Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015

Γιατί δεν είμαι χριστιανός

Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν στον Θεό εξαιτίας του ότι το διδάχτηκαν από την παιδική ηλικία, κι αυτός είναι ο κύριος λόγος. Μετά σκέφτομαι ότι ο επόμενος πιο δυνατός λόγος είναι η επιθυμία για ασφάλεια, ένα είδος συναισθήματος όπου ένας μεγάλος αδελφός υπάρχει για να σε φροντίζει. Αυτό παίζει ένα βαθύ μέρος επηρεάζοντας τους ανθρώπους να πιστέψουν στον Θεό.

Αν καθετί πρέπει να έχει μιαν αιτία, τότε κι ο Θεός πρέπει να έχει μιαν αιτία.
Bertrand Arthur William Russell

Στην πραγματικότητα αυτός ο κόσμος, κατασκευάστηκε από τον Διάβολο
κάποια στιγμή που ο Θεός δεν κοιτούσε.

«Ο πατέρας μου με έμαθε ότι η ερώτηση, ποιός με έφτιαξε, δεν μπορεί να απαντηθεί,
επειδή αμέσως επιφέρει την ακόλουθη ερώτηση: Ποιός έφτιαξε τον Θεό;».
John Stuart Mill ή J.S. Mill

«Γιατί δεν είμαι χριστιανός»

Ίσως θα ήταν καλό, πρώτα απ’ όλα να προσπαθήσω να ξεκαθαρίσω τι εννοεί κανείς με τη λέξη «χριστιανός». Χρησιμοποιείται στις μέρες μας με ένα ευρύ νόημα από πολλούς ανθρώπους. Μερικοί άνθρωποι δεν εννοούν τίποτα περισσότερο με αυτή από ένα πρόσωπο που προσπαθεί να ζήσει μια καλή ζωή. Υπό αυτή την άποψη θα πρέπει να υπάρχουν χριστιανοί σε όλες τις σέκτες και τα δόγματα, όμως δεν πιστεύω ότι αυτό είναι το πραγματικό νόημα της λέξης, διότι θα προϋπέθετε όλους τους ανθρώπους που δεν είναι χριστιανοί -όλους τους βουδιστές, κομφουκιανούς, μωαμεθανούς κ.λπ.- να μη ζουν μια καλή ζωή.

Δεν εννοώ ως χριστιανό κάθε άνθρωπο που προσπαθεί να ζήσει μια αξιοσέβαστη ζωή σύμφωνα με τα φώτα του. Νομίζω ότι πρέπει να έχεις μια ορισμένη ποσότητα καθορισμένης πίστεως πριν να έχεις το δικαίωμα να αποκαλείς τον εαυτό σου χριστιανό. Η λέξη δεν έχει ένα τόσο καθαρόαιμο νόημα όπως είχε τον καιρό του Αγίου Αυγουστίνου και του Αγίου Θωμά του Ακινάτη. Σε εκείνες τις μέρες, αν ένας άνθρωπος έλεγε πως ήταν χριστιανός, όλοι καταλάβαιναν τι εννοούσε. Αποδεχόσουν μια σειρά από δόγματα που ήταν διατυπωμένα με μεγάλη ακρίβεια και κάθε μία συλλαβή αυτών των δογμάτων την πίστευες με όλη τη δύναμη των πεποιθήσεών σου.

Τί είναι ένας χριστιανός; 

Στις μέρες δεν είναι ακριβώς αυτό. Πρέπει να γίνουμε λίγο περισσότερο γενικόλογοι για το νόημα του Χριστιανισμού. Σκέφτομαι, πάντως, ότι υπάρχουν δύο διαφορετικά στοιχεία που είναι αρκετά θεμελιώδη για κάθε ένα που αποκαλεί τον εαυτό του χριστιανό. Το πρώτο είναι δογματικής φύσης -και για να το κατονομάσουμε θα πούμε ότι πρέπει να πιστεύεις στον Θεό και την αθανασία.

Αν δεν πιστεύεις σε αυτά τα δύο πράγματα, δεν νομίζω ότι μπορείς ουσιαστικά να καλείς τον εαυτό σου χριστιανό. Μετά, και κατόπιν τούτου, όπως απαιτεί και η ονομασία, πρέπει να έχεις μια κάποιου είδους πίστη στον Χριστό. Οι μωαμεθανοί, για παράδειγμα, το ίδιο πιστεύουν στον Θεό και την αθανασία, αλλά δεν καλούν τους εαυτούς τους χριστιανούς.

Νομίζω πως πρέπει να έχεις τουλάχιστον την πίστη ότι ο Χριστός ήταν, αν όχι Θεός, τουλάχιστον ο καλύτερος κι ο σοφότερος άνθρωπος. Αν δεν πιστεύεις αυτά τα ελάχιστα για τον Χριστό, δεν νομίζω ότι έχεις κάποιο δικαίωμα να αποκαλείς τον εαυτό σου χριστιανό.

Φυσικά, υπάρχει και ένα άλλο νόημα που βρίσκει κανείς στον Αλμανάκ του Γουάιτέικερ και σε γεωγραφικά βιβλία, όπου ο πληθυσμός του κόσμου διαιρείται σε χριστιανούς, μωαμεθανούς, βουδιστές, λάτρεις φετίχ, κ.ο.κ. μα με αυτή τη λογική είμαστε όλοι χριστιανοί. Τα γεωγραφικά βιβλία μάς καταμετρούν όλους, αλλά αυτή είναι μια γεωγραφική αντίληψη, την οποία θαρρώ ότι μπορούμε να παραβλέψουμε.

Εκ τούτων, εξηγώντας σας το γιατί δεν είμαι χριστιανός, θα πρέπει να δηλώσω δύο διαφορετικά πράγματα: Πρώτον, γιατί δεν πιστεύω στον Θεό και την αθανασία· και δεύτερον, γιατί δεν πιστεύω ότι ο Χριστός ήταν ο καλύτερος και ο σοφότερος άνθρωπος, αν και του αποδίδω ένα μεγάλο βαθμό ηθικής καλοσύνης.

Όμως για τις επιτυχείς προσπάθειες των απίστων του παρελθόντος, δεν μπορώ να λάβω ένα τόσο ελαστικό ορισμό του Χριστιανισμού ως αυτόν. Όπως είπα πιο πριν, στις παλιές ημέρες είχε ένα πιο καθαρόαιμο νόημα. Για παράδειγμα, συμπεριέλαβε την πίστη στην Κόλαση. Η πίστη στην αιώνια Κόλαση του πυρός ήταν μια βασική χριστιανική πίστη μέχρι πρόσφατα.

Σε αυτήν τη χώρα, όπως γνωρίζετε, σταμάτησε να είναι μια βασική πίστη εξαιτίας της αποφάσεως του συμβουλίου του Privy, και από αυτή την απόφαση διαφώνησαν οι αρχιεπίσκοποι του Καρτέρμπουρι και της Υόρκης· όμως σ’ αυτή τη χώρα η θρησκεία μας καθορίζεται από κοινοβουλευτική πράξη, ως εκ τούτου, το συμβούλιο του Privy μπόρεσε και ξεπέρασε τις προσευχές τους κι η Κόλαση δεν ήταν πλέον απαραίτητη για έναν χριστιανό. Κατά συνέπεια, δεν θα επιμείνω στο ότι ένας χριστιανός πρέπει να πιστεύει στην Κόλαση.

Η ύπαρξη του Θεού

Το ερώτημα της ύπαρξης του Θεού, είναι ένα μεγάλο και σοβαρό ερώτημα, κι αν δοκιμάσω να το αντιμετωπίσω με κάποιο κατάλληλο τρόπο θα πρέπει να σας κρατήσω εδώ μέχρι την έλευση της βασιλείας, γι’ αυτό θα πρέπει να με συγχωρέσετε αν το αντιμετωπίσω με έναν μάλλον περιληπτικό τρόπο. Γνωρίζετε, ασφαλώς, ότι η Καθολική Εκκλησία το έθεσε επί τάπητος ως ένα δόγμα όπου η ύπαρξη του Θεού μπορεί να αποδειχθεί από την αναίτια αιτία. Αυτό είναι ένα κάπως σοβαρό δόγμα, αλλά είναι ένα από τα δόγματά τους.

Έπρεπε να το εισάγουν, γιατί κάποια στιγμή οι ελευθερόφρονες απέκτησαν τη συνήθεια να λένε ότι υπάρχουν αυτά και εκείνα τα ζητήματα που η κοινή λογική μπορεί να σηκώσει ενάντια στην ύπαρξη του Θεού, αλλά βέβαια γνώριζαν ως ζήτημα της πίστης ότι ο Θεός υπάρχει. Τα επιχειρήματα και οι αιτίες τέθηκαν σε μεγάλη κλίμακα, κι η Καθολική Εκκλησία ένιωσε ότι έπρεπε αυτό να σταματήσει. Εκ τούτου το έθεσαν κάτω, πως η ύπαρξη του Θεού μπορεί να αποδειχθεί από την αναίτια αιτία και συνέθεσαν ότι θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιχειρήματα περί της αποδείξεώς της. Υπάρχουν, φυσικά, μια σειρά από αυτά, αλλά θα λάβω υπ’ όψιν μου λίγα.

Το επιχείρημα της πρώτης αιτίας

Ίσως το πιο απλό και πιο εύκολο να εννοηθεί είναι το επιχείρημα της πρώτης αιτίας. Θεωρείται ότι καθετί που βλέπουμε σ’ αυτόν τον κόσμο έχει μιαν αιτία, κι όσο προχωράμε προς τα πίσω στην αλυσίδα των αιτιών όλο και περισσότερο, πρέπει να φτάσουμε σε κάποιο πρώτο αίτιο, και σ’ αυτό το πρώτο αίτιο αποδίδουμε το όνομα του Θεού. Αυτό το επιχείρημα, υποθέτω, δεν έχει πολύ βαρύτητα στις μέρες μας, επειδή, κατ’ αρχάς, δεν είναι ότι ακριβώς ήταν άλλοτε.

Οι φιλόσοφοι κι οι άνθρωποι της επιστήμης χρησιμοποιούσαν το αίτιο αλλά δεν έχει σήμερα τίποτα από τη ζωτικότητα που είχε άλλοτε· μα εκτός από αυτό, μπορείς να δεις πως το επιχείρημα ότι πρέπει να υπάρχει κάποιο πρώτο αίτιο είναι ένα επιχείρημα που δεν έχει αξία.

Ίσως πρέπει να πω ότι, όταν ήμουν νέος, και σκεφτόμουν αυτές τις ερωτήσεις σοβαρά στο μυαλό μου, εγώ ο ίδιος για πολύ καιρό δεχόμουν αυτό το επιχείρημα της πρώτης αιτίας, μέχρι που μιαν ημέρα, στην ηλικία των δεκαοκτώ, διάβασα την αυτοβιογραφία του John Stuart Mill ή J.S. Mill κι εκεί βρήκα αυτή την πρόταση: «Ο πατέρας μου με έμαθε ότι η ερώτηση, ποιός με έφτιαξε, δεν μπορεί να απαντηθεί, επειδή αμέσως επιφέρει την ακόλουθη ερώτηση. Ποιός έφτιαξε τον Θεό;». Αυτή η απλή πρόταση μου έδειξε, όπως ακόμη σκέφτομαι, το σφάλμα στο επιχείρημα του πρώτου αιτίου.

Αν καθετί πρέπει να έχει μιαν αιτία, τότε κι ο Θεός πρέπει να έχει μιαν αιτία. Αν μπορεί να υπάρχει κάτι χωρίς καμιά αιτία, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο κόσμος-θεός, έτσι δεν μπορεί να υπάρχει καμιά αξία σ’ αυτό το επιχείρημα. Είναι ακριβώς της ίδιας φύσης με την προοπτική των ινδουιστών, ότι ο κόσμος στηρίζονταν πάνω σ’ έναν ελέφαντα, κι ότι ο ελέφαντας στηρίζονταν πάνω σε μια χελώνα· κι όταν ρώτησαν: «Και η χελώνα; (πού στηρίζονταν;)», ο Ινδός απάντησε: «Ας αλλάξουμε θέμα».

Πράγματι το επιχείρημα της πρώτης αιτίας δεν είναι καλύτερο από αυτό. Δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ο κόσμος είχε μιαν απαρχή. Η ιδέα ότι τα πράγματα θα πρέπει να έχουν μιαν απαρχή οφείλεται στην έλλειψη της φαντασίας μας. Εκ τούτου, ίσως, δεν χρειάζεται να χάσω άλλο χρόνο πάνω στο επιχείρημα της πρώτης αιτίας.

Το επιχείρημα του φυσικού νόμου

Μετά υπάρχει ένα πολύ κοινό επιχείρημα εκ του φυσικού νόμου. Αυτό ήταν ένα αγαπημένο επιχείρημα κατά τη διάρκεια του δέκατου όγδοου αιώνα, ιδίως κάτω από την επίδραση του σερ Ισαάκ Νιούτον και της κοσμογονίας του. Οι άνθρωποι παρατηρούσαν τους πλανήτες που περιστρέφονταν γύρω από τον ήλιο σύμφωνα με το νόμο της βαρύτητας, και πίστευαν ότι ο Θεός είχε δώσει μια διαταγή (!!!) σ’ αυτούς τους πλανήτες ώστε να κινούνται σύμφωνα με κάποιον τρόπο. Κι αυτός ήταν ο λόγος που αυτό γίνονταν.

Αυτή ήταν, φυσικά, μια συμφέρουσα κι απλή εξήγηση που τους έσωζε από το πρόβλημα της περαιτέρω εξέτασης για την ερμηνεία του νόμου της βαρύτητας. Σήμερα εξηγούμε τον νόμο της βαρύτητας με κάποιο σύνθετο τρόπο που εισήγαγε η επιστήμη. Δεν διατίθεμαι να σας δώσω διάλεξη για τον νόμο της βαρύτητας, όπως ερμηνεύτηκε από τον Αϊνστάιν, διότι αυτό ξανά θα μας έπαιρνε κάποιο χρόνο, από κάθε άποψη, δεν έχουμε πλέον το είδος του φυσικού νόμου που είχαμε στο Νευτώνειο Σύστημα, όπου, για κάποιο λόγο που κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει, η φύση συμπεριφέρονταν κατά κάποιον ομοιόμορφο τρόπο.

Τώρα ανακαλύπτουμε πως πολλά πράγματα που πιστεύαμε ότι ήταν φυσικοί νόμοι είναι στην πραγματικότητα ανθρώπινες συμβάσεις. Γνωρίζετε πως ακόμη και στο πιο απόμακρο βάθος του αστρικού διαστήματος χρειάζονται τρία πόδια για να συμπληρωθεί μια γιάρδα μήκους. Αυτό είναι, χωρίς αμφιβολία, ένα αξιοσημείωτο γεγονός, αλλά πολύ δύσκολα θα το βάπτιζες φυσικό νόμο. Και πολλά πράγματα που θεωρήθηκαν φυσικοί νόμοι είναι στην πραγματικότητα τέτοιου είδους.
Από την άλλη μεριά, εκεί που μπορείς να βρεις τη γνώση για το τι κάνουν πραγματικά τα άτομα, θα δεις ότι υπόκεινται λιγότερο στους νόμους, από όσο οι άνθρωποι νόμιζαν, κι ότι οι νόμοι στους οποίους θα φτάσεις είναι στατιστικές πιθανότητες οι οποίες προκύπτουν τυχαία.
Υπάρχει, όπως όλοι γνωρίζουμε, ένας νόμος σύμφωνα με τον οποίο σαν πετάξεις μια ζαριά θα πετύχεις εξάρες μόνο μια φορά στις τριάντα έξι φορές, κι αυτό δεν το εκλαμβάνουμε ως απόδειξη της ρύθμισης της πτώσης του ζαριού από κάποιο σχεδιασμό, αντίθετα, αν κάθε φορά λαμβάναμε εξάρες θα σκεπτόμασταν ότι υπάρχει κάποιο σχέδιο.

Οι περισσότεροι νόμοι της φύσης είναι του αυτού ιδίου είδους. Είναι στατιστικές πιθανότητες τέτοιες όπως προκύπτουν από τους νόμους της τύχης κι αυτό μας λέει πως όλη αυτή η ιστορία του φυσικού νόμου είναι πάρα πολύ λιγότερο εντυπωσιακή από ότι ήταν πριν.

Εκτός από αυτό, που αναπαριστά την παρούσα κατάσταση της επιστήμης που μπορεί να αλλάξει αύριο, η όλη ιδέα πως οι φυσικοί νόμοι απαιτούν κάποιον νομοθέτη είναι μια σύγχυση μεταξύ φυσικού κι ανθρώπινου νόμου.

Οι ανθρώπινοι νόμοι αποδίδονται για να συμπεριφέρεσαι σύμφωνα με κάποιον τρόπο, στον οποίο τρόπο επιλέγεις να συμμορφωθείς ή δεν επιλέγεις να συμμορφωθείς· αλλά οι φυσικοί νόμοι είναι μια περιγραφή για το πως τα πράγματα συμπεριφέρονται στην πραγματικότητα, και, αφού δεν είναι τίποτα άλλο παρά η περιγραφή του πως πράγματι είναι, δεν μπορείς να επιχειρηματολογείς ότι κάποιος τους είπε να είναι έτσι, διότι ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι τους είπε, τότε είσαι αντιμέτωπος με την ερώτηση: Γιατί ο Θεός διέταξε μόνο αυτούς τους φυσικούς νόμους και όχι άλλους;

Αν υποστηρίξεις πως το έκανε απλά από την καλή του συμπεριφορά, και χωρίς κανέναν λόγο, τότε θα ανακαλύψεις ότι υπάρχει κάτι που δεν υπόκεινται στο νόμο και έτσι το τρένο του φυσικού νόμου διακόπτεται. Αν πεις, όπως λένε οι περισσότεροι θεολόγοι, ότι ο Θεός είχε κάποιο λόγο για τον οποίο διέταξε τους νόμους να είναι έτσι κι όχι αλλιώς -ο λόγος, φυσικά, είναι η κατασκευή του καλύτερου σύμπαντος, αν και δεν θα σκεφτόσουν ποτέ να το κοιτάξεις, αν υπήρχε κάποιος λόγος για τους νόμους που ο Θεός έδωσε, τότε ο Θεός ο ίδιος υπόκεινται στον νόμο, και συνεπώς δεν κερδίζεις τίποτα εισάγοντας τον Θεό ως διαμεσολαβητή.

Έχεις πράγματι έναν νόμο εκτός και προηγούμενο των θεϊκών εντολών, κι ο Θεός δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς σου, αφού δεν είναι ο απώτατος νομοθέτης.

Εν συντομία, όλο αυτό το επιχείρημα του φυσικού νόμου δεν έχει καμιά δύναμη από όση είχε παλαιότερα. Ταξιδεύω στον χρόνο κατά την εξέταση αυτών των επιχειρημάτων. Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για την ύπαρξη του Θεού αλλάζουν το χαρακτήρα τους καθώς περνά ο χρόνος. Ήταν στην αρχή διαλεκτικά επιχειρήματα που ενσωμάτωναν ορισμένες καθοριστικές σοφιστείες. Καθώς ερχόμαστε στην εποχή μας γίνονται λιγότερο σεβαστά κι όλο και περισσότερο επηρεάζονται από μια ηθική ασάφεια.

Το επιχείρημα του σχεδίου

Το επόμενο βήμα μας φέρνει στο επιχείρημα του σχεδίου. Όλοι σας γνωρίζετε το επιχείρημα του σχεδίου. Καθετί στον κόσμο κατασκευάστηκε έτσι ώστε να μπορούμε να ζούμε στον κόσμο, κι αν ο κόσμος ήταν ελάχιστα διαφορετικός δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε σ’ αυτόν. Αυτό είναι το επιχείρημα του σχεδίου. Μερικές φορές λαμβάνει μια παράξενη μορφή· για παράδειγμα, λέγεται πως οι λαγοί έχουν άσπρες ουρές, ώστε να είναι εύκολο να τους πυροβολήσεις. Δεν γνωρίζω πως θα αντιλαμβάνονταν αυτή την εφαρμογή οι λαγοί. Είναι ένα επιχείρημα το οποίο εύκολα γίνεται παρωδία.

Όλοι σας γνωρίζεται τη σημείωση του Βολτέρου, ότι η μύτη σχεδιάστηκε έτσι ώστε να ταιριάζει στα θεάματα. Αυτή η μορφή της παρωδίας δεν είναι τόσο επιτυχημένη όπως ήταν το δέκατο όγδοο αιώνα, εξαιτίας τού ότι από την εποχή του Δαρβίνου καταλαβαίνουμε πολύ καλύτερα γιατί τα ζωντανά πλάσματα προσαρμόστηκαν στο περιβάλλον τους. Δεν είναι το ότι το περιβάλλον κατασκευάστηκε ώστε να είναι κατάλληλο γι’ αυτά, κι αυτή είναι η βάση της προσαρμογής. Δεν υπάρχει απόδειξη του σχεδιασμού.

Όταν εξετάζεις αυτό το επιχείρημα του σχεδίου, είναι πολύ εκπληκτικό το ότι οι άνθρωποι μπορούν να πιστεύουν πως αυτός ο κόσμος, με όλα τα πράγματα μέσα του, με όλα τα ελαττώματά του, πρέπει να είναι το καλύτερο που ο παντοδύναμος κι ο παντογνώστης ήταν ικανός να κατασκευάσει σε εκατομμύρια χρόνια.

Πραγματικά δεν μπορώ να το πιστέψω. Πιστεύεις ότι, αν σου δίνονταν παντοδυναμία και παντογνωσία κι εκατομμύρια έτη στα οποία θα τελειοποιούσες τον κόσμο, εσύ δεν θα κατασκεύαζες τίποτα περισσότερο από Κου Κλουξ Κλαν, τους φασίστες και τον κ. Ουίνστον Τσόρτσιλ;

Πραγματικά δεν είμαι τόσο εντυπωσιασμένος με τους ανθρώπους που λένε: «Κοίταξέ με· είμαι ένα τόσο τέλειο προϊόν που πρέπει να υπάρχει κάποιο σχέδιο στο σύμπαν.» Δεν είμαι τόσο πολύ εντυπωσιασμένος από την λάμψη αυτών των ανθρώπων. Επιπλέον, αν δεχθείς τους νόμους της επιστήμης, θα πρέπει να υποθέσεις ότι η ανθρώπινη ζωή κι η ζωή γενικά σ’ αυτόν τον πλανήτη θα τερματίσει κάποτε, είναι σαν μια σαπουνόφουσκα, είναι ένα στάδιο στην παρακμή του ηλιακού συστήματος, σε ένα στάδιο της παρακμής θα υπάρχει εκείνη η κατάσταση συνθηκών και θερμοκρασίας κ.ο.κ. που είναι ιδανικές για το πρωτόπλασμα και που υπάρχει ζωή για ένα μικρό διάστημα στην ζωή ολάκερου του ηλιακού συστήματος. Βλέπεις στο φεγγάρι το είδος των πραγμάτων στα οποία η γη τείνει -κάτι νεκρό, κρύο και άνευ ζωής.

Μου λένε ότι αυτή η άποψη των πραγμάτων είναι μελαγχολική κι οι άνθρωποι μερικές φορές λένε πως αν πίστευαν σε κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσαν να συνεχίζουν να ζουν. Μην το πιστεύετε, είναι όλα ανοησίες. Κανένας στην πραγματικότητα δεν ανησυχεί πολύ για το τι πρόκειται να γίνει εκατομμύρια χρόνια μετά από τώρα.

Ακόμη κι όταν νομίζουν ότι ανησυχούν πολύ γι’ αυτό, στην πραγματικότητα εξαπατούν τους εαυτούς τους. Ανησυχούν για κάτι πολύ περισσότερο εγκόσμιο όπως για μια δυσπεψία, αλλά στην πραγματικότητα κανείς δεν γίνεται δυστυχής από τη σκέψη ότι κάτι πρόκειται να γίνει σ’ αυτόν τον κόσμο, εκατομμύρια χρόνια μετά.

Γι’ αυτό, αν κι είναι μια διαδικασία σκοτεινής οπτικής να υποθέσει κανείς ότι η ζωή θα εκλείψει -τουλάχιστον υποθέτω ότι μπορούμε να το πούμε, αν και μερικές φορές όταν ατενίζω τα πράγματα που κάνουν οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της ζωή τους, το θεωρώ ως παρηγοριά- δεν είναι τόσο ώστε να καταστεί η ζωή ελεεινή. Απλά και μόνο σε κάνεις να στρέφεις την προσοχή σου σε άλλα πράγματα.

Τα ηθικά επιχειρήματα για την θεότητα

Τώρα πάμε ένα στάδιο μακρύτερα, σε εκείνο που θα αποκαλούσα διανοητικό κατήφορο που οι θεϊστές έκαναν στα επιχειρήματά τους και φτάνουμε σε αυτά που ονομάζονται ηθικά επιχειρήματα για την ύπαρξη του Θεού. Όλοι σας γνωρίζετε, φυσικά, ότι υπήρχαν στις παλαιές ημέρες τρία επιχειρήματα για την ύπαρξη του Θεού, τα οποία όλα αναφέρθηκαν από τον Immanuel Kant στην «Κριτική της αγνής λογικής» και μόλις εξέθεσε αυτά τα επιχειρήματα ανακάλυψε ακόμη ένα, ένα ηθικό επιχείρημα κι αυτό σχεδόν τον έπεισε.

Ήταν σαν πολλούς ανθρώπους· στα ζητήματα λογικής ήταν σκεπτικιστής, αλλά στα ζητήματα της ηθικής πίστευε απεριόριστα στα γνωμικά που εμποτίστηκε στα γόνατα της μητέρας του. Αυτό δείχνει αυτό που οι ψυχαναλυτές τόσο πολύ επισημαίνουν, στα απεριόριστα προπύργια που οι αρχικές μας σχέσεις έχουν σε εκείνες τις επόμενες.

Ο Immanuel Kant, όπως είπα, ανακάλυψε ένα καινούργιο ηθικό επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού και στις διάφορες μορφές ήταν εξαιρετικά δημοφιλές κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Μια μορφή λέει πως δεν θα υπήρχε λάθος ή σωστό αν ο Θεός δεν υπήρχε. Προς στιγμή δεν ενδιαφέρομαι για το αν υπάρχει μια διαφορά μεταξύ σωστού και λάθους, ή αν δεν υπάρχει καν, αυτή είναι ακόμη μια ερώτηση.

Το σημείο που με ενδιαφέρει είναι, αν είσαι αρκετά σίγουρος ότι υπάρχει μια διαφορά μεταξύ σωστού και λάθους, γιατί τότε βρίσκεσαι σ’ αυτή την κατάσταση: Εξαρτάται αυτό από τα διατάγματα του Θεού ή όχι; Αν εξαρτάται από τις διατάξεις του Θεού, τότε για τον Θεό τον ίδιο δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ σωστού και λάθους και δεν είναι λοιπόν μια σημαντική αναφορά να λέγεται πως ο Θεός είναι καλός.

Αν πρόκειται να πεις, όπως κάνουν οι θεολόγοι, ότι ο Θεός είναι καλός, θα πρέπει μετά να πεις ότι το ορθό και το λάθος έχουν κάποιο νόημα που είναι ανεξάρτητο από τα διατάγματα του Θεού, επειδή τα διατάγματα του Θεού είναι καλά κι όχι κακά, ανεξάρτητα από το απλό γεγονός ότι αυτός τα έφτιαξε. Αν πρόκειται να παραδεχθείς αυτό, τότε πρέπει να πεις ότι όχι μόνο δια μέσω του Θεού το σωστό και το λάθος υπάρχουν, αλλά το ότι είναι στην ύπαρξή τους λογικά πριν του Θεού.

Θα μπορούσες, φυσικά, αν σου αρέσει, να πεις ότι υπήρχε μια ανώτερη θεότητα που έδινε οδηγίες στο Θεό που κατασκεύασε αυτό τον κόσμο ή θα μπορούσες να ακολουθήσεις τη γραμμή που μερικοί αγνωστικιστές ακολούθησαν -μια γραμμή την οποία συχνά θεωρούσα εύλογη- ότι στην πραγματικότητα αυτός ο κόσμος που γνωρίζουμε κατασκευάστηκε από τον Διάβολο κάποια στιγμή που ο Θεός δεν κοιτούσε. Υπάρχουν πολλά καλά να λεχθούν γι’ αυτή και δεν με ενδιαφέρει να την απορρίψω.

Η αποκατάσταση της δικαιοσύνης

Υπάρχει ακόμη μια πολύ παράξενη μορφή ηθικού επιχειρήματος, που είναι η εξής: Λένε πως, η ύπαρξη του Θεού χρειάζεται για να έρθει η δικαιοσύνη στον κόσμο. Στην μεριά του σύμπαντος που γνωρίζουμε υπάρχει μεγάλη αδικία, και συχνά ο καλός υποφέρει, και συχνά ο κακός προοδεύει, και κανείς δύσκολα γνωρίζει ποιο από τα δύο είναι το πιο ενοχλητικό· αλλά αν πρόκειται να έχεις δικαιοσύνη στον κόσμο στο σύνολο θα πρέπει να υποθέσεις ότι μια μελλοντική ζωή θα αποκαταστήσει την ισορροπία της ζωής εδώ στη γη κι έτσι όλοι λένε πως πρέπει να υπάρχει ένας Θεός, κι ότι πρέπει να υπάρχει Παράδεισος και Κόλαση ώστε στο τέλος να υπάρξει δικαιοσύνη.

Αυτό είναι ένα πολύ παράξενο επιχείρημα. Αν κοίταζες το ζήτημα από μια επιστημονική άποψη, θα έλεγες: «Ούτως ή άλλως, γνωρίζω μόνο αυτόν τον κόσμο. Δεν ξέρω για το υπόλοιπο σύμπαν, αλλά μέχρι τώρα, όσο μπορεί κανείς να υποστηρίζει όλες τις πιθανότητες, ένας θα μπορούσε να πει ότι πιθανώς αυτός ο κόσμος είναι ένα καλό παράδειγμα κι αν υπάρχει αδικία εδώ τότε υπάρχουν οιωνοί πως θα υπάρχει κι αδικία κι αλλού επίσης».

Ας υποθέσουμε ότι έχεις ένα καφάσι με πορτοκάλια που είναι ανοικτό κι ανακαλύπτεις όλα τα πορτοκάλια της πάνω σειράς σάπια, δεν θα επιχειρηματολογούσες: «Η κάτω σειρά πρέπει να είναι γερή, για να αποκατασταθεί η ισορροπία». Θα έλεγες: «Πιθανώς όλα τα πορτοκάλια είναι σάπια» κι αυτό είναι πράγματι ότι ένας επιστήμονας θα επιχειρηματολογούσε γύρω από το σύμπαν. Θα έλεγε: «Εδώ σ’ αυτό τον κόσμο βρίσκουμε μια μεγάλη αδικία κι άρα υπάρχει ένας λόγος να υποθέσουμε ότι το δίκαιο δεν κυβερνά τον κόσμο, επομένως αυτό συνιστά ένα ηθικό επιχείρημα ενάντια στον Θεό κι όχι υπέρ του».

Φυσικά, γνωρίζω πως τα είδη των πνευματικών επιχειρημάτων για τα οποία σας συζητώ δεν είναι ό,τι πείθει τον κόσμο. Αυτό που πείθει τον κόσμο να πιστεύει στον Θεό, δεν είναι κάποιο πνευματικό επιχείρημα εξ άλλου. Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν στον Θεό εξαιτίας του ότι το διδάχτηκαν από την παιδική ηλικία, κι αυτός είναι ο κύριος λόγος. Μετά σκέφτομαι ότι ο επόμενος πιο δυνατός λόγος είναι η επιθυμία για ασφάλεια, ένα είδος συναισθήματος όπου ένας μεγάλος αδελφός υπάρχει για να σε φροντίζει. Αυτό παίζει ένα βαθύ μέρος επηρεάζοντας τους ανθρώπους να πιστέψουν στον Θεό.

Ο χαρακτήρας τού Ιησού

Θέλω τώρα να πω, λίγες λέξεις γύρω από ένα θέμα που νομίζω συχνά που δεν νομίζω ότι έχει αρκετά ικανοποιητικά αντιμετωπισθεί από τους ορθολογιστές κι αυτό είναι το ερώτημα για το αν ο Χριστός ήταν ο καλύτερος κι ο σοφότερος των ανδρών. Συχνά θεωρείται δεδομένο ότι όλοι πρέπει να συμφωνούμε ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Εγώ δεν συμφωνώ. Νομίζω ότι υπάρχουν ένα σωρό ζητήματα με τα οποία συμφωνώ με τον Χριστό περισσότερο από τους επαγγελματίες χριστιανούς.

Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να συμφωνήσω με τον Χριστό σε όλα, αλλά θα μπορούσα να συμφωνήσω μαζί του, πολύ περισσότερο από ότι οι περισσότεροι επαγγελματίες χριστιανοί μπορούν. Θα θυμάστε ότι είπε: «39 ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ’ ὅστις σε ῥαπίζει εἰς τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην·» (Κατά Ματθαίον, κεφ. Ε΄). Αυτή δεν είναι μια νέα παραίνεση ή ένας νέος κανόνας.

Χρησιμοποιήθηκε από το Λάο Τσε και τους Βούδες περίπου 600 ή 800 χρόνια πριν τον Χριστό, αλλά δεν είναι ένας κανόνας που στην πραγματικότητα οι χριστιανοί αποδέχονται. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο παρών πρωθυπουργός, για παράδειγμα, είναι ένας πολύ σοβαρός χριστιανός, αλλά δεν θα συμβούλευα κανέναν να πάει και να τον χαστουκίσει στο μάγουλο. Σκέφτομαι ότι ίσως βρίσκετε αυτό το κείμενο να εννοείται με ένα συμβολικό νόημα.

Μετά υπάρχει ένα άλλο σημείο το οποίο θεωρώ εξαιρετικό. Θυμάστε πως ο Χριστός είπε, «37 Καὶ μὴ κρίνετε, καὶ οὐ μὴ κριθῆτε·» (Κατά Λουκά, κεφ. Στ΄). Αυτός ο κανόνας δεν νομίζω ότι ήταν δημοφιλής στα δικαστήρια των χριστιανικών χωρών. Γνώρισα στην εποχή μου αρκετούς δικαστές που ήταν πολύ σοβαροί χριστιανοί και κανείς εξ αυτών δεν ένιωσε να κάνει κάτι αντίθετο με τις χριστιανικές αρχές.

Έπειτα ο Χριστός είπε, «30 παντὶ δὲ τῷ αἰτοῦντί σε δίδου, καὶ ἀπὸ τοῦ αἴροντος τὰ σὰ μὴ ἀπαίτει» (Κατά Λουκά, κεφ. Στ΄). Αυτός είναι ένας πολύ καλός κανόνας. Ο πρόεδρος σάς υπενθύμισε ότι δεν είμαστε εδώ για να συζητήσουμε για πολιτική, αλλά δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι οι τελευταίες γενικές εκλογές κρίθηκαν από το πόσο επιθυμητό ήταν το να «ἀπαιτείς τὰ σὰ τοῦ αἴροντος», ώστε κανείς να μπορεί να υποθέσει, ότι οι φιλελεύθεροι κι οι συντηρητικοί αυτής της χώρας αποτελούνται από ανθρώπους που δεν συμφωνούν με τη διδασκαλία του Χριστού, διότι βεβαίως απομακρύνθηκαν με έμφαση σ’ αυτή την περίπτωση.

Έπειτα υπάρχει ακόμη μια εντολή του Χριστού που νομίζω έχει πολύ ενδιαφέρον, μα δε νομίζω ότι είναι πολύ δημοφιλείς ανάμεσα στους επαγγελματίες χριστιανούς φίλους. Λέει: «21 ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς» (Κατά Ματθαίον, κεφ. Ιθ΄). Αυτή είναι μια εξαιρετική εντολή, αλλά, όπως είπα, δεν εφαρμόζεται αρκετά. Όλα αυτά είναι, νομίζω, καλά γνωμικά, αν κι είναι λίγο δύσκολο να ζήσεις σύμφωνα με αυτά. Δεν επαγγέλλομαι ότι θα ζούσα εγώ σύμφωνα με αυτά· αλλά, εξάλλου, δεν είμαι εγώ αυτός που θα ’πρεπε να τα εφαρμόσει, ενώ δεν είναι ακριβώς το ίδιο για έναν χριστιανό.

