Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Τα Ελευσίνια Μυστήρια


Ο Μύθος της Δήμητρας και της Περσεφόνης
Παρόλο που οι περισσότεροι από τους αρχαίους λαούς φαντάζονταν τους θεούς να κατοικούν στον ουρανό, η θεότητα της γης είναι πολύ παλαιότερη και τα Ελευσίνια Μυστήρια περιστρέφονταν γύρω από αυτή.
Στην αρχή την αποκαλούσαν Γαία αλλά με το πέρασμα των αιώνων, απέκτησε το όνομα Δήμητρα, το οποίο κατά μια πιθανότατα σημαίνει «Γη μήτηρ», ενώ κατά μια άλλη «μητέρα του σταχυού».

Η λατρεία της Δήμητρας ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τους αγρότες, με τον κύκλο των εργασιών από τη σπορά ως τη συγκομιδή. Ξεκινώντας από τις εύφορες πεδιάδες της νότιας Θεσσαλίας, εξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα και είχε ευρύτατη διάδοση σε όλο τον ελληνισμό από την Μικρά Ασία μέχρι την Ιταλία.
Ο μύθος της Δήμητρας και της Περσεφόνης (κόρη της Δήμητρας και του Δια) που αποτελεί το κέντρο της λατρείας των Ελευσίνιων έχει ως εξής σύμφωνο με τον ομηρικό ύμνο: η Κόρη έπαιζε σε μια πανέμορφη, καταπράσινη περιοχή, το Νυσσιον Πεδίο, μαζί με τις Ωκεανίδες Νύμφες όταν είδε ένα πανέμορφο νάρκισσο και θέλησε να τον κόψει.
Τότε εμφανίστηκε ο Άδης (Πλούτωνας) και την έκλεψε, αφού προηγουμένως είχε πάρει την συγκατάθεση του Δια. Η Δήμητρα μάταια έψαχνε να την βρει. Κάποια μέρα μίλησε με τον βασιλιά Ήλιο ο οποίος της εξήγησε τι είχε γίνει, κι αυτή έχοντας θυμώσει παρά πολύ με το Δια που επέτρεψε την αρπαγή της κόρης τους, αντί να γυρίσει στον Όλυμπο, μεταμορφώθηκε σε γριά και άρχισε να περιπλανείται στις πόλεις.
Έτσι έφτασε στην Ελευσίνα όπου ζήτησε να της χτίσουν έναν ναό κάτω από την Ακρόπολη. Αποσύρθηκε στον ναό λοιπόν, έκοψε κάθε επαφή με τον κόσμο και όλη μέρα θρηνούσε για τον χαμό της Κόρης της μέχρι που η γη έπαψε να βλασταίνει και ο αφανισμός των ανθρώπων απειλούσε τον κόσμο.
Βλέποντας αυτά, ο Δίας έστειλε τον Ερμή στον Άδη ζητώντας του να επιτρέψει την άνοδο της Κόρης για να ηρεμήσει η Δήμητρα. Ο Άδης την έστειλε αφού πρώτα της έδωσε να φάει καρπό ροιάς (ροδιού) για να εξασφαλίσει την επιστροφή της.
Η Κόρη συνάντησε την μητέρα στην Ελευσίνα, όμως μόλις η Δήμητρα αντιλήφθηκε ότι η κόρη της έφαγε τον καρπό κατάλαβε ότι δεν μπορεί να την κρατήσει για πάντα κοντά της. Την λύση έδωσε η Ρέα (μητέρα του Δια, του Άδη και της Δήμητρας) μέσω της οποίας έγινε συμβιβασμός ανάμεσα στους θεούς και αποφάσισαν ότι η Περσεφόνη θα περνούσε το 1/3 του χρόνου με τον σύζυγο της Άδη και τα 2/3 στον Όλυμπο με την μητέρα της.
Έτσι πείστηκε και η Δήμητρα να γυρίσει στον Όλυμπο και μόλις βγήκε από τον ναό που είχε κλειστεί, η γη άνθισε και η Δήμητρα έδειξε στους άρχοντες της πόλης τον τρόπο με τον οποίο ήθελε να την λατρεύουν, τα «Σεμνά Όργια*», τα οποία δεν επιτρεπόταν για κανένα λόγο να φανερώνονται στους αμύητους.
*Σημείωση: η παρεξηγημένη λέξη όργια σημαίνει μυστικές τελετές, μυστική λατρεία.
Ιστορικό των Μυστήριων
Προς τιμήν της Δήμητρας γίνονταν πολλές γιορτές (τα Θεσμοφόρια, τα Αλώα, τα Θαλύσια) η σημαντικότερη όμως ήταν τα Ελευσίνια μυστήρια στα οποία η Δήμητρα λατρευόταν ως πανίσχυρη, χθόνια και γόνιμη θεά και γιορτάζονταν στον ναό της Ελευσίνας. Θεωρείται ότι τα Ελευσίνια Μυστήρια ιδρύθηκαν από τον Εύμολπο το 1.400 π.Χ. κι ότι άρχισαν να λειτουργούν επίσημα τον 8ο αιώνα π.Χ.
Επίσης, οι μυστικές αυτές τελετές φαίνεται ότι ήταν μέρος της λατρείας των Πελασγών, των οποίων η θρησκεία περιστρεφόταν γύρω από τη λατρεία της γης, τις χθόνιες θεότητές της, το μυστήριο της ζωής και του θανάτου και της μετά θάνατον ζωής. Μετά την κάθοδο των ελληνικών φύλων, των Αχαιών και των Ιώνων, οι οποίοι λάτρευαν τους ουράνιους θεούς, οι Πελασγοί ζήτησαν να προστατέψουν τις θρησκευτικές παραδόσεις και τη λατρεία τους από τη βεβήλωση των αλλόθρησκων κατακτητών και γι’ αυτό χρησιμοποίησαν το σκότος της νύχτας.
Τα μυστήρια λοιπόν της Ελευσίνας είναι η θρησκεία των κατακτηθέντων Πελασγών, οι τελετές της οποίας, εξαιτίας του φόβου των επιδρομέων γίνονταν σε μυστικές συναθροίσεις. Αν και αρχικά η θρησκεία των προελληνικών φύλων υπέστη τους διωγμούς των κατακτητών, με το πέρασμα του χρόνου οι θρησκευτικές τελετές και δοξασίες κατακτητών και κατακτημένων αφομοιώθηκαν.
Υπήρχαν τα μικρά (Ελάσσονα), τα εν Άγραις και τα μεγάλα (Μείζονα) μυστήρια. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, δεν πρέπει να ταυτίζονται τα μικρά (Ελευσίνια) με τα Ελευσίνια Μυστήρια. Κατά τη διάρκεια του Ανθεστηρίωνα (Β΄ 15ήμερο Φεβρουαρίου και Α΄ 15ήμερο Μαρτίου) τελούνταν τα μικρά Ελευσίνια ενώ τα μεγάλα τελούνταν το μήνα Βοηδρομιώνα (Β΄15ήμερο Σεπτεμβρίου και Α΄15ήμερο Οκτωβρίου).
Υποστηρίζεται ότι τα μικρά τα Ελευσίνια ήταν εισαγωγικές και προπαρασκευαστικές τελετές για τα Μεγάλα Μυστήρια. Τα Ελευσίνια προσέλκυαν ανθρώπους από ολόκληρο τον Ελληνικό κόσμο και τη Ρωμαϊκή περίοδο από όλη την αυτοκρατορία, καθώς ο εορτασμός τους διατηρήθηκε μέχρι την εποχή του Θεοδοσίου.
Τα Μικρά Ελευσίνια
Τα μυστήρια αυτά διαρκούσαν 9 μέρες, όσες δηλαδή είχε κρατήσει και η περιπλάνηση της Δήμητρας και η διοργάνωσή τους έκαναν δυο γνωστές οικογένειες, οι Ευμολπίδες και οι Κήρυκες. Από τους πρώτους προερχόταν ο Ιεροφάντης, ο οποίος προΐστατο στις απόκρυφες τελετές ενώ από τους δεύτερους ο Δαδούχος, που είχε σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της μύησης, και ο Ιεροκήρυκας, ο οποίος κήρυσσε την έναρξη των Mυστηρίων.
Mε τον Iεροφάντη συνεργαζόταν η ιέρεια της Δήμητρας που διέμενε μόνιμα στο ιερό της Ελευσίνας. Την πρώτη μέρα μεταφέρανε τα μυστικά ιερά της Δήμητρας από το άδυτο του Τελεστήριου στην Αθήνα και τα τοποθετούσαν στο Ελευσίνιο, το ιερό της. Την επόμενη μέρα στην αγορά των Αθηνών, μπροστά στην Ποικίλη Στοά, ο ιεροφάντης και ο κήρυκας αναγγέλλανε την έναρξη της γιορτής. Οι επόμενες μέρες ήταν αφιερωμένες σε θυσίες. Την έκτη μέρα επιστρέφανε με πομπή τα «ιερά» στην Ελευσίνα.
Η πομπή ξεκινούσε το πρωί και έφτανε στον προορισμό της με τη δύση του ήλιου. Η έβδομη μέρα ήταν αφιερωμένη πάλι σε θυσίες. Στις δύο τελευταίες μέρες γίνονταν οι μυστικές τελετές για τις οποίες γνωρίζουμε ελάχιστα. Γινόταν κάποια τελετή (δρώμενα), οι ιερείς έλεγαν κάποιες ιερές φράσεις (τα λεγόμενα) και έδειχναν στους μυημένους (μύστες) τα δεικνύμενα. Λίγο πιο συγκεκριμένα, οι μυούμενοι θυσίαζαν δέλφακα (χοιρίδιο) και με τα νερά του ποταμού Ιλισού καθαρίζονταν από τα μιάσματα με τη βοήθεια ειδικού ιερέα που λεγόταν «Υδρανός». Ακολουθούσε ο μέγας όρκος τους μπροστά στον Ιεροφάντη και έπειτα γινόταν η κατήχησή τους από τον τελευταίο.
Στο τέλος, οι μυούμενοι ενθρονίζονταν και οι ιερείς χόρευαν τελετουργικά γύρω τους ως σημάδι ότι τους αποδέχονταν στον κύκλο της πρώτης μύησης. Επίσης οι μύστες ένα χρόνο μετά τη μύησή τους έπρεπε να πάνε στα Μεγάλα Μυστήρια για να γίνουν επόπτες, πού ήταν και ο μεγαλύτέρος βαθμός μύησης.
Τα Μεγάλα Ελευσίνια
Η γιορτή τελούνταν κάθε χρόνο κατά το μήνα Βοηδρομιώνα. Δικαίωμα συμμετοχής είχαν όχι μόνο οι πολίτες αλλά και οι γυναίκες, οι δούλοι και οι ξένοι. Η συμμετοχή στη γιορτή δεν προϋπέθετε τη μύηση. Αυτό ήταν καθαρά θέμα προσωπικής επιλογής.
Η μύηση αποσκοπούσε στη συμφιλίωση με το θάνατο και την προσδοκία της μεταθανάτιας ζωής και γι' αυτό το λόγο είχε μεγάλη απήχηση την εποχή εκείνη. Η πρώτη ημέρα της μύησης λεγόταν «Αγυρμός» (που σημαίνει συγκέντρωση) κατά την οποία οι υποψήφιοι μύστες συγκεντρώνονταν στο Ιερό της Ελευσίνας.
Η δεύτερη ημέρα λεγόταν «΄Αλαδαι Μύσται» και περνούσε με πομπή προς τη θάλασσα και καθαρμούς στα νερά της. Την τρίτη ημέρα καθιερωνόταν απόλυτη νηστεία κι άρχιζε η χορήγηση του περίφημου ποτού «Κυκεών». Η νηστεία σταματούσε το ίδιο βράδυ με τα «ιερά τρόφιμα» που δίνονταν στους μυούμενους μέσα από μια «Μυστική Κύστη».
Την τέταρτη ημέρα έκαναν θυσίες στις θεότητες της Ελευσίνας και χόρευαν ιερατικούς κυκλικούς χορούς ενώ την πέμπτη ημέρα γινόταν «Λαμπαδηφορία» όπου οι μυούμενοι με πυρσό στο χέρι και ανά δυάδες σχημάτιζαν σιωπηλή πομπή με επικεφαλή τον «Δαδούχο» ιερέα κι έμπαιναν στο Ναό της Θεάς Δήμητρας. Η έκτη ημέρα λεγόταν «Ίακχος» και ήταν αφιερωμένη σε λατρευτικές πράξεις προς τιμή του θεοπαίδα Ιάκχου με περιφορά του αγάλματός του, το οποίο ήταν στεφανωμένο με μυρσίνη σε ένδειξη πένθους, και των ιερών του αντικειμένων (Λικμός, Κάλαθος, Φαλλός) από τον Κεραμεικό στην Ελευσίνα μέσω της «Ιεράς Οδού».
Η νύχτα προς την έβδομη ημέρα ήταν η «Ιερά Νυξ» και εγκαινίαζε τη Μεγάλη Μύηση που ολοκληρωνόταν την ένατη ημέρα με την τελική Ιεροφάνεια και τη Θεαματική επιφάνεια της Θεάς Περσεφόνης που ανερχόταν από τον Άδη. Το ακριβές περιεχόμενο των τελετών παραμένει πάντως ως τις μέρες μας άλυτο μυστήριο, καθώς οι συμμετέχοντες τηρούσαν απόλυτη μυστικότητα και η πολιτεία επέβαλλε σ’ αυτούς που την παραβίαζαν την ποινή του θανάτου.
Το τέλος των Μυστηρίων
Με την εξάπλωση και την επικράτηση του Χριστιανισμού, τα Ελευσίνια Μυστήρια άρχισαν να χάνουν το κύρος και την αίγλη τους. Το τελειωτικό πλήγμα εναντίον τους κατέφερε ο ηγεμόνας των Γότθων, Αλάριχος το 395 μ.Χ.
Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του στην Ελλάδα και συνοδευόμενος από ιερείς και μοναχούς που είχαν ασπαστεί το δόγμα του Αρειανισμού, πυρπόλησε το Ιερό Τελεστήριο και θανάτωσε μαρτυρικά όλο το Ιερατείο στην πυρά, συμπεριλαμβανομένου και του τελευταίου ιεροφάντη, ο οποίος όμως δεν ήταν από το γένος των Ευμολπιδών, αλλά κάποιος ιερέας από τις Θεσπιές που είχε ασπαστεί τη λατρεία του Μίθρα.
Έτσι επαληθεύθηκε και η προφητεία του γηραιού Νεστόριου, του τελευταίου γνήσιου και νόμιμου ιεροφάντη, ο οποίος είχε προβλέψει την καταστροφή των ειδωλολατρικών ιερών (αφού οι Εθνικοί είχαν εκτραπεί από την πίστη και την ευσέβεια προς τους αρχαίους θεούς) και συμβόλισε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το τέλος του αρχαίου κόσμου, σβήνοντας την ιερή δάδα στο Τελεστήριο της θεάς.
Άλλες Χρήσιμες Πληροφορίες
• Στα Ελευσίνια γύρω 176 μ.Χ μυήθηκε και ο Μ. Αυρήλιος ενώ στα Μυστήρια αυτά δεν γίνονταν δεκτοί ανθρωποκτόνοι, ιερόσυλοι, εναγείς, μάγοι και άθεοι.
• Αντίστοιχος με τον βαθμό του ιεροφάντη ήταν αυτός της ιεροφάντιδος. Οι ιεροφάντιδες ήταν δύο, η μία της Δήμητρας και η άλλη της Κόρης και προέρχονταν και αυτές από το γένος των Ευμολπιδών.
• Σύμβολα που αναφέρονται ότι χρησιμοποιούσαν στα μυστήρια είναι τα εξής: Η σφαίρα, το στάχυ και η χλόη, το φίδι, η άκανθος, ο υάκινθος, το σπειρωτό φίδι το κουκουνάρι, το αυγό και Κλάδος Πίτυος.
• Κεντρικό σύμβολο της εποπτείας ήταν ένα στάχυ, το οποίο φυλασσόταν στο άδυτο του Τελεστηρίου και αφού θεριζόταν τελετουργικά τον ιεροφάντη, επιδεικνυόταν με μεγάλη επισημότητα στους πιστούς, σύμβολο της ανεξάντλητης δημιουργικής δύναμης της μητέρας γης.
• Στηριζόμενοι σε διάφορες μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων, και κυρίως του Αριστοφάνη, πιστεύεται ότι κατά τη διάρκεια της τελετής υπήρχε έντονη εναλλαγή σκότους και φωτός.
• ο Διαγόρας ο Μήλιος, ο οποίος διακωμώδησε τα Μυστήρια επικηρύχθηκε από τους Αθηναίους για δύο τάλαντα για τη σύλληψή του και για ένα τάλαντο για τον θάνατό του.
• Ο Αλκιβιάδης, κατηγορούμενος για παρωδία των Μυστηρίων, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο.
• Ο τραγικός ποιητής Αισχύλος, κατηγορούμενος ότι σε τραγωδίες αποκάλυψε κάποια από τα απόρρητα, κινδύνευσε αλλά τελικά απαλλάχθηκε.
• Ο ρήτορας Ανδοκίδης μόλις που κατάφερε να διαφύγει την ποινή του θανάτου.
• Ο Πλάτωνας μιλούσε για τα Μυστήρια με μεγάλη επιφύλαξη.

