Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Περί Θεμελιωδών Εννοιών Πολιτείας

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ (REPUBLICUM)
ΔΙΚΑΙΟΝ
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (LIBERTY, FREEDOM)
ΚΡΑΤΟΣ (STATE –αγγλ., STAAT –γερμ., STATUS –λατιν.)

1. Δημοκρατία =κράτος του δήμου. Το κράτος. Τι σημαίνει; Στα λεξικά ερμηνεύεται ως ισχύς, δύναμη, κυριαρχία. Ας δούμε μερικές φρασούλες κι ας αφήσουμε τη γλώσσα να μιλήσει από μόνη της. «οι αμυνόμενοικράτησαν τις θέσεις τους», «κράτα λίγο ρε συ να δω που έβαλα», «κράτησε με γιατί ζαλίζομαι». Βλέπουμε ότι έχει το στοιχείο της δύναμης και της ισχύος, χωρίς όμως να ταυτίζεται μ’ αυτές. Δεν μπορείς να κρατήσεις κάποιον ή οι αμυνόμενοι την θέση τους αν δεν έχεις τις ιδιότητες δυνατός, ισχυρός. «κρατέω-κρατώ» εννοιολογικά ταιριάζει με το «αποτρέπω την μεταβολή τινός, διατηρώ το ίσταμαι, το status της κατάστασης». Ο δήμος. Ουδαμώς σημαίνει λαός!!! Δήμος είναι διαμέρισμα υπαίθρου-εδάφους-γεωγραφικού χώρου σχετιζόμενο με ανθρώπους και την διαμονή τους επ’ αυτού.

Κατ’ επέκτασιν σημαίνει τους ανθρώπους αυτού και μόνο του χώρου, δηλαδή τοχωριό! Συνεπώς «δημοκρατία» σημαίνει την διατήρηση του χωριού ως έχει, είτε εδαφικά είτε πληθυσμιακά, το «βαστάτε να κρατήσουμε το χωριό μας», που οδηγεί αυτομάτως στο συμπέρασμα ότι ως μορφή διοίκησης αφορά μικρές ομάδες, μικρούς πληθυσμούς ανθρώπων, όπου έκαστος γνωρίζει προσωπικά έκαστον! Γι αυτό και η δημοκρατία ποτέ δεν γίνεται να είναι αντιπροσωπευτική, παρά μονάχα άμεση.

Για οποιοδήποτε αντιπροσωπευτικό σύστημα διοίκησης ο όρος «δημοκρατία» επιεικώς είναι αδόκιμος. Οι δυτικοί, με βαθιά την επιρροή της λατινικής, χρησιμοποιούν τον όρο «re-public”, όπου “publicum” η συνάθροιση ανθρώπων, π.χ. στο θέατρο στην αγορά ή και το χωριό το ίδιο, είναι ένα publicum. Αυτό που οι δυτικοί με τον όρο “republic” εννοούν, αντιστοιχεί στο αρχαιοελληνικό «το κοινόν» π.χ. των Κυπρίων , των Θεσσαλών. Γι' αυτό και το “democratic” μπαίνει ως επίθετο μπροστά από το “republic”. Διότι η μορφή του κράτους είναι «το κοινόν» (ντεμέκ, λέμε τώρα!) με διοίκηση «δημοκρατική». Το τελευταίο όμως το εξηγήσαμε.

2. «Δίκαιος» στα λεξικά είναι ο «σωστός – αμερόληπτος – νόμιμος». Το «νόμιμος» έχει εξωτερική σχέση με το «δίκαιος», ενώ τα δύο πρώτα εσωτερική. Δηλαδή: Το δίκαιο πάντα έχει τις ιδιότητες του σωστού και του αμερόληπτου εγγενώς. Αφορά εσωτερικές του υποθέσεις. Ο δε ορισμός του κατά Πλάτωνα, μολονότι θα υποπέσουμε σε σοβαρά λάθη αν πάρουμε τα λεχθέντα του ως θέσφατα, εντούτοις ο ορισμός «δίκαιον εστί ενί εκάστω το προσήκειν αποδιδόναι» είναι στο μέτρο του ανθρωπίνως δυνατού, άψογος.

Ο νόμος από την άλλη, βγαίνει από το «νέμω =μοιράζω», που σημαίνει «αυτός που κανονίζει τη νομή =τη μοιρασιά». Έτσι λοιπόν διαπιστώνουμε ότι ο νόμος δύναται να χρησιμοποιήσει το δίκαιον ως εργαλείο μοιρασιάς, αλλά δεν είναι και απαραίτητο!!!

Συνεπώς, επειδή η δικαιωσύνη αποτελεί την ραχοκοκκαλιά της κοινωνίας, ο δικαστής συμφώνως με την ετυμολογία του λειτουργήματος του, οφείλει και υποχρεούται να απονέμει το δίκαιον και ΟΧΙ να ετυμηγορεί κατά νόμο! Να λοιπόν άλλη μια συστημική στρέβλωση, η οποία περνάει απαρατήρητη λόγω ανύπαρκτης παιδείας και δει της σε βάθος εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας. Διότι οι λέξεις εκφράζουν τις σκέψεις. Χωρίς λεξιλογικό πλούτο, η έκφραση της σκέψης καθίσταται ασαφής, θολή αόριστη με συνέπεια την αδυναμία επικοινωνίας των μελών της κοινωνίας. Με αποτέλεσμα, αυτό που βλέπουμε. Έναν όχλο, μια μάζα «ανθρώπων».

3. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Εδώ έχουμε να κάνουμε με την πλέον βάναυσα βιασμένη έννοια της ανθρώπινης διάνοιας! «ελευθερία» = «ελεύθειν έρω» δηλαδή κινούμαι κατά που με τραβάει, με έλκει. Έχει χυθεί τόνους το μελάνι περί αυτής και κυρίως αν όντως ο άνθρωπος είναι ελεύθερος ή όχι.

Δεν χρειαζότανε! Η ελευθερία –για να μιλήσουμε μαθηματικά, είναι αξιωματικός όρος. Δηλαδή αυτοπροσδιορίζεται. Τον αν όμως ο άνθρωπος την έχει ή όχι, αυτό είναι θεώρημα και ως τέτοιο επισείει απόδειξη. Απόδειξη: Για να μπορείς να κινείσαι προς τα ‘κει που σε έλκει, δεν πρέπει να έχεις εμπόδιο, ή αν υπάρχει, να μπορείς να εξουδετερώνεις την αντίρροπη επίδραση του.

Λοιπόν, ο άνθρωπος πριν καν ακόμα γεννηθεί βρίσκεται ΥΠΟ το κράτος (βλέπε ανάλυση) της ΑΝΑΓΚΗΣ. Μας το ‘χει πει προ πολλού ο Θαλής με το «ισχυρότατον ανάγκη· κρατεί γαρ πάντων». Ανάγκη τροφής και οξυγόνου, αλλιώς μετοίκηση στον κόσμο του Άδη οριστικά και αμετάκλητα.

Άρα για όσο διάστημα ο Homo Sapiens Idiotus ελέγχεται από την ανάγκη, θα τον παγιώνει, θα τον ακινητοποιεί σε φυσικό και πνευματικό επίπεδο, ποτέ δεν θα ‘ναι ελεύθερος. Απλώς θα ‘ χει την ψευδαίσθηση της κίνησης, λόγω idiotus. Σπουδαία ανάλυση περί ελευθερίας στο έργο “Die Philosophieder Freiheit” (η φιλοσοφία της ελευθερίας) του RudolfSteiner. Εξαιρετική!

Δεν έχω τα λεξικά δίπλα μου, αλλά αν δεν κάνω λάθος το liberta σημαίνει την ΑΠ-ελευθέρωση, άρα η liberty είναι μια δράση με στόχο, σκοπό την freedom. Ο απελεύθερος εν σχέση με τον ελεύθερο, μάλλον συμπεριφέρεται ως derLibertin = ο ακόλαστος, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό. Η εκτόνωση της καταπίεσης βλέπετε!

4. Κράτος. Αναλύθηκε ήδη στο 1). Ανήκει κι αυτή η λέξη στην πλειονότητα των λέξεων που παραποιήθηκε ή διαστρεβλώθηκε το εννοιολογικό περιεχόμενο τους. Η λέξη «κράτος» ταυτίστηκε εννοιολογικά με την δύναμη με την ισχύ, ενώ αυτά αποτελούν ιδιότητες με τις οποίες πετυχαίνει το εννοιολογικό περιεχόμενο της. Της κατάστασης αμεταβλητότητας, δηλαδή της παγιωμένης κατάστασης. Μα τα πάντα ρει, μας λέει ο Ηράκλειτος. Και δεν χρειαζότανε να μας το πει, είναι ολοφάνερο! Άρα το κράτος είναι … αφύσικο!

Οι άνθρωποι πρέπει να πετύχουν οπωσδήποτε το άλμα συνειδητότητας (εντάξει sorry, είναι η αγαπημένη μου χλεβοσάτυρα) αν όντως θέλουν να ζουν σε Κοινόν και όχι Κράτος. Ελεύθεροι (με μόνο περιορισμό την ανάγκη της φύσης που φτάνει και περισσεύει για το πνεύμα του Ανθρώπου) και όχι δούλοι του όποιου συστήματος – μηχανισμού – ιδεολογίας – θρησκείας. Ένα διαφωτιστικό αστείο του AndreasPoppσε μια ομιλία του.

Π.χ. «Ο πρόεδρος της Deutsche Bundes republic (Γερμανίας), είναι πάστορας, η δε καγκελάριος κα Μέρκελ, κόρη πάστορα. Αν το δούμε από την σκοπιά των Αράβων, τότε και η Γερμανία είναι ένα θεοκρατικό κράτος!»

Παιδεία; Του πνεύματος; Επικίνδυνο πράγμα για το Satusείτε λέγεται United States, είτε λέγεται Deutscher Staat, είτε όπως θέλει. Θανάσιμα επικίνδυνος εχθρός του. Γιατί λοιπόν αναρωτιούνται οι Goin‘ Throug «που είναι η παιδεία σας, που είναι η υγεία σας κύριοι υπουργοί, γαμώ τα υπουργία σας»!!! Προφανώς δεν καταλάβανε!

Ας πω και κάτι για τον εξόχως διαβρωτικό μηχανισμό ενός Κοινού ή Κράτους ή Πολιτείας. Το χρήμα! Στην τελική το χρήμα ετυμολογικά σχετίζεται με την χρήση. Είναι ο μηχανισμός, το εργαλείο, δια του οποίου κάτι –αγαθά ή υπηρεσίες, καθίστανται χρηστικά για το κοινόν, την κοινωνία. Στην πράξη όμως, αυτό καθ’ εαυτό, είναι απλώς ένα ζωγραφιστό χαρτάκι και τίποτε άλλο. Κάποιοι μας το μοστράρουν στη μούρη μας παραμυθιάζοντας μας για την όποια δήθεν αξία του, κι εμείς συμφωνούμε, αποδεχόμαστε και πειθόμεθα ηλιθίως.

Η μόνη του χρήματος αξία πραγματική, εκ του πράγματος που αυτό καθ’ εαυτό είναι, έγκειται στο μελάνι και τον πάπυρο από τα οποία αποτελείται. Όλα τ’ άλλα υπάρχουν μονάχα στο «μυαλό» και στην απληστία του «ανθρώπου».

Σωκράτης ο Μεγάλος Επαναστάτης

Ο Σωκράτης, με την ιδιόρρυθμη προσωπικότητά του και τον εντελώς νέο φιλοσοφικό τρόπο του, αποτελεί σταθμό στην ιστορία της φιλοσοφίας.

Η σωκρατική σκέψη είναι ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία της φιλοσοφίας. Με αυτήν κλείνει ένας κύκλος και ανοίγει ένας άλλος. Γι΄αυτό η ελληνική φιλοσοφία χωρίζεται σε προσωκρατική και μετασωκρατική. Η προσωκρατική φιλοσοφία περιέχει μεγάλη δόση δογματισμού, καθώς αποτελεί ένα ενδιάμεσο στάδιο που επιτρέπει τη μετάβαση από τη μυθική σκέψη στην ορθολογιστική. Ο Σωκράτης ανταποκρίθηκε με μεγάλη συνέπεια στα αιτήματα της ανθρωπολογικής κατεύθυνσης, την οποία είχε πάρει η ελληνική επιστήμη, μετατοπίζοντας το κέντρο του ενδιαφέροντός της από τη γνώση της φύσης στον άνθρωπο και τις εσωτερικές δραστηριότητές του, ενώ ταυτόχρονα έχανε τον καθαρά θεωρητικό χαρακτήρα της, αποκτώντας κυρίως πρακτική σημασία. Με το Σωκράτη έχουμε μία νέα αρχή της φιλοσοφίας. Είναι κατά συνέπεια ο πρώτος φιλόσοφος, με τη σημερινή έννοια της λέξης, την έννοια της αναζήτησης.

Γεννήθηκε στην Αθήνα (469-399 π.Χ.) σε μία εποχή που το ελληνικό έθνος, έχοντας περάσει μέσα από σκληρούς εξωτερικούς και εσωτερικούς αγώνες, έχει χάσει την πίστη στην παράδοση και αναζητά απαντήσεις στα ερωτήματα της καθημερινής ζωής. Καθώς η παρακμή του ελληνικού πολιτισμού άρχιζε να εκδηλώνεται, η φιλοσοφική επανάσταση του Σωκράτη γεννιέται ως μία ανάγκη ηθικής συνειδητότητας τη στιγμή που η θρησκευτική πίστη και τα παλαιά ήθη είχαν κλονιστεί και η εποχή της αδιαμφισβήτητης αποδοχής των καθιερωμένων είχε πια περάσει. Ο Σωκράτης ασχολήθηκε με το στοιχείο εκείνο που είχε αποφασιστική σημασία για τον πολιτισμό της εποχής του: την ηθική, πολιτική και κοινωνική σπουδαιότητα της γνώσης και της επιστήμης.

Απέναντι στους Σοφιστές που είχαν τοποθετήσει τον άνθρωπο και τις προσωπικές του επιδιώξεις στο επίκεντρο της δραστηριότητάς τους, ο Σωκράτης αναζήτησε τη ΜΙΑ καθολικά έγκυρη αλήθεια, το καθαυτό δίκαιο και αληθινό πέρα από τις προσωπικές απόψεις που ο καθένας μπορεί να υποστηρίζει. Έτσι, αν και ο Σωκράτης πραγματευόταν τα ίδια προβλήματα με τους σοφιστές, ενώ οι σοφιστές έπεσαν σ΄ ένα σκεπτικισμό που τους οδήγησε σε μία άγονη δραστηριότητα και ακόμη πρόσφεραν επιχειρήματα στην αυθαιρεσία και την αναρχία, ο Σωκράτης μ΄ ένα καθαρό και υγιές κριτήριο βρήκε ξανά τα ιδανικά της ηθικότητας και της πίστης στο Λόγο.

Οι μαρτυρίες που έχουμε μας δίνουν μία σαφή εικόνα της προσωπικότητάς του. Ο Σωκράτης παρουσιάζεται ως ένας απλός άνθρωπος του λαού, γιος του αγαλματοποιού Σωφρονίσκου και της μαίας Φαιναρέτης. Αρχικά ασχολήθηκε με τη γλυπτική, εξασκώντας το επάγγελμα του πατέρα του.

Δεν ήταν πολυμαθής, δεν ανήκε σε καμία σχολή, ούτε ήταν οπαδός κανενός. Δεν είχε σχέση με καμία από τις γνωστές σχολές Μυστηρίων της εποχής. Ήταν πραγματικά ο φιλόσοφος της καθημερινής ζωής. Μιλούσε στην Αγορά, συγκεντρώνοντας γύρω του τους πιο αξιόλογους νέους, οι οποίοι τον σέβονταν ως δάσκαλο της αρετής. Θεωρούσε ως αποστολή του το να επιδοθεί πλήρως στην αναζήτηση της Αλήθειας και να διαπαιδαγωγήσει τον εαυτό του και τους συμπολίτες του στην αυτογνωσία και τον αυτοέλεγχο. Το «γνώθι σ’ αυτόν» έγινε το έμβλημα της διδασκαλίας του. Όπως μας τον παρουσιάζει ο Πλάτωνας για το Σωκράτη, στην «Απολογία» καμία άλλη λειτουργία, δεν ήταν ανώτερη από αυτήν που είχε δεχτεί από τους θεούς, γι΄αυτό προσπάθησε να την εκτελέσει με τη μεγαλύτερη πιστότητα, παραμελώντας τα δικά του.

Η μεγάλη αξία της φιλοσοφίας του Σωκράτη έγκειται στην ηθική σφαίρα της ζωής. Η πρακτική αξιοσύνη του ατόμου βρίσκεται στη γνώση του. Η γνώση (επιστήμη) είναι το θεμέλιο όλων των αρετών και η αυτογνωσία είναι το κοινό γνώρισμα όλων. Η αρετή, για το Σωκράτη, είναι γνώση και ιδιαίτερα γνώση του αγαθού. Το λάθος είναι έλλειψη γνώσης. Με τη διαλεκτική του απέδειξε ότι ο ηθικός βίος ,η αδιάκοπη προσπάθεια του ανθρώπου για την ηθική βελτίωσή το, η συμμετοχή του σε κάθε καλό και ωραίο είναι ο μοναδικός τρόπος για να πετύχει κανείς τη διαρκή ευδαιμονία.. Ο Σωκράτης ταύτισε την ευδαιμονία με την ηθική τελειοποίηση του ανθρώπου. Γι’αυτόν η ευδαιμονία είναι αναγκαία συνέπεια της αρετής. Ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει τη γνώση που οδηγεί στην ευδαιμονία με τη φιλοσοφία, δηλαδή τη συνεχόμενη εξέταση του εαυτού του, των άλλων, καθώς και των συνθηκών της ανθρώπινης ζωής. Καμία αρετή δεν τόνιζε τόσο πολύ όσο την αρετή της αυτοκυριαρχίας, εκφράζοντάς την με την ίδια του τη ζωή. Δίκαια θεωρείται ιδρυτής της ηθικής επιστήμης.