Λάθη στην διδασκαλία τού Ιησού

Αποδίδοντας τον έπαινο σ’ αυτά τα γνωμικά, έρχομαι σε ορισμένα σημεία στα οποία δεν πιστεύω ότι κάποιος μπορεί να αποδώσει τη μέγιστη σοφία ή τη μέγιστη καλοσύνη στον Χριστό όπως αυτή περιγράφεται στα Ευαγγέλια· κι εδώ θα μπορούσα να πω ότι δεν ανησυχεί για το ιστορικό ερώτημα.

Ιστορικά, είναι αμφίβολο αν ο Χριστός υπήρξε πράγματι, κι αν υπήρξε δεν γνωρίζουμε τίποτα γι’ αυτόν, προς τούτο δεν με απασχολεί το ιστορικό ερώτημα, που είναι πολύ δύσκολο. Με ενδιαφέρει ο Χριστός όπως εμφανίζεται στα Ευαγγέλια, λαμβάνοντας την ευαγγελική περιγραφή ως αυτή έχει κι εδώ κάποιος βρίσκει ορισμένα πράγματα τα οποία δεν φαίνονται πολύ σοφά. Κατ’ αρχής, αναμφίβολα νόμιζε ότι η Δευτέρα Παρουσία του θα ελάμβανε χώρα σε σύννεφα δόξας προτού τον θάνατο των ανθρώπων που ζούσαν στην εποχή του.

Υπάρχουν μια σειρά από κείμενα που το αποδεικνύουν αυτό. Λέει για παράδειγμα: «ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ τελέσητε τὰς πόλεις τοῦ Ἰσραὴλ ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.» (Ματθαίος, κεφ. Ι΄) κι υπάρχουν αρκετά σημεία όπου είναι ξεκάθαρο ότι πίστευε ότι η Δευτέρα Παρουσία του θα συνέβαινε ενώ ορισμένοι από τους τότε ζώντες δεν θα είχαν πεθάνει. Αυτή ήταν η πίστη των πρώτων του μαθητών κι ήταν η βάση της ηθικής του διδασκαλίας.

Όταν είπε, «34 Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον» (Ματθαίος, Στ΄) κι άλλα τέτοια, αυτό συνέβαινε διότι πίστευε ότι η Δευτέρα Παρουσία θα έρχονταν πολύ γρήγορα, κι όλες οι συνηθισμένες ασχολίες δεν είχαν σημασία.

Έχω, στη πραγματικότητα, γνωρίσει κάποιους χριστιανούς που πίστευαν ότι η Δευτέρα Παρουσία ήταν επικείμενη. Γνώριζα έναν άνθρωπο που τρόμαζε το εκκλησίασμά του τραγικά λέγοντας του ότι η Δευτέρα Παρουσία ήταν πράγματι επικείμενη, αλλά που παρηγορήθηκε όταν ανακάλυψε πως αυτός φύτευε δένδρα στο κήπο του.

Οι πρώτοι χριστιανοί πραγματικά πίστευαν σ’ αυτήν κι απείχαν από τέτοια πράγματα, όπως το φύτεμα των δένδρων στους κήπους τους, γιατί αποδέχθηκαν από τον Χριστό, την πίστη πως η Δευτέρα Παρουσία ήταν επικείμενη. Από αυτή την άποψη δεν ήταν τόσο ξεκάθαρα σοφός όπως ήταν άλλοι άνθρωποι και βεβαίως δεν ήταν άνθρωπος ασύγκριτης σοφίας.

Το ηθικό πρόβλημα

Μετά καταλήγεις σε ερωτήσεις περί ηθικής. Υπάρχει ένα πολύ σοβαρό μειονέκτημα στο μυαλό μου για τον ηθικό χαρακτήρα του Ιησού κι αυτό ήταν ότι πίστευε στην Κόλαση. Δεν νιώθω ο ίδιος πως οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι βαθιά ανθρώπινο μπορεί να πιστεύει στην ατέρμονη τιμωρία. Ο Χριστός σίγουρα όπως περιγράφεται στα Ευαγγέλια πίστευε στην αιώνια τιμωρία κι κάποιος βρίσκει επανειλημμένα μια εκδικητική μανία ενάντια σε εκείνους τους ανθρώπους που δεν άκουγαν το κήρυγμά του, μια συμπεριφορά που δεν είναι ασυνήθιστη στους ιερείς, αλλά που μειώνει την υπέρτατη υπεροχή.

Για παράδειγμα δεν βρίσκεις αυτή τη συμπεριφορά στον Σωκράτη. Τον βρίσκεις αρκετά ήπιο κι ευγενικό προς τους ανθρώπους που δεν τον άκουγαν κι είναι, για το μυαλό μου, πολύ πιο άξιο για έναν σοφό να ακολουθήσει εκείνη τη γραμμή παρά τη γραμμή της αγανάκτησης. Πιθανόν όλοι θα θυμάστε αυτά που ο Σωκράτης έλεγε καθώς πέθαινε και για αυτά που γενικότερα έλεγε στους ανθρώπους που δεν συμφωνούσαν μαζί του.

Θα δείτε τον Χριστό στα Ευαγγέλια να λέγει «Γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ὑμῖν φυγεῖν ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς;» (Ματθαίος, κεφ. Γ΄ 7). Αυτό λέγονταν σε εκείνους που δεν άρεσε το κήρυγμα του. Δεν είναι, κατά την άποψή μου, ο καταλληλότερος τόνος κι υπάρχουν πολλά τέτοια γύρω από την Κόλαση.

Υπάρχει, φυσικά, το γνωστό κείμενο για το Άγιο Πνεύμα: «29 ὃς δ’ ἂν βλασφημήσῃ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, οὐκ ἔχει ἄφεσιν εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλ’ ἔνοχός ἐστιν αἰωνίου κρίσεως» (Κατά Μάρκον, κεφ. Γ΄). Αυτό το κείμενο προκάλεσε μια απερίγραπτη δυστυχία στον κόσμο, για όλους εκείνους τους ανθρώπους που έπραξαν την αμαρτία κατά του Αγίου Πνεύματος και που νόμιζαν ότι δεν θα τους συγχωρηθεί ούτε στον παρόντα ούτε στον επόμενο αιώνα.

Πραγματικά δεν νομίζω ότι ένας άνθρωπος με έναν ορθό βαθμό καλοσύνης στη φύση του, θα μπορούσε να βάλει τέτοιου είδους φοβίες και τρόμους στον κόσμο.

Μετά λέει ο Χριστός: «41 ἀποστελεῖ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ, καὶ συλλέξουσιν ἐκ τῆς βασιλείας αὐτοῦ πάντα τὰ σκάνδαλα καὶ τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομίαν, 42 καὶ βαλοῦσιν αὐτοὺς εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρός· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.» (Κατά Ματθαίος, κεφ. Ιγ΄)· και συνεχίζει για τον κλαυθμό και τον τριγμό των οδόντων. Συνεχίζει στο ένα εδάφιο μετά στο άλλο κι είναι πρόδηλο στον αναγνώστη ότι υπάρχει ενός είδους ευχαρίστηση στην ενατένιση του κλαυθμού και του τριγμού των οδόντων, ειδάλλως δε θα επαναλαμβάνονταν τόσο συχνά.

Έπειτα όλοι σας, φυσικά, θα θυμάστε για τα πρόβατα και τα κατσίκια, πως στην Δευτέρα Παρουσία θα μοιράσει τα πρόβατα από τα κατσίκια και θα πει στα κατσίκια: «πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον» (Ματθαίος, κεφ. Κε΄). Συνεχίζει «46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον». Μετά ξαναλέει «43 καὶ ἐὰν σκανδαλίζῃ σε ἡ χείρ σου, ἀπόκοψον αὐτήν· καλόν σοί ἐστι κυλλὸν εἰς τὴν ζωὴν εἰσελθεῖν, ἢ τὰς δύο χεῖρας ἔχοντα ἀπελθεῖν εἰς τὴν γέενναν, εἰς τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον, 44 ὅπου ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾷ καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται.».
Το επαναλαμβάνει ξανά και ξανά επίσης. Πρέπει να πω  ότι όλο αυτό το δόγμα, της Κόλασης ως τιμωρία για την αμαρτία, είναι ένα απάνθρωπο δόγμα. Είναι ένα δόγμα που έφερε απανθρωπιά στον κόσμο κι έδωσε στον κόσμο γενιές από απάνθρωπα βασανιστήρια κι ο Χριστός των Ευαγγελίων, αν τον λάβεις όπως τα χρονικά τον εξιστορούν, πρέπει βεβαίως να θεωρηθεί ολικά υπεύθυνος γι’ αυτό.
Υπάρχουν άλλα πράγματα μικρότερης σημασίας. Υπάρχει το παράδειγμα των γουρουνιών των Γαδαρηνών, όπου δεν ήταν τόσο καλός προς τα γουρούνια βάζοντας τους δαίμονες μέσα τους και κάνοντάς τα να τρέξουν κάτω στον λόφο και μέσα στη θάλασσα. Πρέπει να θυμηθείτε πως ήταν παντοδύναμος και πως μπορούσε να διώξει απλώς τα δαιμόνια, αλλά διάλεξε να τα στείλει μέσα στα γουρούνια.

Μετά υπάρχει η παράξενη ιστορία με τη συκιά που πάντοτε με μπέρδευε. Θα θυμάστε τι έγινε με τη συκιά. «12 Καὶ τῇ ἐπαύριον ἐξελθόντων αὐτῶν ἀπὸ Βηθανίας ἐπείνασε· 13 καὶ ἰδὼν συκῆν ἀπὸ μακρόθεν ἔχουσαν φύλλα, ἦλθεν εἰ ἄρα τι εὑρήσει ἐν αὐτῇ· καὶ ἐλθὼν ἐπ’ αὐτὴν οὐδὲν εὗρεν εἰ μὴ φύλλα· οὐ γὰρ ἦν καιρὸς σύκων. 14 καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῇ· Μηκέτι ἐκ σοῦ εἰς τὸν αἰῶνα μηδεὶς καρπὸν φάγοι.» και του είπε ο Πέτρος: «Ραββί, ἴδε ἡ συκῆ ἣν κατηράσω ἐξήρανται».

Αυτή είναι μια πολύ παράξενη ιστορία γιατί δεν ήταν η κατάλληλη περίοδος του έτους για σύκα και στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσες να κατηγορήσεις το δέντρο. Δεν νιώθω πως είτε από μεριάς σοφίας είτε από μεριάς αρετής ο Χριστός στέκεται τόσο ψηλά όσο μερικοί άλλοι άνθρωποι γνωστοί από την Ιστορία. Πρέπει να βάλω τους Βούδες και τον Σωκράτη πάνω από αυτόν, υπό από αυτές τις απόψεις.

Ο συναισθηματικός παράγοντας

Όπως είπα προηγουμένως, δεν νομίζω ότι ο πραγματικός λόγος που ο κόσμος δέχεται τη θρησκεία δεν έχει να κάνει με την επιχειρηματολογία. Αποδέχεται τη θρησκεία συναισθηματικά. Συχνά λέγεται πως είναι ένα πολύ κακό πράγμα η επίθεση κατά της θρησκείας, επειδή η θρησκεία κάνει τους ανθρώπους ενάρετους. Έτσι μου λένε, δεν το παρατήρησα. Γνωρίζετε, φυσικά, την παρωδία αυτού του επιχειρήματος στο βιβλίο του Samuel Butler, «Erewhom Revisited».

Θα θυμάστε ότι στο «Erewhom» υπάρχει κάποιος Χιγκς που φτάνει σε μια απόμακρη χώρα, και μετά από κάποιο διάστημα παραμονής του εκεί το σκάει μ’ ένα αερόστατο. Μετά από 20 χρόνια επιστρέφει σ’ εκείνη τη χώρα και βρίσκει μια νέα θρησκεία, όπου αυτός λατρεύεται υπό το όνομα του «Υιού του Ηλίου» κι όπου λέγονταν ότι αναλήφθηκε στους ουρανούς.

Μαθαίνει ότι η εορτή της Ανάληψης είναι προ των θυρών κι ακούει τους καθηγητές Χάνκι και Πάνκι να λένε πως δεν είδαν ποτέ τον Χίγκς κι ελπίζουν αυτό να μη συμβεί ποτέ, αλλά αυτοί είναι οι ανώτατοι ιερείς της θρησκεία του Υιού του Ηλίου. Είναι πολύ αγανακτισμένος, κατευθύνεται προς αυτούς και λέει: «Θα εκθέσω όλη αυτή την απάτη και θα πω στους ανθρώπους του «Erewhom» ότι εγώ είμαι μόνο, ο άνθρωπος Χιγκς, που πήγα ψηλά με αερόστατο».

Του απάντησαν: «Πρέπει να μην το κάνεις γιατί όλη η ηθική αυτής της χώρας είναι συνδεδεμένη με αυτό τον μύθο κι αν μάθουν ότι δεν αναλήφθηκες στους ουρανούς θα γίνουν όλοι τους μοχθηροί» έτσι πείσθηκε με αυτό κι έφυγε ήσυχα.
Αυτή είναι η κεντρική ιδέα -ότι όλοι μας θα γίνουμε μοχθηροί- αν δεν κρατηθούμε εις τη χριστιανική θρησκεία. Εμένα μου φαίνεται πως οι άνθρωποι που έμειναν σ’ αυτή ήταν κατά την πλειοψηφία τους εξαιρετικά μοχθηροί. Βλέπετε, αυτό το παράξενο γεγονός, του όσο περισσότερο έντονη ήταν η θρησκεία σε μια περίοδο κι όσο βαθύτερο το δογματικό πιστεύω, τόσο περισσότερη ήταν η απανθρωπιά και τόσο χειρότερη η κατάσταση των πραγμάτων.
Στην λεγόμενη εποχή της πίστης, όταν οι άνθρωποι πραγματικά πίστευαν τη χριστιανική θρησκεία σε όλα της την πληρότητα, εκεί ήταν η Ιερά Εξέταση με όλα της τα βασανιστήρια, εκεί ήταν εκατομμύρια άτυχες γυναίκες που κάηκαν ως μάγισσες κι εκεί βρίσκονταν κάθε είδος απανθρωπιάς που εφαρμόσθηκε σε κάθε είδος ανθρώπου στο όνομα της θρησκείας.
Βρίσκεις καθώς κοιτάς τον κόσμο τριγύρω, ότι κάθε μικρή πρόοδο στα ανθρώπινα συναισθήματα, κάθε πρόοδος στην εγκληματική νομοθεσία, κάθε βήμα προς την μείωση του πολέμου, κάθε βήμα προς την καλύτερη συμπεριφορά προς τους έγχρωμους ή κάθε μετριασμός της δουλείας, κάθε ηθική πρόοδος που πραγματοποιήθηκε στον κόσμο, εναντιώθηκε από τις οργανωμένες εκκλησίες του κόσμου.
Το λέγω σκόπιμα, η χριστιανική θρησκεία, όπως είναι οργανωμένη στις εκκλησίες της, υπήρξε κι ακόμη είναι, ο κύριος εχθρός στην ηθική πρόοδο του κόσμου.
Πως οι εκκλησίες καθυστέρησαν την πρόοδο

Ίσως να νομίζετε ότι υπερβάλλω όταν λέω πως οι εκκλησίες καθυστέρησαν την πρόοδο κι εξακολουθούν να το κάνουν, αλλά δεν υπερβάλλω. Πάρτε ένα παράδειγμα. Θα με υποστηρίξετε αν το αναφέρω. Δεν είναι ένα ευχάριστο γεγονός αλλά οι εκκλησίες επιβάλλουν σε κάποιον να αναφέρει γεγονότα που δεν είναι ευχάριστα.

Ας υποθέσουμε ότι σε αυτόν τον κόσμο που ζούμε σήμερα, ένα άπειρο κορίτσι παντρεύεται ένα συφιλιδικό άνδρα, σ’ αυτή την περίπτωση η Καθολική Εκκλησία λέγει: «Αυτό είναι ένα αδιάλυτο μυστήριο. Πρέπει να μείνετε μαζί για όλη σας τη ζωή» και κανένα είδους βήμα δεν πρέπει να γίνει από εκείνη τη γυναίκα για να προστατευτεί από τη γέννηση ενός συφιλιδικού παιδιού.

Αυτό είναι όσα λέει η Καθολική Εκκλησία. Κι υποστηρίζω ότι είναι σατανική απανθρωπιά και κανενός οι φυσικές συμπόνιες που δεν έχουν διαστρεβλωθεί από το δόγμα, ή εκείνοι που η ηθική φύση τους δεν είναι πλήρως νεκρή σε όλα τα είδη πόνου, μπορεί να υποστηρίξει ότι είναι σωστό και κατάλληλο να παραμείνει εκείνη η κατάσταση ως έχει. Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα. Υπάρχουν πολλά πράγματα αυτή τη στιγμή όπου η Εκκλησία, με το πείσμα της να καλεί τις δικές της επιλογές ηθική, επιφέρει πάνω σε όλα τα είδη ανθρώπων άδικη και μη απαραίτητη δυστυχία.

Φυσικά, όπως γνωρίζουμε, είναι σε ένα μεγάλο μέρος αντίπαλος στην πρόοδο και στην καλυτέρευση όλων εκείνων των οδών που μειώνουν τη δυστυχία στον κόσμο, επειδή διάλεξε να βαπτίσει ως ηθική ένα σχετικά στενό σύνολο κανόνων συμπεριφοράς, που δεν έχουν καμία σχέση με την ανθρώπινη ευτυχία κι όταν λες εκείνο ή το άλλο πρέπει να γίνουν γιατί κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους, νομίζουν πως δεν έχει καμία σχέση με τα πράγματα.
Τί σχέση έχει η ανθρώπινη ευτυχία με την χριστιανική ηθική; Ο σκοπός της ηθικής των χριστιανών, δεν είναι να κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους. Ο φόβος, θεμέλιο της θρησκείας: Η θρησκεία στηρίζεται, πρωταρχικά και κυρίως στον φόβο. Είναι κατά μέρος ο φόβος για το άγνωστο και μερικά, όπως έχω πει, η ευχή να νιώθει κανείς ότι έχει ένα είδος μεγαλύτερου αδελφού που του συμπαραστέκεται σε όλα τα προβλήματα και τις δυσκολίες. Ο φόβος είναι η βάση όλου του πράγματος -φόβος για το μυστήριο, φόβος για την ήττα, φόβος για τον θάνατο.
Ο φόβος είναι ο συγγενής της απανθρωπιάς, και γι’ αυτό δεν είναι θαύμα που η απανθρωπιά κι η θρησκεία πάνε χέρι χέρι. Είναι γιατί ο φόβος είναι η βάση και για τα δύο αυτά πράγματα. Σε αυτόν τον κόσμο μπορούμε τώρα να αρχίσουμε λιγάκι να καταλαβαίνουμε τα πράγματα και λίγο να τα ελέγχουμε με τη βοήθεια της επιστήμης, που εκβίασε το δρόμο της βήμα βήμα κατά της χριστιανικής θρησκείας, ενάντια στις εκκλησίες κι ενάντια στην αντίθεση όλων των παλαιών παραινέσεων.