Γεωμυθολογία και μαντική στο Ιερό των Δελφών


Η ENΑPΞH της μεγάλης ανασκαφής στους Δελφούς αντιδόνησε τον παλμό μιας αρχαίας κοινωνίας με καταλυτικό ρόλο στην ιστορία του πολιτισμού. Συνδυάζοντας τη συγκλονιστική ομορφιά του φυσικού τοπίου με την καλλιτεχνική δημιουργία και τα χειροπιαστά ανασκαφικά ευρήματα, που αποτελούν σταθμό στην ιστορία τέχνης και τεχνολογίας, το ιερό του Φοίβου Απόλλωνα και της Αθηνάς Προναίας κηρύχθηκε από την UNESCO Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς.

Όμως στην καθιέρωση των Δελφών ως παγκόσμιου προσκυνήματος συνετέλεσε και το ιδεολογικό υπόβαθρο τού εκεί Απολλώνειου μαντείου, δηλ. η καλλιέργεια εννοιών που παραμένουν επίκαιρες: η πάλη των αντιθέσεων για να επικρατήσουν η αρμονία, η τάξη και η κοσμική ισορροπία, ο αέναος αγώνας του καλού ενάντια στο κακό.
Εξίσου διαχρονική και έμφυτη είναι η αγωνία του ανθρώπου για όσα τού επιφυλάσσει το μέλλον, η επιθυμία να προγνώσει τη μοίρα του και να επέμβει ώστε να μην καταλήξει έρμαιο των συγκυριών ή του πεπρωμένου.
Έτσι οι αρχαίοι Έλληνες κατέφευγαν στους χαρισματικούς εκείνους διάμεσους, τους προφήτες και μάντεις που μπορούσαν να αφουγκραστούν τη θέληση των θεών και να ζητήσουν τη συμβουλή ή καθοδήγησή τους.
Το προφητικό κέντρο των Δελφών ήταν σημείο αναφοράς για το Πανελλήνιο. Εδώ έκαιγε το ιερόν πυρ, η άσβεστη φλόγα της Εστίας, που είχε ανάψει ο ίδιος ο Απόλλων όταν, αγκυροβολώντας στον κόλπο της Κίρρας, ανηφόρισε μαζί με τους Μινωίτες μελλοντικούς ιερείς του προς την Πυθώ, όπου θεμελίωσε τον ναό του. Ο Ομηρικός Ύμνος, που περιγράφει το παραπάνω ταξίδι, θεωρείται από πολλούς η ιδρυτική πράξη του μαντείου.
Σύμφωνα με παραλλαγή του μύθου, στην Πυθώ ασκείτο ήδη η μαντική και ο Απόλλων έπρεπε να εκτοπίσει τη Γαία, κατατροπώνοντας τον φοβερό δράκοντα Πύθωνα, φύλακα του μαντείου της. Τα ανασκαφικά δεδομένα παρέχουν έρεισμα για την ύπαρξη ενός μυκηναϊκού οικισμού στην περιοχή, όχι όμως για χώρους λατρείας. Το Κωρύκειο άντρο, σπήλαιο στην κορυφή του Παρνασσού, θεωρείται πως μπορούσε να είχε στεγάσει τις πρώτες προφητικές τελετουργίες.
Ο θρύλος
Το βραχώδες τοπίο με τις απότομες κλίσεις, που εποπτεύει την ήρεμη κοιλάδα του Πλειστού ως τον κόλπο της Κίρρας, «ενέπνευσε» τον Απόλλωνα να ιδρύσει εδώ το επιφανέστατο προφητικό κέντρο. Η μυστική ιδιότητα του τόπου πρωτοεκδηλώθηκε σε κοπάδι αιγών και τον ποιμένα τους Κορήτα, που κυριεύθηκαν από ξέφρενο μανιώδη ενθουσιασμό μόλις πλησίασαν ένα άνοιγμα του εδάφους. άλλοι, αργότερα, παραληρώντας, πήδηξαν μέσα στο χάσμα και εξαφανίστηκαν στα έγκατα της γης. Η παράδοση αναγνωρίζει αυτό το γεωλογικό φαινόμενο, τη ρωγμή που προκαλούσε έκσταση, ως την περιουσία όπου οφείλεται η προφητική δράση των Δελφών.
Κατά πόσο όμως η προφητική δραστηριότητα πρέπει να συνδεθεί αποκλειστικά με τον Απόλλωνα; Πολλοί μελετητές δέχονται τον Ομηρικό Yμνο, που αφηγείται την έλευση του Απόλλωνα μεταμορφωμένου σε δελφίνι να οδηγεί εδώ πλοίο με εμπόρους από την Κνωσό, ως λογοτεχνική αποτύπωση της ίδρυσης του μαντείου των Δελφών. Υπάρχει όμως η εκδοχή πως ο Απόλλων πήρε την πρωτοκαθεδρία από τη Γαία.
Το επίθετο Γαία Πρωτομάντιδα, τα πήλινα ειδώλια γυναικείας μορφής όρθιας ή καθιστής σε τριποδικό θρόνο (πρόδρομο του τρίποδα που θα καταστεί σύμβολο του μαντείου) μπορούν να ερμηνευθούν ως κατάλοιπα προϋπάρχουσας λατρείας στους Δελφούς. Φαίνεται πως στον 8ο αι. π.Χ. μια δραστική αλλαγή συμβαίνει στη διοίκηση του μαντείου και τότε τα χάλκινα ανδρικά ειδώλια (κούρων, πολεμιστών, αθλητών ή θεών) υπερτερούν έναντι των γυναικείων.
Η διαδικασία της χρησμοδότησης
Ο Απόλλων, μια σύνθετη προσωπικότητα στο Ολύμπιο πάνθεον, προφέρει τις προβλέψεις του μέσω της Πυθίας, διακατέχοντάς την. Σε αντίθεση με άλλα ιερά του Απόλλωνα, που είχαν άνδρα προφήτη, στους Δελφούς τον ρόλο αναλαμβάνει γυναίκα - ίσως μια ένδειξη επιβίωσης της μητριαρχίας. Αρχικά η Πυθία χρησμοδοτούσε μία φορά τον χρόνο, κάθε άνοιξη στα γενέθλια του Απόλλωνα, δηλ. στις 7 του μήνα Βύσιου.
Αργότερα το μαντείο ήταν προσβάσιμο στις 7 κάθε μήνα, εκτός από τους χειμερινούς, οπότε ο Απόλλων ταξίδευε στη χώρα των Υπερβορείων ή στην κοιλάδα των Τεμπών με σκοπό να καθαρθεί από τον φόνο του Πύθωνα. Με νερό της Κασταλίας εξαγνίζονταν ο ναός, οι ιερείς, η Πυθία, το προσωπικό του ιερού και οι προσκυνητές. Εκτός από καθαρμό, η Κασταλία χάριζε και ποιητική έμπνευση. Η προφητική, όμως, πηγή, η Κασσοτίς, ανέβλυζε μέσα στο άδυτο. Από εκεί έπινε η Πυθία το περίφημο λάλον ύδωρ που -κατά τον θρύλο- μόλις στέρεψε χάθηκαν και οι προφητικές δυνάμεις του τόπου.
Με κλήρο καθοριζόταν η σειρά μάντευσης, με εξαίρεση όσους είχαν τιμηθεί με το προνόμιο της προμαντείας, δηλ. προτεραιότητας. Ο ενδιαφερόμενος για χρησμό, ο θεοπρόπος, κατέθετε μια πίτα, τον πέλανο, ενώ οι ιερείς ήλεγχαν την καταλληλότητα της ημέρας ραντίζοντας μια αίγα με νερό. Το σκίρτημα του ζώου σήμαινε ότι η μέρα ήταν ευοίωνη για να σημάνει ο θεός. Μετά τη δοκιμασία, η αίγα γινόταν πλέον θύσιο, μαζί με άλλα ζώα που προσέφεραν οι προσκυνητές.
Η θέση του μαντείου
Το ιερό του Απόλλωνα και το αρχαίο στάδιο των Δελφών, όπως φαίνονται από την κορυφή των Φαιδριάδων βράχων. Το Κρισσαίο πεδίο –σήμερα γνωστό ως Δελφικό τοπίο– διέσχισε ο Απόλλων και οι Μινωίτες συνταξιδιώτες του όταν έφτασαν στον κόλπο της Κίρρας, ορατό στο βάθος.
Για τη χρησμοδότηση στους Δελφούς αντλούμε στοιχεία από διάσπαρτες φιλολογικές μαρτυρίες. Αυτούσιες οι ερωτήσεις και απαντήσεις δεν έχουν σωθεί, αλλά το θέμα και η διατύπωσή τους προκύπτουν από έμμεσες αναφορές. Μιας και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας θεωρούνταν πασίγνωστες, κανείς εκείνη την εποχή δεν νοιάστηκε να τις καταγράψει.
Στο πανίερο άδυτον, όπου ετελείτο η μυσταγωγική επικοινωνία με τον θεό, επιτρεπόταν να εισέλθει μόνη η προφήτιδα. Οι ιερείς, πολύ μορφωμένοι και ενήμεροι για όσα απασχολούσαν τον τότε γνωστό κόσμο, άκουγαν τις άναρθρες και ακατάληπτες κραυγές της και τις αποκωδικοποιούσαν, μετατρέποντάς τες σε εξάμετρους στίχους.
Το άδυτο έχει αναζητηθεί στο φαράγγι της Κασταλίας αλλά και στο τέμενος της Αθηνάς Προναίας, η οποία διαδέχθηκε τη Μητέρα Γη. Όμως η μελέτη της αρχιτεκτονικής και τοπογραφίας του ιερού, σε συνδυασμό με αναπαραστάσεις στην αγγειογραφία και νύξεις αρχαίων συγγραφέων, μας οδηγούν να αποκαταστήσουμε το άδυτο μέσα στον ναό του Απόλλωνα, ως ένα μικρό χώρο, βυθισμένο -σε σχέση με τη στάθμη του δαπέδου του σηκού- και τοποθετημένο έκκεντρα προς τον κατά μήκος άξονα του ναού.
Οι θεοπρόποι μάλλον περίμεναν σε παρακείμενο θάλαμο μέσα στον ναό, όπως συνάγουμε από φιλολογικές μαρτυρίες, κυρίως του αρχιερέα Πλουτάρχου. Εικάζεται ότι το άδυτο φιλοξενούσε πληθώρα λατρευτικών αντικειμένων, από τα οποία κανένα δεν έχει ως τώρα εξακριβωθεί ανασκαφικά. Θεωρούμε, πάντως, ότι στο άδυτο πρέπει να στεγάζονταν τα κατ' εξοχήν σύνεργα της μαντικής, δηλ. ο τρίποδας, ο ομφαλός, η ιερή δάφνη που φυόταν εκεί, η πηγή Κασσοτίς και το περιβόητο χάσμα γης απ' όπου αναδίδονταν οι προφητικές αναθυμιάσεις.
Η αποκατάσταση του αδύτου μέσα στον ναό του Απόλλωνα υποστηρίζεται τώρα και από την επιστήμη της γεωλογίας. Φαίνεται πως ο οίκος του θεού σκοπίμως ενσωμάτωσε ένα ιδιάζον φαινόμενο του υπεδάφους. Η 15ετής γεωλογική και τοξικολογική έρευνα Ολλανδών και Αμερικανών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι περίπου κάτω από τον Απολλώνιο ναό διασταυρώνονταν δύο ρήγματα, ένα με πορεία παράλληλη προς τον Κορινθιακό κόλπο κι ένα δεύτερο με κατεύθυνση Β/Ν.
Η εξέταση του υπεδάφους και η ανάλυση πετρωμάτων και αερίων παγιδευμένων στα νερά της περιοχής έδειξαν πως ο θρύλος μπορεί να επαληθευτεί εργαστηριακά, δικαιώνοντας τους αρχαίους συγγραφείς, που μίλησαν για εκπνοή πνεύματος στους Δελφούς.
Όπως αναπαριστούν σκηνές της αγγειογραφίας, η Πυθία καθόταν σε τρίποδα που ουσιαστικά γεφύρωνε το χάσμα και προστάτευε από την πτώση. Η Δελφική εικονογραφία συμπεριλαμβάνει τον τρίποδα ακόμη και στη γλυπτική, ως κάθισμα του Απόλλωνα στο ανατολικό αέτωμα (ή το ακρωτήριο) του κλασικού ναού.
Σύμφωνα με την παράδοση, η Πυθία μασούσε φύλλα δάφνης ή εισέπνεε καπνό από καιόμενα φύλλα δάφνης, που την οδηγούσαν σε έκσταση, παραλήρημα ή κατάσταση ημι-ύπνωσης. Αρχαίοι συγγραφείς σχολιάζουν μια ευοσμία να πλημμυρίζει τον χώρο όπου περίμεναν οι θεοπρόποι, χωρίς να τη συσχετίζουν με δάφνη ή θυμίαμα. Η γλυκιά αυτή μυρωδιά ερχόταν από το άδυτο.
Η σύγχρονη έρευνα εξηγεί το φαινόμενο ως εκπομπή υπογείων αερίων από το χάσμα. Μετά από πετρολογική και υδρολογική ανάλυση του υπεδάφους στην περιοχή του ιερού, τα συγκεκριμένα αέρια αναγνωρίστηκαν ως αιθάνιο, μεθάνιο και αιθυλένιο, ενώ χημικές αναλύσεις έδειξαν ότι ο συνδυασμός των τριών μπορεί να επιφέρει μέθη έως ύπνωση. Iσως δεν είναι τυχαίο πως χρησμοί δίνονταν μόνο σε θερμές εποχές, αφού τον χειμώνα οι αδύναμες διαφυγές ατμών θα δυσκόλευαν το έργο της Πυθίας.
Η αίγλη του μαντείου
Ο Απόλλων Λοξίας ήταν διφορούμενος και αλληγορικός στις απαντήσεις του, αφήνοντας την ερμηνεία στον ενδιαφερόμενο. Παραδόξως απλός και σαφής ήταν ο χρησμός που εκβιαστικά απέσπασε από την Πυθία ο Μέγας Αλέξανδρος: «Είσαι αήττητος».
Κι όμως, παρά τις επιθέσεις των σύγχρονων μελετητών κατά του δήθεν δαιμόνιου και πανούργου ιερατείου, που σκοπίμως έδινε αμφίρροπες απαντήσεις ώστε αυτές να ταιριάζουν σε κάθε περίπτωση, το μαντείο των Δελφών είχε ήδη χαρακτηρισθεί από τον Στράβωνα ως αψευδέστατον πάντων.
Οι θεϊκές απαντήσεις θεσμοθετούσαν σε μια εποχή που δεν υπήρχαν νόμοι, ιερά βιβλία ή άλλοι κώδικες. Ειδικά το μαντείο των Δελφών έδινε λύσεις σε κοινωνικά ή οικονομικά ζητήματα που αφορούσαν βασίλεια, γενάρχες, οικιστές, πόλεις-κράτη, την αναμόρφωση πολιτεύματος, την έκβαση πολέμου, τις σχέσεις εθνών.
Το γόητρο και η πολιτική επιρροή του μαντείου αυξήθηκε κατακόρυφα όταν οι προβλέψεις του Δελφού Απόλλωνα οδήγησαν σε κύμα αποικισμού. Τα κύρος και η αξιοπιστία των χρησμών ήταν δεδομένα, εφ' όσον η Πυθία διακατεχόταν από το θεϊκό πνεύμα και γινόταν φερέφωνο του Απόλλωνα. Εκείνος δε, καταγόμενος είτε από την ανατολή είτε από τον Bορρά, ήταν οικουμενικός θεός.
Αποτιμώντας τη συμβολή του μαντείου στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, θα σταθούμε στην ηθική τάξη και στον εκπολιτισμό του ανθρώπου. Η θεϊκή κρίση, η δικαιοσύνη και οι θεόπνευστες υποδείξεις (σε σχέση με πολέμους, λιμούς, καταστροφές, κοινωνικά προβλήματα, πολιτειακές μεταρρυθμίσεις, τον άνθρωπο και τις ανάγκες του) κατήργησαν τις εκδικητικές επιταγές του πρωτόγονου εθιμικού δικαίου, αντικαθιστώντας τες με την κάθαρση και τον εξαγνισμό.
Τα νέα ιδεώδη εφαρμόστηκαν στις πάμπολλες απελευθερώσεις δούλων που έγιναν στους Δελφούς, και διαιωνίστηκαν στα αποφθέγματα περί αυτογνωσίας, ενδοσκόπησης και εγκράτειας, που χαράχθηκαν στον ναό του Απόλλωνα.
Ο επίλογος ενός φαινομένου
Την αμφισβήτηση του μαντείου έσπειρε το ρεύμα του ορθολογισμού στον 3ο αι. π.Χ., ενώ το οριστικό κτύπημα στις προφητικές διεργασίες έδωσε ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος το 394 μ.Χ. Το μαντείο, όμως, είχε ήδη πρωτοστατήσει σε πολλά ιστορικά γεγονότα. Έτσι, 15 αιώνες μετά το απαγορευτικό διάταγμα του Θεοδοσίου, οι περιγραφές του Παυσανία παρακίνησαν τους περιηγητές κι εκείνοι με τη σειρά τους τους αρχαιολόγους να αναζητήσουν το ιερό και να πυροδοτήσουν ένα νέο προσκύνημα.
Όσο κι αν προσπαθούμε να εκλογικεύσουμε κάποια πράγματα που φαίνονται ανεξήγητα, το κλέος του μαντείου των Δελφών μεταφράστηκε σε τέχνη, φήμη, υστεροφημία. Ο άνθρωπος ανέκαθεν βρίσκει διέξοδο στις αγωνίες του μέσω μιας υπέρτατης, υπερφυσικής δύναμης. Βρίσκει τον θεό αρωγό και πλοηγό. Μια θεϊκή απόκριση ισοδυναμεί με ηθική παρότρυνση.
Στο ιερό των Δελφών, όπου έδρευε ο Απόλλων του Φωτός και της Αρμονίας, η μαντική δεν ήταν δεισιδαιμονία μα κινητήρια δύναμη για την κοινωνία και τον πολιτισμό