Η μέθοδος διδασκαλίας του Σωκράτη βασιζόταν στο διάλογο, τη ζωντανή ανταλλαγή στοχασμών με σκοπό να βρεθεί ο δρόμος προς το Λόγο, προς την αλήθεια. Ήταν πρόθυμος να αρχίσει διάλογο με τον καθένα που ήθελε να συζητήσει μαζί του. Παρουσιαζόταν σαν κάποιος που επιθυμεί να μάθει και με τις κατάλληλες ερωτήσεις αποσπούσε από το συνομιλητή του τη γνώμη του και ξεσκέπαζε τα αδύνατα σημεία της. Τελικά οδηγούσε το συνομιλητή του στο να συνειδητοποιήσει ότι η επίγνωση της άγνοιάς του, είναι η αρχή κάθε γνώσης («εν οίδα ότι ουδέν οίδα»). Για το Σωκράτη η διαφορά ανάμεσα στο σοφό και τον αμαθή βρίσκεται στο ότι ο σοφός γνωρίζει την ατέλεια της γνώσης του και θέλει να μάθει, ενώ ο αμαθής νομίζει ότι γνωρίζει και θεωρεί τον εαυτό ικανό να εκφέρει γνώμη για οτιδήποτε. Στη συνέχεια οδηγούσε το συνομιλητή του, βήμα προς βήμα, μέσα από ένα σύστημα αλυσιδωτών ερωτήσεων-απαντήσεων, στο να ανακαλύψει και να εκφράσει εκείνο που βρισκόταν μέσα του σε λανθάνουσα κατάσταση. Ο διάλογος είχε σα σκοπό να αφαιρέσει τα πέπλα της άγνοιας, αλλά αυτή η «νοητική κάθαρση» δεν ήταν δυνατή χωρίς μία στάση πνευματικής ταπεινότητας, προκειμένου να εγκαταλείψει κανείς τις ψεύτικες πεποιθήσεις μπροστά στη σαφήνεια του αληθινού. Αυτή την τέχνη «γέννησης» των ψυχών ο Σωκράτης την ονόμαζε μαιευτική, καθώς μέσω αυτής η γνώση εκμαιεύεται ως ουσία που κρύβει μέσα του ο άνθρωπος. Η προετοιμασία με την οποία ξεκινούσε η μαιευτική, ήταν η ειρωνεία.

Πίστευε όμως ότι υπάρχουν καταστάσεις που η γνώση, μόνη της, δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει στη σωστή απόφαση. Σε τέτοιες περιπτώσεις άκουγε μέσα του το «δαιμόνιο», μία συμβουλευτική φωνή, που τον απέτρεπε τις περισσότερες φορές.

Αν και ο ίδιος διαμόρφωσε ιστορικούς και φιλοσόφους πολιτικούς, θεωρούσε ότι το να δράσει ο ίδιος σε αυτά τα πεδία ήταν κάτι που απείχε πολύ από τις πνευματικές φιλοδοξίες του και θα του αφαιρούσε χρόνο από το έργο του.

Γίνεται έτσι ηγέτης μιας αριστοκρατίας του πνεύματος, πράγμα που τον έφερε σε σύγκρουση με τους δημοκρατικούς που ήταν τότε στην εξουσία.

Οι προσωπικές αντιζηλίες, σε συνδυασμό με την παρανόηση της διδασκαλίας του, τον οδήγησαν στο δικαστήριο. Η αυστηρή νομιμοφροσύνη του τον έκανε να απαξιώσει να συνεχίσει τη ζωή του ξεφεύγοντας από μία άδικη δικαστική απόφαση.

Δίδασκε ότι είναι προτιμότερο κάποιος να αδικείται παρά να αδικεί. Αν και είχε τη δυνατότητα να δραπετεύσει επέλεξε να πεθάνει πίνοντας το κώνειο.

Έτσι επικύρωσε, όπως με τη ζωή, εξίσου και με το θάνατο του, την ηθική διδασκαλία του, ότι το αληθινό περιεχόμενο της ζωής συνίσταται στην ευπραξία, δηλαδή στην αδιάλειπτη τέλεση δίκαιων πράξεων.

Καταδικάστηκε σε θάνατο, αυτό όμως συντέλεσε όσο τίποτε άλλο στη μεγάλη του δόξα. Το μεγαλείο του Σωκράτη βρίσκεται στο ότι η ζωή και η διδαχή του ήταν το ίδιο πράγμα.

Αν και ο ίδιος δεν ίδρυσε σχολή, η φιλοσοφία του αναπτύχθηκε από τους μαθητές του προς διαφορες κατευθύνσεις, και η ηθική διδασκαλία του αποτέλεσε τη ρίζα που έθρεψε σημαντικά φιλοσοφικά συστήματα στην ιστορία της φιλοσοφίας. Ο Σωκράτης σημάδεψε όχι μόνο την ελληνική φιλοσοφία, αλλά ολόκληρη τη δυτική φιλοσοφία, γιατί εκείνος έβαλε τη βάση της Ηθικής και της Διαλεκτικής.

Ας μην ξεχάσουμε το πόσο ο Πλάτωνας, ένας από τους σημαντικότερους μαθητές του, επηρεάστηκε από το δάσκαλό του, τον οποίο έλαβε ως πρότυπο και τον έκανε αθάνατο μέσα από τα έργα του, βάζοντάς τον να μιλά για έναν ολόκληρο κόσμο σοφίας.

Η αρχαία Ελληνική παράδοση της εσωτερικής ενατένισης και ενόρασης

Από τον Σωκράτη έως τον Πλωτίνο

Έχουμε μάθει να ταυτίζουμε τον διαλογισμό σχεδόν αποκλειστικά με την Ανατολή. Και πράγματι, οι ανατολικές παραδόσεις ανέπτυξαν σύνθετες μεθόδους περισυλλογής, εσωτερικής συγκέντρωσης και πνευματικής άσκησης.

Θα ήταν όμως ανακριβές να θεωρήσουμε ότι η ανάγκη του ανθρώπου να αποσύρει για λίγο τον νου από τον εξωτερικό κόσμο, να στραφεί προς τον εαυτό του και να αναζητήσει μια βαθύτερη πραγματικότητα απουσιάζει από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία.

Η λέξη «διαλογισμός», με τη σύγχρονη σημασία της, δεν αποτελεί τον κατάλληλο όρο για να περιγράψει όλες αυτές τις αρχαίες εμπειρίες. Συναντούμε όμως την περισυλλογή, την ησυχία, την αυτογνωσία, την αποδέσμευση της ψυχής από την κυριαρχία των αισθήσεων, τη θεωρία, την εσωτερική θέαση και, στα ύστερα φιλοσοφικά ρεύματα, ακόμη και την ένωση της ψυχής με το θείο.

Δεν πρόκειται επομένως για την ίδια τεχνική που σήμερα ονομάζουμε διαλογισμό ή ενσυνειδητότητα. Πρόκειται για διαφορετικές φιλοσοφικές πρακτικές και αντιλήψεις, οι οποίες όμως παρουσιάζουν ένα αξιοπρόσεκτο κοινό μοτίβο, την απομάκρυνση από τον θόρυβο των εξωτερικών πραγμάτων και την επιστροφή του ανθρώπου προς τον εσωτερικό του κόσμο.

Και ίσως αυτή η διαδρομή να είναι πολύ παλαιότερη από όσο συνήθως φανταζόμαστε.

Ο Σωκράτης και η ακινησία του νου.

Το πρώτο χαρακτηριστικό παράδειγμα μας το παραδίδει ο Πλάτων στο Συμπόσιο. Ο Αλκιβιάδης διηγείται ένα περιστατικό από την εκστρατεία στην Ποτίδαια, όπου ο Σωκράτης, βυθισμένος σε περισυλλογή, έμεινε ακίνητος επί μία ολόκληρη ημέρα.

«Αφού βυθίστηκε λοιπόν σε περισυλλογή, στεκόταν στον ίδιο τόπο, από την αυγή, και στοχαζόταν κάποιο ζήτημα... Και αυτός στεκόταν, ωσότου ξαναφώτισε η αυγή και βγήκε ο ήλιος. Έπειτα προσευχήθηκε στον Ήλιο και έφυγε.»

Πλάτων, Συμπόσιο 220c-d. [1]

Εδώ δεν έχουμε βέβαια μια «τεχνική διαλογισμού» με τη σύγχρονη έννοια. Έχουμε όμως κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον, την προσωρινή αναστολή της εξωτερικής δράσης και την ολοκληρωτική προσήλωση της συνείδησης σε ένα εσωτερικό ζήτημα.

Ο Σωκράτης δεν κάνει κάτι προς τα έξω. Παραμένει ακίνητος, σιωπηλός και στραμμένος προς τα μέσα. Η ακινησία του σώματος γίνεται έτσι το ορατό ίχνος μιας εσωτερικής εργασίας.

Η ψυχή που αποσύρεται στον εαυτό της.

Στον Φαίδωνα η εικόνα γίνεται ακόμη καθαρότερη. Ο Σωκράτης εξηγεί ότι η ψυχή συλλογίζεται καλύτερα όταν δεν παρενοχλείται από τις αισθήσεις.

«Χωρίς αμφιβολία τότε ακριβώς συλλογίζεται άριστα η ψυχή, όταν δεν ενοχλείται διόλου από πουθενά, ούτε από την ακοή, ούτε από την όραση, ούτε από κανένα πόνο, ούτε από κάποια ηδονή, αλλά απομονώνεται όσο το δυνατόν περισσότερο μέσα στον εαυτό της, αποχαιρετώντας το σώμα... και ορέγεται αυτούσια την πραγματικότητα.»

Πλάτων, Φαίδων 65c-d. [2]

Η Πλατωνική σκέψη κάνει εδώ ένα αποφασιστικό βήμα. Η εσωτερική στροφή δεν αποτελεί απλώς μέθοδο χαλάρωσης. Έχει γνωσιολογικό σκοπό.

Η ψυχή απομακρύνεται προσωρινά από την κυριαρχία των αισθήσεων ώστε να στραφεί προς εκείνο που δεν γίνεται αντιληπτό με τα μάτια ή τα αυτιά.

Η ησυχία, επομένως, δεν είναι απλώς απουσία θορύβου. Είναι μια κατάσταση κατά την οποία ο νους παύει να διασκορπίζεται.

Η ησυχία ως φιλοσοφικός τρόπος ζωής.

Αρκετούς αιώνες αργότερα, ο Πλούταρχος θα αφιερώσει ολόκληρη πραγματεία στην Περί ευθυμίας, δηλαδή στην ψυχική γαλήνη και την ηρεμία του ανθρώπου.

Η σκέψη του είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή η ησυχία δεν ταυτίζεται για τον Πλούταρχο με την αδράνεια. Δεν αρκεί να αποσυρθεί κάποιος από τον κόσμο. Μπορεί να εγκαταλείψει την εξωτερική δράση και να παραμείνει εσωτερικά ταραγμένος.

Η πραγματική ηρεμία εξαρτάται από την κατάσταση της ψυχής.

Ο Πλούταρχος υπογραμμίζει ότι η γαλήνη δεν μετριέται από το πόσα πράγματα κάνει κανείς, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο τα πράττει. Η φιλοσοφική άσκηση δεν απαιτεί κατ' ανάγκην εγκατάλειψη της ζωής, αλλά εσωτερική τάξη μέσα σε αυτήν.

Και προς το τέλος της πραγματείας διατυπώνει μια εξαιρετικά συμβολική εικόνα, ολόκληρος ο κόσμος γίνεται ένας ναός και η ίδια η ζωή μια τελετή μύησης.

«Το σύμπαν είναι ένας ιερότατος ναός... και η ζωή είναι η τελειότερη μύηση σε αυτά τα πράγματα.»

Πλούταρχος, Περί ευθυμίας 20. [3]

Εδώ η φιλοσοφική ησυχία αποκτά πλέον κοσμική διάσταση. Δεν σημαίνει να κλείσουμε τα μάτια απέναντι στον κόσμο, αλλά να μάθουμε να τον βλέπουμε διαφορετικά.

Η ησυχία γίνεται εσωτερική προϋπόθεση για μια διαφορετική θέαση της πραγματικότητας.

Η Στωική εσωτερική γαλήνη.

Στην ίδια ευρύτερη παράδοση ανήκει και η Στωική σκέψη. Εδώ η περισυλλογή συνδέεται με την αυτοκυριαρχία, την πειθαρχία των παθών και την αναζήτηση της εσωτερικής γαλήνης.

«Θα πρέπει να σκεφτείς προσεκτικά πού η φύση σου ρέπει περισσότερο, στην πολυτάραχη δράση ή στην ήρεμη μελέτη και τον διαλογισμό, και οφείλεις να στραφείς προς όποια κατεύθυνση σε οδηγεί η δύναμη του πνεύματός σου, γιατί το πνεύμα αντιδρά άσχημα όταν το εξαναγκάζεις, και εκεί όπου η φύση αρνείται ο μόχθος είναι άκαρπος.»

Σενέκας, De brevitate vitae 3.2. [4]

Η σκέψη είναι χαρακτηριστική. Η εσωτερική ζωή δεν επιβάλλεται μηχανικά. Ο άνθρωπος οφείλει να γνωρίσει τη δική του φύση και να καλλιεργήσει εκείνη την κατεύθυνση στην οποία μπορεί να ολοκληρωθεί.

Ο Κικέρων, από την άλλη, συνδέει τη φιλοσοφική άσκηση με την εσωτερική γαλήνη και την ειρήνη του νου.

«Όποιος, λοιπόν, μέσω της μετριοπάθειας και της σταθερότητας, έχει ήρεμο νου και είναι σε ειρήνη με τον εαυτό του... αυτός είναι ο σοφός που αναζητούμε, αυτός είναι ο ευτυχισμένος άνθρωπος.»

Κικέρων, Tusculanae Disputationes IV, 37. [5]

Η φιλοσοφία γίνεται έτσι άσκηση του νου. Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται απλώς να απομακρυνθεί από τον εξωτερικό θόρυβο. Πρέπει να πάψει να είναι εσωτερικά διασπασμένος.

Από τη γαλήνη στη νοητή θέαση.

Στα Ερμητικά κείμενα η εσωτερική στροφή αποκτά ακόμη εντονότερο γνωσιολογικό και μυσταγωγικό χαρακτήρα.

Το θείο δεν συλλαμβάνεται με τις αισθήσεις. Προσεγγίζεται από έναν διαφορετικό τρόπο γνώσης, μια εσωτερική θέαση στην οποία ο νους στρέφεται προς εκείνο που βρίσκεται πέρα από το αισθητό.

«Δες τα πράγματα όχι με την όραση των ματιών, αλλά με τις δυνάμεις της νοητής ενέργειας. Η νόηση μόνο "βλέπει" το αφανές, το Παν, αφού και αυτή είναι αφανής.»

Ερμητικά κείμενα, Λόγος Ε. [6]

Εδώ βρίσκεται ένα κρίσιμο σημείο. Η αρχαία Ελληνική και Ελληνορωμαϊκή παράδοση δεν περιορίζεται πλέον στην «ηρεμία του νου». Σταδιακά εμφανίζεται η ιδέα ότι ο άνθρωπος διαθέτει μέσα του μια δυνατότητα θέασης μιας πραγματικότητας που δεν είναι αισθητή.

Η αισθητηριακή όραση υποχωρεί και στη θέση της εμφανίζεται η νοητή όραση.Δεν βλέπει πλέον το μάτι, βλέπει ο νους.

Ο Πλωτίνος και η αφύπνιση προς το Εν.

Τον 3ο αιώνα μ.Χ., στον Πλωτίνο, η εσωτερική στροφή δεν αποτελεί πλέον απλώς προϋπόθεση φιλοσοφικής γαλήνης. Γίνεται ο δρόμος της ψυχής προς την ανώτερη πραγματικότητα.

Στην Εννεάδα IV.8.1 ο Πλωτίνος περιγράφει μια προσωπική εμπειρία εσωτερικής αφύπνισης:

«Πολλάκις αφυπνισθείς εις εμαυτόν εκ του σώματος και γινόμενος των μεν άλλων έξω, εμαυτού δε είσω, θαυμαστόν ηλικον ορών κάλλος... και τω θείω εις ταυτόν γεγενημένος και εν αυτώ ιδρυθείς...»

Πλωτίνος, Εννεάδες IV.8.1. [7]

Η φράση είναι συγκλονιστική, ακριβώς επειδή δεν περιγράφει απλώς συγκέντρωση. Ο Πλωτίνος μιλά για αφύπνιση προς τον εαυτό, απομάκρυνση από τα εξωτερικά πράγματα, είσοδο προς τα έσω και θέαση ενός θαυμαστού κάλλους.

Και ακόμη περισσότερο, μιλά για μια στιγμή κατά την οποία γίνεται «εις ταυτόν» με το θείο, εγκαθίσταται μέσα σε αυτό και ανέρχεται πέρα από το νοητό. Εδώ η πορεία έχει πλέον φτάσει στην κορύφωσή της.

Από την ακινησία του Σωκράτη στην Ποτίδαια, στη ψυχή του Φαίδωνα που αποσύρεται από τις αισθήσεις. Από την ησυχία της ψυχής του Πλούταρχου, στη αυτοκυριαρχία και την εσωτερική γαλήνη και την ειρήνη του νου, των Στωικών.

Από την Ερμητική εσωτερική όραση, στον Πλωτίνο, την εσωτερική συγκέντρωση στην υπέρβαση της διάνοιας και στην ένωση με το θείο.

Δεν πρόκειται ασφαλώς για μία ενιαία, αδιάσπαστη «τεχνική διαλογισμού» που διατρέχει αυτούσια όλους αυτούς τους αιώνες. Οι φιλοσοφικές σχολές έχουν διαφορετική ορολογία, διαφορετική μεταφυσική και διαφορετικούς σκοπούς.

Υπάρχει όμως μια εντυπωσιακή συνέχεια του εσωτερικού προσανατολισμού της ψυχής.

Από την ενσυνειδητότητα στη θέωση.

Σήμερα χρησιμοποιούμε τον όρο «ενσυνειδητότητα» για να περιγράψουμε μια κατάσταση κατά την οποία η προσοχή συγκεντρώνεται στο παρόν, με επίγνωση και χωρίς άμεση αξιολογική αντίδραση.

Αυτό αποτελεί σύγχρονο ψυχολογικό πλαίσιο και δεν πρέπει να προβάλλεται αυτούσιο πάνω στην αρχαιότητα. Η αρχαία φιλοσοφία όμως γνώριζε κάτι συγγενέστερο και βαθύτερο. Γνώριζε την άσκηση της προσοχής, την αυτοπαρατήρηση, την πειθαρχία των παθών, την εσωτερική σιωπή και τη στροφή της ψυχής προς τον εαυτό της.

Και σε ορισμένες ύστερες φιλοσοφικές παραδόσεις, ο σκοπός δεν ήταν απλώς να γίνει ο άνθρωπος πιο ήρεμος. Ήταν να γίνει διαφορετικό, να γνωρίσει τον εαυτό του, να αποκαταστήσει μέσα του την τάξη, να στραφεί από το πολλαπλό προς το Παν -Όλον - Εν.

Και τελικά, όπως θα τολμήσει να περιγράψει ο Πλωτίνος, να υπερβεί ακόμη και την ίδια τη νοητική διάκριση και να βιώσει, έστω στιγμιαία, την ένωση της ψυχής με την αρχή από την οποία προέρχεται.

Ίσως λοιπόν η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη σύγχρονη έννοια του διαλογισμού και στην αρχαία φιλοσοφική άσκηση να βρίσκεται ακριβώς εδώ.

Ο σύγχρονος άνθρωπος συχνά αναζητά την ηρεμία για να επιστρέψει καλύτερα στον κόσμο.

Ο αρχαίος φιλόσοφος, τουλάχιστον στην πλατωνική και νεοπλατωνική κορύφωση αυτής της παράδοσης, αναζητούσε την ησυχία για να στραφεί πέρα από τον κόσμο των φαινομένων.

Η σιωπή δεν ήταν ο τελικός σκοπός.Ήταν η πύλη. Και πίσω από αυτήν, για τον Πλωτίνο, δεν βρισκόταν απλώς ένας πιο ήρεμος εαυτός.

Βρισκόταν το Εν.
-----------------------
Παραπομπές:
1. Πλάτων, Συμπόσιο, 220c-d.
2. Πλάτων, Φαίδων, 65c-d.
3. Πλούταρχος, Περί ευθυμίας, 20.
4. Σενέκας, De brevitate vitae, 3.2.
5. Κικέρων, Tusculanae Disputationes, IV, 37.
6. Corpus Hermeticum, Λόγος Ε.
7. Πλωτίνος, Εννεάδες, IV.

Ο Παρατηρητής Εαυτός

Χαρακτηριστικές καταστάσεις απώλειας ενέργειας είναι:

Ο Θυμός, η οργή, η αγανάκτηση, το μίσος, η ζήλια, η κτητικότητα.

Γενικά οι έντονα συναισθηματικές καταστάσεις.

Η εγωιστική και ασυνείδητη συμπεριφορά.

Η συνεχής, ασυνείδητη σκέψη που δεν σταματάει ποτέ και διαλύει ενεργειακά τον άνθρωπο.

O έλεγχος της ποιότητας της σκέψης είναι ένα πρώτο βήμα για να αποφύγουμε τις ανώφελες διαρροές ενέργειας. Και εδώ είναι η ωρα να γνωρίσουμε τον Παρατηρητή.

Αυτό που συνήθως θεωρούμε ως εαυτό, έχει πολλές όψεις. Υπάρχει ο σκεπτόμενος εαυτός, ο συναισθηματικός εαυτός και ο λειτουργικός εαυτός ο οποίος κάνει τα πράγματα. Όλοι αυτοί μαζί συνιστούν τον εαυτό που μπορούμε να περιγράψουμε. Για παράδειγμα, μπορούμε να περιγράψουμε τη σωματική μας λειτουργία: πηγαίνουμε μια βόλτα, γυρίζουμε σπίτι, καθόμαστε. Συνήθως μπορούμε να περιγράψουμε πώς αισθανόμαστε όταν συγκινούμαστε ή αναστατωνόμαστε, τα αισθήματα μας εμφανίζονται, κορυφώνονται, και εξασθενούν σε ένταση. Μπορούμε επίσης να περιγράψουμε τις σκέψεις μας. Αυτές οι τρεις όψεις του εαυτού που μπορεί να περιγραφεί, αποτελούν τους πρωταρχικούς παράγοντες της ζωής μας.

Η συνήθεια του αναλυτικού νου να κατηγοριοποιεί και να κρίνει τα πράγματα και τις εμπειρίες μας μάς εγκλωβίζει σε μια παγιωμένη κατάσταση μηχανικών αντιδράσεων, οι οποίες φυσικά διαφεύγουν της επίγνωσής μας. Εδώ ταιριάζει απόλυτα η παρομοίωση του ανθρώπου με «μηχανή» η οποία λειτουργεί με συγκεκριμένο προγραμματισμό-άρα είναι εντελώς προβλέψιμη-.

Το χειρότερο όμως όλων είναι ότι οι άκαμπτες απόψεις και κριτικές του νου κυριαρχούν στην εσωτερική μας πραγματικότητα και δεν επιτρέπουν παρά μόνο συναισθήματα έντασης και αρνητικότητας να παρουσιάζονται εκεί. Αν δεν συμφωνείτε με τα λεγόμενα, απλά παρατηρήστε πόσο πολύ είστε μέσα σας απασχολημένοι με θέματα αρέσκειας και απαρέσκειας πραγμάτων, προσώπων ή καταστάσεων, μόνο για μισή έστω ώρα.

Υπάρχει όμως και μια άλλη όψη για την οποία κάνουμε λόγο:

O Παρατηρητής Εαυτός.

Ποια είναι η ριζική διαφορά ανάμεσα στον Παρατηρητή εαυτό και στις άλλες όψεις μας; Ποια είναι η φύση του;

Όταν αντιλαμβανόμαστε κάτι, υπάρχει ένα απειροελάχιστο διάστημα καθαρής επίγνωσης , που μεσολαβεί ανάμεσα στη βίωση της εμπειρίας και την εμφάνιση μιας σκέψης του αναλυτικού νου , η οποία θα αναγνωρίσει, θα ονοματίσει, θα ταξινομήσει και θα κατατάξει την εμπειρία/εικόνα σε κάποια από τις ήδη υπάρχουσες κατηγοριοποιήσεις του μυαλού, του εγωικού νου.

Αυτή η καθαρή επίγνωση είναι η Ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης , η συνειδητότητα. Η επίγνωση υπάρχει συνέχεια, πάντοτε, και δεν υπάρχει στιγμή που να μην έχουμε επίγνωση. Στην πραγματικότητα, η αίσθηση ότι υπάρχουμε είναι άμεση συνέπεια της παρουσίας της επίγνωσης. Όλα όσα αναγνωρίζονται να συμβαίνουν κάθε στιγμή, μέσα μας ή γύρω μας, αναγνωρίζονται γιατί υπάρχει η επίγνωση. Συνήθως νομίζουμε ότι αυτό που αναγνωρίζει και αντιλαμβάνεται τη ζωή είναι ο νους. Όμως, οι σκέψεις που συνιστούν στην πραγματικότητα τον ίδιο τον νου εμφανίζονται μετά την αντίληψη, την σχολιάζουν, την αναλύουν, την αποδέχονται ή την πολεμούν.

Προσοχή ή Παρατήρηση είναι η ικανότητά μας να παρατηρούμε και να παραμένουμε συνειδητοί καθώς εμφανίζονται οι αισθήσεις, τα συναισθήματα και οι σκέψεις. Όταν η Προσοχή παρατείνεται μέσω της χρήσης διάφορων τεχνικών(Παρατηρηση, διαλογισμός), διαπιστώνουμε ότι η εμπειρία μας διαφοροποιείται, γίνεται πιο βαθιά και τελικά αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και συναντάμε τον κόσμο γύρω μας. Όμως, λόγω της σχεδόν συνεχούς λειτουργίας και εσωτερικής κυριαρχίας του αναλυτικού νου, η παρουσία της Παρατήρησης μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο υπαρκτή στη ζωή μας αναλόγως της εξάσκησης που κάνουμε. Πολλές μορφές εσωτερικής πνευματικής εργασίας επικεντρώνονται ή και εξαντλούνται σε μια ποικιλία απλών και πιο σύνθετων τεχνικών εξάσκησης της Παρατήρησης. Τα αποτελέσματα είναι πάντοτε ανάλογα του βαθμού και της ποιότητας της εξάσκησης αυτής. Η Παρατήρηση λοιπόν είναι η δουλειά του Παρατηρητή. Ο Παρατηρητής παρατηρεί όχι μόνο τα εξωτερικά γεγονότα, αλλά κυρίως την εσωτερική κίνηση των σκέψεων και των συναισθημάτων σε συνάρτηση με τα εξωτερικά ερεθίσματα.

Σύμφωνα με μια παλιά ιστορία του Ζεν,

ένας μαθητής ζήτησε από τον Δάσκαλο Ichu: «Σας παρακαλώ γράψτε για μένα κάτι γεμάτο σοφία». Ο Δάσκαλος Ichu πήρε το πινέλο του και έγραψε μια λέξη: «Προσοχή». Ο μαθητής είπε, «Αυτό είναι όλο;» Ο Δάσκαλος έγραψε, «Προσοχή, Προσοχή». Ο μαθητής ενοχλήθηκε. «Αυτό δεν μου φαίνεται ιδιαίτερα βαθύ». Σε απάντηση ο Δάσκαλος Ichu έγραψε απλά, «Προσοχή, Προσοχή, Προσοχή». Εκνευρισμένος ο μαθητής ρώτησε, «Τι σημαίνει αυτή η λέξη ‘Προσοχή’;» Ο Δάσκαλος Ichu απάντησε, «Προσοχή σημαίνει Προσοχή».

Aντί για τη λέξη «Προσοχή»-«Παρατήρηση» θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη «επίγνωση» ή «συνειδητότητα».

Στην άσκηση της επίγνωσης, παρατηρούμε τις σκέψεις μας και το σφίξιμο στο σώμα μας επιστρέφοντας με όλη αυτή την πληροφορία στην παρούσα στιγμή. Πρόκειται για τη δυσκολότερη άσκηση που υπάρχει. Αν δεν καταφέρουμε να ξεφύγουμε πλήρως από το δεδομένο σκηνικό, παραμένουμε βυθισμένοι στις μικρές μας ανησυχίες. Στο κάτω-κάτω, οι ανησυχίες μας μάς καθιστούν το επίκεντρο των εξελίξεων, ή έτσι νομίζουμε. Το αποτράβηγμα από τις εγω-κεντρικές μας σκέψεις μοιάζει με βάδισμα μέσα σε σιρόπι: τα πόδια μας βγαίνουν απ’ το σιρόπι με δυσκολία για να ξανακολλήσουν αμέσως μετά. Μπορούμε να ελευθερωθούμε σιγά-σιγά. Αν όμως νομίζουμε ότι είναι εύκολο, είμαστε γελασμένοι.

Στη συστηματική εξάσκηση της Παρατήρησης, η πρώτη ανάγκη συνίσταται στην αναγνώριση της επικριτικής λειτουργίας του εγωϊκού νου. Τη στιγμή που γίνεται αυτή η αναγνώριση έχουμε μεταφερθεί στη θέση του καθαρού Παρατηρητή, που παρατηρεί όχι μόνο τα εξωτερικά γεγονότα, αλλά κυρίως την εσωτερική κίνηση των σκέψεων και των συναισθημάτων. Η καθαρή αυτή Παρατήρηση, η Προσοχή, δεν έχει ούτε ίχνος κριτικής, απόρριψης ή προτίμησης.

Δεν χρειάζεται να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε ή να σταματήσουμε με βία την επικριτική λειτουργία του νου. Αυτό που απαιτείται στην εσωτερική εργασία είναι η καλλιέργεια της επίγνωσης του τι συμβαίνει, η καλλιέργεια της Παρατήρησης. Όλες οι αλλαγές ξεκινούν από τη νέα κατάσταση που σιγά-σιγά αρχίζει να δυναμώνει μέσα μας, ενώ ταυτόχρονα αδυνατίζει η δομή του εγωϊκού νου και της κυριαρχίας που ασκεί στην εσωτερική μας πραγματικότητα.

Ο καταλυτικός παράγοντας λέγεται Παρατηρητής – που- δεν -κρίνει.

Όλα τα περιγράψιμα μέρη αυτού που ονομάζουμε εαυτό μας, είναι περιορισμένα, έρχονται και φεύγουν μέσα σ’ ένα χρονικό πλαίσιο. Ο Παρατηρητής εαυτός, όμως, δεν μπορεί να τοποθετηθεί σ’ αυτήν την κατηγορία, όσο κι αν προσπαθήσουμε. Αυτό που παρατηρεί δεν μπορεί να βρεθεί και δεν μπορεί να περιγραφεί. Αν το αναζητήσουμε, δεν θα βρούμε τίποτα να υπάρχει εκεί. Αφού δεν υπάρχει τίποτα που μπορούμε να γνωρίζουμε γι’ αυτόν, μπορούμε να πούμε ότι είναι μια άλλη διάσταση.

Η καθαρή επίγνωση, παρόλο που είναι πάντα παρούσα, δεν είναι εύκολο να αναπτυχθεί και να διατηρηθεί λόγω της τάσης του νου να ασχολείται συνεχώς με σκέψεις. Χάνουμε εύκολα την προσοχή επειδή ο νους είναι τόσο απασχολημένος στο να δημιουργεί νοητική δραστηριότητα με συνέπεια να γεννηθούν συναισθήματα σχετικά με αυτές τις σκέψεις. Κι έτσι όταν εμφανίζονται τα συναισθήματα μάς κυριαρχούν εντελώς. Χωρίς παρατήρηση, η αποταύτιση από αυτά είναι πολύ δύσκολη έως αδύνατη, και το ίδιο ισχύει για την καθαρή επίγνωση.

Παρατηρούμε -ή κάνουμε συνειδητό- όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος από τους περιγράψιμους εαυτούς μας. Δεν υπάρχει τίποτα σχετικά με τον εαυτό μας που δεν θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο λεπτομερούς ελέγχου. Αυτό δεν σημαίνει ότι σταματάμε τις άλλες δραστηριότητες. Ακόμη κι όταν είμαστε εντελώς απορροφημένοι στην καθημερινή μας ζωή, η λειτουργία της παρατήρησης συνεχίζει. Κάθε πλευρά του εαυτού μας η οποία δεν γίνεται αντικείμενο παρατήρησης, θα παραμένει θολή, συγκεχυμένη, μυστηριώδης. Θα μοιάζει ανεξάρτητη από εμάς, σαν να συμβαίνει εντελώς από μόνη της. Και στη συνέχεια θα παγιδευόμαστε μέσα της και θα οδηγούμαστε σε σύγχυση. Ένα καλό παράδειγμα είναι ο θυμός.

Όλοι μας, κάποια στιγμή, παρασυρόμαστε σε κάποια μορφή θυμού, ερεθιστικότητας, ζήλιας, ενόχλησης, ακόμη και κατάθλιψης. Μέσα από την παρατήρηση ανακαλύπτουμε σιγά-σιγά την ανατομία του θυμού και των άλλων συναισθηματικών σκέψεων.. Οι σκέψεις αυτές δεν είναι αληθινές συνδέονται όμως με τις αισθήσεις, με κάποιου είδους σωματική αίσθηση συστολής. Πρέπει να παρατηρούμε ακόμα και σε ποια σημεία οι μυς συστέλλονται και σε ποια όχι. Μερικοί θυμώνουν στο πρόσωπο τους, κάποιοι στις πλάτες τους, κάποιοι άλλοι παντού. Όσο περισσότερο γνωρίζουμε -τόσο πιο δυνατός είναι ο Παρατηρητής- τόσο λιγότερο μυστηριώδη είναι αυτά τα αισθήματα, και τόσο λιγότερο παγιδευόμαστε σ’ αυτά.

Μπορούμε να ασκηθούμε στο να παρατηρούμε τον εαυτό μας καθώς θυμώνει: την εμφάνιση των σκέψεων, το μοτίβο τους, τις σωματικές αλλαγές, τη θερμότητα, την ένταση. Συνήθως δεν βλέπουμε τι συμβαίνει, γιατί όταν είμαστε θυμωμένοι ταυτιζόμαστε με την επιθυμία μας να έχουμε “δίκιο.” Σ’ ένα επεισόδιο θυμού θα πρέπει να γνωρίσουμε όλες τις σκέψεις που σχετίζονται με αυτό το συμβάν. Και βέβαια όλα τα συναισθήματα που αυτές οι σκέψεις μας γεννούν. Και τις συμπεριφορές που οδηγούμαστε κατόπιν αυτών, σκέψεων και συναισθημάτων. Είναι πολύ μεθυστικό το να είσαι θυμωμένος. Όταν ο θυμός είναι μεγάλος το βρίσκουμε δύσκολο να εργαστούμε μαζί του. Μια χρήσιμη πρακτική είναι να εργαζόμαστε με όλους τους μικρότερους θυμούς που συμβαίνουν κάθε μέρα. Όταν μπορούμε να εργαζόμαστε μαζί τους καθώς συμβαίνουν, μαθαίνουμε. Έτσι, όταν έρχονται οι μεγαλύτερες αναστατώσεις, οι οποίες κανονικά θα μας σάρωναν, δεν μας συμπαρασύρουν τόσο πολύ. Και με τον καιρό εγκλωβιζόμαστε στο θυμό όλο και λιγότερο.

Υπάρχει ένα παλιό κόαν σχετικά με κάποιον μοναχό ο οποίος πήγε στον δάσκαλο του και του είπε, “Είμαι ένα πολύ θυμωμένο άτομο, και θέλω να με βοηθήσετε.” Ο δάσκαλος είπε, “Δείξε μου τον θυμό σου.” Ο μοναχός είπε, “Ξέρετε, αυτή τη στιγμή δεν είμαι θυμωμένος. Δεν μπορώ να σας τον δείξω.” Και ο δάσκαλος είπε, “Τότε είναι ολοφάνερο ότι δεν είσαι εσύ ο θυμός, αφού μερικές φορές ούτε καν υπάρχει.”

Αυτό που είμαστε έχει πολλά πρόσωπα, αλλά αυτά τα πρόσωπα δεν είναι αυτό που είμαστε.

“Δεν είναι η παρατήρηση μια δυϊστική πρακτική; Γιατί όταν παρατηρούμε, κάτι παρατηρεί κάτι άλλο.”

Στην πραγματικότητα δεν είναι δυϊστική. Ο παρατηρητής είναι κενός. Αντί για έναν διαχωρισμένο παρατηρητή, θα έπρεπε να πούμε ότι υπάρχει μόνο παρατήρηση.

Στην αρχή δεν μπορούμε όμως να το συλλάβουμε αυτό. Αν ασκηθούμε αρκετά σοβαρά, μαθαίνουμε ότι όχι μόνο ο παρατηρητής είναι κενός, αλλά και το αντικείμενο της παρατήρησης είναι επίσης κενό. Αυτό όμως είναι το τελικό στάδιο της πρακτικής δεν χρειάζεται να ανησυχούμε γι’ αυτό από την αρχή αρχή.

Δεν υπάρχει κανείς που να είναι διαχωρισμένος από οτιδήποτε άλλο. Υπάρχει μόνο ζωή που ζει τον εαυτό της: ακοή, αφή, όραση, όσφρηση, σκέψη. Δεν είναι ορθή η φράση “εγώ ζω”. Η Zωή ζει μέσα από μας. Αυτή είναι η κατάσταση της αγάπης ή της συμπόνιας: όχι ότι “είμαι εγώ”, αλλά ότι “είσαι Εσύ”.

Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος στο να κατανοήσουμε αυτό το: όχι ότι «είμαι εγώ» αλλά «είσαι Εσύ», είναι το να αυξηθεί η δύναμη του Παρατηρητή. Κάθε φορά που αναστατωνόμαστε το έχουμε χάσει. Αν παρατηρούμε δεν μπορούμε να αναστατωθούμε, γιατί ο παρατηρητής δεν αναστατώνεται ποτέ. “Το τίποτα” δεν μπορεί να αναστατωθεί. Αν λοιπόν μπορούμε να είμαστε ο Παρατηρητής, βλέπουμε κάθε «δράμα» με ενδιαφέρον και συμπάθεια, αλλά χωρίς να αναστατωνόμαστε.

Είναι πολύ δύσκολο κάποιος να είναι 100% ο παρατηρητής. Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά ανάμεσα σε κάποιον που μπορεί να είναι τον περισσότερο καιρό και σε κάποιον που μπορεί να είναι σπάνια. Σκοπός της πρακτικής είναι να αυξήσουμε τον “απρόσωπο” χώρο. Παρ’ ότι ακούγεται ψυχρό -και ως πρακτική είναι ψυχρή- δεν δημιουργεί ψυχρούς ανθρώπους. Ακριβώς το αντίθετο. Ούτε είναι κάτι το απόκοσμο. Σημαίνει, απλά, ότι όταν κοιτάζω κάποιο άλλο πρόσωπο, απλά το κοιτάζω, δεν προσθέτω 10.000 σκέψεις, 10.000 συναισθήματα σ’ αυτό που βλέπω. Και αυτός είναι ο χώρος της συμπόνιας. Δεν χρειάζεται να προσπαθήσουμε να τον βρούμε. Είναι η φυσική μας κατάσταση, όταν όμως το εγώ, ο εγωικός νους, είναι απόν.

Αυτό που κάνει τη ζωή τόσο τρομακτική είναι το ότι αφηνόμαστε να παρασυρθούμε μέσα στα σκουπίδια του περιδινούμενου μυαλού μας. Δεν είμαστε αναγκασμένοι να το κάνουμε.

Παράδοξη Κβαντική

Quantum Philosophy: Είναι ένας Διεπιστημονικός Κλάδος της Κβαντικής Φυσικής και Φιλοσοφίας.

Ο όρος κβάντο (λατινικά, quantum, σημαίνει ενέργεια, ποσό, ποσότητα, κάτι που μπορεί να μετρηθεί) αναφέρεται σε διακριτές μονάδες που χαρακτηρίζουν συγκεκριμένες φυσικές ποσότητες, όπως η ενέργεια ενός ατόμου ύλης σε κατάσταση ηρεμίας.

Η κβαντομηχανική είναι μια θεωρία Μηχανικής. Θεωρείται από πολλούς ως πλέον θεμελιώδης από την Κλασσική Μηχανική, καθώς σε έναν αιώνα πειραματισμού δεν έχει διαψευσθεί.

H Κβαντική Θεωρία της Φυσικής προκάλεσε πραγματική επανάσταση στην επιστήμη και δημιούργησε καινούριες βάσεις που πάνω τους στηρίχθηκε η τεχνολογία της σύγχρονης εποχής. Τα “κβάντα”, σύμφωνα με το θεμελιωτή της θεωρίας, το Γερμανό φυσικό Μαξ Πλανκ, είναι τα μικρά σώματα που εκπέμπονται σε μορφή ακτινοβολίας από τον ανθρώπινο οργανισμό. Όμως, όπως τα υλικά σώματα αποτελούνται από πρωτόνια και ηλεκτρόνια, έτσι και η εκπεμπόμενη από αυτά ενέργεια έχει υλική μορφή.

Κατά προέκταση, ο Γάλλος επιστήμονας ντε Μπρολί ή ντε Μπρέγι αναφέρει ότι τα φωτόνια είναι ταυτόχρονα και κύματα και σωματίδια. Αυτό ήταν η αρχή της διαμόρφωσης της νέας Μαθηματικής Φυσικής, της Κυματομηχανικής, που βασίζεται στην έννοια του υλοκύματος.

Η διαμάχη για την ερμηνεία της Κβαντικής Θεωρίας άρχισε την περίοδο 1924-26, σχεδόν αμέσως μετά την διατύπωση της. Ξεκίνησε στο 5o συνέδριο του Solvay (1927) και στο συνέδριο του Como (1927) όπου ο De Broglie διατύπωσε την θεωρία της διπλής λύσης. Η διαμάχη αυτή αφορά επιστημολογικά, φιλοσοφικά και φυσικά προβλήματα.

Τα κεντρικότερα προβλήματα είναι: Η φυσική σημασία του πιθανοκρατικού χαρακτήρα της κβαντικής θεωρίας, η φυσική σημασία της αρχής της επαλληλίας και η φυσική σημασία της αναγωγής της κυματοσυνάρτησης.

Τα επιστημονικά αλλά και φιλοσοφικά ερωτήματα που μπήκαν τον 20ο αιώνα εξ’ αιτίας της κβαντικής Φυσικής είναι πάνω κάτω τα εξής:

1. Υπάρχουν τα μικρότερα σωματίδια, ηλεκτρόνια, φωτόνια κ.λ.π. ανεξάρτητα της ανθρώπινης ύπαρξης και παρατήρησης;

2. Αν ναι, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε την δομή και την εξέλιξη των υποατομικών οντοτήτων και των φαινομένων;

3. Πρέπει οι φυσικοί νόμοι να διαμορφωθούν έτσι ώστε για κάθε παρατηρήσιμο φαινόμενο να υπάρχει τουλάχιστον μια αιτία που το προκάλεσε;

– Οι αντίπαλοι της κβαντικής αναιτιοκρατίας (Planck, Einstein, Erhenfest, De Broglie, Schroedinger) απάντησαν θετικά και στα τρία ερωτήματα.

– Οι δημιουργοί όμως και απολογητές της Κβαντικής Θεωρίας (Born, Bohr, Heisenberg, Pauli, Dirac) απάντησαν αρνητικά και στα τρία ερωτήματα.

Βέβαια υπήρχαν εξαιρέσεις. Π.χ. οι De Broglie και Schroedinger δέχθηκαν την Κβαντική Μηχανική αρκετά χρόνια μετά το 1927 αλλά ξαναγύρισαν στις αρχικές τους απορρίψεις.

Τα επιστημολογικά και φιλοσοφικά ερωτήματα συνδέθηκαν λοιπόν με την ισχύ της αιτιότητας, της τοπικότητας και του ρεαλισμού στην Κβαντική Φυσική.

Το πρόβλημα της αιτιότητας (τα φαινόμενα προκαλούνται από ορισμένες αιτίες) και το πρόβλημα της αιτιοκρατίας ή ντετερμινισμού (οι αιτίες καθορίζουν με ένα ορισμένο τρόπο το αποτέλεσμα) είναι ένα πανάρχαιο φιλοσοφικό πρόβλημα.

Όμως υπάρχει και το πρόβλημα της τοπικότητας, δηλαδή της ταχύτητας διάδοσης των φυσικών αλληλεπιδράσεων. Η λεγόμενη “μη-τοπικότητα” είναι μια από τις πλέον παράξενες προβλέψεις της κβαντικής θεωρίας, που μαζί με την γάτα Schroedinger, ήταν άλλη μια διαμάχη του κρετίνου Einstein με τον υποστηρικτή και συνιδρυτή της κβαντικής θεωρίας, τον Niels Bohr.

Η μη-τοπικότητα προβλέπει ότι, γεγονότα που συμβαίνουν εδώ, μπορούν να επηρεάσουν γεγονότα σε άλλο σημείο που μπορεί να είναι πολύ απομακρυσμένο από το πρώτο.

Το φαινόμενο αυτό ήταν η αιτία που έκανε τον Einstein να δηλώσει πως “ο θεός δεν παίζει ζάρια με το Σύμπαν”, στην επιστημονική διαμάχη του με τον Niels Bohr και ο οποίος του απάντησε “σταμάτα να λες στον θεό τι να κάνει”.

Σήμερα οι βασικές θέσεις στα ερωτήματα αυτά είναι δύο:

1. Η ρεαλιστική, υλιστική ερμηνεία (Δημόκριτος, Γαλιλαίος, Νεύτων, Planck, Einstein, De Broglie, Bohm, Schroedinger, von Laue, Langevin κ.ά.) κατά την οποία: Υπάρχει μια φυσική, αντικειμενική πραγματικότητα, ανεξάρτητη από το υποκείμενο και τα μέσα παρατήρησης. Ο παρατηρητής δηλαδή δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα της μέτρησης.

Ισχύει επίσης η αρχή της αιτιοκρατίας, οι αιτίες δηλαδή καθορίζουν το αποτέλεσμα.

Ορισμένοι από τους υποστηρικτές της υλιστικής ερμηνείας της Φύσης, δέχονται ότι τα σώματα αλληλεπιδρούν ακαριαία όσο μακριά και αν βρίσκονται (μη τοπικότητα). Η πεπερασμένη όμως ταχύτητα των φυσικών αλληλεπιδράσεων θεμελίωσε τον τοπικό χαρακτήρα των φαινομένων, που περιγράφονται από τις κλασσικές πεδιακές θεωρίες (ηλεκτρομαγνητισμός και θεωρία της βαρύτητας). Δηλαδή οι εκπρόσωποι αυτοί δέχονται την αρχή της τοπικότητας. Τέλος με την εξίσωση Schroedinger (1926) περιγράφεται η κίνηση των πραγματικών σωματιδίων που κινούνται στον χώρο και χρόνο θεωρώντας ότι τα σωματίδια έχουν διπλή φύση όπως δέχεται ο De Broglie.

Μια αυτονόητη υπόθεση της κλασικής φυσικής είναι ότι υπάρχει δυνατότητα, με πολύ προσεκτικό σχεδιασμό των πειραμάτων, να καταστήσουμε εντελώς αμελητέα την διαταραχή που προκαλεί ο ερευνητής με την ανάμειξή του στην πορεία των φυσικών φαινομένων. Η υπόθεση αυτή είναι απόλυτα δικαιολογημένη για φαινόμενα μεγάλης κλίμακας, αλλά παύει να είναι για φαινόμενα του Μικρόκοσμου και για τα σωματίδια που συγκροτούν τα άτομα (τουλάχιστο με τις σημερινές μεθόδους έρευνάς τους)

2. Η θετικιστική ερμηνεία (Σχολή της Κοπεγχάγης, Bohr, von Newmann, Heisenberg, Jordan κ.ά.) αμφισβήτησε την ισχύ της ρεαλιστικής ερμηνείας για την αιτιότητα στο χώρο του Μικρόκοσμου καθώς υποστήριξαν ότι δεν ισχύει στο Μικρόκοσμο και αμφισβήτησε επίσης και την ισχύ της τοπικότητας.

Σύμφωνα δηλαδή με τον Bohr η Κβαντική Θεωρία δεν περιγράφει τον μικρόκοσμο καθ’ εαυτόν, αλλά όπως αυτός εμφανίζεται κατά την παρατήρηση, δηλαδή μέσα από την αλληλεπίδραση του με τις συσκευές μέτρησης και τον παρατηρητή.

Μέσα στα πλαίσια της θετικιστικής ερμηνείας αναπτύχθηκε η μηχανική των μητρών, από τους φυσικούς της σχολής του Goetingen όπως ο Heisenberg. Οι θετικιστές πιστεύουν ότι μεγέθη που δεν μπορούν να παρατηρηθούν δεν υπάρχουν. Έτσι η μηχανική των μητρών δεν περιέγραφε τροχιές και άλλα “υλικά” χαρακτηριστικά των μικροσωματίων, αλλά μόνο παρατηρήσιμα μεγέθη: Ενεργειακές στάθμες, πιθανότητες παρουσίας και πιθανότητες μετάπτωσης.

Ο δεύτερος μαθηματικός φορμαλισμός της κβαντικής θεωρίας περιέχεται στην εξίσωση Schroedinger η οποία περιγράφει την πιθανότητα εύρεσης ενός σωματιδίου σε κάποια περιοχή του χώρου μια δεδομένη χρονική στιγμή.

Όπως απέδειξε όμως ο ίδιος ο Schroedinger οι δύο διατυπώσεις της Κβαντικής Θεωρίας είναι μαθηματικά ισοδύναμες και φυσικά οδηγούν στις ίδιες προβλέψεις. Ωστόσο η ισοδυναμία αυτή δεν σημαίνει ότι οι δύο διατυπώσεις είναι και επιστημολογικά ταυτόσημες. Η εξίσωση Schroedinger συνεχίζει την ρεαλιστική παράδοση της Κλασσικής Φυσικής ενώ η εξίσωση μητρών του Heisenberg θεμελιώνεται σε θετικιστικά αξιώματα και αντι-αιτιοκρατικές αντιλήψεις.

Η θετικιστική σχολή αφού άντλησε επιχειρήματα από τον φιλοσοφικό ιδεαλισμό, έδωσε νέα επιχειρήματα για την ορθότητα των απόψεων του. Έτσι η χριστιανική και νεοπλατωνική σκέψη άντλησαν θεμελιώδη επιχειρήματα από τον χώρο της μικροφυσικής.

Η επίδραση αυτή αποδεικνύει την φιλοσοφική εμβέλεια της νέας φυσικής. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι φιλοσοφικά ουδέτερη, ούτε αποκομμένη από τις άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες. Η ανθρωπιστική θεώρηση πρέπει να είναι πάντοτε ο κύριος στόχος των επιδιώξεων. Ο Schroedinger έγραφε ότι “ο επιστήμονας δεν μπορεί να αποκοπεί από τον γήινο λώρο όταν μπαίνει στο εργαστήριο ή στο αμφιθέατρο των παραδόσεων του”

Ο Schroedinger πίστευσε, για μια περίοδο ότι η κυματοσυνάρτηση (Ψ), που εμπεριέχεται στην διάσημη εξίσωσή του, περιγράφει υλικά κύματα στο φυσικό χώρο. Οι φυσικοί αντίθετα της θετικιστικής σχολής δεχόταν μόνο τα ασυνεχή, παρατηρήσιμα μεγέθη.

Την απάντηση όμως για την φυσική σημασία της κυματοσυνάρτησης (Ψ), την έδωσε ο Max Born. Το τεράγωνο της κυματοσυνάρτησης (Ψ) αντιπροσωπεύει την πυκνότητα της πιθανότητας παρουσίας του σωματίου στο σημείο x. Άρα πρόκειται για την στατιστική ερμηνεία της Κβαντικής Θεωρίας.

Στην εισήγησή του ο Bohr στο συνέδριο του Como (1927), δέχθηκε ότι στον Μικρόκοσμο αντιμετωπίζουμε συμπληρωματικά μεγέθη (θέση-ορμή), συμπληρωματικές ιδιότητες (σωμάτιο-κύμα), συμπληρωματικές περιγραφές (χωροχρονική-αιτιακή). Η συμπληρωματικότητα ανάχθηκε κατά τον Bohr σε γενική οντολογική και γνωσιοθεωρητική αρχή, που αφορά συμπληρωματικά και αμοιβαίως αποκλειόμενες καταστάσεις, που είναι οι μόνες δυνατές. Άρα κατά τον Bohr η Κβαντομηχανική περιγραφή είναι πλήρης και οριστική.

Ο De Broglie όμως το 1927 στο 5ο Συνέδριο του Solvay αμφισβήτησε το δόγμα για την πληρότητα της κβαντικής μηχανικής, σύμφωνα με την θεωρία του, της διπλής λύσης, κατά την οποία το σωμάτιο οδηγείται από ένα ευρύτερο κυματικό φαινόμενο το “κύμα πιλότο” ή “κυματοδηγό” που πιλοτάρει το ηλεκτρόνιο στον χώρο, και η όλη κίνηση είναι αιτιοκρατική. Την άποψη αυτή στο συνέδριο την υποστήριξε μόνο ο Einstein ενώ όλοι οι άλλοι σύνεδροι την αντιμετώπισαν με αδιαφορία.

Σε τελική ανάλυση οι φυσικοί που διαφωνούσαν με τον τελικό φορμαλισμό της Κβαντικής Μηχανικής διαφωνούσαν σε ένα σημείο. Πίστευαν ότι ήταν δυνατόν και χρήσιμο να συμπληρώσουν την θεωρία έτσι ώστε να γίνει αιτιοκρατική. Ανάμεσά τους ήταν ο Einstein, Planck, de Broglie και άλλοι.

Έτσι για παράδειγμα, στο ερώτημα γιατί διαφορετικά νετρόνια (που έχουν χρόνο ημιζωής 1000 δευτερόλεπτα περίπου) διασπώνται με μια βήτα Διάσπαση σε διαφορετικούς χρόνους και δεν διασπώνται όλα στον ίδιο χρόνο, οι οπαδοί της αιτιοκρατίας αναζήτησαν κάποιες αιτίες που καθορίζουν τους διάφορους χρόνους ζωής για τα νετρόνια ή άλλα ασταθή συστήματα. Πίστευαν σε κάποιες κρυμμένες μεταβλητές που υπαγόρευαν τις αιτίες για αυτές τις διαφορετικές συμπεριφορές.

Για πολλά χρόνια όμως ένα θεώρημα του Von Newmann, του 1932, εμπόδιζε τους αντιπάλους της θετικιστικής ερμηνείας, δηλαδή της Σχολής της Κοπεγχάγης, να υπερασπιστούν μια Κβαντική θεωρία ρεαλιστική και αιτιοκρατική. Το θεώρημα αυτό αποδείκνυε ότι δεν ήταν δυνατόν να κατασκευαστεί κάποια θεωρία με “κρυμμένες μεταβλητές” που θα εξηγούσε ρεαλιστικά και αιτιοκρατικά τα κβαντικά φαινόμενα.

Η απόδειξη αυτή είχε γίνει από τον Von Newmann, έναν επιστήμονα για τον οποίο όλοι αισθάνονταν δέος, άρα δεν μπορούσαν καθόλου να του φέρουν αντίρρηση. Επίσης οι Bohr, Pauli, Heisenberg και Jordan χρησιμοποίησαν αυτό το θεώρημα για να εξουδετερώσουν κάθε αντίθετη άποψη.

Οι αντίπαλοι τους (Einstein, De Broglie, David Bohm κ.ά.) απομονώθηκαν και ήταν οι μόνοι που έμειναν να αντιδρούν πεισματικά. Αλλά μετά από αρκετά έτη και προσπάθειες (από το 1935 έως το 1970) έδωσαν οι δύο τελευταίοι σημαντικές εργασίες για ένα μοντέλο με κρυμμένες μεταβλητές, το οποίο να μην αντιβαίνει στις προβλέψεις της Κβαντικής, και συγχρόνως να δίνει μια αιτιοκρατική θεμελίωση της συμπεριφοράς των κβαντικών συστημάτων.

Η αρχική προσπάθεια του Broglie (το 1927) είχε αποτύχει και αυτός την είχε εγκατέλειψε. Αλλά η επόμενη προσπάθεια του Bohm, επέτυχε γιατί διακρινόταν από ορισμένα χαρακτηριστικά:Αξιωματική αποδοχή της εξίσωσης Schroedinger και ισοδυναμία με την ορθόδοξη ερμηνεία της κβαντικής.
Δυνατότητα να προσεγγίσει το ζήτημα της κβαντικής θεωρίας της μέτρησης.

Τελικά όπως αποδείχθηκε το θεώρημα του Von Newmann, ενώ από μαθηματικής σκοπιάς δεν ήταν λάθος, δεν μπορούσε όμως να αποτρέψει τις αιτιοκρατικές γενικεύσεις της Κβαντομηχανικής.

Αυτές οι κρυμμένες μεταβλητές πιστεύουμε σήμερα ότι είναι δύο ειδών:Αυτές που συνδέονται με την εσωτερική δομή των σωματιδίων (εσωτερικές)
και αυτές που συνδέονται με υποθετικές διακυμάνσεις του κενού σε μικρές περιοχές γύρω από το σωματίδιο (εξωτερικές).

Και οι δύο μεταβλητές είναι τοπικές, δηλαδή είναι ανεξάρτητες από την παρουσία της ύλης, της ενέργειας ή των διακυμάνσεων του κενού μακράν από το σωματίδιο.

Αλλά υπάρχουν και οι μη-τοπικές κρυμμένες μεταβλητές, για να μπορέσουμε να εξηγήσουμε και τα συσχετισμένα κβαντικά φαινόμενα.

Ο Dirac ένας από τους πρωτεργάτες της Κβαντικής Φυσικής έγραφε το 1975: “Νομίζω ότι τελικά η παρούσα μορφή της Κβαντικής Φυσικής δεν πρέπει να θεωρηθεί οριστική. Υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες, θεωρώ πολύ πιθανό ότι ίσως κάποτε φθάσουμε σε μια βελτιωμένη Κβαντική Φυσική που θα μας επιτρέψει να πάμε παρακάτω.”

Έτσι η διαμάχη για την Κβαντική Φυσική συνεχίζεται έως την εποχή μας.

Παλαιά Κβαντική Θεωρία

Από τις αρχές κιόλας του 20ου αιώνα, η ανάγκη της ανθρωπότητας για εξέλιξη των θετικών επιστημών, αποτέλεσε κίνητρο για τους επιστήμονες να ασχοληθούν σχολαστικότερα με διάφορα φαινόμενα ή καταστάσεις της ύλης. Η φυσική θεώρηση που δέσποζε μέχρι τότε, δηλαδή η Κλασσική Φυσική, παρουσίαζε σοβαρά ρήγματα. Αυτά τα προβλήματα αναδεικνύονταν κατά τη διεξαγωγή διάφορων πειραμάτων, όπως στην μελέτη πολύ μικρών μεγεθών (ατομικού μεγέθους) ή ακαριαίων γεγονότων (έρευνες για την ταχύτητα του φωτός), καθιστώντας την Κλασσική Φυσική του Νεύτωνα και του Γαλιλαίου ανίκανες να εξηγήσουν τα αντίστοιχα αποτελέσματα.

Η θεωρία της Κβαντικής Φυσικής θα πρέπει να τονισθεί ότι δεν απορρίπτει την Νευτώνεια Φυσική. Η δεύτερη, μέχρι και σήμερα δίνει σαφείς απαντήσεις σε φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο Μακρόκοσμο, εφόσον φυσικά εξετάζουμε μεγάλα μεγέθη και σε μικρές ταχύτητες.

Όπως προαναφέρθηκε, οι νόμοι της Κλασσικής Φυσικής είναι μια ακραία περίπτωση των νόμων που διέπουν τον Μικρόκοσμο. Αυτή η βαθμιαία συγκέντρωση και η κατόπιν η διατύπωση σε μια ενιαία θεωρία είναι ένα από τα σημαντικότερα κατορθώματα της σύγχρονης επιστήμης. Αυτή η διαδικασία συγκέντρωσης και διατύπωσης μπορεί να χωριστεί ιστορικά σε δύο φάσεις, από τις οποίες απορρέει και η σύνδεση της παλιάς με την νέα κβαντική θεωρία.

Θεμελιωτές: Η κβαντική θεωρία θεμελιώθηκε από διακεκριμένους φυσικούς όπως ο Bohr, ο Heisenberg, ο Schrodinger, ο Pauli, οι Planck και άλλοι.

Άτομο σύμφωνα με την Ημικλασσική Θεωρία. Η πρώτη φάση που αρχίζει το 1900 με περίπου την εισαγωγή της έννοιας του quantum από τον Planck, φτάνει στο ζενίθ της με το άτομο του Bohr το 1913 και τελειώνει το 1923, καλύπτει την ανάπτυξη της παλαιάς Κβαντικής Θεωρίας. Αυτή η εποχή μπορεί να θεωρηθεί ως ένα μεταβατικό στάδιο μεταξύ της Κλασσικής Φυσικής και της σύγχρονης Κβαντομηχανικής που θεμελιώθηκε μεταξύ 1924 και 1927 και αποτελεί την δεύτερη φάση.

Η πρώτη φάση θεωρείται μεταβατικό στάδιο γιατί αποτελείται μεν από μη κλασσικές παραδοχές (π.χ. κβάντωση) αλλά σε ένα καθαρά κλασσικό εννοιολογικό πλαίσιο.

«Η Κβαντική Θεωρία μου προκαλεί αισθήματα τελείως παρόμοια με τα δικά σου. Θα έπρεπε κανείς πραγματικά να αισχύνεται για τέτοιες επιτυχίες, αποκτημένες με την βοήθεια του Ιησουιτικού κανόνα ‘Μή γνώτω η αριστερά σου τί ποιεί η δεξιά σου’» έλεγε ο Einstein το 1919 σε γράμμα του στον Born, κριτικάροντας την παλαιά κβαντική θεωρία, ενώ ο Schrodinger αναφέρει σε παρόμοια συνομιλία με τον Bohr «Αν αυτά τα καταραμένα κβαντικά άλματα πρόκειται τελικά να παραμείνουν στην Φυσική, τότε εγώ το μετανιώνω που αναμείχθηκα με την Κβαντική Θεωρία»

Νέα Κβαντική Θεωρία

Οι πέντε θεμελιώδεις προτάσεις της Κβαντομηχανικής είναι:
  1. Μαθηματική περιγραφή των φυσικών καταστάσεων. Σε κάθε πραγματοποιήσιμη κατάσταση ενός φυσικού συστήματος αντιστοιχεί μια τετραγωνικά ολοκληρώσιμη κυματοσυνάρτηση. Η κυματοσυνάρτηση περιέχει όλες τις πειραματικά διαπιστώσιμες πληροφορίες για την κατάσταση του φυσικού συστήματος.
  2. Μαθηματική περιγραφή των φυσικών μεγεθών. Σε κάθε φυσικό μέγεθος αντιστοιχεί ένας γραμμικός Ερμιτιανός Τελεστής που κατασκευάζεται από την κλασσική έκφραση του μεγέθους και του οποίου οι ιδιοτιμές είναι τα μοναδικά δυνατά αποτελέσματα μιας μέτρησης.
  3. Στατιστική ερμηνεία. Η κυματοσυνάρτηση σχετίζεται με την πυκνότητα πιθανότητας (επομένως διαθέτει στατιστική ερμηνεία).
  4. Ο Νόμος της κβαντικής μέτρησης. Η κατάσταση του φυσικού συστήματος μετά από μια μέτρηση αποδίδεται από την ιδιοσυνάρτηση της ιδιοτιμής που μετρήθηκε.
  5. Ο κβαντικός νόμος της κίνησης. Η χρονική εξέλιξη της κατάστασης ενός κβαντομηχανικού συστήματος καθορίζεται από την εξίσωση Schrodinger.
Τα έξι κύρια σημεία που επεξηγεί η κβαντική θεωρία, υπερβαίνοντας τις δυνατότητες της κλασσικής, είναι:
  1. Η διακριτότητα (κβάντωση) της ενέργειας
  2. Η δυαδικότητα του φωτός και της ύλης
  3. Ο Κβαντικός Εναγκαλισμός
  4. Η Κβαντική Σήραγγα
  5. Η Κβαντική Τηλεμεταφορά
  6. Ο Κβαντικός Υπολογιστής
Διακριτότητα Ενέργειας

Τα ηλεκτρόνια υπάρχουν σε διακεκριμένες ενεργειακές στάθμες μέσα στο άτομο. Όταν κατά την αποδιέγερσή τους από μια υψηλή ενεργειακή στάθμη μεταπηδούν προς μια χαμηλότερη, εκπέμπουν ένα φωτόνιο το οποίο σύμφωνα με την αρχή διατήρησης της ενέργειας, έχει ενέργεια που αντιστοιχεί στην ενεργειακή διαφορά των δύο ενεργειακών σταθμών. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι τα ηλεκτρόνια υπάρχουν μόνο σε συγκεκριμένες ενεργειακές στάθμες, αλλιώς σύμφωνα με την Κλασσική Φυσική θα κινούνταν με σπειροειδή πορεία προς τον πυρήνα.

Το γεγονός ότι υπάρχουν διακριτές τιμές για τα επίπεδα των ενεργειακών επιπέδων, μαζί με άλλες «κβαντισμένες» ατομικές ιδιότητες, αποτελούν και την κβάντωση της ενέργειας. Η κβάντωση είναι μια κεντρική υπόθεση για την κβαντική θεωρία καθώς με αυτήν επιλύεται το “αίνιγμα” της ατομικής σταθερότητας.

Δυαδικότητα Ακτινοβολίας

«Είναι ένα αναντίρρητο γεγονός ότι υπάρχει μια εκτεταμένη συλλογή δεδομένων για την ακτινοβολία που δείχνουν ότι, το φως έχει ορισμένες θεμελιώδεις ιδιότητες, που μπορούν να κατανοηθούν πολύ πιο εύκολα από την σκοπιά της σωματιδιακής θεωρίας του Νεύτωνα παρά από την σκοπιά της κυματικής θεωρίας. Επομένως, κατά την γνώμη μου, η επόμενη φάση ανάπτυξης της Θεωρητικής Φυσικής θα μας οδηγήσει σε μια θεωρία για το φως, που θα μπορεί να ερμηνευθεί σαν ένα είδος συγκερασμού της κυματικής και σωματιδιακής εικόνας.» A. Einstein (1909)

Κατά την εξέλιξη των ερευνών, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο χάσμα ερμηνειών ως προς την φύση του φωτός και της ύλης.

Το 1690 ο Huygens υποστήριξε την κυματική φύση του φωτός βρίσκοντας υποστηρικτές τον Maxwell, τον Hertz, τον Young και άλλους, ενώ το 1704 ο Newton υποστήριξε την σωματιδιακή φύση του φωτός (κάτι που είχαν υποστηρίξει και κάποιοι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι), βρίσκοντας υποστηρικτές τον Einstein, τον Planck και άλλους.

Ο Luis De Broglie το 1923 απέδειξε μαθηματικά πως ένα υλικό σωματίδιο θα μπορούσε να συμπεριφερθεί ως κύμα, κάτι που απέδειξαν και πειραματικά οι Davisson και Germer το 1927. Πώς γίνεται όμως κάτι να έχει τις ιδιότητες και την συμπεριφορά ενός κύματος και ενός σωματιδίου ταυτόχρονα;

Αυτό το ερώτημα καλύπτει η δυαδικότητα που πρεσβεύει η Κβαντική Φυσική, αποδεχόμενη και τις δύο φύσεις του φωτός και των σωματιδίων. Αναφέρει δηλαδή πως η Ακτινοβολία και η Ύλη συντίθενται μεν από σωματίδια αλλά η πιθανότητα να βρεθεί αυτό το σωματίδιο σε διάφορες θέσεις διαθέτει κυματική συμπεριφορά. Το φως που εμφανίζεται μερικές φορές ως κύμα οφείλεται στο ότι παρατηρούμε την συσσώρευση πολλών από τα σωματίδια του (κβάντα), και έτσι διαμοιράζονται πάρα πολύ οι πιθανότητες για διαφορετικές θέσεις στις οποίες κάθε σωματίδιο θα μπορούσε να υπάρχει.

Χονδρικά, αναφερόμενοι στη διπλή υπόσταση του φωτός, μπορούμε πλέον να θεωρούμε ότι το φως είναι κύμα όσο δεν ανιχνεύεται (δηλαδή όταν δεν αποτελεί αντικείμενο μελέτης), ενώ όταν ανιχνεύεται, παύει να είναι κύμα και συμπεριφέρεται ως σωματίδιο.

Σε αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί η Αρχή Αβεβαιότητας του Heisenberg. Αυτή η αρχή δηλώνει την αδυναμία ταυτόχρονης μέτρησης της θέσης και της ορμής ενός σωματιδίου σε μια δεδομένη στιγμή. Είναι βέβαια δυνατόν να γνωρίζουμε το ένα από τα δύο φυσικά μεγέθη (δηλ. την ορμή ή την θέση) αλλά όχι και τα δύο.

Αυτή η αρχή μάλιστα, πέρα από το ότι είναι ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία της Κβαντικής Φυσικής, συνδέεται άμεσα και με την υπόθεση της συμπληρωματικότητας του Bohr, κατά την οποία η μέτρηση μιας μεταβλητής καθιστά αυτομάτως μη μετρήσιμη κάποια άλλη.

Κβαντικός Εναγκαλισμός

Αρχικά, πριν μιλήσουμε για τον κβαντικό εναγκαλισμό θα πρέπει να αναφέρουμε κάποιες άλλες πληροφορίες όπως το ότι ένα σωμάτιο είναι δυνατόν να βρίσκεται ταυτόχρονα σε περισσότερες από μια κβαντικές καταστάσεις (ή ιδιοσυναρτήσεις) που αντιστοιχούν στις συγκεκριμένες τιμές (ιδιοτιμές) ενός μεγέθους (π.χ. της ορμής). Αυτό λέγεται υπέρθεση ή επαλληλία καταστάσεων. Στην προσπάθεια μέτρησης μιας ποσότητας, το πείραμα θα εξάγει μια συγκεκριμένη τιμή καθώς θα προκληθεί κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης κατά την ορθόδοξη ερμηνεία της κβαντικής.

Ο Schrodinger διαφώνησε με την ορθόδοξη αυτή ερμηνεία διατυπώνοντας το περίφημο πείραμα σκέψης (θεωρητικό πείραμα) της «γάτας του Schrodinger», το οποίο και αποτελεί ένα πολύ καλό παράδειγμα για να κατανοηθεί το φαινόμενο της επαλληλίας καταστάσεων.

Αυτό το πείραμα αναφέρεται στην περίπτωση μίας γάτας μέσα σε ένα κυτίο μαζί με πηγή εκπομπής ακτινοβολίας. Όταν η πηγή εκπέμπει ακτινοβολία, τότε λόγω κάποιας σύνδεσης σπάει μια φιάλη με δηλητηριώδες αέριο που αυτομάτως σκοτώνει την γάτα. Η πηγή όμως είναι ένα Κβαντικό Σύστημα το οποίο βρίσκεται στην επαλληλία καταστάσεων εκπομπής και μη εκπομπής (δηλ. 50-50 οι πιθανότητες να εκπέμψει ή όχι ακτινοβολία).

Αν δώσουμε ένα χρονικό περιθώριο (π.χ. μια ώρα) για την ενεργοποίηση της πηγής, μετά το πέρας αυτής της ώρας, αν δεν ανοίξουμε το κυτίο, η γάτα θα είναι και ζωντανή και νεκρή, πράγμα φυσικά αδύνατον. Όταν ανοίξουμε το κυτίο (και καταρρεύσει η κυματοσυνάρτηση εξαιτίας της μέτρησης ή με άλλα λόγια, «καταστραφεί» η υπέρθεση), η γάτα θα είναι ή μόνο ζωντανή ή μόνο νεκρή, όχι όμως και τα δύο.

Στην Κβαντική Φυσική, αυτή η υπόθεση δεν είναι καθόλου παράλογη καθώς το σύστημα πριν την μέτρηση (πριν ανοίξουμε το κυτίο) μπορεί να βρίσκεται στην υπέρθεση δύο μικροκαταστάσεων. Μόνο μετά την μέτρηση περιγράφεται αποκλειστικά με την μία από τις δύο καταστάσεις.

Κάπως έτσι καταλήγουμε στον κβαντικό εναγκαλισμό, ο οποίος θεωρεί ότι σε ένα σύστημα το οποίο αποτελείται από ένα ή περισσότερα υποσυστήματα, δεν μπορούμε να αποδώσουμε μια συγκεκριμένη Κβαντική Κατάσταση στο κάθε υποσύστημα την στιγμή που τα αντίστοιχα σωμάτια δεν έχουν δικές τους ιδιότητες. Αν επιχειρήσουμε να κάνουμε μέτρηση του ενός, επιφέρεται αυτομάτως η αλλαγή των ιδιοτήτων του άλλου, όσο μακριά και αν είναι το ένα από το άλλο.

Το παραπάνω οδήγησε στο παράδοξο EPR φαινόμενο, ένα πείραμα σκέψης που πήρε το όνομά του από τους δημιουργούς του Einstein, Podolsky και Rozen το 1935 και το οποίο αναφερόταν σε αυτή την δράση εξ αποστάσεως μεταξύ των εναγκαλισμένων σωμάτιων. Βέβαια, αυτό το φαινόμενο δεν αμφισβητεί την πληρότητα της κβαντομηχανικής, όπως πίστευε ο Αϊνστάιν, αλλά την επεκτείνει (όπως αποδείχθηκε πειραματικά κατά την δεκαετία του ’80).

Κβαντική Σήραγγα

Ένα σημαντικό φαινόμενο είναι η κβαντική σήραγγα. Χωρίς αυτήν, όχι μόνο θα ήταν αδύνατη η λειτουργία των κινητών τηλεφώνων, αλλά δεν θα υπήρχαν και τα σημερινά chips που απαρτίζουν έναν σημερινό ηλεκτρονικό υπολογιστή, έτσι όπως τα ξέρουμε τουλάχιστον. Ένα κύμα καθορίζει την πιθανότητα της θέσης ενός σωματιδίου. Όταν αυτό το κύμα αντιμετωπίσει ένα ενεργειακό φράγμα, η κβαντική σήραγγα μας λέει ότι το μεγαλύτερο μέρος του θα ανακλαστεί, ωστόσο, ένα μικρό μέρος του θα διαρρεύσει μέσα στο φράγμα.

Το κύμα που διέρρευσε από αυτό το φράγμα θα συνεχίσει την διάδοσή του στην άλλη πλευρά του φράγματος. Το ενδιαφέρον εδώ είναι πως ακόμη κι αν το σωματίδιο έχει πολύ μικρή ενέργεια για να ξεπεράσει το φράγμα, είναι πιθανό (μικρή πιθανότητα βέβαια) να δημιουργήσει μια σήραγγα μέσα σε αυτό. Αυτό το φαινόμενο βέβαια είναι αρκετά σπάνιο να συναντηθεί στον Μακρόκοσμο (π.χ. μια μπάλα δεν μπορεί να διαπεράσει έναν τοίχο χωρίς να του προκαλέσει φθορά), αλλά στο Μικρόκοσμο (π.χ. με την μορφή ενός ηλεκτρονίου) είναι μια συνήθης διαδικασία.

Τηλεμεταφορά

Μπορεί η τηλεμεταφορά γενικά ως θέμα να απασχολεί πολλούς συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί, λένε, σε μακροσκοπικό επίπεδο. Παρ’ όλα αυτά, σε υποατομικό επίπεδο, η Κβαντική Τηλεμεταφορά είναι κάτι το οποίο έχει επιτευχθεί.

Ας θεωρήσουμε μια μηχανή fax (πομπός) που στέλνει ακριβή αντίγραφα τρισδιάστατων πληροφοριών σε μια άλλη μηχανή (δέκτης), αφού καταστρέψει το πρωτότυπο αντικείμενο κατά την συλλογή των πληροφοριών που το διέπουν. Κατόπιν, ο δέκτης θα αναδιατάξει αυτές τις πληροφορίες ακριβώς στην ίδια θέση με το πρωτότυπο χρησιμοποιώντας κατά προτίμηση το ίδιο υλικό ή έστω άτομα του ίδιου είδους.

Μέχρι την δεκαετία του ’90, αυτή η σκέψη «φόβιζε» τους επιστήμονες λόγω του ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα παραβίαζε την αρχή της αβεβαιότητας που προαναφέρθηκε. Πώς μπορείς να έχεις ακριβείς πληροφορίες για ένα αντικείμενο (ή σωματίδιο) την στιγμή που η αρχή της αβεβαιότητας στο απαγορεύει; Κι όμως υπάρχει τρόπος: η περιπλοκή.

Η περιπλοκή είναι ένα «τέχνασμα», ένας θεωρητικός τρόπος χρησιμοποίησης της κβαντικής μηχανικής για να παρακαμφθούν οι περιορισμοί της αρχής της αβεβαιότητας, χωρίς όμως να παραβιαστεί η ίδια.

Η ομάδα που «βρήκε» την αρχή της περιπλοκής αποτελούνταν από τους Charles H. Bennett από την IBM, τους Gilles Brassard, Claude Crepeau και Richard Josza από το πανεπιστήμιο του Montreal, από τους Asher Peres από το τεχνολογικό ινστιτούτο του Israel και τον William K. Wootters από το Williams College.

Για να γίνει κατανοητή η περιπλοκή, παίρνουμε το «γνωστό» παράδειγμα των ζαριών: Έχουμε μπροστά μας πολλά ζεύγη ζαριών. Ρίχνουμε το πρώτο ζεύγος και έρχονται και τα δύο 4, ρίχνουμε το επόμενο ζεύγος και έρχονται και τα δύο 1 κ.ο.κ. Αυτό συμβαίνει σε κάθε ζεύγος ζαριών που ρίχνουμε. Το ένα ζάρι είναι τυχαίο, το άλλο όμως δίνει πάντα το ίδιο αποτέλεσμα με το συζευκτικό του.

Όσο περίεργη και αν ακούγεται αυτή η συμπεριφορά των ζαριών στο μακρόκοσμο, έχει αποδειχθεί πειραματικά ότι υφίσταται μεταξύ σωματιδίων. Σε αντιστοιχία με τους αριθμούς των ζαριών, ζεύγη σωματιδίων είναι δυνατόν να παίρνουν στοιχεία, όπως φυσικές ιδιότητες (π.χ. πολικότητα) το ένα από το άλλο. Φυσικά, αυτό συνδέεται άμεσα με το παράδοξο φαινόμενο EPR της κβαντομηχανικής που προαναφέρθηκε.

Με την περιπλοκή ή την «συσχέτιση» (όρος που έθεσε ο Schroedinger για το παράδοξο EPR) ως κύρια εφόδια, οι επιστήμονες διεξήγαγαν τρία -επίσημα- πειράματα κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’90. Εκτός από αυτά τα τρία άλλες έρευνες πάνω στην Κβαντική Τηλεμεταφορά έγιναν τον Δεκέμβριο του 1997, όπου δύο ερευνητικές ομάδες, μια στην Αυστρία και μια στην Ρώμη, εξέθεσαν τα επιτυχή πειράματα τηλεμεταφοράς.

Κβαντικός Υπολογιστής

«Μόνο ένας κβαντικός υπολογιστής μπορεί να προσομοιώσει αποτελεσματικά τα κβαντικά συστήματα» R. Feynman.

Η παραπάνω πρόταση του Feynman ήταν η πρώτη αναφορά στους κβαντικούς υπολογιστές το 1982, ενώ λίγο αργότερα, το 1985, ο Deutsch διατύπωσε τους κανόνες με τους οποίους θα λειτουργούσε μια υπολογιστική μηχανή βασισμένη στην Κβαντική Φυσική.

Επειδή στην Σύγχρονη Εποχή παρατηρείται μια ραγδαία αύξηση των τηλεπικοινωνιακών συστημάτων λόγω της ανάγκης για γρήγορη επεξεργασία και διακίνηση των πληροφοριών, η δημιουργία ενός κβαντικού υπολογιστή (Quantum computing) αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόκληση. Η Κβαντική Τηλεμεταφορά είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την δημιουργία των κβαντικών Λογικών Πυλών μέσα στους κβαντικούς υπολογιστές, στις οποίες θα γίνεται η επεξεργασία των πληροφοριών.

Υπολογίζεται ότι με τα qubits, έννοια αντίστοιχη με τα σημερινά bits, οι υπολογιστικές μηχανές θα μπορούν να κάνουν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τεράστιους υπολογισμούς που με τους σημερινούς υπολογιστές θα χρειάζονταν δισεκατομμύρια ημέρες. Αυτό οφείλεται στο ότι η τιμή ενός qubit μπορεί να ειναι 0 και 1 ταυτόχρονα!

Το εμπόδιο, όμως, στην δημιουργία ενός κβαντικού υπολογιστή είναι το κριτήριο Rayleigh, μια βασική αρχή της Οπτικής σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να κατασκευαστεί ένα microchip μικρότερο των 124 nanometers.

Θεωρητικά, αυτό το εμπόδιο στην πρόοδο γίνεται να υπερκερασθεί με την χρήση πεπλεγμένων φωτονίων τα οποία θα μπορούν να συμπεριφέρονται ως ένα (κατά συνέπεια κάποιων κβαντικών νόμων που αναφέρουν ότι τα πεπλεγμένα φωτόνια έχουν ως σύστημα το μισό μήκος κύματος από ό,τι έχουν ως ατομικά σωματίδια) και ως αποτέλεσμα, θα μπορούν να κατασκευαστούν chips μικρότερα των 64 nanometers.

Ακόμη κι αυτό να γίνει όμως, παρουσιάζονται και άλλα προβλήματα, με σημαντικότερο αυτό της αποσυσχέτισης, κατά την οποία μικρές αλληλεπιδράσεις με εξωτερικούς (ή και εσωτερικούς) περιβαλλοντικούς παράγοντες οδηγούν σε μη κβαντική συμπεριφορά χωρίς εναγκαλισμό, και συνεπώς δυσλειτουργία του κβαντικού υπολογιστή.

Η Ενέργεια συνιστά ουσιαστικά το υλικό, από το οποίο παράγονται όλα τα στοιχειώδη σωματίδια, τα άτομα και γενικά τα πάντα στον κόσμο, αλλά παράλληλα η Ενέργεια κινεί τα πάντα στον κόσμο, αποτελώντας μία αναλλοίωτη ουσία, που το συνολικό της ποσό, δεν μεταβάλλεται, με τα στοιχειώδη σωματίδια να αποτελούν παράγωγά της, όπως πιστοποιούν πάμπολλα πειράματα, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπεται σε κίνηση, σε θερμότητα, σε φωτεινή ακτινοβολία ή σε διαφορά δυναμικού, προκαλώντας ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα.

Η Ενέργεια είναι η αιτία όλων των μεταβολών, που εκπροσωπεί μία θεμελιώδη αρχή, την αλλαγή, την άφθαρτη μεταβολή που ανανεώνει τον κόσμο και αν και αυτή καθαυτή η αλλαγή δεν αποτελεί υλικό αίτιο, ο εκπρόσωπός της, το Πῦρ, συνιστά ως θεμελιώδης αρχή και την κινούσα δύναμη. Στο κοσμολογικό τμήμα του έργου του με τίτλο “Περί Φύσεως”, ο Ηράκλειτος δηλώνει αφοριστικά πως:

“Κόσμον τόνδε τὸν αὐτὸν ἁπάντων οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησε, ἀλλʹ ἦν αἰεὶ καὶ ἔστι καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα”.

(Ο κόσμος παραμένει αναλλοίωτος για όλα τα όντα και δεν είναι δημιούργημα κανενός θεού και κανενός ανθρώπου, αλλά υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρξει στον αιώνα τον άπαντα, ως πύρ αείζωον, που αναφλέγεται σύμφωνα με καθορισμένα μέτρα και αποσβένεται με καθορισμένα μέτρα).

Επιστήμονες σαν τον Γαλιλαίο, τον Μάξγουελ, τον Νιλς Μπορ, τον Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, τον Βίλχελμ Ράιχ, τον Έρβιν Σρέντινγκερ είπαν στους ανθρώπους:

“Εξερευνήστε πολύ βαθιά μέσα στην Ύλη και αυτή θα εξαφανιστεί, θα διαλυθεί σε άπειρη Ενέργεια. Τα πάντα είναι Ενεργειακά πεδία, ακόμη και η Ύλη όπως την βλέπεις δεν υπάρχει αποτελείται από κενό χώρο που είναι γεμάτος με Ενέργεια. Το σώμα σου είναι ένα Ενεργειακό πεδίο. Μόνο η αύξηση και η ανακατεύθυνση, της Ενέργειας θα ενεργοποιήσει το δυναμικό σου.” Νιλς Μπορ.

“Η φιλοσοφία είναι γραμμένη μέσα σε αυτό το μεγάλο βιβλίο, το Σύμπαν, το οποίο παραμένει πάντοτε ανοιχτό στο βλέμμα μας. Το βιβλίο αυτό δεν θα γίνει κατανοητό, εκτός αν μάθει να κατανοεί κανείς, την γλώσσα και να ερμηνεύει τους χαρακτήρες με τους οποίους έχει γραφτεί. Είναι γραμμένο στην γλώσσα των μαθηματικών και οι χαρακτήρες του είναι τρίγωνα, τετράγωνα, κύκλοι και άλλα γεωμετρικά σχήματα. Δίχως αυτά περιπλανόμαστε άσκοπα σε κάποιο σκοτεινό λαβύρινθο.” Γαλιλαίος.

“Εάν η ενιαία αρχή πού εξομοιώνει όλα τα πράγματα του κόσμου είναι το γίγνεσθαι, το φυσικό στοιχείο από το οποίο όλα τα άλλα στοιχεία αποτελούνται, είναι το Πυρ. Αυτό διότι το Πυρ θεωρείται ως στοιχείο αποσταθερωτικό, σε θέση να προκαλέσει εκείνη την αλλαγή που επιτρέπει στα πράγματα να μετατραπούν από την μια κατάσταση στην άλλη”. –Ηράκλειτος.

Τα ίδια είπαν και ο Αναξαγόρας, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος, η Υπατία, όλοι οι άξιοι λόγου φιλόσοφοι το ίδιο λένε.

Διάβασε, εξερεύνησε και μάθε για την περίφημη Ενέργεια… κι ανακάλυψε, τον παράξενο, Κβαντικό της κόσμο.

Ξέρεις ποιος είναι ο Αλχημιστής;

Μα τι άλλο παρά όποιος, ζει σύμφωνα με την φύση, κολυμπάει στην αρχέγονη, άχρονη, παράξενη, μεγαλειώδη, θάλασσα μυστηρίου, εναρμονίζεται με την ομορφιά και τα καπρίτσια της, απολαμβάνοντας να την εξερευνεί, να την ανακαλύπτει, να την γνωρίζει, μέχρι να αποδεσμευτεί από αυτήν. Αποκάλεσε τον όπως θέλεις, προτιμώ να τον λέω “Μέγα Κατεργάρη”.

Οι έννοιες Πραγματικότητα Μεταφυσικό Υπερφυσικό

Τι είναι η πραγματικότητα;

Στη ζωή μου, έχω παρατηρήσει την αντίφαση ότι κανένας από τους υπερασπιστές εκείνης της μορφής της πάγιας και στερεής πραγματικότητας, δεν γνωρίζει τι ακριβώς είναι η πραγματικότητα. Το βασικό δηλαδή, η βάση, στην οποία στηρίζονται, δηλαδή ποια είναι η φύση της πραγματικότητας και της αντίληψής της. Καταναλώνονται σε λογιστικού τύπου ορισμούς, στα πλαίσια ενός κακώς εννοούμενου Ορθολογισμού.

Κατ’ επέκταση, η έννοια τους του «εξωπραγματικού» συνήθως είναι κυρίως αυθαίρετη, ανόητη και εντελώς υποκειμενική. Εννοούν δηλαδή το «παράλογο», σύμφωνα με τη στενή λογική που τους έχει διδαχθεί. Εγώ προσωπικά, ιδεαλιστικά, είμαι αρνητής της ίδιας της έννοιας της «αντικειμενικότητας», που για μένα υποδεικνύει κάποια παρανόηση, ή μια σιωπηλή σύμβαση, ή απλά κάποιο εξουσιαστικό τρικ.

Ο όρος «Μεταφυσική» έχει προκύψει από το έργο «Μετά τα Φυσικά» του Αριστοτέλη. Βιβλιογραφικά, απλώς ακολουθεί τα «Φυσικά».

Επειδή ο Αριστοτέλης υπήρξε ο πρώτος πανεπιστήμων και κατ’ επέκταση ο πρώτος επιστήμονας, (και επειδή ο σύγχρονος όρος «Φυσική» έχει προκύψει από τα συγγράμματα «Περί Φύσιος» των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων), δημιουργήθηκε η αντίληψη ότι η έννοια «Μεταφυσική» αναφέρεται στην επιστημονική «Φυσική» (όπως αυτή διδάσκεται σήμερα στους φυσικούς στα πανεπιστήμια, αλλά και στα σχολεία). Δηλαδή ότι μιλάει για μια Φυσική πέρα από τη Φυσική, μια μη γνωστή Φυσική, ή μια ανατροπή της επιστήμης της Φυσικής, ή απλά μια επίδοξη αναβάθμισή της.

Πρόκειται όμως για παρεξήγηση. Το «Μεταφυσική», αναφέρεται στο Μετά από τη Φύση, στο Πέρα από τη Φύση, όπως π.χ. όταν λέμε «η ζωή μετά τον θάνατο», ή το «μεταμοντέρνο», κλπ. Αναφέρεται δηλαδή στο πνευματικό, στο Πέρα από την ύλη, ή στο Πέρα από την «Πραγματικότητα» (δηλ. από την «κατάσταση των πραγμάτων»). Γι’ αυτό, άλλωστε, μιλώντας γι’ αυτά τα πράγματα, αναφερόμαστε και στη «Μεταφυσική Φιλοσοφία».

Η Μεταφυσική είναι η μελέτη και η ενασχόληση με το πνευματικό (όχι με το υλικό), με το «εξωπραγματικό», με το «υπερβατικό», και όχι η άρνηση –ή απλά το ξεπέρασμα– των νόμων της φυσικής. Είναι κοινό γνωσιολογικό τυπολογικό σφάλμα, (ένα μπέρδεμα ορισμών), πολλοί άνθρωποι να μπερδεύουν το «Μεταφυσικό», το «Παραφυσικό» και το «Υπερφυσικό», μεταξύ τους.

«Παραφυσικό» είναι το «παρά φύσιν», το Paranormal, η φυσική εκτροπή, το παρακανονικό, δηλαδή η Μετάλλαξη της φύσης, δηλαδή π.χ. η Θεωρία της Εξέλιξης του Δαρβίνου (ο αυθεντικός τίτλος του διάσημου συγγράμματος του Δαρβίνου ήταν Η Θεωρία των Μεταλλάξεων, The Theory of Mutations, τον οποίο οι εκδότες του τον άλλαξαν με τον τίτλο Η Θεωρία της Εξέλιξης, The Theory of Evolution, για να μην έχει τρομακτική χροιά … Στην ουσία, πρόκειται για ένα μεγάλο σύγγραμμα του Παραφυσικού).

Βλέπε αντίστοιχα και τον όρο «Παραψυχολογία», που, εδώ που τα λέμε, τελικά εννοεί μια ψυχο-λογία που πιστεύει στην ύπαρξη της ψυχής, κάτι που –παραδόξως!– θεωρείται εκτροπή από την Ψυχολογία, δηλαδή μια «αιρετική» ψυχολογία.

«Υπερφυσικό» είναι αυτό που αντίκειται τελείως στους νόμους της φυσικής, που από αυτήν θεωρούνται ως νόμοι της Φύσης, και στην ουσία είναι ταυτόσημο με τα θαύματα.

Ο Νίτσε υποστήριζε (βλέπε στο έργο του, Τάδε Έφη Ζαρατούστρα), ότι ο άνθρωπος είναι μια γέφυρα ανάμεσα στον υπάνθρωπο και στον υπεράνθρωπο, και ότι ο προορισμός του ανθρώπου είναι να περάσει τη γέφυρα που ο ίδιος αποτελεί και να γίνει Υπεράνθρωπος.

Ο Γουίλιαμ Μπάρροουζ έγραφε ότι ο άνθρωπος είναι κολλημένος σε ένα στάδιο νεοτονίας, ότι βρίσκεται σε προνυμφιακό στάδιο, και ότι καλείται να μεταλλαχθεί, να υπερβεί την κατάστασή του, (υπονοώντας τελικά το διαστημικό μέλλον του ανθρώπου προς τα άστρα : επειδή το διάστημα είναι φυσικώς απαγορευμένο για εμάς, προϋποθέτει κάποια αληθινή μετάλλαξη για να το ταξιδέψουμε).

Ο C. S. Lewis έλεγε ότι δεν είσαι ένα σώμα που έχει ψυχή. Είσαι μια ψυχή που έχει ένα σώμα.

Η έξοδος από το σπήλαιο, σύμφωνα με την Παραβολή του Σπηλαίου του Πλάτωνα. Η βασική πεποίθηση όλων των μυστών όλων των εποχών, ότι ο άνθρωπος πρέπει να εκπαιδευτεί για την αφύπνισή του, για την έξοδο από το σκότος, για την υπέρβαση του εαυτού του, για τον φωτισμό του, για την ένωση με το θείο ή με την ανώτερη πραγματικότητα ή με την ανώτερη συνείδηση.

Υπάρχει ένας δεύτερος κόσμος πέρα από τον κόσμο. Μια άλλη διάσταση των πραγμάτων, με την οποία το πνεύμα μας μπορεί να έρθει σε άμεση επαφή.

Αυτή, με δυο λόγια εκ του προχείρου, είναι η «Μεταφυσική»

ΤΕΛΧΙΝΕΣ Η ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΥΦΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Την ιδιότητα των αποστόλων των αρχαίων μυστηρίων, δηλαδή να ‘‘θέλγουν’’ με τα λόγια τους άτομα προς μύηση, την κατείχαν οι Τελχίνες, πού ήταν δάσκαλοι του Ηφαίστου στον τομέα της μεταλλουργίας και παιδιά της Γαίας και του Πόντου˙αν και άλλες παραδόσεις λένε ότι ήταν παιδιά του Πλούτου και της Γης ή του Τάρταρου και της Νέμεσης.

Ίσως εξαιτίας της Νέμεσης να θεωρούνταν βάσκανοι˙ μάλιστα είχαν τόσο ‘‘κακό μάτι’’ που είχε βγει κι η παροιμία: «Τελχίνος ην βασκαίνων βαρύτερος». Και επειδή οι αρχαίοι θεωρούσαν την φώκια βάσκανο ζώο έλεγαν πώς οι Τελχίνες είχαν χέρια φώκιας. Επίσης πίστευαν ότι οι φώκιες πηγαινοέρχονταν μεταξύ του κόσμου των νεκρών και του κόσμου των ζωντανών, ενώ το βάδισμά της συνέδεε τους Τελχίνες με τον θεό Ήφαιστο, πού είναι κουτσός διότι ο σιδηρουργός για να κυριαρχήσει πάνω σε δυνάμεις, όπως η φωτιά,ο άνεμος και τα μεταλλεύματα, πρεπει η νόηση κι η τεχνική του να είναι πιο ευκίνητες, πιο πολύμορφες και να εμπέριέχουν τις ιδιότητες της λοξότητας και της καμπυλότητας.

Σύμφωνα με τον J.P.Vernant: «όταν η γη γεννά τον Πόντο, το πέλαγος, αυτό έρχεται και την συμπληρώνει και εισχωρεί στο εσωτερικό της και την ορίζει με τις τεράστιες υγρές επιφάνειες του(…)το πέλαγος ενσαρκώνει το άμορφο και ασύλληπτο υγρό και ρευστό στοιχείο, τα νερά του ανακατεύονται, δεν έχουν όρια, είναι συγκεχυμένα. Στην επιφάνειά του ο Πόντος είναι φωτεινός, αλλά στα βάθη του είναι εντελώς σκοτεινός˙ συνδέεται κι αυτός, όπως κι η γη, κατά κάποιον τρόπο, με το Χάος». Ίσως δεν είναι τυχαίο το ότι ο Στησίχορος ταύτιζε τους Τελχίνες με τις Κήρες, που ήταν δαίμονες του Άδη ή ψυχές νεκρών πού όντας ένα πλήθος από σκιές φόβιζαν τους αρχαίους Αθηναίους.
 
Ως σκιές νεκρών οι Κήρες συνδέονται με τους σκιερούς και την Μώρα˙ και γνωρίζοντας ότι οι σκιές εισβάλλουν στον χώρο μας μέσω πυλών, που βρίσκονται σε μέρη όπου διαταράσσεται η ηλεκτρομαγνητική ενέργεια της γης, ίσως οι Τελχίνες να γνώριζαν την ύπαρξη αυτών των πυλών. Τις πύλες αυτές, που τις φρουρούσαν διάφορα όντα, τις άνοιγαν μόνο οι ιερείς των αρχαίων μυστηρίων, μέσω κωδικών πρόσβασης, και έτσι έρχονταν σε επαφή με υπάρξεις άλλων διαστάσεων πού τους βοήθαγαν να εξυψωθούν πνευματικά. Η γνώση των κωδικών πρόσβασης είναι το κριτήριο ανάμεσα σε μυημένους και αμύητους.

Οι Τελχίνες, οι κάτοικοι δηλαδή όλων των σεισμογενών και ηφαιστειογενών νησιών του Αιγαίου, πρέπει να ήταν γνώστες αυτών των πυλών, ως αρχαίοι ιερείς, όπως πρέπει να ήταν και γνώστες της λεγόμενης ιερής γεωμετρίας, αφού οι πόλεις Κάμειρος, Λίνδος και Ιαλυσσός, πού οι Τελχίνες είχαν ιδρύσει, σχηματίζουν ορθογώνιο τρίγωνο, με ορθή γωνία την Κάμειρο. Κατά μία άλλη άποψη, οι τρεις πόλεις οφείλουν τα ονόματά τους σε τρεις Δαναΐδες που απεβίωσαν στην Ρόδο˙ γι’αυτό ο R.Graves υποστήριξε ότι οι Τελχίνες ήταν οι πρώτες μορφές της Σελήνης-Δανάης.

Τους Τελχίνες, σύμφωνα με μία εκδοχή, τους εξολόθρευσε ο Απόλλωνας με τα βέλη του. Ως προς το γιατί προέβηκε σε αυτή την ενέργεια, μία εξήγηση είναι η ακόλουθη: ο Απόλλωνας είναι ο επιστάτης της συμπαντικής αρμονίας και ίσως κάτι συνέβη τότε πού διατάραξε την κοσμική τάξη˙ για αυτό και αναγκάστηκε ο Απόλλωνας να επέμβει. Μάλλον πρόκειται για τον κατακλυσμό του Ωγύγου, ο οποίος οφείλεται στον πλανήτη Αφροδίτη, τον Έσπερο δηλαδή του Ομήρου.

Σύγχρονα δεδομένα δείχνουν ότι ο εν λόγω πλανήτης είχε 525 φορές πιο πολύ νερό από όσο έχει σήμερα, για αυτό θεωρούν ότι ήταν ένα ουράνιο σώμα πού εγκλωβίστηκε στο ηλιακό μας σύστημα. Έτσι όταν αυτή πέρασε κοντά από την γη, αναποδογύρισε ο άξονας της γης, δημιουργήθηκαν τεράστιες παλίρροιες, έγιναν ισχυρότατοι σεισμοί, και ηφαίστεια, νέα και παλαιά, άρχισαν να εκρήγονται. Η αντιστροφή των πόλων διήρκησε 2 με 3 24ωρα και είχε ως αποτέλεσμα οι επιζήσαντες να δούν τον ήλιο να ανατέλλει από εκεί που έδυε. Μία εικόνα πλήρους ανατροπής της κοσμικής τάξης και αρμονίας. Αλλά και πάλι σε τι μπορεί να ευθύνονται οι Τελχίνες για αυτή την κοσμική αναταραχή;

Σε ένα από τα χειρόγραφα της μυστικής παράδοσης αναφέρεται ότι οι Τελχίνες ήταν μάγοι-ιερείς της Ατλαντίδας και πως επιχείρησαν να ελέγξουν την δραστηριότητα των ηφαιστείων, τα οποία θεωρούνται πύλες για άλλες διαστάσεις. Αν τώρα η Ατλαντίδα είναι η Σαντορίνη, όπως πίστευε ο Μαρινάτος, τότε συμπεραίνουμε οι Τελχίνες προσπάθησαν να ελέγξουν την ίδια την φύση μέσω μαγικών τελετών. Γνωρίζοντας το τέλος της Σαντορίνης και της Ατλαντίδας, το αποτέλεσμα ήταν μία παταγώδης αποτυχία˙[και δεν ξέρουμε αν τούτες οι τελετές επίσπευσαν την καταστροφή].

Άλλη εξήγηση ως προς το γιατί να εξοντώσει ο Απόλλωνας-ήλιος τους Τελχίνες είναι πώς πρόκειται για αλληγορικό μύθο του πολέμου των Τελχίνων με τους Ηλιάδες, τους υιούς του θεού Ήλιου. Ή αν προτιμάτε μία διαμάχη μιάς κοινότητας-ομάδας-λαού που λάτρευε την σελήνη και την γη και μίας που λάτρευε τον ήλιο. Αποτέλεσμα του πολέμου ήταν να εκδιωχτούν οι Τελχίνες από την Ρόδο. Πρίν όμως αποχωρήσουν ράντισαν το νησί με νερό από την Στύγα μετατρέποντάς το σε άγονη γη. Ίσως ο μύθος να υπονοεί την χρήση πετρελαίου.

Αρχικά, σύμφωνα με αρχαίες πηγές, οι Τελχίνες ζούσαν στην Κρήτη, στην συνέχεια πήγαν στην Κύπρο και στο τέλος εγκαταστάθηκαν στην Ρόδο. Ίσως ο κρητικός θεός Βέλχανος, που συμβόλιζε την γονιμοποιό δύναμη, να έχει κάποια σχέση με τους Τελχίνες. Έλεγαν ότι οι Τελχίνες είχαν κεφάλι σκύλου, χέρια φώκιας, σώμα ψαριού, κάτω άκρα χήνας ή πάπιας, ενώ άλλοι πίστευαν ότι είχαν και ουρά φιδιού. Στην Κύπρο έχει βρεθεί φυλακτό (γνωστό και ως φυλακτό του Άρσλαν-Τας) πού απεικονίζει έναν σκυλοπρόσωπο Τελχίνα με ένα τεράστιο γουρλωμένο μάτι, του οποίου τα δύο άκρα καταλήγουν σε δύο τεράστιους σκορπιούς. Υπήρχε όμως κι η δοξασία ότι υπήρχαν Τελχίνες χωρίς πόδια και χέρια. Σε αγγεία απεικονίζονται πλάσματα που μοιάζουν σε γυρίνους˙ γεγονός που δείχνει ότι ίσως κάποτε να υπήρξαν τέτοιου είδους χιμαιρικά όντα, μέσα από επιμείξεις που λάμβαναν χώρα σε ορισμένες μυστηριακές τελετές.

Πίστευαν ότι είχαν κεφάλη σκύλου για τους εξής λόγους: α) για να τους συνδέσουν με τον κάτω κόσμο και τους νεκρούς, μιας και ο σκύλος σχετίζεται με τις επικήδειες τελετές και β) για να δηλώσουν ότι ήταν ιερείς της σελήνης. Για αυτό τον λόγο, οι Τελχίνες, με την μορφή των 50 σκυλιών του Ακταίονα, κατασπάραξαν τον Ακταίονα, όταν αυτός είδε γυμνή την Άρτεμη-σελήνη. Οι Τελχίνες, ως σκύλοι του Ακταίονα, ανήκουν στον διονυσιακό κύκλο, με τον Διόνυσο να είναι σεληνική θεότητα. Πηγές θέλουν τους Τελχίνες να ακολουθούν τον Διόνυσο στην εκστρατεία του στις Ινδιές. Το ότι πράγματι πήγαν εκεί, πιστοποιείται από το γεγονός ότι ο ινδός θεός Σίβα έχει για σύμβολό του την τρίαινα.

Σύμφωνα με την μυθολογία, οι Τελχίνες ανέθρεψαν τον νεογέννητο Ποσειδώνα, που τους τον εμπιστεύτηκε η Ρέα, στην προσπάθειά της να εμποδίσει να τον καταπιεί ο Κρόνος. Στην ανατροφή του Ποσειδώνα τους βοήθησε και η Καφείρα, που ίσως να είναι το ίδιο πρόσωπο με την Καβειρώ, την μητέρα των Καβείρων. Όταν ο Ποσειδώνας ενηλικιώθηκε, οι Τελχίνες του έδωσαν για γυναίκα του την αδελφή τους την Αλία [πού ως Λευκοθέα ταυτίζεται με την Ινώ, την τροφό του Διονύσου] και ως δώρο γάμου την τρίαινα, το σύμβολο του Ποσειδώνα.

Ο Ποσειδώνας πρέπει να είναι η θεοποιημένη δύναμη της σελήνης να έλκει τα ύδατα. Μία λατρεία που δημιουργησαν οι Τελχίνες, όπως αργότερα έκαναν και με τον Δία, αφού οι Κουρήτες είναι όσοι εκ των Τελχίνων ακολούθησαν την Ρέα από την Ρόδο στην Κρήτη, με σκοπό να προστατεύσουν τον Δία από τον Κρόνο. Στοιχείο που δείχνει την σεληνιακή καταγωγή του Ποσειδώνα είναι το εξής: ο Ποσειδώνας θέλοντας να σμίξει ερωτικά με την Θεοφάνη, μεταμορφώθηκε σε κριάρι, το οποίο είναι σεληνιακό ζώο, αφού οι αρχαίοι ενίοτε απεικόνιζαν την θεά σελήνη πάνω σε κριάρι.

Αντί του Ποσειδώνα, η Ρέα έδωσε στον Κρόνο έναν πώλο (μικρό άλογο)˙ γεγονός που συνδέει τον Ποσειδώνα με τον Σείριο, αφού ΠΩΛΟΣ=Ο ΣΕΙΡΙΟΣ ΕΣΤΙ=1180. Κατά την μυθολογία, ο Ποσειδώνας είχε για γιό του τον Ωρίωνα, του οποίου ο σκύλος λεγόταν Σείριος, και ο οποίος αργότερα έγινε ο γνωστός αστερισμός. Η μαρτυρία ότι οι Τελχίνες είχαν σώμα ψαριού, δηλαδή καλυμμένο με λέπια, τους συνδέει με τον Όαννες, του οποίου το σώμα έμοιαζε με ψάρι και όντας αμφίβιος, όπως και οι Τελχίνες, ζούσε στο βυθό. Το ότι υπάρχουν αμφίβιοι θεοί το πιστεύουν και οι Ντόγκον, μία φυλή στο νότιο Μαλί, οι οποίοι μάλιστα λένε ότι οι θεοί τούτοι, πού ονομάζονται Νόμμος, έχουν έλθει από τον Σείριο.

Ο Όαννες ταυτίζεται με τον Έλληνα Πάνα, ο οποίος συνδέεται με το ζώδιο του Αιγόκερου, στο οποίο υπάρχει μία πύλη, από όπου οι ψυχές ανέρχονται στον αιθέρα, δηλ. την ουράνια πατρίδα τους. Η άλλη πύλη βρίσκεται στον ζώδιο του Καρκίνου και από εκεί κετέρχονται ενσαρκωμένες πλέον οι ψυχές στην γη. Γνωρίζοντας ότι στην Λήμνο οι Κάβειροι ονομάζονταν Καρκίνοι, ότι από την βόρεια πύλη του Καρκίνου κατέρχονται οι ψυχές, ενώ από την νότια πύλη του Αιγόκερου ανέρχονται, καθώς και ότι προς το βόρειο Αιγαίο βρίσκεται η Λήμνος, στο δε νότιο η Ρόδος, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι στον άξονα Λήμνος-Ρόδος υπάρχει καμπύλωση του χώρου και πώς στην Λήμνο και στην Ρόδο υπάρχουν πύλες. Δηλαδή οι Λήμνος και Ρόδος απεικονίζουν πάνω στην γη τις δύο πύλες του ηλίου, πού υπάρχουν στο σύμπαν. Άλλωστε μία θεωρία θέλει τους Τελχίνες να είναι το αίτιο δημιουργίας μίας πύλης χωροχρόνου επί της γης, για να μεταφερθεί από έξω κόσμους, ουράνιος σπόρος με σκοπό την γονιμοποίηση.

Η παρακμή της αρχαίας Αθήνας, μαρτυρίες απο διαφόρους φιλοσόφους

Ο Συνέσιος επισκέπτεται την Αθήνα με το κύρος ενός νεοπλατωνικού φιλοσόφου, μαθητή της Υπατίας στην Αλεξάνδρεια. Αυτό που αντικρίζει τον απογοητεύει βαθιά. Το κείμενο που ακολουθεί, αποτελεί μία πολύτιμη μαρτυρία για τη μετατόπιση του πνευματικού κέντρου της ύστερης αρχαιότητας, από την κλασική Αθήνα στην Ελληνιστική και ύστερη Ρωμαϊκή Αλεξάνδρεια και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη. Η Αθήνα παύει να είναι πρωτεύουσα της φιλοσοφίας και γίνεται σύμβολο μνήμης, όχι δημιουργίας. Ακολουθεί σχετικό απόσπασμα:

«Οι σημερινή Αθήνα δεν έχει πια τίποτε το σεμνό ή το αξιόλογο, παρά μόνο τα περίφημα ονόματα των τόπων της. Όπως από το θυσιασμένο ζώο απομένει το δέρμα, σημάδι ενός κάποτε ζωντανού οργανισμού, έτσι κι εδώ, αφού η φιλοσοφία έχει εκδιωχθεί, δεν απομένει στον περιηγητή τίποτε άλλο να θαυμάσει παρά την Ακαδημία, το Λύκειο και τη Στοά την Ποικίλη. Κάποτε η πόλη ήταν κατοικία σοφών· τώρα όμως ακόμη και οι μελισσοκόμοι της προσδίδουν κάποια φήμη.»

Σχολιο:
 
Η μαρτυρία του Συνεσίου Κυρηναίου αποτελεί μία από τις πιο εύγλωττες και ταυτόχρονα σκληρές αποτιμήσεις της Αθήνας κατά την ύστερη αρχαιότητα. Ο λόγος του εκφράζει τη συνείδηση μιας εποχής που βιώνει τη μετατόπιση του πνευματικού κέντρου του ελληνικού κόσμου. Η παρομοίωση της πόλης με το «δέρμα του θυσιασμένου ζώου», λειτουργεί ως κεντρικός άξονας της σκέψης του: η Αθήνα διατηρεί τη μορφή και τα ονόματα που τη συνέδεσαν με τη φιλοσοφία, αλλά έχει απολέσει τη ζωτική της ουσία. Η Ακαδημία και το Λύκειο υπάρχουν πλέον ως μνημεία μνήμης, όχι ως ζωντανές εστίες παραγωγής σκέψης.

Φιλολογικά, η εικόνα αυτή εντάσσεται στην παράδοση της ρητορικής αντιθέσεως ανάμεσα στο «τότε» και στο «νῦν», ένα σχήμα συχνό στους ύστερους λόγιους, αλλά εδώ αποκτά ιδιαίτερο βάρος, διότι προέρχεται από έναν άνθρωπο που έχει μαθητεύσει σε ένα άλλο, ακμαίο πνευματικό περιβάλλον. Ο Συνέσιος τη συγκρίνει με την Αλεξάνδρεια, τον τόπο όπου η φιλοσοφία, τα μαθηματικά και οι φυσικές επιστήμες εξακολουθούν να καλλιεργούνται δημιουργικά. Εκεί, η παράδοση δεν είναι απλώς σεβαστή, αλλά γόνιμη· δεν αναπαράγεται μηχανικά, αλλά εξελίσσεται.

Ιστορικά, η παρακμή που διαπιστώνει ο Συνέσιος δεν οφείλεται μόνο σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως οι πολιτικές μεταβολές ή η επικράτηση του Xριστιανισμού. Αντανακλά κυρίως την απώλεια του ρόλου της Αθήνας ως κέντρου πρωτογενούς φιλοσοφικής δημιουργίας. Αντιθέτως, η Αλεξάνδρεια, με τη μακραίωνη Ελληνιστική της παράδοση, την πολυπολιτισμικότητα και τη σύνδεση φιλοσοφίας και επιστήμης, εμφανίζεται ως ο φυσικός διάδοχος του κλασικού ελληνικού πνεύματος. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Συνέσιος θεωρεί την Υπατία –και όχι κάποιον Αθηναίο φιλόσοφο– ως την αυθεντική ενσάρκωση της φιλοσοφικής ζωής.

Το κείμενο του Συνεσίου είναι ένα ιστορικό τεκμήριο της μετάβασης από την κλασική στην ύστερη αρχαιότητα. Η Αθήνα μετατρέπεται σε σύμβολο παρελθόντος μεγαλείου, ενώ η Αλεξάνδρεια προσωποποιεί το παρόν της διανόησης. Μέσα από αυτή την αντίθεση, ο Συνέσιος καταγράφει με φιλολογική ακρίβεια και ιστορική διορατικότητα το τέλος μιας εποχής και τη γέννηση μιας άλλης. Η κρίση του Συνεσίου για την Αθήνα της ύστερης αρχαιότητας είναι αυστηρή και απογυμνωμένη από φιλοσοφικό, ή ρητορικό εξωραϊσμό. Η πόλη παρουσιάζεται ως «σκια» του παρελθόντος της, με διατηρημένα τα ονόματα αλλά χαμένη τη ζωτική φιλοσοφική της λειτουργία. Η θέση αυτή γίνεται ιδιαίτερα διαφωτιστική όταν συγκριθεί με τις μαρτυρίες άλλων λόγιων της ίδιας ή παραπλήσιας εποχής, οι οποίοι αντιμετωπίζουν την Αθήνα είτε με νοσταλγική ιδεολογία είτε με συνειδητή προσπάθεια αναβίωσης.

Ο Λιβάνιος, ρήτορας του 4ου αιώνα, εκφράζει μια εντελώς διαφορετική στάση. Στους λόγους και τις επιστολές του, η Αθήνα εξακολουθεί να κατέχει εξέχουσα θέση ως παιδευτικό πρότυπο, κυρίως στον τομέα της ρητορικής και της ανώτερης εκπαίδευσης. Αν και αναγνωρίζει έμμεσα την παρακμή της σε σχέση με το κλασικό παρελθόν, δεν φτάνει ποτέ στη δραστική απομυθοποίηση του Συνεσίου. Για τον Λιβάνιο, η Αθήνα παραμένει «διδάσκαλος της Ελλάδος», όχι επειδή παράγει νέα φιλοσοφία, αλλά επειδή μεταδίδει την πολιτισμική της κληρονομιά. Η διαφορά είναι ουσιώδης: εκεί όπου ο Συνέσιος ζητεί ζωντανή φιλοσοφία, ο Λιβάνιος αρκείται στη συνέχιση της παιδευτικής παράδοσης.

Ο Μέγας Ιουλιανός, επίσης του 4ου αιώνα, προσεγγίζει την Αθήνα με έντονη ιδεολογική φόρτιση. Για τον Ιουλιανό, η πόλη δεν είναι απλώς εκπαιδευτικό κέντρο, αλλά ιερός τόπος της εθνικής φιλοσοφίας και της παλαιάς θρησκείας. Στους λόγους του εξυμνεί την Αθήνα ως κοιτίδα της αληθινής ελληνικής ταυτότητας, ακόμη κι αν η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται πλήρως στο ιδεώδες. Σε αντίθεση με τον Συνέσιο, ο Ιουλιανός δεν περιγράφει αυτό που βλέπει, αλλά αυτό που θέλει να επαναφέρει. Η Αθήνα του Ιουλιανού είναι μια πόλη-σύμβολο, ενώ η Αθήνα του Συνεσίου είναι μια πόλη-μαρτυρία ιστορικής φθοράς.

Ο Πρόκλος, τέλος, εκπροσωπεί μια τρίτη στάση, πιο σύνθετη και ισορροπημένη. Ως επικεφαλής της νεοπλατωνικής Ακαδημίας τον 5ο αιώνα, ζει και διδάσκει σε μια Αθήνα που, αν και πολιτικά και κοινωνικά περιορισμένη, γνωρίζει μια τελευταία φιλοσοφική άνθηση. Σε αντίθεση με τον Συνέσιο, ο Πρόκλος θεωρεί ότι η φιλοσοφική παράδοση της Αθήνας μπορεί ακόμη να ανανεωθεί μέσω της συστηματικής ερμηνείας του Πλάτωνα και της μεταφυσικής εμβάθυνσης. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτόν, η Αθήνα δεν είναι πια παγκόσμιο πνευματικό κέντρο, αλλά μάλλον το τελευταίο προπύργιο μιας παράδοσης που αγωνίζεται να επιβιώσει.

Συνολικά, ο Συνέσιος διαφέρει από τους άλλους τρεις επειδή δεν εξιδανικεύει. Ο Λιβάνιος βλέπει την Αθήνα ως σχολείο ρητορικής, ο Ιουλιανός ως σύμβολο θρησκευτικοφιλοσοφικής αναγέννησης, ο Πρόκλος ως χώρο ύστατης φιλοσοφικής άσκησης. Ο Συνέσιος, αντίθετα, την κρίνει με μέτρο τη ζωντανή φιλοσοφική δημιουργία και, συγκρίνοντάς την με την Αλεξάνδρεια, καταλήγει στο πιο απαισιόδοξο αλλά και ιστορικά διαυγές συμπέρασμα: η Αθήνα έχει πάψει να είναι παρούσα δύναμη της σκέψης και έχει μεταβληθεί σε μνημείο του ίδιου της του εαυτού.

Ακριβώς γι’ αυτό η μαρτυρία του δεν είναι απλώς μία ακόμη φωνή της ύστερης αρχαιότητας, αλλά ένα από τα καθαρότερα σημεία όπου η ιστορική συνείδηση συλλαμβάνει το τέλος της κλασικής εποχής και τη μετατόπιση του ελληνικού πνεύματος σε νέα κέντρα.

Η Έλληνιδα βασίλισσα Αγαθόκλεια Θεότροπος της Ινδίας

Παρά τον όποιον απόλυτο και σκληρό αρρενωπό χαρακτήρα των αυτοκρατοριών της Ελληνιστικής περιόδου, κάπου στα βάθη της Ανατολής, κυβερνήτης ενός μακρινού – ελληνιστικού κατά βάσιν- βασιλείου ήταν μια γυναίκα. Ειδικότερα, η Αγαθόκλεια συνιστούσε την αρχαία βασίλισσα του Παντζάπ της Ινδίας. Ήταν η σύζυγος του δεύτερου μεγαλύτερου Βουδιστή αυτοκράτορα της Ινδίας, του Ινδο-έλληνα βασιλιά Μενάνδρου Α’. Σε αυτό το σημείο θα ήταν κατάλληλο να αναφέρω το προσδιοριστικό επίθετο της Αγαθοκλείας: Θεότροπος. Συγκεκριμένα, αυτό το επίθετο της προσέδιδε χαρακτηριστικά αρχαίας Ελληνίδας θεάς. Για αυτό τον λόγο και πολλοί μελετητές την ταυτίζουν με την θεά Αθηνά.

Ο ρόλος των γυναικών στον τότε Ελληνιστικό κόσμο:

Πρώτα από όλα, σε γενικές γραμμές τα βασίλεια και οι αυτοκρατορίες εκείνης της εποχής ήταν καθαρά κάτω από πατριαρχική επίβλεψη. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι δεν υπήρχαν άξιες γυναίκες με απεριόριστη δύναμη και τόλμη στην ευρύτερη κοινωνική και πολιτική σκηνή. Παραδείγματος χάριν, οι ιστορικοί αναφέρουν ότι οι βασιλείς και οι αυτοκράτορες λάτρευαν και προσκυνούσαν τις αρχαίες Ελληνίδες θεές, όπως ακριβώς και τις ανδρικές θεϊκές φιγούρες. Επομένως, και η ινδική κοινωνία με την σειρά της υιοθέτησε με τον καιρό αυτή την τακτική των αρχαίων Ελλήνων.

Επιπροσθέτως, αξίζει να αναφέρω ότι μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., κάποιες βασίλισσες κυβέρνησαν κάποια τμήματα της πρώην Μεγάλης Αυτοκρατορίας του. Συγκεκριμένα, η Ολυμπιάδα, η Ευρυδίκη και η Κρατησίπολις ήταν ορισμένες από τις Ελληνίδες βασίλισσες που κυβέρνησαν προσωρινά κάποια μικρά βασίλεια. Επιπλέον, μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου ακολούθησε πόλεμος ανάμεσα στους στρατηγούς του για την διαδοχή. Παρόλα αυτά, προς το παρόν, οι στρατιώτες ορισμένων ελληνικών τμημάτων έπαιρναν διαταγές από Ελληνίδες βασίλισσες.
Αγαθόκλεια ήταν η κόρη του βασιλιά Δημητρίου. Κάποιες πηγές μεν αναφέρουν ότι μπορεί να ήταν και εγγονή του εφόσον με αυτόν τον τρόπο οι ημερομηνίες ταιριάζουν καλύτερα. Επίσης, ίσως να ήταν αδερφή των άλλων τεσσάρων γιων του Δημητρίου: του Δημητρίου Β’, του Ευθυδήμου, του Πανταλέοντα και του Αγαθοκλή.

Υπάρχει ένα πλήθος εκδοχών σχετικά με τον γάμο της Αγαθοκλείας με τον Μένανδρο. Από την μία πλευρά, οι ειδικοί θέλουν την Αγαθόκλεια να παντρεύεται τον Μένανδρο μετά τον θάνατο του πατέρα της Δημητρίου και την επιστροφή της σορού του από την Πάτνα, γύρω στο 166 π.Χ. Από την άλλη πλευρά, κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν την άποψη ότι ο γάμος δεν έγινε πριν τον θάνατο του ιστορικού Απολλόδωρου το 161 π.Χ. Τέλος, υπερίσχυσε η αντίληψη ότι ο γάμος έγινε το 166 π.Χ. Όμως μετά τον θάνατο του συζύγου της, η Αγαθόκλεια έγινε η αντιβασιλέας του Παντζάμπ για τον μεγαλύτερο γιο της, τον Στράτο Α’. Εκείνη την περίοδο, ο Στράτος δεν είχε κλείσει τα 18 του χρόνια. Οπότε ήταν απόλυτα λογικό να τον αντιπροσωπεύσει προσωρινά η μητέρα του στην διακυβέρνηση του κράτους.

Επιπλέον, αξίζει να σημειώσουμε ότι όταν η Αγαθόκλεια έγινε η σύζυγος του Μενάνδρου Α’, ήταν μικρότερη από 30 ετών. Συνήθως, οι Ελληνίδες πριγκίπισσες νυμφεύονταν μετά τα 30 τους χρόνια. Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα αποτελούσαν η Πτολεμαΐς, η Βερινίκη και η Κλεοπάτρα Ε’, οι οποίες πραγματοποίησαν τους γάμους τους στα 33 τους.

Η βασίλισσα Αγαθόκλεια Θεότροπος ήταν μία από τις σπουδαιότερες γυναικείες φιγούρες της Ινδίας. Συγκεκριμένα έσπασε το πατριαρχικό πρότυπο του βασιλιά και εισήγαγε τα πρώτα σπέρματα της μητριαρχίας στα ελληνιστικά βασίλεια της Ινδίας. Μπορούμε να την βρούμε κάλλιστα πάνω στα χρυσά, στα άργυρα και στα χάλκινα νομίσματα της εποχής της. Τέλος, οφείλω να αναφέρω ότι όταν ο γιος της ο Στράτος Α’ πήρε την εξουσία, απεικονιζόταν στα νομίσματα μαζί με αυτόν.