Η επιστήμη μπορεί να μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε αυτό το δειλό φόβο μέσα στον οποίο ο άνθρωπος έζησε για τόσες γενιές. Η επιστήμη μπορεί να μας διδάξει, και νομίζω πως κι οι καρδιές μπορούν να μας διδάξουν να μη ψάχνουμε γύρω μας για φανταστικά στηρίγματα, να μην εφευρίσκουμε εξωγήινους στους ουρανούς, αλλά αντίθετα να κοιτάξουμε τις δικές μας προσπάθειες εδώ κάτω και να φτιάξουμε αυτόν τον κόσμο κατάλληλο να μένουμε ενάντια στο είδος του κόσμου που οι εκκλησίες σε όλους τους αιώνες έφτιαξαν. Διάβασε και μάθε πως και από ποιούς ξεκίνησαν όλα αυτά τα τραγελαφικά ΑκενΑΤ-ΩΝ ο Αιρετικός Φαραώ;

Τι πρέπει να κάνουμε

Θέλουμε να σταθούμε πάνω στα δικά μας πόδια και να δούμε δίκαια και τετράγωνα τον κόσμο -τα καλά του, τα κακά του, τις ομορφιές του και τις ασχήμιες του, να δούμε τον κόσμο όπως είναι και να μην το φοβόμαστε. Να κατακτήσουμε τον κόσμο με την λογική κι όχι απλώς επειδή σκλαβωθήκαμε υποδουλωμένοι στον τρόμο που έρχεται από αυτόν. Η όλη σύλληψη του Θεού είναι μια ιδέα που προέρχεται από τις αρχαίες ανατολικές δεσποτείες. Είναι μια ιδέα εντελώς ανάξια του ελεύθερου ανθρώπου.

Σαν ακούς στην Εκκλησία ανθρώπους να εξευτελίζουν τους εαυτούς τους και να λένε ότι είναι δυστυχείς αμαρτωλοί, κι όλα τα υπόλοιπα, μοιάζει άξιο περιφρονήσεως κι ανάξιο της αυτοεκτίμησης ανθρωπίνων πλασμάτων. Πρέπει να σταθούμε και να δούμε τον κόσμο ειλικρινά στο πρόσωπο. Πρέπει να κάνουμε ότι καλύτερο μπορούμε για τον κόσμο, κι αν δεν είναι τόσο καλό όσο ελπίζουμε, όπως και να έχει θα εξακολουθεί να είναι καλύτερος από ότι όλοι οι άλλοι έπραξαν όλες τις άλλες εποχές.

Ένας καλός κόσμος χρειάζεται γνώση, καλοσύνη και κουράγιο, δεν χρειάζεται λαχτάρα μετάνοιας για το παρελθόν ή τα δεσμά της ελεύθερης λογικής από τα λόγια που εκστομίστηκαν πολύ παλιά από αμόρφωτους ανθρώπους. Χρειάζεται μια άφοβη προοπτική και μια ελεύθερη νοημοσύνη. Χρειάζεται ελπίδα για το μέλλον, χωρίς να κοιτάμε πίσω σε ένα παρελθόν που έχει πεθάνει, ότι εμπιστευόμαστε θα προσπεραστεί από το μέλλον που η νοημοσύνη μας μπορεί να δημιουργήσει.

@ Bertrand Arthur William Russell

Από τον Μάρτιο του 1927, ο Bertrand Russell είχε παραδώσει τη διάλεξη «Γιατί δεν είμαι Χριστιανός» στο National Secular Society, South London Branch, Battersea Town Hall. Το κείμενό του «Γιατί δεν είμαι Χριστιανός» θεωρήθηκε το μανιφέστο της αγνωστικής . Άλλα γνωστά του έργα: «Πολιτικά Ιδεώδη», «Ιστορία Φιλοσοφίας».

O Bertrand Russell  γεννήθηκε το 1872 και πέθανε το 1970. Βρετανός φιλόσοφος, δοκιμιογράφος, κοινωνικός κριτικός και αληθινός επιστήμονας της λογικής. Έγινε ευρύτατα γνωστός από τις μελέτες του πάνω στη μαθηματική λογική και την αναλυτική φιλοσοφία. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους θεμελιωτές της αναλυτικής φιλοσοφίας.

Κατά τη διάρκεια της μακράς επιστημονικής του πορείας ο Bertrand Russell δεν προσέφερε τις πολύτιμες υπηρεσίες του μονάχα στο πεδίο της αναλυτικής Φιλοσοφίας, αλλά και σε άλλες περιοχές της εξειδικευμένης γνώσης. Πολλά συγγράμματα του αναφέρονται σε ποικίλα θέματα, συμπεριλαμβανομένων της εκπαίδευσης, της ηθικής, της πολιτικής, της ιστορίας και της θρησκείας.

Η ζωή του επίσης σημαδεύτηκε από αγώνες για το δικαίωμα ψήφου και μόρφωσης των γυναικών, αλλά πολύ περισσότερο από τη σθεναρή συμμετοχή σε αντιπολεμικές διαμαρτυρίες. Εξαιτίας μάλιστα της αντιπολεμικής αυτής δραστηριότητάς του φυλακίστηκε δυο φορές και αποπέμφθηκε από τρεις σχολές (Trinity College, Cambridge, New York City College).

Παρ όλ αυτά παρασημοφορήθηκε το 1949 και τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1950. Οχτώ χρόνια αργότερα, ακολουθώντας πιστά την αντιπολεμική του ιδεολογία θα γίνει ιδρυτής και πρόεδρος της εκστρατείας κατά των πυρηνικών όπλων.

Ο Bertrand Russell θα παραμείνει μια εξέχουσα δημόσια προσωπικότητα μέχρι το θάνατό του σε ηλικία 97 ετών στην πατρίδα του την Ουαλία. Αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα επιστήμονα που δεν αρκέστηκε στην πρόοδο των επιστημονικών κλάδων, αλλά εφάρμοσε τη φιλοσοφική σκέψη σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής, αναδεικνύοντας το δίκαιο και απεμπολώντας το άδικο σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνίας, αδιαφορώντας για το προσωπικό κόστος και τις ταλαιπωρίες που θα έκρυβε μέσα της μια τέτοια στάση ζωής.

Αφορισμοί και στοχασμοί του Bertrand Russell

> Εξουσία είναι η επίτευξη προμελετημένων αποτελεσμάτων.

> Ένα από τα σημάδια επερχόμενου νευρικού κλονισμού είναι όταν πιστεύει κανείς ότι η δουλειά του είναι φοβερά σημαντική.

> Πατριωτισμός είναι η προθυμία να σκοτώσεις και να σκοτωθείς για ασήμαντη αφορμή.

> Ο κόσμος είναι γεμάτος από μαγικά πράγματα που περιμένουν υπομονετικά το πνεύμα μας να γίνει πιο οξυδερκές.

> Μια καλή ζωή είναι αυτή που εμπνέεται από την αγάπη και καθοδηγείται από τη γνώση.

> Ο άνθρωπος, για την ευτυχία του, χρειάζεται όχι μόνο την απόλαυση κάποιων πραγμάτων, αλλά και ελπίδα, προσπάθεια και αλλαγή.

> Η στέρηση κάποιων πραγμάτων που επιθυμείς, είναι απαραίτητο στοιχείο της ευτυχίας.

> Η θεμελιώδης έννοια της Πολιτικής είναι η Ισχύς, όπως η Ενέργεια είναι η θεμελιώδης έννοια της Φυσικής.

> Επιστήμη είναι ό,τι ξέρουμε. Φιλοσοφία είναι ό,τι δεν ξέρουμε.

> Δεν θα πέθαινα ποτέ για τα πιστεύω μου, γιατί μπορεί να είναι λάθος.

> Δημοκρατία είναι η διαδικασία με την οποία διαλέγουμε αυτόν στον οποίο θα ρίξουμε το φταίξιμο.

> Για να είσαι καλός φιλόσοφος, πρέπει να αποκηρύξεις τη μεταφυσική και να είσαι καλός μαθηματικός.

> Η αίσθηση καθήκοντος είναι χρήσιμη στη δουλειά, αλλά προσβλητική στις προσωπικές σχέσεις. Οι άνθρωποι θέλουν να αρέσουν, όχι απλά να τους ανέχονται από παθητικότητα.

> Είναι πιθανό η ανθρωπότητα να βρίσκεται στο κατώφλι μια χρυσής εποχής. Αν είναι έτσι όμως, πρέπει πρώτα να αποκεφαλίσουμε το δράκο που φυλάει την πόρτα, και ο δράκος αυτός είναι η θρησκεία.

> Αγαπάμε αυτούς που μισούν τους εχθρούς μας, και αν δεν είχαμε κανέναν εχθρό, οι άνθρωποι που θ’ αγαπούσαμε θα ήταν ελάχιστοι.

> Τι κρίμα οι βλάκες να είναι τόσο σίγουροι και οι έξυπνοι τόσο διστακτικοί!

> Κι αν ακόμα υπάρχει Θεός, αμφιβάλλω ότι έχει τη ματαιοδοξία να προσβάλλεται από αυτούς που αμφισβητούν την ύπαρξή Του.

> Κάθε πρόοδος στον πολιτισμό έχει αποκηρυχθεί σαν αφύσικη όταν ήταν νέα.

> Είμαι πεπεισμένος ότι η εμμονή μας στη συνήθη γλώσσα στις προσωπικές μας σκέψεις είναι ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόοδο της φιλοσοφίας.

> Μόνο ένας ηλίθιος και δειλός τολμάει να υπερηφανεύεται ότι δεν έχει νοιώσει ποτέ του φόβο.

> Ένα δυνατό μυαλό στα είκοσι του χρόνια μπορεί να ασχολείται με τα μαθηματικά, στα τριάντα με τη φιλοσοφία και στα σαράντα με την πολιτική.

> Κάθε άνθρωπος, όπου πάει κουβαλάει μαζί του ένα σύννεφο από βολικές πεποιθήσεις, που κινούνται μαζί του σαν μύγες σε μια μέρα του καλοκαιριού.

> Η αναφορά ενός ηλιθίου για τα λόγια ενός ευφυούς ανθρώπου δεν μπορεί να είναι ακριβής, επειδή υποσυνείδητα μεταφράζει αυτό που ακούει σε κάτι που μπορεί να καταλάβει.

> Απ’ ό,τι μπορώ να θυμηθώ, δεν υπάρχει ούτε μια λέξη στα Ευαγγέλια που να επαινεί την ευφυΐα.

> Οι άνθρωποι γεννιούνται αμόρφωτοι, όχι ηλίθιοι. Γίνονται ηλίθιοι με την εκπαίδευση.

> Ο συλλογικός φόβος ερεθίζει το αγελαίο ένστικτο και τείνει να προκαλεί το μένος εναντίον αυτών που δεν θεωρούνται μέρος της αγέλης.

> Η ανία είναι ένα ζωτικό πρόβλημα για τον ηθικολόγο, επειδή τουλάχιστον τα μισά αμαρτήματα της ανθρωπότητας οφείλονται στο φόβο γι’ αυτήν.

> Οι θρησκείες που καταδικάζουν την ηδονή των αισθήσεων, ωθούν τους ανθρώπους να αναζητούν την ηδονή της εξουσίας.

> Κανένας άνθρωπος ούτε ομάδα ούτε έθνος δεν μπορεί να ενεργήσει ανθρώπινα ή να σκεφθεί σωστά υπό το κράτος ενός μεγάλου φόβου.

> Είδα μια μέρα ένα παιδί στο σχολείο να κακομεταχειρίζεται ένα μικρότερο αγόρι. Αγανάκτησα, αλλά μου απάντησε: «Οι μεγαλύτεροι με χτυπούν και εγώ χτυπώ τους μικρότερους. Είναι δίκαιο». Με αυτά τα λόγια συνόψισε την ιστορία του ανθρώπινου είδους.

> Δεν ξέρω γιατί, όμως κανένας δεν κουτσομπολεύει για τις αρετές των άλλων

> Μη φοβάσαι να έχεις εκκεντρικές απόψεις, γιατί κάθε άποψη που σήμερα είναι γενικά αποδεκτή, κάποτε ήταν εκκεντρική.

> Τρία πάθη, απλά, αλλά κατακλυσμιαία, εξουσιάζουν τη ζωή μου: Η λαχτάρα για αγάπη, η αναζήτηση της γνώσης και η αβάσταχτη θλίψη για τα βάσανα του ανθρώπινου είδους.

> Στην Αμερική, όλοι έχουν την άποψη ότι δεν έχουν κοινωνικά ανώτερους, μιας και όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, αλλά κανένας δεν παραδέχεται ότι δεν έχει κοινωνικά κατώτερους.

> Η περιφρόνηση της ευτυχίας είναι συνήθως περιφρόνηση της ευτυχίας των άλλων και είναι μια έντεχνη μεταμφίεση του μίσους προς το ανθρώπινο είδος.

> Η εργασία είναι δύο ειδών: πρώτον να αλλάζεις τη θέση ύλης επάνω ή κοντά στην επιφάνεια της γης σε σχέση με άλλη ύλη και δεύτερον να λες σε άλλους ανθρώπους να το κάνουν αυτό.

> Σε όλα τα θέματα, είναι υγιές, πότε-πότε, να κρεμάς ένα ερωτηματικό στα πράγματα που θεωρείς από καιρό δεδομένα.

> Αν στον κόσμο σήμερα υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που επιθυμούσε τη δική του ευτυχία περισσότερο απ’ ό,τι επιθυμούσε τη δυστυχία των άλλων, σε μερικά χρόνια θα είχαμε έναν παράδεισο.

> Το να είσαι ικανός να γεμίσεις τον ελεύθερο χρόνο σου ευφυώς είναι το τελευταίο προϊόν του πολιτισμού και, προς το παρόν, ελάχιστοι άνθρωποι έχουν φτάσει σε αυτό το επίπεδο

> Ο άνθρωπος είναι ένα αδύναμο πλάσμα για το οποίο μόνο η υποταγή και η λατρεία είναι αποδεκτές. Η υπερηφάνεια θεωρείται αυθάδεια και η πίστη στην ανθρώπινη δύναμη ασέβεια.

> Λέγεται ότι ο άνθρωπος είναι ένα λογικό ον. Σε όλη μου τη ζωή έψαχνα για στοιχεία που να το αποδεικνύουν αυτό.

> Θα πρέπει να σέβεται κανείς την κοινή γνώμη όσο χρειάζεται για να μην πεθάνει της πείνας και για να μην πάει φυλακή. Οτιδήποτε όμως περισσότερο από αυτό είναι εθελοντική υποταγή σε μια περιττή τυραννία και πιθανόν θα παρεμποδίσει την ευτυχία με διάφορους τρόπους.

> Είναι σπατάλη ενέργειας να θυμώνεις μ’ έναν άνθρωπο που συμπεριφέρεται άσχημα, όπως είναι να θυμώνεις με ένα αμάξι που δεν παίρνει μπροστά.

> Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι οι γυναίκες έχουν λιγότερα δόντια από τους άντρες. Αν και παντρεύτηκε δυο φορές, ποτέ δεν του πέρασε από το μυαλό να επαληθεύσει αυτή τη θεωρία ελέγχοντας τα στόματα των συζύγων του.

> Υπάρχουν δύο κίνητρα για να διαβάσεις ένα βιβλίο: το ένα είναι για να το απολαύσεις. Το άλλο, για να παινευτείς γι’ αυτό.

> Με την εισαγωγή της γεωργίας, η ανθρωπότητα μπήκε σε μια μακρά περίοδο κακίας, μιζέριας και τρέλας, από όπου απελευθερώνεται μόλις τώρα με την ωφέλιμη χρήση των μηχανών.

***
Το Ισλάμ Κατασκευάστηκε Από το Βατικανό: Μένουμε μόνο στον χριστιανισμό αφού ο μωαμεθανισμός, είναι παρακλάδι και δημιούργημα του χριστιανισμού και ισχύουν τα ίδια. Επίσης αναφέρω, αν και το θεωρώ αυτονόητο, ότι λέγοντας χριστιανισμό νοούνται όλα τα δόγματα και οι αιρέσεις, αφού για τους καθολικούς, οι ορθόδοξοι είναι αιρετικοί και τούμπαλιν.

Ο Βουδισμός, Ταο, Κομφουκιανισμός από την άλλη δεν είναι θρησκείες, ούτε έχουν δολοφονήσει εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους για να κυριαρχήσουν και επιπλέον δεν έχουν άμεση σχέση με τους Έλληνες, γιατί δεν κατέστρεψαν τον πολιτισμό μας, ούτε δολοφόνησαν πάνω από 25.000.000 Έλληνες και Εθνικούς στο όνομα της χριστιανικής απάτης.  Η εγκληματική επιβολή του Χριστιανισμού

Ο βασικότερος λόγος να μην είναι καποιος χριστιανός, είναι ό,τι αν είναι χριστιανός συγκρούεται με το να είναι ανεξάρτητος άνθρωπος.

Γιατί το ιατρικό σου ιστορικό αξίζει πιο πολύ από τα στοιχεία της πιστωτικής σου;

Συναγερμός έχει σημάνει στους κόλπους του αμερικανικού κολοσσού ασφαλίσεων υγείας Anthem.
Από τις 4 Φεβρουαρίου, όταν η εταιρεία ανακάλυψε ότι έπεσε θύμα χάκερς, η διοίκησή της κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα καθώς ακόμα δεν γνωρίζει τι ακριβώς έχει κλαπεί από τα 80 εκατομμύρια ψηφιακά αρχεία των πελατών και εργαζομένων της. Αριθμοί κοινωνικής ασφάλισης, ηλεκτρονικές διευθύνσεις, ημερομηνίες γέννησης και πληροφορίες απασχόλησης είναι βέβαιο ότι παραβιάστηκαν.
Τα ιατρικά αρχεία και λεπτομέρειες ασφαλιστικών απαιτήσεων μάλλον την γλύτωσαν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ήταν αυτά ο βασικός στόχος των χάκερς. Όσοι «έσπασαν» τα συστήματα της Anthem ήξεραν πολύ καλά τι ζητούσαν, καθώς τέτοιου είδους αρχεία πωλούνται ωσάν χρυσάφι στις μαύρες αγορές του Ίντερνετ.
Η εταιρεία κυβερνοασφάλειας Mandiant, η οποία έχει αναλάβει να ερευνήσει αυτήν την «εξαιρετικά εκλεπτυσμένη κυβερνοεπίθεση» όπως την χαρακτηρίζει, τονίζει ότι η ζημιά μπορούσε να είναι ακόμα χειρότερη εάν ένας υπάλληλος της εταιρείας με αετίσιο μάτι δεν εντόπιζε την περασμένη εβδομάδα το ύποπτο πρόγραμμα που «έτρεχε» εν αγνοία του χρησιμοποιώντας τους κωδικούς του.
Η υπόθεση αυτή της Anthem αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες ηλεκτρονικές παραβιάσεις εταιρικών δεδομένων στην ιστορία. Σαφώς και ο αμερικανικός κολοσσός έχει απευθυνθεί στο FBI και μαζί με την αντίστοιχη υπόθεση της Sony, οι πιέσεις προς την αμερικανική κυβέρνηση για μέτρα υπέρ της κυβερνοασφάλειας θα ενταθούν. Αλλά αυτό που τρομάζει περισσότερο είναι σε ποιους και για τι σκοπούς πωλούνται απόρρητα ιατρικά στοιχεία από τους κυβερνοεγκληματίες.
«Το ερώτημα είναι εάν πρόκειται για κατασκοπεία ή κλοπή» τονίζει αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης. Πάντως, ουδείς μπορεί, ούτε επιθυμεί να φανταστεί που μπορεί να οδηγήσει η απόκτηση ιατρικών πληροφοριών ενηλίκων και κυρίως παιδιών.
Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Απάτης και Διαφθοράς στην Υγεία (EHFCN) που στοχεύει στον εντοπισμό και αποτροπή φαινομένων απάτης και διαφθοράς στον χώρο της υγείας, προειδοποιεί ότι η κλοπή ιατρικών πληροφοριών καλπάζει με έντονους ρυθμούς και πως αρκετοί επαγγελματίες του χώρου της υγείας και εταιρείες ιατρικού εξοπλισμού εμπλέκονται στην παράνομη απόκτηση ιατρικών δεδομένων.
«Στην μαύρη αγορά βρίσκεις περισσότερες ιατρικές πληροφορίες παρά αριθμούς κοινωνικής ασφάλισης» υπογραμμίζει δικηγόρος της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου των ΗΠΑ. Ονόματα γιατρών, ασθένειες, όλο το ιατρικό ιστορικό, φάρμακα που ελήφθησαν και άλλου τέτοιου είδους προσωπικές πληροφορίες πωλούνται συνολικά για εκατομμύρια δολάρια στην σκιώδη αγορά του Διαδικτύου.
Λέγεται δε, πως ένας πλήρης ιατρικός φάκελος ασθενούς συνήθως πωλείται για 251 δολάρια, ενώ ένα αρχείο πιστωτικής κάρτας πιάνει μόλις 33 σεντς!
Σύμφωνα με έρευνα της εταιρείας Norse Corp. και του ερευνητικού ινστιτούτου SANS, τα πληροφοριακά δίκτυα εκατομμυρίων οργανισμών υγείας έχουν πιθανότατα παραβιαστεί από κυβερνοεγκληματίες ή πληχθεί από κακόβουλο λογισμικό με σκοπό την κλοπή απόρρητων ιατρικών δεδομένων.
Λεπτομέρειες που μόνον ο προσωπικός γιατρός θα έπρεπε να γνωρίζει, βρέθηκαν πριν καιρό στα χέρια δημοσιογράφων του αμερικανικού καναλιού NBC που έκαναν έρευνα γι’ αυτό το θέμα.
Οι πληροφορίες βρέθηκε ότι ήταν απολύτως ακριβείς. «Πρόκειται για τεράστια επιχείρηση» υποστήριξε ο τύπος που ήρθε σε επαφή με τους δημοσιογράφους, δίνοντάς τους έναντι αμοιβής και με τον όρο να διατηρηθεί η ανωνυμία του, περίπου 1.000 ιατρικά αρχεία από την περιοχή της Καλιφόρνια.
Ο ίδιος τα είχε αποκτήσει από κάποιον στην Ινδία, ο οποίος είχε πρόσβαση σε παρόμοια αρχεία ατόμων και στις 50 πολιτείες των ΗΠΑ. Και όπως δηλώνει αφοπλιστικά ο ανώνυμος χάκερ, «άμα ξέρεις να χρησιμοποιείς ένα πληκτρολόγιο και ένα ποντίκι και μιλάς αγγλικά, μπορείς να το κάνεις…».

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΡΟΔΟΤΟ

Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

 Μερικές παρατηρήσεις τώρα για την ιστοριογραφία, αρχίζοντας από τον Ηρόδοτο. Χρονολογική υπόμνηση: έζησε μεταξύ 480 και 420 περίπου. Υποθέτω βεβαίως ότι τον έχετε διαβάσει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπήρχε ήδη, πριν από αυτόν, σημαντικός αριθμός ιστοριογραφικών κειμένων. Δεν μιλάω για χρονικά ή για αρχεία, όπως αυτά που βρίσκουμε πρακτικά από τότε που έχουμε γραπτά κείμενα, στην Αίγυπτο, στη Βαβυλώνα ή αλλού, αλλά για τους λογογράφους – τους συγγραφείς έργων πεζού λόγου για διάφορα θέματα που εμφανίστηκαν στην Ιωνία τον 6ο αιώνα, ο σημαντικότερος από τους οποίους είναι ο Εκαταίος ο Μιλήσιος. Έφτασε στην ακμή του λίγο πριν από το 500 και του χρωστάμε, μεταξύ άλλων έργων, το έργο Περίοδος γης ή ταξίδι γύρω από τη Γη, περιγραφή του τότε γνωστού κόσμου από την οποία διασώθηκαν μερικά αποσπάσματα. Το πρώτο στη συλλογή του Jacoby([1]) είναι εντελώς χαρακτηριστικό και δίνει τον τόνο για όλα όσα θα ακολουθήσουν: «Γράφω αυτό που νομίζω ότι είναι αλήθεια, διότι οι Έλληνες διηγούνται ιστορίες τόσο πολυάριθμες όσο και παράλογες». Ιδού λοιπόν το μέλος μιας κοινότητας όπου υπάρχουν παραδόσεις, καλά θεμελιωμένες παραστάσεις, το οποίο δηλώνει εκ προοιμίου δύο πράγματα: ότι του φαίνονται παράλογα αυτά που σκέφτεται η κοινότητα του και ότι έχει ο ίδιος την πρόθεση να γράψει αυτό που του φαίνεται αληθινό. Ο Εκαταίος δεν αποτελεί μεμονω­μένη περίπτωση. Έχουμε τα ονόματα πολλών άλλων συγγραφέων, πριν ή μετά τον Ηρόδοτο, όπως ο Ξάνθος ο Λυδός, ο Ελλάνικος ο Μυτιληναίος, ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς κ.ά., οι οποίοι γράφουν κυρίως για τους Έλληνες της Ασίας και για τους Πέρσες, αλλά κανένα έργο τους δεν διασώθηκε, καθώς και άλλοι, όπως ο Αντίοχος ο Συρακόσιος, οι οποίοι ενδιαφέρονται κυρίως για τις αποικίες της Μεγάλης Ελλάδας. Η καθεαυτό Ελλάδα όμως δεν φαίνεται να έχει προκαλέσει ακόμη μεγάλο ενδιαφέρον. Στη συνέχεια έρχεται ο Ηρόδοτος. Ο Ηρόδοτος ταξίδεψε πολύ – πιθανώς περί το 450, επομένως μετά τους Μηδικούς Πολέμους-, το λέει και μπορούμε να τον πιστέψουμε: οι αρχαιολογικές ανασκαφές επιβεβαίωσαν όσα λέει σε πολλά σημεία. Σχετικά με τις περιστάσεις της σύνθεσης των γραπτών του έχουν συσσωρευτεί αναρίθμητες θεωρίες, διατριβές κ.λπ. Δεν υπάρχει λόγος να μπούμε σε αυτό το θέμα· θα παραμερίσουμε πολλά σημαντικά ζητήματα για να επικεντρωθούμε σε μερικές ουσιώδεις για μας πλευρές, στο πλαίσιο αυτού του σεμιναρίου. Σχετικά με τη σύνθεση, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ότι αν και η Ἱστορίη, η έρευνα, είναι αναμφίβολα από ορισμένες απόψεις ανολοκλήρωτη και θα μπορούσε ο Ηρόδοτος να επανέλθει, η μορφή με την οποία μας παραδίδεται είναι απολύτως συγκροτημένη – ακόμη κι αν η διαίρεση σε εννέα βιβλία έγινε αργότερα – και το πρόγραμμά του εμφανίζεται με απόλυτη σαφήνεια Αρχικά στόχος του έργου, όπως αναφέρεται στην εισαγωγή του, είναι να μην αφήσει να βυθιστούν στη λήθη αυτά τα περίφημα έργα μεγάλα τε και θωμαστά, αυτά τα επιτεύγματα των Ελλήνων και των Βαρβάρων. Ο συγγραφέας θέλει επιπλέον να περιγράφει αυτό που θεωρεί ως τη θεμελιώδη διαμάχη της εποχής του, τη διαμάχη ανάμεσα σε Πέρσες και Έλληνες, ανάμεσα στην Ασία και την Ευρώπη και να ανιχνεύσει τις ρίζες της. Αλλά, πίσω από όλα αυτά, εμφανίζεται σε τρίτο επίπεδο ένα άλλο θέμα που διατρέχει όλο το έργο, ως αντίσταξη στις διαδοχικές αφηγήσεις: ο Ηρόδοτος θέλει τελικά να περιγράψει πώς αυτό που υπήρξε μεγάλο έγινε τελικά μικρό και πώς το μικρό έγινε μεγάλο. Να περιγράψει επομένως αυτό το είδος κοσμικής ταλάντευσης – κι εδώ ο νους μας πάει αμέσως στον Αναξίμανδρο([2]) – που έφερε μικρές πόλεις σε θέσεις παγκόσμιας κυριαρχίας και αυτοκρατορίες σε καταποντισμό.

Σχετικά με ό, τι μας είναι γνωστό για τις δραστηριότητες καταγραφής των γεγονότων σε άλλες κοινωνίες αλλά ακόμη και στην Ελλάδα – με την επιφύλαξη όσων έγραψαν ο Εκαταίος και οι άλλοι, για τους οποίους δεν γνωρίζουμε πολλά – έχουμε λοιπόν μια πρώτη τομή που εκπροσωπείται από τον Ηρόδοτο. Στη συνέχεια, είκοσι περίπου χρόνια αργότερα, μια δεύτερη τομή, κατά μία έννοια ακόμη πιο εκπληκτική, με τον Θουκυδίδη. Βεβαίως, τα επιτεύγματά μας σήμερα είναι πολύ περισσότερα και πολύ καλύτερα, τόσο σε σύγκριση με τον Θουκυδίδη όσο και, ας πούμε, με τον Ευκλείδη. Αλλά κατά τον ίδιο τρόπο που, όπως λέει ο Bourbaki στον πρόλογο του Elements, κάθε φορά που τα μαθηματικά χρειάστηκε να επιστρέφουν στα θεμέλιά τους, ξαναγυρίσαμε στον Ευκλείδη και στους Έλληνες για να μάθουμε τι είναι αυστηρή απόδειξη, έτσι και ο πραγματικός σημερινός ιστορικός – όποια κι αν είναι τα, εκατό φορές ανώτερα, μέσα που διαθέτει, με τα αρχαιολογικά ευρήματα, τους υπολογιστές, τους δέκα βοηθούς που δουλεύουν γι’ αυτόν – έχει πάντα σε μια γωνιά του μυαλού του την ιδέα μιας αφήγησης-εξήγησης, μιας καταγραφής- παγίωσης των γεγονότων, όπως τα βρίσκουμε στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Και ο ίδιος ο Θουκυδίδης δεν φοβήθηκε να διεκδικήσει αυτή την παραδειγματική αξία του έργου του. Θα προσπαθήσουμε να δούμε αργότερα ποια είναι ακριβώς η διαφορά μεθόδου των δύο αυτών συγγραφέων. Αλλά πώς πρέπει να ερμηνευτεί αυτή η ρήξη που συντελείται τον 5ο αιώνα με τη σύσταση της ιστοριογραφίας; Που αποτελεί επίσης, ας μην το ξεχνάμε, σύσταση και της γεωγραφίας και της εθνολογίας ή της εθνογραφίας, διότι το έργο του Ηροδότου είναι το πρώτο βιβλίο εθνογραφίας ή περιγραφής εθίμων των λαών που διαθέτουμε. Ας αρχίσουμε αποκλείοντας τις ψευδοεξηγήσεις που βασίζονται σε «αντικειμενικούς» παράγοντες, όπως οι ανάγκες της ναυσιπλοΐας ή του εμπορίου. Οι Φοίνικες ασχολούνται με τη ναυσιπλοΐα και το εμπόριο από τον 13ο αιώνα, αλλά δεν γνωρίζουμε κανένα Φοίνικα ιστορικό ή γεωγράφο. Τα αρχεία της Σιδώνας και της Τύρου και στη συνέχεια της Καρχηδόνας έπρεπε να είναι γεμάτα από οδηγίες για το τάδε ή το δείνα πέρασμα, για τη διάρκεια της διαδρομής από τη Σικελία στην Ισπανία όταν οι άνεμοι είναι ευνοϊκοί κ.λπ. Εν ολίγοις, τεχνικές ή διοικητικές και καθαρά εργαλειακές γνώσεις, μονοπώλιο μιας συγκεκριμένης συντεχνίας. Ο Ηρόδοτος υιοθετεί την άποψη της ανιδιοτελούς γνώσης: ταξιδεύει και καταγράφει ό, τι βλέπει, αλλά αυτό που κάνει δεν έχει καμιά πρακτική χρησιμότητα. Εκτός κατά μία ιδιαίτερη έννοια, για την οποία κάνει επίσης λόγο ο Θουκυδίδης: χρησιμότητα για να γνωρίσουμε τις ανθρώπινες υποθέσεις γενικά, για να μάθουμε τι κρύβεται πίσω από την ανάπτυξη και τον εκφυλισμό των πόλεων και των αυτοκρατοριών, για να εκφέρουμε κρίση σχετικά με μια πολιτική ή με τη διεξαγωγή ενός πολέμου. Και αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στις περίφημες παρεκβάσεις του, για τις οποίες τόσο συχνά τον έχουν κατακρίνει και χάρη στις οποίες οι καθηγητές πανεπιστημίων του 19ου και του 20ου αιώνα τον κοίταζαν αφ’ υψηλού και σημείωναν στο περιθώριο: εκτός θέματος, μακρηγορία, άχρηστο, ας προχωρήσουμε στα γεγονότα κ.λπ. Διότι ο Ηρόδοτος μιλά για ένα λαό, ασχολείται με τον τάδε βασιλιά. Και ξαφνικά κάνει μια μεγάλη παράκαμψη, διότι θέλει να διηγηθεί κάτι σχετικό με αυτόν το βασιλιά, για τους προγόνους του ή για κάποιο θαυμαστό γεγονός που συνέβη κατά τη βασιλεία του. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι σαφές ότι ο Ηρόδοτος θέτει ως στόχο μια ανιδιοτελή γνώση. Αισθάνεται όμως επίσης ευχαρίστηση να διηγείται – πράγμα οφθαλμοφανές, και αυτός είναι εξάλλου ο λόγος που και ο αναγνώστης αισθάνεται ευχαρίστηση διαβάζοντάς τον. Οι ιστορίες που διηγείται είναι σχεδόν πάντα πολύ όμορφες. Ακόμη, μάλιστα, και όταν είναι φοβερές, όπως η ιστορία του βασιλιά Αστυάγη ο οποίος σε ένα γεύμα δίνει στον υπήκοο του Άρπαγα, από τον οποίο είναι δυσαρεστημένος, να φάει τη σάρκα του ίδιου του παιδιού του και τον αφήνει να το καταλάβει βάζοντας να του φέρουν το κεφάλι καλυμμένο με πέπλο και παροτρύνοντάς τον να ξανασερβιριστεί.([3])

Υπάρχουν πολλές παρόμοιες διηγήσεις που πλησιάζουν ενίοτε τις ιστορίες τρόμου – αυτό όμως δεν σημαίνει πως είναι όλες ψεύτικες.

Βρίσκουμε επίσης στον Ηρόδοτο σε συγκεκριμένη μορφή – πράγμα που επιτυγχάνεται ουσιαστικά μέσω των αφηγήσεων – την ίδια κριτική των θεσμισμένων παραστάσεων, την ίδια σχετικοποίηση των δικών τους θεσμών στην οποία επιδίδονται την ίδια εποχή σοφιστές, σαν τον Πρωταγόρα. Όπως θα πει αργότερα ο Αριστοτέλης, η φωτιά καίει κατά τον ίδιο τρόπο εδώ και στους Πέρσες, αλλά το δίκαιο δεν είναι το ίδιο παντού ([4]) ή, όπως λέει ο Αισχύλος -πρόκειται για ένα από τα ουσιώδη διδάγματα των Ευμενίδων -, το δίκαιο αλλάζει από στιγμή σε στιγμή – και, ακόμη περισσότερο, από τόπο σε τόπο. Σχετικοποίηση των θεσμών της οποίας ο Ηρόδοτος προσφέρει εξαιρετική απεικόνιση, που συνοδεύεται ενίοτε από έρευνα για την καταγωγή της ανθρωπότητας. Και θυμάστε σχετικά με αυτό τη συζήτησή μας με αφορμή τους στίχους 248-254 και 443-506 του Προμηθέα δεσμώτη ή του χορικού της Αντιγόνης.([5]) Τα ερωτήματα αυτά εμφανίζονται στους λόγους του Πρωταγόρα, οι οποίοι θα μεταφερθούν στη συνέχεια από τον Πλάτωνα, και φυσικά στον Θουκυδίδη, στο τμήμα του Βιβλίου Α που ονομάζεται «Αρχαιολογία», όπου περιγράφει τους αρχαϊκούς χρόνους στην Ελλάδα. Διαφαίνονται επίσης και σε άλλους τομείς, π.χ. στην ιατρική έρευνα της εποχής, έτσι όπως μπορούμε να τη γνωρίσουμε μέσω των κειμένων της Ιπποκράτειας Σχολής, η οποία θέτει ιδιαίτερα μια έντονη διαφορά ανάμεσα στη φύσιν και στο νόμον, ανάμεσα στη φύση και στο θεσμό/συνθήκη/έθιμο, ανάμεσα αφενός σε αυτό που ανάγεται πράγματι στη φύση, δηλαδή στην περίπου αμετάβλητη συγκρότηση του ανθρώπινου όντος ως ψυχοφυσικού όντος (για την Ιπποκράτεια Σχολή, η διάκριση μεταξύ ψυχής και σώματος δεν υπάρχει με τη συγκεκριμένη μορφή), και αφετέρου δε στο στοιχείο που ανάγεται στις συνήθειες, οι οποίες μπορεί να αλλάξουν. Επιπλέον, έχουμε την πολύ βαθιά παρατήρηση που συναντάμε σε ορισμένα ιπποκράτεια κείμενα της ίδιας εποχής, όπως η φράση: τελικά ο νόμος μπορεί να γίνει φύσις. Το γεγονός ότι ζει κανείς σε μια κοινωνία όπου οι θεσμοί, τα ήθη και τα έθιμα είναι αυτό που είναι δημιουργεί ένα είδος φύσης εξίσου ισχυρής με την πρώτη – πράγμα που οδηγεί τελικά στην αμφισβήτηση των ίδιων των όρων, και των ορίων της διάκρισης.([6]) Ελπίζω να έχουμε αργότερα τη δυνατότητα να μελετήσουμε αυτή την τόσο σημαντική αλληλεπίδραση ανάμεσα στην πολιτική σκέψη, με την ευρεία έννοια, του 5ου αιώνα και στους ιστορικούς.

Ωστόσο, ας επανέλθουμε στον ίδιο τον Ηρόδοτο. Η αντί­ληψή του περί ιστορίας εμφανίζεται στο τέλος του Βιβλίου Α,5, εκεί όπου παρουσιάζει το τρίτο μεγάλο θέμα για το οποίο σας μίλησα πριν. «Θα μιλήσω επίσης, λέει, για μικρές και μεγάλες πόλεις των ανθρώπων, διότι η πλειονότητα από εκείνες που παλιά ήταν μεγάλες έγιναν μικρές, και εκείνες που στην εποχή μου ήταν μεγάλες υπήρξαν παλιότερα μικρές. Γνωρίζοντας επομένως ότι η ευδαιμονία,([7]) η ανθρώπινη ευτυχία, δεν μένει ποτέ στάσιμη στο ίδιο σημείο, θα μνημονεύσω και τις μεν και τις δε». Η ευδαιμονία έγκειται στο να έχει κανείς με το μέρος του ένα καλό δαίμονα, μια καλή θεία προστασία. Οι διακυμάνσεις της ευδαιμονίας επισημαίνονται σε όλο το έργο, αλλά το κλειδί για την κατανόησή της δίνεται ευθύς εξαρχής. Λέω κλειδί, διότι και εδώ έχουμε πάλι μουσικότητα και αντίστιξη. [Σημ. Περιθ. της 22-9-1984: Προαναγγελία της υπόλοιπης ιστορίας του Ηροδότου στο Ιο Βιβλίο, με την ιστορία του Κροίσου = «πρελούδιο», τα leitmotivs – όπως στο «Ένας έρωτας του Swann».] Προκειμένου να μιλήσει για τη διαμάχη ανάμεσα στην Ασία και την Ευρώπη, ο Ηρόδοτος στρέφεται στο παρελθόν. Δίνει την «ασιατική» εκδοχή των παραδόσεων για την απαγωγή της Ιούς, τον Τρωικό πόλεμο κ.λπ. Στη συνέχεια λέει: δεν ξέρω αν αυτές οι ιστορίες είναι αληθείς ή ψευδείς, αυτό όμως που ξέρω είναι ότι υπάρχει ένα πρόσωπο το οποίο πρώτο επιτέθηκε στους Έλληνες: ο Κροίσος, βασιλιάς της Λυδίας – και αυτή είναι η ρίζα της διαμάχης μεταξύ Ασίας και Ευρώπης. Έτσι ο Ηρόδοτος έρχεται να διηγηθεί στο Βιβλίο Α την ιστορία του Κροίσου, ιστορία εξαιρετική, που τη διασχίζουν από τη μια άκρη στην άλλη θέματα τραγικά και ταυτόχρονα τόποι, οι κοινοί τόποι που επισημάναμε πέρυσι,([8]) όχι κοινοτοπίες αλλά τόποι προς τους οποίους συγκλίνουν πράγματι οι ελληνικές ιδέες σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, με το πεπρωμένο και το θάνατο. Υπάρχει στην ιστορία του Κροίσου κάτι σαν αναγγελία αυτού που θα δούμε επί το έργον στη συνέχεια: τη μεγέθυνση και την ὕβριν, πάνω στην οποία στηρίζεται η μεγέθυνση. Η πολιτική φιλοσοφία, αν μπορεί να πει κανείς, των σχέσεων ανάμεσα σε ισχυρές δυνάμεις που θα αποτελέσει πλήρως τη φιλοσοφία του Θουκυδίδη διατρέχει ήδη όλο το έργο του Ηροδότου: κάθε δύναμη, ό, τι και να κάνουμε, έχει πάντα στόχο της την επέκτασή της. Τουλάχιστον για τους λαούς που φτάνουν σε κάποιο βαθμό «ιστορικής» ύπαρξης. Μιλώντας με σύγχρονους όρους, θα λέγαμε ότι από τη στιγμή που υπάρχει Κράτος, υπάρχει και ώθηση προς την επέκταση και την αύξηση της δύναμης. Ο Ηρόδοτος περιγράφει το φαινόμενο αυτό επανειλημμένα: είναι η περίπτωση των βασιλέων της Λυδίας, και κυρίως του Κροίσου, στη συνέχεια του Κύρου, του Καμβύση, του Δαρείου και του Ξέρξη. Ο Κύρος οικοδομεί μια αυτοκρατορία, αλλά δεν μπορεί να επαναπαυτεί, θέλει επίσης να υποδουλώσει τους Μασσαγέτες, ένα λαό της στέπας, στα βόρεια του Εύξεινου Πόντου. Πρόκειται για μια ιστορία που επαναλαμβάνεται μέχρι τις μέρες μας: ο κατακτητής καταποντίζεται κυνηγώντας άπιαστους ιππείς που ζουν νομαδικά, που δεν έχουν πόλη να υπερασπιστούν ή που εφαρμόζουν την πολιτική της καμένης γης. Ο Κύρος πεθαίνει εκεί. Ο Καμβύσης κατακτά την Αίγυπτο, αλλά δεν αρκείται σε αυτό· στέλνει τα στρατεύματα προς το νότο, στα όρια του τότε γνωστού κόσμου και ο στρατός του χάνεται μέσα σε αμμοθύελλες. Ο Δαρείος θέλει επίσης να κατακτήσει τη Σκυθία, έρχεται αντιμέτωπος με ένα εχθρό που επιτίθεται και εξαφανίζεται. Υποχρεώνεται έτσι να υποχωρήσει για να αποφύγει την καταστροφή. Και γνωρίζετε τι συνέβη με τον Ξέρξη στην Ελλάδα.

Ώθηση επομένως, ὕβρις, και στη συνέχεια νέμεσις, επανέρχονται αδιάκοπα.([9]) Είναι φυσικά ένας τρόπος να βλέπει κανείς τα πράγματα, μια ερμηνεία. Αλλά κάνω αμέσως μια παρατήρηση, για να αποφύγω κάποιες σύγχρονες πλάνες. Ο Ηρόδοτος δεν εφευρίσκει εκ του μηδενός την ήττα του Δαρείου απέναντι στους Σκύθες για να στηρίξει μια a priori θέση σχετικά με την ὕβριν και τη νέμεσιν. ο Δαρείος σαφώς απέτυχε επιχειρώντας να εισβάλει στη Σκυθία, όπως και ο Ξέρξης απέτυχε στην εισβολή του στην Ελλάδα, και, όπως ο Κύρος, σκοτώθηκε. Το γεγονός ότι ο Ηρόδοτος βλέπει τα πράγματα σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο σχήμα, φαντασιακό σχήμα – το δικό του, που είναι και το σχήμα της Ελλάδας – δεν σημαίνει ότι αυτό που βλέπει δεν έχει δική του ύπαρξη, ανεξάρτητη από εκείνον. Με αυτό θέλω να πω ότι δεν είναι δυνατό να συγκαλύψουμε το ζήτημα μιας αλήθειας που υπάρχει πέρα από την αφήγηση όταν μιλάμε για κάποιον σαν τον Ηρόδοτο – όσο για τον Θουκυδίδη, δεν χρειάζεται καν να το αναφέρουμε. Σήμερα κάποιοι θα ήθελαν να κλειστούν μέσα στο κείμενο, διότι για αυτούς δεν υπάρχει καμιά άλλη λογική εκτός από τη λογική του κειμένου, του συγγραφέα και του ακροατηρίου του, ενώ το εξωτερικό ανάφορο περνάει σε δεύτερο πλάνο. Όμως το κείμενο είναι το συγκεκριμένο κείμενο επειδή ακριβώς υπάρχει ένα ανάφορο. Το πρόβλημα της σχέσης κειμένου και ανάφορου τίθεται αμέσως πάντα, και αυτό ισχύει και για τον Ηρόδοτο. Υπάρχει ένα ζήτημα ακρίβειας ή ανακρίβειας, αλήθειας ή μη-αλήθειας όσων γράφει ο Ηρόδοτος – ή οποιοσδήποτε άλλος – και δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε αυτό όταν ασχολούμαστε με την άλλη πλευρά, δηλαδή με τον τρόπο με τον οποίο ο Ηρόδοτος βλέπει τον κόσμο και την Ιστορία, καθώς και τα φαντασιακά σχήματα σύμφωνα με τα οποία τα βλέπει. Δεν μπορούμε να αποφύγουμε κανένα από αυτά τα ζητήματα.

Μίλησα πριν από λίγο για τόπους, για κοινούς τόπους. Στην ιστορία του Κροίσου, όπως τη διηγείται ο Ηρόδοτος, ξαναβρίσκουμε θέματα που υπάρχουν παντού στην Ελλάδα, από τον Όμηρο μέχρι τους τραγικούς. Αυτό αληθεύει ιδιαίτερα για τη διήγηση της επίσκεψης του Σόλωνα στον Κροίσο, η οποία είναι οπωσδήποτε θρύλος, δεδομένου ότι οι χρονολογίες που γνωρίζουμε την αποκλείουν εντελώς. Το ουσιώδες της αφήγησης([10]) έγκειται στις απαντήσεις που δίνει ο Σόλων στην ερώτηση: Ποιος είναι ο ευτυχέστερος άνθρωπος στον κόσμο; Ο Κροίσος περιμένει βεβαίως να τον ακούσει να προφέρει το όνομά του. Οι απαντήσεις του Σάλωνα – που είναι πράγματι εντελώς ειρωνικές- περιστρέφονται γύρω από μια κεντρική ιδέα: δεδομένου ότι είναι δυνατό να εμφανιστούν, μέχρι και την τελευταία μέρα της ζωής μας, ολοκληρωτικές ανατροπές της τύχης, κανείς δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ευτυχής πριν πεθάνει. Το πρώτο όνομα που δίνει είναι: Τέλλος ο Αθηναίος, ένας απλός πολίτης, ο οποίος μέσα σε μια πλούσια πόλη είδε να μεγαλώνουν τα καλά και όμορφα παιδιά του και βρήκε τέλος ένδοξο θάνατο στο πεδίο της μάχης. Το λέει αυτό στον Κροίσο, ο οποίος έχει στη διάθεσή του χρυσό, εξουσία, γυναίκες, δούλους… Ο Κροίσος δικαίως εκπλήσσεται. Θα τον αναφέρει άραγε δεύτερο; Η δεύτερη όμως απάντηση του προξενεί ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη: πρόκειται για τον Κλέοβι και τον Βίτωνα, γιους μιας ιέρειας της Ήρας στο Άργος. Πρέπει να την οδηγήσουν στο ιερό της θεάς, τα βόδια που θα έσυραν το άρμα της δεν έχουν ακόμη γυρίσει από τους αγρούς, οι γιοι της ζεύονται το άρμα και τη μεταφέρουν. Η μητέρα ζητά από τη θεά να τους δώσει για ανταμοιβή ό,τι καλύτερο μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος. Και η θεά εκπληρώνει την ευχή της: οι γιοι της που κοιμήθηκαν εξαντλημένοι δεν θα ξαναξυπνήσουν. Η θεά έδειξε έτσι, λέει ο Σόλων, ότι για τον άνθρωπο είναι προτιμότερο τεθνάναι μάλλον ή ζώειν, να είναι νεκρός παρά να ζει.([11]) Θα συναντήσουμε συχνά αυτές τις ιδέες στην τραγωδία, με περίπου ταυτόσημες διατυπώσεις – αυτό συμβαίνει εν γένει στην περίπτωση όπου ο χορός πρέπει να βγάλει το δίδαγμα όσων διαδραματίστηκαν.

Δεν μπορούμε να πούμε για κανένα ότι είναι ευτυχής πριν από την τελευταία μέρα του([12]) ή πάλι, όπως στους περίφημους στίχους στον Οιδίποδα επί Κολωνώ: «Η μεγαλύτερη ευτυχία απ’ όλες είναι να μη γεννηθεί κανείς, και το καλύτερο πράγμα, κατά δεύτερο λόγο, είναι άπαξ και γεννηθεί([13]) να επιστρέψει το γρηγορότερο εκεί από όπου ήρθε». Και ας μην ξεχνάμε τον Πίνδαρο: «Ο άνθρωπος είναι το όνειρο μιας σκιάς».([14]) Η άποψη αυτή είναι πάντοτε παρούσα στον Ηρόδοτο,[15] όπως και το θέμα του «φθόνου των Θεών»: όταν οι άνθρωποι ξεπερνούν ένα κάποιο μέτρο ευτυχίας, επέρχεται η τιμωρία τους. Και βρίσκουμε επίσης στον Ηρόδοτο, σας το θυμίζω, σε εμβρυακή μορφή μια θεωρία της εξουσίας, εκλαμβανόμενη ως πανταχού παρούσα ώθηση για επέκταση.<…>

Όσο για τη μέθοδο, και κυρίως για αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα κριτική των μαρτυριών και των πηγών, γνωρίζουμε ότι ο Ηρόδοτος κάνει πολλές διακρίσεις, και κατά πρώτον τη διάκριση ανάμεσα σε ό, τι προέρχεται από την ἀκοήν και σε ό, τι προέρχεται από την ὄψιν,([16]) ανάμεσα σ’ αυτό για το οποίο έχει ακούσει να μιλάνε και σ’ αυτό που έχει δει με τα ίδια του τα μάτια. Η φράση αρχίζει συχνά με το λέγουσι, λένε ότι… για να προσθέσει αμέσως είτε ότι δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη επ’ αυτού, είτε ότι ο ίδιος είδε κάτι άλλο. Η σημασία την οποία δίνει στην όψιν, στο βλέμμα, μας παραπέμπει φυσικά στις αρχές της ιατρικής – η ιατρική είναι κατά πρώτο και κύριο λόγο το ιατρικό βλέμμα. Θυμάστε ίσως το απόσπασμα του Ηράκλειτου για το οποίο μιλήσαμε πέρυσι: «Τα μάτια είναι καλύτεροι μάρτυρες από τα αυτιά».([17]) Είναι αυτονόητο ότι δεν πρόκειται εδώ για ψυχοφυσική μέτρηση σε εργαστήριο της αξιοπιστίας των διαφόρων οργάνων: τα αυτιά είναι η παράδοση – αυτό που ακούει κανείς, αυτό που λέγεται, αυτό που επαναλαμβάνεται από τα μέλη της φυλής, της πόλης ή της οικογένειας. Τα μάτια είναι η προσωπική γνώση. Ασφαλώς και τα μάτια μπορούν επίσης να κάνουν λάθος, αλλά είναι τουλάχιστον δυνατό να προσπαθήσει κανείς να επαληθεύσει ο ίδιος αν το τάδε άγαλμα αγίου πράγματι ματώνει τη δείνα ημερομηνία. Στους δύο όρους, ἀκοή και ὄψις, προστίθεται ένας τρίτος που ο Θουκυδίδης θα υιοθετήσει στη συνέχεια: η γνώμη, η σκέψη ή η κρίση. Και σε συνάρτηση ακριβώς με τη γνώμην, ο Ηρόδοτος αποφασίζει για την αξιοπιστία της αφήγησης.

Ας περάσουμε τώρα σε μια άλλη άποψη που δεν είναι άσχετη με τη μέθοδο, αλλά προχωρά ακόμη πιο μακριά. Πρόκειται για το ζήτημα της αμεροληψίας του Ηροδότου. Θα επεκταθώ λίγο επ’ αυτού διότι πρόκειται για ουσιώδες σημείο σχετικά με όλα όσα μας ενδιαφέρουν σε αυτό το σεμινάριο. Σας υπενθυμίζω ότι στο μέρος που κατά συνθήκη ονομάζεται προοίμιον ή πρόλογος, δηλαδή μερικές αράδες που προηγούνται του κυρίως σώματος του έργου, ο Ηρόδοτος μας λέει για ποιο λόγο γράφει: διότι έργα μεγάλα τε και θωμαστά, που έχουν επιτελεστεί είτε από τους Έλληνες, είτε από τους Βαρβάρους, πρέπει να προφυλαχθούν από τη λήθη, πράγμα που σημαίνει ότι τοποθετούνται απευθείας οι Έλληνες και οι Βάρβαροι στο ίδιο επίπεδο, χωρίς καμία ποιοτική διάκριση. Τόσο οι μεν όσο και οι δε έχουν εκτελέσει μεγάλα και θαυμαστά έργα ή επιτεύγματα. Επίσης, αμέσως μετά, αρχίζοντας να εκθέτει τους λόγους της διαμάχης μεταξύ Ελλήνων και Βαρβάρων, θα μιλήσει για το τι λένε περί αυτού οι Περσέων λόγιοι, οι σοφοί και πολυμαθείς Πέρσες. Ο Ηρόδοτος τους θεωρεί κατά μία έννοια ως «συναδέλφους», των οποίων ζήτησε την άποψη για τις ρίζες της διαμάχης: υπάρχουν λόγιοι στην Περσία, όπως υπάρχουν στην Ελλάδα. Δείχνει επίσης αμεροληψία όταν εξετάζει τους παράλογους μύθους που διηγούνται οι Έλληνες για τους μεν και τους δε. Πρέπει να αγνοεί κανείς τα πάντα για τους Αιγύπτιους ώστε να πιστέψει ότι ο Ηρακλής, όπως διηγούνται οι Έλληνες, παραλίγο να προσφερθεί ως θυσία στην Αίγυπτο.([18]) Αρνείται να πάρει θέση σχετικά με την ακρίβεια των λεγομένων από τους ιερείς των άλλων λαών για τα θαύματα και τα σημεία και τέρατα για τα οποία μιλάνε, διότι πιστεύει πως όλοι οι άνθρωποι – Έλληνες, Αιγύπτιοι ή Σκύθες- έχουν περίπου τις ίδιες γνώσεις για τα θεία.([19]) Και το πιο εκπληκτικό είναι ότι τον βλέπει κανείς να επιμένει στα όσα οι Έλληνες έχουν δανειστεί, χωρίς την παραμικρή επιφύλαξη, το αντίθετο μάλιστα θα έλεγε κανείς. Ο τάδε θεός προέρχεται από τους Αιγύπτιους, το τάδε έθιμο από αλλού κ.λπ.([20]) Διασκεδαστική λεπτομέρεια, αυτή η ίδια η αμεροληψία του Ηροδότου ήταν παραδόξως η αιτία για την οποία κατηγορήθηκε για μεροληψία κατά την αρχαιότητα. Ιδιαίτερα από τον Πλούταρχο, ο οποίος πέντε αιώνες μετά γράφει μια μικρή πραγματεία με τίτλο Περί της Ηροδότου κακοηθείας,([21]) όπου κατηγορεί το συγγραφέα μας για διάφορα πράγματα, και κυρίως για το ότι είναι φιλοβάρβαρος. Ακόμη κι αν είχε δίκιο ο Πλούταρχος, απλώς θα επιβεβαίωνε όσα λέω εδώ περί αμεροληψίας, διότι αν δεν είμαστε σε θέση να βεβαιώσουμε ότι ο Ηρόδοτος ήταν απλώς πληρωμένος πράκτορας του Μεγάλου Βασιλέως ή άλλων βάρβαρων βασιλέων, δεν βλέπουμε για ποιο λόγο θα ήταν φιλοβάρβαρος αν όχι από πεποίθηση, επειδή είχε διαπιστώσει στους λεγάμενους βαρβάρους αξιέπαινα και αξιομνημόνευτα πράγματα. Εν ολίγοις, επειδή είχε διαρρήξει αυτό που ονομάζω γνωστικό εγκλεισμό([22]) του κόσμου στον οποίο ανήκε και είχε στρέψει το βλέμμα του στον έξω κόσμο με θαυμασμό και ενδιαφέρον. Από την άλλη μεριά, δεν γνωρίζουμε Αιγύπτιο, Βαβυλώνιο ή άλλο συγγραφέα που να συμπεριφέρθηκε σαν φιλοβάρβαρος απέναντι στους Πέρσες όντας ταυτόχρονα αναγνωρισμένος ως μεγάλος συγγραφέας από τον ίδιο του το λαό.

Σας έλεγα ότι η αμεροληψία του Ηροδότου είναι ήδη έκδηλη στα σχόλιά του σχετικά με την καταγωγή των θεών ή των θεών των Ελλήνων. Εμφανίζεται όμως εξίσου καθαρά στη στάση του απέναντι σε δύο μη ελληνικούς λαούς: τους Πέρσες και τους Αιγύπτιους. Είναι ιδιαίτερα εκπληκτικό να διαπιστώνει κανείς σε ποιο βαθμό όσα αναφέρει για τους Πέρσες αποπνέουν το θαυμασμό του για αυτούς – οι διηγήσεις του τελειώνουν συχνά με το «αυτό το επαινώ». Ανάμεσα σε πολλά άλλα, θυμάστε αναμφίβολα μια παρατήρηση που δύσκολα μπορεί να μη θεωρήσει κανείς όμορφη: οι Πέρσες μαθαίνουν τρία μόνο πράγματα στα παιδιά τους: να ιππεύουν, να χειρίζονται το τόξο και να λένε την αλήθεια.([23]) Το πορτρέτο του Κύρου που σκιαγραφεί είναι εντελώς θετικό, ακόμη και ο Ξέρξης δεν είναι εντελώς «αρνητικό»([24]) πρόσωπο – είναι ένας βασιλιάς με πολλές αρετές, αλλά η ὕβρις του τον ωθεί σε καταστροφική εισβολή στην Ευρώπη. Οι Αιγύπτιοι δεν είναι απλώς ένας από τους πιο αρχαίους λαούς. Η αιγυπτιακή σοφία είναι πηγή κάθε σοφίας. Όπως αναφέρει, για ορισμένους ο Ζάλμοξις, θεότητα των Θρακών, ήταν απλώς ένας άνθρωπος, μαθητής του Πυθαγόρα. Αυτό όμως δεν πείθει καθόλου τον Ηρόδοτο, για τον οποίο ο Θραξ είναι σαφώς προγενέστερος του Έλληνα φιλοσόφου.([25]) Εξάλλου οι ίδιοι οι Πυθαγόρειοι φαίνεται να έχουν δανειστεί από τους Αιγύπτιους…([26]) Αυτή η γοητεία που ασκεί ο αιγυπτιακός πολιτισμός αποτελεί εξάλλου σταθερά της ελληνικής πολιτιστικής παράδοσης, που απαντάται επίσης, παραδείγματος χάρη, στον Πλάτωνα, για εντελώς διαφορετικούς λόγους.

Αμεροληψία επίσης όταν συζητούνται τα έθιμα των άλλων λαών, που μπορεί να είναι ενίοτε στα μάτια ενός Έλληνα – ή στα δικά μας τα μάτια – εντελώς περίεργα, μέχρι τερατώδη. Και αυτό σε τέτοιο βαθμό, που σύγχρονοι φιλόλογοι αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι να υπερασπιστούν τον Ηρόδοτο απέναντι στην κατηγορία της ανηθικότητας…([27]) – λες και το γεγονός ότι δεν εκφέρει κανείς ως παρατηρητής αξιολογικές κρίσεις αποδεικνύει την απουσία ηθικής συναίσθησης. Αμεροληψία επίσης, και αυτό είναι ακόμη πιο αξιοπρόσεκτο, όταν τίθεται το θέμα της διαμάχης μεταξύ Ελλήνων. Παρά ταύτα το γεγονός ότι ο Ηρόδοτος τάσσεται υπέρ των Αθηναίων,([28]) το ότι έχει δημοκρατικά αισθήματα([29]) είναι, κατά τη γνώμη μου, αναμφισβήτητο. Υπάρχει ασφαλώς στο έργο του μια πολιτική κρίση που τον ωθεί να διακρίνει ανάμεσα σε Έλληνες και Βαρβάρους, στους μεν υπάρχει ελευθερία, στους δε δεσποτισμός. Η διάκριση κατά τον Ηρόδοτο περιορίζεται ουσιαστικά σε αυτό και δεν διστάζει να το διαβεβαιώσει, όπως δεν διστάζει να πει ότι η ελευθερία εμφανίζεται κατεξοχήν στην Αθήνα, όπου έζησε πριν μετοικήσει στους Θούριους περί το 440. Δύσκολα λοιπόν μπορεί να βάλει στο ίδιο επίπεδο μια πόλη όπου συντελούνται χιλιάδες πράγματα – η τραγωδία, η κωμωδία, η Ακρόπολη, ο αναβρασμός που προκαλεί η παρουσία των σοφιστών – με τη Σπάρτη όπου, αν εξαιρέσει κανείς κάποιες στρατιωτικές επιδόσεις, δεν συμβαίνει τίποτα. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα βρούμε κανένα ίχνος αυτών των αισθημάτων στην εντελώς ψύχραιμη αφήγηση των διενέξεων μεταξύ των δύο πόλεων.

Γνωρίζετε ότι υπήρξε ανέκαθεν μια συζήτηση για την ικανότητα κριτικής σκέψης του Ηροδότου, στον οποίο αποδόθηκε ως χαρακτηριστικό η ευπιστία ή η «αφέλεια» όταν αναφέρει θρύλους και μύθους. Εφόσον τον έχετε σίγουρα διαβάσει, δεν αγνοείτε ότι βρίσκουμε στο έργο του πολλές ιστορίες απολύτως απίστευτες. Όχι σε ό, τι αφορά τα έθιμα – στο πεδίο αυτό, χωρίς θετικές αποδείξεις, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να πούμε ότι υπάρχουν «απίστευτα» πράγματα -, αλλά σε ό, τι αφορά το κλίμα κάποιας χώρας ή τη συμπεριφορά κάποιου ζώου. Παραδείγματος χάρη, τα περίφημα μυρμήγκια της Ινδίας, στο μύθο που μας μεταφέρει ο Ηρόδοτος χωρίς να τον κρίνει, στο Βιβλίο Γ.([30]) Είναι, απ’ ό, τι μας λέει, πιο μικρά από τα σκυλιά, αλλά μεγαλύτερα από τις αλεπούδες. Εκτός από αυτό, όπως και τα ελληνικά μυρμήγκια, σκάβουν στοές μέσα στη γη και πετάνε το χώμα στην επιφάνεια. Όμως το χώμα αυτό είναι ανακατεμένο με χρυσό και έτσι οι Ινδοί προμηθεύονται εν αφθονία αυτό το μέταλλο. Ας θυμηθούμε επίσης τον τρόπο με τον οποίο οι Άραβες αποκτούν, κατά την αφήγησή του, το μύρο και τα άλλα αρωματικά.([31]) (Η γη της Αραβίας, λέει εξάλλου, αποπνέει μια μαγευτική μυρωδιά – που οφείλεται αναμφίβολα στα perfumes of Arabia, για τα οποία μιλάει η Lady Macbeth και τα οποία παρά τη δύναμή τους δεν μπορούσαν να διώξουν τη μυρωδιά του αίματος από το χέρι της.) Το μύρο βλασταίνει πάνω σε δένδρα που τα φυλάνε φτερωτά φίδια, τα οποία οι Άραβες διώχνουν με καπνούς. Όσο για την κανέλα, που βρίσκεται στην όχθη μιας λίμνης προστατευμένης από νυχτερίδες, τη μαζεύουν καλύπτοντας εντελώς το σώμα τους με δέρματα βοδιού. Για το κινάμωμον, το σίναμο, είναι επίσης εκπληκτικό, διότι λέγεται ότι μεγάλα πουλιά το χρησιμοποιούν για να φτιάξουν τις φωλιές τους και ότι οι Άραβες καταφεύγουν σε περίεργα τεχνάσματα για να τις ρίξουν. Το λάδανον, με τη σειρά του, το βρίσκουν κρεμασμένο στα γένια των τράγων… Πρόκειται για ιστορίες αγρίων, θα έλεγε κανείς αμέσως. Αρκεί να διερωτηθεί στη συνέχεια: κατά τι είναι απίστευτες; Και μετά έρχεται η ερώτηση: σε τι έγκειται το απίστευτο; Μίλησα πριν, και όχι εντελώς τυχαία, για ένα άγαλμα που ματώνει ή δακρύζει σε κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία. Είναι ή όχι απίστευτο; Αλλά απίστευτο για ποιον; Μήπως δεν υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι τον 20ο αιώνα που το πιστεύουν χωρίς την παραμικρή αμφιβολία; Είναι αδύνατο, είναι μάλιστα οριακά γελοίο να θέλει κανείς να εφαρμόσει στον Ηρόδοτο τους κα- νόνες της σύγχρονης επιστημονικής ή ιστορικής εργασίας, που άρχισαν πράγματι να επιβάλλονται μόνο προς τα τέλη του 18ου αιώνα, και ιδιαίτερα τους ίδιους κανόνες αξιοπιστίας. Γνωρίζετε την ιστορία του Pierre Bayle και του παιδιού που γεννήθηκε με ένα χρυσό δόντι. Γυναικουλίστικες ιστορίες όλα αυτά, σκέφτηκε ο Bayle, αλλά θεωρεί παρά ταύτα τον εαυτό του υποχρεωμένο, περί τα τέλη του 17ου αιώνα, να τις ανασκευάσει. Αν πάρουμε τις ταξιδιωτικές διηγήσεις μέχρι και τον 19ο αιώνα – και ίσως τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά σήμερα -, θα διαπιστώσουμε μια αφέλεια που μας εκπλήσσει σχετικά με τη ζωή των Ινδιάνων της Βραζιλίας ή της Βόρειας Αμερικής, τους ιθαγενείς της Γης του Πυ­ρός και της Πολυνησίας, και αυτό ακόμη και από καλλιεργημένους περιηγητές, από ορθολογιστές, που δεν έχουν καμία σχέση με τσαρλατάνους. Δεν αντιστέκομαι στον πειρασμό να σας διαβάσω ένα απόσπασμα κάποιου αμερικανού ιεραπόστολου που βρήκα στο τελευταίο βιβλίο του Simon Leys.([32]) Ιδού λοιπόν τι γράψει ο Arthur Smith σε κάποιο πόνημα που διαβάστηκε πολύ στην εποχή του και που τιτλοφορείται Chinese Characteristics: «Αυτό που στερούνται οι Κινέζοι δεν είναι οι διανοητικές ικανότητες […], αυτό που τους λείπει είναι ο Χαρακτήρας και η Συνείδηση. […] Η κινεζική κοινωνία μοιάζει με μερικά τοπία της Κίνας: από απόσταση, φαίνονται ωραία και ευχάριστα, αλλά όταν πλησιάσει κανείς ανακαλύπτει πάντα ένα σωρό απαίσια και βδελυρά πράγματα και η ατμόσφαιρά τους είναι μολυσμένη». Δυστυχώς «υπό την παρούσα κατάσταση της Κίνας», η υιοθέτηση πολιτισμένων προτύπων «αποτελεί απόλυτη ηθική αδυναμία». Και ο καλός πάστορας συμπεραίνει ότι: «Αυτό που χρειάζεται η Κίνα είναι η ηθική ευθύτητα και για να το πετύχει είναι απολύτως αναγκαίο να αποκτήσει γνώση του Θεού, καθώς και της σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και στο Θεό». Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με το «απίστευτο»: πρόκειται πράγματι για ένα περίεργο μείγμα που περιέχει μύθευμα και αξιολογική κρίση ιδιαίτερου τύπου. Και βρισκόμαστε στα τέλη του 19ου αιώνα. Θα βρούμε σε πολλούς άλλους περιηγητές ανάλογες παρατηρήσεις, αξιολογικές κρίσεις που τυφλώνουν και δεν επιτρέπουν να δει κανείς το οφθαλμοφανές. Το ζήτημα δεν είναι λοιπόν αν στην αφήγηση του Ηροδότου υπάρχουν μύθοι, απίστευτα πράγματα. Δεν είναι καν γιατί ο Ηρόδοτος το πιστεύει – στην εποχή του πίστευαν πολλά που σήμερα μας φαίνονται απίστευτα. Το πιστευτό, το αξιόπιστο, εξαρτάται προφανώς κάθε φορά από τον πολιτισμό και τις γνώσεις- ακόμη και μέσα σ’ ένα αυστηρό ή υποτιθέμενα αυστηρό, επιστημονικό διανοητικό πλαίσιο όπως το σημερινό, δεν είναι πάντα εύκολο να αποφασίσουμε αν κάτι είναι πιστευτό ή όχι. Ένα παράδειγμα: Το 1951, ο Ludwig Gross περιγράφει για πρώτη φορά τον υπεύθυνο για τη λευχαιμία του ποντικού ιό, ζήτημα πολύ σημαντικό για όλη την έρευνα πάνω στον καρκίνο. Κάποιοι συνάδελφοί του σε διάφορα συνέδρια έφτασαν μέχρι και να τον αποκαλέσουν ψεύτη, απλώς και μόνο διότι σύμφωνα με την επιστημονική θεωρία της εποχής, η λευχαιμία και ο καρκίνος δεν μπορούσαν να προέρχονται από ιό. Εν ολίγοις: η άποψη ότι «τα μυρμήγκια της Ινδίας βγάζουν το χρυσάφι της γης σκάβοντας τρύπες» είναι σίγουρα λανθασμένη. Κατά τι όμως είναι καθαυτή απίστευτη; Είναι περισσότερο «απίστευτη» από αυτό που κάνει ο μεταξοσκώληκας, παραδείγματος χάρη; Η ιστορία των αρωματικών και ο τρόπος με τον οποίο τα προμηθεύονται οι Άραβες: ιδού κάτι επίσης απίστευτο. Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο δικός μας ο Μεσαίωνας δεν είχε ανακαλύψει ή μάλλον ανακαλύψει εκ νέου την ιερακοτροφία και το κυνήγι με το γεράκι, που μας είναι επομένως λίγο πολύ οικείο, και ότι διαβάζαμε σήμερα σε κάποιον αρχαίο συγγραφέα μια ιστορία στην οποία περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο οι Σαυρομάτες ή οι Ατάραντες εξέτρεφαν τα γεράκια για να προμηθεύονται το κρέας άλλων πουλιών. Άραγε η ιστορία αυτή θα ήταν, ενδογενώς, πιο πιστευτή ή λιγότερο πιστευτή από τον τρόπο με τον οποίο οι Άραβες, σύμφωνα με τη διήγηση του Ηροδότου, προμηθεύονται τα αρωματικά βότανα; Γενικά, πρέπει να θέτει κανείς το ερώτημα: τι είναι πράγματι αδύνατο; Και για ποιον; Και κάτω από ποιες συνθήκες; Χωρίς να υιοθετήσουμε ριζικά σκεπτικιστική θέση, σας θυμίζω ότι δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε σίγουροι ότι δεν εμπιστευόμαστε πράγματα που είναι τελικά ψεύτικα και παράλογα. Και ότι, όπως μόλις είδαμε, το αντίστροφο είναι εξίσου κοινότοπο: πολλοί επιστήμονες θεωρούν μυθεύματα ανακαλύψεις που μερικά χρόνια αργότερα αποδεικνύονται αληθείς.

Το ουσιώδες δεν είναι εξάλλου αν ο Ηρόδοτος πιστεύει ή δεν πιστεύει αυτά που μεταφέρει. Το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε είναι γιατί μεταφέρει τις ιστορίες αυτές με προφανή ευχαρίστηση -για να μην πούμε απόλαυση -, ποιος είναι ο ρόλος στη δική του την παράσταση του κόσμου των θωμαστών – των εκπληκτικών, μαγικών, ασυνήθιστων πραγμάτων. Από τη μια μεριά, το επαναλαμβάνω, τα αφηγείται διότι ο σκοπός του είναι να καταγράψει τα αξιοθαύμαστα και, κατά συνέπεια, αξιομνημόνευτα πράγματα’ αλλά αναμφίβολα επίσης – και ο Hartog στο Le Miroir d’ Herodote([33]) το τονίζει δικαίως— διότι για τους Έλληνες, όπως εξάλλου για όλους σχεδόν τους λαούς πριν από τους νεότερους χρόνους, υπάρχει μια θεμελιώδης συνάρθρωση του κόσμου, όπου ο χώρος, με την ευρύτερη έννοια, δεν είναι ομοιογενής. Δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα να μιλά κανείς για το εδώ και για το αλλού. Όχι με την ανεκδοτολογική ή περιγραφική έννοια – άλλα βουνά, άλλα ποτάμια -, αλλά ποιοτικά. Στις παραδοσιακές πεποιθήσεις, των Αφρικανών, των Ινδιάνων της Αμερικής ή άλλων, πέρα από εκείνο το ποτάμι ή εκείνη την οροσειρά εκτείνεται ένας απολύτως μαγικός κόσμος. Το ίδιο ισχύει και για τους Έλληνες στην αρχαϊκή εποχή, και μάλιστα πολύ αργότερα. Στην Οδύσσεια περιγράφονται αἱ ἐσχατιαί, τα πέρατα του κόσμου, ως χώροι των θεών και των τεράτων, των Κυκλώπων ή των Λαιστρυγόνων. Στο κέντρο βρίσκεται ο δικός μας ο κόσμος, των Ελλήνων και των Τρώων, όπου γνωρίζουμε περίπου τι συμβαίνει. Λίγο πιο μακριά βρίσκονται οι Φοίνικες, έμποροι και ναυτικοί που από καιρού εις καιρόν μένουν για μικρά χρονικά διαστήματα στον τόπο μας. Λίγο πιο πέρα ακόμη, οι Φαίακες, οι «γκρίζοι άνθρωποι» που μένουν κάπου ανάμεσα στο εδώ και το πραγματικό αλλού. Και στη συνέχεια, ακόμη πιο πέρα είναι η γη των θαυμάτων, των θαυμάτων που δεν έχουν τελειωμό. Και οι κοσμογονίες μιλάνε μόνο για αυτά: Θυμάστε ότι στον Ησίοδο υπάρχει από τη μια ένας ορατός και οικείος κόσμος, που φωτίζεται από τον Ήλιο και τα αστέρια, και από την άλλη -ένας χώρος ποιοτικά διαφορετικός – υπάρχουν οι τερατώδεις ρίζες του κόσμου, όπου είναι καταχωνιασμένοι οι Τιτάνες και άλλα τρομερά πλάσματα, τα Τάρταρα διατρέχονται από τρομακτικές θύελλες.

Στην κεντρική περιοχή όπου ζούμε, που μας είναι οικεία, με τη χλωρίδα, την πανίδα και το κλίμα της, αντιπαρατίθενται είτε αιφνίδια, είτε βαθμιαία, αυτές αἱ ἐσχατιαί, αυτά τα πέρατα της οικουμένης, το πέρας του οικείου κόσμου που θα μπορούσε να είναι σαν μια κυκλική επιφάνεια έξω από την οποία, αν περπατούσαμε σταθερά προς την ίδια κατεύθυνση, θα συναντούσαμε όλο και πιο περίεργα πράγματα. Η γοητεία τῶν ἐσχατιῶν εμποτίζει βαθιά το δυτικό φαντασιακό. Δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε τη φιλολογία επιστημονικής φαντασίας, φυσικά, ή ακόμη και την Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πυμ στα γραπτά του Poe, και το μυθιστόρημα του Jules Verne που αποτελεί συνέχειά του, όπου ο ήρωας κατεβαίνοντας συνεχώς προς νότον, καταλήγει εκεί όπου η θερμοκρασία ανατρέπεται μέχρις ότου τα παγωμένα νερά της θάλασσας βράζουν… Ξαναβρίσκουμε εδώ το μεγάλο ζήτημα της ομογενοποίησης του χώρου που δεν αφορά μόνο στον πλανήτη Γη, αλλά στο σύμπαν ολόκληρο. Περιττεύει να πούμε σε ποιο βαθμό αυτή η ιδέα ενός ομοιογενούς χώρου βρίσκεται σε απευθείας αντίθεση με το φαντασιακό και τα δόγματα όχι μόνο των αρχαίων πεποιθήσεων αλλά επίσης και των τριών μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών, για τις οποίες

η Γη είναι το κέντρο του κόσμου, είναι ο πλανήτης που ο Θεός δημιούργησε για τον άνθρωπο.

Η ιδέα του ποιοτικά διαφορετικού χαρακτήρα των περά- των του κόσμου και των κατοίκων τους επέζησε πρακτικά μέχρι την πραγματική ομογενοποίηση του γήινου χώρου στα νεότερα χρόνια, πράγμα που είναι αμφίβολο αν συνέβη πριν από τον 20ό αιώνα, και τούτο ακόμη και στην ευρωπαϊκή πολιτιστική σφαίρα. Σας θυμίζω ότι υπήρξαν στην Ισπανία του 16ου αιώνα θεολογικο-νομικές αντεγκλήσεις – δεν μιλώ εδώ για πρακτική, αλλά για υψηλή θεωρία – προκειμένου να αποφασιστεί μέχρι ποιου σημείου οι Ινδιάνοι της Αμερικής διέθεταν λογική. Θεωρήθηκε πραγματικό θαύμα το γεγονός ότι αυτά τα δίποδα ήταν προικισμένα με ικανότητα ομιλίας, όπως οι κατακτητές. Αλλά η ομοιότητα έφτανε άραγε πιο μακριά; Αποφάσισαν τελικά ότι ναι και ότι έπρεπε να τους εκχριστιανίσουν, πράγμα που δεν εμπόδισε καθόλου εξάλλου, ανάλογα με τις περιστάσεις, να τους εξολοθρεύουν. Αυτή η ομογενοποίηση συντελείται επομένως πολύ αργά. Και μάλιστα στον 20ο αιώνα ο σκληρός πυρήνας της υπόθεσης – η αναγνώριση της διαφορετικότητας του άλλου – δεν έχει προχωρήσει καθόλου. Είμαστε ακόμη στο ίδιο σημείο. Από τη στιγμή που υπάρχει ομογενοποίηση, αναφύονται άλλοι τρόποι κατάργησης ή συγκάλυψης της διαφορετικότητας του άλλου, όπως ο επιστημονισμός ή ο θετικισμός, στο πλαίσιο των οποίων οι άλλοι παύουν να είναι θαύματα και γίνονται, αντιθέτως, εντελώς κοινοί, περιορίζονται να αντιπροσωπεύουν απλώς πρωτόγονες καταστάσεις της ιστορίας της ανθρωπότητας. Ή πάλι, πιο πρόσφατα, γίνονται κοινότοποι, κατά τη στρουκτουραλιστική μέθοδο, στο πλαίσιο της οποίας αυτοί οι «άλλοι» απλώς συνδυάζουν «διαφορετικά» τα ίδια στοιχεία, τα ίδια σημασιολογικά θεμέλια με τα δικά μας. Το πραγματικό όμως πρόβλημα είναι ότι ο άλλος δεν είναι ούτε θαύμα ούτε κάτι το εκπληκτικό ούτε τέρας ούτε αντίγραφο του εαυτού μου. Το πρόβλημα αυτό δεν αντιμετωπίζεται εκτενέστερα από τη σύγχρονη σκέψη από όσο αντιμετωπιζόταν παλαιότερα. (Δεν μιλώ για τον κοινό πολίτη ούτε καν για τον κύριο Le Pen.)

Πώς θα μπορούσε ο Ηρόδοτος να μη μιλά για θωμαστά και για ανήκουστα πράγματα; Είναι όμως αλήθεια ότι πέρα από μια περιοχή σχετικά οικεία -που είναι στην πραγματικότητα αρκετά ευρεία και δεν περιορίζεται στην Ελλάδα, αλλά περιλαμβάνει και τη Λυδία, την Περσική αυτοκρατορία, την Αίγυπτο – ο κόσμος είναι όλο και πιο παράξενος και οριακά μη κατοικήσιμος. Απομακρυνόμαστε από το πεδίο που θα μπορούσε να έχει βιωθεί και να γίνει αντιληπτό από ανθρώπινα όντα. Σίγουρα, ο Ηρόδοτος αποδίδει σε αυτούς που ζουν στις εσχατιάς· εξαιρετικά έθιμα και φυσικές ιδιότητες. Μπορεί όμως πράγματι να πει κανείς ότι αντιπαραθέτει συνολικά και συστηματικά Έλληνες και Βαρβάρους; Πρόκειται για πολύ διαδεδομένη θέση, την οποία φαίνεται να συμμερίζεται σε κάποιο βαθμό ακόμη κι ένας ιδιαίτερα προσεκτικός αναγνώστης, όπως ο Frarncois Hartog. Είναι εν μέρει ταυτολογική, διότι ποιο άλλο πρίσμα εκτός από το ελληνικό πρίσμα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο Ηρόδοτος προκειμένου να κατανοήσει τους βαρβάρους και να ερμηνεύσει τον πολιτισμό τους; Είναι όμως επίσης απλουστευτική: γιατί άραγε η διαφορά στις περιπτώσεις, που αυτή υφίσταται, μεταξύ Ελλήνων και Βαρβάρων, μεταξύ «ημών» και των «άλλων», θα όφειλε ο Ηρόδοτος πάντοτε να την αντιμετωπίζει ως σύνολο ριζικών αντιθέσεων;
-----------------------
[1] <F. Jacoby, Die Fragmente der gnechischen Historiker, 1, Ber­lin, Weidemann 1923. Θα το βρούμε επίσης στο L ’Histoirc d’Homere ? Augustin. Prefaces des historiens et textes sur l’histoire, συγκεντρωμέ­να και σχολιασμένα από τον F. Hartog, μεταφρασμένα από τον Μ. Casevitz, Paris, Seuil 1999, συλλ. «Points Essais», σ. 42-43. >

[2] <Βλ. ΕΙΛ, σ. 281-305.>

[3] <Ηρόδοτος, Α, 119.>

[4] <Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, Ε, 1134b 26.>

[5] <Σεμινάριο της 2ας Μαΐου 1984 που δεν περιλαμβάνεται εδώ (βλ. «Αισχύλεια ανθρωπογονία…», στο Ανθρωπολογία, πολιτική, φιλοσοφία, Αθήνα ό.π., σ. 11-33).>

[6] <Βλ. κυρίως στην Ιπποκράτεια Συλλογή το δοκίμιο Περί αε­ρίων, υδάτων και τόπων. Έκδοση και γαλλ. μτφρ. στη συλλ. «Bude» του J. Jouanna (Les Belles Lettres, CUF 1996). Μτφρ. μόνο, παρουσίαση και σημειώσεις του J. Jouanna και C. Magdelaine στο Hippo- crate, L’Art de la medecine, Paris, GF Flammarion 1999.>

[7] <Ο Καστοριάδης επιλέγει, γι’ αυτή τη λέξη καθώς και για άλλες στη συνέχεια, να δώσει τον τύπο της αττικής διαλέκτου.>

[8] <Πρβλ. ΕΙΑ, σ. 151-160,257-259, 293-299.>

[9] <Ηρόδοτος, Α, 34, 71, 86 (Κροίσος), Α, 204-214 (Κύρος), Γ, 27-32, 37-38, 64-66 (Καμβύσης), Γ, 120-128 (Πολυκράτης και Ορέτης), Ζ, 34-36 (Ξέρξης).>

[10] <Ηρόδοτος, Α, 30-33.>

[11] <Ηρόδοτος, Α, 31, 17.>

[12] <Αισχύλος, Αγαμέμνων, 928-929′ Σοφοκλής, Οιδίποδας Τύ­ραννος, 1526-1530· Ευριπίδης, Ανδρομάχη, 100-103· Τρωάδες, 509- 510. Σύγκριση με τον Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια, A, 1100a – 1101b.>

[13] <Σοφοκλής, Οιδίποδας επί Κολωνώ, 1224-1227. Αλλά βρίσκουμε επίσης την ίδια διατύπωση στον Θέογνη και στον Βακχυλίδη.>

[14] <Πίνδαρος, 8οςΠυθιόνικος, V, 95-96· επίσης Σοφοκλής, Οιδίποδας Τύραννος, 1186-1188 («ἰώ γενεαί βροτῶν, ὡς ὑμᾶς ἴσα καί τό μηδέν ζώσας ἐναριθμώ – Φτωχές ανθρώπινες γενιές, μόνο ένα τίποτα βλέπω σε σας!»· Αίας, 125-126 («ὁρῶ γάρ ἡμᾶς οὐδέν ὄντας ἄλλο πλήν εἴδωλ’ ὅσοιπερ ζῶμεν ἤ κούφην σκιάν – βλέπω ότι εμείς οι ζωντανοί δεν είμαστε τίποτε άλλο από φαντάσματα ή κούφιες σκιές»),>

[15] <Ηρόδοτος, Α, 85 (Κροίσος στην πυρά), Β, 40-43, Ζ, 46 (Αρταβάνης σχετικά με τα δάκρυα του Ξέρξη: «ο θάνατος γίνεται για τον άνθρωπο το πιο επιθυμητό καταφύγιο»)· Ζ, 203 («δεν θα δούμε ποτέ άνθρωπο που, από τη μέρα της γέννησής του, δεν είχε τη δυστυχία να εμπλέκεται στο πεπρωμένο του»).

[16] <Ηρόδοτος, Β, 99, και πρβλ. σχεδόν όλο το Βιβλίο Β. Αλλά επίσης Α, 75,95,14,172,182,214, Γ, 3,9, Δ, 5,16,81,105,195, Ε, 45, 86, και κυρίως την προειδοποίηση Ζ, 152: «Σε ό, τι με αφορά, έχω μεν την υποχρέωση να μεταφέρω αυτά που λέγονται, αλλά ασφαλώς δεν είμαι υποχρεωμένος να τα πιστεύω – πρέπει να ληφθεί υπόψη αυτή η επιφύλαξη απ’ άκρου εις άκρον του έργου μου…»>

[17] <Πρόκειται για το απόσπασμα DK 22 Β 101a του Ηράκλειτου. Βλ. ΕΙΑ, σ. 345-346.>

[18] <Ηρόδοτος, Α, 45.>

[19] <Ηρόδοτος, Β, 3.>

[20] <Ηρόδοτος, Β, 43-44, 49, 50-51, 54, 58, Δ, 189, Ε, 58.>

[21] <Πρόσφατη γαλλ. έκδοση των Μ. Cuvigny και G. Lachenaud: Plutarque, CEuvres morales, τόμ. XII, 1, Traites 54-57, Paris, Les Belles Lettres, CUF («Bude») 1981 .>

[22] <Βλ., π.χ., στο Χώροι τον ανθρώπου, ό.π., «Το φαντασιακό: η δημιουργία στο κοινωνικο-ιστορικό πεδίο» (1981), σ. 118 κ.εξ.· «Η λογική των μαγμάτων και το ζήτημα της αυτονομίας» (1981), σ. 324- 336· «Οντολογικό βάρος της ιστορίας της επιστήμης» (1985), σ. 345- 360· και Sujet et Vente… (1986-1987), σ. 212-249.>

[23] <Ηρόδοτος, Α, 136.>

[24] <Βλ. ωστόσο, Θ, 108, το καθόλου ένδοξο επεισόδιο της στάσης του απέναντι στη γυναίκα και την κόρη του αδελφού του Μασίστη.>

[25] <Ηρόδοτος, Δ, 95-96.>

[26] <Ηρόδοτος, Β, 123.>

[27] <Π.χ. Ph.-E. Legrand, επιμ. και έκδ. του Ηροδότου, στη συλλ. «Bude», μαζί με εισαγωγή (Paris, Les Belles Lettres, CUF 1932, σ. 119-130).>

[28] <Ηρόδοτος, Z, 139.>

[29] <Ηρόδοτος, E, 78.>

[30] <Ηρόδοτος, Γ, 102-105.>

[31] <Ηρόδοτος, Γ, 107-113.>

[32] <S. Leys, La Foret en feu. Essais sur la culture et la politique chinoises, Paris, Hermann 1983, σ. 53-54, επανέκδ. στο Essais sur la Chine, Paris, Laffont, συλλ. «Bouquins» 1999, σ. 605. To Chinese Characteristics (1894) του Arthur H. Smith μεταφράστηκε πολλές φορές στην Κίνα κατά τον 20ό αιώνα, ακόμη και πρόσφατα. Το έργο μεταφράστηκε στα γαλλικά με τίτλο Moeurs cuneuses des Chi- nois (Paris, Payot 1927), επανεκδόθηκε από το Πανεπιστήμιο του Michigan το 2003.>

[33] <Hartog, Le Miroir d’Herodote, Paris, Gallimard 1980, αναθ. έκδ. 2001, συλλ. «Follio», κυρίως σ. 499 κ.εξ.>