Έτσι ξεμάτιαζαν οι αρχαίοι


Αν δείτε δύο μαύρα μάτια ζωγραφισμένα σε αρχαίο αγγείο, μη φανταστείτε πως αποτελούν μια παραξενιά του ζωγράφου ή έστω ένα διακοσμητικό μοτίβο.
Ούτε η γλυπτή απόδοση ενός χάλκινου φαλλού, με πόδια αλόγου και καμπανάκια να κουδουνίζουν από κάτω, έχει να κάνει με κανένα διαστροφικό αρχαίο δημιουργό. Και τα δύο έργα έχουν αποτρεπτικές ιδιότητες για το βάσκανο μάτι.
Τα ορθάνοιχτα μαύρα μάτια τα βλέπουμε συνήθως πάνω ή μέσα σε αρχαία αγγεία πόσης, που χρησιμοποιούσαν οι συμποσιαστές ακριβώς για να αποφύγουν το «μάτιασμα». Τα βλέπουμε ως φυλαχτά και στις μέρες μας, τάματα κρεμασμένα στις εικόνες μέσα στις εκκλησιές.

Όταν θέλουμε να αποτρέψουμε το κακό από επάνω μας, τι κάνουμε; Φτύνουμε τον κόρφο μας. Κι όταν η γιαγιά ξεματιάζει το εγγονάκι της, λέει από μέσα της κάποιες ευχές φτύνοντας το παιδί. Λοιπόν, το φτύσιμο ως αποτρεπτικό της βασκανίας έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα. Ίσως γιατί το σάλιο έχει αντισηπτικές ιδιότητες, όπως διαβάζουμε στο εξαιρετικό βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε, «Βάσκανος Οφθαλμός. Σύμβολα μαγείας από ιδιωτικές αρχαιολογικές συλλογές».
«Οι μητέρες ή οι τροφοί, όταν φοβούνταν για την υγεία του βρέφους, έβρεχαν το μέτωπο και τα χείλη του με σάλιο, χρησιμοποιώντας το μέσο δάκτυλο. Επίσης, όποιοι θεωρούσαν ότι είχαν ευτυχήσει τόσο ώστε να επισύρουν τον φθόνο των θεών ή των ανθρώπων "εις κόλπον έπτυον", όπως έφτυναν και στον κόρφο τους όταν ήθελαν να προφυλαχτούν από τον κίνδυνο μολυσματικής ασθένειας ύστερα από συνάντησή τους με ασθενή», διαβάζουμε.
Η ιδέα των αρχαιολόγων της Εφορείας Αρχαιοπωλείων και Ιδιωτικών Αρχαιολογικών Συλλογών και της προϊσταμένης Χριστίνας Μερκούρη να γραφούν μια σειρά από επιστημονικά τεκμηριωμένα άρθρα πάνω στη βασκανία και τα μάγια, ξεκίνησε ουσιαστικά από τον εορτασμό των Ευρωπαϊκών Ημερών πέρυσι και φέτος, που ήταν αφιερωμένος στο θέμα «Μάγοι, ξόρκια, φυλαχτά: Η μαγεία στον αρχαίο και χριστιανικό κόσμο».
Οι υπερφυσικές δυνάμεις και η επίδρασή τους πάνω σε όλα τα όντα, ακόμη και στα αντικείμενα, απασχολούν τον άνθρωπο από την 4η χιλιετία π.Χ. Απόδειξη, ότι έχουν βρεθεί στην Αίγυπτο αποτροπαϊκά για μάγια, που χρονολογούνται σε αυτή την εποχή. Κι επειδή η βασκανία και η δύναμή της είναι διαδεδομένη σε όλες τις εποχές, η ομάδα της Εφορείας Αρχαιοπωλείων και Ιδιωτικών Συλλογών επικεντρώθηκε σε αυτή.
Το υλικό της μελέτης το είχαν ήδη στα χέρια τους. Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί τι θησαυρούς κρύβουν -και σε αυτό το θέμα- όχι μόνο τα δημόσια μουσεία, αλλά και οι ιδιωτικές αρχαιολογικές συλλογές. Αποκαλύπτεται για μία ακόμα φορά και σ' αυτή την έκδοση, η οποία διερευνά τη βασκανία από την αρχαιότητα μέχρι και τα νεότερα χρόνια. Το θέμα εξετάζεται από διάφορες πλευρές. Μέσα από τη θρησκεία, τη μυθολογία, την καθημερινότητα και την κοινωνική ζωή.
Έτσι, στην πρώτη ενότητα με τίτλο «Πολυκίνητος γαρ η όψις» μαθαίνουμε πως τα πρώτα «αντιβασκάνια» βασίζονται σε χειρονομίες, οι οποίες επεδίωκαν να διασπάσουν την ένταση του βλέμματος και να μειώσουν την ολέθρια δύναμή του. Η χρήση των δαχτύλων είναι παμπάλαιη μέθοδος κατά της βασκανίας και αποδίδεται σε διάφορα υλικά (μέταλλο, πέτρα, πηλός) εν είδει φυλαχτών.
Στη δεύτερη ενότητα, «Ως μη βασκανθώσιν», θίγονται ζητήματα που αφορούν την προσπάθεια άπωσης της βασκανίας με δρώμενα και αντικείμενα, αποτρεπτικά του κακού αλλά και εφελκυστικά του καλού.
Υπάρχουν, όμως, και «Οι μάγοι-θεοί» και άγιοι που συνδέθηκαν ποικιλοτρόπως με τη μαγεία, από την προϊστορία μέχρι και το Βυζάντιο (π.χ. Εκάτη, Ερμής, Άγιος Νικόλαος).

Η Ωραία Ελένη!


Ένα από τα πλέον τραγικά πρόσωπα της Μυθιστορίας μας, το οποίον έχει ταυτισθεί με την αιτία του Τρωϊκού πολέμου, είναι η Ελένη, η σύζυγος του Μενελάου, η αποκαλούμενη και Ωραία Ελένη!
Αν ανατρέξουμε στην Μυθολογία, θα εύρουμε τις ακόλουθες πληροφορίες δι’αυτήν:
Ήταν κόρη του Διός και της Λήδας, ή κατά μίαν άλλην εκδοχήν, του Διός και της Νεμέσεως, ή ακόμη φέρεται και ως κόρη του Διός και της Αφροδίτης. Σαν επίσημος πατέρας της, φέρεται ο Τυνδάρεως, βασιλεύς του Άργους.

Είχεν αδελφούς από την Λήδα τους Διόσκουρους Κάστορα και Πολυδεύκην, την Τιμάνδρα, την Κλυταιμνήστρα και την Φιλονόην.
Η Ελένη, ήταν ξακουστή διά την θεϊκήν ομορφιά της. Όταν ήταν ακόμη μικρή, την απήγαγεν ο Θησεύς με την βοήθειαν του Πειρίθου και την έκρυψεν στις Αφίδνες της Αττικής, αναθέτοντας την φροντίδα της στην μητέρα του Αίθρα. Κάποτε όμως που ο Θησεύς έλειπε στον Άδη, τα αδέλφια της οι Διόσκουροι την ελευθέρωσαν, αφού κατέλαβαν τις Αφίδνες και η Ελένη επέστρεψε στο Άργος, με την φήμη της πλέον περιζήτητης νύφης σε όλην την Ελλάδα. Ήταν όμως έγκυος από τον Θησέα και εγέννησε την Ιφιγένεια, την οποία παρέδωσε στην αδελφή της Κλυταιμνήστρα σύζυγο του Αγαμέμνονος, διά να την μεγαλώσει.
Σαν μνηστήρες της φέρονται οι πλέον επιφανείς Έλληνες βασιλείς και βασιλόπαιδες. Μεταξύ αυτών διακρίνονται οι Ήρωες:
Οδυσσεύς του Λαέρτη, Διομήδης του Τυδέως, Αντίλοχος του Νέστωρος, Αγαπήνωρ του Αγκαίου, Σθένελος του Καπανέως, Αμφίλοχος και Αλκμαίων του Αμφιάραου, Αμφίμαχος του Κτέατου, Θάλπιος του Εύρυτου, Θόας του Ανδραίμονος, Ιδομενεύς του Δευκαλίωνος, Μενεσθεύς του Πετεού, Κλυτίος του Έρυτου, Μέγης του Φυλέως, Σχεδίος και Επίστροφος του Ιφίτου, Πολύξενος του Αγασθένη, Πηνέλεως του Ιππαλκίμου, Αίας του Οϊλέως, Λήιτος του Αλέκτορος, Ασκάλαφος και Ιάλμενος του Άρεως, Εύμηλος του Αδμήτου, Ελεφήνωρ του Χαλκόδοντος, Πολυποίτης του Πειρίθου, Ποδαλείριος και Μαχάων του Ασκληπιού, Φιλοκτήτης του Ποία, Ευρύπυλος του Ευαίμονος, Πρωτεσίλαος του Ιφίκλου, Μενέλαος του Ατρέως, Αίας και Τεύκρος του Τελαμώνος, Λεοντεύς του Κόρωνος, Λυκομήδης του Κρείονος, Μηριόνης του Μώλου, Πολύξενος του Αγασθένους, Πρόθοος του Τενθρεδώνος, Τληπόλεμος του Ηρακλέους, Φείδιππος του Θεσσαλού και Πάτροκλος του Μενοιτίου.
Από τους μνηστήρες αυτούς, παντρεύτηκε τον Μενέλαο, βασιλέα της Σπάρτης και απέκτησε μαζί του την Ερμιόνη και τον Ιππόστρατο. Όλοι οι υποψήφιοι μνηστήρες είχαν δεσμευθεί με όρκο, ότι θα δεχθούν την επιλογήν της και θα συντρέχουν πάντα το ζευγάρι, όταν έχει την ανάγκη τους.
Με την συνέργεια της Αφροδίτης, ερωτεύτηκε τον Πάρι, τον υιό του Πριάμου, βασιλέα της Τροίας, όταν αυτός επισκέφθηκε την Σπάρτην και τον ακολούθησε στην Τροία, πυροδοτώντας τοιουτοτρόπως με την πράξιν αυτήν την έναρξιν του Τρωϊκού πολέμου. Μετά τον θάνατό του, φέρεται ότι πανδρεύτηκε τον αδελφό του Δηίφοβο και όταν η Τροία εκπορθήθηκε, ακολούθησε τον Μενέλαο στην Σπάρτην, όπου έφθασε ύστερα από περιπέτειες οκτώ χρόνων.
Σύμφωνα με κάποιον άλλον μύθο, ο Μενέλαος γυρίζοντας μόνος από την Τροία, έφθασε στην Αίγυπτο, όπου συνάντησε την πραγματική Ελένη, η οποία του
εκμυστηρεύτηκε ότι η Ωραία Ελένη, διά την οποίαν πολεμούσαν δέκα χρόνια, δεν ήταν η πραγματική, αλλά ένα ψεύτικο είδωλό της.
Ανεξαρτήτως όμως με την ιστορικότητα του προσώπου της Ελένης, κωδικοποιούνται γύρω από την ιστορία της πολλά και πολυεπίπεδα κρυφά νοήματα, τα οποία ο κάθε αναγνώστης του μύθου, καλείται να αποσυμβολίσει με την προσωπικήν του προσέγγισιν. Έναν τέτοιον μερικόν αποσυμβολισμόν θα επιχειρήσω να κάνω κι εγώ, με την επίγνωση, ότι είναι καθαρά υποκειμενικός και ως εκ τούτου, ούτε μοναδικός, αλλά ούτε και αδιαμφισβήτητος μπορεί να χαρακτηρισθεί.
Και πρώτον θα ξεκινήσω από την έννοια, την οποίαν υποδηλώνει το όνομα Ελένη. Η λέξις Ελένη φαίνεται ότι ετυμολογείται από την δασυνόμενη ρίζα (ελ–), η οποία δηλώνει την φωτεινότητα, και την βεβαιωτικήν ή συσσωρευτική κατάληξιν (–νη). Κατά μίαν άλλην παρεμφερή ετυμολογία, μπορεί να συντεθεί από την ρίζα (ελ–), την πρόθεση (εν) και την θυλικήν κατάληξιν (–η).
Και στις δύο περιπτώσεις το όνομα Ελένη δηλώνει το πολύ φωτεινό όν ή το φωτεινό εσωτερικώς όν.
Με την ετυμολογικήν αυτήν προσέγγισιν του ονόματος και με το γεγονός ότι η Ελένη είχεν ως επίδοξους διεκδικητές της συζυγίας της, όλους σχεδόν τους γνωστούς ήρωες της εποχής των Τρωϊκών, όπως και με το γεγονός, ότι η ωραιότης αυτής κρατούσε τουλάχιστον δύο γενεές (από την εποχή του Θησέως έως και το τέλος του Τρωϊκού πολέμου), κάνω την σκέψιν, ότι ίσως πίσω από το όνομα της Ελένης, να μην απεικονίζεται μόνον ένα φυσικόν πρόσωπο, αλλά να υποκρύπτεται και ένα ιδεατόν σχήμα, πολύ επιθυμητόν, το οποίον απετέλεσε το αντικείμενον της διεκδικήσεως, τόσον των Ελλήνων Ηρώων, όσον και του ανταγωνιστού της εποχής, δηλαδή των Τρώων!
Αλλά ενώ οι Έλληνες το διεκδίκησαν έντιμα και συμμορφώθηκαν στην θέλησίν του, ορκιζόμενοι μάλιστα να το υπερασπίζονται, όταν κινδυνεύει, ο εκπρόσωπος της Τροίας, Πάρις, το έκλεψε και το μετέφερε στην πατρίδα του, όπου παρά τις αντιρρήσεις κάποιων εχεφρόνων Τρώων, δεν του απαγορεύτηκε τελικά η κατοχή του, ακόμη και από τον βασιλέα Πρίαμο! Ποιό λοιπόν μπορεί να είναι το ιδεατόν, λαμπερόν σχήμα, το οποίον έκλεψεν, ο Πάρις από την Σπάρτην (την διάδοχο των Μυκηνών) και το οποίον δεν ανέχθηκαν οι Έλληνες;
Όχι χωρίς επιφυλάξεις, θα εικάσω, ότι το αντικείμενον της κλοπής, ήταν σε κάποιο επίπεδο η ηγεμονία της Ελλάδος στον ευρύτερο χώρο της λεκάνης της ανατολικής Μεσογείου και του Ευξείνου Πόντου! Αυτή η ηγεμονία, ήταν θεόσταλτη (κόρη του Διός), είχε πολύ μεγάλη λαμπρότητα (Ελένη), την οποίαν ποθούσαν και απολάμβαναν εκείνοι, οι οποίοι την είχαν, και την οποίαν με την βοήθεια της Αφροδίτης, (δηλαδή των αισθήσεων και όχι της λογικής της Αθηνάς, ή των ψυχικών αρετών της Ήρας) έκλεψεν ο Πάρις. Επί πλέον διατηρούσε την αίγλη της (Ωραία Ελένη) τουλάχιστον δύο γενεές, από την εποχή του Θησέως (Αργοναυτική εκστρατεία) και μέχρι την λήξη του Τρωϊκού πολέμου. Η επαναφορά δε της ηγεμονίας της περιοχής στην Ελλάδα έγινε περιπετειωδώς και μετά από οκτώ χρόνια, πράγμα το οποίον μπορεί να σηματοδοτεί την ταραχώδη περίοδο ανασυγκρότησης των Ελληνικών δυνάμεων, μετά τα δύσκολα χρόνια του Τρωϊκού πολέμου.
Εξ άλλου, η απαγωγή της Ωραίας Ελένης σε νεαρή ηλικία από τον Θησέα και η μεταφορά της στην Αττική, μπορεί να σημαίνει την ανάληψη της ηγεσίας του
Ελληνισμού από τον Θησέα και την μεταφορά της έδρας της στην Αττική, δι’ όσον διάστημα βασίλευε εκεί αυτός, μέχρις ότου οι Διόσκουροι την επανέφεραν πάλι στην Πελοπόννησον. Τόκος της σχέσεως της Ελένης και του Θησέως η Ιφιγένεια, το άριστον δηλαδή γένος των Ελλήνων, παρεδόθη στην κηδεμονία του φέροντος το σκήπτρον του Διός, βασιλέως των Μυκηνών, Αγαμέμνονος, διά να το προστατεύει και να φροντίζει δι’ αυτό.
Η παραλλαγή δε του μύθου, η οποία αναφέρεται στην απαγωγή, όχι της πραγματικής Ελένης, αλλά ενός ψεύτικου ειδώλου της, ίσως δεικνύει το γεγονός, ότι ποτέ οι Έλληνες δεν απώλεσαν ουσιαστικά την ηγεμονία τους στην περιοχή, ακόμη και όταν οι Τρώες νόμιζαν ότι τα είχαν καταφέρει!
Εκτός τούτων όμως, και σε ένα δεύτερο επίπεδο, στον μύθο της Ωραίας Ελένης, ευρίσκουν εφαρμογή τα καταστροφικά αποτελέσματα, τα οποία μπορεί να επιφέρει διά τους πρωταγωνιστές και το περιβάλλον τους, ο παράφορος, αλλά στηριγμένος μόνον στην εξωτερικήν όψιν και όχι σε βαθύτερες της ψυχής και της λογικής ζώνες, Έρως. Έτσι η Ελένη γρήγορα κουράζεται από τον Πάρι, όταν ανακαλύπτει ότι του λείπει η γενναιότης και ότι η παραμονή της στην Τροία την έχει μεταμορφώσει, σύμφωνα με τον Αισχύλο, από Ελένη (φωτεινή) σε έλανδρον (καταστρέφουσα τους άνδρες).
Ο δε Πάρις, από δειλία και υπερβολική και άλογη προς την Ελένη εξάρτησιν, δεν παρευρίσκεται στην πρώτη γραμμή της μάχης, αλλά στα μετόπισθεν, ή εντός των τειχών. Και ενώ ο αδελφός του Έκτωρ, αποχαιρετά την σύζυγό του Ανδρομάχη, βαδίζοντας γενναία προς τον θάνατο, αυτός κρύπτεται στον κοιτώνα της Ελένης. Ένας τέτοιος Έρως είναι καταδικασμένος να αποτύχει και να δημιουργήσει μεγάλα δεινά! Διότι ο Έρως όπως και ο Θάνατος, σαν τελεσίδικες πράξεις των κύκλων ολοκλήρωσης της Ψυχής, απαιτούν πάνω απ’ όλα γενναιότητα!
Κλείνοντας αυτό το κείμενο, θα έλεγα ότι διά τους Έλληνες, πάντα θα υπάρχει μία Ωραία Ελένη, ένα απείρου κάλλους και λαμπρότητος πρότυπον, ένα ύψιστον ιδανικόν, διά το οποίον θα αξίζει να αγωνίζονται και να θυσιάζονται, προκειμένου να μην το απωλέσουν! Αυτή η Ελένη, η συνυφασμένη άρρηκτα με την Ελλάδα, όπως και το όνομά της μαρτυρεί, θα φλογίζει διαχρονικά τις καρδιές τους και θα τους κάνει να μεγαλουργούν!

H ανθρωπολογία της μαγείας στην αρχαία Ελλάδα - Ο κένταυρος Χείρων


Η μαγεία στον Ελληνικό μύθο είναι πανταχού παρούσα. Διαπέρασε τις πεποιθήσεις της ελληνικής ζωής σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας, υποδεικνύοντας σε μεγάλο βαθμό τη θρησκευτική ομοιογένεια της αρχαιοελληνικής κοινωνίας. Η μαγεία εξυπηρετούσε, μεταξύ άλλων ως θεμέλιο για την ανθρώπινη γνώση και ήταν μέσο ελέγχου του άμεσου περιβάλλοντος, των δυνάμεων της φύσης, της ζωής και του θανάτου, καθώς και άλλων περιοχών της γνώσης, που τελούν σήμερα υπό την αιγίδα της τεχνολογίας.
  «Η πρακτική της μαγείας ήταν πανταχού παρούσα στην κλασική αρχαιότητα. Οι σύγχρονοι του Πλάτωνα και του Σωκράτη τοποθετούσαν ειδώλια στους τάφους και τα κατώφλια [...] Ο Κικέρων χαμογέλασε με κάποιον που ισχυρίστηκε ότι είχε χάσει τη μνήμη του υπό την επιρροή κάποιας γοητείας και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος ισχυριζόταν πως όλοι φοβούνταν μήπως πέσουν θύματα της μαγείας.
Οι πολίτες της Τέω καταριούνταν εκείνον που θα επιτίθετο στην πόλη, ενώ στη Δωδεκάδελτο υπήρχαν νόμοι ενάντια στη μαγική μεταφορά της συγκομιδής από το ένα χωράφι στο άλλο. Οι αυτοκρατορικοί νομικοί κώδικες περιείχαν εκτεταμένες αναφορές ενάντια σε όλα τα είδη της μαγείας –εκτός από την ερωτική και τη μετεωρολογική [...] Οι μαγικές τελετουργίες οδήγησαν σταδιακά σε μια ανώτερη πνευματικότητα, ανοίγοντας εν τέλει το δρόμο στην υπέρτατη θεότητα»[1].
Δεδομένου ότι τα περισσότερα μέλη της αρχαιοελληνικής κοινωνίας ακολούθησαν το ίδιο βασικό σύνολο πεποιθήσεων σχετικά με την κλίμακα των μαγικών δυνατοτήτων, σε ό,τι αφορά στους θεούς και τις δυνατότητές τους, με τοπικές παραλλαγές βέβαια, το μυθολογικό σύστημα κατείχε αφεαυτού ενότητα και μια δομή στην οποία λίγο-πολύ μπορούσε να προβλεφθεί η προσθήκη των νέων χαρακτήρων, ή η απόδοση κάποιων ιδιοτήτων με αρκετή ακρίβεια.
Η αντανάκλαση αυτών των πεποιθήσεων στον κλασικό μύθο δεν ήταν κάποια άσκηση της φαντασίας με τον ίδιο τρόπο που γίνεται πιθανώς σήμερα. Ενώ οι αντιλήψεις και οι παρουσιάσεις των ιστορικών/μυθολογικών μορφών στο μύθο και η πλοκή των ενεργειών τους απαιτούσε μια ορισμένη δημιουργικότητα και ποιητική άδεια εκ μέρους του αφηγητή, η δομή του μαγικού κόσμου ήταν τμήμα ενός καλά εγκαθιδρυμένου πλαισίου από τα βάθη των προϊστορικών χρόνων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κατέχει σημαντική θέση ο ρόλος των κενταύρων, τόσο πρακτικά όσο και συμβολικά. Στην ιστορία και την τέχνη οι κένταυροι απεικονίζονται με ανθρώπινο το άνω τμήμα του κορμού και ζωικό το κάτω. Ως ιδιοσυγκρασίες, όμως, φαίνεται πως δεν ήταν αρκετά ισορροπημένοι και παρουσιάζονται ως είδη πρωτόγονα που όφειλαν περισσότερα στη ζωική φύση τους παρά στην ανθρώπινη κληρονομιά τους.
Ο μύθος τους τοποθετεί στη Θεσσαλία, στην κατεξοχήν μαγική γη της Ελληνικής επικράτειας με τις φημισμένες μάγισσες, στις οποίες θα αφιερώσουμε μια ξεχωριστή σπουδή. Η παρουσία τους στη θεσσαλική γη αποδόθηκε σε έναν γηγενή βασιλιά των Λαπίθων[2]. Στα ελληνικά έργα τέχνης η τυπική απεικόνιση των Κενταύρων είναι εκείνη που τους δείχνει να επιτίθενται στους Λαπίθες, εμπλεκόμενοι σε πράξεις βιασμού και λεηλασίας, όπως και στην γαμήλια τελετή του Πειρίθου[3]. Γενικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η παρουσία τους ήταν συμβολική των απεριόριστων και απρόβλεπτων ιδιοτήτων του φυσικού κόσμου.
Κατά τον ίδιο τρόπο η λογοτεχνική παρουσία τους στο μύθο είναι συχνά συμβολική της πολιτισμικής ανάγκης να καθιερωθεί -να επανακαθιερωθεί μάλλον- η κυριαρχία σε αυτό που οι Έλληνες της αρχαιότητας αντιλαμβάνονταν ως δική τους σφαίρα επιρροής. Οι ελληνικοί ήρωες έπρεπε για να καθιερώσουν την παρουσία του πολιτισμού τους σε έναν ευρύτερο κόσμο και αυτό το κατόρθωναν τυπικά δαμάζοντας μυθικά ή υπερφυσικά πλάσματα. Όμως, μη ανθρώπινα τέρατα όπως ήταν η Σκύλλα, η Χάρυβδις, η Χίμαιρα ή η Σφίγγα απεικόνιζαν τη μάχη ανάμεσα στον πολιτισμό και τον ευρύτερο κόσμο.
Υβριδικά ημιανθρώπινα πλάσματα τέτοια όπως ήταν οι κένταυροι αντιπροσώπευαν συχνότερα τις εισβολές αρνητικών όψεων εκείνου του μεγαλύτερου κόσμου στον κόσμο της δικαιοδοσίας των Ελλήνων[4]. Σε ένα ευρύτερο ψυχολογικό πλαίσιο πρόκειται για την εισβολή του ασυνείδητου κόσμου στις επικράτειες της καθημερινής συνείδησης, η αρχική σύγκρουση ανάμεσα στις απειλητικές μορφές ενός άγνωστου και σκοτεινού κόσμου και τον τακτοποιημένο κόσμο της λογικής συνείδησης. Τούτη η πρωτογενής σύγκρουση είναι η ίδια -αν και με διαφορετική μορφή- με τη σύγκρουση ανάμεσα στο διονυσιακό και το απολλώνειο στοιχείο[5].
Η παρουσία του Χείρωνα, αντιθετική στο είδος του, κατείχε μια πλήρως διαφορετική έννοια. Με έναν πολύ πραγματικό τρόπο, ο Χείρων θα μπορούσε να θεωρηθεί η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα σε ό,τι αφορά στο συμβολισμό του κένταυρου στον ελληνικό κόσμο. Εκεί που οι άλλοι αντιπροσώπευαν την κτηνωδία και τον κίνδυνο του φυσικού κόσμου, ο Χείρων αντιπροσωπεύει την αφθονία και την ευλογία του, όπως φαίνεται από το γεγονός ότι δίδαξε σε διάφορους ήρωες τις εν δυνάμει αγαθοεργές δυνάμεις του φυσικού κόσμου –τις τέχνες της αστρολογίας, της βοτανικής, της θεραπείας, του κυνηγιού, της πολεμικής τέχνης, και της άσκησης των δικών τους εσωτερικών, φυσικών χαρισμάτων, δώρα των θεών μέσω κληρονομικής διαδοχής ή προστασίας.
Είναι σημαντικό ίσως να σημειώσουμε εδώ ότι, όπως τα υπερφυσικά χαρίσματα έπρεπε να παραχωρηθούν από τους θεούς, έτσι επίσης χρειαζόταν και μια τυπική εισαγωγή στη μαθητεία, προκειμένου να προσφερθούν τα οφέλη της σοφίας του. Τους μαθητές του Χείρωνα τους έφερναν είτε ή θεοί ή προηγούμενοι μαθητές του, που γνώριζαν τη διδασκαλία του και είχαν φθάσει ως εκεί με θεϊκή παρέμβαση.
Η πρωιμότερη αναφορά στον Χείρωνα ίσως είναι αυτή που απαντάται στις τελευταίες γραμμές της ησιόδειας Κοσμογονίας. Το όνομα του κένταυρου συνδέεται με ένα παιδί που γεννήθηκε από τον ήρωα Ιάσονα και τη μάγισσα Μήδεια: [...Κι αυτή στην εξουσία μπαίνοντας του Ιάσονα του βασιλιά, εγέννησε το Μήδειο, το γιο της, που τον ανάθρεψε στα βουνά ο Χείρων, ο γιος της Φιλύρας -και του μεγάλου Δία το σχέδιο γινόταν...][6]. Η ακριβής φύση αυτών των γραμμών είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας την επερχόμενη μοίρα του συγκεκριμένου απογόνου -ένα παιδί προδιαγεγραμμένο να θανατωθεί στη νιότη του, παρά να εκτελέσει τα δικά του κατορθώματα.
Εδώ θα τολμούσαμε να πούμε πως ο Ησίοδος με τη ρήση «και του μεγάλου Δία το σχέδιο γινόταν» δεν αναφέρεται στον Μήδειο αλλά στον Χείρωνα. Ο σκοπός του Δία είναι ο ρόλος που εκπληρώνει ο Χείρων στη σφαίρα του Ελληνικού μύθου: να διδάξει τη μαγεία του στις μελλοντικές γενεές.
Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την αγάπη και την προσκόλληση που έδειχναν οι πρόγονοί μας στη γραμμή καταγωγής τους (μητρογραμμική ή πατρογραμμική), και του ρόλου που έπαιζε στον καθορισμό της κοινωνικής θέσης, έχει ενδιαφέρον να δούμε την καταγωγή του Χείρωνα. Αντίθετα από τους άλλους κένταυρους, ο Χείρων δεν κατάγεται από τους Λαπίθες. Κατάγεται από τον Κρόνο και τη νύμφη Φιλύρα. Όπως και άλλοι ολύμπιοι, ο Χείρων είναι παιδί του Κρόνου.
Ωστόσο, δεν κατέχει κάποιο ιδιαίτερο βασίλειο όπως οι άλλοι θεοί. Δεν δρα μέσα σε ένα προαποφασισμένο εννοιολογικό πλαίσιο. Μοιάζει περισσότερο να είναι απλά ένα τμήμα –ένα ουσιαστικό τμήμα- του κόσμου, που μπορεί να ενώσει κάποια ρήγματα στις λογικές αλληλουχίες της εικόνας που έχουμε για τη δημιουργία. Αυτή φαίνεται να είναι και η πλέον ενδιαφέρουσα από τις σύγχρονες απόψεις για τη λειτουργία της μαγείας, όπως την ανέπτυξε ο ιταλός ανθρωπολόγος de Μartino[7], που ερμηνεύει σε μεγάλο βαθμό την ανάγκη των αρχαίων λαών να διαμορφώνουν και να ερμηνεύουν τις λογικές ανακολουθίες του περιβάλλοντος κόσμου με τρόπο μαγικό.
Ο Χείρων κατέχει μια εγγενή γνώση του φυσικού κόσμου, που συμβολίζεται εξωτερικά με την κτηνώδη φύση του αλόγου. Ο δίμορφος Χείρων τον περιγράφει ο Απολλόδωρος[8], μια αναφορά που εκ πρώτης όψεως φαίνεται περιττή. Άλλωστε, κάθε κένταυρος κατείχε μια διπλή ανθρώπινη και ζωική μορφή.
Εντούτοις, όλοι οι άλλοι κένταυροι λειτουργούν μόνο σε έναν κόσμο, αυτόν της αγριότητας και των ενστίκτων. Ο Χείρων μόνος του γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ της φύσης και του πολιτισμού, λειτουργώντας ως αγωγός διαβίβασης εκείνων των ιδιοτήτων του φυσικού κόσμου που πιθανώς θα ωφελήσουν τον πολιτισμό με τις διδασκαλίες του. Η εγγενής γνώση του για τη μαγεία του φυσικού κόσμου μεταφέρθηκε στους διάσημους ήρωες-θεραπευτές μαθητές του, και μέσω αυτών, στον υπόλοιπο κόσμο.
Φαίνεται πως οι μύθοι για τη μαγεία του Χείρωνα αυξήθηκαν σημαντικά με την πάροδο του χρόνου. Διατηρούμε μόνον κάποιους υπαινιγμούς για την προέλευσή του και ακόμα λιγότερες πληροφορίες για τους συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους να εκπλήρωσε το σκοπό του –δηλαδή τις μαγικο-θεραπευτικές δεξιότητες που δίδασκε στους μαθητές του, και τους τρόπους με τους οποίους εξελίχθηκαν οι δεξιότητες. Έχει υποτεθεί στο παρελθόν και σε ένα βαθμό είναι αποδεκτό ότι καθώς μεταβάλλονταν οι ιδέες περί εκπαίδευσης, αναπτύσσονταν και οι ιδέες για τη σοφία του Χείρωνα όπως και οι απόψεις για τον τρόπο με τον οποίο εκπαίδευε τους μαθητές του, ιδέες που υποστήριξε ο Πίνδαρος:
«Αλλά ο ξανθός Αχιλλέας, μένοντας στο σπίτι της Φιλύρας σαν παιδί, έκανε έργα μεγάλα, συχνά [45] κραδαίνοντας στα χέρια του ένα ακόντιο με μια κοντή λεπίδα (βραχυσίδαρον άκοντα), γοργός σαν τον άνεμο, έφερε το θάνατο στα άγρια λιοντάρια στη μάχη, σκότωσε κάπρους άγριους κι τα ασθμαίνοντα κουφάρια τους στον Κένταυρο, τον γιο του Κρόνου, στην αρχή σαν ήταν εξι χρόνων, και κατόπιν όλο το χρόνο που ‘μεινε εκεί, ένα παιδί που το παιχνίδι ήταν άθλοι δυνατοί. Τον θαύμαζε η Άρτεμις και η θαραλλέα Αθηνά, γιατί τα ελάφια τα σκότωνε δίχως σκυλιά και δόλιες παγίδες[9]. Γιατί εκείνος υπερείχε στα πόδια. Όλα αυτά που αφηγούμαι έπος των προγόνων είναι»[10].
Η αρχαιότητα των ιδεών που αφορούν στον Χείρωνα πιστοποιείται από τη φανερή ανάγκη του Πίνδαρου να ξεκαθαρίσει ότι δεν είναι επινόηση δική του το γεγονός ότι ο Αχιλλέας διδάχθηκε να κυνηγά με αυτόν τον τρόπο, ούτε κάποιες πολιτισμικές εξελίξεις. Είναι ένα γνωστό γεγονός που έμαθε από παλαιότερες ιστορίες. Στην εποχή του οι άνθρωποι ανέπτυξαν άλλες ιδέες για τη γνώση και τις διδασκαλίες του Χείρωνα, τις οποίες επιχειρεί να περιγράψει λεπτομερειακά:
«Ο Χείρων με τη βαθιά του γνώση τον Ιάσονα δίδαξε στη λίθινη κατοικία του και τον Ασκληπιό μετά από αυτόν και του δίδαξε την τέχνη τη θεραπευτική με χέρια ευγενικά. Συν τω χρόνω γάμο κανόνισε για την αγλαόκολπη κόρη του Νηρέα, δίδαξε τον γιο της τον ευγενή τρέφοντας το πνεύμα του με τα πρέποντα. Κι όταν οι άνεμοι τον έσπρωξαν στην Τροία, στάθηκε ανάμεσα στις λόγχες και τις κραυγές της μάχης»[11].
Γνωρίζουμε από την Ιλιάδα ότι ένα τουλάχιστον από αυτά τα «πρέποντα» ήταν η θεραπεία, καθώς υπάρχουν δύο τουλάχιστον αναφορές για τις διδασκαλίες του Χείρωνα στο συγκεκριμένο έπος. Η πρώτη συνδέεται με τον Μενέλαο, που πληγώθηκε από τρωικό βέλος. Ένας γιατρός από τις τάξεις των Αχαιών ο Μαχάων, που συνέβαινε να είναι γιος του Ασκληπιού, κλήθηκε να «ρουφήξει το δηλητήριο από την πληγή και επιδέξια να επιθέσει πάνω της φάρμακα, που ο Χείρων έδωσε πριν από καιρό στον πατέρα του»[12]. Η δεύτερη αναφορά σχετίζεται έμμεσα με τον Αχιλλέα.
Ο Ευρύπυλος ζήτησε από το σύντροφό του στη μάχη Πάτροκλο να τον βοηθήσει. «Σώσε με τουλάχιστον τώρα [...] κόψε το βέλος από το μηρό μου, ξέπλυνε το μαύρο αίμα με ζεστό νερό και βάλε πάνω του καλά γιατρικά, από αυτά που λένε ότι σου είπε ο Αχιλλέας, αφού ο Χείρων, ο δικαιότερος του μίλησε γι’ αυτά»[13]. Όντας ο ίδιος ο Μαχάων πληγωμένος, η επόμενη καλύτερη επιλογή ήταν ένας μαθητής του Χείρωνα, ακόμα κι αν αυτός ο μαθητής δεν ήταν εκπαιδευμένος ως θεραπευτής. Τέτοια ήταν η πίστη στη σοφία του Κένταυρου.
Από τέτοιες σκόρπιες αναφορές, φαίνεται ξεκάθαρο ότι η πρόσθεση της θεραπείας, της αστρονομίας, της μαγείας και της φιλοσοφίας στο ρεπερτόριο των δεξιοτήτων που δίδασκε ο Χείρων συνδέεται άμεσα με τον αυξανόμενο πλούτο της γνώσης των αρχαίων Ελλήνων. Το σημαντικό στην προκειμένη περίπτωση είναι το γεγονός ότι σε αυτή τη γνώση θεμελιακή θέση κατέχει η μαγεία. Ένας πλούσιος σπόρος από τον οποίο ξεπηδά η συγκεκριμένη γνώση με μια γοργή διαδικασία ανάπτυξης της ανθρώπινης διάνοιας Κατά τον ίδιο τρόπο οι απεικονίσεις του Χείρωνα στην τέχνη υποδεικνύουν την ίδια αλλαγή ιδεών, όχι μόνο στη μορφή αλλά και την ουσία της εκπαίδευσης:
«Ο Χείρων δε φαίνεται μόνος στις αγγειογραφίες. Στις αρχαιότερες απεικονίσεις φαίνεται να δέχεται τον Αχιλλέα ως μαθητή του ή να παίρνει τον Αχιλλέα σαν παιδί από τα χέρια του Πηλέα, του πατέρα του. Ο ρόλος του Χείρωνα είναι συνδυασμός θετού πατέρα και διδάσκαλου. Αυτή είναι άλλωστε και η αρχαιότερη παράδοση. Ο Πηλέας, η Θέτις ή και οι δύο μαζί αποδίδουν το παιδί στην προστασία του διδάσκαλου για καθοδήγηση, μια καινοτομία που ώθησε την καλλιτεχνική φαντασία σε συγκεκριμένες απεικονίσεις κατά τα τέλη του 6ου αι. Π.Κ.Ε.»[14].
Ανεξάρτητα από τις αλλαγές στις λεπτομέρειες της εκπαίδευσης, ο πυρήνας της σχέσης μεταξύ του Χείρωνα και των μαθητών του παρέμεινε ο ίδιος. Ανεξάρτητα από την ηλικία κατά την οποία τους εμπιστεύονταν σε εκείνον, και ανεξάρτητα από το επίπεδο γνώσης που κατόρθωναν -είτε επρόκειτο να ζήσουν στην ερημιά, να αποβάλλουν τον ανθρώπινο μανδύα και να αναλάβουν μια θέση στον κόσμο σαν κυνηγοί, όπως ο Αχιλλέας ή ο Ακταίων, είτε να χρησιμοποιήσουν τα άφθονα δώρα του φυσικού κόσμου ως θεραπευτές, ή να διαβάσουν το μέλλον στα άστρα ή με άλλα μέσα όπως ο Αρισταίος- ανεξάρτητα από όλα αυτά, φαινόταν ως μαγεία, ισόμετρη με το επίπεδο δεξιοτήτων των ατόμων που απάρτιζαν τον περιβάλλοντα κοινωνικό ιστό.
Ο Χείρων ήταν πλέον ένα είδος αρχετύπου που ενοποιούσε και αιτιολογούσε τούτη τη μαγική γνώση. Μια γνώση που ήλθε από τους θεούς, αφού ήταν γιος του Κρόνου, και χρησιμοποιήθηκε από τον Ηρακλή για την ολοκλήρωση των άθλων του ή από τον Προμηθέα για τη διεύρυνση της ανθρώπινης γνώσης.
Η σχέση εμποτιζόταν επίσης με τη μαγεία για έναν ακόμα απλό λόγο -την κοινωνική πεποίθηση των Ελλήνων στο προκαθορισμένο και τη μοίρα. Εκείνοι που εκτελούσαν μεγάλους άθλους, ήταν προκαθορισμένο να το κάνουν. Γεννούνταν από θεότητες, που τους περνούσαν τις μαγικές τους ικανότητες. Αυτές οι ικανότητες ενδυναμώνονταν με την εκπαίδευση που λάμβαναν, και τους επέτρεπε να εκμεταλλεύονται πλήρως τα χαρίσματά τους.
Τούτη η εκπαίδευση ήταν δυνατή εξαιτίας της «μαγικής» τους σύνδεσης με τη θεότητα, εκπαίδευση που αποκαθιστούσε τις σιωπηλές «μαγικές» δυνατότητες πάνω τους μέσω της γνώσης, επιτρέποντάς τους να αποκτήσουν φυσικές δυνάμεις ανεξήγητες και θαυμαστές. Αυτή είναι άλλωστε και η ουσία της μαγείας στο εννοιολογικό της πλαίσιο. Η βαθύτερη γνώση, που προωθείται βαθιά μέσα στο μέλλον, έως ότου γίνει αποδεκτή από το σύνολο της ανθρώπινης διάνοιας. Η εκπαίδευση του Χείρωνα ήταν κατάλληλη, γιατί ήταν αποκλειστική -και παρεχόταν μόνο σε εκείνους που αποδεικνύονταν άξιοί της εξαιτίας των προγόνων τους. Ήταν επίσης κατάλληλη, γιατί ήταν αποτελεσματική. Τούτο το παρατήρησε ο Νικολό Μακιαβέλι περίπου δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, όταν είπε:
«Υπάρχουν δύο τρόποι να μάχεσαι, μέσω του νόμου και μέσω της δύναμης. Ο πρώτος τρόπος ταιριάζει στον άνθρωπο και ο δεύτερος στα θηρία. Αφού, όμως, ο πρώτος τρόπος είναι ανεπαρκής, πολύ συχνά γίνεται αναγκαίο να καταφύγει κανείς στον δεύτερο. Για αυτό ο πρίγκηπας χρειάζεται να γνωρίζει να χρησιμοποιεί και τους δύο τρόπους και τον ανθρώπινο και τον θηριώδη.
Οι συγγραφείς της αρχαιότητας δίδασκαν τούτο το μάθημα αλληγορικά, όταν αφηγούνταν πώς ο Αχιλλέας και πολλοί άλλοι αρχαίοι πρίγκηπες στέλνονταν για διδασκαλία στον Χείρωνα τον κένταυρο. Έχοντας για δάσκαλο ένα πλάσμα μισό ανθρώπινο και μισό θηρίο σημαίνει ότι μαθαίνει κανείς πώς να χρησιμοποιεί τη μία και την άλλη φύση, και ότι η μία δίχως την άλλη δεν μπορεί να διαρκέσει»[15].
Και, τελικά, ήταν κατάλληλη εξαιτίας του ανθεκτικού στο χρόνο συμβολισμό του Χείρωνα –η αξία της γνώσης για χάρη της γνώσης, ακόμα και αν μπορούσε να μεταδοθεί μόνο στους λιγοστούς που επέβαλε ο αριστοκρατικός χαρακτήρας της αρχαιοελληνικής κοινωνίας. Τούτος ο συμβολισμός φαίνεται με σαφήνεια στο θάνατο του Χείρωνα. Ο θάνατος του αθάνατου Χείρωνα προήλθε από τη σύγκρουση αυτών των δύο κόσμων του φυσικού και του πολιτισμένου, το αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης μεταξύ του είδους του, των άλλων κενταύρων, και του τελευταίου μαθητή του, του Ηρακλή.
Κατά τη διάρκεια της μάχης, όταν πρόστρεξαν στην προστασία του οι άλλοι κένταυροι για να αποφύγουν την οργή του Ηρακλή, ο Χείρων χτυπήθηκε από ένα βέλος του μαθητή του, βέλος εμποτισμένο στο αίμα της Ύδρας. Κατά σύμπτωση το ίδιο αίμα θα προκαλέσει και το θάνατο του ίδιου του Ηρακλή μέχρι να ολοκληρωθεί ο κύκλος του αίματος στο πρόσωπο του Προμηθέα[16]. Ο Χείρων δεν μπορούσε να θεραπευτεί μόνος του από την αγωνία του δηλητήριου της ύδρας και την ίδια στιγμή ήταν ανίκανος να πεθάνει με φυσικό τρόπο, όντας αθάνατος. Ζήτησε από τον Δία να τον απαλλάξει από την αθανασία του, αλλά ακόμα και ο θάνατός του υπηρέτησε ένα σκοπό στην υπηρεσία της γνώσης.
Με το θάνατό του απελευθέρωσε ένα άλλο σύμβολο της γνώσης από τα δεσμά του -τον Προμηθέα, τον Τιτάνα που έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά. Ο Προμηθέας καταδικάστηκε σε αιώνια φυλάκιση και αιώνιο βασανιστήριο «έως ότου κάποιος θεός να γίνει διάδοχός του, να αναλάβει τους βασάνους του Προμηθέα και να κατέβει στον σκοτεινό Άδη και τις σκιές του Τάρταρου»[17]. Τούτη η ακολουθία γεγονότων ενδυνάμωσε τον συμβολικό τριπλό δεσμό του Ηρακλή προς τον Χείρωνα, του Χείρωνα προς τον Προμηθέα και τελικά του Προμηθέα προς τον Ηρακλή και το κλείσιμο του κύκλου.
Τούτος ο δεσμός απεικονίζει αρχικά την αγριότητα του ανθρώπου της φύσης, κατόπιν τη γέφυρα ανάμεσα στον άνθρωπο και τη γνώση της φύσης και τέλος την απελευθέρωση του ανθρώπου μέσω του συμβόλου της μελλοντικής γνώσης. Ο θάνατος του Χείρωνα απομάκρυνε την ανάγκη μιας εξωτερικής διαμεσότητας ανάμεσα στη φυσική και την πνευματική ύπαρξη. Από αυτό το σημείο και μετά τούτο τον ρόλο τον παίζει η ανθρώπινη ψυχή. Ακόμα και στο θάνατό του ο σοφός κένταυρος άφησε πίσω μια τεράστια κληρονομία για την ανθρωπότητα. Την κληρονομιά της αυτογνωσίας και των θυσιών που απαιτεί η επίτευξή της.
Anthropology of magic in ancient Greece: centaur Chiron
Βιβλιογραφία
Aeschylus, Prometheus Bound, (trans. David Grene), The University of Chicago Press, (Chicago 1991)
Apollodorus, The Library of Greek Mythology, Oxford University Press, (Oxford 1997)
Bagley A., Chiron the Educator, University of Minnesota (2000)
Boardman J., Greek Art, Thames and Hudson, (London 1996)
Graf F., Magic in the Ancient World, Harvard University Press, (Harvard 1999)
Jung C. G., Οι ψυχολογικοί τύποι. Σπαγειρία, (Θεσσ/νίκη, 1984)
Machiavelli N., The Prince, Bantam, (1984)
Martino, Er. de, Magia e Civiltà, Garzanti, (Milano, 1962)
Πηγές
Homer, The Iliad, (trans A.T. Murray, Ph.D. in two volumes), William Heinemann, Ltd, Harvard University Press; (Cambridge, London, 1924)
Pindar, Nemean Odes. Isthmian Odes. Fragments, (trans William H. Race), Loeb Classical Library, Harvard University Press, (1997) Hesiod, The Homeric Hymns and Homerica (transl by Hugh G. Evelyn-White), William Heinemann Ltd. Harvard University Press (Cambridge, London, 1914)
Παραπομπές - Σημειώσεις
[1] Fritz Graf, Magic in the Ancient World, Harvard University Press, (Harvard 1999): 1-2.
[2] Apollodorus, The Library of Greek Mythology, Oxford University Press, (Oxford 1997): 142 και 244. Αυτός ο βασιλιάς, ο Ιξίων, λέγεται πως ήταν ο πρώτος που δολοφόνησε συγγενή του (τον πεθερό του Δηιονέα γιατί δεν κράτησε την υπόσχεσή του για την προίκα της κόρης του. Η τιμωρία του ήταν να καταληφθεί από φρενίτιδα και να περιφέρεται σαν τρελός, έως ότου τον λυπήθηκε ο Δίας και τον συγχώρησε. Όμως η ευγνωμοσύνη του προς τον πατέρα των θεών δεν κράτησε τόσο ώστε να τον αποτρέψει από τις επιταγές της libido κι έτσι προσπάθησε να αποπλανήσει την Ήρα, τη σύζυγο του Δία.
Υπάρχουν αρκετές παραλλαγές για το αν ήταν η Ήρα ή ο Δίας εκείνος που τιμώρησε τον Ιξίωνα. Όλες συμφωνούν όμως ότι το αποτέλεσμα της θεϊκής οργής ήταν η γονιμοποίηση ενός συννέφου που έφερε τη μορφή της Ήρας, και την επακόλουθη γέννηση του Κένταυρου, που έγινε ο πατέρας της φυλής των κενταύρων ζυγαρώνοντας με τις φοράδες που περιπλανούνταν στο όρος Πήλιον.
[3] Στο ίδιο: 246. Ο Πειρίθους ήταν ο άλλος ανθρώπινος γιος του Ιξίωνα και νόμιμος κληρονόμος του. Δεν κληρονόμησε μόνο το βασίλειο του πατέρα του αλλά και όλα τα προβλήματα που συνόδευαν τον βασιλικό οίκο, τον αλάστορα, το δαιμονικό πνεύμα που επισύρει την αρχική κατάρα στις μελλοντικές γενιές.
[4] John Boardman, Greek Art, Thames and Hudson, (London 1996): 268-269. Η συγκεκριμένη φύση εκείνων των εισβολών βασιζόταν τόσο στην άποψη του μεμονωμένου καλλιτέχνη όσο και στις διαδεδομένες συλλογικές αντιλήψεις εκείνων των κοινωνιών. Ήταν κατά κάποιο τρόπο μια εισβολή στον αποδεκτό τρόπο ζωής, μια βαρβαρική συμπεριφορά.
[5] Βλ. Jung C. G. Οι ψυχολογικοί τύποι. Σπαγειρία, (Θεσσ/νίκη, 1984): 68-74
[6] Ησίοδου, Θεογονία, 1000-1002, (μτφρ. σχ. εισ. Π. Λεκατσάς), Ζαχαρόπουλος, (Αθήνα, 1941): 192-3 [...και δ’ η γε δμηθείσ’ υπ’ Ιήσονι, ποιμένι λαών, Μήδειον τέκε παίδα, τον ούρεσιν έτρεφεν Χίρων Φιλυρίδης...]. Όσον αφορά στην απόδοση Χείρων ή Χίρων, εξαιτίας των γλωσσολογικών εξελίξεων και των φωνητικών διαφορών ανάμεσα στις τοπικές διαλέκτους των συγγραφέων χάρις στους οποίους επεβίωσαν οι μύθοι για τον Χείρωνα, υπάρχει ποικιλία τρόπων γραφής, από τους οποίους επιλέξαμε το Χείρων.
[7] Βλ., Martino, Ernesto de, Magia e Civiltà, Garzanti, (Milano, 1962): 23-26, όπου ο κατ’ εξοχήν ερευνητής του Ταραντισμού στον ιταλικό νότο θέτει μια ενδιαφέρουσα προοπτική για τον εννοιολογικό πλαίσιο της μαγείας ως συνεκτικού ιστού που ενοποιεί τα ρήγματα της λογικής εικόνας μας για τον δημιουργημένο κόσμο.
[8] Απολλόδωρου, Βιβλιοθήκη, 2.5.11, (Περί Ηρακλέους).
[9] Πινδάρου Νεμεακαί Ωδαί, 3, 43-51.
[10] [...λεγόμενον δε τούτο προτέρων έπος έχω...]
[11] Στο ίδιο, 51-60.
[12] Ομήρου, Ιλιάς, 4, 218-219.
[13] Στο ίδιο, 11, 827-831.
[14] Ayers Bagley, “Chiron the Educator”, University of Minnesota (2000): 2
[15] «That Which Concerns A Prince On The Subject Of The Art Of War», στο Niccolo Machiavelli, The Prince, Bantam, (1984).
[16] Ο Ηρακλής, όπως ο Χείρων, είναι γιος ενός αθάνατου, του Δία. Όμως, επίσης όπως ο Χείρων, είναι ευαίσθητος στο δηλητήριο της ύδρας. Ο θάνατός του, αρκετά ταιριαστά, προκλήθηκε από μια παρόμοια σειρά γεγονότων. Όταν σκότωσε ένα θνητό κένταυρο, τον Νέσσο, με ένα άλλο από τα βέλη του, αυτός ο κένταυρος πήρε την εκδίκησή του πείθοντας τη γυναίκα του Ηρακλή, τη Διηάνειρα, να φυλάξει λίγο από το αίμα που χύθηκε από την πληγή του, λέγοντάς της ότι ήταν ισχυρό φίλτρο του έρωτα και ότι έπρεπε να εμποτίσει με αυτό τα ρούχα του Ηρακλή. Η αγωνία που υπέφερε ο ήρωας, τον οδήγησε να καεί στην πυρά.
[17] Aeschylus, Prometheus Bound, (trans. David Grene), The University of Chicago Press, 1991, στ. 1026-1029.

ΙΕΡΕΣ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΕΣ ΤΟ 1821 ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ..

«Η πελοποννησιακή Γερουσία έλαβε από την ιεράν μονήν την επικαλουμένη Ελώνη δι ανάγκην του έθνους …; γρόσια χίλια πεντακόσια αρ.1500 αποδοτέα εις τρίχρονον διορίαν, …;.με τον τόκον αυτών ανά οκτώ εις τα εκατόν τον χρόνον και προς είσπραξιν 1822 …;

ΟΙ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΕΣ ΤΩΝ ΡΑΣΟΦΟΡΩΝ ΤΟ 1821!!!.
Πολλά έχουν γραφεί για την προσφορά των ρασοφόρων του Χριστιανισμού την εποχή της Τουρκοκρατίας και για τα οποία θα αναφερθώ σε άλλα σημειώματα. Την εποχή που πάρα πολλοί Έλληνες έδιναν το αίμα τους και την περιουσία του (όπως η Μπουμπουλίνα, ο Κανάρης, Μαντώ Μαυρογένους) τα καθίκια οι ρασοφόροι όχι μόνο έπιναν και έτρωγαν σε βάρος του Ελληνισμού, ΑΛΛΑ ΔΙΕΠΡΑΤΑΝ ΚΑΙ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΟΤΙ ΣΤΗΡΙΞΑΝ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ!! ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΕΔΙΝΑΝ ΤΟΝ ΥΠΕΡ ΠΑΝΤΩΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΟΙ ΠΡΟΔΟΤΕΣ ΡΑΣΟΦΟΡΟΙ ΕΚΑΝΑΝ «ΙΕΡΕΣ» ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΕΣ!!
Οι Τοκογλύφοι της «Παναγίας» της Έλωνα
Στις αρχές του φθινοπώρου 2006 παρακολουθήσαμε από τον τύπο και τα ΜΜΕ την ιστορία της κλοπής, από το μοναστήρι της Έλωνας, μιας εικόνας. Οι πιστοί εξέφραζαν, μπροστά στις κάμερες, την ιερή αγανάκτηση τους για το γεγονός και μετά πέρναγαν κι από το παγκάρι για τα …; δέοντα.
Έτσι δόθηκε η ευκαιρία να γίνει πιο γνωστό το μοναστήρι το οποίο ομολογουμένως υστερούσε έναντι της κοντινής Ι.Μ.Μαλεβής που είχε περισσότερους επισκέπτες. Βλέπετε στην Μαλεβή η Παναγία είναι «μυροβλήτρια» και ως εκ τούτου πιο γνωστή. Στην Έλωνα λοιπόν άρπαξαν την ευκαιρία και δια παντός μέσου διαφημίστηκε η κλαπείσα εικόνα ως θαυματουργή και το μοναστήρι ως θαυματουργότερο …;
Οι πιο ορθολογιστές είχαν πλούσιο ψυχαγωγικό υλικό: ιστορίες με Τούρκους, με εικόνες που εμφανίζονταν στα βράχια, με μαρτυρίες βοσκών και τσομπαναρέων και άλλα ευφάνταστα δημιουργήματα μοναχών και ιερέων. Προσπαθώντας να ενημερωθώ πιο επίσημα για το παρελθόν της Ι.Μ.Έλωνας, προμηθεύθηκα το περιοδικό της μητρόπολης Κυνουρίας και Μαντινείας, στην οποία ανήκει το μοναστήρι. Το περιοδικό έχει τον ευρηματικό τίτλο «Αλιεύς» και βεβαίως δεν ξεκαθαρίζει τι ακριβώς ψαρεύει …; (χάνους; ροφούς Διαβάζοντας το όμως καταλαβαίνεις σε ποιους απευθύνεται.
Αρχικά ενημερώνει λοιπόν ότι ο ποιμήν της μητροπόλεως «δεν εκοιμήθη» για όσο διάστημα ανεζητήτο η εικόνα!! Τριάντα και πλέον μερόνυχτα άυπνος!! « …;δεν είναι υπερβολή …;» συμπληρώνει ο «Αλιεύς». Αν έτρωγε τις μέρες της αϋπνίας δεν γράφει. Στις τελευταίες σελίδες πάντως αναφέρεται το βαρύ πρόγραμμα του κατά το διάστημα των τριάντα ημερών: χειροτονίες, εγκαίνια, βαπτίσεις, δοξολογίες, εορτασμοί …;
Συνέχεια έχει ένα σπαραξικάρδιο κάλεσμα προς την εικόνα (!!) να γυρίσει στη θέση της :« …;γύρισε και φύλαξε μας από τους κινδύνους των ημερών μας, τους παράλογους πολέμους, το αίμα των αθώων παιδιών, τους σεισμούς, τις φωτιές τους καταποντισμούς …;» Κατά κοινή ομολογία πάντως τα παραπάνω συνεχίζονται και μετά την επιστροφή της εικόνας, και πριν την κλοπή της. Εξαιρουμένων των καταποντισμών!!(Είναι αλήθεια ότι έχουν καιρό να γίνουν)
Το επόμενο κείμενο όμως αναφέρει την ιστορία της μονής και είναι εξαιρετικά διαφωτιστικό. Η μονή λοιπόν έγινε επί τουρκοκρατίας από δυο μοναχούς που κατεσφάγησαν αργότερα από δυο τούρκους ληστές. Στη συνέχεια θέλησαν να πάρουν και την εικόνα (οι τούρκοι ληστές) όμως η Υπεραγία τους …; τύφλωσε! Γεννάται το ερώτημα:γιατί δεν έκανε το ίδιο και τώρα; Και ανησύχησε ο κόσμος και χρύσωνε τα παγκάρια για να γίνει το θαύμα; Άσε ότι χάσανε και τον ύπνο τους μερικοί (για τριάντα μέρες!!)
Οι τυφλωμένοι Τούρκοι (από την Υπεραγία!) στη συνέχεια έγιναν καλά κατόπιν παρακλήσεως. Και αφιέρωσαν στην Θεομήτορα « …;άπαντα τα εκ της διαρπαγής και της λεηλασίας (!!!) …;εις αυτούς δε οφείλεται και το ότι οι Τουρκικαί αρχαί παρεχώρησαν πολλά προνόμια εις την Μονήν …;» Το περίεργο βέβαια δεν είναι ότι κατέληγαν τα κλοπιμαία στους μοναχούς, ούτε ότι τα μοναστήρια είχαν εξουσία και προνόμια επί τουρκοκρατίας. Είναι ότι εδώ αποδίδεται σε δυο ασήμαντους Τούρκους ληστές, αυτό που γινόταν σε όλη την οθωμανική επικράτεια: τα μοναστήρια είχαν προνόμια και η Εκκλησία εξουσία.
Κατά το έτος 1770, αναφέρει ο «Αλιεύς» στη συνέχεια, η μονή επυρπολήθει και οι θησαυροί λεηλατήθηκαν. Ναι, όπως σας είπα και πριν, από φωτιά δεν προστάτευε η Πάνσεπτος. Μόνο από καταποντισμούς! Τώρα για το τι θησαυρούς μπορεί να έχει ένα μοναστήρι και πως τους μάζευε σε καιρό τουρκικής κατοχής, διαβάστε: « …;η Ιερά Μονή της Έλωνας έλαβε προνόμια πολλά, αφιερώματα κτηματικά και διατάγματα σουλτανικά την εξασφάλιζαν από κάθε διάθεση αρπαγής …;» Από την μια μεριά μας λένε ότι ο σουλτάνος την εξασφάλιζε ως κόρη οφθαλμού κι απ την άλλη ότι την έκλεψαν δυο Τούρκοι (αυτοί που τυφλώθηκαν από την Πλατυτέρα).
Ωστόσο μπορεί ο λαός να υπέφερε από τον τουρκικό ζυγό, η εν λόγω μονή όμως άκμασε κατά την περίοδο « …;από το έτος 1798 έως 1811 …;» Δεν το λέω εγώ, ο «Αλιεύς» το γράφει. Μάλιστα ήταν τόσο πλούσιο που έστελνε στο Φανάρι κάθε χρόνο τριάντα τρία γρόσια, μέχρι το 1811 που έστειλε μονομιάς τριακόσια πενήντα γρόσια και δεν ξανάστειλε! Κάτι σαν το leasing που πληρώνεις δόσεις και στο τέλος δίνεις κάτι παραπάνω και το αποκτάς διαπαντός! Μάλιστα για του λόγου το αληθές ο «Αλιεύς» δημοσιεύει και μια απόδειξη μιας τέτοιας συναλλαγής στην σελίδα 19. Είναι αυτό που λέμε οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους!
Προσπερνάω το καλύτερο που σας το κρατάω για το τέλος, και πάμε σε έναν αφορισμό που αναφέρει ο «Αλιεύς», ότι έγινε από τους ευλαβέστατους και οσιότατους πατέρες της Εκκλησίας εναντίον ακτημόνων που μπήκαν στα χωράφια της μονής το έτος1856 (όταν δεν υπήρχε η προστασία του σουλτάνου). Ο αφορισμός αυτός δημοσιεύεται ολόκληρος στο περιοδικό της Ιεράς Μητρόπολης Μαντινείας και Κυνουρίας στην σελίδα 22 και 23. (τεύχος Ιουλ. Αυγ. Σεπτ. 2006)
Πάμε τώρα σε αυτό που θεωρώ ότι είναι το άκρον άωτον του θράσους (η της μωρίας). Στην σελίδα 18 γράφει ο «Αλιεύς»:
« …;η εικόνα της Παναγίας φώτιζε τα πνευματικά σκοτάδια αλλά και οικονομικά βοήθησε εις τον μεγάλο ξεσηκωμό. Και όταν κάθε οβολός ήταν απαραίτητος για τον αγώνα που έκανε το Έθνος για την ελευθερία του η Μονή της Έλωνας έδωσε το παρών. Η απόδειξη πληρωμής της Πελοποννησιακής Γερουσίας, που δημοσιεύουμε πιο πάνω αποτελεί αδιάψευστη μαρτυρία …;»
Η μόνη αδιάψευστη μαρτυρία που βγαίνει αν διαβάσει κάποιος προσεκτικά την απόδειξη (και δεν είναι αγράμματος, ηλίθιος κλπ) που δημοσιεύει στην σελίδα 21 ο «Αλιεύς» είναι η εξής: Η Εκκλησία δάνειζε τα χρήματα ΕΝΤΟΚΑ στην Πελοποννησιακή Γερουσία, για τρία χρόνια. Όχι μόνο δεν έδωσε αλλά έκανε και τον τοκογλύφο! Δεν την άγγιζε το μεγαλείο της Επανάστασης εναντίον του σουλτάνου που την προστάτευε και, κοίταζε να τα οικονομήσει με την τοκογλυφία! Και οι σημερινοί «Πατέρες», «Ποιμένες» και «Αλιείς» αντί να ντρέπονται και να ικετεύουν να τους συγχωρήσει το Έθνος, καμαρώνουν για τον μόνιμο ρόλο τους: του τοκογλύφου, του εκμεταλλευτή του ανθρώπινου πόνου, του ανθέλληνα. Ιδού το κείμενο της απόδειξης:
«Η πελοποννησιακή Γερουσία έλαβε από την ιεράν μονήν την επικαλουμένη Ελώνη δι ανάγκην του έθνους …; γρόσια χίλια πεντακόσια αρ.1500 αποδοτέα εις τρίχρονον διορίαν, …;.με τον τόκον αυτών ανά οκτώ εις τα εκατόν τον χρόνον και προς είσπραξιν 1822 …;
Κατόπιν αυτού είμαστε βέβαιοι για τον ρόλο της Εκκλησίας διαχρονικά. Το περίεργο είναι που το βλέπουμε δημοσιευμένο σε έντυπο τους. Προφανώς δεν μπήκαν στον κόπο να διαβάσουν τι δημοσίευσαν ή, είναι σίγουροι ότι απευθύνονται σε ηλίθιους!

Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

«Η αισθητική είναι η επιστήμη του αισθήματος» Γκαίτε
Ο Όρος «Αισθητική» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Γερμανό Αλεξάντρ Μπάουμγκαρντεν, «Αισθητική» (1750—1758), ο οποίος με το έργο του αυτό συνέβαλε στο να αναγνωριστεί η αισθητική σαν ένας ξεχωριστός φιλοσοφικός κλάδος που θα ασχολείται με τη φύση της ομορφιάς και της τέχνης. Ο όρος «αισθητική» παράγεται από την «αίσθηση», την εμπειρία που προέρχεται από το «αισθάνομαι», αντιλαμβάνομαι, είναι η αίσθηση που προσλαμβάνουμε μέσω των αισθήσεων.
Η  αισθητική είχε κιόλας αρχίσει να αναπτύσσεται από τα αρχαία χρόνια στις πλούσιες χώρες της μεσογείου, της αρχαίας Ανατολής μέχρι και την  αρχαία Κίνα.Την πιο πλήρη όμως ολοκλήρωσης  της η Αισθητική, τη γνώρισε στην αρχαία Ελλάδα που ήταν η μήτρα πολιτικών  γεγονότων και σκέψης, μέσα σε συνεχείς αγώνες για ανάπτυξη, στην τέχνη, την λογοτεχνία, στα δρώμενα όλων των ελληνικών πόλεων – κρατών, κι ακόμη, οι πλατιές εμπορικές και πολιτιστικές σχέσεις των Ελλήνων με τους λαούς της Ανατολής. Αυτός ήταν  λόγος  που πήρε τις κατευθύνσεις από την αρχαία Ελλάδα.
Η ελληνική αισθητική σκέψη πρόβαλε σαν προσπάθεια να ερμηνευθεί θεωρητικά η καλλιτεχνική πρακτική της εποχής της. Η αρχαία ελληνική τέχνη από την εποχή που εμφανίστηκαν οι πρώτες αισθητικές αντιλήψεις, κατάφερε και ανέβηκε σε πολύ υψηλό επίπεδο ανάπτυξης. Δεν είναι τυχαίο που στις πολυποίκιλες φιλοσοφικές – αισθητικές θεωρίες της αρχαίας Ελλάδας υπάρχουν τα σπέρματα για όλους σχεδόν τους μέχρι σήμερα τύπους όλων των κοσμοθεωριών.
Το βασικό περιεχόμενο της εξέλιξης της φιλοσοφικής – αισθητικής σκέψης στην αρχαία Ελλάδα ήταν  κατ ουσία, ο αγώνας ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό. Ο αγώνας αυτός σε τελευταία ανάλυση αντανακλούσε την πάλη ανάμεσα στις προοδευτικές και τις συντηρητικές δυνάμεις της αρχαίας κοινωνίας. Οι θιασώτες του παλιού (παραδοσιακού) απέναντι σε κάθε μορφή νεοτερισμού. Η στασιμότητα απέναντι σε όποια αλλαγή.

ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ
Από τους πρώτους που ξέρουμε πως διατύπωσαν μια σειρά θέσεις πάνω στα προβλήματα της τέχνης στην αρχαία ‘Ελλάδα ήταν οι πυθαγόρειοι. Από την κοσμοθεωρία τους οι πυθαγόρειοι ήταν ιδεαλιστές. Είχαν διακηρύξει ότι η ουσία στα πράγματα αποτελεί αριθμό, και γι’ αυτό η γνώση του κόσμου ταυτίζεται με τη γνώση των αριθμών που τον κατευθύνουν. Αυτές τις βασικές φιλοσοφικές θέσεις τους τις χρησιμοποίησαν ως αφετηρίες για τις αισθητικές τους θεωρίες.
Οι Πυθαγόρειοι μέτραγαν ότι η αρμονία των αριθμών είναι αντικειμενική νομοτέλεια που κατευθύνει όλα τα φαινόμενα της ζωής. Και αυτή η αριθμητικά μετρητή αντικειμενική νομοτέλεια, κατά τη γνώμη των πυθαγορείων, βρίσκεται και στη βάση των αισθητικών φαινομένων. Ξέχωρη σημασία είχανε οι εργασίες των πυθαγορείων πάνω στη μουσική. Αυτοί οι οποίοι πρώτοι διατύπωσαν τη σκέψη ότι η ιδιομορφία του μουσικού τόνου εξαρτάται από το μήκος της χορδής που ηχεί. Πάνω σ’ αυτό ανέπτυξαν τη διδασκαλία για τις μαθηματικές βάσεις των μουσικών διαστημάτων.
Μα τη διδασκαλία τους για την αρμονία σαν «συμφωνία ασυμφωνούντος» οι πυθαγόρειοι θεμελίωσαν τη διαλεκτική ερμηνεία της ομορφιάς αν και βασίστηκαν στην χρησιμοποίηση των αντιθέσεων.
 
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
Πολύ πιο βαθιά το πρόβλημα της αντίθεσης όσον αναφορά τις κατηγορίες της Αισθητικής το έλυσε ο θεμελιωτής της διαλεκτικής Ηράκλειτος ο Έφέσιος (γύρω στα 530 — 470 π.χ). Ο Ηράκλειτος παίρνει για πρώτη αρχή σε καθετί που υπάρχει το «αιώνια ζωντανό πυρ». Στον κόσμο βασιλεύει αυστηρή νομοτέλεια, κι ωστόσο σ’ αυτόν δεν υπάρχει τίποτα το αμετάβλητο — το παν ρέει κι αλλάζει. Αντίθετα προς τους πυθαγόρειους ο Ηράκλειτος τονίζει όχι τη συμφιλίωση των αντιθέσεων, αλλά τον αγώνα μεταξύ τους. Η ομορφιά κατά τον Ηράκλειτο είναι ιδιότητα του πραγματικού κόσμου. Κι ωστόσο, η ομορφιά είναι ιδιότητα σχετική. Η σχετικότητα αυτή προσδιορίζεται από το ότι οι υπάρξεις ανήκουν σε διαφορετικά γένη. Ο πιο ωραίος πίθηκος είναι άσχημος σε σύγκριση με το γένος των ανθρώπων.
Ο Ηράκλειτος, όπως και οι πυθαγόρειοι θεωρεί ότι το ωραίο έχει αντικειμενική βάση, ωστόσο αυτή τη βάση δεν τη βλέπει στις αριθμητικές σχέσεις, αλλά στις ποιότητες των υλικών πραγμάτων. Μ’ αυτό τον τρόπο ο Ηράκλειτος ξεπερνάει τους πυθαγόρειους όχι μονάχα γιατί δίνει πιο βαθιά, διαλεκτική εξήγηση στην αρμονία και την ομορφιά, άλλα και γιατί, σ’ αυτόν, ο ίδιος ο κόσμος αποτιμάται ως υλικός. Δεν είναι φτιαγμένος από θεούς, άλλα υπάρχει αιώνια στην μορφή αέναου γίγνεσθαι. Έτσι, η ομορφιά έχει υλική βάση και αναπτύσσεται σαν ιδιότητα των πραγμάτων.
 
 
ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ
Από την πλουσιότατη συγγραφική κληρονομιά – που δυστυχώς δεν διασώθηκε τίποτα – ενός από τους πιο βαθείς στοχαστές της αρχαιότητας, που θεμελίωσε τον ατομικό υλισμό, ο Δημόκριτος (460 π.χ.) πολύ λίγα έφτασαν μέχρι σε μας. Από τα αποσπάσματα όμως που σώθηκαν από το έργο του μπορούμε να σχηματίσουμε μια εντύπωση για τις αισθητικές του αντιλήψεις.
Ο Δημόκριτος ξεκινάει από το ότι το ωραίο έχει αντικειμενική βάση στον υλικό κόσμο. Η ουσία της Ομορφιάς κατά το Δημόκριτο βρίσκεται στην κανονική διάταξη, στη συμμετρία, στην αρμονία των μερών, στης σωστές μαθηματικές σχέσεις.Τη μουσική τη θεωρούσε ως τη ανώτερη των τεχνών . Και βεβαίωνε ότι αυτή «δεν τη γέννησε η ανάγκη, αλλά την έφερε στον κόσμο η πολυτέλεια με την εξέλιξη της».
Όπως βλέπουμε, εδώ ο Δημόκριτος πλησιάζει στο πρόβλημα για τις κοινωνικές αιτίες στην ανάπτυξη της τέχνης. Τον Δημόκριτο τον απασχολεί επίσης και το πρόβλημα για τη φύση της έμπνευσης, που τη θεωρούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την καλλιτεχνική δημιουργία.
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Ο Σωκράτης (469 — 399 π.χ.) στις αισθητικές του αποφάνσεις απομακρύνεται από τον υλισμό. Στις γενικές φιλοσοφικές αντιλήψεις του ο Σωκράτης είναι φανατικός ιδεαλιστής. Τα φυσικά προβλήματα για το Σωκράτη μένουν σε δεύτερο πλάνο. Η προσοχή του  συγκεντρώνεται γύρω στα προβλήματα της ηθικής. Ο άνθρωπος, κατά το Σωκράτη, είναι τόσο ηθικός όσο γνωρίζει τι είναι η αρετή, δηλαδή κατά πόσο αντιλαμβάνεται σε τι συνίσταται το ωραίο και το καλό. Άρα, το ακέριο ηθικό και το ακέριο ωραίο, κατά το Σωκράτη, ταυτίζονται. Για τη γνώση μπορούν να έχουν αξιώσεις μόνο «ευγενείς άνθρωποι» (καλός κάγαθός). Όσο για τον επαγγελματία και τον αγρότη, μιας τοις % είναι τέτοιας λογής οι απασχολήσεις τους δεν μπορούν να είναι καλλιεργημένοι, και γι’ αυτό αποδείχνονται ανίκανοι να νιώσουν την αρετή και την ομορφιά. «Έτσι, ξεκάθαρα προβάλλονται τα αντιδημοκρατικά χαρακτηριστικά στην ηθική του Σωκράτη.
Την κατηγορία του ωραίου ο Σωκράτης τη συνδέει με τη σκοπιμότητα, δηλαδή με την ωφελιμότητα για την επιτυχία ορισμένου σκοπού. Με αυτό για βάση, το ωραίο κατά το Σωκράτη είναι σχετικό: «Το καθετί είναι καλό και ωραίο σε σχέση μ’ αυτό για το οποίο χρησιμοποιείται καλά, και, αντίθετα είναι κακό και άσχημο σε σχέση μ’ αυτό για το οποίο χρησιμοποιείται κακά».
Η τέχνη κατά το Σωκράτη είναι μίμηση της φύσης. Βασικός σκοπός της απεικόνισης στην τέχνη πρέπει να είναι α ωραίος πνευματικά και σωματικά άνθρωπος. Αν και η γλυπτική και η ζωγραφική απεικονίζουν τον άνθρωπο εξωτερικά, πρέπει να μη περιορίζονται μονάχα σ’ αυτή την κατεύθυνση. Κατά το Σωκράτη όχι μονάχα η ποίηση, αλλά κ’ η γλυπτική μπορεί να εκφράσει «καταστάσεις της ψυχής». Και κάτι περισσότερο: και εδώ το «σωματικό» πρέπει να είναι υποταγμένο στο «πνευματικό».
 
ΠΛΑΤΩΝ
Από αντικειμενικά ιδεαλιστικές θέσεις ανάπτυξε την αισθητική και ο μαθητής του Σωκράτη Πλάτων (427 — 347 π.χ.) .
Κεντρικός στόχος του Πλάτωνα είναι το πρόβλημα του ωραίου. Στο διάλογο του «’Ιππιας Μείζων» ο Πλάτων απορρίπτει τις αντιλήψεις που εκείνο τον καιρό υπήρχανε για το ωραίο. Ο Πλάτων υποστηρίζει ότι ωραίο δεν είναι εκείνο που «μοιάζει», ωραίο, δεν είναι ούτε το «χρήσιμο», ούτε το «ωφέλιμο η το ευχάριστο στην δράση και την ακοή.
Το ωραίο, κατά τον Πλάτωνα, δεν υπάρχει σε τούτο τον κόσμο, αλλά στον κόσμο των ιδεών. Σε τούτο τον κόσμο, που είναι προσιτός με την αισθητηριακή αντίληψη, βασιλεύει η πολυμορφία. Εδώ όλα αλλάζουν και περνούν. Ενώ το ωραίο, γενικά, το ωραίο σαν ιδέα ούτε γεννιέται ούτε αφανίζεται. Υπάρχει έξω από τόπο και χρόνο, και του είναι ξένη η κίνηση κ’ η αλλαγή. Αυτό, θαρρείς και είναι αντίθετο στην ομορφιά των αισθητών πραγμάτων, τα οπαία δεν είναι πηγή ομορφιάς. Και μιας κ’ η ομορφιά έχει υπεραισθητό χαρακτήρα, λέει ο Πλάτων, γι’ αυτό δεν είναι προσιτή με τα αισθήματα, μα με το νου. Όντας «ομοιόμορφο με τον εαυτό του», το ωραίο βρίσκεται στο με τη νόηση μονάχα προσιτό βασίλειο των υπερκόσμιων ιδεών.  Όπως βλέπουμε, η έννοια της ομορφιάς στον Πλάτωνα αναπτύχθηκε  σε μυστικιστικά ιδεαλιστικό πλάνο.
Με τον ίδιο τρόπο ο Πλάτων ερμηνεύει και τα προβλήματα του δημιουργικού σχεδίου. Πριν απ’ όλα, αντιθέτει με οξύτατη την καλλιτεχνική έμπνευση στην γνωστική λειτουργία. Η έμπνευση του καλλιτέχνη είναι εξωλογική, αντιορθολογική, ο καλλιτέχνης δημιουργεί σε κατάσταση επιφοίτησης κ’ ενατένισης. ‘Υπονοείται ότι με τέτοιας λογής ερμηνεία της δημιουργικής λειτουργίας περισσεύει κάθε ανάγκη να μελετηθεί η καλλιτεχνική παράδοση, να αποκτηθούν επιδεξιοσύνη κ’ ικανότητες, μιας και ο καλλιτέχνης σαν «θεόπνευστος» είναι μόνο όργανο που διαμέσου του αποκαλύπτεται η ενέργεια των μυστικιστικών δυνάμεων της θεότητας. Στη θεωρία του για την έμπνευση ο Πλάτων αγκαλιάζει μια από τις πραγματικές πλευρές της τέχνης — τη δύναμη της μεταδοτικότητάς της. Άλλα αυτή η πλευρά της τέχνης στον Πλάτωνα γίνεται πέρα για πέρα μυστικιστική.
Ο Πλάτων είναι Οπαδός της θεωρίας της μίμησης, την όποια και ερμηνεύει ιδεαλιστικά. Ο καλλιτέχνης αναπαράγει αισθητά πράγματα. Άλλα τα πράγματα στην ουσία τους δεν είναι παρά ανταύγειες των Ιδεών. Σ’ αυτή την περίπτωση οι απεικονίσεις του καλλιτέχνη δεν είναι τίποτα άλλο από αντιγραφές αντιγραφών, μιμήσεις μιμήσεων, σκιές σκιών. Σαν δευτερεύον αντικαθρέφτισμα, σαν αντικαθρέφτισμα από άλλο αντικαθρέφτισμα, η τέχνη, κατά τον Πλάτωνα δεν έχει γνωστική άξια. Πέρα από αυτό, η τέχνη είναι απατηλή, ψεύτικη και παρεμποδίζει τη γνώση του πραγματικά αληθινού κόσμου.
Και ποιός είναι ο ζηλωτής της καλλιτεχνικής παραγωγής; Σ’ αυτό το ερώτημα ο Πλάτων διατυπώνει ξεκάθαρα την αριστοκρατική άποψη. Η Μούσα, λέει, πρέπει να παρέχει «την ευαρέσκεια της όχι στους πρώτους τυχόντες, αλλά στους πιο εξαιρετικούς και σε κείνους που έχουν αρκετά διαπαιδαγωγηθεί».
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
Η ιδεαλιστική Αισθητική του Πλάτωνα, όπως και η φιλοσοφία του στο σύνολό της, δέχτηκε την εξονυχιστική κριτική του μαθητή του Αριστοτέλη (384 -— 322 π.χ.). Ο ίδιος ο Αριστοτέλης και η κοσμοθεωρία του ταλαντεύονταν ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό, κλίνοντας σε τελευταία ανάλυση προς τον ιδεαλισμό.
Το κυριότερο αισθητικό έργο του Αριστοτέλη είναι το «Περί ποιητικής». Σ αυτό γενικεύει την καλλιτεχνική πρακτική του καιρού του και κάπως κωδικοποιεί τους κανόνες της δημιουργίας. Στο «Περί ποιητικής» αναφέρεται στον Όμηρο, στους δραματουργούς — Σοφοκλή, Ευριπίδη, στους καλλιτέχνες — Πολύγνωτο, Ζεύξη κ.α. Ο Αριστοτέλης γνωρίζει καλά το ελληνικό δράμα, το έπος, την αρχιτεκτονική, τη μουσική, το θέατρο, τη ζωγραφική. Αντίθετα προς τον Πλάτωνα που κατά προτίμηση κλίνει στη θεωρητική ερμηνεία των αισθητικών προβλημάτων, ο Αριστοτέλης προτιμάει και ξεκινάει από συγκεκριμένα γεγονότα. Το «Περί ποιητικής» του Αριστοτέλη δεν είναι μονάχα το πιο σπουδαίο θεωρητικό ντοκουμέντο, αλλά και αυθεντικό τεκμήριο για την εξέλιξη της ελληνικής τέχνης.
Ο Αριστοτέλης, το ίδιο όπως κ’ οι προγενέστεροι του, αναζητεί τον αντικειμενικό νόμο του ωραίου. Όμως αντίθετα από τον Πλάτωνα, αυτός τον αναζητεί όχι στον υπεραισθητό, αλλά στον πραγματικό κόσμο. Για τον Αριστοτέλη η ομορφιά είναι αντικειμενικά υπαρκτή ποιότητα, ιδιότητα που έχουν τα ίδια τα αντικείμενα, τα πράγματα. Ο Αριστοτέλης προβάλλει και συστηματοποιεί τα γνωρίσματα του ωραίου και δημιουργεί κανονιστική Αισθητική.
Και ποια είναι κατά τον Αριστοτέλη τα γνωρίσματα του ωραίου; Σχετικά με αυτό στα «Μεταφυσικά» του λέει το παρακάτω: «. . .τα σπουδαιότερα γνωρίσματα του ωραίου είναι: συμμετρία [στο χώρο], αναλογία και ενάργεια. . .» Στο «Περί ποιητικής» κοντά σ’ αυτά τα γνωρίσματα του ωραίου ο Αριστοτέλης προσθέτει και τα ακεραιότητα και ενότητα στην πολυμορφία. Πιο πέρα Ο Αριστοτέλης προσπαθεί να προσδιορίσει τη σχέση της ομορφιάς με το καλό. Στα «Μεταφυσικά» του παρατηρεί ότι το καλό πάντοτε εκφράζεται σε κίνηση, ενώ το ωραίο μπορεί να υπάρχει και σε ακίνητα πράγματα. Πάνω σ’ αυτό διακρίνει ομορφιά ηρεμίας και ομορφιά κίνησης.
Όπως βλέπουμε, ο Αριστοτέλης πριν απ’ όλα ενδιαφέρεται για τα τυπικά γνωρίσματα της ομορφιάς. ‘Ωστόσο τη βάση της ομορφιάς τη βλέπει στις ιδιότητες και στις σχέσεις των πραγματικών αντικειμένων. Έτσι ερμηνεύοντας  το πρόβλημα του ωραίου ο Αριστοτέλης βασικά, στέκει σε υλιστικές θέσεις.
Επίσης, στην πραγματεία του πάνω στη θεωρία της μίμησης ο Αριστοτέλης απομακρύνεται πολύ από τον Πλάτωνα. Σχετικά με αυτό, ο! παρακάτω παρατηρήσεις του Αριστοτέλη αποκτούν ξέχωρη σημασία: «Πρώτα – πρώτα, η μίμηση είναι έμφυτη στους ανθρώπους από την παιδική ηλικία, κι ότι τους κάνει να ξεχωρίζουν από τα άλλα ζώα είναι πως μπορούν πιο εύκολα από αυτά να μιμηθούν, κάτι που τους δίνει την ικανότητα να αποχτήσουν τις πρώτες γνώσεις. Έπειτα, τα προϊόντα της μίμησης προσφέρουν σε όλους ευχαρίστηση . Μ’ αυτό ο Αριστοτέλης προσπαθεί να εξηγήσει την ευχαρίστηση που νιώθουν οι άνθρωποι βλέποντας τα έργα τέχνης. Αυτή η ευχαρίστηση, κατά τη γνώμη του, βασίζεται στη χαρά της «γνώσης». Την πηγή των αισθητικών ευχαριστήσεων δεν την βλέπει στον κόσμο των ιδεών η σε άλλες ουρανοκατέβατες υπερκόσμιες υπάρξεις αλλά στο πραγματικό ενδιαφέρον των ανθρώπων για τη γνώση. Η τέχνη κατά τον Αριστοτέλη είναι μια από τις μορφές της γνωστικής δραστηριότητας των ανθρώπων.
Η τέτοιας λογής ερμηνεία της μίμησης έδωσε στο φιλόσοφο τη δυνατότητα να διατυπώσει με εκπληκτική βαθύτητα το πρόβλημα για την καλλιτεχνική αλήθεια. Ο Αριστοτέλης δε ζητάει από την τέχνη απόλυτη ομοιότητα στα πράγματα και τα φαινόμενα που αναπαράγει. Η διαφορά ανάμεσα στον ιστορικό και τον ποιητή δεν περιέχεται στο ότι ο ένας γράφοντας χρησιμοποιεί στίχους κι ο άλλος όχι. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι «δ πρώτος μιλάει για πράγματα που συνέβησαν στην πραγματικότητα, ενώ ο άλλος γι’ αυτό που θα μπορούσε να συμβεί».
Ο ιστορικός μιλάει για το μοναδικό, ο ποιητής για το γενικό. Γι’ αυτό η ποίηση είναι «πιο φιλοσοφική και πιο σπουδαία από την ιστορία». Πιο πέρα ο Αριστοτέλης παραδέχεται ότι μπορεί η απεικόνιση να γίνει με ακρίβεια, αν με αυτό εξασφαλίζεται μεγαλύτερη εκφραστικότητα στο έργο τέχνης.
Συγκριτικά, στην εποχή του Αριστοτέλη τα είδη και γένη της τέχνης είχανε καθοριστεί με ακρίβεια κ’ έφτασαν σε υψηλή στάθμη εξέλιξης. Είχε συγκεντρωθεί αρκετό υλικό σε στοιχεία για να τεθεί το πρόβλημα της ταξινόμησης των τεχνών. Ο Αριστοτέλης διακρίνει την τέχνη κατά το αντικείμενο, τη μέθοδο και τα μέσα μίμησης. Διερευνά λεπτομερειακά ιδιαίτερα τη δομή της τραγωδίας. Η θεωρία του για την τραγωδία είχε μεγάλη επίδραση στη μεταγενέστερη εξέλιξη της αισθητικής και της καλλιτεχνικής πρακτικής.
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παρατηρήσεις του Αριστοτέλη πάνω στη διαδικασία  της δημιουργίας. Στην Αισθητική του Αριστοτέλη αυτό η διαδικασία χάνει το μυστικιστικό της χαρακτήρα. Η διαδικασία δημιουργίας των έργων τέχνης καθώς και η αφομοίωση τους κατά τον Αριστοτέλη είναι διανοητικές λειτουργίες. Κατά την άποψη του η διαδικασία της δημιουργίας είναι προσιτό στην νόηση και επιδέχεται έλεγχο, από αυτό ξεκάνει η προσπάθεια του Αριστοτέλη να διατυπώσει καθορισμένα αξιώματα, κανόνες κι αρχές. Από αυτή την αντίληψη για τη διαδικασία της δημιουργίας γίνεται ολότελα φυσικό το ότι ο Αριστοτέλης απαιτεί όχι μόνο να σπουδάζεται η καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά και η αισθητική κρίση.
Σημαντική θέση στα έργα του Αριστοτέλη παίρνει το πρόβλημα για τον παιδαγωγικό ρόλο της Τέχνης. Η τέχνη, κατά τη γνώμη του, δεν έχει ανεξάρτητο κύρος. Συνδέεται με την ηθική ζωή των ανθρώπων και είναι υποταγμένη στα προβλήματα «τελειοποίησης στην αρετή». Τα έργα τέχνης εξευγενίζουν τον άνθρωπο, γιατί με μέσο τον εξαγνισμό («κάθαρση») της ψυχής τον ελευθερώνουν από τ’ αρνητικά του πάθη. Το ότι ο Αριστοτέλης υπόδειξε το δεσμό της τέχνης με την ηθική δραστηριότητα των ανθρώπων στάθηκε μεγάλη προσφορά του. Ωστόσο πρέπει να μνημονευθεί ότι για τον Αριστοτέλη το ηθικό ιδανικό είναι «θεωρητική λειτουργία του νου» που δεν επιδιώκει κανένα πρακτικό σκοπό. Στο έργο του Αριστοτέλη η αρχαία Ελληνική αισθητική σκέψη έφτασε στο κατακόρυφο της.
ΛΟΥΚΡΗΤΙΟΣ
Την παραπέρα ανάπτυξη τους οι αισθητικές ιδέες την πήρανε στην αρχαία Ρώμη. Με βάση την υλιστική αντίληψη για τον κόσμο, μερικά από τα αισθητικά προβλήματα εξετάζονται από το Ρωμαίο ατομιστή Λουκρήτιο (99 — 55 πχ.) .
Στο ποίημα «Για τη φύση των πραγμάτων» εξετάζει την ιδέα για το αναλλοίωτο των νόμων της φύσης που είναι ανεξάρτητοι από τις επεμβάσεις των θεών. Επιβεβαιώνει την αρχή της αιωνιότητας και αφθαρσίας της ύλης, ακολουθώντας τον Επίκουρο διατυπώνει την ατομική θεωρία. Κατά την γνώμη του Λουκρήτιου η τέχνη επήγασε από τη «χρεία», δηλαδή από τις ανάγκες του ανθρώπου. Η τέχνη μιμείται τα διάφορα φαινόμενα της φύσης. Η τέχνη δεν προσφέρει μόνο «ηδονή», άλλα έχει και ωφελιμιστική αποστολή. Λόγου χάρη χρησιμοποιείται ως μέσο για τη διάδοση γνώσεων.
Ο Λουκρήτιος δεν είναι μόνο φιλόσοφος, άλλα και εξαίρετος ποιητής, «ακμαίος, θαρραλέος, ελικώνιος κυρίαρχος του κόσμου» (χαρακτήρισε ο Μαρξ). Το ποίημά του διακρίνεται τόσο για το βάθος των ιδεών που αυτός αναπτύσσει, όσο και για τη θαυμάσια ποιητική φόρμα.
 
Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ
Έτσι φθάσαμε στην ύστερη κλασική εποχή όπου και στη Ρώμη, την Ελλάδα, πολύ περισσότερο στη Μικρά Ασία, τη Συρία και Αίγυπτο, όπου,  ακόμη και το πιο άκριτο ανακάτωμα από τις πιο χυδαίες προκαταλήψεις των λαών γινόταν αποδεχτό ανεξέλεγκτα, και συμπληρώνονταν από θεοσεβούμενη απάτη και απερίφραστο τσαρλατανιά. Ήταν η εποχή όπου την πιο σημαντική θέση την κατείχαν τα θαύματα, οι εκστάσεις, τα οράματα, τα φαντάσματα, οι προφητείες, η τεχνητή κατασκευή χρυσού, ο Καβαλισμός και κάθε λογής ανοησίες. Είναι η εποχή της αποσύνθεσης της αρχαίας αισθητικής σκέψης του κάλους και του αντικειμενικά ωραίου, που θα το καταπιεί ο επερχόμενος χριστιανισμός που ήδη άρχισε να απλώνεται σαν αρρώστια στα σπλάχνα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
ΠΛΩΤΙΝΟΣ
Στο όνομα αυτής της επερχόμενης λαίλαπας, ενέδωσε και η  φιλοσοφία της παρακμής, αυτό έγινε αργότερα φανερό με τον  εξ  Αιγύπτου Πλωτίνο (204 — 270 μ.χ) , διάσημο εκπρόσωπο του νεοπλατωνισμού που έγινε  γέφυρα των θρήσκων εθνικών στο πέρασμα τους από τον Πλατωνισμό στο Χριστιανισμό.
Τον κόσμο ο Πλωτίνος τον σκέφτεται ως εκπόρευση (απορροή) από το θεϊκό πλεόνασμα. Η πρωταρχική τελειότητα, απορρέοντας, σιγά – σιγά όλο και γίνεται πιο ατελής. Κατά τη γνώμη του Πλωτίνου, σκοπός του άνθρωπου είναι να ξαναγυρίσει στο θεό, κάτι που πραγματοποιείται με τον ασκητισμό και την έκσταση. Μόνο σε κατάσταση κατάνυξης και έκστασης πλησιάζουμε στο θεό.
Με τέτοιας λογής μυστικιστική διαδικασία ο Πλωτίνος ερμηνεύει και το πρόβλημα του ωραίου. Κατά τη γνώμη του τα πράγματα είναι ωραία«διαμέσου της επικοινωνίας προς την ιδέα». Η ομορφιά που γίνεται αντιληπτή με τα αισθήματα είναι κατώτερο είδος ωραίου. Όσο πιο πολύ η ψυχή ελευθερώνεται από το σωματικό, τόσο γίνεται πιο ωραία. Το αγαθό στέκει στη κορυφή του χορού των πραγμάτων. Είναι η ανώτατη, η πρώτη ομορφιά. Η ενατένιση αυτής της ομορφιάς δεσπόζει πάνω από το καθετί – πάνω από τα ωραία σώματα. Για χάρη της πρέπει να απαρνιέται κανείς βασίλεια και εξουσίες. Τα ωραία σώματα δεν είναι παρά ίχνη, εικόνες, σκιές, αναλαμπές της ανώτατης ομορφιάς. Για ν’ αντικρίσεις την ανώτατη ομορφιά πρέπει πρώτα να γλυτώσεις την ψυχή από το σωματικό ρύπο
Το κήρυγμα για ασκητισμό, ή αποστροφή απέναντι στον αισθητό κόσμο, η απάρνηση του νου κ’ η προβολή σε πρώτο πλάνο του μυστικιστικού ρεμβασμού, η θέα της ανώτατης ομορφιάς στο θεό — όλες αυτές οι κατευθύνσεις της αισθητικής του Πλωτίνου ξεπερνάνε τις θεολογικές δοξασίες του σκοταδιστικού μεσαίωνα.
(Για μερικά από αυτά τα μαργαριτάρια του, ακόμα ο ίδιος ο Πλάτων θα τραβούσε τα μαλλιά του!!!)
Η «φιλοσοφία» του εγκρίθηκε πλήρως από τους πατέρες της εκκλησίας Αμβρόσιο και  Αυγουστίνο.
 
Η προοδευτική ελληνορωμαϊκή αισθητική σκέψη έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην παραπέρα ανάπτυξη της αισθητικής. Είχανε κιόλας τεθεί πολλά από τα πιο σπουδαία προβλήματα για την ουσία της τέχνης και για την κοινωνική της αποστολή.
Η θεωρία της «μίμησης» τόνιζε την ουσία της τεχνικής δραστηριότητας σαν αληθινό αντικαθρέφτισμα,  τη μειονεκτικότητα της τέχνης σε σχέση με τον αντικειμενικό κόσμο. Είχε πλατιά αναπτυχθεί η ιδέα ότι η τέχνη έχει μορφωτική σημασία και δεσμούς με την πολιτική ζωή της κοινωνίας. Τα προβλήματα για τα είδη και τα γένη, το περιεχόμενο και η φόρμα στα έργα τέχνης καλλιεργούνται σε κάθε τους πλευρά. Επίσης είχανε διατυπωθεί βαθυστόχαστες κρίσεις για την ουσία της αισθητικής αφομοίωσης της πραγματικότητας γενικά.