Τουτέστιν, ἀποτελοῦν προϊόντα μιᾶς συγκεκριμένης ἐποχῆς ἀλλὰ καὶ γεωγραφικῆς ἐνότητος, ἐνῶ ὅπου αὗται ἐπεβλήθησαν παγκοσμιοποιητικῶς, ἐπεβλήθησαν κυρίως διὰ τῆς σκαιᾶς βίας.
Χιλιάδες χρόνια πρίν, ἐλατρεύετο ἡ Μεγάλη Θεὰ ἢ Μήτηρ Γῆ (Γκρέκας, Βρ., Ἡ λατρεία τῆς Μεγάλης Θεᾶς) καὶ αἱ κοινωνίαι ἦσαν μητριαρχικαί, σὲ μία προσπάθειαν τῶν λαῶν ἐκείνων νὰ ἀποδώσουν τιμὰς εἰς τὴν γῆν ἥτις τα πάντα γεννᾷ, καὶ συνεπακολούθως εἰς τὰς γυναῖκας, ἐντὸς τῶν ὁποίων συλλαμβάνεται καὶ δημιουργεῖται ἡ ζωή, ἐνῶ σχετικῶς, δύναταί τις νὰ εὑρῇ διαδικτυακῶς πάμπολλες πηγὲς περὶ παραλληλισμοῦ σπηλαίων καὶ μήτρας (γαστέρας).
Ἀργότερα καὶ σταδιακῶς, τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως ἐθεοποιήθησαν, σὲ μίαν προσπάθειαν τῶν ἀνθρώπων νὰ ἐξηγήσουν καὶ νὰ δαμάσουν αὐτά, ὁδηγοῦντα εἰς τὴν δημιουργίαν τῶν παγανιστικῶν θρησκειῶν ἀνὰ τὸν κόσμον.
Τοιουτοτρόπως, μὲ τὸ πέρασμα τῶν χιλιετηρίδων, αἱ δοξασίαι διεδέχοντο ἡ μία τὴν ἄλλην, εἰς μίαν ἀέναον ἅλυσιν διαδοχῶν τοῦ θρησκευτικοῦ στοιχείου.
Αἱ νέαι θρησκεῖαι αἵτινες ἐνεμφανίσθησαν κατὰ καιροὺς ἦσαν εἰς μέγαν βαθμὸν ἐπηρεασμέναι ἀπὸ τὰς προηγουμένας, ἀπὸ προγενεστέρους δηλαδὴ μύθους καὶ δοξασίας ποὺ ἐχάνοντο εἰς τὴν ἀπαρχὴν τοῦ χρόνου (Κρόνου) καὶ ποὺ ἐκάστοτε προσηρμόζοντο εἰς τὰ δεδομένα τῆς νεωτέρας θρησκείας καὶ ἐπαρουσιάζοντο ὡς κάτι νέον.
Κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν, διὰ ἄγνοιαν, οἱ πιστοὶ ἑκάστης ἐξ αὐτῶν, οἱ ἁπλοὶ καὶ ἀπαίδευτοι ἄνθρωποι ὅλων τῶν ἐποχῶν, τὰς ἐθεώρουν μοναδικάς, ὡς πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῆς μεταβιβάσεως τοῦ θείου νοήματος καὶ διεκδικοῦσαν ἀλλὰ καὶ διεκδικοῦν ἔτι πεισματικῶς τὸ προνόμιον τῆς ἀνωτέρας πίστεως καὶ τοῦ μοναδικοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.
«Δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται»
Εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ ἐν Ἑλλάδι, πρέπει νὰ σημειωθοῦν τὰ ἑξῆς.
Ὅταν ἐνεφανίσθη ἡ σημερινή, ἐν Ἑλλάδι κυρίαρχη θρησκεία, ἤτοι ὁ Χριστιανισμός (ἀρχικῶς ὡς μία περιορισμένη αἵρεσις), ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο ἤδη εἰς μίαν γενικευμένην πολιτικὴν, στρατιωτικὴν, ἰδεολογικὴν καὶ κοινωνικὴν ἀποσύνθεσιν, συνεπεία, μεταξὺ ἄλλων, ἀφ’ ἑνὸς τῶν μακροχρονίων ἐρίδων τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν μεταξὺ των πολέμων
(α) μετὰ τοὺς Περσικοὺς Πολέμους καὶ εἰδικώτερον μετὰ τὸν καταστροφικὸν Πελοποννησιακὸν Πόλεμον καὶ
(β) μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ὅτε καὶ διῃρέθη ἡ αὐτοκρατορία του καὶ ἤρξαντο αἱ ἐμφυλιοπολεμικαὶ ἔριδες τῶν διαδόχων του, καὶ ἀφ’ ἑτέρου λόγω τῆς θρησκευτικῆς, ἠθικῆς καὶ διανοητικῆς της ἀποσυνθέσεως.
Οἱ μελετηταὶ καὶ οἱ ἱστορικοὶ διχάζονται ὡς πρὸς τὸ ποῖον γεγονὸς σηματοδοτεῖ τὸ τέλος τῆς ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς καὶ τὸ συνεπακόλουθον πέρασμα εἰς τὸν σύγχρονον κόσμον, μὲ ὅλας τὰς ἀλλαγὰς ποὺ αὐτὸς συνεπήγετο, μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὴν ἐπικράτησιν τῆς χριστιανικῆς θρησκείας.
Αἱ ἐπικρατέστεραι ἀπόψεις περιλαμβάνουν τὴν τελικὴν κατάκτησιν τῆς ἡπειρωτικῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῆς Ἀρχαίας Ῥώμης τὸ 146 π.κ.ε. μετὰ τὸν Ἀχαϊκὸν Πόλεμον, τὴν τελικὴν ἥτταν τοῦ Πτολεμαϊκοῦ Βασιλείου εἰς τὴν Ναυμαχίαν τοῦ Ἀκτίου ἐν ἔτει 31 π.κ.ε. καὶ τὴν μεταφορὰν τῆς πρωτευούσης τῆς Ῥωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος Μεγάλου Κωνσταντίνου τὸ 330 μ.κ.ε.
Ἡ πατρώα θρησκεία θὰ παρέμενε βεβαίως ἐδραιωμένη ἔτι, καὶ διὰ πολλοὺς αἰῶνας, εἰς πλείστους Ἕλληνας καὶ μάλιστα εἰς μεγάλας προσωπικότητας καὶ εἰς τὴν πνευματικὴν ἐλίτ, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι τὴν Ἀλεξανδρινὴν φιλόσοφον Ὑπατίαν.
Παρά ταῦτα, ἱκανὸς πληθυσμὸς φαίνεται ὅτι εὑρίσκετο εἰς πλήρη διανοητικὴν καὶ ἰδεολογικὴν σύγχυσιν, ὡς ἀποδεικνύουσι πλεῖστα ἀρχαιολογικὰ εὑρήματα ἅτινα καταδεικνύουσιν ὅτι ἀπὸ τὴν ὕστερην ἑλληνιστικὴν ἐποχὴν καὶ ἔπειτα, εἶχε ἀτονήσει τὸ ἀμιγὲς Ἀπολλώνιον Φῶς, εἶχε σιωπήσει ὁ ἡλιακὸς λόγος τοῦ θεοῦ τοῦ φωτός καὶ τὴν θέσιν του εἶχον λάβει ἄλλαι ξενόφερτοι θεότητες, ὅπως π.χ. ἐμφαίνεται ἀπὸ τὸ Ἱερὸν τῆς Ἴσιδος καὶ τοῦ Ὀσίριδος εἰς τὴν Μπρεξίζαν καὶ τὴν ταύτισίν των μὲ τὸν Βάκχον Διόνυσον (ἐπίσης ξενόφερτον, ἐξ ἀνατολῶν) καὶ τὴν Ἀφροδίτην-Ἀθηνᾶν (βλ. Σύρε, Ἐδ., Οἱ Μεγάλοι Μύσται, τομ. Β’, σελ. 233), ἀλλὰ καὶ τὸν Sol Invictus Elagabalus/Ἀνίκητον Ἥλιον Ἡλιογάβαλον, τὸν Σέραπιν, τὴν Κυβέλην, τὸν Ἄττιν, τὸν Μίθραν καὶ ἄλλους πολλούς.
Τὸ πολυπολιτισμικὸν λοιπόν στοιχεῖον τῶν ὑστέρων ἑλληνιστικῶν χρόνων, φαίνεται ὅτι ἀτόνησε πολλαπλῶς τὴν καθαρότητα τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος τῶν Ἑλλήνων, τόσον ὥστε ὅταν ὁ Παῦλος ἐπεσκέφθη τὴν Κόρινθον ἐν ἔτει 51 μ.κ.ε. τὸ ἔδαφος ἦτο ἤδη προλειασμένον, καθὼς ἐνθάδε κατῴκουν Ἕλληνες, Ἰουδαῖοι, Ῥωμαῖοι ἀλλὰ καὶ ἄλλοι, ἱκανὸν δηλαδὴ πεδίον ὥστε νὰ πέσῃ ὁ σπόρος τῆς νέας θρησκείας, ἀσχέτως τοῦ ὅτι –ὅπως δὲν λησμονοῦμε– αὕτη ἐπεβλήθη ἀργότερον καὶ βιαίως, εἰς βάρος ὅσων ἐπέμενον νὰ πιστεύουν εἰς τὴν πατρώαν θρησκείαν καὶ δὲν ἐνστερνίζοντο τὴν νέαν.
Δίχως νὰ θέλωμεν λοιπόν νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς περαιτέρω ἱστορικὰς λεπτομέρειας, εἶναι γεγονὸς ὅτι ἐὰν ἡ ἐθνικὴ μας θρησκεία ἦτο εἰς τὸ ἀπόγειόν της, ὡς κάποιους αἰῶνας πρίν, οὐδεὶς Χριστιανισμός, μιθριδατισμός (διὰ τὴν λατρείαν τοῦ Μίθρα ἔχομεν δημοσιεύσει σχετικὴν ἐμπεριστατωμένην ἀνάλυσιν) ἢ ἄλλη θρησκεία δὲν θὰ ἐδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ, ἔστω καὶ βιαίως, ἐπεὶ ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπέδειξε ἀνὰ τοὺς αἰῶνας ὅτι ἦτο ἀνθεκτικὸς εἰς ἔξωθεν ἐπιθέσεις.
Καθὼς φαίνεται, ἀρχικῶς ὁ Χριστιανισμὸς ἐλειτούργησε ἐν Ἑλλάδι διὰ τοῦ προσηλυτισμοῦ τῶν ἤδη ἀμφισβητούντων τὰ πατρώα τελετουργικά (ἢ καὶ ὅσων ἐνστερνίσθησαν αὐτὸν ἐκ μόδας ἢ ἐκ συμφέροντος), καὶ μόνον ἀφότου οὗτος ἐδραιώθη καὶ ἐγιγαντώθη ὢν πλέον κυρίαρχος θρησκεία, ἤρξαντο οἱ διωγμοὶ καὶ αἱ ἐκκαθαρίσεις τῶν ἐναπομεινάντων ἐθνικῶν.
Εἰδικῶς ὡς πρὸς τὴν ἐν Ἑλλάδι προϋπάρχουσαν τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀμφισβήτησιν τῶν πατρώων τελετουργικῶν, ἀξίζει νὰ σημειωθοῦν καὶ τὰ ἑξῆς.
Κατὰ τὴν ὕστερην ἑλληνιστικὴν ἐποχήν, ἡ γενικωτέρα πεποίθησις ἦτο ὅτι τὸ ἐνάρετον τοῦ βίου δὲν εἶναι πραγματοποιήσιμον μόνον ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου ὅταν οὗτος στηρίζεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς ἰδίας του δυνάμεις. Ἡ τάσις αὕτη ὡδήγησεν εἰς τὴν παραδοχὴν μιᾶς ἀνωτέρας δυνάμεως, ἥτις ἐμπλέκεται εἰς τὴν ἠθικὴν ἀναζήτησιν τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν διαμορφώνει.
Βλέπομεν ἐπὶ παραδείγματι ὅτι ἡ φιλοσοφία τῆς ὑστέρᾳς Στοᾶς (Νέα Στοά, τρίτη περίοδος τῆς Στωικῆς φιλοσοφίας, ἀποτελουμένη ἀπὸ τοὺς Ἐπίκτητον, Σενέκαν καὶ Μᾶρκον Αὐρήλιον), εὕρισκε ἤδη τὰς ῥίζας της εἰς τὴν κλασικὴν Ἑλληνικὴν σκέψιν, καθόσον καὶ ἡ Πλατωνικὴ ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀριστοτελικὴ φιλοσοφία περιεῖχον εἴτε τὴν προτροπὴν πρὸς τὴν ἐπέκεινα ὑπεραισθητὴν περιοχήν, εἴτε τὸ σπέρμα τοῦ μονοθεϊστικοῦ πνεύματος (βλ. Ἐπίκτητος, Ἄπαντα, Οἱ Ἕλληνες, ἐκδ. Ὀδ. Χατζόπουλος, σελ. 16).
Ἡ συνέχεια εἶναι γνωστὴ εἰς ἅπαντας. Η χριστιανικὴ θρησκεία ἐδραιώθη ὡς κυρίαρχος θρησκεία τῆς Γηραιᾶς Ἠπείρου μέχρι τὰς ἡμέρας μας, ἐνῶ εἰδικῶς εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἑλληνορθόδοξον χριστιανικὴν θρησκείαν, δὲν θὰ πρέπει νὰ παραβλέπωμεν ὅτι αὕτη, ἐξελικτικῶς, ἀνεδείχθη εἰς φορέα μεταδόσεως, διατηρήσεως καὶ διαιωνίσεως τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου κατὰ τὰς ταραχώδεις περιόδους τοῦ ἔθνους μας, ὡς θὰ ἴδωμεν εἰς ἄλλην ἀνάλυσιν, συνενῶσα τὸν ἀρχαῖον κόσμον μὲ τὸν σημερινόν, διὰ μέσου τοῦ Βυζαντίου.
-----------------
Βιβλιογραφία:
1. Γκρέκας, Βρ., «Ἡ λατρεία τῆς Μεγάλης Θεᾶς», ἐκδ. GUTENBERG
2. Θουκυδίδου, «Ἱστορίαι», Μετάφρασις: Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἐκδ. Μεταίχμιο
3. Σύρε, Ἐδ., «Οἱ Μεγάλοι Μύσται», τομ. Β’, ἐκδ. Ἐλευθερουδάκης-Νίκας
4. Ἐπίκτητος, Ἄπαντα, Τόμος 1, Οἱ Ἕλληνες, ἐκδ. Ὀδ. Χατζόπουλος
Βιβλιογραφία:
1. Γκρέκας, Βρ., «Ἡ λατρεία τῆς Μεγάλης Θεᾶς», ἐκδ. GUTENBERG
2. Θουκυδίδου, «Ἱστορίαι», Μετάφρασις: Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἐκδ. Μεταίχμιο
3. Σύρε, Ἐδ., «Οἱ Μεγάλοι Μύσται», τομ. Β’, ἐκδ. Ἐλευθερουδάκης-Νίκας
4. Ἐπίκτητος, Ἄπαντα, Τόμος 1, Οἱ Ἕλληνες, ἐκδ. Ὀδ. Χατζόπουλος
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου