον να μοιχεύεται ή να κλέβει ή να αποτολμά οτιδήποτε άλλο από εκείνα που ευνοεί περισσότερο η νύχτα, απλώνω στη στιγμή σύννεφο και σκεπάζω το πρόσωπό μου για να μη δείξω στον κόσμο γέρους ανθρώπους να ντροπιάζουν την αρετή και το μακρύ τους γένι. Εκείνοι όμως καθόλου δεν διστάζουν να με κατασπαράζουν με τα λόγια τους και να με προσβάλλουν με κάθε τρόπο, ώστε, μα τη Νύχτα, πολλές φορές σκέφτηκα να μεταναστέψω όσο γίνεται μακρύτερα για να γλιτώσω από την κακογλωσσιά τους.
Θυμήσου λοιπόν να διαβιβάσεις όλ᾽ αυτά στον Δία και να προσθέσεις ότι μου είναι αδύνατο να μείνω στη θέση μου, εκτός αν εκείνος εξοντώσει τους φυσικούς και φιμώσει τους διαλεκτικούς και ανασκάψει τη Στοά και πυρπολήσει την Ακαδημία και σταματήσει τις συζητήσεις στους Περιπάτους· μόνο έτσι θα πάψουν να με μετράνε καθημερινά και θα μπορέσω να βρω ησυχία.»

Τι είναι ευτυχία; Από τον Αριστοτέλη στον Νίτσε

Ευτυχία είναι όταν αυτά που σκέφτεσαι,
αυτά που λες και αυτά που πράττεις
βρίσκονται σε αρμονία
Μαχάτμα Γκάντι

Η πολυδιάστατη έννοια της ευτυχίας, η οποία έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών και διαφορετικών επιστημονικών κλάδων όπως και μελέτη χιλιάδων έιδικών, έχουν οδηγήσει στην αδυναμία υιοθέτησης ενός κοινού ορισμού ή έστω ενός κοινού κώδικα επικοινωνίας αναφορικά με αυτό το ζήτημα, γεγονός που δίνει μια γοητεία στο εγχείρημα προσδιορισμού τι είναι ευτυχία.

Η δυσκολία του ορισμού της έννοιας ευτυχία αποτυπώνεται στην προσπάθεια σκιαγράφησής της στο κλασικό «Λεξικό της Φιλοσοφίας» του Andre Lalande (1955), όπου η ετυμολογική έννοια συμπληρώνεται από δύο ακόμη επεξηγήσεις και εν τέλει απαιτεί και μια κριτική επί των όρων, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να θεωρήσει ότι έχει κάπως κατανοήσει τις εννοιολογικές παραμέτρους του όρου. Η ετυμολογική σημασία αναφέρεται στην ευνοϊκή τύχη, από το ελληνικό πρόθεμα ευ και τύχη, από τη ρίζα τυγχάνω, που παρουσιάζει αντιστοιχία και με τον αγγλοσαξονικό όρο happiness από το happen με την έννοια του γεγονότος που συμβαίνει κατά τύχη καθώς και το γερμανικό gluck από τη γερμανική ρίζα gelingen που σημαίνει επιτυγχάνω.

Με μια ευρύτερα φιλοσοφική θεώρηση, ευτυχία, σύμφωνα πάντα με το Λεξικό του Lalande, είναι «η κατάσταση της πλήρους ικανοποιήσεως που γεμίζει όλη τη συνείδηση». Προτείνεται παράλληλα ο αναλυτικότερος και διεισδυτικότερος ορισμός που δίνει ο Καντ στο έργο του Κριτική του Καθαρού Λόγου, σύμφωνα με τον οποίο η ευτυχία ταυτίζεται με την «ικανοποίηση όλων των κλίσεων μας τόσο σε έκταση, δηλαδή σε πολλαπλότητα, όσο και σε ένταση, δηλαδή σε διάρκεια».

Ο Μάρκος Τερέντιος Βάρρο και αργότερα ο Αυγουστίνος κατέγραψαν 289 απόψεις για το τι σημαίνει ευτυχία, αυτή η έννοια που αποτελεί την έγνοια όλων, ενώ παράλληλα γεννά απορίες και ερωτήματα ως προς τη φύση, τις ιδιότητες και κυρίως την επίτευξη ή απόκτησή της. Η ευτυχία είναι συναίσθημα, διάθεση ή βίωμα; Είναι στόχος, πορεία ή ουτοπία; Είναι διαρκής ή εξαντλείται σε στιγμές; Και τι καθορίζει την ευτυχία μας ή την έλλειψή της; Ποιες μορφές μπορεί να πάρει και σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο επηρεάζει την επικοινωνία μας με τους άλλους;

Τι μπορεί να είναι σήμερα ή πώς μπορεί να βιώνεται σήμερα η ευτυχία

Ερωτήματα αναφορικά με την ευτυχία έχουν απασχολήσει τη φιλοσοφία, τη θεολογία και την ψυχολογία, όπως είναι μάλλον αυτονόητο και αναμενόμενο, αλλά προσφάτως και μάλλον αναπάντεχα και την οικονομική επιστήμη, η οποία αποφάσισε να εμπλακεί στη μελέτη των παραμέτρων που εξασφαλίζουν την ευτυχία και, κάνοντας ένα βήμα ακόμη πιο πέρα, να την αποτιμήσει και να κοστολογήσει την απώλειά της.

Το 1984 εμφανίζεται για πρώτη φορά στο πεδίο της οικονομικής θεωρίας το σχήμα της «ηδονικής αξίας της ζωής», το οποίο αναφέρεται στην ευχαρίστηση και την απόλαυση που προσφέρει στο άτομο η ζωή του, εξαιρουμένων των οικονομικών απολαβών. Σύντομα προσαρμόστηκε στις πρακτικές της νομικής επιστήμης και τέθηκε στην υπηρεσία των λειτουργών της προς όφελος πελατών τους που είχαν πέσει θύματα «ηδονικών απωλειών».

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς αυτούς ο γάμος, για παράδειγμα, ισοδυναμεί με ένα ποσό της τάξης των 70.000 αγγλικών λιρών ετησίως.

Ένα άλλο παράδειγμα αυτού του όψιμου ενδιαφέροντος για τη διαχείριση της ανθρώπινης ευτυχίας αποτελεί το Ινστιτούτο της Ευτυχίας (The Happiness Institute), το οποίο εδρεύει στην Αυστραλία και χρησιμοποιεί τις αρχές και τις μεθόδους της Θετικής Ψυχολογίας (Positive Psychology) για να βοηθήσει τους πελάτες του «να απολαύσουν και πάλι τη ζωή, να νιώθουν καλά και να είναι αισιόδοξοι, να βελτιώσουν τις σχέσεις τους, να αναπτύξουν το αίσθημα ελέγχου και να ζήσουν μια υγιή και ισορροπημένη ζωή». Οι ειδικοί επιστήμονες του Ινστιτούτου είναι πρόθυμοι να μοιραστούν μαζί μας – με το αζημίωτο πάντα – το μυστικό της ευτυχίας και διαδικτυακώς.

Η εγκυρότητα της διαπίστωσης του Φρόυντ στα 1930 ότι από τη συμπεριφορά των ανθρώπων συνάγεται πως σκοπός της ζωής τους είναι η επιδίωξη και η διατήρηση της ευτυχίας δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Το πρόγραμμα της ‘αρχής της ηδονής’ ορίζει και επιβάλλει τόσο την αποφυγή του πόνου όσο και την αποκόμιση ευχαρίστησης.

Εντούτοις, «δεν υπάρχει καμιά συμβουλή που να κάνει για όλους· ο καθένας πρέπει να δοκιμάσει μόνος του με ποιον ιδιαίτερο τρόπο μπορεί να γίνει ευτυχισμένος» (Φρόυντ), καθώς εκτός από την ιδιοσυγκρασία διαφέρουν και οι συνθήκες μέσα στις οποίες οι άνθρωποι αναπτύσσονται και λειτουργούν. Έχοντας παραχωρήσει για χάρη της ασφάλειάς του ένα μέρος της δυνατότητάς του για ευτυχία μέσω της ικανοποίησης των ορμών του, ο πολιτισμένος άνθρωπος καλείται να εκμεταλλευτεί την εναπομείνασα ικανότητά του για να πετύχει τον υπέρτατο στόχο.

Ο υπέρτατος αυτός στόχος, η ευτυχία, αποτελεί μια έννοια καθημερινή, αλλά δυσνόητη. Δεν επιτρέπει έναν μονοδιάστατο ορισμό, δεν προσφέρεται για πειραματικές διαπιστώσεις. Εντούτοις, είναι ενδιαφέρον να διερευνηθεί κατά πόσο υπάρχουν συγκεκριμένοι, μετρήσιμοι παράγοντες που οδηγούν σε αυτήν και κατά πόσο πρόκειται για μια κατάσταση που υπόκειται σε τεκμηρίωση και ποσοτικοποίηση. Θεωρώντας ως αυθεντική πηγή για τις διαπιστώσεις αυτές τον αβίαστο λόγο των ίδιων των υποκειμένων, θα επιχειρήσουμε μια διαδρομή μέσα από αναπαραστάσεις, βιώματα και σημασίες της ευτυχίας για να προσεγγίσουμε τη βαθύτατα προσωπική εμπειρία της, όπως αποτυπώνεται στον κοινωνικό εαυτό των υποκειμένων. Ελπίδα και επιδίωξή μας είναι να μας δοθεί η δυνατότητα να αγγίξουμε έστω φευγαλέα μια πτυχή της ανθρώπινης κατάστασης που δύσκολα μπορεί κανείς να μοιραστεί με τον Άλλο.

Από τους Αλχημιστές στον Αριστοτέλη

Δεν υπάρχει στη ζωή πιο μεγάλη απόλαυση ούτε πιο μεγάλη ευτυχία
από το να μην έχεις συνείδηση ότι ζεις
Giacomo Leopardi, Η Θεωρία της Ηδονής,


Η ευτυχισμένη ζωή, ως έννοια αλλά και ως βίωμα, δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητους τους εργάτες του πνεύματος όλων των εποχών και όλων των ρευμάτων. Ακόμη και οι πιο «σκοτεινοί» των φιλοσόφων, σε κατάσταση οι ίδιοι μελαγχολίας έως και κατάθλιψης, πάντοτε θέτουν το ερώτημα για την ευτυχία τού ανθρώπου και αναζητούν την οδό που οδηγεί σε αυτήν. Έφτασαν, μάλιστα, κατά την εποχή της Αναγέννησης να αναζητούν τη φιλοσοφική λίθο, η οποία θα σήμαινε την εξασφάλιση της διαρκούς και αδιάκοπης ευτυχίας μέσω της αιώνιας νεότητας και των απεριόριστων υλικών αγαθών.

Οι αλχημιστές της Αναγέννησης, επομένως, ονειρεύτηκαν να προσφέρουν στον άνθρωπο τις, κατά την άποψή τους, βασικές προϋποθέσεις της καλής ζωής: ευρωστία και πλούτο. Παρέλειψαν, όμως, να συμπεριλάβουν σε αυτές τη θεωρητική όψη της ευδαιμονίας ως διαρκούς και αυτάρκους ενέργειας, όπως την προσδιόρισε ο Αριστοτέλης. Για τον μεγάλο φιλόσοφο της ελληνικής αρχαιότητας «η πιο ωραία και ευχάριστη ζωή» οφείλει να εναρμονίζεται με τον νου, το κύριο χαρακτηριστικό του ανθρώπου (Αριστοτέλης). Η ευδαιμονία είναι μια ενέργεια που διαρκεί καθ’ όλη τη ζωή του ανθρώπου και κατατάσσεται μεταξύ των καθαυτών επιθυμητών ενεργειών, αφού δεν στερείται τίποτα και ο άνθρωπος δεν την επιδιώκει έχοντας κατά νου έναν απώτερο σκοπό αλλά την ίδια
την απόκτησή της, η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο από τα εξωτερικά καλά.

Για τον Αριστοτέλη η ευδαιμονία συνδέεται με την ύπαρξη ελεύθερου χρόνου, ο οποίος διακρίνεται με σαφήνεια από τον εργάσιμο, καθώς, όπως τονίζει, «εργαζόμαστε για να σχολάσουμε, όπως κάνουμε πόλεμο για να εξασφαλίσουμε ειρήνη» (Αριστοτέλης, ό.π., σελ. 181). Σε αυτό τον χρόνο της περισυλλογής και της ανάπτυξης δραστηριοτήτων που ανταποκρίνονται στις επιθυμίες του κάθε ατόμου συγκαταλέγεται και η επικοινωνία με ευχάριστους φίλους, καθώς μόνο τέτοιου είδους φίλους έχει νόημα να συναναστρέφεται ο ευτυχισμένος άνθρωπος. Όποιος στοχεύει στην ύψιστη ευδαιμονία, τη μακαριότητα, θα πρέπει να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του σύμφωνα με τη θεϊκή θέληση και να γνωρίζει ότι θα οδηγηθεί σε αυτήν μόνο μέσω της ανθρώπινης ενέργειας της συναφέστερης προς την ενέργεια του θεού.

Συνεχίζοντας την ανάλυσή του για την ευδαιμονία, ο Αριστοτέλης την ορίζει ως κάποιο είδος θεωρίας, με συνέπεια να μπορεί να καταστεί αυτή αντικείμενο απόλαυσης του θεωρητικού ανθρώπου, χωρίς όμως να παραλείπει μια αναφορά στην αναγκαιότητα των εξωτερικών αγαθών για μια ομαλή διαβίωση. Οι άνθρωποι επιδιώκουν να αποκτήσουν αυτό που τους λείπει, θεωρώντας ότι έτσι θα ολοκληρωθεί η ευτυχία τους, επενδύοντας αυτή την προσμονή με τις ελπίδες τους. Άλλωστε, οι άνθρωποι είναι τα μόνα όντα που ασχολούνται, διερωτώνται, συλλογίζονται για την ευτυχία τους, καθιστώντας αυτό το στοιχείο καταστατικό της συστατικό (Lear).

Η Επικούρεια αταραξία και η ποιότητα ζωής κατά Σενέκα

Την ίδια περίπου εποχή, ο Επίκουρος προτείνει τη δική του εκδοχή για το περιεχόμενο και την απόκτηση της ευτυχίας, ταυτίζοντάς την με την εξασφάλιση της σωματικής υγείας, παράλληλα με εκείνη της ψυχικής ηρεμίας (Επίκουρος). Για τον Επίκουρο ο ορισμός είναι αποφατικός: ευτυχία είναι το να μην πονάμε στο σώμα και το να μην ταρασσόμαστε στην ψυχή, μια θεωρία που θα επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας, μετρώντας πολυπληθείς οπαδούς.

Αυτός ο διπλός στόχος της ευτυχίας επιτυγχάνεται με οδηγό τη φρόνηση, η οποία είναι εκείνη που μας αποκαλύπτει «τις αιτίες για τις οποίες μας αρέσει ή δεν μας αρέσει κάτι και που διώχνει όλες αυτές τις αντιλήψεις από τις οποίες ταλαιπωρείται η ψυχή μας» (Επίκουρος). Το χαρακτηριστικότερο, όμως, στοιχείο της θεωρίας του Επίκουρου είναι εκείνο της αναγνώρισης και της εξύψωσης της ηδονής ως βάσης «κάθε προτίμησης και κάθε αποφυγής», ως κριτηρίου και μέτρου για να εκτιμήσουμε την ευτυχισμένη ζωή.

Το υπέρτατο αγαθό που είναι η ευτυχία, την οποία, σύμφωνα πάλι με τον Επίκουρο, όταν την έχουμε, έχουμε το παν κι όταν δεν την έχουμε κάνουμε το παν για να την αποκτήσουμε, απασχόλησε και τον Σενέκα, ο οποίος ενδιαφερόταν πολύ για την ποιότητα του καθημερινού βίου. Μπορεί η δική του ζωή να τον διέψευσε, εντούτοις πρέσβευε ότι οι μόνοι πραγματικά ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι όσοι αφιερώνονται στο πνεύμα και μόνο τότε ζουν πραγματικά, καθώς με τη μελέτη προσθέτουν στον χρόνο της ζωής τους και εκείνον που έχει προϋπάρξει, ερχόμενοι σε επαφή με τη σοφία των προγενέστερων τους (Σενέκας).

Ο Επίκτητος πάλι, συμπυκνώνει την άποψή του για την ευτυχία σε μια μόνη φράση, υπό τη μορφή συμβουλής: «Μη ζητάς να γίνονται τα πράγματα όπως τα θέλεις εσύ, αλλά να τα δέχεσαι όπως έρχονται και τότε θα είσαι ευτυχισμένος» (Επίκτητος).

Οι μικροί καθημερινοί στόχοι του Giacomo Leopardi

Με τον Επίκτητο πιθανώς να μην συμφωνούσε ο Ιταλός Giacomo Leopardi (1798-1837 ) – στοχαστής, φιλόσοφος και ποιητής που το έργο του διακρίνεται από βαθιά απαισιοδοξία. Ο Giacomo Leopardi θεωρούσε ότι ο άνθρωπος μπορεί να βιώσει την ευτυχία ζώντας μια ειρηνική στιγμή, ελπίζοντας, όμως, ταυτόχρονα στην έλευση καλύτερων ημερών. Ο ίδιος εξομολογείται:

Τη θεία αυτή κατάσταση την αισθάνθηκα κατά διαστήματα επί πολλούς μήνες στην ηλικία μεταξύ 16 και 17 ετών, όταν ακριβώς ήμουν απερίσπαστα απασχολημένος με τις σπουδές μου, χωρίς καμιάν άλλην έγνοια, έχοντας την ήρεμη και σταθερή ελπίδα για ένα μέλλον γεμάτο ευχαρίστηση. Όμως αυτό το αίσθημα δεν θα το ξαναδοκιμάσω ποτέ πια, διότι μια παρόμοια ελπίδα, που μόνο αυτή μπορεί να μας ικανοποιήσει στο παρόν, δεν θα μπορούσε να γεννηθεί παρά μόνο σε ένα νέον άνθρωπο της ηλικίας εκείνης ή, τουλάχιστον, τόσο λίγο έμπειρο. (…) Όταν όμως έχουμε γνωρίσει, και χάσει, την ευτυχία, οι ελπίδες δεν μπορούν πια να μας ικανοποιήσουν και η δυστυχία έχει κιόλας εγκατασταθεί στον άνθρωπο.

Για τον Leopardi η ευτυχία πηγάζει από τη ζωηρή φαντασία που δεν αφήνεται να περιοριστεί από τη γνώση ορίων, αλλά τροφοδοτείται από ένα είδος άγνοιας ή παραγνώρισης της πραγματικότητας. Πιστεύει ότι τόσο η ευτυχία όσο και η δυστυχία υπόκεινται στην κρίση του καθενός και, εντέλει, «ο άνθρωπος είναι τόσο δυστυχισμένος όσο ακριβώς φαντάζεται πως είναι… και το ίδιο ισχύει και για το πόσο ευτυχισμένος είναι». Οι ασχολίες, ακόμη και αν δεν προκαλούν ισχυρές συγκινήσεις, μαζί με την επίτευξη των μικρών καθημερινών μας στόχων είναι τα συστατικά της ευτυχίας, που μας επιτρέπουν να ξεπεράσουμε τη ματαιότητα της ανθρώπινης κατάστασης.

Η απόσταση του χρόνου, θεωρεί ο Leopardi, καθιστά γλυκές τις αναμνήσεις των ευτυχισμένων στιγμών, ισχυρότερα και από την ίδια τη στιγμή της απόλαυσής τους, με την ελπίδα της μελλοντικής επανάληψής τους. Καταλήγει, όμως, στο συμπέρασμα ότι ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου, η ευτυχία, δεν υπάρχει, αφού την αναζητά χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζει τη φύση της, σε τι δηλαδή συνίσταται.

Ο Νίτσε και η ευτυχία

Ο Νίτσε, στο έργο του Η Χαρούμενη Γνώση (1886) εκτός από τις αναλύσεις του για τη γνώση, την τέχνη, την ηθική και την αλήθεια, αναφέρεται, επίσης, στην έννοια της ευτυχίας ακολουθώντας τη Στωική παράδοση, που θέλει την ευχαρίστηση και την απαρέσκεια άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους με έναν τρόπο που για να γευτεί κανείς την ευχαρίστηση θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος να υπομείνει αντίστοιχες ποσότητες δυσαρέσκειας. Πιστεύει ο Νίτσε ότι η ευτυχία είναι εν πολλοίς μια ανθρώπινη κατασκευή, καθώς εξαρτάται από την κρίση των ανθρώπων για τα κίνητρα των πράξεων και των σκέψεων, κρίση που πολύ απέχει από τα πραγματικά κίνητρα.

Υπογραμμίζει, επίσης, τη σημασία της υστεροφημίας και της γνώμης των άλλων στη διαμόρφωση της ευτυχίας μας. Θεωρεί ότι ανεξάρτητα με ό,τι γνωρίζουμε εμείς στο πεδίο των πράξεων ή των σκέψεών μας, όταν κάποια στιγμή αποκαλύπτεται ότι οι άλλοι έχουν διαμορφώσει μια διαφορετική άποψη για εμάς η ευτυχία μας κινδυνεύει με κατάρρευση. Σε αντίθεση με τη θλίψη και την κακοκεφιά που έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν μια ολόκληρη κοινωνική οργάνωση, κρίνει πως η ευτυχία «δεν είναι καθόλου μεταδοτική αρρώστια». Εντούτοις, δεν παραλείπει να τονίσει τη σημασία του μοιράσματος της χαράς με τους άλλους, γιατί μόνο έτσι μπορεί κανείς να γίνει «μεγάλος».

Η ποιητική περιγραφή του ευτυχισμένου ανθρώπου που έχει να μας προσφέρει είναι η εξής:

Ο κίνδυνος του πιο ευτυχισμένου – να ‘χεις εκλεπτυσμένες αισθήσεις και λεπτό γούστο· να ‘σαι συνηθισμένος σ’ ό,τι πιο εκλεκτό και εξαίσιο έχει το πνεύμα, σα να ‘ταν αυτό απλώς η πιο σωστή και κατάλληλη τροφή· να χαίρεσαι μια δυνατή, θαρραλέα, παράτολμη ψυχή· να περνάς μέσα από τη ζωή με ήρεμα μάτια και σταθερό βήμα, έτοιμος πάντα για τις πιο ακραίες καταστάσεις όπως σε μια γιορτή και γεμάτος από τον πόθο για κόσμους και θάλασσες, ανθρώπους και θεούς που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα· να ακούς κάθε ευδιάθετη μουσική σαν να ‘ταν σημάδι ότι παράτολμοι άνθρωποι, στρατιώτες, ποντοπόροι χαρίζουν στον εαυτό τους εκεί μια βραχύχρονη ανάπαυση και ευχαρίστηση και ξαφνικά, μέσα στη βαθύτατη απόλαυση της στιγμής, νικιούνται από τα κλάματα κι απ’ όλη τη βυσσινιά μελαγχολία του ευτυχισμένου: ποιος δεν θα ‘θελε να ‘ναι όλα αυτά κατοχή του, κατάστασή του!

Ο Αριστοτέλης και η έννοια της ευτυχίας

Με δεδομένο ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον, είναι ξεκάθαρο πως δεν υφίσταται ολοκλήρωση σε ατομικό επίπεδο μακριά από τους άλλους ανθρώπους. Όμως, η ολοκλήρωση είναι συνυφασμένη με την ευτυχία, αφού ο άνθρωπος νιώθει ευτυχισμένος όταν θεωρεί ότι ολοκληρώνεται, ότι δηλαδή πετυχαίνει το σκοπό για τον οποίο είναι πλασμένος.

Κι εδώ ακριβώς ξεκινά η σύγχυση, αφού ο καθένας μπορεί να ορίσει την ολοκλήρωσή του με τρόπο διαφορετικό, μπορεί δηλαδή να εκλάβει την ευτυχία ως κάτι υποκειμενικό, κάτι που ο ίδιος οφείλει να καθορίσει. Εξάλλου, δε θεωρούν όλοι ότι είναι πλασμένοι για τον ίδιο σκοπό. Οι προτεραιότητες του καθενός είναι προσωπική υπόθεση. Αυτό που κάποιον τον κάνει ευτυχισμένο, κάποιον άλλο μπορεί να τον κάνει δυστυχή και το αντίθετο. Η αντίληψη των διαφορετικών εκδοχών της ευτυχίας είναι η επισφράγιση της ολικής ασάφειας, που θα επιφέρει όλες τις παρανοήσεις.

Από τη στιγμή που ο άνθρωπος δε θέλει να θέσει όρια στην ευτυχία, αυτό που μένει είναι η δίχως όρια κατανάλωση.

Ωστόσο, όταν κάποιος λέει ότι γίνεται ευτυχισμένος με μια συγκεκριμένη πράξη, δε σημαίνει ότι η ίδια αυτή πράξη είναι η ευτυχία, αλλά το αποτέλεσμά της, δηλαδή η ψυχική γαλήνη και το αίσθημα της αυτοεκτίμησης που αντλείται. Υπό αυτή την έννοια, η ευτυχία είναι κάτι απολύτως κοινό για όλους (ο Αριστοτέλης το ανάγει σε σκοπό της ζωής), καθώς αυτό που αλλάζει είναι ο δρόμος που θα οδηγήσει σ’ αυτήν κι όχι η ίδια ως αποτέλεσμα.

Το να εκλαμβάνεται μια συγκεκριμένη πράξη ως ευτυχία (κι όχι ως δρόμος προς την ευτυχία) είναι η διαστρέβλωση που μετατρέπει το μέσο σε αυτοσκοπό. Η πεποίθηση ότι η ευτυχία είναι υπόθεση καθαρά προσωπική είναι η αντίληψη της ατομικότητας, που δεν οφείλει να σχετιστεί με τους άλλους παρά μόνο σε επίπεδο διασφάλισης των καθημερινών αναγκών. Ο άνθρωπος, αν και ζει μέσα σε κοινωνία, ουσιαστικά δεν εντάσσεται, αφού εκλαμβάνει την ευτυχία ως κάτι παράπλευρο, κάτι εντελώς ξεχωριστό.

Η άποψη αυτή, ως στάση ζωής, απέχει μόνο ένα βήμα απ’ το να δράσει κανείς αντικοινωνικά αποσκοπώντας στο ατομικό συμφέρον. Είναι η στιγμή που η ατομική προτεραιότητα υπερβαίνει τη συλλογική. Η στρέβλωση της πολιτικής, η εργασιακή εκμετάλλευση, η απαξίωση του άλλου, η ιδεολογία του πιο στείρου ωφελιμισμού δεν είναι τίποτε άλλο, από την προέκταση αυτής της οπτικής, που, φυσικά, στρέφεται ενάντια στο σύνολο. Είναι δηλαδή η στιγμή που το μέρος νιώθει πολυτιμότερο από το όλο και βρίσκει τον τρόπο να επιβληθεί.

Ενώ η πόλη είναι φτιαγμένη από τη φύση, για να επιφέρει τη μέγιστη αυτάρκεια, ώστε να οδηγήσει στην ευτυχία, ο άνθρωπος υπηρετώντας τη στρέβλωση της ατομικής ευτυχίας υπονομεύει την πόλη προς ίδιο όφελος. Με άλλα λόγια, προσπαθώντας να φτάσει στην ευτυχία πετυχαίνει το ακριβώς αντίθετο, αφού αδυνατεί να κατανοήσει ότι ευτυχία εκτός κοινωνικού συνόλου είναι αδύνατη. Η πόλη, ως πραγμάτωση της κοινωνικής ζωής οφείλει να προασπίσει τη συλλογική ευτυχία εξουδετερώνοντας τις βλέψεις οποιασδήποτε ατομικότητας θέλει να αναδειχθεί σε βάρος της.

Κι αυτός είναι ο ορισμός του άριστου πολιτεύματος, που ξέρει να εκπληρώνει τις προϋποθέσεις για την ευτυχία όλων των πολιτών εξασφαλίζοντας την αρμονική συμβίωση: «… άριστο πολίτευμα είναι εκείνο σύμφωνα με το οποίο η πόλη θα εξασφάλιζε άριστο πολιτικό βίο, αλλά άριστο πολιτικό βίο μπορεί να εξασφαλίσει η πόλη βασισμένη σε πολίτευμα που της παρέχει ευδαιμονία σε πολύ μεγάλο βαθμό…». (1332a 4 – 6).

Το άριστο πολίτευμα είναι εκείνο που θα εξασφαλίσει τη συνολική ευδαιμονία. Κι αυτός είναι ο ορισμός της άριστης πόλης: «Όμως η σπουδαιότητα της πόλης δεν εξαρτάται από την τύχη αλλά από τη γνώση και την προαίρεση. Πράγματι μια πόλη είναι σπουδαία, επειδή είναι σπουδαίοι οι πολίτες που μετέχουν στο πολίτευμα». (1332a 31 – 34).

Όταν ο Αριστοτέλης κάνει αναφορά σε σπουδαίους πολίτες, εννοεί πολίτες που κατέχουν την αρετή. Το ζήτημα αυτό είναι τόσο σημαντικό, που πρέπει όλοι σε (ατομικό επίπεδο) να κατέχουν την αρετή, αφού το όλο είναι το σύνολο των μεμονωμένων: «Γιατί ακόμη και αν είναι δυνατόν όλοι οι πολίτες να είναι στο σύνολό τους σπουδαίοι, όχι όμως και ο καθένας χωριστά, αυτό το τελευταίο είναι προτιμότερο, γιατί η συνολική σπουδαιότητα των πολιτών απορρέει από την προσωπική σπουδαιότητα του καθένα». (1332a 36 – 38).

Αυτό είναι και το καθήκον κάθε πολίτη προκειμένου να οδηγηθεί στην ευτυχία· να κατακτήσει την ηθική αρετή και να διασφαλίσει με την άσκησή της τη συλλογικότητα. Γι’ αυτό και η ευτυχία (ευδαιμονία) είναι ενέργεια της ψυχής. Γιατί ο άνθρωπος πρέπει να ενεργήσει, να πράξει, να προσπαθήσει για την κατάκτηση της αρετής: «… η ευδαιμονία είναι τέλεια ενέργεια και άσκηση της αρετής και μάλιστα όχι περιστασιακά αλλά απόλυτα». (1332a 9 – 10).

Κι αν οι όροι «περιστασιακά» και «απόλυτα» χρειάζονται διευκρίνιση, ο Αριστοτέλης είναι κατατοπιστικός: «Με τον όρο “περιστασιακά” εννοώ τις αναγκαίες ενέργειες και με τον όρο “απόλυτα” τις ευγενείς ενέργειες. Για παράδειγμα αναφέρουμε τις ενέργειες που αφορούν το δίκαιο. <δηλαδή> οι δίκαιες τιμωρίες και πράξεις σωφρονισμού είναι ενέργειες αρετής, επιβάλλονται όμως από την ανάγκη και άρα περιέχουν το αγαθό από ανάγκη…. Αντίθετα οι ενέργειες που συνοδεύουν την πολιτική και τα πλουτοπαραγωγικά έργα, διέπονται απόλυτα από ευγένεια. Πράγματι στην πρώτη περίπτωση ενεργειών ένα κακό χρησιμοποιείται για να αντιμετωπιστεί κάποιο άλλο κακό, αντίθετα οι ενέργειες στη δεύτερη περίπτωση φτιάχνουν και παράγουν αγαθά». (1332a 10 – 15, 16 – 19).

Με άλλα λόγια, περιστασιακά είναι τα αναγκαία κακά που προκύπτουν προς διασφάλιση της αρετής, όπως οι ποινές που πρέπει να έχουν καθαρά σωφρονιστικό περιεχόμενο. Απόλυτα όμως είναι τα έργα που προσφέρει η υγιής πολιτική σκηνή, αφού πρέπει να διέπονται από το στοιχείο της μονιμότητας, όπως και η εξασφάλιση – επίσης σε μόνιμη βάση – των σωστών πλουτοπαραγωγικών δραστηριοτήτων, που θα αποσκοπούν στην ευημερία της πόλης ανεβάζοντας συνολικά το βιοτικό επίπεδο.

Η σύνδεση της αρετής με την πολιτική και τις παραγωγικές δομές της πόλης είναι το αλληλένδετο των πολιτικών επιλογών και της οικονομίας. Η οικονομία προβάλλεται ως προέκταση της πολιτικής, αφού η πολιτική είναι αυτή που θα ορίσει τον τρόπο παραγωγής που θα ευνοήσει όλους τους πολίτες. Γι’ αυτό και πρέπει αμφότερα να διέπονται από την αρετή. Οι πολιτικές αποφάσεις προάγοντας το συλλογικό συμφέρον, ώστε να επιτυγχάνεται η ενότητα της πόλης μέσω της τέλειας συνύπαρξης, και η οικονομία εξασφαλίζοντας τα υλικά αγαθά που θα υπηρετήσουν τη συλλογική ευδαιμονία.

Η σύνδεση των υλικών αγαθών με την ευτυχία κρίνεται αδιαπραγμάτευτη, όσο κι αν: «Ο σπουδαίος άνθρωπος μπορεί με αξιοπρέπεια να υπομένει τη φτώχεια, την αρρώστια και τις άλλες κακοτυχίες της ζωής». (1332a 19 – 20). Το ότι ο σπουδαίος άνθρωπος έχει το σθένος να αντεπεξέλθει σε τέτοιες αντιξοότητες δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να τις απεύχεται.

Οι ευκολίες της ζωής που προέρχονται από την ευχέρεια των υλικών αγαθών είναι δεδομένες και συνδέονται ευθέως με την έννοια της ευτυχίας. Γι’ αυτό και η αναφορά στο σπουδαίο άνθρωπο που υπομένει τις κακοτυχίες της ζωής ολοκληρώνεται με τη φράση: «όμως η έννοια της ευτυχίας συνίσταται στα αντίθετα από αυτά». (1332a 20 – 21). Η ευτυχία είναι αδύνατο να νοηθεί μέσα απ’ τη στέρηση και την καθημερινή ταλαιπωρία της επιβίωσης. Ο άνθρωπος δε γεννήθηκε για το ζην, αλλά για το ευ ζην και η παροχή των υλικών αγαθών είναι πολύ σοβαρή προϋπόθεση για την κατάκτησή του. Αυτός άλλωστε, είναι και ο στόχος της πόλης, ως επιταγή που δόθηκε από τη φύση.

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο της μεγαλύτερης διαστρέβλωσης από την πλευρά του ανθρώπου, που για μια ακόμη φορά μετατρέπει το μέσο σε αυτοσκοπό. Ο πλούτος, ως πρόσβαση στην κατανάλωση αγαθών, διευκολύνει, αλλά δεν ταυτίζεται με την ευτυχία. Η ευτυχία είναι το αποτέλεσμα της ορθής του χρήσης κι όχι η χρήση του καθαυτή. Η μετατροπή της κατανάλωσης σε ευτυχία δεν είναι μόνο αποπροσανατολισμός που σταδιακά θα επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα, αλλά και υποθήκη του ατομικισμού που μοιραία θα στραφεί ενάντια στους άλλους.

Από τη στιγμή που ο άνθρωπος δε θέλει να θέσει όρια στην ευτυχία, αυτό που μένει είναι η δίχως όρια κατανάλωση. Όμως, η δίχως όρια κατανάλωση είναι η επιθυμία του δίχως όρια πλούτου. Η εκδοχή της απληστίας ως ευτυχία είναι η διάλυση της κοινωνικής συνοχής, αφού – από θέση αρχής – ο καθένας είναι πρόθυμος να κάνει τα πάντα προκειμένου να αποκτήσει περισσότερα. Κι αυτή είναι η απαξίωση του δημόσιου συμφέροντος έναντι της ατομικότητας. Η πόλη που κινείται από αυτές τις αρχές δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει σπουδαία πόλη.

Όμως, η έννοια του συλλογικού συμφέροντος δεν πρέπει να λειτουργεί ισοπεδωτικά ακυρώνοντας την αξία του κάθε πολίτη. Και η αξία μετριέται με την αρετή του καθενός σε οποιοδήποτε ζήτημα. Αν, λοιπόν, κάποιος είναι ικανότερος γεωργός από τους άλλους, μοχθώντας περισσότερο και επινοώντας νέους τρόπους βελτίωσης της καλλιέργειας, είναι δίκαιο – και κατ’ επέκταση κοινωνικά επιβεβλημένο – να κατέχει περισσότερο πλούτο από τους άλλους, τους οποίους και ξεπερνά. Η υπεροχή του στον πλούτο δε στηρίζεται ούτε στην απληστία ούτε σε παράνομες δραστηριότητες που υπονομεύουν το δημόσιο συμφέρον. Αντιθέτως, στηρίζεται στην αύξηση των γεωργικών αγαθών που θα συνεισφέρει θετικά στην αυτάρκεια του συνόλου της πόλης.

Και δε χρειάζεται να προχωρήσει κανείς σε οικονομικές αναλύσεις που θα καταδείξουν ότι η πληθώρα των προϊόντων θα επιφέρουν πτώση των τιμών μειώνοντας τα κέρδη. Γιατί ακριβώς αυτή η πληθώρα και η πτώση των τιμών θα κάνουν τα προϊόντα προσιτά σε όλους. Θα επιφέρουν δηλαδή τη μέγιστη δυνατή αυτάρκεια. Αυτή είναι η έννοια του πλούτου που γεννιέται από την αρετή, ακριβώς γιατί συμπλέει με το δημόσιο συμφέρον: «… ο σπουδαίος άνθρωπος είναι εκείνος στον οποίο τα αγαθά του είναι τα αγαθά με την αυστηρή έννοια του όρου χάρη στην αρετή του και συνεπώς είναι φανερό ότι και η χρήση αυτών των αγαθών αναγκαστικά θα είναι απολύτως σπουδαία και ευγενική». (1332a 22 – 25).

Η πεποίθηση ότι η ευτυχία είναι υπόθεση καθαρά προσωπική είναι η αντίληψη της ατομικότητας, που δεν οφείλει να σχετιστεί με τους άλλους παρά μόνο σε επίπεδο διασφάλισης των καθημερινών αναγκών.

Το ζήτημα, όμως, παίρνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις, αφού η αρετή που θα επιφέρει τον πλούτο αποτελεί και εγγύηση της «σπουδαίας και ευγενικής» χρήσης του. Με άλλα λόγια, η αρετή δεν αφορά μόνο την απόκτηση του πλούτου, αλλά και τη διαχείρισή του, καθώς είναι άλλο να έχει πλούτο ο ανήθικος και να τον ξοδεύει σύμφωνα με τις επιθυμίες του κι άλλο ο ενάρετος. Η διαφορά της χρήσης έγκειται ακριβώς στη διαφορά των επιθυμιών που καλείται να ικανοποιήσει.

Ο πλούτος που τίθεται στην υπηρεσία της απληστίας δε θα μπορούσε να γεννήσει τίποτε άλλο πέρα από τις συνθήκες της αισχροκέρδειας και την εκμετάλλευση. Είναι δηλαδή ο πλούτος που θα δράσει υπονομεύοντας την ενότητα της πόλης. Αν δεχτούμε ότι ο πλούτος προσδίδει κοινωνική ισχύ, είναι σαν να ομολογούμε ότι η κοινωνία δίνει ισχύ στους ανθρώπους που θα δράσουν για τη διάλυσή της. Από αυτή την άποψη, δεν υπάρχει τίποτε πιο παράλογο, αλλά και πιο επικίνδυνο, από τον πλούτο που βρίσκεται στα χέρια της απληστίας. Γιατί η απληστία, ως μητέρα της κερδοσκοπίας, δε θα μπορούσε παρά να αναζητά τον δίχως όρια πλούτο. Και είναι ικανή να κάνει τα πάντα γι’ αυτό.

Η επιβολή της απληστίας είναι το επιστέγασμα της κοινωνικής δυστυχίας, αφού θα λειτουργήσει σε βάρος της πόλης. Ο ενάρετος άνθρωπος γνωρίζει ότι ο πλούτος του οφείλει να έχει όρια, και τα όρια αυτά θα είναι ανάλογα με την αξία του, που θα μετριέται με το μέγεθος της προσφοράς του στο δημόσιο συμφέρον. Κι αυτός είναι ο ορισμός της ευτυχίας, αφού εναρμονίζεται με τον ορισμό της συνύπαρξης. Η ευτυχία είναι η διασφάλιση της αυτάρκειας σε όλα τα επίπεδα (υλικά, πνευματικά, συναισθηματικά) που μόνο μέσα στην πόλη μπορεί να εκπληρωθεί.

Η αναγνώριση των ορίων είναι η ιεράρχηση των αναγκών και η παραδοχή ότι τα υλικά αγαθά είναι τα αναλώσιμα προς την επίτευξη ενός άλλου σκοπού. Κι ως αναλώσιμα δεν μπορούν παρά να ταυτιστούν με το πεπερασμένο. Η προτεραιότητα της κοινωνικής προσφοράς που θα επιφέρει την αξία είναι η αναγνώριση και ο σεβασμός στον άλλο, δηλαδή η προϋπόθεση της συνύπαρξης. Έτσι πλάθονται οι αρχές που πρέπει να διέπουν την άριστη πόλη.

Γι’ αυτό η άριστη πόλη πρέπει, πριν απ’ όλα να διαθέτει άριστους πολίτες. Το ζήτημα που τίθεται είναι απλό: «Συνεπώς το προς έρευνα θέμα μας πρέπει να είναι πώς γίνεται ένας άνθρωπος σπουδαίος». (1332a 35 – 36). Για τον Αριστοτέλη τρεις είναι οι παράγοντες που καθορίζουν την ανθρώπινη προσωπικότητα: «Βεβαίως τρία πράγματα κάνουν τους ανθρώπους καλούς και σπουδαίους, και αυτά είναι η φύση, το έθος/συνήθεια και ο λόγος». (1332a 38 – 40).

Ως φύση αναγνωρίζονται τα χαρίσματα του καθενός από τη γέννησή του. Οι σωματικές και διανοητικές του δυνατότητες. Η συνήθεια αφορά τα πράγματα που μαθαίνει κανείς να κάνει (μιμούμενος κυρίως τα κοινωνικά πρότυπα) και που τελικά τα υιοθετεί σαν δεύτερη φύση. Ο λόγος είναι η λογική, το σπουδαιότερο χάρισμα του ανθρώπου. Με τη λογική οφείλει ο άνθρωπος να δαμάσει όχι μόνο τη φύση προς όφελός του, αλλά και τα φυσικά ένστικτα που τον απομακρύνουν από την αρετή. Το λόγον μέρος οφείλει να κυριαρχήσει πάνω στο άλογον.

Φυσικά, ο λόγος και η συνήθεια μπορούν να διαμορφωθούν από το κοινωνικό περιβάλλον, η φύση, όμως, όχι. Με άλλα λόγια, για τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος και γεννιέται και γίνεται. Η φύση είναι εκείνη που δίνει τα βασικά χαρακτηριστικά και η κοινωνία θα συντελέσει στο κατά πόσο θα αξιοποιηθούν ή όχι. Η Πηνελόπη Τζιώκα – Ευαγγέλου παραθέτει: «Ο ”γενετιστής” συναντιέται με τον “κοινωνιστή”. Ο Αριστοτέλης δέχεται τη σημασία της φύσης αλλά σε διαλεκτική σχέση με το περιβάλλον». (σελ. 326).

Το σίγουρο είναι ότι ο άνθρωπος διαφέρει από τα ζώα: «Οι άλλοι ζωικοί οργανισμοί, λοιπόν, ζουν υπακούοντας κυρίως στις φυσικές επιταγές της ύπαρξής τους, αλλά μερικοί επηρεάζονται λίγο και από τον εθισμό. Ο άνθρωπος όμως ζει σύμφωνα και με το λόγο, γιατί μόνο αυτός διαθέτει λόγο». (1332b 3 – 5).

Κι εδώ ξεκινά το έργο της παιδείας, που πρέπει να εναρμονίσει τη φύση, τον εθισμό και το λόγο διαμορφώνοντας ολοκληρωμένες προσωπικότητες: «Συνεπώς τα τρία αυτά στοιχεία χρειάζεται να βρίσκονται σε συμφωνία μεταξύ τους». (1332b 5 – 6). Αν δεχτούμε ότι η άριστη πόλη προϋποθέτει άριστους πολίτες, τότε δε μένει παρά να καταστεί σαφές ότι η παιδεία είναι το θεμέλιο της άριστης πόλης. Κι αυτό πρέπει να το γνωρίζει πολύ καλά κάθε πόλη που θέλει να λέγεται άριστη.

Αριστοτέλης: «Πολιτικά», τόμος 4ος