Υπάρχουν παιδιά που μεγαλώνουν σαν να τους έχει ανατεθεί μια σιωπηλή αποστολή. Δεν είναι απαραίτητα τα πιο ήσυχα ούτε τα πιο υπάκουα· είναι όμως εκείνα που διαισθάνονται νωρίς ότι κάτι στο οικογενειακό περιβάλλον τους είναι εύθραυστο.
Μια μητέρα βυθισμένη στη θλίψη, ένας πατέρας συναισθηματικά απόμακρος, μια οικογένεια που παλεύει με οικονομικές ή άλλες απώλειες. Το παιδί δεν ενημερώνεται επίσημα για την ευθύνη που αναλαμβάνει. Την αισθάνεται. Και μέσα σε αυτή τη λεπτή, σχεδόν αδιόρατη μετατόπιση, αρχίζει να μεγαλώνει πιο γρήγορα από όσο αντέχει η ηλικία του.
Η ψυχολογία περιγράφει αυτή τη συνθήκη ως αντιστροφή ρόλων: το παιδί αναλαμβάνει λειτουργίες που ανήκουν στους γονείς, είτε πρακτικές είτε συναισθηματικές. Μπορεί να φροντίζει μικρότερα αδέλφια, να οργανώνει το σπίτι, να καθησυχάζει έναν γονέα σε κρίση, να γίνεται ο «λογικός» της οικογένειας. Πίσω από αυτή την πρόωρη υπευθυνότητα δεν βρίσκεται απαραίτητα μια συνειδητή επιλογή, αλλά μια βαθιά ανάγκη διατήρησης της σχέσης. Το παιδί διαισθάνεται ότι για να παραμείνει ο δεσμός ασφαλής, οφείλει να περιορίσει τις απαιτήσεις του και να ενισχύσει τη σταθερότητα του περιβάλλοντος.
Από έξω, αυτή η στάση μοιάζει με ωριμότητα. Το παιδί δείχνει αυτάρκες, συγκροτημένο, ικανό να ελέγχει τα συναισθήματά του. Συχνά ακούει επαίνους: «είναι τόσο ώριμο για την ηλικία του», «δεν μας δυσκόλεψε ποτέ». Ωστόσο, η ψυχική ωριμότητα δεν ταυτίζεται με την πρόωρη προσαρμογή.
Η αληθινή ωρίμανση προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ενήλικα που αντέχει την εξάρτηση, τον θυμό, τη ζήλια, τις παλινδρομήσεις του παιδιού. Προϋποθέτει την άδεια να είναι κανείς μικρός.
Όταν αυτή η άδεια λείπει, το παιδί οργανώνει ένα Εγώ που λειτουργεί με έμφαση στον έλεγχο και στη συγκράτηση. Δεν εκδηλώνει εύκολα την ανάγκη, δεν επιτρέπει στον εαυτό του να διαλυθεί από έντονα συναισθήματα. Μαθαίνει να σκέφτεται πρακτικά, να λύνει προβλήματα, να δρα αντί να αισθάνεται.
Αυτή η λειτουργική σταθερότητα μπορεί να αποδειχθεί σωτήρια μέσα στην οικογένεια, όμως έχει και ένα κόστος: η εσωτερική ζωή φτωχαίνει, οι συγκρούσεις δεν επεξεργάζονται αλλά παρακάμπτονται.
Η γαλλική ψυχοσωματική παράδοση, ιδιαίτερα μέσα από το έργο του Pierre Marty, έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ικανότητα του Εγώ να μετατρέπει τη σωματική ένταση σε ψυχική επεξεργασία.
Σύμφωνα με αυτή την οπτική, η ωριμότητα δεν μετριέται από την κοινωνική αποτελεσματικότητα, αλλά από τη δυνατότητα να αντέχει κανείς τις εσωτερικές συγκρούσεις, να τις σκέφτεται και να τους δίνει νόημα. Όταν η ψυχική επεξεργασία είναι περιορισμένη, η ένταση δεν βρίσκει συμβολικό δρόμο έκφρασης και συχνά διοχετεύεται στο σώμα.
Ας σκεφτούμε έναν ενήλικα που από μικρός ήταν το «στήριγμα» του σπιτιού. Σήμερα εργάζεται ακούραστα, αναλαμβάνει ευθύνες χωρίς να παραπονιέται, είναι εκείνος που όλοι εμπιστεύονται σε μια κρίση.
Όμως όταν το σώμα του αρχίζει να διαμαρτύρεται με χρόνιους πόνους ή εξαντλητική κόπωση, δυσκολεύεται να συνδέσει τα συμπτώματα με την εσωτερική του ένταση. Δεν έχει μάθει να αναγνωρίζει ότι κουράζεται συναισθηματικά, γιατί κάποτε η κούραση δεν ήταν επιτρεπτή. Το σώμα, τότε, αναλαμβάνει να εκφράσει αυτό που η ψυχή δεν έμαθε να λέει.
Σε καθημερινό επίπεδο, η πρόωρη ωριμότητα φαίνεται σε μικρές αλλά επαναλαμβανόμενες στάσεις ζωής. Είναι ο άνθρωπος που δυσκολεύεται να ζητήσει βοήθεια ακόμη και όταν βρίσκεται σε αδιέξοδο. Εκείνος που επιλέγει συντρόφους με έντονες ανάγκες, αναπαράγοντας ασυνείδητα τον ρόλο του φροντιστή. Εκείνη που νιώθει ενοχή όταν ξεκουράζεται, σαν να προδίδει μια παλιά, αόρατη συμφωνία. Η αγάπη συγχέεται με τη χρησιμότητα, και η αξία με την ικανότητα να αντέχει κανείς περισσότερα από τους άλλους.
Η ψυχική ωριμότητα, ωστόσο, δεν είναι η εξάλειψη της ανάγκης αλλά η δυνατότητα να τη βιώνει κανείς χωρίς ντροπή. Σημαίνει να μπορεί κάποιος να θυμώνει χωρίς να φοβάται ότι θα καταστρέψει τη σχέση, να πενθεί χωρίς να καταρρέει, να ζητά στήριξη χωρίς να νιώθει βάρος. Σημαίνει ότι το Εγώ έχει αρκετή εσωτερική συνοχή ώστε να αντέχει την αμφιθυμία: να αγαπά και να θυμώνει ταυτόχρονα, να είναι δυνατός και ευάλωτος μαζί.
Για το παιδί που μεγάλωσε νωρίς, η διαδρομή προς αυτή την ουσιαστική ωριμότητα περνά μέσα από μια παράδοξη εμπειρία: την επανεκμάθηση της εξάρτησης.
Χρειάζεται να επιτρέψει στον εαυτό του να νιώσει εκείνες τις ανάγκες που κάποτε καταπνίγηκαν για χάρη της οικογενειακής ισορροπίας. Να αναγνωρίσει ότι η ευαλωτότητα δεν απειλεί την αγάπη, αλλά τη βαθαίνει. Ότι η αξία του δεν έγκειται μόνο στην ικανότητα να στηρίζει, αλλά και στη δυνατότητα να στηρίζεται.
Σε αυτό το σημείο, η πρόωρη ωριμότητα μπορεί να μετασχηματιστεί. Δεν πρόκειται να εξαφανιστεί η υπευθυνότητα ή η ευαισθησία· αυτά αποτελούν πολύτιμα στοιχεία της προσωπικότητας. Εκείνο που αλλάζει είναι η εσωτερική τους σημασία. Από άμυνα επιβίωσης μπορούν να γίνουν ελεύθερη επιλογή. Από μηχανισμός συγκράτησης μπορούν να γίνουν δημιουργική δύναμη.
Ίσως, τελικά, η βαθύτερη έννοια της ωριμότητας να μην είναι η ικανότητα να αντέχουμε τα πάντα, αλλά η ελευθερία να μην χρειάζεται πια να τα αντέχουμε μόνοι.
Όταν το παιδί που έγινε στήριγμα επιτρέψει στον εαυτό του να υπάρξει και ως άνθρωπος με ανάγκες, τότε η ωριμότητα παύει να είναι ένα βαρύ καθήκον και γίνεται ένας ζωντανός τρόπος σχέσης με τον εαυτό και τους άλλους.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(
Atom
)
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου